Άρθρα κατηγορίας ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ
Αρχαϊσμοί στο ιδίωμα Αιανής
ανακτένιση 21/4/2026 ακουτώ Ρήμα που συναντάται στο δεύτερο πρόσωπο του ενικού. Από το αρχαίο εγκοτώ που σημαίνει οργίζομαι, αγανακτώ. Στο λεξικό του Ησύχιου κότος λέγεται η οργή κι ο οργιζόμενος καλείται κοτίων. ΦΡΑΣΗ: ‘Ελα αν ακουτάς λέει ο ένας στον … Συνέχεια
Κατηγορίες: ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ
Ετικέτες: Marrubium peregrinum, morchella esculenta, pig, Αιανή, ακουτάς, αλογόμυγες, ανάβρα, Αναβρυκά, ανασκυρνώ, Άνοιξη, Αξαμώνου, απόπατους, αρίτσιους, αριτσιώνουμι, αρμόζμους, αρχαϊσμοί, βάζει (βάζω), βαυκάλιον, γαίμα, γαργαλιέμαιλιάμει, γαργαλώ, γκανταλιέμι, γκανταλνώ, Γκόλνα, γκούσια, Γκουτσιούνι, Γκρέους, γκριουσιάδι, γκρούντα, γομαροσάκουλο, Γουμαρουσάκκουλου, γουρνουκόμασου, γουρούνι, δειλός, Διάλεκτος Αιανής, διάφκι, Ελίμεια, ζάπουρας, ζγκρούντα σγκρούντα, ζγκρούντα τυρί, θιρμασιά, θρόμβος, Θρουμπί, κάδι, κάδις, κάθισμα, κάλα, καλαπόδι, Κάλιανη, κάλον, κανέστρα, καράπα, καυκαλιά, καυκάλιον, κικιρίκια, κιούπι, Κοζάνη, κολεός, κόντις, κουλιά, κουμάσι, κουρδουμπούλια, κουσέβου, κουσεύου, κουσιό, κρανίο, κρέχτου, λάκα, Λάκκα, λεξικό, λεξιλογία, λιόκια, λουμάκι, Μακεδονία, μαρκάτ(ι), μηροί, Μόκας, μοναχῇ, μόνο, μορχέλα, μούγκι, μουρτζιόκια, μουρτσιόκι, μουρτσούκλια, μπάλιου, μπάμπαλα, μπαντίκα, Μπις, μπίτζιους, μπουμπουτίζου, μπουντάκια, Μπούρινους, Μπούρνους, νε...νε, νένις, νταβάνια, ντουρλάπ΄, ξύλινο, ξύλο, οίστρος, όκαχτη, όκαχτου, όκαχτους, όρχεις, ουμίλα, ουντίζου, ουπχάτ, παγάλια, πάπια, πάπουρας, πέρπιρας, Πιρπόργια, πλειότιρα, πόριψι, πουρεύου, πρέκνα, ρουγκαλνώ, ρουγκάλτζμα, ρουμπούρι, σγκρούντα, σκούλους, σκούπα, σκουπίζω, σκρόφα, σουλτόχιουνου, στομόχι, στρουμπί, στσζγκρούντα, Συδρουμώ, συνδρομή, Τα κατνάκια, τα μπακαρέλια, ταβάνια, τζέρτζιλου, τζιρτζιλιά, τρεσάς, τρέστης, Τρτς, Τσάκωνες, τυφλοπόντικας, φουκάλι, φουκαλνώ, φουκάλτζμα, χαμόργκας, χνάρας, χνάρι, Χούχουλου
Γράψτε σχόλιο