Ήρθε η ώρα να βγάλω το μεράκι μου, μέρες που είναι! Ανεβάζω, λοιπόν, μια συναυλία απ΄ τα παλιά του Γιάννη Μαρκόπουλου, ο οποίος μελοποίησε τόσο μοναδικά τους “Ελεύθερους Πολιορκημένους”, σαν να έγραφε ποίηση πάνω στην ποίηση. Έτσι, για να τ΄ αφιερώσω σ΄αυτή τη “Μητέρα μεγαλόψυχη, στον πόνο και στη δόξα”, σ΄ όσους την αγαπούν ‘”με λογισμό και μ΄ όνειρο” , σ΄ όλους εσάς, για να΄χετε “πάντ΄ ανοιχτά, πάντ΄ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής” σας, στο Βασίλη, που κάποτε μάζεψε μια ομάδα άγουρων νέων να ψάλουν “το χάραμα επήρα του ήλιου το δρόμο”, στη Χρυσούλα, που μας έβαλε νότες στη φωνή και πάνω απ΄ όλα σε μένα, που τόλμησα να τραγουδήσω…
Βασίλη και Χρυσούλα, σας ευχαριστώ!
“Aηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίσει”.
Στοχασμός του ποιητή:
Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος, μέσα εις τον οποίο κινιέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζει εις την ατμοσφαίρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση, οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν,― και, για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. – Ιδές τον Προμηθέα και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. – Ας φανή καθαρά η μικρότης του τόπου και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες.
Μητἐρα μεγαλόψυχη (από το Γ’ Σχεδίασμα)
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη ‘ναι κρυμμένα!
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.
Το χάραμα (από το Α’ Σχεδίασμα)
Το χάραμα επήρα
του ήλιου το δρόμο
κρεμώντας τη λύρα
τη δίκαιη στον ώμο
κι απ’ όπου χαράζει
κι ως όπου βυθά
Παράμερα στέκει
ο άντρας και κλάιει
αργά το ντουφέκι
σηκώνει και λέει
σε τούτο το χέρι
τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει
πως μου `σαι βαρύ
Της μάνας ω! λαύρα
τα τέκνα τριγύρου
φθαρμένα και φαύλα
σαν ίσκιος ονείρου
λαλεί το πουλάκι
στου πόνου τη γη
και βρίσκει σπυράκι
κι η μάνα φθονεί
Άκρα του τάφου σιωπή (από το Β’ Σχεδίασμα)
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
“Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω `γώ στο χέρι;
Οπού συ μου `γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει”.
Στοχασμός του ποιητή: “H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν”.
…Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. (από το Β’ Σχεδίασμα)
Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος (από το Γ’ Σχεδίασμα)
Από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα
Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας,
δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους
δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος κι εμπόδισμα δεν είναι
στις κορασιές να τραγουδούν και στα παιδιά να παίζουν.
Αλλ’ ήλιος, αλλ’ αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε
κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης
κι ο ουρανός καμάρωνε κι η γη χειροκροτούσε.
Η θέλησή μου βράχος (από το Β’ Σχεδίασμα)
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας.
Κι έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.
Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
η Ανατολή τ’ αρχίναγε κι ετέλειωνέ το η Δύση.
Έστρωσ’ , εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους
κι εδέχθηκε στα βάθη της τον ουρανό κι εκείνους.
Κι όπου η βουλή τους συφορά κι όπου το πόδι χάρος.
Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.
Πειρασμός (από το Γ’ Σχεδίασμα)
Έστησ’ ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα
και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κηλαηδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ ’γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητο `ναι κι άσπρο,
ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς και κάτασπρ’ ως τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
πούχ’ ευωδίσει τς’ ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι `δες.
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο, π’ ασπρίζει μες τη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.
Οι γυναίκες (από το Β’ Σχεδίασμα)
Οι γυναίκες απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά,
μία απ’ αυτές, η μικρότερη, επήγε να τα κλείσει,
και μία άλλη της είπε:
«Όχι, παιδί μου, άφησε να μπει η μυρουδιά από τα φαγητά, είναι χρεία να συνηθίσουμε.
Mεγάλο πράμα η υπομονή!
Eμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρουδιές.
Aπ’ όσα δίν’ η θάλασσα, απ’ όσ’ η γη, ο αέρας.»
Kαι λέγοντας έτσι εματάνοιξε το παράθυρο και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων
εχυνότουν μέσα κι’ εγιόμισε το δωμάτιο.
Kαι η πρώτη είπε: «Kαι το αεράκι μάς πολεμάει;»
Mία άλλη εκάθουνταν σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της
κι άφ’σε το χέρι του παιδιού κι’ εσώπασε λιγάκι
και ξάφνου της εφάνηκε στο στόμα το βαμπάκι.
Kαι άλλη είπε χαμογελώντας, να ειπούν όλες τα ονείρατά τους
κι όλες εφώναξαν μαζί κι είπαν πως είδαν ένα
κι ότι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους.
Kαι μία είπε:
«Mου εφαίνοτουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι,
ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα κι’ ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς,
εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου
κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή
και μες στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας».
Kαι μία δεύτερη είπε:
«Eγώ ’δα δάφνες κι εγώ φως
κι’ εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της».
Kαι αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού `χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε:
«Iδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ’ άλλα έργα».
Kαι όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι’ ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της που `χε ξεψυχήσει.
Iδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά αυτές είναι μεγαλόψυχες
κι ας λένε ότι μαθαίνουν από μας δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν
να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία.
Eμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ’ αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα.
Όπου ‘ν’ ερμιά και σκοτεινιά (από το Γ’ Σχεδίασμα)
Φως που πατεί χαρούμενο τον ʼδη και το χάρο
όπου ‘ν’ ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι,
στο δρόμο επαίζαν τα παιδιά και τραγουδούσε η κόρη
στον όμορφο κι ατάραχο ελευθεριάς αέρα
με φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι ωραία
και με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
Βαρώντας γύρου ολόγυρα – σάλπιγγα (από το Β΄Σχεδίασμα)
(Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.)
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.
Μια φούχτα χώμα – επάψαν τα φιλιά στη γη (από το Γ’ Σχεδίασμα)
( Mένουν οι Mάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για νάβγουνε στο γιουρούσι, και η φοβερή αυγή… )
Eπάψαν τα φιλιά στη γη . ..
Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!
Eπάψαν τα φιλιά στη γη . . .
Στα στήθια και στο πρόσωπο, στα χέρια και στα πόδια.
Eπάψαν τα φιλιά στη γη . .
Mνήσθητι, Kύριε ― είναι κοντά· Mνήσθητι, Kύριε ― εφάνη!
Mια φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο.
Iδού, σεισμός και βροντισμός, κι’ εβάστουναν ακόμα,
Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα,
Kι’ εσχίσθη αμέσως, κι’ έβαλε στης Mάνας τα ποδάρια
Tης πείνας και του . . . . . τα λίγα απομεινάρια·
T’ απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,
Tα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.
Αραπιάς άτι (από το Γ’ Σχεδίασμα)
Ποιητής:
Μια μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια.
Αχ, τ’ άλογο της αραπιάς καλά χαλινωμένο και με του Τούρκου τ’άρματα νους Ιταλού και Γάλλου πέλαγο μέγα πολεμά το δόλιο καλυβάκι.
Έργα και λόγια, στοχασμοί, στέκομαι και κοιτάζω,
λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι
κι άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καλούν χρυσό μελίσσι.
Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με τον Χάρο.
Μες τα χαράματα συχνά και μες τα μεσημέρια
και σαν θολώσουν τα νερά και τ’ άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
“Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ’ Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι.
Κι αλιά! Σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν,
αθάνατη ΄ σαι που ποτέ βροντή δεν ησυχάζεις;”
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα `π’ ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.
Το μίσος όμως έβγαλε και `κείνο τη φωνή του:
“Ψαρού, τ’ αγκίστρι π’ άφησες αλλού να ρίξεις άμε”.
Μες τα χαράματα συχνά και μες τα μεσημέρια
κι όταν θολώσουν τα νερά κι όταν πληθύνουν τ’ άστρα,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές τα πέλαγα κι οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π’ απίθωσε στ’ αγκίστρι τη ζωή του,
Έξοδος – Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά (από το Γ’ Σχεδίασμα)
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π’ άναψαν και θλιβερά τη θρέψαν
μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ.
Και ΄γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα στάχτη να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.
Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.
Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν.
