kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Περί ακρασίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Αυγούστου, 2013

Η ακρασία- η έλλειψη εγκράτειας- ,  είναι κακία που εξεγείρεται κατά της σωφροσύνης, της αγνείας, της παρθενίας. Ακρασία είναι να επιδιώκεις την υπερβολική κατανάλωση με σκοπό την ηδονή. Η ακρασία οδηγεί αυτόν που κυρίευσε, σε ηδονές και απολαύσεις. Ο ακρατής έτρεξε πίσω από τις επιθυμίες του και στις ορέξεις του δεν έβαλε φραγμό. Παραχώρησε στην ψυχή του την ικανοποίηση του χορτασμού και παραμέλησε τον Θεό που μας έπλασε. Ο ακρατής απαρνήθηκε τον Θεό και λάτρευσε την κοιλιά του. Στην ψυχή του κυριαρχεί ο νόμος της σάρκας και δεν γνωρίζει τον νόμο της χάριτος.
Σε αυτούς που αφήνονται στην έλλειψη της εγκράτειας, τους ακολουθούν κακά, όπως το σκοτάδι του νου, η πώρωση της καρδιάς, η αναισθησία της ψυχής. Με την ακρασία επέρχονται: η μέθη, ο διασκορπισμός , οι απολαύσεις, τα ξέφρενα γέλια και ό,τι συνοδεύει την οινοποσία. Ο θείος Χρυσόστομος λέει: «Δεν καταλαβαίνουν πόσα άσχημα επέρχονται από την ακόλαστη ζωή; Άκαιρα γέλια, παράλογα λόγια, γελοιότητα γεμάτη όλεθρο, ανόητες φλυαρίες και πολλά άλλα που δεν επιτρέπεται να πω».
Αυτοί που αγαπούν τη σωφροσύνη, σκέπτονται και υποστηρίζουν ότι είναι καλύτερα γι’ αυτούς να πεθάνουν, παρά να λερώσουν την ψυχή τους με τα κακά της ακρασίας.
Η Αγία γραφή συμβουλεύει όλους να προφυλάσσονται από την απατηλή αυτή κακία και λέει: «προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς» ( Λκ. κα΄34 ) .
Ο ακρατής πουλάει τα πρωτοτόκια του αντί πινακίου φακής.
Από το βιβλίο: «Το γνώθι σαυτόν
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ» ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ – Γ΄ΕΚΔΟΣΗ
Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Ευανθία Χατζή Επιμέλεια κειμένου- Επίμετρο:
Γιώργος Μπάρλας ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ Αθήνα 2011

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κάνε το καλό

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Αυγούστου, 2013

Πάντα κάνε το καλό

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Ποιμήν ο Μέγας: Ο ποιμένας των ψυχών – Saint Poimen the Great: The pastor of souls

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Αυγούστου, 2013

Ταις των δακρύων σου ροαίς, της ερήμου το άγονον εγεώργησας· και τοις εκ βάθους στεναγμοίς, εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας· και γέγονας φωστήρ τη οικουμένη, λάμπων τοις θαύμασιν, Ποιμήν Πατήρ ημών όσιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Απολυτίκιο Οσίου Ποιμήν του Μεγάλου

Ο Όσιος Ποιμήν ο Μέγας (αββάς Ποιμήν) γεννήθηκε στην Αίγυπτο περί το έτος 340 μ.Χ. Μαζί με τα δύο του αδέρφια, Ανούβ και Παΐσιο, πήγε σε ένα από τα μοναστήρια της Αιγύπτου, όπου και οι τρεις δέχθηκαν τη μοναχική κουρά. Τ ‘ αδέλφια ήταν τόσο αυστηροί ασκητές που όταν η μητέρα τους πήγε στο μοναστήρι για να δει τα παιδιά της, αυτοί δεν βγαίναν από τα κελιά τους για να την δουν. Η μητέρα τους παρέμεινε εκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και έκλαιγε. Τότε ο μοναχός Ποιμήν της είπε μέσα από την κλειστή πόρτα του κελιού: «Αν αντέξεις τον προσωρινό μας χωρισμό τώρα, τότε στην επόμενη ζωή θα μας δεις, αφού ευελπιστούμε στο Θεό, τον εραστή της ανθρωπότητας». Η μητέρα τους τότε ταπεινώθηκε και επέστρεψε στο σπίτι της.
Η φήμη για τα κατορθώματα και τις αρετές του μοναχού Ποιμήν εξαπλωθεί σε όλες τις εκτάσεις της χώρας. Κάποτε ο κυβερνήτης της περιοχής θέλησε να τον δει. Ο μοναχός Ποιμήν όμως, αποφεύγε τη φήμη, αιτιολογόντας το ως εξής: «Αν αρχίσουν οι αξιωματούχοι να έρχονται σε μένα με σεβασμό, τότε, επίσης, πολλοί από τους ανθρώπους θα αρχίσουν να έρχονται σε μένα και θα διαταράσσουν ησυχία μου, και εγώ θα στερηθώ τη χάρη της ταπεινοφροσύνης, την οποία βρήκα μόνο με τη βοήθεια του Θεού». Και έτσι έστειλε την άρνηση του στον αγγελιοφόρο. Για πολλούς από τους μοναχούς, ο μοναχός Ποιμήν ήταν ένας πνευματικός οδηγός και δάσκαλος -ένας αββάς. Και σημείωναν τις απαντήσεις του για να βωηθείσουν στη διαπαιδαγώγηση και των άλλων, εκτός από τον εαυτό τους. Μια φορά ένας μοναχός τον ρώτησε: «Θα πρέπει άραγε κάποιος μοναχός να καλύπτει με το πέπλο της σιωπής την αμαρτία μιας υπέρβασης ενός άλλου μοναχού, αν τύχει να τον δει να την πράττει;». Ο γέροντας απάντησε: «Αν εμείς μεμφόμαστε τις αμαρτίες των αδελφών μας, τότε ο Θεός θα μεμφθεί και τις δικές μας αμαρτίες, και αν εσύ δεις ένα αμαρτωλό αδελφό, να μην πιστέψεις στα μάτια σου και να ξέρεις, ότι η δική σου η αμαρτία είναι σαν δοκάρι, ενώ η αμαρτία του αδελφού σου είναι σαν σκλήθρα, και τότε θ’ αποφύγεις τη στεναχώρια και τον πειρασμό για να τον κρίνεις». Ένας άλλος μοναχός στράφηκε προς τον άγιο, λέγοντας: «Αμάρτησα οικτρά και θέλω να αφιερώσω τρία χρόνια στη μετάνοια. Είναι ένα τέτοιο χρονικό διάστημα επαρκές;». Ο γέροντας απάντησε: «Αυτό είναι ένα μεγάλο χρονικό διάστημα». Ο μοναχός συνέχισε να ρωτά πόσο χρονικό διάστημα μετάνοιας υπολόγιζε ο άγιος ότι θα είναι αναγκαίο γι αυτόν – ένα χρόνο ή σαράντα μέρες; Ο γέροντας απάντησε: «Νομίζω ότι αν ένας άνθρωπος μετανοήσει από τα βάθη της καρδιάς του και ξεκινούσε από μια σταθερή πρόθεση να μην επιστρέψει πλέον προς την αμαρτία, τότε ο Θεός θα δεχόνταν ακόμη και ένα τριήμερο μετάνοιας». Στην ερώτηση, για το πώς να απαλλαγούμε από επίμονες κακές σκέψεις, ο άγιος απάντησε: «Αν ένας άνθρωπος έχει από τη μία πλευρά τη φωτιά, και από την άλλη πλευρά ένα δοχείο με νερό, στη συνέχεια, αν αρχίσει να καίγεται από τη φωτιά, παίρνει νερό από το δοχείο και την σβήνει. Όπως και αυτή, οι κακές σκέψεις προτάθηκαν από τον εχθρό της σωτηρίας μας, που σαν μια σπίθα μπορούν ν’ ανάψουν αμαρτωλές επιθυμίες μέσα στον άνθρωπο. Είναι αναγκαίο να σβήσουμε αυτές τις σπίθες με το νερό, που είναι η προσευχή και η λαχτάρα της ψυχής για το Θεό».
Ο αββάς Ποιμήν ήταν αυστηρός στη νηστεία και δεν έτρωγε για το διάστημα μιας εβδομάδας ή και περισσότερο. Αλλά στους άλλους, ο ίδιος συμβούλευε να τρώνε κάθε μέρα, χωρίς όμως να παραφουσκόνουν το στομάχι τους. Για κάποιο συγκεκριμένο μοναχό, ο οποίος επέτρεπε στον εαυτό του να τρώει μόνο κάθε επτά μέρες, αλλά ήταν πάντα θυμωμένος με έναν αδελφό, ο άγιος είπε: «Έχεις μάθει γρήγορα να τρως μόνο όταν περάσουν οι έξι ημέρες, αλλά δεν μπορείς να απόσχεις από την οργή ούτε ακόμη για μία μέρα». Στην ερώτηση, ποιο είναι καλύτερο – να μιλά κανείς ή να σιωπά, ο γέροντας είπε: «Αυτός που μιλά για λογαριασμό του Θεού, κάνει καλά, και αυτός που σιωπά για λογαριασμό του Θεού – και αυτός πράττει καλά». Και επιπλέον: «Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να φαίνεται ότι είναι σιωπηλός, αλλά αν η καρδιά του δικάζει τους άλλους, τότε είναι σαν να μιλάει διαρκώς. Όμως υπάρχουν και εκείνοι, που όλη την ημέρα μιλούν με τη γλώσσα τους, αλλά μέσα τους τηρούν σιωπή, αφού δεν κρίνουν κανέναν».
Ο άγιος, δήλωσε: «Για έναν άνθρωπο, είναι αναγκαίο να τηρεί τρεις βασικούς κανόνες: να φοβάται τον Θεό, να προσεύχεται συχνά και να κάνει καλές πράξεις για τους ανθρώπους». «Η κακία η ίδια δεν εξαφανίζει ποτέ την κακία. Αν κάποιος σου κάνει κακό, κάνε του καλό, και το δικό σου καλό θα κατακτήσει το δικό του κακό». Μια φορά, όταν ο αββάς με τους υποτακτικούς του κατέληξε σε ένα μοναστήρι της αιγυπτιακής ερήμου (αφού είχε τη συνήθεια να πηγαίνει από τόπο σε τόπο, έτσι ώστε να αποφεύγει τη δόξα από τους ανθρώπους), έγινε γνωστό στον ίδιο, ότι ο γέροντας που ζούσε εκεί είχε εκνευριστεί με την άφιξή του και επίσης ότι έτρεφε ζηλοτυπία απεναντί του. Για να ξεπεράσει την κακία του ο ασκητής, ο άγιος αναχώρισε μέσα στην έρημο μαζί με τους υποτακτικούς του για να τον βρει, πέρνοντας του τρόφιμα ως δώρο. Ο γέροντας αρνήθηκε να βγει για να τους συναντήσει. Κατόπιν αυτού, ο αββάς Ποιμήν είπε: «Εμείς δεν θα φύγουμε από εδώ, μέχρι να μας αφήσετε τον δούμε και να δώσουμε τα σέβη μας στο άγιο γέροντα», – και παρέμεινε να στέκεται στην πόρτα του κελιού κάτω από τον καυτό ήλιο. Βλέποντας αυτή την επιμονή και την έλλειψη κακίας εκ μέρους του αββά Ποιμήν, ο γέροντας τον υποδέχτηκε ευγενικά και είπε: «Είναι σωστά αυτά που έχω ακούσει για σας, αλλά βλέπω μέσα σου τις καλές πράξεις εκατό φορές ακόμη περισσότερο». Με αυτό το τρόπο ήξερε ο αββάς Ποιμήν να σβήνει την κακία και να δίνει το καλό παράδειγμα στους άλλους. Είχε άλλωστε και τόση μεγάλη ταπεινότητα, που συχνά με ένα αναστεναγμό έλεγε: «Θα ριχθώ κάτω σε αυτό το μέρος, κάτω εκεί που πετάχτηκε ο Σατανάς!»
Μια φορά, ήρθε στον άγιο ένας μοναχός από μακριά για να πάρει την καθοδήγησή του. Άρχισε να μιλάει για θέματα ύψηστα, δύσκολο να κατανοηθούν. Ο άγιος στράφηκε μακριά από αυτόν και ήταν σιωπηλός. Ο μοναχός έμεινε άναυδος όταν του εξήγησαν, ότι ο άγιος δεν ήθελε να μιλάει για τέτοια αιθέρια θέματα. Τότε ο μοναχός άρχισε να τον ρωτά για τον αγώνα με τα πάθη της ψυχής. Ο άγιος στράφηκε προς τον μοναχό με χαρούμενο πρόσωπο: «Τώρα μιλάς καλά, και πρέπει να μιλήσω γιατί αυτά χρειάζονται απάντηση», – και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον καθοδηγούσε, ως προς το πώς πρέπει κανείς να αγωνιστεί με τα πάθη και να τα κατακτήσει. 

Ο αββάς Ποιμήν πέθανε στην ηλικία των 110 χρόνων, περί το έτος 450. Σύντομα μετά το θάνατό του αναγνωρίστηκε ως άγιος και έλαβε τον τίτλο «ο Μέγας» – ως ένδειξη της μεγάλης ταπεινότητας, σεμνότητας, ευθύτητας,αυταπάρνησης και της υπηρεσίας του προς τον Θεό. 
Η μνήμη του Οσίου Ποιμήν του Μεγάλου εορτάζεται στις 27 Αυγούστου

By a flood of tears you made the desert fertile, and your longing for God brought forth fruits in abundance. By the radiance of miracles you illumined the whole universe! Our Father Pimen, pray to Christ God to save our souls! 
Apolytikion of Saint Poimen the Great

Saint Poimen the Great (Abba Poimen) was born in about the year 340 in Egypt. With his two brothers, Anubios and Paisios, he went into one of the Egyptian monasteries, and all three accepted monastic tonsure. The brothers were such strict ascetics that when their mother came to the monastery to see her children, they did not come out to her from their cells. The mother stood there for a long time and wept. Then the Monk Poimen said to her through the closed door of the cell: “If thou bearest with the temporal parting from us now, then in the future life wilt thou see us, since we do hope upon God the Lover-of-Mankind!” The mother was humbled and returned home.
Fame about the deeds and virtues of the Monk Poimen spread throughout all the land. One time the governor of the district wanted to see him. The Monk Poimen, shunning fame, reasoned thus: “If dignitaries begin coming to me with respect, then also many of the people will start coming to me and disturb my quiet, and I shalt be deprived of the grace of humility, which I have found only with the help of God.” And so he relayed a refusal to the messenger. For many of the monks, the Monk Poimen was a spiritual guide and instructor. And they wrote down his answers to serve to the edification of others besides themselves. A certain monk asked: “Ought one to veil over with silence the sin of a transgressing brother, if perchance one see him?” The elder answered: “If we reproach the sins of brothers, then God will reproach our sins, and if thou seest a brother sinning, believe not thine eyes and know, that thine own sin is like a wood-beam, but the sin of thy brother is like a wood-splinter, and then thou wilt not come into distress and temptation.” Another monk turned to the saint, saying: “I have grievously sinned and I want to spend three years at repentance. Is such a length of time sufficient?” The elder answered: “That is a long time.” The monk continued to ask how long a period of repentance did the saint reckon necessary for him — a year or forty days? The elder answered: “I think that if a man repenteth from the depths of his heart and posits a firm intent to return no more to the sin, then God would accept also a three-day repentance.” To the question, as to how to be rid of persistent evil thoughts, the saint answered: “If a man has on one side of him fire, and on the other side a vessel with water, then if he starts burning from the fire, he takes water from the vessel and extinguishes the fire. Like to this are the evil thoughts, suggested by the enemy of our salvation, which like a spark can enkindle sinful desires within man. It is necessary to put out these sparks with the water, which is prayer and the yearning of the soul for God.” 

The Monk Poimen was strict at fasting and did not partake of food for the space of a week or more. But others he advised to eat every day, only but without eating one’s fill. For a certain monk, permitting himself to partake of food only on the seventh day but being angry with a brother, the saint said: “Thou wouldst learn to fast over six days, yet cannot abstain from anger for even a single day.” To the question, which is better — to speak or be silent, the elder said: “Whoso doth speak on account of God, doeth well, and whoso is silent on account of God — that one doth act well.” And moreover: “It may be, that a man seems to be silent, but if his heart doth judge others, then always is he speaking. But there are also those, who all the day long speak with their tongue, but within themself they do keep silence, since they judge no one.” 
One time, when the monk with his students arrived at an Egyptian wilderness-monastery (since he had the habit to go about from place to place, so as to shun glory from men), it became known to him, that the elder living there was annoyed at his arrival and also was jealous of him. In order to overcome the malice of the hermit, the saint set off to him with his brethren, taking along with them food as a present. The elder refused to come out to them. Thereupon the Monk Poimen said: “We shall not depart from here, until we are granted to see and pay respect to the holy elder,” — and he remained standing in the bright heat at the door of the cell. Seeing such perseverance and lack of malice on the part of the Monk Poimen, the elder received him graciously and said: “It is right what I have heard about you, but I see in you the good deeds and an hundred times even more so.” Thus did the Monk Poimen know how to extinguish malice and provide good example to others. He possessed such great humility, that often with a sigh he said: “I shalt be cast down to that place, whither was cast down Satan!” 
One time there came to the saint a monk from afar, to get his guidance. He began to speak about sublime matters difficult to grasp. The saint turned away from him and was silent. To the bewildered monk they explained, that the saint did not like to speak about lofty matters. Then the monk began to ask him about the struggle with passions of the soul. The saint turned to him with a joyful face: “Here now thou well hath spoken, and I must speak for it needs answer,” — and for a long while he provided instruction, as to how one ought to struggle with the passions and conquer them. The saint said: “For a man it is necessary to observe three primary rules: to fear God, to pray often and to do good for people.” “Malice in turn never wipes out malice. If someone doeth thee bad, do them good, and thine good will conquer their bad.” 
The Monk Poimen died at age 110, in about the year 450. Soon after his death he was acknowledged as a saint pleasing to God and received the title “the Great” — as a sign of his great humility, modesty, uprightness, and self-denying service to God.
The memory of Saint Poimen the Great is celabrated on August 27 

ΝΟΣΤΟΣ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΑΘΕΑΤΑ Wi-Fi ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Αυγούστου, 2013

ΤΑ ΑΘΕΑΤΑ Wi-Fi ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
==========
Διαβάζουμε στο ιστολόγιο “Τρομακτικό”, από το ιστολόγιο perierga.gr, την ακόλουθη πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση:
Κάπως έτσι θα έμοιαζε το Wi-Fi αν το βλέπαμε!
Λίγοι από εμάς έχουν αίσθηση του τι είναι στην πραγματικότητα το Wi-Fi, πόσο μάλλον με τι μοιάζει αν θα μπορούσαμε να το δούμε. 
Ο καλλιτέχνης Nickolay Lamm αποφάσισε να… ρίξει λίγο φως στο θέμα. Έτσι δημιούργησε απεικονίσεις που να προσδιορίζουν το μέγεθος, το σχήμα και το χρώμα του σήματος του Wi-Fi σήμα εάν αυτό ήταν ορατό στο ανθρώπινο μάτι.
«Αισθάνομαι ότι αν μπορούσαμε να δούμε το Wi-Fi θα εκτιμούσαμε λίγο παραπάνω την τεχνολογία που χρησιμοποιούμε καθημερινά», λέει ο Lamm και συμπληρώνει: «Πολλοί από εμάς χρησιμοποιούμε την τεχνολογία χωρίς να εκτιμάμε την πολυπλοκότητα πίσω από κάποια εργασία ή δυνατότητα». 
Με πολλά χρώματα στον ορίζοντα που προσδιορίζουν την κίνηση του σήματος, ο καλλιτέχνης παρουσιάζει τον μαγικό και πολύχρωμο κόσμο του Wi-Fi όπως αυτό τρέχει ολόγυρά μας.”
Υπάρχουν τόσοι πολλοί άνθρωποι που νομίζουν ότι λέγουν κάτι το ιδιαίτερα έξυπνο όταν λένε με καμάρι ότι δεν πιστεύουν στο Θεό επειδή δεν μπορούν να Τον δουν με τα μάτια τους.!!!
Λες και βλέπουν με τα μάτια τους τους μικροοργανισμούς που υπάρχουν ή τους μακρυνούς γαλαξίες και τα ερτζιανά κύματα!!!
Θέλουμε να δούμε με τα σωματικά μάτια μας τον Κτίστη, ενώ δεν μπορούμε να δούμε τόσα από τα κτίσματά Του.!!! 
Τα έργα των χειρών του Θεού μας είναι άγνωστα -και εν πολλοίς αθέατα- όχι μόνον με τον γυμνό οφθαλμό, αλλά και με τα μικροσκόπια και με τα τηλεσκόπια και με τα όποια άλλα υπερσύγχρονα τεχνολογικά μέσα. 
Και όμως ορισμένοι νομίζουν ότι ο Θεός δεν υπάρχει απλά και μόνον επειδή δεν μπορούν να τον δουν με τα μάτια τους.!!!
Αλλη υπόθεση φυσικά ότι τον Θεό μπορούν να  Τον δουν μόνον όσοι καθαρίζουν τα μάτια της ψυχής τους. 

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Άγιοι Μάρτυρες Αδριανός και Ναταλία ( 26 Αυγούστου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Αυγούστου, 2013

adrian-natalia

Ο άγιος μάρτυς Αδριανός και η σύζυγός του Ναταλία κατάγονταν από τη Νικομήδεια. Κατά τη δεύτερη περίοδο (ήτοι 302-305 μ.Χ.) της βασιλείας του Μαξιμιανού (286-305 μ.Χ.) συνελήφθησαν είκοσι τρεις χριστιανοί άνδρες, οι οποίοι κρύπτονταν στα σπήλαια, και υποβλήθηκαν σε πλεί­στα όσα βασανιστήρια και κακώσεις. Αυτούς λοιπόν ο Αδριανός, προ του μαρτυρίου τους, τούς ρώτησε το εξής: «Για ποιό λόγο, καλοί μου άνθρωποι, υπομένετε αυτές τις ανυπόφορες και δεινές τιμωρίες;». Αυτοί του αποκρίθηκαν: «Για να κερδίσουμε τα αγαθά που έχει ετοιμάσει ο Θεός για όσους πάσχουν υπέρ Αυτού, τα οποία βεβαίως δεν εί­ναι δυνατόν ούτε ακοή να τα ακούσει ούτε λόγος ανθρώπι­νος να τα περιγράψει».

Αμέσως λοιπόν τότε ο μακαριστός Αδριανός, διεγερθείς από τη θεία χάρη, είπε στους γραμματείς που έγραφαν τα ονόματα των μελλόντων να υποστούν μαρτυρικό θάνατο χριστιανών: «Γράψτε και το δικό μου όνομα· στ’ αλήθεια, ευχαρίστως συναριθμούμαι με αυτούς». Εκείνοι, πράγματι, έγραψαν το όνομά του και, αφού του έδεσαν τα χέρια με αλυσίδες, τον έριξαν στη φυλακή. Πληροφορηθείσα δε η σύζυγός του Ναταλία τη σύλληψη και φυλάκισή του, νόμι­σε ότι αυτά έγιναν για άλλο λόγο και στενοχωρήθηκε πά­ρα πολύ. Ύστερα όμως έμαθε ποιά ήταν η αιτία της καθείρξεως του συζύγου της Αδριανού. Αμέσως, αφού φό­ρεσε λαμπρά ενδύματα, έσπευσε στο δεσμωτήριο, μπήκε μέσα και καταφιλούσε τις αλυσίδες με τις οποίες ήταν δε­μένα τα χέρια του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον, τον μακάριζε για την προθυμία του και τον συμβούλευε να υπομένει με καρτερία τους αφόρητους πόνους των βασανι­στηρίων, μένοντας ασάλευτος και ακλόνητος στην πίστη του στο Χριστό. Και, ακόμη, παρακαλούσε τους συνδεσμώ­τες του χριστιανούς να προσεύχονται γι’ αυτόν.

Αλλά τότε, ύστερα από προτροπή του μάρτυρος Αδριανού, η Ναταλία επέστρεψε στην οικία της. Μετά δε από λίγο ο Μάρτυς, επειδή είχε την εντύπωση ότι θα οδη­γούνταν στον τύραννο, χαιρέτισε τους συνδεσμώτες του χριστιανούς και, αφού έδωσε χρήματα στους δεσμοφύλα­κες, έλαβε άδεια και πήγε στην οικία του, για να μηνύσει στη σύζυγό του Ναταλία να είναι παρούσα κατά την τελείωσή του. Εκείνη όμως, μόλις αντίκρισε το σύζυγό της, νόμιζε ότι φοβήθηκε τα βασανιστήρια και για το λόγο αυ­τό αρνήθηκε το Χριστό και, έτσι, αφέθηκε ελεύθερος. Αφού λοιπόν η Ναταλία έκαμε τη σκέψη αυτή, του έκλει­σε την πόρτα κατάμουτρα, ονειδίζοντας τον για την άρνη­ση του Χριστού και αποκαλώντας τον φιλόζωο και δειλό. Ακόμη δε η Αγία του υπενθύμισε την απειλή του Χριστού προς εκείνους που θα αθετήσουν την πίστη τους σ’ Αυτόν. Επιπλέον δε και τον εαυτό της τον αποκαλούσε άθλιο και δυστυχισμένο, γιατί ούτε μια ήμερα, έλεγε, δεν είχε την ευτυχία να ονομαστεί γυναίκα Μάρτυρος, αλλά την ευτυ­χία και τη μακαριότητα, που είχε την ελπίδα να λάβει, τη διαδέχτηκαν μεμιάς η δυσφημία και η αθλιότητα. Όταν όμως αυτή έμαθε το σκοπό για τον οποίον ο Άγιος πήγε στην οικία του, του άνοιξε διάπλατα τις πόρτες και, αφού τον αγκάλιασε, τον ασπαζόταν με απέραντη αγαλλίαση και χαρά. Αμέσως δε, όπως ήταν, τον ακολούθησε στην πο­ρεία του προς τον τύραννο.

Οδηγήθηκε λοιπόν ο άγιος Αδριανός στο βασιλιά, στον οποίο και διακήρυξε με παρρησία ότι ο Χριστός εί­ναι ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως τότε ο τύραννος πρόσταξε και υποβλήθηκε ο Άγιος σε βασανιστήρια. Και πρώτα – πρώτα, τον έριξαν στο έδαφος μπρούμυτα και τον έδειραν ανηλεώς με ξύλα. Έπειτα τον γύρισαν ανάσκελα και τον χτύπησαν τόσο πολύ στην κοιλιά, ώστε αυτή άνοιξε και φάνηκαν τα σπλάχνα του. Ήταν δε τότε ο Άγιος είκο­σι οχτώ χρόνων. Ακολούθως οι δήμιοι τον ακρωτηρίασαν μαζί με τους υπόλοιπους Αγίους. Και βέβαια ο πρώτος που του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια ήταν ο Αδριανός. Μάλιστα δε η σύζυγός του Ναταλία έθετε πάνω στο αμόνι κάθε μέλος και τον μεν δήμιο τον παρακαλούσε να χτυ­πάει δυνατά με το σφυρί την κοπίδα, τον δε σύζυγό της Αδριανό τον ενθάρρυνε και τον ενδυνάμωνε να υπομένει καρτερικά τους πόνους και να μην προδώσει από δειλία την υπέρ του Χριστού άθλησή του.

Όταν λοιπόν ο άγιος Αδριανός ετελειώθη, και μαζί και οι άλλοι άγιοι Μάρτυρες, τα δε σώματά τους επρόκειτο να ριχτούν στο πυρ, για να καούν, η Ναταλία πήρε στην αγκαλιά της το ένα χέρι του συζύγου της Αδριανού και ακολουθούσε τα άγια λείψανα. Αλλά και με τα αίματα που έσταζαν από τα ιερά αυτά λείψανα άλειφε τον εαυτό της.

Μόλις οι δήμιοι έφτασαν στον προκαθορισμένο τόπο, έριξαν στο πυρ τα άγια λείψανα. Αμέσως όμως τότε ξέ­σπασε μεγάλη νεροποντή, η οποία έσβησε το πυρ, και τα λείψανα έμειναν άθιχτα. Έτσι ένας χριστιανός, ονόματι Ευσέβιος, περισυνέλεξε τα άγια λείψανα και, αφού τα έβαλε σε ένα πλοιάριο, τα μετέφερε στην Αργυρούπολη, κοντά στο Βυζάντιο, και τα ενταφίασε. Εκεί και η αγία Ναταλία, μεταβάσα αργότερα, παρέδωσε το πνεύμα της στο Θεό και ενταφιάστηκε δίπλα στα λείψανα των αγίων Μαρτύρων.

(Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Με τους Αγίους μας, Συναξαριστής μηνός Αυγούστου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.148-152).

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΘΑΔΔΑΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΜΑΓΙΑ.

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Αυγούστου, 2013

Ερώτηση: Πώς μπορούμε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από αυτούς που επιδίδονται στη σολομωνική και μας κάνουν μάγια;

Απάντηση: Η δύναμη της μαγείας είναι αποτελεσματική μονάχα εκεί που δεν υπάρχει προσευχή και αφοσίωση στην πίστη στον Θεό. Η μαγεία είναι ανίσχυρη όταν στρέφεται εναντίον ανθρώπων που προσεύχονται και έχουν δυνατή πίστη.

Ήρθε κάποτε να με δει μια νεαρή γυναίκα. Είχε πτυχίο στις πολιτικές επιστήμες, αλλά ήταν πολύ ευσεβής παρά την παιδεία της. Ήταν παντρεμένη με κάποιον που ήταν πριν παντρεμένος με μια άλλη γυναίκα. Ο άντρας της ήταν γιατρός. Η πρώτη του γυναίκα τον είχε αφήσει ένα μόλις μήνα μετά τον γάμο τους. Κατόπιν εκείνος είχε παντρευτεί την κοπέλα που ήρθε σε μένα. Ο σύζυγος της επίσης είχε έναν μεγαλύτερο αδερφό που είχε παντρευτεί τρεις φορές, αλλά όλες του οι γυναίκες τον είχαν εγκαταλείψει κι εκείνος είχε πάψε πια να προσπαθεί να βρει γυναίκα. Η μητέρα της ήταν επίσης γιατρός, καθηγήτρια στην ιατρική σχολή, και επιδίδονταν στη σολομωνική.

 Δεν ζούσε εκείνο τον καιρό με τους γιους της αλλά με την αδελφή της. Κάποιες φορές επισκεπτόταν τους γιους της. Κάποια μέρα ήρθε να επισκεφτεί τον γιο της και την καινούργια του σύζυγο, και η νεαρή γυναίκα ένιωσε ότι η πεθερά της ήταν για κάποιο λόγο εκνευρισμένη. Και δεν άργησε να φανεί γιατί. Η ηλικιωμένη γυναίκα είπε στη νύφη της: «Την άλλη την ξαπόστειλα σε λιγότερο από ένα μήνα. αλλά εσένα δεν βλέπω να μπορώ να σε αγγίξω!». Αυτή η νεαρή γυναίκα είχε στερεή πίστη στον Κύριο, και δεν μπορούσαν να την πιάσουν όλα εκείνα τα μάγια που της έκανε η πεθερά της.

 Εκείνη ήθελε ασφαλώς να χρησιμοποιήσει τις πονηρές δυνάμεις προκειμένου να τρομάξει τη νεαρή γυναίκα και να την κάνει να παρατήσει τον σύζυγο της. Ωστόσο, τα πονηρά πνεύματα δεν μπορούσαν να την επηρεάσουν, διότι ήταν γυναίκα της προσευχής. Είχε δοθεί ολότελα στον Κύριο και ήξερε ότι ο Κύριος θα τη προστατέψει και ότι τα πονηρά πνεύματα δεν θα έχουν δύναμη πάνω της. Αυτό που συνέβη τελικώς μετά ήταν να στραφούν τα πονηρά πνεύματα ενάντια στην ηλικιωμένη γυναίκα. Δεν μπορούσε να γαληνεύσει. Πήγαινε στον γιο της και έλεγε: «Δεν πιστεύω να το αγαπάς εκείνο το ενοχλητικό σου κουτσούβελο;». «Για όνομα του Θεού, μητέρα», απαντούσε ο γιος της, «ποιος πατέρας δεν αγαπά τον γιο του;». 

Βλέπετε, προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει τα μάγια της για να κάνει τον γιο της να μισήσει τόσο τη σύζυγο του όσο και το μικρό τους γιο.

Κάποια μέρα. εκείνος γύρισε στο σπίτι με δάκρυα στα μάτια. «Δεν αντέχω να είμαι στο διαμέρισμα μας. Ξέρω ότι αυτό οφείλεται στη μητέρα μου, αλλά τι να κάνω;». Η μητέρα του δεν τον είχε ασφαλώς μεγαλώσει μέσα στην Πίστη κι έτσι δεν είχε ποτέ του προσευχηθεί στον Θεό. γι’ αυτό και όλα τα μάγια στρέφονταν εναντίον του. ενώ η σύζυγος του παρέμενε ειρηνευμένη. Βλέπετε πόσο ισχυρό πράγμα είναι η προσευχή; Κανένα πονηρό πνεύμα δεν μπορεί να μας αγγίξει, αν η πίστη μας είναι δυνατή’ και τα μάγια που μας κάνουν επιστρέφουν πίσω σε εκείνον που προσπαθεί να μας κάνει κακό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΕΡΩΝ ΘΑΔΔΑΙΟΣ. ΟΙ ΛΟΓΙΣΜΟΙ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ

http://agioritis.pblogs.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μοναχική Αναχώρησις και Μαρτυρία στο Άγιον Όρος των Δυσμών του Εικοστού Αιώνος

Συγγραφέας: kantonopou στις 26 Αυγούστου, 2013

Η μοναχική αναχώρησις
Οι Χριστιανοί που επέλεγαν τον δρόμο της χριστιανικής τελειότητος (παρθενίας, σωφροσύνης και ακτημοσύνης) μέσα στα πλαίσια της κοινοτικής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας ωνομάστηκαν ασκητές, ενώ οι γυναίκες ασκήτριες ή παρθένες. 
Οι πρώτοι ασκητές που βγήκαν από τις πόλεις και τα χωριά της Αιγύπτου για να ζήσουν αρχικά στις παρυφές τους και αργότερα στην ακατοίκητη και απαράκλητη έρημο, ωνομάστηκαν αναχωρητές. Αν και ποτέ δεν έπαυσαν να υπάρχουν και οι εν τω κοσμω μεμονωμένοι ασκητές και ασκήτριες, (ιδιαίτερα κληρικοί και παρθένες), η ονομασία μοναχός καθιερώθηκε κυρίως για τους ασκητές της ερήμου, των αναχωρητικών λαυρών και των μαγάλων κοινοβίων. Η αναχώρησις, δηλ. η απομάκρυνσις από την ωργανωμένη ανθρώπινη κοινωνία -με τις ανέσεις, τους πειρασμούς και τις δεσμεύσεις της- απετέλεσε ουσιώδες γνώρισμα του Ορθόδοξου μοναχισμού καθ’ όλη την μακραίωνα ιστορία του. Ακόμη και στην περίπτωσι που η γεωγραφική απομάκρυνσις από τον κόσμο δεν ήταν μεγάλη, η διασφάλισις της πνευματικής αποστάσεως (ξενιτεία) και η αποφυγή των θορύβων και του περισπασμού (ησυχία) αποτέλεσαν βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξι του σκοπού της μοναχικής ζωής, που είναι η εσωτερική κάθαρσις από τα πάθη και η δια της προσευχής και της τηρήσεως των εντολών ένωσις με τον θεό.
Η αναχώρησις στο Άγιον Όρος σήμερα
Ένα τέτοιο τόπο αναχωρήσεως και ησυχίας απετέλεσε για τον Ορθόδοξο Μοναχισμό το Άγιον Όρος από τα τέλη του ενάτου αιώνος μέχρι σήμερα. Θα μπορούσε δε κάλλιστα να υποστηριχθή ότι αυτό σήμερα αποτελεί και την μοναδική έρημο της Ορθοδοξίας, με την έννοια του γεωγραφικού χώρου του αφιερωμένου εξ ολοκλήρου στην μοναχική άσκησι, όπου αποκλείεται η εγκαταβίωσις λαϊκών και η είσοδος γυναικών και όπου ισχύει ειδικό καθεστώς μοναχικής αυτοδιοικήσεως βάσει πανάρχαιων κανόνων και τυπικών.
Πόσο εφικτή είναι όμως η αναχώρησις και η ησυχία στο Άγιον Όρος των δυσμών του 20ου αιώνος; Η ανάπτυξις των συγκοινωνιών και επικοινωνιών, το ογκούμενο ρεύμα των επισκεπτών, οι τεράστιες αναστηλωτικές ανάγκες, η υπογράμμισις της «πολιτιστικής» αξίας των αγιορειτικών μνημείων και κειμηλίων και η συνακόλουθη εξάρτησις από κοσμικούς φορείς εξουσίας, όχι πάντοτε αντιστοίχους εκείνων των Ορθοδόξων αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, έχουν φέρει τον «κόσμο» απειλητικά κοντά στο Άγιον Όρος, κάνοντας την αναχώρησι μια αρκετά πιο δύσκολη υπόθεσι από ό,τι ήταν μέχρι και το πρώτο ήμισυ του εικοστού αιώνος.
Αν ήδη από την εποχή των Αγίων Αθανασίου του Αθωνίτη, Ιωάννη του Κουκουζέλη και Νήφωνος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν τελικά δυνατό να «κρυφτή» κανείς και να τηρήση την ανωνυμία του στο Άγιον Όρος, πόσο μάλλον δεν είναι δυνατό αυτό σήμερα, όταν με τις σύγχρονες τεχνικές ευκολίες η αλληλογραφία, τα τηλεφωνήματα και οι επισκέψεις των συγγενών και φίλων – τελευταία δε και οι κάμερες των τηλειπτικών καναλιών – εισβάλλουν και σ’ αυτό ακόμη το κελλί του σημερινού επίδοξου αναχωρητή;
Όσον αφορά το ρεύμα των επισκεπτών γίνεται συνήθως η διάκρισις μεταξύ προσκυνητών και περιηγητών, ενώ σαφώς δεν κρύβεται μια κάποια προτίμησις για τους πρώτους. Όμως τόσο οι πρώτοι όσο και δεύτεροι βρίσκουν πιο εύκολα τον δρόμο για το Άγιον Όρος σήμερα, σε σημείο που, αν δεν ισχύσουν κάποια περιοριστικά μέτρα, να κινδυνεύη το Άγιον Όρος να πάθη σε πνευματικό επίπεδο κάτι αντίστοιχο με αυτό που παθαίνουν τα δάση, οι εξοχές και οι παραλίες, όταν τα κάνουμε αγνώριστα από το να συνωστιζώμαστε σ’ αυτά κάθε λίγο, χωρίς να αφήνουμε το απαραίτητο περιθώριο για την ανανέωσί τους. Συνηθίζω να αναφέρω το παράδειγμα του κήπου με τα ευωδιαστά λουλούδια που ευφραίνει μεν τους επισκέπτες του – όταν αυτοί δεν υπερβαίνουν κάποιον ανώτατο αριθμό – αρχίζει όμως να καταστρέφεται, όταν αυτοί είναι τόσοι ώστε να συνωστίζονται και να καταπατούν τα φυτά και τα άνθη. Ισχύει λοιπόν και εδώ το λεγόμενο ότι «καταστρέφουμε εκείνον που αγαπούμε υπερβολικά».
Οι μοναχικές αδελφότητες και συνοδείες που ζουν μέσα σ’ ένα συνεχές ρεύμα επισκεπτών, με ένα γενικό και συνεχή προσανατολισμό προς την φολιξενία και την συζήτησι – όσο πνευματική κι αν αυτή θέλη να είναι – αντιμετωπίζουν πολλά εσωτερικά πνευματικά προβλήματα, τα οποία μόλις τώρα αρχίζουμε να εκτιμούμε. Ο πρώτος εκείνος ενθουσιασμός για την πρόσφατη επάνδρωσι και κοινοβιοποίησι των αγιορείτικων μονών και η συναφής χαρά για τους πολλούς προσκυνητές που έρχονται να οικοδομηθούν από τους νέους Αγιορείτες υποχωρεί σήμερα μπροστά στην γενικώτερη περίσκεψι για το πως θα σταθεροποιηθή πνευματικά αυτή η νέα γενιά των μοναχών, με φανερή την έλλειψι της παρουσίας των «παλαιών» ανάμεσά της και μέσα σε συνθήκες σαφώς πιο αντίξοες, όσον αφορά τουλάχιστον την αναχώρησι και ησυχία.
Αν κατά τους Πατέρες ακόμη και η θέα των κοσμικών βλάπτει τον αρχάριο μοναχό, γιατί του θυμίζει όλα εκείνα που θέλει να ξεχάση και να αποτινάξη από την καρδιά του, τότε η καθημερινή παρουσία ανεξέλεγκτου αριθμού κοσμικών φιλοξενουμένων μέσα στα πλαίσια μιας μοναχικής αδελφότητος συνιστά πράγματι πρόβλημα ανανεώσεώς της. Από την άλλη μεριά κρίνεται ότι η ανάθεσις της φιλοξενίας των κοσμικών σε κοσμικούς εκτός του περιβόλου των Ιερών Σκηνωμάτων θα οδηγήσει σιγά-σιγά στην τουριστικοποίησι και εκκοσμίκευσι του Αγίου Όρους.
Αλλά και οι εργασίες αναστηλώσεως των μνημείων και συντηρήσεως των κειμηλίων απορροφούν ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητος των αδελφοτήτων και ιδιαίτερα των προεστώτων τους, με άμεσες συνέπειες την τακτική έξοδο των Αγιορειτών στον κόσμο για εξασφάλισι πόρων και τεχνογνωσίας και την συναφή όλο και μεγαλύτερη εξάρτησι της ζωής της αδελφότητος από κοσμικούς φορείς.
Εξ’ άλλου οι αναστηλώσεις χρειάζονται υλικά, τα υλικά οχήματα και τα οχήματα δρόμους. Η τήρησις του μέτρου και της ισορροπίας στον τομέα αυτόν είναι πράγμα τόσο δύσκολο όσο και πολυσυζητημένο. Όμως οι δρόμοι φτάνουν όλο και πιο κοντά ακόμη και στα πιο απόμακρα ερημητήρια, ενώ μερικοί λαϊκοί που εισέρχονται με οχήματα μεταφέροντας κάποια υλικά δεν χάνουν την ευκαιρία και για έναν αυτοκινητιστικό γύρο του Αγίου Όρους, όσο κι αν αυτό συνεπάγεται πολλή σκόνη και ταρακούνημα.
Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάθε προσπάθεια των Αγιορειτών για την διατήρησι των στοιχειωδών συνθηκών αναχωρήσεως και ησυχίας στον Ιερό τους Τόπο έρχεται αντιμέτωπη με μια ποικιλία συμφερόντων, διεκδικήσεων και νοοτροπιών. Πόσο θα αντέξη η τελευταία αυτή μοναστική «έρημος» της Ορθοδοξίας σε μια μάχη που μάλλον χάθηκε για τα άλλα μοναστικά κέντρα της Παλαιστίνης, του Σινά, της Πάτμου και των Μετεώρων:
Αυτό ανθρωπίνως θα εξαρτηθή από την επιτυχία μιας πολυμέτωπης προσπάθειας στην οποία πρέπει να αποδυθούν οι σημερινοί Αγιορείτες, με κύριους άξονες:
α) την απώθησι των πάσης φύσεως κοσμικών αντιλήψεων και επιδιώξεων από τις τάξεις των ίδιων των μοναχών, έτσι ώστε να μην επιδεινώνονται εκ των έσω τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα, με την φιλόδοξη, φιλομέριμνη και άρα φιλόκοσμη στάσι των ίδιων των Αγιορειτών.
β) την διατήρησι και ομαλή λειτουργία του αρχαίου προνομιακού καθεστώτος αυτοδιοικήσεως του Αγίου Όρους, το οποίο, με την χιλιόχρονη ιστορία του και παρά τις ανθρώπινες ελλείψεις και ατέλειές του, αποτελεί – μετά Θεόν – την μοναδική εγγύηση για την αποτροπή κάθε έξωθεν επεμβάσεως, κάθε προσπάθειας χειραγωγήσεως μοναχών από τους μοναχούς, κάθε φιλόδοξου σχεδίου «αξιοποιήσεως», «εντάξεως» ή και «υποτάξεως» του Αγίου Όρους σε εφήμερες κοσμικές σκοπιμότητες και νοοτροπίες.
και γ) την διατήρησι και ενίσχυσι της οικονομικής αυτοτέλειας των αγιορείτικων μονών, διότι η υλική εξάρτησις αργά ή γρήγορα φέρνει και την πνευματική.
Ας προχωρήσουμε όμως και στο πρόβλημα της μαρτυρίας του Αγίου Όρους σήμερα.
Η μοναχική μαρτυρία
Ως γνωστόν, ο μοναχισμός δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο μέσα στην ζωή της Εκκλησίας. Η τελειότης της χριστιανικής ζωής, την οποία επιδιώκει και – κατά το μέτρο του αγώνος του – βιώνει ο μοναχός, γίνεται πρότυπο για τους αδελφούς τους που ζουν στον κόσμο και έτσι το παράδειγμά του και μόνο μαρτυρεί για την αλήθεια του Ευαγγελίου και το δυνατόν της τήρησεως ολοκλήρου του ευαγγελικού νόμου από τον άνθρωπο, αν αυτός δοθή ψυχή και σώματι στην αγάπη του Θεού. Αυτή είναι και η κύρια και πρωταρχική μαρτυρία του μοναχισμού στην Εκκλησία και στον κόσμο. Το ότι η αγιότης είναι κατορθωτή πιστοποιεί το ότι και η σωτηρία είναι αληθινή. Γι’ αυτό και η Εκκλησία χωρίς μοναχισμό είναι κήρυγμα χωρίς τεκμήρια και διδασκαλία χωρίς πειστήρια.
Επειδή όμως ο μοναχισμός βιώνει την χριστιανική ζωή με μεγαλύτερη τελειότητα, έχει την δυνατότητα και να την υποδεικνύει με περισσότερη ακρίβεια. Έτσι η τεράστια και ανεκτίμητη συμβολή στην ορθή διατύπωση του δόγματος, στην διαμόρφωσι της λατρείας, στην διαποίμανσι και την ιεραποστολή, στην διάδοσι της ευαγγελικής ηθικής και της γνήσιας πνευματικότητος, εκπορεύονται μέσα από το ίδιο το βίωμά του και αποτελούν ουσιώδες και αναπόσπαστο στοιχείο της αποστολής του.
Ήδη ο πρώτος αναχωρητής και Καθηγητής της Ερήμου, ο Μέγας Αντώνιος σηματοδότησε με το παράδειγμά του την κατοπινή πορεία του μοναχισμού, όταν έτρεχε στην πιο ψηλή θέση του αμφιθεάτρου, για να ενισχύση τους διωκόμενους μάρτυρες και να μαρτυρήση – αν το επέτρεπε ο Θεός – και ο ίδιος. Τον μιμήθηκε μια ολόκληρη χορεία πνευματοφόρων Οσίων και Ομολογητών από τους Αγίους Θεοδόσιο και Σάββα μέχρι τον Αγιορείτη Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους Κολλυβάδες, οι οποίοι πρωτοστάτησαν στους αγώνες της Εκκλησίας κατά του μονοφυσιτισμού, του μονοθελητισμού, της εικονομαχίας, της δυτικής νοησιαρχίας, της Ουνίας και τόσων άλλων επιβουλών κατά του ορθού δόγματος και της λογικής λατρείας της.
Αλλά και η σχεδόν αποκλειστική προτίμησις των μοναχών στο έργο της πνευματικής καθοδηγήσεως των ψυχών, από τα πρώτα κιόλας χρόνια που η Εκκλησία χρησομοποίησε αυτό το είδος της ποιμαντικής διακονίας, μαρτυρεί από μόνη της για την καθολική αναγνώρισι του μοναχισμού ως κατ’ εξοχήν θεματοφύλακος του προφητικού χαρίσματος μέσα στην Εκκλησία.
Πόσο όμως είναι εφικτή η βίωσις αυτού του είδους της μοναχικής μαρτυρίας στο σημερινό Άγιον Όρος και ποιοί είναι οι παράγοντες που την επηρεάζουν;
Η μαρτυρία του Αγίου Όρους σήμερα
Η μαρτυρία της ζωής δίδεται επί τόπου στα κοινόβια, στα κελλιά και στις ερήμους και «μετα-δίδεται» από τους ευλαβείς προσκυνητές και τους θαυμαστές της συγγραφείς και δημοσιογράφους. Είναι ίσως κατώτερη από εκείνη που έδιδαν πολλοί μοναχοί περασμένων γενεών, αλλά πάντως εμπνέει τον κατά πολύ ασθενικώτερο Χριστιανό της εποχής μας. Ο μόνος εξωτερικός παράγων που θα μπορούσε να επηρεάση αρνητικά την λειτουργία της θα ήταν η στέρησις της ίδιας της δυνατότητος αναχωρήσεως από τον κόσμο και εν ησυχία βιώσεως της μοναχικής ζωής.
Η μαρτυρία του λόγου δίδεται με τον προφορικό και τον γραπτό λόγο, είτε συλλογικά, σε έκτακτες περιπτώσεις, από την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, είτε προσωπικά, από τον μεμονωμένο Αγιορείτη που αισθάνεται να νομιμοποιήται για κάτι τέτοιο από τα πατροπαράδοτα μοναχικά θέσμια. Το αν όντως «έχει την ευλογία» να το κάνη, πιστεύω ότι καταδεικνύεται πάντοτε από το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα της ενεργείας του, αν και αυτό παραμένη πάντοτε ένα εσωτερικό και πνευματικό ζήτημα για κάθε μοναχό και για κάθε αδελφότητα. Εν πάση περιπτώσει όμως, αυτού του είδους η αγιορειτική μαρτυρία αναμένεται να είναι αυθεντική μετάδοσις του ανόθευτου χριστιανικού κηρύγματος και γι’ αυτό χαίρει μεγάλου κύρους στο πλήρωμα της Εκκλησίας.
Σαν εξωτερικοί παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται αυτή η μαρτυρία του λόγου θα μπορούσαν να αναφερθούν οι εξής:
α) Η λανθασμένη εντύπωσις ανταγωνισμού προς την εκκλησιαστική αυθεντία που δημιουργείται, όταν η γνώμη των Αγιορειτών προηγείται ή και διαφέρει από εκείνην των εν τω κόσμω ποιμένων και διδασκάλων, δημιουργεί σίγουρα κάποιες αναστολές στους Αγιορείτες, όταν πρόκειται για μια δημόσια ή και ιδιωτική τοποθέτησι σε επίκαιρα ζητήματα που αφορούν την Εκκλησία.
β) Ο σκεπτικισμός και η απροθυμία πολλών συγχρόνων ανθρώπων στο να δεχθούν το απόλυτο και ακραιφνές ευαγγελικό μήνυμα, το οποίο εκφράζει συνήθως ο μοναχισμός, και η ολέθρια εισβολή του σχετικισμού και ενός πρωτοφανούς συγκρητισμού στον χώρο του θρησκευτικού «πιστεύω» κάνει τους Αγιορείτες αρκετά επιλεκτικούς, οσον αφορά το κοινό στο οποίο απευθύνονται.
γ) Η λόγω αναστηλωτικών αναγκών αυξανόμενη εξάρτησις των αγιορειτικών μονών από την κοσμική εξουσία, με την οποία όμως υπάρχει σαφής αντιπαράθεσις όπως η αποχριστιάνισις του κράτους, η περί αιρέσεων νομοθεσία, το οικογενειακό δίκαιο, οι αμβλώσεις, οι νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες κ.λ.π., δημιουργεί αναμφισβήτητα εσωτερικές συγκρούσεις και προβλήματα.
Τέλος θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι σημερινοί Αγιορείτες ηγούμενοι και πνευματικοί πατέρες καλούνται και προκαλούνται πολύ πιο συχνά να τοποθετηθούν ιδιωτικά και δημόσια σε επίκαιρα θέματα, κάτι που κάνει τον ρόλο τους πολύ δυσκολώτερο από ότι σε προηγούμενες εποχές. Το πλησίασμα όμως του «κόσμου» και η ελάττωσις της ησυχίας μπορεί να επηρεάση αρνητικά την ποιότητα και αυθεντικότητα της σημερινής αγιορειτικής μοναχικής μαρτυρίας, είτε αυτή δίδεται με την ζωή είτε με τον λόγο. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθή ότι η γνησιότης και η δύναμις της μοναχικής μαρτυρίας είναι ευθέως ανάλογη με την δυνατότητα βιώσεως της μοναχικής αναχωρήσεως κάτι που – δόξα τω Θεώ – εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα στο Άγιον Όρος και είθε ο Θεός να μην επιτρέψη ποτέ να χαθή.
Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους
Αρχιμανδρίτης Ιωσήφ
* Ανακοίνωσις του Αρχιμ. Ιωσήφ, Καθηγουμένου της Ι. Μ. Ξηροποτάμου, στο διεθνές συμπόσιο «Το Άγιον Όρος Χθες – σήμερα – αύριο» της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 29 Οκτωβρίου – 1 Νοεμβρίου 1993.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Ιερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός (24 Αυγούστου)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2013

kosmas_aitolos1

Στις 24 του μηνός Αυγούστου, η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του αγίου ιερομάρτυρα Κοσμά του Αιτωλού. Ο άγιος Κοσμάς είναι από τους αγίους της Εκκλησίας, που ονομάζονται Νεομάρτυρες και αναφάνη­καν στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Οι Τούρκοι, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, είναι στην Ανατολή οι νέοι διώκτες της Εκκλησίας, και τότε πολλοί χριστιανοί, άνδρες και γυναίκες, για να μην αλλαξοπιστήσουν, προτί­μησαν κι έδωκαν τη ζωή τους. Αυτοί είν’ εκείνοι, που με το παράδειγμα και τη θυσία τους, κράτησαν ζωντανή την ορθόδοξη πίστη των υπόδουλων χριστιανών της Ανα­τολής.

Ο άγιος Κοσμάς γεννήθηκε το 1714 στο χωριό Με­γάλο Δένδρο της Αιτωλίας, γι’ αυτό και ονομάζεται Αιτωλός. Έμαθε τα πρώτα γράμματα του καιρού εκείνου κι ύστερα έκαμε το δάσκαλο στα χωριά του τόπου του. Τότε ιδρύθηκε στο Άγιον Όρος η Αθωνιάδα Σχολή, κι ο Κω­σταντής, όπως λεγότανε πρώτα, πήγε εκεί και σπούδασε κοντά σε σοφούς δασκάλους. Το 1759 ήταν μοναχός με το όνομα Κοσμάς κι ύστερα ιερέας στη Μονή Φιλοθέου στο Άγιον Όρος. Καταγινότανε στη μελέτη της θείας Γραφής και μια μέρα η προσοχή του έπεσε στα λόγια του αποστό­λου Παύλου στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή· «Μηδείς το εαυτού ζητείτω, αλλά το του ετέρου»·κανένας να μη ζητά το δικό του συμφέρον, αλλά το συμφέρον του άλλου. Αυτό ήταν αρκετό για τον άγιο Κοσμά, που τον πονούσαν οι έξω από το μοναστήρι άνθρωποι.

Τα χρόνια τότε ήσαν από τα πιο άσχημα για τους υπόδουλους· η αγραμματοσύνη, η εκκλησιαστική άγνοια κι η αμάθεια του λαού βασίλευαν παντού. Ο άγιος Κο­σμάς λοιπόν πήγε στην Πόλη, πήρε άδεια κι ευλογία από τον Πατριάρχη και το 1760, σε ηλικία 46 ετών, άρ­χισε το ιεραποστολικό του έργο. Ο ίδιος ο άγιος Κο­σμάς υστέρα, στις ομιλίες προς το λαό, έλεγε για το λόγο που τον έκαμε να βγει από το μοναστήρι· «Άφησα τη δική μου προκοπή και το δικό μου καλό και βγήκα και περπατώ από τόπο σε τόπο και διδάσκω τους αδελφούς μου». Και για την τότε κατάσταση του λαού έλεγε πάλι στις ομιλίες του· «Δεν βλέπετε που αγρίεψε το γέ­νος μας από την αμάθεια και γίναμε σαν τα θηρία;».

Ο άγιος Κοσμάς γύρισε τέσσερις φορές όλη σχε­δόν τη στεριανή Ελλάδα και τα νησιά κι έφτασε ως τη Σερβία και τη Βόρειο Ήπειρο. Ήταν φτωχός και ταπει­νός και μιλούσε στο λαό σε απλή γλώσσα για να τον καταλαβαίνουν όλοι. Από χωριό σε χωριό τον ακολουθούσαν πλήθος οι χριστιανοί και μαζί πολλοί ιερείς. Κήρυττε πάντα στο ύπαιθρο· έστηναν ένα μεγάλο ξύλι­νο σταυρό, ανέβαινε εκείνος ψηλότερα σε μια πέτρα ή σ’ ένα σκαμνί και μιλούσε στους χριστιανούς. Σώζονται πολλές διδαχές του αγίου Κοσμά, όπως τις έγραψαν εκείνοι που τον ήκουαν, και βλέπομε σ’ αυτές πώς και τι δίδασκε ο Άγιος στο λαό. Ο σκοπός του ήταν ένας, να κρατήσει ζωντανή την ορθόδοξη πίστη και την εθνική συνείδηση του λαού.

Διαλέγομε κάποια λόγια από τις διδαχές του αγίου Κοσμά, χωρίς να μπορούμε τώρα να τα αναπτύξουμε πλατύτερα, για να δούμε πως δίδασκε και τι έλεγε· «Να ευφραίνεσθε, όπου είσθε ορθόδοξοι χριστιανοί… Να χαίρεσθε. όπου βγάζετε το ψωμί σας με τον κόπο σας… Το κορμί σας ας το κάψουν, ας το τηγανίσουν, τα πρά­γματά σας ας τα πάρουν. Μη σας μέλει· δώσατέ τα· δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζεται. Αυτά τα δύο, όλος ο κόσμος να πέσει, δεν μπορεί να σας τα πάρει, εκτός και τα δώσετε με το θέλημά σας…». Έτσι κήρυττε ο άγιος Κοσμάς και συγχρόνως έβαζε τους χρι­στιανούς να φτιάχνουν σχολεία· σε μια επιστολή του γράφει πως ίδρυσε διακόσια δημοτικά και δέκα ελληνικά σχολεία.

Η ιεραποστολική δράση του αγίου Κοσμά κράτησε είκοσι χρόνια. Παντού τον έβλεπαν για άγιο, γιατί και τη χάρη της προφητείας είχε, καθώς και σώζονται μαζί με τις διδαχές και πολλά προφητικά του λόγια. Ωμιλούσε συμβολικά, για να μη τον καταλαβαίνουν οι Τούρκοι· έλεγε για το «ποθούμενον» κι εννοούσε την Ελληνική επανάσταση. Κι οι Τούρκοι ακόμα τον αγαπούσαν και τον σέβονταν και μόνο οι Εβραίοι τον μισούσαν, επει­δή καταπολεμούσε τα κυριακάτικα παζάρια τους. Οι Εβραίοι στο τέλος κατάφεραν να καταδικαστεί σε θά­νατο και να κρεμαστεί στις 24 Αύγουστου 1779. Το σώ­μα του το έριξαν στο ποτάμι, κι οι χριστιανοί το πήραν ύστερα και το έθαψαν με ευλάβεια στο χωριό Καλικόντασι. Εκεί βρίσκονται μέχρι τώρα τα ιερά λείψανά του. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20 Απριλίου 1961 κατάταξε επίσημα τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό στους Νεομάρτυρες. Αμήν.

(Πηγή: +Μητροπ. Κοζάνης Διονυσίου, Εικόνες έμψυχοι, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 111-113).

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η πιο σίγουρη μέθοδος για να ξαναβρείς τη χαρά σου

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2013

Μία απ΄τις μεγαλύτερες “επεξεργασίες θλίψης” είναι να σκαλίζουμε συνεχώς τα κακά που μας έχουν κάνει ή τα καλά που δε μας έχουν κάνει οι γύρω μας.
Είναι απ’τις πιο δημοφιλείς σκέψεις, όταν καθόμαστε μόνοι και η οργή που σιγά-σιγά ανάβουν, το σαράκι του ναρκισσιστικού παραπόνου, η αρνητική ένταση και στο τέλος η κατάπτωση δεν έχουν τελειωμό.Θυμάμαι τον π. Μάρκελλο Καμπάνη να λέει:

Μη θέλεις και μη λες τι πρέπει οι άλλοι να κάνουν για σένα. Πρώτα εσύ κάνε αυτό που πρέπει οι άλλοι να κάνουν για σένα. Το Ευαγγέλιο δε μας λέει τι πρέπει να κάνουν οι άλλοι για μας, ο Χριστός μας, μας λέει τι πρέπει να κάνουμε εμείς καθημερινά στους άλλους.
Και θα’ρθει η ώρα που αυτό που δίνεις θα σου επιστραφεί.Ότι και όσο έδωσες, θα το εισπράξεις.Να είστε σίγουροι!Μπορεί να μην το εισπράξεις από εκείνον που θέλεις εσύ, θα το εισπράξεις, όμως, από αλλού και με άλλο τρόπο.
Να προσφέρω μια μικρή χαρά σε άλλον…
Είναι η πιο σίγουρη μέθοδος να ξαναβρώ κι εγώ τη χαρά μου…

Απόσπασμα απ’το βιβλίο της Μάρως Βαμβουνάκη: “Χορός μεταμφιεσμένων”

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΔΙΔΑΧΗ ΣΤ΄ (Η ΤΕΛΕΙΑ ΑΓΑΠΗ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Αυγούστου, 2013

AG.KOSMAS

ΔΙΔΑΧΑΙ ΤΟΥ AΓIOΥ KOΣMA ΤOΥ AITΩΛΟΥ

ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ (σελ. 222-234)

ΔΙΔΑΧΗ ΣΤ΄

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αδελφοί μου, και Θεός, ο γλυκύτατός μας αφέντης και Δεσπότης, ο ποιητής των Αγγέλων και πάσης νοητής και αισθητής κτίσεως, παρακινούμενος από την άμετρον ευσπλαχνία του και από την πολλήν του αγάπην οπού είχεν εις το γένος μας, σιμά εις τα άπειρα και πολλά χαρίσματα, οπού μας εχάρισεν ο Θεός, εκαταδέχθη και έγινε τέλιος άνθρωπος εκ Πνεύματος Αγίου, από τα καθαρώτατα αίματα της της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, δια να μας ελευθερώση από τας χείρας του πονειρού διαβόλου και να μας κάμη υιούς και κληρονόμους της βασιλείας του, να χαιρώμεθα και να ευφραινώμεθα με τους αγίους αγγέλους πάντοτε, δια να μη καιώμεθα με τους τρισάθλιους δαίμονας πάντοτε.

Οι Απόστολοι κηρύττουν και η γη γίνεται επίγειος παράδεισος

Καθώς ένας άρχοντας, οπού έχει αμπέλια και χωράφια και βάζει εργάτας, έτσι και ο Κύριος ημών Ιησούς έχει ημάς αμπέλι. Επήρε δώδεκα Αποστόλους και τους ευλόγησε και τους έστειλε εις όλον τον κόσμον. Και εις μεν θελήσουν οι άνθρωποι να περάσουν και εδώ εις τούτον τον μάταιον κόσμον καλά και ειρηνικά, θέλει τους ευσπλαχνισθή ο πανάγαθος Θεός να τους βάλη εις τον παράδεισον. Τούτο τους επαρήγγειλε, να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και να φυλάγωμεν τα προστάγματα του Θεού μας. Εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι άγιοι απόστολοι, είπεν ο Κύριος να ευλογούν την χώραν εκείνην. Και εις οποίαν πάλιν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι και δε τους δέχονταν οι άνθρωποι, είπεν ο Κύριος να τυνάζουν τα τσαρούχια τους και να φεύγουν. Λαμβάνοντας την χάριν του Παναγίου Πνεύματος έτρεξαν ωσάν αστραπή και με εκείνη την χάριν του Παναγίου Πνεύματος ιάτρευαν χωλούς, κουτσούς, τυφλούς και δεμονισμένους και με την προσταγήν του Χριστού μας ανέστηναν νεκρούς.
Πρέπον και εύλογον είνε, αδέλφια μου, να είχα και εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος του την καρδίαν καθαράν, ωσάν τους αγνούς Αποστόλους, και να έχω και εκείνην την χάριν του Παναγίου και τελεταρχικού Πνεύματος, εγώ που αξιώθηκα και ήλθα εις την χώραν σας. Επειδή και είμαι αμαρτωλός και δεν έχω την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, παρακαλώ όμως τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν να στείλη ουρανώθεν την χάριν του και να ευλογήση την χώραν σας και τα πράγματά σας και το έργο των χειρών σας. Και το πρώτον να μας ευσπλαχνισθή, να μας συγχωρήση τα αμαρτήματά μας και να σας αξιώση, παιδιά μου, να περάσετε και εδώ καλά και ειρηνικά και να σας βάλη εις τον παράδεισον να δοξάζετε την Αγίαν Τριάδα.
Και εις οποίαν χώραν επήγαιναν οι Απόστολοι, χειροτονούσαν αρχιερει΄σ, ιερείς, ευλογούσαν την χώραν εκείνην και γίνουνταν ένας επίγειος παράδεισος, χαρά και ευφροσύνη, κατοικία των Αγγέλων, κατοικία του Χριστού μας. Και εις οποίαν χώραν δεν τους εδέχονταν, έμενε κατάρα και όχι ευλογία, κατοικία του διαβόλου και όχι του Χριστού μας. Πρέπον και εύλογον είνε, αδελφοί μου χριστιανοί, να αρχίσω την διδασκαλίαν μου και όταν τελειώσωμεν, να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν.

Η τελεία αγάπη

Πολλά ονόματα έχει ο Θεός, αδελφοί μου. το κύριον όνομα του Θεού μας είνε η αγάπη. Αγία Τριάς είνε, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, μια φύσις, μια δόξα, μια βασιλεία, ένας Θεός. Πρέπει πρώτον να αγαπώμεν τον Θεόν, αδελφοί μου, διατί μας έδωσε τόσον μεγάλην γην και κατοικούμεν τόσες χιλιάδες άνθρωποι, χορτάρια, βρύσες, ποταμούς, θάλασσαν, οψάρια, αέρα, νύκτα και ημέραν, ουρανόν, άστρα, ήλιον φεγγάριον. Μας έκαμε ανθρώπους και όχι ζώα, μας έκαμεν ευσεβείς χρισιανούς και όχι αιρετικούς. Τώρα σας ερωτώ, αδέλφια μου, να με ειπήτε, ποιόν θέλετε, τον Θεόν ή τον διάβολον; – Τον Θεόν θέλωμεν. – Ναι, πολύ καλά το λέγετε, παιδιά μου, φρονιμώτατα, να έχω την ευχήν σας, μόνον να ιδούμεν αυτήν την αγάπην. Αυτή η αγάπη άρα να είνε πιστή, να είνε τελειωμένη ή της λείπει τίποτε πουθενά; Πρέπει να το καταλάβωμεν από λόγου μας, εσύ, αδελφέ χριστιανέ, έχεις ένα παιδί, εγώ σε τιμώ και λέγω καλόν είνε το παιδίν σου, αλλά το δέρνω, το καταφρονώ, παίρνω το ψωμίον του και το τρωγω. Τι λέγεις, έτσι είνε η αγάπη; Η αγάπη, με φαίνεται να λέγεις, όχι δεν είνε έτσι. Και ημείς καθώς αγαπούμεν και τον αδελφόν μας, διατί είνε φυσικόν να αγαπούμεν τον αδελφόν μας, παρά φύσιν είνε να μην τον αγαπώμεν. Πρέπει να αγαπώμεν τον αδελφόν μας, ότι έχομεν μιαν Πίστιν, ένα βάπτισμα, τα Πανάχραντα Μυστήρια μεταλαμβάνομεν, ένα παράδεισον ελπίζομεν να απολαύσωμεν, μιαν κεφαλήν έχομεν, τον Χριστόν μας.
Αδέλφια μου, η αγάπη έχει δύο ιδιώματα, δύο χαρίσματα, το ένα δυναμώνει τον άνθρωπον εις το καλά, και το άλλο αδυνατίζει εις τα κακά. Εγώ έχω ένα ψωμίον να το φάγω και να πίω, μα εσύ καλά δεν έχεις. Η αγάπη με λέγει: Μη το τρώγεις μοναχός σου, αλλά δώσε και τον αδελφόν σου. Έχω φορέματα, μα εσύ δεν έχεις. Η αγάπη με λέγει: Δώσε του ένα τον αδελφόν σου. Ανοίγω το στόμα μου να σε κατηγορήσω, να σε ειπώ ψέματα, η αγάπη όμως νεκρώνει το στόμα μου, το βουλώνει. Απλώνω το χέρι μου να αρπάξω τα πράγματά σου, η αγάπη δεν με αφήνει. Είδατε, αδελφοί μου, τι χαρίσματα έχει η αγάπη;

Ο προορισμός των σχολείων

Την αγάπην, επειδή δεν την ηξεύρετε, πρέπει, παιδιά μου, να στερεώνετε σχολεία διατί πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μανθάνουν το τι εστί Θεός, το τι είνε οι άγιοι Άγγελοι, τι είνε οι καταραμένιο δαίμονες και το τι είνε η αρετή των δικαίων. Το σχολείον φωτίζει τους ανθρώπους. Ανοίγουν τα οματια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μανθάνουν τα μυστήρια.

Τα σημεία των καιρών

Διαβάζοντας, αδελφοί μου, την θείαν και Ιεράν Γραφήν ευρίσκω ότι ο προφήτης Ηλίας είνε ζωντανός και τον έχει ο Θεός χιλιάδες χρόνους και μέλλει να τον στείλη και τότε θέλει να χαλάση ο κόσμος. Και πάλιν ερευνώντας την Ιεράν Γραφήν το ευρίσκω ότι ο προφήτης Ηλίας ήλθεν, ήλθεν και ο αντίχριστος, τον οποίον έχομεν και εις το κεφάλι μας, και δεν πρέπει να σας τον ειπώ, ότι τον ηξεύρετε. Και τώρα δεν καρτερούμεν ούτε προφήτην Ηλίαν ούτε αντίχριστον.
Λυπηρόν είνε να σας το ειπώ, αδέλφια μου, μα η Ιερά και Αγία Γραφή με προστάζει να σας το ειπώ: Σήμερον αύριον καρτερούμεν πείνες, δίψες, πανούκλες, λοιμούς, θανατικά μεγάλα, να μη προφθάνουν τους αποθαμένους. Σήμερον αύριον καρτερούμεν να γίνει μέγας σεισμός, να πέσουν όλα τα βουνά, ο ήλιος και το φεγγάρι να σκοτίζωνται, τα άστρα να πέσουν και ο ουρανός να τυλιχθή ωσάν ένα χαρτίον και όλοι οι άνθρωποι να αποθάνουν.

Δευτέρα Παρουσία και Κρίσις

Και έπειτα μέλλει να λάμψη ο πανάγιος Σταυρός περισσότερον από τον ήλιον, μέλλει να λάμψη ο γλυκύτατός μς Ιησούς Χριστός επτά φορές περισσότερον από τον ήλιον και να αναστήση όλον τον κόσμον με την ψυχήν και με το σώμα (και ο καλός θα είνε ωσάν τον άγγελον και ο κακός θα είνε ωσάν τον τρικατάρατον τον διάβολον) και να ειπή εις τους δικαίους: Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, διατί ευφυλάξατε τα προστάγματά μου και την πίστιν μου. έπειτα θα ειπή ο κύριος εις τους αμαρτωλούς: Πηγαίνετε εσείς οι κατηραμένοι εις την κόλασιν, να είσθε μαζί με τον πατέρα σας τον διάβολον, διατίδεν εφυλάξατα τα προστάγματά μου και την πίστιν μου. και τότε θέλει ανοίξει ο Κύριος έναν πύρινον ποταμόν ωσάν την θάλασσαν να φλογίζη τους αμαρτωλούς και τους ασεβείς, και να βάλη τους δικαίους εις τα δεξιά, τους δε αμαρτωλούς εις τα αριστερά.
Ημείς, αδελφοί μου, τι ειμαστε, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Ει μεν και είμαστε δίκαιοι, καλότυχοι και τρισμακάριοι, εις δε και είμαστε αμαρτωλοί, πρέπει τώρα, οπού έχομεν καιρόν, να μετανοήσωμεν, να διορθωθούμεν.

Η νοερά προσευχή

Σας παραγγέλω λοιπόν τούτο να κάμετε, να πάρετε όλοι από ένα κομπολόγιον και αυτό το κομπολόγιον να έχηυ εκατόν τρία σπυριά και εις κάθε σπυρίον να λέγετε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου». Λοιπόν εγώ μέλλω να σας αφήσω την υγείαν ψυχικά και σωματικά. Μέσα εις τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, αδέλφια μου, θεωρείται Αγία Τριάδα και πάντες οι Άγιοι με τον τίμιον Σταυρόν, με τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν εσταυρώθηκαν ψυχικά και σωματικά. Αδελφοί μου, ημείς πρέπει να ευλογούμεν την γην, τον ουρανόν, την θάλασσαν και να πηγαίνετε εις τον παράδεισον να χαίρεσθε και να ευφραίνεσθε πάντοτε.

Η θερμή πίστις μετακινεί όρη, συντρίβει τον εωσφόρον, νικά τους απίστους

Ήτον ένας βασιλεύς εις την Αίγυπτον και εις την Αλεξάνδριαν ήτον Πατριάρχης, το όνομά του Ιωακείμ αγιώτατος άνθρωπος, καλός, ευλαβής, σοφός. Ο βασιλεύς εκείνον τον ηγάπησε περισσώς και κοντά εις την αγάπην οπού τον είχεν ο βασιλεύς εβγήκεν ένας Εβραίος και έγινεν Τούρκος και κοντά οπού ετούρκεψε έγινε και βεζίρης. Λέγει ο Εβραίος του βασιλέα: Βασιλέα μου πολυχρονεμένε, τι τον αγαπάς τόσον τον Πατριάρχην αυτόν; Και ο βασιλεύς αποκρίνεται προς τον τρικατάρατον τον Εβραίον και τον λέγει: Επειδή ο Πατριάρχης είνε καλός άνθρωπος, ευλαβής, σοφός, και δια τούτο τον αγαπώ. Λέγει πάλιν ο Εβραίος προς τον βασιλέα: Βασιλέα μου, επειδή λέγεις ότι τον αγαπάς τον Πατριάρχην, κράξε τον να έλθη εις το παλάτιόν σου και να έλθω και εγώ να συνομιλήσωμεν μαζί με αυτόν, και να ιδής πως θα τον κάμω να μείνη αναπολόγητος. Έπειτε κράζει ο βασιλεύς τον Ιωακείμ εις το παλάτιον και και ήρχισεν ο Εβραίος να φιλονεική με τον Πατριάρχην. Λέγει ο Εβραίος: Πατριάρχη, δεν λέγει ο Χριστός εις το Ευαγγέλιον ότι όποιος από σας τους χριστιανούς έχει πίστιν, να σηκώνει τα βουνά από τον τόπο τους; Λοιπόν επρόσταξεν ο βασιλεύς τον Πατριάρχην να σηκώσει ένα βουνόν από τον τόπο του και τότε να πιστεύσουν εις αυτόν.
Και λοιπόν τι κάνει ο ευλογημένος Πατριάρχης; Προστάζει και συνάζει τους ευλογημένους τους χριστιανούς και κάνει δέησιν εις τον Άγιον Θεόν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας και έπειτα τελειώνοντας ο Πατριάρχης και οι χριστιανοί την δέησίν τους και άρχισεν ο Πατριάρχης να θυμιάζει το βουνόν εκείνο, το οποίον ήτο μεγάλο έως εξ ώρας του μάκρους. Και του λέγει του βουνού ότι εγώ ο ανάξιος δούλος του Χριστού μου σε προστάζω, βουνόν, να σηκωθής από αυτού και να έλθης εις την Αίγυπτον. Και ω του θαύματος! Εκόπηκε το βουνόν εκείνο και έγινεν εις τρία εις τιμήν της Αγίας Τριάδος και εκίνησε και ήλθε κατεπάνω εις την Αίγυπτον. Έπειτα φωνάζει ο βασιλεύς τον Πατριάρχην και του λέγει: Δια το όνομα του Θεού, Πατριάρχη, πρόσταξε το βουνόν να σταθή να μη μας πλακώση. Και ευθύς ο Πατριάρχης έτρεξε μετά θερμών δακρύων και επρόσταξε το βουνόν και εστάθη επάνω εις την Αίγυπτον. Και το βουνόν εκείνο το ονομάζουν έως σήμερον Ντουρντάς. Και εις αυτό το θαύμα επίστευσαν λαός πολύς, χιλιάδες έξ. Λέγει δε πάλιν ο τρισκατάρατος Εβραίος του βασιλέως: Βασιλέα μου, ήξευρε ότι οι χριστιανοί λέγουν εις την γλώσσαν τους στάσου, βουνόν… και επίστευσαν πάλιν εξ χιλιάδες. Λέγει και άλλον λόγον ο Εβραίος τον βασιλέα: Βασιλέα μου, ήξευρε και ετούτο, ότι οι χριστιανοί λέγουν πως λέγει το Ευαγγέλιον τους πως όποιος έχει πίστιν να πίη ένα ποτήρι φαρμάκι και δεν αποθαίνει. Και έπειτα ο βασιλεύς πρόσταξε τον Εβραίον και κάμνει ένα ποτήρι φαρμάκι, οπού δεν ευρίσκονταν χειρότερον εις τον κόσμον. Και πάλιν λέγει ο Εβραίος άλλον λόγον του βασιλέα: Βασιλέα μου, ήξευρε και ετούτο, ότι οι χριστιανοί έχουν τον σταυρόν και σταυρώνουν το πικρόν και γίνεται γλυκόν. Πρέπει λοιπόν να προστάξετε τον Πατριάρχην, όταν θα του δώσης το φαρμάκι να το πίη, να μη κάμη τον σταυρόν του ούτε απάνω του ούτε απάνω εις το ποτήριον. Και έπειτα επήρεν ο βασιλεύς το ποτήριον εις το χέρι του και το έδωσε του Πατριάρχη και του λέγει: Να ετούτο το ποτήριον, να το πίης και να μη κάμης τον σταυρόν σου ούτε επάνω σου ούτε εις το ποτήριον. Και ο ευλογημένος Πατριάρχης θέλησε να τους γελάσει και να τους πομπεύσει εις τον κόσμον δια να τους κάμη μασκαράδες. Τότε λέγει του βασιλέα: Βασιλέα μου, καλά με προστάξατε να το πίω ετούτο το ποτήριον, μα δεν με είπες πόθεν να το πίω το ποτήριον. Και κάμνει με το χέρι του από το πλευρόν και από κάτω και από επάνω και ευθύς έπιε το ποτήριον. Και ο πανάγαθος Θεός ευθύς άνοιξέ του μίαν τρύπαν εις την δεξιάν πλευράν και εχύθη του ποτηρίου το φαρμάκι και έμεινεν άβλαβος. Και έπειτα μέσα εις εκείνο το ποτήριον έμεινε παραμικρόν και το εξέπλυνε και λέγει τον βασιλέα: Βασιλέα μου πολυχρονεμένε, εγώ έπια τον καρπόν, πρόσταξε τον Εβραίον να πίη και αυτός και εάν δεν αποθάνη, να πιστεύσωμεν εις αυτόν. Και ο τρισκατάρατος Εβραίος δεν ήθελε να το πίη. Και τον επίεσεν ο βασιλεύς μεγάλως και το έπιεν το ποτήριον ο Εβραίος και έσκασεν ο τρισκατάρατος και επήγεν εις την αιώνιον κόλασιν και καίεται μαζί με τον τρισκατάρατον διάβολον. Καταλαμβάνετε λοιπόν, παιδιά μου, τι δύναμιν έχει ο πανάγιος Σταυρός. Όμως με του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού το όνομα να πηγαίνετε εις τον παράδεισον.

Η ειλικρινής εξομολόγησις

Πάντοτε, παιδιά μου, εδώ οπού ήλθα, έχω χαράν και λύπην. Έρχονται οι χριστιανοί κατά μόνας να μου ειπούν το παράπονόν τους, και δεν δύναται ένας δούλος να δουλεύσει δυό αυθεντάδες, και δεν δύναμαι να τους εξομολογήσω από ένα ένα και τους διώχνω, και η καρδία μου κόπτεται ωσάν ένας οπού έχει ένα παιδίον, το οποίον είνε άρρωστον, και δεν το δέχεται. Αλλά πρέπει να σας εξομολογήσω παρρησία. Και αν ούτως, παιδία μου, θέλετε πάρει τέσσερες τρίχες από τα γένεια μου, και εγώ παίρνω το βάρος από τα αμαρτήματά σας. Από τον καιρόν όπου εγεννηθήκατε όλα επάνω μου είνε. Και εσείς να εξηγήσετε τα τέσσερα νοήματα και να τα μάθετε. Και αν θέλετε, παιδία μου, να σας ειπώ, να ευρήτε ένα πνευματικόν πρακτικόν και αρετής άνθρωπον, να εξομολογηθήτε, να ειπήτε τα αμαρτήματα σας. Να μη αφήσετε κανένα και αν αφήσετε, όλον τον μισθόν τον χάνετε. Και να συγχωράτε τον εχθρόν σας και να μη φροντίζετε μοναχά δια λόγου σας, αλλά να ερμηνεύετε και τα αδέλφια σας και τα παιδιά σας. Και να έχετε την ευχήν μου και την ευχήν της Παναγίας και την ευχήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του εσταυρωμένου και αληθινού Θεού ημών, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=14273

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άγ.Κοσμάς ο Αιτωλός μιλά για το γάμο και την οικογένεια

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Αυγούστου, 2013

Ισότητα άνδρα καί γυναίκας.
“Οταν έκαμεν ό Θεός τον άνδρα, γυναίκα εις τον κόσμον δεν ήτον. Εκβαλεν ό πανάγαθος Θεός μίαν πλευράν από τον άνδρα καί έκαμε μίαν γυναίκα… “Ισια την έκαμεν ό Θεός την γυναίκα με τον άνδρα, όχι κατωτέραν. (Α2, 1η 131, 5η 67).
“Ετσι καί εσύ, Χριστιανέ, πρέπει να την χαίρεσαι την γυναίκα σου καί να την αγαπάς ωσάν σύντροφόν σου καί να μην ιήν στοχάζεσαι ωσάν σκλάβαν σου. Διατί καί αυτή πλάσμα Θεού είναι ωσάν καί εσύ. Τον Θεόν Πατέρα τον λέγεις καί εσύ, Πατέρα τον Λέγει καί αυτή. Μίαν Πίστιν έχετε καί οί δύο, ένα Βάπτισμα, ένα Εύαγγέλιον, μίαν άγίαν Κοινωνίαν, έναν Παράδεισον έχετε να απολαύσετε. Δεν την έχει ό Θεός κατώτερην από εσένα, δια τοΰτο δεν την έκαμεν από τα ποδάρια, δια να μη την καταφρονά ό άνδρας, άλλ’ ούτε πάλιν την έκαμεν από το κεφάλι, δια να μην καταφρονά αυτή τον άνδρα, αλλά την έκαμεν από την πλευράν, ήγουν από την μέσην, δια να την έχη σύντροφόν του καί της εμφύσησε καί ιδίαν ψυχήν, ωσάν καί του ανδρός, καί υστέρα ώνόμασε του άνδρα Αδάμ καί την γυναίκα Εύα. (Α2, 1η 164, 5η 100).

. Ό ευλογημένος γάμος.
Να χαίρεστε καί να εύφραίνεσθε χιλιάδες φορές οί παντρεμένες τίμια. Εις τα πολλά καλά, οπού σας έχάρισεν ό πανάγαθος Θεός, σας έχάρισε καί ευλογημένου γάμον. Να κλαίετε δια τους άσεβεΐς καί απίστους- ανάμεσα είς τα πολλά κακά οπού έχουν, έχουν καί καταφρονεμένον γάμον. (Β1, 1η 194, 5η 130).
“Ακουσε, παιδί μου, όταν θέλης να ύπανδρευθής, να ζήτησης πρώτον γυναίκα να μην είναι από συγγένεια σου, οπού το εμποδίζει ό Νόμος της Εκκλησίας• δεύτερον να έχη τον φόβον του Θεού εις την ψυχήν της- καί τρίτον να είναι στολισμένη με την έντροπήν. Επήρες γυναίκα πτωχή; Επήρες σκλάβα. Επήρες γυναίκα πλούσια; “Εγινες εσύ σκλάβος, επήρες ραβδί της κεφαλής σου.
Πρώτον να έξομολογάστε καί να στεφανώνεστε εις την Έκκλησίαν. (Β1, 1η 195,5η 131).
Καί έρωτα ό παπάς τον γαμπρόν: Θέλεις, Ιωάννη, την Μαρία δια γυναίκα σου; Άνίσως καί ειπή: Την θέλω, του δίνει την λαμπάδα. Όμοίως ρωτά καί την νύμφη: Θέλεις εσύ, Μαρία, τον Ίωάννην δια άνδρα; Άνίσως καί τον θέλη, δεν ομιλεί, μόνον σκύφτει την κεφαλήν της. Είδε καί δεν τον θέλει καί είναι χωρίς το θέλημα της, φωνάζει: Δεν τον θέλω. Καί ωσάν εΐπή πώς δεν τον θέλει, ό παπάς να μη βάλη χέρι να τους στεφάνωση, διατί κολάζονται. “Αν είναι με το θέλημα καί των δύο, έτότες να τους στεφάνωση, καί έπειτα από το στεφάνωμα να τους μεταλαμβάνη τα “Αχραντα Μυστήρια, καί άνίσως καί έχουν κανένα εμποδίον, ας τους κοινωνήση το κοινόν ποτήριον. “Υστερα τους παίρνουν ψάλλοντας καί πηγαίνοντας εις το σπίτι κάνει δέησιν ό παπάς, ευλογεί την τράπεζαν καί φεύγει.
Καί ωσάν άπεράσουν τρεις ήμερες, έτότες να σμίγετε το ανδρόγυνο καί να φυλάγεστε τές Κυριακές, Εορτές, με εύγένειαν ωσάν Χριστιανοί. Δεν εδωσεν ό Θεός την γυναίκα δια πορνείαν, αλλά δια παιδία. Καί εσύ ό άνδρας να φεύγης την ξένην γυναίκα, καθώς φεύγεις το φίδι. Καί όχι μόνον την ξένην γυναίκα, αλλά είναι καιρός να φεύγης καί την έδικήν σου. “Ετυχε ή γυναίκα σου καί έχει συνήθεια ή έγγαστρώθη, πρέπει να φυλάγεσαι. “Η έγέννησε καί δεν έσαράντισε, δεν έκαθαρίστηκε. Καί εάν θέλης να σμίξης με την γυναίκα σου, πάρε παράδειγμα- ρώτησε του γεωργόν να ίδής πόσες φορές σπέρνει το χωράφι: τον χρόνον μίαν φοράν καί το αφήνει ως οπού γίνεται καί τότες το θερίζει καί υστέρα πάλιν ωσάν θέλη το ματασπέρνει. Όμοίως καί εσύ, αδελφέ μου, έσμιξες με την γυναίκα σου, έγγαστρώθηκε; Αναχώρησε έως οπού να γέννηση, να σαραντίση, να καθαριστή καί τότες σπέρνεις καί άλλο. Καί κάμε σαράντα, πενήντα παιδιά.
“Ηθελα να σας ειπώ έναν λόγον, μα είναι αισχρός κομμάτι καί θέλετε να με κατηγορήσετε. Δεν βλέπετε τα ζώα οπού σμίγουν έως να έγγαστρώθη το θηλυκόν καί ωσάν γέννηση έτότες ματασμίγουν; Καί εμείς οί άνθρωποι δεν το ντρεπόμαστε να είμαστε χειρότεροι καί από τα ζώα; Μα πάλιν δεν ήμπορείς να το κάμνης αυτό, σου πέφτει βαρύ; Κάμε άλλο, ταπεινώσου καί είπε πώς είσαι ανάξιος, αμαρτωλός καί χειρότερος από τα ζώα, κατηγόρησε του Λόγου σου καί έτσι ημπορεί να σε σπλαγχνισθή ό Θεός, να σε σώση. Άμή να κόμης την άμαρτίαν, να καυχάσαι, να λέγης πώς είσαι καί άγιος, γίνεται τούτο να είναι;
Τότε εύλογεί ό Θεός τον άνδρα καί την γυναίκα καί τα παιδιά σας καί δεν σας κολλά κανένα πράγμα μήτε μποδέματα, μήτε γητεύματα, μήτε κανένα κακόν. Έτσι άπερνάτε καί εδώ καλά καί πηγαίνετε καί εις τον Παράδεισον να χαίρεστε πάντοτε. Καί πλέον έξουσίαν δεν έχετε να χωρίζεσθε καί μόνον ό θάνατος καί ή πορνεία σας χωρίζει… (Β1, 1η 198, 5η 134).
Για το ανδρόγυνο: «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλάτ. 6, 2).
“Αλλο καλύτερον δεν είναι εις την γυναίκα ωσάν οπού να έχη ϋπομονήν καί ταπείνωσιν. Καί, αν τύχη καί έχη κακόν άνδρα, να ύπομένη καί να ευχαριστά τον Θεόν περισσότερον από τές άλλες, διατί έχει μισθόν πολύν εις την ψυχήν της καί πάντα με γλυκά λόγια να τον παρήγορη καί να στοχάζεται πώς καί αυτός αγανακτεί καί κινδυνεύει την ζωήν ήμέραν καί νύκτα, δια να την φύλαξη. Καί αν έχη καί ό άνδρας κανένα ελάττωμα, να τον ύποφέρη καί να μην τον πικραίνη, άνθρωπος είναι καί αυτός, δεν είναι άγγελος. Καί να ένθυμαται πάντα τές καλωσύνες του καί να συλλογίζεται (Α2, 1η 169, 5η 105) καί τές εδικές της κακωσύνες. Όμοίως καί εσύ ό άνδρας, όταν σου τύχη κακή γυναίκα, πρέπει να ύπομένης καί να ευχάριστος τον Θεόν, διατί έχεις μισθόν μεγάλον εϊς την ψυχήν σου καί, αν σου πταίση καμμίαν φοράν, μη την συνερίζεσαι καί στοχάσου καί τές καλωσύνες της. Ακόμη συλλογίσου καί τα εδικά σου τα ελαττώματα.
Πάλιν εσύ, γυναίκα, έχεις περισσότερον χρέος από τον άνδρα να άνατρέφης τα παιδιά σου καί να τα νουθετάς εις τα καλά έργα. (Α2, 1η 170, 5η 106).
Γονείς καί παιδιά.
“Ενα δένδρο, ωσάν το κόψης, ευθύς ξεραίνονται τα κλαριά, άμή ωσάν ποτίζης την ρίζαν, στέκονται δροσερά τα κλωνάρια. Όμοίως εϊστενε καί οί γονείς ωσάν το δένδρο καί όταν ποτίζεται ό πατέρας καί ή μητέρα, οπού εϊστενε ή ρίζα των παιδιών, με νηστείες, προσευχές, ελεημοσύνες, με καλά έργα, φυλάγει ό Θεός τα παιδιά σας. Ωσάν ξεραίνεστε οί γονείς με τές αμαρτίες, θανατώνει ό Θεός τα παιδιά σας καί σάς βάνει εις την κόλασιν μαζί τους.
Είναι μια μηλιά καί κάνει ξινά μήλα. Έμείς τώρα τί πρέπει να κατηγορήσωμε, τη μηλιά ή τα μήλα; Τη μηλιά. Λοιπόν κάμνετε καλά έσεϊς οί γονείς, οπού εϊστενε ή μηλιά, να γίνωνται καί τα μήλα γλυκά.

 Δεν είναι κατάρα ή ακουσία άτεκνία, ούτε λόγος διαζυγίου.
Ακόμη να προσέχετε οί άνδρες να μη κοιτάζετε τές γυναίκες σας με άγριον μάτι δια πολλές αιτίες, μάλιστα πώς δεν κάνουν παιδιά καί λέγετε τάχα πώς έχετε κατάραν. Ακούσατε να σας ειπώ: τον πάλαιαν καιρόν ό Διάβολος έβαλε σκοπόν να χαλάση τον κόσμον καί έβανε μίσος εις τα ανδρόγυνα, για να μη κάνουν παιδιά να αύξηση ό κόσμος, καί έτσι οί άνθρωποι δεν έκαναν παιδιά, άλλ’ ούτε
έφρόντιζαν δια να ύπανδρεύωνται καί έκινδύνευε να σωθή ό κόσμος. Τότε ό Θεός, θέτοντας να λείψη αυτό το διαβολικού κακόν, έπρόσταξεν ότι οποίος δεν κάμη παιδιά εϊναι κατηραμένος. Δια τούτο καί μόνον τον είπεν ό Θεός αυτόν τον λόγον, δια να χαλάση (Α2, 1η 156, 5η 92) τον σκοπόν του κατηραμένου Διαβόλου. Λοιπόν τώρα δεν έχετε κατάρα όσοι δεν κάνετε παιδιά καί μη λυπασθε, αλλά χαίρεσθε, όπου γίνεται το θέλημα του Θεοΰ καί όχι το έδικόν σας καί μάλιστα εκείνοι οπού έχουν παιδιά είναι σκλάβοι καί κατά την ψυχήν καί κατά το σώμα. Καί να φυλάγεσθε να μη κάμετε ωσάν κάποιοι ανόητοι καί τρελλοί, οπού δια να μην έγέννησαν παιδιά οί γυναίκες τους, τές έχώρισαν καί επήραν άλλες. Ό Διάβολος θέλει να χωρίζωνται τα ανδρόγυνα καί όχι ό Θεός. “Ετσι λέγει καί ό Νόμος: Κανένα άλλο αίτιον δεν τους χωρίζει έξω αν ξεπέσουν είς πορνείαν. Καί οποίος δια άλλο αίτιον χωρίζει την γυναίκα του καί πάρη άλλην έχει να κριθή ως μοιχός, χειρότερος από τον πόρνον, καί θέλει πηγαίνει είς την Κόλασιν.
Οικογενειακό Εικονοστάσι καί αγωγή παιδιών. 
Να κάμης μίαν εικόνα του Χριστού, της Παναγίας, του Προδρόμου, να έχη καί τον “Αγιον του παιδιού σου καί όταν το παιδί σου σηκώνεται από τον ϋπνον να σου γυρεύη ψωμί, μην του δίνης, μόνο να πάρης το ψωμί, να το βάλής ομπρός εις την εικόνα του Χρίστου καί νά του εΐπής: Εγώ, παιδί μου, δεν έχω ψωμί, ό Χριστός έχει. Σήκω να κάμης το Σταυρό σου να παρακαλέσωμε τον “Αγιον σου να παρακάλεση τον Χριστόν να σου το δώση. Καί έτσι το παιδίον παρακινεϊται δια την άγάπην του ψωμιού καί ευθύς οπού ξυπνά, τον “Αγιόν του Βλέπει. Βλέποντας τότε ό Διάβολος το παιδίον πώς έχει την ελπίδα του είς τον Χριστόν καί εις τον “Αγιόν του, κατακαίεται καί φεύγει. Κι έτσι να συνηθίζετε τα παιδιά σας, να τα παιδεύετε από μικρά, δια να συνηθίζουν είς τον καλόν δρόμον. (Β1, 1η 187, 5η 123).
 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και η αναγέννηση των Ελλήνων

Συγγραφέας: kantonopou στις 24 Αυγούστου, 2013

Γράφηκε κάπου πως «υπάρχουν πρόσωπα, που όταν πρόκειται να τα ιστορήσεις, πρέπει να είσαι πάντα γονατιστός». Ένα τέτοιο πρόσωπο είναι και ο Κοσμάς ο Αιτωλός!
Ήταν ένας λεπτός, ωχρός ανθρωπάκος, ως ενάμιση μέτρο ύψος, τυλιγμένος σ’ ένα ράσο τριμμένο, μ’ ένα ξεθωριασμένο σκούφο στο κεφάλι, χοντροπάπουτσα στα μικρά του πόδια, ένα μπαστούνι στό ’να χέρι και στο άλλο ένα κομποσκοίνι μ’ ένα σταυρό κρεμασμένο στην άκρη.

Το βαπτιστικό του όνομα, ήταν Κώνστας, το γένος Δημητρίου. Είχε γεννηθεί από ευσεβείς γονείς και από μικρός είχε δείξει την κλήση του προς την θρησκεία μα και προς τα γράμματα. Έλαβε καλή μόρφωση, ενώ ως διδάσκαλος, δίδαξε και ο ίδιος στην Ναυπακτία. Όταν ιδρύθηκε η περίφημος Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιον Όρος, έσπευσε εκεί, ώστε να παρακολουθήσει φιλοσοφικά μαθήματα, ενώ επεδόθη στην μελέτη της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας. Έλεγε ο ίδιος σχετικώς: «Μελετώντας το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος». Το 1759 εκάρη μοναχός στην μονή Φιλοθέου και εν συνεχεία χειροτονήθηκε ιερεύς.

Ζούσε μια ήρεμη ζωή στο μοναστήρι, μα η ψυχή, γνωρίζοντας ότι οι υπόδουλοι αδελφοί του υπέφεραν, δεν μπορούσε να ηρεμήσει.
Η δράση του – η ίδρυση σχολείων
Η εποχή που ο Κοσμάς ο Αιτωλός ξεκινά την δράση του, είναι μια δύσκολη εποχή. Χριστιανοί φυλακίζονταν και διώκονταν, και μόνον η αποδοχή της πίστεως του Μωάμεθ, τους απελευθέρωνε. Φόροι αβάσταχτοι τους βάραιναν και μόνον ο εξισλαμισμός τους απήλλασσε από αυτούς. Κοπέλες κλείνονταν στα χαρέμια. Αγόρια αρπάζονταν για να γίνουν γενίτσαροι.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όχι μόνον άτομα, μα οικογένειες ολόκληρες ή και χωριά μαζί με τους ιερείς τους αναγκάζονταν να αλλαξοπιστήσουν, χάνοντας μαζί με την θρησκεία τους, την εθνική τους συνείδηση και την γλώσσα τους. Από 550.000 χριστιανοί που ζούσαν στη Μακεδονία, Ήπειρο και Αλβανία, είχαν απομείνει μόνο 50.000.
Πολλά ορεινά χωριά, δεν είχαν καν ιερείς. Οι άνθρωποι πέθαιναν, δίχως καν να κηδευτούν θρησκευτικά. Σχολεία, δεν υπήρχαν. Εκκλησιαστική ή γενικότερη αγωγή, ήταν ανύπαρκτη.
Ο Πατρο-Κοσμάς, περιόδευε σε όλη την Ελλάδα, με την γραπτή άδεια του Πατριαρχείου βεβαίως, που ενέκρινε το έργο του. Από την Κ/Πολη, το Άγιον Όρος και την Βόρειο Ήπειρο, ως την Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου∙ σε πολλά δε εξ αυτών, πάνω από μία φορά. Έφτανε στις πλέον απομονωμένες περιοχές, ακόμα και στις χαρακτηριζόμενες ως “απάτητες”, προκειμένου να βρει και να διδάξει και τον τελευταίο ακόμα χριστιανό!
Μαζί του, είχε έναν σταυρό και ένα σκαμνί. Όπου πήγαινε να κηρύξει, έμπηγε τον σταυρό στην γη, κατά το αγιορείτικο συνήθειο, και ανέβαινε πάνω στο σκαμνί, προκειμένου να βλέπει και να τον βλέπουν όλοι και ξεκίναγε. «Δεν βλέπετε ότι αγρίευσε το Γένος μας από την αμάθειαν και εγίναμεν ωσάν θηρία;»! Η πρώτη του έννοια, ήταν να δημιουργήσει σχολεία, προκειμένου να μορφωθούν οι Έλληνες. Θεωρούσε το σχολείο ως το πρώτο θεμέλιο για την θρησκευτική και εθνική αναγέννηση των Ελλήνων και μιλούσε με ιδιαίτερο ζήλο γι’ αυτό, πείθοντας τον κόσμο, οι οποίοι με τα λιγοστά τους χρήματα, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν σχολείο στην περιφέρειά τους. Συχνά, ακόμα και οι γυναίκες έδιναν τα φλουριά από τα στολίδια τους γι’ αυτόν τον σκοπό. Η μεγάλη δε έκπληξη ήταν, ότι καμμιά φορά προσέφεραν και Τούρκοι χρήματα, συγκινημένοι από τις παροτρύνσεις του!
Όχι λίγες φορές, προέτρεπε στην μετατροπή κάποιων εγκαταλελειμμένων εκκλησιών σε σχολεία, ενώ παρότρυνε ακόμα και το γκρέμισμα κάποιων παλαιών ήδη ημιερειπωμένων και εγκαταλελειμμένων, προκειμένου να γίνουν σχολεία, στα οποία τα παιδιά θα μάθαιναν για την πίστη τους, και από τα οποία θα έβγαιναν και οι αυριανοί μορφωμένοι παπάδες, για να λειτουργήσουν τις εκκλησίες μας. «Δια να γνωρίσετε τον πραγματικό δρόμο του Θεού, πρέπει να μαθαίνετε γράμματα.
Δεν μαθαίνονται όμως τα γράμματα χωρίς σχολείο. Δια τούτο σας συμβουλεύω να κάμετε γρήγορα σχολείο. Εκεί γυμνάζεται ο άνθρωπος και μανθάνει τι είναι Θεός, τι είναι άγιος, τι άγγελοι, τι δαίμονες, τι κακία, τι αρετή. Το σχολείο φωτίζει τους ανθρώπους.[…] Οι πρόγονοί μας, οι αρχαίοι Έλληνες, με τα γράμματα που εμάθαιναν εις τα σχολεία των, εγίνοντο σοφοί και εφώτιζαν την ανθρωπότητα. Με τα Ελληνικά γράμματα εστηρίχθη και διεδόθη ο Χριστιανισμός». Ίδρυσε πάνω από 250 σχολεία.
Το κηρυκτικό του έργο
Με τα κηρύγματά του, συνέπαιρνε τον κόσμο. «Εγώ», έλεγε προς τον λαό, «με την χάριν του Θεού, μήτε σακκούλα έχω, μήτε σπίτι, μήτε άλλο ράσο και το σκαμνί όπου έχω ιδικόν σας είνε, το οποίον εικονίζει τον τάφον μου. Ετούτος ο τάφος έχει την εξουσίαν να διδάξη βασιλείς, πατριάρχας, αρχιερείς, ιερείς, άνδρας και γυναίκας, νέους και γέροντες, και όλον τον κόσμον».

Προσπαθούσε δε να εμφυσήσει την σύμπνοια και την αγάπη μεταξύ των Χριστιανών, λέγοντας όλη την ώρα πως, η διχόνοια είναι η καταστροφή των Ελλήνων. Τους προέτρεπε να βοηθούν ο ένας τον άλλον στην ανάγκη και οι σχέσεις τους να διέπονται από αλληλοσεβασμό.
Τα ίδια και για τις σχέσεις των δύο φύλων. Σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή «ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ∙ πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ., Γ 28), ο Πατρο-Κοσμάς συμβούλευε τους άνδρες να αλλάξουν συμπεριφορά προς τις γυναίκες τους, καθώς είχαν επηρεαστεί από την τουρκική νοοτροπία, η οποία ήθελε την γυναίκα κατώτερη, σκλάβα. Τους θύμιζε πως, σύμφωνα με την Γένεση, ο Δημιουργός έπλασε την γυναίκα από το πλευρό του, δηλαδή από την μέση, και όχι από το κεφάλι ή από τα πόδια, άρα ούτε ανώτερη είναι ούτε κατώτερη, παρά ισότιμη! «Ανδρα, μη μεταχειρίζεσαι τη γυναίκα σου σαν σκλάβα, διότι ο Χριστός εσταυρώθη δι’ εσέ και δι’ εκείνην, έχετε μίαν πίστιν, ένα βάπτισμα κι’ ο Θεός δεν την έχει κατωτέρα».
Τους εξηγούσε ακόμα ότι η γυναίκα είναι το θεμέλιο της οικογενείας και ότι η ευτυχία είναι αποτέλεσμα μιας αρμονικής συμβιώσεως, που κατορθώνει να αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες με επιείκεια, κατανόηση και αμοιβαία υποχώρηση. Συμβούλευε επίσης τις γυναίκες να έχουν σεμνότητα, να είναι ταπεινές και σκεπασμένες, διότι διαφορετικά φανερώνουν ότι δεν είναι ευχαριστημένες από τον άνδρα τους και επιθυμούν άλλον.
Οι Τούρκοι αντιμετώπιζαν τους Χριστιανούς περίπου ως ζώα. «Όχι, δεν είστε όντα κατώτερα, ούτε σεις ούτε οι γυναίκες σας ούτε τα παιδιά σας. Είσθε τέκνα του Θεού. Επλάσθητε για τα μεγάλα και τα υψηλά. Η ψυχή και του ταπεινώτερου ανθρώπου πρωόρισται δια της πίστεως, του αγίου βαπτίσματος και των λοιπών μυστηρίων και των αγαθών έργων να λάμψη ως ο ήλιος, υπέρ τον ήλιον, να γίνη νύμφη του Χριστού».

Παραλλήλως, προσπαθούσε να τους εμψυχώσει, μιλώντας τους για τους Αρχαίους μας ηρωικούς προγόνους! Ηρακλής, Θησέας, Αχιλλέας, Αρχαία Αθήνα και Σπάρτη, Μ. Αλέξανδρος, παρήλαυναν από τις διηγήσεις του, σαν να τους είχε ζήσει ο ίδιος! Και από εκεί, πεταγόταν στο Βυζάντιο και στην Άλωση, δακρύζοντας για τον ηρωικό θάνατο του τελευταίου αυτοκράτορος Κωνταντίνου Παλαιολόγου. Πάντοτε δε, έκλεινε με την ίδια επωδό: «Και εμείς, αδέλφια, είμαστε γνήσιοι απόγονοι των ενδόξων αυτών προγόνων. Θα ελευθερωθούμε μια μέρα»!
«Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν, τα πράγματά σας ας σας τα πάρουν μη σας μέλη, δώστε τα, δεν είναι ιδικά σας. ΨΥΧΗ και ΧΡΙΣΤΟΣ σας χρειάζονται. Ετούτα τα δύο όλος ο κόσμος να πέση, δεν ημπορεί να σας τα πάρη, έξω και τα δώσετε με το θέλημά σας». «Να ευφραίνεσθε όπου είσθε Ορθόδοξοι Χριστιανοί και να κλαίετε δια τους ασεβείς και τους αιρετικούς όπου περιπατούν εις το σκότος».
Το κήρυγμά του είχε τέτοια επίδραση, που επηρέαζε ακόμα και κακούργους. Στα βουνά της Βουβούσης συνάντησε, μια συμμορία ληστών, η οποία τρομοκρατούσε την περιφέρεια. Όταν όμως άκουσαν την διδασκαλία του, αυτή τους άγγιξε τόσο, ώστε μετανόησαν, άφησαν τα όπλα τους, και άλλοι κλείστηκαν σε μοναστήρι θρηνώντας για τα αμαρτήματα που είχαν διαπράξει, άλλοι έζησαν στην κοινωνία, ευεργετώντας τους συνανθρώπους τους, τους οποίους πριν έκλεβαν.
Δεν έκανε μόνο κηρύγματα απευθυνόμενα σε μεγάλο αριθμό ακροατών, παρά, πολύ συχνά, εδίδασκε ιδιαιτέρως, σε φτωχούς και πλούσιους, προσπαθώντας να φέρει στον δρόμο του Θεού, όποιον είχε λοξοδρομήσει.
Οι προφητείες του
Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, εκτός από το σπουδαίο εκπαιδευτικό και θρησκευτικό του έργο, εκτός από την χριστιανική του απλότητα και την εν γένει αγιότητά του, είναι γνωστός και για τις διάφορες προφητείες, πολλές από τις οποίες είναι άκρως εντυπωσιακές για την ακρίβεια τους. Αξίζει να παραθέσουμε ορισμένες εξ αυτών, τις πιο χαρακτηριστικές και τις πιο εντυπωσιακές:
«Το ποθούμενον θα γίνη στην τρίτη γενεά. Θα το ιδούν τα εγγόνια σας». Πράγματι τρεις γενιές μετά (κάθε γενιά, υπολογίζεται στα 25 έτη), επετεύχθη το «ποθούμενον», δηλαδή η απευλευθέρωσις της Ελλάδος από τον Τούρκικο ζυγό!
«Θα’ ρθουν οι κόκκινοι σκούφοι κι ύστερα οι Άγγλοι επί 54 χρόνια, και κατόπιν θα γίνη Ρωμαίικο». Η προφητεία αυτή ελέχθη στην Κεφαλληνία, αναφορικά με την απελευθέρωση της Επτανήσου.
«Κόκκινοι σκούφοι», ονομάζονται οι Γάλλοι στρατιώτες, λόγω του χρώματος των καλυμμάτων της κεφαλής τους. Και πράγματι, μετά τους Ενετούς, στα Επτάνησα, εγκαταστάθηκαν οι Γάλλοι, και μετά την αποχώρησή τους, ήλθαν οι Άγγλοι, η παραμονή των οποίων διήρκεσε 54 έτη (1810-1864), όσα ακριβώς είχε προφητεύσει ο Άγιος!
«Θα έλθη όταν σμίξουν αυτά εδώ», απάντησε ο Κοσμάς ο Αιτωλός, δείχνοντας δύο δενδρύλλια, όταν τον ρώτησαν στα Τσαραπλανά της Ηπείρου «πότε θα έρθει το ποθούμενον;»! Τα δύο αυτά δέντρα, μεγάλωσαν, πάχυναν και τελικά έσμιξαν το 1912. Εκείνη την χρονιά, ο Ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε την Ήπειρο κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους!
«Θα γίνης μεγάλος άνθρωπος, θα κυριεύσης όλη την Αρβανιτιά […]. Θα αφήσεις μεγάλο όνομα στην οικουμένη. Και στην Πόλι θα πας, μα με κόκκινα γένεια. Αυτή είναι η θέληση της θείας προνοίας». Αυτά τα λόγια, τα είπε προς τον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Πράγματι, εκείνος, πήγε στην Πόλη, μα όχι ως κατακτητής όπως πίστευε και ονειρευόταν, μα ως ηττημένος, και πράγματι με κόκκινα γένια, μέσα στα αίματα, όταν έστειλαν το κομμένο κεφάλι του στον Σουλτάνο.
«Θα δήτε στον κάμπο αμάξι, χωρίς άλογα, να τρέχη γρηγορώτερα από τον λαγό». Σαφής προφητεία για το αυτοκίνητο!
«Θα’ ρθη καιρός, που οι άνθρωποι θα ομιλούν από ένα μακρυνό μέρος σε ένα άλλο, σαν να’ τανε σε πλαγινά δωμάτια, π.χ. από την Πόλι στη Ρωσσία». Πόσο πιο καλή περιγραφή θα μπορούσε να κάνει του τηλεφώνου!
«Οι άνθρωποι θά μείνουν πτωχοί, γιατί δέν θάχουν αγάπη στά δένδρα». Το οικολογικο πρόβλημα, προϊδωμένο μια εποχή, που δεν θα μπορούσαν να φανταστούν καν τι μπορεί να είναι!
Η σχέση του με τους Τούρκους και τους Εβραίους και το τέλος τουΟ κόσμος τον αγαπούσε, ακόμα και οι ίδιοι οι Τούρκοι, πολλοί εκ των οποίων άκουγαν με ιδιαίτερο σεβασμό τα κηρύγματά του. Εμισείτο όμως θανασίμως από τους Εβραίους! Ένας από τους λόγους, ήταν ότι παρότρυνε τους Χριστιανούς να μην κάνουν τα παζάρια τους την Κυριακή (ημέρα αργίας των Χριστιανών), αλλά Σάββατο (ημέρα αργίας των Εβραίων). «Αδελφοί μου, πρέπει να εργαζώμεθα τας εξ ημέρας και την Κυριακή να σχολάζωμεν και να πηγαίνωμεν εις την Εκκλησίαν. Το κέρδος που γίνεται την Κυριακήν είναι καταραμένον».

Έτσι, λοιπόν, στην Κέρκυρα για παράδειγμα, όταν ο Πατρο-Κοσμάς έφτασε εκεί στις 13 Ιουλίου 1777, οι Εβραίοι μοίρασαν χρήματα πολλά σε “μπράβους”, για να τον κακοποιήσουν. Και όταν στον λόγο του στράφηκε κατά των εκμεταλλευτών του λαού και κατά των Εβραίων, τα πληρωμένα στοιχεία όρμησαν εναντίον του. Όμως, ο λαός, που τον αγαπούσε, τον προστάτευσε, ύστερα από άγρια συμπλοκή. Τότε μάλιστα, σχίστηκε και το αγιορείτικο πουκάμισο του αγίου, και κομμάτια του τα πήραν οι χωρικοί, φυλάσσοντας τα σε κάποιο εξωκλήσι, μέσα σε μια χρυσή θήκη, καθώς τα θεωρούσαν θαυματουργά.
Ο ίδιος, για την σχέση του με τους Εβραίους έγραφε χαρακτηριστικώς προς τον αδελφό του: «Δέκα χιλιάδες χριστιανοί με αγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με αγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατόν μου και ένας όχι»!
Και πράγματι, λες και το είχε προφητεύσει και αυτό, ανάμεσα στις τόσες άλλες του προφητείες, τον θάνατό του τον προκάλεσαν εμμέσως οι Εβραίοι! Συγκεκριμένως, οι Εβραίοι της Ηπείρου τον συκοφάντησαν προς τις Τουρκικές Αρχές ότι τάχα είναι όργανο των Ρώσσων και υποκινητής επαναστάσεως, και αφού έδωσαν αρκετά χρήματα στον Κουρτ πασά του Βερατίου, πέτυχαν την θανάτωσή του.
Τον συνέλαβαν οι Τούρκοι δήμιοι του και τον οδήγησαν στον τόπο της εκτελέσεώς του, δίπλα από τον ποταμό Άψο, όπου και του ανήγγειλαν την θανατική καταδίκη του. Εκείνος, που από παλιά προσευχόταν να αξιωθεί να πεθάνει για την πίστη του Χριστού, γονάτισε για να ευχαριστήσει τον Θεό. Εν συνεχεία, αφού σηκώθηκε και ευλόγησε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος, όπως κάνουν οι ιερείς στην λειτουργία, έτεινε τον τράχηλό του στους δήμιους του. Αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Τον κρέμασαν από ένα δέντρο. Ήταν 24 Αυγούστου, 1779, ημέρα Σάββατο.
Το λείψανό του πετάχτηκε από τους δήμιούς του στο ποτάμι, απ’ όπου το ανέσυραν ευλαβείς χριστιανοί και το έθαψαν στο ναό των Αγίων Πάντων του χωριού Καλικόντασι.

Στο ίδιο σημείο, ο γνωστός Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, που εκτιμούσε τον Άγιο ιδιαιτέρως, ανήγειρε με δική του δαπάνη, μεγαλοπρεπή ναό, ενώ διέταξε την κατασκευή αργυράς θήκης, ώστε να φυλαχθεί ή τιμία κάρα του. Μάλιστα, όταν ένας μουσουλμάνος κατηγόρησε τον Αλή γι’ αυτήν του την πράξη υπέρ ενός χριστιανού, εκείνος απάντησε: «Φέρτε μου ένα μουσουλμάνο σαν κι’ αυτόν τον χριστιανό, και να του φιλήσω τα πόδια»!
Ήδη, οι Χριστιανοί και πριν τον θάνατό του, τον θεωρούσαν άγιο, πολύ δε περισσότερο ύστερα από αυτόν∙ η δε Εκκλησία επικύρωσε την λαϊκή συνείδηση, ανακηρύσσοντας τον ως τέτοιον την 20η Απριλίου 1961.
Μηνάς Κασιμάτης – Φιλίστωρ
———-

  • ΕΣΥ τ. 60, Περιοδικό για νέους με άποψη, ΣΤΗΛΗ: Ιστορικές Σελίδες
  • ISSN: 1791-5414, Νοεμ -Δεκ. 2009, TPIKOPΦO ΦΩKIΔOΣ 330 56 EYΠAΛIO
  • Αν σας αρέσει το περιοδικό μας, το βρίσκετε ωφέλιμο και θέλετε να το λαμβάνετε σπίτι σας, με ετήσια συνδρομή μόνο 10 ευρώ, σημειώστε τα ταχυδρομικά στοιχεία σας και στείλτε τα στο e-mail: esy@freemonks.gr
  • Δείτε το τεύχος του ΕΣΥ:http://en.calameo.com/read/000108196e88a7afba840
  • paparokades.blogspot

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγ. Ειρηναίος, επίσκοπος Λουγδούνου (Λυόν, +23 Αυγ.)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013

ireneos

Ο άγιος και θεοφόρος πατήρ ημών Ειρηναίος, που έλαβε από θεία Πρόνοια το όνομα της ειρήνης για να γίνει αγγελιαφόρος του αγίου Πνεύ­ματος, γεννήθηκε στην Μικρά Ασία περί το 140. Από την πρώτη κιόλας νεότητά του στη Σμύρνη ετράφη με την διδασκαλία του γέροντα επι­σκόπου αγίου Πολυκάρπου [23 Φεβρ.], ο οποίος του μετέδιδε την παρά­δοση που είχε παραλάβει από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Με τον τρόπο αυτό έμαθε να παραμένει πιστός στην αποστολική παράδοση της Εκκλησίας. «Στην Εκκλησία», δίδασκε, «ο Θεός τοποθέτησε τους Απο­στόλους, τους προφήτες και τους διδασκάλους και όλη την υπόλοιπη ενέρ­γεια του αγίου Πνεύματος. Από το Πνεύμα αυτό, λοιπόν, αποκλείονται όλοι εκείνοι που αρνούμενοι να προστρέξουν στην Εκκλησία, στερούν τον εαυτό τους από την ζωή, με τα σφαλερά δόγματά τους και τις ανήθι­κες πράξεις τους. Διότι εκεί που είναι η Εκκλησία, εκεί είναι και το Πνεύμα του Θεού· και εκεί που είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί είναι η Εκκλησία και παν χάρισμα. Και το Πνεύμα είναι η Αλήθεια».

Μετά από διαμονή στην Ρώμη, έγινε πρεσβύτερος της Εκκλησίας του Λουγδούνου (Λυόν) της Γαλατίας, κατά τους χρόνους του διωγμού του Μάρκου Αυρηλίου (περί το 177). Με την ιδιότητα του πρεσβυτέρου της Εκκλησίας εκείνης επιφορτίσθηκε να μεταφέρει στον πάπα Ελευθέριο της Ρώμης την θαυμαστή επιστολή των αγίων μαρτύρων του Λουγδού­νου, που απευθύνεται στους χριστιανούς της Ασίας και της Φρυγίας και περιγράφει τους ένδοξους αγώνες τους, για να αναιρέσει το αιρετικό δόγμα του Μοντανού. Το μαρτύριο αποτελεί στην πραγματικότητα την εξέχουσα μαρτυρία της αλήθειας, το σημείο της νίκης του Πνεύματος πάνω στην ασθένεια της σαρκός και τον αρραβώνα της προσδοκίας μας για την Ανάσταση. Επιστρέφοντας στην Λυόν, ο Ειρηναίος διαδέχθηκε τον άγιο Ποθεινό που μόλις είχε μαρτυρήσει [2 Ιουν.] στο πηδάλιο των Εκκλησιών Λουγδούνου και Βιέννης.

Επίσκοπος έκτοτε, που είχε λάβει από την αποστολική παράδοση το «ασφαλές χάρισμα της αλήθειας» για να κηρύσσει και να ερμηνεύει το Ευαγγέλιο, αφιέρωσε την ζωή του στο να δίνει μαρτυρία για την αλήθεια αυτή μιμούμενος τους μάρτυρες. «Πρέ­πει να αγαπάμε με εξαιρετική σπουδή όσα προέρχονται από την Εκκλη­σία και να κρατάμε γερά την παράδοση της αλήθειας», δίδασκε. Με ακαταπόνητο ζήλο επιχείρησε την μεταστροφή στην Πίστη των βάρβα­ρων πληθυσμών, αλλά η έγνοια του αφορούσε επίσης και την Εκκλησία στο σύνολό της. Έτσι έγραψε στον πάπα Βίκτορα (189-198) εξ ονόμα­τος των επισκόπων της Γαλατίας, των οποίων ήταν πρώτος τη τάξει, για να τον αποτρέψει από το να διακόψει την κοινωνία με τις Εκκλησίες της Ασίας που εόρταζαν το Πάσχα την 14η  ημέρα του μηνός Νισάν. Εφό­σον το αρχαίο αυτό έθος μας παραδόθηκε από τους προγενέστερούς μας που παρά ταύτα ειρήνευαν μεταξύ τους, τίποτε δεν μας υποχρεώνει να επιβάλουμε την ομοιομορφία, υποστήριζε, διότι «η διαφωνία ως προς την νηστεία κατοχυρώνει την ομόνοια ως προς την πίστη».

Ο άγιος διέλαμψε κυρίως στον αγώνα κατά των αιρέσεων και συγ­κεκριμένα κατά της «ψευδωνύμου γνώσεως», η οποία από την Μικρά Ασία διαδόθηκε σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Αυτοκρατορίας και παραπλάνησε πολλούς ανθρώπους με τον αποκρυφιστικό χαρακτήρα των δο­γμάτων της. Ο αγώνας κατά των γνωστικών επέτρεψε στον άγιο επί­σκοπο να αναπτύξει με τρόπο μεγαλειώδη το χριστιανικό δόγμα. Έδειξε πρώτα ότι η «γνώση» αυτή που αναζητούσαν μάταια οι αιρετικοί στις μυθικές διηγήσεις και στις περίπλοκες κατασκευές της διεστραμμένης διά­νοιάς τους είναι το υπερεξέχον δώρο της αγάπης που το άγιο Πνεύμα χο­ρηγεί στον χριστιανό μέσα στον ζωντανό οργανισμό της Εκκλησίας. Μο­νάχα εντός της μπορεί κανείς να πιει από το καθαρό νερό που ρέει από την λογχισθείσα πλευρά του Χριστού για να λάβει την αιώνια ζωή. Όλα τα άλλα δόγματα δεν είναι παρά λάκκοι συντετριμμένοι (βλ. Ιερ. 2, 13).

Και οι πραγματικοί «γνωστικοί» δεν είναι εκείνοι που απορρίπτουν και περιφρονούν το σώμα για να λατρέψουν έναν «ακατάληπτο Θεό» και τον «δημιουργό» του, αλλά οι «πνευματικοί» άνθρωποι που έλαβαν από το άγιο Πνεύμα τον αρραβώνα της αναστάσεως της σαρκός και της αφθαρ­σίας. Απομακρυνόμενος από την ελληνική δυαρχία σώματος και ψυχής, ο άγιος Ειρηναίος αναπτύσσει το ιωάννειο δόγμα του Ενσαρκωμένου Λόγου για να ερμηνεύσει το νόημα του προορισμού του ανθρώπου. Ο πρώτος Αδάμ πλάστηκε από τον πηλό με τα δύο χέρια του Θεού: τον Λόγο και το Πνεύμα, κατ’ εικόνα Θεού, σύμφωνα με το πρότυπο της ενδόξου σαρκός του Χριστού και του δόθηκε πνοή ζωής για να προοδεύσει από την εικόνα προς την ομοίωσιν του Θεού. Αφού εξαπατήθηκε από τον ζηλόφθονο διάβολο χάνοντας τα προνόμιά του και πέφτοντας στον θάνατο, δεν εγκαταλείφθηκε από τον Θεό, το προαιώνιο σχέδιο του οποίου ήταν να τον κά­νει κοινωνό της δόξης του.

Οι αποκαλύψεις και οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης και κυρίως η Ενανθρώπηση του Λόγου, ο θάνατός του, η Ανάστασή του και η ένδοξος Ανάληψή του, συνιστούν τα αναγκαία στάδια αυτής της Οικονομίας της Σωτηρίας. Αποβλέποντας σε τούτο τον έσχατο σκοπό για τον οποίο πλάσθηκε ο άνθρωπος, ο Λόγος σαρξ εγένετο, «ανακεφαλαιώνοντας» εν αυτώ τον πρώτο Αδάμ. Όπως ο πρώτος άνθρωπος, γεννημένος από παρθένα γη, με την ανυπακοή της παρθένου Εύας έπεσε στην αμαρτία μέσω του ξύλου της ζωής, ο Χριστός ήλθε στον κόσμο με την υπακοή της Παρθένου Μαρίας και κρεμάστηκε στο ξύλο του Σταυρού. «Έδωσε την ψυχή του για την ψυχή μας και την σάρκα, του για την σάρκα μας και εξέχεε το Πνεύμα του Πατρός για την ένωση και κοι­νωνία του Θεού μετά των ανθρώπων, μέσω της κατάβασης του Θεού στους ανθρώπους διά του Πνεύματος και της υψώσεως του ανθρώπου προς τον Θεό διά της σαρκώσεώς του».

Ο Λόγος του Θεού, που δημιούργησε τον κόσμο διευθετώντας τον με αόρατο τρόπο εν είδει σταυρού, έγινε ορατός τον ορισμένο χρόνο πάνω στον Σταυρό, με σκοπό να συναγάγει στο Σώμα του όλα τα όντα που ήσαν διεσπαρμένα και να τα οδηγήσει στην γνώση του Θεού. Εμφα­νιζόμενος όχι στην άφατη δόξα του, αλλά ως άνθρωπος, έδειξε εν αυτώ την αποκατεστημένη εικόνα του Θεού προσανατολισμένη εκ νέου προς την ομοίωσιν. Και μας εθήλασε «στον μαστό της σαρκός του», με σκοπό να μας συνηθίσει στην βρώση και πόση του Λόγου του Θεού, ώστε ενισχυμένοι από τον «άρτο της αθανασίας» να προσεγγίσουμε την θέα του Θεού που χορηγεί την αφθαρσία. «Είναι αδύνατο να ζήσουμε χωρίς ζωή, και δεν υπάρχει ζωή παρά μόνο μέσω της μετοχής στον Θεό και η μετοχή αυτή στον Θεό συνίσταται στο να ορώμεν τον Θεό και να απολαμβά­νουμε την χρηστότητά του… Διότι η δόξα του Θεού είναι ο ζωντανός άνθρωπος και η ζωή του ανθρώπου είναι η όρασις του Θεού».

Για τον Ειρηναίο, μαθητή εκείνων που γνώρισαν τους αποστόλους, η πραγματική γνώση είναι έτσι η αγάπη και η θέωση του ανθρώπου στο Πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού. Πολύ περισσότερο από μια απλή ανατροπή της «ψευδωνύμου γνώσεως», η θεολογία του, θαυμαστή στην απλό­τητα και στο βάθος της, περιέχει εν σπέρματι όλα όσα οι μεταγενέστε­ροι Πατέρες θα αναπτύξουν στα θεόπνευστα συγγράμματά τους.

Μετά την ειρηνική παρέμβασή του στον πάπα Βίκτορα, ο άγιος Ειρη­ναίος συνέχισε να εργάζεται για την στερέωση της Εκκλησίας. Αναφέρεται πως μαρτύρησε κατά τον διωγμό του Σεπτίμιου Σεβήρου περί το 202, αλλά δε διασώζεται καμία λεπτομέρεια για τις συνθήκες του θα­νάτου του. Το σώμα του κατατέθηκε στην κρύπτη του ναού του Αγίου Ιωάννη που αργότερα πήρε το όνομά του, μεταξύ των τάφων των αγίων μαρτύρων Επιπόδου και Αλεξάνδρου.

(Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αύγουστος, εκδ. Ίνδικτος σ. 246-250)

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ελπίδα – Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013

Η_ελπίδα

Όσοι έχουν σταθερή ελπίδα προς τον θεό πλησιάζουν κοντά Του και φωτίζονται με τη λάμψη του αιωνίου φωτός.
Ο άνθρωπος, που για την αγάπη του Θεού δεν μεριμνά για τον εαυτό του, έχει ελπίδα αληθινή. Πιστεύει ότι μεριμνά γι’αυτόν ο Θεός.

Αν όμως στηρίζει την ελπίδα του στα έργα του και καταφεύγει στον Θεό μόνο όταν συναντά απρόοπτες δυσκολίες τις οποίες δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με τις δικές του δυνάμεις, τότε μια τέτοια ελπίδα είναι μάταια και ψεύτικη. Όποιος έχει την αληθινή ελπίδα ζητεί μόνο τη βασιλεία του Θεού.

Όσο για τα απαραίτητα αγαθά της πρόσκαιρης ζωής είναι σίγουρος πως θα του δοθούν.
Αν στην καρδιά δεν υπάρχει τέτοια ελπίδα δεν είναι δυνατόν να υπάρχει και η ειρήνη.

Η ελπίδα είναι εκείνη που δίνει χαρά και ειρήνη στην καρδιά.

Γι’ αυτή την ελπίδα είπε ο Κύριος : «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφωρτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς (Ματθ,ια΄ 28).

Ελπίζετε δηλαδή σ’ εμένα, κι εγώ θα σας ανακουφίσω από τους κόπους και τους φόβους σας.

Πηγή:isagiastriados.com

diakonima.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Μή φοβόσαστε. Ἐγώ εἶμαι»

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013

π. Βενέδικτος

Σκηνικό γεμάτο ἀντιθέσεις 
Στό Εὐαγγέλιο ἕνα θαῦμα τοῦ Κυρίου. Μιά πραγματικότητα, πού διαδραματίστηκε σέ ἕνα σκηνικό μέ πολλές ἀντιθέσεις. 
Ὁ Χριστός βρίσκεται στό βουνό. 
Οἱ ἀπόστολοι στή θάλασσα. 
Ὁ Χριστός στό βουνό γιά προσευχή. Μόνος στήν ἐρημιά. 
Καί οἱ ἀπόστολοι μέσα στή θάλασσα. Ὅλοι μαζί, νά παλεύουν μέ τά κύματα. Τί φοβερή, ἀλλά τί παραστατική καί ἀληθινή εἰκόνα γιά τή ζωή μας. Ὁ Χριστός καί ὅσοι ἔχουν καταλάβει καί καταλαβαίνουν τί εἶναι ὁ Χριστός, ἀνεβαίνουν στό βουνό, στόν τόπο τῆς προσευχῆς, «εἰς τό ὄρος τό Ἅγιον», ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή. Δηλαδή συναθροίζονται στήν Ἐκκλησία γιά νά προσευχηθοῦν. 
Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι παραμένουν μέσα στή θάλασσα, στή θάλασσα τῶν περιπετειῶν τῆς ζωῆς. Τῶν παγίδων τοῦ διαβόλου, τῶν θλίψεων, τῶν δοκιμασιῶν. Καί παλεύουν μέ τά κύματα. Μόνοι τους. Χωρίς βοήθεια. Χωρίς ἐλπίδα. 
Παντοδύναμος Θεός καί σοφός διδάσκαλος 
Συνεχίζει τό Εὐαγγέλιο: 
Τά μεσάνυχτα, ἡ τρικυμία ἔδινε καί ἔπαιρνε. Τό καραβάκι πού ἦταν μέσα οἱ ἀπόστολοι, μαστιζόταν ἀπό τά κύματα καί τόν ἄνεμο. Κινδύνευε νά καταποντιστεῖ ἀπό στιγμή σέ στιγμή. 
Τότε, κατέβηκε ὁ Χριστός ἀπό τό βουνό. Μπῆκε στή θάλασσα καί περπατοῦσε πάνω στά μανιασμένα κύματα. Μποροῦσε – ἄν τό ἤθελε – νά βρεθεῖ σέ μιά στιγμή δίπλα στούς μαθητές Του. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν εἶναι μόνο ὁ παντοδύναμος Θεός. Εἶναι καί ὁ σοφός διδάσκαλος. Θέλει νά διδάξει τούς μαθητές Του. Καί μαθητές Του ἤ καλύτερα μαθητούδια Του, εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. 
Μήπως δέν εἴμαστε ὅλοι μας μικρά παιδάκια ἐνώπιόν Του; 
Γι΄ αὐτό, ἀντί νά κάνει ὁ Κύριος ἕνα βηματάκι, ἕνα μικρό πήδημα καί νά βρεθεῖ ἀμέσως πάνω στή βάρκα, μέ τούς τρομαγμένους μαθητές Του, περπατᾶ πάνω στά κύματα. Πηγαίνει σιγά – σιγά κοντά τους. 
Καί αὐτοί τόν βλέπουν μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας, νά βαδίζει πάνω στά κύματα… 
Τί νά σκεφθοῦν; Τί συμπέρασμα νά βγάλουν; Τί νά φαντασθοῦν; 
Τί μπορεῖ νά φαντασθεῖ ἕνας ἄνθρωπος μέ τό φτωχό μυαλό του, μέ τήν ὑποδουλωμένη στούς νόμους τῆς φύσης καί τῆς ἐπιστήμης λογική του, βλέποντας ξαφνικά νά περπατᾶ ἥσυχο καί γαλήνιο πάνω στά κύματα ἕνα ἀνθρώπινο ὄν; 
Τί ἄλλο; 
«Βλέπω καλά; Εἶναι τά μάτια μου γερά; Μήπως κοιμᾶμαι καί ὀνειρεύομαι; Εἶμαι ξύπνιος; Βλέπω τήν πραγματικότητα; Πῶς εἶναι δυνατόν ἄνθρωπος νά περπατᾶ πάνω στά νερά; Γίνεται; Τί λένε οἱ νόμοι τῆς φύσεως; Δέν ἔπρεπε νἄχει βουλιάξει; Νά τόν ἔχει καταπιεῖ τό νερό;» 
Καί βγάζει τό συμπέρασμα: 
«Ξωτικό εἶναι. Ἀερικό βλέπω. Φάντασμα». 
Κάπως ἔτσι σκέφτηκαν οἱ μαθητές «καί ἀπό τοῦ φόβου ἔκραξαν». Φοβήθηκαν ὅτι ἔρχεται πάνω τους, ὄχι μόνο ἡ ἐπανάσταση τῶν στοιχείων τῆς φύσεως, ἀλλά φοβεροί ἐπισκέπτες ἀπό τά τάρταρα τοῦ Ἅδη. 
«Χαθήκαμε», φώναξαν… Μιά γιά πάντα. Ἐλπίδα καμμιά. Καί ἔκραξαν… Τί ἔκραξαν; Μήπως τό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ; Ἤ ἁπλά ξεφώνιζαν γεμάτοι τρόμο; 
Γιατί ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στά δύο: 
Ἄλλο νά ξεφωνίζω, χωρίς νά ξέρω γιατί καί σέ ποιόν… Καί χωρίς ἐλπίδα. 
Καί ἄλλο νά κραυγάζω πρός «τόν δυνάμενον σῶσαι», πρός τόν Κύριον, γεμάτος ἐλπίδα, πίστη καί ἐμπιστοσύνη. 
Κύριε, πές μιά κουβέντα καί θά γίνει 
Τότε, μᾶς λέγει τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, τούς φώναξε ὁ Χριστός, ἀπό ἐκεῖ πού βρισκόταν· μακρυά ἀκόμη: 
«Μή φοβεῖσθε. Ἐγώ εἰμί». «Μή φοβόσαστε. Ἐγώ εἶμαι». 
Τήν περασμένη μέρα, εἶχε κάνει ἕνα μεγάλο θαῦμα. 
Εὐλόγησε πέντε ψωμιά, καί δύο ψάρια καί χόρτασαν πέντε χιλιάδες ἄνδρες. Χωρίς νά ὑπολογίσουμε τίς γυναῖκες καί τά παιδιά. Καί οἱ ἀπόστολοι, εἶχαν καταλάβει κάτι ἀπό τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ. 
Ὅτι εἶναι πάνω ἀπό τήν φύση καί τούς νόμους της. 
Ὅτι δέν εἶναι δοῦλος, στοιχεῖο τῆς φύσεως, ἕνα κομμάτι τῆς φύσης. Ὅπως εἶναι καθένας ἀπό ἐμᾶς. 
Ἀλλά εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Ἀφέντης, ὁ δημιουργός τῆς φύσεως, πού στό θέλημά Του ὑποτάσσονται τά πάντα. Καί ὅπως μιά φορά «εἶπε καί ἐγενήθησαν». Εἶπε καί ἔγιναν, οὐρανός, γῆ καί ἄστρα, ἔτσι αὐτή τήν φορά, μόνο πού τό εἶπε, ἔγινε χωρίς νά ὑπάρχει, πολύ ψωμί. Καί ἔφαγαν ἴσως δεκαπέντε χιλιάδες ἤ καί περισσότερος ἀκόμη κόσμος. 
Μέ αὐτά στή σκέψη τους οἱ μαθητές, μόλις τόν εἶδαν καί ἄκουσαν τά λόγια Του, «μή φοβεῖσθε. Ἐγώ εἰμι», γέμισαν γαλήνη καί παρηγορία. Καί ὁ Πέτρος τοῦ φώναξε: «Κύριε, ἄν εἶσαι σύ, πέσ’ νά ρθῶ καί γώ κοντά Σου, περπατώντας πάνω στά κύματα, πάνω στό νερο. Πές μιά κουβέντα καί θά γίνει». 
Αὐτό εἶναι ἡ πίστη! Νά ξέρομε πῶς ἅμα πεῖ ὁ Χριστός μιά κουβέντα, ἕνα λόγο γίνονται τά πιό ἀπίθανα. Τά ἀφάνταστα. Τά ἀσύλληπτα. Ὁ Πέτρος τό εἶχε καταλάβει καλά. Γι’ αὐτό τοῦ εἶπε: «Πές μιά κουβέντα. Καί ἐγώ περπατῶ πάνω στά κύματα». 
Τοῦ εἶπε ὁ Χριστός: «ἐλθέ». 
Ἀμέσως, κατέβηκε ὁ Πέτρος ἀπό τήν βάρκα καί κατευθύνθηκε πρός τόν Χριστό, περπατώντας πάνω στά κύματα. Γιατί; Γιατί ὁ Χριστός θέλει νά μᾶς δείξει, ὅτι ἐκεῖνος πού ζεῖ κοντά Του, μέ τόν Χριστό, «ἐν Χριστῷ», ξέρει καί ξεπερνάει τά κύματα καί τήν θάλασσα τῶν πειρασμῶν, τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν χωρίς νά καταποντίζεται. 
Καί αὐτή τήν ἀλήθεια, μᾶς τήν δίδαξε, ὄχι μέ λόγια, ἀλλά μέ ἔργα, μέ ἕνα θαῦμα. 
Ἀλλά ἐνῶ ὁ Πέτρος περπατοῦσε πάνω στήν ἄβυσσο, τά κύματα καί ἡ τρικυμία δέν εἶχαν σταματήσει. Βλέποντας λοιπόν ὁ ἀπόστολος, ὅτι ἔχει ἀκόμη ἀρκετό δρόμο μέχρι τόν Χριστό, γιά μιά στιγμή, ξέχασε τί εἶχε δεῖ καί τί εἶχε ζητήσει. Τό μάτι του καί τό μυαλό του, γέμισαν μόνο μέ ὅσα ἔβλεπαν ἐκείνη τήν στιγμή: 
-Ἡ βάρκα νά ἀνεβοκατεβαίνει. 
-Τά κύματα μεγαλύτερα ἀπό τό ἀνάστημά του νά φουσκώνουν, ἕτοιμα νά τόν καταπιοῦν. Καί ἔχασε τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Χριστό. 
Ἔκανε τήν σκέψη: «πῶς τήν πάτησα καί κατέβηκα σέ τέτοια θάλασσα. Καλά ἤμουν μέσα στό καράβι». Μέ τό πού τό σκέφθηκε, ἔπαψε νά εἶναι δεμένος καί ἑνωμένος μέ τόν Χριστό, μέ τήν πίστη. Καί ἄρχισε νά βουλιάζει. 
Ἀπιστία. Τό χειρότερο ναυάγιο 
Ἡ λάμπα, ὅσο εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν γεννήτρια, φωτίζει. Ὅταν ὅμως διακοπεῖ ἡ σύνδεση, ἀμέσως βυθίζεται τό δωμάτιο στό σκοτάδι. Ἔτσι καί ὁ ἀπόστολος Πέτρος… Πάτησε τό διακόπτη καί ἔσβυσε τό φῶς τῆς ἐμπιστοσύνης στόν Χριστό ἀπό τήν καρδιά του. Καί βούλιαξε. Πρῶτα στήν ἀπιστία. Μετά στά κύματα. 
Βουλιάζοντας φώναξε: 
-Σῶσε με Κύριε. Χάθηκα. 
Ὁ Χριστός τόν ἄκουσε. Ἅπλωσε τό παντοδύναμο χέρι Του, τόν ἔπιασε καί τοῦ εἶπε: «ὀλιγόπιστε, γιατί ἐδίστασες»; Γιατί μειώθηκε ἡ πίστη σου; Γιατί ἔπαυσες νά ἔχεις ἐμπιστοσύνη στό Θεό; Γιατί; 
Δέν φταίει ὁ Χριστός γιά τήν ἀπιστία μας. 
Μά οὔτε ἐμεῖς φταῖμε· θά ποῦν κάποιοι. 
Ἀφοῦ δέν ἔχομε πίστη… Μακάρι νά εἴχαμε τήν πίστη τοῦ Ἀβραάμ. Λάθος τοποθέτηση. Τό νά πιστεύομε ἤ νά μή πιστεύομε, δέν σάν τό παρουσιαστικό μας, οὔτε σάν τό ἀνάστημά μας. Οὔτε εἶναι ἡ πίστη σάν τά ἄλλα σωματικά χαρακτηριστικά πού ἤ τά ἔχομε ἤ δέν τά ἔχομε. Ἡ δικαιολογία: «αὐτός ἔχει πίστη καί πιστεύει. Ἐγώ δέν ἔχω γι’ αὐτό δέν πιστεύω», εἶναι ἀστήρικτη. 
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος πίστευε, καί νά, κάποια στιγμή ἔφτασε νά κλονιστεῖ ἡ πίστη του. Ἄλλοι, δέν πίστευαν τίποτε καί πουθενά. Ξαφνικά κάτι ἄλλαξε στόν ἐσωτερικό τους κόσμο καί ἄρχισαν νά πιστεύουν ὅλο καί περισσότερο. Μερικές φορές μάλιστα, ἔφτασαν νά πιστεύουν καλύτερα καί πιό βαθειά ἀπό τούς ἄλλους. 
Γιατί; Γιατί ἔδειξαν συνέπεια. 
Συνέπεια στήν πίστη εἶναι: ὅταν λές «πιστεύω», δέν μένεις στά λόγια, ἀλλά δέχεσαι μέ ἐμπιστοσύνη τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Ἁπλώνεις τό χέρι σου καί πιάνεις τό χέρι τοῦ Χριστοῦ. Καί δέν τό ἀφήνεις ποτέ καί μέ τίποτα. Ὅτι νά συμβεῖ. 
Πίστη καί ἀποδείξεις 
Λένε μερικοί: «θέλω ἀποδείξεις γιά νά πιστεύσω». 
Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀνοησία. 
Τίς ἀποδείξεις γιά τόν Χριστό καί τήν δύναμή Του, μή τίς ἀναζητᾶς στά πειράματα, οὔτε στό δρόμο, οὔτε στόν οὐρανό, οὔτε στά κατάβαθα τῆς γῆς. Θά τίς βρεῖς στό λόγο τοῦ Θεοῦ. 
Ἐκεῖ θά σοῦ ἀποκαλυφθεῖ ὁ Χριστός, θά σοῦ μιλήσει γιά τόν ἑαυτό Του, θά σέ φωτίσει νά ἀφήσεις τήν ἁμαρτία καί νά πάρεις τήν ἀπόφαση νά πᾶς κοντά Του. Διαφορετικά, ἐάν σύ δέν ἀλλάξεις τίς τοποθετήσεις σου, τίς ἀντίθετες μέ τό Εὐαγγέλιο καί δέν τίς ἀξιολογήσεις μέ τό φῶς τοῦ Χριστοῦ θά παραμείνεις γιά πάντα στό σκοτάδι τῆς ἀπιστίας. 
Καί θά ἔρχονται ὧρες, πού θά τό βλέπεις ὅτι βουλιάζεις καί χάνεσαι. Ἀλλά δέν θά ἔχεις τίς προϋποθέσεις νά φωνάξεις: «Κύριε, σῶσόν με». Ἤ μᾶλλον θά ξεφωνίζεις καί θά κράζεις γιά βοήθεια, χωρίς νά ξέρεις πού ἀπευθύνεσαι… 
Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή 
Ἄς καλλιεργοῦμε τήν πίστη μας. Ἄς τήν χτίζομε. 
Λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (1 Κορ. 3, 9-17): 
Μή ξεχνᾶτε ἀδελφοί, ὅτι εἶστε «γεώργιον». Εἶστε χωραφάκι πού καλλιεργεῖται. Προσέξτε. Βᾶλτε το στόχο νά καλλιεργήσετε τό χωράφι σας, φρόνιμα σωστά. Γιά νά φέρει καρπό πίστης. 
Καί προσθέτει ὁ ἀπόστολος: Δέν εἶστε μόνο χωράφι, ἀλλά καί ναός τοῦ Θεοῦ. Μή κάνετε πράξεις πού τόν μολύνουν καί διώχνουν ἀπό μέσα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Χωρίς Πνεῦμα Θεοῦ, γεμίζετε σκοτάδι. Σβύνει ἡ πίστη, σβύνει τό φῶς. 
Νά οἰκοδομεῖτε τόν ἑαυτό σας. Μή τόν φθείρετε μέ τήν ἁμαρτία… «Εἰ τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός». Ὅποιος σβύνει μέσα του μέ τήν ἁμαρτία τό φῶς τοῦ Θεοῦ, σκοτίζεται, βεβηλώνεται, καταστρέφεται. 
Παύει νά εἶναι ναός Θεοῦ. 
Γι’ αὐτό, «φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός». Θά τόν τιμωρήσει ὁ Θεός. Ὁ ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἅγιος. Καί πρέπει νά τόν διατηροῦμε ἅγιον. Πῶς; 
Ἀποφεύγοντας γιά τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί ἀπό σεβασμό ἀπέναντι Του, κάθε ἄσχημη καί κακή πράξη πού φράζει τό δρόμο γιά τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 
Γιά νά φουντώσει μέσα μας ἡ πίστη, ἄς τοποθετηθοῦμε μέ ταπείνωση ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. 
Νά φροντίζομε ἀκόμη νά βαδίζομε τήν ὁδό τῆς κατά Θεό ζωῆς, τῆς πλούσιας σέ ἔργα πίστεως. Δηλαδή σέ ἔργα ἔμπρακτης ἀγάπης. Καί ὁ Θεός θά ἀνάβει μέσα μας τό φῶς Του. Φῶς πίστεως, ἐπιγνώσεως καί ὑπακοῆς στό θέλημά Του… 
Φῶς, πού θά κατευθύνει τήν πορεία μας πάνω ἀπό τά κύματα. Πρός τόν Χριστό. Ἀμήν.- 
* ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ(+), διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στή Φιλιππιάδα τό 1996

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΔΙΔΑΧΗ Δ΄ ΤΟΥ AΓIOΥ KOΣMA ΤOΥ AITΩΛΟΥ (ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΗΜΕΡΑΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013

ΔΙΔΑΧΑΙ ΤΟΥ AΓIOΥ KOΣMA ΤOΥ AITΩΛΟΥ

ΑΠΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ (σελ. 185-203)

ΔΙΔΑΧΗ Δ΄

Η ένδοξος Ανάστασις του Κυρίου και η ανάστασις των νεκρών

AG.KOSMASΘέλων ο Κύριος να δείξη το μέγα κακόν οπού απετόλμησαν να κάμουν τα τέκνα του διαβόλου, οι Εβραίοι, εσκότισε τον ήλιον από τας εξ ώρας έως τας εννέα εις όλον τον κόσμον, αι πέτραι εσχίζοντο, όλη η γη έτρεμεν. Ετέθη ο Κύριος εις τον τάφον, και ευθύς ανεστήθησαν χιλιάδες νεκροί, οπού ήσαν χιλιάδες χρόνους αποθαμένοι, και εκήρυξαν πως μόνον ο Χριστός είνε Υιός και λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των νεκρών. Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί από σήμερον και ύστερα να μη κλαίωμεν τους αποθαμένους ωσάν τους ασεβείς και απίστους, οπού δεν ελπίζουν ανάστασιν. Ούτος ο κόσμος, αδελφοί μου είνε ωσάν μια φυλακή. Πότε πρέπει να χαίρεται ο άνθρωπος; Όταν εμβαίνη εις την φυλακήν ή όταν ελευθερώνεται από την φυλακήν; Ποι φαίνεται, όταν εμβαίνει εις την φυλακήν, τότε πρέπει να κλαίη και να λυπήται, και όταν εξέρχετια από την φυλακήν, τότε πρέπει να χαίρεται. Έτσι, αδελφοί μου, να μη λυπήσθε δια τους αποθαμένους, αλλά να αγαπάτε τους αποθαμένους, κάμνετε ότι ημπορείτε δια την ψυχήν των, συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστειας, προσευχάς, ελεημοσύνας. Και όσες γυναίκες φορείτε λερωμένα δια τους αποθαμένους σας, να τα βγάλετε διότι βλάπτετε και τον εαυτόν σας και τους αποθαμένους. Φυσικόν είνε ο άνθρωπος να γεννηθή και να αποθάνη. Όταν γεννώμεθα, τότε πρέπει να κλαίωμεν, και όταν αποθνήσκωμεν, να χαιρώμεθα και μάλιστα να μην κλαίεται δια τα μικρά παιδιά, οπού είνε ωσάν Άγγελοι μέσα εις τον παράδεισον. Το παιδί σου του Θεού ήτο και όταν σου το εχάρισε ο Θεός, σε ετίμησε και τώρα πάλιν οπού σου το επήρε, σου ετίμησε το παιδί σου να χαίρεται πάντοτε εις τον παράδεισον, και συ να κάθεσαι να κλαις είνε άπρεπον. Ένας βασιλεύς σου γυρεύει το παιδί σου να το κάμη βεζίρη και χαίρεσαι να του το δώσης πολύ μάλλον δεν πρέπει να χαίρεσαι οπού σε ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός και επήρε καρπόν από την βρωμισμένην κοιλίαν σου, και σου έβαλε το παιδί σου μέσα εις τον παράδεισον, και σου το φυλάγει να σου το παραδώσει εις την Δευτέραν Παρουσίαν να λαμπη περισσότερον από τον ήλιον, δια να λάβης τον μισθόν σου να χαίρεσαι πάντοτε μαζί του; Είνε μερικοί οπού έχουν τον διάβολον εις την καρδίαν των και λέγουν πως δεν είνε ανάστασις και δεν είδατε καμμίαν φοράν αναστηθή κανένας άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι οπού είνε εδώ, πρωτού να γεννηθούν, δεν ήσαν αποθαμένοι; Καθώς ηδυνήθη ο Κύριος και μας ανέστησεν από την κοιλίαν της μητρός μας, έτσι δύναται να μας αναστήση και από την κοιλίαν της γης. Η κοιλία της μητρός μας και ο τάφος τι διαφέρει; Δεν βλέπωμεν φανερά την ανάστασιν; Όταν κοιμώμεθα, δεν είμεθα ωσάν αποθαμένοι; Ο ύπνος τι είνε; Μικρός θάνατος, και ο θάνατος μεγάλος ύπνος. Και καθώς τι σιτάρι οπού πίπτει εις την γην, ανίσως και δεν βρέχη να σπηθή να γίνη ωσάν χυλός, δεν φυτρώνει, έτσι και ημείς οπού αποθνήσκομεν και θαπτόμεθα εις την γην. Ανίσως και δεν αθάπτετο πρώτον εις τον τάφον ο Χριστός μας, δεν μας επότζε την ζωήν την αιώνιον και την ανάστασιν. Δεν βλέπετε φανερά τα χόρτα πως τα ανασταίνει ο Θεός από την γην κατ’ έτος; Γνώσιν δεν έχωμεν, χριστιανοί μου, να στοχασθώμεν τα πάντα. Όλα μας τα εχάρισεν ο Θεός. Όθεν δια το παρόν, αδελφοί μου, σας παρακαλώ να ειπήτε και δι’ όλους τους αποθαμένους τρεις φοράς: ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς.

Το μεγαλείον της Κυριακής ημέρας

Επήγεν ο Κύριος εις την κόλασιν και έβγαλε τον Αδάμ, την Εύαν και το γένος του. Ανέστη την τρίτην ημέραν. Εφάνη δώδεκα φοράς εις τους Αποστόλους του. Έγινε χαρά εις τον ουρανόν, χαρά εις την γην και εις όλον τον κόσμον, φαρμάκι και σπαθί δίστομον εις την καρδίαν των Εβραίων και μάλιστα του διαβόλου. Δια τούτο και οι Εβραίοι δεν κατακαίονται άλλην ημέραν τόσον, ωσάν την Κυριακήν, οπού ακούουν τον παπά μας να λέγη: «Ο αναστάς εκ νεκρών Χριστός ο αληθινός Θεός ημών¨. Διότι εκείνο οπού εσπούδαζον οι Εβραίοι να κάμουν δια να εξαλείψουν το όνοαμ του Χρισού μας, εγύρισεν εναντίον της κεφαλής των. Πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, να χαιρώμεθα πάντοτε, μα περισσότερον την Κυριακήν, οπού είνε η Ανάστασις του Χριστού μας. Διότι Κυριακήν ημέραν έγινεν ο Ευαγγελισμός της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Κυρικήν ημέραν μέλλει ο Κύρος να αναστήση όλον τον κόσμον. Πρέπει και ημείς να εργαζώμεθα τας εξ ημέρας δια ταύτα τα μάταια, γήινα και ψεύτικα πράγματα, και την Κυρικήν να πηγαίνωμεν εις την εκκλησίαν και να στοχαζώμεθα τας αμαρτίας μας, τον θάνατον, την κόλασιν, τον παράδεισον, την ψυχήν μας οπού είνε τιμιωτέρα από όλων τον κόσμον, και όχι να πολυτρώγωμεν, να πολυπίνωμεν και να κάμνωμεν αμαρτίας, ούτε να εργαζώμεθα και να πραγματευώμεθα την Κυριακήν. Εκείνο το κέρδος οπού γίνεται την Κυριακήν είνε αφορισμένο και κατηραμένο, και βάνετε φωτιά και κατάρα εις το σπίτι σας και όχο ευλογίαν, και ή σε θανατώνει ο Θεός παράκαιρα, ή την γυναίκα σου, ή το παιδί σου, ή το ζώον σου ψοφά, ή άλλον κακό σου κάμνει. Όθεν, αδελφοί μου, δια να μη πάθετε κανένα κακόν, μήτε ψυχικόν μήτε σωματικόν, εγώ σας συμβουλεύω να φυλάγετε την Κυριακήν, ωσάν οπού είνε αφιερωμένη εις τον Θεόν. Εδώ πώς πηγαίνετε, χριστιανοί μου; Την φυλάγετε την Κυριακήν; Αν είσθε χριστιανοί, να την φυλάγετε. Έχετε εδώ πρόβατα; Το γάλα της Κυριακής τι το κάμνετε; Άκουσε, παιδί μου, να το σμίγης όλο και να το κάμνης επτά μερίδια και τα εξ μερίδια κράτησέ τα δια τον εαυτόν σου, κσι το άλλο μερίδιο της Κυριακής, αν θέλεις, δώσε το ελεημοσύνην εις τους πτωχούς ή εις την εκκλησίαν, δια να ευλογήση ο Θεός τα πράγματά σου. Και αν τύχη ανάγκη και θέλεις να πωλήσης πράγματα φαγώσιμα την Κυριακήν, εκείνο το κέρδος μη το σμίγεις εις την σακκούλα σου, διότι την μαγαρίζει αλλά δώσε τα ελεημοσύνην, δια να σας φυλάγη ο Θεός.

Ο άγιος Κοσμάς προφητεύει

Εις τας τεσσεράκοντα ημέρας ευλόγησεν ο Κύριος τους αγίους Αποστόλους, ανελήφθη εις τους ουρανούς και εκάθησεν εκ δεξιών του προανάρχου Πατρός, να συμβασιλεύη αιωνίως και να προσκυνήται από τους Αγγέλους. Ένα πράγμα θα σας φανερώσω, χριστιανοί μου, το ηξεύρω πως θα σας καύσω την καρδιά, είνε φοβερόν και λυπηρόν, τρέμει η καρδιά μου να το ειπώ, αλλά τι να κάμω, οπού μου λέγει ο Χριστός μας πως ανίσως και δεν το φανερώσω, με θανατώνει και με βάνει εις την κόλασιν; Μας φανερώνει η θεία Γραφή, το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον, πως εις τον όγδοον αιώνα θα γίνει το τέλος του κόσμου και μέλλει να χαλάσει τούτος ο κόσμος.

Ο προφήτης Ηλίας και ο αντίχριστος

Και θα στείλη ο Θεός τον προφήτην Ηλίαν να διδάξη τους χριστιανούς να φυλάγουν την πίστιν των. Ο αντίχριστος, αδελφοί μου, είνε άνθρωπος οπού έχει κακήν γνώμην, κακήν προαίρεσιν και κατοικεί ο διάβολος εις την καρδίαν του, και λέγει πως είνε Θεός, και ο αντίχριστος θα θανατώση τον προφήτη Ηλίαν. Εγώ, αδελφοί μου, εξετάζοντας έμαθα και εκατάλαβα, πως ο προφήτης Ηλίας και ο αντίχριστος ήλθε και εθανάτωσε τον προφήτην Ηλίαν. Ο προφήτης Ηλίας, χριστιανοί μου, είνε ζωντανός τόσους χρόνους και ηξεύρει ο Θεός που τον έχει φυλαγμένον έως σήμερον. Ανίσως και θέλετε να μάθετε που ευρίσκετε, εδώ κοντά είνε και αυτός, τα λόγια οπού σας λέγω εκείνου είνε. Ο προφήτης Ηλίας, όταν έλθη να διδάξη, δεν θα φανερωθή εις τον κόσμον, καθώς λέγει το Άγιον Πνεύμα, ίνα μη ελθών πατάξη την γην άρδην, ήτοι, λέγει το Άγιον Πνεύμα, δια να μη φοβίση και ταράξη τον κόσμον και την γην, δεν θέλω τον φανερώσει εις σας τους χριστιανούς. Αμή τι έχει, παιδιά μου, να φανερωθή; Ο ζήλος του και η διδασκαλία του. Αυτά τα δύο με ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός δια την ευσπλαχνίαν του και μου εχάρισε, και μη μαρτερήτε άλλον Ηλίαν να σας διδάξη.
Αμή ται καρτερούμεν; Λυπηρόν είνε να σας ειπώ! Σήμερον, αύριον καρτερούμεν δίψας, πείνας μεγάλας, οπού να δίνωμεν χιλιάδας φλωριά και να μη ευρίσκωμεν ολίγον ψωμί ή νερό. Σήμερον, αύριον περιμένομεν θανατικάς ασθενείας μεγάλας, οπού να μη προφθάνωμεν οι ζωντανοί να θάπτωμεν τους αποθαμένους. Σεισμός παγκόσμιος θα γίνει, όλος ο κόσμος θα γίνει ένας κάμπος. Θα πέσουν όλα τα βουνά, όλα τα σπίτια. Η θάλασσα θα σηκωθεί υψηλά δέκα πέντε πήχεις από τα ψηλότερα βουνά. Τα άστρα θα πέσουν από τον ουρανόν, ο ήλιος και η σελήνη θα σκοτισθούν, ο ουρανός οπού φαίνεται, η γη και τα πάντα, και όλος ο κόσμος θα χαλάση. Πότε θα γίνουν αυτά; Ο Χριστός μας λέγει: Επλησίασε τώρα κοντά, έγγιξε το μαχαίρι εις το κόκκαλον. Έξαφνα θα γίνουν, ημπορούν να γίνουν και απόψε. Τάχα να μη είνε και τώρα η αρχή; Δεν βλέπετε πως εχάθησαν τα γεννήματά σας και τα σπαρτά σας; Εστέρεψαν αι βρύσες, τα ποτάμια, σήμερον μας υστερεί το ένα, αύριον το άλλο, και από ολίγον μας τα δίδει ο Θεός, και ημείς ως αναίσθητοι δεν τα στοχαζόμεθα.

Ψυχή και Χριστός

Τούτο σας λέγω και σας παραγγέλω, καν ο ουρανός να κατεβή κάτω, καν η γη να ανεβή επάνω, καν όλος ο κόσμος να χαλάση, καθώς μέλλει να χαλάση, σήμερον, αύριον, να μη σας μέλλη τι έχει να κάμη ο Θεός. Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν, τα πράγματά σας ας σας τα πάρουν, μη σας μέλλει, δώσατέ τα δεν είνε ιδικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση, δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημά σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάγετε, να μη τα χάσετε. Τώρα, αδελφοί μου, τι σημείον καρτερούμεν; Δεν καρτερούμεν άλλο παρά πότε να λάμψη ο πανάγιος Σταυρός εις τον ουρανόν περισσότερον από τον ήλιον, και να λάμψη ο γλυκύτατός μας Ιησούς Χριστός και Θεός επτά φοράς περισσότερον από τον ήλιον, με χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες Αγγέλους, με δόξαν θεϊκήν.

Η μέλλουσα κρίσις

Και έχει ν’ αναστήσει ο Κύριος όλον τον κόσμον. Και οι καλοί θα είνε ως Άγγελοι, και οι κακοί ωσάν δαίμονες, πρώτον τα τέκνα του διαβόλου οι Εβραίοι, οι οποίοι όχι μόνον δεν επίστευσαν εις τον Χριστόν μας, αλλά και τον εσταύρωσαν. Τότε θα ίδουν εκείνην την δόξαν του Χριστού μας να πιστεύσουν και να τον προσκυνήσουν, αμή εκείνη η πίστις δεν τους ωφελεί τότε. Τώρα χρειάζεται η πίστις. Δια τούτο, αδελφοί μου, καλότυχοι και τρισμακάριοι οι χριστιανοί οπού πιστεύουν τώρα, και αλλοίμονον εις τους απίστους. Καλύτερα αν μη είχον γεννηθή εις τον κόσμον. Τότε θα ξεχωρίση ο Κύριος τους δικαίους από τους αμαρτωλούς, καθώς ξεχωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από τα ερίφια, και θα βάλη τους δικαίους εις τα δεξιά του, και τους αμαρτωλούς εις τα αριστερά του. Και θα είπη εις τους δικαίους: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου να κληρονομήσετε τον παράδεισον, να χαίρεσθε μαζί με τους Αγγέλους μου πάντοτε, διότι εφυλάξατε την πίστιν μπου και τα προστάγματά μου». εις δε τους αμαρτωλούς θα είπη ο Κύριος: «Πηγαίνεται σεις οι κατηραμένοι εις την κόλασιν να καίεσθε μαζί με τον διάβολον, τον πατέρα σας, πάντοτε, διότι δεν αφυλάξατε την πίστιν μου και τα προστάγματά μου». Και θα ανοίξη ο Κύριος ένα πύρινον ποταμόν, ως θάλασσα, να ρίψη όλους τους ασεβείς, απίστους, αιρετικούς, αθέους και αμαρτωλούς μέσα, να καίωνται πάντοτε και θα βάλη τους ευσεβείς και ορθοδόξους χριστιανούς και δικαίους μέσα εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε.

Ο αμετανόητος αμαρτωλός

Όθεν πρέπει και ημείς, αδελφοί μου, να στοχασθώμεν τι είμεθα, δίκαιοι ή αμαρτωλοί; Και ανίσως είμεθα δίκαιοι, καλότυχοι και τρισμακάριοι. Ανίσως δε είμεθα αμαρτωλοί, πρέπει τώρα όπου έχομεν καιρόν να μετανοήσωμεν από τα κακά και να πράξωμεν τα καλά. η κόλασις μας καρτερεί πότε θα μετανοήσωμεν; Όχι αύριον, μεθαύριον και του χρόνου, αλλ’ αυτήν την ώραν. Διότι δεν ηξεύρομεν έως αύριον τι έχομεν να πάθωμεν. Ο Χριστός μας λέγει να είμεθα πάντοτε έτοιμοι. Πόσον κακόν πράγμα είνε, χριστιανοί μου, να πέση ο άνθρωπος εις αμαρτίαν και να μη μετανοήση: Στοχασθήτε!

Τιμωρία των Εβραίων

Τον παλαιόν καιρόν οι εβραίοι εθανάτωσαν όλους τους προφήτας, όλους τους δικαίους διδασκάλους χιλιάδες φορές άφησαν τον Χριστόν και επροσκύνησαν τον διάβολον, και τόσον, οπού έκαμαν ένα μοσχάρι και το επροσκυνούσαν δια Θεόν, καθώς το έχουν έως σήμερον. Και τώρα το αυτό είνε να συναναστρέφεται, να τρώγης και να πίνης με τον διάβολον. Ετόλμησαν και εσταύρωσαν και τον Χριστόν μας. Ο Πανάγαθος εις όλα αυτά τους εφύλαγε, τους εσκέπαζεν. Εκαρτέρησεν ο Κύριος ύστερα από την σταύρωσιν του τριάντα χρόνια να μετανοήσουν, αλλά δεν μετενόησαν. Τότε τους κατηράσθη, τους αφώρισε, τους οργίσθη και αφήκε τον διάβολον μέσα εις την καρδίαν των, καθώς τον έχουν έως σήμερον. Εσκοτίσθησαν, έφυγον από όλον τον κόσμον και επήγαν εις την Ιερουσαλήμ. Σηκώνει ο Θεός τον βασιλέα από την παλαιάν Ρώμην και πολιορκεί τους Εβραίους μέσα εις την Ιερουσαλήμ, και οι πατέρες και αι μητέρες έσφαζον τα τέκνα των και τα έτρωγον. Ο διάβολος θέλει να τρώγουν οι γονείς τα τέκνα των, και όχι ο Θεός.
Ακούετε, αδελφοί μου, ο άνθρωπος τι κακόν παθαίνει όταν αμαρτάνει και τον εγκαταλείψει ο Θεός; Φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος. Μεγάλην ευσπλαγχνίαν έχει ο Θεός, αλλά έχει και μεγάλην οργήν και καθώς επαίδευσε τους Εβραίους, παιδεύει και ημάς, ανίσως και δεν κάμνωμεν καλά.
Βάνει ο Θεός τον βασιλέα μέσα εις την Ιερουσαλήμ και θανατώνει χίλιες εκατόν είκοσι χιλιάδες Εβραίους, και τόσον, οπού έγινε το αίμα ωσάν θάλασσα. Τριάντα φλωρία επώλησαν οι Εβραίοι τον Χριστόν μας, τριάντα εις το φλωρί επώλησεν ο Χριστός μας χίλιες χιλιάδες Εβραίους. Εσύ έμαθες και πωλείς τον Χριστόν, και εκείνος δεν ημπορεί να σε πωλήσει;

Η κακία των Εβραίων

Και τώρα μη δυνάμενοι οι Εβραίοι να τον μετασταυρώσουν τον Χριστόν, κάθε Μεγάλην Παρασκευήν τον κάνουν από κερί και τον σταυρώνουν, και ύστερα τον καίουν ή παίρνουν ένα αρνί και το κτυπούν με τα μαχαίρια και το σταυρώνουν αντί του Χριστού. Ακούετε κακίαν των Εβραίων και του διαβόλου; Καθώς γεννηθεί το Εβραιόπαιδον, αντί να το μαθαίνουν να προσκυνεί τον Θεόν, οι Εβραίοι, παρακινούμενοι από τον πατέρα των τον διάβολον, ευθύς οπού γεννηθεί, το μαθαίνουν να βλασφημά και να αναθεματίζει τον Χριστόν μας και την Παναγίαν μας και εξοδεύουν πενήντα, εκατόν πουγγία να εύρουν κανένα χριστιανόπουλο να το σφάξουν, να πάρουν το αίμα του, και με εκείνο να κοινωνούν. Ο διάβολος θέλει να πίνωμεν το αίμα των παιδίων, και όχι ο Θεός. Ο Χριστός μας παραγγέλλει να ευχώμεθα όλον τον κόσμον. Ο Εβραίος, όσον και αν είνε φίλος σου, πήγαινε, καλημέρισέ τον, και βάλε το αυτί σου να ακούσεις τι σου λέγει. Εσύ τον εύχεσαι και τον χαιρετάς, και εκείνος σε καταράται και σου λέγει, κακή ημέρα σου, διότι η καλή ημέρα είνε του Χριστού, και δεν θέλει ούτε να την ακούσει ούτε να την είπη ο Εβραίος. Κοίταξε εις το πρόσωπόν ένα Εβραίον όταν γελά, τα δόντια του ασπρίζουν, το πρόσωπόν του είνε ωσάν πανί αφωρισμένο, διότι έχει την κατάραν από τον Θεόν, και δεν γελά η καρδία του. Έχει τον διάβολον μέσα του οπού δεν τον αφήνει. Κοίταξε και ένα χριστιανόν εις το πρόσωπον, ας είναι και αμαρτωλός, λάμπει το πρόσωπόν του, χύνει η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Σφάζει ο Εβραίος ένα πρόβατον, και το μισό το εμπροσθινόν το κρατεί δια λόγου του, και το πισινόν το μουντζώνει και το πωλεί εις τους χριστιανούς δια να τους μαγαρίσει. Και αν σου δώσει ο Εβραίος κρασί ή ρακί, είναι αδύνατον να μη το μαγαρίσει πρώτον και αν δεν προφθάσει να κατουρήσει μέσα, θα πτύσει. Όταν αποθάνει κανένας Εβραίος, τον βάζουν μέσα εις ένα σκαφίδι μεγάλο και τον πλένουν με ρακί, και του βγάνουν όλην του την βρώμα, και εκείνο το ρακί το φτιάνουν με μυριστικά, και τότε το πωλούν εις τους χριστιανούς ευθηνότερον, δια να τους μαγαρίσουν. Πωλούν ψάρια εις την πόλιν οι Εβραίοι; Ανοίγουν το στόμα του οψαρίου και κατουρούν μέσα, και τότε το πωλούν εις τους χριστιανούς.
Ο Εβραίος μου λέγει πως ο Χριστός μου είνε μπάσταρδος, και η Παναγία μου πόρνη. Το άγιον Ευαγγέλιον λέγει πως το έγραψεν ο διάβολος. Τώρα έχω μάτια να βλέπω τον Εβραίον; Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου, και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος ωσάν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το δε να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγίαν μου, δεν θέλω να τον βλέπω. Και η ευγενία σας πως σας βαστά η καρδία να κάνετε πραγματείας με τους Εβραίους; Εκείνος οπού συναναστρέφεται με τους Εβραίους, αγοράζει και πωλεί, τι φανερώνει; Φανερώνει και λέγει, πως καλά έκαμαν οι Εβραίοι και εθανάτωσαν τους προφήτας και όλους τους διδασκάλους και όλους τους καλούς. Καλά έκαμαν και κάμνουν να υβρίζουν τον Χριστόν μας και την Παναγίαν μας. Καλά κάμνουν και μας μαγαρίζουν και πίνουν το αίμα μας.
Ταύτα διατί σας τα είπα, χριστιανοί μου; Όχι δια να φονεύετε τους Εβραίους και να τους κατατρέχετε, αλλά δια να τους κλαίετε, πως άφησαν τον Θεόν και επήγαν με τον διάβολον. Σας τα είπα να μετανοήσωμεν ημείς τώρα οπού έχομεν καιρόν, δια να μη τύχη και μας οργισθή ο Θεός και μας αφήσει από το χέρι του και το πάθωμεν και ημείς σαν τους Εβραίους και χειρότερα.

Η εργασία μου είνε εργασία του Γένους

Χριστιανοί μου, φθάνουν αυτά, δεν ημπορώ να σας είπω περισσότερα. Σας είπα και εγώ εκείνο οπού με εφώτισεν ο Θεός ζητήσατε και η ευγενία σας να μάθετε τα άλλα. Είσθε φρόνιμοι και γνωστικοί, καταλάβετε το καλόν σας και κάμετε το. Τώρα τι κάμνομεν, χριστιανοί μου; Εγώ σας συμβουλεύω, αμή δεν με συμβουλεύετε και η ευγενία σας; Η εργασία η ιδική μου είνε και ιδική σας, είνε της πίστεώς μας, του Γένους μας. Έχω και δύο λογισμούς. Ο ένας λογισμός μου λέγει να σας ευχηθώ και να με ευχηθήτε, και να σηκωθώ να πηγαίνω εις άλλο μέρος, να ακούσουν και άλλοι αδελφοί μας οπού με καρτερούν. Ο άλλος λογισμός μου λέγει: Όχι, μη πηγαίνεις, μόνον κάθησε να κάμεις καθώς έκαμες και εις τα άλλα χωρία, να τελειώσεις και τα επίλοιπα. Διότι αυτά οπού είπομεν εις τρεις λόγους με συντομίαν, ομοιάζουν ωσάν ένας άνθρωπος να κτίσει μίαν εκκλησίαν χωρίς σκεπήν. Τα άλλα οπού έχομεν να είπωμεν ομοιάζουν ωσάν σκεπήν. Ποία είνε η σκεπή; Εγώ βλέπω το Γένος μας οπού έπεσεν εις πολλά κακά, έχουν κατάρες, αφορισμούς, αναθεματισμούς, όρκους, βλασφημίας και άλλα τοιαύτα. Να καθαρισθούν οι χριστιανοί να αγιασθούν τα χωρία των και να καθαρισθούν ψυχικώς και σωματικώς. Το δεύτερον παρακινώ τους χριστιανούς να φτιάσουν σταυρούς και κομποσχοίνια, και παρακαλώ τον Χριστόν μας και τα ευλογεί, δια να τα έχουν οι χριστιανοί φυλακτήρια. Τρίτον είνε οπού κάμνω τους χριστιανούς όλους και συγχωρούν ζωντανούς και αποθαμένους. Αυτά τα τρία μου λέγει ο λογισμός μου. αλλά τώρα μου δίνετε την ευχήν σας να πηγαίνω, και τα άλλα τα τελειώνετε η ευγενία σας; – Όχι, άγιε διδάσκαλε, σε παρακαλούμεν να καθήσης να μας τα τελειώσης, διότι δεν ηξεύρομεν να τα κάμωμεν. – Καλά, χρισιανοί μου, δια την αγάπην του Χριστού μας και την ιδικήν σας θα καθήσω.

Το άγιον Ευχέλαιον

Είναι πολλοί παπάδες εδώ; κάμνετε τον κόπον, άγιοι ιερείς, να σηκωθείτε επάνω να ιδώ, είσθε πολλοί; Άγιοι ιερείς, μου κάμνετε μιαν χάριν, να διαβάσωμεν ένα άγιον Ευχέλαιον, να χρισθούν οι χριστιανοί οι αδελφοί μας; – Ορισμός σου, άγιε του Θεού. – Έχω φλωρία πολλά να σας πληρώσω, μα δεν σας τα δίδω. Θέλω χάρισμα, διότι με πληρωμήν δεν ενεργεί η χάρις του Θεού, του Παναγίου Πνεύματος διότι έτσι λέγει ο Χριστός μας: Χάρισμα σας έδωσα εγώ την χάριν μου, χάρισμα να την δίδετε και σεις εις τους αδελφούς σας. Το κάμνετε, άγιοι ιερείς; – Μάλιστα, άγιε του Θεού. – Παρακαλώ και εγώ τους χριστιανούς και σας συγχωρούν, ή δεν έχετε αμαρτίας; Και σας φιλεύω αύριο από ένα βιβλίον, όχι δια πληρωμήν, αλλά δια μιαν ευχήν. –Ορισμός σου. –Σας παρακαλώ, χριστιανοί μου, να ειπήτε δια τους αγίους ιερείς οπού θα σας διαβάσουν το άγιον Ευαγγέλιον, τρεις φοράς: Ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς. Αν θέλετε και η αγιωσύνη σας ζητήσατε συγχώρησιν. Άγιε εφημέριε, μου χρειάζονται απόψε να ετοιμάσης είκοσι φλετζάνια και δύο οκάδες λάδι. Χριαλίδια έχει το παιδί το ιδικό μου και σου δίδει. Και αν θέλης, περιπατησε, παπά μου, εις τα σπίτια να μαζεύης καμμιά δεκαριά οκάδες λάδι, και βάνεις δια το Ευχέλαιον μια οκά, και το άλλο το δίνεις της παπαδιάς και το τρώγει. Δεν είνε καλά έτσι; Το κάμνεις; -Το κάμνω, άγιε του Θεού. –Αν δεν το κάμης, αύριον σε κηρύττω ψέφτη και σε εντροπιάζω. Σηκωθήτε επάνω δέκα εντόπιοι ακούσατε. Οι πέντε να κάμετε απόψε δεκαπέντε σακκιά και σεις αι γυναίκες να φέρετε ψωμί και το σιτάρι απόψε και σεις οι πέντε να σταθήτε επίτροποι, και να κόψετε τα ψωμία και να τα βάλετε μέσα εις τα σακκία, και το σιτάρι. Το κάμνετε; -Το κάμνομεν, άγιε του Θεού. Εσείς οι άλλοι πέντε να φέρετε πέντε καζάνια νερό απόψε να ξημερωθούν έτοιμα δια να παρακαλέσωμεν τον Χριστόν αύριον να τα ευλογήση και να πάρουν οι χριστιανοί δι’ αγιασμόν. Το κάμνετε; -Το κάμνομεν, άγιε του Θεού. –Καλά, παιδιά μου. καθήσατε να τελειώσωμεν και τα επίλοιπα. Προσέχετε λοιπόν, παιδιά μου, να μη υπερυφανεύεσθε.

http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=35960

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής άσκησης, πως διατηρείται και που σταματά;

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013

Όλοι οι όσιοι και οσίες της Εκκλησίας μας έφτασαν στο ποθούμενο μέσω της άσκησης. Ο όρος άσκηση χρησιμοποιείται ευρέως θα λέγαμε από τους θεολόγους και ιερείς στα κηρύγματα. Όλοι προτρέπουν τους πιστούς να ασκηθούν, να αποκτήσουν ασκητικό φρόνημα διότι διαμέσου αυτού όπως υποστηρίζεται θα καταφέρουμε όλοι μας να συναντήσουμε τον Χριστό.
Τι είναι όμως η άσκηση και που τελειώνει;
Κατ’ αρχήν να αναφέρουμε ότι χριστιανική ζωή και άσκηση θα πρέπει να νοούνται σαν δύο έννοιες ενός κοινού βιώματος. Δεν μπορεί να νοηθεί χριστιανική ζωή χωρίς άσκηση και ορθόδοξη άσκηση εκτός χριστιανικής μυστηριακής ζωής. ηγη:εδώ)
Η σωτηρία του ανθρώπου, δηλαδή η ολοκλήρωση του προϋποθέτει μία αδιάκοπη εσωτερική μεταστροφή του ανθρώπου, δηλαδή μετάνοια, αλλαγή του νου και των κριτηρίων, πέρασμα από το μέτρο ζωής του κόσμου που είναι η ευζωία και καλοπέραση, στο μέτρο ζωής της αγάπης που είναι η άσκηση. Και άσκηση σημαίνει απάρνηση του εγώ, δυναμική πάλη του ανθρώπου να υπερβεί  τα απρόσωπα –ατομικά- στοιχεία της βιολογικής του φύσης, και να ολοκληρωθεί μέσα από τη σχέση του με το Θεό και τους συνανθρώπους του, που μόνο με την αγάπη μπορεί να πραγματωθεί.
Ο θεσμός της Εκκλησίας λοιπόν πολύ ορθά και σοφά καλεί όλα τα μέλη της να ασκηθούν, δηλαδή να μπουν στην διαδικασία της εκούσιας στέρησης (όποια κι αν είναι αυτή) ώστε να απαγκιστρωθούν σιγά σιγά από τα επίγεια και να γεμίσουν με έρωτα προς τα ουράνια. 
Μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας, η άσκηση είναι «φιλοκαλία», έρωτας για το κάλλος της «ατέλεστης τελειότητας» που είναι η προσωπική ολοκλήρωση, όχι απλά η αποκατάσταση της εικόνας του ανθρώπου στην προπτωτική κατάσταση αλλά κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Δεν αναζητούμε εμείς οι χριστιανοί τον χαμένο αισθητό Παράδεισο των πρωτοπλάστων, αλλά ελπίζουμε να εισέλθουμε κάπου πολύ ανώτερα, στην Βασιλεία του Θεού. Εκεί όπου κυριαρχεί μόνο η Αγάπη, εκεί όπου το Φως της παρουσίας του Χριστού θα κάνει τους ανθρώπους πεπληρωμένους, κατά χάριν θεανθρώπους.
 Σήμερα για ένα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων, «ορθόδοξων χριστιανών», η άσκηση, ακόμα και σαν έννοια ή λέξη είναι ακατανόητη. Αν μιλήσει κανείς σήμερα για νηστεία και εγκράτεια και εκούσιο περιορισμό των ατομικών επιθυμιών, είναι σίγουρο πως θα εισπράξει χαμόγελα συγκατάβασης και ειρωνείας.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, που δεν επιτρέπει στο σύγχρονο άνθρωπο να φθάσει στη κοινωνία μετά του Θεού είναι ακριβώς αυτό: ότι προσπαθεί να Τον γνωρίσει με λάθος τρόπο, χρησιμοποιώντας λανθασμένα μέσα, εκτός Εκκλησίας. Απορρίπτει το μυστήριο της αγάπης και παραμένει θεληματικά στην επιφάνεια μιας στείρας πίστης η οποία στην καλύτερη περίπτωση σημαίνει απλά «παραδοχή της ύπαρξης του Θεού» και όχι εμπιστοσύνη και παράδοση στη Θεία Του Πρόνοια.
Αυτό βέβαια, δεν εμποδίζει τους ανθρώπους να έχουν τις «μεταφυσικές τους πεποιθήσεις», να πιστεύουν σε κάποιο «ανώτερο ον» ή στον «γλυκύ Ιησού», που δίδαξε μια θαυμάσια ηθική και τίποτα παραπάνω. Αλλά το ερώτημα είναι, τι χρειάζονται οι «μεταφυσικές πεποιθήσεις» όταν δεν οδηγούν στην Σωτηρία; Τι μας χρειάζεται ένας ηθικιστής Ιησούς όταν δεν προσφέρεται από αγάπη σε όλους; Τι μας χρειάζεται ένας Θεός ο οποίος δεν συγχωρεί τους αμαρτωλούς, δεν ελεεί τους μετανοούντας, δεν γίνεται ένα με εμάς;
Όμως ο Χριστός των αγίων είναι ο Χριστός των Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και όχι ένας θεός που τον κόβουμε και τον ράβουμε στα μέτρα μας. Οι άγιοι προσέφεραν τον εαυτό τους, την ζωή τους, όλη τους την ύπαρξη στον Αληθινό Χριστό, ο οποίος είναι Αγάπη, είναι Αλήθεια, είναι το πρότυπο ζωής και για όλους εμάς που φέρουμε το όνομα χριστιανός.
Και χριστιανός σημαίνει να ζει κάποιος στο πνευματικό κλίμα της Βασιλείας του Θεού. Δηλαδή, να αγαπά τους πάντες και τα πάντα να μπορεί να συγχωρεί τους άλλους, να ζει με τους άλλους για τους άλλους… να ολοκληρώνεται σαν ύπαρξη μοιράζοντας και προσφέροντας την ζωή του στην διακονία του πλησίον.
Τα ασκητικά αγωνίσματα που θεσπίστηκαν από την Εκκλησία μας είναι το ελάχιστο αντίδωρο που μπορούμε να δώσουμε στον Χριστό μας για το δώρο της Αγάπης Του. Γι’ αυτό βλέπουμε οι Όσιοι και οι Όσιες πραγματοποίησαν (για εμάς) ακατανόητες και υπέρ του μέτρου ασκήσεις (νηστείες- αγρυπνίες- προσευχές-ορθοστασίες-ζώντας στο κρύο/στην ζέστη/σε σπηλιές/σε δέντρα/σε στύλους/έγκλειστοι- αλουσία κ.α.). 
Πως κατάφεραν λοιπόν να τα κάνουν όλα αυτά και γιατί; Κατάφεραν να ασκηθούν τόσο πολύ όχι επειδή βλέπανε τι ελάχιστο προτείνει ο θεσμός της Εκκλησίας αλλά συνειδητοποίησαν το μέγεθος της Αγάπης του Θεού.
Όταν ο άνθρωπος καταλάβει πόσο μεγάλη είναι η Αγάπη του Θεού και πόσο σημαντικό για τον καθένα προσωπικά είναι αυτό, τότε όλα του φαίνονται λίγα. Ότι και αν κάνει – όσο και αν ασκηθεί – είναι λίγο μπροστά στην Αγάπη Του.  Ότι και αν θυσιάσει σ’ αυτήν την ζωή είναι ελάχιστο μπροστά στην Θυσία Του.  Όσο κι αν αδικηθεί είναι λίγο μπροστά στην Αδικία που υπέστη Εκείνος για εμάς, από εμάς. Γι’ αυτό και η άσκηση των Αγίων ξεπέρασε τους νόμους της πεπτωκυίας φύσεως ή μάλλον ποιο ορθά: Έκανε τους ανθρώπους αυτούς-τους Αγίους- να ζουν φυσιολογικά τείνοντας συνεχώς προς την Αλήθεια και την Αγάπη.
Η άσκηση όταν γίνεται όχι γιατί πρέπει αλλά κινούμενη από αγάπη τότε γίνεται ανάπαυση και όχι δυσφορία. Όταν η άσκηση γίνεται με πνεύμα θυσιαστικό και ταπεινό, ελεύθερα, τότε δεν γίνεται με κατήφεια αλλά με χαρά και δοξολογία.
Πρέπει όμως να τονίσουμε ότι η άσκηση από μόνη της δεν σώζει, εάν δεν συνδυάζεται με ταπείνωση, με μετάνοια και εξομολόγηση, με συμμετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας, με υπακοή στον πνευματικό μας, με συγχωρετικότητα και αγάπη.
Η άσκηση δεν δρα μαγικά πάνω στον άνθρωπο, αλλά είναι το θεμέλιο ώστε να υπάρξει η καλή αλλοίωση του είναι μας.
Η άσκηση δεν έχει όρια, δεν πρέπει να μένει στους τύπους και στα εξωτερικά γνωρίσματα.  Η άσκηση είναι για τον καθένα διαφορετική αλλά το ίδιο σημαντική. Γι’ αυτό και η μάνα Εκκλησία θέσπισε κάποια μικρά ασκητικά αγωνίσματα κοινά για όλους όπως είναι οι καθορισμένες νηστείες, ώστε όλοι οι χριστιανοί να ζουν έστω με την ελάχιστη άσκηση, ώστε να βρίσκονται σε πνευματική εγρήγορση.
Να μου επιτραπεί να πω ότι ο άνθρωπος μπορεί να σταματήσει την άσκηση μόνο όταν αποκτήσει την Χριστομίμητη Αγάπη. Διότι η άσκηση αυτόν τον σκοπό έχει: ο άνθρωπος να καθαρθεί και να γίνει ένα απέραντο δοχείο Αγάπης το οποίο θα μοιράζεται σε όλους δια του Χριστού και δια της μοιρασιάς θα αυξάνεται εν Χριστώ.
Μπορούμε λοιπόν να μην ασκούμαστε πλέον εάν ενωθήκαμε με τον Χριστό, εάν γίναμε κατά χάριν θεάνθρωποι, εάν γίναμε κατά χάριν Άγιοι.  Αλλά ποιος από μας μπορεί να επικαλεστεί κάτι τέτοιο;
Χρειάζεται λοιπόν η άσκηση στην ζωή μας. Έστω η διάθεση να γίνουμε όχι απλά καλύτεροι άνθρωποι, αλλά αγιότεροι. Και η αγιότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δια του Μυστηρίου της Αγάπης.
Κάθε ασκητικό πάλαισμα μας φέρνει και πιο κοντά στην κάθαρση και στον θείο φωτισμό, όμως η μεγαλύτερη άσκηση είναι η άσκηση της Αγάπης. Ο άνθρωπος δηλαδή ο οποίος ασκεί στην πράξη την αγάπη κάνει και την μεγαλύτερη άσκηση.
Η αγάπη θα μας κάνει να σιωπήσουμε σε έναν βαρύ και άδικο λόγο που θα ακούσουμε, η αγάπη θα μας κάνει να προσευχηθούμε για τον αδελφό μας, η αγάπη θα μας οδηγήσει στην ταπείνωση και η ταπείνωση στην αύξηση της αγάπης, η αγάπη θα συνθλίψει μέσα μας την κατάκριση του άλλου, την μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας.
 Όποιος αποκτά την εμπειρία της τέλειας αγάπης, αποκτά ταυτόχρονα και την εμπειρία της τέλειας ταπεινώσεως. Γιατί η αληθινή ταπείνωση δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους ανθρώπους που δεν έχουν γευθεί την εν Χριστώ αγάπη· τη θεωρούν μωρία και την αποστρέφονται.
Λέγει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Το να θαυμάζη κανείς τους κόπους των Αγίων είναι καλό. Το να ζηλεύη να τους μιμηθή είναι σωτήριο. Αλλά το να θέλη διά μιάς να τους μιμηθή είναι παράλογο και ακατόρθωτο». Κανείς δεν υποστηρίζει ότι όλοι μας θα πρέπει με μιας να ασκηθούμε όπως οι ερημίτες ή κάποιοι πολύπειροι μοναχοί οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν σε μεγάλα ύψη αρετής διαμέσου διαφόρων πνευματικών ασκήσεων. Οι περισσότεροι χριστιανοί μένουν στον κόσμο, έχουν οικογένειες, παιδιά, εργασίες, διάφορες υποχρεώσεις. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει ή ότι δεν χρειάζεται να ασκούνται στο μέτρο του δυνατού.
Ο δρόμος της ζωής μας θα πρέπει να είναι μία θυσία προς τους άλλους και προς τον Θεό. Δεν νοείται χριστιανός ο οποίος να αποστρέφεται κάποιον συνάνθρωπό του, δεν νοείται χριστιανός ο οποίος να υποστηρίζει ότι ζει εν Χριστώ χωρίς να έχει συγχωρετικότητα. Λέγει επί τούτο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένηἐστὶν ἐν ἡμῖν».
Μέσα στην καθημερινότητα της ζωής μας ξεχνούμε κάτι βασικό ότι: θα πεθάνουμε. Όσο ξένο, αποκρουστικό, κακόηχο και αποτρόπαιο μας ακούγεται το ότι «θα πεθάνουμε» είναι μία πραγματικότητα την οποία δεν την έχουμε αποδεχτεί στην ζωή μας.
Ζούμε και κινούμαστε μη έχοντας μνήμη θανάτου, με αποτέλεσμα εύκολα να πέφτουμε στις παγίδες του διαβόλου, εύκολα να ενδίδουμε στους πειρασμούς του κόσμου.
Η ζωηρή μνήμη του θανάτου διατηρεί στην ζωή μας την άσκηση και την διάθεση μετανοίας. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι πρέπει να ζούμε μίζερα έχοντας την κατήφεια ζωγραφισμένη μόνιμα στα πρόσωπά μας. Η μνήμη θανάτου που διατηρεί το ασκητικό φρόνημα, κάνει την ψυχή μας λεπτή και τρυφερή, μας μεταμορφώνει σε καινούς ανθρώπους οι οποίοι βιώνουν την ζωή, σαν ευκαιρία αγιασμού. Τους άλλους, σαν ανάπαυσή τους. Τον θάνατο, σαν πέρασμα στην Ζωή.
«Μιμνήσκου τά έσχατά σου, και είς τον αιώνα ού μη αμάρτης» (Σοφ. Σειράχ ζ΄ 36).
Δεν είναι δυνατόν, είπε κάποιος, δεν είναι δυνατόν να περάσουμε με ευλάβεια την σημερινή ημέρα, εάν δεν την λογαριάσουμε σαν την τελευταία της ζωής μας.
Όντως, ο άνθρωπος εκείνος που ζει σαν ετοιμοθάνατος θα ζήσει προσεκτικά. Ο άνθρωπος αυτός θα ζήσει ασκητικά, συγχωρώντας και αγαπώντας τους άλλους.
Η άσκηση σε συνδυασμό με την μνήμη θανάτου θα μας οδηγήσουν στην ειρήνη της ψυχής μας, θα μας εισαγάγουν μέσα στην απύθμενη άβυσσο της εν Χριστώ Αγάπης η οποία αν και μοιράζεται σε όλους δεν δαπανάτε ποτέ γιατί  η πηγή της δεν είναι η δική μας δήθεν αξιώτητα ή αγιότητα αλλά είναι ο ίδιος ο Άκτιστος Θεός, ο οποίος «αγάπη εστί» (Α’ Ιωάννου 4:8)
αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αυτό που είσαι

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013

Αυτό που είσαι μιλάει τόσο δυνατά…..

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013

Οὐκ οἴδατε ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν;᾽ (Α´ Κορ. 3, 16)
α. ῾Ο ὕμνος πρός τήν ἑνότητα τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ συνεχίζεται καί στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παίρνοντας ἀφορμή ἀπό τίς διασπαστικές ἐνέργειες ὁρισμένων ὑπενθυμίζει στούς πιστούς τῆς Κορίνθου ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί συνιστοῦν μία ἑνότητα λόγω τοῦ θεμελίου πάνω στό ὁποῖο εἶναι οἰκοδομημένοι, τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. Αὐτός εἶναι ἡ βάση καί πάνω σ᾽ αὐτήν τήν βάση ὑψώνεται τό οἰκοδόμημα, δηλαδή οἱ ἴδιοι οἱ πιστοί, μέ κτίστες τούς συνεργάτες τοῦ Κυρίου τούς ἁγίους Του ἀποστόλους. Τήν ποιότητα τοῦ ἔργου τοῦ καθενός κτίστη θά τήν ἀποκαλύψει ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως τοῦ Κυρίου, γιατί τό ἔργο αὐτό θά δοκιμαστεῖ μέσα ἀπό τήν φωτιά της. Κάθε διάσπαση λοιπόν αὐτῆς τῆς ἑνότητας στρέφεται κατά τῶν ἴδιων τῶν πιστῶν ὡς ναοῦ τελικῶς τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ συνεπῶς ἱεροσυλία καί γι᾽ αὐτό θά ἀντιμετωπίσει τήν ἀντίθεση τοῦ ἴδιου τοῦ Παντοδύναμου. ῾Ο ἐπιτατικός ἐρωτηματικός τρόπος μάλιστα μέ τόν ὁποῖο θέτει ὁ ἀπόστολος τό θέμα τῆς ζωντανῆς σχέσης τῶν πιστῶν μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους: ῾δέν ξέρετε πώς εἶστε ναός τοῦ Θεοῦ κι ὅτι τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κατοικεῖ ἀνάμεσά σας;᾽, προβάλλει ἀκόμη περισσότερο τήν ἔννοια τῆς ἑνότητας.
β. 1. Πράγματι. ῾Η ἑνότητα Θεοῦ καί ἀνθρώπου καί ἀνθρώπων μεταξύ τους προβάλλεται ποικιλοτρόπως ἀπό τόν ἅγιο Παῦλο μέ τήν χρήση ἰδίως τῆς εἰκόνας τοῦ ναοῦ. Οἱ πιστοί συνιστοῦμε τόν ναό τοῦ Θεοῦ, τό κατοικητήριό Του, συνεπῶς τό Πνεῦμα Του κατοικεῖ μέσα μας κι ἀνάμεσά μας. Πρόκειται ὡς γνωστόν γιά μία σχέση πού ἀνάγει τήν ἀρχή της ἤδη στήν Δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ὡς κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένου, χάθηκε μέ τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου πού διέσπασε τήν θεοκοινωνία αὐτήν, ἀλλά τέθηκε σέ ἐνέργεια καί πάλι στό ἀπόλυτο δυνατό ἀπό τήν στιγμή τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο Κύριος ἐρχόμενος στόν κόσμο προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του τόν ἄνθρωπο, πραγματοποιώντας αὐτό πού ἐξήγγελλε ἤδη ἡ Παλαιά Διαθήκη διά τῶν προφητῶν: ῾᾽Εγώ εἶπα θεοί ἐστε καί υἱοί ῾Υψίστου πάντες᾽. ῾᾽Ενοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω καί ἔσομαι αὐτῶν Θεός καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ᾽. Καί ὁ ῎Ιδιος ἀκριβῶς ἀποκαλύπτοντας ὅτι ἡ σχέση Του μέ τόν ἄνθρωπο δέν εἶναι μία ἐξωτερική καί τυπική σχέση λέει: ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα. Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγώ ἐν ὑμῖν᾽. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν δέν προβάλλει ἴδια σχήματα τοῦ μυαλοῦ του, ἀλλά ὅ,τι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπαρχῆς καί μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτει.
2. ῾Η ἀλήθεια ὅτι οἱ πιστοί στόν Χριστό συνιστοῦμε τόν ναό τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς βρισκόμαστε σέ μία ἄμεση καί προσωπική σχέση μέ τό Πνεῦμα Του καί μεταξύ μας, κατανοεῖται πρωτίστως μέ τήν γενική ἐκκλησιαστική ἔννοια. ῾Η ᾽Εκκλησία δηλαδή ὡς σῶμα Χριστοῦ βρίσκεται ἀδιάκοπα ἑνωμένη μέ ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ἡ  κεφαλή αὐτῆς, στήν ὁποία διοχετεύει τήν ζωή καί τήν χάρη Του. ῾Ο Θεός ἐν Χριστῷ βρίσκεται ἀνάμεσα στούς πιστούς, οἱ πιστοί γίνονται ὡς ὅλον τό κατοικητήριο καί ὁ ναός Του. ῾Οὗ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν᾽. Κανείς ἀπό μόνος του μέ ἕναν τρόπο ἀτομικό καί ἀπομονωμένο δέν μπορεῖ νά ἔχει σχέση ζωντανή καί ἀληθινή μέ τόν Θεό ἔξω ἀπό αὐτό τό σῶμα, δεδομένου ὅτι ἡ σωτηρία μετά τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου πραγματοποιεῖται ῾σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις᾽. Κάθε ῾ἁγιότητα᾽ ἐκτός ᾽Εκκλησίας λοιπόν τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ καί θεωρεῖται ὡς ἄλλου τύπου ἐγωϊσμός, πιό ἐπικίνδυνος ἀπό ὁποιονδήποτε ἄλλον ἀκριβῶς λόγω τοῦ ῾φωτεινοῦ᾽ ἐνδύματός του. Δέν εἶναι τυχαῖο κατά συνέπεια ὅτι πάντοτε οἱ ἅγιοι Πατέρες μας τόνιζαν καί τονίζουν ὡς κέντρο τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς ζωῆς τήν ᾽Ενορία: ἐκεῖ πού συνάζεται ὁ πιστός λαός γιά νά φάει καί νά πιεῖ τό σῶμα καί τό αἶμα τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.
3. ῾Η ἀλήθεια αὐτή ὅμως κατανοεῖται καί μέ τήν εἰδική ἐκκλησιαστική ἔννοια, ὅτι δηλαδή ὁ κάθε πιστός ὡς πρόσωπο συνιστᾶ κι αὐτός ναό τοῦ Θεοῦ. Διότι ἀκριβῶς ἀποτελεῖ μέλος τοῦ σώματος. ῾Μέλη Χριστοῦ ἐσμεν καί ἀλλήλων μέλη᾽. Συνεπῶς οἱ πιστοί καί ὡς ὅλον καί ὡς μέρος βιώνουν τήν χαρισματική αὐτήν πραγματικότητα νά εἶναι ναός τοῦ Θεοῦ, κάτι ἀσφαλῶς πού δέν ἀποτελεῖ ἀντίφαση, ἀλλά τήν πιό λογική συνέπεια: τό μέρος, τό μέλος ζεῖ ἐπί προσωπικοῦ ἐπιπέδου ὅ,τι ζεῖ καί τό σῶμα ὡς ὅλον. Πού σημαίνει: ἀκόμη καί στήν μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση καί ἀπομόνωση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας ὑφίσταται τό ἐκκλησιαστικό στοιχεῖο, τό μαζί μέ τούς ἄλλους. Ποτέ γιά παράδειγμα τό ῾Πάτερ ἡμῶν᾽ δέν πρόκειται νά εἰπωθεῖ ῾Πάτερ μου᾽. ῾Ο χριστιανός ἔτσι ἄν εἶναι ὀρθόδοξος φέρει μέσα του λόγω τῆς σχέσης του μέ τόν Χριστό καί ὅλους τούς ὑπόλοιπους πιστούς, εἴτε ἐνεργείᾳ εἴτε δυνάμει. Ὁ κάθε ὀρθόδοξος εἶναι (καί διαρκῶς γίνεται) ὁ κατεξοχήν παγκόσμιος ἄνθρωπος.
4. Τό γεγονός ὅτι ὁ κάθε πιστός εἶναι κι αὐτός ναός τοῦ Θεοῦ ὡς προέκταση τῆς ᾽Εκκλησίας τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος καί πέραν τοῦ συγκεκριμένου ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος. Εἶναι ἀπό τά πιό σημαντικά χωρία αὐτό πού κηρύσσει ὁ ἀπόστολος πάλι μέ τόν ἴδιο ἐπιτατικό ἐρωτηματικό τρόπο: ῾Οὐκ οἴδατε ὅτι τό σῶμα ὑμῶν ναός τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν καί οὔκ ἐστε ἑαυτῶν; Δοξάσατε οὖν τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ᾽.  Ἡ ἴδια ἡ ψυχοσωματική ὕπαρξη τοῦ πιστοῦ ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἀνήκει σ᾽ ᾽Εκεῖνον τόν ῾Οποῖο ἐνδύθηκε διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί ἀπό τόν ῾Οποῖο τρέφεται γιά νά ζήσει. ῾῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. Καί ῾ἐάν μή φάγητε τό σῶμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε Αὐτοῦ τό αἷμα οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς᾽.
 Ἡ αὐτοσυνειδησία τοῦ πιστοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας ὡς ναοῦ τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καί ἐπί σωματικοῦ ἐπιπέδου, τόν κάνει νά βιώνει τήν ἱερότητα μέσα στήν ὁποία βρίσκεται καί τόν στρέφει στόν ἐσωτερικό του κόσμο, ἐκεῖ ὅπου ῾ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐστι᾽. ᾽Ιδιαιτέρως ἡ καρδιά του ἀντιμετωπίζεται σάν τήν ἁγία Τράπεζα ἑνός Ναοῦ: ἐκεῖ ἵσταται ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου καί μέ τήν βοήθεια τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ ἀναπέμπει τίς ἱκετευτικές καί δοξολογικές κραυγές του πρός τόν Κύριο τῆς δόξης, κράζοντας ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽. Μέ ἄλλα λόγια ὁ πιστός ἔχοντας ἐπίγνωση ὅτι ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς του εἶναι ὁ Κύριος καί ἡ βασιλεία τήν ὁποία ἔφερε ἀρνεῖται τήν διαρκή διάχυση τοῦ νοῦ του στά ἐξωτερικά πράγματα διά τῶν αἰσθήσεων καί μαζεύεται στό κέντρο καί τόν πυρήνα τῆς ὕπαρξής του: τήν καρδιά, λειτουργώντας ὡς ἱερέας τοῦ Χριστοῦ. Τότε βλέπει τήν ζωντάνια τῆς πίστης καί τήν αἰσθητή παρουσία τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀρχικά περιλάμπει τά διάφορα ἐπίπεδα τῆς ψυχῆς κι ἔπειτα καί τοῦ σώματος. Οἱ ἅγιοί μας, κατεξοχήν οἱ νηπτικοί Πατέρες μας παλαιότεροι καί νεώτεροι  ἔχουν ἀφήσει ὑπέροχα κείμενα τῆς πραγματικότητας αὐτῆς, ἡ ὁποία προσανατολίζει κι ἐμᾶς τούς ἀπείρους καί ἀρχαρίους σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ τό βάθος τῆς πίστης καί τήν αἴσθηση τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ μας.
γ. ῾῾Ο Θεός πέθανε᾽ κραύγαζε μέ τραγικό τρόπο μέσα στό ἔργο του ῾Τάδε ἔφη Ζαρατούστρα᾽ ὁ προφήτης τῆς ἀθεΐας τῆς νεώτερης ἐποχῆς Νίτσε.  Κι εἶχε δίκιο. Γιατί ὅπως ἐξηγοῦσε: ῾Πέθανε γιατί ἐμεῖς τόν σκοτώσαμε᾽. ῎Αν ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι ὁ βαπτισμένος χριστιανός, δέν θελήσει νά σταθεῖ σοβαρά ἀπέναντι στόν Κύριο καί Θεό του, μέ μαθηματική ἀκρίβεια σιγά σιγά θά στραφεῖ ὁλοκληρωτικά πρός τόν αἰσθητό μόνο κόσμο ἀγόμενος καί φερόμενος ἀπό τά πάθη του καί τόν πονηρό διάβολο, διαγράφοντας καί ῾φονεύοντας᾽ τόν Θεό του μέ ἀποτέλεσμα καί τόν ῾φόνο᾽ τῶν συνανθρώπων του! ᾽Αλλά ὁ Θεός βεβαίως μπορεῖ νά φονεύεται μέσα στόν ἄνθρωπο, ἀλλά δέν πεθαίνει! Καί τήν ζωντάνια τῆς παρουσίας Του μπορεῖ νά τήν δεῖ καί νά τήν βιώσει καθένας πού θά θελήσει νά ζήσει ὀρθά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Τότε θά ἀνοιχτοῦν τά μάτια του καί θά δεῖ τόν ζωντανό Χριστό μαζί μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους μέσα στά ὅρια τῆς δικῆς του ὕπαρξης, γιατί θά τοῦ δοθεῖ ἡ χάρη νά λειτουργεῖ ὡς ἱερέας στήν δική του ἁγία Τράπεζα: τήν καρδιά του, συμψάλλοντας μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους καί ὅλους τούς ἁγίους. Στό χέρι μας εἶναι νά μήν εἴμαστε ὀρφανοί. Στό χέρι μας εἶναι νά ἔχουμε καί Θεό καί ἀνθρώπους. 
 παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Αυγούστου, 2013


Βλέπων δε (ο Πέτρος) τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη, και αρξάμενος καταποντίζεσθαι έκραξε λέγων: Κύριε, σώσον με᾽  
(Ματθ. 14, 30)
Ένα εξαιρετικά θαυμαστό γεγονός μάς περιγράφει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, το οποίο κάνει τους μαθητές του Κυρίου να μείνουν έκθαμβοι για μία ακόμη φορά μπροστά στη θεϊκή ενέργεια του Διδασκάλου τους. Ο Κύριος έχει διαλύσει τα πλήθη που Τον ακολουθούσαν, έχει στείλει τους μαθητές Του με πλοιάριο, παρ᾽ όλη τη θαλασσοταραχή, στην απέναντι όχθη από εκεί που βρίσκονταν, έχει αποσυρθεί σε πολύωρη προσευχή στο όρος, και ξαφνικά εμφανίζεται  ξημερώματα στους ταλαιπωρημένους από την ταραγμένη θάλασσα μαθητές Του, περπατώντας πάνω στα κύματα. Η αντίδραση των μαθητών ήταν εντελώς φυσική: τρόμαξαν και αμφισβήτησαν την πραγματική παρουσία Του. Κι ο Πέτρος, προκειμένου να πειστεί ότι όντως είναι ο Κύριος, ζητά από Αυτόν να έρθει κοντά Του, με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο που και Εκείνος βρισκόταν εκεί: να περπατήσει δηλαδή πάνω στα κύματα, κάτι που γίνεται. Μα στην πορεία ο Πέτρος κλονίζεται και αρχίζει να καταποντίζεται. Στον πανικό του κραυγάζει προς τον Κύριο να τον σώσει, κι ο Κύριος βεβαίως ανταποκρίνεται αμέσως, ελέγχοντας όμως τον μαθητή του για την ολιγοπιστία του.
1. Ο Πέτρος βιώνει διπλή αντιθετική εμπειρία. Τη μία στιγμή μετέχει στο θάμβος του θαύματος: να περπατά πάνω στα κύματα· αμέσως μετά βιώνει την αγωνία του θανάτου: καταποντίζεται μέσα σ᾽ αυτά. Ζει κάτι που θα το ζήσει και αργότερα, όταν τη μία στιγμή θα ομολογεί με φωτισμό του Θεού ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος (῾σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος᾽), και την άλλη στιγμή θα δέχεται τον αυστηρότατο έλεγχο του Ίδιου ότι αποτελεί σκάνδαλο για Εκείνον, διότι ῾φρονεῖ τά τῶν ἀνθρώπων καί οὐ τά τοῦ Θεοῦ᾽. Αιτία για την εναλλαγή αυτή είναι η αστάθεια της πίστεώς του  πρός τον Χριστό, που τον κάνει να κυμαίνεται μεταξύ πίστεως και ολιγοπιστίας: στην πρώτη περίπτωση – να περπατά πάνω στα κύματα – διαπιστώνουμε την πίστη του στα λόγια και την παρουσία του Κυρίου, στην άλλη – τον καταποντισμό – διαπιστώνουμε την ολιγοπιστία του ή και την απιστία του ακόμη σ᾽ Εκείνον. Αλλά το έχουμε εξηγήσει και άλλοτε: δεν έχει έλθει ακόμη η Πεντηκοστή, ώστε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος να παγιωθεί αυτός και οι άλλοι μαθητές στη χαρισματική κατάσταση της αληθινής χριστιανικής πίστεως.
2. Φυσιολογικά, θα έπρεπε ο απόστολος Πέτρος να συνεχίσει την επί των υδάτων πορεία του όχι μόνο διότι τον κάλεσε ο Χριστός, σαν μία υπακοή επομένως  στον λόγο Του, αλλά και διότι πρίν από κάποιο διάστημα ο ίδιος και οι άλλοι μαθητές σε πλοιάριο πάλι ευρισκόμενοι, μαζί με τον Κύριο όμως, όταν κινδύνευσαν από τη θαλασσοταραχή και απευθύνθηκαν έντρομοι σ᾽ Εκείνον που φαινόταν να κοιμάται, είδαν, μέσα σε θάμβος πάλι, τον Διδάσκαλό τους να διατάσσει τον άνεμο και τα κύματα να γαληνέψουν. Κι έγινε αμέσως γαλήνη μεγάλη, ώστε διερωτώντο ποιος ήταν τελικώς Αυτός τον Οποίο ακολουθούσαν.
3. Τι ήταν εκείνο που προκάλεσε αυτήν τη μετάπτωση από την πίστη στην ολιγοπιστία; Η ευαγγελική διήγηση με πολλή ενάργεια μας δίνει την απάντηση: ο Πέτρος, όσο ήταν στραμμένος προς τον Χριστό, όσο  ατένιζε Εκείνον που τον καλούσε, μπορούσε και περπατούσε σαν σε ξηρά: σταθερά και με αυτοπεποίθηση. Μόλις όμως η προσοχή του μετατοπίζεται από τον Χριστό στη φουρτουνιασμένη από τον ισχυρό άνεμο θάλασσα, συνειδητοποιεί τη μη λογική κατάσταση και η όποια πίστη του κλονίζεται και χάνεται. Ο καταποντισμός του λοιπόν είναι γεγονός. Έτσι διαπιστώνει κανείς πολύ καθαρά ότι η προσήλωση στον Χριστό, η ενατένιση του προσώπου Του, όταν είναι ανταπόκριση στην κλήση Του, συνιστά το γεγονός της πίστεως, το οποίο οδηγεί στην υπέρβαση των όποιων προβλημάτων του ανθρώπου, κι ακόμη: στην υπέρβαση των λογικών στηριγμάτων της εμπειρίας του, η οποία (εμπειρία) αρνείται, όπως στο υπόψη γεγονός, την αποδοχή του ύδατος ως ξηράς. Με άλλα λόγια, όταν ο άνθρωπος καταλαμβάνεται από το πρόσωπο του Χριστού, όταν Τον κάνει κέντρο της ύπαρξής του, εκεί βιώνει καταστάσεις πάνω από το θεωρούμενο φυσιολογικό. ῾Πιστεύεις ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;᾽, είναι η ερώτηση την οποία θέτει ο Κύριος, κάθε φορά που πρόκειται να επιτελέσει ένα θαυμαστό γεγονός.
Από την άλλη, όταν ο άνθρωπος χάσει την επαφή αυτή με τον Χριστό, όταν καταληφθεί από άλλα στοιχεία, απειλητικά για την ύπαρξή του, σαν τον Πέτρο με τα τεράστια κύματα, μοιάζει να ῾παγώνει᾽ από τον φόβο του και να βιώνει, όπως είπαμε, την αγωνία του θανάτου. ‘Ισως μπορεί κανείς να θυμηθεί εν προκειμένω το περιστατικό από την Παλαιά Διαθήκη με τη γυναίκα του Λωτ που ῾πέτρωσε᾽ κι έγινε ῾στήλη άλατος᾽: κι η γυναίκα αυτή χάνει την επαφή της με τον Θεό, διότι δείχνει ανυπακοή στο θέλημά Του, και η προσοχή της, στην περίπτωση εκείνη από περιέργεια, στρέφεται προς τη μαινόμενη φύση: τη βροχή από θειάφι. Και ῾πετρώνει᾽. Καταποντίζεται.
4. Η περίπτωση του Πέτρου λειτουργεί τυπολογικά: ξέρουμε πια οι πιστοί ότι κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη ζωή μας – και ποιος είναι εκείνος που θα ισχυριστεί ότι δεν έχει προβλήματα, προερχόμενα είτε από το περιβάλλον του είτε από τον εαυτό του με τα πάθη του είτε από τον ίδιο τον διάβολο; – η λύση είναι όχι η εμμονή μας στο πρόβλημα, αλλά η εν πίστει στροφή μας προς τον Χριστό. Το ῾Κύριε, σῶσόν με᾽ ή αλλιώς ῾Κύριε, ᾽Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾽ πρέπει να αποτελεί την αδιάκοπη κραυγή μας, τη συνεχή προσευχή μας. Το θέμα δηλαδή είναι να μη χάνουμε την επαφή μας με Εκείνον. Όταν ο λόγος του Θεού και οι άγιοί μας στη συνέχεια μιλούν για την ῾κόλλησιν᾽ που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στον Θεό, και μάλιστα στο πρόσωπο του Χριστού – ῾ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δέ ἀντελάβετο ἡ  δεξιά Σου᾽ σημειώνει ο ψαλμωδός για παράδειγμα –  δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιλούν για τη σωτηρία που ο άνθρωπος ζει με τον τρόπο αυτό. Η ῾κόλλησις᾽ αυτή είναι ακριβώς η αδιάκοπη, όπως είπαμε, ενατένιση του προσώπου του Χριστού.  ῾Τι κάνεις εδώ;᾽ ρώτησε μια  φορά ένας ιερέας κάποιον γέροντα, που καθημερινά ερχόταν στον ναό και καθόταν ώρες απέναντι στην εικόνα του Χριστού στο τέμπλο. ῾Τον βλέπω και με βλέπει, κι αυτό μου φτάνει᾽ απάντησε δακρυσμένος ο γέροντας.
Να βλέπω τον Χριστό που με βλέπει πάντοτε με το πλήρες αγάπης βλέμμα Του, αυτό συνιστά τη σωτηρία μας. Να θυμόμαστε όμως εξίσου ότι κατεξοχήν τον Κύριον Τον ῾βλέπουμε᾽, όταν είμαστε προσηλωμένοι και προσκολλημένοι στίς άγιες έντολές Του. Ο Ίδιος βεβαίωσε ότι εκεί βρίσκεται κρυμμένος και δι᾽ αυτών φανερώνεται μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Είναι μία πραγματικότητα, η οποία μας προκαλεί να ῾πειραματιστούμε᾽ πάνω της προκειμένου να την επιβεβαιώσουμε.
παπα Γιώργης Δορμπαράκης 

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Απόδοση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Αυγούστου, 2013

Παναγία η Εικοσιφοίνισσα
Αιτία και αφορμή πανηγύρεως ιεράς η σημερινή ημέρα, η αφιερωμένη στο πρόσωπο της Κυρίας Θεοτόκου, καθώς εορτάζουμε την απόδοση της εορτής της Κοιμήσεώς της, της Μητέρας του Κυρίου μας και Μητέρας όλων των ανθρώπων, της Παναγίας, με τα χίλια ονόματα και τις χιλιάδες αρετές. Θυμόμαστε ένα θάνατο, αλλά ταυτόχρονα είναι λαμπροφόρος η ημέρα και όχι πενθηφόρος. Στη μορφή της Θεοτόκου συναντούμε θαυμαστά και παράδοξα: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι εν σοι, Παρθένε άχραντε… Η μετά τόκον Παρθένος και μετά θάνατον ζώσα». Όπως ο ήλιος ο ολόλαμπρος και πάμφωτος δύει για λίγο για ν’ ανατείλει και πάλι και να σκορπίσει το φως, έτσι και η Θεοτόκος, η πηγή του αληθινού φωτός, για μικρό χρονικό διάστημα καλύπτεται από τον θάνατο, για να ακτινοβολήσει και πάλι το φως της προστασίας και της διαρκούς μεσιτείας προς τον Υιό της και Θεό της. 
Οι εορτές της Εκκλησίας. αποτελούν αληθινό δώρημα. Αφορμή για να εκφράσουμε δοξολογία προς τον Άγιο Τριαδικό Θεό. Και οι θεομητορικές εορτές αποτελούν αφορμή για να φανερώσουμε την τιμή και την ευγνωμοσύνη μας προς το πρόσωπο της Υπεράγνου Θεοτόκου. Ενώνουμε τις προσευχές μας, τα προσωπικά μας αιτήματα με τη γλυκύτατη υμνολογία της λατρείας μας, μια θαυμαστή ενότητα που ως θυμίαμα εύοσμον ανεβαίνει προς τον ουρανό. Η Εκκλησία μας διδάσκει, μας παιδαγωγεί, μας χειραγωγεί εις Χριστόν. 
Μας καλεί να μιμηθούμε το τιμώμενο πρόσωπο. Μας καλεί σήμερα να καθρεφτίσουμε την ψυχή μας στη μορφή της Θεοτόκου, να συγκρίνουμε και να τολμήσουμε την αυτοκριτική μας, να αφήσουμε την αγιότητα της Παναγίας να μας συνεπάρει, να μας συνεγείρει σε αγώνες πνευματικούς. 
Καθώς όμως προσεγγίζουμε τη ζωή και την αρετή της Θεοτόκου Μαρίας, το πρόβλημα που προκύπτει φαίνεται αβίαστα. Πώς να χωρέσεις τον ωκεανό σε ένα κουτάλι;Πώς να μετρήσεις και να αναφέρεις όλα εκείνα τα συστατικά στοιχεία της προσωπικότητός της; Τι να πρωτοθυμηθείς; 
Να μιλήσεις για την καθαρότητα του βίου της, την αγνότητα και απλότητα του χαρακτήρα της; Στολισμένη μόνο με αρετές, η αγνή Κόρη της άσημης Ναζαρέτ προσέλκυσε σαν μαγνήτης τη χάρη του Θεού, που «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάρη». Αυτή η καθαρότητα της Κεχαριτωμένης Μαρίας την κάμει «ευλογημένη εν γυναιξί», καθώς είναι εκείνη που θα συλλάβει εκ Πνεύματος Αγίου και θα γεννήσει τον Σωτήρα του κόσμου, γενόμενη έτσι πολύτιμη βοηθός και συνεργάτης του Θεού στο προαιώνιο σχέδιο Του για τη σωτηρία των ανθρώπων, που -χάρις στην Θεοτόκο- φθάνει ο καιρός για να λάβει το σχέδιο αυτό ιστορικές συντεταγμένες. Αυτή την καθαρότητα μας προτείνει και σήμερα η Υπεραγία Θεοτόκος, στους σύγχρονους καιρούς μας, που φαίνεται να περισσεύει το σκοτάδι και η παγωνιά στον κόσμο μας. Εκείνη μας προτείνει τον παραλογισμό της τιμιότητος, την τρέλα της δικαιοσύνης και της αξιοκρατίας, την ασυμβίβαστη πορεία της χριστιανικής μας ταυτότητας σε μια εποχή που απαξιώνει την ανθρωπιά και τη σύνεση. 
Να μιλήσεις για την ταπείνωσή της, η οποία την συνοδεύει εφ’ όρου ζωής; Ο Κύριος επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού. Αυτή η ταπείνωση φανερώνεται μεταξύ των άλλων και στον απόλυτα διακριτικό τρόπο με τον οποίο αποσύρεται από το προσκήνιο και στέκεται μέσα στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών του Κυρίου, παραγγέλλοντας όχι μόνο μία φορά αλλά διαρκώς προς τους άλλους: «ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε». Πόσο πρέπει να καθίσουμε στα θρανία της Εκκλησίας, να διδαχθούμε το δύσκολο μάθημα της ταπεινοφροσύνης και όχι της ταπεινοσχημίας, ιδιαίτερα εμείς οι άνθρωποι της Εκκλησίας αλλά και όλοι μας, καθώς ζούμε σε μια εποχή που αποθεώνει τον άνθρωπο, τις διαθέσεις και τις επιθυμίες του, με ένα σύστημα που υπάρχει μόνο για να ικανοποιεί όλες τις επιθυμίες του ανθρώπου, οδηγώντας μας, από μικρά παιδιά, στην αναίρεση της κοινωνίας με τον αδελφό και τη θεοποίηση του «εγώ» μας! 
Να μιλήσεις για την αγάπη της στο λόγο του Θεού; Η ιερά παράδοσή μας μιλά για την αγάπη της Θεοτόκου προς τις Γραφές ως την ουράνια τροφή της ψυχή της, αποκτώντας ακόμη περισσότερη σοφία και σύνεση καθώς μελετούσε -στο ναό αλλά και στην οικία της- τα κατορθώματα των ανθρώπων της πίστεως, που αναφέρονται στις Γραφές. Όμως εμείς προσπαθούμε και βρίσκουμε χίλιες δυο δικαιολογίες ότι δεν προλαβαίνουμε να μελετήσουμε τον λόγο του Θεού, για να μπορέσουμε να διαγνώσουμε το θέλημα του Θεού στη ζωή μας, καθώς τόσες πολλές έγνοιες καλύπτουν την καθημερινότητά μας, σκοτούρες και υποχρεώσεις, ενώ τον ελεύθερο χρόνο μας κυριολεκτικά τον σκοτώνουμε αντί να τον αξιοποιούμε. 
Να μιλήσεις για την απόλυτη υπακοή της στο θέλημα του Θεού, όταν -τη στιγμή του Ευαγγελισμού- δέχεται να τεθεί στην υπηρεσία του θείου σχεδίου, αδιαφορώντας για το ρίσκο που η απόφασή της αυτή μπορεί να έχει, ομολογώντας απερίφραστα «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»; Όμως πόσες φορές εμείς, στην προσωπική μας περιπέτεια, επαναλαμβάνουμε αυτά τα λόγια, πόσο συχνά λέμε στον Θεό «γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου», καθώς δεν επιθυμούμε να γίνει το θέλημα του Θεού αλλά μάλλον το θέλημα το δικό μας. Ο ίδιος ο Κύριος μας δίδαξε να ζητούμε στο Πάτερ ημών: «Γεννηθήτω το θέλημά Σου», όμως στην πραγματικότητα πόσες φορές δεν θα θέλαμε όλοι μας να αλλάξουμε την Κυριακή προσευχή και να πούμε «Γεννηθήτω το θέλημά μου», γιατί δεν έχουμε δυστυχώς εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, τόση όση και η Υπεραγία Θεοτόκος. 
Να μιλήσεις για τη γενναιότητα και την καρτερία της, όταν κάτω από το Σταυρό στο Γολγοθά νιώθει την προφητεία του δικαίου Συμεών να εκπληρώνεται καθώς ρομφαία οδυνηρή διαπερνά την καρδιά της; Την ώρα αυτή, κάτω από τον Σταυρό του Υιού της και Θεού μας, αναδεικνύεται βασίλισσα του πόνου, καθώς συμμετέχει στο πάθος του Κυρίου Ιησού. Γι’ αυτό και είναι εκείνη που πρόθυμα πάντοτε τρέχει να σπογγίσει τον ιδρώτα και τα δάκρυα του πονεμένου, του θλιμένου, του δυστυχισμένου, του πενθούντος, ή εκείνου που νοιώθει τραγικά αποτυχημένος και μας διδάσκει τον τρόπο -την καρτερία, τη γενναιότητα και την προσευχή- όπου οφείλουμε και εμείς να αντιμετωπίζουμε τις θύελλες της ζωής, όσο δυνατές και αν είναι, κλυδωνίζοντας το σκάφος της ζωής μας και απειλώντας μας πολλές φορές να βυθιστούμε στα κύματα. 
Τι να πρωτοθυμηθείς; Πώς να ξεχωρίσεις εκείνο ή το άλλο από τη μορφή της Θεοτόκου και να παραλείψεις τα υπόλοιπα; Όλη η προσωπικότητα της θα είναι πάντοτε για τους χριστιανούς ο δρόμος προς την αγιότητα, ο πολικός αστέρας που θα μας κατευθύνει προς τον Ζωοδότη Χριστό, ο πλέον ολοκληρωμένος τρόπος ζωής που όλοι επιθυμούμε. 

Αρχιμ.Συμεών Βενετσιάνος
Πηγή: www.inagiounikolaoutouneou.gr
 http://www.orthmad.gr

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Θα γίνεις νονός / νονά;

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Αυγούστου, 2013

Συγχαρητήρια! Πήρες μια πολύ όμορφη απόφαση! Και είναι τόσο όμορφη, γιατί έχεις να προσφέρεις κάτι πολύτιμο στη ζωή ενός καινούργιου ανθρώπου, καθώς θα μεγαλώνει. Ξέρεις, έχεις ένα σπουδαίο ρόλο στη ζωή του βαφτισιμιού σου, μια σπουδαία αποστολή. Γι’ αυτήν ακριβώς την αποστολή η Εκκλησία όρισε να συμμετέχεις στη μεγάλη στιγμή της βάφτισής του, μαζί με τους γονείς του, τον ιερέα και όλους τους φίλους και συγγενείς του. Η αποστολή αυτή σίγουρα ξέρεις ποια είναι: να εξηγήσεις στο βαφτισιμιό σου – καθώς θα μεγαλώνει – ποιος είναι ο Χριστός, να φέρεις τα βήματά του στην εκκλησία, να του μάθεις να προσεύχεται, να του χαρίσεις τον πολύτιμο θησαυρό της Ορθόδοξης Πίστης, στην οποία εντάχθηκε. Με χαρά για τη συμμετοχή σου σ’ αυτή τη σπουδαία πορεία ζωής, θα ’θελα να μοιραστώ μαζί σου μερικά κομμάτια αυτού του θησαυρού: το πολύτιμο μαργαριτάρι (το Χριστό) και μερικά ανεκτίμητα κομμάτια από το χρυσάφι της Ορθοδοξίας.

1 Ο Θεός των χριστιανών είναι Ένας, αλλά δεν είναι Μόνος. Είναι μια τριάδα Αιώνιων και Παντοδύναμων θεϊκών Οντοτήτων, που τις ονομάζουμε «Πατέρα», «Υιό» και «Άγιο Πνεύμα». Αυτά τα ονόματα τα δίδαξε ο Χριστός, όταν ήρθε στη Γη, και είπε για τον εαυτό Του πως είναι το ένα από τα τρία αυτά μεγάλα πνεύματα, ο Υιός. Τα τρία αυτά Πνεύματα είναι πάντα ενωμένα μεταξύ Τους με την ουσία του Πατέρα (Αυτός έδωσε και δίνει ζωή στα άλλα δύο, μεταδίδοντάς τους την ουσία Του, δηλαδή το άγνωστο και άυλο βασικό στοιχείο που τα κάνει να υπάρχουν) και με την απίστευτη και άπειρη αγάπη που έχουν μεταξύ Τους. Γι’ αυτό, δε λέμε ότι πιστεύουμε σε τρεις Θεούς, αλλά σε Ένα Θεό, που είναι τριαδικός: στην Αγία Τριάδα. Αυτός ο Τριαδικός Θεός υπάρχει πριν από τη δημιουργία του χώρου και του χρόνου, γι’ αυτό και λέμε ότι υπάρχει «πάντα». Πώς ακριβώς αντιλαμβάνεται Εκείνος το χρόνο, είναι τελείως άγνωστο σε μας, γιατί ο Θεός δεν είναι άνθρωπος, ούτε ον του δικού μας σύμπαντος – είναι ο Δημιουργός του δικού μας σύμπαντος, καθώς και οποιουδήποτε άλλου υπαρκτού σύμπαντος (π.χ. του κόσμου όπου ζουν οι άγγελοι), Αυτός που έθεσε τους φυσικούς νόμους και ξεκίνησε τη ζωή των πλασμάτων, αλλά και τα προστατεύει, ώστε να συνεχίζουν να υπάρχουν.

Τον ακριβή τρόπο, με τον οποίο ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν και ξεκίνησε το φαινόμενο της ζωής, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η ζωή στη Γη και κατέληξε στην ύπαρξη του ανθρώπου, τον ανακαλύπτει η επιστήμη. Η Αγία Γραφή μιλάει κυρίως για τη σχέση του Θεού με τον κόσμο και τον άνθρωπο κι όχι για τον τρόπο της δημιουργίας τους, κι ό,τι λέει, όταν διηγείται τη δημιουργία, είναι λίγο και συμβολικό. Αυτό το είπαν ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ. οι μεγάλοι άγιοι που εξήγησαν την Παλαιά Διαθήκη, όπως ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, δυο από τους μεγαλύτερους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας όλων των εποχών.

2 Πίσω από τη διήγηση της Αγίας Γραφής, που περιέχει και πολλούς συμβολισμούς, διακρίνουμε την ουσία: Ο Τριαδικός Θεός τον κόσμο τον δημιούργησε από αγάπη κι έβαλε τον άνθρωπο στη Γη ως ένα σύνδεσμο, για να ενωθεί με το Θεό, ζώντας μια ζωή αγάπης, κι έτσι να μεταφέρει την αγία και αγαθή ενέργεια του Θεού (τη «θεία χάρη») σε όλα τα πλάσματα του κόσμου. Όμως οι πρώτοι άνθρωποι ξεγελάστηκαν από πονηρά πνεύματα και νόμισαν πως ο Θεός δεν τους αγαπά και πως μπορούν να γίνουν θεοί, όχι ενωμένοι με το Δημιουργό τους, αλλά με τις δυνάμεις τους*. Το λάθος τους (το «προπατορικό αμάρτημα» – αμάρτημα = λάθος) είχε τρομερές συνέπειες: η αρμονία και η αγάπη, που τους συνέδεαν με το Θεό, μεταξύ τους και με τα άλλα πλάσματα του κόσμου, χάθηκαν. Το κακό και ο θάνατος μπήκαν στη ζωή τους. Ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας, όπως την ξέρουμε, είναι το τίμημα της αλαζονείας των πρώτων ανθρώπων: μια ιστορία βίας, μίσους και καταπίεσης, με μικρά διαλείμματα ελευθερίας, αγάπης και φωτός.

Όλοι οι άνθρωποι στη ζωή μας επαναλαμβάνουμε το ίδιο λάθος με τους προγόνους μας: διψάμε για δύναμη, θέλουμε να γίνουμε μικροί «θεοί». Έτσι μέσα στους αιώνες το προπατορικό αμάρτημα διαιωνίζεται.

*Εννοείται πως η διήγηση της Αγίας Γραφής για τον απαγορευμένο καρπό που έφαγαν ο Αδάμ και η Εύα είναι συμβολική. Ο καρπός συμβολίζει τη στάση των πρώτων ανθρώπων απέναντι στο Θεό και τον εαυτό τους, που θα ήταν ή γεμάτη αγάπη ή γεμάτη εγωισμό. Επίσης, η Αγ. Γραφή δε λέει ότι ο καρπός ήταν «μήλο»· αυτό είναι ένας μύθος που γεννήθηκε από παρερμηνεία. Τον ονομάζει «δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού», δηλαδή της γνώσης είτε του καλού είτε του κακού, ανάλογα με το τι θα διάλεγαν οι πρώτοι άνθρωποι. 

3 Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, ο Υιός, έγινε άνθρωπος – ο Ιησούς Χριστός – και δίδαξε στους ανθρώπους το δρόμο, με τον οποίο μπορούν να επιστρέψουν στο Θεό και να ενωθούν με Αυτόν.

Για την ακρίβεια, ο Χριστός δίδαξε ότι Εκείνος (ο ίδιος ο Χριστός) είναι ο δρόμος που οδηγεί στο Θεό και κάλεσε τους ανθρώπους να ενωθούν μ’ Αυτόν (με το Χριστό), που είναι πάντα ενωμένος με το Θεό Πατέρα, κι έτσι και οι άνθρωποι θα γίνουν ενωμένοι με τον Τριαδικό Θεό. Αυτή η ένωση του ανθρώπου με το Θεό – που γίνεται μέσω του Αγίου Πνεύματος – είναι αυτό που οι γιαγιάδες μας λένε «παράδεισο» και δεν τελειώνει με το θάνατο, αλλά συνεχίζεται στην αιώνια ζωή.

Όποιος προχωρήσει πολύ στο δρόμο που δίδαξε ο Χριστός, περνάει σε μια κατάσταση, που την ονομάζουμε «θέωση», ενώνεται δηλαδή πάρα πολύ με το Θεό, γι’ αυτό αποχτά ακόμα και τη δύναμη να κάνει θαύματα. Οι άνθρωποι που το έκαναν αυτό είναι οι άγιοι. Επειδή οι άγιοι μένουν ενωμένοι με το Θεό όχι μόνο σ’ αυτή τη ζωή, αλλά και μετά το θάνατό τους, γι’ αυτό και προσευχόμαστε σ’ αυτούς και πολλές φορές ένας άγιος, που έχει «κοιμηθεί» πριν από πολλά ή λίγα χρόνια, βοηθάει με μια παρέμβασή του τους ζωντανούς.

Το να γίνουμε κι εμείς άγιοι, αυτό θα ήταν το τέλειο και αυτό ακριβώς θα ήθελε ο Θεός για μας. Αλλά, αν βάλουμε ένα τέτοιο στόχο, μπορεί να κάνουμε ένα λάθος: να θέλουμε ν’ αποχτήσουμε τη δύναμη να κάνουμε θαύματα, κι αυτό κατά βάθος είναι λίγο (ή πολύ!) εγωιστικό. Ένας ρεαλιστικός στόχος για μας, και για το βαφτισιμιό σου, αλλά και για την οικογένειά του και για κάθε άνθρωπο, είναι να μάθουμε ν’ αγαπάμε όλο τον κόσμο, όπως δίδαξε ο Χριστός. Κανείς δε φτάνει κοντά Του, ούτε ενώνεται μ’ Αυτόν, αν δεν περάσει απ’ αυτό το στάδιο: να αγαπήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, όλους τους ανθρώπους, συγχωρώντας ακόμα και τους εχθρούς του. Αυτός είναι ένας στόχος πολύ πιο όμορφος από το να γίνουμε πλούσιοι και καταξιωμένοι στην κοινωνία, έτσι δεν είναι;

4 Τι είπε ο Χριστός για το δρόμο, που οδηγεί σ’ Αυτόν, δηλ. το δρόμο που οδηγεί στον «παράδεισο»; Είπε πάρα πολλά και σημαντικά. Ξεχωρίζουμε πολύ λίγα: «Αγαπάτε τους εχθρούς σας, κάντε καλό σ’ αυτούς που σας κάνουν κακό, ευλογείτε αυτούς που σας καταριούνται, προσεύχεστε για εκείνους που σας βλάπτουν, δανείζετε εκεί που δεν ελπίζετε να τα πάρετε πίσω. Αν αγαπάτε μόνο αυτούς που σας αγαπούν ή δανείζετε μόνο εκεί που ελπίζετε σε κέρδος, σε τι διαφέρετε από τους αμαρτωλούς; Το ίδιο κάνουν κι αυτοί. Εσείς όμως να είστε τέλειοι, όπως ο ουράνιος Πατέρας σας» (δες Ματθ. 5, 43-48. Λουκ. 6, 27-49). «Αν δε γίνεται σαν μικρά παιδιά, δε μπορείτε να μπείτε στη βασιλεία των ουρανών» (δες Ματθ. 18, 1-6).

Είπε επίσης: «Αν κάποιος δε γεννηθεί από νερό και Άγιο Πνεύμα, δε μπορεί να μπει στη βασιλεία των ουρανών» (Ιωάνν. κεφ. 3· εννοεί το βάπτισμα). «Όποιος φάει τη σάρκα μου και πιει το αίμα μου, βρίσκεται μέσα μου κι εγώ μέσα του. Αν όμως δε φάτε τη σάρκα και δεν πιείτε το αίμα του υιού του ανθρώπου, δεν έχετε ζωή μέσα σας» (δες Ιωάνν. 6, 48-59· ενν. τη θεία κοινωνία – «υιό του ανθρώπου» ο Ιησούς ονόμαζε τον εαυτό του, από ένα όραμα του προφήτη Δανιήλ στην Παλαιά Διαθήκη, κεφ. 7).

«Αν συγχωρήσετε τις αμαρτίες κάποιων, θα συγχωρεθούν· αν τις διατηρήσετε, θα παραμείνουν» (Ιωάνν. 21, 23· δες και Ματθ. 18, 18: είναι η εξουσία στους μαθητές Του να συγχωρούν αμαρτίες με το μυστήριο της εξομολόγησης – αυτή την εξουσία οι απόστολοι τη μετέδωσαν στους πρώτους επισκόπους κι έτσι από γενιά σε γενιά έφτασε στους σημερινούς ορθόδοξους ιερείς. Οι αμαρτίες που θα «διατηρηθούν» είναι εκείνες, για τις οποίες ο άνθρωπος δεν έχει μετανιώσει, άρα δε ζητάει συγχώρεση απ’ το Θεό).

Είπε επίσης: «Σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Πολλούς από σας θα μαστιγώσουν και θα σκοτώσουν και θα σας σύρουν μπροστά σε βασιλείς και ηγεμόνες. Όμως μη φοβάστε εκείνους που σκοτώνουν το σώμα, αλλά δε μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή», «δε θα χαθεί ούτε μια τρίχα από το κεφάλι σας» (δες Ματθ. 10, 16-36. Λουκ. 21, 12-19).

Τέλος, είπε: «Θα έρθει ώρα που οι νεκροί μέσα στους τάφους θ’ ακούσουν τη φωνή του υιού του Θεού και θ’ αναστηθούν» (δες Ιωάνν. 5, 24-30).

5 Ο Χριστός δε μίλησε μόνο στον καθένα ξεχωριστά, αλλά ίδρυσε την Εκκλησία.

Εκκλησία ονομάζεται το σύνολο των χριστιανών. Εκκλησία δεν είναι το κτήριο, όπου λατρεύουμε το Θεό. Αυτό ονομάζεται «ναός». Επειδή όμως η Εκκλησία (δηλ. οι χριστιανοί) συγκεντρώνεται στο ναό, κατέληξε ο ναός να ονομάζεται κι αυτός «εκκλησία».

Όταν λοιπόν λέω «πάω στην εκκλησία», εννοώ «πάω να συναντήσω τους άλλους». Κι επειδή, όπως είπαμε, τους συναντάω στο ναό, γι’ αυτό κατέληξε να λέω «εκκλησία» και να εννοώ το ναό. Οι χριστιανοί λατρεύουμε το Θεό στην εκκλησία (στο ναό), όχι γιατί ο Θεός βρίσκεται «μόνο εκεί», αλλά γιατί εκεί συναντιόμαστε μεταξύ μας, ώστε όλοι μαζί, ενωμένοι με αγάπη και κατανόηση, σαν ένας, να προχωρήσουμε προς το Θεό. Και σ’ αυτή τη συνάντηση δε συμμετέχουμε μόνο εμείς, αλλά και οι ψυχές που βρίσκονται στον ουρανό, και οι άγιοι, η Παναγία, οι άγγελοι, και φυσικά ο ίδιος ο Χριστός. Όλοι είναι παρόντες σε κάθε λειτουργία. Γι’ αυτό, το να πάω στην εκκλησία είναι πράξη μεγάλης αγάπης: συναντάω τους συνανθρώπους μου (τους αδελφούς μου) και όλα τα ιερά πρόσωπα από γη και ουρανό. Είναι μια μεγάλη συνάντηση αγάπης.

Επειδή όμως δεν πάνε όλοι γεμάτοι αγάπη στην εκκλησία, αλλά εκεί θα βρω και ανθρώπους που δεν έχουν τόσο μεγάλη αγάπη ή ίσως έχουν μεγάλη κακία, γι’ αυτό είναι ακόμα πιο απαραίτητο να πηγαίνω στη λειτουργία! Ο λόγος; Ο Χριστός είπε πως, αν δε συγχωρήσω τους εχθρούς μου, δεν είμαι δικός Του φίλος. Με το να σταθώ λοιπόν δίπλα στους «κακούς ανθρώπους» που θα συναντήσω στην εκκλησία, σιγά σιγά θα μάθω να τους συγχωρώ, να τους αγαπώ, κι ακόμη να προσευχηθώ γι’ αυτούς, για να τους συγχωρέσει ο Θεός και να τους σώσει.

Αν δεν παλέψω μέσα μου να μάθω ν’ αγαπώ ακριβώς αυτούς τους ανθρώπους που πιστεύω πως «δεν αξίζουν» αγάπη, τότε άδικα πάω στην εκκλησία: δε θεωρώ το Χριστό φίλο μου και δεν είμαι καθόλου άξιος να με θεωρεί Εκείνος φίλο Του, μαθητή Του και πιστό σύντροφό Του. Θέλω λοιπόν ακόμα δουλειά – κι αυτή η δουλειά γίνεται μέσα στην καρδιά μου και γίνεται ακριβώς μέσα στην εκκλησία.

Βέβαια, κι έξω από την εκκλησία, αν έχω αγάπη, θα φέρομαι με αγάπη στους άλλους και θα τους βοηθώ όπως μπορώ. Όχι μόνο μ’ ένα πιάτο φαΐ, αλλά και μ’ ένα χαμόγελο, καθώς με την προσευχή μου στο Θεό γι’ αυτούς.

6 Από την εποχή του Χριστού μέχρι σήμερα, χιλιάδες άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, βάδισαν αυτό το δρόμο και ενώθηκαν με το Θεό. Είναι οι άγιοι. Οι άγιοι είναι άνθρωποι από κάθε κοινωνική τάξη και επάγγελμα – πλούσιοι και φτωχοί, ελεύθεροι και δούλοι, παπάδες και λαϊκοί, μοναχοί και οικογενειάρχες, μητέρες και πατέρες, γιατροί και έμποροι, δάσκαλοι και μαθητές, βασιλιάδες και ζητιάνοι – που αγάπησαν το Χριστό και τον πλησίον περισσότερο απ’ τον εαυτό τους. Αυτή η αγάπη έγινε το κέντρο της ύπαρξής τους. Είτε έγιναν μοναχοί ή ιερείς, είτε άσκησαν κάποιο επάγγελμα, είτε μεγάλωσαν τα παιδιά τους με πίστη κι αγάπη, είτε έδωσαν τη ζωή τους για την πίστη τους, πάντως κάπως πρόσφεραν τον εαυτό τους, αφού αγωνίστηκαν πολύ να νικήσουν τα πάθη τους (τα αρνητικά στοιχεία του εαυτού τους), ζητώντας γι’ αυτό τη βοήθεια του Χριστού, κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του και βαδίζοντας το δρόμο που δίδαξε Εκείνος και οι μεγάλοι χριστιανοί Διδάσκαλοι: προσευχήθηκαν, εξομολογήθηκαν, αγάπησαν, πόνεσαν, προσφέρθηκαν. Δεν περίμεναν αντάλλαγμα, αλλά το αντάλλαγμα ήρθε από το χέρι του Θεού. Όχι μόνο μετά το θάνατο, αλλά πολλές φορές και ενώ ακόμη ζούσαν: το θείο Φως μεταμόρφωσε την ύπαρξή τους σ’ αυτό που ο Θεός προσκαλεί κάθε άνθρωπο να γίνει, αν θέλει.

Πολλοί άγιοι μετανόησαν από φοβερά εγκλήματα – η μετάνοιά τους ήταν τόσο μεγάλη, γεμάτη ποταμούς δακρύων, που «ράγισε η καρδιά τους», μπήκε μέσα απ’ αυτή τη ρωγμή η θεία χάρη και τους μεταμόρφωσε.

Άγιοι βέβαια υπάρχουν και σήμερα. Από τον άγιο Νεκτάριο († 1920) ώς το Γέροντα Παΐσιο († 1994), εκατοντάδες άγιοι έχουν αναδειχθεί τον 20ό αιώνα σε όλους τους ορθόδοξους λαούς – χωρίς να υπολογίσουμε και τους σύγχρονους μάρτυρες από θρησκευτικούς ή αθεϊστικούς διωγμούς, που ξεπερνούν το εκατομμύριο*.

Ελάχιστοι από τους σύγχρονους αγίους – που έζησαν «δίπλα μας» μια ζωή αγάπης και πίστης, ξεπερνώντας τη δική μας μέτρια ζωή – είναι ο άγ. Αρσένιος ο Καππαδόκης († 1924), ο άγ. Σάββας της Καλύμνου († 1948), η αόμματη αγία Ματρώνα της Μόσχας († 1952), ο άγ. Γεώργιος Καρσλίδης (Δράμα, † 1959), ο άγ. Ευθύμιος Τακαϊσβίλι (Γεωργία, † 1951, καθηγητής του πανεπιστημίου της Τυφλίδας), ο άγ. Λουκάς ο Ιατρός (Ουκρανία, † 1961 – καθηγητής πανεπιστημίου και πατέρας τεσσάρων παιδιών, αλλά και ιερέας και αργότερα επίσκοπος, μετά την κοίμηση της συζύγου του), ο άγ. Ιωάννης Μαξίμοβιτς (ΗΠΑ, † 1966), ο άγ. Άνθιμος της Χίου († 1960), ο Χανιώτης άγ. Νικηφόρος ο Λεπρός (Λεπροκομείο Αθηνών, † 1964), η αγία Σοφία της Καστοριάς († 1974), ο άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς (Σερβία, † 1979), ο άγ. νεομάρτυρας Φιλούμενος (Άγιοι Τόποι, † 1979) κ.π.ά. Σ’ αυτούς πρέπει να προσθέσουμε τους μεγάλους σύγχρονους αγίους Γέροντες της Ορθοδοξίας, που έχουν κοιμηθεί πρόσφατα και δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί επίσημα ως άγιοι, όπως οι Γέροντες Πορφύριος († 1991), Παΐσιος († 1994), Ιάκωβος της Εύβοιας († 1991), Σωφρόνιος τους Έσσεξ (Αγγλία, † 1993), Κλεόπας της Ρουμανίας († 1998), οι Ρεθεμνιώτες Γέροντες Ιωακείμ του Κουδουμά († 1948), Γεννάδιος († 1983), Ευμένιος των Ρουστίκων († 2005) κ.π.ά.**

* Όπως στη Ρωσία, τη Σερβία, τη Ρουμανία, την Αλβανία κ.α., όπου έχουμε χιλιάδες ορθόδοξους κάθε ηλικίας και φύλου, που βασανίστηκαν και θανατώθηκαν για το Χριστό κατά τον 20ό αιώνα και έγιναν άγιοι, όπως οι μάρτυρες των ρωμαϊκών χρόνων και της Τουρκοκρατίας.

** «Γέροντας» στη γλώσσα της Ορθοδοξίας θα πει πνευματικός διδάσκαλος και οδηγός, ανεξάρτητα από την ηλικία του. Γι’ αυτό στην παραδοσιακή Κρήτη τους ιερείς τους λέμε «γέροντες», ακόμη κι αν είναι νέοι.

Εμείς ας μη γίνουμε άγιοι και πρωταθλητές του ουρανού, ας μη φτάσουμε στη θέωση… Ας κάνουμε όμως μερικά βήματα προς το Χριστό, μερικά βήματα στο δρόμο που οι άγιοι βάδισαν πάρα πολύ.

Ας γίνουμε «μικροί άγιοι», τέτοιοι που γύρω μας υπάρχουν αρκετοί, άνθρωποι καθημερινοί, γεμάτοι πίστη κι αγάπη, που συγχωρούν, προσφέρουν, θυσιάζονται για τον πλησίον, αλλά και προσεύχονται, νηστεύουν, εξομολογούνται και μεταλαβαίνουν, όπως οι παλιοί και σοφοί πατέρες μας. Πολλές φορές τους περιφρονούμε και τους χαρακτηρίζουμε καθυστερημένους ή και υποκριτές, για να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας που ζούμε μια ζωή χωρίς το Χριστό.

Όμως ας τους δούμε χωρίς εγωισμό (θα είναι δύσκολο στην αρχή, γιατί ο εγωισμός είναι βαθιά ριζωμένος μέσα μας και κρύβεται σαν παράσιτο) κι ας διδαχτούμε απ’ αυτούς. Ας παλέψουμε για να μάθουμε ν’ αγαπάμε και να συγχωρούμε τους άλλους, όποιοι κι αν είναι, ό,τι κι αν μας κάνουν. Ας μάθουμε ν’ αγαπάμε το Χριστό και τον πλησίον περισσότερο απ’ τον εαυτό μας. Αυτό σημαίνει πως είμαστε χριστιανοί. Δε θα το καταφέρουμε, βέβαια, ποτέ μόνοι μας. Η Εκκλησία μάς περιμένει, με τα άγια μυστήρια και όλη την πνευματική ζωή που περιέχει, για να μας δείξει το δρόμο και να μας δώσει δύναμη, τη δύναμη του Χριστού.

7 Το να ζει κάποιος πνευματικά και χριστιανικά, δε σημαίνει πως θα κλειστεί σε μοναστήρι ή πως θ’ ασχολείται συνέχεια με τη θρησκεία και το Θεό. Κι αυτά ακόμη είναι ένα είδος πρόσκλησης του Χριστού, για κείνους που μπορούν ν’ αντέξουν μια τέτοια δύσκολη (αν και φωτεινή) ζωή. Ζήσε όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά συγχρόνως ζήσε χριστιανικά. Η Ορθοδοξία είναι ένας πολύτιμος θησαυρός, που, όταν τον αντιληφθείς, θα μεταμορφώσει φωτεινά κάθε πτυχή της ζωής σου. Έτσι, ενώ θα ζεις όπως όλοι, όμως δε θα ζεις με κακία κι εγωισμό, αλλά με ειρήνη και αγάπη. Φυσικά, χρειάζεται αγώνας για ν’ αποκτηθεί αυτή η ειρήνη και η αγάπη, αν είναι η ειρήνη και η αγάπη του Χριστού κι όχι μια ψεύτικη ειρήνη και αγάπη που απλά σου δίνει ηρεμία, αλλά σε αφήνει όπως είσαι και δε σε ενώνει μαζί Του.

Εμείς οι ορθόδοξοι χριστιανοί, οι μαθητές του Χριστού και των αγίων, αυτό τον αγώνα τον θέλουμε. Κάνουμε το σταυρό μας και αγωνιζόμαστε, με ήττες και λάθη, αλλά πάντα προχωράμε, δίπλα στο συνάνθρωπο, μέσα στην εκκλησία, συνδεδεμένοι με το Χριστό, που είναι η Ζωή και το Φως. Ζωή και Φως που δίνουν χαρά εδώ και τώρα, χαρά που συνεχίζεται στην αιωνιότητα.

Αυτό είναι το κάλεσμα της Εκκλησίας και για σένα και για το βαφτιστήρι σου, αυτό είναι το κάλεσμα που έχεις αποστολή να του μεταδώσεις και να τους εξηγήσεις, γι’ αυτό είσαι νονός ή νονά.

Κι αν οι παπάδες σε απογοητεύουν, υπάρχουν και πολύ καλοί και άξιοι παπάδες, που βοηθούν με όλες τους τις δυνάμεις τον κόσμο να πλησιάσει το Χριστό. Αν στην ενορία σου δε βλέπεις τέτοιον παπά, σίγουρα θα βρεις στη διπλανή ενορία ή στην «παραδιπλανή». Όπως ψάχνεις ένα καλό γιατρό ή ακόμη κι έναν καλό τεχνίτη, έτσι θα ψάξεις για τον καλό παπά, αν φυσικά θέλεις το δρόμο του Χριστού, που οδηγεί στην ένωση με Αυτόν και με τον Τριαδικό Θεό, στην αγιότητα και στον παράδεισο.

Και το δρόμο αυτόν, όσο τον βαδίζεις, κάνεις καλύτερη και τη ζωή των δικών σου, κι ένας από τους δικούς σου – πολύ δικός σου – είναι κι ο βαφτισιμιός σου.

Να σου ζήσει, λοιπόν, νονέ! Να σου ζήσει, νονά! Κι ο Χριστός να τον αξιώσει, κι αυτόν κι εσένα, να βαδίσει το δρόμο που ξεκίνησε βγαίνοντας από την κολυμπήθρα. Θα τον βοηθήσεις κι εσύ, θα σας βοηθήσει όλους και θα μας βοηθήσει όλους ο ίδιος ο Χριστός, ο μεγάλος μας Φίλος, ο τελικός μας προορισμός.

Θ.Ι.Ρηγινιώτης 

http://www.imra.gr/portal/index.php?id=112,474,0,0,1,0

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »