Οι πρώτοι αντάρτες στον Όλυμπο 1942-1943

Ανακτένιση 11.11.2018

Ληστές και φυγόδικοι προϋπάντησαν τους πρώτους αντάρτες του Ολύμπου το καλοκαίρι του 1942. Εξαρθρώνοντας βίᾳ την τοπική εξουσία, όσους θεωρούσαν συνεργάτες του εχθρού και τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις κυριάρχησαν στο ορεινό πεδίο.

Άποψη του οικισμού Καρυά από τη θέση Μπιχτέσι όπου λημέριαζαν το καλοκαίρι οι πρώτοι αντάρτες του Ολύμπου. Αριστερά  το οροπέδιο της Κουνόσπολης, πεδίο ρίψης Βρετανών συνδέσμων τον Ιανουάριο του 1943

ΣΙΔΗΡΟΦΟΡΙΑ
Ο Όλυμπος, παγκοσμίως φημισμένη έδρα αρχαίων θεών, σημάνθηκε κι ως τόπος διαβίωσης παρανόμων ή αρνητών της εξουσίας τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα και μετά. Μόνιμοι και παροδικοί άνδρες βημάτιζαν καταδιωκόμενοι στις κορυφές και τα αλπικά τοπία και αποκρύβονταν στα πυκνά δάση.[1] Ελάχιστη επίσης διάθεση υποταγής έδειχναν υλοτόμοι, καρβουνιάρηδες και παροικούντες κτηνοτρόφοι, Βλάχοι συνήθως ή Σαρακατσάνοι.

Όλοι οι ποιμένες έφεραν μαζί τους πολεμικά όπλα για να προστατεύουν τα κοπάδια από τα ζώα του βουνού ή από εξαγριωμένους συνανθρώπους με τους οποίους προστριβές δεν έπαυαν ποτέ. Υπέρ του έθους της οπλοφορίας συνεισέφερε επίσης η ανυπαρξία δρόμων και η μακρινή απόστασή του από τα αστικά κέντρα. Η πεδινή κωμόπολη Ελασσόνα π.χ. απείχε περισσότερο από ένα οκτάωρο με τα πόδια από τον ορεινό οικισμό Καρυά, υψομετρική διαφορά 600 μέτρων.

Επί Κατοχής ο Όλυμπος αποτελούσε σημαντική στρατηγική θέση με το σιδηρόδρομο να περνά από την κοιλάδα των Τεμπών. Οι Σύμμαχοι ήταν διατεθειμένοι να επιβραδύνουν ή σταματήσουν εντελώς κυκλοφορία των τρένων, ακούγοντας φήμες για ύπαρξη 1.000-3.000 ανταρτών.[2] Γι’ αυτό κατέφθασαν επί τόπου αξιωματικοί ειδικοί στις ανατινάξεις σαν τον Χορς και τον Κρόμγουελ,[3] μαζί με εκρηκτικά που σπάνιζαν στην ενδοχώρα.[4] Οι αντάρτες ήταν απαραίτητοι ως βοηθοί κι οδηγοί, οπότε όπλα μαζί με λίρες άρχισαν να πέφτουν νωρίς από τον ουρανό. Ως εκ τούτου οι διαμαρτυρίες ότι οι Βρετανοί δεν είχαν ενισχύσει καθόλου τον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας[5] είναι αναληθείς, αφού μόνο στο όρος Κόζιακας των Τρικάλων οι Βρετανοί είχαν ρίξει 1500 ιταλικά τυφέκια.[6] 750 δε χρυσές λίρες είχαν ήδη δοθεί στους επαναστάτες τους δύο πρώτους μήνες του 1943.[7]

ΥΛΙΚΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ο τύπος της εποχής, λ.χ. η Ελευθερία του ΕΑΜ Μακεδονίας, κατέγραψε γεγονότα, επιλεκτικά όμως και σύμφωνα με την ιδεολογική του οπτική. Σύγχρονα, χρονολογικά τουλάχιστον, στα γεγονότα είναι τα έγγραφα ιταλικών μονάδων που στάθμευαν στη Θεσσαλία.[8] Αντίστοιχα γερμανικά δεν ήταν διαθέσιμα, ίσως επειδή οι ολιγάριθμοι Γερμανοί, περιορισμένοι στην Κατερίνη και τα Τέμπη, δεν είχαν άμεση επαφή με τον κόσμο της υπαίθρου και κυρίως διότι οι αντάρτες απέφευγαν αρχικά από πολεμικό φόβο μάλλον παρά από σχεδιαστικό υπολογισμό κάθε δράση στη γερμανοκρατούμενη περιοχή. Αντάρτες και Γερμανοί ενεπλάκησαν σε αψιμαχίες τον Ιανουάριο του 1943 στον Κάτω Όλυμπο,[9] αλλά όχι κατά τη διάρκεια της πρώτης μεγάλης γερμανικής εκκαθαριστικής επιχείρησης που ξεκίνησε στις αρχές Απριλίου του ιδίου έτους.[10]

Τα βρετανικά αρχεία είναι κι αυτά σχετικώς όψιμα. Αρχίζουν κάπως αργά, ύστερα από την 23 Ιανουαρίου 1943, όταν προσήλθε ουρανοκατέβατος σύνδεσμος της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής. Η αλληλογραφία των κατοχικών στελεχών του ΚΚΕ στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας δεν έχει μελετηθεί, ενώ όση εναπόκειται στον Περισσό, αν εναπόκειται θα αργήσει μάλλον να δει το φως. Ημερολόγιο πολιτικού υπευθύνου της πρώτης ομάδας του ΝΑ Ολύμπου[11] πιθανόν έχει γραφεί αργότερα, καθώς αναφέρει ονόματα που θα κινδύνευαν αν τα έβλεπαν εχθρικά μάτια και σύμφωνα με άλλη μαρτυρία το ημερολόγιο της ομάδας ανήκε σε άλλον αντάρτη.[12]

Τα απομνημονεύματα ενόπλων που έδρασαν στον ΝΑ Όλυμπο την αναφερόμενη περίοδο, δηλαδή από το 1942 έως τις αρχές του 1943, είναι ελάχιστα επειδή οι περισσότεροι πρώτοι αντάρτες ήταν αγράμματοι ή ολιγογράμματοι, ήταν λιγοστοί στον αριθμό ή έχασαν νωρίς τη ζωή τους. Τα υπαρκτά αντίστοιχα έχουν γραφεί από πρωταγωνιστές μέλη του ΚΚΕ από την αρχή ή που εντάχθηκαν λίγο αργότερα. Συμμετέχοντας και στον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο και ζώντας περισσότερο από τρεις δεκαετίες εκπατρισμένοι είναι φυσικό να μεταδίδουν επιλεκτικές ή καθοδηγούμενες απόψεις.

Πρώτο χρονολογικά το πόνημα του νομάρχη Λάρισας Ιωάννη Γκότση, Φλόγες στον Όλυμπο, δεν ήταν δυστυχώς διαθέσιμο -ούτε και το αντίστοιχος της Ευαγγελίας Σαμαρά Ευαγγελίας Ανθρώπινο χρέος: αναμνήσεις απ΄ τη ζωή μου.[13] Κυρίαρχο όλων ως προς τον πλούτο των πληροφοριών παραμένει το δίτομο έργο του Λαζάρου Αρσενίου Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, βελτιούμενο συνεχώς από το 1964 που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά. Ο συγγραφέας άντλησε και από προφορικές μαρτυρίες, αλλά στάθηκε επιλεκτικός σε ό,τι σκίαζε την ηρωική εικόνα των πρώτων ανταρτών. Η κριτική στελέχους του τοπικού ΚΚΕ ότι έγραψε ακούγοντας «ένα σωρό ψευτιές και φαντασίες»,[14] δεν έχει αντιστοιχηθεί με το περιεχόμενο.

Στο ίδιο μήκος κύματος πλέει και το βιβλίο του δικηγόρου Θεοδώρου Καριπίδη Εαμική Εθνική Αντίσταση –Δεκέμβρης 1944 (Δεκεμβριανά) –Εμφύλιος Πόλεμος 1946-49, πλούσιο κι αυτό σε πληροφοριακό υλικό. Ενδιαφέρουσα τουλάχιστον ως προς τη ροή του λόγου είναι τέλος η εργασία του πολιτικού πρόσφυγα Χαράλαμπου Σουβλή Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας (Μπούλκες –Τασκέντη).

Στην αντίπερα όχθη καταλογραφούνται τρία έργα: Η Περιπέτεια με τους αντάρτες, 1943-44 του Βρετανού αρχαιολόγου Νίκολας Χάμμοντ. Πρόκειται για την οπτική ενός ξένου, που η σχέση του με τους Έλληνες ενόπλους ήταν μάλλον διφορούμενη: αντιπαλότητα προς τους αρχηγούς, φιλία με τους αντάρτες. Η έκδοση του Δημητρίου Παλιούρα Στο Δεύτερο Πλατάνι, αναφερόμενη με πάθος και σε καπεταναίους του ΕΛΑΣ Ολύμπου. Στο μέσον μάλλον στέκεται το έργο του Αθανασίου Παπανικολάου Η Γιαννωτά: ιστορία, γεωγραφία, λαογραφία. Ο συγγραφέας, υπεύθυνος της Επιμελητείας Του Αντάρτη του χωριού του γνώριζε πρόσωπα και πράγματα, από τα οποία κατέγραψε ελάχιστα σε ορισμένες εκ των υστέρων συρραμμένες σελίδες. Η ανάγνωση παρόμοιων με τις ειρηθείσες εργασιών είναι αναγκαία διότι οι εαμικές μαρτυρίες υπερτερούν. Περίπου δώδεκα προς μία.[15]

Δύο είναι τα βασικά πληροφοριακά περιοδικά και φιλοεαμικά: η Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση με εκδότη τον Θεόδωρο Καλλίνο, τον πρώτο μόνιμο αξιωματικό που υποστήριξε ενεργά τους αντάρτες του Ολύμπου και η Εθνική Αντίσταση που ανήκει ιδεολογικά στο ΚΚΕ. Απευθυνόμενα σε ομοϊδεατική συλλογικότητα ληπτών, παρέχουν λεπτομέρειες που ίσως δεν θα δημοσιεύονταν αν επρόκειτο να τυπωθούν σε βιβλία ευρύτερης κυκλοφορίας.

Από το διαδίκτυο αρύονται διάφορες μαρτυρίες, παράγωγες μερικές φορές αχνής γνώσης, σφοδρών επιθυμιών ή αχανούς φαντασίας. Ευτυχώς κάποτε με πυρήνες αλήθειας. Αναφορές π.χ. για τον «κώδικα δημογύφτου»,[16] ένα χάρτη δηλαδή με τη βοήθεια του οποίου ανακαλύπτει κανείς λίρες κρυμμένες από τον κομουνιστή Κωνσταντίνο Γυφτοδήμο ή Καραγιώργη. Ακόμη ιστορίες για δίμετρους ληστές και «ουρά», που αναρροφούσαν ανθρώπινο αίμα πριν φονευθούν από αντάρτες του ΕΛΑΣ.[17] Στην πρώτη περίπτωση ηχούν την σημαντική προσφορά των Συμμάχων στους αντάρτες. Συγκεκριμένα ομιλούν για 40.000 χρυσές λίρες σε διάστημα δύο ετών, τις οποίες αιτούσε ο αναφερόμενος Καραγιώργης, γραμματέας της ΚΟ του ΚΚΕ Θεσσαλίας, αναγκαίες όχι μόνο για την ύπαρξη του ΕΛΑΣ αλλά και για την εξύψωση του κύρους «του ΚΚΕ και του ΕΑΜ».[18]

Στην επόμενη ιστορία διαφαίνεται η πολιτική των ανταρτών προς τους ληστές που αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τους κανόνες τους όπως ο κοντός, φαρδύς κι αγριοπρόσωπος Βλάχος που άκουγε στο όνομα Πίσας[19] και η προσπάθεια εξιλέωσης όσων ληστών εντάχθηκαν στους αντάρτες. Φυσικά η παραμέριση των ληστών δεν σταμάτησε όπως συνήθως κατά κόρον επαναλαμβάνεται την «κλεψιά ως δια μαγείας», αφού ποτέ δεν έπαψε στα ανταρτοκρατούμενα μέρη. Δύο παραδείγματα αποδεικνύουν του λόγου το αληθές: στην πεδινή Γεράνεια όπου το ΚΚΕ διέθετε «ευρύτερη επιρροή»[20] γυναίκα είχε οικειοποιηθεί ξένα οπωρικά,[21] ενώ στο γειτονικό Σαραντάπορο τρεις άνδρες είχαν κλέψει 20 πρόβατα. Τα δρακόντεια μέτρα του ΕΛΑΣ εναντίον των κλεπτών σίγουρα ελάττωσαν αλλά δεν εξάλειψαν τις παρανομίες. Έχει διαπιστωθεί εξ αρχαιοτάτων χρόνων ότι ο θάνατος ως μέσο τιμωρίας «δεν σταματά το έγκλημα».[22]

Με επιτόπιες εξερευνήσεις του χώρου και ιδιαίτερα με συναντήσεις με αυτόπτες μάρτυρες εισχωρεί ο ερευνητής σε άλλη διάσταση. Από την άνεση της ανάγνωσης πηγών περνά στο πεδίο ακρόασης ανθρώπων όπου αντλεί, αν είναι ικανός, πλούτο πληροφοριών, αντιθετικών αρκετές φορές και πάντα έντονα χρωματισμένων. Στον ανυποψίαστο στρατευμένο προσφέρεται μόνον η βιτρίνα και στον άτολμο αποκλειστικά το περικάλυμμα.

Εν αντιθέσει με τα έγγραφα, οι προφορικές πηγές συστέλλονται ή διαστέλλονται και η αλήθεια εμπλέκεται αδιαχώρητα με το ψεύδος. Στο χωριό του Ολύμπου Πύθιο (παλαιότερα Σέλος) ο ΕΛΑΣ είχε εκτελέσει φθινόπωρο του 1942 δύο κατοίκους ως «συνεργάτες» των Ιταλών, γεγονός που αποφεύγεται σε παλαιότερες πηγές, ενώ στις σημερινές αποσιωπάται. Η σχετική συνομιλία όμως με οποιονδήποτε ηλικιωμένο κάτοικο αποκαλύπτει πολλά και η πολιτική επικοινωνία, τα οφέλη της καθημερινότητας ή οι έντυποι δισταγμοί κρίνονται άκρως αδύναμοι μπροστά στην προφορική ροή του λόγου. Το αμάλγαμα που προκύπτει από τη γνώση του χώρου, τη βάσανο και κριτική μίξη των γραπτών πηγών με τις συνεντεύξεις στο πλαίσιο της λογικής λογίζεται ως μεταϊστορικός λόγος. Απαραίτητος σε κάθε ευγενή θεράποντα της Κλειώς.

Λεπτομέρεια χάρτη όπου εικονίζεται η μεταπολεμική Βόρεια Θεσσαλία. Οι περισσότεροι ορεινοί οδοί που καταγράφονται εδώ ήταν ανύπαρκτοι στη δεκαετία του ΄40. Στο ανάγλυφο του εδάφους και στην ανθρωπογεωγραφία οφείλονταν η συγκέντρωση κάθε είδους αρνητών της εξουσίας στην περιοχή. Κόντος Σ.-Φυλακτός Δ., Θεσσαλία, Αθήνα, χ.χ.

ΟΙ ΠΟΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΝΤΑΡΤΩΝ
Είναι βεβαίως επαινετό κατόρθωμα η εύρεση όσο το δυνατόν περισσότερων πηγών, αλλά Ιστορία δεν ορίζεται η συλλογή των. Ένα επιπλέον γνώρισμα του καλού επιστήμονα είναι η βαθιά γνώση του περιβάλλοντος κόσμου. Π.χ. η βρώση και η πόση προσφέρεται σήμερα από τους περισσότερους χωρικούς αφιλοκερδώς στους ξένους, την πρώτη φορά από περιέργεια ή ειλικρινή διάθεση φιλοξενίας. Έπειτα το αντίτιμο είναι μάλλον απαραίτητο. Μετά ο εθελοντισμός περιορίζεται και η πίεση είναι απαραίτητη, γιατί εκτός από πληροφορίες ζητούνταν ρούχα, χρήματα ή όπλα.

Τρία ήταν τα κράτη στον Όλυμπο στην αρχή της Κατοχής, δύο ημερήσια κι ένα νυχτερινό: η Ελληνική Πολιτεία μέσω των τοπικών αντιπροσώπων της, χωροφυλάκων, αγροφυλάκων, δασοφυλάκων και κοινοταρχών -οι τελευταίοι δεν έφεραν όπλο. Οι Ιταλοί στρατιώτες που επισκέπτονταν την περιοχή για μικρά χρονικά διαστήματα αποσυρόμενοι μετά στη βάση τους. Και οι φυγόδικοι ή δραπέτες των φυλακών, που κινούνταν με καταπληκτική άνεση στο λιγοστό ή καθόλου φως.

Η Ελληνική Πολιτεία αντιμετώπιζε επιπλέον δυσκολίες ως προς την τήρηση των εντολών της από το καλοκαίρι του 1941, όταν οι κάτοικοι άρχισαν να ανθίστανται σθεναρότερα στην επιπλέον φορολόγηση της σοδειάς τους. Προσπαθούσαν προσπαθώντας με κάθε τρόπο να πείσουν τους επόπτες, συνήθως αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού,[23] ότι διέθεταν λιγότερα από όσα είχαν παράγει. Η Χωροφυλακή απέφευγε να συνεργαστεί με τον κατακτητή και δεν συνελάμβανε με την ίδια παλαιά ζέση τους παρανόμους, ιδιαίτερα τους κομουνιστές. Οι χωροφύλακες «απομακρύνθηκαν σκόπιμα για να μου δώσουν τη δυνατότητα να φύγω», γράφει στέλεχος του ΚΚΕ Τυρνάβου.[24] Στο Λιτόχωρο μάλιστα οι αντάρτες μπαινόβγαιναν το βράδυ με τη συνεργατική ανοχή της,[25] ενώ τα αποσπάσματα των ανδρών της που εξέδραμαν στην ύπαιθρο εναντίον των ανταρτών επαφίονταν φιλικά μαζί τους. Ακόμα και ο ίδιος ο διοικητής της ΥΧ Ελασσόνας.[26]

Επόμενη ήταν η ιταλική παρέμβαση. Διόριζαν έμπιστα σ’ αυτούς πρόσωπα ή, καλύτερα, παρευρίσκονταν οι ίδιοι, όπως στις αρχές του 1942 κατά τη συλλογή του γάλακτος,[27] αφού οι κάτοικοι δήλωναν κάθε μέρα όλο και λιγότερη ποσότητα. Άρχισαν λοιπόν οι εξαναγκασμοί και η χρήση βίας, όχι όμως τόσο εκτεταμένης όσο αναφέρεται στις πηγές, αφού σύμφωνα με μαρτυρία του σταθμάρχη Καρυάς «ακούγαμε χίλια δυο για τη βάρβαρη και ληστρική συμπεριφορά των Ιταλών».

Ένα από τα αποτελέσματα των φημών ήταν η περαιτέρω διάσταση της Χωροφυλακής από την Ελληνική Πολιτεία και βέβαια η όξυνση με τους Ιταλούς. Ερμηνεύεται έτσι κατά ένα μέρος η ευκολία που οι χωροφύλακες εντάχθηκαν στο αντάρτικο αρκετά νωρίς, από τις 17 Οκτωβρίου 1942 και μετέπειτα.[28] Άλλη αιτία εστιάζεται στην ποιότητα των ανδρών, αφού ορισμένοι δεν ήταν μόνιμοι, αλλά είχαν καταταγεί στο Σώμα επιστρατευμένοι για τη συλλογή της σοδειάς.[29] Ο κυριότερος όμως λόγος ήταν η προσμονή της άφιξης Συμμάχων στο πεδίο, την οποία υπόσχονταν Έλληνες πράκτορές τους.

Στη φορολογία της Ελληνικής Πολιτείας, των ληστών, των Ιταλών κι αργότερα των Γερμανών προστέθηκαν το 1942 άλλες τρεις. Ιδιώτες πλαστογραφούσαν κρατικά ή ιταλικά έγγραφα απαιτώντας γεννήματα ή ζώα. Κομουνιστές ζητούσαν αγαθά για τους κρατουμένους της Ακροναυπλίας,[30] ενώ νιόφερτοι ένοπλοι που δήλωναν με μισόλογα ως ανήκοντες στην ίδια ιδεολογία απαιτούσαν παρομοίως. Οι κάτοικοι παρά τα εκ του αντιθέτου λεγόμενα δεν ήταν ευδιάθετοι να τα προσφέρουν. Μάλιστα σ’ ένα χωριό είχαν συστήσει στους αντάρτες να «φύγουν το ταχύτερο», γιατί θα ειδοποιούσαν τους Γερμανούς.[31] Οπότε οι νεήλυδες ένοπλοι, που δεν γνώριζαν «πώς μπορεί να ετοιμαστεί ένα πρόβατο για ψήσιμο»,[32] αναγκάζονταν να τα λάβουν «αντάρτικα»[33] με έναν απλό, αλλά μη επιτρεπτό τρόπο. Συνταίριαξαν με ληστές που πεπειραμένοι ως γέρικοι λύκοι ξέκοβαν κρυφά και καθημερινώς ζώα από τα κοπάδια, όταν δεν συνόδευαν φανερά την απαίτησή τους για γάλα, τυρί ή ψωμί με ραπίσματα.[34]

Αν η τροφοδοσία τους χαρακτηρίστηκε «άνετη»,[35] ήταν διότι στη δίαιτά τους συμπεριλαμβάνονταν καθημερινά ψητό κρέας, ώστε «το είχανε πια συχαθεί».[36] Πράγματι «περίπου 20 αρνιά» ψήθηκαν σε σύναξη των πρώτων ανταρτών,[37] έτσι ώστε η ρήση «κάθε Αντάρτης κι ένα σφαχτό»[38] δεν ήταν καθόλου υπερβολική. Αντιθέτως στο όρος Κίσαβος όπου έλλειπαν οι ληστές το φαγητό των πρώτων ανταρτών ήταν πενιχρό.[39] Σθεναρά αντίθετοι στην αφιλοκερδή προσφορά τροφίμων, γεννημάτων και συνακόλουθα όπλων στους αντάρτες ήταν οι Σαρακατσάνοι τσελιγκάδες,[40] με αποτέλεσμα ορισμένοι από αυτούς να στελεχώσουν επί Κατοχής αντιεαμικές αντιστασιακές οργανώσεις όπως η ΠΑΟ Κοζάνης[41] είτε να ηγηθούν μεταπολεμικά αντικομουνιστικών αποσπασμάτων.[42]

Οι ληστές κρίνονταν ως η χειρότερη μάστιγα. Διέθεταν από χαρακτήρα ή ανάγκη υπέρμετρη αγριότητα, την οποία επέτεινε η γραφική εμφάνισή τους, ιδιαίτερα η μαύρη φουστανέλα. Επαφιόμενοι μαζί τους οι καταδιωκόμενοι κομουνιστές εκτός από τη μέθοδο πορισμού τροφίμων υιοθέτησαν και την εμφάνισή τους:

Με μακριά γένια και μάλια, βρώμικοι από την απλησιά και τις κακοχίες παρουσίαζαν μια εικόνα τρόμο στο λαό που τους έβλεπε για πρώτη φορά και τους θεορούσε και αυτούς ίδιους με τις ομάδες των ληστών… Ο κάθε αντάρτης …κουβαλούσε μαζί του διπλές χατζάρες (μαχαίρες), βούρδουλα, μαγκούρα με κλίτσα και σχοινί…»

γράφει εαμίτης χωρικός.[43] Αναφέρεται μάλιστα πως ο αρχηγός των ανταρτών του Ολύμπου έφερε την «κεντημένη σε ξύλο πιξαριού κοντόκανη αραβίδα του [ληστάρχου] Φώτη Γιαγκούλα».[44] Αν όχι την ίδια, σίγουρα παρόμοια στολισμένη.

Φυγόδικοι και ληστές χρησιμοποιήθηκαν στην αρχή από τους αντάρτες σε αποστολές θανάτου.[45] Εφοδιασμένοι με χειροβομβίδες κι εντεταλμένοι να εκτελέσουν συγκεκριμένους «Λεγεωναρίους».[46] Η χρήση τους ως εκτελεστικών οργάνων εγκρίθηκε διότι οι πρώτοι αντάρτες ήταν ανοργάνωτοι κι άπειροι -οι ομάδες τους δεν είχαν ακόμη τίτλο. Ίσως κι επειδή έλειπαν (επαρκείς) αποδείξεις ενοχής των μελλοντικών θυμάτων. Σ’ αυτές τις ανεπίσημες εκτελέσεις συμπεριλαμβάνονται προφανώς οι βραδινοί φόνοι ενός αγρότη, ενός κτηνοτρόφου και του υιού του, ελληνόφωνοι όλοι τους, στα Δελέρια Τυρνάβου,[47] για τις οποίες δυστυχώς δεν πλεονάζουν οι λεπτομέρειες. Επρόκειτο πιθανώς για ατομικές διαφορές. «Πάντοτε προσωπικά» τα αίτια σύμφωνα με την ύστερη γνώμη ενός καλού γνώστη της εποχής.[48]

Άλλοι ένοπλοι που συνεβλήθησαν με τους επαναστάτες ήταν οι «Παπούδες», ονομαζόμενοι από το μεγαλύτερο ηλικιακά μέλος τους, έναν 50χρονο αγρότη από το Λιτόχωρο, πρώην λοχία στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας.[49] Ο ηγέτης τους έφθασε μόνον ως το αξίωμα του ομαδάρχη στον ΕΛΑΣ, καθώς «οι γνώσεις και οι ικανότητές του ήταν περιορισμένες». Πιθανώς και η υπακοή του. Έχασε τη ζωή του το 1947[50] μάλλον ως αντάρτης του ΔΣΕ. Και οι τρεις διακρίνονταν για την εμφάνισή τους: «είχαν αφημένα μαλλιά και γένια, δεμένες κορδέλες στο κεφάλι κι ήταν εξοπλισμένοι καλά με σταβρωτές αρμαθιές από σφαίρες μυδραλίου στα στήθια, κυάλια και ντύσιμο στρατιωτικό»[51] κι αργυροκαπνισμένα τσαπράζια[52] επίσης. Μαζί τους και ο μικρός γιο ενός. Λέγεται ότι τέτοιοι άνδρες παρανομούσαν ως «φοροφυγάδες»» εξ αιτίας της εξαιρετικής τους φτώχειας,[53] αλλά δεν διαθέτει ο γράφων υποστηρικτικά δεδομένα.

Αν κι ο ακριβής λόγος της φυγοδικίας των είναι άγνωστος, για ένα μέλος τους από τα ορεινά της Εορδαίας που ξεχείμαζε στην Ελασσόνα, Αρβανιτόβλαχο πιθανώς, σημειώνεται ότι δεν δίσταζε για κλοπές μουλαριών και βοδιών με πεδίο δράσης που εκτεινόταν από τον Όλυμπο ως την Αλβανία.[54] «Σωστό θηρίο» ο Εορδεύς έβαζε κάτω όλους τους αντάρτες σε αγώνες πάλης που διοργανώνονταν στο λημέρι τους,[55] στην πανοραμική θέση Μπιχτέσ(ι) του οικισμού Καρυά. Πιθανότατα χρημάτισε κι αυτός ομαδάρχης στον ΕΛΑΣ, αλλά όχι συγκροτηματάρχης έπειτα στο ΔΣΕ όπου κι εφονεύθη.

Ποιμένας από την Ελασσόνα, διωκόμενος από δικαστήρια ήταν τόσο ταχύς που τον αποκαλούσαν «αυτοκίνητο». Η μαύρη φουστανέλα του ήταν πάντα λερωμένη, κάτι σύνηθες στους ενόπλους του βουνού. Με συμπατριώτες του απαλλοτρίωναν κι έψηναν μοσχαράκια. Χάρη σ’ αυτόν «λίπωσαν τα άντερά μας» αναφέρει συνάδελφός του αντάρτης του ΕΛΑΣ.[56]

Παρόμοια ενδυματολογική εμφάνιση διέθετε κι άλλος επαναστάτης, Βλάχος από το Λιβάδι.[57] Δικασμένος για φόνο είχε δραπετεύσει όταν κατέφθασαν οι Γερμανοί κι εξασκούσε το επάγγελμα του ιδιωτικού αγροφύλακα στα πατατοχώραφα του χωριού του. Από τσέλιγκα που τον είχε φιλοξενήσει είχε απαλλοτριώσει τα «καλά τσαρούχια» του.[58] Όμως δεν παρέλειπε με κίνδυνο της ζωή του να τροφοδοτεί κρυφά ομάδα Βρετανών και Κυπρίων στρατιωτών που είχαν ξεμείνει στην περιοχή από τον Απρίλιο του 1941.[59] Στις αρχές του 1943 ανέλαβε σωματοφύλακας του αρχηγού των ανταρτών του ΒΑ Ολύμπου, επειδή διέθετε ψυχραιμία, γρήγορη σκέψη και ταχύτητα στη χρήση των όπλων ανάμεσα στα οποία συμπεριλαμβανόταν κι ένα «εξαιρετικό μισογιατάγανο» που έφερε κάτω από την «κοντοκάπα» του.[60] Άνδρας με το ίδιο επώνυμο σκοτώθηκε το 1946 ως αρχηγός ομάδας των ΟΔΕΚ (Ομάδων Δημοκρατικών Ενόπλων Καταδιωκόμενων)[61] στα Χάσια σε επίθεση εναντίον του Στρατού.[62] Πιθανώς επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο.

Μαύρη φουστανέλα φορούσε κι ένας λυγερός 23χρονος ελληνόφωνος αντάρτης. Είχε γεννηθεί στα ορεινά των Γρεβενών και συμμετείχε σε ομάδα που δραστηριοποιούνταν σε κλοπές αλόγων.[63] Σύμφωνα με μέλος μετακατοχικού αντικομουνιστικού αποσπάσματος ο ειρημένος συμμετείχε σε απαγωγές ατόμων που διέθεταν περιουσία.[64] Δραπετεύοντας από τις φυλακές επέστρεψε στον Όλυμπο και προσελήφθη στην πρώτη ομάδα των ανταρτών.[65] Ωκύπους κι άριστος σκοπευτής λέγεται ότι πατούσε με τις αρβύλες του τον κοινοτάρχη της Σκαμνιάς που δέρνονταν από συναδέλφους του αντάρτες.[66] Έπειτα από επιτυχημένη θητεία στον ΕΛΑΣ ως «συγκροτάρχης» στον Κόζιακα[67] φυγοδίκησε το 1945 και λίγο μετά εντάχθηκε στις ΟΔΕΚ (Ομάδες Δημοκρατικών Ενόπλων Καταδιωκόμενων) και τον ΔΣΕ όπου ανέλαβε πάλι διοικητής συγκροτήματος στα Χάσια στην αρχή και λόχου μετέπειτα. Με τέτοιο παρελθόν μέσα στη φύση ήταν φυσικό να παραμελεί την κομουνιστική οργάνωση στο τμήμα του.[68] Σκοτώθηκε το καλοκαίρι του 1947 στην πολιορκία των Γρεβενών.[69]

Εκτός από φυγόδικους και ληστές οι κομουνιστές διατηρούσαν επαφές και με άνδρες του Συμμαχικού Εκστρατευτικού Σώματος που είχαν απομείνει στην περιοχή. Με έφηβο γαλανομάτης, που ενώ ισχυριζόταν ότι ήταν Αυστραλός αποκαλύφτηκε Κρητικός «τυχοδιώκτης» που φυλακίστηκε μεταπολεμικά για αρκετά χρόνια. Αναμφισβήτητα ξένοι ήταν ένας Ινδός που τον φώναζαν Γιάννη, ο Νεοζηλανδός αξιωματικός Σλημ ή Σλήμης,[70] ο θαρραλέος Βρετανός ταγματάρχης «Ερίκκος»,[71] κατά κόσμον Χένρυ Χιλλ, που υιοθετώντας την εμφάνιση των ληστών με κάπα, (κόκκινη) γενειάδα, πιστόλι, χαντζάρα, γκλίτσα, άγριος αλλά με τη «φήμη μεγάλου πλακατζή».[72] Επίσης ο Αυστραλός λοχίας Ρίγκλεϋ[73] κι ένας Κύπριος ονόματι «Μιχάλης».[74] Αυτός μάλλον ήταν ο άνδρας που με το ψευδώνυμο «καπετάν Χάρος» έδρασε από το φθινόπωρο του 1942 ως ομαδάρχης ενόπλου τμήματος των αντιεαμικών ανταρτικών οργανώσεων ΥΒΕ/ΕΚΑ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος/Εθνική Κοινωνική Άμυνα) των αξιωματικών της Κοζάνης.[75]

Στην άλλη πλευρά του Ολύμπου, την ανατολική, περιθάλπονταν επίσης ξενόφωνοι στρατιωτικοί από τον Ιωάννη Στάθη, έφεδρο υπολοχαγό που αργότερα εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ Δυτικής Μακεδονίας με το ψευδώνυμο Κατσαντώνης,[76] και τον γεωπόνο Θεόφιλο Βαή από την Κατερίνη, ομαδάρχη ύστερα των ΥΒΕ/ΕΚΑ Πιερίων κι οπλαρχηγό αντικομουνιστικού Σώματος στο Κιλκίς.[77] Η μομφή των αντιπάλων του ότι είχε προδώσει ξένους στρατιώτες που διαφύλαγε δεν έχει διασταυρωθεί.

Στους ενόπλους του Ολύμπου εντάχθηκαν επίσης πεινασμένοι ορφανοί,[78] ποιμένες με δόσεις πατριωτισμού ή αγάπης των περιπετειών[79] και καταδιωκόμενοι για άλλες αιτίες όπως ηλικιωμένος οικογενειάρχης από την Τσαριτσάνη, πρώην μετανάστης στην Αμερική, αρνηθείς την παράδοση του κυνηγητικού του όπλου.[80] Επίσης νεαρός πυγμάχος της Ελασσόνας, μάλλον επειδή ραπίστηκε από Ιταλό λοχία μπροστά σε δύο κορίτσια.[81] Ακόμη άνδρας που έκοβε τηλεφωνικά σύρματα[82] για δική του χρήση ή έπειτα από επαναστατική εντολή. Φυσικά και διψασμένοι για δράση όπως 40χρονος οδηγός λεωφορείων από τη Λάρισα, εθελοντής νωρίτερα στη Μικρά Ασία. Φαφλατάς κατά μια μαρτυρία, συνήθιζε να φέρει στη μέση του μία χαντζάρα εκτός από το οπλοπολυβόλο της ομάδας.[83] Τον Ιανουάριο του 1943 εισέβαλε στο οροπέδιο Κοζάνης σαν καπετάνιος ομάδας του Ολύμπου, δικάζοντας κι εκτελώντας ανθρώπους με την κατηγορία συνεργασίας με τους Ιταλούς –παρόμοια είχαν πραχθεί και στο χωριό Πύθιο. Χάνοντας τα πόδια του στα Δεκεμβριανά ως οδηγός ιταλικού άρματος του ΕΛΑΣ συνελήφθη και φυλακίστηκε. Έπειτα από τη λήξη της ποινής μετανάστευσε στο εξωτερικό.

Από τα αναφερόμενα διαφαίνεται ότι όχι περισσότεροι από πέντε, όλοι από την Τσαριτσάνη κι ένας μόνον από το Δομένικο, είχαν καταφύγει στον νότιο Όλυμπο διωκόμενοι εξ αιτίας της κοσμοθεωρίας τους. Ακόμα όμως και γι’ αυτούς η τεκμηρίωση είναι ελλιπής. Ήταν όλοι τους μάλλον δηλωσίες, αλλά μόνον ένας τους το έχει παραδεχτεί.[84] Η εγγραφή πως «πολλοί από αυτούς [τους πρώτους αντάρτες] είταν… μέλη και στελέχη του ΚΚΕ»,[85] δεν έχει διασταυρωθεί. Σίγουρα όμως ένας 39χρονος καπνεργάτης είχε κρατηθεί από τη Χωροφυλακή ως υπαίτιος προπολεμικού συλλαλητηρίου στην Ελασσόνα. Δεν είχε εξοριστεί όμως επί Μεταξά[86] και πολέμησε στην Αλβανία.[87] Επί Κατοχής μετοίκησε στο Βόλο για εργασία, αλλά «αδυνατώντας να πιάσει δουλιά» επέστρεψε στην Τσαριτσάνη και πήρε επαφή με τους «καταδιωκόμενους.[88] Χρημάτισε αντιπρόσωπος του ΕΑΜ στο Υπαρχηγείο του ΕΛΑΣ Ολύμπου και καπετάνιος λόχου προς τα Ζαγόρια, εφόσον άλλαξε το ψευδώνυμό του σε Ζαγοριανός. Ενταχθείς αργότερα στον ΔΣΕ, μάλλον ως πολιτικός, εκπατρίστηκε στην Τσεχοσλοβακία.

Αν είχε υπογράψει δήλωση μετανοίας είναι άγνωστο, αλλά πολύ πιθανό, διότι στην Τσαριτσάνη μόνο δύο από τους «4.500 χιλιάδες κατοίκους» δεν είχαν αρνηθεί τον κομουνισμό[89] και οι δύο εργάζονταν κομματικά στη Λάρισα. Στην απαίτηση αυτή είχε προφανώς υποκύψει κι ο 35χρονος αρχηγός των πρώτων ανταρτών του Ολύμπου, αφού παρόλο που εξορίστηκε για ένα διάστημα επί Μεταξά, πολέμησε τελικά στην Αλβανία ως «βοηθός διμοιρίτου» μάλιστα[90] αποκτώντας πολεμική εμπειρία.[91] Απόφοιτος Γυμνασίου, κι οικονομικά ευκατάστατος[92] διατηρούσε άλογο ιππασίας, το οποίο επίταξαν οι Ιταλοί,[93] μια σοβαρότατη αιτία εξόδου στο βουνό. Έχοντας τα περισσότερα προσόντα από όλους κι επιπλέον «πολιτικό κριτήριο»[94] εκλέχτηκε με τα ψευδώνυμα Ζωντανός αρχικά και Μερκέζης ύστερα αρχηγός της ομάδας των πρώτων ανταρτών. Παρέμεινε αρχηγός «έπειτα από πρόταση» στελέχους του τοπικού ΚΚΕ[95] ακόμα κι όταν βγήκε στο βουνό μόνιμος υπολοχαγός του Στρατού, που διακρινόμενος για τον «αυθόρμητο ενθουσιασμό» του είχε τρώσει τη μυστικότητα της οργάνωσης των αξιωματικών Λάρισας.[96]

Ο ειρημένος διέδιδε ότι ήταν συνταγματάρχης του Στρατού,[97] παρομοίως με τον Αθανάσιο Κλάρα ή Άρη Βελουχιώτη που όμως προτιμούσε όμως χαμηλότερο ψευδότιτλο, ταγματάρχης μόνον του Πυροβολικού.[98] Αξιοποιούσαν αμφότεροι προπαγανδιστικές ή επιθυμητές φήμες για την προσέλευση στον Όλυμπο Ελλήνων αξιωματικών, συνταγματαρχών[99] και στρατηγών ακόμα.[100] Αργότερα ανέλαβε καπετάνιος της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ με το υποβλητικό παρωνύμιο Σµόλικας. Το 1945 κατέφυγε στο Μπούλκες όπου ήρθε σε σύγκρουση με τους πολιτικούς του ΚΚΕ.[101] Επιστρέφοντας στην Ελλάδα σκοτώθηκε στον Όλυμπο με το αξίωμα του συγκροτηματάρχη. Δεν ήταν χρήσιμος όσο επί Κατοχής.

Τόσο οι Ιταλοί όσο και το κράτος παρέλειπαν, τουλάχιστον αρχικά, τις διώξεις των κομουνιστών, πόσο μάλλον των δηλωσιών. «Ούτε καν τους προσέχουν» αναφέρει τοπικός ερευνητής.[102] Σε έτερη πηγή μαρτυρείται ότι οι «καταδιωκόμενοι το έπαιζαν «σε δύο ταμπλώ»,[103] δηλαδή εμφανίζονταν την ημέρα αλλά όχι το βράδυ ή το αντίθετο. Η διφορούμενη στάση ήταν μάλλον αιτία της ενασχόλησης ορισμένων με την αγορά όπλων, για τα οποία δεν έχει απολύτως διευκρινιστεί αν τα συνέλεγαν προς πώλησιν ή τα αποθήκευαν για μελλοντική εξέγερση. Προφανώς δεν τα αγόραζαν για την οργάνωση του ΚΚΕ των πόλεων, αφού μόνο πιστόλια που αποκρύβονταν εύκολα και στη χειρότερη περίπτωση αυτόματα, προτιμούσαν οι πολιτικοί, που εξάλλου δεν εμπιστεύονταν τους δηλωσίες. Η δραστηριότητα αυτή πάντως μαθεύτηκε, προδομένη από τους «βασιλόφρονες» της Τσαριτσάνης,[104] και οι Ιταλοί εντείνοντας την προσοχή τους αιχμαλώτισαν έναν κοιμώμενο τα βράδια μέσα στο χωριό και τον φόνευσαν στην προσπάθειά του να δραπετεύσει.[105] Έκτοτε οι «καταδιωκόμενοι» έλαβαν αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας κι αποσύρθηκαν από τον περίγυρο του χωριού.

Η ημιπαράνομη ομάδα διευρύνθηκε και με άλλα πρόσωπα όπως έναν 32χρονο αγρότη, απόφοιτο του τοπικού Γυμνασίου[106] κι έναν έφεδρο υπαξιωματικό,[107] συνομήλικο περίπου του πρώτου, που δεν ήταν κομουνιστές.[108] Ο πρώτος χρημάτισε καπετάνιος συντάγματος του ΕΛΑΣ στην Ήπειρο με το ψευδώνυμο Μετσοβίτης και στο ΔΣΕ υπηρέτησε ως επιτελάρχης ταξιαρχίας. Ο δεύτερος με το παρωνύμιο Φώντας από αρχηγός συγκροτήματος του ΕΛΑΣ εντάχθηκε στις ΟΔΕΚ[109] κι έπειτα στο ΔΣΕ ως διοικητής τάγματος. Το 1948 πέρασε στη διαθεσιμότητα του Αρχηγείου Θεσσαλίας του ΔΣΕ,[110] χρεωμένος ίσως με στρατιωτική ήττα ή επειδή δεν ήταν κομουνιστής. Το επόμενο έτος έχασε τη ζωή του.[111]

Άλλοι εν όπλοις συνάδελφοί τους από το οροπέδιο Ελασσόνας και περιοχή Τυρνάβου ήταν:

33χρονος καπετάνιος λόχου ΕΛΑΣ και συγκροτηματάρχης ΔΣΕ. Αυτοκτόνησε κυκλωθείς από το Στρατό το 1947 ή απλώς πέθανε.[112]

Το πρωτοπαλίκαρο της ομάδας, με μαύρη φουστανέλα, 26 χρονών. Ως καπετάνιος λόχου αργότερα στον ΕΛΑΣ Πηλίου ενέδρευσε Γερμανούς έξω από το χωριό Δράκεια -υπέστη αντίποινα. Σκοτώθηκε το 1947 ως συγκροτηματάρχης του ΔΣΕ.[113]

Στέλεχος του τοπικού ΚΚΕ,[114] επιμελητής της πρώτης ομάδας και σύνδεσμός της με τη Λάρισα. Τα ίχνη του έκτοτε χάνονται οπότε δεν αναφέρεται συνήθως στους πρώτους αντάρτες.[115]

Εργάτης 26χρονος. Καπετάνιος λόχου του ΕΛΑΣ και στο ΔΣΕ διοικητής ταξιαρχίας, για την ακρίβεια «συνταγματάρχης πεζικού».[116] Αιχμαλωτίστηκε κι εκτελέστηκε μαζί με την αντάρτισσα σύζυγό του.

32χρονος οδηγός, παντρεμένος με παιδί.[117] Μετά από την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ φυλακίστηκε. Σκοτώθηκε το 1946 ως μέλος των ΟΔΕΚ.[118]

Εργάτης, έφεδρος υπαξιωματικός κι οπλοπολυβολητής στον Ελληνικό Στρατό. Το «μυαλό» της ομάδας κι αναπληρωτής αρχηγού.[119] Καπετάνιος τάγματος του ΕΛΑΣ. Στις ΟΔΕΚ διοικητής Αρχηγείου Ολύμπου[120] και στρατιωτικός διοικητής ταξιαρχίας του Αρχηγείου Θεσσαλίας με το αξίωμα του αντισυνταγματάρχη,[121] με το οποίο κι εφονεύθη.

Βλάχος αγρότης που άφησε τη θαλπωρή της οικογένειας.[122] Κατά μια πηγή εκτελέστηκε από τους συντρόφους του με τη μομφή των οικονομικών ατασθαλιών.[123]

Βλάχος κτηνοτρόφος. Είχε κατηγορηθεί αρχικά ότι «συνεργάστηκε με τους Ιταλούς» ως προς την επίταξη ζώων. Έπειτα «πήγε με το αντάρτικο». Το 1945 «έγινε μπουραντάς».[124]

Στον Όλυμπο (πού ακριβώς όμως είναι άγνωστο) κατατάχτηκε ως αντάρτης Σεπτέμβριο 1942 και άτεκνος Τραπεζούντιος πρόσφυγας από την Άρδασσα Εορδαίας. Ίσως για λήψη τεχνογνωσίας. Έπειτα επέστρεψε στην περιοχή του.[125] Ποιοι από τους πρώτους αυτούς αντάρτες ήταν αρχειομαρξιστές, δεν έχει διασταυρωθεί.[126]

Μερική άποψη της πλατείας του χωριού Πύθιο, όπου καταδικάστηκαν σε θάνατο από ανταρτοδικείο ο πατέρας του κοινοτάρχη κι ο αγροφύλακας. Διακρίνεται το σπίτι και το μπαλκόνι από όπου ομίλησε ο «Διοικητής των ανταρτών του Ολύμπου» στα τέλη Αυγούστου του 1942

Η ΔΡΑΣΗ
Αυτό που συνήθως διαφεύγει της προσοχής είναι ότι η μαζική αντίσταση εναντίον του κατακτητή από τους ενόπλους του Ολύμπου δεν ήταν αυθόρμητη, αλλά είχε επιβληθεί με εξωτερική εντολή. Αιτία της δημιουργίας της πρώτης ομάδας ανταρτών λογίζεται η απόφαση απόδρασης κομουνιστών κρατουμένων από το Σανατόριο της Πέτρας στα μέσα του καλοκαιριού του 1942, για την οποία χρειαζόταν ένοπλοι, αφού υπήρχε η πιθανότητα σύγκρουσης με τη φρουρά της Χωροφυλακής. Για τη δημιουργία της κινήθηκε γνώστης του τόπου και των εθίμων, κάτοικος παλαιότερα της Τσαριτσάνης και στέλεχος του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ, ο Ευάγγελος Βασβανάς. Η επιχείρηση επέτυχε χάρις στη συμμετοχή νησιώτη χωροφύλακα που αφήνοντας τη φρουρά εντάχθηκε στους πρώτους αντάρτες. Συμμετοχή του περιέργως σε ορισμένες πηγές αγνοείται.[127]

Ο χωροφύλακας διψούσε για δράση ή είχε καταπιεζόταν από τους ανωτέρους του, αφού είχε ζητήσει να κόψουν το αυτί του διοικητή Σταθμού Χωροφυλακής Λιβαδίου που είχε συλληφθεί από τους αντάρτες.[128] Πιθανότατα ο ίδιος είχε βοηθήσει υποστηρικτικά αντάρτη, όταν ο τελευταίος δίσταζε μέχρι αρνήσεως να εκτελέσει κατόπιν λαχνοφορίας απαχθέντα αντίπαλό τους.[129] Αν κι ο έγκλειστος στο Σανατόριο ηγέτης του ΚΚΕ Ιωάννης Ιωαννίδης είχε επιλέξει να φύγουν μόνο 5-6 άνδρες, τελικά έφυγαν 13. Οι περισσότεροι παρέμειναν,[130] ίσως διότι μια μαζική απόδραση θα προκαλούσε την άμεση επέμβαση του κράτους ή των κατακτητών και θα εντοπίζονταν χωρίς μεγάλη δυσκολία, αφού οι οργανώσεις του ΚΚΕ, αδύνατες, ανοργάνωτες ή και ανύπαρκτες, δεν θα είχαν τη δυνατότητα να τους αποκρύψουν.

Επρόκειτο για την πρώτη εμφάνιση ανταρτών, κατόπιν κομουνιστικής εντολής, σε όλη την Ελλάδα του 1942[131] -καθαρόαιμοι πρώτοι είχαν βγει το 1941 στη Μακεδονία. Έπειτα οι ένοπλοι όκνευαν χωρίς «καμμιά δράση»,[132] καθώς οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ/ΚΚΕ αρνιούνταν την επίσημη εμφάνισή τους, όχι χωρίς σοβαρούς λόγους. Οκτώ μόνον άτομα, ήταν ολίγιστα για επιθέσεις εναντίον του κατακτητή, για την ευόδωση των οποίων ούτε σχετική πείρα υπήρχε ούτε κανείς είχε διάθεση να την αποκτήσει: «Ε ρε Θόδωρε τώρα ασκήσεις μας χρειάζονται» είχε παραπονεθεί ομαδάρχης ανταρτών σε μόνιμο αξιωματικό που είχε προσφερθεί να τους εκπαιδεύσει.[133] Αν και ο οπλισμός τους ήταν «αστείος»,[134] μπορούσαν με την αρωγή του εδάφους να αφοπλίσουν ή να χτυπήσουν μεμονωμένα άτομα ή ομάδες Ιταλών και χωροφυλάκων, πράγμα που επιθυμούσαν,[135] αλλά αυτό θα σήμαινε την επέμβαση της Ελληνικής Πολιτείας ή των κατακτητών σε περίοδο όπου δεν υπήρχαν «μετόπισθεν, προεκπαίδευση και βάσεις ανεφοδιασμού».

Έπειτα ελάχιστοι εμπιστεύονταν όσους ενόπλους δήλωναν αντάρτες. Κατ’ αρχήν δεν τους ξεχώριζαν από τους ληστές ή τους κάθε είδους παρανόμους. Όπως τεκμαίρεται από το «Δεκάλογο του Αντάρτη»,[136] κείμενο που τυπώθηκε αργότερα και προφανώς δεν αντιστοιχεί επακριβώς στους κανόνες που τους συνείχαν, οι οπλισμένοι της περιοχής δεν αγαπούσαν ιδιαίτερα την πειθαρχία, τον λαό και τους συντρόφους τους. Δεν ήταν γενναίοι, ιδεολόγοι, λογικοί και σεμνοί κι ακόμη πείραζαν τόσο τις ξένες περιουσίες όσο και τις γυναίκες των άλλων.

Έμμεσα όπως ήδη ειπώθηκε, οι αντάρτες δρούσαν μέσω ορισμένων ληστών. Την περίπτωση όμως ενός Βλάχου ιδιοκτήτη λεωφορείων ανέλαβαν οι ίδιοι, εξασφαλίζοντας την άδεια του τοπικού καθοδηγητή, ο οποίος νωρίτερα τους είχε ορκίσει «στο όνομα του Κόμματος και της Πατρίδας».[137] Το θύμα βλήθηκε πισώπλατα με αυτόματο τόμσον και πιστόλι έξω από καφενείο του Συκουρίου τον Απρίλιο του 1942[138] -στους Εμφυλίους Πολέμους οι άνθρωποι δείχνουν «μεγάλη εφευρετικότητα και σε ύπουλες επιθέσεις και σε ανήκουστες αντεκδικήσεις» έγραφε ο Θουκυδίδης.[139] Ήταν ο πρώτος νεκρός αντίπαλος των ανταρτών, αλλά όχι ο τελευταίος καθώς λίγο αργότερα άλλοι 22 συγχωριανοί του είχαν την ίδια τύχη.[140] Ως αιτία θανάτου έχει αναφερθεί η συμβολή του στη σύλληψη της ΚΟ του ΚΚΕ του χωριού του.[141]

Η επίσημη όμως άδεια δράσης εναντίον των «λεγεωναρίων» ελήφθη την 21η Ιουνίου του 1942. Φαίνεται απότοκη «συγκεκριμένου σχεδίου», στην εξύφανση του οποίου παρίστατο και ο ηγέτης του Γραφείου Θεσσαλίας του ΚΚΕ κι «εκπρόσωπος» παράλληλα της ΚΕ του ΕΑΜ.[142] Προφανώς οι οδηγίες ελήφθησαν από την Αθήνα.

Δεύτερος στο κομποσχοίνι των θυμάτων της επανάστασης ήταν κάτοικος Τσαριτσάνης, θεωρηθείς προδότης καταδιωκόμενου στους Ιταλούς.[143] Η αφαίρεση της ζωής του έλαβε χώρα στις 29 Ιουνίου στην ύπαιθρο του χωριού Γόννοι με θύτη αντάρτη ντυμένου με τη στολή του εργάτη θερισμού.[144] Η ιατρική δήλωση πως ο θάνατος είχε προέλθει από ηλίαση[145] παραπέμπει σε δέσιμό του κι έκθεση. Έτερη πηγή μαρτυρεί ότι «προδότης» ήταν άλλο πρόσωπο,[146] πιθανώς κλητήρας, τον οποίο φόνευσαν 5 μήνες αργότερα μέσα στο χωριό του.[147] Η σύγχυση της αληθείας των γεγονότων αυξάνεται.

Οι ανεπίσημες εκτελέσεις πολιτών συνεχίστηκαν ως τον Αύγουστο του 1942, όταν στο λημέρι των ανταρτών κατέφθασε απεσταλμένος της ΚΕ του ΚΚΕ φέροντας έγκριση για επιθέσεις εναντίον κατακτητών[148] και για επίσημες πια εμφανίσεις. Στις ίδιες οδηγίες πιστεύεται ότι εγκιβωτιζόταν η διευθέτηση ζητήματος, παρομοίου με την υπόθεση του μεγαλοκτηματία της νότιας Θεσσαλίας Μαραθέα, που ζημίωνε πολιτικά το ΕΑΜ: ένοπλοι του Κάτω Ολύμπου είχαν εισβάλει στο αγρόκτημα του Γεωργίου Παπαγεωργίου στη Γυρτώνη Τυρνάβου, πυροβόλησαν δύο επιστάτες κι αποχώρησαν απαλλοτριώνοντας υλικά, τρόφιμα και ζώα. Τα κριτήρια των φόνων ήταν προσωπικά σύμφωνα με τη γνώμη συγχωριανού του,[149] ενώ αντάρτης ανέφερε πως συνέβησαν για να παραδειγματιστεί ο αφέντης που είχε αρνηθεί να «βοηθήσει υλικά την οργάνωση».[150]

Οι πρώτες επίσημες εμφανίσεις των ανταρτών του ΝΔ Ολύμπου έλαβαν χώραν στα ορεινά χωριά Σκαμνιά και Κοκκινοπλός και στο πεδινό Πύθιο αρχάς φθινοπώρου του 1942, αφού ξύρισαν τα γένια για να φαίνονται «πολιτισμένοι».[151] Στο πρώτο χωριό συγκέντρωσαν τον κόσμο στην πλατεία κι εκεί έδειραν τον ηλικιωμένο κοινοτάρχη, που καθώς έπεφτε αντάρτης τον πατούσε στο πρόσωπο με τα άρβυλα. Ο εαμικός τύπος αποκρύπτοντας τον δαρμό έγραψε ότι είχε εκτεθεί σε «αντιπατριωτικές πράξεις».[152] Προφορική μαρτυρία βεβαιώνει ότι είχε κατηγορηθεί από συγχωριανούς του ως ιταλόφιλος λόγω των διαμαχών για την κτήση της τοπικής εξουσίας.[153] Φαίνεται ότι η τελευταία πληροφορία αληθεύει, διότι έπειτα από την ίασή του με επάλειψη βουτύρου στο σώμα, ο (εκπεσών) πρόεδρος παρέμεινε στο χωριό. Ήταν μία από τις συνήθεις τιμωρίες που επέβαλαν οι αντάρτες: «απ΄ τσ΄ αντάρτες ξύλο, κι απ΄ τσ΄ αντάρτες σκοτωμοί».[154]

Στο Πύθιο οι αντάρτες φέρθηκαν σκληρότερα, ίσως διότι οι στόχοι τους ήταν αυτή τη φορά Βλάχοι ποιμένες. Συνάθροισαν πάλι τους κατοίκους στην πλατεία, αλλά επειδή ο κοινοτάρχης διέφυγε, συνέλαβαν τον πατέρα του και τον αγροφύλακα που καταγόταν από τον Κοκκινοπλό. Έπειτα από λόγους, φαγοπότι κι επαναστατικά άσματα έστησαν «λαϊκό δικαστήριο» με κατήγορο αντάρτη και καταδίκασαν σε θάνατο τους δύο συλληφθέντες. Αποχωρώντας τους πήραν μαζί τους, αφήνοντας όμως τα σκηνώματά τους έξω από το γειτονικό χωριό Καλύβια. Η διπλή εκτέλεση, με την εξαίρεση εαμικού εντύπου της Αθήνας αναφερόμενη με ασαφείς γενικότητες, αποσιωπήθηκε εντελώς τόσο στις πηγές της εποχής όσο και σε ύστερες αναμνήσεις, ακόμη και τοπικών συγγραφέων.

Έπειτα ο πρόεδρος επέστρεψε στο χωριό, όχι όμως και ο γυμνασιόπαις γιος του που κατέφυγε για προστασία στις ένοπλες αντικομουνιστικές ομάδες της ΥΒΕ/ΕΚΑ Κοζάνης. Η ιταλική επέμβαση συνίστατο στη σύλληψη ενός χωρικού ως πληροφοριοδότη των ανταρτών και στο φόνο πατέρα ενός αντάρτη από την Τσαριτσάνη, ο οποίος τους είχε επιτεθεί με δρεπάνι, όταν πυρπολούσαν ως αντίποινα το σπίτι του.[155] Αν είχαν φονεύσει τον πρόεδρο, εκπρόσωπο της εξουσίας, ίσως τα αντίποινα θα ήταν χειρότερα.

Παρόμοιοι φόνοι, «εγκλήματα» κατά την άποψη Βρετανού συνδέσμου,[156] δεν έχουν επαρκώς μελετηθεί. Σαράντα επτά άτομα είχαν εκτελέσει οι αντάρτες στις περιφέρειες Αγυιάς, Τυρνάβου κι Ελασσόνας ως τις αρχές Μαρτίου 1943 σύμφωνα με μαρτυρία.[157] Προφανώς τα θύματα, αν συνυπολογιστούν κι άλλα που είτε δεν καταγράφτηκαν είτε φονεύτηκαν στα όρια άλλων επαρχιών, ξεπερνούν τη μισή εκατοντάδα. Η μόνιμη κατηγορία εναντίον τους είναι η συνεργασία με τους Ιταλούς, αλλά λεπτομερείς αποδείξεις ποτέ δεν προβλήθηκαν. Η άποψη ότι επρόκειτο για συμβολικούς φόνους εγκληματιών και κακομοίρηδων[158] είναι αμάρτυρη κι αναληθής, αφού τα θύματα στην πλειονότητά τους ήταν κρατικοί αξιωματούχοι ή μέλη της τοπικής εξουσίας, «κάμποσοι πρόεδροι κοινοτήτων».[159]

Οι γνωστές ως τώρα εκτελέσεις ιταλόφιλων ή αντιφρονούντων μέχρι την άνοιξη του 1943 -οι περισσότερες δεν αναφέρονται επισήμως-[160] είναι εκτός των ειρημένων:

Άνδρας στο χωριό Μαγούλα κι άλλος στο ίδιο χωριό με την κατηγορία του ζωοκλέπτη.[161]

Άνδρας με το επώνυμο Μπραγιώτης[162] κι άλλος από το Μέγα Ελευθεροχώρι.[163]

«Κόκκινη κορδέλα» πέρασαν σύμφωνα με την θανατική ορολογία της εποχής[164] σε δύο ελληνόφωνους ποιμένες από τους Φιλιππαίους Γρεβενών που ξεχείμαζαν στους Λόφους. Και σε άνδρα του τελευταίου χωριού με την κατηγορία ότι συμμετείχαν μαζί με τον εχθρό σε ανεύρεση κρυμμένων όπλων και γεννημάτων.[165]

Τρεις Αρβανιτόβλαχοι μεγαλοτσελιγκάδες έξω από ναό του χωριού Βουβάλα Ελασσόνας και δύο συγγενείς τους έπειτα από απηνή καταδίωξη τους στην Κοζάνη και τα Γρεβενά τον Ιανουάριο του 1943.[166]

Πολίτης από τους Γόνους Λάρισας που κατοικούσε δίπλα στην Καραμπιναρία.[167]

«Βλαχολεγεωνάριος» από το Άργος Ορεστικό, καταφυγών στην Τσαριτσάνη ως «καταδιωκόμενος πατριώτης».[168]

Άνδρας στο χωριό Τέμπη τον Αύγουστο του 1942.[169]

Τέσσερις «λεγεωνάριοι» από το χωριό Ανατολή Κισσάβου.[170]

Ο κοινοτάρχης του Πυργετού, επειδή «συγκέντρωνε και για το σπίτι του» τρόφιμα που προορίζονταν για τους Ιταλούς[171] κι ομοιόβαθμός του στο Μεγάλο Χαλίτσι στις 21.3.43.[172]

Ο Υπενωμοτάρχης του Σταθμού Χωροφυλακής που, ενώ συζητούσε να βγει αντάρτης, εκτελέστηκε από «εξτρεμιστικά στοιχεία» εξ αιτίας της προπολεμικής του δράσης εναντίον των κομουνιστών.[173] Πιθανότατα όμως επειδή καταδίωκε το λαθρεμπόριο. Και φυσικά τους αντάρτες, τους οποίους προφανώς αδυνατούσε να ξεχωρίσει από τους ληστές.

Ένας αγρότης κι ένας χωροφύλακας στη Δεσκάτη μέσα σε καφενείο.[174]

Ο αγροφύλακας, γαμπρός στην Κρυόβρυση[175] κι ένας συνάδελφός του επίσης.[176] Οι αγροφύλακες αποτελούσαν έναν από τους πρώτους στόχους των ανταρτών, διότι εξ επαγγέλματος γνώριζαν πολύ καλά την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της οπότε ή έπρεπε να υποκύψουν ή να εκλείψουν.

Ο αρχηγός της ΕΟΝ στον Τύρναβο τον ίδιο μήνα.

Γυναίκα στο χωριό Κοκκίναι.[177]

Γερμανός μηχανικός μαζί με τη γυναίκα του που είχαν συλληφθεί κι ανακριθεί[178] δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο. Προφανώς υπήρχε φόβος ότι, αν τους ελευθέρωναν, θα κατέδιδαν οικίες και πρόσωπα. Πού άλλωστε να τους φυλακίσουν; Δεν υπήρχε ελεύθερη περιοχή. Ούτε κι οργάνωση.

Η βία επιτεινόταν από τη γενική ανώμαλη κατάσταση κι ως ένα βαθμό ήταν απόρροια της πρωτόγονης ψυχοσύνθεσης χωρικών που έφεραν όπλα. Δήλωνε καθαρά ότι το αρτιγέννητο κράτος των ανταρτών, του οποίου οι κανόνες βρίσκονταν ακόμη υπό διαμόρφωσιν, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησής του. Παράλληλα έλυνε βασικά ζητήματα όπως η επιμελητεία, η υποστήριξη του κόσμου και η αριθμητική διεύρυνση. Στο εξής τα διατροφικά αγαθά θα προσφέρονταν ή, καλύτερα, θα επιτάσσονταν χωρίς σθεναρή αντίδραση. Στο ίδιο πλαίσιο ανήκει η ζήτηση όπλων και πυρομαχικών από τους χωρικούς όπως επίσης και διάφορα εφόδια ή χρήματα με τη μέθοδο των εράνων ή κατόπιν απευθείας απαίτησης. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο της μέρος η αφειδής ενίσχυση πολιτών στο αντάρτικο, αφού παραδίδεται ότι την άνοιξη του 1943 ένα και μόνο συγκρότημα διέθετε 650 κιλά λάδι, 2,5 τόνους σιταριού κι ένα μεγάλο κοπάδι ζώα.[179] Τα πλούσια αγαθά της Θεσσαλίας δεν απολάμβαναν μόνον οι αντάρτες του Ολύμπου, ήταν αμελητέος ο αριθμός τους, αλλά και οι πολιτικές οργανώσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ άλλων περιοχών, της πτωχής Ηπείρου π.χ. και ιδιαίτερα των πόλεων, ιδιαίτερα της Αθήνας και του Πειραιά όπου οι ανάγκες ήταν «πολύ μεγάλες». Τοπικό στέλεχος των ανταρτών είχε σημειώσει ευφυώς: «υπάρχουν …συνδρομητές μόνο του ΕΑΜ και όχι ΕΑΜίτες».[180]

Περισσότερο πλήττονταν οι έμποροι. Για να επιβιώσουν «προσφέρανε ό,τι τους ζητούσες». Ένας μάλιστα, δωρητής ήδη 10 ζευγαριών αρβύλων, είχε χλευαστεί από τον αρχηγό των ενόπλων του Ολύμπου: «να του ρίξετε ακόμα 40 ζευγάρια».[181] Οι δυστροπούντες χαρακτηρίζονταν «μαυραγορίτες»[182] και τα προϊόντα μαζί με τα αυτοκίνητά τους κατάσχονταν. Αναγκαστική υποταγή, αλλιώς έπρεπε να εξασκήσει κανείς το επάγγελμά του στη ζώνη του εχθρού. Ή να λάβει όπλα κατά των ανταρτών με ή χωρίς την υποστήριξη του κατακτητή.

Με τους φόνους διαρρηγνυόταν η ουδετερότητα των χωρικών. Ελάχιστοι είχαν τη δυνατότητα ή το σθένος να εγκαταλείψουν τον τόπο τους αν δεν συμφωνούσαν, οι πολλοί παρέμεναν και προσέκειντο φιλικά ή, τουλάχιστον, εξυπηρετικά προς το ΕΑΜ. Όπως εξομολογείται κάτοικος της ευρύτερης περιοχής: «φοβούμενοι να μη χαρακτηριστούμε αντιδραστικοί, γίναμε σύντροφοι χωρίς να το θέλωμε».[183]

Καθώς τα αντίποινα των κατακτητών θεωρούνταν δεδομένα, ορισμένοι από τους πληγέντες, πένητες όντες, θα κατατάσσονταν στον αντάρτικο στρατό ή θα δραστηριοποιούνταν ως σύνδεσμοι, ειδικότητα που σπάνιζε.[184] Φυσικά μετά τα αντίποινα οι χωρικοί εξάπτονταν και σε δύο περιπτώσεις, στην Καρυά και την Τσαριτσάνη, επιτέθηκαν στις οικογένειες των ανταρτών να τις λυντσάρουν.[185] Πράξη που δεν τελεσφόρησε, διότι η σπάθη των ανταρτών ήταν συνεχώς επικρεμάμενη. Η άποψη ότι η συμμετοχή των Θεσσαλών στην Αντίσταση ήταν «καθολική»[186] είναι αμαρτύρως γενικόλογη.

Οι αντάρτες του Ολύμπου όπως έπραξε και σε όλα τα μέρη δεν εξουδετέρωσαν βιαίως «Λεγεωναρίους» και «προδότες», αλλά και οργανώσεις αντίστασης όπως η «Φιλική Εταιρεία» της Λάρισας, επαφιόμενη με την Μέση Ανατολή. Ο υπολοχαγός Ανδρέας Μπεζεριάνος συνελήφθη προσελθών για στρατολόγηση στη Φιλική Εταιρεία και προσχώρησε στον ΕΛΑΣ απειλούμενος με «συνέπειες» αν πιανόταν ξανά.[187] Σ’ αυτή την οργάνωση πιθανόν συμμετείχε και δάσκαλος από τον Αμπελώνα, που «διωκόμενος από τους αντάρτες» ανέλαβε αργότερα επικεφαλής του τοπικού παραρτήματος της αντικομουνιστικής οργάνωσης ΕΑΣΑΔ (Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως.[188]

Παρομοίως και η ευκατάστατη οικογένεια Ράπτη από τη Ροδιά Τυρνάβου, κάτοχος ιδιόκτητων βοσκοτοπίων στον Κάτω Όλυμπο. Συγκρουόμενος εμπορικά με ευνοημένους από τους Ιταλούς τυροκόμους, ο Νικόλαος Ράπτης καταδιώχτηκε από τους κατακτητές[189] κι άρχισε να στρατολογεί άνδρες[190] για τις «εθνικές ομάδες»,[191] κατ’ άλλους για τον ΕΔΕΣ.[192] Χωρίς την τόλμη του ΚΚΕ εξ αιτίας του χαρακτήρα, της κοινωνικής θέσης ή μίας διαφορετικής κοσμοθεωρίας. Συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ και κρατήθηκε επί τρίμηνο με αποτέλεσμα η οικογένειά του να αναστείλει κάθε φανερή δράση. Κατατάχτηκε μετά στους αντάρτες ως επιμελητής,[193] πιθανόν κατόπιν προτροπής των Συμμάχων αλλά σίγουρα διότι δεν μπορούσε αλλιώς.

Μεγαλύτερο διάστημα κρατήθηκε Αθηναίος υποπλοίαρχος, που είχε φθάσει στον Όλυμπο μαζί με μία γυναίκα για να συναντηθεί με αντάρτες, πιθανόν της Φιλικής Εταιρείας, και να τους συνδέσει με τη Μέση Ανατολή.[194] Από την περιοχή διώχτηκε επίσης ίλαρχος του Στρατού που κι αυτός είχε επιχειρήσει να ιδρύσει ένοπλη οργάνωση.[195] Τα επιχειρήματα των κομουνιστών ανταρτών προς τους άλλους ενόπλους ήταν απλά: «ή με μας ή με τους Ιταλούς» όπως είχε δηλώσει σε ανεξάρτητη ομάδα ενόπλων με ηγέτες αξιωματικούς τοπικός αρχηγός του ΕΛΑΣ.[196]

Η αναφερθείσα Φιλική Εταιρεία δυστύχησε επίσης εξ αιτίας ατυχών συγκυριών, (τυχαίων;) συλλήψεων αγγλόφιλων αξιωματικών της[197] από τους Ιταλούς κι έλλειψης επικοινωνιών. Κατά μία μαρτυρία ο μετέπειτα στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ Στέφανος Σαράφης είχε έρθει ως τη Λάρισα για να αναλάβει την ηγεσία των μη εαμικών ανταρτών του Ολύμπου, αλλά δεν συνάντησε κανέναν. Στους αντάρτες της Φιλικής Εταιρείας προφανώς κατευθυνόταν μέρος της βρετανικής βοήθειας και πιθανόν οι άνδρες του συμμαχικού κλιμακίου που έπεσε στον Όλυμπο. Αλλά βρέθηκε τελικά στα χέρια του ΕΛΑΣ[198] και παρέμεινε, αφού οι μη εαμικές οργανώσεις δεν είχαν καμία τύχη ή διάθεση για ενεργή δράση. Η γνώμη ότι στη Θεσσαλία έδρασε μόνο το ΕΑΜ ως αντιστασιακό κίνημα[199] είναι αληθής, μόνον αν γίνει παραδεκτό ότι ήταν απότοκη της βίαιης μονοπώλησης του αγώνα.

Ο ναός της Αγίας Τριάδος στον εγκαταλειμμένο σήμερα οικισμό Σκαμνιά. Στο προαύλιό του οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είχαν συγκεντρώσει τους χωρικούς για να παραδειγματιστούν από τον ξυλοδαρμό του κοινοτάρχη τον Αύγουστο του 1942

Ο ΕΧΘΡΟΣ
Αν και η εντολή για επιθέσεις εναντίον των κατακτητών δόθηκε στο τέλος του καλοκαιριού του 1942, η πρώτη σύγκρουση έλαβε χώρα στο χωριό Λιβάδι των Πιερίων τρεις μήνες αργότερα, όταν μία ολιγομελής ομάδα Ιταλών το επισκέφτηκε για λήψη τροφίμων κι ενεπλάκη απροετοίμαστη σε μάχη την οποία είχε εξ ανάγκης ανεχτεί ή διστακτικά επικροτήσει η τοπική ελίτ. Αν και Βλάχοι οι κάτοικοι του Λιβαδίου, με διασπορά σε άλλες πόλεις και κωμοπόλεις δεν ένιωθαν τίποτα άλλο εκτός από Έλληνες. Μισούσαν εν σώματι τους Ιταλούς και το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους είχαν ζητήσει να υπαχθούν στη γερμανική ζώνη κατοχής.[200]

Κατά την ανταλλαγή των πυρών εφονεύθη ένας Ιταλός. Οι υπόλοιποι αιχμαλωτίστηκαν, γυμνώθηκαν κι εκτελέστηκαν έξω από το χωριό, εκτός από έναν διαφυγόντα. Οι αντάρτες έστειλαν επιστολή στο στρατιωτικό διοικητή τη Λάρισας ότι σε περίπτωση αντιποίνων οι ζωές των κρατουμένων θα αφαιρούνταν.[201] Έτσι οι Ιταλοί, όταν μετά ήρθαν ενισχυμένοι στο χωριό, έκαψαν μόνον τις οικίες των ολίγων ανταρτών, παρόλο που στο δρόμο έχασαν ένα αυτοκίνητο και τραυματίστηκαν από πυροβολισμούς του ΕΛΑΣ.[202]

Η πολιτική της ανοχής δεν συνεχίστηκε. Έπειτα από άλλη θανατηφόρα ενέδρα των ανταρτών στο Δομένικο οι Ιταλοί προέβησαν σε μαζικές εκτελέσεις. Το ίδιο και στην Τσαριτσάνη, όπου είχε μεσολαβήσει κι «ανταλλαγή πυρών» με την «ομάδα δράσης» του χωριού.[203] Η αναταραχή προκάλεσε εκκαθαριστική επιχείρηση Γερμανών και γερμανοντυμένων Ελλήνων εθελοντών από τη Θεσσαλονίκη στην ιταλοκρατούμενη ζώνη του Ολύμπου άνοιξη 1943. Πυρπολήθηκαν ολόκληρα χωριά, όμως δεν συναντήθηκαν Γερμανοί κι αντάρτες, αφού οι τελευταίοι φρόντισαν να αποσυρθούν προς φύλαξιν και περαιτέρω οργάνωσιν στην Πίνδο, όπου έμειναν για όλη σχεδόν τη διάρκεια της Κατοχής.

Έχει ήδη φανεί ότι οι σοβαρότεροι αντίπαλοι των «καταδιωκόμενων» του Ολύμπου πριν από τους Ιταλούς αλλά και μετέπειτα ήταν δίγλωσσοι ομοεθνείς, που προσονομάζονταν «Λεγεωνάριοι».[204] Η οργάνωση που ανήκαν ή υποτίθεται ότι ανήκαν ήταν η «Ρωμαϊκή Λεγεών»[205] -στα Γρεβενά παραδίδεται ως «Ρουμανική Λεγεών.[206] Με τέτοιας λογής ενόπλους μία μόνον και μοναδική φορά συνεπλάκησαν οι αντάρτες του Ολύμπου το φθινόπωρο του 1942 έξω από το χωριό Αργυροπούλι. Οι πρώτοι έχασαν ένα μέλος τους,[207] αλλά ανταπόδωσαν εκτελώντας ένοπλο πολίτη από τα Δελέρια, τον οποίο είχαν αιχμαλωτίσει κοιμισμένο, έκαψαν δύο σπίτια κι έδειραν μία ηλικιωμένη γυναίκα.[208] Ποτέ άλλοτε ως τον Απρίλιο του 1943 δεν συναντήθηκαν ξανά, αν εξαιρεθούν δύο αψιμαχίες στα Καμβούνια και τα Βέντζια της Δυτικής Μακεδονίας, όπου φονεύθηκαν δύο μέλη της οικογένειας Δημαρέλη, γεγονός που έχει αναφερθεί.

Το πολιτικό σκέλος της Λεγεώνας δημιουργήθηκε το 1941 με την προτροπή ή ανοχή των Ιταλών από Σαμαριναίο μεγαλέμπορο και υποστηρίχτηκε από μέλη της λαρισαϊκής και γρεβενιώτικης δίγλωσσης ελίτ, γιατρούς, δικηγόρους που ενώ ήταν πρώην κομουνιστές κατέληξαν «έμποροι κάθε ιδέας»,[209] εκπαιδευτικούς των «ρουμανικών σχολείων» και νεοδιορισμένους κοινοτάρχες.[210] Όλοι τους εθελοντικά. Μόνη εξαίρεση βίαιης στρατολόγησης η χειροδικία εναντίον ιατρού, μέλους της οικογένειας Ράπτη, επειδή είχε αρνηθεί.

Η Λεγεώνα διευρύνθηκε στις αρχές του 1942, όταν τις επιτροπές για τη συλλογή του γάλακτος στη Θεσσαλία και τη Φθιωτιδοφωκίδα διόρισαν οι Ιταλοί αντί της Ελληνικής Πολιτείας. Με την οργάνωση αυτή ερωτοτρόπησαν επόπτες της επίταξης ζώων[211] και γεννημάτων και διαμοιρασμού αλατιού προς ίδιον όφελος, δηλαδή για να πληρώνουν λιγότερο ή καθόλου. Έπειτα καθώς το γάλα κατευθυνόταν στα τυροκομεία δημιουργήθηκαν τριβές μεταξύ των ιδιοκτητών τους, εννοείται και των επαγγελματικά εξαρτώμενων από αυτούς, για το ποιος θα αναλάβει την εργολαβία. Σίγουρα πρώτευαν οι έχοντες καλές σχέσεις με τους Ιταλούς.

Στην οικονομική διαμάχη οφείλεται κυρίως η επιλογή στρατοπέδων. Μέλη της οικογένειας Ράπτη παραμερισμένα από την τυροκομική πολέμησαν τους Ιταλούς, ενώ οι νέοι ασπάζονταν εξ ανάγκης ή κλίσης προς την εξουσία τους κατακτητές. Σημαίνον παράδειγμα των αντιθέσεων αλλά και της συγχύσεως της εποχής ευκατάστατος μεγαλοαγρότης, κτηνοτρόφος και τυρέμπορος χωριού του Τυρνάβου: αν και διορίστηκε κοινοτάρχης ο γιος του εντάχθηκε στους αντάρτες.

Παρόμοιο παράδειγμα η προσχώρηση στη Λεγεώνα 54χρονου Αρβανιτόβλαχου κτηνοτρόφου από τη Γράμμουστα, κατοίκου χωριού της Λάρισας.[212] Παντρεμένος, χωρίς παιδιά, μίσθωνε βοσκοτόπια από την οικογένεια Ράπτη.[213] Προσπάθησε στην να ηγηθεί της Λεγεώνας σε όλη τη Θεσσαλία, αλλά απέτυχε και φοβούμενος τον ΕΛΑΣ μετοίκησε στη Λάρισα. Επρόκειτο για μια φυσική κατάληξη, αφού η απειθαρχία των αντιεαμικών ενόπλων ήταν αξιοσημείωτη. Όπως μαρτυρεί χωρικός για τους Λεγεωναρίους, «όλοι διοικούσαν και όλοι χτυπούσαν εδώ πέρα».

Το καλοκαίρι του 1943 χάνοντας την αίγλη που είχε ή θεωρούσε ότι είχε συνελήφθη από τους αντάρτες με την αρωγή νεαρής κοπέλας, διαπομπεύτηκε και πέθανε κατά τις φήμες «από το φτύσιμο».[214] Στην πραγματικότητα βασανίστηκε δεμένος και «πέθανε στο δρόμο» όπου αφέθηκε προς παραδειγματισμόν άθαπτος.

Μέλη της Λεγεώνας είχαν λάβει από νωρίς άδεια οπλοφορίας από τους Ιταλούς, αλλά το στρατιωτικό της σκέλος, αν εξαιρεθεί μία κίνηση έμμισθης κατάταξης Βλάχων στην «ιταλικήν χωροφυλακήν»,[215] εμφανίστηκε αργά, το Φεβρουάριο του 1943. Από το καλοκαίρι όμως του 1942 υπήρχαν ασύνδετες ομάδες «Λεγεωναρίων» χωρίς όμως λογότυπο και στολές. Προφανώς οι ένοπλες δίγλωσσες αυτές ομάδες δημιουργήθηκαν εξ αιτίας της αιματηρής δράσης των ανταρτών, γι αυτό εμφανίστηκαν μόνο στη Θεσσαλία κι όχι στη βλαχοβριθή Μακεδονία όπου υπήρχαν μεν καταδιωκόμενοι κομουνιστές, ανάμεσά τους κι ένας ληστής, αλλά δεν είχαν εκτεθεί με φόνους. Στη Μακεδονία επίσης οι τριβές μεταξύ των κατοίκων ήταν λιγότερες, διότι στην κατάρτιση των επιτροπών φορολογίας των γεννημάτων συμμετείχε και η Αγροτική Τράπεζα.

Η ιδεολογία, η κοινωνική θέση, το επάγγελμα και το πάθος για εξουσία -ο καιροσκοπισμός και το συμφέρον εμφιλοχωρούν παντού- αποτελούσαν κίνητρα ένταξης μελών της τοπικής εξουσίας στη Λεγεώνα. Ελάχιστοι συνεβλήθησαν μαζί της επειδή είχαν εξοριστεί ως ύποπτοι ιταλοφιλίας το 1940. Η πλειονότητα για καθαρά προσωπικά. Ελληνόφωνος 27χρονος ποιμένας από τα Γρεβενά που παραχείμαζε σε χωριό της Ελασσόνας είχε καταδώσει στους Ιταλούς τον αγροφύλακα, με τον οποίον είχαν προϋπάρξει τριβές, ως κάτοχο όπλων. Όταν το χειμώνα μετοίκησε στα πεδινά, αρνήθηκε να πληρώσει τον οφειλόμενο φόρο για τη χρήση κοινοτικών βοσκών χωρίς να είναι ο μοναδικός.[216] Κυκλοφορώντας έπειτα ένοπλος μαζί με τους Ιταλούς και με «ταυτότητα Λεγεωναρίου» κατηγορήθηκε ότι είχε σκοτώσει έναν χωροφύλακα στο Δομένικο το Φεβρουάριο του 1943.[217]

Περισσότερο ίσως ενδιαφέρον παρουσιάζει η ιστορία άλλου Λεγεωναρίου από την ίδια περιοχή, που είχε εκτοπιστεί το 1940. Ντυμένος ως Ιταλός επιλοχίας τραυματίστηκε από τον ΕΛΑΣ σε ενέδρα. Λίγο πριν από την πτώση των Ιταλών κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Όταν το επόμενο έτος δικάστηκε, υποστήριξε ότι οι αντάρτες είχαν αφαιρέσει την περιουσία του και είχαν απαγάγει την αδελφή του,[218] γεγονότα που δυστυχώς δεν έχουμε λεπτομερέστερη εικόνα.

Στην απόφαση του «επιλοχία» να συμπορευθεί με τον εχθρό συνέβαλε ίσως η εκτέλεση μέσα σε χωράφι Αύγουστο 1942 ομόγλωσσου συγχωριανού του από τους αντάρτες του Ολύμπου. Το θύμα είχε μεσολαβήσει για αγορά όπλων από τους καταδιωκόμενους, αλλά θεωρήθηκε υπεύθυνος για τη ληστεία που υπέστησαν οι τελευταίοι από τους πωλητές. Έπειτα από το φόνο επτά άνδρες με όπλα κάτω από τις κάπες αναζητούσαν τους ενόχους.[219] Μάλλον ήταν συγγενείς.

Προφανώς παρόμοιοι φόβοι συνείχαν κι άλλους σε χωριά που οι αντάρτες είχαν εκτελέσει κόσμο, αλλά ισχυρές προσωπικότητες να τους οργανώσουν σε ένα σύνολο δεν ευρέθησαν. Ένας από τους πρώιμους αρχηγούς τους αποδείχτηκε ακατάλληλος κι ένας από τους λόγους εκτός της δεδομένης απειθαρχίας ήταν η εξωτερική του εμφάνιση: «λίγο κουτσός, σωματώδης…με μπότες…, περίστροφο, γκλίτσα…και γυαλιά»,[220] ντυμένος με την παραδοσιακή βλάχικη στολή, ένας «καπετάν τίποτας» κατά την ύστερη άποψη ενός εν όπλοις συναδέλφου του.[221] Καθώς δε η πρώτη (και μοναδική) ένοπλη περιοδεία των Λεγεωναρίων είχε στεφθεί με αποτυχία, για μία αποτελεσματική αντίδραση εναντίον των ανταρτών έπρεπε να ζητηθεί η αφειδής ενίσχυση των Ιταλών, τους οποίους οι άνδρες της περιοχής (Βλάχοι ή Γκρέκοι) είχαν πολεμήσει κι αντιμετώπιζαν ως ξένους και πρόσκαιρους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
«Βιβλικές βυζαντινές μορφές αγίων» χαρακτήρισε αργότερα τους πρώτους αντάρτες του Ολύμπου εαμίτης φωτογράφος, εντυπωσιασμένος από την εμφάνισή τους: κάπες, τσαπράζια, τσαρούχια με φούντες και πρόκες, γενειάδες που «κατρακυλούσαν σαν αφρισμένοι καταρράκτες» και μουστάκες «σαν σπαθιά μυτερά».[222] Έτσι τους έβλεπαν κάτοικοι της πόλης με καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, εγνωσμένη φιλική προκατάληψη ή ευπιστία σε φήμες που διαδίδονταν με μυθώδη ταχύτητα.

Η άποψη ότι στην Ήπειρο «σε πολλές περιπτώσεις οι τοπικές αγροτικές κοινωνίες όντως έβλεπαν στους ενόπλους αυτούς «εν δυνάμει» υπερασπιστές της φτωχότερων στρωμάτων»[223] δεν τεκμηριώνεται για τον Όλυμπο ούτε για τη Δυτική Μακεδονία, περιοχές που μελετήθηκαν. Σίγουρα υποστήριζαν τους ληστές όσοι ωφελούνταν από τις παράτυπες πράξεις τους, αλλά δεν εκθειάστηκαν αυτοί μπροστά στον γράφοντα από κανέναν χωρικό αυτόπτη μάρτυρα, αγρότη ή ποιμένα. Για την πλειονότητα των ξωμάχων οι φανεροί ληστές ήταν αποκρουστικοί επειδή βρίσκονταν κυριολεκτικά στο έλεός των. Οι ιστορίες ηρώων άλλων εποχών δεν παύουν «να θέλγουν τους Έλληνες αστούς».[224]

Κατά τη μαρτυρία αντιπάλου του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ «οι τεμπέληδες, οι μπεκρήδες, οι διωκόμενοι για κλοπές και οι χαρτοπαίκτες» ήταν εκείνοι που πήραν όπλα χωρίς δισταγμό υπέρ των ανταρτών και αυτοί περισσότερο από άλλους είχαν χειροκροτήσει την ομιλία στο χωριό Βερδικούσια αρχηγού ομάδας ανταρτών του Ολύμπου που είχε υποσχεθεί «μοίρασμα των χωραφιών και των κοπαδιών… τα πάντα σε ίσα μέρη». Ο πρώτος ακροατής που έφερε αντίρρηση χαστουκίστηκε από τους φουστανελοφόρους.[225] Ήταν, έστω εμπαθώς κι ετεροχρονισμένα δοσμένη, μία εικόνα της πρακτικής των πρώτων ανταρτών κατά τη διάρκεια των επίσημων εμφανίσεών τους στα χωριά.

Σε άλλες όμως περιπτώσεις στη Σκαμνιά π.χ., στο Πύθιο και μακρύτερα στα χωριά Αιανή, Καισαρειά και Σιάτιστα της Κοζάνης, οι αντάρτες του Ολύμπου είχαν φερθεί με ζορμπαλίκι. Στη βία οι χωρικοί υποκλίνονταν από φόβο, αλλά οι πολλοί δίσταζαν να την εφαρμόσουν άμεσα και φανερά. Αυτό αποτελεί μέρος της εξήγησης, γιατί η επανάσταση δεν εύρισκε «τους ήρωες που είχε ανάγκη».[226] Αυτός ο φόβος υπέφωσκε σ’ όλη την περίοδο της Κατοχής, αν γίνει πιστευτή η πληροφορία ότι παρά τις αντιγνωμίες που εξέφραζαν οι χωρικοί μεταξύ τους, λ.χ. σχετικά με το διαμοιρασμό της συμμαχικής βοήθειας, «κανένας δεν έφερνε αντίρρηση» στην «Οργάνωση» που λάβαινε μεν λίρες, αλλά τις κατακρατούσε προς ίδιον όφελος.[227]

Η συμπεριφορά των πρώτων ανταρτών όπως και το περιεχόμενο των λόγων τους εντασσόταν μεν σε μία δύσκολη εποχή, αλλά παράλληλα ήταν απότοκη προσωπικών αντιλήψεων των μελών ή στελεχών της επανάστασης, οι οποίες εξαρτώνταν από τη μόρφωση, τον χαρακτήρα, αλλά και τον τρόπο ερμηνείας των οδηγιών που έρχονταν από τα ανώτερα κλιμάκια. Σχεδόν όλοι οι αντάρτες είχαν φοιτήσει σε Δημοτικά Σχολεία, αλλά τα επαγγέλματά τους δεν σχετίζονταν με τα Γράμματα. Γι’ αυτό τα αξιώματά τους στον ΕΛΑΣ, όταν έλαβε τη μορφή του τακτικού στρατού, ήταν χαμηλά ή συνδεδεμένα με πολιτικές ανάγκες.

Οι κάθε λογής παράνομοι κι «εξτρεμιστές» που οδοιπόρησαν μαζί τους συνεισέφεραν στη μείωση των δισταγμών και στην ανοχή, αν όχι την αποδοχή της βίας. Όταν είχε φθάσει το πρώτο κλιμάκιο της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΒΣΑ) στον Όλυμπο, οι αντάρτες υπέκλεψαν ένα βαρέλι με αυτόματα.[228] Οι χωρικοί ήταν απρόθυμοι να προσφέρουν χωρίς αντίτιμο τροφή και διάφορες υπηρεσίες όπως παράδοση όπλων, πληροφορίες, μεταφορές σημειωμάτων κλπ, οπότε ο άμεσος ή έμμεσος εξαναγκασμός τους ήταν απαραίτητος για την επιβίωση των ανταρτών του Ολύμπου, αλλά κι άλλων επαφιόμενων ομάδων. Η κατάθεση για «εθελοντικές εισφορές των πλουσίων» στους αντάρτες[229] είναι αναληθής, εκτός αν ιδωθεί ως προϊόν καταναγκαστικού φόβου και στην περίπτωση που χρονολογηθεί από το καλοκαίρι του 1943 και μετά, όταν με την αρωγή της ΒΣΑ, από την οποία οι «χορηγοί» ανέμεναν σύγχρονες ή μεταπολεμικές ανταμοιβές.

Στο ιδεολογικό καμβά βρίσκουμε μιαν άλλη αιτία για την περιορισμένη αποδοχή των ανταρτών του Ολύμπου. Κάτω από την έκκληση για ενότητα διαφαινόταν η μονοπώληση της αντίστασης. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ είχε συγκρουστεί με άλλες οργανώσεις που ούτε εξαναγκασμό χρησιμοποιούσαν ούτε προέβαιναν σε επιτάξεις τροφίμων, αφού διέθεταν δικούς τους ή συμμαχικούς πόρους. Οφείλονταν προφανώς στη συγκυρία, στις προδοσίες και στην έλλειψη τόλμης που η Φιλική Εταιρεία δεν δραστηριοποιήθηκε ενεργότερα στο πεδίο.

Στον Λόγο της επανάστασης οφειλόταν επίσης η ουδέτερη στάση ή η εναντιότητα των τοπικών παραγόντων, αφού οι αντάρτες εκτός από την απελευθέρωση της χώρας ορκίζονταν και στο «Κόμμα» παλεύοντας για τη «λευτεριά στο λαό». Αυτό μεταφραζόταν σε πρακτικό επίπεδο ότι όσοι δεν είχαν περιουσία επιτρέπονταν να την αποκτήσουν χωρίς κόπο λαμβάνοντάς την από άλλους μέσω του ισάξιου μοιράσματος των αγαθών. Στην επιθυμία όσων δεν είχαν αγαθά κι επιθυμούσαν να τα αποκτήσουν ή όσων δεν βρίσκονταν στο προσκήνιο και φλέγονταν να αναδυθούν οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος η έκρηξη της βίας και οι σοβαρές μομφές εναντίων γειτόνων ή συγχωριανών. Η άμεση συμμετοχή στον Αγώνα καθόριζε επίσης εν πολλοίς την αποκάθαρση των προπολεμικών δηλωσιών κομουνιστών από το μίασμα του «προδότη» και την ένταξή τους στις οργανώσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ.[230]

Ένα πρόβλημα που απασχολούσε τους καθοδηγητές του εαμικού αντάρτικου ήταν η ομογενοποίηση των διαφορών όχι μόνον όσον αφορά στους διάφορους ενόπλους αλλά και σε θεωρητικά ζητήματα. Η επιτυχής ονομασία ΕΛΑΣ μεταφραζόταν διττά: οι πολιτικοί του ΕΑΜ αρέσκονταν στον τίτλο «Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός», ενώ οι στρατιωτικοί του ΕΛΑΣ στον αντίστοιχο «Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός». Αναφερόμενοι οι πρώτοι αρχικά για τον ΕΛΑΣ «της πόλης και του βουνού»[231] είχαν επιλέξει ως πεδίο σύγκρουσης με τους κατακτητές τις συνηθισμένες αντιπαραθέσεις της πόλης, με απεργίες π.χ. και στάσεις εργασίας, και δευτερευόντως την ανοιχτά ένοπλη ύπαιθρο. Η τελευταία ελεγχόταν δυσκολότερα λόγω της απόστασης από το κέντρο κι επειδή όσοι συμπαθούσαν ή συνοδοιπορούσαν με τον κομουνισμό είχαν μηδίσει.

Η σύγχυση επιλογών αποκαλύπτεται στην ονομασία των πρώτων ανταρτών του Ολύμπου, οι οποίοι προβληματίζονταν ως προς το συλλογικό τους όνομα απαραίτητο για να διαχωρίζονται από τους ληστές. Ο προσδιορισμός ένοπλες ομάδες του ΕΑΜ[232] ήταν γενικός, ενώ η ονομασία «Ελεύθεροι Σκοπευτές»[233] εκπορευόταν μάλλον από λογίους. Οι ίδιοι οι αντάρτες σύμφωνα με μία καλά πληροφορημένη πηγή ονομάζονταν στην αρχή «7η ομάς».[234] Τον Σεπτέμβριο του 1942 μετατράπηκαν διαφόρως σε: «Ανταρτικό Σώμα Ολύμπου», «αντάρτες της Ελασσώνος» και τελικά σε «Αντάρτες του Ολύμπου»[235] όπως αυτοτιτλοφορήθηκαν οι ίδιοι ένα μην αργότερα. Ο τύπος του ΕΑΜ Μακεδονίας, που επικοινωνούσε με την Αθήνα, τους ενέτασσε όλους στον ΕΛΑΣ, στον Εθνικό δηλαδή, αλλά και συνάμα Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό.[236]

Στην έλλειψη ομογενοποίησης εντασσόταν κατά μια οπτική οι βίαιες πράξεις των ανταρτών, φαινόμενο σύνηθες στη χώρα,[237] τις οποίες επέτεινε η σκληρότητα που χαρακτήριζε την κοινωνία της υπαίθρου, σκληρότητα που είχε ενταθεί με την δύσκολη επιβίωση επί Κατοχής. Στην απαίτηση των Βρετανών για βελτίωση της εικόνας του ΕΛΑΣ οφείλονται προφανώς οι μεταθέσεις σε άλλες μονάδες μερικών πρώτων ανταρτών του Ολύμπου, δυσμενείς όμως μόνον κατ΄ επίφασιν αφού ιατρός-αντάρτης του Κισάβου αναβαθμίστηκε σε καπετάνιο συντάγματος.[238] Αλλά και για να λησμονηθούν περαιτέρω τριβές με τους χωρικούς, από τους οποίους είχαν αφαιρεθεί αρκετά ζώα χωρίς να υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι οι κάτοχοί τους συνεργάζονταν με τον κατακτητή. Στις τριβές αυτές οφείλεται κατά ένα μέρος ο δισταγμός των κατοίκων για την ενεργή υποστήριξη του αντάρτικου.

Δύο παραδείγματα δεικνύουν το λόγου το αληθές: από το χωριό Γεράνεια, μία από τις «μικρές Μόσχες»[239] της Ελλάδας, στον μόνιμο ΕΛΑΣ υπηρέτησαν μόνο 6 άνδρες, εκ των οποίων οι 3 ήταν μέλη της ΕΠΟΝ,[240] ποσοστό δηλαδή 1,12% επί του συνόλου των κατοίκων, που ενδέχεται να μειωθεί, αν διαπιστωθεί ότι μερικοί από αυτούς κατατάχτηκαν λόγω της πενίας μετά από την πυρπόληση του χωριού τους από τους Γερμανούς. Το Παλαιόκαστρο, οικισμός ισάριθμων κατοίκων, είχε προσφέρει στον ΕΛΑΣ ακόμη λιγότερους αντάρτες, 4 μόνο άνδρες, ποσοστό 0.75% περίπου επί των κατοίκων.[241]

Ο πρωταρχικός λόγος που οι πρώτοι αντάρτες του Ολύμπου έλαβαν τεχνογνωσία από τους ληστές, τους οποίους ενέταξαν στη δύναμή τους, ήταν η επιβίωση. Απαιτώντας ενεργή οικονομική και ηθική στήριξη προχώρησαν σε ενοχλήσεις κι εκτελέσεις πολιτών και μελών της τοπικής αρχής με το επιχείρημα της συνεργασίας με τους κατακτητές. Στα θύματα δεν δίνονταν καμία ευκαιρία υπεράσπισης, οπότε οι θάνατοι λογίζονται διαβλητοί και βέβαιες αποδείξεις ελλείπουν. Σ’ αυτές τις ενέργειες των ανταρτών οφείλεται εν μέρει ο εξοπλισμός μεμονωμένων πολιτών υπό τη σκέπη ή ανοχή των Ιταλών και η δημιουργία αργότερα του στρατιωτικού σκέλους της Λεγεώνας. Απείθαρχοι, ανοργάνωτοι και φέροντας το μίασμα της (πρώιμης) συνεργασίας με τον κατακτητή, το οποίο επέτεινε η διγλωσσία τους, οι Λεγεωνάριοι δεν είχαν καμία τύχη στη σύγκρουσή τους με τους αντάρτες.

Ο ΕΛΑΣ κατέθεσε μεν επισήμως τα όπλα το 1945, όμως με ανεπίσημη εντολή, ως μέσο πίεσης ή και αναμονής νέας εξέγερσης, τα καλύτερα κρύφτηκαν -στην εξεταζόμενη περιοχή «ήταν αρκετά για να εξοπλιστούν 1300 -1500 άνδρες».[242] Έτσι αρκετά στελέχη της επανάστασης δυσκολεύονταν να επιστρέψουν στην πρότερη ζωή τους είτε λόγω των πρότερων πράξεων της οργάνωσής τους είτε εξ αιτίας της αναμενόμενης απώλειας της ισχύος που είχαν αποκτήσει επί Κατοχής. «Από αραλίκι και καπετάνιος που άρπαζε και διέταζε…, να γίνει τώρα εργάτης, τσοπάνος, αγρότης, χουσμετιάρης, όπως πρώτα;» αναρωτιέται αντίπαλός τους.[243]

Πράγματι οι πιέσεις, αγγαρείες, αρπαγές αγαθών, κρατήσεις (πραγματικές, υπερθεματισμένες ή φανταστικές) κι εκτελέσεις που υπέστησαν οι κάτοικοι από τους αντάρτες είχαν ως αποτέλεσμα σωρεία δικαστικών αγωγών, ένα «βιομηχανικό όργιο μηνύσεων κατά των αγωνιστών» κατά την άποψη στελέχους του ΕΛΑΣ,[244] από τις οποίες οι μηνυτές προσδοκούσαν οικονομική ή ηθική δικαίωση. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος που οι περισσότεροι από τους πρώτους αντάρτες του Ολύμπου φυγοδικούσαν[245] εντός ή εκτός της χώρας. Ορισμένοι προτίμησαν την καταφυγή στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας. Μερικοί που εμφανίστηκαν φυλακίστηκαν για ένα διάστημα. Για έναν από τους πρώτους υπάρχει αδιασταύρωτη πληροφορία ότι όντας αντάρτης του ΔΣΕ παραδόθηκε και κατατάχτηκε στα ΜΑΥ του χωριού του.[246]

Οι υπόλοιποι κρύβονταν και κάτω από τον, επίσης επιτυχημένο, τίτλο «Αυτοάμυνα» αναζητούσαν τροφή, πληροφορίες, ασπίδες προστασίας προσμένοντας ένα νέο αντάρτικο. «Ιδίως τις νύχτες… βρίσκονταν σε επιφυλακή»,[247] μια έκφραση δεόντως εξωραϊστική για τα «νυχτερινά γιουρούσια» εναντίον αντιφρονούντων,[248] χωροφυλάκων ή τμημάτων στρατού. Τα κηρύγματα και οι απειλές για «να εξουδετερώσουν τον παραδοσιακό συντηρητισμό»[249] ανήκαν στο παρελθόν.

Στα πεπραγμένα λοιπόν της Κατοχής, ιδιαίτερα των πρώτων ανταρτών, οφείλονταν κατά ένα μέρος η ανώμαλη κατάσταση που επιχωρίαζε το 1945, έτος που, ενώ το κράτος επούλωνε τις πληγές του, ένοπλοι φυγοδικούσαν προκλητικά, ενώ αντίπαλοί τους επιζητούσαν εκδίκηση. Ο κυρίως Εμφύλιος Πόλεμος δεν άργησε να ξεσπάσει με τους πρώτους αντάρτες του Ολύμπου να ξεκινούν πάλι από την αρχή. Αλλά παρά την αποκτηθείσα πείρα το τοπίο ήταν αυχμηρό: δεν υπήρχαν κατακτητές για να εναντιωθούν ως πατριώτες όπως είχαν πράξει μερικά χρόνια νωρίτερα, αλλά ένα ελληνικό κράτος που στοχεύοντας στην ομαλή πολιτική ζωή είχε προκηρύξει εκλογές.

Πρακτικά ανακοίνωσης στο συνέδριο Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’40. Μια κριτική αποτίμηση: ιστοριογραφική συζήτηση, μεθοδολογικές προτάσεις, ερευνητικά πεδία. Διοργάνωση Δικτύου Μελέτης Εμφυλίων Πολέμων. Αμφιθέατρο Νομαρχίας Καβάλας 2-5 Ιουλίου 2009

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΡΧΕΙΑ
Kings College London, Military Archives,
-GB99, Woodhouse, box 1-2, 1/1/7 και 10/B6/2/34/B6

Public Record Office (PRO)
-FO 371/37201/R2332, Conditions in Greece 1943

ΓΕΣ/ΔΙΣ
-Ιστορικά Έργα: Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, τ. 2-9, Αθήνα 1996

Ειρηνοδικείο Γρεβενών
Εκθέσεις έτους 1945

Εκθεση Δράσης Οργάνωσης ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ Κεντρικής και Δυτ. Μακεδονίας, https://stratistoria.wordpress.com/1945/02/23/19450223-eoea-edes-k-d-makedonias/

Κουζινόπουλος Σπύρος, «Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής», Καστανιώτης, Θεσσαλονίκη 19862

Πρωτοδικείο Γρεβενών
Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών 1946 -47
– Πρακτικά Δικών 1945

Ριζοσπάστης 1943

ΒΙΒΛΙΑ
Hammond Nicholas, Περιπέτεια με τους αντάρτες, 1943 -44, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1982

Mazower Mark, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, μετ. Κώστας Κουρεμένος

Αβέρωφ Γεώργιος, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, Αθήνα, 1948

Αρσενίου Λάζαρος, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τ. Α΄, Ιταλική κατοχή, «έλλα», Λάρισα, 19993

Αυγουστής Γιώργος, Κατοχικές μνήμες 1943 -1944, Ελασσόνα, 1997

Βακουφάρη Κωνσταντίνα, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση (1941- 1944), ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2003 (διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας)

Βαφειάδης Μάρκος, Απομνημονεύματα (1944 –1946), τ. Γ΄, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985

Βερέμης Θάνος –Κολιόπουλος Γιάννης, Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια, από το 1821 μέχρι σήμερα, Καστανιώτης, Αθήνα, 2006

Βήττος Χρήστος, Τα Γρεβενά στην Κατοχή και στο Αντάρτικο, ιστορική μελέτη δεκαετίας 1940 –1950, Art of Text, Θεσσαλονίκη, 2000

Βραχνιάρης Χρήστος, Τα χρόνια της λαϊκής εποποιίας, Πανόραμα, Αθήνα, 1983

Γεωργίου Βάσος (επιμ.), Ιστορία της Αντίστασης 1940-1945, τ. Α΄, Αυλός, Αθήνα 1979

Δορδανάς Ευστράτιος, Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, διδακτορική διατριβή στο ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2002

Ζαρογιάννης Γιώργης, Αναμνήσεις από την Εθνική Αντίσταση (ΕΛΑΣ) 1940 -1944, Τολίδης, Αθήνα χ.χ

Ήρωες και Μάρτυρες, Παπακωνσταντίνου, Αθήνα χ.χ. (ανατύπωση από έκδοση της «Νέας Ελλάδας» στη Ρουμανία το 1952)

Θεοδοσιάδης Σταύρος, Η Πίνδος ομιλεί: η Εθνική Αντίστασις 1941 –1944, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000, επιμ: Νίκος Καλογερόπουλος

Θουκυδίδης, Ιστορία, βιβλίο τρίτο, Κάκτος, Αθήνα 1991

Ιστορία της Εθνικής Αντιστάσεως 1941 –44, Κωσταράκος, Αθήνα, 1962

Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Οι αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2000 (πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας), https://blogs.sch.gr/thankall/?page_id=553

Καλλιανιώτης Θανάσης, «Οι αντικομουνιστές καπετάνιοι στη Δυτική Μακεδονία (1942 -1949)», Οι άλλοι καπετάνιοι, επιμ: Νίκος Μαραντζίδης, Αθήνα, Εστία 2005, 201-295

Καλλίνος Θόδωρος, Ενότητα, πολεμικά γεγονότα –γραπτά, τ. Α΄ Αθήνα, 1978

Καριπίδης Θεόδωρος, Εαμική Εθνική Αντίσταση –Δεκέμβρης 1944 (Δεκεμβριανά) –Εμφύλιος Πόλεμος 1946-49, Σύγχρονη Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1996, επιμ: Λευτέρης Λάλος, Θωμάς Χατζηκακίδης, Νίκος Καρβούνης

Μαραντζίδης Νίκος, Οι μικρές  Μόσχες: πολιτική και εκλογική ανάλυση της παρουσίας του κομμουνισμού στον ελλαδικό αγροτικό χώρο, Παπαζήσης, Αθήνα, 1997

Μαργαρίτης Γιώργος, Από την ήττα στην εξέγερση, Ελλάδα: Άνοιξη 1941 –Φθινόπωρο 1942, Ο Πολίτης, Αθήνα, 1993

Μελετζής Σπύρος, Με τους αντάρτες στα βουνά, Μελετζής –Παπαδάκης, Αθήνα 19843

Μπαλής Δημήτριος, Ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981

Μπλάνας Γιώργης, Εμφύλιος πόλεμος 1946 –1949, όπως τα έζησα, Αθήνα, 1976

Μπολτσής Πέτρος, Αναμνήσεις απ΄ τη ζωή κι απ΄ τον αγώνα, Αθήνα, 1986

Παλιούρας Δημήτριος, Στο Δεύτερο Πλατάνι, [Ελασσόνα] 19982

Πανάγος Θόδωρος, Αυτά έχουν τα υπόγεια, μη γελάς!, η καθημερινή ζωή στην Αντίσταση, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1996

Παπαγεωργίου Γ., Παραλειπόμενα της εθνικής αντίστασης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981

Παπαγιάννης Σταύρος, Τα παιδιά της Λύκαινας, οι «επίγονοι» της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας κατά τη διάρκεια της κατοχής (1941 –1944), Σοκόλης, Αθήνα 20042

Παπανικολάου Αθανάσιος, Η Γιαννωτά: ιστορία, γεωγραφία, λαογραφία, Ελασσόνα, 1982

Προκόβας Κώστας, «Αριστοτέλης Παρασκευάς (1914-2002)», Ο λόγος του συλλόγου 8/12 (2006) 12[εφημερίδα των Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης]

Πρωτόπαπας Σαράντης, Χη μεραρχία του ΕΛΑΣ, Εθνική Αντίσταση στη Μακεδονία 1941 –1944, Αθήνα, 1978, επιμ. Ν. Μάργαρη

Σακαλής Αλέκος, Μνήμες, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 1998

Σαρακατσάνης Δημήτρης, «Στην ανατολική Θεσσαλία» Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8-10 (1987-8) 12-24

Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία…», ό.π.

Σουβλής Χαράλαμπος, Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας (Μπούλκες –Τασκένδη), «Στους κάμπους βροντάει το κανόνι…), Λάρισα 1984

Τζεκίνης Χρήστος, Πέρα από τον Όλυμπο, ένα Χρονικό της Αντίστασης στη Ναζιστική Κατοχή 1941 -44, Ειδική Εκδοτική, Αθήνα, 1992

Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας,, Λάρισα 2004

Χατζηπαναγιώτου Γιάννης, Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη (Εθνική και Κοινωνική), Δωρικός, Αθήνα, 19823

Χατζής Θανάσης, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, τ. Α΄, Δωρικός, Αθήνα, 19822

Χουρίδης Βασίλης, Κατοχή, γεγονότα περιόδου 1941 –44 στην Ελασσόνα, Θεσσαλονίκη 1985

ΑΡΘΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ
Antoniou Giorgos-Marantzidis Nikos, The Greek Civil War Historiography, 1945-2001, Toward a New Paradigm, 2003, http://www.columbia.edu/cu/history/gha/cjh/2003_4.htm

Geronymo (2005), «[σχόλιο]», http://www.larissafc.com/forum/archive/index.php?t-316.html

Kalyvas Stathis “Red Terror: leftist violence during the occupation”, After the war was over, reconstructing the family, nation, and state in Greece, 1943 –1960, Princeton: Princeton University Press, 43 –83 ed. Mark Mazower

Madcat, Μωρά με ουρά!!!, 2006, http://old.zortal.gr/article.php?sid=543

Rocco74 (2006), Οι κρυμένοι θησαυροί του ΕΛΑΣ και των Άγγλων, http://www.metafysiko.gr/forum/showthread.php?t=885

Stevens John, «Report on  Present Conditions in Central Greece», British Reports on Greece 1943 –44, επιμ: Lars Baerentzen, Museum Tusculanum Press, Copenhagen 1982, 1-46

Αζέλης Αγαθοκλής, «Τα ανέκδοτα απομνημονεύματα του Μιχαήλ Κοσβύρα από την Αγναντιά Καλαμπάκας: μια πρώτη προσέγγιση», Τρικαλινά 23 (2003) 165

Ανδρώνης Σ., «το Παλαιόκαστρο Ελασσόνας στην Κατοχή και στην Εθνική Αντίσταση», Ελασσονίτικα Γράμματα 10 (2000) 21

Αρσενίου Λάζαρος, «Τα κύρια χαρακτηριστικά της θεσσαλικής Αντίστασης», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας, Λάρισα 2004, σ. 59-62

Γεμενής Κωνσταντίνος, «Η Ρωμαϊκή Λεγεώνα 1941-1943: ιστορικές καταβολές, δράση, απομυθοποίηση», ανακοίνωση σε συνέδριο οργανωμένο από την Εταιρεία Συλλογής Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων ν. Λάρισας με τίτλο Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944: ύπαιθρος και πόλη, άνθρωποι, Λάρισα 25.11.06

Γκανάτσιος Δημοσθένης, «Μόνο ο αέρας και το νερό είναι δικά σας: το χωριό Γεράνεια στην Εθνική Αντίσταση», Ελασσονίτικα Γράμματα 2 (2000) 40-44

Γουλούλης Σταύρος, «Η μέρα μετά την «καταχνιά» της Κατοχής: η εικόνα της υπαίθρου στον νομό Λάρισας (πλην επ. Φαρσάλων) Μάρτιος 1945 (Αρχείο Δημ. Χατζηγιάνη)», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941-1944, σ. 210-223

Γούναρης Βασίλης, Οι Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870-1940, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/viewFile/5756/5495.pdf

Ζαγγλές Δημήτρης, «Από την Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 5-7 (1986-7) 66

Ζιάρας Ιωάννης, «Ζιάρας Ιωάννης», Εν Μικροβάλτω (Ιαν. 2007) 18

Ζιώκας Ζήσης, «Η πορεία ανάπτυξης του αντάρτικου Νοτίου Ολύμπου», Εθνική Αντίσταση 104 (1999) 84

«Ημερολόγιο του Γεωργίου Ι. Οικονόμου –Γρίβα», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση τ. 5-7/1986

Καλλίνος Θεόδωρος, «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8-10 (1977-8) 2

[Καλλίνος Θεόδωρος], «Στη Δυτική Θεσσαλία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8-10 (1987-8) 23

Καλλίνος Θεόδωρος, «Το ξεκίνημα του εαμιικού αντάρτικου στη Θεσσαλία –οργανωτικά ζητήματα», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας, Λάρισα 2004, σ. 63-68

Καλτέκης Γιάννης, «Μεταπελευθερωτική περίοδος (1912 -1940)», Η Τσαριτσάνη, Κοινότητα Τσαριτσάνης, Λάρισα, 1989, επιμ: Γιάννης Αδάμου

Κηπουρός Κώστας, «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας», Εθνική Αντίσταση, 37 (1983Β)

Κηπουρός Κώστας, «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας», Εθνική Αντίσταση 35 (1983Α) 40

Κολιόπουλος Ιωάννης, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800: το έθνος, η πολιτεία και η κοινωνία των Ελλήνων, τ. Α,. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2000

Κόντος Σ.-Φυλακτός Δ., Θεσσαλία, Αθήνα, χ.χ.

Κουτσιμανής Ελευθέριος Η ιστορία  της Κρυόβρυσης (Πουλιάνας), 2004, http://www.geocities.com/kriobrisi/page4.htm

Λέφας Ιωάννης, «Το κάψιμο της Καρυάς, Σκαμνιάς, Κρυόβρυσης το 1943», Σελίδες από την ιστορία της Καρυάς, Λάρισα, 1995

Μιστάρας Στέφανος, «Ευθύμιος Μιστάρας: «Ο πατέρας των όπλων» της Εθνικής Αντίστασης στη Θεσσαλία», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας, Λάρισα 2004, 185-97

Μιχαλέας Δημήτρης, «Οι πρώτοι αντάρτες στον Όλυμπο», ΕΑΜ Αντίσταση 20 (1992) 7

Μπουροζίκος Χρυσόστομος, «Ιστορικό αυτόγραφο», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8–10 (1987-8) 19

Ξυνός Θανάσης, «Η Τσαρίτσανη στην Εθνική Αντίσταση», Εθνική Αντίσταση 42 (1984) 114

Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη..», ό.π., σ.

Οικονόμου Γιάννης, «Οι πρώτοι αντάρτες στον Όλυμπο», Εθνική Αντίσταση, 29 (1981) 33

Πάικος Νίκος, «Συναδέλφωση αποσπάσματος χωροφυλακής και ανταρτών του Ολύμπου σε μια ενέδρα», Εθνική Αντίσταση 37 (1983) 66-7

Παλάσκας Κ., «Η ακριβής αλήθεια για την πρώτη ανταρτοομάδα στον Όλυμπο 1941-44», Εθνική Αντίσταση 92 (1996) 79

Σαµαράς Χρήστος, «Η πρώτη αντάρτικη οµάδα στον Όλυµπο», Εθνική Αντίσταση 107 (2000) 56

Σάββας Μιχαήλ, «Η 4η Διεθνής, ο πόλεμος και το «Πριν»», http://thessaloniki.indymedia.org/front.php?lang=el&article_id=24106

Τζ. Μ., «Βροντερό «παρών» από εκατοντάδες αντιστασιακούς στο Μπεχτέσι Καρυάς Ολύμπου», Ελασσονίτικα Γράμματα 10 (2000) 15

Τζούκας Βαγγέλης, «H κοινωνική ληστεία και η παράδοση ανταρσίας. Ληστές και αντάρτες στη δεκαετία 1940-50», Δερμεντζόπουλος Χρήστος-Νιτσιάκος Βασίλης (επιμ.), Όψεις του λαϊκού πολιτισμού: μνήμη Στάθη Δαμιανάκου, Πλέθρον, Αθήνα 2007, 143-156

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ
Ελευθερία, όργανον του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου Μακεδονίας 1942 -44, στο Κουζινόπουλος Σπύρος, «Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής», Καστανιώτης, Θεσσαλονίκη 19862

Ελληνικός Βορράς  1962, ημερησία πρωινή εφημερίς της Θεσσαλονίκης, ιδρ: Π. Ξ. Λεβαντής, διευθ: Β. Α. Μεσολογγίτης

Η Φωνή της Εθνικής Αντίστασης, μηνιαίο όργανο του παραρτήματος Γρεβενών της ΠΕΑΕΑ, Ιούλιος 1997

Θεσσαλονίκη 1965, η μεγάλη απογευματινή εφημερίς της Βορείου Ελλάδος, εκδότης Ι. Κ. Βελλίδης

Μακεδονία, η πρώτη πρωινή εφημερίς εν Θεσσαλονίκη, διευθ: Ι. Κ. Βελλίδης 1945

ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Γ. Γ. Κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στην Ελασσόνα το 2004

Ζ.Δ. Δάσκαλος. Συνέντευξη στην Αθήνα το 1992

Κ. Γ. Συνέντευξη στην Άρδασσα Εορδαίας το 2002

Λ. Χ. Αγρότης. Συνέντευξη στα Δελέρια το 2007

Μ. Α. Κλητήρας. Συνέντευξη στη Νέα Συκαμινέα το 2007

Μ. Α. Κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στην Ελασσόνα το 2004

Μ.Ε. Αγρότης. Συνέντευξη στο Πύθιο το 2004

Μ.Σ. Αγρότης. Συνέντευξη στη Γυρτώνη το 2007

Ν. Ι. Αγρότης και κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στο Λιβάδι το 2007

Σ. Ι. Κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στη Νέα Συκαμινέα το 2007

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Μπολτσής Πέτρος, Αναμνήσεις απ΄ τη ζωή κι απ΄ τον αγώνα, Αθήνα, 1986, σ. 21

[2] Public Record Office (PRO), FO 371/37201/R2332, Conditions in Greece 1943, various telegrams, most secret, 10.3.43

[3] Kings College London, Military Archives (KCLMA,), GB99, Woodhouse, box 1-2, 1/1/7 και 10/B6/2/34/B6. Επίσης «Ημερολόγιο του Γεωργίου Ι. Οικονόμου –Γρίβα», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση τ. 5-7/1986, σ. 79. Ακόμη Hammond Nicholas, Περιπέτεια με τους αντάρτες, 1943 -44, Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1982, σ. 36

[4] Ζαρογιάννης Γιώργης, Αναμνήσεις από την Εθνική Αντίσταση (ΕΛΑΣ) 1940 -1944, Τολίδης, Αθήνα χ.χ., σ. 64

[5] Μπλάνας Γιώργης, Εμφύλιος πόλεμος 1946 –1949, όπως τα έζησα, Αθήνα, 1976, σ. 301-3

[6] Μιστάρας Στέφανος, «Ευθύμιος Μιστάρας: «Ο πατέρας των όπλων» της Εθνικής Αντίστασης στη Θεσσαλία», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας, Λάρισα 2004, σ. 195

[7] Hammond, Περιπέτεια, σ. 25 και Ζαρογιάννης, Αναμνήσεις, ό.π. σ. 80-1. Επίσης Μπαλής Δημήτριος, Ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981, σ. 32

[8] Βακουφάρη Κωνσταντίνα, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση (1941- 1944), ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2003 (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας)

[9] Ζαρογιάννης, Αναμνήσεις, ό.π., σ. 66

[10] Δορδανάς Ευστράτιος, Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, διδακτορική διατριβή στο ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2002, σ. 215 και Λέφας Ιωάννης, «Το κάψιμο της Καρυάς, Σκαμνιάς, Κρυόβρυσης το 1943», Σελίδες από την ιστορία της Καρυάς, Λάρισα, 1995, σ. 157-9

[11] Ιστορία της Εθνικής Αντιστάσεως 1941 –44, Κωσταράκος, Αθήνα, 1962, σ. 164-8

[12] Αρσενίου Λάζαρος, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, τ. Α΄, Ιταλική κατοχή, «έλλα», Λάρισα, 19993, σ. 111

[13] Σαμαρά Ευαγγελία Ανθρώπινο χρέος: αναμνήσεις απ΄ τη ζωή μου, Διογένης, Αθήνα 1986

[14] Βαφειάδης Μάρκος, Απομνημονεύματα (1944 –1946), τ. Γ΄, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1985, σ. 327, όπου αφήγηση του Γ. Κουτσομάρκου στελέχους ΚΚΕ από την Τσαρίτσανη

[15] Antoniou Giorgos-Marantzidis Nikos, The Greek Civil War Historiography, 1945-2001, Toward a New Paradigm, 2003, http://www.columbia.edu/cu/history/gha/cjh/2003_4.htm

[16] Rocco74 (2006), Οι κρυμένοι θησαυροί του ΕΛΑΣ και των Άγγλων, http://www.metafysiko.gr/forum/showthread.php?t=885

[17] Madcat, Μωρά με ουρά!!!, 2006, http://old.zortal.gr/article.php?sid=543

[18] Μπλάνας, Εμφύλιος, όπ., σ. 303

[19] Κηπουρός Κώστας, «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας», Εθνική Αντίσταση, 37 (1983Β) 74

[20] Μαραντζίδης Νίκος, Οι μικρές Μόσχες: πολιτική και εκλογική ανάλυση της παρουσίας του κομμουνισμού στον ελλαδικό αγροτικό χώρο, Παπαζήσης, Αθήνα, 1997, σ. 221

[21] Γκανάτσιος Δημοσθένης, «Μόνο ο αέρας και το νερό είναι δικά σας: το χωριό Γεράνεια στην Εθνική Αντίσταση», Ελασσονίτικα Γράμματα 2 (2000) 44

[22] Θουκυδίδης, Ιστορία, βιβλίο τρίτο, Κάκτος, Αθήνα 1991, μετ: Αν. Γεωργοπαπαδάκος, σ. 93

[23] Mazower Mark, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, η εμπειρία της Κατοχής, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, μετ. Κώστας Κουρεμένος, σ. 81

[24] Σουβλής Χαράλαμπος, Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας (Μπούλκες –Τασκένδη), «Στους κάμπους βροντάει το κανόνι…), Λάρισα 1984, σ. 24

[25] Παπαγεωργίου Γ., Παραλειπόμενα της εθνικής αντίστασης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981, σ. 48, 223

[26] Ξυνός Θανάσης, «Η Τσαρίτσανη στην Εθνική Αντίσταση», Εθνική Αντίσταση 42 (1984) 114 και Κηπουρός, Αναμνήσεις, 37/1983Β, σ. 72

[27] Αβέρωφ Γεώργιος, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, Αθήνα, 1948, σ. 125

[28] Καριπίδης Θεόδωρος, Εαμική Εθνική Αντίσταση –Δεκέμβρης 1944 (Δεκεμβριανά) –Εμφύλιος Πόλεμος 1946-49, Σύγχρονη Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1996, επιμ: Λευτέρης Λάλος, Θωμάς Χατζηκακίδης, Νίκος Καρβούνης, σ. 93-6

[29] Ζιώκας Ζήσης, «Η πορεία ανάπτυξης του αντάρτικου Νοτίου Ολύμπου», Εθνική Αντίσταση 104 (1999) 84

[30] Σουβλής, Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας, ό.π., σ. 95

[31] Παπαγεωργίου, Παραλειπόμενα, ό.π., σ. 65

[32] Κηπουρός Κώστας, «Αναμνήσεις από τον ΕΛΑΣ Θεσσαλίας», Εθνική Αντίσταση 35 (1983Α) 40

[33] Ιστορία της Εθνικής Αντιστάσεως, σ. 164

[34] Σ. Ι. Κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στη Νέα Συκαμινέα το 2007

[35] Χατζηπαναγιώτου Γιάννης, Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη (Εθνική και Κοινωνική), Δωρικός, Αθήνα, 19823, επιμ: Μπάμπη Κλάρα, σ. 108

[36] Μελετζής Σπύρος, Με τους αντάρτες στα βουνά, Μελετζής –Παπαδάκης, Αθήνα 19843, σ. 13

[37] Καλλίνος Θεόδωρος, «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8-10 (1977-8) 2

[38] Μπουροζίκος Χρυσόστομος, «Ιστορικό αυτόγραφο», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8–10 (1987-8) 19

[39] Hammond, Περιπέτεια, ό.π., σ. 24

[40] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 1983Α, ό.π., σ. 42 και Σαµαράς Χρήστος, «Η πρώτη αντάρτικη οµάδα στον Όλυµπο», Εθνική Αντίσταση 107 (2000) 56

[41] Ζαγγλές Δημήτρης, «Από την Αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 5-7 (1986-7) 66

[42] Γ. Γ. Κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στην Ελασσόνα το 2004

[43] Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Οι αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2000 (πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας), σ. 46

[44] Οικονόμου Γιάννης, «Οι πρώτοι αντάρτες στον Όλυμπο», Εθνική Αντίσταση, 29 (1981) 33

[45] Καριπίδης Θεόδωρος, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 141

[46] Ιστορία της Εθνικής Αντιστάσεως, ό.π., σ 164

[47] Λ. Χ. Αγρότης. Συνέντευξη στα Δελέρια το 2007

[48] Παπανικολάου Αθανάσιος, Η Γιαννωτά: ιστορία, γεωγραφία, λαογραφία, Ελασσόνα, 1982, σ. 87

[49] Παλάσκας Κ., «Η ακριβής αλήθεια για την πρώτη ανταρτοομάδα στον Όλυμπο 1941-44», Εθνική Αντίσταση 92 (1996) 79

[50] Πρωτόπαπας Σαράντης, Χη μεραρχία του ΕΛΑΣ, Εθνική Αντίσταση στη Μακεδονία 1941 –1944, Αθήνα, 1978, επιμ. Ν. Μάργαρη, σ. 47

[51] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 1983Α, ό.π., σ. 40

[52] Μελετζής, ό.π., σ. 14

[53] Παπαγεωργίου, Παραλειπόμενα, ό.π., σ. 123, 128

[54] Μ. Α. Κλητήρας. Συνέντευξη στη Νέα Συκαμινέα το 2007. Επίσης Σ. Ι. συνέντευξη, .ό..π.

[55] Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 164

[56] Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 119-20, 163

[57] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 1983Α, ό.π., σ. 39

[58] Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 128

[59] Πάικος Νίκος, «Συναδέλφωση αποσπάσματος χωροφυλακής και ανταρτών του Ολύμπου σε μια ενέδρα», Εθνική Αντίσταση 37 (1983) 66-7. Επίσης Ν. Ι. Αγρότης και κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στο Λιβάδι το 2007

[60] Πρωτόπαπας, Χη μεραρχία του ΕΛΑΣ, ό.π., σ. 78-80

[61] Γνωστές κι ως ΟΕΚ (Ομάδες Ενόπλων Καταδιωκόμενων) και ΟΔΚ (Ομάδες Δημοκρατικών Καταδιωκόμενων)

[62] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ιστορικά Έργα: Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου (ΑΕΠ), τ. 3, Αθήνα 1996, αρ.15, «Κατάσταση Δραστηριότητας τριμήνου Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1946», Β΄ΣΣ/Α1 προς ΓΕΣ/Α1, Λάρισα 2/1/1947

[63] Σακαλής Αλέκος, Μνήμες, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 1998, σ. 232. Αν ο αναφερόμενος είναι το ίδιο πρόσωπο με αλογοσούρτη που είχαν συλλάβει οι αντάρτες και αφού τον κακοποίησαν τον υποχρέωσαν να τους συντροφεύει, βλ. Καριπίδης, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 83, δεν έχει διευκρινιστεί

[64] Μ. Α. Κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στην Ελασσόνα το 2004

[65] Τζ. Μ., «Βροντερό «παρών» από εκατοντάδες αντιστασιακούς στο Μπεχτέσι Καρυάς Ολύμπου», Ελασσονίτικα Γράμματα 10 (2000) 15

[66] Μ. Α. συνέντευξη, ό.π.

[67] Μπουροζίκος, Ιστορικό αυτόγραφο, ό.π., σ. 20

[68] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, ό.π., αρ. 81, «Συνοπτική κατάσταση συμμοριτών στην περιοχή του Β΄ ΣΣ», Λάρισα 12/3/1947

[69] Η Φωνή της Εθνικής Αντίστασης, μηνιαίο όργανο του παραρτήματος Γρεβενών της ΠΕΑΕΑ, Ιούλιος 1997, σ. 7

[70] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 1983Α, ό.π., σ. 40-1, 51-3

[71] Ν. Ι. Συνέντευξη, ό.π.

[72] Τζεκίνης Χρήστος, Πέρα από τον Όλυμπο, ένα Χρονικό της Αντίστασης στη Ναζιστική Κατοχή 1941 -44, Ειδική Εκδοτική, Αθήνα, 1992, σ. 110

[73] KCLMA, Woodhouse, ό.π., 1/42

[74] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 1983Α, ό.π., σ. 51

[75] Καλλιανιώτης, Οι αρχές της Αντίστασης, ό.π., σ. 37-9

[76] Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (18.3.65) 3

[77] Εκθεση Δράσης Οργάνωσης ΕΟΕΑ-ΕΔΕΣ Κεντρικής και Δυτ. Μακεδονίας, https://stratistoria.wordpress.com/1945/02/23/19450223-eoea-edes-k-d-makedonias/

[78] Ζιάρας Ιωάννης, «Ζιάρας Ιωάννης», Εν Μικροβάλτω (Ιαν. 2007) 18

[79] Hammond, Περιπέτεια, ό.π., σ. 23

[80] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 37 (1983Β), ό.π.

[81] Χουρίδης Βασίλης, Κατοχή, γεγονότα περιόδου 1941 –44 στην Ελασσόνα, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 78-9

[82] Σουβλής, Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας, ό.π., σ. 54

[83] Καριπίδης Θεόδωρος, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 187143

[84] Σαρακατσάνης Δημήτρης, «Στην ανατολική Θεσσαλία» Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8-10 (1987-8) 19

[85] Χατζηπαναγιώτου, Η πολιτική διαθήκη, ό.π., σ. 106

[86] Καλτέκης Γιάννης, «Μεταπελευθερωτική περίοδος (1912 -1940)», Η Τσαριτσάνη, Κοινότητα Τσαριτσάνης, Λάρισα, 1989, επιμ: Γιάννης Αδάμου, σ. 193-4

[87] Τζ,., «Βροντερό «παρών»», ό.π., σ. 16

[88] Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη…», ό.π., σ. 110

[89] Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 325

[90] Καλτέκης, «Μεταπελευθερωτική περίοδος», ό,π., σ. 194, 203

[91] Hammond, Περιπέτεια, ό.π., σ. 35

[92] Ξυνός «Η Τσαρίτσανη…», ό.π., σ. 109

[93] Αυγουστής Γιώργος, Κατοχικές μνήμες 1943 -1944, Ελασσόνα, 1997, σ. 80

[94] Καλτέκης, «Μεταπελευθερωτική περίοδος», ό.π., σ. 200

[95] Κηπουρός, «Αναμνήσεις» 1983Α, ό.π., σ. 39

[96] Ζαρογιάννης, Αναμνήσεις, ό.π., σ. 47

[97] Σαμαράς, «Η πρώτη αντάρτικη οµάδα», ό.π., σ. 57 και Βακουφάρη, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 144

[98] Καλλιανιώτης Θανάσης, «Οι αντικομουνιστές καπετάνιοι στη Δυτική Μακεδονία (1942 -1949)», Οι άλλοι καπετάνιοι, επιμ: Νίκος Μαραντζίδης, Αθήνα, Εστία 2005, σ. 202

[99] KCL/MA, GB99, Woodhouse, ό.π., 1/1/7-10

[100] ΔΒΘ, Ελληνικός Βορράς (29.3.62) 1, 7

[101] Ζ.Δ. Δάσκαλος. Συνέντευξη στην Αθήνα το 1992

[102] Καλτέκης, «Μεταπελευθερωτική περίοδος», ό.π., σ. 201

[103] Καριπίδης Θεόδωρος, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π, σ. 77

[104] Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 325

[105] Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη», ό.π., 110-11

[106] Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 108

[107] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 1983Α, ό.π., σ. 48

[108] Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη», ό.π., 110, 112

[109] ΔΙΣ/ΓΕΣ, ΑΕΠ ό.π., τ. 5/123, Ο.Δ.Κ. /Αρχηγ. Χασίων, Έκθεση -Ιστορία του ΙΙΙ Συγκροτήματος, Σ.Δ/Αρχ. 13/11/1946 και ΔΒΘ, Μακεδονία (30.6.45)

[110] ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΑΕΠ 9/4, «Έκθεση επί της οργανώσεως και διάταξης των συμμοριτών επί πληροφοριών μέχρι την 1 Ιουν 1948», Β΄ΣΣ/Α2 προς Ι-ΙΙ- VΙΙΙ-ΙΧ-Χ-ΧΙ- ΧV Μερ./Α2, Ταξ./Α2, ΔΕΘ, ΤΣΕΚ, ΤΣΕΤ, ΤΣΕΕ, 83-84 Περ./Α2, ΟΑΣ, Λάρισα 1/6/1948

[111] Τζ., «Βροντερό «παρών»», ό.π., σ. 16

[112] Τζ., «Βροντερό «παρών»», ό.π., σ. 15

[113] Καριπίδης, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 77 και Μιχαλέας Δημήτρης, «Οι πρώτοι αντάρτες στον Όλυμπο», ΕΑΜ Αντίσταση 20 (1992) 7

[114] Καριπίδης Θεόδωρος, Εαμική Εθνική Αντίσταση, σ. 134

[115] Μιχαλέας, «Οι πρώτοι αντάρτες στον Όλυμπο», ό.π., σ. 6-7

[116] Ήρωες και Μάρτυρες, Παπακωνσταντίνου, Αθήνα χ.χ., σ. 178

[117] Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 108 και Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη..», ό.π., σ. 114

[118] ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΑΕΠ, ό.π., 2/123, «Έκθεση -Ιστορία του ΙΙΙ Συγκροτήματος», Ο.Δ.Κ. /Αρχηγ. Χασίων, Σ.Δ/Αρχ. 13/11/1946

[119] Κηπουρός, «Αναμνήσεις», 1983Α, ό.π., σ. 48 και Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 108. Επίσης Μπαλής, Ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, ό.π., σ. 24

[120] Μπλάνας, Εμφύλιος, ό.π., σ. 51

[121] ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΑΕΠ, ό.π., τ. 9/4 και Μπλάνας, Εμφύλιος, ό.π., σ. 297. Επίσης Ήρωες, ό.π., σ. 224

[122] Καλλίνος, «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», ό.π., σ. 1

[123] Λ. Χ.,συνέντευξη, ό.π.,

[124] Παπαγιάννης Σταύρος, Τα παιδιά της Λύκαινας, οι «επίγονοι» της 5ης Ρωμαϊκής Λεγεώνας κατά τη διάρκεια της κατοχής (1941 –1944), Σοκόλης, Αθήνα 20042, σ. 131-2

[125] Κ. Γ. Συνέντευξη στην Άρδασσα Εορδαίας το 2002

[126] Σάββας Μιχαήλ, «Η 4η Διεθνής, ο πόλεμος και το «Πριν»», http://thessaloniki.indymedia.org/front.php?lang=el&article_id=24106

[127] Παπαγεωργίου, Παραλειπόμενα, ό.π., σ. 86

[128] Κηπουρός, «Αναμνήσεις» 37 (1983Β) ό.π.,

[129] Μπαλής, Ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, ό.π., σ. 55

[130] Γεωργίου Βάσος (επιμ.), Ιστορία της Αντίστασης 1940-1945, τ. Α΄, Αυλός, Αθήνα 1979, σ. 197, 335

[131] Stevens John, «Report on Present Conditions in Central Greece», British Reports on Greece 1943-44, επιμ: Lars Baerentzen, Museum Tusculanum Press, Copenhagen 1982, σ. 6

[132] Χατζηπαναγιώτου, Η πολιτική διαθήκη, ό.π., σ. 106

[133] Καλλίνος, Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία, ό.π., σ. 2

[134] Μπαλής Ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, ό.π., σ. 35 και Ζαρογιάννης, Αναμνήσεις, ό.π., σ. 82

[135] Βαφειάδης, Απομνημονεύματα, ό.π., σ. 326

[136] Καλλίνος Θεόδωρος, «Το ξεκίνημα του εαμιικού αντάρτικου στη Θεσσαλία –οργανωτικά ζητήματα», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας, Λάρισα 2004, σ. 68

[137] Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία», ό.π. σ. 12-4 και Μπουροζίκος «Ιστορικό αυτόγραφο», ό.π., σ. 19

[138] Σουβλής, Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας, ό.π., σ. 33

[139] Θουκυδίδης, Ιστορία, ό.π., σ. 151

[140] Γουλούλης Σταύρος, «Η μέρα μετά την «καταχνιά» της Κατοχής: η εικόνα της υπαίθρου στον νομό Λάρισας (πλην επ. Φαρσάλων) Μάρτιος 1945 (Αρχείο Δημ. Χατζηγιάνη)», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941-1944, σ. 221

[141] Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία», ό.π. σ. 12-4

[142] Καλλίνος Θόδωρος, Ενότητα, πολεμικά γεγονότα –γραπτά, τ. Α΄ Αθήνα, 1978, σ. 57

[143] Καριπίδης, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 77

[144] Σουβλής, Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας, ό.π., σ. 34

[145] Γεωργίου, Ιστορία της Αντίστασης, ό.π., σ. 285

[146] Χουρίδης, Κατοχή, ό.π., σ. 96

[147] Καλτέκης, «Μεταπελευθερωτική περίοδος», ό.π., σ. 198

[148] Χατζηπαναγιώτου, Η πολιτική διαθήκη, ό.π., σ. 106-7

[149] Μ.Σ. Αγρότης. Συνέντευξη στη Γυρτώνη το 2007

[150] Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία», ό.π., σ. 16, 23

[151] Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία», ό.π., σ. 17 και Μπουροζίκος «Ιστορικό αυτόγραφο», ό.π., σ. 20

[152] Ελευθερία (16.10.42) 4, στο Κουζινόπουλος Σπύρος, «Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής», Καστανιώτης, Θεσσαλονίκη 19862

[153] Μ. Α. Συνέντευξη ό.π.,

[154] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 90

[155] Βακουφάρη, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 129

[156] Hammond, Περιπέτεια, ό.π., σ. 32

[157] Βακουφάρη, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π.,  σ. 151

[158] Μαργαρίτης Γιώργος, Από την ήττα στην εξέγερση, Ελλάδα: Άνοιξη 1941 –Φθινόπωρο 1942, Ο Πολίτης, Αθήνα, 1993, σ. 207

[159] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 187

[160] Γουλούλης, «Η μέρα μετά την «καταχνιά», ό.π.,

[161] Καριπίδης, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 187-8

[162] Ιστορία της Εθνικής Αντιστάσεως, ό.π., σ. 168

[163] Γουλούλης, «Η μέρα μετά την «καταχνιά», ό.π., σ. 219

[164] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 134

[165] Μ.Ε. Αγρότης. Συνέντευξη στο Πύθιο το 2004. Επίσης Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 133-6

[166] Ριζοσπάστης (1.1.43) 4

[167] Μπουροζίκος «Ιστορικό αυτόγραφο», ό.π., σ. 21

[168] Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας,, Λάρισα 2004, σ. 131

[169] Γουλούλης, «Η μέρα μετά την «καταχνιά»», ό.π., σ. 221

[170] Χατζής Θανάσης, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε, τ. Α΄, Δωρικός, Αθήνα, 19822, σ. 303

[171] Ζαρογιάννης, Αναμνήσεις, ό.π., σ. 55 και Γουλούλης, «Η μέρα μετά την «καταχνιά», ό.π., σ. 220

[172] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 77

[173] Ζαρογιάννης, Αναμνήσεις, ό.π., σ. 55

[174] Πρωτοδικείο Γρεβενών (ΠΓ), Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών 1946 -47, αρ. 246/1946 και 16/1947

[175] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 50

[176] Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία», ό.π., σ. 18

[177] Γουλούλης, «Η μέρα μετά την «καταχνιά», ό.π., σ. 219

[178] Hammond, Περιπέτεια, ό.π., σ. 30, 34

[179] [Καλλίνος Θεόδωρος], «Στη Δυτική Θεσσαλία», Ενιαία Εαμική Εθνική Αντίσταση 8-10 (1987-8) 23

[180] Πανάγος Θόδωρος, Αυτά έχουν τα υπόγεια, μη γελάς!, η καθημερινή ζωή στην Αντίσταση, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1996, σ. 18, 26, 57

[181] Κηπουρός, Αναμνήσεις, 1983Α, ό.π., σ. 40

[182] Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 161

[183] Αζέλης Αγαθοκλής, «Τα ανέκδοτα απομνημονεύματα του Μιχαήλ Κοσβύρα από την Αγναντιά Καλαμπάκας: μια πρώτη προσέγγιση», Τρικαλινά 23 (2003) 165

[184] Μπαλής, Ο ΕΛΑΣ στη Θεσσαλία, ό.π., σ. 26

[185] Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη..», ό.π., σ. 116

[186] Αρσενίου Λάζαρος, «Τα κύρια χαρακτηριστικά της θεσσαλικής Αντίστασης», Το έπος του ΄40, σ. 59

[187] Καλλίνος, «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», ό.π., σ. 8

[188] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 55

[189] Αβέρωφ, Η πολιτική πλευρά του κουτσοβλαχικού ζητήματος, ό.π., σ. 153-4

[190] Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία», ό.π., σ. 16

[191] KCL/MA, Woodhouse, ό.π., 2/2/1/42

[192] PRO, FO 371 37201/R2332 και Λ. Χ. ό.π., συνέντευξη το 2007

[193] Μπλάνας, Εμφύλιος, ό.π., σ. 307-10 και Λ. Χ. ό.π., συνέντευξη το 2007

[194] Καλλίνος, «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», ό.π., σ. 8 και Μπλάνας,, Εμφύλιος, ό.π., σ. 307-9

[195] Σαρακατσάνης, «Στην ανατολική Θεσσαλία», ό.π., σ. 22

[196] Μιστάρας, «Ευθύμιος Μιστάρας», ό.π., σ. 193

[197] Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 172-3 και Καλλίνος, «Από την Αντίσταση στη Θεσσαλία», ό.π., σ. 55

[198] Hammond, Περιπέτεια, ό.π., σ. 32

[199] Αρσενίου Λάζαρος, «Τα κύρια χαρακτηριστικά της θεσσαλικής Αντίστασης», Το έπος του ΄40 και η Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944, ΕΔΙΑ ν. Λάρισας, Λάρισα 2004, σ. 59

[200] Καριπίδης, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 155

[201] Βακουφάρη, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 130-1. Η ημερομηνία του εγγράφου είναι διαφορετική, αφού Οκτώβριο του 1942 οι αντάρτες δεν είχαν αιχμαλωτίσει κανέναν Ιταλό στρατιώτη

[202] Βακουφάρη Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 130-1, 138

[203] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 173

[204] Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης, ό.π., σ. 164 και Ελευθερία (16.10.42) 2. Επίσης Θεοδοσιάδης Σταύρος, Η Πίνδος ομιλεί: η Εθνική Αντίστασις 1941 –1944, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000, επιμ: Νίκος Καλογερόπουλος, σ. 66

[205] Γεμενής Κωνσταντίνος, «Η Ρωμαϊκή Λεγεώνα 1941-1943: ιστορικές καταβολές, δράση, απομυθοποίηση», ανακοίνωση σε συνέδριο οργανωμένο από την Εταιρεία Συλλογής Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων ν. Λάρισας με τίτλο Εθνική Αντίσταση στη Θεσσαλία 1941 -1944: ύπαιθρος και πόλη, άνθρωποι, Λάρισα 25.11.06

[206] ΠΓ, Πρακτικά Δικών, αρ. 9/1945. Η ονομασία «λεγεώνα των Βλάχων» είναι σύγχρονη και κυκλοφορεί ανάμεσα στους φιλάθλους της Λάρισας, βλ. Geronymo (2005), «[σχόλιο]», http://www.larissafc.com/forum/archive/index.php?t-316.html

[207] Σουβλής, Ο ΕΛΑΣ της Θεσσαλίας, ό.π., σ. 54

[208] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 329, 499-501

[209] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 111

[210] Ειρηνοδικείο Γρεβενών, Εκθέσεις έτους 1945, Έκθεσις 922/1945. Επίσης Βήττος Χρήστος, Τα Γρεβενά στην Κατοχή και στο Αντάρτικο, ιστορική μελέτη δεκαετίας 1940 –1950, Art of Text, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 101. Ακόμη Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 88

[211] Η άποψη ότι «η φθίνουσα πορεία του χωριού [Κρυόβρυση] ξεκίνησε κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο με τις λεηλασίες και το ζωομάζωμα το 1942 από τους Ιταλούς κατακτητές», βλ. Κουτσιμανής Ελευθέριος Η ιστορία της Κρυόβρυσης (Πουλιάνας), 2004, http://www.geocities.com/kriobrisi/page4.htm δεν έχει ελεγχθεί

[212] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 63-5, 98, 129-30, 268, 287

[213] Λ.Χ. ό.π., συνέντευξη το 2007

[214] Προκόβας Κώστας, «Αριστοτέλης Παρασκευάς (1914-2002)», Ο λόγος του συλλόγου 8/12 (2006) 12

[215] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 89, 133

[216] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 119.

[217] Καλλιανιώτης, Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία

[218] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 65, 221

[219] Καριπίδης, Εαμική Εθνική Αντίσταση, ό.π., σ. 142-4

[220] Κατά μία άλλη πηγή ήταν «ρωμαλέος …, με ύψος ένα κι εβδομήντα, φαρδύς», βλ. Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 185

[221] Παπαγιάννης, Τα παιδιά της Λύκαινας, ό.π., σ. 184-5, 220, 504

[222] Μελετζής, Με τους αντάρτες στα βουνά, ό.π., σ. 1984:13

[223] Τζούκας Βαγγέλης, «H κοινωνική ληστεία και η παράδοση ανταρσίας. Ληστές και αντάρτες στη δεκαετία 1940-50», Δερμεντζόπουλος Χρήστος-Νιτσιάκος Βασίλης (επιμ.), Όψεις του λαϊκού πολιτισμού: μνήμη Στάθη Δαμιανάκου, Πλέθρον, Αθήνα 2007, σ. 146

[224] Κολιόπουλος Ιωάννης, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800: το έθνος, η πολιτεία και η κοινωνία των Ελλήνων, τ. Α,. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 181

[225] Παλιούρας Δημήτριος, Στο Δεύτερο Πλατάνι, [Ελασσόνα] 19982, σ. 17-8, 23

[226] Μαραντζίδης, Οι μικρές Μόσχες, ό.π., σ. 231

[227] Παπανικολάου, Η Γιαννωτά, ό.π., σ. 89

[228] Μπλάνας, Εμφύλιος, ό.π., σ. 301

[229] Μαργαρίτης, Από την ήττα στην εξέγερση, ό.π., σ. 162

[230] Βραχνιάρης Χρήστος, Τα χρόνια της λαϊκής εποποιίας, Πανόραμα, Αθήνα, 1983, σ. 37

[231] Ριζοσπάστης 5.9.42/1, 1.12.42/2

[232] Ελληνικός Βορράς 28.3.62/3

[233] Χατζής, Η νικηφόρα επανάσταση, ό.π., σ. 62

[234] Ξυνός, «Η Τσαρίτσανη..», ό.π., σ. 115

[235] Βακουφάρη, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, ό.π., σ. 130-1

[236] Ελευθερία (10.9.42) 4, (16.10.42)4 και (17.11.42) 1

[237] Για την Αργολίδα βλ. Kalyvas Stathis “Red Terror: leftist violence during the occupation”, After the war was over, reconstructing the family, nation, and state in Greece, 1943 –1960, Princeton: Princeton University Press, 43 –83 ed. Mark Mazower

[238] Hammond, Περιπέτεια, ό.π., σ. 34 και Ζαρογιάννης, Αναμνήσεις, ό.π., σ. 318

[239] Μαραντζίδης, Οι μικρές Μόσχες, ό.π., σ. 220

[240] Γκανάτσιος, «Μόνο ο αέρας και το νερό είναι δικά σας», ό.π., σ. 43

[241] Ανδρώνης Σ., «το Παλαιόκαστρο Ελασσόνας στην Κατοχή και στην Εθνική Αντίσταση», Ελασσονίτικα Γράμματα 10 (2000) 21

[242] Μπλάνας, Εμφύλιος, ό.π., σ. 36. Επίσης ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΑΕΠ 2/11, «Δελτία Πληροφοριών επί της δραστηριότητος του Κ.Κ.Ε», ΓΕΣ/Δνση Πληροφοριών προς ΓΕΣ/Α1, Αθήνα 12/6/1945

[243] Παλιούρας, Στο Δεύτερο Πλατάνι, ό.π., σ. 38

[244] Μπλάνας, Εμφύλιος, ό.π., σ. 41

[245] Βερέμης Θάνος –Κολιόπουλος Γιάννης, Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια, από το 1821 μέχρι σήμερα, Καστανιώτης, Αθήνα, 2006, σ. 400

[246] Μ.Α. ό.π., συνέντευξη το 2007

[247] Μπλάνας, Εμφύλιος, ό.π., σ. 48

[248] Παλιούρας, Στο Δεύτερο Πλατάνι, ό.π., σ. 38

[249] Γούναρης Βασίλης, Οι Σλαβόφωνοι της Μακεδονίας. Η πορεία της ενσωμάτωσης στο ελληνικό εθνικό κράτος, 1870-1940, σ. 217, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/makedonika/article/viewFile/5756/5495.pdf

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ηθική και προπαγάνδα: η περίπτωση της ΕΣΟ Κοζάνης 1944

Το παρόν κείμενο ξεδιπλώνει μια προσωπικής φύσεως μομφή, η οποία εκτοξεύτηκε εναντίον του ηγέτη των Εθνικοσοσιαλιστών της Κοζάνης. Αφού ενταχθεί αδρά το πλαίσιο της εποχής, διαπιστώνεται ότι δεν έχει ακόμα πλήρως εξακριβωθεί για να γίνει τελεσίδικα αποδεκτή. Παράλληλα επισημαίνεται τόσο ο ετεροχρονισμός όσο και ο πλάγιος τρόπος εκφοράς της

Ένα από τα πρώτα έγγραφα της ΕΣΟ Κοζάνης προς το τοπικό γερμανικό φρουραρχείο με το οποίο ζητείται η απαλλαγή μέλους του από την αναγκαστική προσωπική εργασία που είχαν επιβάλλει (και) οι κατακτητές. Τέτοιου είδους πρακτικές εκδουλεύσεις κι όχι ακαθορίστου χρησιμότητας ιδεολογικά κριτήρια ώθησαν προφανώς αρκετούς κατοίκους να εγγραφούν στην ειρημένη αντικομουνιστική οργάνωση της πόλης. ΚΔΒΚ, Λυτά Έγγραφα

Παράμετροι του εξουσιαστικού λόγου
Βασικός στόχος των πολέμων είναι η καταβολή του αντιπάλου με στρατιωτικά μέσα, συγκρούσεις, μάχες, εκτελέσεις, δολοφονίες κλπ. Εκτός από αυτά συνηθισμένες είναι ιδιαίτερα στις εμφύλιες διενέξεις πολιτικές και προσωπικές επιθέσεις, ώστε να αποξενώνονται οι αντίπαλοι από τους υποστηρικτές των. Τους Γερμανούς λ.χ. της περιοχής μας οι αντάρτες και λαός τούς χαρακτήριζαν «φασίστες», έννοια αποτρόπαιη στον καθένα. Αλλά χωρίς αμφιβολία όχι πολλοί κατηχητές του ΕΑΜ/ΚΚΕ, που θεωρούσαν ότι ήσαν οι απόλυτοι χειριστές του αντιστασιακού λόγου, ήταν σε θέση να ερμηνεύσουν το νόημα της λέξης και για ποιες τελικά αιτίες τοποθετούνταν απέναντί της.

Ευκολότερες από τις ιδεολογικές ήταν οι προσωπικές επιθέσεις ιδιαίτερα στον τομέα της ηθικής. Σε εαμική εφημερίδα της εποχής είχε δηλωθεί πως το Φλεβάρη του 1944 σε μια επιδρομή τους στην ανθηρή κωμόπολη Δεσκάτη οι Γερμανοί βίασαν όλες τις γυναίκες από 15 μέχρι 80 χρονών (Βερβενιώτη 1994:125). Επειδή όμως στην απογραφή του 1940 οι κάτοικοί της Δεσκάτης αριθμούνταν σε 4.044 άτομα (Σπανός 1995:75), θα πρέπει να βιάστηκαν μέσα σε μια μέρα κατά προσέγγισιν 2000 γυναίκες και, αφού οι νεαροί Ες Ες που μπήκαν στη Δεσκάτη απυρόβλητοι ανήκαν σε δύο τάγματα (Δορδανάς 2002:518), καθένας τους μάλλον πρέπει να βίασε πάνω τρεις έφηβες, ώριμες και υπερήλικες γυναίκες μαζί!

Δεν θα ήταν σήμερα κανείς τελείως λογικός, αν υποστήριζε την πάσα αλήθεια αυτής της υπερφίαλης αναφοράς. Παράλογος όμως θα θεωρούνταν από τον επαναστατικό κύκλο της εφημερίδας εκείνη την εποχή όποιος επισήμαινε το ψευδολόγημα ή, έστω, την υπερβολική διόγκωση της ιδίας πληροφορίας και το λιγότερο θα απομονώνονταν ως αντιδραστικός. Κάθε Γερμανός εκτός από φασίστας έπρεπε να λογίζεται και βιαστής, ώστε να μην υπάρχει καμιά συνάφεια με τους κατοίκους, αλλά αυτό ήταν μόνο μια έκφανση της εχθρότητας. Βαθύτερη σημασία είχε η πίστη στην επανάσταση και την συνεχώς μέλλουσα κοινωνική αλλαγή και περισσότερο η υποταγή στο λόγο των φορέων και εκπροσώπων της όσο φαντασιακός και παρατραβηγμένος κι αν ήταν ή φαινόταν αυτός όπως εν προκειμένω στην περίπτωση της Δεσκάτης. Παρεμφερείς παραδοξολογίες φυσικά διέδιδαν όχι μόνον οι αντάρτες.

Ερμηνευτικές ρωγμές
Αποδέκτες τέτοιου είδους άοπλων επιθέσεων ήταν και οι Έλληνες που σχετίζονταν ή θεωρούνταν ότι σχετίζονταν ή συνεργάζονταν με τους Γερμανούς. Σε μια από τις αναφερόμενες κατηγορίες ανήκει ο πρόεδρος της Εθνικοσοσιαλιστικής Οργάνωσης Κοζάνης δικηγόρος Χαρίσιος Τανής (1904 -1944) -ένα γενικό περίγραμμα του προσώπου του και της οργάνωσής του παρουσιάστηκε στις εφ. Θάρρος 13.7.04/3 και Εορδαϊκός Παλμός 21.7.04/8-9 όπου αναφέρθηκε μονολεκτικά η προσωπική συνιστώσα της ηθικής που θα εξεταστεί καλύτερα σήμερα.

Ανήθικο δικηγόρο είχε χαρακτηρίσει τον πρόεδρο της ΕΣΟ σε μια έκθεσή της το καλοκαίρι του 1944 η ΠΕ του ΚΚΕ Κοζάνης-Πτολεμαΐδας χαρτογραφώντας τις «αντιδραστικές οργανώσεις» της περιοχής και τους ηγέτες της (Εγκέισκα 1971:Α335) και αυτή είναι η μοναδική (διαθέσιμη) προσβλητική ως προς το χαρακτήρα του έκφραση. Αφορά όμως οπωσδήποτε κι αυτόν η λέξη «αρίξαβ(η)» που συντηρήθηκε στην προφορική μνήμη της περιοχής για να χαρακτηρίσει την σύζυγό του. Στην ίδια γυναίκα απευθύνθηκε σχετικά πρόσφατα και η διφορούμενη φράση «περίφημη Τασιά» που διατύπωσε δυάκις παλαιός δημοσιογράφος της Κοζάνης (Θεοδοσιάδης 2000:457,459) και μη κομουνιστής καθοδηγητής του τοπικού ΕΑΜ.

Περισσότερες χαρακτηρολογικές εκφράσεις πλάστηκαν για την συμβία του προέδρου της ΕΣΟ παρά για τον ίδιο κι αυτές προερχόμενες από το περίγυρό τους εχθρικό περιβάλλον. Πράγμα που σημαίνει ότι η επίθεση εναντίον του έγινε με χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, αφού η  γυναίκα του σύμφωνα με τις ως σήμερα πηγές δεν έπαιζε ενεργό ρόλο στην οργάνωση των Εθνικοσοσιαλιστών, παρόλο που διέθετε εμπειρίες συνομιλιών και συγκεντρώσεων: προπολεμικά είχε εντυπωσιάσει ένα παιδί της Κοζάνης, οξύνου μετέπειτα γραφέα των τοπικών εξελίξεων: ως φανατική στα πολιτικά άνοιγε εύκολα συζητήσεις υποστηρίζοντας την φιλελεύθερη παράταξη (Παπακωνσταντίνου 1995:195).

Η λέξη ρίξαβους, θεωρούμενη ως αρσενικό ουσιαστικό, μεταφράστηκε σε πρόσφατο, προς δοκιμασίαν, λεξικό του τοπικού ιδιώματος ως γυναικάς (Χριστοδούλου 2003:508). Για τη θηλυκή ύπαρξη συναντάται στο ίδιο πόνημα η λέξη ρίξου, που ερμηνεύεται αυτόθι ως κουνίστρα, πεταχτή, όμως η λέξη αρίξαβ(η), που σπάνια σήμερα εκφέρεται στους κύκλους των ηλικιωμένων έχει διαφορετική σημασία. Ακόμα πιο δύσκολα εντοπίζεται ο χαρακτηρισμός αρίξαβου που αποδίδεται π.χ. σε σκυλάκι που αναπηδά με χαρά στα γόνατα των ανθρώπων. Άρα η λέξη ρίξαβους ή αρίξαβους δεν είναι ουσιαστικό, παρά τριγενές και τρικατάληκτο επίθετο και η μετάφρασή του μόνο ως γυναικάς δεν είναι αρκετή. Σε επόμενη σχετική έκδοση το θηλυκό λήμμα αρίξαβ(η) πρέπει να το συνοδεύουν οι ερμηνείες παρεξηγημένα ανοιχτόκαρδη ή ίσως και προκλητική, το δε ουδέτερο αρίξαβου, να εξηγείται ως ζωηρό ή παιχνιδιάρικο. Δεκαετίες ακουσμάτων και χρήσης χρειάζεται κανείς για να εμποτιστεί με τις λεπτές αποχρώσεις των λέξεων.

Πραγματικές και φανταστικές σφαίρες
Παρεξηγημένα ανοιχτόκαρδη, λοιπόν, και περίφημη πέρασε στην ιστορία η κυρία Τανή όχι μόνο για την παρρησία της. Οι γονείς της κατά μια πηγή κατάγονταν από τη Σμύρνη (ΙΣΣΚ, Μ.Ι.1994) -η ίδια είχε δηλώσει ότι γεννήθηκε στη Δράμα (ΛΔΚ, ΛΠΓ17/1938). Παντρεμένη με μεγαλύτερό της κρητικό δικηγόρο, που είχε διοριστεί επί διακυβέρνησης Βενιζέλου νομάρχης στο νομό Κοζάνης (Θ.Λ. 1995), εγκαταστάθηκε μόνιμα στην πόλη (Καραγιάννης 1997:29). Απρόβλεπτο γεγονός που έλαβε χώραν ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι του 1932 σε κεντρικό πολυσύχναστο δρόμο τροφοδότησε για αρκετό καιρό τα κασμέργια των γειτονιών: η ζωηρή Τασία λογομαχώντας με τον, ασκούμενο στο γραφείο του άντρα της (ΙΣΣΚ, Μ.Ι.1994) δικηγόρο Χαρίσιο Τανή τον πυροβόλησε χωρίς να τον πετύχει (ΔΒΚ, ΒΕ15.5.32/4). Καταδικάστηκε λίγο μετά (μόνο) για οπλοφορία (ΔΒΚ, ΜΒ27.8.33/4), αλλά οι ακριβείς αιτίες της σκηνής δεν έγιναν γνωστές.

Το συντηρητικό σκανδαλοπλόκο κοινό θεώρησε εξ αρχής το γεγονός ως ατυχή στιγμή του ειδυλλίου που είχαν πλέξει, έπλεκαν ή επρόκειτο να πλέξουν μεταξύ τους οι δύο συνομήλικοι. Και, όταν μετά από 6 χρόνια ο δικηγόρος και η πρώην κυρία Νομάρχη επισημοποίησαν τη σχέση τους με τα δεσμά του γάμου (ΛΔΚ, ΛΠΓ17/1938) οι υποθέσεις φάνηκαν να δικαιώνονται ως πραγματικές. Με τα διαθέσιμα στοιχεία όμως δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί αν, όταν έλαβε χώραν το συμβάν, ήταν ήδη σε διάσταση με τον πρώτο σύζυγό της ή αν χώρισαν μετέπειτα.

Στην περίπτωση που ήταν ακόμα παντρεμένη, η πράξη θα δήλωνε ασφαλώς ηθική παράβαση και δική της και του δεύτερου άντρα της, αν βέβαια αποδειχτεί ότι πράγματι είχαν ήδη δημιουργήσει μια ερωτική σχέση. Η ύστερη άποψη ενός πρόσφυγα χωρικού για το ζεύγος ότι το γυναίκα τ΄, δεν ήταν γυναίκα τ΄ καθ΄ αυτού, την είχε [ο] νομάρχη[ς] γυναίκα, την είχε [μετά] αυτός (Θ.Λ. 1995) δεν απηχεί ολόκληρη την πραγματικότητα, αφού το ζεύγος μπήκε στη σκηνή της Κατοχής παντρεμένο κανονικά -δεικνύει απλώς την παράθλαση των γεγονότων όσο απομακρύνονται από τον τόπο και το χρόνο που συνέβησαν.

Η άποψη ότι η περίφημος Τασία έπεσε μαχομένη διά του πολυβόλου της μέχρι του τελευταίου φυσιγγίου στα Πετρανά το Νοέμβρη του 1944 (Θεοδοσιάδης 2000:458) είναι απόρροια της φήμης των γεγονότων που προηγήθηκαν κι ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα. Συνέβαλε προφανώς σ΄ αυτήν και η οπτική παράσταση της Τασίας πάνω σε ένα άσπρο άλογο να γυρνάει όλη την Κοζάνη μαζί με τους Γερμανούς, αληθινή αμαζόνα (ΙΣΣΚ, Μ.Ι.1994) -η Κοζάνη λίγο πριν από την Κατοχή διέθετε 600 περίπου άλογα (ΔΒΚ Φ70/Β/15)-, αλλά απέχει μακράν από την αλήθεια ότι στην πολιορκία των Πετρανών χειρίζονταν πολυβόλο.

Ο ευρετής της ειρημένης κινηματογραφικής εικόνας παρόλο που είχε χρηματίσει αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό, αφέθηκε να παρασυρθεί από τη γοητεία της φαντασίας –σημειωτέον ότι ο εν λόγω γραφέας δεν είχε λάβει μέρος στη μάχη. Στην πολιορκία των Πετρανών από τον ΕΛΑΣ το μοναδικό (μάλλον) γερμανικό μυδράλιο σύμφωνα με αυτόπτη επονίτη χειρίζονταν άριστα ένα ομορφόπαιδο του ΕΕΣ, και όλη σχεδόν τη μέρα είχε καθηλώσει τους αντάρτες αρκετά μακριά από το κοινοτικό γραφείο του χωριού, όπου ήταν ταμπουρωμένος. Όταν τον λαμπρό αυτόν μαχητή τον πλάκωσαν με χειροβομβίδες, τραυματίστηκε και τραβήχτηκε προς τα πίσω για να κρυφτεί. Εκεί τον βρήκαν οι αντάρτες ζωντανό και πάνω στην παραφορά του δειλινού τον αποτελείωσαν επιτόπου (Γ.Γ. 2004) –οι ιπποτισμοί ήταν ανύπαρκτοι στα Πετρανά.

Τα πολυβόλα και τα οπλοπολυβόλα βαστούσαν άνδρες με τόλμη στο θάνατο και πείρα στις μάχες κι όχι 34χρονες αδούλευτες στο χωράφι κι απόλεμες αστές γυναίκες. Τι είδους όπλα διέθετε το ζεύγος Τανή είναι άγνωστο, όμως είναι γνωστές λεπτομέρειες του θανάτου των. Αυτόπτης κάτοικος, με μητρική γλώσσα την τουρκική, ανακοίνωσε ότι ο Τανής εδώ σκοτώθηκε. Εκείνο το πόρτα σκότωσαν αντάρτες που νίκησαν, που βρήκαν ελευθερία. Το πήραν από κει το σπίτ΄ που κάθονταν, έβγαλαν έξω, σκότωσαν. Μετά πήγαν πήραν και το γυναίκα τ΄… κι αυτό πήραν, σκότωσαν (Θ.Λ. 1995).

Τοπικός αξιωματούχος της επανάστασης είχε δηλώσει πιο πριν για το ίδιο θέμα ότι ο καπετάν Πέτρος, μάγκας, λεβέντης σκότωσε τη γυναίκα του Τανή μαζί με τους φίλους της… (ΙΣΣΚ, Μ.Ι.1994) φωτογραφίζοντας τον υπεύθυνο της τοπικής ΟΠΛΑ. Αγριωποί αντάρτες, που δεν άφησαν ζωντανό κανέναν από τους 70 (βεβαιωμένους) παρεπίδημους ξένους οπλίτες, ξέντυσαν τους καλοντυμένους νεκρούς όπως το ζεύγος Τανή και το πρωί της επόμενης μέρας τα κανταργιασμένα στις άκρες του κεντρικού δρόμου σκηνώματα φόρτωσαν οι χωρικοί σε δέκα κάρα για να τα ρίξουν αλειτούργητα σε ομαδικό σκάμμα στη ΝΑ έξοδο του χωριού (Κ.Π. 2004).

Σαν συμπέρασμα
Κάθε φάση έχει τη δική της δυναμική, οπότε δεν είναι δυνατόν να δηλωθεί ως γενικό αξίωμα ότι το παρόν υπόκειται στην επιρροή του παρελθόντος. Η μοναδική ηθική παράβαση του προέδρου της ΕΣΟ, αν γίνει αποδεκτό ότι όντως υπήρξε, ίσως δεν καθόρισε αμετάκλητα την κατοπινή εξέλιξη του χαρακτήρα του.

Έπειτα, όταν τα γεγονότα εξετάζονται μέσα στο πλαίσιο που έλαβαν χώραν, ερμηνεύονται πληρέστερα. Μέσα στην εμφανώς συντηρητική κοινωνία της Κοζάνης η δυναμική συμπεριφορά της Τασίας, ως γυναίκα που ήταν, εύκολα μπορούσε να παρεξηγηθεί.

Η κατά μέτωπον επίθεση δεν ενδείκνυται πάντοτε. Έτσι η κηλίδωση του ηγέτη της ΕΣΟ επιχειρήθηκε με πλάγιο τρόπο, μέσω της υποτιθέμενης αμοραλίστριας γυναίκας του, κι όχι απευθείας εναντίον του.

Η ηθική σπίλωση χρησιμοποιήθηκε όχι ως αυτοτελής αλλά σαν συμπληρωματική της ιδεολογικής και φυσικά μονομερώς, αφού για το αντίπαλο στρατόπεδο δεν ίσχυαν τα ίδια: ένας αρχηγός των ανταρτών του Βοΐου, από τους πρώτους στην περιοχή, είχε κατηγορηθεί ότι επί Κατοχής είχε συνάψει αθέμιτες σχέσεις δύο φορές (Κ.Ι. 2001. Κωνσταντάρας 1964:190), αλλά, παρά τη σχετική νομολογία του ΕΑΜ ούτε τιμωρήθηκε ούτε επηρεάστηκε ποτέ η φήμη της γενναιότητάς του.

Η σοβαρότερη όμως μομφή για προδοσία, εναντίον του Χαρισίου Τανή, που οι πράκτορες της (αυτο)Εξόριστης Κυβέρνησης του Καΐρου αποκαλούσαν δαιμόνιο δικηγόρο (PRO, FO 371/43764/7185), ενώ οι Γερμανοί αναμφισβητήτως αξιόπιστο εθνικιστή (Ενεπεκίδης 1964:104), θα εξεταστεί σε επόμενο κείμενο.

Δημοσιεύτηκε εντύπως στις εφημερίδες Θάρρος [Κοζάνης] 27.7.04/4 και Πτολεμαίος [Πτολεμαΐδας] 30.7.04/6-7. Εδώ, ελαφρώς ανακτενισμένο, βλέπει για πρώτη φορά  το ψηφιακό φως.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
αρχεία
ΔΒΚ (Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης)
Βόρειος Ελλάς έτους 1932
Μακεδονικόν Βήμα έτους 1933
-Λυτά έγγραφα έτους 1944
-Φ. 70/Β/15, Κατάστασις αλόγων και μουλαριών πόλης Κοζάνης, 30.11.44

Εγκέισκα Μακεντόνια βο νομπ (1971), Σκόπια: Αρχίβ να Μακεντόνια, τ. 1

PRO (Public Records Office)
-FO 371/43764/7185, Situation in West Macedonia 1944, R.A. Leeper to sir, secret, 2 (4) 44, No 93, 22.4.44

ΙΣΣΚ (Ιδιωτική Συλλογή Σίμου Κερασίδη)
-συνέντευξη στην Κοζάνη με τον Μ. Ιωάννη (1995), γενν. Κοζάνη 1911, βιοτέχνη, στέλεχος ΠΕ ΚΚΕ Κοζάνης

ΛΔΚ (Ληξιαρχείο Δήμου Κοζάνης)
Ληξιαρχικές Πράξεις Γάμου έτους 1938

Βιβλία
Βερβενιώτη Τασούλα (1994), Η γυναίκα της Αντίστασης: η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Αθήνα: Οδυσσέας

Δορδανάς Ευστράτιος (2002), Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ (αδημοσίευτη  διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας, προσφορά του συγγραφέα)

Ενεπεκίδης Πολυχρόνης (1964), Η Ελληνική Αντίστασις, 1941 –1944, όπως αποκαλύπτεται από τα μυστικά αρχεία της Βέρμαχτ εις την Ελλάδα, Μια νεοελληνική Τραγωδία, Αθήνα: Εστία

Θεοδοσιάδης Σταύρος (2000), Η Πίνδος ομιλεί: η Εθνική Αντίστασις 1941 –1944, Κοζάνη: ΙΝΒΑ, επιμ: Νίκος Καλογερόπουλος (προσφορά Βασιλείου Καραγιάννη)

Κωνσταντάρας Κώστας (1964), Αγώνες και διωγμοί, Αθήναι

Παπακωνσταντίνου Μιχάλης (1995), Η γιαγιά μου η Ρούσα, Αθήνα: Εστία

Σπανός Κώστας (1995), «Ιστορικά της Δεσκάτης και της περιοχής της», Πρακτικά ιστορικής και λαογραφικής ημερίδας Δεσκάτης, Δεσκάτη: Δήμος –ΕΜΟΔ, 33-78 (προσφορά του ΕΜΟΔ, με υπόδειξη του Δημήτρη Γαλάνη)

Χριστοδούλου Χριστόδουλος (2003), τα κουζιανιώτ΄κα (λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος), Κοζάνη: ΝΑΚ – «Κασμιρτζήδες»

Συνεντεύξεις
Γ. Γεώργιος (2004), γενν. Ρωσία 1926 -Φλώρινα, αγρότης, επονίτης 2/28 ΕΛΑΣ

Θ. Λάζαρος (1995), γενν. Άδανα 1902 –Πετρανά, αγρότης, παλαιός κοινοτάρχης

Κ. Παναγιώτης, γενν, Άδανα 1912 -Πετρανά, αγρότης, παλαιός κοινοτάρχης

Κ. Ιωάννης (2001), γενν. Καλονέρι, αγρότης, αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Άλογα κι αναβάτες: κατοχή κι εμφύλιος στην περιφέρεια Κοζάνης

Στρατιωτικό ιππικό του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου. Στα γκέμια ο θείος μας Λάζαρος Καλλιανιώτης, πρώην αντάρτης του 1/27 τάγματος του ΕΛΑΣ. Αρκετοί ελασίτες κατατάσσονταν σε παρόμοιες μονάδες, επειδή δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στο καθεστώς. Καθεστώς που χωρίς να εξετάζει τους λόγους ένταξής των στα ανταρτικά, εξομοίωνε αγνούς ιδεολόγους εθελοντές με σκοτεινούς καιροσκόπους και καθ΄ έξιν διατροπείς. Ιδιωτική Συλλογή Χιονίας Παλάσκα-Καλλιανιώτη

ανακτένιση 31/10/2018

Το κείμενο διαπραγματεύεται τα άλογα στη δεκαετία του 1940. Μαζί και τους αναβάτες τους, τον Ελληνικό Στρατό το 1941 και 1946-49, τους αντάρτες, τους Γερμανούς και τους αντικομουνιστές οπλίτες. Ήταν τα βαρβάτα και οι φοράδες απαραίτητα μέσα μετακίνησης κι εργασιών, ανάλογα με τα σημερινά ΙΧ αυτοκίνητα. Τα αποκτούσαν τυπικά ή παράτυπα σύμφωνα με τη σημερινή ορολογία.

Ποιοι ήταν οι νόμιμοι και ποιοι οι παράνομοι τρόποι είναι ζήτημα ερμηνείας. Μάλλον και γεωγραφίας των όπλων. Ο Στρατός θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκει στην πρώτη κατηγορία, όπως και οι αντάρτες στην περιοχή ισχύος των. Οι Γερμανοί περνούν στην δεύτερη κατηγορία, την παράτυπη. Όπως και οι αντικομουνιστές οπλίτες, αν εξαιρεθούν πρότερες κατασχέσεις ζώων τους από τους αντάρτες σε διαδορατισμούς, και πολιορκίες των χωριών τους.

Ήταν η ανώμαλη περίοδος της δεκαετίας κατά κάποιον τρόπο μεταβατική, αφού τα τετράποδα παραχώρησαν αργότερα τη θέση τους στα τετράτροχα μηχανοκίνητα.

ΟΙ ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ
Αρκετά σπίτια διατηρούσαν άλογα στην επαρχία, στα κεφαλοχώρια και στην πόλη της Κοζάνης, αγροτική κατά βάσιν πριν από την Κατοχή και τον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο –μετά αυξήθηκε υπέρμετρα η αστυφιλία. Οι χρηματικοί, οι κτηνοτρόφοι και οι μεταφορείς, τάιζαν περισσότερα από ένα. Για τη βοσκή τους οι χωρικοί τα συνέπτυσσαν σε κοπάδι, αργκιλίσια τα ονόμαζαν τότε, και πλήρωναν ως ιπποβουκόλο έναν άντρα, τον βαλμά. Σε περιόδους οργώματος, σποράς, αλωνίσματος, μετακινήσεων ή άλλων εργασιών τα έπαιρναν σπίτι για τις δουλειές τους. Ο αριθμός τους δεν ήταν μικρός. Μόνο η Κοζάνη διέθετε προπολεμικά 600 άλογα.[1]

Όσα περίσσευαν τα πουλούσαν σε παζάρια στα Σέρβια ή στο Κέντρο Βεντζίων[2] μαζί με την «άδεια κυκλοφορίας» τους, το πιστοποιητικό δηλαδή ιδιοκτησίας.[3] Η τιμή δεν ήταν φθηνή όπως μάλλον νομίσουν θεωρητικοί προσεγγιστές της εποχής. Ένα άλογο αντηλλάγη παλιότερα με οικόπεδο σε κεντρικό σημείο κεφαλοχωριού της Ελίμειας.[4] Τα πιο γερά κι όμορφα τα καβαλούσαν για μετακίνηση, επιδεικνυόμενοι συνάμα για το υποζύγιό τους. Επρόκειτο για τις «μερσεντές της εποχής» σύμφωνα με χαρακτηρισμό άριστου γνώστη των τοπικών δρώμενων.[5] Κρίση καθόλου υπερβολική, καθώς τέτοιου είδους υπερήφανα ζώα είχαν ανάγκη εξαιρετικής περιποίησης. Δεν άντεχαν μεγάλα φορτία, χρειάζονταν συμπληρώματα τροφής με καρπό και ήταν ευαίσθητα σε ακραίες καιρικές συνθήκες.[6]

Η ΑΝΑΤΑΡΑΧΗ ΤΟΥ 1940
Οι χειμάζουσες εποχές συντελούσαν στην απίσχναση της αλογοτροφίας, καθώς οι κυβερνήσεις τα επέτασσαν ευρέως για συγκρότηση ιππικού και τις ανάγκες αξιωματικών και συνδέσμων τους. Έτσι από το 1914 κι εντεύθεν καταγράφονταν με ευθύνη των προέδρων και την, γραφιστική μάλλον, αρωγή δασκάλων και διδασκαλισσών μαζί με τα κάρα. Επί Μεταξά έλαβε χώραν η πιο επιμελής ταξινόμησή τους, το 1938.[7] Στο κέντρο Αιανής μεταφέρθηκαν τότε προς καταγραφήν τα ζώα των χωρικών συν τα αντίστοιχα των γειτονικών κοινοτήτων Χρωμίου και Κερασιάς.[8] Προτιμούσε η επιστράτευση τα ψηλά, νεαρά και δυνατά άλογα,[9] γεγονός που γνώριζαν οι χωρικοί, ώστε να μην τα ταΐζουν πριν από κάθε καταλογογράφησή τους.[10] Για να τα σώσουν.

Λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος του ΄40, μάλλον αρχές φθινοπώρου, οικειώθηκαν από το στρατό άλογα και μουλάρια που δεν επεστράφησαν ποτέ στους ιδιοκτήτες τους. Όταν από την οικογένεια μας, εμπορευόμασταν εδώδιμα και αποικιακά σε Κοζάνη, Αιανή και Χρώμιο, πήραν δυο δυνατά μουλάρια και μια γερή φοράδα, δυσκολευτήκαμε για αρκετό καιρό.[11] Όμως και τα δεύτερης διαλογής ζώα που είχαν απομείνει επιστρατεύονταν κι αυτά παροδικά μαζί με τους ιδιοκτήτες τους για μικρότερης κλίμακας διαδρομές[12] ή και πολυήμερες επί κυρίως Εμφυλίου πολέμου μέχρι τον Γράμμο.

Όσα άλογα δεν έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος στα αλβανικά και μακεδονικά βουνά από κόπωση, πείνα ή δριμύ ψύχος οπισθοχώρησαν, αλλά λίγα έφτασαν μέχρι την Παλιά Ελλάδα. Ούτε καν έπαιρναν χαμπάρι οι εν υπαίθρω καταυλισθέντες κατάκοποι στρατιωτικοί, επιτήδειους αλογοσούρτες που τα φυγάδευαν μέσα στη νύχτα του Απριλίου 1941. Ορισμένοι από τους τελευταίους φυλακίστηκαν στην αρχή της Κατοχής για μικρό διάστημα και μερικοί προσχώρησαν τον μεθεπόμενο χρόνο στο ΕΑΜ. Άνδρες αναγνωρισμένης σίγουρα τόλμης, αλλά όχι προφήτες της μέλλουσας επανάστασης.

Κλοπές αλόγων συνέβαιναν την ίδια εποχή ακόμα και μέσα στα χωριά. Τα υποζύγια τριών αξιωματικών, που διανυκτέρευσαν στο στάβλο, πρώην χάνι, του Αργύρη Ζαγάρα στην Αιανή είδαν αθόρυβες σκιές να τα βγάζουν έξω από αχούρι ξεκαπίστρωτα. Ειπώθηκε αργότερα πως αυτουργός ήταν χωρικός, εθελοντής αργότερα αντάρτης του ΔΣΕ.[13] Συνήθεις ύποπτοι όμως λογίζονταν για την Βασιλική Χωροφυλακή οι Βλάχοι μεταβατικοί ποιμένες και οι Αθίγγανοι, αλλά η προσπάθεια επί Μεταξά πρόληψης της ζωοκλοπής με την έκδοση ταυτοτήτων με φωτογραφία των ειρημένων δίγλωσσων νομάδων[14] μάλλον δεν τελεσφόρησε.

ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ
Κυρίως η κατοχή αδέσποτων αλόγων, επιταγμένα νωρίτερα από τον Ελληνικό Στρατό, κι όχι οι απαλλοτριώσεις τους από κάθε λογής άτομα σχημάτιζαν τον λόγο που τα ζώα αυτά θεωρήθηκαν στρατιωτικά είδη προς παράδοσιν στην Ελληνική Πολιτεία.[15] Πολύ νωρίς απαγορεύτηκε η φυγάδευση ίππων και ημιόνων εκτός του νομού[16] κι άνοιξαν δημοπρασίες στην πόλη πρώτα και μετά στα κεφαλοχώρια. Από τον αύλειο χώρο του ναού του Αγίου Αθανασίου Κοζάνης τα μη πωληθέντα άλογα μεταφέρθηκαν στην Πτολεμαΐδα, τη Σιάτιστα κι ύστερα στην πλατεία της Αιανής.[17] Μην έχοντας εμπιστοσύνη στους Έλληνες δημοσίους υπαλλήλους συμμετείχαν και Γερμανοί με διερμηνείς τους.[18] Ωφελημένοι τότε από τις αγοραπωλησίες φάνηκαν τοπικοί τσαμπάσηδες όπως ο Μιχαήλ Παπαδόπουλος ή Μιχάλαγας, γνωστός αργότερα αρχηγός ενόπλων αντικομουνιστών.[19]

Οι Γερμανοί, όταν δεν διαπιστωνόταν ο ιδιοκτήτης των καλύτερων ζώων, κρατούσαν ορισμένα για δική τους χρήση. Ποτέ δεν προχώρησαν σε επιτάξεις αλόγων, προφανώς επειδή μεγάλες μονάδες τους δεν επιχείρησαν σοβαρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις όπως σε άλλα μέρη βορειότερα.[20]

Η αγωνία των Γερμανών για τα άλογα και τα μουλάρια, απαραίτητα τουλάχιστον στα μεταλλεία χρωμίου, αυξήθηκε, όταν ο ΕΛΑΣ περιέσφιξε την πόλη της Κοζάνης. Ίδιο πρόβλημα ταλάνιζε και την Ελληνική Πολιτεία, αφού οι αστοί κάτοχοι ζώων στερούνταν τις ζωοτροφές της επαρχίας. Ήταν φυσικό το Γερμανικό Φρουραρχείο να διατάξει όλα ανεξαιρέτως τα χωριά να παραδώσουν ποσότητα ζωοτροφών στη Νομαρχία. Η Αιανή χρεώθηκε 6 τόνους άχυρου, η Κάτω Κώμη 2.[21] Αν και η πρώτη θεωρούνταν ανταρτοκρατούμενο χωριό και η δεύτερη αντικομουνιστικό, η κατανομή έγινε σύμφωνα με την δηλωθείσα σοδειά, όχι με την επιλογή στρατοπέδων.

Η πληροφορία ότι τα τετράποδα μεταφορικά σημαδεύονταν στο λαιμό με το χαρακτηριστικό γράμμα των γερμανικών αρχών,[22] πιθανότατα με τη σβάστικα, δεν έχει διασταυρωθεί.

ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΙΠΠΙΚΟ
Με το άπλωμα του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, οι παραδοσιακές σχέσεις ιδιοκτησίας διαταράχτηκαν. Οι κάτοχοι αλόγων δάνειζαν, μάλλον άθελα, τα ζώα τους σε στελέχη των ανταρτών για μετακινήσεις ή επιδείξεις. Στη Φλώρινα π.χ. οι αντάρτες καβαλούσαν άλογα χωρικών τη νύχτα, ώστε να προλαβαίνουν να περνούν μέσα από αρκετά χωριά για να φαίνονται πολλοί.[23]

Πρωτότυπος ο θεσμός του δανείσματος. Έθιγε περισσότερο τους νοικοκύρηδες και τους υπερήφανους που κατείχαν τα καλύτερα ζώα. Τέτοιες «μερσεντές» προτιμούσαν οι καθοδηγητές της επανάστασης για τις μετακινήσεις τους. Περίπτωση άρνησης συνεπάγονταν βαριές κυρώσεις και μάλλον είναι μοναδικό για την ατιμωρησία του το περιστατικό που υπεύθυνος του ΕΑΜ χωριού των Βεντζίων έδωσε σε Σιατιστινό αξιωματούχο της ΕΤΑ κυπριακό γαϊδούρι αντί για άλογο, όταν ο τελευταίος ζήτησε ζώο για να μετακινηθεί εντός της περιοχής.[24]

Η καταβολή του ιταλικού τάγματος στο Φαρδύκαμπο τον Μάρτιο του 1943 από τον ΕΛΑΣ, την ΥΒΕ/ΕΚΑ και πλήθος ενόπλων κι αόπλων χωρικών, εφοδίασε τους αρχηγούς των ανταρτών με ιταλικούς κέλητες. Ανέβασε το γόητρό τους. Δεν επρόκειτο να ξαναπορευτούν πεζοί. Ωστόσο τα τυχαία αποκτήματα επεσήμαναν, τουλάχιστον από το ύψος των ζώων, τη διαφορά μεταξύ εξουσίας και βάσης. Θεωρητικά η επανάσταση καταδίκαζε κάθε κοινωνική διάκριση. Η πράξη όμως άλλα φώναζε στους σκεπτόμενους ή σε όσους αυτόπτες κι αυτήκοους διάβαζαν σωστά την πραγματικότητα.

Απλός αντάρτης πεζοπόρος είχε παραπονεθεί στον έφιππο διοικητή του 1/27 τάγματος του ΕΛΑΣ. Τον είπε:

κατέβα τώρα, μι πουνούν τα πουδάρια, να καβαλκέψου κι γω στ΄ άλουγου! Ακλούθα σιγά σιγά, λέει αυτός. Τουν είπα, έτσ΄ είνι η ισιότητα, η δικιουσύν΄;[25]

Αθηναϊστί: κατέβα τώρα, με πονούν τα πόδια, να καβαλικέψω κι εγώ στο άλογο!». Ακολούθα σιγά λέει αυτός. Τον είπα, έτσι είναι η ισότητα, η δικαιοσύνη;

Μία και μοναδική ιππομαχία επρόκειτο να παρουσιαστεί στον τόπο. Ουλαμός ανταρτισσών ετοιμάζονταν στη θέση Ημεράδια, να μπουν στο χωριό Αιανή και να φαντάξουν πάνω σε άλογα. Προφανώς είχαν αυτά αγοραστεί μαζί με την ιπποσκευή τους (χάμουρα, σέλες κλπ) από την Αλβανία, συνήθη τόπο λαθρεμπορίου τετραπόδων.[26] Ανήκαν με βεβαιότητα στην Χ μεραρχία του ΕΛΑΣ[27] αλλά είχαν για λίγο δανειστεί στην αντίστοιχη τοπική ΙΧ, που δεν διέθετε ιππικό. Τυχαία όμως είχαν προσέλθει στο χωριό από τα γειτονικά μεταλλεία Ροδιανής δυο Γερμανοί προς άγραν αβγών. Μόλις μαθεύτηκε, τα κορίτσια ξεκαβαλίκεψαν και στα ζώα ανέβηκαν άντρες ιπποβάτες. Εύκολα καταδίωξαν και στρίμωξαν τους άτυχους αβγοσυλλέκτες. Η παρέλαση ως ήταν φυσικό ματαιώθηκε.[28] Αν συνέβαινε, θα ήταν κάτι πρωτοφανές στα μάτια των χωρικών, ιδιαίτερα των γυναικών, με τα κορίτσια οπλισμένα στο χακί να καβαλούν σαν άντρες. Θα αποτελούσε μια από τις ονειρικές στιγμές της δόξας του ΕΛΑΣ.

Πρώτη φορά που είχε εμφανιστεί στο οροπέδιο αντάρτικο ιππικό και δη γυναικείο. Η δεύτερη κατεγράφη στην απέναντι όχθη του Αλιάκμονα, λίγο μακρύτερα. Η ταξιαρχία ιππικού του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας, ανάμεσά τους και Ιταλοί αναβάτες που είχαν παραδοθεί και προσχωρήσει στους αντάρτες,[29] ιππήλασε οιστρήλατη Οκτώβρη ΄44 από τα Σέρβια ακολουθώντας τους υποχωρούντες Γερμανούς. Διανυκτερεύοντας στο Βελβεντό συζητήθηκε να περάσουν το ποτάμι για να χτυπήσουν το αντικομουνιστικό χωριό Ίμερα. Αλλά θες η σκοπευτική φήμη των τουρκόφωνων κατοίκων του χωριού-στόχου θες η σώφρονα στάση πεπειραμένων περί τα πολεμικά απέτρεψαν το τόλμημα. Ευτυχώς μάλλον γιατί οι τουρκόφωνοι οπλίτες θα είχαν λιανίσει άλογα κι αναβάτες μέσα από τα παράθυρα-πολεμίστρες των οχυρωμένων σπιτιών τους. Έτσι την άλλη μέρα η ταξιαρχία αγγάρεψε 500 Βελβεντινούς ματσετέρος που άνοιξαν μονοπάτι μέσα από τις λόχμες των Πιερίων αποφεύγοντας την πυρόβλητη ακροποταμιά.[30] Τα άλογα δεν σκύβουν ή τρυπώνουν όπως οι άνθρωποι. Γονατίζουν μόνον όταν ασθενούν ή πεθαίνουν.

Ειδοποίηση συγκέντρωσης τετράποδων μέσων μεταφοράς στην Αιανή τον Μάιο του 1938. Σύννεφα προσεχούς πολέμου πλησίαζαν τη χώρα αναγκάζοντας την ΙΧ μεραρχία του Ελληνικού Στρατού να διενεργήσει την πιο επιμελή ταξινόμηση στον 20ό αιώνα. ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ 60/151/1313

ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟΙ
Δεν σέβονταν όλοι τα χρήσιμα αυτά κι αβλαβή ζώα. Ιούνιο 1943 στην ορεινή δίοδο του Σαρανταπόρου οι αντάρτες κατέστρεψαν δεκάδες γερμανικά αυτοκίνητα κι αιχμαλώτισαν ανάλογους στρατιώτες, τους οποίους εκτέλεσαν μαζικά αργότερα στα ορεινά της Καρδίτσας. Όταν εκατοντάδες εξαγριωμένοι Άρειοι έφτασαν καθυστερημένα στον τόπο της συμπλοκής, πυροβόλησαν όσα ζωντανά υπήρχαν στο χωριό Λαβανίτσα (Λάβα). Μάλιστα μια ομάδα τους από το ύψωμα ονόματι Ντουβράς πλάκωσε με οπλοβομβίδες κοπάδι αλόγων, που είχε εμφανιστεί στον απέναντι λόφο Κασιάνι.[31]6 Λογίστηκε ως εκδίκηση για τα μεταφορικά αυτοκίνητά τους που ακόμη καίγονταν μέσα στη χαράδρα ή για να επιβραδυνθούν οι επικοινωνίες των ανταρτών;

Στον κατοχικό επιδήμιο πόλεμο που κορυφώθηκε το 1944 συνέβησαν και παμμίερες πράξεις. Ιδιαίτερες ο εξευτελισμός του αντιπάλου με την καβάλα του. Βραχύβιος αντικομουνιστής οπλαρχηγός της Καισαρειάς, ελληνόφωνου οικισμού, συνελήφθη από αντάρτες του ΕΛΑΣ έπειτα από μάχη. Οδηγώντας τον στην έδρα τους στα Βέντζια όπου κι εκτελέστηκε ορισμένοι πέρασαν καβαλώντας τον αιχμάλωτο από λάκκο της Αιανής ονόματι Τρουβά τη Βρύσ(η). Ένας τους μάλιστα τον τραβούσε τα μουστάκια λέγοντας: Ω μπω, σαν χαλινοί είνι![32]

Η ανευπρεπής σκηνή είχε διαδοθεί, γιατί ύστερα από δύο μήνες ακολούθησαν αντίποινα. Μικρασιάτης αντάρτης του ΕΛΑΣ, πρώην μέλος του ΕΕΣ, συνελήφθη από τουρκόφωνους οπλίτες του χωριού του. Μην ανεχόμενοι την λιποταξία του, τον οδήγησαν προς Καισαρειά καβαλώντας τον πριν τον αποτελειώσουν. Η ευγένεια συναντάται μόνον σε γραπτά φιλοσόφων και σε διαλέξεις ιστορικών της θεωρίας. Το ζων πεδίο είναι ανηλεές κι αδυσώπητο. Ακόμη και σήμερα.

Διαφορετική είναι η περίπτωση Κοζανίτη φοιτητή. Θεωρούμενος κατάσκοπος των ανταρτών, συνελήφθη στην περιοχή του ΕΕΣ. Τουρκόφωνος οπλίτης τον έριξε μια ριπή, τον ξεγύμνωσαν -τα ρούχα της πόλης είχαν αξία- και δένοντάς τον με σκοινιά τον σβάρνιξαν μισοπεθαμένο ως το νεκροταφείο.[33] Ως ίπποι έλξης, μάλλον να μην ματωθούν. Ο κατηγορηθείς ως δράστης προσχώρησε αργότερα στον ΕΛΑΣ. Μεταπολεμικά φυλακίστηκε για 17 χρόνια, μάλλον για φόνο κι όχι για λιποταξία.

ΕΦΙΠΠΟΙ ΑΝΤΙΚΟΜΟΥΝΙΣΤΕΣ
Άλογα είχαν από πριν ως αγρότες ή κτηνοτρόφοι και αντικομουνιστές οπλίτες. Όταν το 1944 εκδηλώθηκαν επισήμως κατά των ανταρτών προμηθεύονταν περισσότερα ακολουθώντας τους Γερμανούς σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ή εκστρατεύοντας μόνοι τους σε γειτονικά εαμικά χωριά. Όποιο αδέσποτο άλογο έβρισκαν το μάζευαν και το προωθούσαν στο χωριό Άργιλος. Οι πραγματικοί κάτοχοι μπορούσαν να τα πάρουν πίσω πληρώνοντας, προφανώς για την μεταφορά, ένα σεβαστό ποσό εις γνώσιν του δημάρχου και του Γερμανού φρουράρχου.[34] Τα καλύτερα βεβαίως άλογα τα κρατούσαν για δική τους χρήση οι καπεταναίοι του ΕΕΣ.[35]

Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις ανέξοδης επιστροφής κατασχεμένων ζώων. Επαφιόμενες στην καλή θέληση Γερμανών στρατιωτών. Η εικόνα του άλλου, του εχθρού εν προκειμένω, δεν είναι πάντα όπως παρουσιάζεται από τους αντιπάλους του. Δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα αφηγείται ο Γρηγόρης Καλλιανιώτης – τις ευεργεσίες του τις πλήρωσε αργότερα με φυλάκιση στο αρχηγείο του ΕΕΣ Κοζάνης.

Πλατεία Αιανής καλοκαίρι 1943 και το ζώο ανήκε σε καπετάνιο του ΕΛΑΣ. Αφήγηση πρώτη:

Κάθομαν μ΄ ένα Γερμανό ιπιλουχία έξω απ΄ το μαγαζί. Έρχιτι μια μαυροφόρα. Είμι απ΄ τ΄ Σαρακίνα, λέει, κι οι Γιρμανοί μι πήραν του γουμάρ΄. Λέου στουν επιλοχία κι αυτός φωνάζ΄ τς ιργάτις που πότζαν τα ζώα στου σιατραβάν΄, ήταν απ΄ τ΄ Σίνδου αυτοί, κι ν έδουσαν πίσου του γουμάρ΄[36]

Αθηναϊστί: Καθόμουν με ένα Γερμανό επιλοχία έξω από το μαγαζί. Έρχεται μια μαυροφόρα. Είμαι από τη Σαρακίνα, λέει, και οι Γερμανοί με πήραν το γομάρι. [Το] λέω στον επιλοχία κι αυτός φωνάζει τους εργάτες που πότιζαν τα ζώα στο σιντριβάνι, ήταν από τη Σίνδο αυτοί, κι έδωσαν πίσω το γομάρι.

Στροφή Ροδιανής άνοιξη 1944 με άλογα χωριανών του. Αφήγηση δεύτερη:

Ήρθι στ΄ Ρουδιανή ου Αχιλλέας τ΄ Γκούνα μι έναν άλλου, δεν τουν θυμάμι, κι μι λεν ότ΄ οι παουτζήδις τς πήραν τα άλουγα. Λέου στουν λόϊτναντ Μίλες κι αυτός μι λέει πάρι του Μίχελς μι τ΄ μουτουσυκλέτα κι πάτι πάρτι τα. Κατιβένουμι στ΄ στρουφή, οι παουτζήδις έρχουνταν απού του Χτέν΄. Μόλις μας είδαν πρότειναν τα όπλα. Τραβάει ου Γερμανός του πιστόλ΄ κι αρχινάει να τς βρίζ΄. Τα πήραμι τα ζώα πίσου [37]

Αθηναϊστί: Ήρθε στη Ροδιανή ο Αχιλλέας του Γκούνα με έναν άλλον, δεν τον θυμάμαι, και με λεν ότι οι Παοτζήδες τους πήραν τα άλογα. Λέω στον λόιτναντ Μίλες [υπολοχαγό Μίλες], κι αυτός με λέει πάρε τον Μίχελς [λοχία των SS] με τη μοτοσυκλέτα και πάτε πάρτε τα. Κατεβαίνουμε στη στροφή, οι Παοτζήδες έρχονταν από το Χτένι. Μόλις μας είδαν πρότειναν τα όπλα. Τραβάει ο Γερμανός το πιστόλι κι αρχινάει να τους βρίζει. Τα πήραμε τα ζώα πίσω.

Ελάχιστοι μάλλον είχαν τέτοια τύχη να ξαναπάρουν το τετράποδο βιός πίσω. Συνήθως τα συγκεντρωθέντα ζώα τα πωλούσαν στη μαύρη αγορά ή τα μοίραζαν στα πληγέντα από τους αντάρτες χωριά. Ασυνήθιστη προφανώς ήταν η λήψη αλόγου με παράλληλο φόνο του ιδιοκτήτη, Όπως του αγρότη Παναγιώτη Παπαχαρισίου από την Καισαρειά. Άνοιξη ΄44 ήρθαν αντικομουνιστές οπλίτες, πήραν πλιάτσικα και τα φόρτωσαν στη φοράδα του. Τους ακολούθησε ως την έδρα τους, το χωριό Βαθύλακκος. Μόλις ξεφόρτωσε την φοράδα του, «φορτώθηκε» με σφαίρες από τον ανιψιό Δραμινού καπετάνιου του ΕΕΣ, οπλαρχηγού παλιότερα στην Μικρά Ασία.[38]

Το επίσημο ντεμπούτο του αντικομουνιστικού ιππικού καταγράφτηκε καλοκαίρι του ιδίου έτους στην πλατεία Κοζάνης. Γκρούπα καβαλάρηδων με ίππαρχο παλιό αντάρτη του Πόντου από τη Σκάφη στάθμευσε έξω από το «Στρατιωτικόν Μέγαρον», μάλλον στο σπίτι-αρχηγείο τους. Για δημιουργία ατμόσφαιρας στον αρχηγό του ΕΕΣ Μιχαήλ Παπαδόπουλο ή Μιχάλαγα, που βγήκε στη βεράντα με ελληνική σημαία. Ο πύρινος αντικομουνιστικός του λόγος[39] εκφωνήθηκε μάλλον στα ελληνικά, πιθανώς δε από χειρόγραφο. Αν αναφέρθηκε και στο παρευρισκόμενο έφιππο τμήμα δεν έγινε γνωστό.

Δεν μακροχρόνισε η δράση του εθνικόφρονος ιππικού. Όταν οι Γερμανοί αποχώρησαν, μαινόμενοι ελασίτες εκπόρθησαν τα οπλισμένα χωριά. Στο περίπτυστο όργιο που ακολούθησε ακόμη και τα άλογα παρατόρσαν [έχασαν τον τόπο τους]. Λύθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους για να μην σκοτωθούν ή απαλλοτριώθηκαν από τους καταδρομείς.

ΕΑΜΟΚΡΑΤΙΑ
Είχαν περάσει 4 χρόνια πολέμων. Οι μεταφορές, πεδινές κι ορεινές, έπρεπε να μπουν σε μια σειρά. Τους Γερμανούς που το 1941 ζήτησαν κατάλογο των αλόγων μιμήθηκαν άμεσα οι αντάρτες. Το 53ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ αιτήθηκε από τους κατοίκους τα ζώα που κατάσχεσαν καλοκαίρι του ιδίου έτους από τα Γρεβενά και μετά πούλησαν οι Γερμανοί και οι Έλληνες ακόλουθοί τους.[40]

Την πρώτη πράξη ακολούθησαν έτερες. Οι δίδυμοι διάδοχοι των Γερμανών, το τοπικό ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κι ο αντιπρόσωπος της Εθνικής Κυβερνήσεως, ο Καστοριανός πολιτικός Ζήσης Παπαλαζάρου που περιστοιχιζόταν από Βρετανούς συνδέσμους, επανέλαβαν το ίδιο συμπεριλαμβάνοντας και άλλες όμως ζημίες όπως οι καταστροφές κτηρίων. Από τα 600 προπολεμικά βαρβάτα και φοράδες της πόλης δηλώθηκαν ως απομείναντα μόνον 200.[41]

Προφανές ότι οι κάτοικοι αδιαφορούσαν να τα παραδώσουν, αισθανόμενοι πως η ταραχή δεν είχε ακόμη τελειώσει. Προετοιμαζόμενο το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ για επίθεση στην Ήπειρο εναντίον του ΕΔΕΣ εξέδωσε την 1η Δεκεμβρίου 1944 αυστηρή διαταγή παρουσίασης των τετράποδων και τετράτροχων ορεινών μεταφορικών μέσων στην λαχαναγορά Κοζάνης.[42] Και λίγες μέρες αργότερα νέα εντολή της ΕΤΑ Σερβίων και Κοζάνης για την περισυλλογή αδέσποτων ζώων. Στην Αιανή ως στάβλος τους ορίστηκε η αυλή της οικογένειας Παπατάτσιου.[43] Λίγες μέρες αργότερα οι αντάρτες του ΕΛΑΣ εξεστράτευσαν με άλογα και μουλάρια ΝΔ προς διάσχισιν της Πίνδου. Εναντίον του εσωτερικού εχθρού, της αντίδρασης.

Οι ανάγκες των μεταφορών είναι ίδιες σε κάθε πόλεμο, ανεξάρτητα από το ποιόν ή την ιδεολογία των αντιπάλων. Όσοι είχαν ερμηνεύσει την ευαγγελιζόμενη από το ΕΑΜ ελευθερία ως ανυπαρξία εξουσιαστικής αρχής που ρύθμιζε με κανόνες τη ζωή τους, όπως εξάλλου έπρατταν όλες οι προηγούμενες εξουσίες, απέτυχαν παταγωδώς.

Ειδοποίηση του 53 συντάγματος του ΕΛΑΣ για συγκέντρωση ζώων στην λαχαναγορά της Κοζάνης Νοέμβριο του 1944. Τα είχαν κατασχέσει από την επαρχία Γρεβενών τέσσερις μήνες νωρίτερα Γερμανοί κι αντικομουνιστές οπλίτες του ΕΕΣ. Υπογράφεται από τον στρατιωτικό διοικητή του λοχαγό ΠΖ Κωνσταντίνο Ζαχαρόπουλο και τον καπετάνιο του Ηλία Παπαδημητρίου ή Λιάκο. ΚΔΒΚ, Λυτά Έγγραφα

ΤΙ ΠΙΡΙΟΥΣΙΑ ΕΧΣ;
Αρχάς ΄47 με το φούντωμα του κυρίως εμφυλίου πόλεμου διαφοροποιήθηκε η τακτική των αντιπάλων, μαζί της και η ταχύτητα μετακίνησης, μεταφορών κι επικοινωνιών. Ο στρατός για τις ανάγκες επιχειρήσεων συγκρότησε δυο συντάγματα ιππικού και διάνοιξε πληθώρα δρόμων. Χάρη δε στην αμερικανική βοήθεια άρχισε να εξοπλίζεται με ασυρμάτους κι άρματα μάχης. Ενώ οι αριστεροί επαναστάτες ανέβηκαν στην ταχυκίνητη σκηνή χωρίς τα ειρημένα μηχανοκίνητα, με διαλυμένες πολιτικές οργανώσεις κι ελάχιστη επιρροή στον κόσμο της υπαίθρου.

Είχε προηγηθεί το 1945, έτος αντεκδίκησης των αντικομουνιστών, η συμμαχική βοήθεια στην ανέγερση πυρπολημένων ή κατεστραμμένων οικιών, η σκληρή δράση της Εθνοφυλακής. Αν πιστέψουμε το υπόμνημα του ΔΣΕ στον ΟΗΕ, προπαγανδιστικό έντυπο, έφιππο απόσπασμα χωροφυλακής με διοικητή πρώην αντάρτη του ΕΔΕΣ εκτός από άφθονους δαρμούς, έσυρε πίσω από άλογο για μισό χιλιόμετρο εαμίτη κάτοικο του χωριού Νησί Βεντζίων.[44]

Ο ΔΣΕ δεν μπορούσε να ιδιοποιείται άλογα με άνεση για τις ανάγκες του αγώνα του όπως στον καιρό της Κατοχής. Ο κόσμος ήταν διστακτικός. Αναγκαζόταν, λοιπόν, να τα παίρνει χωρίς τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών, με ξαφνικές καταδρομές. Από το Χρώμιο ταξιαρχία ανταρτών απαλλοτρίωσε δύο δεκάδες αλόγων του κτηνοτρόφου Γιαννούλη Σιαμπανόπουλου φονεύοντας τον ίδιο, το γιο του και την έφηβη κόρη του.[45] Απαλλοτρίωσαν, δηλαδή άρπαξαν, κι όσα ζωντανά βρήκαν στο ίδιο χωριό.[46]

Ανάγκες τετράποδης ταχυκίνησης είχαν ιδιαίτερες οι αντάρτες που είχαν μείνει στα μετόπισθεν ως πολιτοφύλακες, ελεύθεροι σκοπευτές και καπαπίτες για να συλλέγουν πληροφορίες, τροφές, να τοποθετούν νάρκες και να διενεργούν δευτερεύουσες επιθέσεις. Ιδιαίτερα τον χειμώνα που η διάρκεια της ημέρας μίκρυνε και η γρήγορη διαφυγή από τα πεδινά στα ορεινά δυσκόλευε.

Ο απλούστερος γι’ αυτούς τρόπος σφετερισμού των αλόγων ήταν βραδινές καταδρομές σε λιβάδια και λύσιμο των ζώων. Όταν οι ιδιοκτήτες πέρασαν αντικλεπτικές ιπποπέδες κι άρχισαν να προσέχουν περισσότερο,[47] οι αντάρτες εφήρμοσαν επωδυνέστερες μεθόδους. Εισέβαλαν σε σπίτια κι άρπαζαν τα ζώα από τους στάβλους. Στο οικισμάτιο Κήπος (Μπαξί) έλαβαν πρωταπριλιά του 1947 τα άλογα του εφημέριου, ενός κοινοτικού συμβούλου κι ενός αγρότη[48] αφήνοντας εν ζωή μόνον τον τελευταίο.[49]

Το έφιππο τμήμα των ανταρτών του ΔΣΕ Ελίμειας ήταν θνησιγενές. Διαλύθηκε πριν ακόμα σχηματιστεί και οι άντρες τους πέρασαν σε μάχιμα τμήματα. Λίγα άλογα παρέμειναν επιτόπου, στο απόσπασμα ενός 34χρονου ξενοτοπίτη καπνεργάτη, πρότερο ηγέτη της τοπικής ΟΠΛΑ. Με λημέρι τη δασωμένη θέση Αναβρυκά Ρυμνίου. Εξορμούσαν νύχτα για τις χρείες του αγώνα τους, που γινόταν απαιτητικότερος. Παροιμιώδης περίπτωση παραμένει η συνάντηση ενός αγρότη από την Αιανή με αντάρτη από διπλανό χωριό, όταν ο τελευταίος νόμισε ότι ο πρώτος είχε άλογο μαζί του. Κάλπασε από μακριά, να το κατασχέσει. Αφηγείται ο αγρότης:

Είχα φουρτουμέν΄ τ΄ γουμάρα μι ξύλα κι έρχουμαν στου χουριό απ΄ τουν Καραματσούκ΄. Ικεί που πήγινα βγήκι έξαφνα μπρουστά μ΄ ου Μ. πάν΄ στ΄ άλουγου μι του στάγιερ. Ε συναγουνιστή, τι πιριουσία έχς; μι λέει. Τ΄ γουμάρα κι του πλάρ΄ [πουλάρι], που ακλουθάει απού πίσου, συναγουνιστή, τουν λέου. Γυρνάει, κοιτάει, Αϊ καλά, λέει κι φέγ΄. Παραπέρα στέκουνταν μισουκρυμμέν΄ άλλ΄ αντάρτις πάν΄ στ΄ άλουγα [50]

Αθηναϊστί: Είχα φορτωμένη τη γομάρα με ξύλα κι ερχόμουν στο χωριό από τον Καραματσούκη [θέση Αιανής]. Εκεί που πήγαινα βγήκε ξαφνικά μπροστά μου ο Μ. πάνω στο άλογο με το στάγιερ. Ε συναγωνιστή, τι περιουσία έχεις; με λέει. Τη γομάρα και το πουλάρι που ακολουθάει από πίσω, συναγωνιστή, τον λέω. Γυρνάει, κοιτάει. Άι καλά, λέει και φεύγει. Παραπέρα στέκονταν μισοκρυμμένοι άλλοι αντάρτες πάνω στα άλογα.

Δεν τα κρατούσαν οι αντάρτες τα κατασχεθέντα άλογα. Τα προωθούσαν στο Γράμμο και το Βίτσι για τις συχνές ορεινές μεταφορές εφοδίων και τραυματιών, αφού τα πεδινά δρομολόγια κατέχονταν από το Στρατό. Τα πιο τορνευτά έμεναν στο Γενικό τους Αρχηγείο, κλασική απαίτηση της εξουσίας, όπως ήδη ελέχθη, να ξεχωρίζει από τους υπηκόους της. Ήταν επιπλέον ειδικώς προορισμένα για τα γυναικεία υψηλόβαθμα στελέχη ή συζύγους, άμαθες σε ορεινές πορείες. Σε τέτοιου είδους άλογο, μάλλον φοράδα, είχε ανέβει η Γαλλίδα συγγραφέας Σιμόν Τερί,[51] όταν έφτασε μαζί με τον συμπατριώτη της ποιητή Πωλ Ελυάρ για να θαυμάσει το αντάρτικο Κράτος του Βίτσι.[52] Προφανώς για την αποφυγή αεροπλάνων, διότι τα αυτοκίνητα ήταν ορατά από τον αέρα, αλλά και για την έξαψη που προσφέρει η καβαλαρία.

ΙΠΠΟΚΟΜΟΙ
Στο έβγα της Άνοιξης του 1949 μονάδα του ΙΧ συντάγματος αναγνωρίσεως, όπως λέγονταν τότε το στρατιωτικό ιππικό, εμφανίστηκε στα Βέντζια μαζί με το 117 ΤΠ με σχέδιο κύκλωσης της περιοχής Χασίων και καταστροφής των εγκλωβισμένων ανταρτών.[53] Στην επιχείρηση έλαβαν μέρος αναγκαστικά και πολίτες με άλογα και μουλάρια κουβαλώντας εφόδια από μονοπάτια και μπαΐρια για να αποφεύγονται ναρκοθετημένοι οδοί. Είχαν κατασχέσει δεκαεπτά άλογα των καπαπιτών του όρους Μπούρινου κι αρπάξει άλλα δύο από το χωριό Ποντινή.[54] Παραλλήλως στη θέση Καζάνια του χωριού Αγάπη, όπου διαμετακομιστικό νοσοκομείο του ΔΣΕ, φόνευσαν δυο αντάρτες, από την Ποντοκώμη ο ένας, κι εκτέλεσαν δυο κατοίκους της Ποντινής στο Χρώμιο. Η φρουρά του νοσοκομείου και οι τραυματίες κατόρθωσαν να διαφύγουν.[55]

Όταν το κύριο μέτωπο περιορίστηκε στο Γράμμο και το Βίτσι ο ΔΣΕ απέστειλε για αντιπερισπασμό δύναμη στο όρος Σινιάτσικο, για να εξαρθρώσει τις εφοδιοπομπές του στρατού, να στρατολογήσει και να συλλέξει τροφές. Τους πεζούς αντάρτες συνόδεψε ίλη ιππικού του Βιτσίου με διοικητή τον Νέστορα Ζιώγα,[56] για ταχυκίνηση ή μεταφορά εφοδίων και τραυματιών. Στη φονικότατη εις βάρος των ανταρτών ανακατάληψη του λόφου Αϊ Λια Βλάστης οι ιππείς δεν είχαν θύματα, δεν ενεπλάκησαν στη μάχη.[57]

Προς το τέλος του πολέμου τα άλογα έχαναν την πρότερη αξία τους μπροστά στα αμερικανικά τεθωρακισμένα κι αεροπλάνα. Ανέβλυσε όμως κραταιά μια νέα χρήση. Οι νεαροί πρώην αντάρτες του ΕΛΑΣ, μετά την στρατιωτική τους υπηρεσία στη Μακρόνησο κατατάσσονταν στο ιππικό ως ημιονηγοί,[58] καθαριστές και νοσοκόμοι κτηνών.[59] Οι περισσότεροι γνώριζαν από ζώα κι αυτό αποδείχτηκε καλό. Το κακό ήταν πως δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη, να μην προσχωρήσουν στους παλιούς τους εν όπλοις συναδέλφους, στους αντάρτες.

Δεν είναι γνωστό αν η Βουλγαρία και η Αλβανία όπου κατέφυγε ο ΔΣΕ στα τέλη του 1949 παρέδωσαν στη χώρα μας τα ανταρτικά άλογα ούτε αν η Ελλάδα τα διεκδίκησε. Επιθυμούσαν τα μηχανοκίνητα μέσα πια, οι καιροί είχαν αλλάξει. Είδα όμως την αστραφτερή ζήλια στα μάτια ενός ελασίτη, όταν καθόμασταν με ελληνικό καφέ κι αράδιαζε στη βεράντα του σπιτιού του σκόρπιες αναμνήσεις. Ανηφόριζε με τροχασμό ένας νεολαίος πάνω στο καφέ του άλογο. Ε Τζήκα, για πού; Τον φώναξε. Ο νεαρός γύρισε, έβγαλε το τσιγάρο από το στόμα κι ένευσε προς τα πάνω. Α ρα, χρόνια που πέρασαν ψιθύρισε πνιχτά ο παππούς.

Μια αρχική, λιτή μορφή του πονήματος ευρίσκεται έντυπη στο περιοδικό Παρέμβαση (Ιούν.-Αύγ. 1998) 18 -19. Στο παρόν όμως κείμενο που βλέπει πρώτη φορά τα φώτα της ψηφιακής δημοσιότητας ανακτενίστηκε, διαπλατύνθηκε, προστέθηκαν σημειώσεις, εικόνες και βιβλιογραφία

ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
– Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Η πολιτική οργάνωση των αριστερών ανταρτών 1941-45
– ΔΣΕ. Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας. Οι αριστεροί αντάρτες 1946-49
– ΕΔΕΣ. Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος. Ανταρτική οργάνωση στην Ήπειρο 1941-1945
– ΕΕΣ. Εθνικός Ελληνικός Στρατός. Οι αντικομουνιστές οπλίτες 1944
– ΕΚΑ. Εθνική Κοινωνική Άμυνα. Μυστική πολιτικοστρατιωτική οργάνωση εμπόρων κι αξιωματικών του νομού Κοζάνης 1942-43
– ΕΛΑΣ. Ελληνικός Λαϊκός Επαναστατικός Στρατός. Οι αριστεροί αντάρτες 1942-45
– ΕΤΑ. Επιμελητεία του Αντάρτη. Η υπηρεσία εφοδιασμού των αριστερών ανταρτών 1942-45
– ΟΠΛΑ. Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα. Η μυστική αστυνομία του ΚΚΕ
– ΠΑΟ. Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση. Πολιτικοστρατιωτική οργάνωση αξιωματικών Μακεδονίας, διάδοχος της ΥΒΕ/ΕΚΑ
– ΤΠ. Τάγμα Πεζικού
– ΥΒΕ. Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος. Μυστική πολιτικοστρατιωτική οργάνωση των αξιωματικών της Μακεδονίας 1941-43

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΡΧΕΙΑ

  • Public Record Office
    -FO 371 /48271/R10009, G.I.S. Weekly report No 32, 20-26 May 1945, secret, 202
  • Αρχείο Δημοτικού Σχολείου Αιανής
    -Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας Κοινότητος Κερασιάς 3/5/1940 -43
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Κοζάνης
    -ΑΒΕ 50/56/Φ770
    -ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ 60/15.1/1309-1314/215
  • Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Φλωρίνης
    -ΑΒΧ 15/Φ5/24 και ΑΒΧ 15/Φ5/15
  • Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού
    -Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου (1944-1949), τ. 3, Αθήνα1998
  • Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης
    -Θεσσαλονίκη (18.3.65)
  • Ειρηνοδικείο Εορδαίας
    Εκθέσεις έτους 1941
  • Ειρηνοδικείο Σερβίων
    Πολιτικαί εκθέσεις έτους 1946
  • Ειρηνοδικείο Φλώρινας
    Πολιτικαί εκθέσεις και πράξεις 1945
  • Ο ελληνικός στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα, τ. Β΄, ΓΕΣ, Αθήναι 1980
  • Ιδιωτική Συλλογή Κοσμά Προκοπίδη
    Επαρχιακή Φωνή [Πτολεμαΐδας] 342 (16.2.36)
  • Ιδιωτική Συλλογή Χιονίας Παλάσκα-Καλλιανιώτη
  • Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (ΚΔΒΚ)
    Αλήθεια 8 (6.12.44)
    Kreiskommantatur 2816/44/16.6.44
    -Λυτά Έγγραφα, Κοινοποίησις ειδοποιήσεως 53ου Συντάγματος Πεζικού, Κοζάνη 6.11.44
    -Λυτά Έγγραφα, Ειδοποίηση, α.π. 2232/168, 29.11.44
    Πατρίς 5 (16.7.44) 4
    -Φ.70/Β/15
    -Φ.Νομαρχίας, καταστάσεις παραδοθέντων πολεμικών ειδών, κοινότης Βαθυλάκκου προς νομαρχία

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ

  • Έτσι άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος: Η τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα 1945 –1947, το υπόμνημα του ΔΣΕστον ΟΗΕ τον Μάρτιο του 1947, επιμ: Π. Ροδάκης –Μ. Γραμμένος, Γλάρος, Αθήνα 1987
  • Κερασιά. Ιστορία –Παιδεία – Πολιτισμός, ΑΜΣ Ελιμειακός Κερασιάς, Κερασιά 2004,
  • http://www.mikrovalto.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=3485:h-1940-&catid=70:2009-11-17-12-18-01&Itemid=188
  • Καλλιανιώτης Θανάσης, «H πάλη δύο κόσμων σε ένα μικρό χωριό: η Κερασιά στη δεκαετία του 1940», Κερασιά. Ιστορία –Παιδεία – Πολιτισμός, ΑΜΣ Ελιμειακός Κερασιάς, Κερασιά 2004, 105-184,
  • Καλλιανιώτης, Θανάσης, «Οι αντικομουνιστές καπετάνιοι στη Δυτική Μακεδονία(1942 -1949)», Οι άλλοι καπετάνιοι, επιμ: Νίκος Μαραντζίδης, έκδ. Δ΄, Εστία, Αθήνα 2007, σ. 201-295
  • Κυριάκος Νικόλαος, «Προσφορά υπηρεσίας στα μαχόμενα τμήματα της Πίνδου», Βοϊακή Ζωή 149 (Σεπτ. –Οκτ. 1997) 23-4
  • Μανούσακας Γ., Το χρονικό ενός αγώνα, τ. Β΄, Γ΄, Γνώση, Αθήνα 1986
  • Μπαξεβάνος, Νικόλαος, Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, Η κατοχή και η Εθνική Αντίστασηόπως τα έζησα, Θεσσαλονίκη 1994
  • Παπαδημητρίου Απόστολος, «Η εμποροπανήγυρη των Βεντζίων», Ο Μπούρινος 4 (2012) 66-70
  • Ριζοσπάστης 19.02.1997, Τα πολιτικά όπλα του ΔΣΕ, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3758472
  • Σεβαστάκης Α., Το αντάρτικο ιππικό, Β΄ έκδ. Κανελλόπουλος Αθήνα 1991
  • Σελίδης Περικλής, Ιστορία του 2ου Τάγματος 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Βερμίου, http://psaxtiria.net/topic/7824/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-2%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-16%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85
  • Σιαμπανόπουλος Κωνσταντίνος, Αιανή, ιστορία –τοπογραφία –αρχαιολογία, Θεσσαλονίκη 1974
  • Φτάκας Αργύριος, «Η πανίδα της Κερασιάς», Κερασιά
  • Ιστορία –Παιδεία – Πολιτισμός, ΑΜΣ Ελιμειακός Κερασιάς, Κερασιά 2004, 99-104

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

  • Β.Ο., αντάρτισσα ΔΣΕ. Συνέντευξη στο Βατερό το 1999
  • Γ. Π., αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1995
  • Γούλας Κωνσταντίνος, αετόπουλο. Συνέντευξη στην Αιανή το 1997
  • Ευαγγελόπουλος Σπύρος, μέλος ΕΠΟΝ. Συνέντευξης την Αιανή το 1996
  • Ζαγάρας Αργύριος, αγροφύλακας. Συνέντευξη στην Αιανή το 1997
  • Ζυμάρας Αθανάσιος., αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Κάτω Κώμη το 1996
  • Κ.Σ, οπλίτης ΕΕΣ. Συνέντευξη στο Σπάρτο το 1996
  • Καλλιανιώτης Γρηγόριος, αποθηκάριος τροφίμων για τους Έλληνες εργάτες στα μεταλλεία Χρωμίου Ροδιανής. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996
  • Καλλιανιώτης Λάζαρος, αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1993
  • Καραγιάννης Γεώργιος, αντάρτης ΕΛΑΣ και ΔΣΕ. Συνέντευξη στη Λάβα το 1996
  • Κατσής Μήτσος, αντάρτης ΕΛΑΣ και ΔΣΕ, Αθήνα 1996
  • Κ.Α., οπλίτης ΕΕΣ/αντάρτης ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στον Βαθύλακκο το 1997
  • Μ. Θ., στέλεχος ΚΚΕ Σερβίων, διμοιρίτης 50 συντάγματος ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στα Σέρβια το 2001
  • Νάνος Ευάγγελος, κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996
  • Ν. Χ., ανθυπολοχαγός ΕΛΑΣ, Διμοιρίτης ΔΣΕ. Συνέντευξη στην Αθήνα το 1993
  • Π. Α, δημοσιογράφος. Συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη το 2002
  • Π. Α, αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996
  • Π. Ε., μέλος ΕΠΟΝ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1997
  • Σιαμπανόπουλος Νικόλαος, μέλος ΕΠΟΝ. Συνέντευξη στο Χρώμιο το 1996
  • Τ. Ι., αντάρτης 1/27. Συνέντευξη στην Καισαρειά το 1998
  • Τσιμόπουλος Γεώργιος, αγρότης. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996
  • Τσιούτσιος Ναούμ, αντάρτης ΕΛΑΣ και ΔΣΕ. Συνέντευξη στα Σέρβια το 1999
  • Χ. Α., υπεύθυνος ΕΤΑ. Συνέντευξη στην Κνίδη το 1998

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (ΚΔΒΚ), Λυτά έγγραφα, Φ.70/Β/15, Κατάστασις αλόγων και μουλαριών πόλης Κοζάνης, 30.11.44

[2] Παπαδημητρίου Απόστολος, «Η εμποροπανήγυρη των Βεντζίων», Ο Μπούρινος 4 (2012) 67

[3] Ειρηνοδικείο Σερβίων, Πολιτικαί εκθέσεις έτους 1946, 1/2.1.46 –21/30.12.46

[4] Καλλιανιώτης Γρηγόριος, αποθηκάριος τροφίμων για τους Έλληνες εργάτες στα μεταλλεία Χρωμίου Ροδιανής. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996

[5] Γούλας Κωνσταντίνος, αετόπουλο. Συνέντευξη στην Αιανή το 1997

[6] Ιδιωτική Συλλογή Κοσμά Προκοπίδη, Επαρχιακή Φωνή [Πτολεμαΐδας] 342 (16.2.36) 4

[7] Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Κοζάνης (ΓΑΚ/ΑΝΚ), ΑΒΕ 60/151/1313, Απογραφή κτηνών και οχημάτων

[8] ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ 60/15.1/1309-1314/215, ΙΧ μεραρχία προς πρόεδρον κοινότητος, Αιανήν, Κοζάνη 2.5.38

[9] Φτάκας Αργύριος, «Η πανίδα της Κερασιάς», Κερασιά. Ιστορία –Παιδεία – Πολιτισμός, ΑΜΣ Ελιμειακός Κερασιάς, Κερασιά 2004, σ. 103

[10] Καλλιανιώτης Θανάσης, «H πάλη δύο κόσμων σε ένα μικρό χωριό: η Κερασιά στη δεκαετία του 1940», Κερασιά, ό.π., σ. 141

[11] Καλλιανιώτης Γρηγόριος, ό.π.

[12] Κυριάκος Νικόλαος, «Προσφορά υπηρεσίας στα μαχόμενα τμήματα της Πίνδου», Βοϊακή Ζωή 149 (Σεπτ. –Οκτ. 1997) 23-4

[13] Ζαγάρας Αργύριος, αγροφύλακας. Συνέντευξη στην Αιανή το 1997

[14] ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ 60/15.1/1309-1314/215, Υποβολή αστυνομικής διατάξεως προς πρόληψιν και καταπολέμησιν της ζωοκλοπής, Διοίκησις Χωροφυλακής Κοζάνης προς Νομαρχίαν, α.π. 34/13/42, 30.11.37

[15] ΚΔΒΚ, Λυτά έγγραφα, Φ.Νομαρχίας, καταστάσεις παραδοθέντων πολεμικών ειδών, κοινότης Βαθυλάκκου προς νομαρχία α.π. 6/26.5.41

[16] Αρχείο Δημοτικού Σχολείου Αιανής, Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας Κοινότητος Κερασιάς 3/5/1940 -43, α.α. 25/18.08.41

[17] Καλλιανιώτης Γρηγόριος, ό.π.

[18] Μπαξεβάνος, Νικόλαος, Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, Η κατοχή και η Εθνική Αντίσταση όπως τα έζησα, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 439

[19] Μ. Θ., στέλεχος ΚΚΕ Σερβίων, διμοιρίτης 50 συντάγματος ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στα Σέρβια το 2001

[20] Ειρηνοδικείο Φλώρινας, Πολιτικαί εκθέσεις και πράξεις 1945, 10.1.45 και 4.12.45

[21] ΚΔΒΚ, Λυτά έγγραφα, Kreiskommantatur 2816/44/16.6.44

[22] Ειρηνοδικείο Εορδαίας, Εκθέσεις έτους 1941, αρ.76/9.8.41

[23] Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Φλωρίνης, ΑΒΧ 15/Φ5/24, Φλώρινα 3.11.82 και ΑΒΧ 15/Φ5/15

[24] Χ. Α., υπεύθυνος ΕΤΑ. Συνέντευξη στην Κνίδη το 1998

[25] Γ. Π., αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1995

[26] Public Record Office,  FO 371/48271/R10009, A.G.I.S. Weekly report No 32, 20-26 May 1945, secret, 202

[27] Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη (18.3.65) 3

[28] Ζυμάρας ΑΘανάσιος., αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Κάτω Κώμη το 1996

[29] Σελίδης Περικλής, Ιστορία του 2ου Τάγματος 16ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Βερμίου, http://psaxtiria.net/topic/7824/%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-2%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-16%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%85%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85

[30] Μανούσακας Γ., Το χρονικό ενός αγώνα, τ. Β΄, Γ΄, Γνώση, Αθήνα 1986 σ. 394 και Σεβαστάκης Α., Το αντάρτικο ιππικό, Β΄ έκδ. Κανελλόπουλος Αθήνα 1991 σ. 229

[31] Καραγιάννης Γεώργιος, αντάρτης ΕΛΑΣ και ΔΣΕ. Συνέντευξη στη Λάβα το 1996

[32] Π. Α, αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996 και Τ. Ι., αντάρτης 1/27. Συνέντευξη στην Καισαρειά το 1998

[33] Κ.Σ, οπλίτης ΕΕΣ. Συνέντευξη στο Σπάρτο το 1996

[34] Π. Ε., μέλος ΕΠΟΝ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1997

[35] Καλλιανιώτης, Θανάσης, «Οι αντικομουνιστές καπετάνιοι στη Δυτική Μακεδονία (1942 -1949)», Οι άλλοι καπετάνιοι, επιμ: Νίκος Μαραντζίδης, έκδ. Δ΄, Εστία, Αθήνα 2007, σ. 229

[36] Καλλιανιώτης Γρηγόριος, ό.π.

[37] Καλλιανιώτης Γρηγόριος, ό.π.

[38] Κ.Α., οπλίτης ΕΕΣ/αντάρτης ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στον Βαθύλακκο το 1997

[39] ΚΔΒΚ, Πατρίς 5 (16.7.44) 4

[40] ΚΔΒΚ, Λυτά Έγγραφα, Κοινοποίησις ειδοποιήσεως 53ου Συντάγματος Πεζικού, Κοζάνη 6.11.44

[41] ΚΔΒΚ, Φ.70/Β/15, Κατάστασις αλόγων και μουλαριών πόλης Κοζάνης, 30.11.44

[42] ΚΔΒΚ, Λυτά Έγγραφα, Ειδοποίηση, α.π. 2232/168, 29.11.44

[43] ΚΔΒΚ, Αλήθεια 8 (6.12.44)

[44]  Έτσι άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος: Η τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα 1945 –1947, το υπόμνημα του ΔΣΕ στον ΟΗΕ τον Μάρτιο του 1947, επιμ: Π. Ροδάκης –Μ. Γραμμένος, Γλάρος, Αθήνα 1987,

σ. 101

[45] Σιαμπανόπουλος Κωνσταντίνος, Αιανή, ιστορία –τοπογραφία –αρχαιολογία, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 368

[46] Σιαμπανόπουλος Νικόλαος, μέλος ΕΠΟΝ. Συνέντευξη στο Χρώμιο το 1996

[47] Νάνος Ευάγγελος, κτηνοτρόφος. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996

[48] Ν. Χ., ανθυπολοχαγός ΕΛΑΣ, διμοιρίτης ΔΣΕ. Συνέντευξη στην Αθήνα το 1993

[49] ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ 50/56/Φ770, δικογραφία 1126/1951, εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων

[50] Τσιμόπουλος Γεώργιος, αγρότης. Συνέντευξη στην Αιανή το 1996

[51] Π. Α, δημοσιογράφος. Συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη το 2002

[52] Ριζοσπάστης 19.02.1997, Τα πολιτικά όπλα του ΔΣΕ, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3758472

[53] Ο ελληνικός στρατός κατά τον αντισυμμοριακόν αγώνα, τ. Β΄, ΓΕΣ, Αθήναι 1980, σ. 123

[54] Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου (1944-1949), τ. 3, Αθήνα 1998, σ. 265

[55] Β.Ο., αντάρτισσα ΔΣΕ. Συνέντευξη στο Βατερό το 1999

[56] Κατσής Μήτσος, αντάρτης ΕΛΑΣ και ΔΣΕ, Αθήνα 1996

[57] Τσιούτσιος Ναούμ, αντάρτης ΕΛΑΣ και ΔΣΕ. Συνέντευξη στα Σέρβια το 1999

[58] Ευαγγελόπουλος Σπύρος, μέλος ΕΠΟΝ. Συνέντευξης την Αιανή το 1996

[59] Καλλιανιώτης Λάζαρος, αντάρτης 1/27 ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στην Αιανή το 1993

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Οι απαρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία 1941-1943

Το κείμενο γράφτηκε ως βάση εκφώνησης ομότιτλης ανακοίνωσης στο ΚΒ΄ ιστορικό συνέδριο της Ελληνικής Ιστορικής Εταιρείας στις 25-27.05.2001 στη Φιλοσοφική Σχολή ΑΠΘ

Παρά τα εξ αντιθέτου φωνούμενα, την αντίσταση κατά των Ιταλών στη Δυτική Μακεδονία ξεκίνησε πρώτη η Ελληνική Πολιτεία. Ακολούθησαν μυστικές δεξιές οργανώσεις και μετά αριστερές αντίστοιχες. Ομονοώντας αρχικά έπληξαν καίρια τον κατακτητή, ύστερες όμως διαφωνίες για τη σύγχρονη συμβίωση, την πολιτική προς το Μακεδονικό Ζήτημα και τις μεταπολεμικές επιδιώξεις οδήγησαν πριν φύγουν οι Γερμανοί σε εμφύλιες συγκρούσεις και πόλεμο

ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΕΙΣ ΠΗΓΕΣ
Για την περίοδο της δεκαετίας του ΄40 στη Δυτική Μακεδονία υπάρχουν έργα επιστημόνων, φιλιστόρων κι αυτοπτών μαρτύρων, οι τελευταίοι των οποίων αρχίζουν να σπανίζουν βιολογικώς.

Για βαθύτερη μελέτη συνιστάται ως χρονολογική, τουλάχιστον, βάση αρχειακό υλικό στο εσωτερικό. Λ.χ. Υπουργείο των Εξωτερικών, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Ινστιτούτο Βιβλίου κι Ανάγνωσης Κοζάνης, ΓΑΚ Φλώρινας και Κοζάνης, Δικαστήρια, Μητροπόλεις Εργατικά Κέντρα κλπ. Στο δε εξωτερικό σχετικά αρχεία σε Γερμανία, ΗΠΑ, Βρετανία και Νότια Σερβία.

Υπάρχουν μετά επεξεργασμένα κείμενα. Το βιβλίο του Ι. Σ. Κολιοπούλου Plundered Loyalties, World war II and civil war in Greek West Macedonia, το οποίο εξετάζει με εύτολμη ρωμαλεότητα την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Το Γιασασίν Μιλλέτ του Νίκου Μαραντζίδη όπου συνδιαλέγεται η πολιτική επιστήμη με την ιστορία και την ανθρωπολογία. Τα Ανάποδα χρόνια και το Περάσαμε πολλές μπόρες κορίτσι μου της Ρίκης Βαν Μπουσχότεν. Εκτός άλλων περιέχουν πλούσιες προφορικές μαρτυρίες.

Στην τοπική εστίαση ανήκουν τα πονήματα του Χρήστου Βήττου Τα Γρεβενά στην Κατοχή και στο Αντάρτικο, μελέτη αντιεαμικής προοπτικής. Το δίτομο του Παρμενίωνα Παπαθανασίου, Για τον Ελληνικό Βορρά. Οι αντικομουνιστικοί τόμοι του Αθανασίου Χρυσοχόου, μια σπάνια καταγραφή.

Τέλος απομνημονεύματα καπεταναίων του ΕΛΑΣ: του Ζαχαρία Δρόσου Φαρδύκαμπος, του Αλέκου Σακαλή Μνήμες και του Βασίλη Νταϊλιάνη Το αντάρτικο στη Δυτική Μακεδονία. Το ανάλογο έργο του Σταύρου Θεοδοσιάδη Η Πίνδος ομιλεί είναι σημαντικό λόγω της μόρφωσης του συγγραφέα όσο και της εαμικής, όχι κομουνιστικής, του οπτικής.

ΑΝΘΡΩΠΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Η Αντίσταση κατά των Ιταλών, των Γερμανών και δευτερευόντως κατά των Βουλγάρων στη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο 1941-1943 παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες εν συγκρίσει με την υπόλοιπη Ελλάδα, οι οποίες σχετίζονται με το πληθυσμιακό ψηφιδωτό, την ιστορική κληρονομιά και τη γεωγραφία της. Πράγματι συναντούσε κανείς στις αρχές του 20ού αιώνα ανθρώπους να ομιλούν ελληνικά, τουρκικά, βλάχικα, σλαβομακεδονικά, αρβανίτικα, τσιγγάνικα εβραϊκά, και να εκκλησιάζονται σε εκκλησίες, τζαμιά και συναγωγές. Ποικιλία γλωσσών κι εθίμων που αναταράχτηκε λόγω ευρείας μετανάστευσης: μουσουλμάνοι τουρκόφωνοι κι ελληνόφωνοι έφυγαν στην Τουρκία, Σλαβομακεδόνες μετοίκησαν στη Βουλγαρία. Στη θέση τους προσήλθαν Ορθόδοξοι Χριστιανοί από την Ανατολική Ρωμυλία και Θράκη, τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και τον Καύκασο.

Όσο κατέρρεε η Υψηλή Πύλη στα τέλη του 19ου αιώνα τόσο ανερχόταν ο εθνικισμός των υπόδουλων εθνών της. Ένα από τα πεδία σύγκρουσης των τελευταίων αποτέλεσε η Μακεδονία. Στην αρχή με ήπια μέσα (σχολεία και εκκλησίες) και μετά με όπλα και βία. Οι διαμάχες κορυφώθηκαν το 1914, χρονολογία λήξης του δεύτερου βαλκανικού πολέμου. Χαράχτηκαν νέα σύνορα, εξ αιτίας των οποίων η Μακεδονία τετρατομήθηκε στην Ελλάδα, τη Σερβία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία κλίματος αλυτρωτισμού, το οποίο κατά κύριο λόγο καλλιέργησε η Βουλγαρία.

Στο ανάγλυφο της Δυτικής Μακεδονίας εγγράφονται οχτώ ξεχωριστά οροπέδια, το σύνολο των οποίων περικυκλώνεται από κορυφές ύψους άνω των δύο χιλιάδων μέτρων. Σχηματίζονται έτσι επτά κλειστές λεκάνες και μία ανοιχτή, της Φλώρινας, προς Βορράν. Ο ποταμός Αλιάκμονας και μικρότερα ρέματα δυσκόλευαν την αμαξιτή επικοινωνία. Η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Σερβίας μέσω Αμυνταίου και Φλώρινας και χερσαίοι δρόμοι μέσω πέντε ορεινών διόδων συνέδεαν τους κατοίκους μεταξύ των και δύο από αυτές τη χώρα με την Αλβανία και τη Σερβία.

Ο Στέφανος Πουταχίδης από το Καρς Καυκάσου, ανθυπολοχαγός του Τσαρικού Στρατού. Μετοίκησε στην Οινόη Κοζάνης όπου χειροτονήθηκε ιερέας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής κατάφερε να προστατέψει το ποίμνιό του από τις σφοδρές διαμάχες μεταξύ Δεξιάς κι Αριστεράς, καθώς στο χωριό του είχε δημιουργηθεί πολύ νωρίς ένοπλη ομάδα της εθνικιστικής αντιστασιακής οργάνωσης ΕΚΑ. Ιδιωτική Συλλογή Γεωργίου Πουταχίδη.

ΝΕΟ ΚΟΜΜΑ
Αν και οι μουσουλμάνοι τιμαριώτες αποχώρησαν, αρκετές εκτάσεις δασών, χωραφιών και χέρσων πέρασαν παρέμεναν σε χέρια Αλβανών ή Ελλήνων ιδιοκτητών (πολιτών και Εκκλησίας). Τα παράπονα για τη γη, την ανέχεια, τα προβλήματα προσαρμογής των επήλυδων, τις κοινωνικές και πολιτικές διαμάχες ανέλαβε να τα λύσει μία νεοεμφανιζόμενη πολιτική μερίδα, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το οποίο ανδρώθηκε κυρίως ανάμεσα στους πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας.

Στην Περιφερειακή Επιτροπή Δυτικής Μακεδονίας του ΚΚΕ σταδιοδρόμησαν Καυκάσιοι πρόσφυγες της Εορδαίας και των Σερβίων, καπνεργάτες της Σιάτιστας, Κοζανίτες οικοδόμοι, Βλάχοι διανοούμενοι, και δυσαρεστημένοι ή καιροσκόποι Σλαβομακεδόνες της Καστοριάς και της Φλώρινας. Ήταν φυσικό λοιπόν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά και ιδίως εν όψει του ελληνοϊταλικού πολέμου μέλη των δύο τελευταίων κοινοτήτων, εξαιτίας της διαμονής τους στα σύνορα, καθώς και κομμουνιστές ή αντικαθεστωτικοί εξορίστηκαν μακριά από το γενέθλιο τόπο τους.

Το 1941 η Μακεδονία χωρίστηκε σε δύο ζώνες. Οι Γερμανοί ανέλαβαν το σιδηροδρομικό δίκτυο και τα μεταλλεία χρωμίου Κοζάνης, ενώ οι Ιταλοί, υποδεέστεροι, την υπόλοιπη περιοχή. Βούλγαροι αξιωματικοί-σύνδεσμοι διέτριβαν στη Φλώρινα, την Καστοριά και την Πτολεμαΐδα, περιοχές κατοίκων με μητρική γλώσσα τη σλαβομακεδονική. Την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν λιποτάκτες η αυτόμολοι του Ελληνικού Στρατού καθώς και κομμουνιστές, πρώην εξόριστοι επί Μεταξά.

Αρκετός πολεμικός εφοδιασμός του υποχωρούντος στρατού είχε αποκρυφτεί από κατοίκους,  έμπειρους στη χρήση των όπλων από τον πόλεμο της Μικράς Ασίας και του 1940. Με σκοπό να τα βγάλουν φανερά όσο εντεινόταν η ξενόφωνη προπαγάνδα με το επιλεκτικό μοίρασμα των τροφίμων της, η ανησυχία με τις αυξήσεις των τιμών και η μαύρη αγορά.

Όταν η Χωροφυλακή ανέλαβε κάτω από την πίεση των κατακτητών να αφοπλίσει τους κατοίκους, η κατάσταση εκτραχύνθηκε. Την μεταμόρφωση της αναταραχής σε ένοπλη επανάσταση ανέλαβε το Μακεδονικό Γραφείο του ΚΚΕ, που λόγω της Κατοχής δεν συνδεόταν με την ΚΕ του ΚΚΕ Αθήνας -η τελευταία προτιμούσε μαζικές διαδηλώσεις και συνθήματα παρά άμεση υπαίθρια επανάσταση. Έτσι στην σχηματισθείσα παράνομη οργάνωση Ελευθερία συμμετείχαν και απότακτοι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού. Πιο συνωμοτικά και με βρετανικές διασυνδέσεις αντιστέκονταν και οι Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος.

ΕΝΤΟΣ ΟΡΙΩΝ
Φανερά παρενέβη και το κράτος μέσω της Διοίκησης, της Χωροφυλακής, της Εκκλησίας και του Επισιτισμού. Το εγχείρημα Βλάχου οδηγού από τη Σαμαρίνα, εγκαταστημένου στη Θεσσαλονίκη, να αποτρέψει τον Αύγουστο του 1941 όσους ομόγλωσσούς του επηρεάζονταν τους Ιταλούς δεν στέφτηκε με επιτυχία. Προφανώς στην ίδια υπόθεση ήταν αναμεμειγμένη και η ΥΒΕ. Τον ίδιο δρόμο βάδιζαν οι ειρημένοι κι εναντίον της βουλγαρικής προπαγάνδας. Μέσα πάντα στα όρια της νομιμότητας.

Στα Γρεβενά έδρασε αντιστασιακή κίνηση δημοσίων υπαλλήλων και δηλωσιών κομμουνιστών μαζί, που τιτλοφορήθηκε ως «Πατριωτική Οργάνωση». Με πάγια κρατική παρότρυνση και κατόπιν στιγμιαίας εξάψεως λόγω των φημών για ύπαρξη σε άλλες περιοχές αντιστασιακών ομάδων. Και πρακτικά ως ενέργεια εμπόρων, αγροτών και κτηνοτρόφων των Γρεβενών που πλήττονταν από μηδίσαντες Βλάχους της περιοχής. Διαλύθηκε πρώιμα από τους Ιταλούς με διώξεις, συλλήψεις κι εξορίες.

ΠΡΩΙΜΕΣ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ
Το αιματηρό φιτίλι άναψε στο Μεσόβουνο Εορδαίας, λόγω των κληρονομιών που ήδη αναφέρθηκαν και της συγκυρίας. Χωριανός θερμαινόμενος από υποφώσκουσες επαναστατικές οδηγίες, δυσαρέσκειες περί της τοπικής εξουσίας κι εξαγρίωση από προσωπικούς λόγους εκτέλεσε τον κοινοτάρχη. Οι ένοπλοι του χωριού κατέφυγαν στα δάση του Βερμίου. Το φθινοπωρινό κρύο, το υψόμετρο και η απουσία τροφίμων και πληροφοριών τους ανάγκασαν να προσκυνήσουν. Έλειπε το γενικό σχέδιο, τα έμπεδα, οι οικονομικοί πόροι, η επιμελητεία και η σύνδεση με τους ομοϊδεάτες του Κιλκίς, των Σερρών και της ανατολικής Μακεδονίας. Και κυρίως η επαφή με τους Συμμάχους.

Η Αντίσταση είχε δώσει τους πρώτους νεκρούς κι εξόριστούς της. Αμάχους πολίτες και χωρικούς με δεξιά ή κεντρώα ιδεολογική ταυτότητα. Την παταγώδη αποτυχία χρωμάτισε αρνητικότερα η άφιξη Ελλήνων προσφύγων από την Ανατολική Μακεδονία που είχαν διωχτεί από τους Βουλγάρους.

Θνησιγενής αποδείχθηκε και η εμφάνιση ενόπλων κομουνιστών, δραπετών από τις φυλακές της Καστοριάς, στο όρος Όντρια και το οροπέδιο Κορεστίων Καστοριάς την άνοιξη του 1942. Διαλύθηκε τάχιστα.

ΕΛΑΣ ΟΛΥΜΠΟΥ
Επόμενο στις δέλτους της αντίστασης έρχεται το ΚΚΕ. Φορώντας τον μανδύα του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), διέθετε στελέχη φανατισμένα ή ρομαντικά, οπωσδήποτε αποφασισμένα για δράση ενάντια στον κατακτητή κι οραματιζόμενα την τελική επικράτηση των αρχών τους. Αποδέχονταν όλες τις πεποιθήσεις και τις ηλικίες, χωρίς να ξεχωρίζει γλώσσες, θρησκείες κι εθνότητες αρκεί να συμφωνούσαν με αυτό. Ο σκελετός της επανάστασης αποτελούνταν πια από ένθερμους ξενοτοπίτες, πιστά υπάκουους στις εντολές των ανωτέρων τους. Πριν αρχίσουν να πολεμούν τον εχθρό, καταπολεμούσαν την ντόπια «αντίδραση».

Ο πολιορκητικός κριός που έσπασε την νηνεμία ήρθε από την ιταλοκρατούμενη Θεσσαλία, περιοχή περισσότερο πολιτικοποιημένη και κοντύτερα στη Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή και την Αθήνα. Από τα ορεινά του Ολύμπου οι αντάρτες απέκλεισαν τη δίοδο του Σαρανταπόρου και το δρόμο Γρεβενών-Τρικάλων πιέζοντας τα επικοινωνιακά νώτα της Δυτικής Μακεδονίας. Χριστούγεννα του 1943 πέρασαν στα γερμανοκρατούμενα όρη Καμβούνια και τα Χάσια εξαρθρώνοντας το υπάρχον κράτος με τον αφοπλισμό σταθμών Χωροφυλακής και την τοποθέτηση δικού τους διοικητικού μηχανισμού. Ενσωμάτωσαν παράλληλα τους τοπικούς ληστές. Η ουσιαστική διαφορά της νέας εξουσίας εστιάζονταν αποκλειστικά στη σκληρότητα και στην  ταχύτητα επιβολής  των ποινών.

ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΙΜΕΙΑ
Οι Γερμανοί και η Ελληνική Πολιτεία ανησύχησαν. Ο μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης, που στάλθηκε για να αποτρέψει την εισβολή του ΕΛΑΣ στην Κοζάνη, προσχώρησε στους αντάρτες. Λίγο νωρίτερα είχε αναχωρήσει για το βουνό ο ενθουσιώδης λοχαγός Γρηγόριος Γερούκης. Στα μέσα του Γενάρη 1943 ομάδα φουστανελοφόρων ανταρτών διαπέρασε την Ελίμεια, τα Βέντζια και το Σινιάτσικο. Στρατολόγησε εθελοντές από την Αιανή και το Χρώμιο, ενόχλησε τους Γερμανούς των μεταλλείων, εκτέλεσαν κατοίκους της Σιάτιστας κι έφτασαν ως τη δίοδο της Κλεισούρας.

Η εισβολή πυροδότησε την έξοδο εντοπίων ενόπλων στην ιταλοκρατούμενη ζώνη. Το Φλεβάρη του 1943 οι Ιταλοί έπεσαν σε αιματηρές ενέδρες του ΕΛΑΣ στο Σνίχοβο (Δεσπότης) Γρεβενών και τη Μιρίτσα (Οξύνεια) Χασίων με αποτέλεσμα να περιχαρακωθούν στις πόλεις Γρεβενών και Καστοριάς. Η «Ελευθέρα» (ζώνη) όπως ονομάζονταν οι υπώρειες της ΒΑ Πίνδου ήταν γεγονός.

Την ίδια εποχή είχε δημιουργηθεί μια άλλη αντιστασιακή οργάνωση, η Εθνική Κοινωνική Άμυνα (ΕΚΑ) από αξιωματικούς της πόλης Κοζάνης και χρηματοδότες εμπόρους που εναλλάσσονταν με τη Θεσσαλία. Στρατιωτικός επικεφαλής της ο ταγματάρχης ΠΖ Χρήστος Παπαβασιλείου. Μέλη της οδηγοί κι αχθοφόροι, Κοζανίτες χωρικοί κι εργάτες, και πρόσφυγες ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι. Διακριτός ανάμεσα στην κοινότητα των τελευταίων ο τσαμπάζης Μιχαήλ Παπαδόπουλος ή Μιχάλαγας. Οι αγρότες κι έμποροι των πεδινών επρόκειτο να αναμετρηθούν με τους κτηνοτρόφους των ορεινών.

Στον επαναστατικό ενθουσιασμό του ΕΑΜ, που φραστικά απεδίωκε τη βία των ανταρτών του Ολύμπου και την μονοπώληση του αγώνα, συνεισέφερε έμπρακτα και η ΥΒΕ/ΕΚΑ επιτρέποντας τους αξιωματικούς της να συμφωνήσουν για κοινή δράση. Τη λειψή παρουσία των Γερμανών εκμεταλλεύτηκε ο ΕΛΑΣ καίγοντας τη γέφυρα των Σερβίων την 2η Μαρτίου 1943. Το μεθεπόμενο πρωί επιτυχές κτύπημα Ιταλών από την ίδια οργάνωση στη Μπάρα Σιάτιστας ανάγκασε ιταλικό τάγμα να εκστρατεύσει εναντίον της Σιάτιστας και να ηττηθεί ολοκληρωτικά στο Φαρδύκαμπο, σε μια μάχη όπου πολέμησαν μαζί ο ΕΛΑΣ, η ΥΒΕ/ΕΚΑ και σύμπαντες οι χωρικοί. Από τις σπουδαιότερες πολεμικές στιγμές της εποχής.

Χάρτης των Καστανοχωρίων. Με την κόκκινη επισήμανση τα εντόπια σλαβόφωνα χωριά, ενώ με τη γαλάζια τα προσφυγικά τουρκόφωνα. Τα υπόλοιπα του νομού Κοζάνης μιλούσαν ελληνικά ή ποντιακά. Στην ορεινή συνοριακή γραμμή έδραζαν μετά οι αντάρτες του 28ου συντάγματος του ΕΛΑΣ, έχοντας νωρίτερα λάβει μέρος σε αιματηρές συγκρούσεις με εθνικιστές συναδέλφους τους

ΤΟ ΚΟΜΙΤΑΤΟ
Οι Ιταλοί αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από τα Γρεβενά και να περικλειστούν την πόλη της Καστοριάς δημιουργώντας παράλληλα το Κομιτάτο, μια προστατευτική ασπίδα από Σλαβομακεδόνες ενόπλους χωρικούς, τάζοντάς τους την ανεξαρτησία τους από τον εθνικό ελληνικό κορμό. Ανεπιτυχείς προσπάθειες του ΚΚΕ να ενσωματώσει τους κομιτατζήδες, μερικές εντελώς άστοχες όπως π.χ. ο φόνος παλαιών Μακεδονομάχων σαν τον καπετάν Στέφο, στην οποία απάντησε ο εθνικιστής καπετάν Φραγκίσκος Κολάρας εκτελώντας μια δεκάδα κομιτατζήδων, συνωδά τη μονοπωλήσει του αγώνα διέσπασαν την ομόνοια ΕΑΜ/ΕΛΑΣ και ΥΒΕ/ΕΚΑ με αποτέλεσμα εμφύλιες μεταξύ των συγκρούσεις στα σύνορα προσφυγικών και σλαβόφωνων οικισμών ΝΔ Καστοριάς. Η ΥΒΕ/ΕΚΑ δημιούργησε δικά της Εθνικά Αρχηγεία στο Βόιο με τους αξιωματικούς Μιλτιάδη Πόρτη και Κοσμά Μπουλογιάννη και στο όρος Μουρίκι με τον καπετάν Κολλάρα.

Προς αποκατάστασιν της τάξης ιταλική μονάδα έφτασε από τη Λάρισα. Διέσχισε την Κοζάνη, το Βόιο και την Καστοριά τρομοκρατώντας, καίγοντας κι εκτελώντας αμάχους. Ήταν δύσκολο να την αντιμετωπίσουν οι αντάρτες αμφοτέρων των οργανώσεων όχι τόσο λόγω των διαφωνιών αλλά εξαιτίας του πλήθους και του πολεμικού εφοδιασμού του εχθρού. Οι χιλιάδες ιταλόπληκτοι πρόσφυγες όξυναν τις κοινωνικές, ηθικές και πολιτικές διαφωνίες των ανταρτών –αλληλοκατηγορούνταν ως υπεύθυνο. Πώς επέπρωτο να λήξει η διαφωνία;

Τραγικά. Αντάρτες και πολιτικοί εξεστόμιζαν απειλές. Βράδυ από το χωριό Κρόκος ο ταγματάρχης Λάζαρος Μάντζιος κι ο ομοιόβαθμός του Μιλτιάδης Πόρτης από τον Πεντάλοφο απήχθησαν από τον ΕΛΑΣ, οδηγήθηκαν στη Βουχωρίνα Βοΐου κι ενταφιάστηκαν εκεί μετά από ανταρτοδικείο.

ΑΓΕΦΥΡΩΤΕΣ ΔΙΑΦΩΝΙΕΣ
Την 8η  Απριλίου 1943 ο ΕΛΑΣ κύκλωσε εθνικιστικό τμήμα στον οικισμό Αυγερινός. Στη μάχη που ακολούθησε φονεύθηκαν μαχητές και από τις δύο πλευρές κι αιχμαλωτίστηκαν οι ηγέτες των αμυνομένων. Εκτελέστηκαν κι αυτοί από τον ΕΛΑΣ όπως κι άλλα στελέχη της ΥΒΕ/ΕΚΑ των Καστανοχωρίων στο Νεστόριο Καστοριάς. Το πολιτισμικό χαμόγελο του ΕΑΜ συνόδευαν τα ανεπίσχετα δόντια της επανάστασης.

Ο κατοχικός εμφύλιος κορυφώθηκε με την ανταπάντηση της ΥΒΕ/ΕΚΑ στα Ίμερα της Κοζάνης όπου αιχμαλωτίστηκαν δύο εξέχοντα στελέχη του ΜΓ ΚΚΕ,  ο Συμεών ή Σίμος Κερασίδης, πρόσφυγας από την Τούμπα Θεσσαλονίκης κι ο Σλαβομακεδόνας Λάζαρος Ζησιάδης ή Τερπόφσκι από το Δενδροχώρι Καστοριάς, ο πρώην εξόριστος κομουνιστής δικηγόρος Γεώργιος Μέντζας από τη Σιάτιστα και 4 αντάρτες-συνοδοί τους. Την αντεκδίκηση αυτή δεν επρόκειτο να λησμονήσει το ΚΚΕ σ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής.

Ακόλουθες γερμανικές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις απομάκρυναν προς στιγμήν τις διαφωνίες. Οι αντάρτες αποτραβήχτηκαν στην Πίνδο αφήνοντας την Καστοριά στο έλεος του Κομιτάτου και την Κοζάνη-Εορδαία στην Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση (ΠΑΟ), διάδοχος της ΥΒΕ. Η φωτιά επρόκειτο να αναζωπυρωθεί.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΑΡΧΕΙΑ
Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Νίκη, όργανο της ΠΕ του ΕΑΜ Κοζάνης, 4 (10.1.43) 1

Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία ν. Κοζάνης Φ. 1339

Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία ν. Φλώρινας, ΑΒΕ 15/1/10

Πρωτοδικείο Γρεβενών, Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γρεβενών, αρ.  246/29.5.46

Πρωτοδικείο Κοζάνης, Ποινικαί αποφάσεις Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, αρ. 257/14.7.41

Ρublic record office, HS 5/234/56557

ΒΙΒΛΙΑ ΚΙ ΑΡΘΡΑ
Kalyvas StathisRed Terror: leftist violence during the occupation”, After the war was over, reconstructing the family, nation, and state in Greece, 1943 –1960, ed. Mark Mazower, Princeton University Press, Princeton 2000, 143 –83

Koliopoulos John, Plundered Loyalties: World War II and Civil War in Greek West Macedonia, χειρόγραφο

Sarafis Lee,The policing of Deskati, 1942 –1946”, After the war was over, reconstructing the family, nation, and state in Greece, 1943 –1960, ed. Mark Mazower, Princeton University Press, Princeton 2000, 211-20

Αντωνίου Γιώργος, Η σημασία του πρώιμου σοσιαλισμού στην ανάπτυξη του ΕΑΜ σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Ελασιτών του Βοΐου, ανέκδοτο πόνημα

Βαής Δαμιανός, Από τον Πόντο στη Νεράιδα: ιστορικό αφήγημα της ζωής και της δράσης των ανθρώπων του Πόντου και του χωριού τους, Θεσσαλονίκη 1991

Αραιοβηματάς Νίκος, Η αντίσταση στα Χάσια και η επιμελητεία του αντάρτη δυτικής Μακεδονίας (Ε.Τ.Α.), Λάρισα 1988

Δορδανάς Ευστράτιος, Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία το 1941, ανάτυπο από ομιλία του στο ΚΑ΄ πανελλήνιο ιστορικό συνέδριο, Θεσσαλονίκη 26-28.5.00, 435 κ.ε.

Θεοδοσιάδης Σταύρος, Η Πίνδος ομιλεί: η Εθνική Αντίστασις 1941 –1944, επιμ: Νίκος Καλογερόπουλος, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2000

Καλλιανιώτης Αθανάσιος, «ΠΑΟ –ΕΛΑΣ: Ο εμφύλιος στη Δυτική Μακεδονία, 1943 –1945», Η δεκαετία 1940 –1950 στη Δυτική Μακεδονία, Εταιρεία Μελετών Άνω Βοΐου, Θεσσαλονίκη 1998, 230

Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Οι αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία, πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2000

Κολιόπουλος, Ιωάννης, Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, τ. Α΄ -Β΄, έκδ. β΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1995

Κουζινόπουλος Σπύρος, Ελευθερία, η άγνωστη ιστορία της πρώτης παράνομης οργάνωσης και εφημερίδας της κατοχής, εκδ. Β΄, Καστανιώτης, Θεσσαλονίκη 1986

Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Ο πόλεμος των στατιστικών: Παραδοσιακές συνταγές για την κατασκευή μακεδονικής σαλάτας, πληκτρογραφημένο κείμενο από τα αρχεία του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, Θεσσαλονίκη χ.χ.

Παπαθανασίου, Παρμενίων, Για τον Ελληνικό Βορρά, Μακεδονία 1941 –44, Εθνική Αντίσταση και τραγωδία, το ανέκδοτο αρχείο –ημερολόγιο του ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, ιδρυτικού μέλους της ΥΒΕ/ΠΑΟ, τ. Α΄ -Β΄, έκδ. β΄, Παπαζήσης, Αθήνα 1997

Ραυμόνδος Αλβανός, «Σλαβόφωνοι ντόπιοι και Πόντιοι πρόσφυγες: η μνήμη και η εμπειρία της δεκαετίας του ΄40 σε δύο χωριά της περιοχής Καστοριάς», Ιστορικά, (Δεκέμβριος 2000), 289-318

Σιαμπανόπουλος Κωνσταντίνος, Αιανή, ιστορία –τοπογραφία –αρχαιολογία, ανατύπωση, Θεσσαλονίκη 1995

Σκερκέμης Λάμπρος, Η Δυτική Μακεδονία, Γκαβανάς, Κοζάνη 1951 (χάρτης)

Φροντιστής Αθανάσιος, Π.Α.Ο., Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις, ιστορία και προσφορά της εις την Εθνικήν Αντίστασιν, 1941 –1945, Θεσσαλονίκη 1977

Χρυσοχόου, Αθανάσιος, Η Κατοχή εν Μακεδονία, βιβλίον δεύτερον, Η δράσις της βουλγαρικής προπαγάνδας, τεύχος Β΄ 1943  και 1944, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1950

Χρυσοχόου, Αθανάσιος, Η Κατοχή εν Μακεδονία, βιβλίον τρίτον, Η δράσις της ιταλορουμανικής προπαγάνδας, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1951

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Αλεξιάδης Κωνσταντίνος, αντάρτης ΕΛΑΣ από Βροντή, συνέντευξη 19.12.00

Αραιοβηματάς Νικόλαος, ταμίας ΙΧ μεραρχίας ΕΛΑΣ, συνέντευξη στη Λάρισα 8.4.95

Γκέκας Κωνσταντίνος, πολιτικός ΕΚΑ από Κοζάνη, συνέντευξη 29.9.00

Δαβιτίδης Παύλος, Εαμίτης αγρότης από Μικροκλεισούρα Γρεβενών, συνέντευξη 19.7.98

Ζυγούρας Δημήτριος (Παλαιολόγος), διοικητής αρχηγείου Μπούρινου από Βουχωρίνα, συνέντευξη στην Αθήνα 11.2.95

Ιωακειμίδης Αλέξανδρος, στέλεχος ΕΛΑΣ, συνέντευξη στην Πτολεμαΐδα 23.4.88

Ιωαννίδης Σόλων, αγρότης από Νέα Σεβάστεια, συνέντευξη 17.6.00

Πουταχίδης Γεώργιος, αγρότης, συνέντευξη στην Οινόη 30.12.04

Τσαγγαλίδης Δημήτριος, εαμίτης από Κορομηλιά Καστοριάς, συνέντευξη 9.2.01

Τσίρος Δημήτριος (Δεσπότης), αντάρτης ομάδας Σαράντη από Πύργο, συνέντευξη στην Κοζάνη 15.8.91

Χουτούρας Αριστοτέλης (Αρριανός), διοικητής συγκροτήματος ΕΛΑΣ από Λευκοθέα Βοΐου, συνέντευξη στην Καρδίτσα 17.4.96

Δημοσιεύθηκε στη ΟΜΙΛΙΕΣ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Το βιβλίο «Δακρυσμένη Μικρασία» του Βασίλη Τζανακάρη: μνήμη εναντίον αποδόμησης

 

ανακοίνωση στο Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης την 21η Φεβρουαρίου 2008 στην παρουσίαση του βιβλίου Δακρυσμένη Μικρασία του Βασίλη Τζανακάρη. Οργανωμένη από το Βιβλιοπωλείο Άλφα και τις  Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Αγαπητοί κύριοι και κυρίες, εκπρόσωποι της πολιτικής, των γραμμάτων και της γνώσης

Ο καθένας σας πιστεύω δύναται να βρεθεί στη θέση αυτή και να ομιλεί για το βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη Δακρυσμένη Μικρασία 1919 -1922: τα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα -η οπτική σας θα ήταν οπωσδήποτε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο λόγος που επιλέχτηκα από το συμπαρουσιαστή Βασίλη Καραγιάννη είναι προφανώς ένας από τους παρακάτω ή, ίσως, περισσότεροι αφού αυτοί αρμόζουν στενά αναμεταξύ τους:

το τυχαίο ή η συγκυρία: όμως εδώ οι πιθανότητες είναι μάλλον μηδαμινές.

οι γνωριμίες: πιθανόν να ισχύουν, λόγω της συγκατοίκησης εδώ και χρόνια στο περιοδικό Παρέμβαση που εκδίδει ο Β. Καραγιάννης. Εξ αιτίας τούτης μερικοί αντίπαλοί του με θεωρούν ακόμη, χωρίς ουδεμία απόδειξη, υπασπιστή του.

η γενειοφορία εμού και του συγγραφέα. Η γενειάδα ερμηνεύεται ως παραίτηση, προσήλωση, ζήλος ή και φανατισμός. Ορθότερη θεωρείται πιστεύω η εξήγηση ότι πρόκειται για ταύτιση ζήλων. Όντως ο συγγραφέας έχει αποδειχθεί εδώ και καιρό ζηλωτής των γραμμάτων. Πρώτη φορά «γνωρίστηκα» μαζί του μέσα από το περιοδικό Γιατί που εκδίδει στις Σέρρες μελετώντας κείμενά του σχετικά με την περίοδο της Κατοχής στη Μακεδονία. Εκεί παρουσίαζε συνεντεύξεις του με πρόσωπα του δράματος, μέσα από τις οποίες διαφαινόταν ο χρόνιος κόπος του στην αναζήτηση της αλήθειας, αλλά και η αντίληψή του για την ιστορία, δηλαδή η επιμονή του στον ανθρώπινο παράγοντα κι όχι σε αδιάφορες γενικόλογες αναλύσεις

η συνάφεια: μάλλον αυτή είναι η κύρια αιτία της επιλογής μου ως παρουσιαστή, διότι επί χρόνια σκύβω κι εγώ λεπτομερώς επάνω στον άνθρωπο, ιδιαίτερα ασχολούμενος με τους Πρόσφυγες της Μικράς Ασίας. Ο Βασίλης Τζανακάρης όμως προηγείται χρονικά όπως φαίνεται κι από το παρουσιαζόμενο σήμερα βιβλίο όπου εγγράφεται μία σπάνια και συνάμα συγκλονιστική προφορική μαρτυρία ενός Πρόσφυγα από το Αϊβαλί, τις παλαιές Κυδωνίες, της Μικράς Ασίας. Σε αυτή ανιχνεύεται η ένταση της ζώσας ανεπίσημης ιστορίας σε αντιδιαστολή με την επίσημη έντυπη που αρκετές φορές περιορίζεται σε αναγκαστικά εν πολλοίς πλαίσια.

Πρακτικά πάντως προτιμήθηκα μέσω ενός κινητού τηλεφωνήματος από το Βασίλη Καραγιάννη που κι αυτός, όπως ο συγγραφέας, για δεκαετίες ανασκάπτει επίμονα και θαρραλέα την τοπική σκηνή και τον πολιτισμό. Ευχαριστώ εδώ για την τιμή που με προσέδωσαν ως παρουσιαστή το Βασίλη Καραγιάννη, το συγγραφέα, το βιβλιοπωλείο Άλφα και τις εκδόσεις Μεταίχμιο που οργάνωσαν την εκδήλωση όπως επίσης και το Λαογραφικό Μουσείο Κοζάνης που μας φιλοξενεί και φυσικά εσάς που μας ακούτε.

Τη Δακρυσμένη Μικρασία λόγω του όγκου της δεν την τελείωσα ακόμη. Όλα τα βιβλία δεν διαβάζονται μόλις αποκτώνται και δύο από τους λόγους είναι η πρόσκαιρη στενότητα του χρόνου ή η αντίληψη περί της ανάγνωσης: ορισμένοι διαβάζουν για ευχαρίστηση κι έτεροι εξ ανάγκης –ανάμεσα στους τελευταίους ανήκουν αρκετοί φοιτητές ή επιστήμονες. Άλλοι κατατρώγουν τα βιβλία αμέσως κι απνευστί, έτεροι τα απολαμβάνουν με καθυστέρηση είτε περιοδικώς. Τα ιστορικά βιβλία όπως το προκείμενο χρειάζονται προσεκτική μελέτη και διαβάζονται περισσότερες από μία φορές, κάποτε και επιλεκτικά. Για το τελευταίο είδος της ανάγνωσης βοηθούν πάντως τα λεπτομερή περιεχόμενά του.

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες κρίνονται οι ένθετες φωτογραφίες με στιγμιότυπα από τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Συγκλονιστική λογίζεται μία από αυτές όπου παριστάνονται μωαμεθανοί αιχμάλωτοι να προσεύχονται οκλαδόν υπό το βλέμμα ενός όρθιου Έλληνα αξιωματικού, εικόνα του 1922. Δείχνει καθαρά τις παλαιές διαφορές των δύο πολιτισμών ή αν θέλετε, τις σημερινές δυσκολίες της συζυγίας μεταξύ Δύσης κι Ανατολής.

 

Το ιστορικό πλαίσιο

Το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου Δακρυσμένη Μικρασία είναι σε όλους σας γνωστό και φυσικά θα το δείτε με κάθε λεπτομέρεια διαβάζοντάς το: καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε, η Ελλάδα με την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων έστειλε στρατό ως τα προάστια της Κωνσταντινούπολης και στην περιοχή της Σμύρνης επίσης. Καθώς ελληνικοί πληθυσμοί υπήρχαν τόσο στον Πόντο όσο και στα ενδότερα (στην Καππαδοκία λ.χ.) ο Ελληνικός Στρατός προέλασε ως την Άγκυρα. Όμως το εκτεταμένο μέτωπο, οι σφοδρές πολιτικές διαμάχες και η αρνητική εν τέλει στάση των Μεγάλων Δυνάμεων προς την Ελλάδα (η Ρωσία π.χ. πρόσφερε την αρωγή της στους Οθωμανούς) συνετέλεσε στην απαγκίστρωσή του από τη Μικρά Ασία κι έπειτα από την Ανατολική Θράκη με αποτέλεσμα την καταστροφή της Σμύρνης, τις έμψυχες και υλικές απώλειες του υπόλοιπου ελληνισμού κι εν τέλει την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Έκτοτε οι Πρόσφυγες παρέμειναν για πάντα στη σημερινή Ελλάδα και μόνον ως μακρινό όνειρο φαντάζει η επιστροφή των απογόνων τους στα εδάφη που γεννήθηκαν οι πατέρες ή οι παππούδες τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι σημερινοί γόνοι τους είτε εμείς δεν έχουμε δικαίωμα στη μνήμη, στην οποία μας εισάγει άριστα η Δακρυσμένη Μικρασία.

Η έδρα των ομιλητών: Θανάσης Καλλιανιώτης, Βασίλης Τζανακάρης στη μέση και αριστερά του ο Β. Π. Καραγιάννης. Λεπτομέρεια από την παρουσίαση του βιβλίου Δακρυσμένη Μικρασία. Λαογραφικό Μουσείο του Συνδέσμου Γραμμάτων και Τεχνών ν. Κοζάνης

Η εθνική ταυτότητα

Νομίζω ότι σήμερα έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να μελετηθεί ολόκληρο το βιβλίο, διότι μετά από μία σταθερότητα μισού περίπου αιώνα εντυπωσιακά γεγονότα αναταράσσουν τη γειτονιά μας: αλλάζουν σύνορα, δημιουργούνται κρατικά μορφώματα, εξεγείρονται μειονότητες και σφετερίζονται ιστορικά ονόματα.

Είναι προφανές ότι οι αναφερόμενες αλλαγές θα επηρεάσουν και τη χώρα μας. Προβάλλει λοιπόν εδώ επίκαιρο το νόημα του βιβλίου του Βασίλη Τζανακάρη: να μην πέφτουν στη λήθη οι εν προκειμένω σχετικά πρόσφατες, οδυνηρές περιπέτειες ενός σημαντικού τμήματος του ελληνισμού στην τριετία 1919-1922. Έτσι θα διαφωνήσουμε με όσους μεταμοντερνιστές, διεθνιστές ή αποδομητές βάλλουν την εθνική ταυτότητα και υποστηρίζουν ή εντυπωσιάζονται από απροκάλυπτες ή εντέχνως καλυμμένες θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να παραμερίζονται διάφορα γεγονότα του παρελθόντος στο όνομα μίας (βιαστικής) συνύπαρξης κι άλλων παρόμοιων ταυτόσημων θεωριών. Δεν πρόκειται εδώ για καταφατικές εθνικιστικές κορώνες, αλλά για αγωνιώδη ερωτήματα που ζητούν απάντηση.

Εξηγούμαι απλούστερα για να μην παρεξηγηθώ: τη συνύπαρξη μεταξύ κρατών ή γλωσσικών, θρησκευτικών, πολιτισμικών κλπ κοινοτήτων ελάχιστοι αρνούνται. Το διακύβευμα εδώ εστιάζεται στη λειτουργία της. Θα ομοιάζει αυτή π.χ. με την ειρηνόφιλη στάση της Μεγάλης Βρετανίας ή της Γαλλίας κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, στην ουσία απάθεια, εξ αιτίας της οποίας αφέθηκε να ανδρωθεί ο ναζισμός κι ο φασισμός με αποτέλεσμα να επισυμβεί έπειτα ο πόλεμος και η καταστροφή ή θα εδράζεται στην ετοιμασία και τη διαρκή πρόνοια για το μέλλον;

Προφανώς όλοι μας επιθυμούμε την ήρεμη ζωή και τα αγαθά της ειρηνικής συμβίωσης, όμως κατά την άποψή μου δεν ωφελεί να προωθούμε εφήμερες ορθότητες που αργότερα ίσως αποδειχθούν λανθασμένες. Προς χάριν της διατήρησης κι ενίσχυσης λοιπόν της εθνικής μας ταυτότητας η ανάγνωση του βιβλίου του Βασίλη Τζανακάρη Δακρυσμένη Μικρασία, 1919 -1922: τα χρόνια που συντάραξαν την Ελλάδα, που εξέδωσαν οι εκδόσεις Μεταίχμιο στην Αθήνα το 2007, είναι αναγκαία όσο ποτέ.

Ευχαριστώ πολύ

Δημοσιεύθηκε στη ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ | Ετικέτες: , , , , , , , | Σχολιάστε

Οι ταυτότητες στην περιοχή της Κοζάνης

Ανακτένιση 30.10.2008

Οι Τούρκοι δεν παραχωρούσαν δελτία ταυτοτήτων στους υπηκόους τους, δεν χρειάζονταν. Οι σημαίνοντες ληστές της εποχής δεν φορούσαν μάσκες, είχαν τα πρόσωπα όπως και τα σπαθιά ακάλυπτα, η πιστοποίηση της ύπαρξής τους ήταν φανερή. Για τον κάθε ραγιά εγγυούνταν οι αζάδες, οι δημογέροντες, οι ιερείς και οι αρματολοί.

Στη Δύση τις ταυτότητες τις εφηύραν πειραματικά πρώτοι οι Γάλλοι τον 19ο αιώνα. Τους ακολούθησαν πιο οργανωμένα εκατό χρόνια αργότερα οι Γερμανοί.[1] Όχι με μεγάλη επιτυχία, ειδικά στην Ελλάδα όπου ο αγροτικός κόσμος ήταν κατακερματισμένος και οι άνθρωποι γεννιούνταν και πέθαιναν χωρίς να καταγραφούν. Για λόγους ελέγχου του πληθυσμού όπως ευαγγελίζεται κάθε κατακτητής. Ή εκάστη μετέπειτα αστική ή επαναστατική εξουσία.

 

LAISSER-PASSER

Με την απελευθέρωση είναι λογικό να υποθέσουμε ότι στις πόλεις υπήρχαν έγγραφα κινήσεων, μέσω των οποίων οι πολίτες επικοινωνούσαν με την κρατική διοίκηση. Είναι άγνωστο αν κατά τον Εθνικό Διχασμό 1914-17, περίοδος που το οροπέδιο της Ελίμειας, μετέπειτα επαρχία Κοζάνης, κόπηκε στη μέση σε δύο κράτη, στο «Κωνσταντινικό» και το «Βενιζελικό», τυπώνονταν παρόμοια από το πρώτο κράτος. Δηλαδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες αναφορές, αν για να έρθει κάποιος στην πόλη της Κοζάνης από τις όχθες του ποταμού Αλιάκμονα ή από τη Θεσσαλία χρειαζόταν ταυτότητα ή διαβατήριο.

Οι Γάλλοι όμως στο «Βενιζελικό» κράτος τύπωναν τα περίφημα «παπί» όπως μας παραδίδεται από ηλικιωμένους πληροφορητές,[2] επισήμως Laisser-Passer.[3] Έπαιζαν τον ρόλο διαβατηρίων από τη μια περιοχή στην άλλη ή αδειών κίνησης εμπορευμάτων εντός της ιδίας.[4] Δεν ήταν δελτία ταυτότητας όπως τα σημερινά, δεν έφεραν φωτογραφία του κατόχου. Η ταυτόχρονη ύπαρξη έγγραφης γαλλικής αδείας, απαραίτητης για κίνηση άνω των 10 χιλιομέτρων,[5] δεν λογίζεται ως μόνιμη ταυτότητα, αλλά ως απαραίτητο στοιχείο για εμπόρια μίας και μόνον ημέρας.

Άδεια μετακίνησης, γαλλιστί, Laisser Passer, του 24χρονου Κοζανίτη εμπόρου Κωνσταντίνου Τσιώρα ισχύος 4 ημερών. Χορηγήθηκε στη Λάρισα το καλοκαίρι του 1917 από την ευρισκόμενη εκεί Υπηρεσία Ασφαλείας του Στρατού της Ανατολής. Ιδιωτική Συλλογή (και μετάφραση) του ομώνυμου εγγονού του Κωνσταντίνου Τσιώρα

Σε  περίπτωση που εμπιστευτούμε προφορικές πληροφορίες, διότι οι γραπτές είναι δυσεύρετες, στα χωριά κανείς δεν είχε δελτίο ταυτότητας μέχρι την αρχή της γερμανικής Κατοχής. Αλλά ούτε και μετά, αφού οι αγρότες και οι ποιμένες σπανίως έβγαιναν έξω από την περιφέρεια του χωριού. Κι αν το έπρατταν, σχεδόν ποτέ Γερμανός ή Έλληνας δεν τους ήλεγχε. Μια προσπάθεια το φθινόπωρο του 1937 επί Μεταξά για πρόληψη της ζωοκλοπής με την έκδοση ταυτοτήτων, όπου θα υπήρχε και φωτογραφία, Βλάχων ποιμένων κι Αθίγγανων μάλλον έμεινε στα χαρτιά. [5α] Αφού δεν είχαν οι άνδρες ταυτότητες, θα ήταν παράξενο να διέθεταν οι γυναίκες της υπαίθρου. Το 1962 έβγαλαν αυτές ταυτότητες στα χωριά. Στις πόλεις είχαν μάλλον λίγα χρόνια νωρίτερα, αλλά χωρίς φωτογραφία.

Ταυτότητα γυναίκας κατοίκου του Πόρου Βεντζίων με ημερομηνία 26/01/1948 από την Ιδιωτική Συλλογή του Κώστα Χαστά. Καθώς δεν έχει σφραγιστεί, θέτει δύσκολα ερωτήματα στον ερευνητή: έγινε προσπάθεια καταλογογράφησης και των γυναικών της υπαίθρου μεσούντως του Κυρίως Εμφυλίου Πολέμου, κριθείσα μετά ατελέσφορη;

 

ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑ

Οι Γερμανοί πρωτοτύπησαν το καλοκαίρι του 1941 ως προς την έκδοση ταυτοτήτων για το σύνολο του πληθυσμού της χώρας μετά τη μάχη της Κρήτης.[6] Λίγο αργότερα ακολούθησαν συμπλοκές στη Μακεδονία με τους αντάρτες της οργάνωσης Ελευθερία –στην περιοχή μας στα ΒΔ πρανή του όρους Βερμίου. Όλοι οι άρρενες των επαρχιών άνω των 16 χρόνων υποχρεώθηκαν για πρώτη φορά στη ζωή τους να βγάλουν ταυτότητες, πάνω στις οποίες γράφονταν με λατινικά γράμματα προσωπικά τους στοιχεία.[7] Όμως η αντιρρητική συνήθεια των αιώνων, ο απομονωτισμός της υπαίθρου, η διαλυμένη διοίκηση, η αντιστασιακού τύπου νωχέλεια της Χωροφυλακής και η έλλειψη χάρτου εμπόδιζαν την ευρεία διάδοσή τους.

Τα δελτία αυτά ίσχυσαν ως το Ιανουάριο του 1943, διότι μετά χρειάστηκε έκδοση νέων, για να διαπιστωθεί ποιοι είχαν καταφύγει στα βουνά ως αντάρτες και ποιοι στο εξωτερικό, πάλι ως αντίπαλοί τους. Η έκδοση αυτών έγινε για να αποφευχθούν οι πλαστογραφίες, καθώς ήταν εύκολη η αποτύπωση γαλάζιων σφραγίδων. Οι νέες θα διέθεταν έκτυπες σφραγίδες,[8] άρα δυσκολότερες στην παρατυπία. Στην ουσία το εγχείρημα δεν τελεσφόρησε όπως αποδεικνύουν οι σωζόμενες ταυτότητες, οι οποίες έχουν κανονικές γαλάζιες σφραγίδες, τόσο ελληνικές όσο και γερμανικές. Όπως δηλαδή και πρώτα.

Στις 15 Ιανουαρίου 1943 εμφανίστηκε στο οροπέδιο αντάρτικη ομάδα του Ολύμπου κι «όργωσε» την περιοχή ως το χωριό Βαθύλακκος.[9] Οι Γερμανοί ανησύχησαν και το φρουραρχείο τους της Φλώρινας 3 μέρες μετά διέταξε την απόσυρση των παλιών και την έκδοση νέων ταυτοτήτων.[10] Προφανώς για να σημειωθεί, όπως ήδη ειπώθηκε, άμεσα ποιοι και πόσοι νέοι ακολούθησαν τους «Βanditen» στο βουνό. Από την Αιανή τέσσερις άνδρες δεν παρέλαβαν τις νέες ταυτότητες, είχαν ήδη φύγει στον ΕΛΑΣ. Ήταν τα εξαδέλφια Λάζος και Κώστας Τσιτούρας, ο Θύμιος Αναστασιάδης ή Αναστασόπουλος και ο Δημήτριος (Μπίντιας) Τσίρος.

Τον Ιούλη του 1943 οι Γερμανοί, προβληματισμένοι από το βαρύτατο κτύπημα των ανταρτών στη δίοδο του Σαρανταπόρου, όπου αιχμαλωτίστηκαν κι εκτελέστηκαν λίγο μακρύτερα δεκάδες στρατιώτες τους, ξανάβγαλαν πάλι νέες ταυτότητες για τους κατακτημένους[11] από 14 ετών κι άνω. Τις έπαιρναν οι πολίτες πηγαίνοντας αυτοπροσώπως στο γερμανικό Φρουραρχείο της Κοζάνης -έδρα του η Εθνική Τράπεζα. [11α] Την ίδια περίοδο υποχρέωσαν τις γυναίκες των πόλεων να τοποθετήσουν και φωτογραφία πάνω στις ελληνικές τους ταυτότητες. Στα γαλάζιου χρώματος δελτία τα στοιχεία αναγράφονταν ελληνικά και γερμανικά και θεωρούνταν από το ελληνικό Τμήμα Ασφαλείας και το τοπικό Γερμανικό Φρουραρχείο της πόλης, το Ortskommandantur I/742.[12]

Καθώς όμως σε άλλες περιοχές υπάρχουν ταυτότητες αποτυπωμένες σε κιτρινωπό ή πορτοκαλί χαρτί, γαλάζιο χρώμα είχαν πιθανότατα μόνον οι της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας [12α].

Η κατοχική ταυτότητα του Κοζανίτη Νικολάου Δελιαλή, εξέχοντος βιβλιοθηκάριου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης και συγγραφέα. Χορηγήθηκε τον Μάρτιο του 1944 εις αντικατάστασιν προηγούμενης απωλεσθείσης. Την υπογράφει ο διοικητής Ασφαλείας Κοζάνης αντί του προέδρου της κοινότητος όπως προόριζε το έντυπο. Εκ μέρους δε των Γερμανών ο λοχαγός Bunzel του τοπικού Φρουραρχείου. Ο Έλληνας διερμηνέας όμως δεν συμπλήρωσε στα γερμανικά την οδό Ε΄ Μεραρχίας όπου έμενε ο κάτοχος, προφανώς διότι παρέπεμπε στην απαγορευμένη λέξη «απελευθέρωση», συγκεκριμένα την απελευθέρωση από τους Τούρκους το 1912 από την 5η μεραρχία του Ελληνικού Στρατού. Ως προϊόν ανώμαλης περιόδου, έχει γλωσσικά λάθη. Λ.χ. ο μεταφραστής στη θέση του επαγγέλματος αντί για το Stadtbeamter, δηλαδή δημοτικός υπάλληλος, έγραψε Staatsbeamter, που σημαίνει δημόσιος υπάλληλος

Δεν υπάρχουν πληροφορίες, αν οι Έλληνες στα ιταλοκρατούμενα Γρεβενά και Βόιο έβγαλαν ιδιαίτερες ταυτότητες με λατινικά γράμματα. Η Βουλγαρική Λέσχη Θεσσαλονίκης όμως μοίραζε αντίστοιχες «λίτσνες κάρτες» σε όσους Σλαβομακεδόνες της Εορδαίας επιθυμούσαν να δηλωθούν ως Βούλγαροι.[13] Οι κατέχοντες τέτοιες τις χρησιμοποιούσαν κι ως διαβατήριο για τη νότια Σερβία ή τη Βουλγαρία, κάτι που με δυσφορία ανέχονταν η Ελληνική Πολιτεία. Τι συνέβαινε στη βουλγαροκρατούμενη ανατολική Μακεδονία είναι άγνωστο.

Η έλλειψη ταυτοτήτων στοίχιζε μερικές φορές σε όσους λησμονούσαν να τις φέρουν επάνω τους. Ποιμένας από την Βλάστη και δυο κάτοικοι της Πτολεμαΐδας κρεμάστηκαν από τους στρατιώτες του Πούλου στην αγορά της Πτολεμαΐδας το καλοκαίρι του ’43, γιατί δεν είχαν μαζί τους το σωτήριο δελτίο.[14] Σε παρόμοια άτυχη συγκυρία βρέθηκε 25χρονος σιδηρουργός κι οργανοπαίχτης από την Καλλονή Βοΐου. Φονεύθηκε από Γερμανούς τον ίδιο Αύγουστο έξω από το Γυμνάσιο της Σιάτιστας.[15] Κατά μια πηγή πήγαινε να θεωρήσει την ταυτότητά του,[16] αλλά θεωρήθηκε ως κατάσκοπος του ΕΑΜ. Αν ήταν δεν εξακριβώθηκε, πάντως οι Γερμανοί ήταν εξημμένοι από προηγούμενη επίθεση των ανταρτών στον σχετικά γειτονικό οικισμό Καλαμιά.

Η ταυτότητα αποδείχτηκε σημείο αναγνώρισης και νεκρών. Μερικές δεκάδες αντικομουνιστές από τα μέρη νότια της Μακεδονίας, είχαν ακολουθήσει τον Οκτώβριο του 1944 τους οπισθοχωρούντες Γερμανούς ως την Κοζάνη και παρέμειναν εκεί. Μετά από σφοδρές επιθέσεις του ΕΛΑΣ στα προσφυγικά χωριά της περιοχής Κοζάνης, όπου εκτελέστηκαν εκατοντάδες χωρικοί, οπλίτες κι άμαχοι, οι 12 παραδόθηκαν και φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο της πόλης.

Φαίνεται όμως πως οι πληροφορίες που έλαβε το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ γι’ αυτούς από τη Θεσσαλία ήταν αρνητικές. Μια τελευταία βραδιά του Νοεμβρίου οι δεσμοφύλακες τούς έβγαλαν έξω από το στρατόπεδο[17] και περπάτησαν 3 χμ ΝΔ προς τα παλιά σκάμματα για τη σιδηροδρομική γραμμή που σταμάτησε να κατασκευάζεται το 1929. Εκεί τους εκτέλεσαν και τους έθαψαν με έτοιμες πέτρες των πρανών σε ομαδικό τάφο. Κανείς τους δεν είπε στον ληξίαρχο να τους καταγράψει. Όταν τελείωσε η Εαμοκρατία, ο ομαδικός τάφος ξεθάφτηκε. Των μισών τα ονόματα, κατάγονταν από τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα, μέλη της αντιεαμικής θεσσαλικής οργάνωσης ΕΑΣΑΔ (Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως), αναγνωρίστηκαν χάρη στις ταυτότητες που είχαν επάνω τους.

Οι ισάριθμοι άλλοι που ήταν στο ίδιο ομαδικό τάφο[18] δεν είχαν ταυτότητες, οπότε παραμένουν άγνωστοι. Όπως επίσης και οι νεκροί ενός άλλου, διπλανού ομαδικού τάφου με 7 νεκρούς, Αθηναίοι κατά μια πληροφορία.[19] Η άποψη πως οι Βρετανοί

αν και λεκτικά καταδίκαζαν τα Τάγματα Ασφαλείας και οποιοδήποτε ένοπλο δωσιλογικό σχηματισμό, δεν δίστασαν, όταν έφτασε η ώρα της απελευθέρωσης, να τα διαφυλάξουν από οποιαδήποτε τιμωρία και να τα χρησιμοποιήσουν στον αγώνα εναντίον του ΕΑΜ[20]

είναι προφανές πως δεν ισχύει ούτε για τους αναφερόμενους 19 ξένους ούτε και για τους εκατοντάδες ντόπιους που έχασαν βίαια τη ζωή τους παρουσία της δύναμης 133 των Βρετανών στην ίδια πόλη.

Δεκέμβρη του 1944 ο ΕΛΑΣ ηττήθηκε από τους Άγγλους στην Αθήνα. Οι δεύτεροι δημιούργησαν μια ζώνη κατοχής, ένα «ιδιαίτερο κράτος» στην πόλη. Όποιος πολίτης ήθελε να ταξιδέψει από την «ελεύθερη» στην «κατεχόμενη» περιοχή, δηλαδή από το βουνό στην πόλη, έπρεπε να έχει μαζί του ταυτότητα με φωτογραφία, θεωρημένη από την Πολιτοφυλακή (αστυνομία του ΕΑΜ). Η Πολιτοφυλακή ήλεγχε κι όσους έρχονταν από τη βρετανική ζώνη στην αντίστοιχη του ΕΛΑΣ φέροντες αστικές προφανώς ταυτότητες.

Διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ στις 23 Ιανουαρίου 1945 υποχρέωνε τους αντάρτες να βγάλουν ταυτότητες,[21] κάτι εκ πρώτης όψεως παράδοξο. Ένα δεκαήμερο νωρίτερα ο ΕΛΑΣ είχε αποτραβηχτεί ηττημένος από την Αθήνα, ενώ τα τμήματα της ΙΧ μεραρχίας Δυτικής Μακεδονίας καταδίωκαν στην Ήπειρο τον ΕΔΕΣ. Πού θα έβγαζαν ταυτότητες και ποιος θα βεβαίωνε τα στοιχεία τους; Είναι φανερό ότι σκοπός της απόφασης ήταν να καταγραφεί ο μεγάλος αριθμός των επιστρατευμένων χωρικών στα τμήματα του ΕΛΑΣ Ηπείρου και Στερεάς Ελλάδας, ένα είδος δέσμευσης για να μην εγκαταλείψουν οι αναφερόμενοι τους εθελοντές συναδέλφους τους έπειτα από την ήττα και απόσυρση από την Αθήνα. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες πως η εντολή εφαρμόστηκε, ήταν εξάλλου δύσκολο έως απίθανο. Λίγες μέρες μετά οι επαναστάτες υπέγραψαν πλήρη ανακωχή με τους Βρετανούς. Τα απολυτήρια του ΕΛΑΣ που δόθηκαν μετά σε μόνιμους και παροδικούς αντάρτες δεν είχαν ισχύ ταυτοτήτων, ήταν αποκλειστικώς αναμνηστικά.

 

ΒΙΒΛΙΑΡΙΑ ΜΑΧΗΤΩΝ

Όλες οι πράξεις των κατακτητών θεωρούνται τυπικά αποδιοπομπαίες, πρακτικά όμως ορισμένες, αν όχι στην μεγάλη τους πλειονότητα, παραμένουν. Και ο έλεγχος του πληθυσμού και μ΄ αυτόν τον έντυπο τρόπο συνεχίστηκε και μετά. Το μετακατοχικό κράτος τύπωσε νέες ταυτότητες με τελευταίο χρόνο παράδοσης τον Ιούλιο του 1945. Τα νέα αυτά δίπτυχα έφτασαν σ’ όλες τις γωνιές της επαρχίας.[22] Καθώς όμως πολλοί πολίτες άρχισαν να καταφεύγουν εθελοντικά ή αθέλητα στο βουνό οι ταυτότητες αυτές θεωρούνταν κάθε τόσο από τη Χωροφυλακή, ώστε να ελέγχεται ο πληθυσμός.

Πλαστές ταυτότητες την ίδια εποχή προμηθεύονταν και πρώην αντάρτες του ΕΛΑΣ, που άφησαν τα χωριά τους και κατέφυγαν στις πόλεις για να αποφύγουν διώξεις για άμεση ή έμμεση συμμετοχή τους σε πραγματικά ή φανταστικά εγκλήματα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Τέτοιο πλαστό έγγραφο[23] είχε δείξει στη Θεσσαλονίκη ο συμπατριώτης μας καπετάν Καραϊσκάκης, εύτολμος, ευειδής  κι ερωτοπλόος αντάρτης του Βοΐου και στέλεχος έπειτα του ΕΛΑΣ ανατολικής Μακεδονίας, αλλά οι χωροφύλακες δεν πείστηκαν. Κρατήθηκε στη φυλακή μερικά χρόνια μέχρι να καταθέσει δήλωση αποκήρυξης του κομμουνισμού.[24]

Εντελώς άτυχες φάνηκαν δύο γυναίκες, μία παντρεμένη και μία έφηβη, από τον οικισμό των Καυκασίων Οινόη Κοζάνης, που πήγαν να εργαστούν στα πατατοχώραφα του σχετικά γειτονικού ποντιακού χωριού Πολύμυλος τον Οκτώβριο του 1946. Μην έχοντας μαζί τους ταυτότητες, κρατήθηκαν στον Σταθμό Χωροφυλακής μέχρι να διαλευκανθεί το όνομα και η καταγωγή τους.[25] Όμως το βράδυ σε μια συντονισμένη καλά επιχείρηση οι αντάρτες του ΔΣΕ χτύπησαν τον Σταθμό του χωριού, τον αντίστοιχο της Καστανιάς και το Φυλάκιο Χωροφυλακής στη Ζωοδόχο Πηγή.[26] Κατά τη διάρκεια της μάχης φονεύθηκε ένας χωροφύλακας,[27] ένας κάτοικος, δύο κορίτσια ηλικίας 2 κι 11 ετών[28] και η έγκυος γυναίκα του αστυνόμου. Οι κρατούμενες είχαν κατά μια πηγή φωνάξει τους αντάρτες από το παράθυρο να τις ελευθερώσουν. Όταν οι αντάρτες αποσύρθηκαν χωρίς επιτυχία, χωροφύλακας άνευ θητείας από παρακείμενο χωριό και πρώην μαχητής της ΥΒΕ/ΕΚΑ/ΠΑΟ/ΕΕΣ τις εκτέλεσε μέσα στη φυλακή.[29] Η πληροφορία για ατίμωση της μικρότερης πριν από τον θάνατό της[30] δεν έχει διασταυρωθεί. Ούτε έχει γίνει γνωστό αν οι δύο γυναίκες σχετίζονταν με τους αντάρτες.

Οι ένοπλοι του βουνού κατά τη διάρκεια του κυρίως Εμφυλίου Πολέμου, για να ξεχωρίσουν από τους πεδινούς, έβγαλαν κι αυτοί δική τους ταυτότητα, το «βιβλιάριο μαχητή του ΔΣΕ». Από το τεχνικό δέσιμό του φαίνεται ότι τυπώθηκε στο εξωτερικό πιθανότατα το 1949. Ίσως κι όταν ο κύριος όγκος των ανταρτών πέρασε στην Αλβανία τον Αύγουστο του ιδίου έτους. Από τα ιδωμένα ως σήμερα βιβλιάρια μόνον οι βαθμοφόροι τα κατείχαν, όχι οι απλοί μαχητές. Φυσιολογικό το μοίρασμά τους, αφού οι πρώτοι συνήθως ήταν πρώην ελασίτες ή είχαν καταταγεί νωρίς στο αντάρτικο, ενώ οι δεύτεροι σχεδόν άγνωστοι και οι περισσότεροι επιστρατευμένοι.

Το έντυπο αυτό αναγνωρίζονταν μόνον από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνησή τους. Ανάμεσα στις άλλες πληροφορίες περιείχε και την εθνικότητα του κατόχου. Έτσι ορισμένοι δίγλωσσοι της βόρειας Ελλάδας αντί για Έλληνες δήλωσαν «Σλαβομακεδόνες»,[31] στοιχείο που μερικές φορές αποσιωπάται σε σημερινές αντιγραφές βιβλιαρίων της εποχής.[32] Η αναγραφή «Μακεδόνα» σε παρόμοιο βιβλιάριο αξιωματικίνας του ΔΣΕ, μάλλον είναι ύστερη, δηλαδή μετά τον Οκτώβριο του 1949, και σίγουρα είχε συνταχθεί εκτός της χώρας, πιθανότατα στη Νότια Σερβία. Διότι, αν έπεφτε στα χέρια του Στρατού, η καταγραφή «Μακεδόνα» θα οδηγούσε άμεσα την κάτοχο στη φυλακή.

 

«ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ»

Προς το τέλος της δεκαετίας του ΄50 ή στις αρχές της επόμενης «κόπηκαν» νέες ταυτότητες, οι γαλάζιες που έχουμε σήμερα.

Οι πολιτικοί πρόσφυγες που επέστρεψαν στην Ελλάδα από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ, από το 1955 και μετά, αντιμετώπιζαν προβλήματα στην έκδοση ταυτοτήτων. Για αρκετά χρόνια το κράτος τους έδινε «χαρτιά αλλοδαπών» κι όχι ταυτότητες Ελλήνων πολιτών, ώσπου να αποδείξουν με τη διαγωγή τους ότι δεν είχαν φέρει μαζί με τη πατριωτική νοσταλγία τους και κομμουνιστικούς ιούς.

Η πόλωση του Ψυχρού Πολέμου όμως, στην οποία οφείλονταν παρόμοια φαινόμενα, εξασθένιζε με την πάροδο των χρόνων. «Πολίτ εμιγκρέ» από το Σνίχοβο Γρεβενών, καπαπίτης του ΔΣΕ και γιος εξόριστου παλαιοκομμουνιστή κι ελασίτη, πήρε την ελληνική ταυτότητα σε δυο μόνο χρόνια αφ’ ότου γύρισε από τη Ρουμανία το 1977.[33]

Ως ανέκδοτο θεωρείται σήμερα επεισόδιο που έλαβε χώραν στο χωριό μας Αιανή την 21η Απριλίου του 1967, ημέρα εγκαθίδρυσης της τελευταίας στρατιωτικής διακυβέρνησης. Ο Γρηγόριος Καλλιανιώτης επέστρεφε στο χωριό με το μηχανάκι από την Κοζάνη όπου βρισκόταν το προηγούμενο βράδυ, όταν στην βόρεια είσοδό του, στο σημερινό ναό της Αγίας Παρασκευής, τον σταμάτησαν δύο χωριανοί νεαροί «Φρουροί της Επανάστασης» προτείνοντάς τα Μ1 Garand τους. «Ταυτότητα» τον φώναξε βατταρίζοντας ο ένας. Ο πατέρας μου τον κοίταξε και τον απάντησε: «Ταυτότητα ζητάν από όσους δεν ξέρουν, όχι από τους γνωστούς». Οι φρουροί έμειναν για μια στιγμή ενεοί, κατέβασαν τα όπλα και τον άφησαν αμίλητοι να περάσει.

Εμβρυική μορφή της ανωτέρω εργασίας δημοσιεύτηκε εντύπως στην εφημερίδα Γραμμή (14/06/2000) 7. Το παρόν όμως ψηφιακό κείμενο εκτάθηκε αρκετά. Προστέθηκαν βιβλιογραφία, αρκετά άλλα στοιχεία μαζί με την τεκμηρίωσή τους κι επελέγη διαφορετική συνοδευτική εικόνα

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΡΧΕΙΑ

Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Κοζάνης
-ΑΒΕ 60, Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης, Φ.795

Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης
-Ελευθερία 1945
Ελληνικός Βορράς 1946
-Νέα Ευρώπη 1944
Το Φως 1945

Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας
-κιβώτιο ΓΔΔΜ, φ.18/5

Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης
-Ψηφιακές Συλλογές, εγγραφή 46
-Λυτά έγγραφα, Φ.72/88, 126/Α, 136/Α, 137/1/Β και 154/Β/Δ1
Εθνικός Αγών [Κοζάνης] 1946

Ληξιαρχείο Καλλονής-
-ΛΠΘ 1946

Ληξιαρχείο Οινόης
-ΛΠΘ 1946

Πρωτοδικείο Κοζάνης
-Πρακτικά Δικών 1945, 1948

Υπουργείο των Εξωτερικών
-Φ.15 Κυβέρνηση Καΐρου 1943Α΄

 

ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ

Οι Αντιστασιακοί του νομού Γρεβενών, τόμος 3 (1998), Εντύπωση, παράρτημα ΠΕΑΕΑ Γρεβενών

Allonby Nathan, ID Cards – an Historical View, 6 September 2009, https://www.globalresearch.ca/id-cards-an-historical-view/15231

Αντωνίου Σ. Κωνσταντίνος, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, 1833 –1965, τ. Γ΄, Αθήναι 1965

Εφημερίδα των συντακτών, «ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Δελτία ταυτότητας με ιστορία», http://www.efsyn.gr/arthro/deltia-taytotitas-me-istoria

Θεοδοσιάδης Σταύρος, Η Πίνδος ομιλεί: η Εθνική Αντίστασις 1941 –1944, επιμ: Νίκος Καλογερόπουλος, ΙΝΒΑ, Κοζάνη, χειρόγραφο υπό έκδοσιν

Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Ο «εθνικός διχασμός» στο νομό Κοζάνης: 1916-1918, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=1029

Καλλιανιώτης Αθανάσιος Οι αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη: πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2000, λήμμα Σαράντης, https://blogs.sch.gr/thankall/?page_id=553

Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο 1941 -1946, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2007

Λάζου Βασιλική, «Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης (ΕΑΣΑΔ) 1944 – Μια πληγή για τον πληθυσμό της Θεσσαλίας», Η εφημερίδα των συντακτών 02/04/14, http://archive.efsyn.gr/?p=186714

Λιάπη Στυλιανή, Οι Γάλλοι και η διοίκηση του Ιωάννη Ηλιάκη στην Κοζάνη την περίοδο του Εθνικού διχασμού (1916-1920), Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στο ΠΤΔΕ Φλώρινας, 2017,  https://dspace.uowm.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/872…

Nik Ang, ανάρτηση στην ομάδα του ΦΒ ‎WWII History in Greece 22.10.2018 όπου ταυτότητες του συνδέσμου της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής Θέμου Μαρίνου

Πουταχίδης Αναστάσιος, «Το χ. Οινόη Κοζάνης στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα και του Εμφυλίου Πολέμου (1940 –1949)», Εθνική Αντίσταση 98 (1998) 31 -2

XYZ Contagion, Αργύρης Κοβάτσης-Δημητρίου (1918-2010) – Το Ατομικό Βιβλιάριο Αξιωματικού του ΔΣΕ, https://xyzcontagion.wordpress.com/2011/05/01/argiris-kobatsis/

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Θεοδωρόπουλος Χρήστος, συνέντευξη στα Γρεβενά το 1999

Κακαβέλης Φίλιππος, συνέντευξη στην Αιανή το 1995

Καλλιανιώτης Γρηγόριος, συνέντευξη στην Αιανή το 2000

Νταφόπουλος Σταύρος, συνέντευξη στον Κοσκινά το 2004

Π. Γεώργιος, συνέντευξη στην Οινόη το 2004

Φ. Γρηγόριος, συνέντευξη στον Πολύμυλο το 2004

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Allonby Nathan, ID Cards – an Historical View, 6 September 2009, https://www.globalresearch.ca/id-cards-an-historical-view/15231

[2] Κακαβέλης Φίλιππος, συνέντευξη στην Αιανή το 1995

[3] Λιάπη Στυλιανή, Οι Γάλλοι και η διοίκηση του Ιωάννη Ηλιάκη στην Κοζάνη την

περίοδο του Εθνικού διχασμού (1916-1920), Μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία στο ΠΤΔΕ Φλώρινας, 2017, σ. 85, 92

[4] Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (ΚΔΒΚ), Ψηφιακές Συλλογές, 010215, Αίτησις Ανδρέου Χρυσάφη προς τον Κύριον Κυβερνητικόν Επίτροπον Κοζάνης Φλωρίνης, 25 Σεπτ. 1917, http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L10215

[5] Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Ο «εθνικός διχασμός» στο νομό Κοζάνης: 1916-1918, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=1029

[5α] Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Κοζάνης (ΓΑΚ/ΑΝΚ), ΑΒΕ 60/15.1/1309-1314/215, Διοίκησις Χωροφυλακής Κοζάνης προς Νομαρχίαν, Υποβολή αστυνομικής διατάξεως προς πρόληψιν και καταπολέμησιν της ζωοκλοπής, Κοζάνη α.π. 34/13/42, 30.11.37

[6] Εφημερίδα των συντακτών, «ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, Δελτία ταυτότητας με ιστορία», http://www.efsyn.gr/arthro/deltia-taytotitas-me-istoria

[7] Αντωνίου Κωνσταντίνος, Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, 1833 –1965, τ. Γ΄, Αθήναι 1965, σ. 1933

[8] Αντωνίου, ό.π.

[9] Καλλιανιώτης Αθανάσιος Οι αρχές της Αντίστασης στη Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη: πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία στο τμήμα Ιστορίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2000, λήμμα Σαράντης, https://blogs.sch.gr/thankall/?page_id=553

[10] Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (ΔΒΘ), Νέα Ευρώπη (31.1.1944) 2 και Θεοδοσιάδης Σταύρος, Η Πίνδος ομιλεί: η Εθνική Αντίστασις 1941 –1944, επιμ: Νίκος Καλογερόπουλος, ΙΝΒΑ, Κοζάνη, υπό έκδοσιν σ. 27 του χειρογράφου. Επίσης Καλλιανιώτης Γρηγόριος, συνέντευξη στην Αιανή το 2000

[11] Υπουργείο των Εξωτερικών, Φ.15 Κυβέρνηση Καΐρου 1943Α΄, Πληροφορίες από την Ελλάδα: εκθέσεις, αναφορές, δημοσιεύματα εφημερίδων κλπ, Κρυπτογραφικό τηλεγράφημα 5238 προς Κάιρο, Άγκυρα 21.8.43, Ρ. Ραφαήλ

[11α], Πρωτοδικείο Κοζάνης (ΠΚ), τ. Β΄, δίκη 7/27.1.1948

[12] Ευχαριστώ τον Βύρωνα Τεζαψίδη, βαθύτατο γνώστη της εποχής, για την αρωγή σχετικά με τα περί του Γερμανικού Φρουραρχείου Κοζάνης όπως επίσης και για τη μετάφραση

[12α] Nik Ang, ανάρτηση στην ομάδα του ΦΒ ‎WWII History in Greece 22.10.2018 όπου ταυτότητες του συνδέσμου της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής Θέμου Μαρίνου

[13] ΠΚ, Δίκη αρ. 20 Α, 21.12.45 και ΚΔΒΚ, Εθνικός Αγών [Κοζάνης] 19 (24.3.46) 3

[14] Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Κοζάνης, ΑΒΕ 60, Αρχείο Νομαρχίας Κοζάνης, Φ.795, Ονομαστικές καταστάσεις των εκτελεσθέντων κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και των αποβιωσάντων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα, σ.11

[15] Ληξιαρχείο Καλλονής, Ληξιαρχική πράξη θανάτου (ΛΠΘ) 34/1946

[16] Οι Αντιστασιακοί του νομού Γρεβενών, τόμος 3 (1998), Εντύπωση, παράρτημα ΠΕΑΕΑ Γρεβενών

[17] Νταφόπουλος Σταύρος, συνέντευξη στον Κοσκινά Καρδίτσας το 2004

[18] ΔΒΘ, Το Φως (22.4.45) 2

[19] ΔΒΘ, Το Φως (5.4.45) 1

[20] Λάζου Βασιλική, «Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσης (ΕΑΣΑΔ) 1944 – Μια πληγή για τον πληθυσμό της Θεσσαλίας», Η εφημερίδα των συντακτών 02/04/14, http://archive.efsyn.gr/?p=186714

[21] ΚΔΒΚ, Λυτά έγγραφα, Φ.72/88, 126/Α, 136/Α, 137/1/Β και 154/Β/Δ1 όπου διαταγές του ΕΛΑΣ και δημοτικές ανακοινώσεις εκδόσεων ταυτοτήτων

[22] ΔΒΘ, Ελευθερία (8.7.45) 2

[23] ΔΒΘ, Ελληνικός Βορράς (11.04.46) 1

[24] Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο 1941 -1946, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2007, σ, 199

[25] Φ. Γρηγόριος, συνέντευξη στον Πολύμυλο το 2004

[26] Αντωνίου, τ. Γ΄, Παράρτημα, ό.π., σ. 256

[27] Αντωνίου, τ. Γ΄, Παράρτημα, ό.π., σ. 256

[28] Ληξιαρχείο Οινόης, ΛΠΘ 3/1946

[29] Π. Γεώργιος, συνέντευξη στην Οινόη το 2004

[30] Πουταχίδης Αναστάσιος, «Το χ. Οινόη Κοζάνης στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα και του Εμφυλίου Πολέμου (1940 –1949)», Εθνική Αντίσταση 98 (1998) 31 -2

[31] Κατιούσα, Φωτογραφίες από την έκθεση για τους πολιτικούς πρόσφυγες, 17-12-2017, http://www.katiousa.gr/politika/fotografies-apo-tin-ekthesi-gia-tous-politikous-prosfyges/

[32] XYZ Contagion, Αργύρης Κοβάτσης-Δημητρίου (1918-2010) – Το Ατομικό Βιβλιάριο Αξιωματικού του ΔΣΕ, https://xyzcontagion.wordpress.com/2011/05/01/argiris-kobatsis/

[33] Θεοδωρόπουλος Χρήστος, συνέντευξη στα Γρεβενά το 1999

 

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Ένας Ελασίτης στα γερμανικά στρατόπεδα

Η κάτωθι συνέντευξη με τον αντάρτη του ΕΛΑΣ Παναγιώτη Καρακούλα από την Αιανή Κοζάνης δημοσιεύτηκε πρώτη φορά εντύπως στο περιοδικό Παρέμβαση [Κοζάνης], τ. 99 (Καλοκαίρι 1997) σ. 15-6. Εδώ όμως ανακτενίστηκε βαθιά ως προς το ιστορικό περικείμενο και σχολιάστηκε πλουσίως. Προστέθηκε βιβλιογραφία κι ερμηνεύτηκαν στην νεοελληνική νόρμα ορισμένες λέξεις. Στην πραγματικότητα ο Παναγιώτης μίλησε στην ιδιόλεκτο του χωριού κι, αν αυτή γραφόταν όπως προφερόταν, θα δυσκολεύονταν όλοι αναγνώστες. Επιβοηθητικώς, σε αγκύλες τοποθετήθηκαν από τον καταγραφέα ορισμένες απαραίτητες επεξηγήσεις.

 

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Βιογραφία

O Παναγιώτης Kαρακούλας, γεννήθηκε στην Αιανή Κοζάνης το 1914. Αγρότης και κτηνοτρόφος. Το 1940 τραυματίστηκε στην Αλβανία. Άνοιξη του 1943 βγήκε εθελοντής αντάρτης στον ΕΛΑΣ, συγκρότημα Παλαιολόγου (δάσκαλος Δημήτριος Ζυγούρας).

Σε επίθεση εναντίον γερμανικής επισταθμίας στον οικισμό Καλαμιά Κοζάνης την 19η Ιουλίου 1943, που απέτυχε με 11 νεκρούς αντάρτες, τραυματίστηκε δεύτερη φορά.[1] Γι’ αυτό έπειτα ανέλαβε μάγειρας στο συγκρότημα Πανουργιά (δάσκαλος Δημήτριος Σαμαράς).[2]

Καλοκαίρι του ιδίου έτους με την υιοθέτηση στρατιωτικής δομής του ΕΛΑΣ το συγκρότημα με τον ίδιο διοικητή ονομάστηκε 1ος λόχος του 1ου τάγματος (τάγμα Παλαιολόγου ή Μπούρινου) του 27ου συντάγματος του ΕΛΑΣ.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκκαθαριστικής επιχείρησης Steinadler στη Βόρεια Πίνδο τον Ιούλιο του 1944 συνελήφθη αιχμάλωτος και μεταφέρθηκε ως κρατούμενος στη Γερμανία. Επέστρεψε Ελλάδα καλοκαίρι του 1945.[3]

Στον κυρίως Εμφύλιο πόλεμο συνελήφθη ως πρώην Ελασίτης, δάρθηκε κι εξορίστηκε στη Γυάρο για δύο έτη.

 

Εικόνα 1. Άποψη της Βάλια Κάλντας (Ζεστής Κοιλάδας) όπου αιχμαλωτίστηκε ο Παναγιώτης Καρακούλας

 

Μεταδεδομένα

Η συνέντευξη με τον Παναγιώτη ήρθε αβίαστα, δεν ήταν προκατασκευασμένη. Γνώριζα πριν από αυτήν ότι ήταν στον ΕΛΑΣ, καθώς έδρασε μαζί με τον θείο μου Λάζο κι επίσης συγγενεύουμε, σόι της γιαγιάς. Αγνοούσα όμως πως είχε κρατηθεί στη Γερμανία.

Η αφήγησή του κατεδαφίζει ένα ευρύ στερεότυπο, πώς όλοι οι Γερμανοί στρατιώτες εντός κι εκτός της χώρας τους ήταν αιμοσταγείς και κτήνη. Δεν τον φόνευσαν, όταν τον έπιασαν κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεών τους σε ορεινό έδαφος, σε περιοχή όπου έχουμε πάνω από 20 βεβαιωμένους θανάτους ανταρτών του ΕΛΑΣ από τη Δυτική Μακεδονία –σίγουρα είναι περισσότεροι- και 567 στο σύνολο της χώρας. Ήταν ανάμεσα στους τυχερούς 976 αιχμαλώτους, όπου συμπεριλαμβάνονταν 7 Βρετανοί (οι 4 ήταν μαζί του) και 341 Ιταλοί.[4]

Ούτε ως αιχμάλωτος λιμοκτόνησε στη Γερμανία. Η διάκριση αυτή των δεσμοφυλάκων ως προς την σχετικά καλή τροφή και την μερική ελευθερία κινήσεων οφειλόταν προφανώς στον περιορισμό τους όχι σε στρατόπεδο εξόντωσης, αλλά σε αντίστοιχο αιχμαλώτων πολέμου (Kriegsgefangenen-Mannschafts-Stammlager)[5] όπου χρειάζονταν την εργατική του ρώμη.

Ήταν μαθημένος από μικρός στη σκληρή ζωή της υπαίθρου, σκυμμένος σταθερά στη δουλειά στο χωράφι κι ολημερίς στα ζώα. Εξ ανάγκης λιτοδίαιτος. Οπότε όσα οι καταγόμενοι από πόλεις κρατούμενοι θεωρούσαν απελπιστικά, γι’ αυτόν ήταν συνήθη.

Δεν ήταν απλές οι εμπειρίες του. Θα τις εξέφραζε λεπτομερέστερα, αν ο γράφων επέμενε για μια εκτενέστερη αφήγηση:

α) ένας απλός ξωμάχος, που το πιο μακρύ ταξίδι του ως τότε ήταν μέχρι την Αλβανία κατά των Ιταλών. Ξαφνικά βρέθηκε αρκετά μακριά, στη Γερμανία όπου έμαθε εκεί μερικές επιτόπιες λέξεις, προφανώς από συγκρατούμενούς τους, λ.χ. Soldat, Bauer. Και μετά στο Βέλγιο (Βρυξέλλες) από όπου διαπερνώντας με αεροπλάνο την Ιταλία βρέθηκε στην Ελλάδα

β) η οπτική επαφή με τις συμμαχικές βόμβες φωσφόρου, χιλιάδες κατά μια γερμανική πηγή. Επρόκειτο για τον πρόδρομο των γνωστότερων αργότερα ως ναπάλμ, μερικές από τις οποίες έπεσαν κατά την διάρκεια του κυρίως Εμφυλίου από ελληνικά αεροπλάνα στο Γράμμο και το Βίτσι εναντίον των ανταρτών του ΔΣΕ

γ) η εύνοια της τύχης: 1591 κτήρια καταστράφηκαν ολοσχερώς στους βομβαρδισμούς της πόλης όπου διέμενε και 453 μερικώς. Καμία δεν έπεσε πάνω ή κοντά τους, ώστε να υπάρξουν θύματα ανάμεσα στους 150 Έλληνες κρατουμένους

δ) η αδιόρατη συμπάθεια προς τους Γερμανούς φρουρούς, δεύτερης διαλογής στρατιώτες ή πολίτες και τραυματίες σίγουρα του πολέμου. Δεν διέθεταν αυτοί την έξαψη των μάχιμων μονάδων, λόγω χαρακτήρα αλλά κι επειδή μερικοί είχαν γνωρίσει σε άλλα μέτωπα τη φρίκη των όπλων. Γι’ αυτό και δεν είχαν διάθεση για στεγανή φρούρηση του στρατοπέδου και των κρατουμένων

ε) η τόλμη συγκρατουμένων του. Αναφέρεται ο πατριώτης του Χρήστος από την Καστοριά, που δραπέτευε όποτε ήθελε. Τόλμη προσωπική, θεωρούμενη ίσως ως αριστεία, προσόν αποδιοπομπαίο σήμερα μέσα στην επιθυμία μιας ανώνυμης, υποτακτικής μάζας

στ) η αμυδρώς επίμομφη άποψή του για τους Βρετανούς συνδέσμους, επηρεασμένη μάλλον από την πρότερη πολιτική επικοινωνία του ΕΑΜ/ΚΚΕ, η οποία διαχέονταν στους αντάρτες. Εκτός τούτου, απηχεί τη διαφορά του τρόπου ζωής μεταξύ αγροτών κι αστών, δηλαδή τις δυσκολίες επαφής δύο διαφορετικών κοσμοθεωριών. Η χαρακτηριστική σκηνή με την βράση και την πόση τσαγιού των Βρετανών εν μέσω επιχειρήσεων εκλήφθη εκ μέρους του ως πταίσμα. Και ήταν σίγουρα, αν παραμεριστεί η αναγκαιότητά της ως τελετουργία που έδενε τα μέλη της ομάδας και σαν απαραίτητη διέγερση του νευρικού συστήματος

ζ) η παρόμοια ανεπαίσθητη γνώμη του για την πολεμικότητα του ΕΛΑΣ, η οποία τραυματίστηκε βαριά κατά τη διάρκεια της εκκαθαριστικής επιχείρησης Steinadler, αφού τα τμήματα των ανταρτών διαλύθηκαν σε ομάδες ή μεμονωμένα άτομα με κύριο μέλημα την διαφυγή προς τη σωτηρία

Ένα εύλογο ερώτημα είναι: πόσοι Έλληνες της εποχής μεταφέρθηκαν στη Γερμανία βιαίως ως αντάρτες ή πολίτες και πόσοι πήγαν να εργαστούν εκεί εθελοντικά. Οι πρώτοι σίγουρα δεν το επιθυμούσαν και οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είναι αδιαμφισβήτητα εκτός της συγκρίσεως. Για τους δεύτερους προείχε προφανώς η επιβίωση, οπότε ως αξιοκατάκριτους δύσκολα μπορεί να τους καταγγείλει κάθε αστράτευτος θεράπων της Κλειώς.

Στην έντυπη δημοσίευση της αφήγησής του εντοπίστηκαν αβέβαια οι τόποι όπου διέτριψε στη Γερμανία. Στην παρούσα όμως ψηφιακή αντίστοιχη απέκτησαν πλήρη βεβαιότητα. Κάθε εύρεση απόλυτης αλήθειας θέλγει υπέρμετρα τον ερευνητή κι επιπροσθέτως αισθάνεται απροσμέτρητη δημιουργική χαρά ντύνοντας μια λιτή αφήγηση με πλήθος περικείμενων στοιχείων. Σαν να ντύνει έναν γκρίζο γυμνό κορμό δέντρου με χρωματιστό φύλλωμα.

Βομβαρδίστηκαν από τους συμμάχους όπως διαπιστώθηκε στην παρούσα έρευνα όχι λίγοι άμαχοι σε γερμανικές πόλεις και χωριά. Πράξεις που πλήττουν την μονομερή εικόνα της ευγένειας στον πόλεμο.

Με την μελέτη της αφήγησης προβάλλουν ενδιαφέροντα στοιχεία για τη λειτουργία της μνήμης. Τι ακριβώς θυμάται έπειτα από τόσα χρόνια και πως ιεραρχεί χρονολογικά όσα ανακαλεί; Λ.χ. αναφέρεται στους βομβαρδισμούς περισσότερο παρά σε άλλες εργασίες του κατά τη διάρκεια των επτά μηνών που κρατήθηκε στη Γερμανία.

Οι πηγές της συγγραφής αντλήθηκαν από το Διαδίκτυο, επειδή ο γράφων δεν είχε τη δυνατότητα να προστρέξει σε σχετικά έργα ούτε και διαθέσιμο χρόνο για περαιτέρω διεξαγωγή του θέματος. Ούτε ήταν εξειδικευμένος.

 

Η ΑΦΗΓΗΣΗ

Η αιχμαλωσία

Συγκεντρωθήκαμε στη Bαλιακάρδα [Bάλια Κάλντα].[6] Mας έλεγαν οι αρχηγοί πως να πολεμήσουμε κ.α. Ύστερα διαλυθήκαμε σε ομάδες. Δεν μπορούσαμε να γνωρίσουμε τόπο [ώστε να ξεφύγουμε]. Ήμαν σε μια ομάδα όλοι ξένοι [αντάρτες από άλλα μέρη].

Kαθίσαμε κάμποσο καιρό εκεί, 15 μέρες.[7] Eίχαμε κι ένα σκοπό πάνω στο βουνό. Eίχαμε και 4 Eγγλέζους κι ένα διερμηνέα τους μαζί. Mας είχαν βρει εκεί. Ήθελαν κάθε πρωί να φτιάνουν τσάι, ο καπνός της φωτιάς φαίνονταν [οπότε μπορεί να τον έβλεπαν οι Γερμανοί]. Mας έλεγαν να βρούμε να πληρώσουμε κάποιον να μας βγάλει από κει. Aν γλιτώσουμε, έλεγαν, θα πάμε ίσια στις αποθήκες στον Πεντάλοφο [για να κορέσουν την πείνα τους].[8]

Mας κύκλωσαν οι Γερμανοί. Eγώ έφυγα με έναν Σαλονικιό [αντάρτη], μπροστά αυτός, [ήταν] 11 Iουλίου ’44. Mόλις βγήκαμε σε μια κατάρα[9] τον έριξαν [οι Γερμανοί] και τον χτύπησαν. Πέφτω σ΄ ένα πυξάρι.[10] Φώναζε αυτός. Tον κάνω με το δάχτυλο «πάψε». Σώπασε. Mας είχαν δει. Mε προσπερνούν [οι Γερμανοί] παν στο παιδί. Pίχνει ο ένας με το πιστόλι το παιδί στο κεφάλι. Kάνω να φύγω πίσω. Mε βλέπουν, αρχίζουν να φωνάζουν. Bγάζει ένας το πιστόλι να με σκοτώσει. Mε λεν: «Τι είσαι; Ίγγκλις;». «Nο Ίγγλις!». «Pούσκο παρτιζάν;» «Nο!». «Γκρίχελαντ;» «Nαι» λέω. «Σολντάτ;» «Σολντάτ» λέω.

Eίχα ένα σακίδιο με καραβάνα, ψωμί, καπνό. ’Aδειασαν τα πράγματα από μέσα και το κοίταξαν. Είχα δυο χειροβομβίδες στο χιτώνιο, μια μιλς και μια ιταλικιά. Mόλις ξεθλίκωσαν[11] τα τζιόπχια,[12] άρχισαν να φωνάζουν: «Tσακραμέντο»![13] Γυρίζει ένας το στεν[14] να με σκοτώσει. Δεν έριξε.

Mε φορτώνουν ένα κιβώτιο με ταινίες [πολυβόλου]. Πάμε 150 μέτρα [πιο πέρα] συναντάμε έναν αξιωματικό που άρχισε να φωνάζει τους δυο Γερμανούς γιατί με φόρτωσαν με το κιβώτιο. Tότε ο ένας απ΄ αυτούς με ξεφόρτωσε και το πήρε στην πλάτη του. Mετά από καμιά 100ή μέτρα ήταν η φάλαγγά τους. Bλέπω το Θανάση [Tζήκα] απ΄ την Kοπρίβα,[15] τον είχαμε νοσοκόμο στο τμήμα. «Eδώ είσαι, Θανάση;» «Eδώ».

Παρέκια[16] βρίσκουμε τους Eγγλέζους χωρίς το διερμηνέα τους. Σίγουρα θα είχε μπορέσει να παταρήσει.[17]

Mαζευτήκαμε όλη η φάλαγγα ανάμεσα Bλαχοκρανιά και Mηλιά.[18] Όταν σουρούπωσε μας παν σ΄ ένα αντίσκηνο. Kαθόμαστε καμιά ώρα εκεί. «Kομ ιά» μας λέει ένας Γερμανός. Mας δίνει απ΄ όνα φκιάρι κι ένα σκαμπάνι. «Πάμι να φκιάσουμι τα ΄νημόργια»[19] λέω στο Θανάση [γέλιο]. Προχωρούμε 100 βήματα στο ρουμάνι. Mας δείχνει να φκιάσουμε καμπινέ. Γλυτώσαμε λέω. Γυρνάμε στο αντίσκηνο. Έρχεται ένας άλλος. «Kομ ιά» λέει. Eίχαν ένα μεγάλο φράγμα στο λιβάδι με πολλά σφαχτά μέσα. «Πιάσε ένα μουνούχι [ευνουχισμένο αρνί ή κατσίκι], κόψτο, Essen, θα φάμε, Essen» λέει. Tο σφάξαμε, το πήρε.

Ξημερώσαμε εκεί. Πρωί δυο Γερμανοί και μεις 5-6 προχωρούμε και πάμε στο Mέτσοβο. Πολλοί πολίτες εκεί. Mια βραδιά καθόμαστε εκεί στο σχολειό. Tο πρωί στα Γιάννενα μας κλείνουν σε καταφύγια.[20] Kαθίσαμε τη βραδιά εκεί μέσα.

Πρωί με το τρένο Kαλαμπάκα, Tρίκαλα, Θεσσσαλονίκη, όπου καθίσαμε 2-3 μήνες σ΄ ένα χάνι με σύρματα γύρω και σκοπούς. Tους Eγγλέζους τους ξέκοψαν από μας. Ήμασταν 200 άτομα αντάρτες και πολίτες. Aνεβαίναμε στο Γεντί Kουλέ, καμιά 200 μέτρα μακριά από τη φυλακή μας, και σκάβαμε χαρακώματα για τους Γερμανούς. Mερικοί κρατούμενοι πατάρησαν[21]  από κει, εμείς φοβόμασταν.

 

Εικόνα 2. Κάτω αριστερά η πόλη Ράιτ όπου έμεναν οι αιχμάλωτοι. Δεξιά το Ντίσελντορφ με το αεροδρόμιό του, κύριο στόχο των συμμαχικών αεροπλάνων. Και πάνω το Μπόχολτ, διαμετακομιστικός σταθμός αιχμαλώτων προς τις πατρίδες τους

 

Ταξίδι και παραμονή στη Γερμανία

Πρωί με τρένο στη Γερμανία. Tην άλλη μέρα, πείνα, ξεκινάμε για το Pάιτ [Rheydt, προάστιο της πόλης Μένχενγκλάντμπαχ, 23 χμ δυτικά του Ντίσελντορφ], ήταν κοντά στα ολλανδικά σύνορα. Στο δρόμο τρώγαμε σαν τα πρόβατα παντζιάρια, χορτάρια απ΄ το πλάι. Στο Pάιτ καθίσαμε 150 άτομα όλο το χειμώνα σε μια παράγκα με διπλά κρεβάτια. Eίχαν και Pώσους αιχμαλώτους στις απέναντι παράγκες με συρματοπλέγματα γύρω και σ΄ αυτούς.[22] Tους κρατούσαν μέσα, δεν τους έβγαζαν. Oι πόρτες κλείδωναν το βράδυ.

Tρώγαμε σε πιάτα άλογα, νεροζούμια. Mαγείρευαν οι Γερμανοί και μας έδιναν και μας. Mας είχαν δώσει κάτι γαλάζιες φόρμες με αριθμό από πίσω και «καρότσες» [sic αντί γαλότσες], ξύλινα τσόκαρα για παπούτσια. Aνάβαμε φωτιές μέσα στις παράγκες ζεσταίναμε νερό και πλενόμασταν. Ήμασταν κοντά στο αεροδρόμιο [του Ντίσελντορφ] κι όταν βομβάρδιζαν τα αεροπλάνα, μας έβγαζαν με δυο φύλακες συνοδεία να ταιριάσουμε τις γούρνες.[23] «Arbeit»! μας έλεγαν οι φρουροί. Tι «Arbeit»; Αυτές έβγαναν νερό από κάτω, τι να ταιριάσουμε;[24]

Bγαίναμε φάλαγγα κατά τριάδα. ’Aλλοι φεύγαμε, πηγαίναμε στα μπαξέδια[25] και τρώγαμε φρούτα, ήμασταν νηστικοί πολύ καιρό. Mόλις χτυπούσαν οι «συρίγγες» [sic αντί σειρήνες] βγαίναμε από μια τρύπα, που είχαμε σκάψει πίσω στα σύρματα [του στρατοπέδου] και πηγαίναμε στα σπίτια και ζητούσαμε σαν ζητιάνοι ψωμί, φαΐ αλλιώς δεν θα ζούσαμε. Ήταν γυναίκες καλές λυπούνταν καμιά, μας έδιναν πάκα σαλάμια, αβγά. Γεμίζαμε τα σακίδια και το βράδυ πηγαίναμε στη παράγκα. Άλλες φορές κλέβαμε και βράζαμε πατάτες από τις αποθήκες του στρατοπέδου του αεροδρομίου, ακόμα και άρβυλα. Oι φρουροί ήταν για τον τύπο, κάτι στραβοί, ξιπατουμένοι, σακάτικοι.[26] Eίχαν και κάνα δυο γεροί [γερούς] για σκοπιά.

Ένας [κρατούμενος] από την Kαστοριά, ο Mιχάλης, πέθανε τώρα, ξέρεις τι ήταν; Eγώ φυλαγόμουν αλλά πήγαινα μερικές φορές. Aυτός, μόλις βάραιναν οι συρίγγες, οι φρουροί πήγαιναν στα καταφύγια, αυτός έφευγε. Έφευγε και πιο πριν, όποτε ήθελε. Mόλις μας έβγαναν για τ΄ αεροδρόμιο πλάκωνε δίπλα στα χαντάκια στο δρόμο. Φεύγαμε εμείς, πήγαινε αυτός στα σπίτια και ζητούσε. Ήταν γερός κοπανατζής. Πριν βραδιάσει έρχονταν από τα σύρματα κι έφερνε ένα σακίδιο γεμάτο πατάτες, αχλάδια, ψωμί, σαλάμια, λίπος.

Mια βραδιά τα αγγλοαμερικάνικα αεροπλάνα βομβάρδισαν το αεροδρόμιο.[27] Oι παράγκες πήγαιναν πέρα δώθε. Πεταχνόμασταν από τα κρεβάτια. 1040 βόμβες έριξαν.[28] Tις μετρούσαν [οι Γερμανοί] με μηχάνημα. Έλαμπε όλος ο ουρανός [μάλλον από βόμβες ή βλήματα λευκού φωσφόρου].

Eίχαμε δυο εγγράμματοι [εγγράμματους], καθηγητές. Bάρεσαν[29] κάνα δυο φορές να φύγουν τους έπιασαν τους γύρισαν πίσω.

Ένα πρωί [1η Μάρτη 1945][30] μας λεν οι σκοποί «θα φύγουμε». «Πού θα πάμε»; Δεν έλεγαν. Προχωρούμε, προχωρούμε, πάμε κοντά εκεί που πολεμούσαν. Όταν καταλάβαμε που πάμε, ήταν εκεί κοντά ένα μπάουρα[31] είχε μέσα τσιγάρα κι άλλα. Mας λεν οι σκοποί: «ελάτε να πάρετε και να φάτε». Πήγαν μερικοί δικοί μας και πήραν τσιγάρα και ψωμί. Γυρίζουμε πίσω. Mας λέει ένας Γερμανός «Έρχονται οι Tόμυδες».[32] Γυρνούμε πίσω. Bλέπουμε ένα αμάξι, που το είχαν μυδραλιοβολήσει τα αεροπλάνα και τι να έχει μέσα! Όλο κονσέρβα! Πεταζόμαστε και παίρνουμε.

Ήμασταν μέσα σ΄ ένα ρουμάνι[33] κοντά στο δρόμο. Λέμε τώρα δεν πάμε πουθενά, αν μας πουν τίποτα οι σκοποί. Aυτοί ήταν δυο άτομα, εμείς 150. Mοιράσαμε τα τρόφιμα και τα τσιγάρα και κολατσίσαμε.

 

Εικόνα 3. Είδος στρατοπέδου αιχμαλώτων πολέμου

 

Απελευθέρωση και γυρισμός

Bλέπουμε στο δρόμο ένα τανκς έρχονταν τον κατήφορο. Kοντεύει σε μας. Σηκώνουμε τα χέρια και κατεβαίνουμε στο δρόμο. «Tι είστε»; «Έλληνες». Xαιρετούρες με το τανκς κ.λ.π. Πήραμε τα όπλα των σκοπών. Ήμασταν πετσί και κόκαλο. Ξυπόλυτοι, παντελόνια!

Oι τανκίστες μας λεν «τραβάτε το δημόσιο θα βρείτε μια πολιτεία». Προχωρούμε, πάμε στα μαγαζιά και παίρνουμε τρόφιμα από κει. Aπέναντι ήταν ένα εργοστάσιο με ρούχα, παπούτσια, κοστούμια, το φύλαγαν κάτι Eγγλέζοι, τάχα το φύλαγαν! Δε θεωρήσαμε[34] ούτε Eγγλέζους ούτε τίποτα, μέσα εμείς χωρίς ν΄ ακούσουμε κανέναν. Πήραμε ό,τι θέλαμε. Περνούσε τότε ένα αεροπλάνο κι έριχνε οβίδες που έσκαζαν στον αέρα. Mπαίναμε και μεις μέσα στα καταφύγια.

Όταν βγήκαμε, πάμε σ΄ άλλο μέρος όπου καθίσαμε μαζί με Pώσους κάμποσο καιρό. Έσφαζαν και μαγείρευαν αυτοί, τρώγαμε και μεις. Eκεί μας έβαλαν να γράψουμε κανα δυο λέξεις στους δικούς μας [τηλεγράφημα] ότι είμαστε υγιείς κλπ. Eμένα με νόμιζαν σκοτωμένο στο χωριό και με είχαν ήδη σαραντίσει! Aπό κει στο Mπόχορ [Bocholt, 70 χμ βορείως Ντίσελντορφ], μια κωμόπολη όπου καθίσαμε 5-6 μήνες σ΄ ένα μεγάλο κτίριο ελεύθεροι μαζί με Σέρβους.[35] Mαγειρεύαμε πότε αυτοί πότε εμείς.

Mια λίαν πρωί [μας λεν]: «ετοιμαστείτε όλοι οι Έλληνες»! Mας παν στο Bέλγιο όπου καθόμαστε μια βραδιά. Έμασαν οι Έλληνες του Bελγίου, παπάδες κ.λ.π., παράδες και μας έδωσαν από ένα 50άρικο. Kάναμε βόλτα στο Nαπολεόν, 300 σκαλιά, ένα λιοντάρι που φυλάγει.[36] Kάτω φαίνονταν όλο κάμπος χωρίς δέντρα. Γκιζερίσαμε[37] κι άλλο εκεί. Mετά με αεροπλάνο στην Iταλία και ύστερα στην Aθήνα. Mε λεωφορείο στο χωριό τον δεκαπενταύγουστο του 1945.

 

Εικόνα 4. Ιταλοί αιχμάλωτοι σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αιχμαλώτων πολέμου. Σπαν τούβλα, για να χρησιμοποιηθούν ως υπόστρωμα δρόμων, βομβαρδισμένων προφανώς από συμμαχικά αεροπλάνα

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γκαλγκουράνας Γιάννης, «Ενθυμήσεις», Τετράδια Ιστορίας [Αιανής] 4-5 (Οκτ. –Νοέμ. 1995) 17-23

Δορδανάς Στράτος Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, Διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 686 κ.ε., http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/20569#page/1/mode/2up

Ζάμπακας Πάσχος. Γεννήθηκε στη Λευκοπηγή Κοζάνης το 1924. Μεταλλωρύχος. Τυφεκιοφόρος του 1/1/27/9/ΟΜΜ/ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στη Λευκοπηγή στις 26 Γενάρη 2002

Καλλιανιώτης Γρηγόριος, λογιστής, συνέντευξη στην Αιανή το 2000

Παναρέτου Π. Αννίτα, «‘Ελληνες μη Εβραίοι σε ομηρία», Η Καθημερινή 10.05.2015, http://www.kathimerini.gr/814312/gallery/epikairothta/ellada/ellhnes-mh-evraioi-se-omhria

Boland Karl, ZIVILARBEITER UND KRIEGSGEFANGENE, Beobachtungen und Erfahrungen in Mönchengladbach und Rheydt, http://www.brauweiler-kreis.de/wp-content/uploads/GiW/GiW1993_1/GiW_1993_1_BOLAND_ZIVILARBEITER.pdf

Brockers Wolfgang, Mönchengladbachs historische Momente: Studien zur Stadtgeschichte, Studien zur Stadtgeschichte, https://books.google.gr/books?id=yfqnDAAAQBAJ&pg=PA180&lpg=PA180&dq=Hier+befanden+sich+Endbahnh%C3%B6fe+und+St%C3%BCtzpunkte+der&source=bl&ots=IPNw7iLC19&sig=OA1D5-T6sSKlIF5QsjE9Ec7CV84&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwijxriCqI_eAhXRy6QKHb3zB54Q6AEwAHoECAkQAQ#v=onepage&q=Hier%20befanden%20sich%20Endbahnh%C3%B6fe%20und%20St%C3%BCtzpunkte%20der&f=false

Codenames, Operations of World War 2, Operation Steinadler, GOLDEN EAGLE, https://codenames.info/operation/steinadler

Düsseldorf Airport, https://de.wikipedia.org/wiki/D%C3%BCsseldorf_Airport

European Traveler, Visit the Battlefield of Waterloo in Belgium, https://www.european-traveler.com/belgium/visit-battlefield-waterloo-belgium/

Blake Stilwell, This is how British troops got the nickname, Oct. 05, 2016 07:34AM EST, https://www.wearethemighty.com/articles/this-is-how-british-troops-got-the-nickname-tommies

Google Maps, https://www.google.com/maps/@51.4192195,6.5971203,9.25z

Νaturagreca, ένας οδηγός για την άγρια φύση της Ελλάδας, Εθνικό Πάρκο Πίνδου (Βάλια Κάλντα), http://www.naturagraeca.com/ws/119,181,97,1,1,%CE%92%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CE%BD%CF%84%CE%B1

Stadwaldlager Bocholt / Stalag VI-F, https://www.tracesofwar.com/sights/80720/Stadwaldlager-Bocholt—Stalag-VI-F.htm

THE BOMBING OF GERMANY 1940-1945 EXHIBITION, https://humanities.exeter.ac.uk/media/universityofexeter/collegeofhumanities/history/researchcentres/centreforthestudyofwarstateandsociety/bombing/THE_BOMBING_OF_GERMANY.pdf

Wikipedia, Nazi concentration camps, https://en.wikipedia.org/wiki/Nazi_concentration_camps

 

Εικόνα 5. Αμερικανικό άρμα στο Ράιτ, ημέρα κατάληψής τους. Ένα τέτοιο αντίκρισαν οι Έλληνες κρατούμενοι στου στρατοπέδου την 1η Μαρτίου 1945

 

ΠΗΓΕΣ ΕΙΚΟΝΩΝ

Εικόνα 1. http://www.naturagraeca.com/ws/upload/lib/Oikotopoi/ethnika_parka/valiakalda/valia-kalda.jpg

Εικόνα 2. Για το υπόβαθρο του χάρτη βλ. Google Maps, https://www.google.com/maps/@51.4192195,6.5971203,9.25z  https://www.google.com/maps/@51.4192195,6.5971203,9.25z

Εικόνα 3. Palmer WW1 POW, Trail Friedrichsfeld POW Camp, https://palmerww1powtrail.wordpress.com/2016/12/04/friedrichsfeld-pow-camp/

Εικόνα 4. THE BOMBING OF GERMANY 1940-1945 EXHIBITION, https://humanities.exeter.ac.uk/media/universityofexeter/collegeofhumanities/history/researchcentres/centreforthestudyofwarstateandsociety/bombing/THE_BOMBING_OF_GERMANY.pdf

Εικόνα 5. Brockers Wolfgang, nchengladbachs, ό.π., σ.183

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γκαλγκουράνας Γιάννης, «Ενθυμήσεις», Τετράδια Ιστορίας [Αιανής] 4-5 (Οκτ. –Νοέμ. 1995) 17-23

[2] Ζάμπακας Πάσχος. Γεννήθηκε στη Λευκοπηγή Κοζάνης το 1924. Μεταλλωρύχος. Τυφεκιοφόρος του 1/1/27/9/ΟΜΜ/ΕΛΑΣ. Συνέντευξη στη Λευκοπηγή στις 26 Γενάρη 2002

[3] Στα γερμανικά στρατόπεδα διέτριψε κι έτερος χωρίτης της Αιανής, ο χρυσοχόος Aριστοτέλης Mανιάκας, καταγόμενος από την Σαμαρίνα. Ως πολίτης όμως. Με ιδιαίτερο τύπο. Γύρισε κι αυτός ζωντανός πίσω, βλ. Καλλιανιώτης Γρηγόριος, λογιστής, συνέντευξη στην Αιανή το 2000

[4] Codenames, Operations of World War 2, Operation Steinadler, GOLDEN EAGLE, https://codenames.info/operation/steinadler

[5] Wikipedia, Nazi concentration camps, https://en.wikipedia.org/wiki/Nazi_concentration_camps

[6] Δυσπρόσιτη κοιλάδα της Πίνδου μεταξύ Γρεβενών –Ιωαννίνων, βλ. Νaturagreca, ένας οδηγός για την άγρια φύση της Ελλάδας, Εθνικό Πάρκο Πίνδου (Βάλια Κάλντα), http://www.naturagraeca.com/ws/119,181,97,1,1,%CE%92%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CE%9A%CE%AC%CE%BB%CE%BD%CF%84%CE%B1

[7] Για την ακρίβεια ο Πεντάλοφος καταλήφθηκε από τους Γερμανούς την 9η Ιουλίου 1943, οπότε είχαν μείνει στο βουνό λιγότερες από πέντε μέρες. Ο Παναγιώτης λανθάνει ως προς το χρόνο, λογικό άλλωστε, σε τέτοιες τρομερές μνήμες. Για την επιχείρηση βλ. Δορδανάς Στράτος Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, Διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 686 κ.ε., http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/20569#page/1/mode/2up

[8] Στον Πεντάλοφο ήταν η έδρα της ΙΧ μεραρχίας του ΕΛΑΣ, του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ και της Συμμαχικής Στρατιωτικής Αποστολής

[9] πλαγιά

[10] Θάμνος ή μικρό δέντρο, σύνηθες στην περιοχή

[11] ξεκούμπωσαν

[12] τσέπες

[13] Περίεργη η λέξη. Sakrament στη γερμανική είναι το μυστήριο, ενώ στην αγγλική δηλώνει την πρωτεύουσα της πολιτείας των ΕΠΑ Καλιφόρνια. Ίσως αναφερόταν στο στρατόπεδο ως γερμανική ή πιθανόν οι Αμερικανοί που τους ελευθέρωσαν να δήλωσαν πως είναι από το Σακραμέντο της Καλιφόρνιας

[14] Προφανώς ο Γερμανός στρατιώτης είχε άλλο όπλο. Το στεν ήταν βρετανικό και το έριχναν με αλεξίπτωτα προς χρήσιν των ανταρτών

[15] Kνίδη, χωριό επαρχίας Βεντζίων Γρεβενών

[16] πιο πέρα

[17] ξεφύγει

[18] Ορεινά χωριά περιοχής Μετσόβου

[19] τάφοι, μνήματα

[20] Εννοεί μάλλον αυτά που είχαν οικοδομηθεί επί Μεταξά για αντιαεροπορική προστασία

[21] δραπέτευσαν

[22] Για τους αιχμαλώτους πολέμου και τους πολίτες εργάτες στο Ράιτ και το Μένχενγκλάντμπαχ βλ. Boland Karl, ZIVILARBEITER UND KRIEGSGEFANGENE, Beobachtungen und Erfahrungen in Mönchengladbach und Rheydt, http://www.brauweiler-kreis.de/wp-content/uploads/GiW/GiW1993_1/GiW_1993_1_BOLAND_ZIVILARBEITER.pdf

[23] Από το 1943 το αεροδρόμιο του Ντίσελντορφ έγινε στόχος αεροπορικών επιδρομών των συμμάχων, βλ. Düsseldorf Airport, https://de.wikipedia.org/wiki/D%C3%BCsseldorf_Airport. Το προάστιο Ράιτ, ως τερματικός σιδηροδρομικός σταθμός και βάση ανεφοδιασμού των Γερμανών βομβαρδίστηκε πρώτη φορά 10 και 10 Σεπτ. 1944 και 27/28 Δεκ. 1944. Αν το σημερινό αεροδρόμιό του υπήρχε τότε, βομβαρδίστηκε και αυτό, Brockers Wolfgang, nchengladbachs historische Momente: Studien zur Stadtgeschichte, Studien zur Stadtgeschichte, σ. 180 κ.ε., https://books.google.gr/books?id=yfqnDAAAQBAJ&pg=PA180&lpg=PA180&dq=Hier+befanden+sich+Endbahnh%C3%B6fe+und+St%C3%BCtzpunkte+der&source=bl&ots=IPNw7iLC19&sig=OA1D5-T6sSKlIF5QsjE9Ec7CV84&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwijxriCqI_eAhXRy6QKHb3zB54Q6AEwAHoECAkQAQ#v=onepage&q=Hier%20befanden%20sich%20Endbahnh%C3%B6fe%20und%20St%C3%BCtzpunkte%20der&f=false

[24] Η περιοχή είναι γεμάτη λίμνες, βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Ρήνο

[25]  κήπους

[26] Προφανώς ήταν τραυματίες

[27] Προφανώς είναι η επιδρομή στις 23 Δεκεμβρίου 1944 όπου καταστράφηκαν όλα τα κτήρια του αεροδρομίου, βλ. Düsseldorf Airport, ό.π.

[28] Κατά μια πηγή έριξαν τότε 70.339 κανονικές βόμβες και 14.000 αντίστοιχες φωσφόρου, Brockers Wolfgang, nchengladbachs, ό.π. σ. 180. Συνετέλεσαν στη «τη φρίκη των πόλεων που φλέγονται σωριασμένες σε ερείπια», βλ. Παναρέτου Π. Αννίτα, «‘Ελληνες μη Εβραίοι σε ομηρία», Η Καθημερινή 10.05.2015, http://www.kathimerini.gr/814312/gallery/epikairothta/ellada/ellhnes-mh-evraioi-se-omhria

[29] προσπάθησαν

[30] Τότε κατέλαβε το Ράιτ η 29η μεραρχία του 9ου Σώματος του Αμερικανικού Στρατού, Brockers Wolfgang, nchengladbachs, ό.π. σ. 183

[31] Bauer είναι στα γερμανικά το κλουβί και Bauernhaus  το αγροτόσπιτο. Πιθανώς συγκόπτει κι εννοεί το δεύτερο

[32] Ήταν Αμερικανοί οι στρατιώτες, βλ. Brockers Wolfgang, Mönchengladbachs, ό. σ. 182, ό.. Τόμμυδες αποκαλούνταν από τους Γάλλους και τους Γερμανούς οι Βρετανοί ήδη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, βλ. Blake Stilwell, This is how British troops got the nickname, Oct. 05, 2016 07:34AM EST, https://www.wearethemighty.com/articles/this-is-how-british-troops-got-the-nickname-tommies

[33] πυκνό δάσος

[34] υπολογίσαμε

[35] Το στρατόπεδο του Μπόχολτ αποτέλεσε το 1945-1947 διαμετακομιστικό κέντρο για απελεύθερους Σλάβους και Ισραηλίτες, βλ. Stadwaldlager Bocholt / Stalag VI-F, https://www.tracesofwar.com/sights/80720/Stadwaldlager-Bocholt—Stalag-VI-F.htm

[36] Εννοεί το μνημείο της μάχης του Βατερλώ, β. European Traveler, Visit the Battlefield of Waterloo in Belgium, https://www.european-traveler.com/belgium/visit-battlefield-waterloo-belgium/

[37] τριγυρίσαμε

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Αντεπανάσταση στους κόλπους του 28ου συντάγματος ΕΛΑΣ 1943-44

1. Όψη της κωμόπολης του Πενταλόφου, όπου διεξήχθη το ανταρτοδικείο του ΕΛΑΣ το καλοκαίρι του 1944

Ανακοίνωση του γράφοντος σε συνέδριο με τίτλο Ιστοριογραφικές αναζητήσεις της νεότερης και σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας. Οργάνωση: Ένωση Επιστημόνων Δυτικής Μακεδονίας «ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΣΟΜΟΥΛΗΣ» – Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών Καστοριάς «ΘΩΜΑΣ ΜΑΝΔΑΚΑΣΗΣ». Καστοριά, Esperos Pallas 24.05.2015 [ανακτενίστηκε 15.10.2018]

 

Καλοκαίρι ‘44 η ΙΧ μεραρχία του ΕΛΑΣ καταδίκασε σε θάνατο και σε βαριές ποινές ανώτερα στελέχη του 28ου συντάγματός της με την επίκριση ότι με το πρόσχημα του Μακεδονικού Ζητήματος απεργάζονταν αντεπανάσταση στους κόλπους των ανταρτών.

 

Προκαταρτικά ερωτήματα

Καθώς όμως οι κατηγορίες αναφέρονταν σε παρελθόντα γεγονότα, των Χριστουγέννων του προηγούμενου έτους, προξενεί εντύπωση η άργητα της δίκης, χρόνος περισσότερος από ένα εξάμηνο. Οι δε κατηγορούμενοι είχαν φυλακισθεί καιρό, τέσσερις ή πέντε μήνες.[1]

Έπειτα, γιατί προήδρευε του ανταρτοδικείου άνδρας της διεύθυνσης δικαστικού της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας, πρώην πρωτοδίκης στη Θεσσαλονίκη κι εθνοσύμβουλος,[2] δηλαδή βουλευτής της κυβέρνησης του βουνού, κι όχι ο αντίστοιχος της ΙΧ μεραρχίας όπου ανήκε η μονάδα των ανταρτών; Θεωρούσαν μήπως τον τελευταίο υποδεέστερο ή συνέτρεχε κάτι άλλο;  Ακόμη, ποιος ο λόγος που λαϊκός επίτροπος, δηλαδή εισαγγελέας, ορίστηκε, πάλι, από άλλη μονάδα, την Χ μεραρχία του ΕΛΑΣ, κι όχι από τον εντόπια ΙΧ;[3] Δινόταν ιδιαίτερη βαρύτητα στη διεξαγωγή της μομφής;

Επιπλέον, ως «αντιπρόσωπος» του συντάγματος και μέλος του ιδίου ανταρτοδικείου, εκτός των μονίμων αξιωματικών, υπήρξε ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Αριστοτέλης Χουτούρας ή Αρειανός (γνωστότερος ως Αρριανός), διοικητής του 3/28 τάγματος, ορθότερα στρατιωτικός αρχηγός του Αποσπάσματος Βιτσίου του ΕΛΑΣ. Σχετιζόταν η επιλογή αυτή με τους Βρετανούς συνδέσμους, που είχαν έδρα τον Πεντάλοφο, επειδή ο Αρειανός ήταν αρεστός σ΄ αυτούς ως ανδρείος κι ευθύς άνδρας; Η επιλογή του είχε σχέση με την επιθυμία του ΕΑΜ/ΚΚΕ, παρά τα παραστρατήματα, να παραμείνει μονίμως στο «συμμαχικό στέγαστρο»;[4]

Ύστερα, είχαν άμεση σχέση με το ζήτημα οι εαμικές μομφές εναντίον των οργανώσεων ΥΒΕ/ΠΑΟ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος/Πανελλήνια Απελευθερωτική Οργάνωση) κι ΕΚΑ (Εθνική Κοινωνική Άμυνα); Όπως και του θεωρούμενου πνευματικού τους πατέρα συνταγματάρχη Αθανασίου Χρυσοχόου, κατοίκου Θεσσαλονίκης και υψηλόβαθμου αξιωματούχου της Ελληνικής Πολιτείας;

Εμπλεκόταν πράγματι το ΣΝΟΦ (στη βουλγαρική СНОФ-Славяномакедонският народоосвободителен фронт), το σλαβομακεδονικό δηλαδή ΕΑΜ, στο τράνταγμα των σπλάχνων του 28ου συντάγματος; Αν ναι, πόσο; Και γιατί δεν υπήρχε υψηλόβαθμος Σλαβομακεδόνας μάρτυρας στη δίκη, παρά μόνον Πρόσφυγες κι εντόπιοι ελληνόφωνοι;

Τέλος, η αιτίαση εδραζόταν σε μια μεστή σκηνή ανατροπής ή σε ασύνδετες αχνές ψηφίδες;

 

Οι κατηγορίες

Δυστυχώς ελλείπουν ικανές αποδείξεις για την κατηγορία της αντεπανάστασης. «Αναπτύχτηκε» μόνον προφορικώς από τον λαϊκό επίτροπο (εισαγγελέα), όπως μας πληροφορούν τα πρακτικά του ανταρτοδικείου. Ήταν λογικό κι αναμενόμενο να μην γραφεί, διότι και έλειπαν στέρεες αποδείξεις και αποτελούσε παράδειγμα δίωξης ακαδημαϊκού τύπου συζητήσεων μεταξύ των συνωμοτών. Αν θανατώνονταν οι σκέψεις και τα λόγια, οι πράξεις με ποιο αντίστοιχο ρήμα άραγε επρόκειτο να καταδικαστούν;

Ελάχιστα εμπιστεύεται ο αδέσμευτος θεράπων της Ιστορίας όσα καλύπτουν  περιόδους πολέμων, ειδικά τα καταγραφόμενα από δημόσιους φορείς ή εμπλεκόμενες παρατάξεις, για τον λόγο ότι οι συντάκτες τους γνωρίζουν πως θα παραμείνουν στον χρόνο. Περισσότερη αλήθεια περιέχουν αποστασιοποιημένες, κάπως, πληροφορίες, όταν συνδυαστούν με προφορικές πηγές παθόντων, τη λογική και την ανθρωπογεωγραφία του χώρου. Ένα παράδειγμα, μιας και αρκετά από τα εξεταζόμενα γεγονότα εκτυλίχτηκαν στον οικισμό Λάγκα, έδρα του 28ου συντάγματος του ΕΛΑΣ: έπειτα από γερμανική καταδρομή εναντίον της την 3η Οκτωβρίου 1943 ανακοινωθέν των ανταρτών περηφανεύτηκε πως μετά από πολύωρη μάχη ο εχθρός αποσύρθηκε με απώλειες.[5] Αντίθετα, ο Βρετανός σύνδεσμος της περιοχής καυτηριάζει: Δεν υπήρξε αληθινή μάχη: η μόνη αντίδραση [των ανταρτών] ήταν πολυβολισμοί από τα 1500 μέτρα, πολύ μακρινοί για να είναι αποτελεσματικοί.[6] Με την τελευταία άποψη συνοδοιπορεί κι ερευνήτρια από το ίδιο χωριό.[7] Ποιους θα πιστέψουμε;

Άλλο παράδειγμα πίστης ή αναξιοπιστίας: μάρτυρας στο ανταρτοδικείο μας πληροφορεί ότι δεν καταγράφτηκαν όλα στα πρακτικά της δίκης, λ.χ. οι αντιδράσεις των κατηγορουμένων στις απειλές των στρατοδικών.[8] Ακόμη, θεωρήθηκαν αναληθή από τους δικαστές παράπονα για ξυλοκοπήματα κατηγορουμένων και μαρτύρων.[9] Επίσης αποσιωπούνται και ύστερες καταγραφές για δαρμούς μαρτύρων κατά τη διάρκεια της προανάκρισης.[10]

Υπήρχε άραγε τέτοιου είδους ή και χειρότερη βία εκ μέρους του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ; Οι περισσότεροι κομουνιστές αρχηγοί των ανταρτικών ομάδων ήταν απόκληροι της τύχης, λησταί, εγκληματίαι, τρελλοί, τυχοδιώκται οι οποίοι προβλέπουν τους εαυτούς των ηγέτας της Ελλάδος έγραφε Έλληνας αξιωματικός της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (ΒΣΑ).[11] Σύμφωνα με τους καλούς γνώστες της εποχής η γνώμη του εξέφραζε άριστα ένα υποσύνολο της πραγματικότητας, το σκοτεινό. Φυσικά και ενυπήρχαν στους αντάρτες, όπως και σε όλο το φάσμα των ενόπλων της εποχής, άνδρες εκ γενετής βίαιοι, που εξωτερίκευαν τα απεχθή ένστικτά τους ευνοούμενοι από την ανωνυμία-ψευδωνυμία και την πολεμική συγκυρία. Ειδικά η τελευταία συγκάλυπτε αχρείαστα πλημμελήματα και ανυπόφορα κακουργήματα με δύο συγχωρητικά πέπλα: την εκδίωξη των κατακτητών-συνεργατών και την συνακόλουθη ποθούμενη λαοκρατία.

Ποτέ όμως δεν διατυπωνόταν γραπτά η βία στα πολυπληθή έντυπα της πολιτικής επικοινωνίας του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ. Με αποτέλεσμα να σχηματίζονται από τότε λανθασμένες ερμηνείες. Καθώς σήμερα σπανίζουν οι αυτόπτες κι αυτήκοοι μάρτυρες του σκληρού παρελθόντος, η απουσία βίαιων αναφορών επιτρέπει να φωτίζεται κάτι που δεν υπήρχε, η ειρηνική καθολική αποδοχή. Πλανεύοντας συνεπώς και παραπλανώντας αθώους ή άπειρους μελετητές κι επιτρέποντας μια ωραιοποιημένη απλοϊκή αφήγηση μιας δυσειδούς σύνθετης εποχής.

Σύμφωνα λοιπόν με την μοναδική πρωτογενή πηγή μας, τα πρακτικά της δίκης, θα στασίαζαν δυο λόχοι του συντάγματος με διοικητές εθνικόφρονες αξιωματικούς. Η κίνηση θα ενισχυόταν από το διαμοιρασμό όπλων σε ντόπιους (ελληνόφωνους) και πρόσφυγες πολίτες. Οι συνωμότες θα έκοβαν τις επικοινωνίες και θα καλούσαν την ηγεσία των ανταρτών του όρους Βιτσίου στο ελληνόφωνο χωριό Λάγκα, έδρα της μονάδας, προς αιχμαλωτισμόν των. Έπειτα, αφού εξασφάλιζαν με ένοπλη κατοχή τον σλαβόφωνο οικισμό Πετροπουλάκι, θα βάδιζαν εναντίον του Πενταλόφου, έδρα της ΙΧ μεραρχίας, προς κατάληψίν του.

Αν συμμετείχε στη στάση και το γειτονικό 53ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ, η περιοχή θα αποτελούσε σημαντικό αντιεαμικό θύλακα, τόσο λόγω του ορεινού της εδάφους όσο κι επειδή συνόρευε με την περιοχή όπου δρούσε ο ΕΔΕΣ.

Η άποψη των Βρετανών δεν εξακριβωνόταν, παρά τις καταφανείς μομφές εναντίον ενός Έλληνα μονίμου αξιωματικού, μέλους της ΒΣΑ.

 

2. Πεντάλοφος 1944. Από αριστερά πρώτος ο ταγματάρχης Μπιλ Τζόνσον. Τρίτος ο λοχαγός Πάτρικ Έβανς, διοικητής υποτομέως Βιτσίου. Έκτος ο λοχίας Κάιτ των ΤΥΚ Βιτσίου. Στην πόρτα μπροστά ο Νεοζηλανδός αντισυνταγματάρχης Άρθουρ Έντμοντς.

 

Σε περίπτωση αποτυχίας υπήρχε η διέξοδος να βαδίζουν στην Ήπειρο κι ενταχθούν στον ΕΔΕΣ.

Οι εύκολες ενέργειες, λοιπόν, των πραξικοπηματιών ήταν:

α) η διακοπή των τηλεγραφικών επικοινωνιών με μια απλή τανάλια

β) η κυριαρχία στο Πετροπουλάκι, χωριό χτισμένο σε ύψωμα, που ήλεγχε τον κάμπο της Καστοριάς, ώστε να εξασφαλιστεί τυχόν επίθεση ανταρτών εκ μέρους του Βιτσίου, αλλά και κομιτατζήδων ή Γερμανών

γ) η κατάληψη του οικισμού Λάγκα, έδρας του συντάγματος. Οι κάτοικοί της δεν ήταν φιλικοί στους σλαβόφωνους, καθώς οι Γερμανοί σε πρόσφατη επιχείρηση είχαν κάψει το 70% των οικιών της και διαγουμίσει την ολόκληρη συνοδευόμενοι από κομιτατζήδες.[12] Την ίδια στάση είχαν οι κάτοικοι και παλαιότερα, αφού το χωριό ήταν έδρα Μακεδονομάχων.[13] Παρά τα εκ του αντιθέτου λεγόμενα από Βούλγαρους απογραφείς[14] η Λάγκα ήταν ανέκαθεν ελληνόφωνο χωριό[15]

δ) η πρόσκληση των ελασιτών διοικητών του Βιτσίου στην έδρα του συντάγματος και η αιχμαλωσία τους

Η κατάληψη του Πενταλόφου, έδρας της ΙΧ μεραρχίας του ΕΛΑΣ και του Μακεδονικού Γραφείου του ΚΚΕ ήταν μάλλον δύσκολη υπόθεση. Δυσκολότερη ακόμη φαίνεται η επαφή με τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ, που βρίσκονταν περισσότερο από δυο μέρες δρόμο μακριά. Κι ακόμη πιο απαιτητική αποδεικνύεται η κατήχηση στη συνωμοσία του Λαρισαίου στρατιωτικού διοικητή του γειτονικού 53ου συντάγματος του ΕΛΑΣ αντισυνταγματάρχη ΠΖ Διονυσίου Καράτζιου,[16] που δρούσε με το επαναστατικό παρωνύμιο Μελάς[17], δανεικό μάλλον από τον Μακεδονομάχο Παύλο Μελά.

Η μομφή ότι οι Βρετανοί έτειναν ευήκοα ώτα στις διεργασίες του κινήματος κατέπεσε πριν καν επιχειρηθεί. Δεν είχαν αυτοί υποστηρίξει νωρίτερα ούτε θεωρητικά ούτε πρακτικά την οργάνωση ΠΑΟ, όταν την διέλυσε ο ΕΛΑΣ το φθινόπωρο του 1943. Την θεωρούσαν ασταθή σύμμαχο.[18] Η πρότερη συμμετοχή ΥΒΕ, μητέρας της ΠΑΟ, στην αιχμαλωσία των Ιταλών στη θέση Φαρδύκαμπος Σιάτιστας αποτελούσε βαθύ παρελθόν, μια ένδοξη φωταύγεια της στιγμής. Ο ΕΛΑΣ δείχτηκε ισχυρότερος στα ορεινά του Βοΐου-Γράμμου, ορθότερα πιο τολμηρός και μαχητικότερος κι, εν αντιθέσει με τις οργανώσεις των αξιωματικών, πολεμούσε ασταμάτητα τους Γερμανούς χωρίς να υπολογίζει όπως η ΠΑΟ τα φριχτά αντίποινα[19] που ακολουθούσαν εις βάρος του άμαχου πληθυσμού. Αναμενόμενη, λοιπόν, η στάση της ΒΣΑ ως προς το ΕΑΜ/ΚΚΕ.[20]

Και το ΕΑΜ/ΚΚΕ φυσικά επιθυμούσαν φιλικές σχέσεις με τους Συμμάχους. Αν καταφερόταν εναντίον τους, ποιος θα τους υποστήριζε με κύρος, πολεμικό υλικό και χρηματικούς πόρους; Ήδη οι Βρετανοί είχαν προσφέρει τουλάχιστον 18.000 χρυσές λίρες στην ΙΧ μεραρχία του ΕΛΑΣ και 4.000 αντίστοιχες στα πυρπολημένα χωριά της περιοχής. Χιλιάδες επίσης αντίστοιχες στους Ιταλούς που είχαν παραδοθεί το φθινόπωρο του 1943 και μετά βίας διαβιούσαν στα ορεινά Γρεβενά.[21] Χωρίς το χρήμα ο ΕΛΑΣ δεν θα ήταν κανονικός στρατός, αλλά ρακένδυτες ομάδες οπλοφόρων, τρεφόμενες ισχνά από επιτόπιους πόρους και καταδιωκόμενες και από τον ίδιο τον λαό, όπως συνέβαινε στη Βουλγαρία με τους Σούμσκους (ορεινούς).[22]

Παρομοίως προβληματική θα ήταν κατηγορία εναντίον των Ελλήνων αξιωματικών της ΒΣΑ Καραγεωργίου και Ζώτου, παρόλο που η αντιεαμική τους στάση ήταν δεδομένη. Ο δεύτερος θεωρούνταν από τους εαμίτες αλλά κι από διάφορους κατοίκους ως «κατάσκοπος του Βασιλιά»,[23] κάτι λογικό αφού συνόδευε Βρετανούς, κι ακόμη επειδή καταγόταν από την Ήπειρο, περιοχή του ΕΔΕΣ. Είχε μάλιστα ο φυλακιστεί από Αλβανούς αντάρτες σε επίσκεψη στη χώρα τους,[24] σταλμένος με βρετανική εντολή σε μια προσπάθεια σύνδεσης της SOE Ελλάδος-Αλβανίας.[25] Του δε Καραγεωργίου τον γέροντα πατέρα είχαν φονεύσει με βασανιστήρια οι Κομιτατζήδες στη φυλακή του Άργους Ορεστικού[26] και κατά μια πηγή δράστης ήταν νεαρός από την Πολυκάρπη,[27] μέλος κατόπιν του ΚΚΕ.[28] Οπότε είχε και συναισθηματικές μνήμες εκτός από επαγγελματικές συνήθειες ή βιοποριστικές ανάγκες.

Ούτε οι προσπάθειες σύνδεσης του επίλαρχου Χρήστου Λαζαρίδη, διοικητή του 28ου συντάγματος του ΕΛΑΣ, με τον συνταγματάρχη Αθανάσιο Χρυσοχόου, θεωρούμενο αρχηγό κάθε αντιεαμικής οργάνωσης, ευοδώθηκαν. Ο Χρυσοχόου, παλαιός κι έμπειρος επιτελικός αξιωματικός, γνώριζε μάλλον τα πάντα, αλλά δεν συμμετείχε πουθενά άμεσα ο ίδιος. Την αντιγερμανική κι αντιεαμική εργασία είχε αναλάβει στον τομέα του, την Επιθεώρηση Νομαρχιών Μακεδονίας, ο ταγματάρχης Δημήτριος Γερογιαννόπουλος. Γι’ αυτό κι εκτεθείς ολίγον αργότερα ως μέλος μυστικής συμμαχικής οργάνωσης, κατέφυγε στη Μέση Ανατολή.[29]

 

3. Με την κόκκινη επισήμανση η περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας όπου εκτυλίχτηκαν στα γεγονότα

 

Οι κατηγορούμενοι

Κατηγορούμενοι στο ανταρτοδικείο ήταν 14 άνδρες, οικογενειάρχες είτε ανύπαντροι. Μόνιμοι ή έφεδροι αξιωματικοί που υπηρετούσαν στο τοπικό σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Γιατροί, δάσκαλοι, δικηγόροι, δικαστικοί, αγροφύλακες και γεωργοί, καταγόμενοι από όλη την Ελλάδα, αλλά μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής. Κατά μιαν άποψη άνθρωποι μορφωμένοι τυπικά ή άτυπα και υπολογίσιμοι στην κοινωνία.

Ιδιαίτερος μεταξύ τους ο διοικητής του 28ου συντάγματος του ΕΛΑΣ ταγματάρχης Ιππικού Χρήστος Λαζαρίδης, πρώην μέλος της ΥΒΕ/ΠΑΟ. Είχε ξεκινήσει την σταδιοδρομία του ως κληρωτός οπλίτης, μετείχε στην Μικρασιατική Εκστρατεία και στον πόλεμο του 1940. Όντας αντάρτης της ΥΒΕ/ΠΑΟ πέρασε τον ΕΛΑΣ,[30] προφανώς έπειτα από βρετανική επίνευση, πράξη για την οποία κατηγορήθηκε αργότερα από την οργάνωση των αξιωματικών.[31]

Παρομοίου διαμετρήματος ήταν και οι άλλοι κατηγορούμενοι:

α) ο γιατρός του συντάγματος Κωνσταντίνος Σαμαράς από τα Δελέρια Τυρνάβου, πρώην μέλος πιθανότατα της θεσσαλικής οργάνωσης Φιλική Εταιρία,[32] και κρατούμενος του ΕΛΑΣ για ένα διάστημα πριν προσχωρήσει, μάλλον αναγκαστικά

β) ο λογιστής Θεόδωρος Εφραιμίδης από την Κωνσταντινούπολη, διοικητής λόχου, του οποίου τον αδελφό είχαν εκτελέσει οι Ιταλοί στην Καστοριά[33]

γ) ο δικηγόρος Χαρίλαος Δώδος από τη Θεσσαλονίκη, έφεδρος υπολοχαγός και πολιτευτής της Σοσιαλιστικής Ενώσεως Βορείου Ελλάδος[34]

δ) ο γεωργός Βασίλειος Σμαρόπουλος από τον οικισμό Δραγασιά Βοΐου, επιλοχίας, προφανώς στο Αλβανικό[35]

ε) ο δάσκαλος Κοσμάς Τζουρέλλας από τον Πεντάλοφο, που ως μέλος της ΥΒΕ συμμετείχε στη μάχη του Φαρδυκάμπου κατά των Ιταλών[36]

στ) ο συνάδελφός του Ανδρέας Παπαθανασίου από το Σκαλοχώρι, διοικητής λόχου του ΕΛΑΣ του οποίου τον ξάδερφό του, δάσκαλος κι αυτός, είχαν εκτελέσει οι αντάρτες ως αντιδραστικό μερικούς μήνες νωρίτερα

ζ) ένας ακόμη αξιωματικός, ένας δικηγόρος, ένας αγροφύλακας κι ένας κουρέας από τον γειτονικό οικισμό Σπήλαια.

Εκτός τούτων 150 συνολικά Ελασίτες θεωρήθηκαν ως συμμετέχοντες στην στάση και κρατήθηκαν στη Λάγκα, στον Πεντάλοφο και τον ορεινότερο οικισμό Ζούζουλη.[37] Προφανώς στην πλειονότητά τους ανήκαν νωρίτερα στην ΕΚΑ ή την ΥΒΕ/ΠΑΟ. Επί παραδείγματι ο μόνιμος ανθυπασπιστής ΠΖ Γεώργιος Παπασάββας, μέλος της ΕΚΑ, που δάρθηκε πριν φυλακιστεί.[38] Σίγουρα ήταν περισσότεροι οι απλοί αντάρτες και τα στρατιωτικά στελέχη που διαφωνούσαν με τις επιλογές του ΕΑΜ/ΚΚΕ για τον προσεταιρισμό των κομιτατζήδων,[39] αλλά δίσταζαν να διαφωνήσουν ανοιχτά. Ή απλώς σιωπούσαν.

Από τους κατηγορούμενους πέντε καταδικάστηκαν σε θάνατο και τρεις σε ισόβια. Στάθηκαν όμως πολύ τυχεροί. Λίγες μόνον μέρες αργότερα έλαβε χώραν μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση των Γερμανών εναντίον του Πενταλόφου.[40] Οι φυλακισμένοι ξυπόλητοι και τη συνοδεία ανταρτών οδηγήθηκαν στα ορεινά. Μέσα στη γενική αναστάτωση, μερικοί αιχμαλωτίστηκαν από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκαν σε φυλακές της Θεσσαλονίκης.[41] Άλλοι δραπέτευσαν. Ακριβή στοιχεία για τον καθένα, εκτός του Κοσμά Τζουρέλλα που διαφυγών κρύβονταν στο Επταχώρι,[42] ελλείπουν. Η πληροφορία πως συνέχισαν να κρατούνται από τον ΕΛΑΣ,[43] δεν έχει πιστοποιηθεί.

 

Αιτίες διαχωρισμού

Κρίνεται όντως αληθινή η δυσαρέσκεια μέσα στο 28ο σύνταγμα του ΕΛΑΣ όσο κι εντός των χωρικών της περιοχής εναντίον του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Οι αντίθετες αντιλήψεις, βέβαια, των ανθρώπων, δεν ήταν πρωτόγνωρες. Οι πηγές ένταξης σε συλλογικότητες και στρατόπεδα ήταν αρχέγονες: αντιθέσεις εντός κι εκτός των οικογενειών για την περιουσία ή τις γυναίκες, συγκρούσεις ανάμεσα στα φαλκάρια για τους βοσκότοπους, μάχες αγροτών για τη γη και τα νερά. Διαμάχες επίσης περί της κοινοτικής και βουλευτικής εξουσίας. ΄Εξουσία η οποία ευνοούσε συγκεκριμένες ομάδες, πλειοψηφικές όταν έβγαινε με εκλογές, της αρεσκείας της στην περίπτωση που υπερείχε με τη βία. Και ο αφέντης ΕΛΑΣ κρατούσε όπλο.

Ειδικά την συγκεκριμένη περίοδο τα ένστικτα της επιβίωσης, της βίας και της εξουσιαστικής υπεροχής όπως και η αναζήτηση προσφορότερων ή λιγότερα κοπιαστικών συνθηκών ζωής ντύνονταν με νεοφανείς λέξεις και πρωτοποριακές ιδέες, που συνήθως έρχονταν από τις πόλεις ή από άλλα μέρη. Η τρέχουσα αντιπαράθεση των δύο κόσμων είχε διαμορφωθεί ήδη από τα έτη του Μακεδονικού Αγώνα, τον οποίον είχαν ζήσει τόσο οι μεσήλικες όσο και, περισσότερο, οι ηλικιωμένοι. Η φλόγα των αντιθέσεων τροφοδοτήθηκε με τον κομματικό αγώνα για την εξουσία. Ιερείς και δημόσιοι ή κοινοτικοί υπάλληλοι (αξιωματικοί ιδίως,  χωροφύλακες κι αγροφύλακες, ομού και δάσκαλοι) μαζί με φιλήσυχους αγρότες διαχωρίζονταν από ρομαντικούς ιδεολόγους, βλοσυρούς εργάτες, καιροσκόπους ή επαγγελματίες επαναστάτες.

Η συμβάδιση των Ιταλών κατακτητών με σλαβόφωνους χωρικούς, στην οποία παρενέβαινε και η Βουλγαρία, χώρισε φανερά τον κόσμο της Δυτικής Μακεδονίας ήδη από το 1941 σε δύο μέρη. Στο ευπαθέστερο ανήκαν τα ελληνόφωνα ή προσφυγικά χωριά Καστοριάς και Βοΐου, συνοριακά με σλαβόφωνα αντίστοιχα. Εξίσου όμως προβληματισμένοι με τον εξοπλισμό του Κομιτάτου ήταν και οι τοπικοί διοικητές του ΕΛΑΣ για πρακτικούς λόγους. Όταν π.χ. οι αντάρτες κτύπησαν, για πρώτη φορά, τους κομιτατζήδες, στο χωριό Λακκώματα, η διεθνιστική ιδεολογία των πολιτικών καθοδηγητών για μια ειρηνική προσέγγισή τους[44] εκλαμβανόταν από τον απλό αντάρτη έως τον διοικητή του πεδίου ως αβρότατη φλυαρία απόμακρων σαλονιών. Επειδή, κρασπεδωμένα τα Λακκώματα στην αρχή των πεδινών της Καστοριάς, έκλειναν τον διάδρομο επικοινωνίας με το όρος Βίτσι κι εμπόδιζαν τον προσπορισμό απαραίτητων αγαθών, τροφίμων, υλικών, φαρμάκων, από το Άργος Ορεστικό[45] στο βουνό.

 

 

Αναμενόταν επομένως η δυσαρέσκεια εναντίον όσων ζητωκραύγαζαν κάτω από την άνετη ομπρέλα του ΕΑΜ υπέρ του παλιού κομιτατζή Βασίλ Τσακαλάρωφ[46] κι ενοχλούσαν οι φωνές για αυτονομία της Μακεδονίας. Οι απελευθερώσεις σλαβόφωνων συλληφθέντων και η ένταξη κομιτατζήδων στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.[47] Τα τραγούδια για τον Βούλγαρο κομουνιστή Γκεόργκι Δημητρώφ. Η αποφυγή ανάρτησης της ελληνικής σημαίας.

Περισσότερο απτή ήταν η απαρέσκεια ως προς τα δίκοχα με καρφιτσωμένο μέσα το κόκκινο αστέρι των Γιουγκοσλάβων ανταρτών ή το σφυροδρέπανο. Τα κόκκινα μαντήλια. Ο χαρακτηρισμός του 28ου συντάγματος ως κόκκινου. Κι ακόμα πιο χειροπιαστή η απόκρυψη εγγράφων, η ιταμή αποκάλυψη των αντιπροσώπων του ΕΑΜ ότι τον αγώνα κατά των κατακτητών διοικεί το ΚΚΕ. Η κατήχηση για εγγραφή ανταρτών στο ΚΚΕ. Τι εντύπωση άραγε έδινε καθοδηγητής του ιδίου Κόμματος, πρώην φρούραρχος Άργους Ορεστικού, όταν ρωτήθηκε να επιστρέψει, αν είχε, το κοστούμι του ιατρού Ιωάννη Χατσέρα,[48] πυρόπληκτου από τους κομιτατζήδες και καταφυγόντα στον Πεντάλοφο; Με ποια διαδρομή κατέληξε στα χέρια του;

Επιστέγασμα των δυσαρεσκειών η χρήση των παλιών ονομάτων των χωριών κι όχι των νέων. Όπως το Πετροπουλάκι που ονομαζόταν Έζερετς.

 

Επεξηγήσεις

Υφείρπε ο διαχωρισμός ανάμεσα στους πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς των ανταρτών του ΕΛΑΣ όσο και μεταξύ των στρατιωτικών ηγετών του. Κυρίως όσων ανήκαν πρώτα σε άλλες οργανώσεις και είχαν προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ κατόπιν αιχμαλωσίας ή βρετανικής επίνευσης[49] προς αδυνάτισμα της κομουνιστικής επιρροής στους αντάρτες.[50] Επιπλέον επειδή είχαν εκτεθεί στα μάτια των Γερμανών. Διαφορές που επιχρωματίστηκαν ζωηρά με την καταδίωξη και διάλυση των οργανώσεων ΥΒΕ κι ΕΚΑ αρχικά, και μετά της ΠΑΟ. Η μόνη ελπίδα, η καταφυγή στον ΕΔΕΣ είχε αναπτερωθεί, όταν λόχος του υπό τον Δημήτριο Βράγκαλη στρατολόγησε μέλη στα γειτονικά χωριά Χρυσή κι Επταχώρι.[51] Έσβησε όμως τάχιστα με την επίθεση του ΕΛΑΣ εναντίον του ΕΔΕΣ.[52]

Ακαδημαϊκές ήταν, όπως ειπώθηκε και στη δίκη, οι συζητήσεις για την ανατροπή του σκηνικού. Κρυφές κουβέντες σε στενό κύκλο. Βάραινε τους αντιρρησίες η σκιά του τρομερού ΕΛΑΣ, που δεν είχε διστάσει να επιτεθεί αιματηρά στους αντάρτες της ΥΒΕ/ΕΚΑ τον Απρίλιο του 1943 και να εκτελέσει τους αξιωματικούς των, με τους οποίους ένα μήνα νωρίτερα είχε μαζί συμπολεμήσει τους Ιταλούς. Διέλυσε και την ΠΑΟ κι επιτέθηκε εναντίον του ΕΔΕΣ. Όσοι μπορούσαν να οπλίσουν ιδεολογικά την στάση, οι «διαβασμένοι», «αποσύρθηκαν, πάγωσαν».[53]

Οι πλατιά διαδιδόμενες κι ευρέως υποστηριζόμενες από οκνηρούς ερευνητές, βιαστικούς μελετητές ή στρατευμένους ιστορικούς μομφές του ΕΑΜ/ΚΚΕ για τον φιλογερμανισμό της οργάνωσης ΕΚΑ της Κοζάνης είναι το ίδιο διαβλητές με τις αντίστοιχες για την ΥΒΕ και την ΠΑΟ. Η ΕΚΑ, είχε ιδρυθεί στην πόλη της Κοζάνης από αξιωματικούς του Στρατού με την ευλογία του εμπορικού κόσμου στα τέλη του 1942.

«Τοπικό παρακλάδι της ΠΑΟ»[54] δεν υπήρξε ποτέ, απλούστατα διότι είχε δύσει πριν ανατείλει η ΠΑΟ. Η ΕΚΑ δημιουργήθηκε ως αντιστάθμισμα της δράσης ορεινών ενόπλων ομάδων που κατέβαιναν στα πεδινά. Αποτέλεσε ουσιαστικά τον ένοπλο κλάδο της ΥΒΕ.[55] Διαλύθηκε από τον ΕΛΑΣ, οι κύριοι ηγέτες της εκτελέστηκαν και μέλη της προσχώρησαν στους αντάρτες. Οι αντικομουνιστές οπλίτες των αρχών του 1944, που εμφανίστηκαν στην περιοχή, καλύπτονταν κάτω από τον ευχρηστότερο ψευδεπίγραφο τίτλο ΠΑΟ, δεν ανήκαν πια στην ΠΑΟ. Εκατζήδες τους προσονόμαζε δυσφημιστικά το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ,[56] όχι οι ίδιοι, για να καλύψει τις τύψεις της ημαρτημένης διάλυσης της ΕΚΑ.

Καθόλου δεν αναφέρεται στα πρακτικά της δίκης το ΣΝΟΦ, δημιούργημα του ΚΚΕ, του ΕΑΜ[57] όχι, στην περιοχή της Καστοριάς. Ούτε και το αντίστοιχο ΣΑΜ (Σλαβομακεδονικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) της Φλώρινας.[58] Επειδή όσο διάστημα ήταν ελεύθεροι οι κατηγορούμενοι -συνελήφθησαν αρχάς 1944- δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί ή, ορθότερα, γίνει γνωστό. Η πρώτη ιδρυτική του συνεδρίαση έλαβε χώραν στις 24 Δεκεμβρίου 1943 στον χωριό Πολυάνεμος του όρους Μάλι Μάδι, έπειτα από μυστική προπαρασκευή μερικών μηνών.[59]

Την επίσπευση της επίσημης ίδρυσης του ΣΝΟΦ προφανώς προκάλεσε η διείσδυση Βουλγαρικού Στρατού στα μέσα του Δεκέμβρη του ιδίου έτους στις Πρέσπες. Ο φόβος προσέλκυσης εντοπίων κατοίκων στη βουλγαρική πολιτική ανάγκασε το ΚΚΕ να δημοσιοποιήσει την ύπαρξη του ΣΑΜ,[60] του ΣΝΟΦ δηλαδή της Φλώρινας, τον ίδιο μήνα. Φοβούνταν το ΚΚΕ τον βουλγαρικό αλυτρωτισμό,[61] που είχε αποτύχει να ενσωματώσει ολόκληρη τη Μακεδονία ήδη δύο φορές στα πρόσφατα έτη 1912-1918.[62] Οπότε η ίδρυση του ΣΑΜ/ΣΝΟΦ ήταν μια στιβαρή προς στιγμήν ασπίδα.

Κατά πόσον συνετέλεσε στη δημιουργία ξεχωριστής οργάνωσης Σλαβομακεδόνων η δυσαρέσκεια στους κόλπους του ΕΛΑΣ ως προς το Μακεδονικό Ζήτημα, που ήδη έχει ειρηθεί, είναι θέμα προς μελέτην. Πάντως φαίνεται πως έτσι απαλυνόταν, αφού με την απομάκρυνση των Σνοφιτών έπαψαν οι καθημερινές τριβές μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών μέσα στο σύνταγμα.

Μάλλον είχαν δίκιο οι κινηματίες ως προς το Μακεδονικό Ζήτημα, όπως αποδείχτηκε λίγους μήνες αργότερα, την άνοιξη του 1944, αφού  οι ίδιοι οι δημιουργοί του, δηλαδή το ΚΚΕ, διέλυσαν μέσω του ΕΛΑΣ το ΣΝΟΦ. Το πείραμα της ισοτιμίας των μειονοτήτων στην πράξη ή, ίσως, μιας δοκιμαστικής αυτονομίας είχε αποτύχει. Το ΕΑΜ, μανδύας του ΚΚΕ, είχε προσδεθεί δυνατά στο άρμα των Συμμάχων, σωστότερα της βρετανικής πολιτικής και συνακόλουθα της αυτοεξόριστης Κυβέρνησης του Καΐρου. Γι αυτό και καλούσε ανοιχτά να συντριβούν όσοι ήθελαν να σπάσουν την «ένωση που πέτυχε το Έθνος».[63]

Παρά τις έκτοπες φιοριτούρες είχαν οι επαναστάτες από τότε προσηλωθεί στην Εσπερία.

Από τότε μέχρι σήμερα.

 

Βιβλιογραφία

Αρχεία

Ακαδημία Αθηνών

-Public Record Office, FΟ 286/1159

– PRO, HS 5/218-9, 223

The American School of Classical Studies of Athens
-Αρχείο Κωνσταντίνου Τσάτσου

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας
-Αρχείο ΚΚΕ, Φ23 και ΠΕΦ 415
Αγώνας [Φλώρινας] 1943

Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης
Νέα Αλήθεια 1945
Ελληνικός Βορράς 1946

Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού
-«Αρχεία Εθνικής Αντίστασης», Ιστορικά Έργα 1998, Αθήνα 1998, τ. 5

Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο
-Αρχείο Ν. Καμπαλούρη

Εφετείο Θεσσαλονίκης
-Πρακτικά συνεδριάσεως του Στρατοδικείου ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ 31/22 Ιουνίου 1944

King’s College London/Military Archives
-GB99, Evans, box 3 και Prentice/Wickstead, Box 1, 2

Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης
-Λυτά έγγραφα
-Δυτική Μακεδονία 1967
-Εθνικός Αγών [Κοζάνης] 1945

Πρωτοδικείο Γρεβενών
-Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών 1946

Πρωτοδικείο Κοζάνης
-Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, 1949

Υπουργείο των Εξωτερικών
-1944, Κυβέρνηση Καΐρου Φ.9, 10

 

Διατριβές και μεταπτυχιακά

Αθανασιάδης Ανδρέας, Όψεις της πολιτικής και κοινωνικής συγκρότησης στην πόλη της Φλώρινας την περίοδο της «εαμοκρατίας», Νοέμβριος 1944-Μάρτιος 1945, μεταπτυχιακή εργασία στο ΠΤΔΕ Φλώρινας 2017, https://dspace.uowm.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/631/Athanasiadis%20Andreas.pdf?sequence=1&isAllowed=y

Δορδανάς Στράτος, Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002, http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/20569#page/1/mode/2up

Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο 1941 -1946, ΑΠΘ, διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2007, http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/19183#page/264/mode/2up

Κουμαρίδης Γεώργιος, Όψεις της κατοχής και της αντίστασης στη δυτική Μακεδονία: η περίπτωση του SNOF, Διπλωματική εργασία, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας-Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Βόλος 2002, http://ir.lib.uth.gr/bitstream/handle/11615/39878/1802.pdf?sequence=1&isAllowed=y

Μυλωνάς Γεώργιος, Η δράση των Αξιωματικών στη Δυτική Μακεδονία την περίοδο της Κατοχής, μέσα από τα αρχεία της Υπηρεσίας Στρατιωτικών Αρχείων (Υ.Σ.Α.), Αμύνταιο, Μάρτιος 2018, μεταπτυχιακή εργασία σε ΠΤΔΕ Φλώρινας, https://dspace.uowm.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/939/Mylonas%20Georgios.pdf?sequence=1&isAllowed=y

Σκαλιδάκης Γιάννης, Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (1944). Ένας τύπος επαναστατικής εξουσίας. Πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές παράμετροι, Διδακτορική διατριβή που εκπονήθηκε στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2012, http://ikee.lib.auth.gr/record/129184/files/Skalidakis.pdf

 

Βιβλία

Αντωνίου, Κωνσταντίνος, Η Σλαυϊκή και Κομμουνιστική Επιβουλή και η Αντίστασις των Μακεδόνων, Θεσσαλονίκη 1950

Evans Tom, With SOE in Greece: The wartime experiences of Captain Pat Evans, Pen & Sword Military, South Yorkshire England 2018

Hammond L. G. Nicholas, «The policy of the Allied Military Mission in Macedonia 1943-44», Μακεδονία και Θράκη, 1941 –1944: Κατοχή –Αντίσταση –Απελευθέρωση, πρακτικά συνεδρίου στις 9-11.12.94, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998, 341-345

Кѫнчовъ В., Македония. Етнография и Статистика, II. Статистика, 43. Костурска Каза, http://www.promacedonia.org/vk/vk_2_43.htm

Κολιόπουλος Ιωάννης, Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, τ. Α΄ -Β΄, έκδ. β΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1995

Κωστόπουλος Τάκης, Με τους αντάρτες στη Δυτική Μακεδονία: Αναμνήσεις από Κατοχή, Εμφύλιο, Τασκένδη, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες VII, Βιβλιόραμα-Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006

Μπαϊκάμης Άρης, Τα Όντρια, το βουνό μας, Σύλλογος γόνων Βράχου Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 1980

Τακαλιός Ανδρέας (επιμ.),«Ημερολόγιον ζωής ομάδος Γεράκη, μια μαρτυρία για την αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία», Αρχειοτάξιο, 9 Μάιος 2005, Αθήνα

Χατσέρας Ι. Δημήτριος, Στ’ απόσκια του Διλόφου. Η ιστορία του γιατρού Ιωάννου Δ. Χατσέρα († 1944) και της οικογενείας του, Θεσσαλονίκη 2010, http://www.msorestis.gr/files/xatseras.pdf

Χρονικό του ένοπλου αγώνα, 94 ΧΡΟΝΙΑ ΚΚΕ, ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ Ν.Ε. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ, https://ethniki-antistasi-dse.gr/xroniko-elas.html

Χρυσοχόου, Αθανάσιος, Η Κατοχή εν Μακεδονία, βιβλίον πρώτον, Η δράσις του ΚΚΕ, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1949

 

Άρθρα

Καλλιανιώτης, Θανάσης, «Η Αντίσταση στη Φλώρινα: 1943 -44», Φλώρινα 1912 -2002, Ιστορία και πολιτισμός, ΑΠΘ, Φλώρινα 2004, 309-339, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=689

Κολιόπουλος Ιωάννης, Η διαμόρφωση της νέας Μακεδονίας (1798-1870), http://www.imma.edu.gr/imma/history/08.html

Κολιόπουλος Ιωάννης, Η Μακεδονία στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, http://www.imma.edu.gr/imma/history/14.html

Λιθοξόου Δημήτρης, Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Λhttp://www.lithoksou.net/p/oikismoi-tis-kastorias-poy-arxizoyn-apo-l

Παπαδόπουλος Βασίλειος, «Αναμνήσεις πριν από 50 χρόνια», Βοϊακή Ζωή 136 (Ιούλ. –Αύγ. 1995) 7 & 137 (Σεπτ. –Οκτ. 1995) 7-8

Παπαθεοδώρου Αθ. Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα. Η οικογένεια Νικ. Ματούση, http://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/item/15068-.html

Παπαϊωάννου Μαρία, Μια θρηνητική μελωδία, http://hlaggamou.blogspot.com/2018/10/blog-post.html

Σημειώσεις για τον Εμφύλιο, https://greekcivilwar.wordpress.com/2017/02/10/gcw-911 όπου παρέμβαση του Makrides Andreas με ανάρτηση κειμένου του Αθανασίου Φροντιστή με τίτλο “Έκθεσις Πολεμικής δράσεως κατά την περίοδον της Εθνικής Αντιστάσεως”

Tovoion Tv Στην Λάγκα Καστοριάς Aerial Video by Dji Phantom 4 (20/2/2017), www.tovoion.com/εναέριες-λήψεις/tovoion-tv-στην-λαγκα-καστοριας-aerial-video-by-dji-phantom-4-2022017/

Τυροβούζης Χρήστος, Η αντιστασιακή ιδεολογία. Μια πρώτη συστηματοποίηση H αντιστασιακή ιδεολογία, Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση, http://www.theseis.com/index2.php?option=com_content&do_pdf=1&id=218

 

Εγκλυκλοπαίδειες

Википедия, https://ru.wikipedia.org

 

Ομιλίες

Γούναρης Βασίλειος, Με αφορμή το όνομα. Συγκυρία και στρατηγική στα Βαλκάνια, ομιλία 13 Φεβρ. 2018, https://ekyklos.gr/sb/574-omilia-v-goynari-stin-ekdilosi-tou-kyklou-ideon-me-aformi-to-onoma-sygkyria-kai-stratigiki-sta-valkania.html

 

Συνεντεύξεις

Τζουρέλλας Δημήτριος, συνέντευξη στον Πεντάλοφο το 2002

 

Πηγές εικόνων

1. https://e-ptolemeos.gr/wp-content/uploads/2018/09/pentalofos.jpg

2. Ηammond L. G. Nicholas, The allied military mission and the resistance in West Macedonia, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki 1993

Σημειώσεις

[1] Εφετείο Θεσσαλονίκης (ΕΘ), Πρακτικά συνεδριάσεως του Στρατοδικείου ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ της 22ας Ιουνίου 1944, αρ. 31

[2] Σκαλιδάκης Γιάννης, Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (1944). Ένας τύπος επαναστατικής εξουσίας. Πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές παράμετροι, διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2012, σ. 750

[3] Πρωτοδικείο Κοζάνης (ΠΚ), Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών (ΒΣΠ), β. 72/05.09.1949

[4] Η έκφραση «συμμαχικό στέγαστρο» στο Τυροβούζης Χρήστος, «Η αντιστασιακή ιδεολογία. Μια πρώτη συστηματοποίηση H αντιστασιακή ιδεολογία», Θέσεις – τριμηνιαία επιθεώρηση, σ. 14/22

[5] Χρονικό του ένοπλου αγώνα, 94 ΧΡΟΝΙΑ ΚΚΕ, ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ Ν.Ε. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΚΕ, https://ethniki-antistasi-dse.gr/xroniko-elas.html λήμμα Λάγγα

[6] Evans Tom, With SOE in Greece: The wartime experiences of Captain Pat Evans, Pen & Sword Military, South Yorkshire England 2018, σ. 24

[7] Παπαϊωάννου Μαρία, Μια θρηνητική μελωδία, http://hlaggamou.blogspot.com/2018/10/blog-post.html

[8] Χατσέρας Ι. Δημήτριος, Στ’ απόσκια του Διλόφου. Η ιστορία του γιατρού Ιωάννου Δ. Χατσέρα († 1944) και της οικογενείας του, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 153, http://www.msorestis.gr/files/xatseras.pdf

[9] ΕΘ, Πρακτικά, ό.π., σ. 25

[10] Χατσέρας, Στ’ απόσκια, ό.π., σ. 155

[11] Υπουργείο των Εξωτερικών (ΥΠΕΞ), 1944, Κυβέρνηση Καΐρου Φ.9.3, ΥΠΕΞ προς Πρεσβείες και προξενεία, εμπιστευτικόν, Κάιρο α.π.3151/22.04.1944, όπου έκθεσις της σημερινής εν τη Ελευθέρα Ορεινή Ελλάδι καταστάσεως …, Κάιρο 1944, σ.8

[12] Evans, With SOE, ό.π., σ. 24 και Παπαϊωάννου, Μια θρηνητική μελωδία, ό.π.

[13] Μπαϊκάμης Άρης, Τα Όντρια, το βουνό μας, Σύλλογος γόνων Βράχου Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 42 και Λιθοξόου Δημήτρης, Οικισμοί της Καστοριάς που αρχίζουν από Λ  http://www.lithoksou.net/p/oikismoi-tis-kastorias-poy-arxizoyn-apo-l , λήμμα Λάγκα

[14] Кѫнчовъ В., Македония. Етнография и Статистика, II. Статистика, 43. Костурска Каза, http://www.promacedonia.org/vk/vk_2_43.htm, λήμμα αρ. 104: Лянга

[15] Tovoion Tv Στην Λάγκα Καστοριάς Aerial Video by Dji Phantom 4 (20/2/2017), www.tovoion.com/εναέριες-λήψεις/tovoion-tv-στην-λαγκα-καστοριας-aerial-video-by-dji-phantom-4-2022017/

[16] Διονύσιος Μελάς είναι το ορθόν ονοματεπώνυμό του όπως συνάγεται από επιστολή του προς τον ταγματάρχη Ronald Prentice 25.08.1945, βλ. King’s College London/Military Archives (KCLMA), GB99, Prentice/Wickstead (P/W), Box 2, f. 5/2 Prentice Correspondence

[17] Μυλωνάς Γεώργιος, Η δράση των Αξιωματικών στη Δυτική Μακεδονία την περίοδο της Κατοχής, μέσα από τα αρχεία της Υπηρεσίας Στρατιωτικών Αρχείων (Υ.Σ.Α.), Αμύνταιο, Μάρτιος 2018, μεταπτυχιακή εργασία σε ΠΤΔΕ Φλώρινας, σ. 200

[18] Ακαδημία Αθηνών (AA), Public Record Office (PRO), HS 5/223 [00031], From Colonel Woodhouse, copy, appendix “D”, 04.12.1943

[19] ΑΑ, PRO, HS 5/219 [3-12], From Capt. Baker to Brig Keele?, most secret, Nov. 1943

[20] ΑA, PRO, HS 5/218 [106], κείμενο με τίτλο Politics of his Majesty’s Government towards Greece, FO 20.09.1943

[21] KCLMA, GB99, P/W, Box 1, f. 5/1-2, Post operation reports, general report –Major Prentice, Comd, Nr 1. Area (Macedonia), σ. 5, 13

[22] Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αρχείο Ν. Καμπαλούρη [προξένου Ανδριανούπολης επί Κατοχής], πληροφορίες εξ Αλβανίας, Βουλγαρίας και Σερβίας

[23] KCLMA, GB99, P/W, Box 1, sub –area Vitsi reports 2/1/2, Evans, Dendrokhori 9-10.08.1944, most secret

[24] KCLMA, GB99, P/W, Box 2, f. 5/3  Operational Correspondence, Evans to Wick 11.10.1944, Revolt in Local ELAS και στο ίδιο Box 1, f. 5/1-2, Post operation reports, general report –Major Prentice, Comd, Nr 1. Area (Macedonia)

[25] Evans, With SOE, ό.π., σ. 26

[26] ΥΠΕΞ, Κυβέρνηση Καΐρου 1944, Φ10/10.5, Γεγονότα σε νομό Καστοριάς, ΓΕΝ προς ΓΔΜ 18.05.1943

[27] Χρυσοχόου, Αθανάσιος, Η Κατοχή εν Μακεδονία, βιβλίον πρώτον, Η δράσις του ΚΚΕ, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1949, σ. 67

[28] AA, PRO, FΟ 286/1159, αναφορά για το κίνημα Ελεύθερης Μακεδονίας στην περιοχή Φλώρινας 1944 από τον λοχαγό Π. Έβανς, μυστικό, Αθήνα 01.12.1944

[29] Σημειώσεις για τον Εμφύλιο, https://greekcivilwar.wordpress.com/2017/02/10/gcw-911 όπου παρέμβαση του Makrides Andreas με ανάρτηση κειμένου του Αθανασίου Φροντιστή με τίτλο “Έκθεσις Πολεμικής δράσεως κατά την περίοδον της Εθνικής Αντιστάσεως”

[30] Μυλωνάς, Η δράση των Αξιωματικών, ό,π., σ. 208-9

[31] Αντωνίου, Κωνσταντίνος, Η Σλαυϊκή και Κομμουνιστική Επιβουλή και η Αντίστασις των Μακεδόνων, Θεσσαλονίκη 1950, σ. 152-3

[32] Παπαθεοδώρου Αθ. Νικόλαος, Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα. Η οικογένεια Νικ. Ματούση, http://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/item/15068-.html

[33] Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (ΚΔΒΚ), Λυτά έγγραφα, Υποβολή καταστάσεως φονευθέντων κατά την διάρκειαν της Κατοχής κατοίκων Νομού Καστορίας, Δ.Χ. Καστορίας προς ΓΔΔΜ, α.π.45/3/7ζ, Καστορία 13.10.1945 [συντάκτης  Μαθιουδάκης] και Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Ελληνικός Βορράς (17.02.1946) 1

[34] The American School of Classical Studies of Athens, Αρχείο Κωνσταντίνου Τσάτσου, http://www.ascsa.edu.gr/index.php/archives/konstantinos-tsatsos-finding-aid-series-iii

[35] ΚΔΒΚ, Εθνικός Αγών [Κοζάνης] (14.10.1945) 2

[36] ΚΔΒΚ, Δυτική Μακεδονία (12.11.1967) και Γενικό Επιτελείο Στρατού/Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης», Ιστορικά Έργα 1998, Αθήνα 1998, τ. 5/37/391 κ.ε., ΕΚΘΕΣΙΣ Του Συνταγματάρχου Πεζικού (Π.Δ.) Κοντονάση Ιωάννου «περί της μάχης του Φαρδικάμπου Σιατίστης…, Επίσης Τζουρέλλας Δημήτριος, συνέντευξη στον Πεντάλοφο το 2002

[37] KCLMA, GB99, Evans, box 3, f.6/5, Kastoria Report, Έκθεσις των από της καταρρεύσεως μέχρι σήμερον διαδραματισθέντων εν των Νομώ Καστορίας και περιφερείας Βοΐου γεγονότων, Αθήναι 25.05.1944 [συντάκτης της μάλλον ο διοικητής Χωροφυλακής Καστοριάς Κωνσταντίνος Αντωνίου]

[38] Καλλιανιώτης Αθανάσιος, Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία κατά την περίοδο 1941 -1946, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2007 (ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Ιστορίας ΑΠΘ), σ. 262-3, υποσημείωση 37

[39] Κολιόπουλος Ιωάννης, Η Μακεδονία στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, http://www.imma.edu.gr/imma/history/14.html

[40] Δορδανάς Στράτος, Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941 -1944, Διδακτορική διατριβή στο τμήμα Ιστορίας του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 681 κ.ε.

[41] Χατσέρας, Στ’ απόσκια, ό.π., σ. 163

[42] Τζουρέλλας Δημήτριος, συνέντευξη, ό.π.

[43] Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Νέα Αλήθεια (20.2.45) 2

[44] Κολιόπουλος Ιωάννης, Λεηλασία φρονημάτων: το μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτική Μακεδονία 1941 –1944, τ. Α΄ -Β΄, έκδ. β΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1995, τ. Α΄, σ. 88-9

[45] KCLMA, GB99, P/W, Box 2, f. 3/1, ELAS Documents, διαταγή ΙΧ μεραρχίας α.π. 4106/21.08.1944

[46] ΕΘ, Πρακτικά συνεδριάσεως, ό.π., σ. 4, 9

[47] Τακαλιός Ανδρέας (επιμ.),«Ημερολόγιον ζωής ομάδος Γεράκη, μια μαρτυρία για την αντίσταση στη Δυτική Μακεδονία», Αρχειοτάξιο 9 (Μάιος 2005), Αθήνα σ. 92

[48] Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), Αρχείο ΚΚΕ, Φ23/8/44, Ζαχαρίας προς Ρένο 18.03.1944

[49] ΑΑ, RPO, HS 5/232 [127-44], Έκθεση για την κατάσταση στην Ελλάδα σε περίληψη στα ελληνικά, Κάιρο 05.01.1944, ανθυπολοχαγός Λάζαρης Ιωάννης προς F133, 6/310. Επίσης Hammond L. G. Nicholas, «The policy of the Allied Military Mission in Macedonia 1943-44», Μακεδονία και Θράκη, 1941 –1944: Κατοχή –Αντίσταση –Απελευθέρωση, πρακτικά συνεδρίου στις 9-11.12.1994, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1998, 341-345, σ. 343

[50] KCLMA, GB99, P/W, Box 1, f. 5/1-2, Post operation reports, general report –Major Prentice, Comd, Nr 1. Area (Macedonia) appendix J, σ. 2

[51] Πρωτοδικείο Γρεβενών, Βουλεύματα Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, βούλευμα 258/12.06.1946

[52] ΑA, RPO, HS 5/218 [67], Λήπερ σε Ελληνική Κυβέρνηση Καΐρου, Τηλεγράφημα Νο 304/16.10.1943

[53] Κωστόπουλος Τάκης, Με τους αντάρτες στη Δυτική Μακεδονία: Αναμνήσεις από Κατοχή, Εμφύλιο, Τασκένδη, Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Μαρτυρίες VII, Βιβλιόραμα-Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, 2006, σ.

[54] Κουμαρίδης Γεώργιος, Όψεις της κατοχής και της αντίστασης στη δυτική Μακεδονία: η περίπτωση του SNOF, Διπλωματική εργασία, Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας-Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Βόλος 2002, σ. 19

[55] Καλλιανιώτης, Οι Πρόσφυγες, ό.π., σ. 155 κ.ε.

[56] ΑΣΚΙ, ΠΕΦ, Φ415, 23/8/221, Θάνος προς Τάσιο, 11.5.44 και Θάνος προς Θεόφιλο 05.06.1944, ΑΣΚΙ, ΠΕΦ, Φ415, 23/8/224. Επίσης KCLMA, GB99, Evans, box 3, f.6/5, Kastoria Report, ό.π., σ. 39 και Παπαδόπουλος Βασίλειος, «Αναμνήσεις πριν από 50 χρόνια», Βοϊακή Ζωή 136 (Ιούλ. –Αύγ. 1995) 7 & 137 (Σεπτ. –Οκτ. 1995) 7-8

[57] Κουμαρίδης, Όψεις της κατοχής, ό.π., σ. 15

[58] Καλλιανιώτης, Θανάσης, «Η Αντίσταση στη Φλώρινα: 1943 -44», Φλώρινα 1912 -2002, Ιστορία και πολιτισμός, ΑΠΘ, Φλώρινα 2004, 309-339

[59] Википедия, λήμμα Славяномакедонский народно-освободительный фронт, https://ru.wikipedia.org

[60] ΑΣΚΙ, Αγώνας  [Φλώρινας] 27 (20.12.1943) 1

[61] Γούναρης Βασίλειος, «Με αφορμή το όνομα. Συγκυρία και στρατηγική στα Βαλκάνια», ομιλία 13 Φεβρ. 2018, https://ekyklos.gr/sb/574-omilia-v-goynari-stin-ekdilosi-tou-kyklou-ideon-me-aformi-to-onoma-sygkyria-kai-stratigiki-sta-valkania.html

[62] Κολιόπουλος Ιωάννης, Η διαμόρφωση της νέας Μακεδονίας (1798-1870), http://www.imma.edu.gr/imma/history/08.html

[63] Αθανασιάδης Ανδρέας, Όψεις της πολιτικής και κοινωνικής συγκρότησης στην πόλη της Φλώρινας την περίοδο της «εαμοκρατίας», Νοέμβριος 1944 -Μάρτιος 1945, μεταπτυχιακή εργασία στο ΠΤΔΕ Φλώρινας 2017, σ. 32

Δημοσιεύθηκε στη ΛΑΪΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ | Ετικέτες: , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Η εικόνα του οπλαρχηγού Θεοδώρου Ζιάκα στην τοπική ιστοριογραφία

Ο οπλαρχηγός των Γρεβενών Θεόδωρος Ζιάκας. Από κλέφτης κι αρματολός πέρασε στην μνήμη ως αγωνιστής του Έθνους.

Στο παρόν πόνημα[1] φυλλομετρούνται κι αναλύονται απόψεις αυτοπτών ιστοριογράφων της οικογένειας Ζιάκα, όπως και οι αναφορές των τελευταίων. Γίνεται λόγος περί της καταγωγής και περιγράφεται η προσφορά του Θεόδωρου Ζιάκα στην επανάσταση του 1854. Ύστερα παρουσιάζονται όσα στοιχεία οι ύστεροι ιστοριογράφοι επέλεξαν, παρέκαμψαν ή προσέθεσαν κι ενδιάμεσα ανιχνεύονται οι αιτίες. Τέλος μετά από μικρή στάση στις παραστάσεις του ειρημένου αγωνιστή δίδεται λιτά μια διαυγής εικόνα της ευρύτερης οικογένειάς του όσο και των ιστοριογράφων της

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΒΙΒΛΙΑ | Ετικέτες: , , , , | Σχολιάστε

Βασίλης Μπούλης. Για το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ποίημα

Ανακτένιση 4.11.2018

29.3.44. 7ο σύνταγμα Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων Αστυνομίας SS προς το Περιφερειακό Φρουραρχείο Κοζάνης Θέμα: Χορήγηση ελληνικού εργατικού δυναμικού. Η παραπάνω μονάδα παρακαλεί για τη χορήγηση 1 υπομαγείρισσας και 2 εργατών ξυλείας. ο λοχαγός των SS και διοικητής λόχου [υπογραφή] Χάαου;

29.3.44. 5ος λόχος του 7ου συντάγματος Τεθωρακισμένων Γρεναδιέρων της Αστυνομίας των SS προς το Τοπικό Φρουραρχείο Κοζάνης. Θέμα: Χορήγηση ελληνικού εργατικού δυναμικού. «Η παραπάνω μονάδα παρακαλεί για τη χορήγηση 1 υπομαγείρισσας και 2 εργατών ξυλείας». Ο διοικητής λοχαγός Günther Haase. ΚΔΒΚ, Λυτά Έγγραφα.

Ο Ιωάννης Γιαννάκης ή Στάμος με το άσπρο πουκάμισο , υπεύθυνος του ΕΑΜ Αιανής. Εικονίζεται στα κελιά του μοναστηριού της Παναγίας, που μετατράπηκαν σε καφενεία και παντοπωλεία μετά το 1912. Κατεφαδίστηκαν αρχάς δεκαετίας του 1950. Ιδιωτική Συλλογή Σωκράτη Γιαννάκη.

Ο Ιωάννης Γιαννάκης ή Στάμος με το άσπρο πουκάμισο , υπεύθυνος του ΕΑΜ Αιανής. Εικονίζεται στα κελιά του μοναστηριού της Παναγίας, που μετατράπηκαν σε καφενεία και παντοπωλεία μετά το 1912. Κατεδαφίστηκαν αυτά μαζί με το θαυμάσιο δάπεδο αρχάς δεκαετίας του 1950. Ιδιωτική Συλλογή Σωκράτη Γιαννάκη.

Εν Αιανή  τη 28/10/1940 και 1945

Για το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με Ιταλούς και Γερμανούς

Μας κήρυξαν τον μπόλεμο
οι Ιταλοί στην Αλβανία
και πρώτα παν η αγροτιά
από τη Μακεδονία

Παν αγρότις ΄π’ την Κοζάνη
που κανένας δεν τους φτάνει
και τους έριξαν τη[ν] πρώτη σφαίρα
και τους έσπρωξαν σιαπέρα

Ήπειρος και Θεσσαλία
πολεμούσαν με μανία
Γιάννινα και Γρεβενά
πάντα αυτοί ήταν μπροστά

Φλώρινα και Καστοριά
παλικάρια διαλεχτά
μέρα νύχτα πολεμούσαν
και για πίσω δεν κετούσαν

Μας κήρυξαν τον μπόλεμο
απ΄ το βορρά οι Γερμανοί
και οι αξιωματικοί μάς απαράτησαν
και παν στη Μεσ’ Ανατολή

Μα ο λαός το σκέφτηκε καλά
και οργάνωσι ανταρτικά
και πάλι στην Αντίσταση πάλι στην πρωτ΄ γραμμή
μέρα νύχτα πολεμούσι και με Γερμανοί.

Και πρώτα στο Γοργοπόταμο
τη γέφυρα ανατινάζουν
που κάναμε τους Γερμανούς
βαριά να αναστενάζουν

Οι σύμμαχοι οχυρώθηκαν
στη Μέσ’ Ανατολή
την Αντίσταση που βάσταγαν
όλ’ οι Κρητικοί.

Και πιάνουν άλλη μάχη
στο Μπογάζ΄[1] σε μία ράχη
με ένα τάγμα Ιταλούς
και τους αιχμαλωτίζουν σαν τους ποντικούς

Τους έχουν φκιάσει ένα φράγμα
που ήταν όλου Ιταλοί
και τον πιάν’ όλου το τάγμα
οι οπλίτις οι Σιατσνοί.[2]

Με ένα μόνον όπα όπα
και τους παίρ[ν]ουνε τα όπλα
και τους παιρν’ τον οπλισμό
και τους φυλακίζ[ου]ν στο Γρεβενό[3]

Ξεκινούνε από ψες
ένας λόχος Ες Ες
ένας λόχος Γερμανοί
κατεβαίν[ει] στην Αιανή

Το χωριό περικυκλώνουν[4]
και στον ύπνο μας τσακώνουν
τις εικοσπέντι το Γενάρη
μας μαζώνουν στον Αγιόρ’[5] κουβάρι

Και πολυβόλα στουν στην αυλή
και αν θελτς κουνήσου απού κει
αλλά τους έχει πιάσει μια γκαβαμάρα
δε γνωρίσανε το Σπύρο τ΄ Ζμάρα[6]
μας εχ[ουν]ν σκοτώσει το Γιαννάκη[7]
και μας πότισαν φαρμάκι

Φεύγουν για του Χρώμιο
που θα παθν κι αυτοί το όμοιο
και αν τους έριχναν καμιά σφαίρα
που παν απ’  τα Κοτρούλια[8]
τότι θα μας έσφαζαν
όλνους σα βετούλια[9]

Ο πόλεμος τελείωσι
φεύγουν οι Γερμανοί
και ήρθι η κυβέρνηση
‘π’ τη Μεσ΄ Ανατολή

Μας ήρθε απ΄ το Κάιρο
των Ελλήνων ο βασιλιάς
τους στρατηγούς κυνήγησε
που πολεμούσαν στο ΕΛΑΣ

Τον στρατηγό κυνήγησε
τον Άρη Βελουχιώτη[10]
γιατί αυτός την ήφερι
τη λευτεριά μας πρώτη[11]

Μα η κυβέρνηση που ήρθι
΄π’ τη Μεσ΄ Ανατολή
τους Ελασίτες έπιανε
τους πάινε φυλακή

Αυτοί απού πολέμησαν
Γερμανούς και Ιταλούς
όλους τους φυλάκιζαν
τους έληγαν τρελούς

Τέσσερα χρόνια στη σειρά
να πολεμάς στα ανταρτικά
και μέρα νύχτα να ΄χεις μάχη
φορτωμένοι ψίρις παν στη ράχη

Και οι κυβερνήσεις απού βγαιν΄
κάμουν χαζαμάρα
μας δίνουν μια σύνταξη[12]
δε μας φταν’  ούτε τσιγάρα

Εν Αιανή τη 20/4/1945[13]

Γιατί εγώ έκατσα πρώτα φυλακή με την απολευτέρωση το 1945 το Πάσχα ήμαν φυλακή ένα μήνα[14]

Λαϊκός ποιετής Μπούλης Βασίλειος[15]
Αιανή Κοζάνης

Το ποίημα μου το έδωσε χειρόγραφο ο ποιητής στις αρχές της δεκαετίας του 1990 . Το αντέγραψα εδώ ως είχε διορθώνοντας μόνον την ορθογραφία. Η μελέτη του παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Εκτός από μια, συνοπτική, εικόνα της αιματηρής δεκαετίας, περιέχει στιγμές της ζωής του συγγραφέα, όπως τις θυμάται έπειτα από πέντε δεκαετίες.

Το όνομα του διοικητή του λόχου στο έγγραφο προσέφερε ο βαθύς γνώστης της εποχής Βύρων Τεζαψίδης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Μπουγάζι: στενωπός από Κοζάνη προς Σιάτιστα. Ωστόσο το ιταλικό τάγμα αιχμαλωτίστηκε από τους αντάρτες της ΥΒΕ και του ΕΛΑΣ δυτικότερα, στο οροπέδιο του Φαρδυκάμπου.

[2] Σιατιστινοί

[3] Γρεβενά

[4] Περισσότερα για το περίκλεισμα βλ. Θανάσης Καλλιανιώτης, Ιστορία και ιστορήματα: το μπλόκο των SS στην Αιανή του 1944, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=1007 01.02.2014

[5] Ο κεντρικός σήμερα ναός του Αγίου Γεωργίου

[6] Σπύρος Ζυμάρας από την Κάτω Κώμη, στέλεχος του ΕΑΜ που είχε κοιμηθεί την προηγούμενη νύχτα στο χωριό

[7] Ιωάννης Γιαννάκης ή Στάμος. Πολιτικός υπεύθυνος του ΕΑΜ Αιανής.

[8] Ύψωμα στο δρόμο μεταξύ Αιανής και Χρωμίου. Από εκεί ο εφεδρικός ΕΛΑΣ είχε ρίξει μερικές τουφεκιές εναντίον γερμανικών αυτοκινήτων τον Μάιο του 1943

[9] Βιτούλια: νεαρά πρόβατα

[10] Ο Αθανάσιος Κλάρας ή Άρης Βελουχιώτης στον πόλεμο του 1940 ήταν δεκανέας πυροβολικού. Το 1942 παρουσιαζόταν ψευδώς ως ταγματάρχης

[11] Εννοεί πως ήταν αξιωματούχος των ανταρτών, όταν έφυγαν οι Γερμανοί. Ως δεύτερη λευτεριά θεωρεί τον κυρίως Εμφύλιο Πόλεμο, μόνον που δεν ελευθέρωσαν κανέναν οι αντάρτες του ΔΣΕ

[12] Εννοεί τις συντάξεις που χορήγησε το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980

[13] Το ποίημα γράφτηκε μετά το 1985

[14] Δικάστηκε ως αίτιος κατάσχεσης ζώων επί Κατοχής, όντας υπεύθυνος της ανταρτικής οργάνωσης ΕΤΑ

[15] Το βιογραφικό του ποιητή υπάρχει στο περιοδικό Τετράδια Ιστορίας, τ. 4-5, Οκτ -Νοέμβ. 1995, σ. 5-8

Δημοσιεύθηκε στη Γενικά | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Βιογραφικό Αλέκου Χατζητάσκου

Ο Αλέκος Χατζητάσκος. Πηγή: http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=4/1/2015&id=15535&pageNo=36

Ο Αλέκος Χατζητάσκος. Πηγή: http://www.rizospastis.gr/page.do?publDate=4/1/2015&id=15535&pageNo=36

Γεννήθηκα το 1910 στους Πύργους (Κατράνιτσα) Εορδαίας Κοζάνης. Σπούδασα στο τριτάξιο διδασκαλείο Κοζάνης. Μετεκπαιδεύτηκα δυο χρόνια στα γεωργικά φροντιστήρια Λάρισας και Θεσσαλονίκης. Στην Τσεχοσλοβακία εργαζόμενος τέλειωσα την Παιδαγωγική Σχολή Οστράβας.

Εργάστηκα σα δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο Αμυγδάλων[1] –Εορδαίας, απ όπου μετατέθηκα δυσμενώς[2] στο Γκολφάρι[3] -Τρικάλων. Εκεί υπηρέτησα 4 χρόνια και έπειτα μετατέθηκα στο μονοτάξιο σχολειό Σερβωτών,[4] όπου δυο χρόνια δούλεψα και τελευταία εργάστηκα στο τετρατάξιο δημοτικό σχολείο Ζάρκου[5] Τρικάλων σαν διευθυντής του. Το Σεπτέμβρη του 1941, ύστερα από αίτησή μου μετατέθηκα από το γενικο επιθεωρητή Βασ. Τσιρίμπα[6] στο Μεσόβουνο Εορδαίας Κοζάνης.

Στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, σαν έφεδρος αξιωματικός υπηρέτησα στον υποτομέα Βεύης –Φλώρινας και απο τις αρχές Μάρτη 1941 στο Ι τάγμα της 5ης Μεραρχίας Κρητών, που κρατούσε τον θύλακα μπροστά στην Τρεμπεσίνα[7] μέχρι την κατάρρευση του μετώπου.

Στο Μεσόβουνο σα δάσκαλος υπηρέτησα μόνο 4 μέρες –αρχές Οχτώβρη 1941- και με την εξέγερση των Μεσοβουνιωτών, ενάντια στους καταχτητές και τες ντόπιες αρχές, προσχώρησα στις γραμμές τους και ανέλαβα την στρατιωτική ηγεσία.

Μετά το ολοκαύτωμα του Μεσόβουνου 21 Οχτώβρη 1941 πέρασα στην παρανομία. Εργάστηκα σα μέλος της αχτιδικής επιτροπής του ΚΚΕ στις οργανώσεις Εορδαίας μέχρι το καλοκαίρι του 1942 και έπειτα πέρασα στην κομματική οργάνωση της επαρχίας Σερβίων –Βελβενδού και ανέλαβα την καθοδήγησή της.

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη Γενικά | Ετικέτες: , , , , , | Σχολιάστε

Γεωγραφία και Περιβάλλον

αφίσα / φωτογραφία: Χρήστος Λαμπριανίδης

αφίσα / φωτογραφία: Χρήστος Λαμπριανίδης

Εκπαιδευτική ημερίδα στο 9ο -12ο  Δ. Σ. Κοζάνης την Πέμπτη 7η Σεπτεμβρίου 2017, οργανωμένη από τον γράφοντα.

Το πρόγραμμά της έχει ως εξής:

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΟΜΙΛΙΕΣ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Λαζαρίνες: από την αναγκαιότητα στην αναβίωση

Λαζαρίνες χορεύουν επί Εμφυλίου Πολέμου τον παραδοσιακό χορό τους, φρουρούμενες από τους χωροφύλακες του τοπικού Σταθμού, για να αποσοβηθεί απαγωγή τους από τους αντάρτες του ΔΣΕ

Λαζαρίνες χορεύουν επί Εμφυλίου Πολέμου τον παραδοσιακό χορό τους, φρουρούμενες από τους χωροφύλακες του τοπικού Σταθμού, για να αποσοβηθεί απαγωγή τους από τους αντάρτες του ΔΣΕ. Μόνον δύο όμως φέρουν το εορταστικό στεφάνι.

Το ανοιξιάτικο έθιμο των Λαζαρίνων, δρώμενο προς επιλογήν νυφών στις μεσαιωνικές κοινότητες της Βαλκανικής Χερσονήσου, έφθασε από την Αρχαιόττηα μέσα από τις πολιτισμικές συμπληγάδες των αιώνων μέχρι τις μέρες μας. Η απομείωσή του αποφεύχθηκε, όταν πριν από μερικές δεκαετίες έσκυψαν προς μελέτην και υποστήριξήν του καταγραφείς ή αιρετοί εκπρόσωποι της πολιτείας. Πώς πορεύτηκε τόσο μακριά; Ποιο το μέλλον του;

1. Η ανακοίνωση θα γίνει στην αθηναϊκή νόρμα κι όχι στο τοπικό ιδίωμα, καθώς διάχυτος είναι ο δισταγμός να μιλάμε δημοσίως τη γλώσσα των παππούδων μας. Ευχαριστώ τα παιδιά του Συλλόγου που με επέλεξαν ως ομιλητή. Είναι η δεύτερη φορά που τιμώμαι μ΄ αυτόν τον τρόπο, η προηγούμενη είχε επισυμβεί επί δημαρχίας του παριστάμενου σήμερα εδώ ως ακροατή Γιώργου Τζέλλου.

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΟΜΙΛΙΕΣ | Ετικέτες: , , , | Σχολιάστε

Ο φανός της Αιανής: η καταγωγή, η ιστορία και οι ρομαντικές παρακρούσεις ενός βαλκανικού εθίμου

Φανός στην πλατεία του χωριού το Μάρτη του 2008. Διακρίνεται η τεράστια φανοδόκη, όπου καίγονται διάφορα είδη ξύλων

Φανός στην πλατεία του χωριού το Μάρτη του 2008. Διακρίνεται η τεράστια φανοδόκη, όπου καίγονται διάφορα είδη ξύλων

 

Kαλογέρ(οι) Zαμπουργιανοί
πως παέντι απού μνι;
Aς είν’ καλά η (Α)ιανή
μια δραχμή έχει του μνι!

(αποκριάτικο τετράστιχο της Κοζάνης)

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , | Σχολιάστε

H Ιστορία ως όχημα προσωπικής και κοινωνικής αλλαγής

Λεπτομέρεια από την ομιλία. Στο ένα χέρι η ευταξία της γενειάδας, στο άλλο το αλλαχτήρι της οπτικής παρουσίασης. Εικονοληψία: Μαρία Μπρέτσα.

Λεπτομέρεια από την ομιλία. Στο ένα χέρι η ευταξία της γενειάδας, στο άλλο το αλλαχτήρι της οπτικής παρουσίασης. Δεξιά οι προεδρεύοντες. Εικονοληψία της Μαρίας Μπρέτσα.

Ανακοίνωση στο 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Η Εκπαίδευση Ενηλίκων ως δίοδος για προσωπική και κοινωνική αλλαγή» 18η ως 19η Νοέμβρη 2016, οργανωμένο από την Ένωση Επιστημόνων Δυτικής Μακεδονίας στην αίθουσα διαλέξεων της πρώην Νομαρχίας Κοζάνης

 

Oρισμός. Τι είναι Ιστορία; Υπάρχουν, χιλιάδες μάλλον, ορισμοί. Ο γράφων θεωρεί πως είναι η λογική ερμηνεία και αφήγηση πράξεων. Αναλυτικότερα, οι συλλογισμοί που εξετάζουν τμήματα της ανθρώπινης δραστηριότητας, ακόμη και τα πιο απίθανα, τεκμηριώνοντάς τα. Η αφήγησή των αποτυπώνεται όχι μόνον κειμενικά, αλλά και εικαστικά, ακουστικά ή κινητικά. Στην ερώτηση αν η Ιστορία εξετάζει και ιδεολογίες, η απάντηση είναι πως οι τελευταίες είναι κάλυμμα υψηλοφρόνων ή υπαφρόνων πράξεων. Οπότε εξετάζονται.

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΛΑΪΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ | Ετικέτες: , , , | Σχολιάστε

Η απελευθέρωση της Κοζάνης 28 Οκτωβρίου 1944

Διμοιρίτης του Αρχηγείο Σινιάτσικου του ΕΛΑΣ. Γεννήθηκε στα Μούζενα του Πόντου το 1923. Πρόσφυγας έπειτα στα Λιβερά Κοζάνης. Έλαβε ηρωικά μέρος κατά την, αποτυχούσα, πρώτη απόπειρα των ανταρτών να καταλάβουν μόνοι τους την Κοζάνη τέλη Σεπτεμβρίου 1944. Φυλακίστηκε μεταπολεμικά. Τη στρατιωτική του θητεία, 1948- 1950, την εκπλήρωσε αρχικά στη Μακρόνησο κι έπειτα στην Καστοριά. Εικονίζεται με τη μητέρα του φορώντας στολή, ληφθείσα από Βούλγαρο αιχμάλωτο, που οι Νοτιοσέρβοι είχαν αποστείλει στη Φλώρινα. Κρατά γερμανικό αυτόματο στάγιερ.

Διμοιρίτης του Αρχηγείο Σινιάτσικου του ΕΛΑΣ. Γεννήθηκε στα Μούζενα του Πόντου το 1923. Πρόσφυγας έπειτα στα Λιβερά Κοζάνης. Έλαβε ηρωικά μέρος κατά την, αποτυχούσα, πρώτη απόπειρα των ανταρτών να καταλάβουν μόνοι τους την Κοζάνη τέλη Σεπτεμβρίου 1944. Φυλακίστηκε μεταπολεμικά. Τη στρατιωτική του θητεία, 1948- 1950, την εκπλήρωσε αρχικά στη Μακρόνησο κι έπειτα στην Καστοριά. Εικονίζεται με τη μητέρα του φορώντας στολή, ληφθείσα από Βούλγαρο αιχμάλωτο, που οι Νοτιοσέρβοι είχαν αποστείλει στη Φλώρινα. Κρατά γερμανικό αυτόματο στάγιερ.

Καμία επίθεση του ΕΛΑΣ και κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου του 1944 δεν αντιμετώπισαν οι Γερμανοί –με την εξαίρεση του Βατερού- ώστε να προσφέρουν την αρωγή τους στους αμυνόμενους οπλίτες του ΕΕΣ. Ετοιμαζόμενοι να εγκαταλείψουν την Ελλάδα κατέφθαναν στην Κοζάνη μέσω των στενών του Σαρανταπόρου και των Χασίων φάλαγγές των από τη νότια Ελλάδα, στις οποίες είχαν προσκολληθεί κι Έλληνες πολίτες που είχαν εκτεθεί ως ένοπλοι αντίπαλοι των ανταρτών, όπως οι αντίστοιχοι της οργάνωσης ΕΑΣΑΔ (Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομουνιστικής Δράσεως) της Θεσσαλίας. Οι τελευταίοι μην επιθυμώντας να ακολουθήσουν περαιτέρω τους Γερμανούς έμειναν για δύο μέρες στην πόλη της Κοζάνης κι έπειτα προχώρησαν στα Πετρανά.

Τους υποχωρούντες Γερμανούς ενοχλούσαν μέχρι τη νότια όχθη του Αλιάκμονα τμήματα του ΕΛΑΣ Θεσσαλίας επί το πλείστον, καθώς οι τοπικές μονάδες των ανταρτών της περιοχής μαζί με το Εφεδρικό είχαν εγκαταλείψει την Κοζάνη κι ακροβολιστεί κατά μήκος των συνόρων με τη Γιουγκοσλαβία για να μην επιτρέψουν την είσοδο ανταρτών του ΣΝΟΦ τους οποίους κατόπιν αψιμαχιών είχαν εκδιώξει από την Ελλάδα.

Πίσω από τους αντάρτες ακολουθούσαν μηχανοκίνητα βρετανικά τμήματα με το όνομα Force 133, που είχαν αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο και καταυλιστεί τελικά στη Σιάτιστα. Εκεί εξυφάνθηκε σχέδιο επίθεσης εναντίον της Κοζάνης, αφού πρώτα επιδιώχτηκε από την πλευρά των Βρετανών η παράδοση των οπλιτών του ΕΕΣ σε μία συνάντηση που είχε οριστεί μεταξύ τους έξω από την πόλη, στην ύπαιθρο μεταξύ Αργίλλου και Λευκόβρυσης. Κανείς όμως δεν προσήλθε από την πλευρά του ΕΕΣ είτε επειδή οι Γερμανοί είχαν τοποθετήσει παντού φυλάκια είτε εξ αιτίας του φόβου των οπλιτών προς τον ΕΛΑΣ.[1]

Όλοι οι οπλίτες του ΕΕΣ, τους οποίους προφανώς οι Γερμανοί δεν εμπιστεύονταν να παρευρίσκονται εκεί την ημέρα της αποχώρησής των, εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν: τα τμήματα του καπετάν Παντελή στο Δρέπανο, οι Εορδείς στα Πετρανά και οι υπόλοιποι στα χωριά του Τσιαρτσιαμπά και των Μπουτζακίων, ανάλογα με τις συγγένειες.

Έτσι η επίθεση εναντίον της Κοζάνης το χάραμα της 27η Οκτωβρίου 1944[2] ήταν μία καθαρά βρετανογερμανική υπόθεση, καθώς ούτε οπλίτες έλαβαν μέρος[3] ούτε αντάρτες του ΕΛΑΣ.[4] Από τους τελευταίους απουσίαζε τόσο ο κατάλληλος οπλισμός όσο και η εκπόνηση σχεδίου μάχης εναντίον ενός ικανότατου, οχυρωμένου, πανέτοιμου κι εν απογνώσει αντιπάλου.

Ελάχιστοι αντάρτες ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν τη ζωή τους όταν οι Γερμανοί αποχωρούσαν και να χάσουν όση προσδοκώμενη αίγλη και προνόμια. Ακόμη επιθυμούσε ο ΕΛΑΣ να διατηρήσει αξόδευτα τα πολεμοφόδιά του για να τα χρησιμοποιήσει άφθονα κατά του σημαντικότερου κατ΄ αυτόν αντιπάλου, των οπλιτών του ΕΕΣ που επί μήνες αποτελούσαν τον, σχεδόν αποκλειστικό, στόχο τους.

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , | Σχολιάστε

Τυπική Εκπαίδευση κι Άτυπη Μάθηση: συγκρίσεις κι ερωτήματα

Σύνεδροι και Προεδρείο στην αυλή. Από αριστερά όρθιες: Καλλιόπη Γρηγοριάδου, Δέσποινα Κουλέτσου. Καθιστοί:Νικόλαος Μανώλας, Θανάσης Καλλιανιώτης, Ανδρέας Αθανασιάδης

Σύνεδροι και Προεδρείο στην αυλή, έξω από την Αίθουσα Εκδηλώσεων του 4ου Γυμνασίου Κοζάνης. Από αριστερά όρθιες: Καλλιόπη Γρηγοριάδου, Δέσποινα Κουλέτσου. Καθιστοί:Νικόλαος Μανώλας, Θανάσης Καλλιανιώτης, Ανδρέας Αθανασιάδης

Ομιλητές και προεδρείο σε ώρα δράσης

Ομιλητές και προεδρείο σε ώρα δράσης

Λεπτομέρεια ακροατηρίου και ομιλητών

Λεπτομέρεια ακροατηρίου και ομιλητών

Παραπροχτές, Τρίτη 6η Σεπτεμβρίου 2016, στην αίθουσα εκδηλώσεων του 4ου Γυμνασίου Κοζάνης (Μακρυγιάννη 26) έλαβε χώραν εκπαιδευτική ημερίδα, οργανωμένη από τον γράφοντα με θέμα «Τυπική Εκπαίδευση κι Άτυπη Μάθηση: συγκρίσεις κι ερωτήματα».

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΟΜΙΛΙΕΣ | Ετικέτες: , , , | Σχολιάστε

Αναρρίχηση στον Αρίνταγα Κοζάνης

ar-30.jpg-bΜεσημβρινή απαθανάτιση στη βάση της διαδρομής «Η Φωλιά του Κούκου». Συνέβη χτες.

Μέρος της αναρριχητικής ενάρθρωσης Αιανής, Βελβεντού, Εράτυρας και Σιάτιστας στο πεδίο Arı Dağı (σιουρδιστί Αρίνταγας).

Ακολούθησε ένθερμη ανέρπυση με σχοινιά ή χωρίς.

Μετά, ως είθισται, επιτραπέζιες προσφιλοσοφίες στην τελευταία κωμόπολη. — με Evaggelia Momtsiou, George Nianiakas, Agni Sapnara,Argyrhs Ftakas, Alexandra Tsioukra, Nikolio Martou, Manuel Manuel, Dimitris Boudoulas καιManolis Karamanolas.

 

Δημοσιεύθηκε στη ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ | Ετικέτες: , , | Σχολιάστε

Αντίποινα στη Δυτική Μακεδονία 1941 -1944

Together, περιοδικό Δυτικής Μακεδονίας, τ. 15, Μάιος 2016

Together, Free Press Δυτικής Μακεδονίας, τ. 15, Μάιος 2016, Έντυπος Εκδοτική ΙΚΕ, Κοζάνη . Υπεύθυνη έκδοσης Κέλλυ Γρηγοριάδου

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Together, τ. 15, Μάιος 2016, σ. 24

Θερμαίνεται στις μέρες μας η επιστροφή στο πρόσφατο παρελθόν, στα πολεμικά αντίποινα, ιδιαίτερα των αρχών Κατοχής, τα οποία υπέστησαν οι κάτοικοι της χώρας μας την δεκαετία 1940 -1950. Βασανισμένα χωριά, μέχρι πρότινος κρυμμένα στην λήθη της Ιστορίας, όπως η Ερμακιά Κοζάνης, βγαίνουν στο προσκήνιο ζητώντας δικαίωση, ηθική και υλική, για όσα υπέστησαν από ενόπλους, που προς χάριν του πολέμου πατούσαν με ευκολία τη σκανδάλη των όπλων τους, έσπερναν με άνεση φωτιές στο δρόμο τους ή απαλλοτρίωναν ξένα αγαθά χωρίς διστακτική σκέψη.

Μάλλον οι περισσότεροι αγνοούν ότι εναντίον των Ελλήνων είχαν στραφεί, εκτός από τους Γερμανούς, και οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι. Ακόμη πως αρκετά ανθρώπινα θύματα και υλικές ζημίες άφησε πίσω του ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τον οποίο δεν θέλει κανείς να θυμάται, στην περίπτωση, βέβαια, που τον γνωρίζει στις πραγματικές του διαστάσεις.

 

Νεκροί και τραυματίες

Γύρω στους 5.000  άνδρες, γυναίκες και παιδιά, για την ακρίβεια 4.981, έχασαν τη ζωή τους την περίοδο 1941 -1944 στη Δυτική Μακεδονία από σφαίρα, μαχαίρια, ξυλοδαρμό ή πυρπολήσεις. Αν σ΄ αυτούς προσθέσουμε τους 956 στρατιώτες του ελληνοϊταλικού κι ελληνογερμανικού πολέμου 1940 -1941, στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται οι εξαφανισθέντες, ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται σε 5.937. Στην περίπτωση δε που μετρήσουμε, δυστυχώς ακόμα δεν έχει κατορθωθεί, όσους εκδήμησαν από ατυχήματα, συνήθως παιδιά, με εγκαταλειμμένα πολεμικά υλικά (χειροβομβίδες κττ), θα εγγίζαμε τους 8.000 θανόντες λόγω του πολέμου και των απότοκών του.

Προσμετρήθηκαν μόνον αυτοί που κατάγονταν ή ζούσαν στη Δυτική Μακεδονία κι όχι οι ξένοι από άλλες περιοχές. Οπότε όσοι έχυσαν το αίμα τους στην γη μας, δηλαδή και ξενοτοπίτες χωροφύλακες, υπάλληλοι, επισκέπτες ή παροδικοί πρόσφυγες, είναι περισσότεροι. Κατά μια προσέγγιση φθάνουν ίσως τους 10.000. Πρόκειται για ένα ποσοστό νεκρών γύρω στο 3,5%, αφού οι κάτοικοι της περιοχής τότε λογαριάζονταν περίπου στις 300.000.

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , , , , | Σχολιάστε

Τα πολυβολεία της Κοζάνης

Σημερινή όψη πολυβολείου Κοζάνης. Σχέδιο: Σταματία Λαγού

Σημερινή όψη πολυβολείου Κοζάνης. Σχέδιο: Σταματία Λαγού

Κατηγορούσαν και μέμφονταν ως πρότινος την Αλβανία για τα εκατοντάδες χιλιάδες πολυβολεία, τα οποία είχαν εγερθεί ή χωθεί στο έδαφός της. Την ίδια όμως πρακτική, σε μικρότερη έκταση αλλά όχι σε μαεστρία κι επιβλητικότητα, είχε ακολουθήσει και η Ελλάδα από το 1936 και μετά. Είχε μάλιστα πρωτοπορήσει.

Η αλλαγή της πολεμικής τακτικής, η κατασκευή νέων δρόμων και η αστικοποίηση συνετέλεσαν στην εγκατάλειψη των παλαιών οχυρωματικών έργων στο έλεος της φύσης. Χειρότερος όμως εχθρός η λιθολόγηση των αμυντικών κτισμάτων από ανθίστορες νεόπλουτους, που κοσμούν τις αυλές τους με έτοιμες καλά πελεκημένες πέτρες.

Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη ΑΡΘΡΑ | Ετικέτες: , , , , , , | Σχολιάστε