Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ
Τι ακριβώς συμβαίνει «μέσα» μας όταν βλέπουμε ένα γνωστό ή και άγνωστο πρόσωπο να σφαδάζει από τον πόνο ή ένα παιδάκι να κλαίει απαρηγόρητο; Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αντιλαμβανόμαστε απλώς τις εκδηλώσεις χαράς ή λύπης των άλλων, αλλά έχουμε τη δυνατότητα να βιώνουμε προσωπικά και σχεδόν σωματικά τέτοια αλλότρια συναισθήματα. Για να περιγράψει την αινιγματική ικανότητά μας να μοιραζόμαστε από κοινού και να βιώνουμε σε πρώτο πρόσωπο τα συναισθήματα ενός τρίτου προσώπου η σύγχρονη νευροψυχολογία καταφεύγει στην έννοια της «ενσυναίσθησης».
Ολοι γνωρίζουμε πόσο εξαιρετικά δύσκολο, και ενίοτε βασανιστικό, μπορεί να είναι το να περιγράψουμε με λέξεις όχι αυτό που σκεφτόμαστε αλλά αυτό που νιώθουμε. Γιατί άραγε ένα απίστευτα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας βασίζεται και τελικά συντελείται με μη λεκτικά επικοινωνιακά μέσα (όπως π.χ. με τη «γλώσσα» του σώματος);
Παρά τις «λογοκεντρικές» προκαταλήψεις μας, ο ανθρώπινος λόγος -προφορικός ή γραπτός- ίσως αποτελεί εν τέλει ένα ιδιαίτερα φτωχό και συχνά παραπλανητικό μέσο επικοινωνίας. Ακριβώς γι’ αυτό όταν μιλάμε με κάποιο πρόσωπο δεν περιοριζόμαστε μόνο στο «τι λέει» αλλά και στο «πώς το λέει». Πολύ συχνά, μάλιστα, καταλαβαίνουμε καλύτερα τι πραγματικά «θέλει να πει» από το πώς το λέει: στο αδιαφανές παιχνίδι της ανθρώπινης επικοινωνίας η γλώσσα του σώματος αποδεικνύεται ιδιαίτερα εύγλωττη.
Πρόσφατες έρευνες στον χώρο της νευροψυχολογίας επιβεβαιώνουν και εξηγούν επιστημονικά αυτό που ανέκαθεν γνωρίζαμε ή μάλλον διαισθανόμασταν εμπειρικά: οι ανθρώπινες σχέσεις -διαπροσωπικές και κοινωνικές- βασίζονται και σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνονται από «μη λεκτικούς» και εν μέρει μη συνειδητούς κώδικες επικοινωνίας. Από τις ανεπαίσθητες αλλαγές στον τόνο της φωνής, στη στάση του σώματος, αλλά και από τις χειρονομίες ή από τις εκφράσεις του προσώπου του συνομιλητή μας καταλαβαίνουμε πολύ περισσότερα από όσα ο ίδιος μάς λέει ή, ενδεχομένως, από όσα θα ήθελε να καταλάβουμε.
Για να εξηγήσουν αυτή τη «μαγική» ικανότητα να ταυτιζόμαστε ή να εισδύουμε απρόσκλητοι στις «εσωτερικές» νοητικές καταστάσεις των άλλων προσώπων οι ειδικοί χρησιμοποιούν την έννοια «empathy», όρο που ορθά αποδίδεται ως «ενσυναίσθηση» και όχι βέβαια ως «συμπάθεια» ή ακόμη χειρότερα ως «εμπάθεια». Το γεγονός ότι εμείς οι άνθρωποι, όπως εξάλλου και τα περισσότερα θηλαστικά, είμαστε σε θέση να «συναισθανόμαστε», να «αντιλαμβανόμαστε» βιωματικά τα αισθήματα ενός τρίτου προσώπου αποτελεί κοινότοπη διαπίστωση. Η εξήγηση ωστόσο του γιατί και του πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό το καθημερινό «θαύμα» αποδεικνύεται, όπως θα δούμε, λιγότερο κοινότοπη.
Η μέχρι χθες κοινωνικά υποτιμημένη και παραμελημένη από την επιστήμη βιολογική μας ικανότητα για ενσυναίσθηση έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε αντικείμενο συστηματικής διερεύνησης τόσο των νευροεπιστημών όσο και της εξελικτικής ψυχολογίας. Κοινός στόχος αυτών των ερευνών είναι να αποκαλύψουν τις βιολογικές (εξελικτικές και εγκεφαλικές) προϋποθέσεις και τους νευροψυχολογικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την εμφάνισή της.
Υπερβαίνοντας τα αυτιστικά μας όρια
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ….