Το μυστήριο της Παναγίας
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2015
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο θάνατος του Εγώ – η γέννηση του νέου ανθρώπου.
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2015
‘Πρέπει να πεθάνει ο παλιός, για να γεννηθεί ο νέος.”
Έργο δύσκολο! Θέλω το δικό μου! Θέλω Εγω να κάνω οτι θέλω!
Φωνάζει ο παλιός μας εαυτός!
Δεν θέλει περιορισμούς και ελέγχους, χρόνια αλυσοδεμένος με τα πάθη του!
Τα έκαμε δεύτερη φύση του, δεσμεύτηκε, υποδουλώθηκε, έμαθε στήν εωσφορική υπερηφάνια του έγκλειστος να ζει!
Σαν θελήσει ο πνευματικός άνθρωπος να ελευθερωθεί απο την αμαρτία, τότε έρχεται αντιμέτωπος με τον παλιό του εαυτό. Σύγκρουση σφοδρή, πόλεμος που λυσομανά, μα δεν πρέπει να διστάσει…
*Θάρσει! Οπλίσου με πίστη και θάρος Χριστού.
Θάρσει και χτύπα! Μετά απο κάθε θάνατο έρχεται μια Ανάσταση…
«Θάρσει τέκνον αφεώνταί σοι αι αμαρτίαι σου». (Ματθ. 9,2)
Ένας ”παράλυτος” ο σύγχρονος εαυτός μας, δέσμιος στην κλήνη των παθών του.
Ο Κύριος, ως καρδιογνώστης που είναι, βλέπει την αιτία της ασθενείας μας που είναι η αμαρτία. Και θέλει πρώτα – πρώτα να θεραπεύσει την ψυχή μας. Η δε απαλλαγή από την ενοχή της αμαρτίας είναι η σωτηρία, και ο οδηγός στην αιώνια ζωη.
Η ρίζα, η βαθύτερη αιτία, από την οποία φυτρώνουν όλα τα άλλα, είναι μία.
Η αμαρτία και προπάντων η αμετανοησία.
«Δε σε κατηγορώ γιατί αμαρτάνεις. Σε κατηγορώ γιατί δε μετανοείς και δεν εξομολογείσαι». – Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης
Θάνατος του παλαιού εαυτού. Είναι η μετάνοια λοιπόν το μόνο αντίδοτο για το δηλητήριο της αμαρτίας. Είναι η μόνη που θα φέρει την ευσπλαχνία του Θεού.
Για τη λύτρωση των ψυχών από τη θλιψή, και τις συνέπειες της αμαρτίας ήλθε στον κόσμο ο Υιός του Θεού.
*”Θάρσει. Λέγων τ’ αληθές ου σφαλεί ποτέ”. (Έχε θάρρος. Όταν λες την αλήθεια, δε θα κάνεις ποτέ λάθος) – Σοφοκλής.
Συγγραφή κειμένου, Δημήτρης Ρόδης για Πνεύματος κοινωνία
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Οι δωρεές της Παναγίας. (Από την Μικρή Παράκληση)
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2015
῾᾽Απολαύοντες, πάναγνε, τῶν σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον, οἱ γινώσκοντές σε Θεομήτορα᾽
(᾽Απολαμβάνουμε, πάναγνη Παναγία, αὐτά πού μᾶς δίνεις ὡς δωρεές, γι᾽ αὐτό καί σοῦ ἀναπέμπουμε εὐχαριστήριο ὕμνο, ἐμεῖς πού σέ γνωρίζουμε ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ).
Ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τοῦ μικροῦ παρακλητικοῦ κανόνα, εἴτε εἶναι κατά τήν παράδοση τῆς ᾽Εκκλησίας μας ὁ μοναχός Θεοστήρικτος εἴτε ὁ ἅγιος Θεοφάνης, δίνει τό στίγμα τῆς ταυτότητας τοῦ ἀνθρώπου πού στέκεται παρακλητικά ἔναντι τῆς Θεοτόκου: πρόκειται γιά τόν ὀρθόδοξο πιστό, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τῆς ἁγίας ᾽Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, συνεπῶς ἀποδέχεται τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων της καί εὑρίσκεται ἔτσι σέ εὐθεῖα σχέση πρός τούς Πατέρες αὐτῆς καί τούς ἁγίους ᾽Αποστόλους. Καί τό λέμε αὐτό, γιατί κανείς χωρίς νά εἶναι μέλος τῆς ᾽Εκκλησίας δέν μπορεῖ νά ἀναγνωρίσει στό πρόσωπο τῆς Παναγίας τήν Μητέρα τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, τήν Θεομήτορα καί Θεοτόκο Μαρία, σύμφωνα μέ τόν ὅρο τῆς Γ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. ᾽Απαιτεῖται μέ ἄλλα λόγια ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἱκανώνει τόν πιστό νά δεῖ στό πάντιμο πρόσωπό της ὄχι μία ἁπλή γυναίκα, ὅπως λένε διάφοροι αἱρετικοί, ἀλλά τήν ἴδια τήν Μάνα τοῦ Θεοῦ ὡς ἀνθρώπου. Κι εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς Παναγίας ὡς Θεομήτορος ὁμολογία στήν πραγματικότητα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου.
Καί τί λέει ὁ ὑμνογράφος μετά τήν ὁμολογία αὐτή; Σοῦ τραγουδᾶμε, Παναγία, ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί εὐχαριστήριο ὕμνο: ῾εὐχαριστήριον ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον᾽. Παράκληση φτιάχνει ὁ ποιητής καί τοῦ βγαίνει εὐχαριστία. Δέν κάνει λάθος. Εἶναι γνήσιος πιστός καί ξέρει ὅτι τότε μία παράκληση εἶναι γνήσια καί ἀληθινή, ὅταν σ᾽ αὐτήν συνυπάρχει καί τό στοιχεῖο τῆς εὐχαριστίας. Διότι πιστεύει ὅτι ἀπευθύνεται σέ ᾽Εκείνην πού ἔχει τήν δύναμη νά μεσιτεύσει στόν Κύριο καί νά τοῦ δώσει Αὐτός τό αἴτημα τῆς καρδιᾶς του πρός χάρη Της. ῾Πολύ ἰσχύει δέησις Μητρός πρός εὐμένειαν Δεσπότου᾽. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι στόν συγκεκριμένο ὕμνο, ὅπως καί σέ πολλούς ἀντίστοιχους ἄλλους βεβαίως καί τῶν δύο Παρακλήσεων, ἔχουμε τήν καθολική θεώρηση τοῦ κάθε παρακλητικοῦ κανόνα πρός τήν Παναγία: δέν εἶναι μόνο παράκληση, ἀλλά καί εὐχαριστία πρός Αὐτήν. Αὐτή εἶναι ἡ διπλή διάσταση κάθε ἱκετευτικῆς ἀναφορᾶς πρός τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου: Τήν παρακαλοῦμε καί Τήν εὐχαριστοῦμε. Γι᾽ αὐτό καί εἴμαστε βέβαιοι γιά τήν προσφορά καί τήν δωρεά τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντί μας: βρισκόμαστε στήν θέση τοῦ λεπροῦ πού μετά τήν θεραπεία του ἀπό τόν Κύριο ἐπαινέθηκε ἀπό Αὐτόν γιά τήν στάση τῆς εὐχαριστίας του καί σώθηκε. ῾Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δέ ἐννέα ποῦ;᾽
Κι ὁ ὑμνογράφος κινεῖται πάνω σ᾽ αὐτό ἐμπειρικά: ἡ ἴδια ἡ ζωή του, ὅπως καί τῶν ἄλλων πιστῶν, ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῶν δωρεῶν τῆς Παναγίας γιά ὅ,τι ζήτησε εἴτε σέ σωματικό πειρασμό εἴτε σέ ψυχικό. Σέ εὐχαριστοῦμε, Παναγία, γιατί ἀπολαμβάνουμε τίς δωρεές σου. ῾᾽Απολαύοντες, πάναγνε, τῶν σῶν δωρημάτων᾽. ῾Ο ὑμνογράφος ἔρχεται νά βεβαιώσει αὐτό πού ζεῖ πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας: ἡ Παναγία εἶναι ζωντανή, μᾶς ἀκούει, μᾶς πονᾶ, ἐπεμβαίνει στήν ζωή μας, μᾶς καθοδηγεῖ. ῞Ο,τι ἡ ἴδια εἶπε κατά τήν Κοίμησή της γίνεται ἁπτή πραγματικότητα στήν ζωή τοῦ κάθε πιστοῦ: δέν μᾶς ἔχει ἐγκαταλείψει καί εἶναι συνεχῶς μαζί μας. ῾᾽Εν τῇ Κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. ῾Υπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς.
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ταπεινή Βασίλισσα (Φώτη Κόντογλου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 3 Αυγούστου, 2015
Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ” η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση. Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι” ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της.
Μέσα στο καθένα από αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών». Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ” η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατάνυξη, σεβασμό κι αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα. Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά.
lllazaros.blogspot.gr
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η αγωγή των παιδιών (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2015
-
Ας προετοιμάζουμε τα παιδιά μας, ώστε να μπορούν να αντέχουν σ’ όλες τις δοκιμασίες του βίου και να μην εκπλήσσονται για τα δυσάρεστα που έρχονται. Ας τα ανατρέφουμε με την παιδαγωγία και νουθεσία Κυρίου, και θα μας περιμένει πολύς μισθός. Γιατί, αν οι άνθρωποι που κατασκευάζουν αγάλματα βασιλέων και ζωγραφίζουν εικόνες, απολαμβάνουν τόσο μεγάλη τιμή, εμείς που στολίζουμε τη βασιλική εικόνα (γιατί ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού), δεν θα απολαύσουμε άπειρα αγαθά, αφού αποκαθιστούμε στο πρόσωπο του παιδιού το «καθ’ ομοίωσιν» του Θεού; Γιατί αυτό είναι το όμοιο με το Θεό, η αρετή της ψυχής, που αποκτάται, όταν εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας να είναι αγαθά, να μην οργίζονται, να είναι ανεξίκακα. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά του Θεού, που αποκτούν και τα παιδιά, όταν τα εκπαιδεύσουμε να ευεργετούν, να είναι φιλάνθρωπα, να περιφρονούν τα εγκόσμια. Αυτό λοιπόν ας είναι το έργο μας, το να διαπλάσσουμε και να ρυθμίζουμε και τον εαυτό μας και εκείνα προς το πρέπον. -
Άκουσε τον Απ. Παύλο που λέει: «Να ανατρέφετε τα παιδιά σας με παιδαγωγία και νουθεσία σύμφωνη με το θέλημα του Κυρίου». Μην προσπαθείς να τον κάνεις ρήτορα, αλλά παιδαγώγησέ τον να φιλοσοφεί. Γιατί, αν δεν γίνει ρήτορας, δεν θα προέλθει καμιά βλάβη· ενώ αν απουσιάζει το δεύτερο, κανένα κέρδος δεν θα προκύψει από την ρητορική δεινότητα. Χρειάζονται τρόποι καλοί και όχι λόγια, ήθος και όχι ρητορική δεινότητα, έργα και όχι λόγια… Μην ακονίζεις τη γλώσσα του, αλλά καθάρισε την ψυχή του. Δεν τα λέω αυτά για να σε εμποδίσω να μορφώσεις το παιδί σου, αλλά για να σε εμποδίσω να προσέχεις μόνον τα κοσμικά χαρίσματα. Μη νομίσεις ότι μόνον ο μοναχός έχει ανάγκη από τα διδάγματα αυτά της Αγ. Γραφής. Γιατί περισσότερο από τους μοναχούς τα χρειάζονται τα παιδιά που θα ασχοληθούν με την (κοσμική) βιοπάλη. Όπως δηλαδή ακριβώς εκείνος που μένει διαρκώς μέσα στο λιμάνι, δεν έχει ανάγκη από κατασκευή πλοίου, από καπετάνιο και από πλήρωμα ναυτών, αλλά εκείνος που ταξιδεύει πάντοτε (μέσα) στη θάλασσα, έτσι αντίστοιχα συμβαίνει τόσο με τον κοσμικό όσο και με το μοναχό. Γιατί ο μεν μοναχός, σαν να βρίσκεται σε λιμάνι χωρίς κύματα, ζει ζωή ήσυχη, και απαλλαγμένη από κάθε καταιγίδα· ενώ ο κοσμικός είναι διαρκώς θαλασσινός (ταξιδιώτης) και ταξιδεύει στη μέση στο πέλαγος αντιμετωπίζοντας πολλές τρικυμίες. Κι’ αν ακόμη αυτός δεν έχει ανάγκη, πρέπει όμως να είναι προετοιμασμένος, ώστε να κλείνει τα στόματα των άλλων. Ώστε, όσο περισσότερο ευδοκιμήσει σ’ αυτή τη ζωή, τόσο περισσότερο του χρειάζεται η μόρφωση της Αγ. Γραφής…
Σκέψου λοιπόν, όσο είναι δυνατόν, το γιό σου να μπαίνει εκεί, σαν άριστος γιατρός, μαζί με τα εργαλεία που μπορούν να θεραπεύουν τη φλεγμονή του καθενός, να πλησιάζει τον καθένα και να συζητεί και να θεραπεύει το άρρωστο σώμα, χρησιμοποιώντας τα φάρμακα της Αγ. Γραφής και μεταδίδοντας τα πνευματικά διδάγματα…
Δεν είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να διαφύγει την προσοχή των άλλων.
Γιατί ανάμεσα στους πολλούς υγιείς, ένας υγιής θα μείνει απαρατήρητος. Όταν όμως ανάμεσα σε πολλούς ασθενείς υπάρχει και ένας υγιής, γρήγορα η φήμη του θα φθάσει στ’ αυτιά του βασιλιά και θα τον κάνει γνωστό σε πολλά έθνη. Έχοντας λοιπόν αυτά υπόψη σας, να ανατρέφετε τα παιδιά σας με παιδαγωγία και νουθεσία σύμφωνη με το θέλημα του Κυρίου.
-
Κάνε το σπίτι σου Εκκλησία· γιατί είσαι υπεύθυνος και για των παιδιών σου και για των δούλων σου τη σωτηρία. Και όπως ακριβώς εμείς για σας θα δώσουμε λόγο, έτσι και καθένας από σας είναι υπεύθυνος και για το δούλο του και για τη γυναίκα του και για το παιδί του.
-
Γι’ αυτό είναι καλύτερα να εφοδιάζουμε το παιδί με ηθικά και πνευματικά όπλα από την πρώτη παιδική ηλικία, που είναι ακόμη κύριος του εαυτού του και ελεύθερο από δεσμεύσεις και πάθη… Γιατί εκείνος που αποφασίζει να ακολουθήσει τη ζωή της πνευματικής ασκήσεως στο τέλος της ζωής του, ξοδεύει όλο τον καιρό του, προσπαθώντας να ξεπλύνει τα αμαρτήματα του παρελθόντος, και σ’ αυτό εξαντλείται όλη του η φροντίδα. Αλλ’ ούτε τότε προλαβαίνει να διορθωθεί και φεύγει από τον κόσμο έχοντας υπολείμματα των πνευματικών του πληγών. Εκείνος όμως που άρχισε τον αγώνα από την παιδική του ηλικία, δεν ξοδεύει τον καιρό του σ’ αυτό, ούτε ασχολείται με τη θεραπεία τραυμάτων, αλλά παίρνει από νωρίς τα βραβεία… και μένει παντοτινά σταθερός και αμετακίνητος στις αρχές του.
-
Ας μη μου πει κανείς, ότι τα παιδιά δεν πρέπει να ασχολούνται με την ακρόαση του θείου λόγου· γιατί θα έπρεπε όχι μόνον να ασχολούνται, αλλά αυτά τα θεία λόγια να είναι η μοναδική τους απασχόληση. Δεν το υποστηρίζω όμως αυτό λόγω της αδυναμίας σας, ούτε τα απομακρύνω από τη μελέτη των μη χριστιανών φιλοσόφων, όπως ακριβώς δεν απομακρύνω και σας από τις κοσμικές υποθέσεις. Αλλά αξιώνω μια από τις εφτά ημέρες της εβδομάδας να την αφιερώνουν στον κοινό όλων μας Κύριο… Γιατί αυτή προ παντός η ηλικία έχει ανάγκη από τέτοιες ακροάσεις. Επειδή δηλαδή είναι τρυφερή, βρίσκουν αμέσως απήχηση τα θεία λόγια, γιατί η ακρόαση τυπώνεται στο νου τους, όπως ακριβώς μια σφραγίδα στο μαλακό κερί. Άλλωστε και η ζωή τους τότε αρχίζει να αποκλίνει προς την κακία ή προς την αρετή. Αν λοιπόν από την αρχή και από τα πρώτα τους βήματα τα απομακρύνουμε από την πονηριά και τα χειραγωγήσουμε προς την άριστη οδό, η ευσέβεια θα τους γίνει ένα είδος συνήθειας και φύσεως. Έτσι δεν θα μεταστρέφονται εύκολα με τη θέλησή τους προς το κακό, γιατί η συνήθεια αυτή θα τα βοηθεί να πράττουν τα καλά έργα. Έτσι θα γίνουν για μας σεβαστότερα από τους γέροντες και χρησιμότερα στις δημόσιες υποθέσεις, αφού θα παρουσιάζουν στη νεότητά τους τις αρετές των γεροντότερων.
(1.ΕΠΕ 21, 264-266, 2. ΕΠΕ 21, 256-258, 3. ΕΠΕ 8, 106-108, 4. ΕΠΕ 28, 560-562, 5. ΕΠΕ 12, 470-472)
http://www.diakonima.gr/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2015
Του μακαριστού Γέροντος Γεωργίου Καψάνη
Ο πόνος, σωματικός, ψυχικός, πνευματικός που εισήλθε στην ζωή του ανθρώπου κατά παραχώρησιν Θεού εκτός από την οδύνη που προκαλεί έχει και θετικά αποτελέσματα στην ζωή και την πορεία του ανθρώπου.
Είναι εύκολο κάποιος να φιλοσοφεί η να θεολογεί για τον πόνο. Αλλά είναι δύσκολο να αντιμετωπίζει σωστά τον πόνο, όταν ο ίδιος περνά ένα δυνατό πόνο στην ζωή του. Θεωρώ πολύ τολμηρό να μιλά κανείς για τον πόνο, όταν ο ίδιος δεν πονά. Σκέπτομαι όλους τους αδελφούς μας απανταχού της γης, που πονούν σωματικά η ψυχολογικά η πνευματικά.
Σωματικά πο-νουν οι άνθρωποι από αρρώστιες, κακουχίες, πείνα. Ψυχολογικά πονούν από κατατρεγμούς, συκοφαντίες, έλλειψη αγάπης και μη ανταπόκριση στην προσφερομένη σε άλλα προσφιλή πρόσωπα αγάπη, ανεκπλήρωτες επιθυμίες, ασθένειες και θανάτους προσφιλών ανθρώπων και άλλα αίτια. Πνευματικά πονούν όσοι αγαπούν τον Θεό και τον άνθρωπο και όμως βλέπουν ότι με τις αμαρτίες τους λυπούν τον Θεό και προσβάλλουν την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο.
Πως εισήλθε ο πόνος στην ζωή μας;
Δεν εισήλθε ασφαλώς κατ εὐδοκίαν Θεού. Μπήκε κατά παραχώρησιν Θεού, όταν ο άνθρωπος με την εγωϊστική παρακοή του έχασε την Πηγή της Ζωής, τον Πλάστη του. Από την άπονο κατάσταση της Θείας Βασιλείας, βρέθηκε σε μία άλλη κατάσταση, στην οποία αφού δεν βασίλευε η αληθινή Ζωή, κυριαρχούσε μία ζωή φθαρμένη, συνυφασμένη με τον θάνατο, τα πάθη και την αμαρτία.
Ευεργετικά αποτελέσματα του πόνου
Σ αυτή την νέα κατάσταση, ο θάνατος και ο πόνος φαίνονταν να έχουν ένα θετικό νόημα, όπως άλλωστε και οι άλλοι δερμάτινοι χιτώνες, με τους οποίους ο Θεός ενέδυσε τους πρωτοπλάστους, όταν εκείνοι έφευγαν από τον Παράδεισο, για να τους παρηγορήσει στην εξορία τους. Ο θάνατος θέτει τέρμα στο κακό, που αλλοιώς θα ήταν αθάνατο επί της γης.
Ο σωματικός πόνος ειδοποιεί για την ασθένεια, ώστε να υπάρξει η κατάλληλη θεραπεία. Οι ιατροί γνωρίζουν πόσο ευεργετικός είναι ο πόνος. Επίσης, όλων των ειδών οι πόνοι μας βοηθούν να λάβουμε αίσθηση της φθαρτότητάς μας και έτσι να γνωρίσουμε τα πεπερασμένα μας όρια γλυτώνοντας από κάθε μορφή αυτοθεοποιήσεως.
Ο πόνος μας βοηθά να αναθεωρήσουμε την πορεία της ζωής μας και να την επαναπροσανατολίσουμε στο σωστό κέντρο της, που είναι ο Τριαδικός Θεός.
Ο πόνος μας βοηθά να λαμπικάρουμε την αγάπη μας προς τον Θεό, ώστε να αγαπούμε τον Θεό όχι γιατί μας δίνει τα δώρα Του (όπως η υγεία, η οικογενειακή ευτυχία κ.λπ.), αλλά γι Αὐτόν τον Ίδιο.
Έτσι ο πολύαθλος Ιώβ, με τον τρόπο που αντιμετώπισε τις ασθένειες και τις άλλες αβάστακτες δοκιμασίες, απέδειξε ότι αγαπά τον Θεό για τον Θεό και όχι τον Θεό για τα δώρα Του. Αγαπούσε τον Θεό τόσο δυνατά, -όταν βρισκόταν ριγμένος πάνω στις κοπριές, γεμάτος πληγές και με σκοτωμένα τα δέκα παιδιά του- τόσο δυνατά, όσο και όταν ευτυχούσε.
Ο πόνος μας βοηθά ακόμη να τοποθετηθούμε σωστά απέναντι στους συνανθρώπους μας, τους οποίους πολλές φορές, όταν δεν πονάμε, τους καταφρονούμε, τους αδικούμε, τους κάνουμε να πονούν με την εγωιστική μας στάση. Όταν η ηδονή με την οποία απομυζούμε τους συνανθρώπους μας γίνεται οδύνη, καταλαβαίνουμε ότι οι παράνομες ηδονές μας καταστρέφουν.
Πολλές φορές άνθρωποι που πόνεσαν δυνατά βρήκαν δια του πόνου το αληθινό τους πρόσωπο ξεπερνώντας τα προσωπεία, και γι αὐτό ευχαρίστησαν τον Θεό για το δώρο του πόνου, έστω και αν αυτό ήταν μία ανίατος και οδυνηρά ασθένεια.
Άλλοτε πάλι ο πόνος βοηθά και τους ωρίμους πνευματικά ανθρώπους να φθάσουν σε υψηλότερες μορφές πνευματικής τελειώσεως, να στηρίξουν και να παρηγορήσουν πολλές ψυχές.
Ως παράδειγμα αναφέρω τον μακαριστό γέροντα Παΐσιο, που δέχθηκε την λεγομένη “επάρατη” νόσο με χαρά, κάνοντας τον λογισμό ότι οι κοσμικοί που πάσχουν παρηγορούνται, όταν μαθαίνουν ότι πάσχουν και οι μοναχοί. Έτσι η επάρατη νόσος έγινε για τον π. Παΐσιο ευλογημένη νόσος.
Θεολογική κατανόηση του πόνου
Στα χείλη του ανθρώπου που πονά ανεβαίνει κάποτε ένα πολύ βαθύ “γιατί, γιατί Θεέ μου;” Στο “γιατί” αυτό νομίζω ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη απάντηση. Υπάρχει μία μόνο απάντηση: Η συμμετοχή του Θεού στον δικό μας πόνο. Ο Σταυρός του Χριστού. Πιστεύουμε σε Θεό εσταυρωμένο, που σημαίνει Θεό ταπεινωμένο, εξευτελισμένο, βασανισμένο. Στο τέμενος του Ομάρ της Ιερουσαλήμ υπάρχει η εξής επιγραφή: “Ας μην πει κανείς την βλασφημία ότι ο Θεός έχει υιόν”. Λίγο πιο εκεί είναι ο λόφος του Γολγοθά, όπου ο Υιός του Θεού πόνεσε για όλους μας. Δεν ντρεπόμαστε που πιστεύουμε σε Θεό ενανθρωπήσαντα, σταυρωθέντα και αναστάντα. Σε Θεό που από άπειρη αγάπη συμμερίσθηκε την δική μας ασθένεια, προσέλαβε την δική μας θνητή και παθητή σάρκα, για να την αθανατίσει. Ένα Θεό απρόσιτο, κλειστό στον εαυτό του, ακοινώνητο, δεν θα τον πιστεύαμε, δεν θα τον νοιώθαμε, δεν θα τον δεχόμαστε. Κάποτε μία μαθήτρια Λυκείου μου είπε: “Θαυμάζω τον Σωκράτη για τον θάνατό του, που τον δέχθηκε με φιλοσοφική απάθεια, αλλά αγαπώ τον Χριστό για τον ανθρώπινο θάνατό Του”. Ας μην ξεχνάμε και το “Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;”.
Την θεϊκή ευαισθησία σε κάθε πόνο όλων των πλασμάτων αποκτούν και οι του Θεού άνθρωποι, που πονούν για ο,τι κακό και λυπηρό πάσχουν τα πλάσματα του Θεού. Λέγει ο αββάς Ισαάκ: “Καρδία ελεήμων είναι καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, ήγουν υπέρ των ανθρώπων, και των ορνέων, και των ζώων, και των δαιμόνων, και υπέρ παντός κτίσματος, εκ της ενθυμήσεως και της θεωρίας των οποίων ρέουσιν οι οφθαλμοί δάκρυα, και εκ της πολλής συμπαθείας και ελεημοσύνης σμικρύνεται η καρδία του ελεήμονος, και δεν δύναται να υποφέρη η να ίδη, η να ακούση βλάβην τινά, η λυπηρόν τι γινόμενον εις την κτίσιν και δια τούτο και υπέρ των αλόγων ζώων, και υπέρ των εχθρών της αληθείας, και υπέρ των βλαπτόντων αυτόν εύχεται κατά πάσαν ώραν μετά δακρύων, όπως φυλάξη αυτούς ο Θεός και ελεήση αυτούς• επίσης εύχεται και υπέρ των ερπετών ως εκ της πολλής αυτού ελεημοσύνης, ήτις κινείται εις την καρδίαν αυτού αμέτρως” (Λόγος πα ). Και ακόμη ο πόνος των Αγίων για τα πλάσματα του Θεού δεν είναι μία βουδιστικού τύπου αδρανής συμπάθεια, αλλά ενεργητική συμμετοχή στον πόνο του αδελφού. Ο αββάς Αγάθων π.χ. ζητούσε να βρει ένα λεπρό να του δώσει το δικό του υγιές σώμα και να λάβει το άρρωστο σώμα εκείνου.
Τελικά, ο πόνος παραμένει πάντα ένα μυστήριο, συνυφασμένο με το απροσμέτρητο βάθος της ελευθερίας του ανθρώπου. Τώρα σχετικά μόνον “και εκ μέρους” μας αποκαλύπτεται το μυστήριο αυτό. Όταν διανοιχθούν οι οφθαλμοί μας, τότε καθαρώτερα “οψόμεθα”.
Ας σταθούμε με σεβασμό, προσοχή και αδελφική αγάπη και κατανόηση στο πλευρό κάθε πονεμένου αδελφού μας και ας παρακαλέσουμε τον Εσταυρωμένο μας Κύριο να μας δώσει Χάρη, φωτισμό και δύναμη να αντιμετωπίσουμε σωστά όποιους πόνους επιτρέψει η αγάπη Του να περάσουμε στην επίγεια ζωή μας, ενώ πορευόμαστε προς τον ουρανό.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αγία Γραφή – Σωστός και λάθος τρόπος ερμηνείας
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2015
Ένα πρόβλημα που εμφανίζεται συχνά στο διάλογο με ετεροδόξους είναι το θέμα ερμηνείας της Αγίας Γραφής. Είναι γεγονός ότι πολλές χριστιανικές ομολογίες και ακόμα περισσότερες αιρέσεις ισχυρίζονται ότι στηρίζουν τα δόγματά τους στην Αγία Γραφή, κάτι που με τη σειρά του δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσον η Αγία Γραφή επαρκεί για να διαπιστώσει κανείς ποια είναι η αλήθεια. Αλλά ας δούμε το θέμα αναλυτικά:
Η εμφάνιση του Κανόνα σε μεγάλο βαθμό προήλθε από την προσπάθεια να διαχωριστούν οι γνήσιες από τις ψευδείς διδασκαλίες. Ήδη, κατά τον 2ο αιώνα, ο Ειρηναίος, ανέφερε ότι ομάδες Γνωστικών είχαν πλάσει και χρησιμοποιούσαν «αμύθητον πλήθος αποκρύφων και νόθων γραφών». Ταυτόχρονα, πρωτο – ορθόδοξοι χριστιανοί συγγραφείς παρέθεταν από ένα πλήθος πηγών πέρα από βιβλία που περιλήφθηκαν στον Βιβλικό κανόνα, και τα οποία αργότερα χαρακτηρίστηκαν ως «νόθα» ή «απόκρυφα»
Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια, ο πρώτος γνωστός μεγάλος κανόνας ήταν ο Μουρατόρειος κανόνας που συντάχθηκε κατά το τέλος του 2ου αιώνα και περιείχε όλα τα κανονικά και μη κανονικά βιβλία. Αυτό, όμως δεν σημαίνει ότι μέχρι τότε δεν υπήρχε κανένα κριτήριο αυθεντικότητας, καθώς τα κείμενα που συνέγραψαν οι Απόστολοι ήδη από τον πρώτο αιώνα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη λειτουργία των χριστιανικών εκκλησιών. Αν και η Καινή Διαθήκη δεν αναφέρεται επίσημα σε μια συγκεκριμένη μορφή κανόνα, το γεγονός ότι οι συγγραφείς της Καινής Διαθήκης παρέθεταν και χωρία από τα δευτεροκανονικά βιβλία, δείχνει ότι πολύ νωρίς η Εκκλησία καθιέρωσε κριτήρια για τον Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης.
Γίνεται, έτσι, κατανοητό ότι ο Κανόνας βασίστηκε στην ήδη υπάρχουσα Παράδοση, η οποία έδινε τη βάση για το ποια κείμενα ήταν γνήσια και ποια νόθα. Άρα προφανώς δεν νοείται ερμηνεία της Αγίας Γραφής χωρίς γνώση της Παράδοσης αυτής.
Αλλά μπορεί να ρωτήσει κανείς: δεν σημαίνει αυτό ότι η Αγία Γραφή δεν επαρκεί για να γνωρίσει κανείς την αλήθεια; Η απάντηση στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι επαρκεί απόλυτα, αρκεί η μελέτη που θα κάνει κάποιος να μην επηρεαστεί από εξωτερικούς παράγοντες ή ακόμα και τη δική του προσωπική άποψη.
Η ιδέα ότι η Αγία Γραφή μπορεί να ερμηνεύεται κατά συνείδηση ξεκίνησε από τους Προτεστάντες, οι οποίοι με το δόγμα «Sola scriptura – Sola gratia» (Μόνο η Γραφή – Μόνο η Χάρη) θεώρησαν ότι η Ιερά Παράδοση είναι απορριπτέα, και άρα μόνο κριτήριο αλήθειας είναι η Αγία Γραφή. Βέβαια είναι κατανοητό ότι έχοντας γνωρίσει μόνο την αυθαιρεσία των Παπικών σε θέματα πίστης ήταν λογικό να έχουν εχθρική στάση απέναντι σε ότι δεν αποτελούσε «ασφαλές έδαφος». Ταυτόχρονα, όμως, έκαναν το λάθος να παραβλέψουν το γεγονός ότι η Αγία Γραφή δεν είναι αυθύπαρκτη, αντικαθιστώντας, τελικά, την Ιερά Παράδοση με την δική τους παράδοση. Αποτέλεσμα ήταν να διασπαστούν σε δεκάδες μικρότερες ομάδες, καθώς ο καθένας τους απολυτοποιούσε τη δική του κατανόηση, η οποία δεν είχε καμία σχέση με τους πρώτους Πατέρες τους οποίους απέρριπταν.
Η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη: στην προσπάθειά τους να παρουσιάσουν κάποια σχέση με την πρώτη Εκκλησία, και να μην είναι απλώς μια αίρεση που αποσχίσθηκε από μια άλλη αίρεση, ισχυρίστηκαν ότι ο Παπισμός ήταν η πίστη που συνδεόταν με τους πρώτους Χριστιανούς, και ότι οι Ορθόδοξοι ήταν οι σχισματικοί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσαν να παρουσιαστούν σαν ακόλουθοι της ορθής πίστης, που θα έσωζαν την Εκκλησία από τον Πάπα. Φυσικά αυτό είχε σαν αποτέλεσμα οι περισσότεροι να αγνοήσουν εντελώς την ύπαρξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της διδασκαλίας της.
Οι αιρέσεις προχώρησαν ακόμα περισσότερο: αδυνατώντας να βρουν κενά στη θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας (κάτι στο οποίο δεν είχαν πρόβλημα με τους Παπικούς) κατέφυγαν στο να χρεώσουν στους Ορθοδόξους σφάλματα των Παπικών (όπως η Ιερά Εξέταση και οι Σταυροφορίες) σε μια προσπάθεια να μειώσουν το κύρος τους. Ταυτόχρονα κακοποίησαν το κείμενο της Αγίας Γραφής, προκειμένου να το φέρουν στα μέτρα τους, ώστε να μπορούν να ισχυριστούν ότι τα δόγματά τους προέρχονταν από την Αγία Γραφή.
Αποτέλεσμα όλων αυτών των πρακτικών ήταν το να δεχτεί η Αγία Γραφή ένα μεγάλο πλήγμα στην αξιοπιστία της. Βέβαια κανείς από τους επικριτές της δεν σταμάτησε να σκεφτεί το εξής απλό: αυτοί που ισχυρίζονται ότι ακολουθούν την Αγία Γραφή το κάνουν όντως, ή έτσι θέλουν να πιστέψουμε;
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να διαπιστώσουμε αν μια ερμηνεία της Αγίας Γραφής είναι σωστή ή λάθος; Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας μερικούς απλούς κανόνες, οι οποίοι, σε συνδυασμό με τη γνώση της διδασκαλίας της Εκκλησίας, μπορούν να μας βοηθήσουν:
Πρώτον, η Αγία Γραφή δεν αντιφάσκει με τον εαυτό της. Άρα, αν μία ερμηνεία συγκρούεται με έστω και ένα μικρό μέρος της Αγίας Γραφής είναι λανθασμένη.
Δεύτερον, μια ερμηνεία πρέπει να είναι σε θέση να καλύψει το σύνολο της Αγίας Γραφής. Ακόμα και αν δεν έρχεται σε άμεση αντίθεση, εάν δεν καλύπτει ορισμένα εδάφια τότε έχει πρόβλημα.
Τρίτον, ακόμα και αν μια ερμηνεία πληροί τους προηγούμενους κανόνες, θα πρέπει να ταιριάζει με τη διδασκαλία που «γέννησε» την Αγία Γραφή: την Ιερά Παράδοση έστω των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Εάν έρχεται σε σύγκρουση μαζί της, ή ακόμα περισσότερο δεν την αναγνωρίζει καν, τότε προφανώς έχει δεχτεί επιρροές από άλλους χώρους.
Ένα σημείο που πρέπει να προσέξουμε είναι το ότι οι αιρετικοί που επιδιώκουν διάλογο με Ορθοδόξους συχνά χρησιμοποιούν κάποια μετάφραση της Αγίας Γραφής, και όχι το πρωτότυπο κείμενο, συχνά με τη δικαιολογία ότι «είναι πιο κατανοητή». Μόνο που σχεδόν πάντα πρόκειται για ερμηνεία και όχι για απλή μετάφραση, και άρα έχει δεχτεί προσθήκες, οι οποίες συχνά αλλοιώνουν το νόημα των εδαφίων. Εάν χρειαστεί να ανοίξει κανείς τέτοιο διάλογο, θα πρέπει να επιμείνει στη χρήση του πρωτοτύπου κειμένου.
Άλλο ένα θέμα που πιθανώς θα αντιμετωπίσει κανείς είναι ο ισχυρισμός πολλών προτεσταντικών χώρων για δήθεν «αποστασία της Εκκλησίας». Σύμφωνα με αυτόν, μετά το θάνατο των αποστόλων υπήρξε μια εισροή ειδωλολατρικών διδασκαλιών και η Εκκλησία έχασε τον προσανατολισμό της, με αποκορύφωμα την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στην οποία (υποτίθεται) ο Μέγας Κωνσταντίνος επέβαλλε τις απόψεις του και μετέτρεψε την Εκκλησία σε κρατικό όργανο υπό τον έλεγχό του. Με αυτή τη δικαιολογία απορρίπτουν την ερμηνεία των Πατέρων, αφού η Εκκλησία βρισκόταν δήθεν σε πλάνη. Φυσικά μια μελέτη των γεγονότων αποδεικνύει το πόσο σαθροί είναι τέτοιοι ισχυρισμοί, καθώς η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι η Εκκλησία «μένει εις τον αιώνα» και ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Επίσης είναι μάλλον αστείο το γεγονός ότι ενώ θεωρούν τους Πατέρες πλανεμένους εν τούτοις δέχονται τον Κανόνα που αυτοί συνέταξαν ως ορθό.
Συμπέρασμα: η Αγία Γραφή περιέχει το σύνολο της αλήθειας και δεν επιδέχεται παρερμηνεία, εκτός και αν κάποιος προσθέσει ξένα στοιχεία. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να θυμόμαστε ότι η μόνη σωστή ερμηνεία είναι αυτή που έδωσαν οι Πατέρες που τη συνέταξαν, και όχι η όποια προσπάθεια ατόμων εκτός Εκκλησίας που αδυνατούν να κατανοήσουν και να δεχτούν τη διδασκαλία της.
Της Tatiani Melidoni
http://antiairetikos.blogspot.gr/2015/08/blog-post_44.html
Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Όσα πρέπει να γνωρίζουμε για τη νηστεία του Δεκαπενταυγούστου.
Συγγραφέας: kantonopou στις 2 Αυγούστου, 2015
Η περίοδος αυτή της νηστείας προηγείται της Κοιμήσεως της Θεοτόκουκαι αρχικά ήταν διηρημένη σε δύο τμήματα: αυτό που προηγείτο της εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και εκείνο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Η νηστεία αυτή όπως επικράτησε να την τηρούμε, έχει αυστηρό χαρακτήρα.Εφόσον λοιπόν μπορούμε, νηστεύομε από λάδι όλες τις ημέρες. Κατάλυση οίνου και ελαίου έχουμε μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές, ενώ κατά την εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, οποιαδήποτε ημέρα κι αν πέσει καταλύουμε ψάρι.
Κατάλυση ιχθύος και μόνον έχουμε και κατά την ημέρα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αν αυτή πέση Τετάρτη ή Παρασκευή.
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΙ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Αυγούστου, 2015
Α. Εισαγωγή
Πολλές φορές στην πορεία της ζωής μας είμαστε χαρούμενοι και αισιόδοξοι. Άλλοτε πάλι, εξαιτίας κάποιων καταστάσεων και συνθηκών, όλα μας φαίνονται μάταια και απελπιζόμαστε. Η απελπισία όμως εκείνο το οποίο θα προσφέρει, είναι να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Γι’ αυτό ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε τις ελπίδες μας. Ιδιαίτερα δε εμείς οι χριστιανοί δεν είμαστε όπως «οι λοιποί οι μή έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4, 13), γιατί έχουμε ελπίδα μας τον ίδιο τον Θεό.
Β. Η απελπισία
Προτού αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο, επιβάλλεται κατ’ αρχήν να δώσουμε ένα ορισμό του τι είναι απελπισία και εν συνεχεία, του τι είναι η ελπίδα. Απελπισία είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης μας στην ελεημοσύνη και αγαθοσύνη του Θεού, με άλλα λόγια η απώλεια της πίστης μας στην Θεία πρόνοια, που συνέχει, φροντίζει και συντηρεί την κτίση και τον κόσμο ολόκληρο. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η απελπισία είναι η ενδέκατη βαθμίδα της κακίας. Οι συνέπειες της απελπισίας οδηγούν τον άνθρωπο στην δωδέκατη βαθμίδα, που είναι η αυτοκτονία. Η απελπισία κατά τους Πατέρες χαρακτηρίζεται ως δαιμονική διάθεση, που οδηγεί στην καταστροφή. Η απελπισία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του διαβόλου. Ο διάβολος μπορεί να πιστεύει και να φρίττει, όμως δεν ελπίζει, διότι απομακρύνθηκε από τον Θεό και παγιώθηκε στην κακία.
Αιτία της απελπισίας είναι η απομάκρυνση από τον Θεό και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε Αυτόν. Όταν ο άνθρωπος διακόψει τον δεσμό με τον Θεό, τότε ακόμη και με την παραμικρή αφορμή, μπορεί να παρουσιαστεί στη ζωή του η απογοήτευση και η απελπισία. Όταν ο άνθρωπος δεν ασκείται πνευματικά, όπως θα έπρεπε να ασκείται και κυρίως όταν παραλείπει την προσευχή, τότε εύκολα απομακρύνεται από τον Θεό και χάνει την ελπίδα του σε Αυτόν.
Γ. Η ελπίδα
Ερχόμαστε τώρα στην ελπίδα. Σε αντίθεση με την απελπισία, η ελπίδα είναι αυτή που ζωογονεί την πίστη, και δίνει νόημα και στήριγμα στη ζωή μας. Οι χριστιανοί σε αντίθεση με τους «μή έχοντες ελπίδα», είναι οι άνθρωποι της ελπίδας. Η ελπίδα του χριστιανού δεν είναι κάτι το αφηρημένο. Ακόμη δεν στηρίζεται ούτε στα πράγματα του κόσμου τούτου, ούτε σε κάποιον άνθρωπο. Η ελπίδα μας είναι ο ίδιος ο Θεός. Στο Θεό στηρίζουμε την ελπίδα μας για σωτηρία, στο Θεό ελπίζουμε και για τα προβλήματα και τους αγώνες της καθημερινής και οικογενειακής ζωής. Ο Θεός είναι λοιπόν η ελπίδα, η καταφυγή και το στήριγμα μας στη ζωή μας και στον πνευματικό μας αγώνα.
Απόδειξη των πιο πάνω είναι ότι ο ίδιος ο Θεός έλαβε σάρκα και έγινε άνθρωπος, για να δώσει ξανά στον άνθρωπο την ελπίδα της σωτηρίας και της αθανασίας, Ο Θεός έγινε άνθρωπος «ίνα ημείς θεοποιηθόμεν» κατά τον Μέγα Αθανάσιο. Η επίγεια δράση του σαρκωμένου Υιού και Λόγου του Θεού, του Ιησού Χριστού, η διδασκαλία και τα θαύματά Του, οι νεκραναστάσεις που επιτέλεσε, μα προπαντός η δική Του Ανάσταση, εγκαινιάζουν ένα νέο κόσμο. Ένα κόσμο όπου η φθορά και ο θάνατος δεν έχουν θέση. Ένα κόσμο όπου κυριαρχεί η ελπίδα για την λύτρωση από τα δεσμά του θανάτου, της φθοράς και της ματαιότητας. Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το κέντρο της πίστεως και της ζωής μας. Αν η ζωή των χριστιανών δεν στηρίζεται στον ανεστημένο Χριστό, σημειώνει ο Απόστολος Παύλος, «ελεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α΄ Κορινθ. 15, 19).
Η ελπίδα συνδέεται στενά με δύο άλλες βασικές χριστιανικές αρετές: την πίστη και την αγάπη. Η ελπίδα στηρίζεται στην πίστη και δίνει νόημα σε αυτήν. Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, η ελπίδα πηγάζει από την πίστη, αλλά ταυτόχρονα δίνει ζωή σε αυτήν. Όπως η πίστη, έτσι και η ελπίδα του χριστιανού συνδέεται με το πρόσωπο του Χριστού. Η ελπίδα συνδέεται στενά και με την αγάπη. Θεμέλιο της ελπίδας είναι η αγάπη του Θεού. Ο Θεός τόσο πολύ αγάπησε τον κόσμο, ώστε έστειλε τον Υιό Του το Μονογενή για να προσφέρει με Την σταυρική Του θυσία και Ανάσταση την ελπίδα της σωτηρίας και αναστάσεως σε όλους τους ανθρώπους. Η αγάπη του Θεού ,μας καλεί σε απαντητική αγάπη. Καλούμαστε να αγαπήσουμε τον Θεό, γιατί Αυτός πρώτος μας αγάπησε. Η αγάπη προς τον Θεό γεννιέται με την πίστη προς τον Θεό και αυξάνεται με την ελπίδα. Όσο δηλαδή δυναμώνει η ελπίδα προς τον Θεό, τόσο αυξάνει και η αγάπη προς Αυτόν. Τέλος, από την αγάπη προς τον Θεό, πηγάζει η αγάπη προς τον πλησίον. Έτσι, σε τελική ανάλυση η ελπίδα προς τον Θεό τροφοδοτεί και ενισχύει την αγάπη προς Αυτόν και το συνάνθρωπό μας.
Είναι γεγονός όμως, ότι η ελπίδα χρειάζεται υπομονή. Αυτό ισχύει για κάθε ελπίδα, πολύ περισσότερο για την χριστιανική. Άλλωστε ο αγώνας του πιστού, τόσο ο πνευματικός, όσο και γενικότερα ο αγώνας και οι μάχες της ζωής, απαιτούν υπομονή. «Δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. 12, 1) τονίζει ο απόστολος Παύλος. Και εδώ είναι το πρόβλημα. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν θέλει να περιμένει. Δεν μπορεί να περιμένει. Τα θέλει όλα γρήγορα, πρόχειρα και βιαστικά. Ο λόγος είναι διότι οι πολλές ανέσεις και ευκολίες της ζωής, έχουν κλονίσει την υπομονή του. Επιπλέον είναι και ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Όλα γίνονται με απίστευτη ταχύτητα. Γι’ αυτό και εν πολλοίς ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εξοστρακίσει την ελπίδα από την ζωή του. Διότι η ελπίδα απαιτεί υπομονή. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που οι στερήσεις, η κακοπάθεια, οι θλίψεις και οι δοκιμασίες στη ζωή μας αυξάνουν την υπομονή και την ελπίδα μας.
Να τονίσουμε εδώ ότι η ελπίδα δεν είναι μόνο χριστιανική αρετή. Όποιος ζει ελπίζει. Και όποιος παύει να ελπίζει, ουσιαστικά παύει να ζει. Άρα εάν όλοι οι άνθρωποι γενικά στη ζωή τους ελπίζουν, πόσο μάλλον οι χριστιανοί που πιστεύουν στον ανεστημένο Χριστό.
Δ. Η απελπισία και η ελπίδα στη ζωή μας
Είναι πιθανόν, όπως αναφέραμε προηγουμένως, όταν απομακρυνθούμε από τον Θεό και με αφορμή κάποια προβλήματα και δοκιμασίες, να εμφανιστεί η απελπισία στη ζωή μας.
Ο πρώτος τομέας στον οποίο είναι δυνατόν να εμφανιστεί η απελπισία, είναι το μεγάλο κεφάλαιο που ονομάζεται σωτηρία της ψυχής μας. Ακόμη και οι άνθρωποι που αγωνίζονταν πνευματικά, ασκητές και μοναχοί, έπεσαν στην απελπισία. Πίστεψαν στο διάβολο ότι δεν πρόκειται να σωθούν. Ο διάβολος δεν εφησυχάζετε και προσπαθεί συνεχώς και με κάθε τρόπο να ρίξει τον άνθρωπο στην απελπισία. Ο διάβολος ονομάζεται «μυρμηγκολέοντας». Και τούτο διότι όταν πρόκειται κανείς να διαπράξει την αμαρτία, την παρουσιάζει ως κάτι εντελώς ασήμαντο και μικρό, όπως το μυρμήγκι. Όταν όμως διαπράξει κανείς την αμαρτία, τότε την παρουσιάζει ως κάτι φοβερό και τρομερό, όπως το λιοντάρι. Μας βάζει λογισμούς ότι δεν θα μας συγχωρήσει ο Θεός, ότι είμαστε αδιόρθωτοι, ότι θα θυμώσει μαζί μας ο πνευματικός κ. α. Στόχος του: να μας ρίξει στην απελπισία, να μας κάνει να πιστεύουμε ότι δεν θα σωθούμε.
Όπως όμως γνωρίζουμε δεν υπάρχει αμάρτημα που να μην το συγχωρά ο Θεός, φτάνει να το εξομολογηθούμε. Φοβερό αμάρτημα και ασυγχώρητο είναι αυτό που μένει ανεξομολόγητο. «Τιν ερχόμενον πρός με ου μη εκβάλω έξω» (Ιω. 6, 37), μας διαβεβαιώνει ο Κύριος. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, ο Θεός έγινε άνθρωπος « ίνα ημείς θεοποιηθόμεν» κατά τον Μ. Αθανάσιο. Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Στηριζόμαστε στο Θεό για την σωτηρία μας. Ο Θεός εκείνο το οποίο αμείβει είναι την προσπάθεια, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που αμείβουν μόνο την επιτυχία. Ο Χριστός εκείνο το οποίο ζητά από τον άνθρωπο είναι να μετανοεί. «Μετανοείτε· ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Μτθ. 4, 17 ), μας λεει ο Κύριος.
Ένας άλλος τομέας στον οποίο πιθανόν να μας καταβάλει η απελπισία είναι στο γάμο και στην οικογενειακή μας ζωή. Αφορμή εδώ μπορεί να είναι μια κρίση στις σχέσεις μας με τον ή την σύζυγο, τα παιδιά μας κ.α. Είναι γεγονός ότι σήμερα ο θεσμός της οικογένειας διέρχεται κρίση. Τα αυξημένα ποσοστά διαζυγίων δυστυχώς αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Επιπλέον τα κρούσματα βίας στην οικογένεια έχουν αυξηθεί. Ακόμη και αρκετοί γάμοι που δεν έχουν διαλυθεί, δεν βρίσκονται και στην καλύτερη δυνατή τους φάση. Όλα αυτά είναι πιθανόν να δημιουργήσουν απογοήτευση στα μέλη της οικογένειας και να τα φέρουν σε απελπισία.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με σοβαρά ζητήματα που στηρίζονται σε λεπτές ισορροπίες. Κατ’ αρχήν να σημειώσουμε ότι η πρόληψη είναι καλύτερη από την θεραπεία. Ο γάμος αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής. Είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα στη ζωή του ανθρώπου. Σε άλλα γεγονότα, όπως η γέννηση, η βάπτιση, ο θάνατος, ο άνθρωπος δεν έχει λόγο, στο γάμο όμως, ο λόγος βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο. Η ανάληψη ευθύνης που συνεπάγεται ο γάμος είναι τεράστια. Είναι υπεύθυνη πράξη και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Ως εκ τούτου απαιτείται προετοιμασία των νέων για ένα τόσο σοβαρό θέμα. Και η προετοιμασία αυτή είναι πολλαπλή. Χρειάζεται κατ’ αρχήν πνευματική και ψυχολογική προετοιμασία, η οποία θα επιτευχθεί με την κατανόηση του σκοπού του γάμου, την γνώση των ιδιαιτεροτήτων του ετέρου φύλου, την διαμόρφωση κριτηρίων για την επιλογή του ή της συζύγου. Επιπλέον, χρειάζεται πνευματικός αγώνας για την υπερκίνηση του εγώ, για καθαρότητα καρδίας και σώματος, δηλαδή αγνότητα. Η δημιουργία νοικοκυριού και οικογένειας συνεπάγεται και τεράστιες δαπάνες. Για τον λόγο αυτό απαιτείται επαγγελματική τακτοποίηση, ώστε να καλύπτονται οι δαπάνες και να αποφεύγονται μελλοντικές προστριβές που πιθανόν να έθεταν σε δοκιμασία το γάμο.
Παρ’ όλα αυτά και πάλι είναι δυνατόν να δημιουργηθούν προβλήματα μέσα στο γάμο και την οικογένεια. Εδώ χρειάζεται σωστή αντιμετώπιση, αμοιβαία αγάπη, υπομονή και κατανόηση. Για να υπάρξουν όμως αυτά απαιτείται η ύπαρξη πνευματικής ζωής. Οι σωστές σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό, έχουν ως αποτέλεσμα και τις σωστές σχέσεις με τον συνάνθρωπό του. Η αγάπη προς τον Θεό γεννά με την σειρά της την αγάπη προς τον πλησίον μας, όπως αναφέραμε. Άρα και εδώ το θεμέλιο για μια σωστή σχέση μέσα στον γάμο και την οικογένεια, είναι η αγάπη προς τον Θεό, χωρίς να σημαίνει ότι όλα τα υπόλοιπα που αναφέραμε δεν είναι σημαντικά. Έτσι, με όλα αυτά θα αποφευχθούν σοβαρές προστριβές μέσα στην οικογένεια και θα επιλυθούν τα σοβαρά προβλήματα, που πιθανόν να έθεταν σε δοκιμασία το γάμο και να οδηγούσαν στην απόγνωση και στην απελπισία.
Μια άλλη αφορμή που πιθανόν να μας ρίξει στην απελπισία, είναι τα οικονομικά προβλήματα, ιδιαίτερα τώρα με την οικονομική κρίση. Είναι και αυτά μια θλίψη και δοκιμασία στη ζωή μας. Τα οικονομικά προβλήματα και αδιέξοδα δημιουργούν προστριβές και προβλήματα με την οικογένεια και τους συνανθρώπους μας. Επιπλέον, μας βαρύνουν με άγχος με άμεσο κίνδυνο για την υγεία μας. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι υπάρχουν και θα υπάρχουν άτομα και οικογένειες με οικονομικά προβλήματα.
Και εδώ χρειάζεται, πρωτίστως πρόληψη, δηλαδή σωστός προγραμματισμός. Ποτέ δεν πρέπει να υπερβαίνουμε τις οικονομικές μας δυνατότητες. Από την άλλη φυσικά είναι πιθανόν, είτε λόγω κάποιας ασθένειας είτε λόγω σπουδών ή για άλλο σοβαρό λόγο να δημιουργηθούν χρέη και οικονομικά προβλήματα. Όπως και να έχουν τα πράγματα εδώ χρειάζεται πάνω από όλα πίστη στη Θεία Πρόνοια. Εάν ο Θεός μεριμνά για τα πετεινά του ουρανού, δεν θα φροντίσει για την εικόνα Του που είναι ο άνθρωπος; Φυσικά και εμείς πρέπει να αγωνιστούμε και να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους και μεθόδους για απάμβλυνση του προβλήματος. «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», έλεγαν οι πρόγονοί μας. Και είχαν δίκαιο. Η απελπισία δεν είναι λύση. Μόνο χειρότερα αποτελέσματα μπορεί να φέρει.
Πέραν όμως από τα οικονομικά προβλήματα, υπάρχουν πιο σοβαρές θλίψεις και δοκιμασίες. Και αυτές είναι οι ασθένειες, είτε δικές μας είτε κάποιου αγαπημένου μας προσώπου, ή ακόμη και ο θάνατος κάποιου προσφιλούς μας προσώπου. Είναι γεγονός ότι οι ασθένειες οι ανίατες, χρόνιες και επώδυνες ασθένειες αποτελούν ένα μεγάλο πειρασμό. Πολύ δε περισσότερο ο θάνατος κάποιου αγαπημένου μας. Και δεν είναι λίγες οι φορές που ως άνθρωποι θλιβόμαστε και πιθανόν αυτό να το εκμεταλλευτεί ο διάβολος για να μας απελπίσει.
Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι ο Θεός επιτρέπει τις δοκιμασίες στη ζωή μας για διάφορους λόγους. Οι θλίψεις εάν αξιοποιηθούν θετικά μας οδηγούν πιο κοντά στο Θεό και μας καθιστούν μετόχους στην Βασιλεία του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει ἡμάς εισελθείν είς τήν βασιλεία του Θεού» (Πραξ. 14, 22). Όλοι στη ζωή μας σηκώνουμε το σταυρό μας. Αυτό άλλωστε είναι και το χαρακτηριστικό γνώρισμα του χριστιανού. « Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν απαρνησάσθω εαυτόν καί αράτω τόν σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μρκ. 8, 34), μας λέει ο Χριστός. Όμως ο πρώτος που σήκωσε τον Σταυρό του ήταν ο Ίδιος. Κατά την ώρα των θλίψεων και του πόνου η προσευχή στον Θεό μας ενισχύει και μας γεμίζει με θάρρος και δύναμη. Ακόμη η προσευχή προς την Υπεραγία Θεοτόκο δεν πρέπει να ατονεί. Ρομφαία διήλθε την καρδιά της όταν είδε τον Υιό της Μονογενή αδίκως να πεθαίνει επάνω στον σταυρό. Και εάν δεν την ενίσχυε το Άγιο Πνεύμα, η Παναγία θα πέθαινε από την θλίψη και την στεναχώρια της. Η Παναγία λοιπόν, δοκιμάστηκε, πειράστηκε και «δύναται τοις πειραζομένοις βοηθήσαι» (Εβρ. 2, 18).
Κάποιος εύλογα θα ρωτήσει: μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου ποια ελπίδα υπάρχει; Και η απάντηση είναι απλή και σύντομη: η ελπίδα της αναστάσεως. Η πίστη στην Ανάσταση του Χριστού δεν αφήνει περιθώρια για απελπισία. Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το κέντρο της πίστεως μας και αποτελεί την προτύπωση της ανάστασης των νεκρών την Δευτέρα Παρουσία. Ακόμη, σύμφωνα με την Εκκλησία μας, μετά τον θάνατο αρχίζει για τους δίκαιους μια νέα ζωή, που δεν υπάρχει θλίψη, πόνος και στεναγμός.
Ε. Επίλογος – Συμπέρασμα
Η ελπίδα είναι λοιπόν μία μεγάλη χριστιανική αρετή. Είναι αυτή που τροφοδοτεί την πίστη και την αγάπη προς τον Θεό, αλλά και την αγάπη προς τον πλησίον. Η ελπίδα μας στηρίζεται, όχι στα πράγματα του κόσμου τούτου, αλλά στον ίδιο τον Θεό. Τα υλικά αγαθά δεν προσφέρουν καμία ελπίδα, αλλά και εάν δεχθούμε ότι προσφέρουν, αυτή είναι απατηλή, ψεύτικη και πρόσκαιρη. Ακόμη και τα σύγχρονα επιτεύγματα της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ιατρικής, σίγουρα πρόσφεραν πολλές ελπίδες και δυνατότητες στον άνθρωπο. Από την άλλη όμως δημιούργησαν και αρκετά άλλα προβλήματα και ηθικά διλήμματα. Γι’ αυτό και τονίζουμε συνεχώς ότι η ελπίδα μας είναι ο νικητής του διαβόλου και του θανάτου, ο Ιησούς Χριστός. Ο χριστιανός έχει την ελπίδα του στον ανεστημένο Χριστό. Γι’ αυτό και παρ’ όλες τις θλίψεις, δοκιμασίες, πειρασμούς, στεναχώριες, πτώσεις, αποτυχίες που έχει στη ζωή του, ποτέ δεν απελπίζεται. Ακόμη και ο κόσμος είναι δυνατόν να μας δώσει θλίψεις και πειρασμούς. «Εν τω κόσμω θλίψην έξετε, αλλά θαρεσείτε, εγώ νενίνηκα τόν κόσμον», μας λέει ο Χριστός. Ακόμη και μπροστά στην πραγματικότητα του θανάτου, ελπίζουμε στον Χριστό, ο οποίος είναι ο πρωτότοκος των νεκρών. Ο νικητής του θανάτου, αυτός ο οποίος «τά του θανάτου κλείθρα διεσπάραξεν». Ελπίζουμε λοιπόν στην μετά θάνατον αιώνια ζωή και στη κοινή ανάσταση νεκρών. Όπως λέμε και στο Σύμβολο της Πίστεως μας «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών καί ζωήν του μέλλοντος αιώνος».
diakonima.gr/
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων
Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Αυγούστου, 2015
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΜΑΝ
Η Θεοτόκος και το μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας στην ερμηνεία των νηπτικών πατέρων
Θα μου επιτρέψετε μια πιο προσωπική, πιο ανθρώπινη προσέγγιση του θέματος, παρ’ όλο που βρισκόμαστε σ’ ένα αυστηρά επιστημονικό συνέδριο. Έχω ιδιαίτερους λόγους να το κάνω. Ο σημαντικότερος απ’ αυτούς είναι η ίδια η επαφή με τους νηπτικούς πατέρες, με τα συγγράμματά τους, που μου υπαγόρευσε κατά κάποιο τρόπο αυτό το προσωπικό τόνο στην διαπραγμάτευση του θέματος.
Γι’ αυτό ακριβώς, πριν περάσω στην διαπραγμάτευση του θέματος, θα ήθελα να εκφράσω την βαθειά συγκίνηση την οποία αισθάνομαι βρισκόμενος για πρώτη φορά στους Αγίους Τόπους, στα Θεοβάδιστα αυτά μέρη, όπου βάδισαν όχι μόνο τα ουράνια βήματα του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, τα άχραντα βήματα της Παναγίας και των άλλων προσωπικοτήτων της Ιεράς Βιβλικής Ιστορίας, αλλά ακόμη εκείνα του Ιδίου του Θεανθρώπου, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Δοξάζω τον Πανάγαθο Θεό για το μεγάλο αυτό δώρο και ευχαριστώ θερμότατα τους οργανωτές του παρόντος πανορθοδόξου επιστημονικού συνεδρίου.
Ο λόγος που με οδήγησε στην επιλογή αυτού του θέματος υπήρξε η επιθυμία μου να εκφράσω, με την ευκαιρία του πρώτου προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους, την ευλάβεια και την ευγνωμοσύνη μου, της οικογενείας μου και των πιστών της ενορίας μου προς την Μητέρα του Θεού, προς την Δέσποινα του κόσμου για τις πλούσιες ευλογίες και ευεργεσίες Της προς εμάς. Και είχα την διαίσθηση ότι καταλληλώτερα και εκφραστικώτερα λόγια απ’ αυτό το σκοπό δεν θα έβρισκα άλλα απ’ εκείνα των νηπτικών πατέρων.
Και πράγματι, αυτά που βρήκα για την Θεοτόκο και την Μητέρα του Θεού στους νηπτικούς φιλοκαλικούς πατέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τις προσδοκίες μου.
Σ’ αυτό το σημείο οφείλω μια διευκρίνιση. Με τον όρο νηπτικοί ή φιλοκαλικοί πατέρες, εννοώ όχι μόνο εκείνους τους Πατέρες των οποίων τα συγγράμματα αποτελούν την γνωστή Φιλοκαλία, αλλά όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας που εντάσσονται στη συνεχή αγιοπνευματική θεολογική παράδοση, η οποία αρχίζει με την πρώτη Εκκλησία, με τα ίδια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για μια νηπτική ή φιλοκαλική θεολογία, εννοώντας εκείνη την θεολογία η οποία πηγάζει από την βίωση της Θείας Χάριτος και προσπαθεί να εκφράσει την εμπειρία της μέθεξης στον κόσμο του Θεού, στη Βασιλεία των ουρανών.
Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι η πρώτη συλλογή φιλοκαλικών κειμένων διευρύνθηκε κατά καιρούς. Θα αναφέρω μόνο το γεγονός ότι η ρουμανική έκδοση της Φιλοκαλίας -η οποία οφείλεται στον μακαριστό μεγάλο φιλοκαλικό θεολόγο π. Δημήτριο Στανιλοάε-έχει δώδεκα τόμους. Ενώ, προσωπικά, πιστεύω ότι, κείμενα συγχρόνων νηπτικών πατέρων μπορούν να εισαχθούν χωρίς καμία επιφύλαξη στην καθιερωμένη μεν, αλλά όχι κλειστή, σειρά των φιλοκαλικών κειμένων. Αναφέρω ενδεικτικά τα βιβλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, καλούμενον Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας και του ανωνύμου ησυχαστού, Νηπτική Θεωρία, το οποίο είχα την ευλογία να μεταφράσω στην ρουμανική γλώσσα.
Επανέρχομαι και σημειώνω το πραγματικά ξεχωριστό ενδιαφέρον που δείχνουν οι νηπτικοί πατέρες στο πρόσωπο της Μητέρας του Θεού και στο ρόλο Της στο μυστήριο της ενσάρκου θείας οικονομίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνει κανείς μία ιδιαίτερη οικειότητα αυτών των αγίων Πατέρων προς το πρόσωπο της Παναγίας. Εξάλλου, είναι γνωστό ότι στην ορθόδοξη ανατολική θεολογική παράδοση δεν γίνεται διαχωρισμός ανάμεσα στο πρόσωπο και το έργο του ίδιου προσώπου. Αυτό εξηγεί γιατί, η θεώρηση και η εκτίμηση του έργου του Χριστού, της Παναγίας ή των αγίων της Εκκλησίας, οδηγούν τον ερευνητή σε ένα έντονο ενδιαφέρον για το πρόσωπο εκείνων και τελικά στην επιθυμία μιας προσωπικής αγαπητικής σχέσης μ’ αυτούς. Η προσοχή των φιλοκαλικών πατέρων επικεντρώνεται, πρώτα απ’ όλα στο ίδιο το πρόσωπο της Παναγίας, γι’ αυτό κάθε αναφορά σ’ Αυτήν προϋποθέτει μια προσωπική σχέση και μια προσωπική τοποθέτηση. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μοναχοί της αθωνικής πολιτείας αισθάνονται εκεί σαν το Περιβόλι της Παναγίας και ότι όλοι οι ορθόδοξοι μοναχοί έχουν την Θεοτόκο ως Προστάτισσα.
Την ίδια ευλάβεια και οικειότητα προς το πρόσωπο της Μητέρας του Θεού συναντάμε στην ζωή των απλών πιστών μας. Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ρουμάνους πνευματικούς, ο π. Παΐσιος Ολάρου, έλεγε ότι ο πατέρας του, απλός αγρότης, ήξερε απ’ έξω τον παρακλητικό κανόνα προς την Θεοτόκο και τον έλεγε καθημερινά, ενώ ο ίδιος ο πατήρ Παΐσιος συμβούλευε όλους τους πιστούς να ζουν κάθε μέρα με την συνείδηση ότι βρίσκονται στην αγκαλιά της Παναγίας. Αυτή η ιδιαίτερη ευλάβεια των πιστών προς την Παναγία είναι μία φυσιολογική συνέπεια, και συνέχεια ταυτόχρονα, της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας, όπου η Θεοτόκος κατέχει μια κεντρική θέση, αλλά είναι και μια βέβαιη απήχηση της φιλοκαλικής νηπτικής θεολογίας και πνευματικότητας1.
Οι φιλοκαλικοί πατέρες αναπτύσσουν μία πλουσιότατη μαριολογία ή, μάλλον σωστότερα, μία πλουσιότατη θεοτοκολογία2 παρ’ όλο που όπως είναι γνωστό και λέχθηκε κιόλας εδώ, οι βιβλικές αναφορές στην Παναγία είναι λίγες. Θα περιορισθούμε σε μερικές μόνο πτυχές του θέματος, για να κλείσουμε με σύντομα συμπεράσματα.
Καταρχήν, μπροστά στο μυστήριο του Προσώπου της Μητέρας του Θεού, οι πατέρες ομολογούν την αδυναμία τους να εκφράζουν αυτά που αισθάνονται και βιώνουν και δεν βρίσκουν άλλη κατάλληλη γλώσσα παρά την υμνολογική, την δοξολογική.
Γράφει ενδεικτικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο οποίος και ανακεφαλαιώνει, συνοψίζει και αυξάνει την μέχρι αυτόν αντίστοιχη νηπτική παράδοση:
Εις την υπόθεσιν της ανωτέρας πάντων των αγίων Μητρός του Θεού… όχι μόνο ένας ρήτωρ, ο πλέον διαλεκτός από όλους, δεν ήθελε φθάσει να εγκωμιάση κατ’ αξίαν, αλλά αν ήταν δυνατόν να ευρεθούν και να γενούν ένα στόμα όλοι όσοι εσώθησαν με τον άφθορον τόκον της, πάλι δεν ήθελε φθάσουν ουδέ εις το ελάχιστον. Διότι, ανίσως και όλη η κτίσις δεν είναι ικανή να προσφέρη εις Αυτήν καν σήμερον δοξολογίαν, ωσάν έγινε μήτηρ του Κτίστου των απάντων, πώς ήθελε είναι ικανή η δύναμις μόνων των ανθρώπων, καν και ολονών είπης, να δοξολογήση τα μεγαλεία της; Και δεν ήθελε φανή ωσάν μικροτάτη ρανίδα έμπροσθεν εις μίαν άβυσσον δόξης; Ποίος νους ήθελε δυνηθή, δεν λέγω να χωρήση μέσα εις το βάθος αλλ’ ουδέ όλως να παρακύψη, καν εις τα προαύλια της θείας ταύτης σκηνής, δηλαδή της Παρθένου, εις την οποίαν εκατοίκησεν ο υπεράνω πάντων των όντων Θεός. ο των ουρανών Βασιλεύς3…
Αλλού, ο ίδιος Πατήρ λέγει, θαυμάζοντας το έργο που τελείται από τον Ίδιο τον Θεό μέσα από το πρόσωπο της Παναγίας:
Αλλ’ ω Θεομήτωρ Παρθένε, και ποίος λόγος δύναται να επαινέση το θείον σου κάλλος; Επειδή τα ειδικά σου χαρίσματα δεν περιορίζονται από λόγους και νοήματα, διότι υπερβαίνουν κάθε λόγον και διάνοιαν… Έτσι εσκήνωσε σ’ αυτήν απορρήτως και από αυτήν προήλθε σαρκοφόρος ο Λόγος του Θεού, θεουργώντας την φύση μας και χαρίζοντάς μας κατά τον θείον απόστολο αγαθά «στα οποία επιθυμούν να παρακυττάζουν άγγελοι». Κι αυτό είναι το υπερφυές εγκώμιο και η υπέρδοξη δόξα αυτής της αειπαρθένου, ενώπιον της οποίας ηττάται κάθε νους και λόγος, ακόμη και αγγελικός αν είναι. Τα δε μετά την απόρρητη γέννηση ποίος λόγος θα μπορέσει να εκφράσει4;
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, βλέποντας ότι κάθε «ύμνος ηττάται συνεκτείνεσθαι σπεύδων» απέναντι στα μεγαλεία της Θεοτόκου, καταλήγει:
Έστι μεν ανθρώπων ουδείς, ος κατ’ αξίαν την θεομήτορα ευφημήσαι δυνήσεται, ουδ’ ει μύριαι γλώσσαι συνέλθοιεν, των καθηκόντων επαίνων εφίκοιντο. Πάντα γαρ αυτή θεσμόν εγκωμίων υπέρκειται…5
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος και έγραψε χιλιάδες σελίδες για την Μητέρα του Θεού, γράφει και τα παρακάτω, τα οποία απηχούν την θεολογία των μεγάλων φιλοκαλικών πατέρων Μαξίμου του Ομολογητού, Ανδρέου Κρήτης και Γρηγορίου Παλαμά, και εξηγεί ότι αυτός ο θαυμασμός μπροστά στα μεγαλεία της Παναγίας οφείλεται στο μοναδικό Της ρόλο στην ένσαρκον οικονομία του Θεού:
Αν τα εννέα τάγματα των αγγέλων ήθελον κρημνισθή από τους ουρανούς, και να γενούν δαίμονες. Αν όλοι οι άνθρωποι εγένοντο κακοί. Αν όλα τα κτίσματα, ουρανός, φωστήρες, ιερείς, ζώα, ήθελον αποστατήσει κατά του Θεού. Όλαι αυταί αι κακίαι των κτισμάτων συγκρινόμεναι με το πλήρωμα της Αγιότητος της Θεοτόκου δεν εδύναντο να λυπήσουν τον Θεόν. Διότι μόνη η Κυρία Θεοτόκος ήτο ικανή να τον ευχαρίστηση κατά πάντα. Αυτή μοναχή, σταθείσα ανάμεσον Θεού και ανθρώπων, τον μεν Θεόν υιόν ανθρώπου εποίησε, τους δε ανθρώπους υιούς Θεού. Χωρίς την μεσιτείαν αυτής κανένας, ούτε άγγελος, ούτε άνθρωπος, δύναται να πλησίαση εις τον Θεόν, επειδή και αυτή ευρίσκεται μόνον μεθόριον αναμεταξύ της ακτίστου και κτιστής φύσεως. Αυτή μόνη είναι θεός αμέσως μετά τον Θεόν και έχει τα δευτερεία της Αγίας Τριάδος, ως ούσα Μήτηρ αληθώς του Θεού. και Αυτή μοναχή είναι, όχι μόνον ο θησαυροφύλαξ όλου του πλούτου της θεότητος, αλλά και ο διαμοιραστής εις όλους, και αγγέλους και ανθρώπους, όλων των από Θεού διδομένων εις την κτίσιν υπέρ φυσικών ελλάμψεων και θείων και πνευματικών χαρισμάτων. Και δεν είναι τινάς που να την επεκαλέσθη με πίστιν και να μην του υπήκουσε με ευσπλαχνίαν. Αυτός ο Υιός του Θεού και αγαπητός Υιός της Παρθένου έδωκε τη μητέρα Του δια μητέρα μας και συνήγορον να μας βοηθή προς σωτηρίαν μας6.
Μια, πράγματι, τολμηρή γλώσσα, η οποία προκαλεί την αντίδραση των θεολόγων της εποχής και αναγκάζει τον Άγιον Νικόδημο να απαντήσει με μια απολογία. Στην απολογία αυτή θεμελιώνει τις απόψεις του πάνω σε κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, ανάμεσα στους οποίους σημαντική θέση κατέχει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Από τον εκτεταμένο δεύτερο Λόγο του εις τα Εισόδια της Θεοτόκου αναφέρει και το έξης κείμενο του μεγάλου ησυχαστή θεολόγου.
Αύτη πρώτη δεχόμενη το πλήρωμα του τα σύμπαντα πληρούντος καθίστησε τοις πάσι χωρητόν κατά το μέτρον της εκάστου καθαρότητος, ώστε προς αυτήν οράν τας ανωτάτω Χερουβικάς Ιεραρχίας, απλώς πάσι τε και πάσαις κατά το μέτρον του προς αυτήν απαθούς και θείου πόθου και του αΰλου και αλήκτου έρωτος έψεται και η του θείου φωτισμού τανότης… Ουκούν αυτή μόνη μεθόριον έστι κτιστής και ακτίστου φύσεως και ουδείς αν έλθοι προς Θεόν ειμή δι’ αυτής. Και ουδέν των εκ Θεού δωρημάτων, ειμή δι’ αυτής7.
Η θεολογική και υμνολογική αυτή τόλμη των νηπτικών πατέρων βασίζεται όχι μονάχα στην διδασκαλία και στις ιστορικές πληροφορίες περί της Θεοτόκου, αλλά κυρίως στην προσωπική εμπειρία της σχέσεώς τους με την ίδια την Μητέρα του Θεού. Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς αισθάνεται δειλίαν μπροστά στην δόξα, το κάλλος και τα μεγαλεία της Θεοτόκου, αλλά παίρνει θάρρος ενθυμούμενος τις εμφανίσεις της Παναγίας προς αυτόν και τις πλούσιες δωρεές της, τις οποίες ομολογεί με ευγνωμοσύνη, αφού όταν έγραφε, ήταν νωπές στην μνήμη του.
Και οι χάριτες -γράφει ο άγιος- όπου έλαβον από Αυτήν έως τώρα, και προς τούτας η ακένωτος της Παρθένου φιλανθρωπία υπόσχονται να μοι συγχωρήσουν δια τούτο. Επειδή και Αυτή ωσάν μια ψυχή, συγκρατεί όλους της τους υπηκόους, και ευρισκομένη πάντοτε κοντά εις όλους όπου την επικαλούνται, τελεί πάντα προς το συμφέρον με την ακατάπαυστον προς τον Υιόν της πρεσβείαν, καθώς ημείς εμπράκτως εγνωρίσαμεν, και έχομεν την πίστιν βεβαιοτέραν από τα αγαθά όπου αυτή μας εχάρισεν8.
Αναφέρουμε ως προς αυτό και μια συγκινητική ενός συγχρόνου νηπτικού πατρός μαρτυρία. Πρόκειται για τον Όσιο Σιλουανό, ο οποίος γράφει σχετικά:
Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν τω πνεύματι γνωρίζω την άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην της δι’ ημάς. Άνευ της ευσπλαχνίας της, η ψυχή μου θα απώλετο προ πολλού. Εκείνη όμως ηυδόκησε να με επισκεφθή και να με νουθετήση, ίνα μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι, και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ’ η ψυχή μου δεν δύναται να λησμονήση εκείνην την γλυκείαν φωνήν και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού. Και. Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν με απεστράφη βεβυθισμένον εις την αμαρτίαν, αλλά επεσκέφθη εμέ ελεημόνως και με εσυνέτισε9.
Το βασικό κίνητρο της προσωπικής αυτής σχέσεως και της θεολογίας ή μάλλον υμνολογίας των νηπτικών πατέρων είναι ο απαθής πόθος τους, που τους ελκύει προς την Παναγία. Χαίροις, Μαρία, γλυκύτατον της Άννης θυγάτριον -γράφει ο Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός- προς σε γαρ αύθις ο πόθος ανθέλκει με… Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς μιλάει και αυτός περί του απαθούς και θείου πόθου και περί του αΰλου και αλήκτου έρωτος. Ο Άγιος Νικόδημος γράφει πάλι. Ω, γλυκυτάτη και πράγμα και όνομα Μαριάμ, τί πάθος είναι τούτο, όπου αισθάνομαι εις τον εαυτόν μου; εγώ δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου. Όσον γαρ περισσότερον τα επαινώ, τόσο περισσότερον τα ορέγομαι, και ο πόθος μου επ’ άπειρον προβαίνει, και η επιθυμία μου ακόρεστος γίνεται. διό και πάλιν επιθυμώ να τα επαινέσω10.
Πρόκειται για μια αγαπητική σχέση παρόμοια μ’ εκείνη που ποθούν οι πατέρες οι φιλοκαλικοί να έχουν με τον Ίδιο τον Θεόν και στην οποία η Παναγία ανταποκρίνεται χωρίς καθυστέρηση. Η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματός της γλυκαίνη την καρδίαν μου.
Άλλος σύγχρονος αγιορείτης μοναχός, ο Αθανάσιος Ιβηρίτης, εκφράζει με τους ίδιους όρους την χάριν που λαμβάνει η ψυχή του μπροστά στην θεωρία του μυστηρίου της ενσάρκου οικονομίας:
Τρυφή ουράνια και απόλαυσις υπερκόσμιος η στιγμή, καθ’ ην ο άνθρωπος σκέπτεται το μυστήριον της ενσάρκου οικονομίας με όργανον την Παναγίαν Παρθένον. Η Μαρία με τον Ιησούν, ο Ιησούς με την Μαρίαν, τα δύο αυτά πάνσεπτα και γλυκύτατα ονόματα, ιδού ο Παράδεισος11.
Από αυτή τη βιωματική εμπειρία των νηπτικών πατέρων πηγάζει η αναφερόμενη πλουσιότατη θεοτοκολογία ή μαριολογία, η οποία εκφράζεται σε γλώσσα αποφατική, υμνολογική, ποιητική. Η αγάπη τους προς την Παναγία είναι εκείνη που ανοίγει τους πνευματικούς οφθαλμούς να γνωρίζουν το μυστήριο. Αδυνατούμε να συλλάβουμε τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών… λέγει πάλι ο Άγιος Σιλουανός. Η αγάπη είναι το μοναδικό κίνητρο που ωθεί τους πατέρες να γνωρίζουν το μυστήριο και να θεολογούν, επειδή η γνώση και η θεολογία γι’ αυτούς είναι μέθεξη, είναι συμμετοχή, κοινωνία, αγαπητική σχέση. Απ’ εδώ και ο πόθος να γνωρίζουν.
Παρατηρώντας, με κάποιο παράπονο, ότι η Γραφή μας προσφέρει πολύ πενιχρές πληροφορίες για την Παναγία, ο ίδιος όσιος πατήρ γράφει:
Αι ψυχαί ημών έλκονται να γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ’ εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριόν Σου. Και συνεχίζει χαρακτηριστικά. Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις Της, ούτε την αγάπην της προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Της κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν αυτά12.
Η ταπεινοφροσύνη τους από την μια πλευρά, και ο απαθής πόθος τους, από την άλλη πλευρά, οδηγούν τους νηπτικούς πατέρες στην τόλμη να προσεγγίσουν το μυστήριο και να το γνωρίσουν, χάρη στην αποκάλυψη την οποία προϋποθέτει η μέθεξη στην θεία πραγματικότητα. Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ’ η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι να γράφω έστω και ολίγους λόγους δι’ Αυτήν, γράφει ο Άγιος Σιλουανός, εκφράζοντας όλην την νηπτική παράδοση.
Πολύ σημαντικό είναι και το τι ποθούν οι νηπτικοί πατέρες να μάθουν και να γνωρίζουν για την Παναγία. Τίποτα άλλο παρά την αγάπη Της προς αυτούς και προς τους συνανθρώπους τους. Οι νηπτικοί πατέρες δεν αναζητούν θεωρητικές γνώσεις, πληροφορίες, ούτε απαντήσεις σε επιστημονικές ερωτήσεις. Ως πρόσωπα που αγαπούν θέλουν να γνωρίσουν και να ζουν την αγάπη του αγαπημένου προσώπου. Και λαμβάνουν την απάντηση στον πόθο τους αυτό κατά το μέρος της αντίστοιχης πνευματικής τους προετοιμασίας μέσα από μια συνεχή προσωπική θεία αποκάλυψη.
Το μόνο που γράφει και ομολογεί με κάθε βεβαιότητα για την Παναγία ο Άγιος Σιλουανός είναι η αγάπη Της για όλο τον κόσμο:
Και παρ’ όλον ότι ή ζωή της Θεοτόκου, ως εάν εκαλύπτετο υπό αγίας σιγής, όμως ο Κύριος εφανέρωσεν εις την Εκκλησίαν ημών, ότι Αυτή περιβάλλει όλον τον κόσμον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει όλους τους λαούς της γης, και ως και ο Υιός Της, τους πάντας σπλαχνίζεται και ελεεί. Και κλείνει. Ω, εάν θα γνωρίζομεν ποτέ, οπόσον αγαπά η Παναγία πάντας, όσοι φυλάττουν τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δι’ εκείνους, οι οποίοι δεν μετανοούν. Τούτο εδοκίμασα εκ πείρας μου13.
Η αγαπητική σχέση με την Παναγία την οποία τόσον ποθούν οι νηπτικοί πατέρες μεταφράζεται σε θεία μέθεξη και κοινωνία. Για όλους, ανεξαιρέτως, η Παναγία είναι η πηγή θείας Χάριτος. Ιδού τι γράφει ο Θεοφάνης ο Ομολογητής:
Την Θείαν Χάριν προμηθεύει και μοιράζει στον κόσμο ο Παράκλητος. Και έχει ως πρώτον δοχείον την ανθρώπινή μας φύση που ο Σωτήρας παρέλαβε εκ της Παρθένου. Ενώ η ουράνια σκηνή της Μητέρας του Θεού είναι το δεύτερο, αμέσως μετά απ’ Εκείνο. Επειδή ο Θείος Λόγος, ο δωρητής δια της φύσεως του Πνεύματός Του γεμίζει μ’ Αυτό πρώτο το δικό Του το σπίτι και ναό και έπειτα, από εκεί, το Πνεύμα το Άγιο, πηγάζοντας σαν από πηγή, περνά και στο δεύτερό Του σπίτι και ναό, που είναι η Μήτηρ Του.
Ένας σύγχρονος μακαριστός ρουμάνος μοναχός, ο π. Δοσίθεος Μοράριου, σε σημαντικότατο βιβλίο του περί της θείας Χάριτος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, γράφει αναφορικά με τον ουσιαστικό ρόλο της Παναγίας στην συνεχή σωτήρια θεία οικονομία:
Είναι αδύνατον, και για μας τους ανθρώπους και για τους αγγέλους να γινόμαστε μέτοχοι των δωρεών του Θεού, με άλλο τρόπο, έκτος από την μεσιτεία της Παναγίας Θεοτόκου, επειδή η ανθρώπινη σάρκα του Υιού του Θεού είναι ενωμένη με την σάρκα Της. Γι’ αυτό και οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι καθώς ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ει μη δι’ Υιού, το ίδιο και προς τον Υιόν, την πηγή της Χάριτος, ουδείς έρχεται ει μη δια της Μητρός Αυτού14.
Και πάλι, ο ίδιος πατήρ γράφει συμπερασματικά: Η Μήτηρ του Θεού, δια τον μοναδικό θεϊκό Της ρόλο στην ένσαρκον σωτηριώδη οικονομία, με το γεγονός ότι έδωσε σάρκα εκ της σαρκός Της στον Υιό του Θεού, φτάνει στην πιο υψηλή μορφή ενότητος του ανθρώπου με τον Θεό επί της γης, είναι το πρώτο ανθρώπινο πρόσωπο πλήρως ενωμένο με τον Θεό. Με το να είναι πλήρως θεοποιημένη και βρισκόμενη στην κορυφή της ιεραρχίας πάντων των αγίων, Αυτή κατέστη θησαυρός της θείας χάριτος, από τον οποίο κατά την θεία δικαιοσύνη και βουλή λαμβάνουν όλα τα κτίσματα15.
Όπως προέκυψε και από τις μέχρι τώρα παραπομπές σε νηπτικά κείμενα, το ενδιαφέρον των νηπτικών πατέρων απέναντι στο πρόσωπο της Παναγίας αφορά όχι μόνο την συμμετοχή Της στην ενσάρκωση του Λόγου και Υιού του Θεού, αλλά και το παρόν έργο Της στην ζωή τους και γενικά στην ζωή των χριστιανών. Η Παναγία είναι η πρώτη που οι πατέρες επικαλούνται σαν μεσίτρια στις προσευχές τους και, όπως μαρτυρούν οι ίδιοι, Αυτή ανταποκρίνεται με μεγάλη προθυμία. Σε συνομιλία του με τον Όσιο Μάξιμο τον Καψοκαλύβη, ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης τον ρωτάει εάν κρατεί την νοεράν προσευχήν και λαμβάνει την εξής απάντηση.
Δεν θέλω σου κρύψη, τίμιε Πάτερ, το θαύμα της Θεοτόκου, όπου έγινεν εις εμέ. εγώ εκ νεότητός μου είχον πολλήν πίστιν εις την κυρίαν μου Θεοτόκον και την επαρακαλούσα μετά δακρύων να μου δώση αυτήν την χάριν της νοεράς προσευχής. και μίαν των ημερών πηγαίνοντας εις τον ναόν της, καθώς είχα συνήθειαν, την επαρακαλούσα πάλιν με άμετρον θερμότητα της καρδίας μου. και εκεί όπου ασπαζόμουν με πόθον την αγίαν εικόνα της, παρευθύς αγροίκησα εις το στήθος μου και εις την καρδίαν μου μίαν θερμότητα και φλόγα, όπου ήλθεν από την αγίαν εικόνα, όπου δεν έκαιεν, αλλά με εδρόσιζε και εγλύκαινε και έφερνε εις την ψυχήν μου μεγάλην κατάνυξιν. από τότε πλέον, Πάτερ, άρχισεν η καρδία μου να λέγη από μέσα την προσευχήν και ο νους μου να γλυκαίνεται εις την ενθύμησιν του Ιησού μου και της Θεοτόκου μου και να είναι πάντοτε μαζί με την ενθύμησιν αυτών. και πλέον από εκείνον τον καιρόν δεν έλειψεν η προσευχή από την καρδίαν μου. συγχώρησόν μοι16.
Κάθε βράδυ όπου επήγαινε δια να κοιμηθή επροσεύχετο, και άρχισε να θερμαίνεται η καρδιά του και να του έρχεται κατάνυξις και να τρέχουν από τα μάτια του, δάκρυα περισσά και να κάνη συχναίς φοραίς γονυκλισίαις πολλαίς και να λέγη και άλλας ευχάς εις την Θεοτόκον με αναστεναγμούς και με πόνον καρδίας. και του εφαίνετο πως παραστέκεται έμπροσθεν εις τον Κύριον σωματικώς…
Θα κλείσω με μερικά σύντομα συμπεράσματα.
1.Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στην νηπτική θεολογία -η οποία είναι αντιπροσωπευτική για την ορθόδοξη θεολογία- βρίσκουμε μια πολύ αναπτυγμένη θεοτοκολογία
2.Η όλη φιλοκαλική διδασκαλία περί της Θεοτόκου και του ρόλου Της στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας βασίζεται μεν στις σχετικές βιβλικές διηγήσεις, αλλά κατανοείται και επιβεβαιώνεται, εμβαθύνεται και αυξάνεται, μέσα από την αγιοπνευματική εμπειρία της προσωπικής σχέσεως των νηπτικών πατέρων με την Μητέρα του Θεού.
3.Αυτή η προσωπική σχέση εν Αγίω Πνεύματι είναι σχέση αγαπητική, η οποία έχει ως κίνητρο και τέλος τον απαθή πόθο.
4.Ερμηνεύοντας την βιβλική ιστορία κάτω από το φως της προσωπικής θείας εμπειρίας, οι φιλοκαλικοί πατέρες αποδίδουν στην Μητέρα του Θεού σημαντικότατο ρόλο στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας, και μιλούν για την ουσιαστική συμβολή Της, πρώτα με τον ενάρετο βίο Της, δια του οποίου έλκυσε την αγάπη του Θεού, δεύτερον, δια την χωρίς δισταγμόν ελεύθερη συγκατάθεσή Της στην θεία βούληση, και τρίτο, δια της συνεχούς μεσιτείας Της, ως πρεσβεύουσα υπέρ ημών, αλλά και ως πηγάζουσα θείας χάριτας προς την ανθρωπότητα. Οι πατέρες δεν έχουν καμιά απολύτως επιφύλαξη να χαρακτηρίζουν και να ονομάζουν την Παναγία, χάρι στο ρόλο Της στην ένσαρκο θεία οικονομία, ως μετά Θεόν θεό.
5.Για τους φιλοκαλικούς πατέρες, η Παναγία δεν είναι μόνο παρελθόν, αλλά και παρόν. Δεν είναι μια ιστορική προσωπικότητα η οποία κάποτε έπαιξε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά είναι μια ζωντανή παρουσία, ένα ζωντανό πρόσωπο, πάντοτε παρόν, με το οποίο ποθούν να βρίσκονται σε συνεχή αγαπητική σχέση.
6.Η θεοτοκολογία των νηπτικών πατέρων συμφωνεί πλήρως μ’ εκείνη που προβάλλουν και εκφράζουν η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, η υμνολογία και η αγιογραφία της Εκκλησίας, η πνευματική ζωή των πιστών μας, αλλά δεν βρίσκει την ίδια απήχηση στην ακαδημαϊκή επιστημονική θεολογία, η οποία διστάζει ακόμη, με σπάνιες εξαιρέσεις, να υιοθετήσει τη νηπτική-φιλοκαλική παράδοση και τις αρχές της ως ερμηνευτικό και επιστημονικό κριτήριο.
Σημειώσεις
1.Αναφορικά με τη θέση που κατέχουν στη λατρευτική εκκλησιαστική και θεολογική φιλολογία, το πρόσωπο της Παναγίας και ο ρόλος της στην ένσαρκον θεία οικονομία γράφει ο π. Θεόκλητος Διονυσιάτης. «Διάστικτα από τους ύμνους και τις ικεσίες προς την Θεομήτορα, σε μορφή τροπαρίων, είναι τα λειτουργικά μας βιβλία. Παρακλητική, Τριώδιον, Μηναία, Ωρολόγιον, με τους Παρακλητικούς Κανόνες, τον αριστουργηματικόν Ακάθιστον και σε χιλιάδες ανέρχονται οι ποιητικοί στίχοι, που αναφέρονται στην Θεοτόκον, εκτός των αναρίθμητων θεολογικώτατων Λόγων των θείων Πατέρων, που εγκωμιάζουν την Μητέρα του Θεού, αφού και τα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας, με το όνομα της Παναγίας αχράντου, Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας αρχίζουν και τελειώνουν». Από το βιβλίο Μαρία η Μητέρα του Θεού (Μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέρων), Θεσσαλονίκη, 1988, σ. 30.
2.Είναι γεγονός ότι η ορθόδοξη θεολογία αποφεύγει την χρήση του τεχνικού όρου μαριολογία με την σωστή δικαιολογία ότι αυτός μπορεί να παραπέμπει σε μια κάπως αυτόνομη περί Παρθένου διδασκαλία. Είναι και ο λόγος για τον οποίον προτείνουμε τον όρο θεοτοκολογία, ο οποίος αποκλείει κάθε αυτόνομη ερμηνεία και προοπτική, παρ’ όλο που η συστηματική μας θεολογία χρησιμοποιεί, κυρίως στα δογματικά εγχειρίδια, τεχνικούς όρους οι οποίοι παρουσιάζουν παρόμοιους κινδύνους. βλ. ανθρωπολογία, κοσμολογία, κλπ. Η ορθόδοξη θεολογία είναι κατ’ εξοχήν χριστοκεντρική και δεν εννοείται αυτόνομη ανάπτυξη της περί Παναγίας διδασκαλίας. Επιμένουμε συνειδητά να χρησιμοποιήσουμε ένα αντίστοιχο τεχνικό όρο επειδή πιστεύουμε ότι αυτός απαιτείται από την ίδια την πραγματικότητα.
3.Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Παλαμάς), Θεσσαλονίκη, 1984, σ. 117.
4.Ομιλία ΛΖ’ στην Πάνσεπτη Κοίμηση της Πανυπέραγνης Δέσποινας μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, Γρηγορίου Παλαμά, Έργα Τόμος 10, Πατερικαί Εκδόσεις (Γρηγόριος ο Παλαμάς), Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 445.
5.Πολύτιμον βοηθόν στη σύνταξη αυτής της εισηγήσεως είχα το περιεκτικότατο και μοναδικό στο είδος του βιβλίο του γνωστού σύγχρονου αγιορείτη μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, με τίτλο Μαρία η Μητέρα του Θεού (μέσα από την θεολογία και την Υμνολογία των αγίων Πατέρων), Θεσσαλονίκη 1988, από το οποίο και παραπέμπω αρκετά από τα πατερικά κείμενα στην μετάφραση του συγγραφέα. Έτσι εξηγείται και η ανομοιομορφία της ελληνικής γλώσσας του κειμένου μου, και ζητώ την κατανόησή του.
6.Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 21.
7.Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 118.
8.Λόγος εις τα Εισόδια της Θεοτόκου, σ. 116.
9.Στο βιβλίο του Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Μαρία η Μητέρα του Θεού, σ. 44.
10.Αύτοθι, σ. 2.
11.Αύτοθι, σ. 16.
12. Αύτοθι, σ. 42.
13. Αύτοθι, σ. 43.
4. Arhimandrit Doso
16. Από τον βίον του Οσίου Πατρός ημών Μαξίμου του ονομαζομένου Καψοκαλύβη, Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος Πέμπτος, σ. 104.
17. Φιλοκαλία, Τόμος Πέμπτος, σ. 75.
ΠΗΓΗ: ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
http://www.impantokratoros.gr/B7C53CB4.el.aspx
Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Μη μέτρει σεαυτόν εν παντί έργω σου»
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
«Μη μέτρει σεαυτόν εν παντί έργω σου» (Αββάς Ησαΐας)
Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη
Μην κάθεσαι να κρίνης τον εαυτό σου για κάτι που έχεις κάνει – κάλο, κακό, αρετή, αμαρτία, ή να τον συγκρίνεις με τους άλλους.
Πόσες φορές το αντιμετωπίζουμε αυτό! Ας επιλανθανώμεθα των όπισθεν και ας μην μας ενδιαφέρη το τι κάναμε. Διότι, εξετάζοντας τι κάναμε, ανακαλύπτουμε ότι κάναμε κάτι σπουδαίο ή κάτι κακό, κάτι μεγαλύτερο και ωραιότερο και επιτυχέστερο από αυτό που κάνει ο άλλος, ή κάτι μικρότερο. Είτε καθ’ εαυτό το κρίνουμε είτε εν σχέσει προς τον άλλον, θα περιπέσωμε σε μια από τις δύο παγίδες: ή στην υπερηφάνεια, αν θα είναι καλό η καλύτερο, ή στην απογοήτευση, στην κακομοιριά, στην κατάπτωσι της υπάρξεως μας, αν δεν είναι καλό. Διότι, όσο και αν νομίζουμε ότι είμαστε ώριμοι, όσο και αν πιστεύουμε ότι έχομε δύναμι, μέσα μας φέρομε την αδυναμία του Αδάμ και της Εύας, το εύθραυστο εγώ, που μας κληροδότησαν οι προπάτορες μας.
Για να μένης λοιπόν ατάραχος στους λογισμούς σου, ποτέ μην κάθεσαι να λογαριάσης τι έκανες. Αυτό ισχύει για κάθε τι που μας συμβαίνει.
Πως όμως θα εξομολογηθώ, εάν δεν κρίνω; Στην εξομολόγηση δεν κάνω ανάλυσι των έργων μου, αλλά αναφορά των αμαρτημάτων μου. Αυτό είναι διαφορετικό, διότι δεν αξιολογώ τα έργα μου, απλώς τα αναφέρω. Δεν κάθομαι προηγουμένως να σκεφθώ τι έκανα και τι δεν έκανα, διότι αυτό δημιουργεί πνιγηρή ατμόσφαιρα στην ψυχή μου.
Εάν διαπιστώσουμε ότι πάμε καλύτερα, καταλαβαίνετε σε τι βαθμό εγωισμού μπορούμε να πέσουμε. Το «μη μέτρει σεαυτόν εν παντί έργω σου» είναι πραγματική σοφία. Οι περισσότεροι, όταν πέφτωμε, πέφτομε και γι’ αυτόν τον λόγο, ή τον χρησιμοποιούμε για να δικαιολογούμε τα πάθη μας. Αμάρτησα, λόγου χάριν, μια φορά και μετά λέγω: Τι ωφελεί τώρα να μετανοήσω; Τι κακομοιριά! Πόσο καταρρακώνεται έτσι το είναι μας!
http://isagiastriados.com
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το νόημα της ζωής
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Το νόημα της ζωής
Μοναχού Μωυσή, Αγιορείτου
Μερικοί λένε πως η ζωή μας είναι αρκετά σύντομη. Νομίζουμε όμως πως από μόνοι μας συντομεύουμε το χρόνο της ζωής μας από την κατάχρηση, την παράχρηση και την ηθοφθορία.
Αν τη ζωή τη χρησιμοποιήσουμε με σεβασμό, περίσκεψη και φειδώ είναι σίγουρα αρκετά μεγάλη. Ο άνθρωπος γενικά δεν εκτιμά το χρόνο, τον αφήνει να κυλά ανεκμετάλλευτα, το σπαταλά εύκολα, δεν τον αξιοποιεί, δεν τον χρησιμοποιεί χρήσιμα. Οι άνθρωποι ζουν συχνά ως επιγείως αθάνατοι. Δεν εξαγοράζουν τον καιρό, παρά το ότι οι ημέρες είναι αρκετά πονηρές. Ο χρόνος μακραίνει όσο ο άνθρωπος αυξάνεται πνευματικά, όσο πλησιάζει το βάθος και την ιερότητα του νοήματος της ζωής.
Μερικοί γέρασαν χωρίς να ζήσουν όντας γέροι και νέοι γέρασαν προτού να μεγαλώσουν. Φοβούνται το θάνατο, παρότι δε γνωρίζουν να ζήσουν. Χάνουν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους δίχως να τη ζήσουν. Δεν ξέρουν ούτε τι είναι ζωή, ούτε τι είναι θάνατος, ούτε πιο είναι το ουσιαστικό νόημα της ζωής του ανθρώπου. Το θάνατο πιο πολύ το φοβούνται όσοι ελέγχονται από τη συνείδησή τους, όσοι δεν βελτίωσαν την πνευματική τους ταυτότητα, όσοι παρασύρθηκαν από τις ηδονές του βίου. Η πνευματικότητα του ανθρώπου αντιστέκεται ισχυρά στη φθορά και στη βλαπτικότητα που μπορεί να προκαλέσει ο χρόνος. Η γαλήνη στην ψυχή του ανθρώπου μπορεί να σκηνώσει μόνιμα μόνο κατόπιν σκληρού διωγμού της κακίας. Η εμπιστοσύνη στη θεία πρόνοια θα συνδράμει σημαντικά σ’ αυτή την επίτευξη.
Ο φιλόσοφος Σενέκας λέγει πως «το θέμα όμως δεν είναι ότι έχουμε λίγο χρόνο ζωής, αλλά ότι σπαταλάμε μεγάλο μέρος του». Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί στο κυνηγητό της ηδονής, της πολυτέλειας, της δόξας και της ευδαιμονίας δεν θα καταλάβει πώς πέρασε μια ολόκληρη ζωή. Η ακόρεστη φιλοχρηματία, η μέθη, η οκνηρία, η φιλοδοξία, η απληστία, η ραδιουργία ταλαιπωρούν πολύ τον εραστή τους. Τα πάθη δεν αφήνουν τον εργάτη τους να δει την αλήθεια. Οι απολαύσεις καθηλώνουν τον άνθρωπο χαμηλά και δεν τον αφήνουν να ανυψωθεί από τα γήινα. Πολλοί θαυμάζουν τους πλούσιους, δεν γνωρίζουν όμως τι φουρτουνιασμένες θάλασσες κουβαλούν μέσα τους. Πολλοί λίγοι θα μπορούσαν άνετα να πουν πως είναι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους αρκετά. Δεν του έδωσαν τον χρόνο που δίκαια ήθελε, δεν τον άκουσαν προσεκτικά, δεν τον είδαν κατάματα, δεν τον ανέκριναν αυστηρά, δεν τον γνώρισαν ποτέ καλά. Για αυτό δεν ήσουν ήρεμος, ατάραχος, άφοβος και υπομονετικός. Λησμονήσαμε για τα καλά ότι είμαστε θνητοί και περαστικοί από εδώ.
Όσο και αν ξεγελά με διάφορους τρόπους ο άνθρωπος τον εαυτό του, πάντα κατά βάθος θα ζητά την πραγματική ανάπαυση. Ένας σοφός ρωμαίος αυτοκράτορας χαιρόταν και μόνο στη σκέψη του πότε θα απαλλαγεί του μεγαλείου του θρόνου του για να αναπαυθεί αληθινά. Όταν ο άνθρωπος ασχολείται με πολλά, μεριμνά και τυρβάζει, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί κάπου και να αποδώσει, δεν έχει καιρό να ζήσει ελεύθερα. Πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι από το παρελθό και το παρό. Προσπαθούν να ζήσουν ένα καλύτερο μέλλο, δίχως να κάνουν όμως τίποτε το σημαντικό γι’ αυτό. Η ζωή κυλά και ο άνθρωπος βυθισμένος στις πολλές ασχολίες του δεν τον παρατηρεί. Απορεί πώς πέρασαν τόσο γρήγορα τόσα χρόνια. Πιο σύντομη βρίσκουν τη ζωή σίγουρα οι πολυάσχολοι άνθρωποι.
Στη ζωή δίνουμε εξετάσεις. Αν νικήσαμε τα πάθη μας, αν αγαπήσαμε την αγάπη, αν μισήσαμε την κακία, αν γνωρίσαμε τον εαυτό μας, αν συναντήσαμε το Θεό. Τότε έχουμε βρει το σκοπό, το στόχο, το νόημα της ζωής. Έχουμε κερδίσει τις εξετάσεις. Αισθανόμεθα μύρο αιωνιότητος. Δε φοβόμαστε το θάνατο. Δε μας κουράζει η ζωή. Μετανοούμε. Ελπίζουμε. Χαιρόμαστε.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
«Πνεύμα αργολογίας μη μοι δώς»
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
«Πνεύμα αργολογίας μη μοι δώς»
Μιχαήλ Ε. Μιχαηλίδη
Όποιος ελέγχει τον εαυτό του, είναι προσεκτικός στα λόγια του. Ούτε πολυλογεί, ούτε φλυαρεί. Η πολυλογία γεννάει τη φλυαρία και η φλυαρία γεννάει την κακολογία, την κατάκριση, την περιαυτολογία και άλλα πολλά κακά.
«Εκ πολυλογίας ούκ εκφεύξη αμαρτίαν» (Παροιμ. Ιʼ 19). Απó την πολυλογία είναι αδύνατο να ξεφύγεις την αμαρτία.
Ο φιλόκοσμος με την εξωστρέφειά του, βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τους γύρω του. Ο φιλήσυχος – ο φίλος της πνευματικής «ησυχίας» – διαλέγεται με τον εαυτό του. Ο πρώτος στερείται αυτογνωσίας, γιατί, καθώς λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «ο πολύλογος ούπω απέγνω εαυτόν ως δει, ενώ «ο σιωπής φίλος προσεγγίζει Θεώ». Είναι φοβερές οι συνέπειες της πολυλογίας: «Πολυλογία έστι κενοδοξίας καθέδρα, αγνωσίας τεκμήριον, καταλαλιάς θύρα, ευτραπελίας χειραγωγός, ψεύδους υπουργός, κατανύξεως διάλυσις».
Πόσο όμορφη και κατανυκτική η ευχή του οσίου Εφραίμ του Σύρου! «Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και αργολογίας μή μοι δως».
Πλάι στα πνεύματα – τους φωτεινούς αγγέλους των αρετών – κινούνται τα σκοτεινά πνεύματα της αμαρτίας. «Κατά κανόνα, ο αγώνας κατά του πνεύματος ενός πάθους, είναι πολύ δυσκολότερος, παρά εναντίον αυτού του ίδιου του πάθους», γράφει ο Αρχιεπίσκοπος Χερσώνος και Ταυρίδος Ιννοκέντιος. Και αν κάποτε το πάθος νικηθεί, το πνεύμα θα συνεχίσει τον πόλεμο».
Τί σημαίνει, λοιπόν, λόγος «αργός»; Σημαίνει λόγια περιττά, ασύνετα, ανώφελα, απερίσκεπτα, άκαιρα . . . Την ίδια λέξη χρησιμοποίησε και ο Κύριος, ο οποίος δίδαξε ότι, «παν ρήμα αργόν ο εάν λαλήσωσιν οι άνθρωποι, αποδώσουσι περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως» (Ματθ. ΙΒʼ 36).
Και μόνο τούτο το λόγο του Κυρίου εάν συνειδητοποιούσαμε, είναι σίγουρο πως πολύ λιγότερο θα αμαρτάναμε. Η αργολογία είναι ένας πολύ ύπουλος και πονηρός εχθρός. Κρυφοσέρνεται παντού σαν το φίδι. Καμουφλάρεται και υποκρίνεται με χίλιες μορφές. Άλλοτε εμφανίζεται σε μια σοβαροφάνεια, άλλοτε με το πρόσχημα της συμβουλής και άλλοτε με την πρόφαση της αγάπης και του ενδιαφέροντος.
Σε τούτες τις περιπτώσεις η αργολογία παίρνει μια αποκρουστική και ευτελιστική μορφή, γιατί όπου υποκρισία, εκεί και χαμέρπεια και ποταπότητα. Όταν μάλιστα χρωματίζεται με κάποια ελαφρότητα η ευτραπελία, τότε καταντάει παρανοϊκό παραλήρημα.
Παντού, απαραίτητο το μέτρο, ή «μεσότης», όπως τη λένε οι άγιοι Πατέρες. «Ούτε γαρ μακρολογητέον ποτέ, ούτε πολυλογητέον, ούτε αδολεσχητέον», παρατηρεί ο σοφός Κλήμης ο Αλεξανδρέας. Ούτε μακρολογία, ούτε πολυλογία, ούτε ακατάσχετη φλυαρία.
«Κεφαλαίωσον λόγον εν ολίγοις» (Σοφ. Σειρ. ΛΒʼ 8). Συγκεφαλαίωσε και κάμε περίληψη (σύνοψη) γι΄ αυτά που θα πεις. Συχνά τα πολλά είναι αποτυχία. Τα λίγα και μετρημένα είναι επιτυχία.
Διηγούνται πώς ο αββάς Αμμώης όταν πήγαινε στην εκκλησία, δεν άφηνε το μαθητή του να βαδίζει πλάϊ του, αλλά μόνο από μακρυά. Αν στο μεταξύ τον πλησίαζε για να τον ρωτήσει για τίποτε λογισμούς του, μόλις τους έλεγε, τον έδιωχνε και πάλι, λέγοντάς του με διάκριση: «Δε σ΄ αφήνω κοντά μου, μήπως, καθώς μιλάμε για ψυχική ωφέλεια, εισχωρήσει και ξένη κουβέντα στη συζήτησή μας»!
Η βραχυλογία και η σιωπή είναι η καλύτερη απολογία των σοφών, των αγίων και των δυνατών. Η αργολογία έχει το στοιχείο της ανωριμότητας. Λοιπόν; «μη εις φλυαρίας και ανοήτους ομιλίας τον καιρόν καταδαπανώμεν», λέγει ο ιερός Χρυσόστομος.
Ναι, Κύριε και Δέσποτα της ζωής μου, «πνεύμα αργολογίας μη μοι δώς».
http://isagiastriados.com
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ανθρώπινη ομορφιά και Ορθοδοξία
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Σάββα Ἀλεξάνδρου
Ο Μέγας Ἀντώνιος, ἀναλύοντας τήν ἔννοια τοῦ Θεοῦ, ἀναφέρει: «Ὁ Θεός εἶναι ἡ εὐτυχισμένη φύση, ἡ ὑπερτέλεια τελειότητα, ἡ πανέμορφη καί καλοσυνάτη δημιουργική αἰτία ὅλων τῶν ὄντων». Ἑπομένως ὁ Θεός προβάλλει στήν Πατερική Γραμματεία ὡς ἡ πηγή τῆς ὀμορφιᾶς τόσο τῆς ἀνθρώπινης ὅσο καί τῶν κτισμάτων εὐρύτερα.
Γιά τούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχουν δυό εἴδη ὀμορφιᾶς. Ἡ σωματική καί ἡ ψυχική ἤ νοητική. Ἡ Ὀρθοδοξία μας καταφάσκει καί τίς δυό ὄψεις της. Νά τονίσουμε πώς αὐτή ἡ ἀντίληψη σχετίζεται μέ τή θέση τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ διφυοῦς τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρει: «ὁ ἄνθρωπος εἶναι κράμα ὑλικό καί πνευματικό. Εἶναι ὕλη, διότι ἔχει σῶμα θνητό ἀλλά εἶναι καί πνεῦμα, γιατί ἔχει ψυχή ἀθάνατη. Ἔτσι, λοιπόν, στό μέν σῶμα ἀντιστοιχεῖ ἡ σωματική ὀμορφιά καί στήν ψυχή, ἡ ψυχική ὀμορφιά.
Μ’ αὐτό τό σκεπτικό ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος παρατηρεῖ: «ἄς μάθομεν τί εἶναι ἡ σωματική ὀμορφιά καί τί εἶναι ἡ νοητή ὀμορφιά. Ὑπάρχει ἡ ψυχή ὑπάρχει καί τό σῶμα. Δυό οὐσίες ὑπάρχουν, ὑπάρχει ἡ ὀμορφιά τοῦ σώματος καί ὑπάρχει καί ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς». Προχωρώντας δέ ἀναφέρει: «Τί εἶναι ἡ ὀμορφιά τοῦ σώματος; Φρύδι ἁπλωμένο, ὄμορφο μάτι γελαστό, μάγουλο κόκκινο, χείλη πορφυρά, λαιμός ὄρθιος, μαλλιά κυματιστά, δάκτυλα μακριά, σῶμα ὄρθιο».
Εἶναι χαρακτηριστικό πώς γιά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο ἡ σωματική ὀμορφιά ἔχει νά κάνει μέ τή φύση τοῦἀνθρώπου καί ὄχι μέ τήν προαίρεσή του. Δηλαδή, πιό ἁπλά, ὁ ἄνθρωπος γεννιέται ὄμορφος καί δέν γίνεται. Λέει ἐπιγραμματικά: «Τό κάλλος τῆς ὄψεως, φύσεως γίνεται καί οὐκ ἐκ προαιρέσεως». Γι’ αὐτό τό λόγο ὁ μεγάλος αὐτός πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας ἀποφαίνεται: «ἡ ἄσχημη γυναίκα κι ἄν ἀκόμα καλλωπισθεῖ ἄπειρες φορές δέν μπορεῖ νά γίνει ὄμορφη στό σῶμα», ἀφοῦ τά ἔργα τῆς φύσης εἶναι ἀκίνητα καί δέν ἀλλάζουν. Ἀναλύοντας στή συνέχεια τήν ὀμορφιά τῆς ψυχῆς λέει: «βλέπε ἐκείνη τήν ὀμορφιά ἤ καλύτερα ἄκουέ την, γιατί δέν μπορεῖς νά τή δεῖς, γιατί εἶναι ἀόρατη». Ποιά εἶναι ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς; Ἀπαντᾶ ὁ ἱερός Χρυσόστομος: «Ἡ σωφροσύνη, ἡ ἐπιείκεια, ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ δικαιοσύνη, ἡ συντριβή τοῦ νοῦ». Ἀξίζει να σημειωθεῖ πώς γιά τήν ὀρθόδοξη σκέψη ἀκόμα καί τό σωματικό κάλλος μπορεῖ νά λειτουργήσει ἀναγωγικά. Δηλαδή μπορεῖ νά ὑψώσει τόν ἄνθρωπο πρός τό Θεό. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, ἕνας μεγάλος Ρῶσος ἅγιος, ἀναφέρει ἐνδεικτικά: «Ὅταν ἀντικρίσεις μία ὡραία κόρη ἤ ἕνα πολύ ὡραῖο νέο, ἀμέσως νά ἀνυψωθεῖς πρός τήν ἁγία ὡραιότητα τήν αἰτία κάθε ὡραιότητας, τό Θεό. Δόξασέ τον πού ἀπό τόν πηλό δημιουργεῖ τέτοια ὀμορφιά. Συλλογίσου τήν ὡραιότητα τῶν ἁγίων, τῶν ἀγγέλων, τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ πού εἶναι στολισμένοι μέ τή Θεία Δόξα». Γι’ αὐτό ἡ ἀνθρώπινη ὀμορφιά οὔτε θεοποιεῖται οὔτε ἀπολυτοποιεῖται στήν Ὀρθοδοξία.
Γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογική σκέψη πολλές φορές ἡ ψυχική ὀμορφιά μπορεῖ νά ὑπερκαλύψει τίς σωματικές ἀτέλειες ἑνός ἀνθρώπου. Ἀντίθετα ἀπό μόνη της ἡ σωματική ὀμορφιά, ὅταν δέν συνοδεύεται καί ἀπό τήν ψυχική ὀμορφιά, πολλές φορές ἀπωθεῖ.
Ὁ Στάρετς Σαμψών Σίβερς, ἕνας μεγάλος σύγχρονος ὁμολογητής τῆς Ρωσίας, ἐπισημαίνει: «Δέν ὑπάρχουν ἄσχημες κοπέλες. Μία κοπέλα πού πραγματικά ἀγαπᾶ τό Θεό φαντάζει ὄμορφη ἔστω κι ἄν ἀκόμα ἔχει πρόσωπο ἀλόγου». Σέ ἕνα ἀνάλογο ὕφος ὁ πατήρ Γεώργιος Σαβέλσκι, βιογράφος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἀναφέρει: «Ὁ ἅγιος εἶχε ἕνα συνηθισμένο πρόσωπο. Ὅμως ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού κατοικοῦσε μέσα του τόν ὀμόρφυνε καί τόν ἔκανε νά φαντάζει σάν ἐπίγειος ἄγγελος».
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το μεγαλύτερο θαύμα
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Τό μεγαλύτερο θαῦμα
Μοναχοῦ Μωυσῆ Ἁγιορείτη
Τό μεγαλύτερο θαῦμα δέν εἶναι ἕνας ἄρρωστος νά γίνει καλά καί νά μήν πονᾶ ἀλλά νά παραμένει κάποιος ἀθεράπευτος, νά πονᾶ καί νά χαίρεται ἀληθινά. Νά συμβαίνει δηλαδή τό ἑξῆς φαινομενικά παράδοξο καί ὀξύμωρο: Νά μήν εἶσαι καλά καί νά αἰσθάνεσαι πιό καλά ἀπό τούς πιό καλά. Νά εἶσαι ὑγιής μέσα στήν ἀσθένεια, πλούσιος μέσα στήν ἀπόλυτη φτώχεια, δοξασμένος μέσα στήν ἀδοξία, εὐτυχισμένος μέσα στή δυστυχία.
http://isagiastriados.com
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η μοναδικότητα του προσώπου μας
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Η μοναδικότητα του προσώπου μας
π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου
Ο Θεός μας έπλασε μοναδικούς και ανεπανάληπτους. Μα εμείς θελήσαμε να μοιάσουμε σε άλλους. Γονείς, δασκάλους, φίλους, γεροντάδες και «αγίους».Λέει ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι στον Θεό δεν αρέσει να επαναλαμβάνεται. Ο Θεός είναι Πρόσωπο και συνάπτει μοναδικές και ανεπανάληπτες προσωπικές σχέσεις με τον καθένα μας ξεχωριστά. Τα βιώματα των αγίων δεν επαναλαμβάνονται. Είναι μοναδικά για τον καθένα. Είναι ο δικός τους δρόμος προς Εκείνον.Ο Θεός μας έδωσε εκατοντάδες τρόπους, για να φτάσουμε κοντά Του. Ένα δρόμο με χιλιάδες μονοπάτια. Και εμείς θέλουμε να πάμε όλοι από τον ίδιο. Και δεν χωράμε. Και στριμωχνόμαστε και σκάμε και δυσφορούμε, πνιγόμαστε και ταλαιπωρούμαστε. Γιατί; Μα γιατί δεν θέλουμε να ζήσουμε την ζωή που μας χάρισε Εκείνος. Προτιμούμε να ζούμε την ζωή ενός άλλου. Να φεύγουμε από την ευθύνη την μοναδικότητας. Και μόνο όταν πεθάνουμε θα καταλάβουμε ότι εμείς δεν ζήσαμε, μα κάποιος άλλος ως σκιά την θέση πήρε την δικιά μας.
http://isagiastriados.com
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Σύγχρονη ἄσκηση
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Σύγχρονη ἄσκηση
Παύλου Εὐδοκιμώφ
Ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἐπιπρόσθετη καταπόνηση: τρίχινα ροῦχα, ἁλυσίδες, φραγκελλώσεις, θά ἐκινδύνευαν νά τόν συντρίψουν χωρίς λόγο. Ἡ αὐτονέκρωσις συνίσταται ἴσως στήν ἀπελευθέρωση ἀπό κάθε ἀνάγκη διεγερτικῶν: ταχύτητα, θόρυβο, εἰδικά διεγερτικά, κάθε εἴδους ἀλκοολικά.
Ἄσκησις θά ἦταν μᾶλλον ἡ ἐπιβαλλόμενη ἀνάπαυσις ἡ πειθαρχία τῆς ἠρεμίας καί τῆς σιωπῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τήν ἱκανότητα νά σταθεῖ γιά τήν προσευχή καί τόν στοχασμό, στήν καρδιά τοῦ θορύβου τοῦ κόσμου νά ἀκούει τήν παρουσία τῶν ἄλλων. Ἄσκησις θά ἦταν μᾶλλον ἡ χαρούμενη ἀπάρνησις τοῦ περιττοῦ, τό μοίρασμά του μέ τούς φτωχούς, μιά ζαρούμενη ἰσορροπία, μιά δοξολογία.
http://isagiastriados.com
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο σκοπός της πνευματικής ζωής
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Ο σκοπός της πνευματικής ζωής
Επισκόπου Λήδρας Επιφανίου
Το ζητούμενο στην πνευματική ζωή είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος. Η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος επιτυγχάνεται με την εκπλήρωση των εντολών του Χριστού μας. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος έστιν ο αγαπών με». Εκείνος ο οποίος κατέχει, φυλάττει μέσα του τις εντολές του Χριστού μας από τη μια, και από την άλλη τις εφαρμόζει έμπρακτα στους πλησίον του, εκείνος είναι που πραγματικά αγαπά τον Χριστό.
Οι εντολές αν και φαίνονται πολλές, συνοψίζονται και επικεντρώνονται σε μια, με δυο όμως σκέλη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ’ όλης της καρδίας σου και όλης της ψυχής σου και εξ’ όλης της διανοίας σου και εξ’ όλης της ισχύος σου και τον πλησίον σου ως εαυτόν». Η αγάπη είναι και εκφραστική και φθεγγομένη, αλλά χρειάζεται και τη σφραγίδα της πρακτικής εκδήλωης, της θυσίας, κατά τον λόγο του Κυρίου «μείζονα ταύτης αγάπην ούδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη (θυσιάσει) υπέρ των φίλων αυτού». Κι όταν ο άνθρωπος εκτελέσει το έργον της αγάπης σωστά, τότε ακούει το Χριστό μας να του λέει: «ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του Πατρός μου και εγώ αγαπήσω αυτόν … και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιήσομεν». Όταν ο άνθρωπος εφαρμόσει τον νόμο της αγάπης, ελκύει μέσα του την Παναγία Τριάδα η οποία εγκατοικεί στον νου και στην καρδιά του. Τότε ο άνθρωπος πέτυχε πραγματικά τον σκοπό της υπάρξεώς του, γεγονός το οποίο ευχόμαστε στον καθένα.
Επειδή όμως είμαστε άνθρωποι αδύναμοι κι αμαρτωλοί, ταπεινά και ικετευτικά παρακαλούμε τον Θεό: «Κύριε καὶ Θεὲ τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ πέμψας τὸν μονογενῆ Σου Υἱὸν καὶ Θεόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, γενόμενον ἄνθρωπον διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Παρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας, παθόντα καὶ ταφέντα καὶ ἀνααστάντα, ὃς καὶ ἀναληφθεὶς ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς ὑπόσχεσιν μὴ καταλείπειν ἡμᾶς ὀρφανοὺς πώποτε, ἀναγγέλλων τὴν ἐπαγγελίαν Σοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς εἰς ἡμᾶς οὓς ἠγάπησεν ἕως τέλους· ὁ διὰ τῆς ἀῤῥήτου καὶ ἀνεκφράστου Σου ἀγάπης ἐξαποστείλας εἰς ἡμᾶς τὸ πανάγιόν Σου Πνεῦμα ἵνα παραμένῃ μεθ’ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας, χάρισαι ἡμῖν διὰ τοῦ παναγίου Σου Πνεύματος τὴν Σὴν εἰρήνην καὶ τὴν Σὴν ἀγάπην, ἵνα, βοηθοῦν καὶ στηρίζον ἡμᾶς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν Σῶν προσταγμάτων, εὐτρεπίσῃ τὸν οἶκον τῆς ψυχῆς ἡμῶν εἰς τὴν εἴσοδόν Σου, καὶ ἑτοιμάσῃ αὐτὴν εἰς κατοικίαν Σὴν καὶ αἰωνίαν διαμονήν, πλατύνῃ δὲ αὐτὴν εἰς τὴν ὑποδοχὴν καὶ ἀνοχὴν πάντων τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, τῶν πλησίων, “ ἵνα πάντες ἓν ὦμεν”, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
http://isagiastriados.com
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πνευματικά βότανα
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Διασκευασμένο απόσπασμα από το βιβλίο «Επιστολές», Γέροντος Παΐσιου Αγιορείτου
Καλύβι Τιμίου Σταυρού 13-1-1971
Εν Χριστώ αδελφές, ευλογείτε.
Προ ημερών έλαβα τις επιστολές σας και σκέφθηκα να σας στείλω ολίγα πνευματικά βότανα. Φυσικά, δικά μου δεν είχε, αλλά υπάρχουν στο Περιβόλι της Παναγίας αρκετά. Έχω υπ’ όψιν μου από έναν πρακτικό Μοναχό, ο οποίος έχει ωφελήσει την ψυχή μου πολύ, και πολύ γνωστό μου, τα οποία και αναφέρω, για να καταλάβετε καλύτερα τι είδους βότανα έδινε στην κάθε πάθηση. Ίσως δεν σας χρειάζονται τώρα, αλλά ας βρίσκονται, γιατί άνθρωποι είμαστε. Παίρνω λοιπόν τις ξένες και αυτές κόλλες και τυλίγω τα βότανα τα ξένα.
Επειδή δε η μεγαλύτερη αρρώστια είναι η υπερηφάνεια, η οποία μας μετέφερε από τον Παράδεισο στη γη και από τη γη προσπαθεί να μας πάει στην κόλαση, αρχίζω από αυτήν.
Τον ερώτησε κάποιος:
–Πώς είναι δυνατόν, Γέροντα, να μην υπερηφανεύομαι, ενώ βλέπω να μου κατεβαίνουν σοφές σκέψεις, και να με θαυμάζουν οι συμφοιτητές μου;
Απεκρίθη:
–Αυτές που κατεβαίνουν στον εγκέφαλό μας, αδελφέ, από ψηλά, είναι του Θεού. Αυτά που κατεβάζει ο εγκέφαλός μας από τις μύτες μας, είναι δικά μας.
Ερωτήθη από άλλον:
–Γιατί, όταν προσεύχομαι για να απαλλαγώ από ένα πάθος ή για έναν γνωστό μου, άλλοτε με ακούει ο Θεός και άλλοτε όχι, ενώ κοπιάζω περισσότερο στην προσευχή;
Απεκρίθη:
–Ο Θεός περισσότερο εξετάζει πόση ταπείνωση έχουμε και όχι πόσο κόπο καταβάλλουμε. Εάν έχουμε υπερηφάνεια, η οποία φέρνει και τις πτώσεις, και εμείς παρακαλούμε να μας θεραπεύσει τις πτώσεις, και μας ακούσει ο Θεός και μας τις θεραπεύσει, τι ωφελεί; Γι’ αυτό ο Καλός Θεός δεν μας ακούει, μήπως οι πολλές πτώσεις μας συνεφέρουν, για να ταπεινωθούμε. Γι’ αυτό, όταν δεν μας θεραπεύει το πάθος, πρέπει να καταλάβουμε ότι υπάρχει η υπερηφάνεια, και θα πρέπει να Τον παρακαλούμε να μας θεραπεύσει απ’ αυτήν, και όλα τ’ άλλα μόνα τους φεύγουν.
Ερωτήθη κάποτε από Μοναχό:
–Όταν ήμουν στον κόσμο, Γέροντα, ήμουν καλύτερος. Τώρα που ήρθα στο Μοναστήρι, γιατί είμαι χειρότερος;
Απεκρίθη:
–Αυτό είναι αλήθεια, αδελφέ, διότι στον κόσμο έκανες σύγκριση του εαυτού σου με τους κοσμικούς, στο Μοναστήρι κάνεις σύγκριση του εαυτού σου με τους Αγίους.
Ερωτήθη άλλοτε:
–Τι να κάνω, Γέροντα, που ζηλεύω και πολλές φορές χαίρομαι, όταν οι προοδευμένοι αδελφοί κάνουν σφάλματα;
Απεκρίθη:
–Να λες: “Θεέ μου, σε παρακαλώ τους αδελφούς να βοηθήσεις, ο καθένας να φτάσει στα μέτρα του Αγίου που φέρει το όνομά του, και εμένα στα μέτρα των αδελφών”. Κάνε αυτό και θα δεις την ενέργεια του Θεού.
Ερωτήθη κάποτε από αδελφό:
–Θέλω να αναχωρήσω της Μονής, γιατί δεν αναπαύομαι. Θα κάνω καλά;
Απεκρίθη ο Γέρων:
–Είσαι Μοναχός;
–Όχι, Γέροντα, δόκιμος.
–Φυσικά, μπορείς και να αναχωρήσεις. Δεν μου λες, αδελφέ, πόσο καιρό δοκιμάζεις;
–Περίπου τρία χρόνια.
–Εάν σκέπτεσαι για τα ενδότερα της ερήμου, είναι πολύ νωρίς, νομίζω. Εάν για τα ενδότερα του κόσμου, είναι πολύ αργά, νομίζω, διότι, όσοι σε βλέπανε με τα ράσα επί τρία χρόνια, έχουν την εντύπωση ότι είσαι Μοναχός και μετά θα νομίζουν ότι τα πέταξες, και θα σκανδαλίσεις πολλές ψυχές.
–Γιατί να μου έρχονται αυτές οι σκέψεις για τον κόσμο;
–Διότι πολύ γρήγορα ξέχασες τι τράβηξες, για να ελευθερωθείς από τον κόσμο. Εάν θα τα θυμάσαι, θα παύσεις να θυμάσαι τον κόσμο, και ο νους σου θα σκαλώσει στους Ουρανούς.
Ερωτήθη από ένα νέο Μοναχό πολύ προοδευμένο:
–Ο νους μου, Γέροντα, κινείται μόνος του στην ευχή όχι μόνον την ημέρα, αλλά και όταν κοιμάμαι ακόμη. Ξυπνώ πολλές φορές, και πράγματι, χωρίς να γίνει διακοπή, συνεχίζεται και η υπόλοιπη ευχή. Μήπως είναι πλάνη;
Απεκρίθη:
–Πλάνη δεν είναι, αδελφέ, αλλά ούτε και δικό σου είναι. Είναι δώρο του Θεού, και θα πρέπει να Τον ευχαριστήσεις, αλλά και να Τον παρακαλέσεις να το δώσει και σε άλλους που είναι καλύτεροί σου. Να λες στον Θεό: “Θεέ μου, εάν εμένα δεν με σιχάθηκες και μου έδωσες θείο δώρο, θα πρέπει να δώσεις και σε όλα τα πλάσματά Σου, που είναι πολύ καλύτεροί μου”.
Ερωτήθη άλλοτε από άλλον:
–Όταν αγρυπνώ πολύ, τότε μου έρχονται πολλοί κακοί λογισμοί και με στενοχωρούν, διότι ούτε και να τους διώξω πολλές φορές μπορώ. Τι να κάνω;
Απεκρίθη:
–Η αγρυπνία σου, αδελφέ, ή υπερηφάνεια έχει ή υπέρ τις δυνάμεις σου αγωνίζεσαι, και αυτό πάλι δεν είναι καθαρό. Προσπάθησε η άσκησή σου να μην είναι ξερή και σου δημιουργήσει ψευδαισθήσεις, όπως και στους άλλους που σε βλέπουν, και σε οδηγήσει στην πλάνη.
–Πόσες ώρες πρέπει να κοιμάμαι; Ο Μέγας Αρσένιος λέει μια ώρα.
Απεκρίθη:
–Ο Μέγας Αρσένιος λέει μια ώρα, εάν είσαι αγωνιστής. Και εγώ σου λέω, εάν είσαι Μέγας Αρσένιος. Έχω την γνώμη ότι ο αρχάριος, όταν δεν έχει πόλεμο, θα πρέπει να κοιμάται με διάκριση, όπως και να τρώει με διάκριση, για να μην είναι σαν το ζαλισμένο κοτόπουλο, και τον φάει το γεράκι. Διότι, όταν κάνει άσκηση υπέρ τις δυνάμεις του και είναι ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνει ούτε αυτά που διαβάζει ούτε και αυτά που λέει προσευχόμενος, ενώ δεν έχει πνευματικό απόθεμα ακόμη, πώς είναι δυνατόν να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει; Όταν υπάρχει πόλεμος, και τότε ο αρχάριος, πριν αρχίσει να χτυπήσει σκληρά την σάρκα, να εξετάσει καλά τον εαυτό του, μήπως δεν φταίει η σάρκα αλλά η υπερηφάνεια, η κατάκριση κλπ. Αυτό το καταλαβαίνουμε, όταν επί παραδείγματι κάνουμε μικρό αγώνα (αποκλεισμό και αγρυπνία) και παρακαλέσουμε τον Θεό να μας βοηθήσει, και δεν μας βοηθάει. Απόδειξη ότι «αλλού στάζει».
Ερωτήθη:
–Απορώ, Γέροντα, ενώ οι Άγιοι Πατέρες είχαν απεκδυθεί τον παλαιό τους άνθρωπο, γιατί κάνανε υπερβολές;
Απεκρίθη:
–Αδελφέ μου, με ρωτάς για επίγειους Αγγέλους και όχι για ανθρώπους. Όταν ο άνθρωπος απεκδυθεί τον παλαιό του άνθρωπο, γίνεται Θεοφόρος. Ευρισκόμενος σ’ αυτήν την κατάσταση είναι δυνατόν να επιθυμεί υλικά πράγματα; Άλλοτε τρώγανε κάτι και άλλοτε ξεχνούσαν, το ίδιο και με τον ύπνο. Η έντονη παρουσία του Θεού τούς έτρεφε με την Παραδεισένια γλυκύτητα και, εφόσον βρίσκονταν σ’ αυτήν την κατάσταση την εξαϋλωμένη, δεν είχαν, όπως εμείς, μεγάλη ανάγκη από τροφές και ύπνο. Είχαν δυνάμεις, διότι κατοικούσε μέσα τους ο Χριστός.
Ερωτήθη:
–Πόσα κομποσχοίνια είναι καλά να κάνει κανείς;
Απεκρίθη:
–Άλλος γεωργός από δέκα στρέμματα που σπέρνει βγάζει πέντε χιλιάδες κιλά σιτάρι, και άλλος από πενήντα στρέμματα δεν βγάζει ούτε και τον σπόρο που έριξε, του μένει και η κούραση του χεριού από το αλέτρι.
Ερωτήθη κάποτε:
–Όταν πήγαινα στο Πανεπιστήμιο, Πάτερ, μπορούσα να παρακολουθήσω την πρόοδό μου από τους βαθμούς. Εδώ στην Πνευματική ζωή δεν ξέρω που βρίσκομαι.
Απεκρίθη:
–Μπορείς και εδώ να την παρακολουθήσεις από τους λογισμούς σου. Εάν περνούν συνέχεια κακοί λογισμοί, και τους διώχνεις, και πάλι έρχονται, και πάλι τους διώχνεις, πρέπει να γνωρίσεις τότε ότι πέρασες στον χώρο της μετανοίας και αγωνίζεσαι. Εάν περνούν άλλοτε κακοί, και τους διώχνεις, και άλλοτε καλοί, εάν οι κακοί είναι μηδέν, οι δε καλοί είναι δέκα, ανάλογα με τις μονάδες μπορείς να βγάλεις το βαθμό. Όταν βλέπεις επί παραδείγματι ότι οι κακοί λογισμοί λιγοστέψανε και περισσότεροι είναι οι καλοί, γνώριζε ότι έχουν μειωθεί τα μηδενικά και έχουν αυξηθεί τα δεκάρια, και έχει καλυτερεύσει ο βαθμός σου. Όταν παύσουν να περνούν κακοί λογισμοί, και μόνον καλοί περνούν, τότε γνώριζε ότι έχει γίνει η κάθαρση, έχει καθαρισθεί η καρδιά σου, το σπήλαιο, και έχει μεταβληθεί σε Σπήλαιο της Βηθλεέμ.
Ερωτήθη κάποτε από έναν αδελφό:
–Είναι κακό, Γέροντα, που αντιδρώ με ένα παιδικό πείσμα, ακόμη και στον Γέροντά μου;
Απεκρίθη:
–Το Τυπικό, καθώς γνωρίζεις, άλλοτε μας λέει: «Κύριε ελέησον» τρις, άλλοτε ιβ΄ και άλλοτε μ΄. Δηλαδή τα πάθη δεν παύουν να είναι κακό σε όλες τις ηλικίες, και ανάλογα με την ηλικία του ο καθένας έχει και τα «Κύριε ελέησον». Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι ότι, ενώ είσαι μεγάλος, έχεις πείσμα παιδικό. Εάν όμως επιμένεις ότι είναι παιδικό, να δέχεσαι τότε να σου τραβούν τα αυτιά και κάπου-κάπου κανένα μπάτσο.
Ερωτήθη από άλλον αδελφό:
–Εγώ έχω, Γέροντα, χαρίσματα πολλά και τάλαντα, και μου λέει ο λογισμός ότι αδικούμαι, και οι σκέψεις αυτές με έχουν ζαλίσει. Τι να κάνω;
Απεκρίθη:
–Όταν εξ αρχής άκουσα το «εγώ έχω», κατάλαβα ότι τίποτε δεν έχεις εκτός από το «εγώ» σου. Αυτό το «εγώ» σου είναι που σε ταλαιπώρησε, σε ταλαιπωρεί, και ταλαιπωρείς. Τότε μόνον, όταν το «εγώ» σου αφανίσεις, θα σπάσει το σφυρί του εχθρού, και θα παύσει να σού χτυπάει με λογισμούς το κεφάλι, το οποίο σου το κάνει τάλαντο, και ηχούν τα τάλαντά σου.
Αδελφός κάποτε τον ερώτησε:
–Τι να κάνω με τον απότομο τρόπου μου, που πληγώνει τους άλλους;
Απεκρίθη:
–Τον απότομο τρόπο σου να τον στρέψεις στον παλαιό σου άνθρωπο, για να αξιοποιηθεί. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι μέσα σε μια Αδελφότητα είναι και πληγωμένες ψυχές, οι οποίες έχουν τουλάχιστον από παρηγοριά ανάγκη -αν όχι από θεραπεία- και όχι από περισσότερο πλήγωμα. Επίσης είναι και Αγγελικές ψυχές, που πρέπει να τις φερόμαστε με ευλάβεια, διότι στα μάτια του Θεού, νομίζω, έχουν μεγαλύτερη αξία και από τους Αγγέλους οι ένσαρκοι Άγγελοι. Ο διάβολος όμως πολλές φορές μάς κοροϊδεύει με τον εξής τρόπο: την μεν Εικόνα του Αγγέλου να την προσκυνούμε με ευλάβεια μεγάλη, τον δε ένσαρκο Άγγελο, τον πλησίον μας, που είναι Εικόνα Θεού, να τον πληγώνουμε, να τον βρίζουμε κλπ.
Ερωτήθη κάποτε:
–Πόσες ώρες θα πρέπει να διαβάζει κανείς;
Απεκρίθη:
-Αυτό δεν το καταλαβαίνω, αδελφέ. Υγεία έχουν όχι αυτοί που τρώνε πολύ και το κατεβάζουν αμάσητο, αλλά αυτοί που τρώνε λίγο και μασάνε καλά. Ακόμη θα πρέπει και να το μηρυκάζεται κανείς αυτό που διαβάζει και να παρακαλάει το Θεό να του λύσει την στείρωση του νου του με τον θείο Του φωτισμό, για να αρχίσει να γεννάει τα θεία νοήματα. Τότε δέχεται την πύρινη γλώσσα της Πεντηκοστής. Με τα άλλα δε διαβάσματα, με το να τα μάθουμε απ’ έξω, για να αποκτήσουμε γνώσεις, να πουλάμε εξυπνάδες, χωρίς να στριμώχνουμε τον εαυτό μας σε εφαρμογή, όχι μόνο δεν ωφελούμε τους άλλους, αλλά αντιθέτως την απιστία σπέρνουμε, όταν μας δουν ότι αυτά που λέμε δεν έχουν καμία σχέση με τον εαυτό μας.
Γι’ αυτό ο σκοπός του διαβάσματος να είναι η εφαρμογή στον ίδιο τον εαυτό μας, και όχι να αποστηθίζουμε, αλλά να εσωστηθίζουμε, όχι να εξασκήσουμε την γλώσσα, αλλά να μπορέσουμε να δεχθούμε την πύρινη γλώσσα και να ζήσουμε τα μυστήρια του Θεού. Με το να μαθαίνει κανείς πολλά, για να αποκτήσει γνώσεις και να κάνει τον δάσκαλο στους άλλους, και ο ίδιος να μην τα εφαρμόζει, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να φουσκώνει το κεφάλι του με αέρα, και το πολύ-πολύ να ανέβει στη σελήνη με μηχανές. Ο σκοπός του Χριστιανού είναι να ανέβει στο Θεό δίχως μηχανές.
Ερωτήθη κάποτε:
–Τι να κάνω, Γέροντα, που μου περνούν κακοί λογισμοί; Δεν τους δέχομαι φυσικά, αλλά με στενοχωρούν.
Απεκρίθη:
–Αδελφέ μου, και εμένα πάνω από την στέγη της Καλύβης μου περνούν πολλές φορές αεροπλάνα και μου χαλούν την ησυχία μου. Κακό είναι, όταν ισοπεδώσει κανείς ένα κομμάτι της καρδιάς του και δέχεται τα «Λυκόφτερα» (τα ταγκαλάκια). Εάν καμιά φορά συμβεί και αυτό, αμέσως εξομολόγηση και καλλιέργεια του αεροδρομίου και φύτευμα αμέσως δέντρων καρποφόρων, να γίνει πάλι Παράδεισος.
Ερωτήθη:
–Εάν οι λογισμοί, Γέροντα, είναι τέτοιου είδους που δεν λέγονται, τι να κάνω;
Απεκρίθη:
–Καταλαβαίνω ποιους λογισμούς εννοείς: αυτούς που είναι γύρω από τον Θεό, τα θεία κλπ και πολλές φορές και για τον Πνευματικό Πατέρα. Οι λογισμοί αυτοί, οι βλάσφημοι, είναι του διαβόλου όλοι. Και οι βλασφημίες είναι του διαβόλου, και οι αμαρτίες αυτές είναι του διαβόλου. Γι’ αυτό, αδελφέ, δεν είναι σωστό να στενοχωρούμαστε και για τις αμαρτίες του διαβόλου. Στον Πνευματικό, όταν πει κανείς: «μου περνούν βλάσφημοι λογισμοί για τον Θεό ή τον Χριστό ή το Άγιο Πνεύμα ή για την Παναγία ή για τους Αγίους ή για σένα τον Πνευματικό μου», δε χρειάζεται τίποτε άλλο. Ούτε ο Πνευματικός θα ζητήσει λεπτομέρειες, αλλά ούτε και εμείς πρέπει να του πούμε. Μόνο ότι «μου περνούν βλάσφημοι λογισμοί», αυτό είναι αρκετό.
Ο κακούργος διάβολος, για να μας μπλέξει, μας φέρνει λογισμούς και για το Πανάγιο Πνεύμα ακόμη και μετά μας λέει ο ίδιος ότι αυτή η αμαρτία δε συγχωρείται κλπ. Τι μας το λέει; Εμείς το ξέρουμε αυτό. Ας το ακούσει αυτός που βλασφημάει το Πανάγιο Πνεύμα και όχι εμείς που το ευλαβούμαστε. Από εδώ μπορούμε να καταλάβουμε ότι είναι του διαβόλου, γιατί συνήθως τέτοιους λογισμούς φέρνει στους πολύ ευλαβείς και πολύ ευαίσθητους με σκοπό ό,τι πετύχει. Εάν δεν κατορθώσει να φέρει τον άνθρωπο σε απόγνωση να αυτοκτονήσει, τουλάχιστον να τον τρελάνει και, εάν δεν μπορέσει ούτε και αυτό, τον ευχαριστεί εάν του φέρει έστω και μια μελαγχολία. Αρκεί στον διάβολο να αχρηστέψει ένα πλάσμα του Θεού.
Επειδή ξέρω ότι θα θέλατε να μάθετε τι είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος και πότε είναι ένοχος ο άνθρωπος, σας λέω μόνο δύο λόγια, αυτά που νιώθω.
Βλασφημία είναι η περιφρόνηση γενικά στα θεία, όταν ο άνθρωπος έχει, εννοείται, τα λογικά του. Τότε είναι και ένοχος. Αδύνατον επομένως σε έναν ευλαβή άνθρωπο να υπάρχει βλασφημία. Στο πρώτο στάδιο της βλασφημίας κατά του Αγίου Πνεύματος βρίσκονται οι αναιδείς άνθρωποι και στο δεύτερο οι περιφρονητές προς τον Θεό και τα θεία. Στο τρίτο βρίσκεται ο διάβολος.
Γι’ αυτό θα πρέπει, όσο μπορούμε, να προσέχουμε από την αναίδεια, την περιφρόνηση, όχι μόνον προς τα θεία αλλά και προς τον πλησίον μας, διότι είναι Εικόνα Θεού, και να μη δίνουμε σημασία στους βλάσφημους λογισμούς που φέρνει ο διάβολος, χωρίς εμείς να τους θέλουμε.
Κάποτε ερωτήθη:
–Γέροντα, θα πρέπει να πιστεύουμε στα όνειρα και να τα εξηγούμε;
Απεκρίθη:
–Αδελφέ, εάν έφθασες στα μέτρα του Ιωσήφ, θα πρέπει. Εάν όμως όχι, όχι.
Νομίζω ότι φτάνουν αυτά τα βότανα προς το παρόν, και θα πρέπει να τα βάλω στην σακούλα (στον φάκελο), να τα στείλω, η οποία και αυτή ξένη είναι, όπως οι κόλλες που τυλιχτήκανε τα ξένα βότανα. Του λόγου μου διέθεσα μόνο δύο ώρες να τα τυλίξω και γι’ αυτόν τον κόπο μου θέλω να με πληρώσετε με μια ευχή κάπου-κάπου. Έχω ανάγκη από πολλές ευχές σας, αλλά δεν θέλω να σας κουράσω.
Όσο μπορείτε να καλλιεργήσετε την Πνευματική Αρχοντιά και Πνευματική Λεβεντιά. Την ζήλεια μην την αφήσετε να μπει μέσα από τα σύρματα, διότι όλη την καλοσύνη σας θα την μουρνταρέψει, όπως το ψόφιο ποντίκι μέσα στο πιθάρι με το λάδι. Η καλοσύνη της γυναίκας εκ φύσεως είναι μεγάλη, αλλά το πιθάρι της καλοσύνης το σκεπάζουν δυστυχώς οι γυναίκες με ένα μαντήλι (εννοώ οι περισσότερες), και πέφτουν μετά ποντίκια μέσα και την μουρνταρεύουν. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή.
Ο Χριστός και η Παναγία μαζί σας
ο αδελφός σας Μοναχός Παΐσιος
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ορθόδοξη προσέγγιση της κοινωνίας
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ
1. Οι δυνατές μορφές συνυπάρξεως των ανθρώπων μέσα σε μια «κοινωνία» είναι: Πρώτα η μορφή της μάζας (μαζική συνύπαρξη). Λέγοντας εδώ μάζα, εννοούμε ένα σύνολο ατόμων, που δεν συνδέονται με (μόνιμα) εσωτερικά ενοποιητικά στοιχεία. Τονίζουμε την έννοια του «εσωτερικού», γιατί είναι δυνατόν ένα εθνικό λ.χ. σύνολο να παρουσιάζει ορισμένα κοινά ενωτικά στοιχεία (π.χ. γλώσσα, κοινή καταγωγή, ήθη, έθιμα κ.λπ.). Παρ’ όλα αυτά δεν αποφεύγονται οι συγκρούσεις μεταξύ των μελών του, γιατί ενώ τόσα τα ενώνουν, είναι εύκολο να τα διαιρέσουν οι κομματικές τοποθετήσεις, τα οικονομικά συμφέροντα και οι συμφεροντολογικές διενέξεις. Το φαινόμενο του «εμφυλίου πολέμου», για την αποφυγή του οποίου εύχεται αδιάκοπα η Εκκλησία, είναι στο σημείο αυτό πολύ ενδεικτικό. Αποδεικνύεται δηλαδή στο τέλος, ότι τα θεωρούμενα ως συνδετικά και ενοποιητικά στοιχεία (ακόμη και η θρησκεία) μένουν εντελώς εξωτερικά και ανενέργητα. Την κατάσταση αυτή περιγράφει θεόπνευστα ο Μ. Βασίλειος: «Γεγενήμεθα -λέγει- καθ’ εαυτόν έκαστος, ώσπερ η ψάμμος, ου συνημμένοι αλλήλοις, αλλ’ έκαστος καθ’ εαυτόν, διηρημένοι» (ΕΠ. 31, 1419).
Η μάζα δεν μπορεί να διαθέτει εσωτερικά συνδετικά στοιχεία, γιατί αποτελείται από άτομα, ανθρώπινους ογκόλιθους ατομικότητας, που ακατέργαστοι και αλάξευτοι, όπως είναι, δεν μπορούν να συνθέσουν ενότητα και συμφωνία. Το άτομο είναι εγωκεντρικό. Ενεργεί ενστικτωδώς, κινούμενο από ζωώδεις, βιολογικές παρορμήσεις. Δε μπορεί να υπερβεί τη ζωική κατάσταση, τη ζωική φύση. Κίνητρο του ατόμου είναι η ύλη, το συμφέρον, η ιδιοτέλεια. Το υπόβαθρο των κοσμικών κοινωνιών είναι η μαζικότητα του Λαού, η μαζική του συγκρότηση, που προβάλλεται μάλιστα και συνθηματολογικά με το αίτημα της «μαζοποίησης» και «μαζικής» παρουσίας, έστω και αν στις περι-πτώσεις αυτές άλλο νοείται στο βάθος. Οι λέξεις όμως προδίδουν τη λανθάνουσα πραγματικότητα. Παρατηρείται, μάλιστα ότι σε Λαούς υπανάπτυκτους, ανανάπτυκτους δηλαδή κοινωνικά, καταβάλλεται προσπάθεια να παραμείνουν στην κατάσταση της μαζικής συνύπαρξης, γιατί έτσι είναι πιο ευκολοκυβέρνητοι και υπόκεινται σε κάθε λογής μεταπλαστικές επεμβάσεις.
Υπάρχει όμως και μία άλλη μορφή κοινωνικής συνύπαρξης, η προσωπική κοινωνία. Η κοινωνία των προσώπων, που προϋποθέτει δηλαδή τα ανθρώπινα πρόσωπα. Μέσα στην προσωπική κοινωνία υπάρχει εσωτερική, ψυχική και καρδιακή ενότητα. Πρόκειται για το «ομοθυμαδόν», που τόσο συχνά αναδύεται στην πρώτη χριστιανική κοινωνία των Πράξεων. Είναι η ομοθυμία και ομοήθεια (ομού + θυμός και ήθος) και ομοψυχία των μελών της κοινωνίας. Ενώ δηλαδή το άτομο είναι μία αυτόνομη ύπαρξη, το πρόσωπο διασυνδέεται και συμφωνεί με τα άλλα πρόσωπα μέσα στην ομάδα – κοινωνία. Δε μπορεί να υπάρξει μόνο του το πρόσωπο, αλλά υπάρχει και λειτουργεί μέσα στην κοινότητα – ομάδα και για την κοινότητα -ομάδα.
Αλλά και η κοινότητα ομάδα ως κοινωνία προσώπων, δεν εξαφανίζει, ούτε υποτάσσει ή καταπιέζει το πρόσωπο, αλλά γίνεται ο χώρος, μέσα στον οποίο το πρόσωπο αναδεικνύεται ως προσωπική ύπαρξη, επιτυγχάνει δηλαδή την αυτοπραγμάτωσή του. Ορθοδοξοπατερικά η κοινωνία των προσώπων είναι η αυθεντική και μόνη ουσιαστικά κοινωνία, στην οποία το ένα και τα πολλά (το γνωστό πλατωνικό πρόβλημα του «Παρμενίδη») συνάπτονται αρμονικά και αδιάστατα και συμπραγματώνονται, όχι απλώς συνυπάρχουν.
Στην περίπτωση αυτή πραγματοποιείται η κοινωνία «των φίλων», για την οποία μιλεί ο Χριστός μας στο Μυστικό του Δείπνο: «Ουκέτι λέγω υμάς δούλους, ότι ο δούλος ουκ οίδε τι ποιεί αυτού ο Κύριος. Υμάς δε είρηκα φίλους, ότι πάντα α ήκουσα παρά του Πατρός μου εγνώρισα υμίν» (Ιωάν. 15, 15).
Τούτο συμβαίνει, γιατί το άτομο είναι μία φυσική, οντική, κατηγορία. Μια αυτόνομη μονάδα ανάμεσα σε τόσες άλλες. Το πρόσωπο όμως είναι κατηγορία του Όντος, του γνησίου και αληθινού, δηλαδή του Θεού. Το άτομο είναι κατηγορία ποσοτική, αριθμητική. Το πρόσωπο, αντίθετα, είναι κατηγορία ποιοτική.
Έχει καθολικότητα συνείδησης και ως φορέας της καθολικής αλήθειας, μπορεί να αντισταθμίσει μίαν απειρία ατόμων. Ένας Μ. Αθανάσιος λ.χ. στην Αλεξάνδρεια ήταν η ζώσα ορθοδοξία – αλήθεια, σε ένα περιβάλλον ασφυκτικά αρειανικό. Ένας άγιος Μάξιμος Ομολογητής ήταν ο στύλος της Ορθοδοξίας σε μία κοινωνία σχεδόν εξ ολοκλήρου αιρετική. Το πρόσωπο κατορθώνει να διασώσει την καθολικότητα της αλήθειας. Γιατί αυτό που καταξιώνει το πρόσωπο είναι ακριβώς η μετοχή στην Αλήθεια.
Η προσωπική σχέση, άλλωστε, ορθόδοξα νοουμένη, προϋποθέτει τη μετοχή στην Αλήθεια. Είναι η σχέση εκείνη, που δημιουργείται εν Χριστώ, ο Οποίος είναι η ένσαρκη Παναλήθεια. Τη σχέση αυτή εκφράζει παραστατικά η «πορεία προς Εμμαούς (Λουκ. 24, 13 επ.). Ο Χριστός, κατά τον Λουκά, «συνεπορεύετο αυτοίς» (τοις μαθηταίς, δηλαδή). Αυτή είναι ορθόδοξα η αυθεντική διαπροσωπική σχέση, η συμπόρευση με τον Χριστό. Η σχέση, που έχει επίκεντρο και αμετακίνητο σημείο αναφοράς των προσώπων τον Χριστό. Μόνο, λοιπόν, όσοι ανήκουν στη χορεία των εν Χριστώ ζώντων, όσοι ανήκουν στην κατηγορία των Αγίων και των αγωνιζόμενων για αγιότητα («των καθαιρομένων» – κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο) μπορούν να βιώσουν αυθεντικές κοινωνικές σχέσεις. (Βλ. για τη σχέση αγιότητας και κοινωνικότητας στου Στυλ. Γ. Παπαδοπούλου, Αγιότης και Κοινωνικότης, Αθήνα 1968).
Τα πρόσωπα μπορούν να δημιουργούν κοινωνία, γιατί, αναιρώντας την ατομικότητα τους, καταργούν συγχρόνως και τη μαζική συνύπαρξη. Τα γνωστά πολιτειακά σχήματα: ολιγαρχίες, δικτατορίες, απολυταρχίες, κ.τ.λ. λειτουργούν με το μηχανισμό της μαζικής συνύπαρξης. Τα άτομα υποδουλώνουν άλλα άτομα, ακριβώς όπως γίνεται στο βασίλειο της ζούγκλας. Η λειτουργικότητα αυτών των κοινωνιών εκφράζεται με την κατάργηση (άμεση ή έμμεση) της ατομικής βούλησης, με την άνωθεν καθοριζόμενη γραμμή πορείας, με την ιδεολογικοποιημένη συνείδηση και την κομματικά ρυθμιζόμενη ατομική και κοινωνική συμπεριφορά. Είναι το ατομικό ή ομαδικό συμφέρον, που κινεί τα άτομα στις κοινωνίες, που λειτουργούν κατ’ αυτό τον τρόπο. Γι’ αυτό και η απόληξη τους είναι συνήθως ο αλληλοσπαραγμός και η αλληλοεξόντωση, όπως συμβαίνει αναπότρεπτα σε όλους τους ολοκληρωτισμούς.
Το πρόσωπο, αντίθετα, δεν μπορεί να υποδουλωθεί. Διότι διακονώντας την Αλήθεια, μετέχει της Αλήθειας, και γίνεται και αυτό κατά χάριν. Αλήθεια, αληθοποιώντας, δηλαδή Χριστοποιώντας τη συνείδηση (το φρόνημα) και τις σχέσεις του. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος: «Γνώσεσθε την Αλήθειαν και η Αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιωάν. 8, 32). Γνωρίζοντας την Αλήθεια ο πιστός, δηλαδή ενούμενος αγιοπνευματικά με όλη του την ύπαρξη με τον Χριστό – Αλήθεια, γίνεται πραγματικά ελεύθερος. «Γνώση» της αλήθειας είναι η μετοχή στην Αλήθεια. Αυτή δε η μετοχή δεν είναι δυνατή, αν δε γίνει ο άνθρωπος «σκηνή» και «κατοικητήριον» της Αλήθειας. Αν δεν «σκηνώσει» το Πνεύμα της Αληθείας μέσα στον άνθρωπο, στην καθαρμένη από τα πάθη καρδιά του ανθρώπου. Η εν Χριστώ κατανίκηση της αμαρτίας συνιστά την εσωτερική απελευθέρωση του προσώπου, που οδηγεί στην εξωτερική του ελευθερία. Ενώ δε η εσωτερική δουλεία, η υποδούλωση δηλ. στην αμαρτία, επιφέρει αναπόφευκτα και την εξωτερική δουλεία, η έλλειψη εξωτερικής ελευθερίας δεν καταλύει την εσωτερική ελευθερία του εν Χριστώ προσωποποιημένου ανθρώπου, όπως μπορεί να το διακριβώσει κανείς στην περίοδο της δουλείας μας, και συγκεκριμένα στο φαινόμενο των Νεομαρτύρων του Γένους μας. Οι Νεομάρτυρες, οι κατεξοχήν «αντιστασιακοί» της Οθωμανοκρατίας, όντας αναγεννημένοι εν Χριστώ και ελεύθεροι εσωτερικά, αποτέλεσαν τον αντίποδα των εξισλαμιζόμενων, που η εσωτερική τους ανελευθερία, τους οδηγούσε στην απόγνωση, τη δουλικότητα και την αλλαξοπιστία.
Είπαμε, ότι τα άτομα προστίθενται σε άλλα άτομα, αλλά παραμένουν μονάδες αυτόνομες. Τα πρόσωπα, αντίθετα, έχουν δυνατότητα συμφωνίας και ενότητας. Η δυναμική ακριβώς των προσώπων φαίνεται στο χώρο της κοινωνίας. Τα πρόσωπα δημιουργούν κοινωνικότητα, γιατί είναι συνδεδεμένα με την πηγή της κοινωνικότητας, τον Θεό. Πρόσωπα και κοινωνικότητα είναι αλληλένδετα. Διαπροσωπικές – κοινωνικές σχέ¬σεις πραγματώνονται εκεί, όπου υπάρχει δυνατότητα κοινωνικότητας, και κοινωνία εδραιώνεται εκεί, που υπάρχουν αληθινά πρόσωπα.
2. Το πρόβλημα των κοσμικών κοινωνιών είναι, ότι ο χωρίς Χριστόν άνθρωπος αγωνίζεται να δημιουργήσει, με βάση τα διάφορα κοινωνικοπολιτικά συστήματα, την κοινωνία του. Αυτός είναι ο Σισύφειος αγώνας όλων των γνωστών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, κοινωνικών συστημάτων, που καταντούν στο τέλος και όταν ακόμη επικρατήσουν κοινωνικά, ουτοπικά, γιατί ή αποδεικνύονται ανεφάρμοστα ή εφαρμόζονται μεν, αλλά με πολλές παρεκκλίσεις από τις αρχικές συλλήψεις των δημιουργών (π.χ. Μαρξισμός).
Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει αυτή η αγωνία, γιατί με τη χάρη του Θεού ο ορθόδοξος πιστός εισέρχεται στην εν Χριστώ κοινωνία, την κοινωνία των «τέκνων του Θεού», που είναι θεόσδοτη και εισήλθε στον κόσμο με την Σάρκωση του Θεού – Λόγου και την Πεντηκοστή. Ως μέλη της Εκκλησίας δεν αγωνιζόμαστε να δημιουργήσουμε εμείς κοινωνία, αλλά καλούμεθα να εισέλθουμε στην κοινωνία του σώματος του Χριστού, την Εκκλησία.
3. Ο πνευματικοκοινωνικός χώρος, μέσα στον οποίο πραγματοποιείται η εν Χριστώ Κοινωνία και διαμορφώνονται χριστοκεντρικές διαπροσωπικές σχέσεις, είναι η λατρεία της Εκκλησίας, με κορύφωση και επίκεντρο την Θεία Ευχαριστία. Δεν πρέπει να λησμονείται, άλλωστε, ότι στα πλαίσια της λατρείας διαμορφώθηκε ιστορικά όλη η ζωή της Εκκλησίας σε κάθε διάσταση της. Και αυτές οι οικονομικοπολιτικές δομές της εκκλησιαστικής ζωής άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά στα πλαίσια της λατρείας. Εκεί πραγματοποιήθηκε η απόφαση των Αποστόλων, καρπός της θελήσεως του Χριστού, να αντιμετωπισθούν εκκλησιαστικά και τα βιοτικά – υλικά προβλήματα, με την καθιέρωση των Επτά (Πράξ. 6), ως ειδικών «διακόνων» αυτού του τομέα της εκκλησιαστικής διακονίας. Η «χειροτονία» τους για τη «διακονίαν των τραπεζών» εσήμαινε τον πνευματικό-λειτουργικό και μυστηριακό χαρακτήρα του έργου τους, αφού και η κοινωνική δικαιοσύνη μόνο μέσα στο βασίλειο της Θείας Χάρης μπορεί να γίνεται πραγματικότητα.
Η κοινωνική ζωή στην Ορθοδοξία είναι προέκταση της Λατρείας. Είναι «λειτουργία μετά την λειτουργία» – ένας όρος που πολύ χρησιμοποιείται στις σημερινές διαχριστιανικές σχέσεις. Αν η κοινωνική ζωή δεν είναι άμεσα και οργανικά συνδεδεμένη με τη λατρεία, αν δεν είναι ευχαριστία και δοξολογία, ευχαριστιακή και δοξολογική δηλαδή αναφορά των καθημερινών έργων στον Τριαδικό Θεό, δεν μπορεί να ονομάζεται ορθόδοξη ζωή. Τότε αποδεικνύεται, ότι και η πνευματική ζωή δεν είναι παρά εξωτερική συμβατικότητα, τυπική και ανούσια θρησκευτικότητα, που αποβαίνει «εις κρίμα και κατάκριμα» και όχι «εις σωτηρίαν».
Η εν Χριστώ κοινωνική ζωή είναι ενωμένη αδιάσπαστα με την Ενορία. Ο πρωταρχικός πυρήνας της εκκλησιαστικής – κοινωνικής ζωής είναι η Ενορία, ταυτιζόμενη αρχικά με την Επισκοπή. Η λατρεία, άλλωστε, είναι το επίκεντρο της ενοριακής ζωής, όπως αποδεικνύει στην παράδοση μας ο θεσμός της Κοινότητας (κυρίως στο Βυζάντιο και την Τουρκοκρατία). Παρά τις αντιθέσεις εκείνων που εξετάζουν τους ιστορικούς θεσμούς μας ερήμην της εκκλησιαστικής παραδόσεως, οι ρίζες του κοινοτικού μας βίου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη ζωή της Εκκλησίας, ως σώματος Χριστού. Η θέση του Ναού – Εκκλησίας στο ελληνικό χωριό -που είναι συγχρόνως κοινότητα και ενορία- δείχνει τον εκκλησιοκεντρικό χαρακτήρα της Ενορίας – Κοινότητας, που με όλες τις αρχαιοελληνικές της επιδράσεις διαμορφώνεται στις ευχαριστιακές συνάξεις των πρώτων χριστιανών, με απόλυτο κέντρο την Αγία Τράπεζα και τη Θεία Ευχαριστία.
4. Στο πλαίσιο της Ενορίας αναπτύσσονται και πραγματοποιούνται οι γνωστές καινοδιαθηκικές κοινωνικές κατηγορίες, ως έκφραση της εν Χριστώ ζωής, και που είναι:
α. Η κατηγορία του αδελφού (Αδελφός = α + δελφύς, μήτρα = από την ίδια κοιλία, ομομήτριος). Όσοι γεννιώνται από την ίδια κοιλιά λέγονται αδελφοί. Η Εκκλησία χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο, για να εκφράσει τη νέα αδελφοσύνη, που δημιουργεί η εν Χριστώ υιοθεσία μας. Είμαστε αδελφοί εν Χριστώ, γιατί (ανα)γεννώμεθα από την ίδια μήτρα, την κοιλία της Εκκλησίας, την αγία κολυμβήθρα της. Είμαστε, άρα, αδελφοί, όχι γιατί έχουμε μία συναισθηματική, ηθική, ή συμβατική σχέση μεταξύ μας, όπως λ.χ. οι Μασόνοι (και αυτοί προσφωνούνται αδελφοί). Είμαστε αδελφοί, γιατί οντολογικά συνδεόμεθα ο ένας με τον άλλο, με την εν Χριστώ αγία πνευματική αδελφοσύνη. Είμαστε ακόμη «σύντροφοι», όχι όπως οι Μαρξιστές, με την ομαδική υποδούλωση στο «Κόμμα», αλλά γιατί τρεφόμεθα από την ίδια αθάνατη τροφή, το Σώμα του Χριστού, που το δεχόμεθα ως «Θεία Κοινωνία», και συντηρεί και διαιωνίζει την εν Χριστώ κοινωνία μας.
β. Μια άλλη κατηγορία είναι του συνδούλου (πρβλ. την παραβολή Ματθ. 18, 23-35) και το λόγο εκείνο: «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου…»). Αν καταλάβουμε, τι σημαίνει, ότι από τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέχρι το νεαρότερο πιστό, όλοι, Κληρικοί και Λαϊκοί, είμεθα σύνδουλοι, οφειλέτες στο Θεό, θα συνειδητοποιήσουμε και τη σημασία της συγχωρητικότητας και κενώσεως, ουσιαστικών στοιχείων των εν Χριστώ διαπροσωπικών σχέσεων. Όταν πιστεύσουμε, ότι είμαστε όλοι στο σώμα του Χριστού «σύνδουλοι», παύει να υπάρχει όριο συγχωρητικότητας (βλ. Ματθ. 18, 21), παύει η κατάκριση του αδελφού μας, η τάση αυτοπροβολής και συγχρόνως υποτιμήσεως των άλλων (πρβλ. τον λόγο του Αγ. Εφραίμ του Σύρου: «…του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου»).
γ. Σπουδαιότερη, όμως, ακόμη είναι η κατηγορία του πλησίον. Η έννοια αυτή τελεσίδικα διαστέλλει την ανθρώπινη κοινωνία από τη ζωική η φυτική. Εκεί κυριαρχεί η βιολογική φύση, που αενάως παράγει το ίδιο βιοκοινωνικό αποτέλεσμα. Στην Εκκλησία όμως η σχέση είναι προσωπική, θεληματική, υπεύθυνη. Και πριν ήταν γνωστή η έννοια, π.χ. στη Π. Διαθήκη. Εσήμαινε μια συγγενική κάστα, ομάδα κοινών συμφερόντων, και κατέληγε να εκφράζει τον ομαδικό εγωισμό: π.χ. των Ιουδαίων έναντι των Σαμαρειτών ή των Αθηναίων έναντι των Σπαρτιατών. Έτσι, οδηγούσε στον κοινωνικό απομονωτισμό (πρβλ. τους Εβραίους). Μέσα στο Χριστιανισμό η έννοια αυτή δει γνωρίζει φραγμούς και όρια. Πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος. Εκφράζει την καθολική συναδέλφωση εν Χριστώ. Στον συνάνθρωπό μας διακρίνουμε τον ίδιο το Χριστό. Αγαπώντας τον πλησίον μας, αγαπάμε το Χριστό, του Οποίου, κάθε άνθρωπος είναι εικόνα (πρβλ. παραβολή κρίσεως, Ματθ. 25, 31-46).
5. Υπάρχουν, όμως εκκλησιαστικά και διάφορες μορφές διαπροσωπικών – κοινωνικών σχέσεων, που πρέπει να δούμε, πώς διαμορφώνονται μέσα στο σώμα του Χριστού. Τέτοιες είναι:
α. Φιλία: Θα περιοριστώ σε μία γνωστή εικόνα, την Πορεία προς Εμμαούς. Όπου υπάρχει αυτή η διασύνδεση Χριστού – εμού και του άλλου (του αδελφού μου), σώζεται και η γνήσια φιλία. Φιλία σημαίνει θυσία για τον άλλο, δόσιμο και όχι δοσοληψία, η φιλία είναι η ακρότης της αγάπης. Ο Χριστός είναι ο πρώτος φίλος μας (Ιωάν. 15, 14), που θυσιάζει τη ζωή Του για τους άλλους.
β. Οι οικονομικές σχέσεις: Καταξιώνονται σε φιλανθρωπία, που κυριαρχείται από την ανιδιοτέλεια και την απουσία κάθε ιδέας συμφέροντος. Στη ζωή του Χριστιανού δεσπόζει η αρχή της δικαιοσύνης, που στηρίζεται στη συνείδηση της φυσικής ισότητας όλων των ανθρώπων και της αντιχριστιανικότητας κάθε εννοίας διακρίσεως. (Πράξ. 17, 26). Αν όμως ανάμεσα μας δεν ζει ο Χριστός, κάθε έννοια δικαιοσύνης καταλύεται.
Δικαιοσύνη δε, δεν είναι μόνο η ελεημοσύνη, αλλά η ανιδιοτελής τοποθέτησή μας απέναντι στον άλλο. Λέγει χαρακτηριστικά ο άγιος Νείλος ο Αββάς: «Ευσεβής ουχ ο πολλούς ελεών, αλλ’ ο μηδένα αδικών»!
Καταλαβαίνει, κανείς, ποιες κοινωνικές διαστάσεις μπορεί να λάβει αυτός ο λόγος!
γ. Η επιστήμη, μέσα στη ζωή της Εκκλησίας γίνεται προφητική μαρτυρία. Νοείται ως διαρκής ψηλάφηση των ακτίστων ενεργειών του Θεού μέσα στη φύση, και μεταβάλλεται αυθόρμητα σε εξαγγελία των θαυμάσιων του Θεού στους γύρω μας. Έτσι κατανοούμε και πώς τοποθετείται χριστιανικά η περίπτωση της «επιστημονικής καρριέρας» και αν μπορεί να συνδεθεί με το κέρδος, τον πλουτισμό ή την κοινωνική αναγνώριση.
δ. Η πολιτική, τέλος, μέσα στο σώμα του Χριστού -ως προσπάθεια οργανώσεως της ζωής μας- αποκτά ιερατικό – διακονικό χαρακτήρα. Αν οι πολιτικοί είναι χριστιανοί, θα ενεργούν ως μέλη της Εκκλη¬σίας, όπως συνέβαινε – παρά τις καταχρήσεις και ε¬ξαιρέσεις, στο Βυζάντιο. Βέβαια, όπως θα πει ορθά ο Σολόβιεφ, «σκοπός του Κράτους δεν είναι η πραγμα-τοποίηση του παραδείσου πάνω στη γη, αλλ’ η παρεμ¬πόδιση του κόσμου να μεταβληθεί σε κόλαση» (βλ. Π. Ευδοκίμωφ. Η Ορθοδοξία, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 39).
Όταν ανακύπτουν κοινωνικοί προβληματισμοί, που ζητούν άμεση λύση, καλούν -συμβαίνει ακόμη και αυτό- και μας τους Ορθοδόξους κληρικούς η θεολόγους, να εκφράσουμε τη «θέση» της Εκκλησίας στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η Εκκλησία ως Ορθοδοξία, δεν μοιράζει ασπιρίνες στους διάφορους πονοκεφάλους του κόσμου, αλλά προσφέρει θεραπεία, την θεραπεία της. Καλεί δηλαδή συνεχώς τον άνθρωπο και τον κόσμο να εκκλησιοποιηθούν, να ενταχθούν στους κόλπους της, στο σώμα της. Γιατί μόνο με την αληθινή και ολόκληρη ένταξη στο σώμα του Χριστού γίνεται πραγματικότητα η εν Χριστώ κοινωνία. Ο Χριστός δεν σαρκώθηκε, για να διορθώσει και βελτιώσει τις διάφορες κοσμικές κοινωνίες, αλλά για να τις αντικαταστήσει με τη δική του κοινωνία, που μόνη μπορεί να σώσει, να θεώσει τον άνθρωπο και να αγιάσει την κτίση.
Γι’ αυτό ακριβώς δεν θα παύσει ποτέ η Εκκλησία, ως Ορθοδοξία, να καλεί. Θα εξέρχεται συνεχώς προς τον κόσμο, για να εκκλησιοποιεί τον κόσμο. Να ελευθερώνει εν Χριστώ τον κόσμο. Και ελευθερώνει τον κόσμο, προσφέροντας στον κόσμο Χριστό, δηλαδή την Αλήθεια – Ορθοδοξία της.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Πώς θα μπορούσαμε να μιλήσουμε στα παιδιά για το Θεό;
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Αλήθεια, πώς θα μπορούσαμε να μιλήσουμε στα παιδιά για το Θεό; Πόσο εφικτό γίνεται αυτό όταν εμείς έχουμε μεγάλα πνευματικά κενά αλλά και οι σημερινές απαιτήσεις των παιδιών έχουν γίνει πιεστικές; Στους καιρούς μας περισσεύουν οι αντιρρήσεις για την ύπαρξη του Θεού, ενώ μεταλλαγμένες μορφές αθεΐας εμφανίζονται συνεχώς. Παράλληλα τα αμείλικτα ερωτήματα των παιδιών μας ζητούν απαντήσεις, σημερινές και άμεσες. Πού είναι ο Θεός όταν το κακό κραυγάζει θριαμβευτικά, όταν ο πόνος, η αρρώστια, ο θάνατος χτυπούν βάναυσα και ανελέητα; Πού είναι ο Θεός στην ορφάνια ή στην έσχατη φτώχεια; Σ’ αυτό τον ορυμαγδό αμφισβητήσεων και αντιρρήσεων μόνο η εμπειρική βίωση από μέρους μας της ορθοδόξου πίστεως μπορεί να απαντήσει.
Από την αρχή παρουσιάζεται ένα πρακτικό πρόβλημα. Στην εκκλησιαστική παράδοση και την ορθόδοξη Θεολογία μιλούμε για ένα Θεό πού είναι Τριαδικός. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πώς αυτά πού κατανοούμε ή προσπαθούμε να κατανοήσουμε εμείς, δεν είναι αυτονόητα στο παιδί. Γι’ αυτό και χρειάζεται στο ξεκίνημα να χρησιμοποιήσουμε παραδείγματα πού «απλοποιούν» την τριαδικότητα του Θεού. Ένα χαρακτηριστικό είναι το θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος με το κεραμίδι στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο.
Πριν ξεκινήσουμε να αποκαλύπτουμε το μεγάλο μυστήριο του Θεού στην παιδική ψυχή πρέπει να δημιουργήσουμε την αίσθηση της παρουσίας του Θεού στη ζωή του. Δηλαδή, όπως όταν γεννήθηκε, οι παραστάσεις γύρω του αλλά και ή συνεχής στοργή και φροντίδα το έπεισαν για το ποιοί είναι οι γονείς του που δίπλα τους αισθάνεται ασφάλεια και σιγουριά, έτσι πρέπει να το πείσουμε να δέχεται το Θεό σαν παρουσία, σαν αίσθηση ζωντανή, να πιστεύει σ’ Εκείνον και να εκδηλώνει την πίστη του με συγκεκριμένο τρόπο. Οι εικόνες, το καντήλι, το θυμίαμα, ή άσκηση της νηστείας, η προσπάθεια εφαρμογής των Ευαγγελικών εντολών από μέρους της οικογένειας δημιουργούν μία ατμόσφαιρα την οποία το παιδί αποδέχεται ως φυσικό του περιβάλλον και στη συνέχεια ακολουθεί. Έτσι γίνεται ευκολότερη αργότερα η προσέγγιση των πνευματικών δεδομένων. Κοντολογίς η πνευματική ατμόσφαιρα πού υπάρχει στο σπίτι, κηρύττει σιωπώσα και αποτελεί την πρώτη απόδειξη πώς ή πίστη στο Θεό δεν είναι έργο απροσδιόριστο χειρών ανθρώπων αλλά πραγματικότητα πού μπορεί να βιωθεί.
Η οποιαδήποτε στάση μας – πρέπει να γνωρίζουμε – μπορεί να «χρεώσει» το Θεό και την Εκκλησία. Μερικές φορές εφευρίσκοντας τρόπους για να διαπαιδαγωγήσουμε τα παιδιά μας, επιστρατεύουμε και το Θεό σαν συνήγορο των δικών μας αποφάσεων. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, ώστε να μην χρησιμοποιούμε την παρουσία του Θεού κατ’ επιλογήν και κυρίως στις οφειλές των άλλων σε μας. “Αν π.χ. υποστηρίζουμε κάτι εξόφθαλμα άδικο και χρησιμοποιούμε και το Θεό γι’ αυτό, τότε πρέπει να γνωρίζουμε πώς το παιδί θα απορρίψει και εμάς και το δίκιο μας.
Είναι νομίζουμε λάθος να μιλούμε για το Θεό με έννοιες πού το παιδί δεν κατανοεί. Δεν μπορούμε να χρησιμοποιούμε λέξεις πού δεν έχουν αντίκρισμα στην παιδική ψυχή. Θα μπορούσαμε ”πλάθοντας” το Θεό να του μιλήσουμε με όπλο τις καινοδιαθηκικές ή παλαιοδιαθηκικές ιστορίες για την αγάπη Του, την ειρήνη Του πού απλόχερα σκορπίζει σ’ εκείνους που τον πιστεύουν και Τον αγαπούν. Είναι ευκολότερη η προσέγγιση του Θεού όταν μιλάμε για τα «χαρακτηριστικά Του. Kαλά θα είναι να ακολουθούμε το μεγάλωμα του παιδιού και να του αποκαλύπτουμε τις αλήθειες της ορθοδόξου πίστεως κατά τη δεκτικότητα του.
Ο νέος αυτός ρόλος που αναλαμβάνουμε, δηλαδή αυτή η εμπειρία της διδασκαλίας ή της μικράς κατηχήσεως θα μας φέρει συχνά αντιμέτωπους με τις πραγματικά μεγάλες πνευματικές ελλείψεις ή και την τελεία μας άγνοια πάνω στα πνευματικά ζητήματα.
“Ας φροντίσουμε μιλώντας για το Θεό να γνωρίσουμε τι ακριβώς πρέπει να πούμε στα παιδιά μήπως βρεθούμε σε δρόμους μη ορθόδοξους.
“Ας αναζητήσουμε το απόσταγμα της πατερικής σοφίας πού αποτελεί τη σωστική κιβωτό. Σχεδόν ταυτόχρονα μπορεί ν’ αρχίσει λίγο στην αρχή, εντονότερα στη συνέχεια ή αμφισβήτηση για την αλήθεια ή ακόμη θ’ αναπτυχθούν σκέψεις ως προς την ορθή πίστη άλλων θρησκειών. Στις μέρες μας μάλιστα που ο συγκρητισμός καταργεί τις ιδιαιτερότητες και τις ταυτότητες των τόπων και των προσώπων χρειάζεται να καταβληθεί πολύς κόπος ώστε το παιδί μας να πεισθεί πώς η πίστη που του διδάξουμε είναι πραγματικά ή σωστή.
Είναι πολύ σημαντικό ή διδασκαλία μας να συνοδεύεται από τιμία συνεχή προσπάθεια μας να μάθει το παιδί πώς οι εντολές του Θεού είναι πραγματικά εφαρμόσιμες. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς καλά γιατί χρειάζεται ή πράξη να προηγείται της θεωρίας.
Η άρνηση του Θεού από μέρους του παιδιού σε κάποια ηλικία έρχεται όχι τόσο από την προσωπική του επανάσταση, όσο γιατί αδυνατεί να σηκώσει το «βάρος» της μαρτυρίας του Χριστού στο σχολείο ή στην κοινωνία γενικότερα. Δεν μπορεί να σηκώνει «μόνο» του τις ειρωνείες των φίλων και συμμαθητών του και τότε μοιάζει με τους πολλούς. Τότε, ίσως, είναι ώρα να πούμε στο παιδί μας πως η αγάπη μας σε κάποιον δεν είναι θεωρητική αλλά έχει αξία όταν για εκείνον πού αγαπάς θυσιάζεσαι. Αυτό δηλαδή πού δίδαξε ο Κύριος «αυτή εστίν η εντολή η έμή, Ινα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς μείζονα ταύτης σγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θή υπέρ των φίλων αυτού» (Ίω. ιε’ 12, 13). Είναι ανάγκη να μιλήσουμε για την ανάγκη της μαρτυρίας του ονόματος του Χριστού που συχνά γίνεται μαρτύριο.
Την πιο σκληρή μάχη καλείται να δώσει ο παιδαγωγός στα αμείλικτα ερωτήματα του παιδιού: γιατί το κακό στον κόσμο; Γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι; γιατί πονούν;
Κι όμως αποτελεί βασικό ζήτημα ολόκληρης της ανθρώπινης ζωής, σε όλους τους καιρούς. Με πολλή υπομονή και διάκριση θα ξεκινήσουμε από το θέμα της Ελευθερίας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, πλασμένος από το Θεό, απολάμβανε τον πλούτο των δωρεών του ζώντας στον Παράδεισο. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο και αθάνατο.
Τί θα ήταν ο άνθρωπος χωρίς την ελευθερία και την αθανασία; Με την αμαρτία ο άνθρωπος χάνει μόνος του την ελευθερία, αιχμαλωτίζεται. Δεν του τη στερεί ο Θεός. Έκτοτε το κακό σαν παγκόσμια επιδημία εξαπλώνεται στη γη ως ακριβό τίμημα αυτής της κακής χρήσης της Ελευθερίας.
Αφού τέλος καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια με το λόγο και το παράδειγμα μας, ας αναθέσουμε με την προσευχή μας τα παιδιά στο Θεό, για να επιλέξει Εκείνος τον τρόπο πού θα μιλήσει στην καρδιά τους.
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
O πνευματικός αγώνας
Συγγραφέας: kantonopou στις 29 Ιουλίου, 2015
Ἀγώνας κατά τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου
Ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ ἐκ µέρους τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέλει νά ἀπελευθερωθεῖ ἀπό τήν ἁµαρτία, συµπίπτει µέ τόν πνευµατικό ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ.
Ὁ πνευµατικός ἀγῶνας, ὁ ὁποῖος ἀποδεσµεύει τήν ψυχή ἀπό τήν ἁµαρτία, παρουσιάζει τρία µέτωπα. Καί κατά πρῶτο καί κύριο λόγο ὁ ἀγῶνας αὐτός διεξάγεται ἐναντίον τῶν ἀδυναµιῶν καί παθῶν, τῶν ἐµφύτων πονηρῶν καταβολῶν, τίς ὁποῖες µέ τή γέννησή του φέρει ὁ ἄνθρωπος. Πολύ παραστατικά καί µέ ἐπιγραµµατική βραχυλογία, τόν περιγράφει ὁ Κύριος:
«Ἀπό µέσα ἀπό τήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων ἐξέρχονται οἱ κακές σκέψεις καί ἀποφάσεις, µοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι, κλοπές, κάθε εἴδους ἀδικίες, πού προέρχονται ἀπό τήν πλεονεξία, µοχθηρίες καί κακίες, ἀπάτη, ἠθική παραλυσία καί ἀκράτεια, ὀφθαλµός φθονερός καί κακός, βλασφηµία, ὑπερηφάνεια, τρέλλα καί ἀµυαλωσύνη, πού τήν γεννᾶ ὁ σκοτισµός τῆς ἁµαρτίας. Ὅλα αὐτά τά κακά ἐξέρχονται ἀπό µέσα, διότι στήν καρδιά ἀρχικά φυτρώνουν ὡς λογισµοί καί ἐπιθυµίες καί ἀποφάσεις, καί αὐτά κάνουν ἀκάθαρτο τόν ἄνθρωπο».
Ἐάν ὁ ἄνθρωπος ὑποχωρήσει στίς παρορµήσεις αὐτές, οἱ ὁποῖες ἐκπορεύονται ἀπό τόν ἐσωτερικό του κόσµο, τότε διατρέχει τόν κίνδυνο νά τίς µεταβάλει σέ κυρίαρχα πάθη. Συνεχής δέ καί µακροχρόνια ὑποχώρηση δηµιουργεῖ κατάσταση δουλείας.
Καί ὁ Μ. Βασίλειος ἀναγνωρίζοντας τή δυσκολία τῆς πάλης, αὐτόν τόν πνευµατικό ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου περιγράφει, ὅταν σηµειώνει: «Νά µάθεις, νά διδαχθεῖς τήν εὐαγγελική πολιτεία, τήν εὐθύτητα τῶν µατιῶν, τήν ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, τή δουλαγώγηση τοῦ σώµατος, τήν ταπεινοφροσύνη, τήν καθαρότητα τοῦ νοῦ, τήν ἐξαφάνιση τῆς ὀργῆς.Ὅταν ἀγγαρεύεσαι, νά προσθέτεις (Ματθ. ε΄ 41).Ὅταν σέ ἀδικοῦν, νά µή πᾶς σέ δικαστήρια (Ματθ. ε΄ 25). Ὅταν µισεῖσαι, νά ἀγαπᾶς (Ματθ. ε΄ 44). Ὅταν διώκεσαι, νά ὑποµένεις (Ματθ. ε΄ 44). Ὅταν βλασφηµεῖσαι, νά παρακαλεῖς (Α΄ Κορ. δ΄ 12-13). Νά νεκρωθεῖς γιά τήν ἁµαρτία (Ρωµ. Στ΄ 2), νά σταυρωθεῖς µέ τόν Χριστό. Ὁλόκληρη τήν ἀγάπη δῶσε την στόν Κύριο. Ἀλλά αὐτά εἶναι δύσκολα».2
Εὐθύς ἀµέσως ὁ Φωστήρ τῆς Καισαρείας µᾶς πείθει γιά τό δίκαιο τῆς δυσκολίας τοῦ πνευµατικοῦ ἀγώνα, ὅταν ὑποστηρίζει: «Καί ποιό ἀπό τά καλά εἶναι εὔκολο; Ποιός ἔστησε τρόπαιο νίκης µέ τό νά κοιµᾶται; Ποιός στεφανώθηκε µέ τά στεφάνια τῆς καρτερίας, ζῶντας πολυτελῆ ζωή καί διασκεδάζοντας; Κανένας δέν πῆρε βραβεῖο χωρίς νά τρέξει. Οἱ κόποι γεννοῦν δόξα, οἱ µόχθοι φέρνουν τά στεφάνια. Πρέπει, λέω καί ἐγώ, ἐµεῖς διά µέσου πολλῶν θλίψεων θά εἰσέλθουµε στήν οὐράνιο βασιλεία» (Πράξ. Ιδ΄ 22)! Ἀλλά τίς θλίψεις αὐτές, τίς διαδέχεται ἡ µακαριότητα στήν οὐράνιο βασιλεία”.3
Ἀγώνας κατά τοῦ διαβόλου
Ἀλλά δέν εἶναι αὐτό τό µοναδικό µέτωπο, τό ὁποῖο ἔχει νά ἀντιµετωπίσει ὁ ἀνασφαλής ψυχικά ἄνθρωπος. Ἔχει νά διεξαγάγει ἀγῶνα καί «πρός ἐχθρούς πνευµατικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὀργάνωση στρατιωτική. Βαδίζουν µέ σχέδιο, τό ὁποῖο εἶναι καλά µελετηµένο. Τά πονηρά αὐτά τάγµατα ἔχουν ἐξουσία πάνω στό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι µέ τήν ἀµέλειά τους γίνονται δοῦλοι καί ὑπήκοοί τους. Καί ἐπειδή τό πλῆθος τῶν δυστυχισµένων ὀπαδῶν τους εἶναι µεγάλο, οἱ δαίµονες φαίνονται ὡσάν νά εἶναι κοσµοκράτορες».4
Καί ὁ ἱερός Χρυσόστοµος, ἀναφερόµενος σ’ αὐτό τό µέτωπο τοῦ πνευµατικοῦ ἀγῶνα, ὡς ἔµπειρος πολεµιστής διακρίνει τά πανοῦργα τεχνάσµατα καί τίς παραπλανητικές µεθοδεῖες τοῦ ἐχθροῦ, µέ τίς ὁποῖες προσπαθεῖ νά ὑποσκελίσει ὕπουλα τόν πιστό καί καθοδηγεῖ γράφοντας: «Ἐπειδή λοιπόν παρήγγειλε πολλά πού ἔπρεπε νά γίνουν, µή φοβεῖσθε, λέει, στηρίξατε τήν ἐλπίδα σας στόν Κύριο καί ὅλα θά τά ἀνακουφίσει. «Καί ντυθεῖτε ὁλόκληρο τόν ὁπλισµό, µέ τόν ὁποῖο ὁ Θεός ὁπλίζει τούς στρατιῶτες Του, γιά νά µπορεῖτε νά ἀντιστέκεσθε στά πανοῦργα τεχνάσµατα τοῦ διαβόλου». Δέν εἶπε, στίς µάχες, οὔτε στούς πολέµους, ἄλλα «στά τεχνάσµατα». Διότι ὁ ἐχθρός δέν πολεµάει οὔτε ἁπλᾶ, οὔτε φανερά, ἄλλα µέ τεχνάσµατα. Τί σηµαίνει µεθοδεία; Μεταχειρίζοµαι τέχνασµα, σηµαίνει παραπλανῶ καί µέ τίς ἐπινοήσεις καταβάλλω κάποιον, πρᾶγµα πού γίνεται καί στήν περίπτωση τῶν τεχνασµάτων, καί µέ λόγια, καί µέ ἔργα, καί µέ παλαιστικά τεχνάσµατα, σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι µᾶς παραπλανοῦν! Ἐπεξηγῶ τί ἐννοῶ: ποτέ (ὁ διάβολος) δέν παρουσιάζει φανερά τά ἁµαρτήµατα, τήν εἰδωλολατρεία δέν τήν λέει, ἀλλά διαφορετικά παριστάνει τοῦτο µεταχειριζόµενος τεχνάσµατα, δηλαδή, παριστάνει πιθανόν τόν λόγο καί χρησιµοποιεῖ ἐπικαλύµµατα”.5
Στή συνέχεια ὁ ἱερός Χρυσόστοµος καθιστᾶ προσεκτικούς τούς χριστιανούς, ὅταν ὑπογραµµίζει τό ἄνισο τοῦ ἀγῶνα, ἐφ’ ὅσον οἱ σαρκικοί ἄνθρωποι ἀντιµετωπίζουν ὄχι µόνο τήν ἀνθρωποκτόνο πονηρία τῶν δαιµόνων, ἀλλά καί ἀντιπαλαίουν µέ ἰσχυρότερά τους –ὡς πρός τήν φύση– ὄντα· καί τοῦτο, διότι οἱ δαίµονες εἶναι ἀσώµατοι (…). «Διότι δέν ἔχοµε νά παλαίψουµε, λέει, πρός ἀντιπάλους ὁµοίους µέ µᾶς, µέ αἷµα καί σάρκα, σάν τή δική µας. Ἀλλά πρός τίς ἀρχές, πρός τίς ἐξουσίες, πρός τά διαβολικά αὐτά τάγµατα, πρός τούς κοσµοκράτορες, πού ἄρχουν ἐπάνω στό πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, πού εἶναι βυθισµένοι στό ἠθικό σκοτάδι, τό ὁποῖο ἐπικρατεῖ στόν αἰῶνα αὐτόν. Καλούµαστε νά παλαίψουµε πρός τά πνευµατικά ὄντα, τά ὁποῖα εἶναι γεµᾶτα πονηρία καί τά ὁποῖα κατοικοῦν στούς ὁρίζοντες, πού εἶναι πάνω ἀπό τόν ἀέρα»
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »















