Περί σιωπής (Γέροντος Γερμανού Σταυροβουνιώτη)
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Βασίλειος ο Μέγας
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009

Βίος και Πολιτεία του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου
Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο.
Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν καθηγητής ρητορικής στη Νεοκαισάρεια και η μητέρα του Εμμέλεια απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων. Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Όσιος Ναυκράτιος ασκητής και θαυματουργός, η Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.
Τα πρώτα γράμματα, τού τα δίδαξε ο πατέρας του. Συνέχισε τις σπουδές του στην Καισαρεία της Καππαδοκίας, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. Εκεί σπούδασε γεωμετρία, αστρονομία, φιλοσοφία, ιατρική, ρητορική και γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια. Η ασκητική του ζωή ξεκίνησε ήδη από τα χρόνια όπου φοιτούσε στην Αθήνα. Ο σοφός δάσκαλος του Εύβουλος εντυπωσιασμένος από την αυστηρή νηστεία, του Άγίου, και μετά την παραίνεση του, λέγεται ότι έγινε Χριστιανός.
Συμφοιτητές του ήταν και δύο νέοι που έμελλε να διαδραματίσουν σπουδαίο ρόλο στην ιστορία. Ο ένας, φωτεινό ο Άγιος και Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας ο Θεολόγος Γρηγόριος και ο άλλος μελανό στον αντίποδα, προδότης του Ιησού, ειδωλολάτρης και διώκτης των Χριστιανών, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Κατά την διάρκεια αυτών των ετών, ο Άγιος Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ανέπτυξαν μεγάλη και ισχυρή φιλία. Ταυτόχρονα με τις σπουδές τους, είχαν ιεραποστολική δράση. Διοργάνωναν χριστιανικές συγκεντρώσεις, στις οποίες ανέλυαν θρησκευτικά ζητήματα. Ίδρυσαν επίσης και τον πρώτο φοιτητικό χριστιανικό σύλλογο.
Επέστρεψε στην Καισαρεία το καλοκαίρι του 356μ.Χ. και συνεχίζοντας την παράδοση του πατέρα του, έγινε καθηγητής της ρητορικής. Το 358 μ.Χ. επηρεασμένος από το θάνατο του αδερφού του μοναχού Ναυκρατίου, καθώς και με την παρότρυνση της αδερφής του Μακρίνας, βαπτίζεται Χριστιανός, και αποφασίζει να αφιερώσει τον εαυτό του στην ασκητική πολιτεία. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα κτήμα της οικογενείας του στον Πόντο. Χαρακτηριστικό της μεγαλοψυχίας του είναι, ότι μετά την βάπτιση του δώρισε στους φτωχούς και στην εκκλησία το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους ξεκινά ένα οδοιπορικό σε γνωστά κέντρα ασκητισμού της Ανατολής, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία και Μεσοποταμία, επιθυμώντας να συναντήσει πολλούς ασκητές και μοναχούς για να γνωρίσει τον τρόπο ζωής τους. Όταν γύρισε στο Πόντο από το ταξίδι αυτό, μοίρασε και την υπόλοιπη περιουσία του και αποσύρθηκε στο κτήμα του επιθυμώντας να ζήσει πλέον ως μοναχός. Εκεί έγραψε τους: «Κανονισμούς δια τον Μοναχικόν βίον», κανόνες που ρυθμίζουν την ζωή στα μοναστήρια μέχρι τις μέρες μας. Με την υψηλή του κατάρτιση στην Ορθόδοξη Πίστη και τον ασκητικό, θαυμαστό του βίο, η φήμη του Αγίου Βασιλείου εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλη την Καππαδοκία. Έτσι και ο Μητροπολίτης της Καισαρείας Ευσέβιος πραγματοποιώντας την Θεία Βούληση αλλά και αυτή των χριστιανών της περιοχής, χειροτόνησε το 364 μ.Χ. τον Άγιο Βασίλειο πρεσβύτερο.
Το 370 μ.Χ., μετά τον θάνατο του Ευσεβίου και σε ηλικία 41 ετών, τον διαδέχθηκε ο Άγιος Βασίλειος στην επισκοπική έδρα, με τη συνδρομή τού Ευσεβίου επισκόπου Σαμοσάτων και του Γρηγορίου επισκόπου Ναζιανζού. Επίσκοπος πλέον, ο Άγιος Βασίλειος αντιμετώπισε την προσπάθεια του Αυτοκράτορα Ουάλη να επιβάλει τον Ομοιανισμό (ρεύμα του Αρειανισμού), επικοινωνώντας μέσω επιστολών με τον Μέγα Αθανάσιο, Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τον Πάπα Ρώμης Δάμασο. Στον τόπο του ,στην περιφέρεια της δικής του ποιμαντικής ευθύνης είχε να αντιμετωπίσει την έντονη παρουσία του αρειανικού στοιχείου και άλλων κακοδοξιών. Από τις επιστολές του φαίνονται οι προσπάθειες που κατέβαλε για την καταπολέμηση της σιμωνίας των επισκόπων, για την ανάδειξη άξιων κληρικών στο ιερατείο, καθώς και για την πιστή εφαρμογή των ιερών κανόνων από όλους τους πιστούς και φανερώνεται επίσης η ποιμαντική φροντίδα στα αποκομμένα και περιθωριοποιημένα μέλη της Εκκλησίας.
Στην οικουμενική Εκκλησία ο Μέγας Βασίλειος ουσιαστικά αναλαμβάνει τα πνευματικά ηνία από το Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος γηραιός πλέον, αποσύρεται από την ενεργό δράση. Εργάζεται συνεχώς για την επικράτηση των ορθόδοξων χριστιανικών αρχών και υπερασπίζεται με σθένος το δογματικό προσανατολισμό της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας.
Ο Άγιος Βασίλειος, βοηθούσε πάντοτε τους αδικημένους και κουρασμένους, τους πεινασμένους και τους αρρώστους, ανεξάρτητα από το γένος, τη φυλή και το θρήσκευμα. Έτσι το όραμά του το έκανε πραγματικότητα ιδρύοντας ένα πρότυπο και για τις μέρες μας κοινωνικό και φιλανθρωπικό σύστημα, τη «Βασιλειάδα». Ένα ίδρυμα που λειτουργούσε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο και ξενώνας για την φροντίδα και ιατρική περίθαλψη των φτωχών αρρώστων και ξένων. Τις υπηρεσίες του τις πρόσφερε το ίδρυμα δωρεάν σε όποιον τις είχε ανάγκη. Το προσωπικό του ιδρύματος αυτού ήταν εθελοντές που προσφέρανε την εργασία για το καλό του κοινωνικού συνόλου. Ήταν ένα πρότυπο και σε άλλες επισκοπές και στους πλουσίους ένα μάθημα να διαθέτουν τον πλούτο τους με ένα αληθινά χριστιανικό τρόπο. Πραγματικά είναι άξιο θαυμασμού η έμπνευση που είχε ο Άγιος Βασίλειος ,τον 4ο αιώνα μ.Χ. να ιδρύσει και να λειτουργήσει ένα τέτοιο ίδρυμα – πρότυπο.
Καταπονημένος από την μεγάλη δράση που ανέπτυξε σε τόσους πολλούς τομείς ,εναντίον των διαφόρων κακοδοξιών και ειδικά της αιρέσεως του Αρειανισμού, μη διστάζοντας πολλές φορές να αντιταχθεί με την εκάστοτε πολιτική εξουσία, με όπλα του την πίστη και την προσευχή, με τα κηρύγματα και τους λόγους του, με τα πολλά ασκητικά και παιδαγωγικά συγγράμματα, καθώς και την ασκητική ζωή του ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας παραδίδει το πνεύμα στο Θεό την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. σε ηλικία 49 ετών. Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος όχι μόνο το ποίμνιό του αλλά και όλο το χριστιανικό κόσμο της Ανατολής. Στην κηδεία του συμμετέχει και ένα πλήθος ανομοιογενές από άποψη θρησκευτικής και εθνικής διαφοροποιήσεως. Το υψηλής σημασίας θεολογικό και δογματικό του έργο καθώς και η λειτουργική και πρωτότυπη ανθρωπιστική του δράση, είναι η μεγάλη παρακαταθήκη που μας άφησε. Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία την 1ην Ιανουαρίου. Από το 1081μ.Χ. ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου, ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Με σοφία, στο απολυτίκιο του αναφέρεται η φράση «… τα των ανθρώπων ήθη κατεκόσμησας…». Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, στον Επιτάφιο για τον καλό και Μέγα φίλο του Άγιο Βασίλειο, αποδίδει σ’ αυτόν, με την ποιητική και βαθιά στοχαστική ματιά του, το χαρακτηρισμό «παιδαγωγός της νεότητος»
Ο Μ. Βασίλειος, εκτός των άλλων θαυμάσιων και Θείας εμπνεύσεως έργων του, έγραψε και την εκτενή και κατανυκτική Θεία Λειτουργία, που, μετά την επικράτηση της συντομότερης Θείας Λειτουργίας του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τελείται 10 φορές το χρόνο:
την 1η Ιανουαρίου (όπου γιορτάζεται και η μνήμη του),τις πρώτες πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής,τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων,την Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο.
Λίγα θαυμαστά γεγονότα από τον βίο του Αγίου Ιουλιανός ο Παραβάτης
Όταν ο Ιουλιανός ο παραβάτης, ο ασεβής και διώκτης των Χριστιανών, θέλησε να πάει στην Περσία να πολεμήσει πέρασε κοντά από την Καισαρεία. Ο Άγιος Βασίλειος γνωρίζοντας τον από την Αθήνα όπου ήταν συμφοιτητές πήγε μαζί με τον λαό να τον τιμήσει. Ο Ιουλιανός απαίτησε να του δωρίσει, αφού ο Άγιος δεν είχε τίποτε άλλο, τρεις από τους κριθαρένιους άρτους του. Ο Άγιος το έκανε και ο Ιουλιανός διέταξε τους υπηρέτες να ανταμείψουν τη δωρεά και να δώσουν χόρτο από το λειβάδι. Ο Άγιος Βασίλειος βλέποντας την καταφρόνηση του βασιλιά του είπε «εμείς, βασιλιά ότι μας ζήτησες από κείνο που τρώμε σου το προσφέραμε κι εσύ μας αντάμειψες από κείνο που τρως». Τότε ο Ιουλιανός θύμωσε πάρα πολύ και απείλησε, ότι όταν θα επιστρέψει από την Περσία νικητής, θα κάψει την πόλη και τον λαό θα τους πάρει δούλους. Όσο για τον ίδιο τον Άγιο Βασίλειο θα τον ανταμείψει όπως πρέπει.
Ο Άγιος Βασίλειος όταν πήγε στην πόλη ζήτησε από το λαό να μαζέψουν ότι πολύτιμο είχαν και να το αποθηκεύσουν κάπου έως ότου επιστρέψει ο φιλοχρήματος Ιουλιανός για να του το προσφέρουν. Ίσως κι έτσι κατευνάσουν την οργή του.
Όταν έμαθε ότι επιστρέφει ο άφρων βασιλιάς, ο Άγιος Βασίλειος ζήτησε από τους πολίτες να προσευχηθούν και να νηστεύσουν τρεις μέρες. Μετά όλοι μαζί ανέβηκαν στο δίδυμον όρος της Καισαρείας όπου στη μια από τις δύο κορυφές ήταν ο ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Εκεί προσευχόμενος ο Άγιος είδε σε οπτασία, μια μεγάλη ουράνια στρατιά, να κυκλώνει το όρος και στη μέση να κάθεται σε θρόνο μια γυναίκα (η Παναγία) και να δοξάζεται, η οποία γυναίκα είπε στους αγγέλους να της φέρουν τον Μερκούριο για να φονεύσει τον Ιουλιανό, τον εχθρό του υιού της. Έπειτα είδε τον Μάρτυρα Μερκούριο να φθάνει οπλισμένος μπροστά στην βασίλισσα των Αγγέλων κι όταν εκείνη τον πρόσταξε αυτός να φεύγει γρήγορα. Κατόπιν προσκάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και του έδωσε ένα βιβλίο που ήταν γραμμένη όλη η δημιουργία της κτίσεως κι έπειτα του ανθρώπου. Στην αρχή του βιβλίου ήταν η επιγραφή «Είπε» και στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου ήταν η επιγραφή «Τέλος». Μόλις είδε την οπτασία αυτή ο Άγιος ξύπνησε.
Το νόημα της οπτασίας του βιβλίου, ήταν ότι ο Άγιος Βασίλειος έγραψε, όντως, ερμηνεία στην Εξαήμερον του Μωϋσέως στην οποία διηγείται, πως ο Θεός εποίησε τον ουρανό, την γη, τον ήλιο, την σελήνη, τη θάλασσα, τα ζώα και όλα τα αισθητά κτίσματα. Όταν όμως, έμελλε να γράψει και για την έβδομη ημέρα κατά την οποία ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, τότε ο Μέγας αυτός Άγιος άφησε την τελευταία του πνοή στη γη και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει τον Κύριον του που με δύναμη αγάπησε και που γι’ Αυτόν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα που έζησε έπραξε τόσα πολλά και τόσο μεγάλα. Το έργο του συμπλήρωσε κατόπιν ο αδελφός του ο Άγιος Γρηγόριος ο Αρχιεπίσκοπος Νύσσης, που έγραψε για την έβδομη ημέρα της πλάσεως του ανθρώπου.
Όταν ο Άγιος είδε την οπτασία, πήγε στην πόλη με μερικούς κληρικούς, στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου μη βρίσκοντας το λείψανο του Αγίου και τα όπλα του που φυλάσσονταν στον Ναό έναν αιώνα αφότου μαρτύρησε επί της βασιλείας του Βαλεριανού και Βαλερίου, κατάλαβε τι είχε συμβεί κι έτρεξε αμέσως στο λαό να τους ειδοποιήσει ότι ο άφρων Ιουλιανός φονεύθηκε.
Βλέποντας το θαύμα οι Χριστιανοί και την παρρησία του Αγίου Βασιλείου δεν θέλησαν να πάρουν πίσω την περιουσία που είχαν αποθηκεύσει για τον τύραννο Ιουλιανό. Ο Άγιος όμως αφού τους επαίνεσε για την πράξη τους, το ένα τρίτο του ποσού τους το έδωσε και τα υπόλοιπο ποσό το διέθεσε για να κτίσουν πτωχοτροφεία, ξενοδοχεία, νοσοκομεία, γηροτροφεία και ορφανοτροφεία.
Ουάλης
Μετά τον Ιουλιανό τον παραβάτη, βασίλευσε ο θεοσεβής Ιοβιανός μόνο για ένα χρόνο και κατόπιν τη βασιλεία παρέλαβαν ο Ουαλεντιανός και ο αδελφός του Ουάλης που ήταν αιρετικός, οπαδός του Αρειανισμού και διώκτης των Ορθοδόξων Χριστιανών. Ο Ουάλης αφού πήρε με το μέρος του όλους τους επισκόπους, θέλησε να κάμψει και τον Μέγα Βασίλειο που έμαθε ότι ήταν ανένδοτος. Έστειλε δύο δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι με απειλές προσπάθησαν να αποδεχθεί ο Άγιος τις αιρετικές και βλάσφημες δοξασίες του Αρείου. Ο ένας, μάλιστα ο άρχοντας Μόδεστος αφού γύρισε άπραγος στον βασιλιά του είπε ότι, ευκολότερο είναι να μαλακώσει κανείς το σίδηρο παρά την γνώμη του Βασιλείου. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να πάει ο ίδιος στον Μέγα Βασίλειο. Αυτό και έκανε. Ήταν η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, όταν έφθασε ο βασιλιάς στον Ναό. Εκεί είδε την τάξη και την ησυχία των Χριστιανών που παρακολουθούσαν, τον Άγιο Βασίλειο να τους διδάσκει, σεμνός, απέριττος, με λόγο δυνατό, γεμάτο σοφία και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο βασιλιάς έδειξε να μετανιώνει κι αφού μίλησε με τον Άγιο, έφυγε.
Οι Αρειανοί Αρχιερείς, όμως και πάλι μετέβαλαν τη γνώμη του βασιλιά και τον έπεισαν να εξορίσει τον Άγιο. Όρισε τότε ο βασιλιάς να συντάξουν ένα κείμενο με την απόφαση της εξορίας του Αγίου. ‘Ομως, βλέποντας ότι το χέρι εκείνου που θα έγραφε την απόφαση της εξορίας, ξεράθηκε και το ίδιο του το παιδί αρρώστησε βαριά, κάλεσε τον Άγιο να προσευχηθεί. Και κείνος μόνο που είδε το παιδί το ίασε. Και τον Μόδεστο, ακόμη γιάτρευσε που και κείνος κινδύνευε να πεθάνει. Αυτά είδε ο βασιλιάς και γύρισε στο θρόνο του.Ο βασιλιάς Ουάλης αργότερα, θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες, με έδρα την Καισάρεια στη μία και τα Τύανα στην άλλη. Οι επίσκοποι αιρετικοί όπως ήταν βρήκαν ευκαιρία, γιατί συνέχεια φιλονικούσαν με τον Άγιο Βασίλειο να χωρίσουν και τις Μητροπόλεις σε δύο, ορίζοντας δικό τους Μητροπολίτη στα Τύανα. Τότε ο Άγιος με ταπείνωση τους είπε ότι η Εκκλησία δεν έχει υποχρέωση να ακολουθεί την βασιλεία, αλλά η βασιλεία την Εκκλησία, ούτε είναι πρέπον να χωρίζουν οι Μητροπολίτες, οι μιμητές του Χριστού επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Δεν τον άκουσαν όμως οι επίσκοποι και όρισαν Μητροπολίτη Τυάνων κάποιον Άνθιμον. Κι όχι μόνο αυτό αλλά έκλεψαν και κάποια κτήματα του Ναού του Αγίου Ορέστου που ήταν στη δικαιοδοσία του Αγίου Βασιλείου. Ο Άγιος ως μιμητής Χριστού, ειρήνευσε και αρκέσθηκε στην επαρχία της Καισαρείας. Βλέποντας ο Θεός την υπομονή του, σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων Άνθιμον και ενώθηκαν και πάλι οι επαρχίες. Τότε είναι καθώς λένε ότι χειροτόνησε ο Άγιος Βασίλειος τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο Επίσκοπο στα Σάσιμα.
Αργότερα πάλι, με περίσσιο θράσος οι Αρειανοί επίσκοποι και με την άδεια του βασιλιά Ουάλη εκδίωξαν τον Ορθόδοξο Αρχιερέα της Νίκαιας και τους Χριστιανούς της πόλης και κατέλαβαν τον Μητροπολιτικό Ναό. Τότε έδρασε γι’ άλλη μια φορά ο Μέγας αυτός Άγιος της Εκκλησίας μας και αφού πήρε την άδεια του βασιλιά να διευθετήσει όπως αυτός ήθελε με τον τρόπο του, αρκεί να είναι δίκαιος και για τα δύο μέρη, έφθασε στη Νίκαια και είπε να σφραγίσουν τον Ναό και οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί και αφού προσευχηθούν πρώτα οι οπαδοί του Αρείου, εάν ανοίξουν οι πύλες να πάρουν αυτοί τον Ναό, εάν όμως όχι να προσευχηθούν οι Ορθόδοξοι και εάν ανοίξουν οι πύλες να τους δοθεί και πάλι ο Ναός εάν όχι να πάει στους Αρειανούς. Συμφώνησαν όλοι και περισσότερο οι Αρειανοί αφού πλεονεκτούσαν στη περίπτωση που δεν άνοιγαν οι πύλες. Έτσι κι έγινε. Προσευχήθηκαν πρώτα οι Αρειανοί, για τρεις ημέρες. Πώς να τους ακούσει ο Υιός του Θεού, όταν αυτοί τον υβρίζουν; Οι πύλες και βέβαια έμειναν κλειστές. Μετά προσευχήθηκαν οι Ορθόδοξοι με τον Άγιο Βασίλειο στο Ναό του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Διομήδους, που ήταν κοντά στον Μητροπολιτικό Ναό. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος με όλο το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών πήγαν στο Μητροπολιτικό Ναό και όταν ακούσθηκε ο Μέγας Βασίλειος να λέει «Ευλογητός ο Θεός των Χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», έσπασαν οι μοχλοί και οι κλειδαριές και οι πύλες άνοιξαν. Μετά από αυτό το θαύμα ο Ναός επανήλθε στους Ορθοδόξους και πολλοί από τους πιστούς του Αρείου έγιναν Ορθόδοξοι.
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος
Μαθαίνοντας ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, τα θαύματα του Αγίου Βασιλείου, παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο Άγιος. Είδε τότε στήλη πυρός που έφθανε μέχρι τον ουρανό και άκουσε μια φωνή να λέει «Εφραίμ, Εφραίμ, καθώς την πυρίνην ταύτην στήλην, τοιούτος είναι ο Μέγας Βασίλειος». Τότε γρήγορα έφυγε από την έρημο παίρνοντας μαζί του ένα διερμηνέα που να μιλάει την Ελληνική και Συριακή γλώσσα και πήγε να βρει τον Άγιο Βασίλειο. Έφθασε την ημέρα της εορτής των Θεοφανείων, όταν την ώρα εκείνη λειτουργούσε ο Μέγας Βασίλειος και βλέποντας ο Όσιος Εφραίμ τα λαμπρά και πολύτιμα άμφια τα οποία φορούσε ο Άγιος Βασίλειος, θέλησε να φύγει γιατί νόμιζε ότι μάταια πήγε. Τότε έστειλε, ο Άγιος Βασίλειος ένα διάκονο να βρει στη δυτική πύλη τον Όσιο Εφραίμ και να τον φέρει στο ιερό. Ο Όσιος δεν θέλησε να πάει λέγοντας στον διάκονο, ότι μάλλον πλανήθηκε ο Αρχιερέας, γιατί αυτοί είναι ξένοι. Έστειλε πάλι τον διάκονο ο Άγιος Βασίλειος λέγοντας του να του πει «Κύριε Εφραίμ, ελθέ εις το Άγιον Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος». Κατάλαβε έτσι ο Όσιος ότι στήλη πυρός ήταν ο Μέγας Βασίλειος και πήγε στο Άγιο Βήμα και αφού τον ασπάσθηκε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά θέματα και θεία νοήματα.
Μια χάρη σου ζητώ, Άγιε Δέσποτα του είπε μέσω του διερμηνέα του ο Όσιος εφραίμ, να προσευχηθείς στον Κύριο μας να μου χαρίσει το Πανάγιο Πνεύμα την δύναμη να μιλήσω Ελληνικά. Προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος μαζί με τον Όσιο Εφραίμ και να το θαύμα. Ο Όσιος πραγματικά μίλησε Ελληνικά. Κατόπιν ο Άγιος Βασίλειος εχειροτόνησε τον Όσιο Εφραίμ Ιερέα και τον διερμηνέα του Διάκονο.
Μιμητής Χριστού
Όταν κάποτε παρατήρησε τον τοπικό άρχοντα για μία αδικία που έκανε σε μια χήρα γυναίκα, κι αφού ο άρχοντας δεν συμμορφώθηκε, αναγκάσθηκε ο Άγιος να του πει, ότι όπως έμενε ασυγκίνητος στις εκκλήσεις αυτής της αδικημένης γυναίκας έτσι κάποιοι θα μένουν ασυγκίνητοι όταν αυτός ο ίδιος θα έχει την ανάγκη τους. Έτσι έγινε όταν ο βασιλιάς του έδειξε την οργή του, οδηγώντας τον σιδηροδέσμιο οι στρατιώτες του στις πόλεις για να πληρώσει τις αδικίες που είχε κάνει. Τότε κατάλαβε την πρόρρηση του αγίου και παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο και τον Θεό να τον λυπηθεί. Ο αμνησίκακος Άγιος προσευχόμενος στον Θεό και μόνο με την ευχή του ηρέμησε το βασιλιά και μετά από έξι μέρες αφ’ ότου ο δυστυχής άρχοντας παρακάλεσε τον Άγιο Βασίλειο έφθασε γράμμα από το βασιλιά όπου τον ελευθέρωνε. Μ’ αυτό τον τρόπο συνετίσθηκε ο άρχοντας κι αναγνώρισε την καλωσύνη του Αγίου τον οποίο κι ευχαρίσθησε. Και στη γυναίκα που είχε αδικήσει έδωσε διπλάσιο το ποσό.
Προς το τέλος της επίγειας πορείας του, καθώς μετέβαινε στην Εκκλησία, μία αμαρτωλή γυναίκα έπεσε στα πόδια του ρίχνοντας ένα γράμμα στο οποίο έγραψε τις αμαρτίες της, γιατί ντρεπόταν η ίδια να τις ξεστομίσει και κλαίγοντας παρακαλούσε τον Άγιο να το διαβάσει και να συγχωρήσει τις αμαρτίες της. Ο Άγιος την παρηγόρησε, και είπε ότι μόνο ο Κύριος συγχωρεί τις αμαρτίες μας. Φιλεύσπλαχνος, όπως ήταν, κρατούσε το γράμμα σ’ όλη τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Στο τέλος κάλεσε τη γυναίκα και της επέστρεψε το γράμμα. Εκείνη μόλις το άνοιξε δεν βρήκε τίποτε γραμμένο, παρά μόνο ένα σημείο όπου αναφέρει ένα θανάσιμο αμάρτημά της. Κλαίγοντας πάλι τον παρακαλούσε να την λυπηθεί και να προσευχηθεί και πάλι στο Θεό να τη συγχωρήσει. Ο Άγιος Βασίλειος τότε της είπε να πάει αμέσως στην έρημο να βρει τον Όσιο Εφραίμ και να δεηθεί αυτός, στον Θεό για το αμάρτημα της. Η γυναίκα χωρίς να χρονοτριβήσει με την ευχή του Αγίου πήγε αμέσως στην έρημο. Εκεί βρήκε τον Όσιο Εφραίμ κι αφού του διηγήθηκε την ιστορία της, τον παρακάλεσε θερμά.
Ο Όσιος όμως της αρνήθηκε, λέγοντας της να πάει στον Άγιο Βασίλειο όπου οι δικές του δεήσεις έσβησαν τις αμαρτίες της έτσι αυτός πάλι μπορεί να δεηθεί στον Κύριο και για τη μία αμαρτία που έμεινε. Να το κάνει σύντομα όμως γιατί ο Άγιος σε λίγο πεθαίνει. Εκείνη μόλις το άκουσε έφυγε τρέχοντας να προλάβει ζωντανό τον Άγιο.
Όταν έφθασε, όμως η δύστυχη βρήκε το φέρετρο του και πλήθος κόσμου πάνω του. Έκλαιγε και φώναζε, ρίχνοντας το γράμμα στα πόδια του Αγίου είπε σε όλους την ιστορία. Κλαίγοντας έλεγε ότι ο Άγιος μπορούσε να δεηθεί και γι’ αυτή την αμαρτία αλλά την έστειλε σε άλλον. Ένας Ιερέας τότε θέλησε να δει στο γράμμα για ποια αμαρτία μιλούσε η γυναίκα. Και τότε να το θαύμα. Δεν υπήρχε στο γράμμα τίποτε γραμμένο.Κατά την τελευταία μέρα πάλι της ζωής του ο Άγιος και Μέγας Βασίλειος έκανε Χριστιανό τον Εβραίο γιατρό και φίλο του Ιωσήφ καθώς και όλη του την οικογένεια με θαυμαστό τρόπο. Αφού ο γιατρός τον επισκέφθηκε, ρώτησε ο Άγιος να του πει πόσες ώρες του μένουν. Αυτός πιάνοντας τον σφυγμό του, του είπε ότι μένουν λίγες ώρες, κι ότι στη δύση του ηλίου θα πεθάνει.
Ο Άγιος τότε του είπε ότι αν ζήσει μέχρι την επόμενη ημέρα τι θα κάνει. Ο Ιωσήφ του είπε ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο να πεθάνει ο ίδιος. Καλά το λες του είπε ο Άγιος να πεθάνεις την αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ. Δέχθηκε ο Ιωσήφ γιατί ήταν αδύνατο με τους φυσικούς νόμους να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Όταν έφυγε ο Εβραίος, προσευχήθηκε ο Άγιος Βασίλειος στον Θεό να του παρατείνει τη ζωή και για να δώσει την πραγματική ζωή στο φίλο του Ιωσήφ και στην οικογένεια του και για να προλάβει να έρθει εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα, που έστειλε στην έρημο στον Όσιο Εφραίμ.
Ο Θεός άκουσε τη δέηση του αγαπημένου δούλου του. Την επόμενη ημέρα το πρωΐ ζήτησε να του φέρουν τον Εβραίο γιατρό. Εκείνος αμέσως πήγε στο σπίτι του Αγίου νομίζοντας ότι θα τον βρει νεκρό. Βλέποντας όμως ότι ο Άγιος Βασίλειος ήταν ζωντανός χωρίς καν σφυγμό και ζωή στις φλέβες του έπεσε στα πόδια του κι αναγνώρισε τον αληθινό Θεό και Σωτήρα Ιησού Χριστό. Σε λίγο ο ίδιος ο Άγιος βάπτισε τον Ιωσήφ με το όνομα Ιωάννη και όλη του την οικογένεια.Γύρω στις δέκα ρώτησε πάλι ο Άγιος τον φίλο του «Κύριε Ιωάννη πότε θα πεθάνω;» κι εκείνος του απάντησε «όταν ορίσεις εσύ Δέσποτα»
Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου
Κατανοώντας ο Άγιος Βασίλειος τα προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και στον κλήρο και στο λαό, να παρακολουθήσουν την μακρά Θεία Λειτουργία και τις ευχές προς τον Θεό, στην όλη ακολουθία του Αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, παρακάλεσε τον Κύριο με νηστεία και προσευχή να του φανερώσει τον τρόπο να βοηθήσει τους πιστούς. Ο τρόπος, θαυμαστός, όπως μόνο σε έναν Μεγάλο διδάσκαλο, Πατέρα και Άγιο της Εκκλησίας θα ταίριαζε. Σε οπτασία, λοιπόν, είδε ο Άγιος, ο σοφότατος Βασίλειος, τον Κύριο με τους Αποστόλους, να τελεί την Θεία Μυσταγωγία, λέγοντας τις ευχές όχι όπως ακριβώς είναι γραμμένες στη Θεία λειτουργία του αδελφοθέου Ιακώβου, αλλά συντετμημένες με τέτοιο τρόπο, όπως τις συνέθεσε κατόπιν ο Άγιος στη Θεία Λειτουργία του.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Θα γίνουμε άνθρωποι;
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009
Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ
ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;
ΤΟ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, ὁμιλεῖ γιὰ μιὰ γυναῖκα ἄρρωστη, δυστυχισμένη, ποὺ εἶνε γνωστὴ ὡς «συγκύπτουσα» (Λουκ. 13,11). Γυναῖκες ποὺ διέπρεψαν γιὰ τὴ δόξα ἢ τὸν πλοῦτο ἢ τὴ μόρφωσί τους ἔχουν λησμονηθῆ, ἀλλὰ ἡ «συγκύπτουσα» ἀναφέρεται πάντοτε παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ Ἐκκλησία μας τὴν προβάλλει ὡς παράδειγμα.
* * *
Ἡ γυναίκα αὐτὴ δὲν ἦταν ἐκ γενετῆς συγκύπτουσα· γεννήθηκε ὑγιής. Ὅταν μεγάλωσε, ἐνῷ περπατοῦσε καὶ ἐργαζόταν μιὰ χαρά, ξαφνικὰ ἕνας πόνος στὴ σπονδυλικὴ στήλη τὴν ἔκανε νὰ καμφθῇ. Τί ἦταν; ἀσθένεια; Μακάρι νὰ ἦταν ἀσθένεια. Ἦταν κάτι χειρότερο. Τὸ λέει ὁ Κύριος καὶ πρέπει νὰ τὸ πιστέψουμε· αὐτὸ ποὺ τῆς συνέβη προερχόταν ἀπὸ τὸ σατανᾶ. Ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄπιστοι· ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι ὑπάρχει σατανᾶς κι ὅτι ὁ Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο «ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α΄ Ἰω. 3,8). Ὅπως βλέπουμε στὴ Γραφή, πολλὲς φορὲς ὁ σατανᾶς, κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ, προξενεῖ ὑλικὲς ζημιὲς καὶ ἀσθένειες, ὅπως π.χ. στὸν Ἰώβ. Κι αὐτὴ λοιπόν, ἐξ ἐπηρείας τοῦ διαβόλου, αἰσθάνθηκε νὰ λυγίζῃ ἡ σπονδυλική της στήλη καὶ τὸ κεφάλι της νὰ φτάνῃ ὣς κάτω στὴ γῆ. Ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀπὸ μακριά, νόμιζε πὼς εἶνε ζῷο καὶ πάει μὲ τὰ τέσσερα. Γι᾽ αὐτὸ σπανίως ἔβγαινε ἔξω.
Παρὰ τὴν ἀσθένειά της ὅμως τὴ βλέπουμε νὰ «ἐκκλησιάζεται». Ὅπως ἐμεῖς ἔχουμε τὴν Κυριακή, οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τὸ Σάββατο· κι ὅπως ἐμεῖς πᾶμε στὴν ἐκκλησία, αὐτοὶ πᾶνε στὴ συναγωγή, στὴ χάβρα. Κι αὐτὴ λοιπὸν τὴ σακάτισσα, ποὺ μὲ μεγάλη δυσκολία ἐκινεῖτο, κάθε Σάββατο τὴν ἔβλεπες στὴ συναγωγή.
Ἡ «συγκύπτουσα» εἶνε ὑπόδειγμα τηρήσεως τῆς τετάρτης ἐντολῆς τοῦ δεκαλόγου ποὺ λέει «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἔξ. 20,9-10. Δευτ. 5,13-14). Καὶ ὁ Θεὸς βράβευσε τὴν προθυμία της. Μιὰ μέρα, ποὺ εἶχε πάει ὡς συνήθως στὴ συναγωγή, βρῆκε ἐκεῖ – ποιόν; Ὄχι ἄγγελο, ὄχι ἅγιο ἄνθρωπο ἢ προφήτη, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Ἦταν στὴ συναγωγὴ καὶ δίδασκε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.
Πολλοὶ ἦταν μέσα ἐκεῖ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς σ᾽ αὐτὴν ἔρριξε τὸ βλέμμα του, τὸ γεμᾶτο ἀγάπη, καὶ τῆς εἶπε· «Γυναίκα, εἶσαι ἐλεύθερη ἀπὸ τὴν ἀσθένειά σου» (Λουκ. 13,12). Καὶ μόλις ἔβαλε τὰ χέρια του ἐπάνω της, ἀμέσως ἔγινε καλά· ἡ σπονδυλική της στήλη ἀνωρθώθηκε, ἴσιωσε· σήκωσε τὸ κεφάλι ψηλά, καὶ δόξαζε τὸ Θεό.Αὐτὸ τὸ θαῦμα διηγεῖται σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Ἡ γυναίκα αὐτὴ μπῆκε στὴ συναγωγὴ ἄρρωστη καὶ βγῆκε ὑγιής, μπῆκε σακάτισσα καὶ βγῆκε ἀκεραία. Μεγάλη ἡ δύναμι τοῦ Χριστοῦ!
* * *
Τί ἔχει νὰ μᾶς πῇ ἡ συγκύπτουσα; Πολλά.
❶ Πρῶτον. Ἡ σπονδυλικὴ στήλη εἶνε ἕνα θαυμαστὸ δημιούργημα. Καὶ μόνο αὐτὴ φτάνει ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Δημιουργός. Εἶνε πιὸ θαυμαστὴ κι ἀπ᾽ τὸν πιὸ τέλειο κίονα τοῦ Παρθενῶνος τῶν Ἀθηνῶν. Ἔχει τόσους σπονδύλους ὅσα τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ. 33 χρόνια ἔζησε ὁ Χριστὸς ἐπὶ τῆς γῆς; 33 εἶνε καὶ τὰ ὀστᾶ τῆς σπονδυλικῆς στήλης, προσαρμοσμένα ἀριστοτεχνικὰ τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο.
❷ Δεύτερον. Ἡ συγκύπτουσα ἀποτελεῖ ἔλεγχο γιὰ μᾶς. Ἐσὺ ποὺ ἔχεις πόδια δὲν πᾷς στὴν ἐκκλησία. Γιατί σοῦ τά ᾽δωσε ὁ Θεός; Ἔχεις πόδια γιὰ νὰ τρέχῃς σὲ διασκεδάσεις, ἔχεις πόδια γιὰ τὸ διάβολο, ἀλλὰ πόδια γιὰ τὸ Θεὸ δὲν ἔχεις. Ἐλάχιστοι εἶν᾽ αὐτοὶ ποὺ ἐκκλησιάζονται· οἱ ἄλλοι; Μόνο νεκροὺς πλέον θὰ τοὺς πᾶνε στὴν ἐκκλησία. Στὴ Φλώρινα ἔβλεπα ―τώρα ἔχει πεθάνει― μιὰ γυναῖκα σακατεμένη· μετὰ δυσκολίας ἐκινεῖτο, κι ὅμως δὲν ἔλειπε ἀπὸ τὸ ναό. Ὑπάρχουν καὶ τέτοια παραδείγματα.
❸ Τρίτον. Ὅλοι σχεδὸν ἔχουμε τὴ σπονδυλική μας στήλη γερή. Σωματικῶς ναί, εἴμαστε ὑγιεῖς. Ψυχικῶς ὅμως; Ἂς τὸ ὁμολογήσουμε· ψυχικῶς εἴμαστε ἄρρωστοι. Καὶ θὰ τὸ ἐξηγήσω αὐτό. Γιατί λεγόμαστε ἄνθρωποι; Ἄνθρωπος εἶνε λέξις τῆς ὡραίας ἑλληνικῆς γλώσσης. Τί σημαίνει; Αὐτοὶ ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐτυμολογία, λένε, ὅτι ἄνθρωπος εἶνε ἡ ὕπαρξις ἐκείνη ποὺ τείνει πρὸς τὰ ἄνω. Εἶνε ὂν ὀρθοβάμον. Ὁ Θεός, ἐνῷ τὰ ζῷα βαδίζουν μὲ τὰ τέσσερα κ᾽ ἔχουν τὸ κεφάλι πρὸς τὴ γῆ, ἐμᾶς μᾶς ἔπλασε ὀρθίους, νὰ βλέπουμε πρὸς τὸν οὐρανό· διότι ὁ προορισμός μας εἶνε ἐκεῖ, ἐδῶ εἴμαστε περαστικοί. «Πάροικος ἐγώ εἰμι παρὰ σοὶ καὶ παρεπίδημος καθὼς πάντες οἱ πατέρες μου», λέει ὁ ψαλμῳδός (Ψαλμ. 38,13). Πατρίδα μας εἶνε ὁ οὐρανός. Ρώτησαν ἕνα φιλόσοφο· ―Ποιά εἶνε ἡ πατρίδα σου; ―Περιμένετε, λέει, νὰ σᾶς πῶ. Κι ὅταν νύχτωσε ἔδειξε τὰ ἄστρα καὶ εἶπε· Ἐκεῖ εἶνε ἡ πατρίδα μου! Ποιός σήμερα ἔχει τέτοιο φρόνημα; Οἱ πολλοὶ τὴν ψυχή τους τὴν ἔχουν στὰ γήϊνα, τὰ μικρά, τὰ μάταια.
❹ Καὶ τέταρτον. Καταπίπτει ὁ ἄνθρωπος πολὺ χαμηλά, καταντᾷ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ζῴου. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε ἕνα μεγάλο λόγο· «Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων» (Ματθ. 7,6). Μερικοὶ ἄνθρωποι εἶνε σὰν τοὺς χοίρους, σὰν τὰ γουρούνια. Ὁ χοῖρος ἔχει τὸ κεφάλι διαρκῶς πρὸς τὴ γῆ, ψάχνοντας γιὰ τροφὴ ὁ γαστρίμαργος. Τρώει βελανίδια κι οὔτε ὑψώνει τὸ κεφάλι στὴ βελανιδιά, τρόπον τινὰ νὰ τῆς πῇ ἕνα «εὐχαριστῶ». Μόνο μιὰ φορὰ γυρίζει καὶ βλέπει τὸν οὐρανό. Πότε; Ὅταν ὁ χασάπης στὸ σφαγεῖο τὸν ἀναποδογυρίζει νὰ τὸν σφάξῃ. Ἔτσι καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι· σ᾽ ὅλη τὴ ζωή τους εἶνε σκυμμένοι στὰ γήινα, καὶ μόνο ὅταν πλησιάζει ὁ θάνατος, τότε πλέον βλέπουν ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζωή. Ἕνας ἰατροφιλόσοφος, ὁ Καρρέλ, εἶπε ὅτι σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους ἁρμόζει τὸ σχῆμα τοῦ κτήνους. Ἂν ὁ Θεὸς ἐπέτρεπε νὰ πάρουμε μορφὴ σύμφωνα μὲ τὰ πάθη μας, οἱ πλεῖστοι θὰ παρουσιάζονταν σὰν ζῷα· ὁ λαίμαργος σὰν χοῖρος, ὁ ἀκόλαστος σὰν τράγος, ὁ ἐριστικὸς καὶ ἐπιθετικὸς σὰν τίγρις, ὁ φθονερὸς σὰν φίδι, ὁ μνησίκακος σὰν καμήλα, ὁ ἅρπαγας καὶ κλέφτης σὰν λύκος…
Γι᾽ αὐτὸ ὁ ψαλμῳδὸς λέει· «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς», ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μὲ τὰ κτήνη (Ψαλμ. 48,13,21). Καὶ θυμᾶμαι ποὺ μαθαίναμε στὸ σχολεῖο ἀπὸ τὴν Ὀδύσσεια γιὰ τὴ μάγισσα Κίρκη, ποὺ χτύπησε μὲ τὸ ῥαβδί της τοὺς συντρόφους τοῦ Ὀδυσσέως καὶ τοὺς ἔκανε ζῷα. Εἶνε φανταστικὸς μῦθος βέβαια, ἀλλ᾽ ἐκφράζει μιὰ πραγματικότητα. Κίρκη εἶνε ἡ ἁμαρτία· αὐτὴ μεταβάλλει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κτήνη.
Ἡ συγκύπτουσα λοιπὸν τοῦ εὐαγγελίου εἶνε σύμβολο κάθε ἀνθρώπου ποὺ κάμπτεται κάτω ἀπὸ τὰ πάθη του. Εἶνε ἀκόμα σύμβολο ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ ἰδίως κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα ξεπέρασε σὲ ἀγριότητα κάθε θηρίο, μὲ τὰ φοβερὰ ὅπλα ἀφανισμοῦ χιλιάδων ἀνθρώπων ποὺ ἐπινόησε καὶ χρησιμοποίησε. Τὸ χειρότερο θηρίο, ὅπως λέει ὁ Ἀριστοτέλης, δὲν εἶνε τὸ λιοντάρι οὔτε ἡ τίγρις· εἶνε ὁ ἄνθρωπος. Τέλος ἡ συγκύπτουσα εἶνε σύμβολο καὶ τῆς Ἑλλάδος μας. Ἐκεῖ ποὺ λέει «ἰδοὺ γυνὴ …ἦν συγκύπτουσα», σβῆστε τὸ «γυνὴ» καὶ βάλτε «Ἑλλάς»· «Ἑλλὰς συγκύπτουσα», χώρα ποὺ κάμπτεται κάτω ἀπὸ τὰ πάθη. Ἐνῷ μπορούσαμε στὴ γωνιὰ αὐτὴ τῆς γῆς νὰ ζοῦμε μιὰ εὐτυχισμένη ζωή, ἐν τούτοις πάσχουμε καὶ ὑποφέρουμε ἐξ αἰτίας τῶν ἐλαττωμάτων καὶ τῶν παθῶν μας.
* * *
Δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα, ἀλλὰ ἕνας πολιτικός μας εἶπε τὰ ἑξῆς σοφὰ λόγια. «Δὲν θεραπεύεται ἀλλιῶς τὸ κακό, παρὰ μόνο ἂν γίνουμε ἄνθρωποι». «Ἂν γίνουμε ἄνθρωποι»! Οἱ πρόγονοί μας ἔλεγαν· «Τί χαριτωμένο πλάσμα ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶνε πράγματι ἄνθρωπος!» (Μένανδρος· παρὰ Στοβαίῳ 5,11· Μιχ. ᾿Ιατροῦ, Πόθεν καὶ διατί σ. 216). Ἄνθρωπος δὲν εἶνε ὁ φιλόδοξος, ὁ κλέφτης, ὁ μοιχός, ὁ ἄδικος, ὁ σκληρός· ἄνθρωπος εἶνε ὁ ταπεινός, ὁ τίμιος, ὁ δίκαιος, ὁ καθαρός, ὁ σπλαχνικός. Ἂν δὲν γίνουμε ἔτσι, μὴν περιμένουμε ἀνόρθωσι.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς εἶπε μιὰ προφητεία. Τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ ᾽ρθῇ – πότε; ὅταν δῆτε ν᾽ ἀδειάζουν οἱ ἐκκλησιὲς καὶ νὰ γεμίζουν οἱ φυλακές! Σήμερα ἡ ἐγκληματικότης εἶνε σὲ ἔξαρσι, οἱ ἄνθρωποι ἐξαγριώθηκαν, καὶ κατέπεσαν σὲ ἐπίπεδο ζῳῶδες. Καὶ ποιός μπορεῖ νὰ τοὺς ἀνορθώσῃ πάλι; Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἄγγιξε τὴν συγκύπτουσα «καὶ παραχρῆμα ἀνωρθώθη καὶ ἐδόξαζε τὸν Θεόν» (Λουκ. 13,13). Πῶς θὰ γίνῃ αὐτό; Διὰ τῆς μετανοίας. Δυστυχῶς μικροὶ – μεγάλοι εἴμαστε ἀμετανόητοι. Καὶ πλησιάζουν οἱ ἅγιες ἡμέρες. Πῶς θ᾽ ἀντικρύσουμε τὰ ἅγια, πῶς θὰ μεταλάβουμε;
Ὅλοι λοιπόν, ἀγαπητοί μου, στὴν ἐξομολόγησι. Κανείς μὴ μείνῃ ἀνεξομολόγητος. Ἀπὸ ᾽κεῖ θὰ ἔλθῃ ἡ ἀνόρθωσις· ἡ οἰκογενειακή, ἡ ἐκπαιδευτική, ἐθνική, ἡ ἐν γένει πνευματικὴ ἀνόρθωσις. Αὐτὴ τὴν ἀνόρθωσι ἕνας καὶ μόνο μπορεῖ νὰ μᾶς τὴν χαρίσῃ· ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Α’υγουστίνου Καντιώτου Ἁγ. Ἰωάννου Πτολεμαΐδος 10-12-1989)
Πηγή:http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=7197
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Paul Evdokimov,Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη Παράδοση
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009
Aπό: Ευδοκίμωφ, Το Άγιο Πνεύμα στην Ορθόδοξη παράδοση, μτφρ. Στέλλα Κ. Πλευράκη, εκδ. Ίδρυμα ο Ευαγγελιστής Μάρκος, Θεσσαλονίκη 1991.
Η Τριαδική Θεολογία
Στην αρχή του τριαδικού Μυστηρίου ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός συνοψίζει τις τρεις μεγάλες αρχές της παραδόσεως, α) Κάθε γνώση του Θεού εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ελεύθερη ενέργεια της θελήσεώς Του. β) Στη συνέχεια, ο Λόγος που έγινε άνθρωπος αποκαλύπτει στην Εκκλησία, της οποίας είναι η Κεφαλή, το Μυστήριο των Τριών θείων Προσώπων. Πραγματικά, η Εκκλησία γνωρίζει τον ιστορικό Χριστό που σταυρώθηκε, αναστήθηκε και δοξάστηκε, δέχεται την κυριακή προσευχή και γνωρίζει τον Υιό που διακρίνεται από τον Πατέρα• ακούει την υπόσχεση για τον «άλλο Παράκλητο» που πρόκειται να κατεβή και τον δέχεται την ημέρα της Πεντηκοστής. Πάνω από κάθε θεωρία ή φιλοσοφία, η Εκκλησία εξαγγέλλει την τριαδική οικονομία του μυστηρίου της σωτηρίας με το κήρυγμά της και τη ζη άμεσα μέσα στον τύπο του βαπτίσματος, μέσα στο Σύμβολο της πίστεώς της, μέσα στη Λειτουργία της και τα ιερά της μυστήρια. Αργότερα θα σφυρηλατήσουν οι Πατέρες τα θεολογικά επιχειρήματα, για να ανατρέψουν τις αιρέσεις και να προσδιορίσουν τη δογματική ορθοδοξία της θείας Αλήθειας, γ) Υπάρχει τέλος και η αρχή της Μοναρχίας του Θεού. Ο Πατήρ αναλαμβάνει υπεύθυνα και βεβαιώνει την ενότητα των Τριών Προσώπων μέσα σε μια τέλεια αγάπη, μέσα στη μια φύση. Η γέννηση του Υιού και η εκπόρευση του Πνεύματος φανερώνουν πρώτ’ απ’ όλα το ομοούσιό τους με τον Πατέρα, που είναι η πιο φανερή έκφραση της θεότητάς τους και της τέλειας Ισότητος των Τριών.
1. Ή Παλαιά. Διαθήκη.
Η Παλαιά Διαθήκη παραδέχεται έναν αυστηρό μονοθεϊσμό, που διακηρύττει καθαρά ο Μωϋσής: «Άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών είς εστιν». Οι υπαινιγμοί του μυστηρίου της Τριάδος φαίνονται αμυδρά. Η αλήθεια του ξεπερνά κάθε δυνατότητα κατανοήσεως και γι’ αυτό αποκαλύπτεται κατά θείο τρόπο. Αυτό είναι το βασικό διακριτικό γνώρισμα του χριστιανισμού από την ειδωλολατρεία, τον Ιουδαϊσμό και τον Ισλαμισμό, που θεωρούν το μυστήριο του Ενός και Τριαδικού Θεού τελείως παράλογο.
Κατά τους Πατέρες δεν μπορεί κανείς να ξεδυαλύνη το μυστήριο της Αγίας Τριάδος στην Π. Δ. παρά μόνο με το φως των Ευαγγελίων. Κατά τους Εβραίους τα περισσότερα κείμενα (Γεν. 3,22. 11,7) αναφέρονται στη συνομιλία του Θεού με τους αγγέλους. Κατά τον Φίλωνα επίσης ο Άγγελος του Γιαχβέ είναι ο Λόγος με την έννοια της μονοθεϊστικής του θεολογίας, αυτός που κυβερνά τον κόσμο. Κατά τους Πατέρες όμως πρόκειται περί συνομιλίας μεταξύ των θείων Προσώπων, και ο Θεοδώρητος βλέπει στον Άγγελο του Γιαχβέ το δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος. Σχολιάζοντας το «Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος» ο Άγιος Αθανάσιος προσδιορίζει ότι «ότε δοξολογούσι τα Σεραφίμ τον Θεόν, λέγοντα τρίτον Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ, Πατέρα και Υιόν και Άγιον Πνεύμα δοξολογούσι»(20). «Το γαρ τρίτον τα τίμια ζώα ταύτα προσφέρειν την δοξολογίαν Άγιος, Άγιος, Άγιος λέγοντα, τας τρεις υποστάσεις τελείας δεικνύντα εστίν, ως και εν τω λέγειν το Κύριος, την μίαν ουσίαν δηλούσιν»(20α). Ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης ερμηνεύει το ακαθόριστο των κειμένων με τη θεία παιδαγωγική: «Έτι δε και συνεσκιασμένως ερρέθη, εκείνο λογίζεσθαι χρή, ότι Ιουδαίοις τοις εις πολυθεΐαν ρέπουσι νομοθετών ουκ εδοκίμασε διαφοράν προσώπων εισαγαγείν ίνα και μη διάφορον φύσιν εν ταις υποστάσεσιν είναι δογματίσαντες, εις ειδωλολατρείαν εκκυλισθώσιν, αλλά το της μοναρχίας εξ αρχής μαθόντες μάθημα, κατά μικρόν το των υποστάσεων αναδιδαχθώσι δόγμα το πάλιν εις ενότητα φύσεως ανατρέχον»(21). Έτσι οι προφητείες που αναφέρονται στο Μεσσία, καθώς και στα ονόματά Του, Εμμανουήλ, Θαυμαστός, Σύμβουλος, Θεός ισχυρός, Άρχων Ειρήνης, Σοφία και Λόγος, θα ερμηνευτούν μόνο από Αυτόν που θα τις συγκεντρώση στο Πρόσωπό Του, το Χριστό, Υιό του Θεού, Θεάνθρωπο και δεύτερο Πρόσωπο της Τριάδος.
Για τη μυστικιστική ιουδαϊκή σκέψη η Τορά δεν είναι ένας απλός κώδικας εντολών και νόμων αλλά ένα Πρόσωπο ζωντανό. Αν όμως για τους Ιουδαίους μένη ακόμη τραγικά ανώνυμο, για τη χριστιανική πίστη ο Χριστός το προσωποποιεί κάνοντας από το νόμο, που οδηγείται στο πλήρωμά Του, τη χάρη.
2. Η Καινή Διαθήκη.
Τα Ευαγγέλια περιέχουν την πλήρη αποκάλυψη της Τριάδος. Από τον Ευαγγελισμό ακόμη, ο άγγελος προφητεύει την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος και προσδιορίζει το όνομα του βρέφους, «διό και το γεννώμενον άγιον κληθήσεται υιός Θεού» (Λουκ. 1, 35). Η Βάπτιση του Κυρίου κάνει να λάμψη η εκθαμβωτική φανέρωση της Τριάδος. Στον αποχαιρετιστήριο λόγο Του ο Υιός αναφέρεται στον «άλλο Παράκλητο», το Άγιο Πνεύμα το «εκ του Πατρός εκπορευόμενον». Στην τάξη του Βαπτίσματος «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», το «όνομα» στον ενικό φανερώνει το δόγμα. «Εν δε όνομα των τριών, υποδηλούν την μίαν φύσιν της Αγίας Τριάδος», σχολιάζει ο Ζιγαβηνός(22). Ο Απόστολος Παύλος διατυπώνει την ευλογία: «Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος μετά πάντων υμών» (Β’ Κορινθ. 13,13), και ο Απόστολος Πέτρος γράφει «εκλεκτοίς παρεπιδήμοις διασποράς … κατά πρόγνωσιν Θεού Πατρός, εν αγιασμώ Πνεύματος, εις υπακοήν και ραντισμόν αίματος Ιησού Χριστού» (Α’ Πέτρ. 1,1-2).
3. Ή πρώτη διαμόρφωση της διδασκαλίας της Εκκλησίας με τη θεολογία των Πατέρων.
Μέσα στη χριστιανική γραμματεία, από τη Διδαχή ακόμη, βλέπομε παντού την τριαδική διατύπωση, όπως είναι η επίκληση του βαπτίσματος με την τριπλή κατάδυση, οι ευλογίες και οι λειτουργικές δοξολογίες. Στη Δύση εκείνος πού διαμορφώνει τον τύπο «τρία Πρόσωπα, μία ουσία»(23) –tres personae, una substabtia – είναι o Τερτυλιανός. Στην Ανατολή ο Θεόφιλος Αντιοχείας χρησιμοποιεί πρώτος τον όρο της Τριάδος: «Η Τριάς, του Θεού και του Λόγου αυτού και της Σοφίας αυτού»(24).
Πριν από την Σύνοδο της Νικαίας, ωστόσο, το δόγμα δεν είναι ούτε φανερό, ούτε συγκεκριμένο, ενώ η αντίδραση κατά των τριαδικών αιρέσεων είναι γενική.
Ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας, βοηθούμενος από το νεαρό διάκονό του Αθανάσιο, κατηγορεί τον Άρειο, που καταδικάστηκε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (325). Η Σύνοδος αυτή διακηρύττει τον Υιό «γεννηθέντα εκ του Πατρός Μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός … ομοούσιον τω Πατρί … ». Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (381) καταδικάζει το Μακεδόνιο και διακηρύττει το Πνεύμα ως «το Άγιον, το Κύριον, το ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, τον συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον». Το ομοούσιο του Υιού και του Αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα διακηρύχτηκε με την μεγαλύτερη ενάργεια από τον Αθανάσιο, τους Καππαδόκες, τον Κύριλλο Ιεροσολύμων, το Χρυσόστομο, τον Επιφάνιο, τον Κύριλλο Αλεξανδρείας.
«Ουκούν εν μεν τοις ανθρώποις, επειδή διακεκριμένη εστίν η εν τοις αυτοίς επιτηδεύμασιν εκάστου ενέργεια, κυρίως πολλοί ονομάζονται, εκάστου αυτών εις ιδίαν περιγραφήν κατά το ιδιότροπον της ενεργείας αποτεμνομένου των άλλων. Επί δε της θείας φύσεως, ουχ ούτως εμάθομεν, ότι ο Πατήρ ποιεί τι καθ’ εαυτόν, ου μη συνεφάπτεται ο Υιός. Ή πάλιν ο Υιός ιδιαζόντως ενεργεί τι χωρίς του Πνεύματος. Αλλά πάσα ενέργεια η θεόθεν επί την κτίσιν διήκουσα, και κατά τας πολυτρόπους εννοίας ονομαζόμενη, εκ Πατρός αφορμάται και δια του Υιού πρόεισι, και εν τω Πνεύματι τω Αγίω τελειούται»(25), διδάσκει ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ο Άγιος Βασίλειος ανακεφαλαιώνει: «Έστι μεν γαρ ο Πατήρ, τέλειον έχων το είναι και ανενδεές, ρίζα και πηγή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, έστι δε ο Υιός εν πλήρει θεότητι ζων Λόγος, και γέννημα του Πατρός ανενδεές• πλήρες δε και το Πνεύμα, ου μέρος ετέρου, αλλά τέλειον και ολόκληρον εφ’ εαυτού θεωρούμενον»(26)[…]
20. «Περί της ενσάρκου επιφανείας του Θεού Λόγου» 10, ΡG 26, 1000.
20α. «Έκθεσις Πίστεως», ΡG 25, 220.
21. Επιστολαί II, 143, ΡG 78, 589 Α.
22. «Εις Ματθαίον» 28, 19, ΡG 129, 764.
24. «Προς Αυτόλυκον» Β’, 15, ΒΕΠ 5, 32.
25. Περί του μη είναι τρεις Θεούς», ΡG 45, 125 ΒC
26. Ομιλία 24, «Κατά Σαβελλιανών» 4, ΡG 31, 609.
Πηγή:http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/evdokimov_triadiki.html
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Άγιος Νικόλαος- Ο Άγιος των Θαλασσών
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009
Στο νοτιοανατολικό άκρο της Μικράς Ασίας, στη πόλη Πάταρα της Λυκίας γεννήθηκε ο άγιος Νικόλαος κατά τον 3ο αι. ( χρόνοι διωγμών του Διοκλητιανού και Μαξιμιανού) από ευσεβείς και πλούσιους γονείς που για πολλά χρόνια ήσαν άτεκνοι. Από τη παιδική του ηλικία φάνηκε ότι ο Θεός τον προώριζε για την ζωή της αγιότητας και της αφιερώσεως σ’ αυτόν. Το ότι θα γινόταν « εγκρατείας διδάσκαλος» φανερώνει το ότι Τετάρτη και Παρασκευή θήλαζε μόνο μια φορά την ημέρα. Οι γονείς τους τον ανέτρεφαν στην ευσέβεια, την ευλάβεια και τον δίδασκαν τα ιερά γράμματα.
Πολύ νωρίς οι χριστιανοί της πόλεως των Πατάρων θεώρησαν ότι θα ήταν άξιος ποιμένας και ζήτησαν από τον επίσκοπο των Μύρων της Λυκίας να τον χειροτονήσει ιερέα. Τα λόγια του επισκόπου ότι ο Νικόλαος θα ήταν η παρηγοριά για τους πενθούντες, θα είναι καλός ποιμένας που θα επιστρέψει στη πίστη τους πλανεμένους και θα σώσει πολλούς που θα κινδυνεύουν βγήκαν αργότερα αληθινά.
Μετά την χειροτονία του αύξησε την σκληρότητα… των πνευματικών του αγώνων με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές συνεχίζοντας να διαπρέπει στη μοναχική ζωή. Μετά τον θάνατο των γονέων του στήριξε με την κληρονομιά της μεγάλης περιουσίας του όσους είχαν ανάγκη κάνοντας κρυφά ελεημοσύνες. Είναι γνωστό το περιστατικό της σωτηρίας από την ατίμωση τριών νεαρών κοριτσιών που ο πατέρας τους ήθελε να εξωθήσει στην πορνεία για να ξοφλήσει τα μεγάλα χρέη του. Τρείς φορές ο Άγιος προσέφερε κρυφά αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσουν τα κορίτσια να αποκατασταθούν. Προστάτης των αδικουμένων έσωσε από βέβαιο θάνατο τρείς αθώους πολίτες αρπάζοντας το ξίφος από το δήμιο και τρείς στρατηγούς που συκοφαντήθηκαν άδικα ότι δήθεν ετοίμαζαν στάση σε βάρος του αυτοκράτορα. Οι τρείς στρατηγοί επικαλέσθηκαν τη βοήθεια του Αγίου, ο οποίος εμφανίσθηκε σε όνειρο στον αυτοκράτορα και τον πληροφόρησε για την αθωότητα τους.
Ο Θεός για τις αρετές του του έδωσε την χάρη των θαυμάτων. Πριν γίνει επίσκοπος κατά το ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους δύο φορές με την προσευχή του σταμάτησε την τρικυμία που απειλούσε το πλοίο με το οποίο ταξίδευε.
Ο Άγιος Νικόλαος έγινε κατά θαυμαστό τρόπο επίσκοπος. Όταν εκοιμήθη ο επίσκοπος Μύρων και μαζεύτηκαν οι επίσκοποι για να εκλέξουν αντικασταστάτη κάποιος πρότεινε να κάνουν προσευχή για το θέμα της εκλογής. Ο Θεός φανέρωσε σ’ ένα επίσκοπο ποιον έπρεπε να εκλέξουν. Θα στέκονταν κοντά στην είσοδο του ναού και όποιος θα έμπαινε σ’ αυτόν για να προσευχηθεί αυτός θα ήταν ο νέος επίσκοπος της πόλεως.
Παρακινημένος από το Άγιο Πνεύμα ο Νικόλαος πήγε στο ναό για να προσευχηθεί. Εκεί συναντήθηκε με τον επίσκοπο στον οποίον ο Θεός φανέρωσε πως θα γίνει εκλογή. Αυτός τον οδήγησε στους άλλους επισκόπους που τον χειροτόνησαν ενώ τα πλήθη των χριστιανών που εν τω μεταξύ είχαν προσέλθει στο ναό εχάρησαν για την εκλογή.
Ο αγώνας του για τη διάδοση της πίστεως έκανε τους ειδωλολάτρες άρχοντες των Μύρων να τον συλλάβουν, να τον υποβάλλουν σε βασανιστήρια και να τον φυλακίσουν μαζί με άλλους χριστιανούς. Όταν έγινε αυτοκράτορας ο Μέγας Κωνσταντίνος και κατέπαυσε τους διωγμούς απελευθερώθηκε από τά δεσμά της φυλακής και επέστρεψε στο ποίμνιο του. Ήταν « μάρτυρας κατά την προαίρεση» χωρίς να χύσει το αίμα του.
Ο Άγιος Νικόλαος έλαβε μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο που συνεκλήθη το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας από τον Μ. Κων/νο κατά της αιρέσεως του Αρείου. Σύμφωνα με τη παράδοση ο Άγιος Νικόλαος, που ήταν « κανών πίστεως» αλλά και « εικόνα πραότητος» καταλήφθηκε από ιερό ζήλο και τόσο οργίσθηκε από τα βλάσφημα λόγια του Αρείου ώστε τον ράπισε στο πρόσωπο, του έδωσε μια «σφαλιάρα» .
Ω! τι θα γινόταν Άγιε Νικόλαε σήμερα! Θα σε παραλάμβαναν τα δημοκρατικά ΜΜΕ και θα σε στόλιζαν κατάλληλα με τους χαρακτηρισμούς «του τραμπούκου», «του καταπατητού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» καί δεν ξέρω τι άλλο. Κοιτάξτε όμως πως ενεργεί ο Θεός, ο οποίος έχει άλλη λογική και βλέπει τα κίνητρα των πράξεων.
Ο Άγιος Νικόλαος δεν κτύπησε τον Άρειο από μίσος αλλά για να τον παιδαγωγήσει και να τον συνεφέρει από την πλάνη. Τα κίνητρα όμως των πράξεων μόνο ο Θεός τα γνωρίζει. Οι άνθρωποι βλέπουν μόνο τις πράξεις.
Όπως γράφεται στο συναξάρι του η πράξη του προκάλεσε την άμεση αντίδραση του παρόντος Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος διέταξε τα όργανα της τάξεως να συλλάβουν τον άγιο να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του επισκοπικού του αξιώματος, δηλ. το Ευαγγέλιο και το ωμοφόριο και να τον οδηγήσουν αμέσως στη φυλακή σιδηροδέσμιο. Η δικαίωση του όμως ήλθε το βράδυ της ίδιας ημέρας. Παρουσιάστηκαν ο Χριστός και η Υπεραγία Θεοτόκος και του έδωσαν Ευαγγέλιο και ωμοφόριο.Το πρωί κάποιοι γνωστοί του τον βρήκαν λυμένο από τα δεσμά να φορά ωμοφόριο και να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Το έμαθε ο αυτοκράτορας και αμέσως του ζήτησε συγγνώμη και τον αποφυλάκισε.
Ο Άγιος Νικόλαος και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του με θαυματουργικό τρόπο έσωσε πλήθος ανθρώπων που ταξίδευαν με πλοία μαζί με τα πληρώματα των ναυτικών γι’ αυτό και θεωρείται προστάτης τους.
Όπως γράφει ο βιογράφος του Συμεών: « Η φήμη του πήρε φτερά, πέταξε ψηλά, έτρεχε παντού και αγκάλιαζε τα πάντα, διάβαινε το πέλαγος, τριγύριζε σ’ ολόκληρη τη θάλασσα και δεν υπήρχε τόπος που να μην ακούει κανείς τις θαυμαστές επεμβάσεις του». Είναι γνωστή η σωτηρία ανθρώπου που έπεσε στη θάλασσα και που μόλις φώναξε «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι» βρέθηκε στο σπίτι του ανάμεσα στους δικούς του ενώ τα ρούχα του έτρεχαν ακόμη θαλασσινό νερό. Μια άλλη φορά ναύτες που κινδύνευαν να καταποντιστούν φώναξαν τον Άγιο Νικόλαο και εκείνος εμφανίστηκε και τους είπε: «Με καλέσατε και ήρθα» και πήρε το πηδάλιο στα χέρια του διατάσσοντας τη θάλασσα να γαληνέψει.
«Σήμερα, ιδιαίτερα στον ελληνικό χώρο, δεν υπάρχει βραχονησίδα, νησάκι, μεγαλύτερο νησί, παραθαλάσσια τοποθεσία, αλλά και μακρύτερα από τη θάλασσα, που να να μήν έχει ανεγερθεί εικονοστάσι ή ναΐδριο, ενοριακός ναός ή μοναστηριακός ναός πρός τιμήν του Αγίου Νικολάου.
Και φυσικά, τόσο το εμπορικό όσο και το πολεμικό Ναυτικό μας έχουν ως προστάτη τους τον αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας, το εικόνισμα του οποίου γεμίζει με την παρουσία και τη χάρη του τις γέφυρες των πλοίων, τις καμπίνες των ναυτικών, τα σπίτια των οικογενειών τους διότι ο άγιος « διασώζει τους αυτώ προστρέχοντας εκ κινδύνων χαλεπών και θανάτου πικρού». ( Ε. Π. Λέκκου, Αγιος Νικόλαος, σ. 43).
Ο Άγιος Νικόλαος φτάνοντας σε βαθιά γεράματα κοιμήθηκε μετά από σύντομη ασθένεια. Τάφηκε σε ναό των Μύρων που κτίστηκε πρός τιμήν του και που έγινε μεγάλο προσκύνημα. Μέχρι τον 10ο αι. ο τάφος του ανέβλυζε άγιο μύρο θεραπευτικό κάθε ασθένειας. Το 1087 οι σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας μετάφεραν το λείψανό του στο Μπάρι της νότιας Ιταλίας.
Ο Άγιος Νικόλαος τιμάται ιδιαίτερα από την Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου και εντός του Αγίου Όρους, αφού στην Μονή υπάρχουν δύο παρεκκλήσια αφιερωμένα στον θαυματουργό αυτόν Άγιον, αλλά και εκτός Αγίου Όρους στο Ιερό Μετόχι του Αγίου στο Πόρτο Λάγος. Με την παρουσία μοναχών της Μονής τελούνται καθημερινά οι ιερές ακολουθίες, παρακλήσεις στο ναό του Αγίου Νικολάου, στο ναό της Παναγίας Παντανάσσης αλλά και στο ναό του άλλου μεγάλου και σύγχρονού μας αγίου, του Αγίου Νεκταρίου και πλήθος κόσμου βρίσκει ανακούφιση και παρηγοριά, τόσο από τη γύρω περιοχή, όσο και από άλλες περιοχές της Ελλάδας και το εξωτερικό.
Ό «Νικόλαος, πρέσβυς ων εν γη μέγας, και γης αποστάς, εις το πρεσβεύειν ζει» δηλ. «Ο Νικόλαος που ήταν μεγάλος πρέσβης προς τον Θεό όταν ζούσε, εξακολουθεί και όταν έφυγε από τη γή να πρεσβεύει».
Ταις Αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.
πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com/
από:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2409&Itemid=1
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ο Άγιος Νικόλαος των παιδιών, του Αρχιμ. Θεοφύλακτου Μαρινάκη
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009

Ο Άγιος Νικόλαος προστάτης των παιδιών
του Αρχιμ. Θεοφύλακτου Μαρινάκη
από το βιβλίο του «ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥΣ»Θεσσαλονίκη 2003
Ο Άγιος Νικόλαος και τα παιδιά
Όλη η Ανατολή, και με αυτήν όλη η Ορθοδοξία, γνωρίζει «τον θεοπάροχον και κοσμικόν συλλήπτορα όλων των χριστιανών», άγιο Νικόλαο, τον ταχύ «αντιλήψεως εν ποικίλοις πειρασμοίς». Γι’ αυτό «ουκ εστίν γαρ, ως οίμαι, των εν τω κοσμώ πιστών, ος ούχ εύρεν αυτόν εν κινδύνοις αρωγόν και εν θλίψεσι διαφόροις οξέως επίκουρον διό και χρεωστικώς πάσα γλώσσα αυτόν εις Χριστόν ευσεβούσα ανυμνείν επείγεται και μετά τον Θεόν προστάτην έχειν αυτόν διεγείρεται», δηλαδή, γράφει Μιχαήλ ο αρχιμανδρίτης, ότι δεν υπάρχει κανείς από τους χριστιανούς σ’ όλο τον κόσμο, ο όποιος δε βρήκε τον άγιο Νικόλαο στους κινδύνους του βοηθό και σε κάθε θλίψη του αρωγό δυνατό.
Γι’ αυτό, από χρέος κάθε γλώσσα, πού πιστεύει στο Χριστό, τον ανυμνεί και τον δοξάζει, και υστέρα από τον Θεό αυτόν θέλει να έχει προστάτη της. Υπήρξε «κανών δικαιοσύνης, και τρέχει παντού, και εμποδίζει με πολλή παρρησία εκείνους οπού θέλουν να αδικούν και φοβερίζει φανερά και αυτούς τους βασιλείς στο όνειρο τους.
Κυβερνά με τέχνη, με το τιμόνι των προσευχών του, τόσον αυτούς πού πλέουν στη μεγάλη και ευρύχωρη θάλασσα, όσον και αυτούς πού κινδυνεύουν στη γη και την μεν φουρτούνα αυτών καταπραΰνει, την δε ζάλη μεταβάλλει σε γαλήνη με τις πρεσβείες του στον Κύριο, και οδηγεί όλους σε γαλήνιο λιμάνι και σωτηρίας.. .».
Από τις πρεσβείες του και τις προσευχές του, δεν ήταν δυνατόν να μείνουν έξω οι επίγειοι αγνοί άγγελοι, αυτά τα παιδιά, με τα όποια αυτός ο Κύριος μας προέτρεψε να μοιάσουμε, να μοιάσουμε στο καθαρό φρόνημα τους, στην ταπείνωση τους και απονηρία τους. Άλλοτε πάλι ο Κύριος επέπληξε τους μαθητές Του, οι όποιοι εμπόδιζαν τους γονείς να φέρνουν τα παιδιά τους για να τα ευλογήσει.
Με πόση χαρά ψυχική και με πόση θεϊκή λαχτάρα δεχόταν τα παιδιά, γιατί γνώριζε την αξία της καθαρής τους καρδιάς, και τα εισήγαγε κατευθείαν στη βασιλεία των ουρανών. Ο δε Ιησούς είπεν: Αφήστε τα παιδιά και μη τα εμποδίζετε να έλθουν κοντά μου, διότι, γι’ αυτούς που θα γίνουν σαν αυτά, είναι η βασιλεία των ουρανών.
Αν και στον άγιο Νικόλαο δεν έχει απονεμηθεί επίσημα ο τίτλος του προστάτη των παιδιών, εντούτοις ποτέ δεν έπαυσε να ενδιαφέρεται γι’ αυτά, να τα προστατεύει και να προστρέχει στις ανάγκες τους.
Πάντοτε ήταν ο καλός τους άγγελος, η προστασία τους και η σκέπη τους.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, προστάτης των παιδιών είναι ο Κύριος, η Παναγία και κάθε Άγιος. Βέβαια ξεχωριστός προστάτης θεωρείται ο άγιος Στυλιανός, «διότι ότε ηκολούθει θανατηφόρος ασθένεια εις τα νήπια και απέθνησκον, εμενον δέ άτεκνοι οι γονείς των, τότε όσαι μητέρες επεκαλούντο μετά πίστεως το όνομα του αγίου τούτου Στυλιανού… τα ασθενούντα νήπια ελυτρώνοντο από την ασθένεια.»
Στο χώρο των Ορθοδόξων χριστιανών, της «καθ’ ημάς Ανατολής», υπάρχουν πολλά θαύματα του αγίου Νικολάου στα όποια πρωταγωνιστούν παιδιά, τα όποια καταγράφουμε σ’ αυτό το πόνημα μας.
Στη ζωή του αγίου Νικολάου υπάρχουν πάμπολλα επεισόδια, πού αναφέρονται σε μικρά παιδιά. Ενδεικτικά, αναφέρουμε το «θαύμα του Βασιλείου», όπου ο άγιος Νικόλαος ελευθέρωσε το σκλαβόπουλο Βασίλειο από τους Σαρακηνούς και με θαυμαστό τρόπο το μετέφερε από την Κρήτη στα Μύρα της Μικράς Ασίας. Το θαύμα με «τα τρία Κρητικόπουλα» αναφέρεται στη θαλασσινή περιπέτεια τριών μικρών παιδιών από το Ηράκλειο της Κρήτης, τα όποια ανοίχθηκαν με βάρκα στο πέλαγος, χωρίς να μπορούν να επιστρέψουν στο λιμάνι. Επικαλέσθηκαν τον Άγιο και αυτός τα έφερε πίσω σαν καλός ναυτικός. Αναφέρουμε, ακόμη, το θαύμα του «Ιωάννη και της Ταμαρίδας», «την νεκρανάσταση των τριών μαθητών» από τον άγιο Νικόλαο, το θαύμα με το «χρυσό κάλυκα» και αλλά.
Από το χώρο της Αγίας Ορθόδοξης Ρωσσίας, αναφέρουμε το θαύμα με τα «Δελτία ψωμιού», του «Προστάτου των Ορφανών», της «Σωτηρίας βρέφους στο Δνείπερο», το «Ευχάριστο μήνυμα», τη «Θεραπεία του μικρόν Γρηγορίου», τον «ουράνιο οδηγό» και πολλά άλλα, πού καταγράφουμε.
Τα θαύματα αυτά με τα παιδιά, αναφέρονται σε όλα τα χρόνια της ζωής του αγίου Νικολάου, μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα.
Το πιο γνωστό επεισόδιο με παιδιά, πού ήλθε στην Ανατολή, στις Ορθόδοξες χώρες, και έδωσε ένα ξεχωριστό ρόλο και μια ιδιαίτερη θέση στον άγιο Νικόλαο στη σχέση του με τα παιδιά, είναι η ιστορία των τριών παιδιών-μαθητών, τα όποια έσφαξε ένας ξενοδόχος και, αργότερα, τα «ανέστησε» ο άγιος Νικόλαος. Αυτή την ιστορία δεν την συναντάμε στις ελληνικές πηγές.
Γι’ αυτή την εκδήλωση συμπάθειας, πού έδειξε ο άγιος Νικόλαος στους μαθητές εκείνους, να τους «αναστήσει», οι μαθητές διαφόρων κρατών της Ευρώπης τιμούν την ημέρα της γιορτής του Αγίου και τη γιορτάζουν πανηγυρικά, υποσχόμενοι να διαβάζουν και να ψάλλουν τα τροπάρια του και να διαδίδουν τα θαύματα του.
Τα θαύματα του αγίου Νικολάου, πού προέρχονται από τον 9ο-12ο αιώνα, στους μετέπειτα αιώνες θα γίνουν ιδιαίτερα γνωστά και θα αποτελέσουν τη βάση της γνωριμίας και της τιμής, όση του αποδίδουν και όπως την αποδίδουν, του αγίου Νικολάου της Βόρειας Ευρώπης (Santa Claus = Άγιος Βασίλειος), δηλαδή του Αγίου πού φέρνει δώρα στα παιδιά.
Για μας τους Ορθοδόξους, ο άγιος Νικόλαος είναι ένας δικός μας Άγιος, ένας επίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, με «άσαρκο» και αγγελικό βίο, συνέκδημος των Αποστόλων, αγωνιστής της αληθινής πίστης στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, λειτουργός των λογικών θυσιών, υπερασπιστής της δικαιοσύνης, διδάσκαλος του Ευαγγελίου του Κυρίου, πολέμιος του διαβόλου και της ειδωλολατρίας, κήρυκας Ορθοδόξων δογμάτων, φίλος του Κυρίου και όλων των ανθρώπων και, τέλος, μέγας θαυματουργός.
Πηγή:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=2412&Itemid=1
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος, Αποστολικό Ανάγνωσμα Κυριακής 6 Δεκεμβρίου (Αγίου Νικολάου)
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
Kυριακής 6 Δεκεμβρίου – Αγίου Νικολάου – Εβρ. ΙΓ΄17-21
Γράφει ο Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος,
Ιεροκήρυξ της Ι. Μητρ. Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης
Ο Άγιος Νικόλαος, Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας, ο θαυματουργός, είναι μία από τις μεγαλύτερες μορφές που τιμά και εορτάζει μεγαλοπρεπώς η Εκκλησία μας.
Η ζωή του είναι γεμάτη αγιότητα και ευαγγελικές αρετές .Όλος ο βίος του είναι «ευωδία Χριστού».
Ανεδείχθη όντως «ηγούμενος» και «καλός ποιμένας», δηλ. πνευματικός ηγέτης των Ορθοδόξων.
Γι’ αυτό και το Αποστολικό ανάγνωσμα που διαβάζεται είναι εκείνο που συνιστά στους πιστούς, να υπακούουν στους πνευματικούς τους ηγέτες, όπως ήταν και ο ίδιος ο Άγιος Νικόλαος .
Ας δούμε σε σύντομη νεοελληνική μετάφραση τους στίχους του ιερού κειμένου, και θα σταθούμε κατόπιν σε ένα σημείο.
«Να υπακούετε στους πνευματικούς προϊσταμένους σας και να υποτάσσεσθε . Διότι αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές σας, επειδή θα δώσουν λόγο . Να υπακούετε και να υποτάσσεσθε , ώστε το έργο της μέριμνας για σας να το κάνουν με χαρά και όχι στενάζοντας . Διότι το να στενάζουν , δεν είναι προς το συμφέρον σας . Να προσεύχεσθε για μας . Είμαστε δε πεπεισμένοι , ότι έχουμε καλή συνείδηση ,και σε όλα θέλουμε να συμπεριφερόμαστε με καλό τρόπο. Παρακαλώ δε να κάνετε περισσότερο τούτο (την προσευχή δηλ.) , για να έλθω και πάλι σύντομα κοντά σας .
Ο δυνατός δε Θεός, ο οποίος ανέβασε από τη χώρα των νεκρών (ανέστησε δηλ.) εκείνον , ο οποίος είναι ο ποιμήν των προβάτων ο μέγας με αίμα Διαθήκης αιωνίας, τον Κύριό μας Ιησού , είθε να σας καταρτίσει για κάθε καλό έργο , ώστε να κάνετε το θέλημά του. Ας ενεργεί δια του Ιησού Χριστού να γίνεται ανάμεσά σας αυτό που τον ευχαριστεί. Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα παντοτινά.
Αμήν.
Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ποτέ από την συνείδηση, αδελφοί μου, ότι η επιταγή του Αγίου Πνεύματος είναι να έχουμε εμπιστοσύνη στους πνευματικούς μας προϊσταμένους και φυσικά να υποτασσόμαστε σ’ αυτούς.Αυτή αποτελεί μία από τις πλέον βασικές θέσεις στην Ορθόδοξη πνευματικότητα.
Η Εκκλησία μας, σε κάθε γενιά, μεριμνά ώστε να εφαρμόζεται αυτή η υπακοή απ’ όλα τα μέλη της, τόσο στο Ορθόδοξο δόγμα, όσο και στο Χριστιανικό ήθος, τα οποία κηρύσσονται από τους ποιμένες, τους «ηγουμένους», τους κληρικούς της δηλ. οι οποίοι είναι και οι υπεύθυνοι.
Φυσικά αυτό γίνεται, πρέπει να γίνεται και διότι αυτοί «οι ηγούμενοι», κατ’ αρχάς αγρυπνούν για την σωτηρία των ψυχών του ποιμνίου που τους έχει εμπιστευθεί ο Χριστός και στον Οποίον θα δώσουν λόγο για την κάθε ψυχή. Θα δώσουν λόγο στον Ίδιο ο οποίος είναι ο «Ποιμένας των προβάτων ο Μέγας».
Οπωσδήποτε φίλοι μου, δεν είναι τυχαίο ότι και στο σημείο αυτό λειτουργεί ένας «πνευματικός νόμος» κατά τον οποίον, ανέκαθεν το λογικό ποίμνιο αναγνώριζε και αναγνωρίζει και ακολουθεί τον γνήσιο ποιμένα, τον αυθεντικό «ηγούμενο» ο οποίος πράγματι αγρυπνεί και ποικιλοτρόπως εργάζεται για την προαγωγή και την σωτηρία του εμπιστευθέντος ποιμνίου του.
Και εξ αντιθέτου, όταν το ποίμνιο διαισθάνεται ότι ο «ποιμένας του» δεν καλύπτει τις προδιαγραφές του καλού ποιμένα και δεν προσαρμόζεται στις υπεύθυνες ποιμαντικές του επιταγές, τότε αυτό περιορίζεται απλά σε μια «εξωτερική υπακοή», χωρίς να αισθάνεται τον πηγαίο εσωτερικό σεβασμό που εμπνέεται στις ψυχές από την αυθεντικότητα…
Μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι υφίστανται τέτοιου είδους περιπτώσεις οι οποίες πληγώνουν το σώμα της Εκκλησία μας σε κάθε εποχή; Και φυσικά η αιτία δεν είναι πάντοτε το ποίμνιον το οποίο πράγματι, παρά τις ελλείψεις του, επιζητά ικανούς και άγιους ποιμένες που θα δείχνουν την αγάπη τους, αγρυπνώντας «υπέρ των ψυχών ως λόγον αποδώσαντες».
Αλλά υπάρχει, αλλοίμονο, και ακόμα τραγικότερη περίπτωση, όταν ο «ποιμένας», «γυμνή τη κεφαλή», έχοντας ξεφύγει ολοσχερώς από την ευλογημένη οδό της αποστολής του, κηρύττει στο μεν δογματικό πεδίο, πλάνες και αιρέσεις, στο δε ηθικό, αμνηστεύει παρεκτροπές και έργα σαρκός, όπως οι αρχαίοι Νικολαϊτες, που τελικώς οδηγούν τις ψυχές στην καταστροφή και στην κόλαση.
Εννοείται ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, όχι μόνο δεν οφείλει υπακοή και εμπιστοσύνη το ποίμνιο, αλλά επιβάλλεται να κινηθούν οι προβλεπόμενες νομοκανονικές διαδικασίες, και οι αρμόδιοι να θέσουν εκτός ποιμνίου τον «μισθωτό και κακό ποιμένα».
Θα χρειαζόμασταν πολλές σελίδες αν θέλαμε διεξοδικώς να αναφερθούμε σε παραδείγματα προσώπων και μάλιστα υψηλών, μέσα από την Εκκλησιαστική ιστορία, τα οποία «αστόχησαν» λόγω του δαιμονικού τους εγωισμού, και από ποιμένες, κατάντησαν πλανεμένοι αιρεσιάρχες, σχίζοντας τον «άραφο χιτώνα του Χριστού».
Ο αιρεσιάρχης Άρειος, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα των όσων αναφέραμε.
Ο δε τιμόμενος Άγιος Νικόλαος, έχοντας επίγνωση της αποστολής του, ως γνήσιος ποιμένας, μαζί με τον χορό των θείων πατέρων της Α΄ Οικουμ. Συνόδου το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας, καταδίκασε την αίρεση και τον αιρεσιάρχη, αποδεικνύοντας τον εαυτόν του «κανόνα Πίστεως» για πάντα σε όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας μας.
Ο θαυμαστός βίος του Αγίου, τον οποίον θα πρέπει να μελετήσουμε, και στο σημείο αυτό είναι άκρως διδακτικός και συγκινητικός.
Ώστε αδελφοί μου, είναι ανάγκη να γνωρίσουμε την Ορθόδοξη πίστη μας, να τη βιώσουμε συνειδητά, και ως «λογικόν ποίμνιον» θα εμπιστευόμαστε τους «καλούς ποιμένες», που αγρυπνούν, που κοπιάζουν και που είναι έτοιμοι να προσφέρουν και τη ζωή τους χάριν του ποιμνίου που τους έχει εμπιστευθεί η αγάπη του Θεού.
Χρειάζεται τώρα να τονίσουμε ότι δεν οφείλουμε υπακοή και δεν θα εμπιστευόμαστε ανθρώπους οι οποίοι έχασαν την «έξωθεν καλήν μαρτυρίαν» και έχουν αμβλυμένο τον κανόνα της Πίστεως και της ηθικής;
Φυσικά και αρνούμαστε την υπακοή και την καθοδήγησή μας σε ανθρώπους που ευκαίρως ακαίρως, κηρύττουν τον επάρατο οικουμενισμό και τον καρκινογόνο θρησκευτικό συγκρητισμό, με όλα όσα συνεπάγονται οι σατανικές αυτές πλάνες.
Κλείνοντας, ας παρακαλέσουμε τον μεγάλο Άγιο της Εκκλησίας μας, τον Άγιο Νικόλαο, να πρεσβεύει υπέρ όλου του πληρώματος της στρατευομένης μας Ορθοδόξου Εκκλησίας, και ταυτοχρόνως να ευλογεί νέους ανθρώπους, αγνούς και καθαρούς, ώστε να ενταχθούν στις τάξεις του Ιερού μας κλήρου. Ανθρώπους ευθείς και ζηλωτές των πατρικών μας παραδόσεων, οι οποίοι θα ζουν για την Εκκλησία και όχι από την Εκκλησία. Ποιμένες καλούς που θα κοσμούνται με τα ουράνια χαρίσματα που διέθεται και ο ίδιος ο Άγιος Νικόλαος.Αμήν.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009
ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΥ
Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος
Το Άγιον Πνεύμα είναι η πηγή των θείων χαρισμάτων και όταν επεφοίτησεν εις τους Αγίους Αποστόλους, εχάρισεν εις αυτούς όλα τα χαρίσματα. Δι’ αυτών δε λαμβάνεικαι κάθε δεκτική και καθαρή ψυχή τις πνευματικές δωρεές του Αγίου Πνεύματος.
Δια των Αγίων Αποστόλων το Άγιον Πνεύμα εχάρισε εις τους πιστούς τους πιστεύσαντας εις το κήρυγμα αυτών την γνώσιν της Θεολογίας της Θεότητος και θεολογούμεν ορθοδόξως την αδιαίρετον και αχώριστον φύσιν της Θεότητος, γνωριζομένη εις τρεις υποστάσεις, εις τον Πατέρα δηλαδή και τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα.
Το Άγιον Πνεύμα έχει ως όχημα και καθέδραν τας ψυχάς των ανθρώπων. Πλησιάζει με πολλήν λεπτότητα κάθε ψυχή και χρησιμοποιεί και αγιάζει τα φυσικά ιδιώματα και χαρίσματα κάθε μιας ψυχής. Εάν η ψυχή παραμείνη μόνον εις τα φυσικά της τάλαντα και δεν αναπαύση δια της καθαρότητος αυτής, την χάριν του Αγίου Πνεύματος, τότε στερείται και τις πλούσιες δωρεές αυτού που αντιστοιχούν εις αυτήν. Χωρίς την υπερφυσικήν χάριν του Αγίου Πνεύματος δεν αξιοποιούνται τα φυσικά χαρίσματα και η ιδιαιτέρα ψυχοσύνθεσις της ψυχής. Η ψυχή παραμένει εις την εμπαθή αυτήν κατάστασιν και δεν αναγεννάται. Δεν φθάνει εις την δυνατότητα εις την οποίαν προορίζει αυτήν η θεία χάρις. Η θεία χάρις είναι πάντοτε προτρεπτική προς το αγαθόν και όχι αναγκαστική. Επομένως η ψυχή, εάν δεν δεχθή την νεύσιν της θείας χάριτος και δεν αγωνισθή να αξιοποίηση και να πολλαπλασιάση τα τάλαντα αυτής αδικεί τον εαυτόν της, διότι δεν φθάνει εις το μέτρον που της αξίζει. Κατά συνέπειαν και εν ημέρα της Κρίσεως θα μετανοήση και θα λογοδοτήση, διότι δεν χρησιμοποίησε καταλλήλως τα τάλαντα αυτής.
Πώς θα αξιωθούμε της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος;
Εάν διατηρούμε την ψυχήν μας καθαρά από τα πάθη και από τους πονηρούς και αισχρούς λογισμούς. «Αμήχανον (=αδύνατον) να γίνωμεν άξιοι να χωρέσωμεν εντός μας την θείαν Χάριν, εάν πρωτύτερα δεν εκδιώξωμεν τα πάθη, όπου επρόλαβαν και εκυρίευσαν τας ψυχάς μας… Και ένα δοχείον το οποίον περιείχε πρωτύτερα δυσώδες υγρόν, αν δεν πλυθή καλά πρώτον, δεν δέχεται την επίχυσιν του μύρου. Πρέπει πρωτύτερα να χυθούν τα προϋπάρχοντα εντός αυτού, δια να γίνη δυνατόν να χωρέσουν όσα θα ριφθούν μέσα κατόπιν» (Μ. Βασιλείου, Ερμηνεία εις τον 61 Ψαλμόν και στίχος 6).
Αποκάθαρον Κύριε τα χρόνια έλκη της ψυχής μου, τη χειρουργία της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και τον χιτώνα αυτής λάμπρυνον και την υγείαν αυτής αποκατάστησον δια να στρέφεται με όλας αυτής τας δυνάμεις προς την ιδικήν σου αγάπην και δοξολογίαν.
Η καθαρά καρδία ελκύει εις τον εαυτόν της τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος και τότε η ψυχή ανάλαφρα πετά και αναβαίνει προς τα ουράνια. Την χάριν του Αγίου Πνεύματος επιζητών ο Προφήτης Δαβίδ έλεγε. «Τίς δώσει μοι πτέρυγας ωσεί περιστεράς και πετασθήσομαι και καταπαύσω;» (Ψαλ. 59, 4).
Καθώς οι δροσοσταλίδες της αυγής που επικάθηνται εις τα πέταλα των ανθέων προσδίδουν εις αυτά ωραιότητα και ζωήν, έτσι και η θεία χάρις ως δρόσος και αύρα λεπτή εισέρχεται εις τα βάθη της ψυχής και δραστηριοποιεί και παρηγορεί την ψυχήν και το σώμα. Εις τους οφθαλμούς τα δάκρυα ρέει και εις την ψυχήν γλωσσοπυρσόμορφον χάριν χέει.Όταν λέγωμεν την ευχήν του Ιησού, το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, το γλυκύτατον Όνομα του Κυρίου μας γαληνόμορφον ποιεί την καρδίαν και ανθοφορεί και καρποφορεί τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος: «ο δε καρπός του Πνεύματος έστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Γαλ. ε’ 23).
Εάν αυτήν την φροντίδα επιδείξωμεν, τότε θα δεχθούμε την Χάριν του Αγίου Πνεύματος κατ’ αναλογίαν της καθαρότητός μας και θα είμεθα οικείοι του Χριστού και όχι ξένοι και αλλότριοι αυτού. Εις την παρούσαν ζωήν θα λάβωμεν ως αρραβώνα την Χάριν του Αγίου Πνεύματος, την οποίαν θέλομεν απολαύσει πλουσιωτέραν και καθαρωτέραν εις την Βασιλείαν των Ουρανών, Χάριτι και Φιλανθρωπία του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις συν τω ανάρχω Πατρί και προβολεί αυτού και τω Ομοουσίω Λόγω αυτού εις τους αιώνας. Αμήν.
Χοϊκή χειρ αμαρτωλού μοναχού μ.Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το Άγιον Πνεύμα ψυχή της Εκκλησίας – Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009
Το Άγιον Πνεύμα ψυχή της Εκκλησίας
Του Αββά Ιουστίνου Πόποβιτς
Τα πάντα εν τη Εκκλησία είναι θεανθρώπινα: ο Θεός πάντοτε κατέχει την πρώτην, ο δε άνθρωπος την δευτέραν θέσιν. Χωρίς την θείαν δύναμιν οι άνθρωποι δεν δύνανται να ζουν την θεανθρωπίνην θείαν ζωήν ούτε να προκόπτουν εν αύτη. Διά παν το θεανθρώπινον, ο άνθρωπος έχει ανάγκην βοηθείας. Μόνον ενδυθέντες με την «δύναμιν εξ ύψους» (Λκ. 24, 19. Πράξ. Απ. 1, 8), δηλαδή με την θείαν δύναμιν του Αγίου Πνεύματος, oι άνθρωποι δύνανται να ζουν ευαγγελικώς επί της γης. Διά τούτο και εφανέρωσεν ο Σωτήρ, κατά τον Μυστικόν Δείπνον, την θείαν αλήθειαν περί του Αγίου Πνεύματος ως του πραγματοποιούντος και εκτελούντος την σωτηρίαν των ανθρώπων τη θεία ενεργεία Του εν τω Θεανθρωπίνω σώματι της Εκκλησίας (πρβλ. Ιω. 14, 16-17. 26. 15, 26. 16, 7-13). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ενοικεί διά του Αγίου Πνεύματος εις τον άνθρωπον, τον ανακαινίζει, τον αγιάζει και τον χριστοποιεί (Εφ. 3, 16-17). Χωρίς το Άγιον Πνεύμα, το πνεύμα του ανθρώπου φθείρεται και διασκορπίζεται διά των αμαρτιών εις αναριθμήτους θανάτους, εις αναρίθμητα μη όντα και ψευδοόντα. Το Πνεύμα το Άγιον ήλθεν εις τον κόσμον διά τον Χριστόν και διά του Χριστού, και έγινε η ψυχή εις το σώμα της Εκκλησίας: και μόνον διά του Χριστού και διά τον Χριστόν δίδεται εις τους ανθρώπους. Τούτο σημαίνει ότι το Άγιον Πνεύμα μόνον διά τον Χριστόν και διά του Χριστού ζη εις την Εκκλησίαν. Όπου δεν υπάρχει ο Θεάνθρωπος, εκεί δεν υπάρχει ούτε το Άγιον Πνεύμα. Διότι ο Χριστός ζη εις την Εκκλησίαν διά του Αγίου Πνεύματος το οποίον αποτελεί την ψυχήν της…
* Η θεία Ευχαριστία και η θεία Κοινωνία μας ενώνουν όχι μόνο με Αυτόν, τον Αναντικατάστατον, αλλά και μεταξύ μας. «Εν σώμα οι πολλοί εσμέν», διότι κανείς από εμάς δεν αποτελεί ολόκληρον το σώμα, αλλ’ έκαστος είναι μόνον μέρος του σώματος, και τούτο πρέπει να αισθανώμεθα πάντοτε και να γνωρίζωμεν πόσον εξαρτώμεθα ο εις από τον άλλον: όλοι από ένα έκαστον, και έκαστος απ’ όλους. Και να γνωρίζωμεν επί πλέον πόσον αναγκαίοι είμεθα ο εις εις τον άλλον: Όλοι εις έκαστον και έκαστος εις όλους, αλλά και έκαστος εις έκαστον. Η δύναμίς μας και η ισχύς μας, η ζωή μας και η αθανασία μας και η μακαριότης μας ευρίσκονται εις αυτήν την ενότητα και μόνον. Ποίος μας την δίδει αυτήν; Το σώμα του Χριστού, το σώμα του Θεού. Ο θαυμαστός Κύριος Ιησούς Χριστός είναι η αληθινή «βρώσις» μας και η αληθινή «πόσις» μας (Ιω. 6, 55) «Ούτω οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθ’ εις αλλήλων μέλη» (Ρωμ. 12, 5 και Α’ Κορ. 12, 27).
* Ο Χριστός είναι ταυτοχρόνως και ο Θεός Λόγος, και ο άνθρωπος, και ο Θεός Λόγος και η Εκκλησία, και ο Θεός Λόγος με το σώμα εις τους ουρανούς και μέσα εις το σώμα του, την Εκκλησίαν, επί της γης. Δεν είναι αυτό «μέγα μυστήριον»; Τα μέλη της Εκκλησίας αποτελούν εν οργανισμόν, εν σώμα και όμως έκαστον παραμένει ξεχωριστόν πρόσωπον. Και αυτό δεν είναι «μέγα μυστήριον»;Τα πάντα εις την Εκκλησίαν είναι καθολικά και πάλιν τα πάντα είναι προσωπικά, έκαστος κατοικεί και ζη μέσα εις όλους, και όλοι μέσα εις ένα έκαστον, και όμως η ζωή εκάστου είναι ιδική του προσωπική ζωή, και το πρόσωπον εκάστου ιδικόν του πρόσωπον. Αυτό δεν είναι «μέγα μυστήριον»; Εις την Εκκλησίαν ζουν τόσοι και τόσοι αμαρτωλοί άνθρωποι και παρά ταύτα αυτή είναι «αγία και άμωμος», χωρίς ουδένα «σπίλον ή ρυτίδα» (Εφ. 5, 27). Δεν είναι και αυτό «μέγα μυστήριον»; Και ούτω καθ’ εξής, από το μικρότερον έως το μεγαλύτερον τα πάντα εν τη Εκκλησία είναι «μέγα μυστήριον», διότι εις εν έκαστον απ’ αυτά είναι παρών όλος ο θαυμαστός Κύριος Ιησούς Χριστός με όλα τα άπειρα θεανθρώπινα μυστήριά Του.
* Κάθε χριστιανός ζων «συν πάσι τοις αγίοις» εις το Θεανθρώπινον σώμα του «τελείου ανδρός», του Χριστού, αποκτά και ο ίδιος την τελειότητα αυτήν, κατά το μέτρον του κόπου του, γίνεται ο ίδιος τέλειος άνδρας. Ούτως εις την Εκκλησίαν γίνεται δι’ έκαστον προσιτόν και πραγματοποιήσιμον εκείνο το θείον ιδεώδες και ο σκοπός: «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειος εστίν» (Ματθ. 5, 48). Ο άγιος Απόστολος εξαίρει με ιδιάζοντα τρόπον ότι ο σκοπός της Εκκλησίας είναι «ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον εν Χριστώ Ιησού» (Κολ. 1, 28).
* Ένας είναι ο σκοπός ολοκλήρου της θεανθρωπίνης Οικονομίας της σωτηρίας: «ίνα άρτιος η ο του Θεού άνθρωπος, προς παν έργον αγαθόν εξηρτημένος» (Β’ Τιμ. 3, 17).
* Μόνον οι Άγιοι γνωρίζουν τον δρόμον και έχουν όλα τα μέσα, τα οποία δίδουν εις όλους τους ποθούντας τον Θεόν, να καταντήσουν «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Το δε «πλήρωμα» του Χριστού και το «μέτρον της ηλικίας» Του τί είναι άλλο παρά το άγιον Θεανθρώπινον σώμα Του, η Εκκλησία; Όθεν, το να φθάσωμεν «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» ουδέν άλλο είναι παρά να γίνωμεν αληθινά μέλη της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι «το πλήρωμα» του Χριστού, «του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου».
* Η δαιμονισμένη ανθρωπίνη υψηλοφροσύνη, κρυμμένη υπό τον μανδύαν της Εκκλησίας, γίνεται δόγμα πίστεως, μεταβαλλόμενον εις δόγμα ζωής,…. εις δαιμονοποιημένον «εργαστήριον» εκβιασμού ανθρωπίνων συνειδήσεων και απανθρωπίας! Εργαστήριον παραμορφώσεως του Θεού και του ανθρώπου και της κοινωνίας διά της παραμορφώσεως του Θεανθρώπου.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Περί Εκκλησίας – Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς.
Συγγραφέας: kantonopou στις 6 Δεκεμβρίου, 2009
….Είσαι μέλος της Εκκλησίας; Αυτό σημαίνει ότι είσαι οργανικώς συνδεδεμένος με τους αγίους Αποστόλους και με τους Μάρτυρας, με τους Ομολογητάς και με όλας τας ουρανίους αγγελικάς Δυνάμεις. Η αγάπη της αγίας καθολικότητος εις την Εκκλησίαν, ενώνει θεανθρωπίνως, τα μέλη της Εκκλησίας μεταξύ των, ώστε όλα ομού και έκαστον προσωπικώς να ζουν την καθολικήν ζωήν της Εκκλησίας.
Η δε αγία αυτή αγάπη της καθολικότητος εξαρτάται από την πίστιν των εις τον Χριστόν και από την εν Χριστώ ζωήν των. Δι’ αυτό ο θεόσοφος Απόστολος και ευαγγελίζεται εις τους χριστιανούς: «Ως ουν παρελάβατε τον Χριστόν Ιησούν τον Κύριον, εν αυτώ περιπατείτε» (Κολ. 2, 6).
Τίποτε να μην αλλάζετε εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ούτε να του προσθέτετε. Όπως είναι Αυτός είναι υπερτέλειος, θείως και ανθρωπίνως. Εμείς οι Απόστολοι τοιούτον Χριστόν Ιησούν και Κύριον, τον Θεάνθρωπον, εκηρύξαμεν και παρεδώσαμεν.Τοιούτον εσείς Τον «παρελάβατε». «Εν Αυτώ», λοιπόν, και «περιπατείτε».
«Εν Αυτώ» ζήτε και «περιπατείτε», τούτο είναι η εντολή των εντολών. «Εν Αυτώ περιπατείται», όχι προσαρμόζοντες Αυτόν εις τον εαυτόν σας, αλλά τον εαυτόν σας εις Εκείνον, όχι αλλάσσοντες Αυτόν προς τον εαυτόν σας, αλλά τον εαυτόν σας προς Εκείνον. Όχι μεταποιούντες Αυτόν κατ’ εικόνα σας, αλλά μεταποιούντες τον εαυτόν σας κατ’ εικόνα Εκείνου. Μόνον οι υπερήφανοι αιρετικοί και άφρονες ψυχοφθόροι μεταποιούν, μεταβάλλουν, αλλάσσουν τον Θεάνθρωπον Χριστόν κατά τας επιθυμίας και αντιλήψεις των. Εκ τούτου και τόσοι «ψευδόχριστοι» εις τον κόσμον και τόσοι ψευδοχριστιανοί.
Ο δε αληθινός Κύριος Ιησούς, με όλον το πλήρωμα της ευαγγελικής και Θεανθρωπίνης Του ιστορικότητος και πραγματικότητος, υπάρχει ολόκληρος εις το Θεανθρώπινον σώμα Του την Ορθόδοξον Καθολικήν Εκκλησίαν, όπως εις την εποχήν των Αποστόλων, έτσι και σήμερον, έτσι και εις τους αιώνας. Η Θεανθρωπίνη ζωή Του παρατείνεται διά του Θεανθρωπίνου σώματος της Εκκλησίας εις ολόκληρον την ιστορίαν και την αιωνιότητα. Ζώντες λοιπόν εν τη Εκκλησία, «εν Αυτώ» ζώμεν, ακριβώς όπως διατάσση ο χριστοφόρος Απόστολος.
Η δε πληρεστέρα πραγμάτωσις της εντολής Του είναι ο τρόπος της ζωής των Αγίων. Αυτοί φυλάττουν αναλλοίωτον την Θεανθρωπίνην μορφήν του Χριστού, με όλην την θαυμαστήν ζωτικότητα, την αναμφισβήτητον γνησιότητα και το απαράμιλλον κάλλος της. Μαζί με αυτό οι χριστοειδείς Άγιοι του Σωτήρος φυλάττουν και τον θεανθρώπινον σκοπόν του ανθρωπίνου είναι και της ανθρωπινής ζωής, με όλην την θεανθρωπίνην τελειότητα και το αναλλοίωτον του σκοπού αυτού, του ορισθέντος από αυτόν τον Θεάνθρωπον Κύριον Χριστόν και δυναμένου να πραγματοποιηθή μόνον εις το Θεανθρώπινον σώμα της Εκκλησίας.
Αντιθέτως, κάθε αλλαγή, σμίκρυνσις, απλοποίησις, σύντμησις και ανθρωπομορφισμός του χριστιανικού σκοπού, καταστρέφει τον χριστιανισμόν, τον καθιστά ανούσιον, γήινον, τον μεταβάλλει εις συνηθισμένην ανθρωπίνην, δηλαδή ουμανιστικήν και φυματικήν θρησκείαν, ουμανιστικήν φυματικήν φιλοσοφίαν, ουμανιστικήν φυματικήν ηθικήν, ουμανιστικήν φυματικήν επιστήμην, ουμανιστικόν φυματικόν δημιούργημα, ουμανιστικήν φυματικήν κοινωνίαν.
«Ο ΟΣΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ (1884-1980)». Τεύχος 3. ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2001.Θεσ/νίκη Έκδοσις: «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Πηγή:http://www.orp.gr/?p=666#more-666
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Προσευχή: η μητέρα των αρετών
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Όταν αγαπάς κάποιον, θέλεις να τον σκέφτεσαι, να μιλάς γι’ αυτόν, να είσαι μαζί του. Η ψυχή αγαπά τον Κύριο ως Πατέρα και Δημιουργό της και παρίσταται ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη: με φόβο, γιατί είναι ο Κύριος∙ με αγάπη, γιατί η ψυχή Τον γνωρίζει ως Πατέρα γεμάτο έλεος και η Χάρη Του είναι γλυκύτερη από οτιδήποτε άλλο…Ο Κύριος μας έδωσε εντολή να Τον αγαπάμε με όλη την καρδιά, με όλο το νου και με όλη την ψυχή μας. Αλλά χωρίς προσευχή, πώς είναι δυνατόν να αγαπάς; Γι’ αυτό ο νους και η καρδιά πρέπει να είναι πάντα ελεύθερα για προσευχή (όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης).
Η απόλυτη αναγκαιότητα της προσευχής φαίνεται από τη θέση που έχει στη ζωή του Κυρίου σε όλη τη διάρκεια της δημόσιας δράσης Του, αλλά και από τον απόστολο Παύλο, ο οποίος όταν αναφέρεται σ’ αυτήν χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «πάντοτε», «αδιαλείπτως», «εν παντί καιρώ νυκτός και ημέρας», τονίζοντας έτσι τον εξαιρετικό και καθοριστικό της ρόλο στη ζωή του ανθρώπου.
Διαβάζοντας κανείς τα παραπάνω, θα υποψιασθεί τουλάχιστον ότι η προσευχή δεν έχει διακοσμητικό και επιφανειακό ρόλο, αλλά είναι κάτι το βαθύτερο, ουσιαστικότερο και απαραίτητο στη ζωή κάθε Χριστιανού. Πώς όμως ο καθένας από εμάς θα μπορέσει να εφαρμόσει, αλλά και να βιώσει τους λόγους του Κυρίου και των αγίων μας;
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας από τη μεγάλη τους πείρα σημειώνουν ότι η πνευματική ζωή είναι επιστήμη επιστημών και τέχνη τεχνών. Έτσι, λοιπόν, η προσευχή για να μην καταλήγει σε μια απρόσωπη, κουραστική και επιδερμική εμπειρία, αλλά να ‘ναι μια προσωπική, καρδιακή και αγαπητική ένωση με το Θεό, πρέπει να ασκείται με τις ανάλογες προϋποθέσεις:
– Να διατηρούμε σταθερή την ώρα της, ρυθμίζοντας το πρόγραμμά μας κατά τρόπο που να μη μας παρουσιάζονται εμπόδια κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
– Να προσπαθούμε να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να μην αποσπόμαστε από τις διάφορες μέριμνες, τα υλικά αγαθά, την ανθρωπαρέσκεια, και γενικότερα τη φιληδονία. Απαλλαγμένοι απ’ όλα, να προσηλωνόμαστε στην προσευχή. Για τον προσευχόμενο δεν υπάρχει τίποτε άλλο, εκτός απ’ το Θεό.
– Να έχουμε τακτική μυστηριακή ζωή (Θεία Κοινωνία, Εξομολόγηση).
Η προσευχή απαιτεί:
– αγαπητική διάθεση προς το Θεό. Η αγάπη είναι το παν στην προσευχή∙ η προϋπόθεση και το τέλος της
– πίστη ότι ο Κύριος παρίσταται ενώπιόν μας
– επιμονή∙ δηλαδή χωρίς να απογοητευόμαστε αν δεν εκπληρωθεί το αίτημά μας ακριβώς όπως το θέλαμε και στον ποθητό χρόνο
– αποφυγή φανταστικών στοιχείων∙ δηλαδή χωρίς να περισπάται ο νους μας την ώρα της προσευχής από διάφορες σκέψεις και εικόνες, ακόμη και καλές∙ να προσέχουμε μόνο στα λόγια της προσευχής
– ταπείνωση και μετάνοια∙ δηλαδή διάθεση για αλλαγή ζωής και επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας.
Εμπόδια στην καλή και καθαρή προσευχή είναι η υπερηφάνεια, η κατάκριση, η πολυλογία, η προσκόλληση στα γήινα και η εν γένει αθέτηση των εντολών του Θεού.
Όσον αφορά το τι πρέπει να περιλαμβάνει η προσευχή, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη των αγίων της Εκκλησίας μας, πρέπει να περιέχει ευχαριστία, δοξολογία, εξομολόγηση των αμαρτιών μας με συναίσθηση, και τέλος αναφορά των αιτημάτων μας προς το Θεό. Για να διευκολυνθούμε στην προσευχή υπάρχουν σε χριστιανικά βιβλιοπωλεία προσευχητάρια με ακολουθίες και προσευχές γραμμένες με την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος από τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Παράλληλα πάντως με τον παραπάνω τρόπο προσευχής, κάθε Χριστιανός θα βοηθεί πολύ στην προσευχή με την επίκληση του ονόματος του Χριστού, την γνωστή και ως ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Τα πλεονεκτήματα της ευχής είναι, πρώτον η καταπληκτική της δύναμη, λόγω της συνεχούς επίκλησης του ονόματος του Χριστού, δεύτερον ότι μπορεί εύκολα να μείνει συγκεντρωμένος ο νους στις λέξεις και να μην μετεωρίζεται, τρίτον επειδή είναι τόσο μικρή και πρακτική στην εξάσκησή της, μπορεί να λέγεται παντού, είτε όταν περπατάς στον δρόμο είτε όταν ξαπλώνεις, είτε όταν εργάζεσαι και τέταρτον ότι ζητάς οτιδήποτε είναι ωφέλιμο και εποικοδομητικό για την ψυχή σου, επειδή στη λέξη έλεος περιλαμβάνονται όλα τ’ αγαθά του Θεού.
Ένα συνηθισμένο ερώτημα των πιστών είναι γιατί δεν εισακούονται πολλές φορές οι προσευχές μας, μιας και ο ίδιος ο Χριστός έχει διακηρύξει «αιτείτε και δοθείσετε υμίν∙ ζητείτε και ευρήσετε∙ κρούετε και ανοιγήσεται υμίν». Φυσικά είναι απόλυτα ξεκάθαρο, ότι δεν υπάρχει περίπτωση ο Θεός να μην ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε λόγο να μας ακούσει. Ο Χριστός είναι συνεχώς δίπλα μας και πάντα μας ακούει, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι το «τζίνι του Αλαντίν» για να μας κάνει τα χατίρια. Σαν παντογνώστης και πάνσοφος που είναι, φαίνεται μερικές φορές ότι δεν ανταποκρίνεται στα αιτήματά μας, πράγμα που μπορεί να συμβαίνει για τους εξής λόγους:
– για να συνεχίσουμε να προσευχόμαστε, να μην επαναπαυόμαστε εύκολα και έτσι να προοδεύουμε πνευματικά,
– διότι δεν είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε την εκπλήρωση του αιτήματός μας,
– γιατί πολλές φορές δε ζητούμε τα συμφέροντα για την ψυχή μας.
Η προσευχή είναι ένα τόσο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή του χριστιανού που δε θα εξαντλούνταν ούτε σε πολυσέλιδα βιβλία. Πιστεύουμε όμως και ελπίζουμε ότι αρχίζοντας από αυτά τα λίγα, μπορούμε να ανοίξουμε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μας!
Ζωτικός
Πηγή:http://www.xfd.gr/
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ποιες είναι οι επιπτώσεις των διαφημίσεων της τηλεόρασης στα παιδιά
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Εξαιτίας της επιδέξιας χρήσης του φωτισμού και του ήχου, καθώς και της συνήθως χαρούμενης ατμόσφαιρας που έχουν, οι διαφημίσεις τραβούν ιδιαίτερα την προσοχή του παιδιού και το γοητεύουν.
Τα παιδιά αποτελούν έναν ιδιαίτερο στόχο των διαφημιστικών εταιρειών, καθώς, εκτός από τα διαφημιστικά μηνύματα, υπάρχουν και εκπομπές που από μόνες τους είναι διαφημίσεις, όπως τα Pokemon, τα Digimon, το Dragon Ball, ο Winnie το αρκουδάκι, κ.ά., γύρω από τις οποίες αναπτύσσεται μια ολόκληρη βιομηχανία από αξεσουάρ. Και είναι θλιβερό να βλέπει κανείς πώς η διαφήμιση διεισδύει ακόμη και σε προγράμματα που καλύπτονται πίσω από το προσωπείο του παιχνιδιού!
Όσον αφορά στα παιδιά, οι διαφημίσεις εστιάζουν κυρίως το ενδιαφέρον τους στην προβολή προϊόντων ζαχαροπλαστικής και παιχνιδιών.
Όμως, αυτή η πίεση που ασκείται στα παιδιά, τι επιπτώσεις έχει επάνω τους;
Η κατανάλωση γλυκισμάτων και τροφών υπερβολικά επεξεργασμένων και πλούσιων σε θερμίδες έχει αλλοιώσει τις παραδοσιακές διατροφικές μας συνήθειες. Σήμερα τα παιδιά μας τρώνε σνακ, γκοφρέτες, VViirs-te!, κέτσαπ, εις βάρος όχι μόνο της παραδοσιακής μεσογειακής διατροφής και της οικονομίας μας αλλά και της ίδιας της υγείας τους. Πράγματι, η συγκεκριμένη διατροφή ευθύνεται, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο η παραδοσιακή, για την εμφάνιση τερηδόνας και παχυσαρκίας, η οποία με τη σειρά της αποτελεί προπομπό πολλών και σοβαρών προβλημάτων υγείας.
Όσον αφορά στα παιχνίδια, τα περισσότερα απ’ αυτά είναι εντελώς περιττά.
Τώρα πλέον γνωρίζουμε ότι είναι λάθος να προσφέρουμε πολλά παιχνίδια στα παιδιά, γιατί έτσι περιορίζεται η δημιουργικότητα τους.
Το παιδί που με λιγοστά παιχνίδια βρίσκει τρόπο να παίξει, αύριο θα είναι ένας ενήλικας που θα μπορεί πιο εύκολα να βρίσκει λύσεις σε ένα πρόβλημα της ζωής του. Αντίθετα, το παιδί που τα βρίσκει όλα έτοιμα, συνηθίζει σε μια παθητική συμπεριφορά και θα γίνει ένας ενήλικας που θα περιμένει έτοιμες λύσεις για όλες τις ανάγκες του.
«Τα «ημιτελή» παιχνίδια είναι εκείνα που περισσότερο απ’ όλα τα άλλα παρακινούν το παιδί να τα συμπληρώσει δημιουργικά επινοώντας προσθήκες και εξαρτήματα. Έτσι του προσφέρουν τη δυνατότητα για πάντα νέες και διαφορετικές συνθήκες ψυχαγωγίας». (S.S. Macchietti, παιδαγωγός)
Το αγορασμένο παιχνίδι, επιπλέον, έχει πάντα ένα μειονέκτημα: ότι είναι πάντα πλήρες, άσχετα αν, ευτυχώς, το παιδί επαναστατεί και το κάνει κομμάτια.
Στα παιδιά κυρίως, περισσότερο απ’ όσο στους ενήλικες, η διαφήμιση προκαλεί έντονο αίσθημα απογοήτευσης, επειδή τους παρουσιάζει μια χαρούμενη πραγματικότητα, γεμάτη ενθουσιασμό, αρμονία και καλοπέραση, που όμως αποδεικνύεται στην πράξη ανέφικτη.
Το παιδί, στην προσπάθεια του να ταυτιστεί με αυτή την εικονική πραγματικότητα, τρέφει ουτοπικές προσδοκίες, πλάθοντας ιδεατά πρότυπα για τον εαυτό του και για τη ζωή. Η αναμέτρηση του με αυτά τα ιδεατά πρότυπα γεννά μέσα στο παιδί το αίσθημα της απογοήτευσης το οποίο προέρχεται από την επίγνωση της απόστασης ανάμεσα στην πραγματικότητα και στα προτεινόμενα τηλεοπτικά πρότυπα. Συγκρινόμενη με την τηλεοπτική, η καθημερινή πραγματικότητα του παιδιού φαντάζει στα μάτια του φτωχή και άχρωμη.
«Μια ομάδα παιδιών οδηγείται για παιχνίδι σε μια αίθουσα, στην οποία υπάρχουν πολλά παιχνίδια, όλα ημιτελή: μια καρέκλα χωρίς τραπέζι, ένα βαρκάκι χωρίς νερό, ένα ποδήλατο χωρίς πετάλια, κ.λπ. Τα παιδιά αρχίζουν να παίζουν χαρούμενα και με τη φαντασία τους συμπληρώνουν ό,τι λείπει από τα παιχνίδια. Την επόμενη μέρα, προτού μπουν τα παιδιά, εγκαθίσταται στο δωμάτιο ένα διαφανές παραπέτασμα και πίσω απ’ αυτό τοποθετούνται τα κομμάτια που λείπουν από τα ήδη υπάρχοντα παιχνίδια, μαζί με άλλα πλήρη παιχνίδια, ακόμη πιο εντυπωσιακά.
Όταν τα παιδιά μπαίνουν στο δωμάτιο, βλέπουν τα κομμάτια που λείπουν και τα νέα παιχνίδια πίσω από το διαφανές παραπέτασμα αλλά δεν μπορούν να τα αγγίξουν. Τότε τα παιδιά αποδεικνύονται ανίκανα να παίξουν, να επινοήσουν, να αναπληρώσουν τα χαμένα κομμάτια. Κάποια δείχνουν αδιαφορία, ενώ άλλα παίζουν με βίαιο τρόπο και μερικές φορές πηδούν πάνω στα παιχνίδια και τα σπάζουν.
Τα παιδιά εκδηλώνουν τα συμπτώματα της απογοήτευσης, επειδή βλέπουν μια πραγματικότητα πιο πλούσια και πιο ελκυστική από τη δική τους, που όμως τους είναι απρόσιτη». (Barker, Dembo και Lewin, 1941)
Η διαφήμιση προκαλεί το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.
Ποιες είναι οι συνέπειες της απογοήτευσης;
Η απογοήτευση μπορεί να προκαλέσει, ή τουλάχιστον να εντείνει την επιθετικότητα, ωθώντας το απογοητευμένο υποκείμενο να επιτεθεί εναντίον της γενεσιουργού αιτίας της δυσαρέσκειας του. Σε περίπτωση, όμως, που η πραγματική αιτία της δυσαρέσκειας του τού είναι απρόσιτη, επιτίθεται εναντίον ενός άλλου πιο ανίσχυρου αντικειμένου. Επιπλέον, η απογοήτευση μπορεί να προκαλέσει απάθεια, αδιαφορία και ενδοστρέφεια.
Ποια μηνύματα περνούν μέσω της αδιάκοπης ροής των τηλεοπτικών εκπομπών;
Στις ΗΠΑ τα παιδιά μεταξύ 3-5 ετών, ξαπλωμένα με άνεση στην πολυθρόνα του μπαμπά, βλέπουν κάθε χρόνο κατά μέσο όρο 12.000 σκηνές βίας, 14.000 σκηνές με σεξουαλικό περιεχόμενο και πάνω από 1.000 σκηνές με απαγωγές, δολοφονίες και ληστείες.
Στην ουσία, ένα Αμερικανάκι βλέπει περίπου 30 φορές την ημέρα ανθρώπους να ασκούν βία, να ληστεύουν, να δολοφονούν και να ερωτοτροπούν. Όταν φτάνει στην πρώτη δημοτικού έχει ήδη παρακολουθήσει στην τηλεόραση περίπου 3.000-4.000 φόνους.
Αυτές οι σκηνές μεταδίδονται ουσιαστικά μέσα από τα φιλμ, τα σήριαλ και τα δελτία ειδήσεων.
«Μια μέρα, στο κανάλι Italia Uno, μετρήσαμε 30 δολοφονίες, 4 βιασμούς και 12 ξυλοδαρμούς σ’ ένα μόνο φιλμ. Χωρίς αυτό το γοητευτικό μακελειό, ποιος θα κρατήσει πλέον τα παιδιά στο σπίτι κολλημένα στην τηλεόραση; Θα βγουν στους δρόμους και ένας Θεός ξέρει π φασαρίες θα σκαρώσουν!»(Dario Fo-Franca Rame, καλλιτέχνες).
Στην Ιταλία, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η κατάσταση είναι περίπου η ίδια. Μόλις το 35% των παιδιών που βλέπουν τηλεόραση παρακολουθούν εκπομπές που απευθύνονται στην ηλικία τους, ενώ το 65% βλέπουν προγράμματα για ενήλικες και το 6% βλέπουν τηλεόραση συνήθως μετά τις δέκα το βράδυ.
Πού οφείλεται η προσκόλληση μας στην τηλεόραση;
Δεν μπορεί κανείς να προβληματίζεται γύρω από τις προϋποθέσεις μιας πιο ορθής χρήσης της τηλεόρασης χωρίς να θέσει το εξής θεμελιώδες ερώτημα: πού οφείλεται το γεγονός ότι δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε από την οθόνη; Φταίει μόνο η συσκευή που μαγνητίζει ή υπάρχει και κάτι βαθύτερο απ’ αυτό;
Σύμφωνα με μια μελέτη που έγινε στην Αργεντινή, μια πιθανή ψυχολογική εξήγηση της ανάγκης μας να βρισκόμαστε συνεχώς μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη οφείλεται στο γεγονός ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συμβολίζουν μια πηγή ασφάλειας και σιγουριάς, επειδή εξασφαλίζουν στον τηλεθεατή μια -έστω έμμεση-κοινωνική επαφή με σημαντικές προσωπικότητες, εδραιώνοντας ένα είδος οικειότητας ανάμεσα τους.
Η εξάρτηση του σύγχρονου ανθρώπου από την τηλεόραση συνδέεται και με την επιτακτική ανάγκη του για κοινωνικές σχέσεις. Η τηλεόραση, στην ουσία, αναπληρώνει τις σχέσεις του τηλεθεατή με πραγματικά πρόσωπα, δηλαδή ικανοποιεί την ανάγκη του να κοινωνικοποιηθεί, χωρίς όμως να τον εκθέτει στα προβλήματα και τους περιορισμούς που θα συνεπάγονταν οι αληθινές σχέσεις με τους συνανθρώπους του.
Τελικά, λοιπόν, το πρόβλημα οφείλεται στη δυσκολία των ανθρώπων να επικοινωνήσουν μεταξύ τους στα πλαίσια της σύγχρονης κοινωνίας αλλά ακόμη και στα πλαίσια της οικογένειας, όπου το κενό του ανύπαρκτου διαλόγου καλείται να καλύψει η τηλεόραση.
Όντως, οι κατεξοχήν εξαρτημένοι από την τηλεόραση είναι οι ενήλικες. Μάλιστα, μια δημοσκόπηση που έγινε το 1998 σε ένα δείγμα 1.110 νέων μεταξύ 14 και 22 ετών, αποκάλυψε ότι το 68% απ’ αυτούς νιώθουν παραμελημένοι από τους γονείς τους εξαιτίας της τηλεόρασης, η οποία μοιάζει να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των μεγάλων.
Το αυξημένο ενδιαφέρον των ενηλίκων για την τηλεόραση επιβεβαιώνει και η θεματολογία των ενδοοικογενειακών συζητήσεων ή διαφωνιών, την οποία μονοπωλούν κατά κύριο λόγο τα γεγονότα που μεταδίδουν τα δελτία ειδήσεων και τα τηλεοπτικά μαγκαζίνο. Πρόκειται για μια θεματολογία που απέχει πολύ από τα πραγματικά προβλήματα της οικογένειας, τα οποία κινδυνεύουν να μείνουν για πάντα στο περιθώριο.
Όπως έχει παρατηρηθεί από κάποιους φιλοσόφους, η αδιάκοπη ροή πληροφοριών αναγκάζει τον τηλεθεατή να ζει σε ένα διαρκές παρόν, δηλαδή σε μια κατάσταση, όπου οι ειδήσεις βρίσκονται σε έναν αδιάκοπο «ανταγωνισμό» μεταξύ τους. Ο τηλεθεατής, επειδή δεν διαθέτει τον απαιτούμενο χρόνο για να επεξεργαστεί και να αξιολογήσει κάθε είδηση ξεχωριστά, αποκτά την αίσθηση ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα που παρουσιάζεται στην τηλεόραση ανά πάσα στιγμή είναι το μεγαλύτερο και σοβαρότερο πρόβλημα του κόσμου.
Όσο για την εξάρτηση των παιδιών από την τηλεόραση, αυτή οφείλεται κατά κύριο λόγο στη συνήθεια των γονιών να χρησιμοποιούν την τηλεοπτική συσκευή ούτε λίγο ούτε πολύ σαν baby-sttter. Ο συγκεκριμένος ρόλος της τηλεόρασης, όπως είναι φυσικό, βολεύει τους γονείς, οι οποίοι προτιμούν να «παρκάρουν» τα παιδιά τους μπροστά στην οθόνη, αντί να τα βγάλουν μια βόλτα, να τα δραστηριοποιήσουν, να παίξουν μαζί τους ή να τους διηγηθούν ένα παραμύθι
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η συγκεκριμένη τακτική των γονιών δεν οφείλεται τόσο στην αδιαφορία τους, όσο στις δυσκολίες που επιβάλλουν οι αυξημένες υποχρεώσεις της εργασίας και της καθημερινής τους ζωής. Είναι προφανές, ότι όσο συνεχίζουν να υπάρχουν παιδιά κλεισμένα όλη την ημέρα σε μικρά διαμερίσματα, μητέρες που αντιμετωπίζουν μόνες χιλιάδες προβλήματα και ηλικιωμένοι εγκλωβισμένοι στα σπίτια τους κάθε προσπάθεια περιορισμού της τηλεθέασης θα φαντάζει όλο και πιο δύσκολη.
Αντίστοιχα, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι όσο ένα μεγάλο μέρος των ανοιχτών χώρων παραμένει επικίνδυνο για μεγάλους και μικρούς, ενδεχομένως η τηλεόραση να αποτελεί το μικρότερο κακό.
Ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούμε την τηλεόραση, λοιπόν, είναι το σύμπτωμα μιας βαθιάς νόσου της κοινωνίας μας. Εκείνο πάντως που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι, ενώ η τηλεόραση εμφανίζεται ως μέσο θεραπείας αυτής της νόσου, όπως αποδεικνύουν όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, αποτελεί ταυτόχρονα έναν από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην επιδείνωση της.
Για παράδειγμα, η τηλεόραση παρουσιάζεται ως θεραπεία για τη μοναξιά ενώ η ίδια γεννά μοναξιά, προτείνεται ως θεραπεία για τη βία ενώ η ίδια γεννά βία, ως καταφύγιο από τις καθημερινές απογοητεύσεις ενώ γεννά απογοήτευση κ.λπ.
(Tito Squillaci, H τηλεόραση και τα παιδιά μας –αποσπάσματα-, Εκδ. Ακρίτας 2006)
Πηγή:http://vatopaidi.wordpress.com
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Το πρόσωπο των Αγίων
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Οι μνήμες των Αγίων της Εκκλησίας μας αποτελούν ευκαιρίες πνευματικές για όλους τους χριστιανούς. Διότι παρουσιάζουν σε όλους εμάς που θέλουμε να αγωνιζόμαστε «τον καλόν αγώνα» μορφές συνανθρώπων μας, που ακολούθησαν τον δρόμο της κατά Χριστόν τελειώσεως και οδήγησαν την ύπαρξή τους από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν».
Μια τέτοια αγία μορφή, ένας από τους λαμπρότερους αστέρες του νοητού στερεώματος, είναι και ο Άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λικίας. Ένας απλός άνθρωπος, που μέσα από τον προσωπικό του αγώνα αναδείχθηκε σε πρότυπο πιστού και υπόδειγμα Ποιμενάρχη, σε «Κανόνα Πίστεως και εικόνα πραότητος», έγινε διδάσκαλος της εγκρατείας, απέκτησε με την ταπείνωσή του τα υψηλά δώρα της κατά Θεόν βιοτής και με την εκούσια πτωχεία του κέρδισε τον πλούτο του Ουράνιου θησαυρού.
Αυτά τα στοιχεία που συγκεντρώνει στην μορφή του αποτελούν τις σημαντικότερες αρετές που οφείλουμε όλοι οι πιστοί να καλλιεργούμε μέσα μας: την ακλόνητη πίστη που φτάνει στα όρια του θαύματος, την γαλήνη και ηρεμία της καρδιάς που αντανακλάται στην πραότητα του χαρακτήρα, την εγκράτεια που χαλιναγωγεί τις επιθυμίες του σώματος και ενδυναμώνει την ψυχή, την ταπείνωση που υψώνει τον νού στη θεωρία των Θείων πραγμάτων, την πτωχεία που απελευθερώνει τον άνθρωπο από ότι τον εμποδίζει να εισέλθει την στενή πύλη της Βασιλείας των Ουρανών.
Ο Άγιος Νικόλαος έζησε με γνώμονα την ορθή πορεία της Εκκλησίας και την πνευματική ανόρθωση του ποιμνίου του. Έδιωξε από πάνω του κάθε ατομικιστική και ωφελιμιστική διάθεση και επιδόθηκε στο επίπονο έργο της αποκατάστασης του ανθρώπινου προσώπου. Στο πρόσωπο του αδελφού είδε την εικόνα του Θεού και στο δικό του την ανάγκαιότητα του να είναι κανείς «πάντων διάκονος».
Το ανθρώπινο πρόσωπο. Το κατ’ εικόνα Θεού πλασμένο και προορισμένο να φθάσει στο καθ’ ομοίωσιν. Κατ’ εικόνα Θεού ως προς τις φυσικές του ιδιότητες: το αθάνατο της ψυχής, το λογικό και το αυτεξούσιο. Και καθ’ ομοίωσιν ως προς αυτές που μπορεί και πρέπει να αποκτήσει: την αρετή, την αγαθοσύνη, την ακακία, την τελειότητα, την κοινωνία με την κτίση και τον Κτίστη, την υπέρβαση της φύσης, την Θέωση.
Ο δρόμος για την εκπλήρωση αυτού του προορισμού δεν μας είναι άγνωστος. Μας τον έδειξε ο ίδιος ο Υιός και Λόγος του Θεού, μέσα από την σάρκωσή του και το Πάθος του.Μας τον δείχνουν όλοι οι Άγιοι που σήκωσαν τον σταυρό τους και Τον ακολούθησαν στον Γολγοθά και την Ανάσταση. Είναι ο δρόμος της αυταπάρνησης (απαρνησάσθω εαυτόν) και της αυτοθυσίας (…και ακολουθείτω μοι).
Είναι ο τρόπος και η στάση της ζωής στην οποία δεν υπάρχει το Εγώ. Είναι η λογική θεώρηση των πραγμάτων και η ελεύθερη επιλογή της απόρριψης του πρόσκαιρου προς όφελος του αιωνίου. Είναι η αγάπη που κάνει πλησίον τον Σαμαρείτη και τον ευεργετεί αφειδώλευτα και ανιδιοτελώς. Είναι η ταπείνωση που δικαιώνει τον Τελώνη και κάνει τον Ληστή πρώτο οικήτορα του Παραδείσου.
Είναι η πίστη που στερεώνει την θάλασσα κάτω από τα πόδια του Πέτρου, που θεραπεύει την αιμορροούσα, που ανιστά νεκρούς και μετατοπίζει όρη. Αυτό το δρόμο μας δείχνει και σήμερα ο Άγιος Νικόλαος και σπεύδει σε βοήθεια όλων όσων ταλαιπωρούνται μέσα στην τρικυμία του βίου στον ωκεανό του κόσμου.
Ίσως κάποιοι ισχυριστούν πως άλλες εποχές ήταν τότε και άλλη είναι η σημερινή. Πως σήμερα η κοινωνίες των ανθρώπων έχουν εξελιχθεί χάρη στην γνώση, την επιστήμη και την τεχνολογία. Πως είναι πια πολιτισμένες και ανθρώπινες, με νόμους και κανόνες που ορίζουν τους τρόπους συνύπαρξης των ανθρώπων, χωρίς να χρειάζονται την καταπίεση και τους περιορισμούς της θρησκείας.
Κάνουν όμως ένα σφάλμα! Ξεχνούν πως όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα γεννιούνται κατ’ εικόνα του Θεού, πρόσωπα και όχι απλοί αριθμοί στο δημοτολόγιο και την εφορία. Ξεχνούν επίσης πως το ζητούμενο δεν είναι η πρόσκαιρη ομαλή και ευδαιμονική διαβίωση του σήμερα, αλλά η αιωνιότητα, η επίτευξη του καθ’ ομοίωσιν και η ανόρθωση του ανθρώπινου προσώπου. Επαναπαύονται από την λεκτική ωραιοποίηση των πραγμάτων φορώντας το προσωπείο της προόδου και του καθωσπρεπισμού και εξοβελίζουν κάθε ενδιαφέρον για την εξαθλίωση της ανθρώπινης ύπαρξης και την καταπάτηση του ανθρώπινου προσώπου που καθημερινά καταλύεται μέσα από την έκλυση των ηθών, την κρίση των αξιών της ζωής, την πείνα, τον πόλεμο, την δυστυχία, την καταπίεση, την αδιαφορία του γείτονα της διπλανής πόρτας, τον καταναλωτισμό, την ικανοποίηση κάθε πάθους και επιθυμίας της φθαρτής σάρκας και την παραθεώρηση της ψυχής που είναι αθάνατη.
Μέσα λοιπόν στον κατακλυσμό αυτό και την διάσπαση του ανθρώπινου προσώπου από τις βιοτικές μέριμνες, την πνευματική αναλγησία, το ρεύμα του κοσμικού φρονήματος και την καταλυτική επιροοή των ΜΜΕ, έχουμε ανάγκη τους Αγίους να μας κρατήσουν, να μας γλιτώσουν από τον καταποντισμό, να μας οδηγήσουν στους εύδιους λιμένες της εν Χριστώ Ζωής, να μας δείξουν και πάλι το ανηφορικό μονοπάτι που χάσαμε μέσα στη νύχτα των παθών. Αυτοί μας δίνουν ξανά κουράγιο για να συνεχίσουμε τον αγώνα μας, μας υπενθυμίζουν πως και αυτοί ήταν άνθρωποι και ωστόσο κατάφεραν να υπερβούν τα όρια της ανθρώπινης φύσης.
Η εποχή μας είναι εποχή της βιτρίνας, της εξωτερικής αποδοχής και ωραιοποίησης των πάντων, της υποκρισίας των Φαρισσαίων που καθάριζαν «το έξωθεν του ποτηρίου» και έκαναν ελεημοσύνες για το θεαθήναι. Η πρόταση των Αγίων είναι Ζωή ουσίας, βάθους, νοήματος, είναι «η των πραγμάτων αλήθεια», είναι ο μονόδρομος που οδηγεί στον Θεό, ο οποίος είναι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή!
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η Εκκλησιαστική αντίληψη για την γυναίκα στην Αγία Γραφή
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Στήν Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τήν γυναίκα στίς δύο γνωστές διηγήσεις πού έχουν ως θέμα τήν δημιουργία του ανθρώπου. Σ’ αυτές τίς διηγήσεις (παρά τούς διαφορετικούς προσανατολισμούς πού έχει κάθε μία) εκφράζονται μέγιστες αλήθειες. Οι ιεροί συγγραφείς, φωτισμένοι από τό Πνεύμα του Θεού, δέν έχουν πρόθεση νά μας δώσουν μέσα από τά μοναδικά αυτά κείμενα κάποια οντολογική ερμηνεία της γυναίκας, ούτε νά εκθέσουν κάποια θεολογία σχετικά μέ τήν δημιουργία της καί τό πρόσωπό της. Οπωσδήποτε διακατέχονται κι αυτοί από τό γενικότερο ανδροκρατούμενο πνεύμα της εποχής τους – πώς μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά.
Όμως παρόλα αυτά τονίζουν, (μέσα από εικόνες, σύμβολα καί άλλα πολιτιστικά στοιχεία του καιρού τους) ότι τόσο ο άντρας, όσο καί η γυναίκα είναι δημιουργήματα ενός αγαθοποιού Θεού. Έχουν κι οι δύο τήν ίδια ανθρώπινη φύση (το αρχικό ανθρώπινο κύτταρο) ως εικόνες του Θεού. Αποτελούν ως «άρσεν και θήλυ», όντα αλληλοσυμπλήρωσης καί αλληλοβοήθειας. Ο καθένας βλέπει στόν άλλον τόν εαυτό του καί ταυτόχρονα ό,τι τόν διακρίνει. Επωμίζονται καί οι δύο τό ίδιο έργο, καί έχουν από κοινού τήν ευθύνη γιά τόν κόσμο γύρω τους. Αυτά τά δύο μοναδικά όντα ο Θεός τά αγαπά, τά φροντίζει, τά ευλογεί.
Αλλά ενώ αυτές οι αλήθειες αποκαλύπτουν στό βάθος τό αρχικό σχέδιο της θείας Σοφίας, έρχεται η πτώση των Πρωτοπλάστων, πού, εκτός από όλα τά άλλα, δημιουργεί μιά ρήξη ανάμεσα στόν άντρα καί τήν γυναίκα. Η γυναίκα στρέφεται πρός τόν άνδρα μέ μιά επιθυμία κτητική, κι αυτός λειτουργεί έναντι της ως κυρίαρχος καί εξουσιαστής.
Αυτή ακριβώς η μεταπτωτική κατάσταση διαπερνά καί όλα τά βιβλία της Π.Δ. Κατά τίς ραββινικές παραδόσεις καί τίς διάφορες ερμηνείες του Νόμου, η γυναίκα θεωρείται κατώτερη από τόν άντρα στήν εξυπνάδα καί στήν ωριμότητα – κάτι σάν ισόβια «ανήλικη». Στήν ερωτική ζωή λειτουργεί ως πηγή επιθυμίας. Στόν χώρο της ηθικής ως απειλή.
Στην θρησκευτική και λατρευτική ζωή λογίζεται ως ον ανάξιο καί ακάθαρτο. Κατά τήν ίδια νομοθεσία μία γυναίκα αποτελεί κτήμα του συζύγου, (μαζί με τά παιδιά, τούς δούλους καί τά άλλα περιουσιακά στοιχεία), αφού μετά τόν γάμο περνά από την κυριαρχία του πατέρα στήν εξουσία του άνδρα. Εύκολα μπορεί νά βρεθεί στό δρόμο, χωρισμένη από τόν άντρα. Ενώ αυτή δέν μπορεί νά χωρίσει τόν σύζυγό της, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις.
Όταν κάποια αποδεικνύεται άπιστη πρός τόν άνδρα κατά τήν περίοδο του αρραβώνα, τιμωρείται μέ λιθοβολισμό. Και όταν η απιστία γίνεται κατά τόν γάμο, με στραγγαλισμό. Ενώ γιά τόν άνδρα υπάρχει ατιμωρησία σέ ανάλογα παραπτώματα. Η πολυγαμία θεωρείται δικαιολογημένη, όπως καί τό δικαίωμα του άνδρα νά χωρίσει τήν γυναίκα, αν αυτή δεν του έχει γεννήσει παιδί στά πρώτα δέκα χρόνια του γάμου. Οι ίδιοι νόμοι επιβάλλουν σ’ αυτήν «καθαρμούς» σαράντα ημερών στήν περίπτωση πού γεννήσει αγόρι, καί ογδόντα ημερών, όταν γεννήσει κορίτσι. Απαγορεύουν σ’ αυτήν νά ασκεί τό ιερατικό λειτούργημα, όπως επίσης καί νά συμμετέχει στήν λατρεία κατά τίς περιόδους των γυναικείων κύκλων. Δέν της επιτρέπουν τέλος, όταν πηγαίνει στόν Ναό, νά στέκεται πρός τήν πλευρά πού βρίσκονται οι άνδρες.
Όμως παρόλα αυτά, στά ίδια βιβλία της Π. Δ. λάμπουν μέ τήν παρουσία τους σεβαστές γυναίκες, όπως ήταν η Σάρα, η Ρεβέκκα, η Λεία, η Ραχήλ, κατά τούς εωθινούς χρόνους της ιερής ιστορίας, οι προφήτισσες Μυριάμ (αδελφή του Μωυσή) Δεββώρα, Ιαήλ, Άννα (μητέρα του Σαμουήλ), οι ελευθερώτριες Εσθήρ, Ιουδίθ. Ούτε λείπουν απ’ αυτά τά βιβλία οι έπαινοι γιά τήν γυναικεία γονιμότητα (κύριο στοιχείο καταξίωσης της γυναίκας), γιά τήν γυναικεία αξιοσύνη, τήν πιστότητα καί αφοσίωση πρός τόν άνδρα, τήν καθαρότητα στίς συζυγικές σχέσεις, τήν τρυφερότητα του άνδρα προς τήν γυναίκα. Αισθήματα πού κορυφώνονται μέ τήν γυναικεία προσωποποίηση της Σοφίας καί κατ’ εξοχήν μέ τό «Άσμα Ασμάτων», αυτόν τόν θαυμάσιο ύμνο της ανδρόγυνης αγάπης. Όμως η πραγματικότητα δέν έπαυε νά είναι πικρή γιά τήν γυναίκα. Καί απ’ αυτή τήν άποψη μπορούμε νά εκτιμήσουμε τήν όλη στάση του Ιησού, όντως επαναστατική, προς τίς γυναίκες.
Πράγματι, ο Ιησούς, σύμφωνα με τίς διηγήσεις των Ευαγγελίων, δέν αποκλείει από τήν αγάπη Του τήν γυναίκα – τό αντίθετο μάλιστα. Γι’ Αυτόν εκείνο πού έχει σημασία δέν είναι τό φύλο, αλλά τό ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι καλεί τίς γυναίκες αδελφές Του, γιατί κι αυτές ανήκουν στήν κοινότητα της Εκκλησίας. Ευσπλαχνίζεται τήν χήρα μητέρα της Ναΐν καί ανασταίνει τόν γιό της. Γιατρεύει τήν συγκύπτουσα της συναγωγής, γιατί είναι κόρη του Αβραάμ καί ίση μπροστά στόν Θεό. Εμπιστεύεται μέγιστες αλήθειες σέ μιά γυναίκα, τήν Σαμαρείτισσα (Ιω. 4, 14 εξ.), παρά τίς αντίθετες αντιλήψεις της εποχής, όπου αποτελούσε πρόβλημα ακόμα καί η συζήτηση μέ μιά γυναίκα. Επιτρέπει σέ γυναίκες (όπως ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, η Σαλώμη, η Σουζάνα κ. ά.) όχι μόνο νά Τόν διακονούν (Λουκ. 8, 1) αλλά νά βγαίνουν έξω από τό σπίτι τους καί νά Τόν ακολουθούν στό κηρυκτικό έργο, πράγμα αδιανόητο γιά ένα ραββίνο αυτής της εποχής. Καί προπάντων δείχνει τήν ιδιαίτερη αγάπη Του σέ γυναίκες του περιθωρίου, απορριμένες κοινωνικά καί εξουθενωμένες, γιατί θέλει ν’ αποκαταστήσει τήν αξιοπρέπειά τους καί ν’αποκαλύψει σ’ αυτές ότι είναι άξιες εκτίμησης εκ μέρους Του καί εκ μέρους του Θεού.
Μετά απ’ αυτή τήν στάση του Ιησού, οι γυναίκες είναι παρούσες στήν Σταύρωση καί στόν Ενταφιασμό˙ γίνονται αγγελιοφόροι της Ανάστασης˙ μετέχουν στό γεγονός της Πεντηκοστής, όπως η Εκκλησιαστική κοινότητα είναι συγκεντρωμένη «ομοθυμαδόν επί το αυτό» καί δέχεται τήν φωτιά του Αγίου Πνεύματος˙ αναδεικνύονται σέ προφήτισσες (οι τέσσερις κόρες του Φιλίππου), σέ διδασκάλισσες (Πρίσκιλλα, Φοίβη), σέ διακόνισσες, σέ γυναίκες φιλανθρωπίας καί αγάπης (Ταβιθά), σέ μάρτυρες, μοναχές καί μητέρες.
Αλλά κι ο Απ. Παύλος διακηρύττει κάτι εξαιρετικά σημαντικό γιά τήν εποχή του. Ότι στόν καινούργιο κόσμο της Βασιλείας του Θεού καταργείται κάθε διάκριση – εθνική, θρησκευτική, κοινωνική – όπως κι αυτή πού έχει σχέση μέ τήν γυναίκα. Όμως ο ίδιος ο Απόστολος βλέπει ότι τόσο ο κόσμος, όσο καί η τότε κοινότητα της Εκκλησίας, δέν μπορούν νά αντέξουν μιά τέτοια ριζοσπαστική αλήθεια, κατ’ ουσία εσχατολογική. Γι’ αυτό καί προσφεύγει στήν οικογενειακή «ιεραρχία» της εποχής εκείνης, πού ήθελε τόν ανδρα « κεφαλή της γυναικός». Καί στή συνέχεια περνά σ’ ένα θαυμάσιο εικονισμό άνδρα Χριστού – Εκκλησίας, άντρα – γυναίκας. Έτσι, μέσα απ’ αυτόν τόν εικονισμό προβάλλεται ένα ανώτερο επίπεδο σχέσεων άντρα – γυναίκας, πού ξεπερνά όλες τίς σχετικές ιδεολογίες αυτής της εποχής καί χτυπάει στήν ρίζα κάθε μορφή αυταρχισμού, ανδρικού ή γυναικείου.
Όμως παρά τήν ρωμαλέα στάση του Αποστόλου Παύλου, δέν αλλάζουν πολλά σχετικά μέ τήν ισοτιμία του άνδρα καί της γυναίκας. Ο μύθος της ανδρικής κυριαρχίας, στο κοινωνικό υπερ – εγώ, παραμένει καί μέσα στίς χριστιανικές κοινότητες. Η υπερβολική «καθαρολογία» του Ιουδαϊσμού, σχετικά μέ τούς γυναικείους βιολογικούς κύκλους, περνάει καί μέσα στήν Εκκλησία. Οι «γνωστικίζουσες» αντιλήψεις γιά τόν κόσμο, τό σώμα, τήν ηδονή (ως δημιουργήματα κατωτέρων θεϊκών δυνάμεων) όπως καί κάποιες εκτροπές του ασκητισμού, καλλιεργούν ένα πνεύμα υποψίας καί περιφρόνησης, εχθρότητας καί φόβου πρός τήν γυναίκα. Έτσι ορισμένοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς δέν βλέπουν τήν γυναίκα ως πηγή της ζωής, όπως τήν θέλει τό θείο Σχέδιο της δημιουργίας, αλλά ως πηγή ρύπου καί μολυσμού (Αποκ. 14, 4). Ως ένα δηλ. καταραμένο ον, πού υπάρχει, είτε γιά τήν αποφυγή της πορνείας, είτε ως μέσο παιδοποιίας, καί πού η σχέση μ’ αυτό (η ερωτική – συζυγική) καθιστά τόν άνθρωπο, κατά κάποιο τρόπο, ακάθαρτο.
Αυτού του είδους τίς αντιλήψεις, πού τραυμάτιζαν τήν γυναικεία αξιοπρέπεια καί αμφισβητούσαν τήν σοφία του Θεού, χρειάστηκε ν’ αντιμετωπίσουν οι Πατέρες της Εκκλησίας – όσο φυσικά η εποχή τους τό επέτρεπε.. Γι’ αυτό οι Πατέρες δέν παύουν νά στηλιτεύουν τήν τότε νομοθεσία πού εξαντλούσε όλη τήν αυστηρότητα γιά τίς ηθικές παρεκτροπές της γυναίκας, ενώ άφηνε στό απυρόβλητο τίς απιστίες του άντρα. Νά συμβουλεύουν τούς άνδρες νά συμπεριφέρονται μέ τρυφερότητα στίς γυναίκες τους. Νά τονίζουν μέ όλες τους τίς δυνάμεις τό «ομότιμον ανδρός καί γυναικός». Ότι δηλ. ο άντρας καί η γυναίκα έχουν τήν ίδια τιμή, αξία καί δόξα, μέ βάση τήν δημιουργική πράξη του Θεού˙ τό ίδιο θεϊκό αρχέτυπο, ως μία καί ενιαία ανθρώπινη φύση˙ τήν ίδια οντολογική ταυτότητα του «κατ’ εικόνα». Καί επιπλέον, ότι καί τούς δύο αφορά η λυτρωτική πράξη του Χριστού˙ η αναδημιουργία μέσα στήν Εκκλησία˙ η από κοινού πορεία πρός τήν ζωή, τόν θάνατο καί τήν ανάσταση.
Βέβαια, παρά τίς καταπληκτικές αυτές τοποθετήσεις των Πατέρων, η ισότητα άντρα – γυναίκας σέ όλα τά επίπεδα παρέμενε γιά τόν ιστορικό Χριστιανισμό κάτι τό ανέφικτο. Μέ αποτέλεσμα τό ανθρώπινο ον νά ταυτίζεται σχεδόν μέ τόν άντρα, καί η γυναικεία ύπαρξη νά θεωρείται υποτιμημένη καί προβληματική. Οι χριστιανοί δέν έπαυαν νά τονίζουν τήν πνευματική ισοτιμία ανάμεσα στόν άντρα και τήν γυναίκα. Όμως δέν μπόρεσαν νά βγάλουν απ’ αυτή τήν χαρισματική ισοτιμία τά αναγκαία συμπεράσματα γιά τήν θέση της γυναίκας στήν κοινωνική ζωή. Έτσι δέν κατόρθωσαν νά κάνουν πράξη (είτε γιατί παρεξέκλιναν πρός κάποιο «αγγελισμό», είτε γιατί η εποχή δέν ήταν ώριμη), αυτά πού ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς είχε διακηρύξει, από τόν δεύτερο αιώνα, ως συνέπειες της πνευματικής ισότητας: «η τροφή κοινή, γάμος συζύγιος, αναπνοή, οψις, ακοή, γνώσις, ελπίς, υπακοή, όμοια πάντα» (P. G 8,
Επιπλέον εκείνο πού δέν μπόρεσε νά δει ο ιστορικός Χριστιανισμός μέσα στούς αιώνες είναι, τί ακριβώς διαφοροποιεί τόν άνδρα καί τήν γυναίκα ως ετερότητα. Ενώ δηλ. τά δύο αυτά όντα αποτελούν στόν πυρήνα τους μία ενότητα (Γεν. 1,26˙ 27˙), τί είναι εκείνο τό μυστηριώδες, πού κάνει τόν άνδρα νά είναι αυτό πού είναι, καί τήν γυναίκα νά στέκεται έναντί του ως ένα «άλλο πρόσωπο», πολύ κοντινό ταυτόχρονα ομως «καθαρά διαφορετικό». Οι Πατέρες της Εκκλησίας πέρασαν παράπλευρα από τό υπερφυσικό μυστήριο των φύλων καί τό πρόβλημα της γυναικείας οντότητας. Γι’ αυτό είδαν τήν γυναίκα περισσότερο από ηθική ή ψυχολογική άποψη, καί μέ μέτρο πάντα τόν άντρα. Όμως αυτή η άγνοια είχε ως αποτέλεσμα νά ταυτισθεί ο άντρας μέ τήν δύναμη καί τήν εξουσία (ο σοφός, ο πολεμιστής, ο κυβερνήτης) καί η γυναίκα μέ τήν παιδοποιία καί τούς υπηρετικούς ρόλους – αυτή πού φροντίζει τό σπίτι, αυτή πού ξεκουράζει ερωτικά τόν άνδρα, αυτή πού του γεννάει παιδιά.
Αλλά στήν Εκκλησία υπάρχει καί η Γυναίκα «η περιβεβλημένη τόν ήλιον» (Απ. 12, 1). Η Εύα της Χάρης και της Σωτηρίας, η Υπεραγία Θεοτόκος. Οι Πατέρες κι οι Υμνογράφοι της Εκκλησίας έγραψαν καταπληκτικά κείμενα για τό τίμιο πρόσωπό της. Γι’ αυτούς η Θεοτόκος (Γυναίκα – Μητέρα – Παρθένος) αποτελεί δόξα καί τιμή γιά τό ανθρώπινο γένος, τήν πιό χαριτωμένη ύπαρξη της εκκλησιαστικης ιστορίας. Όλο αυτό τό μεγαλείο της Θεοτόκου δέν βρίσκεται στήν βιολογική γονιμότητα, αλλά στό γεγονός ότι έγινε η Μητέρα του Θεού. Καί αυτό τό μέγα γεγονός καί θαύμα, ότι ο Υιός του Θεού «γεννήθηκε από μία γυναίκα» (Γαλ. 4, 4) καταξιώνει στό έπακρο τήν γυναικεία ύπαρξη. Πρόκειται γιά μιά μητρότητα άλλης τάξεως, πού αποκαλύπτεται ως μυστική ανταπόκριση στήν αγάπη του Θεού. Απ’ αυτή τήν άποψη, εκείνο πού διακρίνει τήν γυναίκα, αυτό πού χαρακτηρίζει τήν γυναικεία πνευματικότητα, είναι η δυνατότητα αποδοχής του Άλλου – του Θεού, του άντρα, του παιδιού, του συνανθρώπου. Είναι η ανέκφραστη τρυφερότητα πού αγκαλιάζει καί σώζει τήν ζωή, μ’ ένα τρόπο μυστικό, ενδόμυχο καί πολύμορφο. Μιά «μητρότητα» πού επωάζει καί «γεννά» ό,τι πιό ωραίο υπάρχει στόν κόσμο ως ζωή, αμοιβαιότητα καί χάρη. Γι’ αυτό και οι Πατέρες είδαν στην χαρισματική μητρότητα της Θεοτόκου (στην μυστική αποδοχή της αγάπης του Θεού) το μυστήριο της Εκκλησίας.
Βέβαια μία τέτοια «στάση» έναντι του κόσμου υπάρχει και στον άντρα, αλλά στην γυναίκα είναι κάτι το μοναδικό. Και απ’ αυτή την άποψη οι άγιοι άντρες και άγιες γυναίκες της Εκκλησίας δεν είναι όντα πού περικλείονται μέσα στην βιολογικότητά τους, ούτε εξαντλούνται στους κοινωνικούς ρόλους. Είναι πρόσωπα πού από τήν μιά φανερώνουν τόν εσώτατο εαυτό τους ως μυστηριακή «ετερότητα» (χαρισματικός πλούτος των δώρων του Θεού) καί από τήν άλλη αποκαλύπτουν «τήν ταυτότητα διά της χάριτος» (Άγ. Μάξιμος), όταν συγκλίνουν πρός τό κοινό Αρχέτυπο, καί γίνονται «εις εν Χριστω Ιησου»(Γαλ.3,28).Μέσα απ’ αυτή τήν αφατη σχέση (ταύτιση καί διάκριση, κοινότητα καί ετερότητα, αμοιβαιότητα καί μοναδικότητα) ο άντρας καί η γυναίκα αποτελούν τήν πιό λαμπρή καί ακτινοβόλα εικόνα του Ενός καί Τριαδικού Θεού.
Πηγή:http://www.ecclesia.gr/greek/HolySynod/commitees/woman/woman_grafes.html
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ΛΟΥΚΑ – Λουκ. ιγ΄ 10 – 17
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε το δράμα μιας γυναίκας η οποία ήταν συγκύπτουσα. Ήταν καμπουριασμένη τόσο που δεν μπορούσε «ανακύψαι εις το παντελές», δεν μπορούσε καθόλου να ανορθωθεί, να ατενίσει καθόλου προς τα πάνω. Για 18 χρόνια βρισκόταν στην κατάσταση αυτή και υπέφερε. Παρόλα αυτά όμως θεωρούσε καθήκον της επιτακτικό να βρίσκεται στη συναγωγή για την καθιερωμένη λατρεία του Θεού και τη μελέτη του νόμου Του που γινόταν κάθε Σάββατο. Εκεί την βρίσκει ο Ιησούς βλέπει την ταλαιπωρία της, την βαθιά της πίστη και με ένα μόνο λόγο την θεραπεύει.
Πέρα από το θαύμα που επιτέλεσε ο Ιησούς που φανερώνει την θεϊκή του παντοδυναμία η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας στέλνει και άλλα διαχρονικά μηνύματα.
– Πρώτα το παράδειγμα της συγκύπτουσας που πηγαίνει στην συναγωγή παρά την ασθένειά της. Βλέπουμε στις μέρες μας όλο και πιο πολύ να παραμελείται το καθήκον του εκκλησιασμού ενώ προβάλλονται πολλά ψευδοεπιχειρήματα γι’ αυτό. Και πρώτο παρουσιάζουν το επιχείρημα της πανταχού παρουσίας του Θεού. Σ’ αυτούς θα μπορούσαμε να ανταπαντήσουμε ότι κανένας δεν αμφιβάλλει για την αξία ή την αναγκαιότητα της ατομικής προσευχής. Δεν μπορεί όμως αυτή ούτε να αντικαταστήσει αλλ’ ούτε και να συγκριθεί προς την κοινή λατρεία.Στην αγία Γραφή υπάρχει το παράγγελμα «Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν». Σε κοινές συνελεύσεις, κοινές συγκεντρώσεις δηλ. να υμνείτε, να λατρεύετε τον Θεό. Η παρουσία των άλλων που προσεύχονται, ο διάκοσμος του ναού με τις εικόνες και τις άλλες παραστάσεις, η ψαλμωδία, το θυμίαμα, δημιουργούν ατμόσφαιρα μοναδική που ανυψώνει στα ουράνια. Προβάλλουν και άλλο επιχείρημα ακόμα: ότι δεν καταλαβαίνουν τα όσα λέγονται στην θεία λειτουργία και στις ιερές ακολουθίες. Μα όταν απέχουν από τον εκκλησιασμό και δεν έρχονται δεν καταλαβαίνουν κάτι περισσότερο. Απεναντίας περισσότερο βυθίζονται στο σκοτάδι και χάνουν και αυτό το λίγο που μπορούσαν με λίγη προσπάθεια να καταλάβουν. Πρέπει να ξέρουμε ακόμα ότι η πίστη μας δεν είναι μόνο διανοητική, εγκεφαλική, γνωσιολογική αλλά και καρδιακή πνευματική. Πολλές φορές έστω και αν αδυνατεί ο νους να συλλάβει κάποια πράγματα κατανοούνται καρδιακά. Στην θεία λειτουργία που τελείται στην εκκλησία τέλος θα βρούμε αυτό που δεν υπάρχει πουθενά αλλού το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Αφού κοινωνήσουμε άξια ενωνόμαστε με τον Θεό και θεονόμαστε απολαμβάνοντας την βασιλεία του θεού που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η κοινωνία μας με το άκτιστο τον Θεό. Να γιατί είναι απαραίτητη η παρουσία μας στο ναό κάθε Κυριακή και κάθε γιορτή. Υπόδειγμα προς μίμηση η σημερινή συγκύπτουσα.
– Υπάρχει και δεύτερο σημείο άξιο προσοχής όμως στη σημερινή ευαγγελική περικοπή. Κι’ αυτό αναφέρεται στην ορθή στάση μας απέναντι στην αργία της Κυριακής. Για τους Εβραίους ήταν θεσμοθετημένη στο Νόμο η αργία του Σαββάτου. Η εντολή έλεγε : «Μνήσθητι την ημέραν των Σαββάτων αγιάζειν αυτήν…». Ο Θεός όρισε την ημέρα του Σαββάτου για σωματική ανάπαυση αλλά και να την αφιερώνουν σε έργα ευποιίας και να αποφεύγουν κάθε κερδοφόρα εργασία. Σιγά-σιγά όμως οι θρησκευτικοί ηγέτες των Εβραίων είχαν παραχαράξει το Νόμο κι είχαν διαστρεβλώσει το θέλημα του Θεού, εγκλωβίζοντας τις εντολές του Θεού σε μια σειρά από ξηρούς τύπους. Έφτασαν στο σημείο πολλοί λεγόμενοι «ευσεβείς» Εβραίοι να διερωτώνται αν επιτρεπόταν το Σάββατο να έχουν μαζί τους ένα μαντηλάκι, γιατί κάθε μεταφορά βάρους εθεωρείτο αθέτηση της εντολής. Βάρους βέβαια εξωτερικού. Γιατί για το βάρος των αμαρτιών, το βάρος της εγκληματικής συνείδησης, το βάρος του άδικου πλούτου, δεν γινόταν καμία συζήτηση. Τέτοιο βάρος οι ραβίνοι ούτε καν το υποπτεύονταν ότι είναι δυνατό να υπάρχει. Μετρούσαν την ευσέβεια με την εξωτερική συμπεριφορά. Δεν έστρεφαν την προσοχή στο εσωτερικό του ανθρώπου, εκεί που θεμελιώνεται η αρετή : Στις ακαθαρσίες του νου, στο βόρβορο της καρδιάς, στο μολυσμό της ψυχής. Ο Χριστός στη σημερινή θεραπεία ήθελε να διδάξει ποιο είναι το ορθό νόημα της αργίας του Σαββάτου και ότι «το Σάββατον διά τον άνθρωπον εγένετο και ουχ ο άνθρωπος διά το Σάββατον».Αργία του Σαββάτου -για μας της Κυριακής- δεν σημαίνει απραξία των καλών. Αντίθετα μάλιστα. Σημαίνει αφιέρωση της μέρας – μετά την Θ. Λειτουργία- στην επιτέλεση του καθήκοντος προς τον συνάνθρωπο, αφού έτσι πάλιν τηρούμε τις εντολές του Θεού.
– Υπάρχει όμως και τρίτο δίδαγμα από τη σημερινή περικοπή. Κι αυτό είναι η αποφυγή της υποκρισίας. Ο λόγος του Χριστού ήταν κεραυνοβόλος. «Υποκριτά» λέει στον αρχισυνάγωγο. Ζείς μέσα στο νόμο και τους προφήτες αλλά εκτελείς τυπικά και υποκριτικά τα καθήκοντα σου χωρίς αληθινή αγάπη για τους συνανθρώπους σου. Πάντοτε δυστυχώς υπάρχουν μέσα στην κοινωνία υποκριτές. Γνωρίσματα φαρισαϊκής συμπεριφοράς παρουσιάζονται με εντυπωσιακή συχνότητα όχι μόνο στους εκτός της Εκκλησίας αλλά και στη ζωή των θρησκευόμενων ανθρώπων. Οι υποκριτές δεν είναι ευσεβείς αλλά ευσεβοφανείς. «Θεόν ομολογούσιν ειδέναι, τοις δε έργοις αρνούνται». Είναι τακτικοί στην εκκλησία, ανάβουν τα κεριά τους, προσκυνούν επιδεικτικά τις εικόνες. Όταν όμως αναχωρήσουν από την εκκλησία, η ζωή και η διαγωγή τους κάθε άλλο παρά χριστιανική και θεάρεστη είναι. Είναι γι’ αυτούς που ο Θεός είπε «τοις χείλεσιν αυτών με τιμώσι, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού». Η υποκρισία είναι αρρώστια της ψυχής. Το Ευαγγέλιο καταπολεμεί την υποκρισία γιατί αυτή βάζει προσωπεία, μάσκες, στα πρόσωπα. Κάνει τους ανθρώπους διχασμένες προσωπικότητες, αναγκασμένους να αλλάζουν συμπεριφορά ανάλογα με τις περιστάσεις. Παράδειγμα υποκρισίας προς αποφυγήν μας προβάλλει η Εκκλησία τον Ιούδα. «Ηκολούθει γαρ τω διδασκάλω και καθ’ εαυτώ εμελέτα την προδοσίαν». Ήταν «τοις μαθηταίς συναυλιζόμένος και τοις Ιουδαίοις συναγαλλόμένος». Μιλούσε «περί φιλοπτωχείας» αλλά «εζήτει τα αργύρια».Σπουδαία λοιπόν τα μηνύματα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Ας προσπαθήσουμε να διδαχθούμε από αυτά, ιδιαίτερα τώρα που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, για να μπορέσουμε επάξια να δεχθούμε τον Χριστό που έρχεται να γίνει άνθρωπος για χάρη μας.
Ιεροδιάκονος Τυχικός
Πηγή:http://www.impaphou.org/arx_dekembrios2009.aspx
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η θεραπεία της συγκύπτουσας
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Κάθε Κυριακή
Κάποιο Σάββατο ο Κύριος, όπως συνήθιζε, δίδασκε σε μία απ’ τις Συναγωγές. Ανάμεσα στο πλήθος μόλις που ξεχώριζε μία γυναίκα σκυμμένη διαρκώς με κυρτωμένο το σώμα της τόσο πολύ, που δεν μπορούσε καθόλου να σηκώσει όρθιο το κεφάλι της. Βασανιζόταν η δύστυχη δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια από σατανική ενέργεια. Όταν λοιπόν την είδε ο Κύριος, της φώναξε: Γυναίκα, είσαι ελεύθερη από την αρρώστια σου. Άπλωσε πάνω της τα χαριτόβρυτα χέρια του και την ίδια στιγμή έγινε καλά, σηκώθηκε ολόρθη και δόξαζε τον Θεό για τη θεραπεία της.
Γιατί όμως ο Κύριος σπλαχνίσθηκε και θεράπευσε τη γυναίκα αυτή χωρίς η ίδια να ζητήσει τη θεραπεία της; Διότι η γυναίκα αυτή ήταν ευσεβής, αν και είχε μία τόσο βασανιστική και παραμορφωτική ασθένεια, που καθιστούσε δύσκολη και επίπονη κι αυτήν ακόμη τη μετακίνησή της, δεν απουσίαζε όμως από τη Συναγωγή την ημέρα του Σαββάτου.
Επιπλέον η γυναίκα αυτή, ενώ ήταν άρρωστη δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν σκληρύνθηκε η καρδιά της, δεν έγινε άπιστη. Αντίθετα μέσα στη δοκιμασία της έμεινε σταθερή στην πίστη της.Και προσήλθε στη Συναγωγή με τόσο κόπο, διότι είχε πόθο να ακούει το λόγο του Θεού. Φαίνεται μάλιστα ότι άκουγε το κήρυγμα του Κυρίου με ενδιαφέρον πολύ κι εκδήλωνε βαθιά εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν της ζήτησε πίστη για να κάνει το θαύμα, διότι διέκρινε την εσωτερική της διάθεση. Ούτε της είπε «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Κατόπιν μάλιστα την ονόμασε και «κόρη του Αβραάμ», για να αποκαλύψει την ευσέβειά της.
Φαίνεται λοιπόν ότι η γυναίκα αυτή είχε εξαγνισθεί με την ασθένειά της, είχε αποκτήσει βαθύτερη ευσέβεια και πίστη. Ήλθε στη Συναγωγή για να διδαχθεί και να ωφεληθεί πνευματικώς. Και ο Κύριος μαζί με την ωφέλεια της ψυχής της της χάρισε και τη θεραπεία του σώματος.
Η γυναίκα αυτή έγινε σ’ όλους παράδειγμα που μας διδάσκει πολύ. Μας διδάσκει να συμμετέχουμε κάθε Κυριακή στη λατρεία του Θεού. Και μάλιστα εμείς που δεν πηγαίνουμε απλώς σε Συναγωγή για την ακρόαση του λόγου του Θεού, αλλά πηγαίνουμε στους ιερούς Ναούς μας, όπου τελείται η φοβερή και αναίμακτη θυσία του Κυρίου μας, άγγελοι και άγιοι και ο ίδιος ο Θεός είναι ανάμεσά μας. Πόσο αδικαιολόγητοι λοιπόν είμαστε να απουσιάζουμε, όταν μία συγκύπτουσα με τόσο κόπο δεν παρέλειπε το ιερό της καθήκον. Και τι απολογία θα δώσουμε στο Θεό την ώρα της Κρίσεως, όταν ο Κύριος θα κρίνει μπροστά μας κι εκείνη κι εμάς; Κάθε Κυριακή λοιπόν στο Ναό του Θεού, για να παίρνουμε χάρη και δύναμη, φως και ζωή.Κάποτε και το θαύμα, εάν ο Θεός το κρίνει.
Ο φθόνος οδηγεί σε παραλογισμό
Μόλις η γυναίκα θεραπεύτηκε, τα έκπληκτα μάτια όλων στράφηκαν προς τον Κύριο. Ένας όμως δεν άντεχε την κατάσταση αυτή. Ο Αρχισυνάγωγος! Αυτός δεν μπόρεσε να κρύψει τη ζήλεια του, και γεμάτος αγανάκτηση άρχισε να διαμαρτύρεται: Έξι μέρες μπορούμε να εργαζόμαστε, φώναξε. Αυτές τις εργάσιμες ημέρες να έρχεστε να θεραπεύεστε, κι όχι το Σάββατο.
Ο Κύριος όμως βλέποντας τη φοβερή υποκρισία και το φθόνο του Αρχισυναγώγου, τον ξεσκέπασε μπροστά σε όλους: Υποκριτή, του λέει. Ο καθένας σας την ημέρα του Σαββάτου δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδουράκι του από τη φάτνη και δεν το πηγαίνει να το ποτίσει; Και το κάνει αυτό χωρίς να θεωρείται παραβάτης της αργίας του Σαββάτου. Αυτή όμως η γυναίκα, που είναι κόρη του Αβραάμ και την έδεσε ο σατανάς με τέτοια αρρώστια, ώστε να μην μπορεί να σηκωθεί όρθια δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν έπρεπε να θεραπευτεί την ημέρα του Σαββάτου; Κι ενώ τα έλεγε αυτά ο Κύριος, ντροπιάζονταν όλοι οι αντίθετοί του και ιδιαιτέρως ο Αρχισυνάγωγος.
Διότι αυτός ήταν τόσο πολύ κυριευμένος από το φθόνο, ώστε παραλογίστηκε. Επειδή δεν τολμούσε να ελέγξει κατευθείαν τον Κύριο, τα έβαλε πονηρά και υποκριτικά με το λαό. Τους κατηγόρησε ότι παρέβαιναν το Σάββατο, ενώ καμία σχέση δεν είχε ο λαός με τη θεραπεία που έγινε. Αλλά ούτε η γυναίκα που θεραπεύτηκε παρακάλεσε τον Κύριο να τη θεραπεύσει. Έπρεπε λοιπόν να διαμαρτυρηθεί και να αρνηθεί τη θεραπεία της; Τέλος, αντί να αναγνωρίσει ο Αρχισυνάγωγος το θαύμα που έγινε, το παρουσιάζει ως μια απλή ανθρώπινη ενέργεια! Εάν ήταν όμως μία φυσική θεραπεία, τότε γιατί δεν την έκανε ο ίδιος στη συγκύπτουσα κάποια άλλη μέρα; Τόσα χρόνια την είχε κοντά του.
Ο φθόνος λοιπόν παραλογίζει και εξευτελίζει τον άνθρωπο. Είναι μία ασθένεια που όταν μας κυριεύσει, μας κάνει ανεξέλεγκτους. Κάποτε οδηγεί και σε πράξεις αποτρόπαιες και εγκληματικές. Πάντοτε όμως αναστατώνει και συχνά διαλύει τις ανθρώπινες σχέσεις. Γίνεται τείχος ακόμη κι ανάμεσα σε συγγενείς. Διαλύει οικογένειες, φιλίες, καταστρέφει ψυχές. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή. Εάν βλέπουμε μέσα στην ψυχή μας το παραμικρό ίχνος ζήλειας, μην το αφήνουμε να εξελιχθεί. Αλλά να προστρέχουμε στο έλεος του Θεού, στο Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως και να ζητούμε τη Χάρη του Θεού για να το καταπολεμήσουμε αμέσως, πριν να είναι πολύ αργά.
Από το περιοδικό «Ο Σωτήρ«, τ. 1990
Πηγή:xfd.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η θεραπεία της συγκυπτούσης γυναικός
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Βουνά και κάμποι και ακρογιάλια, μέγαρα πλουσίων, αλλά και μικρόσπιτα φτωχών ανθρώπων είχαν χρησιμοποιηθεί από το θείο Διδάσκαλο για το μεγάλο Του έργο. Άλλοτε για να διδάξει χιλιάδες λαού και άλλοτε λίγους αγαπητούς.Ή μόνο τους μαθητές Του, αλλά και μεμονωμένα άτομα. Και όλοι αυτοί οι τόποι χρησιμοποιούνταν από τον Κύριο όλες τις ημέρες της εβδομάδας. Χωρίς διάκριση.
Όμως για το πρωί του Σαββάτου, την ημέρα που ο Μωσαϊκός νόμος είχε ορίσει σαν ημέρα λατρείας, ο Κύριος είχε την προτίμησή Του. Πήγαινε πάντοτε στη συναγωγή. Στον τόπο δηλαδή που έπρεπε να συγκεντρώνονται οι Ιουδαίοι, για να προσεύχονται όλοι μαζί, να διαβάζουν και να εξηγούν το ιερό βιβλίο με τις εντολές του Θεού και τις διδασκαλίες των Προφητών.
Με τον τρόπο αυτόν ο Νομοθέτης Κύριος μας δίδαξε υποδειγματικά πώς και εμείς να αγιάζουμε την ημέρα την αφιερωμένη στο Θεό. Να εφαρμόζουμε δηλαδή την τέταρτη εντολή που έλεγε «μνήσθητι τήν ἡμέραν τῶν σαββάτων ἁγιάζειν αὐτήν».
* * *
«Ἦν διδάσκων ὁ Ἰησούς ἐν μιᾷ τῶν συναγωγῶν ἐν τοῖς σάββασι»
Ένα Σάββατο δίδασκε ο Κύριος σε κάποια συναγωγή. Ήταν άραγε απλώς περαστικός από κει; Ασφαλώς όχι. Είχε ο Κύριος προδιαγράψει το σχέδιό Του. Γι’ αυτό και μέσα σε όλο εκείνο το πλήθος διακρίνει μια γυναίκα «συγκύπτουσαν». Μέσα στο τρομερά καμπουριασμένο σώμα της, ώστε να μην μπορεί σηκώσει το κεφάλι της, είδε ο Παντογνώστης την ευλαβική ψυχή της. Παρ’ όλη τη βασανιστική και μακροχρόνια αρρώστια της — δεκαοχτώ χρόνια την είχε βασανίσει ο διάβολος— δεν παρέλειπε να πηγαίνει κάθε Σάββατο στη συναγωγή, για να λατρεύσει το Θεό. Η πίστη της και η αγάπη της στο Θεό την έκαναν άξια να την ονομάσει ο Κύριος «θυγατέρα Αβραάμ», να τη συμπονέσει και να σκορπίσει σ’ αυτή όλη την ευσπλαχνία Του.
Χωρίς εκείνη να παρακαλέσει, χωρίς διόλου να το ζητήσει, ο Κύριος τη θεράπευσε. Όρθια τώρα η πριν «συγκύπτουσα», ελευθερωμένη από τα δεσμά του διαβόλου, ευγνωμονεί τον Κύριο. Πήγε ανάπηρη και έφυγε γερή και δυνατή.
Είπε μυστικά τον πόνο της, ίσως και τον πόθο της θεραπείας στον Παντοδύναμο. Και έλαβε πλούσια την ευλογία. Η συνάντησή της με τον Κύριο στη συναγωγή την έκανε ανέλπιστα ευτυχισμένη.
Ας δοξάσουμε όμως κι εμείς τον Πανάγαθο Διδάσκαλο, γιατί κι εμείς αξιωνόμαστε κάθε Κυριακή και κάθε μεγάλη γιορτή να Τον συναντάμε στους ιερούς ναούς μας. Και Τον ακούμε να μας διδάσκει με το ιερό Ευαγγέλιό Του.
Χαρμόσυνα χτυπάνε οι καμπάνες κάθε Κυριακή εδώ στην ελεύθερη Ελλάδα μας. Στην αναστάσιμη χαρά του Νικητή του θανάτου , του Κυρίου Ιησού Χριστού, μας καλεί ο οίκος του Πατέρα μας, του Ουράνιου Βασιλιά μας.
Η Κυριακή είναι η επίσημη γιορταστική ημέρα της Εκκλησίας μας. Είναι αφιερωμένη στη λατρεία του Τριαδικού Θεού μας. Η θεία Λειτουργία με τα ευαγγελικά αναγνώσματα, το θείο κήρυγμα, την κατανυκτική υμνολογία και προπάντων με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας μας ενώνει μαζί Του. Μας οπλίζει με θεία δύναμη. Ελευθερώνει την ψυχή μας από τα δεσμά της κακίας. Γίνεται πηγή που σκορπίζει ευλογίες ανυπολόγιστες στην ψυχή και στο σώμα. Σοφία και σύνεση. Υγεία και δύναμη. Αδελφοσύνη και αγάπη. Χαρά και ειρήνη…
Είναι ευτύχημα για τη γενιά μας ότι υπάρχουν πλήθη πολλά που δίνουν πάντοτε πρόθυμη ανταπόκριση στο προσκλητήριο του ουρανού.Υπάρχουν και παιδιά και νέοι –– και δεν είναι λίγοι — που αισθάνονται μέσα τους κάτι από την αγαλλίαση εκείνη που φανέρωσε ο δωδεκαετής Ιησούς, όταν έλεγε «ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με» (είναι ανάγκη να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα μου).
Ναι! Χαρούμενα χτυπάνε οι καμπάνες. Και μαζί τους χτυπά ευφρόσυνα και η δική σου καρδιά. Θέλεις να φτάσεις γρήγορα στο Ναό. Να προσευχηθείς στον Ουράνιο Πατέρα μαζί με όλα τα άλλα αγαπημένα παιδιά Του. Να ευχαριστήσεις πρώτα για όλα όσα σου χαρίζει, τα τόσα πολλά. Να παρακαλέσεις θερμά έπειτα για όλους τους δικούς σου, γονείς, αδέλφια, δασκάλους, φίλους… Για κάποιους πολυαγαπημένους που έφυγαν από τη ζωή αυτή και θέλεις να αναπαύονται ευτυχισμένοι εκεί ψηλά στον ουρανό…
Θέλεις να προσευχηθείς και για τον εαυτό σου. Να αποθέσεις στα πόδια του Πατέρα τις αγωνίες σου για το μέλλον, τις προσδοκίες σου, τον αγώνα σου να γίνεις καλύτερος. Έχεις τόσα πολλά να ζητήσεις…
Πήγαινε λοιπόν τακτικά στην Εκκλησία. Μη λείπεις ποτέ την Κυριακή και κάθε μεγάλη γιορτή. Και ο Κύριος θα σκορπίσει πλούσια την ευλογία Του…
Πηγή:/www.xfd.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΩΜΑ
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Κάποιος κλέβει δύο κότες ἀπό τό κοτέτσι τοῦ παπᾶ καί μετά ἀπό καιρό ἀποφασίζει νά τό ἐξομολογηθεῖ!
– Πάτερ μου ἔκλεψα δύο κότες!
– Νά τίς ἐπιστρέψεις, λέει ὁ παπᾶς.
– Πάτερ μου, τίς θέλετε ἐσεῖς;
– Ἐγώ, τοῦ λέει ὁ παπᾶς. Ὄχι. Νά τίς δώσεις σέ κεῖνον πού τίς πῆρες.
– Ἐκεῖνος δέν τίς θέλει.
– Ἔ! Τότε κρᾶτα τες.
Πάρα πολλές φορές ἡ διάθεσή μας εἶναι ἴδια. Νά ὑπεκφύγουμε! Γι᾿ αὐτό ἔκανα τήν σκέψη, καί με ἀφορμή τήν περίοδο πού διανύουμε, νά ποῦμε λίγες διασαφήσεις γι᾿ αὐτό τό πελώριο θέμα καί τίς τόσες συγχύσεις πού συνήθως ἔχει. Φανταζόμαστε ὅτι μέ τό νά πάω νά ἐξομολογηθῶ πάω σ᾿ ἕνα δικαστήριο… Πολλοί ἄνθρωποι λένε κιόλας, ὅταν ἔρθουν νά ἐξομολογηθοῦν, «πῶς θά μέ δικάσεις τώρα παπούλη». Φανταζόμενοι ὅτι βρίσκονται μπροστά σ᾿ ἕνα, ἔστω τοῦ Θεοῦ, δικαστή φυσικά ἀγωνιοῦν καί φοβοῦνται ὅπως ὅλοι μας στό δικαστήριο. Ἐνῶ, ἄν θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐξομολόγηση εἶναι ἕνα δικαστήριο, εἶναι τό μόνο δικαστήριο πού βγάζει μόνο ἀθώους. Γιατί στήν ἐξομολόγηση πηγαίνει κάποιος γιά νά ἀθωωθεῖ. Δέν πάει γιά νά καταδικαστεῖ. Ἀκριβῶς γιά νά προλάβει τήν καταδίκη πάει. Πάει νά ἀθωωθεῖ πρίν καταδικαστεῖ. Ὁπότε ἀντιλαμβάνεται κανεῖς πόσο στραβό εἶναι, σέ μιά τέτοια κίνηση γνησιότητας, νά μπερδεύει τά πράγματα εἶτε συνειδητά εἶτε ἀσυνειδήτως. Πρίν πού ἀκούσαμε τό μικρό αὐτό ἀστεῖο ἤ ἀνέκδοτο, μᾶς φάνηκε πάρα πολύ γελοίο, νά λέει ὁ ἄνθρωπος πού ἔκλεψε τίς κότες ἀπ᾿ τόν ἴδιο τίς θέλεις, νά ἀκούει τό ὄχι, καί νά γίνεται ἕνας κύκλος τυπικά ἐντάξει καί οὐσιαστικά διαστροφικός.
Ἀκριβῶς ὅμως, ἐδῶ μπαίνουν μερικά θέματα, πού χρειάζονται ἐπεξηγήσεις. Τί σημαίνει μετάνοια. Τί εἶναι μετάνοια. Ἕνα θέμα γεμάτο παρανοήσεις. Καί ἄς ξεκινήσουμε ἀπό μακρύτερα.
Ἀκούγωντας τήν λέξη τί λέμε ἀμέσως; Ὅτι αὐτό εἶναι μιά ἐκκλησιαστική λέξη, μιά θρησκευτική λέξη, εἶναι ἔκφραση τῆς θρησκευτικῆς γλῶσσας. Πόσες γλώσσες ὅμως ὑπάρχουν; Ἡ θρησκευτικότητά μας εἶναι μέσα στή ζωή ἤ ἔξω ἀπό τήν ζωή; Μήπως εἶναι ξένη ἀπό τήν ζωή τελικά; Πάρα πολλές φορές κάνουμε τό ἐξῆς μπέρδεμα: Φανταζόμαστε τήν σχέση μας μέ τήν ἐκκλησία ἕνα κομμάτι τῆς ζωῆς μας πού εἶναι κάπου σέ μιά ἄκρη· σέ μιά ἀφορμή ἐπετειακή (Χριστούγεννα-Πάσχα)· σ᾿ ἕνα γεγονός πού δέν μᾶς ἀφορᾶ ὁλόκληρους, ἀλλά μᾶς ἀφορᾶ, μονάχα κατά τήν σκέψη ἤ σέ κάποια ἄκρη τοῦ μυαλοῦ μας ἄν θέλετε. Καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, οἱ σημερινοί ἄνθρωποι, αὐτοί πού περπατᾶνε στό τώρα (καί μεῖς στό τώρα περπατᾶμε, ἀλλά καμμιά φορά βρισκόμαστε στόν κόσμο μας) φαντάζονται ὅτι τέτοιου εἶδους θέματα εἶναι δραστηριότητες πού δέν τούς ἀφοροῦν. Ἵσως ἐμεῖς φταῖμε γιά τήν τοποθέτηση καί ἐκείνων. Ἐμεῖς ζοῦμε στραβά μέσα μας τήν ὑπόθεση, τήν ἐκλαμβάνουν καί κεῖνοι, ἀκόμα πιό στραβά. Καί βλέποντάς μας λένε: αὐτά ἐμένα δέν μέ νοιάζουν· δέν ἔχω καμμία διάθεση νά σκάψω μέσα σέ σκουπίδια. Γιατί φαντάζονται τήν μετάνοια ἤ τήν ἐξομολόγηση μιά ἐνασχόληση μέ πράγματα πού εἶναι σάπια, βρώμικα, λανθασμένα. Καταντοῦν λοιπόν αὐτά τά θέματα ξύλινη γλῶσσα. Ἔχει περάσει μιά ἐκκλησιαστική γλώσσα ξύλινη, ἡ ὁποία λέει «πνευματική ζωή», «ὁ πνευματικός ἄνθρωπος», «τί κάνεις μέ τήν πνευματική σου ζωή». Πόσες ζωές ἔχει ὁ ἄνθρωπος; Μία ἔχει, δέν ἔχει δύο. Δέν μπορεῖ νά εἶναι δύο ἄνθρωποι ὁ καθένας μας, ἕνας καθημερινός κι ἕνας κυριακάτικος· ἕνας ἐπίσημος κι ἕνας ἀνεπίσημος· ἕνας πού φαίνεται κι ἕνας πού κρύβεται· ἕνας πού θέλει νά παρουσιάζεται κι ἕνας πού λειτουργεῖ πίσω ἀπό τό παραβάν. Καί ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ εἶδους τά μπερδέματα ξεκινάνε γιατί ὅπως εἶπα καί πρίν ἡ θρησκευτική μας ζωή δέν εἶναι ὅλη μας ἡ ζωή. Προσέξτε ἐδῶ ὑπάρχει μία λεπτομέρεια πού χρειάζεται ἐπεξήγηση.
Προσδιορίζοντας «θρησκευτική ζωή», παθαίνουμε κρυάδα στή προοπτική αὐτό πού ξέρουμε ὡς θρησκευτική ζωή, νά γίνει ὁλόκληρή μας ἡ ζωή. Γιατί φανταζόμαστε: πήγα στήν ἐκκλησία; Κρατάω καί μερικά πράγματα χοντρικώς; Καλά εἶμαι. Ἀπό κεῖ καί μετά μπορῶ νά κάνω αὐτό ἐτούτο ἤ τ᾿ ἄλλο. Ὅμως ἡ διδασκαλία τῆς ἐκκλησίας καί ἡ ὑγεία τῶν πραγμάτων λέει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐκκλησία. Καί ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἄμα αὐτό δέν τό ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ἀπό κεῖ καί μετά θά μπερδευτοῦμε.
Ἐμεῖς ἔχουμε τό ἐξῆς μπέρδεμα: Τό Χριστό καί τήν Ἐκκλησία τά φανταζόμαστε ἰδέες καί πνευματικά θέματα. Ἐνῶ τήν ζωή μας μία καθημερινότητα, πού κυλάει στόν δικό της τόν ρυθμό καί μᾶς κλέβει καί μᾶς μπερδεύει ἄν θέλετε. Ὁ Χριστός ἦρθε στόν κόσμο ὄχι γιά νά φτιάξει πνευματική ζωή στούς ἀνθρώπους! Σκεφτείτε τό ἀπλούστατο: πόσες φορές χρησιμοποιοῦμε τήν ἔκφραση «αὐτοί εἶναι πνευματικοί ἄνθρωποι» γιά ἀνθρώπους πού ἀσχολοῦνται μέ τά γράμματα. Ἔτσι, μέ τόν ἴδιο τρόπο λέμε , καί «πνευματική ζωή» γιά τήν ἐνασχόληση θά λέγαμε μέ τά θεολογικά γράμματα, ἐνῶ δέν εἶναι αὐτό πνευματική ζωή. Γιατί δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή. Ὑπάρχει ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ ζωή χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Ἡ διαφοροποίηση ταξινομείται οὐσιαστικά ὄχι διανοητικά μόνον.Ἐκκλησία εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς ὅμως Ἐκκλησία θεωροῦμε τόν Πατριάρχη, τόν Ἀρχιεπίσκοπο, τόν Δεσπότη, τόν κάθε παπᾶ. Καί συγχρόνως θεωροῦμε ἀπ᾿ ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία τόν ἑαυτό μας μέ τήν δυνατότητα νά κρίνει τούς πάντας. Εἶναι ἄλλωστε πιό εὔκολο αὐτό. Μέ αὐτό τό σκεπτικό δέν θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας μέλος αὐτοῦ τοῦ σώματος πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία! Αὐτό εἶναι τό θεμελιακό λάθος. Ἀπό δῶ καί πέρα ξεκινάνε ὅλα.
Ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι: Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα στό ὁποῖο κεφαλή εἶναι ὁ Χριστός καί ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι εἶναι μέλη· καί πρόβατα τῆς ἴδιας ποίμνης τοῦ Χριστοῦ. Λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: ἡ διάκριση ποιμένες καί πρόβατα εἶναι γιά τούς ἀνθρώπους. Γιά τόν Θεό «πάντες πρόβατα». Γιά τόν Θεό ὅλοι πρόβατα εἶναι. Καί ὁ Πατριάρχης· καί τό παιδάκι πού βαφτίστηκε σήμερα· καί ὁ ὁποιοσδήποτε παππούς καί γιαγιά· καί ὁ ὁποιοσδήποτε νέος ἤ γέρος· ὅλοι. Ἡ διάκριση ποιμένες-πρόβατα εἶναι μονάχα γιά τούς ἀνθρώπους. Τό σῶμα αὐτό, λοιπόν, ἔχει κεφαλή τό Χριστό καί μέλη ὅλους ἐμᾶς τούς ὑπολοίπους. Ἐμεῖς βαπτιστήκαμε σέ μιά ἐποχή πού δέν καταλαβαίναμε τά πράγματα. Γίναμε μέλη τῆς Ἐκκλησίας… ἀσυνειδήτως. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή τή στιγμή, ἄς μή φοβόμαστε νά λέμε τά πράγματα μέ τό ὄνομά τους, περνάει τήν σύγχυση τοῦ νά μή ξέρει ποιοί εἶναι μέλη της. Γιατί; Βαπτίζοντας νήπια, δέν ξέρει ἀπό κεῖ καί μετά τήν πορεία τους. Ἀπό πού ἄρχισε ὁ νηπιοβαπτισμός; Ἀπό τήν στιγμή πού ὅλη ἡ κοινωνία ἔγινε χριστιανική. Ὅμως προσέξτε: ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων ἔγινε χριστιανική. Καί ὅταν ἔγινε ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων χριστιανική, μετά αὐτονοήτως καί τά παιδιά τους τά ἔκαναν χριστιανούς καί κείνους. Ὅμως τώρα, ἡ κοινωνία τῶν ἐνηλίκων εἶναι χριστιανική; Οἱ ἐνήλικες ξέρουν μέ σαφήνεια ποιός εἶναι ὁ Χριστός καί ποιά ἡ σχέση τους μέ τήν Ἐκκλησία; Μή κοροϊδευόμαστε. Βαφτίζουμε τά μωρά με τήν ἐλπίδα τοῦ γονιοῦ. Γιατί ὁ ἀνάδοχος ἔχει καταντήσει τυπική διαδικασία ἀπό παλιά, ἀκόμα κι ἄν παλαιότερες γενεές σεβόντουσαν τόν νονό (κι ἐγώ θυμάμαι τόν μακαρίτη τόν πατέρα μου, νά μέ βάζει παπᾶ ὄντας, νά φιλάω τό χέρι τῆς νονᾶς μου). Δηλαδή ἡ Ἐκκλησία παλαιότερα πῶς περπατοῦσε; Ἐγώ γινόμουνα χριστιανός κι ὁ γείτονάς μου ἔβλεπε ὅτι κάτι ἄλλαξε στήν ζωή μου. Καί ἐπειδή αὐτή ἡ ἀλλαγή τόν ένδιέφερε κι αὐτόν, ἔλεγε: «Ρε παιδί μου κάτι τρέχει στήν ζωή σου. Τί ἔγινε;». Κι ἔλεγα ᾿γῶ: «ἔγινα χριστιανός». Τότε καί αὐτός ἔλεγε: «θέλω νά γίνω κι ᾿γῶ χριστιανός». Καί τί γινότανε; Τόν ἔπερνα ἀπό τό χέρι καί τόν πήγαινα στόν Δεσπότη καί τοῦ ἔλεγα: «ἀναδέχομαι τήν εὐθύνη νά γίνει κι αὐτός μέλος τῆς Ἐκκλησίας». Ἐγγυόμουν, θά λέγαμε, ἐγώ (ἀνάδοχος σημαίνει ἐγγυητής) νά γίνει κάποιος χριστιανός. Ἀναδεχόμουνα τήν εὐθύνη τῆς δικῆς του πορείας. Καί κατ᾿ ἐπέκταση ὅτι ἐγώ ἀναλάμβανα καί νά τόν κατηχήσω ὡς ἕνα βαθμό. Πλήν τοῦ ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔκανε ἐπισήμως κατήχηση. Φαντάζεστε; Ὁ Πατριάρχης Ἰεροσολύμων Κύριλλος ἔχει γράψει κατηχήσεις πελώριες. Λέει ἡ Ἱστορία ὅτι ναός τῆς Ἀναστάσεως πού χωροῦσε 3000 ἀνθρώπους, γέμιζε κατηχουμένους ὅλο τόν χρόνο μέχρι νά ᾿ρθεῖ ἡ ὥρα τῆς βαπτίσεως. Καί τό νά γίνει ἕνας μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἦταν ὑπόθεση ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.
Τώρα εἶναι ἰδιωτική ὑπόθεση. Ὅποτε ὁ γονιός ἀποφασίσει πάει καί βαφτίζει τό μωρό του καί ἡ Ἐκκλησία τό ἀγνοεῖ. Καί γι᾿ αὐτό εἴπαμε πρίν ὅτι ἡ Ἐκκλησία βιώνει τήν τραγωδία νά μή ξέρει τά μέλη της καί τί πορεία εἶχαν ἀπό τό βάπτισμα καί μετά. Μπορεῖ ὁ πιτσιρίκος νά μεγαλώσει καί νά μή πιστεύει τίποτα. Οὔτε στόν Χριστό, οὔτε στόν διάβολο, ὅπως λέμε ἁπλά. Ἀλλά ἐμεῖς νά τόν ἔχουμε γραμμένο στά χαρτιά μας ὅτι βαφτίστηκε καί ἄρα εἶναι χριστιανός. Καί ἀπό κεῖ καί μετά ἀρχίζουν ὅλες οἱ συγχύσεις καί ὅλα τά μπερδέματα.
Βαπτίζομαι σήμαινε πεθαίνω γιά ἕνα τρόπο ζωῆς. Γι᾿ αὐτό εἴπαμε πιό πρίν. Δέν ὑπάρχει πνευματική ζωή καί μή πνευματική ζωή. Ὑπάρχει ζωή μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία καί ζωή χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία.
Ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀποφάσιζε να γίνει χριστιανός, ἀποφάσιζε ὅτι θά ζεῖ μέ τόν Χριστό καί μέ τήν Ἐκκλησία. Μέ τόν τρόπο πού λέει ὁ Χριστός καί μέ τόν τρόπο τόν ὁποῖο βιοῖ ἡ Ἐκκλησία καί τά μέλη της. Αὐτό εἶναι πού εἴπαμε πιό πρίν. Ἔβλεπαν τήν ἀλλαγή κι ἤθελαν καί οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι νά ἀλλάξουν. Καί γινόνταν ἔτσι χριστιανοί. Καί ἡ Ἐκκλησία τούς βάφτιζε μιά ἡμέρα πού γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Ὅπως καί τούς πάντρευε μιά μέρα που γινόταν ἡ Θεία Λειτουργία. Γι᾿ αὐτό τά δύο αὐτά μυστήρια, τό βάφτισμα καί ὁ γάμος ἀρχίζουν μέ τό εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός . Ἔχει μείνει ἡ Χειροτονία μέσα στήν Θεία Λειτουργία. Τά ἄλλα δύο μυστήρια, ὁ γάμος καί τό βάπτισμα, ἀποσπαστήκαν ἀπό τήν Λειτουργία. Κακῶς! Κάκιστα! Ἡ Εὐχαριστία συναρμόζει τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας μεταξύ τους.
Σήμερα τό νά εἶμαι ἤ νά μήν εἶμαι χριστιανός εἶναι ὑπόθεση δική μου. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσιαστική ἀλλαγή, ἡ ἀλλοίωση, ἄν θέλετε, τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτό ὁ καθένας τώρα ἀξιολογεῖ τόν ἑαυτό του ὡς χριστιανό. Τό λέει μόνος του. Τό ἀποφασίζει μόνος του. Τό περιγράφει μόνος του. Δέν διανοήται, οὔτε καταλαβαίνει τί σημαίνει ἡ λέξη ἀφορισμός (ἀφορισμός σημαίνει: ἡ κατάσταση ἔχει ὅρια-σύνορα. Ἀφορισμός σημαίνει βγάζω κάποιον ἔξω ἀπό τά σύνορα). Ἔχει βγεῖ αὐτός μόνος του καί ἡ Ἐκκλησία οὐσιαστικά κάνει διαπιστωτική πράξη. Ὅπως κάνει ὁ γιατρός διαπιστωτική πράξη γιά κάποιον πού πέθανε. Δέν πέθανε ὁ ἄνθρωπος ἐπειδή ἔγραψε ὁ γιατρός βεβαίωση θανάτου. Ἔχει πεθάνει ὁ ἄνθρωπος καί μετά γράφει ὁ γιατρός βεβαίωση θανάτου. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος βγεῖ ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία τόν ἀφορίζει ὅπως λέμε. Αὐτά ἐμᾶς ἔχουν καταντήσει νά μᾶς εἶναι ἄγνωστες λέξεις. Ἐνῶ εἶναι αὐτονόητα. Ἄπαξ καί δέν εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας καί δέν πιστεύει στόν Χριστό, δέν θά πρέπει νά ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι χριστιανός. Ἄμα δέν πιστεύει τόν Χριστό Θεό καί δέν πιστεύει στήν Ἀνάσταση, ἀπό πού κι ὡς πού εἶναι χριστιανός; Τά ὑπόλοιπα ὅλα δέν εἶναι κουβεντολόι;
Βαφτίζομαι, λοιπόν, σημαίνει: πεθαίνω γιά ἕνα τρόπο ζωῆς. Τί σημαίνει αὐτό τό περιγράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μέ μιά πάρα πολύ ὡραία εἰκόνα. Ἔλεγε, λοιπόν: Τί μου λές ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος ὅταν κλωτσᾶς σάν γαΐδαρος; Ὅταν εἶσαι λαίμαργος σάν ἀρκούδα; Ὅταν εἶσαι μνησίκακος σάν καμήλα; Ὅταν ἀρπάζεις σάν λύκος; Ὅταν δαγκώνεις σάν σκορπιός; Ὅταν εἶσαι ὕπουλος σάν ἀλεπού; Κι ὅταν ἔχεις δηλητήριο χειρότερο ἀπό τῆς ὀχιᾶς; Αὐτά εἶναι τά πράγματα γιά τά ὁποία οἱ ἄνθρωποι πεθαίνανε γινόμενοι Χριστιανοί. Πέθαινε ἀπό τό νά δαγκώνει, νά κλωτσάει, νά εἶναι μνησίκακος, νά λαιμαργεῖ, νά ἀρπάζει, νά εἶναι ὕπουλος, νά ἔχει δηλητήριο μές τήν ψυχή του. Ἤ τουλάχιστον αὐτό ἀποφάσιζε νά κάνει. Ὅταν λοιπόν αὐτό τό ἀποφάσιζε, ἀπό κεῖ καί μετά, μετά ἀπό μιά δοκιμασία κι ἁφοῦ συνειδητοποιοῦσε τί πιστεύει, ἀπό τήν διδασκαλία πού γινόταν στήν κατήχηση, ὁ ἄνθρωπος βαφτιζόταν. Δηλαδή, τόν βουτοῦσαν μέσα στά νερά τοῦ ἁγιασμοῦ, γιά νά ἀναγεννηθεῖ σ᾿ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Νά ἀποχτήσει τήν δυνατότητα τῆς μυστηριακῆς σχέσης μέ τήν Ἐκκλησία πού εἶναι τό μυστήριο-κιβωτός τῆς Σωτηρίας. Ἔξω ἀπό τήν ὁποία δέν ὑπάρχει σωτηρία.Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: Τί ἐκάναμε στό βάπτισμα; Ταφήκαμε μαζί μέ τόν Χριστό, γιά νά ἀναστηθοῦμε μαζί του σέ ἕνα καινούργιο τρόπο ζωῆς. Πόσοι ἀπό μᾶς ἔχουν σαφῆ ἀντίληψη αὐτοῦ τοῦ γεγονότος; Οὔτε ἐμεῖς οἱ παπάδες μερικές φορές. Κι ἐμεῖς ἀκόμα ζούμε μέ ἕνα τρόπο πού εἶναι σάν νά μήν εἴχαμε βαφτιστεῖ ποτέ. Ὁ Χριστός εἶναι ὑπόδειγμα τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ζεῖ ἡ Ἐκκλησία. Καί ὁ τρόπος πού ζεῖ ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Πάρα πολλές φορές βέβαια διεκδικοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας τό ρόλο τοῦ ἀνήλικου. Μᾶς βολεύει. Θέλουμε ὁ παπᾶς ἤ ὁ Δεσπότης ἤ ὁ Πατριάρχης νά εἶναι ἄψογος τέλειος καί ἅγιος, οὔτως ὥστε ἐμεῖς τά ἀνήλικα νά βλέπουμε μονίμως παράδειγμα ζωῆς. Χρειάζεται νά εἶναι. Ἀλλά δέν πρέπει αὐτό νά γίνεται γιά μᾶς, δικαιολογία στό νά μήν ἀλλάξει ἡ κατάστασή μας ἤ νά θεωροῦμε δικαιολογημένη τήν κατάστασή μας. Πάρα πολλές φορές τό λάθος κάποιου λειτουργεῖ μέσα μας ὡς δικαιολογία στό νά μείνουμε ἐκεῖ πού εἴμαστε κι αὐτό εἶναι τό οὐσιαστικό μας λάθος. Πρέπει νά εἴμαστε ἐμεῖς οἱ παπάδες καλύτεροι. Ναί. Ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὅταν δέν εἴμαστε εἶναι δικαιολογία γιά κάποιον νά μήν εἶναι καί κεῖνος. Αὐτό μόνο σέ ἀνήλικους συμβαίνει. Τά παιδάκια χρειάζονται μονίμως ἕνα παράδειγμα γιά νά περπατήσουν κάθε βῆμα. Ὑποτίθεται ἕνας ἄνθρωπος πού ᾿χει γίνει χριστιανός καί εἶναι ἐνήλικας δέν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα. Χρειάζεται βοηθό. Ναί. Ἀλλά δέν χρειάζεται μονίμως ἕνα παράδειγμα.
Εἴπαμε λοιπόν πρίν ὅτι ζῶ μαζί μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία ἤ ζῶ χωρίς τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Βαφτίζομαι ἀποφασίζοντας νά ζῆσω μέ τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία. Αὐτό δέ σημαίνει ὅτι μαγικά μέ ἀκούμπησε ἡ Κίρκη καί ἄλλαξαν τά πάντα μέσα μου. Ἡ ἀπόφαση νά γίνω χριστιανός δέν μέ ἔφτασε στό τέλος τῆς πορείας. Ἡ ἀρχή τῆς πορείας δέν εἶναι κατάληξη τῆς πορείας. Τό βάπτισμα δέν εἶναι ἁγιότητα διά μιᾶς. Αὐτό πάρα πολλές φορές συγχέουν οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδή τούς δώσαμε καί μεῖς τέτοιες αὐταπάτες, καί λένε: καί πᾶς καί στήν Ἐκκλησία! Αὐτό δέν λέει τίποτα. Δείχνει ἁπλῶς ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν δούλεψε ποτέ μέ τόν ἑαυτό του, δέν κατάλαβε πόσο δύσκολο εἶναι νά μαζέψει κανείς τόν ἑαυτό του καί νά τόν βάλει στόν τρόπο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, καί γι᾿ αὐτό λέει εὔκολες κουβέντες. Ἀλλά τό πρόβλημα δέν εἶναι ἐκεῖ. Τό πρόβλημα εἶναι μέ μᾶς.
Ὅταν, λοιπόν, εἴμαστε μέσα στήν Ἐκκλησία , κι ἔχουμε βαφτιστεί, καί περίπου προσπαθοῦμε νά συνειδητοποιήσουμε αὐτά τά πράγματα, ἔρχεται κάποια στιγμή ἕνα δίλημμα: Νά κάνω αὐτό ἤ νά κάνω τό ἄλλο. Τό δίλημμα ἔρχεται μές στήν ψυχή μας ὡς μία πρόταση. Σάν ἕνα βέλος θά λέγαμε πού μᾶς στοχεύει ποῦ; Ἐκεῖ πού πονᾶμε. Ἐκεῖ πού ἄν ἀκουμπήσεις μιά χορδή θ᾿ ἀρχίσει νά βγάζει ἕνα ἤχο. Σ᾿ ὅποια θέματα: ἄλλος στήν κακία, ἄλλος στόν φθόνο, ἄλλος στά σωματικά, ἄλλος στά ψυχικά πάθη. Ἔρχεται λοιπόν ἕνα δίλημμα: Νά κάνω ἤ νά μή κάνω κάτι. Κι ἐπειδή δέ μάθαμε ποτέ μας νά ἀγωνιζόμαστε καί δέν ξέρουμε μέ σαφήνεια ὅτι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἐξασφάλιση ἐκεινοῦ, ἀλλά εἶναι ζωή δική μας, ἀποφασίζουμε τό λάθος.
Καί κάνουμε τήν ἁμαρτία. Ἁμαρτία τί σημαίνει; Σημαίνει ὅτι ἀποφάσισα νά κάνω κάτι πού δέν τό κάνει ὁ Χριστός. Δηλαδή. Ἄμα ὁ Χριστός εἶναι ζωή καί κάτι δέν τό κάνει, ἐγώ κάνοντάς το, ἀρνοῦμαι τήν ζωή. Ἄμα δέν ξεκαθαρίσει μέσα στήν ψυχή μας αὐτό, δέν θά καταλάβουμε ποτέ πόσο οὐσιαστικό γεγονός εἶναι ἡ ἁμαρτία καί πόσο μᾶς ζημιώνει. Τίς περισσότερες φορές τήν ἁμαρτία τήν φανταζόμαστε ὅπως τόν κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας, δηλαδή περνάμε καμμιά φορά σέ λάθος δρόμο ἤ μέ πράσινο ἤ μέ κόκκινο δέν ξέρω ᾿γῶ ἀναλόγως, καί κάναμε μιά παράβαση. Μά ἡ ἁμαρτία δέν εἶναι μιά παράβαση ἑνός κώδικα, εἶναι ἀλλοίωση τῆς ζωῆς, γι᾿ αὐτό εἶπα πιό πρίν ὁ Χριστός ζεῖ μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο, ἐμεῖς κάνουμε κάτι ἄλλο πού δέν εἶναι αὐτό, ἄρα δέν ἔχουμε ζωή. Ἄρα ἡ ἁμαρτία τί εἶναι; Θάνατος. Αὐτό βέβαια ἐπειδή δέν ἔχει βιολογικά ἀποτελέσματα καί μεῖς μονάχα τά βιολογικά μετρᾶμε δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε. Γιατί πάρα πολλές φορές ἐμεῖς μή ἐμπιστευόμενοι τόν λόγο Του ἔχουμε μονάχα ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτά πού ὑποτίθεται βλέπουμε. Κι ὁ Χριστός κάνει συγκατάβαση στήν κατάσταση μας καί κάνει ἕνα θαῦμα σωματικά ἐντυπωσιακό (θεραπεία τοῦ Παραλύτου) γιά νά πιστοῦν οἱ ἄνθρωποι ὅτι τοῦ εἶχε προηγουμένως συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες. Καί ὁ Θεός συγχώρησε πρῶτα τίς ἁμαρτίες γιά νά καταλάβουμε ὅτι εἶναι βαρύτερο γεγονός ἡ ψυχική παράλυση ἀπό τήν σωματική. Ἐπειδή, λοιπόν, ἐμεῖς δέν βλέπουμε τό ἀποτέλεσμα τοῦ θανάτου, πού φέρνει στήν ψυχή μας ἡ ἁμαρτία, δέν μποροῦμε νά τό ζυγιάσουμε. Καί τό βλέπουμε ἐντελῶς ἀδιάφορα (καλά, ναί! . Ἔκανα λάθος… ἤ τί νά κάνεις ἄνθρωπος εἶσαι). Ἀπό κεῖ καί μετά τά πράγματα λειτουργοῦν ἐντελῶς στραβά.
Παλιότερα ἡ σχέση ἑνός ἀνθρώπου μέ τήν Ἐκκλησία δήλωνε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωή καί ὁ τρόπος της εἶναι κι ἐκεῖνος τρόπος ζωή. Γι᾿ αὐτό ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔκανε μιά ἁμαρτία ὁ πνευματικός, ὁ πρεσβύτερος τῆς μετανοίας ὅπως λεγόταν τότε, τί τοῦ ἔβαζε ὡς ἐπιτίμιο; Τοῦ ἔβαζε τό ἐπιτίμιο νά μή κοινωνήσει (ποιόν ἄνθρωπο ἀπασχολεῖ σήμερα τό νά μην κοινωνήσει; Μήπως καί τό ἀντιμετωπίζει καί ψιλοειρωνικά. Ἔ! Καλά μήπως καί μεταλαβαίνω; Μιά φορά τό χρόνο. Κι ἄν μοῦ ἀπαγορεύσεις νά μεταλάβω, χάθηκε ὁ κόσμος. Τοῦ χρόνου. Καλά νά εἴμαστε θά μεταλάβω τόν ἄλλο χρόνο). Εἴδατε πῶς ἔρχεται σιγά σιγά ἡ ἀλλοίωση καί τό ξέκομμα. Χριστιανός σήμαινε ἕνας ἄνθρωπος πού γιόρταζε τήν Ἀνάσταση κάθε Κυριακή· πήγαινε στήν Εὐχαριστία καί μετείχε στήν Εὐχαριστία· κι ἄν δέν πήγαινε τρεῖς φορές, χωρίς λόγο ὑγείας, ἡ Ἐκκλησία τόν ἀπέκοπτε ἀπό τό σῶμα της. Ποιόν ἀπασχολεῖ ἀπό μᾶς αὐτό τό θέμα τώρα; Ἀκόμα περισσότερο, ποιόν ἀπασχολεῖ τό γεγονός ὅτι τοῦ λέει ὁ πνευματικός μετά ἀπό μιά τέτοια ἁμαρτία δέν θα κοινωνήσει; Σάμπως κοινωνοῦσε πρίν, γιά νά μην κοινωνήσει μετά;
Συνεπῶς ἡ οὐσιαστική σχέση καί ἐκδήλωση ἦταν: Ὑπάρχουν οἱ προϋποθέσεις τοῦ τρόπου ζωῆς και αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς ἐκφράζεται μέ τήν μετοχή στήν Εὐχαριστία. Ὁ Χριστός εἶναι ζωή. Κοινωνόντας τί κάνουμε; Ἀποχτᾶμε ζωή καί μεῖς. Γι᾿ αὐτό ἡ ἁμαρτία μέ ἀποκόπτει ἀπό τήν ζωή καί ἐκδήλωση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ πνευματικός βάζει ἐπιτίμιο τό νά μή κοινωνήσω γιά ἕνα διάστημα. Καί μπαίνει τό θέμα: πόσο μᾶς πονάει αὐτό; Ἤ πόσο μᾶς ἀπασχολεῖ; Ἀφοῦ δέν ὑπάρχουν ὅλα τά προηγούμενα εἶναι μοιραίο νά μή μᾶς ἀπασχολεῖ καθόλου. Δέν ὑπάρχει ὁ Χριστός ὡς ζωή· ὁ ἄλλος τρόπος ζωῆς· δέν ὑπάρχει Εὐχαριστία στή ζωή μας· δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση τήν Κυριακή· τίς περισσότερες φορές ἀκόμη καί τά παιδιά μας γιά νά τά πείσουμε νά πάνε στήν Ἐκκλησία τούς λέμε ὅτι «πρέπει νά πᾶνε». Τί σημαίνει πρέπει; Γιατί πρέπει; Ἄμα δέν συνειδητοποιήσει ἀκριβώς αὐτό τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως στήν καθημερινότητα, γιατί θά πάει στήν Ἐκκλησία; Καί θά τό δεῖ, εἴπαμε στήν ἀρχή, στό πρόσωπο κάποιου ἄλλου. Αὐτοῦ πού τοῦ προτείνει τό νά πάει τήν Κυριακή στήν Ἐκκλησία.
Κοιτᾶμε κατάματα τήν ἁμαρτία μας τώρα. Καί ἔχουμε μιά διπλή δυνατότητα. Σέ πρώτη φάση, φυσικά μετανοιώνουμε, ἤ μερικές φορές μετανοιώνουμε γι᾿ αὐτό πού κάναμε. Πιστεύετε ὅτι αὐτό φτάνει; Γιατί μετανοιώνουμε; Γιατί ἀπ᾿ αὐτό πού κάναμε, μέσα μας γεννηθήκαν ἐνοχές· καί τύψεις. Αὐτό τό στάδιο, εἶναι ἕνα πολύ ἀρχικό στάδιο πού μπορεῖ πάρα πολύ εὔκολα νά διαστραφεῖ. Πῶς νά διαστραφεῖ; Νά γίνει ἕνα ἐγωιστικό μετάνοιωμα. Νά ἀρχίσουμε νά συχτιρίζουμε, ὅπως λέμε ἁπλά, τόν ἑαυτό μας γιατί κάναμε ἐμεῖς (ἐγώ νά κάνω τέτοιο πράγμα;), καί γέρνει τό βάρος ὄχι σ᾿ αὐτό πού ἔκανα, ἀλλά στό ἐγώ. Καί τελικά οἱ ἐνοχές λειτουργοῦν μονάχα ὡς ἕνα ἀνακουφιστικό «ξέσκισμα». Δέν λειτουργοῦν ὡς μετάνοια. Κυριολεκτικῶς σάν ἕνα ἀνακουφιστικό ξέσκισμα. Κάνουμε ἕνα ξέσκισμα τῶν σαρκῶν μας ἐντός εἰσαγωγικῶν τό ὁποῖο μᾶς δημιουργεῖ ἀνακούφιση. Καί συνεπῶς, ἕνα μετάνοιωμα. Δέν εἶναι μετάνοια. Ἡ ζωή ἡ ἀνθρώπινη εἶναι γεμάτη ἀπό ἕνα σωρό μετανοιώματα, τά ὁποία δέν φέραν τίποτα στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ἐκείνο τό σαρκαστικό ἀστείο πού λέει: τά λάθη εἶναι γιά νά ξαναγίνονται. Δέν γεννοῦν τίποτε ὅταν ἀντιμετωπιστοῦν μέ αὐτόν τόν στραβό τρόπο. Ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στήν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ πού προσδιορίζουν τό ὑγιές καί τό λάθος. Θά μιλήσουμε γι᾿ αὐτά ἀμέσως παρακάτω.
Τώρα ἄς δοῦμε: μετάνοια τί εἶναι; Μετάνοια σημαίνει ὅτι κατάλαβα ὅτι ἔφυγα ἀπό τήν ζωή καί τώρα εἶμαι στόν θάνατο. Καί τί πρέπει νά κάνω; Νά ἐπιστρέψω «ὅθεν ἐξήλθον» πού λέει, νά ξαναγυρίσω ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἔφυγα. Τί εἶναι αὐτό; Νά γυρίσω ξανά στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ποιος εἶναι ὁ πατέρας μου; Ὁ Χριστός. Θυμηθείτε τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου. Εἶναι τό 15 κεφάλαιο τοῦ Κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου. Διαβάστε το πολλές φορές. Ἔχει κι ἄλλα δύο παραδείγματα ἐκεῖ. Τήν παραβολή μέ τό πρόβατο πού χάθηκε στά βουνά καί τήν παραβολή μέ τή δραχμή πού εἶχε μιά κυρία καί τήν ἔχασε κλπ, καί τό τρίτο κομμάτι εἶναι ἡ παραβολή τοῦ ἀσώτου. Ἡ παραβολή περιγράφει ἀκριβῶς αὐτό τό σωστό τρόπο μετανοίας. Δηλαδή ἐπιστροφῆς στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ἄμα κανεῖς δέν τό κατανοήσει αὐτό ἀπό κεῖ καί μετά θά μείνει ἡ μετάνοια ἀκριβῶς ἕνα νοσηρό μετάνοιωμα καί δέν θ᾿ ἀλλάξει τίποτα. Θά συχτιρίσουμε τόν ἑαυτό μας πολλές φορές καί θά μείνουμε ἐκεῖ πού εἴμαστε. Ἐνῶ ἡ μετάνοια σημαίνει ἐπιστρέφω ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου ἔφυγα. Ἐπιστρέφω ξανά στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἀναγνωρίζω τόν πατέρα μου ὡς ζωή καί ἐπιστρέφω σ᾿ Αὐτόν, γιατί μένοντας μακρυά του πεθαίνω. Καί εἶπα πιό πρίν ὑπάρχουν δύο πρόσωπα στήν ἱστορία τοῦ Χριστοῦ πού προσδιορίζουν τήν κατάσταση.Τόν ἕνα πρόσωπο εἶναι ὁ Ἰούδας καί τό ἄλλο πρόσωπο εἶναι ὁ Πέτρος. Φαντάζεστε ὅτι ὁ Ἰούδας ἦταν ἕνας ἀναίσθητος καί ἀσυνείδητος ὁ ὁποίος ἐν ψυχρῷ πῆγε καί Τόν πρόδωσε. Γιατί αὐτοκτόνησε; Ἀναίσθητοι ἄνθρωποι δέν αὐτοκτονοῦν. Ἄν θέλετε εὐαίσθητοι αὐτοκτονοῦν. Ἀλλά ἡ εὐαισθησία δέν σημαίνει ἀπαραιτήτως προσόν. Οὔτε εἶναι ποιότητα. Μπορεῖ νά εἶναι ἕνας ἐγωισμός ἐκλεπτυσμένος. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος μπαίνοντας σ᾿ αὐτήν τήν λογική τοῦ μετανοιώματος συχτήρισε τόν ἑαυτό του καί εἶπε: «Ἔλεος, ρέ, σύ. Τί ἔκανα; Γιά 30 δεκάρες πούλησα Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο ἔφαγα ψωμί κι ἀλάτι γιά τρία χρόνια. Γιατί; Μέ ξεχώρισε ἀπό τούς ἄλλους; Μοῦ συμπεριφέρθηκε σκάρτα; Καί γῶ πῆγα καί τόν πούλησα γιά 30 δεκάρες;» Καί πνιγμένος μεσά στίς ἐγωιστικές του τύψεις, στίς ἐνοχές πού γέννησε στήν ψυχή του αὐτή ἡ πράξη, ὁδηγήθηκε σέ ἕνα ἀδιέξοδο καί τό ἀδιέξοδο τόν ἔφερε στήν τραγωδία τῆς αὐτοκτονίας.
Ὁ Πέτρος εἶχε κάνει ἴσως χειρότερα πράγματα ἀπό τόν Ἰούδα. Ὁ Ἰούδας εἶχε κι ἕνα πάθος ὁ ἔρημος καί προσπαθώντας νά τό ἰκανοποιήση βρέθηκε σ᾿ αὐτή τή τραγωδία. Ὁ Πέτρος ὀρκιζόταν μπροστά στά κοριτσόπουλα, γέρος ἄνθρωπος, 50 χρόνων, ὅτι, μά τόν Θεό, δέν τόν ξέρω. Ἦταν αδιανόητο πρᾶγμα γιά Ἑβραῖο νά ὁρκιστεῖ. Θυμηθεῖτε τήν ἐντολή πού ἔλεγε «οὐ λήψει τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ». Καί τώρα μπροστά σέ ἕνα κοριτσόπουλο, μιά δούλη μικρή, πού τοῦ λέει «Α! καί σύ ἀπ᾿ αὐτούς παρέα τους εἶσαι. Σέ καταλαβαίνω καί ἀπό τήν ὁμιλία σου Γαλιλαίος εἶσαι», αὐτός νά ὁρκίζεται, νά καταναθεματίζει καί νά ὁμνύει, ὅτι δέν Τόν ξέρω. Μετά ἀπό τό γεγονός κι ἐκεῖνος βρέθηκε στήν ἴδια κατάσταση ἐνοχῶν. Ὅμως οἱ ἐνοχές του δέν μπῆκαν στό ἀδιέξοδο τῶν τύψεων τῶν προσωπικῶν. Κατάλαβε ὅτι ἔκανα τό λάθος τῆς ζωῆς μου. Ὅμως ἄν μείνω ἐδῶ τά πράγματα θά πᾶνε πολύ στραβά καί πρέπει νά ἐπιστρέψω στό σπίτι τοῦ πατέρα μου. Ὁ ἕνας εἶχε τύψεις καί μετανοιώματα, ὁ ἄλλος εἶχε μετάνοια σωστή καί ἐπιστροφή. Γιατί μετάνοια ἀκριβῶς αὐτό σημαίνει: τήν ἐπιστροφή στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, ἐκεῖ ἀπ᾿ ὅπου ἔφυγα.Ἄν αὐτό δέν τό καταλάβουμε, δέν θά μπορέσουμε νά περπατήσουμε μέσα μας τήν μετάνοια. Εἶναι μοιραίο ὅτι στήν ἀρχή, ὅταν κανείς κάνει ἕνα λάθος, θά γεννηθεῖ μέσα στήν ψυχή του ἐνοχικό βίωμα, ἐνοχικό αἰσθημα. Θά καταλάβει ὅτι εἶναι ἔνοχος. Ὅταν αὐτό ὅμως δέν καλλιεργηθεῖ οὔτως ὥστε ἀπό ἐνοχή, ἐγωιστική ἄν θέλετε μερικές φορές, ἀπό ἕνα στείρο μετάνοιωμα πού δέν γεννάει τίποτα δέν μεταφερθεῖ στό νά γίνει μιά μετάνοια, πού σημαίνει νά καταλάβω ὅτι αὐτό πού ἔκανα ἦταν θάνατος καί λάθος καί κάτι πού ἐμένα, ὄχι τόν Θεό, ζημιώνει. Ἀπό τήν ἁμαρτία μου δέν ζημιώνεται κανείς ἄλλος παρά μόνον ἐγώ, τότε κινδυνεύει γι᾿ ὅλα τά ἐνδεχόμενα.
Πάρα πολλές φορές ἐμεῖς μέσα στό μυαλό μας πιστεύουμε ὅτι ἡ θρησκευτική ζωή ἀφορά τόν Θεό καί ἡ ἁμαρτία πάλι ἀφορᾶ τόν Θεό. Εἶναι λάθος αὐτό. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι θεραπευτήριο καί ἡ ἀρρώστια εἶναι δική μας καί μπήκαμε ἐκεῖ γιά νά θεραπευτοῦμε. Ὁ Γιατρός εἶναι ὑγιής, δέν τοῦ κάναμε χάρη πού μπήκαμε στό νοσοκομεῖο. Οἱ ἐντολές Του εἶναι τά φάρμακά μας. Οὔτε ὅταν πάρουμε τά φάρμακά μας τό κάνουμε γιά κείνον γιά νά εἶναι ἰκανοποιημένος. Ὁ Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο φανέρωσε τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας γιά νά θεραπευτοῦμε ἐμεῖς. Ἐμεῖς πολλές φορές φανταζόμαστε ὅτι κάνουμε εἴτε τήν νηστεία μας, εἴτε τόν κόπο μας, εἴτε τήν προσευχή μας ἤ ὁ,τιδήποτε ἄλλο γιά Κεῖνον. Καί μερικές φορές ὅτι μᾶς γυρεύει Ἐκείνος γιά δικό Του λογαριασμό καί ἀπαίτηση πράγματα. Ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι. Αὐτό εἶναι θεμελιακό λάθος.Δέν γυρεύει ὁ Γιατρός ἀπό μένα, ἀπό σᾶς, ἀπό ὁποιονδήποτε ἄρρωστο νά τηρήσει ἕνα τρόπο ἀγωγῆς θεραπευτικῆς ἐξαιτίας δικῆς του ἰδιοτροπίας, ἀλλά γιά νά θεραπευτεῖ ὁ ἄρρωστος.
Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί μές στήν Ἐκκλησία. Ἄμα αὐτά δέν ταξινομηθοῦν σωστά ὅπως εἶπα πιό πρίν δέν θά περάσουμε ποτέ ἀπό τήν ἐνοχή στήν μετάνοια καί ἀπό τήν μετάνοια στό νά ἐπιστρέψουμε στό σπίτι τοῦ πατέρα μας. Νά καταλάβουμε ὅτι αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς, ἡ ἁμαρτία, μᾶς ἀποκόπτει ἀπό τόν Ζωή. Ἡ θρησκευτική ζωή δέν εἶναι σκέψεις. Ἄλλοτε καλές, ἄλλοτε λιγότερο καλές, ἄλλοτε ἐνοχικές, ἄλλοτε μετανοιώματα, ἤ εἶναι συναισθήματα! Πάω σέ μία Προηγιασμένη πού εἶναι μισοσκότεινα, εἶναι πολύ ὄμορφα, ξεκουράζεται κανείς. Πάω σέ ἕνα ἑσπερινό εἶναι ἥσυχα καί κατανυκτικά, γαληνεύω. Μέ αὐτά θά μποῦμε σέ μία λογική ἀνακουφιστική, ἄν τά δέχτοῦμε, πού μπορεῖ νά εἶναι χρήσιμη μερικές φορές, ἀλλά δέν εἶναι ἀπολύτως ὑγιῆς. Πολλές φορές οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν νά ἐξομολογηθοῦν ὑπό τό βάρος τῶν ἐνοχῶν τους κι ὅταν ποῦνε αὐτό πού ἔχουν λένε ἄχ! Ἀνακουφίστηκα. Ἤ προτρέποντας κάποιον νά πάει νά ἐξομολογηθεῖ τοῦ λένε: Πήγαινε νά ἐξομολογηθεῖς, μετά θά αἰσθανθεῖς νά πετᾶς. Θά αἰσθάνεσαι πάρα πολύ ἄνετα. Μπορεῖ κι αὐτά νά συμβαίνουν πολλές φορές, ἀλλά ξέρετε καί σέ ψυχολόγο νά πηγαίνατε πάλι θά «πετάγατε» καί πάλι θά αἰσθανόσασταν ἀνακούφιση. Τό θέμα ὅμως τῆς μετανοίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς, δέν εἶναι ἔνας ψυχολογισμός τό πῶς αἰσθάνθηκα. Γιατί ἡ θρησκευτική ζωή δέν εἶναι συναισθήματα. Εἶναι ρεαλιστική ζωή. Εἶναι καθημερινότητα. Εἶναι τρόπος ζωῆς. Ἄμα αὐτό δέν τό συνειδητποιήσουμε δέν θά μπορέσουμε νά τήν ἀγαπήσουμε σωστά. Μετά θά ψάχνουμε πῶς θά ἀνακουφιστοῦμε, ἀλλά ἡ ἀνακούφιση δέν σημαίνει ὁπωσδήποτε ἀλλαγή. Μετάνοια σημαίνει ἄλλαξα τήν ζυγαριά πού ζυγιάζω τά πράγματα. Αὐτό πού θεωροῦσα κέρδος, κατάλαβα ὅτι ἦταν ζημιά καί τό πετάω.
Μπορεῖ κανείς καμμιά φορά ἀδελφοί μου νά ἐξομολογηθεῖ ἀκόμη ἀπό ἐγωισμό, γιά νά τακτοποιήση τίς σχέσεις του μέ τόν Θεό, ὄχι γιά νά ἀλλάξει. Πάρα πολλές φορές οἱ παπάδες ἀκοῦν τήν προτροπή: διάβασέ μου παπούλη μιά εὐχή. Νά τήν κάνεις τί; Τί θά πεῖ διάβασέ μου μιά εὐχή; Ὑπέρ τίνος; Ἔχουμε ἀκριβῶς μιά μπερδεμένη σχέση καί μιά εὐχή θά τήν τακτοποιήση καί θά κοιμόμαστε πιό ἤσυχα; Δέν εἶναι αὐτό μετάνοια. Δέν εἶναι ὁ λόγος νά γίνει κάποιος χριστιανός, ἤ νά μπεῖ στήν Ἐκκλησία, τό νά αἰσθανθεῖ καλύτερα. Εἶναι νά συνειδητοποιήση τί εἶναι ζωή καί τί εἶναι θάνατος καί νά μάθει σιγά σιγά νά προτιμάει τήν ζωή.Πού εἶναι τά δύσκολα; Ὅτι μάθαμε ἀνάποδα. Καί φανταζόμαστε τόν θάνατο ζωή. Καί τήν ἁμαρτία κέρδος. Καί μέχρι νά μάθουμε τό σωστό εἶναι δύσκολα. Καί μέχρι νά τό περπατήσουμε, ἀκόμη πιό δύσκολα. Καί μέχρι νά τό σταθεροποιήσουμε ἀκόμη περισσότερο. Γι᾿ αὐτό ἐξομολογούμαστε πολλές φορές. Γιατί πολλές φορές κάνουμε τά ἴδια λάθη. Εἶναι ἐκείνο πού λέει ὁ ἅγιος ἐκεῖ στό Γεροντικό: Πάτερ κάνω τά ἴδια πράγματα, τά εἶπα μιά φορά τά ξαναέκανα. Τά ξαναείπα, τά ξαναέκανα. Πόσες φορές θά γίνει αὐτό; Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ ἅγιος: μέχρι πού νά σέ βρεῖ ὁ Θεός ὄρθιο. Ἐμεῖς πολλές φορές ἀπό ἐγωισμό, ὁ ἐγωισμός χώνεται παντοῦ, λέμε: πάλι τά ἴδια θά πάω νά πῶ; Ἀμάν. Θά μ᾿ ἔχει βαρεθεῖ κι ὀ παπᾶς. Ἐνῶ τό πρόβλημα ἀκριβῶς δέν εἶναι ἄν σέ βαρέθηκε ἤ δέν σέ βαρέθηκε ὁ παπᾶς. Τό θέμα δέν εἶναι νά ἀκούει νέα καί ἐντυπωσιακά πράγματα ὁ παπᾶς. Τό πρόβλημά εἶναι νά βοηθήσει κάποιον νά μάθει νά περπατάει. Ἄλλωστε αὐτός εἶναι καί ὁ λόγος νά ἔχω πνευματικό. Τί σημαίνει ὅτι ἔχω πνευματικό; Εἴδατε τί γίνεται στά γήπεδα. Ὅλοι οἱ ἀθλητές ἔχουν ἕνα προπονητή. Ὁ προπονητής τούς βοηθάει νά μάθουν σωστά τό ἄθλημα μέ τό ὁποῖο ἀσχολούνται. Καί ὁ πνευματικός κάθε χριστιανοῦ ἀκριβῶς αὐτό τό λόγο ἔχει. Κανέναν ἄλλο. Νά τόν βοηθήσει νά μάθει σωστά τόν τρόπο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.
Τό πρόβλημα δέν εἶναι νά ἔχουμε καλό πρόσωπο στόν πνευματικό ἤ μή μᾶς κακοχαρακτηρίσει. Δέν εἶναι ἐκεῖ τό ζητούμενο. Ἡ σχέση δέν εἶναι ἀνθρωποκεντρική. Δέν κάναμε ἕναν πνευματικό γιά νά μᾶς λέει μπράβο, τί καλά πού τά ᾿κανες, τί καλά πού τά ᾿πες, εἶσαι μιά χαρά! Καί ἀπό τήν ἄλλη, ἐμεῖς νά πνιγόμαστε στήν ντροπή: πῶς τώρα θά πάω νά τοῦ πῶ ξανά, ξέρεις ἔκανα αὐτό κι αὐτό.
Ἄλλωστε ὅσο πιό εἰλικρινείς εἶναι κανείς τόσο πιό γρήγορα περπατάει. Γιατί; Τί ἐμποδίζει τό περπάτημα; Τό βάρος. Εἴτε χοντρός εἶναι κανείς σάν ἐμένα, εἴτε βάρος κουβαλάει στήν πλάτη, αὐτό ἐμποδίζει τό περπάτημα. Ὅσο κανείς ἐξομολογεῖται εἰλικρινῶς τόσο λιγότερο βάρος κουβαλάει στήν πλάτη, ἆρα τόσο πιό γρήγορα περπατάει. Τά πράγματα ἀρμοδένονται σέ μία λογική συνέχεια. Ὅταν τά κατανοήσουμε στήν σωστή τους βάση, ἀπό κεῖ καί μετά θά τά περπατᾶμε μιά χαρά. Ἀκόμα καί τό λάθος μας θά γίνεται ἀφορμή γιά νά τοποθετηθοῦμε σωστότερα. Γι᾿ αὐτό ὑπάρχει ἐκείνη ἡ κουβέντα πού λέει ἕνας παλαιός ἅγιος «μακάρια ἁμαρτία», γιά τήν ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ. Γιατί ἔγινε ἀφορμή, λέει ἐκεῖνος βέβαια, γιά νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός. Ἀλλά ἀνεξάρτητα ἀπό αὐτό μερικές φορές μπορεῖ κανείς νά κάνει ἕνα λάθος ἤ μία ἁμαρτία καί αὐτό νά τόν μεγαλώσει. Ἄν τό δεῖ σωστά μπορεῖ νά τόν μεγαλώσει. Ἄν τό δεῖ λάθος μπορεῖ νά κολλήσει. Καί κεῖ εἶναι τό πρόβλημα γιά τό ὁποῖο δέν πρέπει κανείς νά χρονίζει σέ κατάσταση ἁμαρτίας. Γι᾿ αὐτό λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ἕως τό σήμερον καλεῖται· μετανοήσατε ἵνα μή σκληρήνῃ ὑμᾶς ἡ ἁμαρτία». Ἐνώ ἔχετε ἀκόμα στά χέρια σας τήν σημερινή ἡμέρα ζωῆς, ἀλλάξτε τρόπο ζωῆς, λέει, γιά νά μή σᾶς σκληρήνει ἡ ἁμαρτία καί μετά εἶναι δύσκολες οἱ κινήσεις ἐλευθερίας. Ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, πού εἶναι καί δικός μας ἅγιος, ἔζησε στήν Γαλλία, ὁ ἅγιος Μαρτῖνος. Γιά μᾶς εἶναι λιγάκι ἄγνωστος, ἀλλά δέν ἔχει σημασία. Αὐτός, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ἦταν στρατιωτικός πρῶτα. Εἶχε γίνει ἕνα θαῦμα στή ζωή του μέ τόν Χριστό. Τύλιξε ἕναν γυμνό νεκρό μέ τήν κάπα του καί ὁ Χριστός μετά τοῦ παρουσιάστηκε φορῶντας τήν κάπα πού εἶχε δώσει στόν γυμνό ἐκεῖνος. Αὐτός, λοιπόν, ἀργότερα ἔγινε ἐπίσκοπος στήν Τουρώνη ὅπως λεγόταν τότε, τήν σημερινή Τούρ τῆς Γαλλίας. Αὐτός, λοιπόν, στά γεράματά του, ὄντας Δεσπότης τῆς περιοχῆς, εἶχε τήν χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἔκανε θαύματα. Ὅπως ξέρετε, ἔξω ἀπό τίς ἐκκλησίες μαζεύονται ζητιάνοι. Ὅταν , λοιπόν, μετά τήν Λειτουργία ἔβγαινε ὁ Δεσπότης ἀπό τόν ναό, παρουσιαζόταν τό ἐξῆς ἀπίθανο θέαμα: ἕνας κουτσός, μόλις συνειδητοποιοῦσε ὅτι βγαίνει ὁ Δεσπότης, ἔφευγε τρέχοντας. Οἱ ἄνθρωποι λέγανε: Μά τί στό καλό κάνει αὐτός; Μόλις ὁ Δεσπότης πάει νά βγεῖ ἀπό τήν ἐκκλησία ὁ κουτσός φεύγει τρέχοντας. Κάποια, λοιπόν, μέρα οἱ παπάδες τόν πιάσανε καί τοῦ λένε: Καλά γιατί ὅταν βγαίνει ὁ Δεσπότης φεύγεις τρέχοντας. Καί ἀπαντάει αὐτός: Τί λέτε; Νά βγεῖ ὁ Δεσπότης νά μέ δεῖ καί νά μέ κάνει καλά; Μετά πῶς θά ζητιανεύω;Τραγωδία! Ἔτσι εἴμαστε καί μεῖς. Μή τά ψάχνετε. Καί μεῖς φοβόμαστε νά μή μᾶς κάνει καλά ὁ Χριστός καί μετά θά μᾶς λείψει ἡ «πνευματική ζητιανιά» στήν ἁμαρτία. Συνηθήσαμε στήν κατάστασή μας καί δέ θέλουμε οὔτε ὁ Χριστός νά μᾶς τήν ἀλλάξει. Βέβαια δέν εἴμαστε κουτσοί σάν τόν ζητιάνο τοῦ ἁγίου Μαρτίνου, ἀλλά ἔχουμε ἄλλα προβλήματα, τά ὁποία τά κουβαλᾶμε στόν ἐσωτερικό μας χῶρο καί εἶναι ἀκόμα χειρότερα. Γιατί εἶναι πιό δύσκολα. Τό νά ἔχουμε μιά ἐξωτερική ἀναπηρία εἶναι καί ἔλεος καμιά φορά ἀπό τόν Χριστό. Τά ἐσωτερικά εἶναι τά πιό δύσκολα.Στόν προφήτη Ἱεζεκιήλ ὑπάρχει τό ἐξῆς τό ὁποῖο φανερώνει τήν κατάστασή μας. Μία ἡμέρα ὁ Θεός εἶπε στόν προφήτη Ἱεζεκιήλ: πήγαινε νά πετάξεις τά εἴδωλα ἀπό τόν ναό. Λέει: Κύριε, δέν ὑπάρχουν εἴδωλα στόν ναό. Τοῦ λέει: Δέν ὑπάρχουν εἴδωλα στόν ναό; Ἔλα ἐδῶ νά σέ πάω στόν ναό. Τόν πηγαίνει, μπαίνουν μέσα στόν ναό καί ὁ Ἱεζεκιήλ τοῦ λέει: Κύριε δέν ὑπάρχουν εἴδωλα πουθενά. Τοῦ λέει: Κοίταξε κατά τόν Βορρά. Κοίταξε ὁ Προφήτης. Τοῦ λέει: βλέπεις αὐτή τήν τρύπα ἐκεῖ πού ἔχει ὁ τοίχος. Ναί. Ὄρυξον αὐτή. Δηλαδή ἄνοιξέ την. Τήν ἄνοιξε καί ὁ προφήτης ἔμεινε ἔκπληκτος γιατί ἀπό μέσα ὑπήρχε ἕνας χῶρος στόν ὁποῖο ὑπήρχαν «μάταια καί βδελύγματα» ὅπως λέει τό κείμενο. Δηλαδή ὑπῆρχαν εἰδώλια ψευδῶν θεῶν βδελυκτά στό Θεό. Ἦταν εἴδωλα πού κάποιοι παλιότεροι τά εἶχαν ἀκόμη καί μέσα στόν ναό τοῦ Θεοῦ κρύψει. Ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι καθένας ἀπό μᾶς. Βαπτιζόμενος γίνεται ναός τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: ὁ καθένας ἀπό μᾶς εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ καί ὅποιος μέ τήν ἁμαρτία φθείρει τόν ναό τοῦ Θεοῦ θά ᾿χει προβλήματα μετά στή σχέση του μέ τόν Θεό. Ἔ! Λοιπόν καί κεῖ μέσα στόν ναό μερικές φορές ὑπάρχουν μάταια καί βδελύγματα. Καί μέσα στήν δική μας καρδιά χρειάζεται σκύψουμε καί νά δοῦμε τί κουβαλάμε καί νά πᾶμε παραμέσα. Νά δοῦμε: εἶναι καθαρά τά πράγματα ἤ ἔχουμε μάταια καί βδελύγματα; Καί ἄν ἔχουμε εἰλικρίνεια θά καταλάβουμε αὐτό πού λέει ὁ ψαλμός 103 πού διαβάζουμε σέ κάθε ἑσπερινό: Θά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ καρδιά μας εἶναι θάλασσα μεγάλη καί εὐρύχωρος ἐκεῖ ἑρπετά ὧν οὔκ ἐστιν ἀριθμός. Καί τά ἑρπετά φυσικά δέν εἶναι τά διακοσμητικά κατοικίδια! Οἱ ἄνθρωποι τώρα ἔχουν διαστραφεί καί μαζεύουν τά ἐρπετά καί τά χαϊδεύουν. Μαζεύουν κροκοδειλάκια, ποντικάκια… Ὅτι θέλουν. Αὐτά οἱ ἄνθρωποι παλαιότερα, ὄντας ὑγιῶς τά θεωροῦσαν ἀπαράδεκτα. Θάλασσα λοιπόν εἶναι ἡ καρδιά μας μερικές φορές γεμάτη ἐρπετά.Πῆγαν στόν ἅγιο Ποιμένα, κάποιοι χριστιανοί. Τόν ρωτήσανε τί χρειάζεται κανείς γιά νά γίνει χριστιανός. Τί ἔχει ἀνάγκη γιά νά μπορέσει νά γίνει χριστιανός; Καί κεῖνος εἶπε: Οὐ δεόμεθα τινος, εἰ μή νηφούσης διανοίας. Δηλαδή. Δέν χρειαζόμαστε τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό ἕνα μυαλό τό ὁποῖο ἀντιλαμβάνεται τί συμβαίνει γύρω του. Νήφει. Εἶναι νηφάλιο, δηλαδή, νά μπορεῖ νά καταλαβαίνει τί συμβαίνει γύρω του. Αὐτό χρειάζεται, λέει, κανείς γιά νά σωθεῖ.
Ἐμεῖς πιστεύουμε πολλές φορές ὅτι ἡ μετάνοια σημαίνει θά τά πῶ καί θά τελειώσουν. Ὄχι. Θά τά πῶ καί θά τά παραγράψει ὁ Χριστός, ἀλλά δέν θά τελειώσουν. Οἱ συνεπαγωγές μιᾶς ἁμαρτίας θά ὑπάρχουν καί θά εἶναι ἀπαραίτητος ἀγῶνας γιά νά ἐλευθερωθοῦμε. Συγχώρηση σημαίνει παραγραφή τοῦ χρέους ἀλλά δέν σημαίνει γίνομαι πλούσιος!Δηλαδή, ἔπεσα καί ἔσπασα τό πόδι μου. Ἄν αὐτό εἶναι ἁμαρτία, τό λέω μεταφορικά, καί πάω στόν Χριστό καί τοῦ λέω ἔσπασα τό πόδι μου. Μοῦ λέει ἐντάξει. Ἐγώ τό παραγράφω, τό παραβλέπω. Ἀλλά πρέπει ἐσύ νά μάθεις νά κάνεις ὑπομονή καί νά προσέχεις τό τσάκισμα μέχρι νά κλείσει. Γιατί ἄν κάνεις ἐξ αἰτίας τῆς δικής μου παραγραφῆς τόν «νταή», ὅτι τώρα περπατᾶς, θά πέσεις καί θά σπάσεις καί τό ἄλλο τό πόδι. Πάρα πολλές φορές ἡ μετανοιά μας εἶναι στρεβλή καί σ᾿ αὐτό τό σημεῖο. Φανταζόμαστε ὅτι ἡ παραγραφή τῆς ἁμαρτίας ἀπό τόν Χριστό σημαίνει ὅτι δέν θά πρέπει νά ὑλοποιήσουμε δυναμικά τήν ἀπόφαση τῆς ἀλλαγῆς.
Ἄλλωστε αὐτό εἴπαμε καί πιό πρίν σημαίνει μετάνοια. Ἡ ἁγία Μαρία ἡ αἰγυπτία προβάλλεται στά μάτια τῶν χριστιανῶν, ἀπό τήν Ἐκκλησία γι᾿ αὐτό καί μόνο τό λόγο. Γιά τόν δυναμισμό μιᾶς μετανοίας, ἡ ὁποία σημαίνει ὑπομονή, ἐπιμονή καί ἀγάπη τοῦ κόπου. Ὅλα αὐτά πάντα ἦταν δύσκολα, νά εἴμαστε ρεαλιστές, στή σημερινή ἐποχή εἶναι καί ἀπεχθῆ. Κανείς δέν ἀκούει εὔκολα τήν λέξη ὑπομονή. Τήν λέξη ἐπιμονή ἀπό ἐγωισμό καμιά φορά τήν ἀκούει. Ἀλλά ἀπό κεῖ καί μετά ἀκόμη πιό δύσκολα φεύγει ἀπό μία ψυχολογική διάθεση νά μπεῖ, στό ὅτι πρέπει ἡ ζωή του νά προσαρμοστεῖ πλήρως, καί νά εὐθυγραμμιστεί μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γιατί ζωή εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ θάνατος εἶναι ἡ ἁμαρτία.
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Άγιος Νικόλαος – «Τη πτωχεία τα πλούσια»
Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Δεκεμβρίου, 2009
Σήμερα που η Εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Νικόλαο, επίσκοπο Μύρων της Λυκίας τον θαυματουργό, και όλοι μας λίγο- πολύ σιγοψάλλουμε το απολυτίκιό του, μου δίνεται η αφορμή, αγαπητοί μου αδελφοί, να πιαστώ από ένα στίχο αυτού του θαυμάσιου τροπαρίου, και να αναφερθώ σε κάποιες πτυχές της ζωής του Αγίου Νικολάου, παραλληλίζοντάς τες με τη σημερινή πραγματικότητα και τα προβλήματα που την διέπουν.
Γράφει λοιπόν ο συνθέτης του τροπαρίου ότι ο Άγιος Νικόλαος απέκτησε “τη πτωχεία τα πλούσια”. Και αυτό ίσως στους περισσότερους να φαίνεται ως οξύμωρο σχήμα. Θα πρέπει όμως εδώ να προσδιορίσουμε ποια πτωχεία και ποια πλούτη υπονοούνται. Όταν αναφερόμαστε στον πλούτο ο νους μας αυτόματα πηγαίνει στα πολλά χρήματα που εξασφαλίζουν μια πολυτελή, άνετη διαβίωση. Και παρατηρούμε με λύπη και απαισιοδοξία, την ‘αταξία’ ή αν θέλετε την ‘αδικία’ που επικρατεί στην κοινωνία, ως προς την κατανομή αυτού του πλούτου, φαινόμενο ωστόσο πανανθρώπινο και διαχρονικό, που η εμφάνισή του και η πορεία του συνοδεύει αυτές του ανθρώπου.
Μας διαφεύγει όμως ή δεν θεωρούμε ότι πλούτος εκτός από τα χρήματα είναι και οι άλλες δωρεές του Θεού, όπως η ευφυΐα, η δύναμη του λόγου, η έφεση στα γράμματα και τις μελέτες, η καλλιφωνία, η κλίση στη μουσική και τις άλλες καλές τέχνες, και εν γένει όλα αυτά που με μια λέξη τα ονομάζουμε “χαρίσματα”, δηλαδή δώρα της αγάπης του Θεού προς τον καθένα μας. Έτσι λοιπόν ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του πλούτο που απαρτίζεται από μερικά στοιχεία από όσα αναφέραμε και σε βαθμό που ποικίλλει από τον ένα στον άλλο.
Υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή πλούτου, που σε αντιδιαστολή με τις δύο προηγούμενες είναι και ο μόνος που συνοδεύει τον άνθρωπο στην αιωνιότητα. Είναι τα πνευματικά πλούτη, αυτά που κανένας εξωγενής παράγοντας δεν μπορεί να μας στερήσει, οι εν ουρανοίς θησαυροί μας, οι άφθαρτοι και αιώνιοι, με λίγα λόγια οι αρετές.
Η αγάπη προς το Θεό που εκφράζεται με την ανιδιοτελή προς τον πλησίον αγάπη, η αγαθοσύνη στις σκέψεις και τις πράξεις, η πραότητα της καρδιάς και ψυχική ηρεμία ακόμα και τις φορές που η τρικυμία εισβάλλει στη ζωή μας, η συμπάθεια στον πόνο του άλλου που δεν εκδηλώνεται με μια έκφραση οίκτου αλλά με ενεργή συμπαράσταση και προσφορά, η επιείκεια προς αυτούς που ξεφεύγουν από τον ίσιο δρόμο που πηγάζει από την αυτογνωσία και την αναγνώριση των δικών μας σφαλμάτων, η μακροθυμία που ισοδυναμεί με την συγχωρητικότητα προς όλους ανεξαιρέτως όσους μας έχουν αδικήσει, η αληθινή φιλανθρωπία που ενεργείται μέσα στα πλαίσια της αγάπης και δεν επιδιώκει προβολή, έπαινο ή ανταπόδοση, όλα αυτά και ακόμη περισσότερα είναι λίθοι πολύτιμοι και συνιστούν τον ουράνιο πλούτο και θησαυρό μας. Έναν πλούτο που καλούμαστε να αποκτήσουμε και να τον προσαυξάνουμε καθημερινά.
Εδώ βρίσκεται και η αντίθεση της όλης υποθέσεως: Για να εξαγοράσουμε αυτό το θησαυρό και να τον κάνουμε κτήμα μας θα πρέπει να πτωχεύσουμε ως προς τις άλλες μορφές πλούτου που αναφέραμε. Αυτό άλλωστε είναι και το νόημα της φράσεως του υμνογράφου. Η πτωχεία στην οποία αναφερόμαστε δεν είναι η ένδεια και η στέρηση των αγαθών και δωρημάτων του Θεού, άλλα η ηθελημένη κένωση του πλούτου που ο καθένας μας έχει και η προσφορά του σ’ αυτούς που τον στερούνται. Η προσφορά υλικών αγαθών στους άπορους, η καλλιέργεια των ταλάντων και η προώθηση των πλούσιων καρπών τους προς όλους, η μετάδοση των γνώσεων και των εμπειριών μας σε αυτούς που δεν μπορούν να τις αποκτήσουν από μόνοι τους, η κάθε είδους ανιδιοτελής προσφορά που πηγάζει από το δικό μας πλεόνασμα και έρχεται να συμπληρώσει το υστέρημα των άλλων, είναι μορφές τέτοιων κενώσεων που εξασφαλίζουν την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και ταυτόχρονα εξαγοράζουν τους πολυπόθητους πνευματικούς θησαυρούς, όπως χαρακτηριστικά το περιγράφει ο Απ. Παύλος (β΄ Κορ. η΄, 7-15). Πρότυπο, μας λέει, τέτοιας κενώσεως είναι ο ίδιος ο Θεός “ότι δι ημάς επτώχευσε πλούσιος ών, ίνα υμείς τη εκείνου πτωχεία πλουτίσητε.
”Τέτοιο πρότυπο αποτελεί και ο σήμερα εορταζόμενος ΄Αγιος Νικόλαος, που προσέφερε τη ζωή του και τα προσωπικά του πλούτη, υλικά και μη, στην υπηρεσία της Εκκλησίας και τη διακονία των συνανθρώπων του, των ζωντανών εικόνων του Θεού.
Το φαινόμενο της άνισης κατανομής του πλούτου προβλημάτισε ανέκαθεν τον άνθρωπο. Αυτή τη δυσαρμονία προσπάθησαν πολλοί να την εξισώσουν, είτε μεμονωμένοι άνθρωποι, κυρίως όμως τα ποικίλα κοινωνικοπολιτικά σχήματα και ιδεολογίες. Αποτελεί όμως κοινή των πάντων διαπίστωση ότι, παρά τις όποιες προσπάθειες, απέτυχαν. Απέτυχαν διότι ήταν βασισμένοι στον ανθρώπινο παράγοντα και προσπάθησαν να επιβάλλουν την επιθυμητή ισορροπία. Το στοιχείο όμως που θα εξασφαλίσει την επιτυχία σε κάθε τέτοιο εγχείρημα είναι ο Θείος Νόμος που μας υπαγορεύει την εκούσια πτωχεία, πράγμα που τόσο πολύ έχουμε παραθεωρήσει στην υλόφρονα και εγωκεντρική εποχή μας.
Άλλωστε, όπως ο ίδιος ο Κύριός μας ο Ιησούς Χριστός είχε πει, αυτό για το οποίο θα πρέπει να φροντίζουμε και να μεριμνάμε, είναι οι επουράνιοι θησαυροί, οι οποίοι δεν καταστρέφονται από την σήψη και δεν κλέπτονται από ληστές, αλλά παραμένουν αναλλοίωτοι εις τον αιώνα. Αμήν.
Πηγή:http://xerouveim.blogspot.com/2009/12/blog-post_03.html
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Ανεξιχνίαστες οι βουλές του Κυρίου
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Δεκεμβρίου, 2009
Κάποιος Αββάς, που ασκήτευε και είχε παρρησία στο Θεό, τον παρακαλούσε με δάκρυα να του φανερώσει τον τρόπο που ο Θεός κρίνει και αποφασίζει σε κάποιες περιπτώσεις και που οι άνθρωποι δεν τον κατανοούν, αλλά νομίζουν ότι πρόκειται για παράξενα πράγματα.
Ο Θεός όμως για πολύ καιρό δεν ήθελε να του φανερώσει τίποτε, επειδή ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να γνωρίσει και να καταλάβει τα μυστήρια του Θεού. Ο ασκητής πάλι δεν έπαυε νύχτα και μέρα να κάνει τη σχετική δέηση. Μια μέρα λοιπόν ο Θεός, θέλοντας να τον πληροφορήσει, έβαλε στην καρδιά του το λογισμό να πάει να δει ένα γέροντα ασκητή, που βρισκόταν σε άλλο τόπο, όπου για να φτάσει κανείς έπρεπε να περπατήσει πολλές μέρες.
Σαν άρχισε λοιπόν την πορεία ο ασκητής, έστειλε ο Θεός στο δρόμο του έναν άγγελο με μορφή νέου καλόγηρου, που τον χαιρέτησε με το “ευλόγησον, πάτερ”. Ο γέρων ασκητής αποκρίθηκε: «ο Θεός να σε συγχωρήσει, τέκνον μου». Τότε ο άγγελος ρώτησε το γέροντα· «που πηγαίνεις, Αββά;» και ο γέρων απάντησε· «πηγαίνω στον τάδε ασκητή να τον δω». Κι ο άγγελος είπε «κι εγώ εκεί πηγαίνω κι ας προχωρήσουμε μαζί».
Αφού περπάτησαν οι δυο τους την πρώτη μέρα, έφθασαν το βράδυ σ’ ένα χωριό και κατέλυσαν στο σπίτι ενός ευλαβούς και φιλόξενου άνθρωπου, που τους φιλοξένησε. Μάλιστα έφερε στην τράπεζα ένα δίσκο ασημένιο. Την ώρα που επρόκειτο να αναχωρήσουν, πήρε ο Άγγελος το δίσκο κρυφά, τον πέταξε στον αέρα και ό δίσκος χάθηκε. Ο γέρων, σαν το είδε αυτό, λυπήθηκε, όμως δεν είπε τίποτε.
Τη δεύτερη μέρα έφθασαν σε ένα άλλο χωριό, όπου τους περιποιήθηκε φιλόξενα ένας πολύ ευλαβής Χριστιανός. Αυτός είχε ένα μονάκριβο γιο και τον έφερε να τον ευλογήσουν και να του δώσουν την ευχή τους. Ο Άγγελος όμως, την ώρα που επρόκειτο να φύγει μαζί με τον ασκητή, έπιασε το παιδί από το λαιμό και το έπνιξε. Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα ο γέρων δοκίμασε μεγάλη έκπληξη και τρόμαξε, αλλά και πάλι δε μίλησε.
Αφού περπάτησαν και την τρίτη ημέρα, έφθασαν σ’ ένα άλλο μέρος, αλλ’ επειδή δε βρήκαν κανέναν να τους υποδεχθεί κάθισαν σε μια αυλή που είχε ένα τοίχο έτοιμο να πέσει. Ο Άγγελος σηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε, τον γκρέμισε και τον ξανάκτισε αμέσως από τα θεμέλια.Αντικρίζοντας κι αυτό το τελευταίο ο γέροντας δεν μπόρεσε πλέον να σιωπήσει, αλλά άρχισε να του λέει· σε εξορκίζω στο όνομα του Θεού του Υψίστου να μου πεις την αλήθεια. Τί είναι αυτά που έκανες; Άγγελος είσαι ή δαίμονας; Αυτά που έκανες δεν είναι έργα ανθρώπου. Κι όταν ο Άγγελος ρώτησε “τί έκανα;”, ο γέροντας είπε· χθες και προχθές, που μας δέχθηκαν εκείνοι οι φιλόχριστοι άνθρωποι και μας φιλοξένησαν, εσύ του μεν ενός πήρες τον ασημένιο δίσκο και τον πέταξες στον αέρα και εξαφανίστηκε, του δε άλλου έπνιξες το γιό. Και εδώ, που ήρθαμε και δε μας πρόσφεραν καμιά περιποίηση ή φιλοξενία, καταπιάστηκες με το κτίσιμο και τους ευεργετείς.
Τότε του αποκρίθηκε ο Άγγελος· άκουσε, Αββά, κι εγώ θα σου φανερώσω την αλήθεια των πραγμάτων. Ο πρώτος που μας δέχτηκε είναι άνθρωπος θεοφιλής και δίκαιος και διοικεί τα υπάρχοντα του κατά τις εντολές του Θεού· εκείνος όμως ο ασημένιος δίσκος προερχόταν από άδικη κληρονομιά και για να μη χάσει κοντά σ’ αυτόν και το μισθό για τα καλά του έργα, με πρόσταξε ο Θεός να τον εξαφανίσω, ώστε να είναι η φιλοξενία του καθαρή και απαλλαγμένη από ανομία. Ο άλλος πάλι, που μας φιλοξένησε, είναι ευλαβής και ενάρετος άνθρωπος και αν ζούσε εκείνος ο γιος του, επρόκειτο να γίνει όργανο του σατανά και να διαπράξει πολλά κακά, που θα έκαναν να λησμονηθούν τα καλά έργα του πατέρα του. Γι’ αυτό όρισε ο Θεός να πεθάνει κι εκείνος έτσι μικρός, για να σωθεί και η δική του ψυχή και του πατέρα του. Τότε ο γέροντας είπε· όλα αυτά τα έκανες καλά, τί έχεις όμως να πεις, για την τελευταία περίπτωση; Και ο Άγγελος απάντησε· μάθε, Πάτερ, και γι’ αυτό, ότι ο νοικοκύρης αυτής της αυλής είναι κακός άνθρωπος και άδικος και θέλει να βλάψει πολλούς, αλλά δεν το μπορεί εξαιτίας της φτώχειας του.
Ο παππούς του, όταν έκτιζε αυτό τον τοίχο, έκρυψε μέσα σ’ αυτόν χρήματα πολλά, κι αν τον είχα αφήσει να πέσει, ο κακότροπος αυτός ιδιοκτήτης, θέλοντας να τον κτίσει, θα εύρισκε μέσα στα κατεδαφισμένα υλικά αυτά τα χρήματα και θα τα χρησιμοποιούσε για να κάνει το κακό που ήθελε. Γι’ αυτό με πρόσταξε ο Θεός να στερεώσω τον τοίχο, για να μη βρει τα χρήματα ο κακός αυτός άνθρωπος, που επρόκειτο να τον χρησιμοποιήσει στις κακές του επιθυμίες και να βλάψει τους ανθρώπους. Και ξέρει ο Θεός πότε θα τον φανερώσει, σε άνθρωπο που πρέπει και που θα τον χρησιμοποιήσει σε καλά έργα.
Είδες λοιπόν πως κρίνει ο Θεός σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ζητούσες να μάθεις. Γι’ αυτό πήγαινε στο κελλί σου και μη σε μέλει για τα πράγματα του κόσμου, πώς και γιατί γίνονται· διότι τα κρίματα του Θεού είναι απροσμέτρητη άβυσσος, όπως είπε ο προφήτης, και οι ενέργειες Του ανεξιχνίαστες και ακατανόητες· και δεν μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τα πάντα με ακρίβεια. Πίστευε λοιπόν, Πάτερ, ότι ο Θεός είναι δίκαιος και δεν κάνει καμιά αδικία· όσα επιτρέπει και γίνονται, όλα δικαίως γίνονται.
Όταν άκουσε αυτά από τον Άγγελο ο ασκητής, δόξασε το Θεό και, αφού αποσύρθηκε στο κελλί του, στο εξής δεν εξέταζε τίποτε.
Γλωσσική απόδοση: Μαρίνα Στραβακου( Η διήγηση με τίτλο «Ιστορία περί τας διαφόρους κρίσεις του Θεού» από το βιβλίο Χρηστοήθεια του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)ΠΗΓΗ: ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ τ. 1 (1999
Πηγή:vatopaidi.wordpress.com/2009/08/27/mysterious-ways/#more-14307
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Η ουσία του Θεού και η γνώση του εκ μέρους μας
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Δεκεμβρίου, 2009
Μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό;
Να τον γνωρίσουμε; Και τι να γνωρίσουμε από το Θεό; Την ουσία, τη φύση, την τελειότητά του; Αδύνατο. Ως προς τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «Ἄπειρον τό θεῖον καί ἀκατάληπτον· καί τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καί ἀκαταληψία». Δηλαδή· άπειρος είναι ο Θεός και παντέλειος και σε εμάς τους ατελείς και πεπερασμένους ανθρώπους ακατάληπτος. Τούτο μόνο μπορούμε ως προς το Θεό να εννοήσουμε· ότι ακριβώς είναι άπειρος και ακατάληπτος και ο νους μας ως εκεί είναι αδύνατο να φθάσει. Και αλήθεια, πώς να φθάσει; Και πώς να τον γνωρίσουμε το Θεό; Πώς να εισέλθουμε εμείς στα βάθη της ουσίας του και να ερευνήσουμε τη φύση, τη σύσταση και υπόστασή του; Αδύνατο. Και είναι αδύνατο, διότι ο Θεός είναι ουσία και φύση νοερά και εμείς άνθρωποι σαρκικοί και γήινοι. Ο Θεός είναι άπειρος και εμείς πεπερασμένοι. Ο Θεός είναι τέλειος και εμείς ατελείς. Ο Θεός είναι ο δημιουργός μας και εμείς τα δημιουργήματά του. Πώς, λοιπόν, να χωρέσει το άπειρο στο πεπερασμένο και να γνωρίσει το ατελές το τέλειο, το δημιούργημα το δημιουργό του; «Ὁ Θεός ἡμῶν ἀπρόσιτος καί τῷ νῷ ἡμῶν ἀχώρητος». Ούτε να τον πλησιάσουμε τόσο κοντά μπορούμε, για να τον γνωρίσουμε στην εντέλεια, ούτε ο μικρός και στενός και περιορισμένος νους μας μπορεί να χωρέσει τον άπειρο και παντέλειο Θεό.
Αυτό εννοεί και η Αγία Γραφή, όταν λέγει· «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ιωάν. α΄ 18) και ότι το Θεό «εἶδεν οὐδείς ἀνθρώπων, οὐδέ ἰδεῖν δύναται» (Α’ Τιμόθ. στ΄ 16) (1). Είπε και ο ίδιος ο Θεός στον προφήτη Μωυσή που ζήτησε να δει το Θεό· «οὐ δυνήσῃ ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδῃ ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται» (Εξόδ. λγ΄ 20). Δεν θα μπορέσεις να δεις το πρόσωπό μου. Διότι δεν θα μπορέσει να ζήσει άνθρωπος, που θα αντικρύσει το πρόσωπό μου. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, καθό μικροί και πεπερασμένοι και ατελείς. Και το πιο σημαντικό, καθό αμαρτωλοί εμείς και εκείνος άγιος. Άγνωστος λοιπόν σε εμάς ο Θεός. Άγνωστος και στους Αγγέλους. Και σε ποιον είναι γνωστός; Είναι γνωστός στο μονογενή του Υιό, ο οποίος γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από αυτή την ουσία του Πατρός. Το λέγει σαφώς η Αγία Γραφή· «Θεὸν οὐδεὶς (από τους ανθρώπους) ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ιωάν. α΄ 18).
Το Θεό κανείς άνθρωπος δεν τον είδε ποτέ. Ο μονογενής Υιός του που είναι πάντοτε ενωμένος μαζί του, εκείνος μας τον φανέρωσε και μας μίλησε για το Θεό. Και «οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι» (Ματθ. ια΄ 27). Κανείς άλλος δε γνωρίζει καλά τον Υιό του Θεού παρά μόνο ο Πατήρ, και τον Πατέρα πάλι κανείς δεν τον γνωρίζει στην εντέλεια παρά ο Υιός, και από τους ανθρώπους εκείνος, στον οποίο ο Υιός θα θελήσει να τον φανερώσει και όσο πρέπει θα τον φανερώσει.
Ακόμη και το Πνεύμα το Άγιο, σαν Θεός που είναι και αυτό, γνωρίζει το Θεό, διότι λέγει· «τό Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ καί τά βάθη τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθ. β΄ 10). Λέγει και ο Μέγας Βασίλειος, ότι η ουσία του Θεού είναι «παντί ἀπερίοπτος», σε όλους ακατάληπτη και απρόσιτη (απλησίαστη) «καί ὑπερβαίνει ἡ κατάληψις αὐτῆς», ξεπερνά η κατανόησή της «οὐκ ἀνθρώπους μόνον, ἀλλά καί πᾶσαν λογικήν φύσιν», όπως είναι οι Άγγελοι και όλα τα ουράνια πνεύματα, «Υιῷ δέ μόνον γνωστός ὁ Πατήρ καί Ἁγίῳ Πνεύματι». Μόνο στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα είναι γνωστός ο Πατήρ. Δεν μπορούμε, λοιπόν, οι άνθρωποι να γνωρίσουμε το Θεό, τη φύση, την ουσία του, την εσωτερική ζωή του Θεού. Εδώ, για να καταλάβουμε καλά το πράγμα, πρέπει να αναφέρουμε το παράδειγμα του αρχαίου φιλοσόφου Ιέρωνος. Τον κάλεσε, λέγει, ο βασιλιάς των Συρακουσών και του είπε· θέλω να μου πεις τι είναι ο Θεός.
Ο φιλόσοφος του απάντησε. Δος μου τρις μέρες προθεσμία να σκεφθώ. Ο βασιλιάς του δίνει. Όταν σε τρεις μέρες παρουσιάσθηκε, λέγει στο βασιλιά. Θέλω άλλες τρεις μέρες. Και έπειτα άλλες τρεις και άλλες τρεις. Ο βασιλιάς απόρησε και τον ρωτά· γιατί τόσες αναβολές; Και ο Ιέρων του λέγει. Όσο περισσότερο σκέπτομαι τι είναι ο Θεός, τόσο πιο σκοτεινό μου φαίνεται το ζήτημα και τόσο πιο δύσκολη η απάντηση.Και όμως μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό, αφού ο Θεός «οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτόν ἀφῆκεν» (Πράξ. ιδ΄ 17). Δεν άφησε τον εαυτό του τελείως άγνωστο και κρυμμένο. Μας είναι αδύνατο να έχουμε βέβαια τέλεια γνώση του Θεού. Δεν έχουμε όμως και παντελή άγνοια του Θεού και αφού ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε τον εαυτό του σε εμάς και με τη φύση και τα έργα της δημιουργίας του, και με την εσωτερική μαρτυρία της ψυχής μας. Ακόμη με το νόμο που μας έδωσε, και με τον Υιό του που μας απέστειλε.
Λαμβάνουμε δε τόση γνώση, όση χωρεί η φύση μας, όσο παίρνει το μικρό μυαλό μας. Και όση μας χρειάζεται για τη θρησκευτική μας μόρφωση και κατάρτιση. Και όση μας προσφέρει ο Θεός με τη θεία του Αποκάλυψη. Και οι Πατέρες της Εκκλησίας, μολονότι τονίζουν το αδύνατο να γνωρίσουμε το Θεό, αναφέρουν το αδύνατο αυτής της γνώσεως στην ουσία του Θεού, στα βάθη, στο τι είναι ακριβώς ο Θεός στην εσωτερική του φύση και Θεότητα. Και μας λέγουν, ότι από τις θείες ενέργειες μπορούμε να γνωρίσουμε το Θεό. «Ἡμεῖς δέ, λέγει ο Μ. Βασίλειος, ἐκ μέν τῶν ἐνεργειῶν (από τις ενέργειές του, από όσα κάνει για το καλό και τη σωτηρία μας, από αυτά) γνωρίζομεν τόν Θεόν ἡμῶν, τῇ δέ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα» (στην ουσία του όμως δε λέμε πως μπορούμε να τον πλησιάσουμε) Γιατί; Διότι «αἱ μέν γάρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρός ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δέ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Οι πράξεις και τα έργα του φθάνουν έως εμάς και τις βλέπουμε. Η ουσία του όμως μένει μυστηριώδης και απλησίαστος. Μερική γνώση του Θεού μπορούμε να λάβουμε, και τη λαμβάνουμε από τις θείες ιδιότητες και ενέργειές του, από την πρόνοια και φροντίδα που φθάνουν έως εμάς και με τις οποίες δείχνει ο Ύψιστος το ενδιαφέρον του για το καλό και την πρόοδο τη δική μας (2).Και τούτο το διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες, λέγοντας· ότι η ψυχή «ὅτε πάντα τόν ἐπιχυθέντα ρύπον τῆς ἁμαρτίας ἀφ’ ἑαυτῆς ἀποτίθεται (όταν πετάξει η ψυχή από επάνω της όλη τη λέρα της αμαρτωλής ζωής της) καί μόνο τό «κατ’ εἰκόνα» καθαρόν φυλάττῃ… ὡς ἐν κατόπτρῳ θεωρεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Πατρός, τόν Λόγον, καί ἐν αὐτῷ τόν Πατέρα», λέγει ο Μέγας Αθανάσιος.
Ο άνθρωπος που διατηρεί αγνή και καθαρή την ψυχή του, είναι σαν να έχει εμπρός του καθρέπτη και βλέπει μέσα σε αυτόν το Θεό, και τον Πατέρα και τον Υιό. Και ο Γρηγόριος ο Νύσσης τα ίδια διδάσκει και θεολογεί: «Ὁ πάσης τῆς κτίσεως καί ἐμπαθοῦς διαθέσεως τήν ἑαυτοῦ καρδίαν ἀποκαθάρας, ἐν τῷ ἰδίῳ κάλλει τῆς θείας φύσεως καθορᾷ τήν εἰκόνα», επειδή «τῆς ἰδίας φύσεως ἀγαθῶν ὁ Θεός ἐνετύπωσε», τῇ ἀνθρωπίνῃ «κατασκευῇ τά τιμήματα, οἷόν τινά κηρόν σχήματι γλυφῆς προτυπώσας». «Ἡ θεότης δέ ἐστί καθαρότης, ἀπάθεια καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐστί, Θεός πάντως»· ἐν αὐτῷ ἐστί «καί ἡ καθαρότης, ὁ ἀγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τοιαῦτα τα φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι’ ὧν Θεός ὁρᾶται». Με απλά λόγια· Άνθρωπε, όσο η αμαρτία σκοτίζει την ψυχή σου, και εκείνα του Θεού τα μυστικά, που θα μπορούσες να τα γνωρίσεις από φυσικού σου, σου μένουν κρυφά και άγνωστα.
Μόνο δε αν καθαρίσεις τον εαυτό σου από αμαρτωλά αισθήματα και πάθη, μόνο τότε σου ανοίγεται ο δρόμος και η θύρα της γνώσεως του Θεού, και κατά τη δύναμη του νου σου και ανάλογα προς το φωτισμό που παίρνεις από το Άγιο Πνεύμα πλησιάζεις το Θεό και γνωρίζεις τα απαραίτητα από όσα κάνει ο Θεός για τη σωτηρία σου.
Ονόματα του Θεού
Έχει ονόματα ο Θεός με τα οποία πρέπει να τον ονομάζουμε και να τον προσφωνούμε; Έχει. Και τέτοια ονόματα χαρακτηριστικά του Θεού αναφέρει η Αγία γραφή. Έτσι τον ονομάζει «Πνεύμα», «Πνεῦμα ὁ Θεός». Τον λέγει «Αγάπη», «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί», λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Τον αποκαλεί «Φως». «Ὁ Θεός φῶς ἐστί»· ο Θεός «φῶς οἰκεῖ ἀπρόσιτον», όπως λέγει ο Απόστολός του. Αλλά και ο ίδιος ο Θεός έδωσε όνομα στον εαυτό του. Το όνομα αυτό είναι το «ὁ Ὤν». Όταν έστειλε τον προφήτη Μωυσή στο Φαραώ και τους Αιγυπτίους, για να ελευθερώσει τους Εβραίους από την τυραννία τους, είπε ο Μωυσής στο Θεό. Και αν με ρωτήσουν ποιος σε έστειλε γι’ αυτόν τον σκοπό, τι θα τους απαντήσω; Και ο Θεός του είπε· θα τους πεις «ὁ Ὤν ἀπέσταλκέ με» (Εξόδ. γ΄ 12, 15). Και επειδή ο ίδιος ο Θεός έδωσε στον εαυτό του το όνομα τούτο, γι’ αυτό και γύρω από την κεφαλή του Παντοκράτορος Κυρίου στις εικόνες της Εκκλησίας μας είναι γραμμένο το τρισγράμματο αυτό όνομα: «ὁ Ὤν».
α) «Ὁ Ὤν»
Και τι θα πει «ὁ Ὤν»; Θα πει ο υπάρχων. Εκείνος που υπάρχει, όχι σαν να τον έφτιαξε κάποιος άλλος, αλλ’ υπάρχει από τον εαυτό του, που πάντοτε, αχρόνως, προαιωνίως και αϊδίως υπάρχει, εκείνος που υπάρχει, χωρίς να έχει αρχή ούτε και τέλος. Αυτό θα πει και το «αΐδιος»: πάντοτε, αενάως, ο ίδιος και απαράλλακτος, χωρίς ποτέ να μεταβάλλεται και να αλλάζει. Όπως τον λέγει και στη θεία του Λειτουργία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος· «ἀεί ὤν, ὡσαύτως ὤν». Και αυτό το όνομα ταιριάζει μάλλον στο Θεό, αυτό «παρουσιάζεται μᾶλλόν πως τῆς θείας οὐσίας ὄνομα». «Ὁ Ὤν» θα πει: εγώ είμαι που πάντοτε υπάρχω. Γι’ αυτό και όταν κάνει την απόλυση ο ιερέας στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας, έτσι αρχίζει: «Ὁ Ὤν, εὐλογητός Θεός ἡμῶν».
β) Ο Θεός ονομάζεται Πνεύμα
Όπως είπε ο Κύριος στη Σαμαρείτιδα. Και τούτο πάλι τι θα πει; Ότι ο Θεός δεν είναι Ον υλικό με σώμα και μάτια και χέρια, όπως είμαστε εμείς οι άνθρωποι, αλλ’ είναι Πνεύμα, το Πνεύμα, το απόλυτο, το άυλο, το άπειρο, το άχρονο και υπερτέλειο Πνεύμα, πρόσωπο πέρα ως πέρα πνευματικό, που ούτε τα μάτια μας, ούτε η σκέψη μας μπορούν να το συλλάβουν και εννοήσουν. Και παρουσιάζει μεν η Γραφή το Θεό με μάτια και χέρια και αυτιά και πόδια, αλλ’ αυτές είναι εκφράσεις ανθρώπινες, και θέλει με αυτές να μας δηλώσει τις ενέργειες του Θεού για εμάς τους ανθρώπους.
γ) Ο Θεός ονομάζεται αγάπη
Τούτο είναι το πιο συγκινητικό όνομα και ιδίωμα του Θεού. Και τούτο θέλει να πει, πως ο Θεός είναι προσωπικός Θεός, διότι μόνο το πρόσωπο αγαπά και σκορπίζει αγάπη και ευσπλαχνία. Ο Θεός, λοιπόν, είναι όλος αγάπη. Γνωρίζει μόνο να αγαπά. Να αγαπά και να μη μισεί. Να αγαπά και να μην εκδικείται, όσο κακοί και βλάσφημοι και υβριστές της θείας του Μεγαλοσύνης είναι οι άνθρωποι. Να αγαπά και να ευλογεί, να ευεργετεί, να συγχωρεί, να σώζει από κάθε κακό, από κάθε κίνδυνο και τους χειρότερους ανθρώπους. Αυτό θα πει, ο Θεός είναι αγάπη. Και έπειτα «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ», όπως λέγει ο ιερός Ευαγγελιστής του. Ο Θεός αγάπη. Και η Θρησκεία του θρησκεία της αγάπης. Και η Εκκλησία του Εκκλησία αγάπης. Και η βασιλεία του βασιλεία αγάπης. Και τούτο πάλι σημαίνει, ότι όποιος είναι του Θεού και ανήκει στην Εκκλησία του Θεού και ακολουθεί τη θρησκεία του Θεού και εμπνέεται από το Ευαγγέλιο του Υιού του Θεού είναι και αυτός αγάπη, γεμάτος αγάπη και σκορπίζει προς όλους την αγάπη με τα έργα της αγάπης και φιλανθρωπίας, της συγγνώμης, της ευεργεσίας.
δ) Ο Θεός ονομάζεται Φως
Και τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης το αποκαλύπτει και λέγει· «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ Ιωάν. α΄ 5). Ο Θεός είναι φως, άκτιστο φως, «φῶς νοερόν τούς τῆς ψυχῆς ἡμῶν ὀφθαλμούς εἰς τήν ἀντίληψιν αὐτοῦ ἀνακινοῦν» και «φῶς τῶν κεκαθαρμένων διανοιῶν, οὐχί τῶν σωματικῶν τούτων ὀφθαλμῶν», όπως λέγει ο ιερός Αυγουστίνος. Φως πνευματικό, το οποίο ανοίγει και φωτίζει τα μάτια της ψυχής στο να τον αντιλαμβανόμαστε και κατά κάποιον τρόπο να τον βλέπουμε. Είναι φως των καθαρισμένων διανοιών και όχι των σωματικών μας οφθαλμών. Φως νοερό και άγιο. Μπορούμε να το δούμε τούτο το φως; Αδύνατο. Μία ακτίνα είδαν οι μαθητές στο όρος Θαβώρ και έπεσαν κάτω από τη λάμψη του. Πώς να ατενίσουμε εμείς τούτο το φως της θεότητας, άνθρωποι γήινοι και σαρκικοί, δηλαδή χωματένιοι και αμαρτωλοί όντες; Είναι απρόσιτο και απροσπέλαστο. Πάντως ο Θεός είναι φως, «ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον».«Πνεύμα ο Θεός» – «Αγάπη ο Θεός» – «Φως ο Θεός». Και τα τρία αυτά χαρακτηριστικά, αλλά και λαμπρά και ένδοξα ονόματα του Θεού ο θεολογικότατος ευαγγελιστής Ιωάννης μας τα δίδει. Και μας τα δίδει σαν ένα προνόμιο και πνευματικό κεφάλαιο σε εμάς τους ανθρώπους. Και να θεολογούμε κάπως και εμείς και να εισχωρούμε, έστω και λίγο, στα ασύλληπτα μεγαλεία του Θεού μας. Και έτσι να καταλαβαίνουμε την ύψιστη τιμή που μας γίνεται να ανήκουμε στο Θεό, που είναι Πνεύμα και αγάπη και φως. Και μόνο αυτό; Το ουσιαστικότερο. Να γνωρίζουμε καλά το Θεό μας και ενούμενοι και εμείς μαζί του να επιτυγχάνουμε τη θέωσή μας. Και θέωσή μας είναι να γινόμαστε και εμείς εν τω Θεώ και διά του Θεού πνεύμα και αγάπη και φως. Άνθρωποι δηλαδή πνευματικοί και φωτεινοί, που μεταδίδουν και στους άλλους ανθρώπους πνεύμα και αγάπη και φως
.==========
(1) Το ίδιο έλεγε και ο σοφός Σολομών· «τίς γὰρ ἄνθρωπος γνώσεται βουλὴν Θεοῦ; ἢ τίς ἐνθυμηθήσεται τί θέλει ὁ Κύριος;» (Σοφ. Σολ. θ΄ 13). Με αυτά θέλει να μας πει η Αγία Γραφή πως είναι ανεξερεύνητα τα θεία και ακατάληπτα από εμάς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων έλεγε· «Οὐ τό τί ἐστί Θεός ἐξηγούμεθα (δε σας λέμε, δεν μπορούμε να σας πούμε και να σας εξηγήσουμε τι είναι ο Θεός)… ἐν τοῖς περί Θεοῦ ἡ μεγάλη γνῶσις τό τήν ἀγνωσίαν ὁμολογεῖν». Στα ζητήματα του Θεού η μεγάλη γνώση είναι να ομολογείς την άγνοιά σου. Και ο άγιος Αθανάσιος: «Καί εἰ μή δυνατόν καταλαβέσθαι τί ἐστι Θεός, ἀλλά δυνατόν εἰπεῖν τἰ οὐκ ἔστι». Δεν μπορούμε να πούμε τι είναι ο Θεός. Μπορούμε όμως να πούμε τι δεν είναι. Και δεν είναι μικρός, ατελής, αδύνατος, θνητός, αμαρτωλός, όπως είναι ο άνθρωπος, και για αυτό ο άνθρωπος αδύνατο είναι να γνωρίσει το Θεό.
(2) Λέγει και ο αδελφός του Μ. Βασιλείου, ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης· «Ὅσον καί ἄν τό θεῖον εἶναι ἀνέπαφόν τε καί ἀκατανόητον καί πάσης ἀντιλήψεως τῆς ἐκ τῶν λογισμῶν ὑψηλότερον», όμως «ἡ ἀνθρωπίνη διάνοια πολυπραγμονοῦσα καί διερευνωμένη» διά των δυνατών σε αυτή λογισμών «ἐπορέγεται καί θιγγάνει (πλησιάζει και ψηλαφεί) τῆς ἀπροσπελάστου καί ὑψηλῆς φύσεως τοῦ Θεοῦ». Και δεν επιτυγχάνει μεν «ἐναργῶς ἰδεῖν τόν ἀόρατον», δεν παραμένει όμως και «ἀπεσχοινωμένη τῆς προσεγγίσεως ὡς μηδεμίαν δύναται τοῦ ζητουμένου λαβεῖν εἰκασίαν».
Με απλά λόγια· όσο και αν το Θεό δεν μπορούμε με το στενό μυαλό μας να τον εγγίσουμε και να τον πλησιάσουμε, γιατί στέκει πολύ ψηλά από τη δική μας σκέψη, όμως ο νους μας, όταν ημέρα και νύκτα σκέπτεται και συλλογίζεται τι είναι ο Θεός, με τη δύναμη που έχει πλησιάζει κάπως και ψάχνει τη φύση του Θεού, η οποία και απλησίαστη είναι και πολύ υψηλά στέκει, και δεν κατορθώνει βέβαια φανερά και κατά πρόσωπο να δει τον αόρατο και αθέατο Θεό, δε μένει όμως τελείως μακριά από το να τον πλησιάσει, σαν να μη μπορεί τελείως και ολοτελώς να λάβει κάποια και μικρή, έστω, ιδέα και γνώση του Θεού. Και ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει: Δεν γνωρίζουμε μεν «τό τί τήν οὐσίαν ἐστίν ὁ Θεός (δεν γνωρίζουμε το τι ακριβώς είναι στην ουσία του ο Θεός), ἀλλ’ οὐ καθόλου αὐτόν ἀγνοοῦμεν (μα δεν έχουμε και τέλεια άγνοια αυτού). Οἴδαμεν γάρ ὅτι ἐστί (γνωρίζουμε, ότι υπάρχει) καί ὅτι (είναι) φιλάνθρωπος καί ὅτι (είναι) άγαθός καί ὅτι χρηστός και ἐπιεικής (εύσπλαχνος και συγκαταβατικός) και ὅτι (είναι) πανταχοῦ» παρών, μολονότι «πόσον τά εἰρημένα ἐστί ἤ καί πῶς πανταχοῦ ἀγνοοοῦμεν» (παρότι τι ακριβώς σημαίνουν αυτά που τώρα λέμε και πώς είναι πανταχού παρών δεν τα ξέρουμε). Δηλαδή, είναι δυνατόν και με τη σκέψη σου, άνθρωπε, να συλλάβεις κάτι περί Θεού. Είναι δυνατό, εφόσον έχεις τις θείες Γραφές που φανερώνουν το Θεό. Και ακόμη πιο πολύ είναι τούτο δυνατό, αν έχεις καθαρίσει την καρδιά σου από σαρκικούς αμαρτωλούς λογισμούς, να προχωρήσεις πολύ στη γνώση του Θεού και οικείος να γίνεις του Θεού, σύμφωνα με τη βεβαίωση του ίδιου του Κυρίου «μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. στ΄ 8).
Τούτο το θέμα είναι από τα πιο δύσκολα και πρέπει να μπούμε κάπως στο νόημα αυτό, που λένε οι θεολόγοι με τη θεολογικοί γλώσσα, ότι ο Θεός είναι αυθύπαρκτος και άπειρος. Και αυθύπαρκτος θα πει πως ο Θεός υπάρχει μόνος του και από τον εαυτό του. Μερικοί απερίσκεπτοι ρωτούν· Ποιος τον έφτιαξε το Θεό; Αυτοί, αν σκέπτονταν πιο βαθιά και λογικά, θα καταλάβαιναν πως ο Θεός είναι το ανώτατο και απειροτέλειο Ον, που δεν έχει καμία εξάρτηση από άλλα όντα και δεν επιδέχεται καμία σύγκριση με εκείνα τα οποία εκείνος δημιούργησε, ενώ ο ίδιος υπάρχει από τον εαυτό του και μένει αναλλοίωτος και αμετάβλητος. Είναι ο ίδιος ο Θεός αρχή και αιτία της ύπαρξής του. Και τούτο θα πει άχρονος, χωρίς χρόνο και αρχή ύπαρξης, και αναίτιος, χωρίς να υπάρχει κάποιος πιο πάνω από εκείνον, που να είναι η αιτία της ύπαρξής του. Υπάρχει ο Θεός προαιωνίως και αϊδίως, αχρόνως και ατελευτήτως, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, επαναλαμβάνουμε, και μόνο από τον εαυτό του. Χριστιανέ, μη το πολυεξετάζεις τούτο, γιατί είναι μυστήριο ασύλληπτο για το μικρό και φτωχό μυαλό μας και ακατανόητο. Αυτό σημαίνει το αυθύπαρκτος. Και το άπειρος.
Και τούτο δεν μπορούμε να το εννοήσουμε. Διότι εμείς είμαστε πεπερασμένοι. Και πώς το πεπερασμένο να χωρέσει το άπειρο; Πώς ένα ποτήρι νερού να συμπεριλάβει τον ωκεανό, παρότι ούτε άπειρος ούτε ατέρμονος είναι ο ωκεανός, αλλά και ορισμένο νερό έχει και τέρμα επίσης έχει. Αλλά φέρνουμε την εικόνα αυτή προς κατανόηση του πράγματος. Αδύνατο λοιπόν. Αλλ’ έστω. Άπειρος θα πει ότι δεν περικλείεται σε ορισμένα όρια, δεν έχει καμιά έλλειψη, καμιά αδυναμία. Θα πει πως κατέχει κάθε τελειότητα στον άπειρο βαθμό. Όπως λέγει η θεία Γραφή· «τῆς μεγαλωσύνης αὐτοῦ οὐκ ἔστι πέρας», «καί τῆς συνέσεως αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀριθμός».
Ο Θεός είναι άπειρος! Δηλαδή τόσο μεγάλος, τόσο τέλειος, τόσο ισχυρός που όλοι εμείς, όλη η κτίση, είμαστε ένα μηδέν, ένα τίποτε εμπρός του. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ονομάζει το Θεό τέλειο και υπερτέλειο και πρωτέλειο. Ο άγιος Κύριλλος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, για να παραστήσει πολύ ζωηρά την άπειρη τελειότητα του Θεού, λέγει· Ο Θεός είναι «τέλειος ἐν τῷ βλέπειν, τέλειος ἐν τῷ δύνασθαι, τέλειος ἐν μεγέθει, τέλειος ἐν προγνώσει, τέλειος ἐν ἀγαθωσύνῃ, τέλειος ἐν δικαιοσύνῃ, τέλειος ἐν φιλανθρωπίᾳ». Τέλειος στο να βλέπει. Τα βλέπει όλα, ενώ εμείς ελάχιστα. Τέλειος στη δύναμη, ενώ ο άνθρωπος είναι και για πολύ μικρά πράγματα αδύνατος και ανίκανος. Τέλειος και στο μέγεθος, μόνος ο Θεός αληθινά Μέγας. «Μέγας Κύριος καί αἰνετός σφόδρα», που λέγει ο Ψαλμωδός, ενώ εμείς μικροί, ελάχιστοι. Τέλειος στην πρόγνωση. Τα προβλέπει και τα γνωρίζει όλα προτού να γίνουν. Ενώ εμείς τίποτε δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Τέλειος στην αγαθότητα, στη δικαιοσύνη, στη φιλανθρωπία, στην αρετή. Ενώ εμείς οι άνθρωποι έχουμε αρετή, εάν μας τη δώσει εκείνος. Είμαστε δίκαιοι και αγαθοί και φιλάνθρωποι, εάν ο Θεός μας κάνει τέτοιους.
Διαφορετικά, από τον εαυτό μας δηλαδή, ναι, αλήθεια, είμαστε πονηροί, κακοί, αμαρτωλοί. Άγγελοι και άνθρωποι και όλοι οι ουράνιοι νόες, αν ενώσουν όλη τη σκέψη και όλη τη γνώση και σοφία τους, δε θα μπορέσουν να εννοήσουν, όχι την άπειρη τελειότητα του Θεού, αλλ’ ούτε και μία από τις τελειότητές του, ούτε και μέρος μικρό από αυτές.
Πηγή:http://www.xfd.gr
Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »
Επιστολή σε ένα καπνιστή
Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Δεκεμβρίου, 2009
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ
Ένας μανιώδης καπνιστής από την Αγία Πετρούπολη, ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς Μαγιόρωφ, άρχισε κάποτε να αισθάνεται τις επιζήμιες συνέπειες του καπνίσματος στην υγεία του. Οι πολλές συμβουλές και παραινέσεις των φίλων του αποδείχθηκαν μάταιες.
Τελικά το έτος 1888 ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς κατέφυγε στην βοήθεια του στάρετς Αμβρόσιου και με επιστολή του ζήτησε να του υποδείξει τον τρόπο που θα καταπολεμήσει το πάθος του.
Σε γράμμα του με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1888 ο όσιος Αμβρόσιος απάντησε στον Αλέξιο Μαγιόρωφ τα έξης:
«Γράφεις ότι δεν μπορείς να κόψης το κάπνισμα! Αυτό που είναι αδύνατο για τον άνθρωπο, είναι δυνατό με τη βοήθεια του Θεού.
Το μόνο που χρειάζεται είναι να αποφασίσεις με σταθερότητα να απαλλαγής απ’ αυτό, αφού αναγνωρίζεις τη ζημία που προξενεί στη ψυχή και στο σώμα σου. Διότι ο καπνός εξασθενεί τη ψυχή, αυξάνει και δυναμώνει τα πάθη, σκοτίζει το νου και καταστρέφει σιγά-σιγά τη σωματική υγεία με έναν αργό θάνατο.
Ταυτόχρονα οι πνευματικές ασθένειες της οξυθυμίας και μελαγχολίας εμφανίζονται στη ψυχή σαν συνέπεια του καπνίσματος.
Σε συμβουλεύω να χρησιμοποίησεις πνευματική θεραπεία για την καταπολέμηση του πάθους σου.
Να κάνεις λεπτομερή εξομολόγηση όλων των αμαρτιών που διέπραξες από την ηλικία των επτά χρόνων έως σήμερα και να μεταλάβεις τα Άχραντα Μυστήρια. Κάθε μέρα να διαβάζεις όρθιος ένα η περισσότερα κεφάλαια του Ευαγγελίου. Μόλις αρχίζει να εμφανίζεται η αποθάρρυνση και ή απελπισία, να διαβάζεις και πάλι μέχρι να περάσει.
Αν ξαναεμφανισθεί, άρχισε πάλι τη μελέτη του Ευαγγελίου. Ή, αν θέλεις, πήγαινε σε κάποιον απομονωμένο χώρο και κάνε τριάντα τρεις εδαφιαίες μετάνοιες σε ανάμνηση της επίγειας ζωής του Κύριου και προς τιμή της Αγίας Τριάδος».
Μόλις έλαβε το γράμμα ο Αλέξιος Στεπάνοβιτς το διάβασε και «άναψε ένα τσιγάρο», όπως εξηγεί ο ίδιος σε ιδιόγραφο σημείωμα του.
« Άρχισα να το καπνίζω, αλλά ένιωσα ξαφνικά ένα φοβερό πονοκέφαλο και μια απέχθεια προς το καπνό του τσιγάρου. Εκείνο το βράδυ δεν κάπνισα. Την επόμενη ημέρα τέσσερις φορές άρχισα να καπνίζω μηχανικά και από συνήθεια.
Δεν μπορούσα όμως να καταπιώ τον καπνό, γιατί με έπιανε δυνατός πονοκέφαλος. Έτσι έκοψα το κάπνισμα με ευκολία. Τα δυο προηγούμενα χρόνια δεν είχα μπορέσει να απαλλαγώ από το κάπνισμα, όσο κι αν είχα πιέσει τον εαυτό μου.
Παρ’ όλο που η υγεία μου επιδεινώθηκε σοβαρά, συνέχισα να καπνίζω γύρω στα 75 τσιγάρα την ημέρα. Όταν λοιπόν άρχισα να αισθάνομαι άρρωστος και ανίκανος να ξεριζώσω το πάθος μου, ακολούθησα τις συμβουλές των φίλων μου και κατέφυγα στο στάρετς Αμβρόσιο.
Με ειλικρινή μετάνοια του ζήτησα να προσευχηθεί για μένα. Αργότερα, όταν πήγα να τον ευχαριστήσω, ο πατήρ Αμβρόσιος άγγιξε με το ραβδί του το κεφάλι μου που πονούσε και από εκείνη τη στιγμή δεν αισθάνομαι πια κανενός είδους πονοκέφαλο.
( Περιοδικό Αγιορείτικη Μαρτυρία. τ. 6)
Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »





