kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ'

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ 10ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Νοεμβρίου 2018

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

10ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Την Παρασκευή 2 Νοεμβρίου και το Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018 στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών πραγματοποιήθηκε το 10οΠανελλήνιο Συνέδριο της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, το οποίο εστίασε το ενδιαφέρον του στο ζήτημα της εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού και της επίδρασής της στην ορθόδοξη χριστιανική παιδεία.

Η επιλογή του θέματος προέκυψε ως βασικό εκκλησιαστικό, επιστημονικό, εκπαιδευτικό και κοινωνικό ερώτημα αλλά και ως πρόβλημα που δημιούργησαν οι εξελίξεις με την εισαγωγή στο ελληνικό σχολείο Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΣ) για το Μάθημα των Θρησκευτικών(ΜτΘ) με πολυθρησκειακό χαρακτήρα, που απομακρύνει τους μαθητές του ελληνικού σχολείου και ειδικά των ορθοδόξων χριστιανών από την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και τους εμπλέκει με την εκκοσμίκευση και τις πνευματικές της επιδράσεις.

Στο Συνέδριο διαπιστώθηκε ότι τα νέα ΠΣ αποτελούν κομμάτι μιας εκκοσμικευμένης θεολογίας και ενός αποεκκλησιαστικοποιημένου εκπαιδευτικού προσανατολισμού.

Στο Συνέδριο συμμετείχαν με εισηγήσεις τους Αρχιερείς, Ιερείς, Μοναχοί, Καθηγητές Πανεπιστημίου, Εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι εισηγήσεις διακρίθηκαν για την επιστημονική και θεολογική τους ακρίβεια, εγκυρότητα και αξιοπιστία.

Στο Συνέδριο εξετάστηκε, πολύπτυχα, το πρόβλημα και τα αίτια της εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού, η σχέση της με την παιδεία και η ανάγκη παρέμβασης τόσο της Διοικούσας Εκκλησίας όσο και όλων των αρμοδίων φορέων, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η θρησκευτική σύγχυση και ο θρησκευτικός σχετικισμός, που προκύπτει από τα ως άνω μη χριστιανικά πλέον ΠΣ καθώς και ο κίνδυνος επικράτησης στις ψυχές των ορθοδόξων μαθητών του θρησκευτικού συγκρητισμού και του θρησκευτικού σχετικισμού.

Στο Συνέδριο, επίσης, διαπιστώθηκε ότι ανατράπηκε ο ορθόδοξος προσανατολισμός του σχολείου στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα την εκκοσμίκευση και την αλλοτρίωση. Η απάντηση, ωστόσο, είναι -και πρέπει να είναι- η επιστροφή στη γνήσια ορθόδοξη εκκλησιαστική προοπτική τόσο της πολιτικής όσο και της εκπαιδευτικής πραγματικότητας της χώρας.

Τα νέα ΠΣ του ΜτΘ στο ελληνικό σχολείο οδηγούν σε συγκρητισμό μέσω της διομολογιακής και της διαθρησκειακής δομής και του ανάλογου διδακτικού σκοπού και περιεχομένου τους, ενώ, επιπλέον, ενυπάρχουν θεολογικά λάθη, που οδηγούν, έτι περαιτέρω, σε γνωσιακή σύγχυση τους μαθητές που παρακολουθούν το ΜτΘ, ώστε να φθάνουν οι ίδιοι στο σημείο να μην αναγνωρίζουν τα Θρησκευτικά ως Θρησκευτικά. Τα δεδομένα αυτά αποδείχθηκαν και επιβεβαιώθηκαν από επιστημονικά τεκμηριωμένες κριτικές.

Στα νέα Προγράμματα παρατηρούνται μεταξύ άλλων:

α)  Ωραιοποίηση των άλλων θρησκειών έναντι του Χριστιανισμού.

β) Ταυτόχρονη παράθεση και άκριτη ανάμειξη χριστιανικών θεολογικών θέσεων με αντίστοιχες θέσεις θρησκειών, με αποτέλεσμα τη σύγχυση και τον θρησκευτικό κλονισμό των μαθητών.

γ) Απουσία βασικών δομικών και συστατικών της ορθόδοξης διδασκαλίας.

δ) Μονομέρεια ως προς τα κείμενα θεολόγων, που επιλέχθηκαν ως διδακτικό υλικό.

Η τάση της εκθεμελίωσης των ορθόδοξων δομών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας δεν είναι τυχαία, αλλά σκόπιμη και είναι πλέον ορατό και με όσα συντελούνται και προτείνονται γύρω από το θέμα της αναθεώρησης του ελληνικού Συντάγματος ότι επιδιώκεται η θρησκευτική ανατροπή και η κοινωνική αποδόμηση, με μεθοδεύσεις που επιβουλεύονται το ελληνικό και διεθνές δίκαιο και την εκκλησιαστική ευσέβεια.

Στο Συνέδριο, ακόμη, διαφάνηκε, μέσα από τη διαχρονική εξέταση του θέματος της εκκοσμίκευσης, ότι τα προβλήματα των πολιτικών – κρατικών επεμβάσεων στα θρησκευτικά ζητήματα αντιμετωπίστηκαν διαχρονικάμε την ενεργοποίηση του συνοδικού συστήματος, την ισχυροποίηση του οργανισμού της Εκκλησίας και τη στήριξή της επί της πατερικής γραμματείας και της εφαρμογής των ιερών κανόνων.

Τονίστηκε, επίσης, η σχέση της θρησκειοποιημένης εκκοσμίκευσης με την παραχάραξη και αλλοίωση του περιεχομένου του ΜτΘ, μια αλλοίωση που, αφενός, αντίκειται στον θεολογικό λόγο της Εκκλησίας και στην ιστορία της ορθόδοξης παράδοσης και, αφετέρου, έχει ως συνέπεια τη χειραγώγηση της επιστήμης της θεολογίας, δημιουργώντας ένα προπαγανδιστικό πλαίσιο ενός θρησκευτικού παραπολιτισμού.

Τα νοθευμένα ΠΣ του ΜτΘ οδηγούν τον νέο άνθρωπο σε συσχηματισμό με τον αιώνα τούτο, δηλ. στην εκκοσμίκευση, που τον θέλει αγόμενο και φερόμενο από πρόσκαιρες σκοπιμότητες, ενώ, αντιθέτως, η ορθόδοξη παιδεία τον βοηθά να μεταμορφώνεται, και να ανακαινίζει τον νου του, ώστε να διακρίνει ποιο είναι το θέλημα του Θεού. Η πορεία αυτή είναι για τον άνθρωπο ισόβια, γι΄ αυτό και κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Χριστιανό για στατικότητα και άρνηση προόδου.

Στο Συνέδριο αναδείχθηκε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για τον άνθρωπο από την τιμή να έχει τον Χριστό μέσα του, αναζητώντας διαρκώς τη επενέργεια της χάρης Του στη ζωή του.

Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν στο Συνέδριο με την παρουσίαση έγκυρων και αξιόπιστων επιστημονικών και παιδαγωγικών πορισμάτων δύο επιστημονικών ερευνών.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της πρώτης επιστημονικής έρευνας, που αφορά στις θέσεις των εκπαιδευτικών για το ΜτΘ:

Οι εκπαιδευτικοί (Α΄θμιας και Β΄θμιας) αναιρούν τα κύρια επιχειρήματα των συντακτών του νέου Προγράμματος του μαθήματος καθώς θεωρούν ότι: α) Το ορθόδοξο ΜτΘ δεν τίθεται αρνητικά προς τον «θρησκευτικά άλλον» ούτε ενέχει κατηχητικό και προσηλυτιστικό χαρακτήρα. β) Η ταυτόχρονη διδασκαλία του Χριστιανισμού με τις γνωστές θρησκείες δημιουργεί θρησκευτική γνωσιακή σύγχυση. γ) Τα νέα ΠΣ του ΜτΘ καταργούν τον ορθόδοξο προσανατολισμό. δ) Είναι ασαφές το τι θα αποκομίσουν οι μαθητές, ως θρησκευτική γνώση, μετά την πρακτική εφαρμογή των στοιχείων του νέου ΠΣ του ΜτΘ. ε) Το ΜτΘ είναι ανάγκη να έχει ορθόδοξο χριστιανικό προσανατολισμό για τους ορθόδοξους μαθητές.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της δεύτερης επιστημονικής έρευνας, που αφορά στις απόψεις γονέων για τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο τουΜτΘ:

Αποδεικνύεται ότι οι γονείς αποδέχονται την αξία της ορθόδοξης παράδοσης, ως οντολογικό συστατικό του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Η στάση τους απέναντι στην ορθόδοξη πίστη και την Εκκλησία είναι θετική. Η ορθόδοξη σχολική χριστιανική αγωγή και κατ΄ επέκταση η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, ως η πίστη της πλειονότητας του ελληνικού λαού, φαίνεται να μην έχει απολέσει την πολιτισμική και κοινωνική της αξία.

http://www.petheol.gr/nea/porismata10oupanellenioutheologikousynedrioutespanelleniouenoseostheologon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

10o Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο της ΠΕΘ: Η Εκκοσμίκευση του Χριστιανισμού και η επίδρασή της στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παιδεία

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Οκτωβρίου 2018

Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων

10o Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο 

Η Εκκοσμίκευση του Χριστιανισμού και η Επίδρασή της στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παιδεία 

Παρασκευή – Σάββατο, 2 και 3 Νοεμβρίου 2018

Έναρξη: Παρασκευή 17.00

Πολεμικό Μουσείο Αθηνών

Είσοδος Ελεύθερη – Θα χορηγηθεί Bεβαίωση Παρακολούθησης

Πρόγραμμα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

17.00-17.30 Προσέλευση συνέδρων – Εγγραφές

17.30-18.30 Χαιρετισμοί – Έναρξη

ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Κ. ΜΑΛΑΦΑΝΤΗΣ – Σ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ – Δ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ

18.30-18.50 Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ:

«Τα θεολογικά ρεύματα στην Ελλάδα σήμερα»

18.50-19.10 Μητροπολίτης Μάνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: «Δια μίαν παιδείαν Ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως»

19.10-19.30 Η. ΡΕΡΑΚΗΣ, Καθηγητής: «Το πρόβλημα του σχετικισμού στη διδασκαλία του Χριστιανισμού: Το παράδειγμα του μαθήματος των Θρησκευτικών»

19.30-19.50 Αρχιμανδρίτης π. Α. ΤΣΟΛΑΚΗΣ: «Αλλοτριωτικά σύνδρομα της νεωτερικότητας στην κοινωνία και την εκπαίδευση»

19.50-20.00 Ε. ΒΑΣΣΑΛΟΥ, Θεολόγος «Στην πορεία της Εκκοσμίκευσης τα νέα ΠΣ στα Θρησκευτικά»

20.00-20.10 Π. ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ, Θεολόγος Υπ. Διδάκτωρ: «Η αγωγή και οι αγωγοί της ελληνορθόδοξης παιδείας στην εποχή της νεωτερικότητας»

20.10-20.40 Συζήτηση

ΣΑΒΒΑΤΟ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

Α’ ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Β. ΓΑΪΤΑΝΗΣ – Φ. ΜΑΛΑΙΝΟΣ – I. ΠΑΠΑΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

09.30-09.50 Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου ΣΤΕΦΑΝΟΣ: «Η εκκοσμίκευση των Χριστιανών μέσα σε ένα κόσμο χωρίς την αγάπη των ανθρώπων».

09.50-10.10 Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Καθηγητής: «Εκκλησία και εκκοσμίκευση κατά την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο»

10.10-10.30 Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Καθηγητής: «Η απαλλοτρίωση του απροϋποθέτου και ο ολοκληρωτισμός της εκκοσμίκευσης»

10.30-10.40 Μ. ΡΑΝΤΖΟΥ, Επικ. Καθηγήτρια: «Παρουσίαση αποτελεσμάτων εμπειρικής έρευνας της ΠΕΘ για τις Στάσεις και αντιλήψεις θεολόγων καθηγητών και δασκάλων για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά»

10.40-10.50 Β. ΜΑΤΙΑΚΗ, Υπ. Διδάκτωρ: «Θέσεις γονέων και κηδεμόνων για την ορθόδοξη χριστιανική αγωγή»

10.50-11.00 Μ. ΡΑΝΤΖΟΥ – Β. ΜΑΤΙΑΚΗ: «Παρουσίαση του ηλεκτρονικού περιοδικού της ΠΕΘ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

11.00-11.30 Συζήτηση

11.30-12.00 Διάλειμμα

Β’ ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Θ. ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ – Ε. ΧΩΜΑΤΑΣ – Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

12.00-12.20 Μητροπολίτης Πειραιώς και Φαλήρου ΣΕΡΑΦΕΙΜ: «Η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας»

12.20-12.40 Ι. ΚΟΥΡΕΜΠΕΛΕΣ, Καθηγητής: «Tό ἦθος τῆς ἐπιστήμης και ἡ ἀπεκοσμίκευση τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν»

12.40-12.50 Β. ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗΣ, Θεολόγος τ. Λυκειάρχης: «Η αποορθοδοξοποίηση της παιδείας»

12.50-13.00 Π. ΓΚΟΥΡΒΕΛΟΣ, Θεολόγος, Mr Θεολογίας: «Το πνεύμα της εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού στα νέα βιβλία των Θρησκευτικών»

13.00-13.10 Ι. ΜΠΕΪΝΑΣ, Θεολόγος: «Η μονομέρεια της ύλης των νέων Θρησκευτικών»

13.10-13.20 Κ. ΤΟΓΙΑ, Θεολόγος: «Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός και η επίδρασή του στην εκκοσμίκευση της χριστιανικής παιδείας στην Ελλάδα»

13.20-14.00 Συζήτηση

14.00-14.30 Διάλειμμα

Α’ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Ι. ΦΥΚΑΡΗΣ – Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – Ν. ΜΕΡΤΖΑΚΗΣ

17.30-17.50 Αρχιμανδρίτης π. ΛΟΥΚΑΣ: «Η παιδεία της εκκλησιαστικής εμπειρίας και η παιδεία του κόσμου τούτου»

17.50-18.10 Α. ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Λογοτέχνης: «Το παράδειγμα του ήθους των Πατέρων της Θηβαϊδος και η κατάλυση του κοσμικού πνεύματος»

18.10-18.30 Ε. ΔΑΦΝΗ, Καθηγήτρια «Το πρόβλημα της πρακτικής αθεΐας στο βιβλίο της Σοφίας Σολομώντος»

18.30-18.40 Σ. ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Θεολογίας: «Ορθόδοξη Χριστιανική ή διαθρησκειακή πνευματικότητα; Η οριοθέτηση του περιεχομένου του ΜτΘ από το ΣτΕ»

18.40-19.10 Συζήτηση

19.10-19.40 Διάλειμμα

Β’ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ (ΚΑΤΑΛΗΚΤΗΡΙΑ) ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Ε. ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥΔΗΣ – Π. ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ – Π. ΣΤΑΜΑΚΟΥ

19.40-20.00 Γ. ΠΑΥΛΟΣ, Καθηγητής: «Η θέση της ορθόδοξης θεολογίας στην παιδεία σήμερα»

20.00-20.20 Κ. ΝΙΑΡΧΟΣ, Ομότ. Καθηγητής: «Το είναι και το φαίνεσθαι: Η οντολογία του προσώπου και η εκκοσμίκευση του προσωπείου»

20.20-20.30 Ε. ΠΟΝΗΡΟΣ, Συντονιστής εκπαιδευτικού έργου κλάδου ΠΕ01: «Ορθόδοξη Παιδεία και συσχηματισμός τῷ αἰῶνι τούτῳ»

20.30-20.40 Λ. ΜΠΡΑΝΓΚ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, Δρ Θεολογίας: «Εκκοσμίκευση της πολιτικής και Ορθόδοξη Παράδοση»

20.40-21.10 Συζήτηση – Πορίσματα – Προτάσεις – Λήξη Συνεδρίου

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΣΗΓΗΤΩΝ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΠΕΤΡΟΣ, Καθηγητής Φιλοσοφίας της Παιδείας, Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Κρήτης, •ΒΑΣΣΑΛΟΥ ΕΛΕΝΗ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, • ΓΚΟΥΡΒΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, Mr Θεολογίας, • ΔΑΦΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, Αναπλ. Καθηγήτρια Παλαιάς Διαθήκης- Μετάφρασης των Εβδομήκοντα, Τμήμα Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ., • Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ, • ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Λογοτέχνης, • ΚΟΥΡΕΜΠΕΛΕΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ., • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΟΓΙΑ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός Mr Ανθρωπιστικών Σπουδών, • Αρχιμανδρίτης π. ΛΟΥΚΑΣ, Ιερομόναχος Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, • ΜΑΤΙΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Θεολόγος, υπ. Διδάκτωρ

Θεολογίας, • ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΣ, Δικηγόρος, Δρ Θεολογίας, • ΜΠΡΑΝΓΚ ΛΕΩΝ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, Δρ Θεολογίας, • ΝΙΑΡΧΟΣ ΚΩΝΣΤΑ- ΝΤΙΝΟΣ, Ομότ. Καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας Ε.Κ.Π.Α., • ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Καθηγητής Φυσικής Πολυτεχνικής Σχολής Δ.Π.Θ., • ΠΟΝΗΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου ΠΕ01, Δρ Θεολογίας, •ΡΑΝΤΖΟΥ ΜΑΡΙΑ, Επίκ. Καθηγήτρια Κατηχητικής και Χριστιανικής Παιδαγωγικής, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ., • ΡΕΡΑΚΗΣ ΗΡΑΚΛΗΣ, Καθηγητής Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής, Τμήμα Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ., • Μητροπολίτης Πειραιώς και Φαλήρου ΣΕΡΑΦΕΙΜ, • ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, τ. Λυκειάρχης, • Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου ΣΤΕΦΑΝΟΣ, • ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, •Αρχιμανδρίτης π. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ, Θεολόγος – Φιλόλογος, μέλος της Αδελφότητας Θεολόγων «Ο Σωτήρ», • ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Τμήμα Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ., • Μητροπολίτης Μάνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΠΕΤΡΟΣ, Καθηγητής, Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Κρήτης, • ΒΑΝΤΣΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, Αναπλ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., ΓΑΪΤΑΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής, Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΔΑΦΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, Αναπλ. Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΙΝΤΖΕΣΙΛΟΓΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ομότ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, Ομότ. Καθηγητής, Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. • ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥΔΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, Αναπλ. Καθηγητής, Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΚΟΓΚΟΥΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Ομότ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΚΟΥΚΟΥΣΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΚΟΥΡΕΜΠΕΛΕΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΜΑΛΑΦΑΝΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Καθηγητής, Σχολής Επιστημών της Αγωγής Ε.Κ.Π.Α., • ΜΠΑΚΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Επίκ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., ΜΠΟΖΙΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Επίκ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής, Α.Π.Θ., • ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ομότ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΝΙΑΡΧΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Ομότ. Καθηγητής, Φιλοσοφικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., ΠΑΠΑΡΝΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής Δ.Π.Θ., • ΡΑΝΤΖΟΥ ΜΑΡΙΑ, Επίκ. Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΡΕΡΑΚΗΣ ΗΡΑΚΛΗΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής Σχολής Επιστημών Αγωγής Πανεπιστημίου Κρήτης, • ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Επίκ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΤΣΙΤΣΙΓΚΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, Αναπλ. Kαθηγητής Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΦΥΚΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Επίκ. Καθηγητής, Π.Τ.Δ.Ε., Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, • ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Θεολόγος, • ΚΑΛΟΤΑΤΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Θεολόγος, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια • ΛΙΟΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, Νομικός, Mr Νομικής, • ΜΑΤΙΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Θεολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, • ΠΑΚΛΑΤΖΟΓΛΟΥ ΣΟΦΙΑ, Θεολόγος – Κοινωνιολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, • ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΖΗΝΟΒΙΑ, Θεολόγος, Mr Θεολογίας, • ΠΑΥΛΗ ΧΑΪΔΩ, Θεολόγος, • ΣΙΣΚΟΥ ΓΙΟΛΑΝΤΑ, Ε.ΔΙ.Π. Α.Π.Θ., • ΤΑΚΟΛΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, Θεολόγος, • ΤΑΛΑΜΠΙΡΗ ΓΕΝΟΒΕΦΑ, Δασκάλα, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια, • ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Θεολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, • ΤΣΕΝΤΟΓΛΟΥ ΕΥΑ, Θεολόγος, • ΤΣΙΓΓΕΛΗΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ, Θεολόγος, Mr Θεολογίας, • ΦΛΟΥΔΑ ΦΩΤΕΙΝΗ, Θεολόγος, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια, • ΨΑΛΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, Θεολόγος

http://www.petheol.gr/nea/10opanelleniotheologikosynedriotespetheekkosmikeusetouchristianismoukaieepidrasetesstenorthodoxechristianikepaideia

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστημονική Ημερίδα της ΠΕΘ στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα: «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά: Νέα δεδομένα – προοπτικές»

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου 2018

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων διοργανώνει την Κυριακή 10 Ιουνίου 2018 και ώρα 18:00 στην Ακαδημία Αθηνών, Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά: Νέα δεδομένα – προοπτικές».

http://www.petheol.gr/nea/programma-prosklesetesepistemonikesemeridastespethmethemaoiapophaseistousymboulioutesepikrateiasgiatathreskeutikaneadedomenaprooptikes

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αληθινή παιδεία

Συγγραφέας: kantonopou στις 30 Δεκεμβρίου 2017

Η αληθινή παιδεία

Πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας για την Παιδεία. Ιδιωτικά Παν/μια, αξιολόγηση, αυτοδιοίκηση, οικονομική ενίσχυση, άσυλο, προγράμματα σπουδών των Παν/μίων…

Η «αγωνία» όλων των πολιτικών παρατάξεων, των ακαδημαϊκών δασκάλων, των φοιτητικών συλλόγων και όλων των «ενδιαφερομένων» πλευρών μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, είναι εμφανής. Όλοι «πάσχουν» για την παρεχόμενη εκπαίδευση, αλλά όχι για την παιδεία. Όλοι έχουν «δίκιο» σε απόλυτο βαθμό και «πείθουν» με εύλογα ή ευλογοφανή επιχειρήματα τους τηλεθεατές. Πού βρίσκεται όμως η αλήθεια: Στη δημοκρατία. Στην αρχή της πλειοψηφίας. Κι αυτό, γιατί καμιά προσέγγιση όλων σ’ ένα κοινό πρόγραμμα. Καμιά υποχώρηση κανενός. Η αλήθεια του καθενός είναι στοιχείο αναντίρρητο.

            Χωρίς να θέλουμε να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτής της συζήτησης, σήμερα θέλουμε να επισημάνουμε μια ουσιαστική παράλειψη από  όσα λέγονται δημόσια από  όλους τους συζητητές. Να επισημάνουμε την έλλειψη λόγου για τη φύση του ανθρώπου, λόγο ανθρωπολογικό, που να αναλύει την ανθρώπινη φύση  κι έτσι να προτείνει το μοντέλο της Παιδείας με βάση αυτό το δεδομένο. Είναι λάθος να συζητάμε για την Παιδεία αγνοώντας τον κυριότερο παράγοντα, που είναι ο άνθρωπος είτε ως δάσκαλος είτε ως μαθητής ή φοιτητής.

            Άραγε είναι τυχαίο ότι οι προστάτες των Γραμμάτων στη δική μας Παράδοση είναι Τρεις Άγιοι και μάλιστα Ιεράρχες; Μια γιορτή που καθιερώθηκε τον 11ο αιώνα και θεσμοθετήθηκε το 1842 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κι όχι τυχαία. Οι Τρεις Ιεράρχες, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνδύαζαν δυο βασικά γνωρίσματα και γι’ αυτό είχαν χαρακτηρισθεί αιώνες πριν ως «οικουμενικοί διδάσκαλοι», Δάσκαλοι δηλαδή όλου του κόσμου, όλων των ανθρώπων.

            Το πρώτο γνώρισμά τους είναι η αγιότητα που διέθεταν χάρη στην πίστη του Χριστού· και το δεύτερο, η γνώση των θεμάτων του κόσμου, η κοσμική σοφία, την οποία δεν απέρριψαν στο όνομα της πίστεως, αλλά τη χρησιμοποίησαν, για να υπηρετήσουν τον άνθρωπο και την Αποκάλυψη του Θεού. Μαζί μ’ αυτά δυο γνωρίσματα είχαν αποκτήσει και μια βαθιά ανθρωπογνωσία. Γνώριζαν δηλαδή την ανθρώπινη φύση με όλες τις δυνατότητες, που αυτή έχει. Δυνατότητες προς την αρετή και το καλό, αλλά και προς το κακό. Τη ροπή, την τάση που ενυπάρχει στον άνθρωπο στο να μιμείται το κακό και τον αγώνα, που πρέπει να κάνει, για να το υπερνικήσει. Το ευμετάβολο της ανθρώπινης φύσης, και ιδιαίτερα των νέων, από τον ενθουσιασμό στην απογοήτευση, από τη χαρά στη λύπη από τα υψηλά ιδανικά στα κατώτερα ένστικτα. Κι έμαθαν αυτή την αλήθεια, γιατί αγωνίστηκαν, ασκήτεψαν κυριολεκτικά, να νικήσουν τον αμαρτωλό άνθρωπο στον εαυτό τους με τον αγώνα της πίστεως και της πνευματικής ζωής. Η αγιότητα που τους αποδίδουμε ήταν καρπός του προσωπικού τους αγώνα και της Χάριτος του Θεού. Κι έγινε αυτό πράξη, γιατί προσπάθησαν συνειδητά να ζήσουν τη ζωή του Χριστού στη ζωή τους. Όχι με λόγια, αλλά με έργα και άσκηση. Με άθληση πνευματική. Αυτό σημαίνει πως αγωνίστηκαν με την προσευχή και τη νηστεία, με την εγκράτεια και τον εσωτερικό αγώνα, με αγάπη και ταπείνωση, με θυσία και προσφορά. Βίωσαν την αρετή του Χριστού στη ζωή τους, γιατί πίστεψαν στον Χριστό και τα έδωσαν όλα σ’ Αυτόν και τελικά δια του Χριστού τα έδωσαν όλα στους αδελφούς του Χριστού, τους «ελάχιστους», στους συνανθρώπους τους.

            Αυτά τα στοιχεία τα συναντάμε «πολύ σπανίως» στους δασκάλους της οποιασδήποτε βαθμίδας. Για να υπάρξουν δάσκαλοι με αγάπη και θυσία, με ταπείνωση κι εγκράτεια, πρέπει να βρούμε δασκάλους, που να πιστεύουν στον Χριστό με όλη τους την καρδιά. Δυστυχώς εμείς φτιάχνουμε ένα δάσκαλο κομμένο-ραμμένο στα μέτρα του Γαλλικού Διαφωτισμού. Ένα δάσκαλο χωρίς Χριστό, που δεν συνδέεται με την πνευματική Παράδοση του λαού μας, τεχνοκράτη, που πιστεύει στην τεχνική του μαθήματος και που αγνοεί την ανθρώπινη φύση. Γι‘ αυτό και διδάσκει πολλά, αλλά όχι τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και έπαψε να ακούγεται η λέξη αρετή στα Σχολεία μας. Πρότυπα δεν είναι οι ενάρετοι άνθρωποι, οι Άγιοι της δικής μας Παράδοσης, αλλά οι «καλλιτέχνες» με ό,τι κάνουν στη ζωή τους. Ως επιτυχημένος άνθρωπος προβάλλεται, όποιος βγάζει πολλά χρήματα και με τον οποιοδήποτε τρόπο. Ως σημαντικό πρόσωπο στην κοινωνία θεωρείται όποιος καταφέρνει να ανελιχθεί. Ως «καλλιεργημένος», όποιος είναι αθυρόστομος και μπορεί να «εκφράζεται» ελεύθερα. Τελικά η Παιδεία έχει χαθεί από την Εκπαίδευση.

            Η οικογένεια συντηρεί τον μαθητή ή τον φοιτητή, όμως το ιδανικό ζωής το παρέχει η τηλεόραση και τα ανούσια λόγια, που δεν τρέφουν την ψυχή του νέου και δεν τον εμπνέουν να αποκτήσει αυτογνωσία και να αγωνιστεί να γίνει ολοκληρωμένος άνθρωπος με αρχές και αξίες. Ποιον να μιμηθεί ο νέος σήμερα; Η καταναλωτική νοοτροπία έχει διαβρώσει  ακόμη και την Οικογένεια και το Σχολείο. Όλα έγιναν αντικείμενα χρήσεως.

            Όσοι παραμένουν εραστές της Παιδείας, δηλαδή του ήθους, των αξιών και της  Παραδόσεως του λαού μας, εισπράττουν από τους μαθητές και τους φοιτητές τους τον χαρακτηρισμό Δάσκαλος. Κι αυτό, γιατί αναγνωρίζεται στην προσπάθειά τους ο σεβασμός στο ανθρώπινο πρόσωπο και ο αγώνας τους, ώστε οι μαθητές τους να καταξιωθούν και να ολοκληρωθούν ως άνθρωποι. Ακολουθώντας τα χνάρια των Τριών μεγάλων Δασκάλων της Εκκλησίας μας, επιμένουμε να υποστηρίζουμε μια Παιδεία «κατά Χριστόν», όπου διασώζεται το ανθρώπινο πρόσωπο και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, απέναντι στην άλλη του γυμνού ουμανιστικού ανθρώπου του Γαλλικού Διαφωτισμού.  Γράφει για το θέμα ο άγιος καθηγητής π. Ιουστίνος Πόποβιτς: «Άνευ των Αγίων δεν υπάρχουν αληθινοί δάσκαλοι και παιδαγωγοί, ούτε αληθινή παιδεία άνευ της αγιότητος. Μόνον ο Άγιος είναι αληθινός παιδαγωγός και δάσκαλος· μόνον η  αγιότης είναι αληθινόν φως. Η αληθινή παιδεία, ο αληθινός φωτισμός, δεν είναι άλλο παρά η ακτινοβολία της αγιότητος· μόνον οι Άγιοι είναι αληθώς φωτισμένοι».(Άνθρωπος και Θεάνθρωπος).

            Κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση μας οδηγεί στην εσωτερική μαρτυρία ότι ακολουθούμε τα χνάρια των μεγάλων Διδασκάλων της Εκκλησίας μας, που είναι πρότυπα για κάθε εποχή. Μάλιστα στις μέρες μας, που όλοι ψάχνουν σε  ανούσια πράγματα απαντήσεις και προτείνουν αναποτελεσματικά μέτρα, οι Τρεις Ιεράρχες με τον λόγο, τη ζωή και το παράδειγμά τους αντιπροτείνουν τη λύση και οι ίδιοι αποτελούν το αναγκαίο ζητούμενο. Χρειάζεται θάρρος και ειλικρινής διάθεση, για να βρούμε την Αλήθεια. Η Αλήθεια υπάρχει…

Απο το αρχείο του  – Στέφανου Κισσιώτης Θεολόγου

Γιάννης Κοτζάμπασης

http://euxh.gr/paidagogika/koinonia/i-alithini-paideia

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ανακοίνωση αποτελεσμάτων των αρχαιρεσιών της ΠΕΘ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Νοεμβρίου 2017

Αθήνα, 20 Νοεμβρίου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  230

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών που πραγματοποιήθηκαν την 19η Νοεμβρίου 2017 για την ανάδειξη νέου Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, είναι τα παρακάτω:

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

1. Ρεράκης Ηρακλής  285

2.Τσαγκάρης Παναγιώτης  281

3.Σπαλιώρας Κωνσταντίνος  222

4.Μπράνγκ Βάλτερ – Λέων  184

5.Ράντζου Μαρία  184

6.Κουρεμπελές Ιωάννης  177

7.Πονηρός Ευάγγελος  148

8.Φύκαρης Ιωάννης  143

9.Ματιάκη Βασιλική  138

…………………………………

10.Κομνηνού Ιωάννα  135

11.Μπεϊνάς Ιωάννης  135

12.Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος  99

13.Αβαγιάννης Σταύρος  73

14.Οικονόμου Δημήτριος  61

15.Τσούπρας Γεώργιος  60

16.Μικροπανδρεμένου Παναγιώτα  50

17.Τοκατλίδης Αντώνιος  48

18.Μερτζάνης Νικόλαος  44

19.Δεκλιώμης Ιωάννης  39

20.Παναγόπουλος Γεώργιος  38

21.Χριστοδουλάκης Φαίδων – Παναγιώτης  37

22.Χωματάς Ευθύμιος  31

23.Ξευγένης Κωνσταντίνος  30

24.Ασημακόπουλος Παναγιώτης  26

25.Μπαλάφας Ανδρέας  14

26.Γράβαλος Φώτιος  13

Για το Εποπτικό Συμβούλιο

1.Αντωνόπουλος Κωνσταντίνος  212

2.Βογιατζής Δημήτριος  188

3.Στόκος Επιφάνιος  126

………………………………….

4. Τσιγγέλης Θεοφάνης  115

5. Κομιώτης Γεώργιος  102

http://www.petheol.gr/nea/anakoinoseapotelesmatontonarchairesiontespeth

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΕΘ χαιρετίζει την πρωτοβουλία των γονέων που επιστρέφουν στα σχολεία τα αντορθόδοξα «βιβλία» των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Σεπτεμβρίου 2017

Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  95

Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) χαιρετίζει

την πρωτοβουλία των γονέων που επιστρέφουν στα σχολεία

τα  αντορθόδοξα «βιβλία» των Θρησκευτικών

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων χαιρετίζει θερμά την αυθόρμητη, θαρραλέα, ομολογιακή, αγωνιστική και ακτιβιστική πρωτοβουλία των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών γονέων και κηδεμόνων των μαθητών/τριών των σχολείων της χώρας, οι οποίοι επιστρέφουν στα σχολεία, τους «Φακέλους του μαθητή για το μάθημα των Θρησκευτικών», ζητώντας να διδαχθούν τα παιδιά τους την πίστη τους ανόθευτη χωρίς μείξεις και χυλοποιήσεις με ξένες θρησκείες.

Οι γονείς, προφανώς, αντιδρούν με αυτόν τον πρωτοφανή και επαναστατικό τρόπο στην αυταρχική και αντιδημοκρατική συμπεριφορά του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο, περιφρονώντας  επιδεικτικά τα ορθόδοξα χριστιανικά πιστεύω της συντριπτικής πλειονοψηφίας του ελληνικού λαού, προχώρησε στην έκδοση και διανομή στους μαθητές/τριες των «Φακέλων του μαθητή για το μάθημα των Θρησκευτικών», το περιεχόμενο των οποίων είναι πολυθρησκειακό και συγκρητιστικό και, συνεπώς, αντισυνταγματικό, αντιπαιδαγωγικό και αντορθόδοξο, όπως, επανειλημμένα, έχει τονιστεί από πολλούς αρμόδιους φορείς.

Η αλήθεια του θέματος είναι καθαρή και απλή: Οι ορθόδοξοι μαθητές, ανήκουν στους γονείς τους ως προσωπικότητες και όχι στο κράτος και, φυσικά, θα πρέπει να διδάσκονται την πίστη των γονέων τους, την οποία έχουν ασπασθεί με το βάπτισμα και όχι ένα συνονθύλευμα θρησκειών. Αυτό είναι παγκόσμια κατοχυρωμένο δικαίωμά τους. Η ανάμειξη των θρησκειών με την πίστη των μαθητών από την Γ΄τάξη του Δημοτικού στοχεύει στη αντικατάσταση ή υποκατάσταση της πίστεως των ορθοδόξων μαθητών με ένα ουδέτερο διαθρησκειακό ή πολυθρησκειακό ή πανθρησκειακό και εκκοσμικευμένο πνεύμα, με άλλα λόγια, στην αποχριστιανοποίησή τους.

Με βάση την ανεξιθρησκία, ο ελληνορθόδοξος μαθητής δικαιούται να διδάσκεται τη γνήσια και αληθινή και εξ Αποκαλύψεως πίστη του, που συμβάλλει, αφενός στην πνευματική προσωπική ανακαίνιση των μαθητών και, αφετέρου, στη δημιουργία πολιτών με ηθικοπνευματικές και κοινωνικές αρχές, αντίστοιχες των ηθών, των εθίμων και του εν γένει πολιτισμικού και θρησκευτικού τοπίου της ελληνικής παράδοσης. Αυτό που δικαιούται και το απολαμβάνει ο Εβραίος, ο Μουσουλμάνος και ο Ρωμαιοκαθολικός μαθητής, δηλαδή τη διδασκαλία της δικής του πίστεως, για ποιον λόγο η πολιτεία να το στερεί στον ελληνορθόδοξο μαθητή και να του επιβάλλει να διδαχθεί τα είδωλα της πολυθρησκείας;

Η ΠΕΘ καλεί τους γονείς να συνεχίσουν να δίνουν δυναμικό αγωνιστικό «παρών» για τη διατήρηση της ελληνορθόδοξης φυσιογνωμίας της παιδείας μας.

Επίσης, η ΠΕΘ, για ακόμη μία φορά, απευθύνει θερμή και ειλικρινή έκκληση στον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Κώστα Γαβρόγλου και σε όσους ακόμη εργάζονται για την με κάθε τρόπο βίαιη επιβολή των αντιχριστιανικών και αντορθόδοξων ιδεοληψιών τους στην ελληνική κοινωνία, να εγκαταλείψουν αυτή την καταστροφική – αποδομητική, αδιέξοδη πολιτική, καθώς και τη διχαστική ρητορική τους.Καλούμε τους αρχιτέκτονες αυτής της μεθόδευσης να σταματήσουν άμεσα να οργανώνουν, με τη δύναμη της εξουσίας, την πνευματική καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού, το σπουδαιότερο κομμάτι του οποίου είναι η Ορθοδοξία. Τους καλούμε να συν-εργασθούν έντιμα, με συμφιλιωτικό και δημοκρατικό πνεύμα, με όλους τους υπεύθυνους παράγοντες για την παροχή της ορθόδοξης, χριστιανικής παιδείας στα σχολεία της χώρας μας, για μια γνήσια και πραγματική ανανέωση του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

http://www.petheol.gr/nea/epethchairetizeitenprotobouliatongoneonpouepistrephounstascholeiataantorthodoxabibliatonthreskeutikon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γ. Κρίππας : Επιστημονικά αβάσιμες οι απόψεις που διατυπώνει ο Μητροπολίτης Ύδρας και Αιγίνης κ. Εφραίμ

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Ιουλίου 2017

Διαμαρτυρία του κ. Γ. Κρίππα προς την Ιερά Σύνοδο για διατύπωση απόψεων επιστημονικά αβασίμων από τον Μητροπολίτη Ύδρας

Αθήνα 9 Ιουνίου 2017

Σεβαστήν

Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος

Ενταύθα

ΘΕΜΑ: Διαμαρτυρία δια διατύπωση απόψεων επιστημονικώς αβασίμων υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης κ.κ. Εφραίμ αφορωσών προτάσεις του επί της ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών δημοσιευόμενες εις το περιοδικόν ΕΚΚΛΗΣΙΑ τεύχος Μαρτίου 2017

Μακαριώτατε

Σεβασμιώτατοι,

Λαμβάνω την τιμήν να σας αναφέρω τα κάτωθι επί του ως άνω θέματος αφού πρώτον προβώ εις τις εξής αναγκαίες διευκρινίσεις/επεξηγήσεις:

1) Οι κατωτέρω παρατηρήσεις μου αφορούν ειδικώς και μόνον τις περί ου λόγος απόψεις του Σεβασμιωτάτου αποκλειστικώς από πλευράς αυστηρώς επιστημονικής και όχι την τιμήν και τη υπόληψη του την οποίαν σέβομαι δεόντως και αυτήν και το έργον που επιτελεί.

2) Επί του μαθήματος των Θρησκευτικών (από πλευράς αυστηρώς επιστημονικής) είμαι ήδη αρμόδιος, να ομιλήσω, ως προκύπτει (μεταξύ άλλων) και εκ των εξής δεδομένων: α) Το σύγγραμμα μου υπό τον τίτλον «ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ-ΜΕΛΗ ΤΗΕ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ» (εκτάσεως 164 σελίδων) αναφερόμενο μεταξύ άλλων και εις το καθεστώς του μαθήματος των Θρησκευτικών εις τις ευρωπαϊκές χώρες με παράθεση πλήθους αλλοδαπών πηγών (υπ’ όψιν ότι ομιλώ την αγγλικήν, την γαλλικήν, την γερμανικήν και την ιταλικήν) έχει εκδοθεί από την Αποστολικήν Διακονίαν, η δε Ιερά Σύνοδος μου έχει απονείμει τον Χρυσούν Σταυρόν του Αποστόλου Παύλου, β) Η μονογραφία μου «Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΙΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΑΡ’ ΗΜΙΝ ΚΑΙ ΕΝ ΤΗ ΑΛΛΟΔΑΠΉ» έχει δημοσιευθεί εις πρώτην έκδοση το έτος 2001, εις δευτέραν έκδοση το έτος 2008 και εις τρίτην έκδοση το έτος 2012. γ) Επί του εν λόγω θέματος έχω κληθεί πολλές φορές να δώσω διαλέξεις και ομιλίες και εις την Ελλάδα και εις την Κύπρον. γ) Τις εν λόγω απόψεις μου μέχρι σήμερον ουδείς τις αντέκρουσε, ούτε απέδειξε ότι είναι επιστημονικώς αβάσιμες (πράγμα που εάν έπραττε, θα ώφειλε, να παραθέσει επιστημονικά δεδομένα εξ ίσου έγκυρα με τα ιδικά μου, τα οποία συνελέγησαν εξ επιτόπιου εξονυχιστικής ερεύνης μου εις τις πλέον έγκυρες πηγές των υπ’ όψιν ευρωπαϊκών χωρών).

3) Εν όψει των ανωτέρω (υποθέτω αρκετών, δια να μου επιτρέπεται, να ομιλήσω ως ειδικός επί του υπό έρευναν θέματος) επιτρέψατε μου, να εκθέσω τα κάτωθι προς ειδικοτέραν και εις βάθος ενημέρωση σας:

1. Η νομιμότης και η συνταγματικότης της προτεινομένης νέας ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει εγκύρως αμφισβητηθεί ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας, η δε απόφαση του δεν έχει ακόμη εκδοθεί και αναμένεται. Επ’ αυτού του σημείου ο Σεβασμιώτατος Ύδρας Σπετσών και Αιγίνης δεν αναφέρει τίποτε, πράγμα που σημαίνει, ότι εάν του Συμβούλιο Επικρατείας θεωρήσει την νέαν ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών ως αντισυνταγματικήν, η ύλη που προτείνει ο Σεβασμιώτατος, δεν επιτρέπεται, να εισαχθεί εις τα σχολεία, εκτός και αν προχωρήσουμε εις πραξικόπημα ανατροπής της συνταγματικής τάξεως και του σεβασμού της δικαιοσύνης, πράγμα που, υποθέτω, απεύχεται

2. Ο Σεβασμιώτατος αγνοεί (ή αν το γνωρίζει, το αποσιωπά απαραδέκτως), ότι ήδη το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δι’ ad hoc αποφάσεως του έχει καταδικάσει την εις τα σχολεία εισαγωγή ύλης μαθήματος των Θρησκευτικών πολυθρησκευτική ως η εν Ελλάδι προωθούμενη. Πρόκειται περί της αποφάσεως του εν λόγω Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου της 2.7.2007 υπόθεση Folgero κατά Νορβηγίας, προσφυγή Νο 15472/02. Η εν λόγω απόφαση (δημοσιευομένη εις ελληνική μετάφραση εις το έγκυρο νομικό περιοδικό «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ», 2009 σελ. 257 επ.) καταδικάζει την Νορβηγία, διότι εισήγαγε εις τα σχολεία ύλην μαθήματος των Θρησκευτικών πολυθρησκευτική και ειδικώς την καταδικάζει, δια παράβαση του άρθρου 2 του 1°» Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (το οποίο επιβάλλει εις τα ευρωπαϊκά κράτη την υποχρέωση, να διδάσκουν μάθημα Θρησκευτικών σύμφωνον προς τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις της πλειοψηφίας των γονέων). Και τούτο διότι δημιουργείται τεράστια σύγχυση σε δύο καίρια σημεία: α) Διότι οι μαθηταί που δεν ανήκουν εις την θρησκεία, η ύλη της οποίας διδάσκεται εις μίαν δεδομένην στιγμή της ώρας του μαθήματος έχουν δικαίωμα απαλλαγής κατά τον χρόνον αυτόν. ΑΡΑ ΤΟ ΑΝΑΦΕΡΌΜΕΝΟΝ ΥΠΌ ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΥ ΟΤΙ ΤΟ ΠΡΟΩΘΟΥΜΕΝΟ ΠΟΛΥΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ, ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΑΠΟΨΗ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑΝ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΕΝ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ.   β) Διότι κατά τις εξετάσεις ο απαλλαγείς από την συμμετοχήν εις μάθημα την ύλης θρησκείας εις την οποίαν δεν ανήκει δεν μπορεί, να βρει άκρη, ως προς το ποίαν ύλη θα διαβάσει και περιπίπτει εις σύγχυση. Υπ’ όψιν δε ότι η εν λόγω απόφαση εις τους προσφεύγοντας γονείς επιδικάζει τεράστιο ποσόν αποζημιώσεως και εις βάρος του κράτους της Νορβηγίας, ήτοι εβδομήντα χιλιάδες ΕΥΡΩ (€ 70.000).

Την ως άνω απόφαση του Ευρωπ. Δικαστηρίου σας την υποβάλλω εις ελληνικήν μετάφραση δημοσιευομένην ήδη εις πολύ έγκριτο νομικό περιοδικό της Ελλάδος (ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, τόμος έτους 2009).

3. Ο Σεβασμιώτατος προωθών τις απόψεις του αναφέρεται και εις την Γερμανία. Επί του προκειμένου θεωρώ υποχρέωση μου, να πληροφορήσω την Σεβαστήν Ιεράν Σύνοδον, ότι το άρθρον 7 παράγραφος 3 του γερμανικού Συνάγματος αναφέρει, ότι η ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών καθορίζεται εν συμφωνία με την Εκκλησία (επί λέξει «wird der Religionsunterricht in Übereinstimmung mit den Grundsätzen der Religionsgemeinschaften erteilt»). Και επειδή αναφέρεται εις την Ευρώπη πρέπει, επίσης να πληροφορήσω την Σεβαστήν Ιεράν Σύνοδον, ότι τοιούτο μάθημα (ως το υπό του Σεβασμιωτάτου προτεινόμενο, δηλ. πολυθρησκευτικό), προετάθη από κάποιο Ινστιτούτο και εις το Υπουργείο Παιδείας της Αγγλίας, Το Υπουργείο Παιδείας όμως της Αγγλίας το απέρριψε μετά βδελυγμίας χαρακτηρίζοντας το ως «κοκταίηλ φρούτων». Το δεδομένο αυτό αναφέρεται εις το σύγγραμμα των τριών πανεπιστημιακών καθηγητών Lopez Muniz, De Goof και Lauwers υπό τον τίτλον «Religious education in Public Schools»: , 2010 σελίς 158 και έχει επί λέξει ως εξής: «Christianity still remained the predominant faith underpinning British society, and that the multifaith approach to religious education was insufficient reflection of this. They argued that the multi-faith approach was superficial in nature, that it involved a trivialisation of the study of religion, and was being tauqht was little more than a «fruit cocktail of world faiths»».

4) Ο Σεβασμιώτατος προτείνει το «πολυθρησκευτικό μάθημα, διότι (ως ισχυρίζεται) πρέπει, να μάθει κανείς, να σέβεται την θρησκεία του άλλου. Ως γνωστόν (και κατά τους κανόνες της αριστοτελικής λογικής: μείζων πρόταση – ελάσσων πρόταση – συμπέρασμα) δια να καταλήξουμε εις την άποψη αυτήν, πρέπει πρώτα να αποδειχθεί, ότι η μη διδασκαλία των λοιπών (μειονοτικών) θρησκειών σημαίνει μη σεβασμόν των θρησκειών αυτών και κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά. Ομοίως δεν προκύπτουν από πουθενά (και δεν αιτιολογούνται ουδ’ επ’ ελάχιστον κατά την αριστοτελικήν λογικήν) όλες οι λοιπές απόψεις του Σεβασμιωτάτου, ότι δήθεν εάν δεν μετατρέψουμε την ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών σε πολυθρησκευτική δεν σεβόμεθα τους αλλοδαπούς, δεν σεβόμεθα την ετερότητα, ότι ότι «ο πλανήτης έχει γίνει ένα χωριό» ότι άλλως επιφέρουμε «φονταμενταλιστικές ακραίες ιδέες» κ.τ.τ Όλα αυτά αναφέρονται αποσπασματικώς χωρίς καμμία επιστημονική αιτιολόγηση. Και αν η αναμενόμενη απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας δεν αποδεχθεί τις απόψεις του Σεβασμιωτάτου, τι θα είπωμεν; Ότι οι δικασταί το Συμβουλίου Επικρατείας είναι ρατσισταί, φονταμενταλισταί και τα τούτοις όμοια; Είναι δυνατόν η Σεβαστή Ιερά Σύνοδος, να υιοθετήσει τέτοιες απόψεις;

5) Ο Σεβασμιώτατος πάντως εις ορισμένο σημείο φαίνεται, να αποδέχεται το επικίνδυνο της πολυθρησκευτικής ύλης του μαθήματος των Θρησκευτικών», τουλάχιστον δια τους πιο μικρούς μαθητάς και ζητεί τα στοιχεία της ύλης αυτής εις την πρωτοβάθμια εκπαίδευση να ελαχιστοποιηθούν, ώστε να αποκλεισθεί ο κίνδυνος της θρησκευτικής συγχύσεως και του συνκριτισμού. Άρα υπό ορισμένες προϋποθέσεις αυτοαναιρείται. Πράγμα που γεννά σωρεία ερωτημάτων: Π.χ, εδώ δεν έχουμε παραβίαση του ρατσισμού και του σεβασμού της ετερότητος; Ενώ σε άλλους χώρους έχουμε; και πως δικαιολογείται η τοιαύτη διαφοροποίηση;

6) Τέλος ο Σεβασμιώτατος (εις την σελίδα 196 του περ. ΕΚΚΛΗΣΙΑ) φαίνεται, να αποδέχεται την εις τα σχολεία εισαγωγήν του θέματος «έμφυλες ταυτότητες» (αν κατάλαβα καλά, διότι οι εν λόγω απόψεις του είναι κάπως ασαφείς). Το θέμα αυτό απαιτεί λίαν εξονυχιστικήν επισημονικήν έρευναν, εις την  οποίαν προέβην (υπ’ όψιν ότι τυγχάνω αριστούχος διδάκτωρ πανεπιστημίου με θητείαν εις πανεπιστήμια Ελλάδος και του εξωτερικού, τυγχάνω συγγραφεύς διακοσίων περίπου έργων επιστημονικών που έχουν μάλιστα βραβευθεί από την Ακαδημίαν Αθηνών δύο φορές). Την ερευνά μου αυτήν σας την υποβάλλω συνημμένως, δια της οποίας και αποδεικνύεται, ότι η εις τα σχολεία εισαγωγή τοιαύτης ύλης είναι επιστημονικώς απαράδεκτη και λίαν επικίνδυνη, ως δέχονται οι διαπρεπέστεροι και κορυφαίοι επιστήμονες της Ελλάδος και του εξωτερικού, τις απόψεις των οποίων αναπαράγω επί λέξει.

7) Τελειώνοντας επαναλαμβάνω και πάλιν ότι οι ως άνω απόψεις μου είναι καθαρά επιστημονικές και εις καμμίαν περίπτωση προσωπικές, σέβομαι δε δεόντως και εις τον ύψιστον βαθμόν το κύρος, την προσωπικότητα, την τιμήν και την υπόληψιν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Υδρας Σπετσών και Αιγίνης ευχόμενος επιτυχίες εις το βαρύ έργον του.

Ασπαζόμενος την Σεπτήν Υμών Δεξιάν διατελώ

Μετά βαθύτατου σεβασμού

http://www.petheol.gr/nea/gkrippasepistemonikaabasimesoiapopseispoudiatyponeiometropolitesydraskaiaigineskephraim

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς ασκείται η παρακολούθηση του δογματικού περιεχομένου των βιβλίων Θρησκευτικών από την Εκκλησία;

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου 2017

Πώς ασκείται η παρακολούθηση του δογματικού περιεχομένου των βιβλίων Θρησκευτικών από την Εκκλησία;

του Ιωάννη Τάτση, Θεολόγου

Ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος ορίζει στο άρθρο 9, παρ. ε΄ τα εξής: «(η Δ.Ι.Σ.) παρακολουθεί το δογματικόν περιεχόμενον των διά τα σχολεία της Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως προοριζομένων διδακτικών βιβλίων του μαθήματος των Θρησκευτικών».

Την διάταξη αυτή υπενθύμισε στους Ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος κατά την εισηγητική του ομιλία στην συνεδρία της έκτακτης Ιεραρχίας της 27ης Ιουνίου 2017 που μοναδικό θέμα είχε το μάθημα των Θρησκευτικών.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 2 Ιουλίου 2017 ο Πρόεδρος του ΙΕΠ Γεράσιμος Κουζέλης σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ απαντώντας σε ερώτηση εάν στα νέα βιβλία Θρησκευτικών που θα γραφούν θα έχει λόγο η Εκκλησία απάντησε: «Όχι, πρέπει να δει μόνο, εάν στέκει η δογματική απόδοση των αποσπασμάτων, που έχουν να κάνουν με την ορθόδοξη πίστη». Με την απάντησή του αυτή ο Πρόεδρος του ΙΕΠ επιχειρεί να ερμηνεύσει την διάταξη του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας με τρόπο λίαν περιοριστικό της δυνατότητας παρέμβασης της Εκκλησίας στα βιβλία Θρησκευτικών. Ενώ ο Καταστατικός Χάρτης δίνει ξεκάθαρα δικαίωμα παρακολούθησης του δογματικού περιεχομένου των σχολικών βιβλίων Θρησκευτικών εκείνος κάνει λόγο για έλεγχο μόνο των αποσπασμάτων των βιβλίων που αφορούν στην ορθόδοξη πίστη!

Στην πραγματικότητα ο Καταστατικός Χάρτης δίνει στην Εκκλησία δικαίωμα παρέμβασης και λόγου για όλο το περιεχόμενο των βιβλίων Θρησκευτικών σε ζητήματα που άπτονται της δογματικής διδασκαλίας της. Έτσι εάν οι ενότητες των διδακτικών βιβλίων έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη δογματική της διδασκαλία ή με τρόπο άμεσο ή έμμεσο υποσκάπτουν την δογματική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας τότε η Σύνοδος έχει δικαίωμα όχι απλώς να ζητήσει αλλά να απαιτήσει ως εκ του νόμου (του Καταστατικού Χάρτη της) την αλλαγή των σχετικών αναφορών.

Σε ευρύτερη κλίμακα η Εκκλησία θα έπρεπε ήδη να ζητήσει ριζικές αλλαγές στο προτεινόμενο νέο μάθημα Θρησκευτικών, έως και την πλήρη απόσυρσή του, για λόγους δογματικούς καθότι η πανθρησκειακή και μεταπατερική προοπτική του έρχεται σαφώς σε αντίθεση με τη δογματική της διδασκαλία. Όταν οι αιρετικοί που έχουν καταδικαστεί από Οικουμενικές και Τοπικές Συνόδους προβάλλονται ισότιμα με τους αγίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όταν αποφεύγεται ακόμη και η αναφορά των λέξεων «αίρεση» και «αιρετικός» τότε η Εκκλησία έχει λόγους να ζητήσει πλήρη αναθεώρηση των νέων Θρησκευτικών. Οι ψευδοδιδασκαλίες και οι ψευδοδιδάσκαλοι που οι άγιοι της Ορθοδοξίας καταδίκασαν με Συνόδους και ανέτρεψαν με κείμενα γνήσιας ορθόδοξης θεολογίας δεν είναι δυνατόν να γίνονται δεκτά από την Εκκλησία της Ελλάδος ως αντικείμενο διδασκαλίας με θετικό πρόσημο στο μάθημα των Θρησκευτικών.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν φαίνεται μέχρι στιγμής να έχει αντιληφθεί το χρέος της απέναντι του θρησκευτικού μαθήματος το οποίο απορρέει εκτός όλων των άλλων και εκ του νόμου του Κράτους. Αφήνει ανενόχλητο το ΙΕΠ και τους θεολόγους του να εισάγουν καινοφανείς «θεολογίες», μεταπατερικές αναζητήσεις και προσωπικούς στοχασμούς στο θρησκευτικό μάθημα και δεν ασκεί ενεργά το δικαίωμα ελέγχου των αποκλίσεων αυτών από την δογματική διδασκαλία της όπως αυτή παραδόθηκε από τους Αγίους Πατέρες.

Επειδή ο αντίλογος υπάρχει και είναι ότι τον πρώτο και τελευταίο λόγο έχει για όλα τα μαθήματα και για τα Θρησκευτικά το Υπουργείο Παιδείας και το ΙΕΠ, η απάντηση είναι ότι ενδιάμεσο αλλά κεντρικό ρόλο ειδικά για το μάθημα των Θρησκευτικών έχει η Εκκλησία σύμφωνα με την ανωτέρω πρόβλεψη του Καταστατικού Χάρτη. Τέτοια πρόβλεψη υπάρχει μόνο για τα Θρησκευτικά και για το λόγο αυτό, ναι, τα Θρησκευτικά δεν είναι ένα μάθημα όπως όλα τα άλλα μαθήματα.

Τέλος η Εκκλησία της Ελλάδος εάν κατά την άσκηση της υποχρέωσής της να ελέγχει το δογματικό περιεχόμενο των βιβλίων Θρησκευτικών συναντά εμπόδια από το Υπουργείο Παιδείας ή διαπιστώνει ότι οι επισημάνσεις της παραθεωρούνται ή βρίσκεται ενώπιον προειλημμένων αποφάσεων και τετελεσμένων πράξεων πρέπει να προσφύγει επισήμως στην ελληνική δικαιοσύνη ζητώντας την εφαρμογή των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη και την ακύρωση οποιασδήποτε πράξεως του Υπουργείου Παιδείας και του ΙΕΠ η οποία έγινε αντίθετα με τις διατάξεις αυτές.

Από http://thriskeftika.blogspot.gr/2017/07/blog-post_70.html

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δελτίο τύπου της ΠΕΘ – Συγκριτικός πίνακας των αλλαγών στα δύο ΦΕΚ – Σχόλια στους Φακέλους μαθητή

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Ιουνίου 2017

Αθήνα, 23 Ιουνίου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  67

Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

Ø  Απαράδεκτος εμπαιγμός της Εκκλησίας από τον κ. Γαβρόγλου.

Ø  Μόνον τον αριθμό ΦΕΚ άλλαξε ο κ. Γαβρόγλου στα Προγράμματα του κ. Φίλη, προφανώς για να προλάβει τυχόν αρνητικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, γι΄ αυτά τα Προγράμματα!

Ø  Τα «ΦΕΚ του Γαβρόγλου» είναι τα «ΦΕΚ του Φίλη», με άλλο όνομα!

Ø  Άλλαξε δηλαδή, ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς!

ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΟΜΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Η Εκκλησία έδειξε καλή διάθεση και εμπιστεύθηκε τον κατά τα άλλα, χαμηλών τόνων κ. Γαβρόγλου ότι θα σεβαστεί όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου και του Πρωθυπουργού κ. Αλ. Τσίπρα, για τον Ορθόδοξο Προσανατολισμό των νέων Προγραμμάτων για τα Θρησκευτικά, αλλά ο νυν Υπουργός Παιδείας ενέπαιξε την Εκκλησία και δεν έκανε τις αλλαγές που θα καθιστούσαν το μάθημα Ορθόδοξο. Αντίθετα έκανε ελάχιστες επουσιώδεις, ανεπαίσθητες και επιδερμικές, λεκτικές κυρίως, αλλαγές, άλλαξε τον αριθμό του ΦΕΚ των Προγραμμάτων Φίλη -με σκοπό προφανώς να προλάβει τυχόν αρνητικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, εναντίον αυτών των ΦΕΚ- και τα υπέγραψε ως δήθεν διορθωμένα και προσαρμοσμένα στη γραμμή της Εκκλησίας. Όπως λέει ο θυμόσοφος λαός μας, άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς!

Στην ουσία τους όμως, η πολυθρησκειακή – συγκρητιστική δομή των Προγραμμάτων παραμένει ίδια και απαράλλακτη, με τη δομή εκείνων, που είχε υπογράψει ο κ. Φίλης, όπως παραμένει και το πρόβλημα της ανισονομίας που δημιουργούν αυτά τα Προγράμματα με τη ρατσιστική αντιμετώπιση των παιδιών των Ελλήνων χριστιανών. Η εφαρμογή τους, διαμέσου των «Φακέλων μαθητή» οδηγεί κατευθείαν το παιδί στην πνευματική σύγχυση. Και αυτό δεν είναι μια υποκειμενική φιλοσοφία, αλλά η απτή και σκληρή πραγματικότητα. Η απλή αντιπαραβολή των δύο ΦΕΚ πείθει και τον πιο δύσπιστο για την αλήθεια της παραπάνω διαπίστωσης.

Μάλιστα ο Υπουργός Παιδείας υπέγραψε και δημοσίευσε τα ΦΕΚ και των Προγραμμάτων και των Φακέλων, χωρίς να έχει προηγηθεί η επ’ αυτών,  σύμφωνη γνώμη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, αλλά εκ των υστέρων η Ιεραρχία, καλείται να τοποθετηθεί επί αυτών και επί των δήθεν αλλαγμένων Προγραμμάτων και των νέων «Φακέλων μαθητή».

Όσοι επίσης, επιχειρούν να χρυσώσουν το δηλητηριώδες χάπι, παραπέμποντας στις καλένδες, δηλαδή σε μια δήθεν μελλοντική ελπίδα επίλυσης του προβλήματος, που θα είναι η «συγγραφή των νέων Βιβλίων», προφανώς ή συμμετέχουν στην επιχείρηση εμπαιγμού του Υπουργού ή αυτοαπατώνται οικτρώς. Ίσως δεν γνωρίζουν και πρέπει να μάθουν την παιδαγωγική πορεία και σειρά των θεμάτων, ότι δηλαδή, αφετηρία κάθε αλλαγής στην Παιδεία ήταν και είναι τα Προγράμματα Σπουδών. Ακολουθούν τα βιβλία, τα οποία: α) στηρίζονται στα Προγράμματα,  β) εφαρμόζουν τα Προγράμματα και γ)  γράφονται με βάση τη φιλοσοφία, τη γραμμή και τις θέσεις που έχουν διατυπωθεί στα Προγράμματα. Δεν ισχύει επομένως αυτό που διαδίδουν ορισμένοι είτε από άγνοια είτε από σκοπιμότητα, ότι δηλαδή, δεν είναι το πρόβλημα ούτε τα Προγράμματα, ούτε τα ΦΕΚ αλλά ούτε και οι «Φάκελοι μαθητή», που είναι υποτίθεται προσωρινοί, όσο τα νέα βιβλία που θα γραφτούν.

Τα Υπουργείο Παιδείας και οι διάφοροι καλοθελητές βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να προπαγανδίζουν το κάθε ψέμα, διότι κάποιοι ή κάνουν ότι δεν γνωρίζουν ή δεν γνωρίζουν, επειδή δεν έχουν άμεση σχέση με την εκπαιδευτική διαδικασία. Τα Προγράμματα που μετατράπηκαν σε ΦΕΚ, έγιναν «Φάκελοι» και οι «Φάκελοι» θα γίνουν – μετονομαστούν σε βιβλία, αυτή είναι η λογική σειρά των πραγμάτων. Πρέπει, λοιπόν, για να μην εμπαίζεται κανείς, να γίνει τελείως ξεκάθαρο και κατανοητό ότι τα Προγράμματα είναι ο νους της Παιδείας και η πυξίδα του κάθε σχολικού μαθήματος και σε αυτά θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα, κατά τη διεξαγωγή του διαλόγου.

Η ΕΞ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟ ΙΕΠ ΚΑΙ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ

Σε όλα τα παραπάνω έπρεπε να επικεντρωθούν οι Σεβαστοί Αρχιερείς, που έκαναν τον διάλογο με το ΙΕΠ και το Υπουργείο και αυτά έπρεπε να αλλάξουν. Δεν άλλαξαν τα Προγράμματα, επομένως, δεν άλλαξε ούτε στο ελάχιστο, σε ό, τι αφορά στο μάθημα (φιλοσοφία, δομή, σκοπός, περιεχόμενο, μέθοδοι, μαθησιακά αποτελέσματα). Αυτό σημαίνει ότι όλη η ιστορία με τον κ. Φίλη (ο οποίος πολύ σωστά πανηγυρίζει ότι δεν άλλαξε τίποτα), ήταν απλώς ένα φιάσκο. Τα Προγράμματα έμειναν τα ίδια και με βάση αυτά θα γραφτούν και τα βιβλία, και ορισμένοι ή θα πανηγυρίζουν, γιατί πέρασε το σχέδιό του εμπαιγμού τους ή δεν θα έχουν καταλάβει ίσως ακόμη, τη διαφορά ανάμεσα στα Προγράμματα και στα βιβλία, ούτε ποιος είναι ο βασικός και κεντρικός ρόλος των Προγραμμάτων, ως η ραχοκοκαλιά της Παιδείας.

Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας υποτίθεται ότι πήγαν στο διάλογο, για να ζητήσουν να έχουν τα Προγράμματα ορθόδοξο προσανατολισμό, αλλά όμως, από ό, τι διαφαίνεται, δεν απαίτησαν να φύγουν άμεσα, μέσα από τα Προγράμματα οι χιλιάδες θέσεις που σχεδιάζουν την απόρριψη από τα Θρησκευτικά του ορθόδοξου προσανατολισμού, όπως για παράδειγμα:  «Το ΜτΘ υπερβαίνει παρωχημένες πρακτικές ομολογιακής μονοφωνίας» και ότι  «χρειάζεται να περιλαμβάνει θεωρήσεις διαχριστιανικής και διαθρησκειακής μάθησης» ή ότι οι ορθόδοξοι μαθητές καθοδηγούνται να «ανακαλύπτουν στη χριστιανική παράδοση, στην Αγία Γραφή, και στα ιερά κείμενα των θρησκειών απαντήσεις για το νόημα της ζωής και των σχέσεων του ανθρώπου (με τον Θεό τον συνάνθρωπο και τη φύση)».

Η  Επιτροπή υποτίθεται ότι πήγε να ζητήσει να έχει το μάθημα των Θρησκευτικών ορθόδοξο προσανατολισμό, από ό, τι φαίνεται όμως, δέχθηκε αναντίρρητα, ότι η πίστη των Ορθοδόξων μαθητών είναι ισάξια και ισότιμη με τις ανθρωποκατασκευασμένες θρησκείες και ως εκ τούτου οι μαθητές αναγνωρίζουν «την πνευματική και υπαρξιακή αλήθεια που κομίζουν οι θρησκείες με το αντίκρισμά τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι».

Σε αυτήν την ισοτιμία της Ορθόδοξης εξ Αποκαλύψεως πίστεως με την πίστη των θρησκειών κατηχούνται οι μαθητές σε ολόκληρο το Πρόγραμμα και για όλα τα θέματα, γεγονός που αποτελεί, για την Εκκλησίας μας, τεράστια κακοδοξία, που, όμως, η εξ Αρχιερέων Επιτροπή δεν είδαμε να διαφωνήσει, με αποτέλεσμα να μείνουν στα Προγράμματα στόχοι του μαθήματος όπως: ότι οι «θρησκευτικές και μη θρησκευτικές κοσμοθεωρήσειςνοηματοδοτούν τον ανθρώπινο βίο» ότι το νέο μάθημα «θα προσανατολίσει το ενδιαφέρον των μαθητών στην ποικιλία των θρησκευτικών προσεγγίσεων και ηθικών αντιλήψεων που ανιχνεύονται στις θρησκευτικές εμπειρίες και στις  θρησκείες του κόσμου, εφόσον θεωρούνται πηγές πίστης, πολιτισμού και ηθικού τρόπου ζωής», ότι ο μαθητής θα πρέπει να «εξοικειώνεται με τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της κοινωνίας στην οποία ζει, και να συνειδητοποιεί την πολλαπλότητα της προσωπικής του/της ταυτότητας». Ότι τις ίδιες οικουμενικές αξίες ευαγγελίζεται ο Χριστιανισμός και οι Θρησκείες και γι΄ αυτό καθοδηγείται ο μαθητής στην «ανάδειξη των οικουμενικών αξιών τόσο του Χριστιανισμού όσο και των άλλων θρησκειών του κόσμου».Ότι οι μαθητές θα επεξεργάζονται «βασικές όψεις και θέματα του χριστιανισμού και των δύο άλλων αβρααμικών θρησκειών (προσευχή, ιεροί τόποι και προσκυνήματα, λατρεία, ηθικές αξίες) και να διακρίνουν τη σημασία τους για τη ζωή των ανθρώπων και του κόσμου». Ότι οι μαθητές κατηχούνται επίσης με το νέο Πρόγραμμα για «να αναγνωρίζουν τα θεμελιώδη υπαρξιακά, ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά ερωτήματα και διλήμματα που εκπορεύονται από τη θρησκευτική δέσμευση και ανιχνεύουν απαντήσεις στην Αγία Γραφή και στα ιερά κείμενα των θρησκειών και στα γεγονότα της ιστορίας». Ότι θα πρέπει να κατηχούνται στην πολιτική ιδεοληψία που περιέχεται στο νέο σχολείο, σύμφωνα με την οποία «στη σύγχρονη θεώρηση της ταυτότητας του προσώπου, φυσικά, η θρησκευτική ταυτότητα σχετίζεται και με την ηθική, αξιακή και την πολιτι(εια)κή αγωγή, στις οποίες και η θρησκευτική εκπαίδευση στοχεύει».

Χιλιάδες τέτοια στοιχεία υπάρχουν στα νέα Προγράμματα και στους άμεσα συνδεδεμένους με αυτά Οδηγούς Εκπαιδευτικού, για τους οποίους δεν γίνεται καμιά αναφορά από την Επιτροπή (αφήνοντάς τους στο απυρόβλητο), ενώ έχουν και αυτοί υπογραφεί από τον κ. Φίλη σε ΦΕΚ και είναι πλήρεις από κακοδοξίες, όπως έχουν επισημάνει, με άπειρα έγγραφα και άρθρα, πλείστοι ειδικοί επιστήμονες τους οποίους όμως η Επιτροπή ούτε καν έλαβε υπόψη.

Διερωτώμεθα, επομένως, πώς είναι δυνατό να αποστέλλονται Ιεράρχες στο Υπουργείο, με συγκεκριμένες οδηγίες και να επιστρέφουν με άδεια τα χέρια;

Ζήτησαν και δεν πήραν από το Υπουργείο ή δεν ζήτησαν τίποτα και συμφώνησαν σε όλα, όταν η αποστολή τους ήταν να αποδομήσουν όλα τα μη ορθόδοξα στοιχεία των νέων Προγραμμάτων;

Αν πάλι έγιναν ή γίνονται διαβουλεύσεις για άλλα θέματα και αντίστοιχες υποχωρήσεις ή ανταλλαγές, έχουμε καθήκον, που απορρέει εκ της θέσεως ευθύνης στην οποία ευρισκόμαστε, να υπενθυμίσουμε στην Ιεραρχία ότι συμβιβασμοί σε θέματα πίστεως και διδασκαλίας δεν μπορούν να γίνουν από την Εκκλησία και μάλιστα συνοδικώς. Όποτε δε έγιναν καταδικάστηκαν αργότερα από την ίδια την Εκκλησία. Το θέμα της ορθόδοξης διδασκαλίας των ορθοδόξων μαθητών, που αριθμούν πλέον του ενός εκατομμυρίου στη χώρα μας, είναι θέμα δόγματος και αληθείας και δεν μπορεί να μπαίνει στην ίδια μοίρα ή να συνδέεται με άλλα θέματα.

ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΦΑΚΕΛΟΥΣ ΜΑΘΗΤΗ»

Οι «Φάκελοι μαθητή» για το Μάθημα των Θρησκευτικών, που δόθηκαν επισήμως στη δημοσιότητα και στον εκπαιδευτικό κόσμο, εντείνουν τον προβληματισμό και την ανησυχία, την οποία ήδη διατυπώσαμε ως ΠΕΘ, στην κριτική μας για τα νέα Προγράμματα. Ιδιαίτερα μας ανησυχεί η πρωτάκουστη φιλοσοφία, πάνω στην οποία δομήθηκε το πολυθρησκειακό ή πολυθεϊστικό τους οικοδόμημα, δηλαδή «ένα ενιαίο πολυθρησκειακό μιξ-μάθημα για όλους τους μαθητές», ανεξαρτήτως πίστεως και, προπάντων, αντίθετο  με την ελληνορθόδοξη διδασκαλία και παράδοση των ορθοδόξων μαθητών, όταν γνωρίζουν άριστα όλοι οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, ότι η παράδοση αυτή είναι εκείνη, στη βάση της οποίας δομήθηκε και διατηρήθηκε η ελληνική ταυτότητα και συνείδηση σε χρόνους χαλεπούς αλλά και η έως τώρα πολιτισμική ιδιαιτερότητα και διαφορά της ελληνικής κοινωνίας!

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι ανάγκη να βρει πιο αξιόπιστους, έγκυρους και αντικειμενικούς τρόπους και επιλογές συμβούλων και συνεργατών, για να πάρει το θέμα της διδασκαλίας των ορθοδόξων μαθητών στη χώρα υπό τη δική της συλλογική ευθύνη, εποπτεία και προστασία. Αυτό που προωθείται μέσω του νέου Προγράμματος του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι πως ό,τι και να πιστεύεις είναι το  ίδιο και εκθέτει και θα εκθέτει διαχρονικά το ανώτερο όργανο της Εκκλησίας. Είναι σαφέστατο πλέον ότι μεθοδεύεται και  επιδιώκεται να επικρατήσει μια τάση χριστιανομαχίας και ορθοδοξομαχίας στην οποία η Σύνοδος οφείλει να αντιδράσει με συγκεκριμένα μέτρα.

Οι οικοδόμοι της τάσεως αυτής είναι σαφές ότι άρχισαν από την Παιδεία με την μεθόδευση και τον σχεδιασμό της διδασκαλίας του συγκεκριμένου «πολυθρησκειακού μαθήματος», μιας διδασκαλίας ασαφούς προσανατολισμού, που οδηγεί με βεβαιότητα τους μαθητές του ελληνικού σχολείου σε θρησκευτική ασάφεια, αδιαφορία και αποχαύνωση, σε θρησκευτική σύγχυση, συγκρητισμό και μηδενισμό, πάντως μακράν της ζώσας εκκλησιαστικής τους παράδοσης. Αυτό είναι τελείως ξένο με την ελληνική κοινωνία, την ορθόδοξη πίστη και το ελληνικό Σύνταγμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Η ΠΕΘ με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία, εδώ και έξι συναπτά έτη, σταθερά και αταλάντευτα τονίζει και υποστηρίζει ότι τα Προγράμματα αυτά, όσο και τα παράγωγά τους, οι «Φάκελοι μαθητή», δεν πρέπει και δεν μπορεί να τα προσυπογράψει καμιά Χριστιανική, πολύ δε μάλλον, καμιά Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία, διότι σε μια τέτοια περίπτωση αυτοαναιρείται και αυτοακυρώνεται, ως θεματοφύλακας και ορθοτομούσα που είναι της εν Χριστώ αλήθειας και ως η μοναδική κιβωτός της σωτηρίας των ανθρώπων. Ο λόγος είναι απλός: Τα Προγράμματα αυτά, όσο και αν τα εξωραΐζουν οι συντάκτες τους, προκειμένου να πετύχουν το επιθυμητό γι΄ αυτούς αποτέλεσμα που είναι η αποδοχή τους από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, ουσιαστικά, φανερά και απροκάλυπτα προπαγανδίζουν μέσω της θεματικής παρουσίασης της ύλης, την ύπαρξη πολλών θεών, πολλών αληθειών, πολλών σωτηριών, εξισώνοντας το μοναδικό θεανθρώπινο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού με τα πρόσωπα των αρχηγών των ανθρωποκατασκευασμένων θρησκειών του κόσμου.

Σημειωτέον ότι τα Προγράμματα αυτά δεν εφαρμόζονται σχεδόν πουθενά στην Ευρώπη και εκεί που πήγαν να εφαρμοστούν (Μεγάλη Βρετανία), αποσύρθηκαν ως ακατάλληλα και επικίνδυνα. Δεν είναι λοιπόν λογικό να επιθυμούμε την εφαρμογή τους στην Ελλάδα. Όπως δεν είναι λογικό επίσης, την επίλυση των λαθών των Προγραμμάτων να την μετακυλύουμε στον Θεολόγο καθηγητή δίνοντας έτσι συγχωροχάρτι στα ακατάλληλα και επικίνδυνα Προγράμματα.

Οφείλουν ακόμη, όλοι να γνωρίζουν ότι κανείς Φίλης, κανείς Γαβρόγλου, κανείς  άλλος παράγοντας του ΙΕΠ ούτε και κανείς άλλος, λαϊκός ή κληρικός,  από σήμερα και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, δεν πρόκειται να μειώσει ούτε με μια κεραία, την αλήθεια και τη διδασκαλία της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού οτιδήποτε και αν κάνει, οτιδήποτε και αν πει, ακόμη κι αν εξοντώσει εκατομμύρια χριστιανών.

ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΜΑΣ

Να επανεύρει το Μάθημα των Θρησκευτικών τους σκοπούς του, που, σύμφωνα με το προηγούμενο Αναλυτικό Πρόγραμμα (2003) ήταν να συμβάλει: 

Ø  Στην απόκτηση γνώσεων γύρω από τη χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση .

Ø  Στην ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης.

Ø  Στην προβολή της ορθόδοξης πνευματικότητας ως ατομικού και συλλογικού βιώματος.

Ø  Στην κατανόηση της χριστιανικής πίστης ως μέσου νοηματοδότησης του κόσμου και της ζωής.

Ø  Στην παροχή ευκαιριών στους μαθητές για θρησκευτικό προβληματισμό και στοχασμό.

Ø  Στην κριτική επεξεργασία των θρησκευτικών παραδοχών, αξιών, στάσεων.

Ø  Στη διερεύνηση του ρόλου που έπαιξε και παίζει ο Χριστιανισμός στον πολιτισμό και την ιστορία της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Ø  Στην κατανόηση της θρησκείας ως παράγοντα που συντελεί στην ανάπτυξη του πολιτισμού και της πνευματικής ζωής.

Ø  Στην επίγνωση της ύπαρξης διαφορετικών εκφράσεων της θρησκευτικότητας.

Ø  Στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και των μεγάλων σύγχρονων διλημμάτων.

Ø  Στην ανάπτυξη ανεξάρτητης σκέψης και ελεύθερης έκφρασης.

Ø  Στην αξιολόγηση του Χριστιανισμού ως παράγοντα βελτίωσης της ζωής των ανθρώπων.

Ως προς τη σχέση του μαθήματος με τις θρησκείες

Ø  Να υπάρχουν επίσης κάποιες πληροφορίες για τις άλλες χριστιανικές Ομολογίες, καθώς και για τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ, με την προοπτική να ασχοληθούν μ’ αυτά οι μαθητές εκτενέστερα στο Λύκειο.

Με βάση τα παραπάνω προτείνεται η έξοδος από την κρίση :

1.       Να αποσυρθεί το παρόν Πρόγραμμα και να συνταχθεί ένα νέο  με τη συμμετοχή όλων ανεξαιρέτως των εμπλεκομένων φορέων αλλά και των ειδικών, χωρίς ιδεοληπτικούς αποκλεισμούς, με συντονιστικό το ρόλο της Εκκλησίας.

2.       Να εκτυπωθούν και διανεμηθούν τα ήδη υπάρχοντα βιβλία του 2006 ως έχουν, μέχρι να ανανεωθούν και εμπλουτιστούν ή να γραφούν, με τη συναίνεση όλων των ενδιαφερόμενων πλευρών, νέα Προγράμματα και στη συνέχεια νέα βιβλία.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

DELTIO TYPOY THS PETH.pdf

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΕΘ : Επιμένει στην κατάργηση του παρόντος Προγράμματος και στη σύνταξη ενός νέου – Καταγγέλλει – Προτείνει και ζητά …

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Ιουνίου 2017

Αθήνα, 2 Ιουνίου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  64

Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

Η ΠΕΘ

Επιμένει :

  • στην κατάργηση του παρόντος Προγράμματος και στη σύνταξη ενός νέου.

Καταγγέλλει :

  • Τα ψέματα του Υπουργού Παιδείας και τον εμπαιγμό της Εκκλησίας της Ελλάδος

  • Τις αντιδημοκρατικές και αντισυνταγματικές πρωτοβουλίες της έκδοσης «φακέλων του μαθητή» για το μάθημα των Θρησκευτικών

  • Την Κυβέρνηση για χριστιανοφοβία –  ορθοδοξοφοβία

Προτείνει και ζητά :

  • Την εκτύπωση και διανομή των ήδη υπαρχόντων βιβλίων των Θρησκευτικών μέχρι να γραφούν, με τη συναίνεση όλων των ενδιαφερόμενων πλευρών, νέα βιβλία

Η ΠΕΘ καταγγέλλει την αντισυνταγματική απόφασή του Υπουργού Παιδείας κ.κ. Γαβρόγλου 89720/Δ1/ 29-5-2017, σύμφωνα με την οποία ενέκρινε “την εκτύπωση και διανομή του διδακτικού υλικού «Φάκελοι μαθήματος Θρησκευτικών» για τις τάξεις Γ΄, Δ΄, Ε΄ και ΣΤ΄ Δημοτικού, για την κάλυψη των διδακτικών αναγκών του σχολικού έτους 2017-2018”. Η πράξη αυτή του Υπουργού είναι αντισυνταγματική, γιατί δεν περίμενε, όπως όφειλε να πράξει, τη σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η απόφασή του, επίσης, είναι αντιδημοκρατική, γιατί προκλητικά αγνόησε τον Ορθόδοξο ελληνικό λαό και την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), η οποία εκπροσωπεί τη συντριπτική πλειοψηφία των Θεολόγων. Με τη συνεργασία ολιγάριθμων Θεολόγων, που ενεργούν σύμφωνα με τις ατομικές τους πεποιθήσεις, έσπευσε να «νομιμοποιήσει» και να δημιουργήσει «τελεσμένο καθεστώς» για τα νέα Προγράμματα Σπουδών, που έχουν συγκρητιστικό χαρακτήρα και καταστρατηγούν συνταγματικά δικαιώματα των ελλήνων ορθοδόξων μαθητών – πολιτών εφόσον επιβάλλονται, ρατσιστικά, μόνο σε αυτούς και όχι στους αλλόθρησκους μαθητές, διαπράττοντας έτσι και το συνταγματικό αδίκημα της ανισονομίας. Τα Προγράμματα αυτά αλλοιώνουν και καταργούν τον ορθόδοξο χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών, αναμειγνύοντας, με ιδιότυπο τρόπο, την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία με διδασκαλίες θρησκειών, στοχεύοντας στη διάδοση της ατομικής θρησκείας, που θα είναι προϊόν συγκρητισμού και σύγχυσης, μέσω του καλλιεργούμενου σχετικισμού, που προκύπτει από το όλο αυτό το πολυθρησκειακό συνονθύλευμα.

Η απόφαση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα (άρθρο 3 & 1, άρθρο 13 & 1,2,  άρθρο 16 & 2), με τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950 «περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ειδικότερα με το άρθρο 2 του 1ου Προσθέτου Πρωτόκολλου αυτής), με τη διάταξη της πργ.1 του άρθρου 1 του ν. 1566/1985 [ΦΕΚ Α  167] και με μια σειρά ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων (όπως ΣτΕ 3356/95, ΣτΕ 2176/1998, ΔΕΦ Χαν. 115/2012)1. Αντί να εφαρμόσει, ο Υπουργός, όπως έχει υποχρέωση, τα προβλεπόμενα εκ του νόμου και να εκδώσει βιβλία για το μάθημα των Θρησκευτικών, με γνώμονα την ως άνω εκ του Συντάγματος επιβαλλόμενη επιταγή και τον εκτελεστικό αυτού ν. 1566/1985 (ΔΕΦ Χαν. 115/2012, σελ. 23), ενέκρινε την εκτύπωση και διανομή στους μαθητές/τριες διδακτικού υλικού (φάκελος του μαθητή), σύμφωνα με τα συγκρητιστικά Προγράμματα Σπουδών, αντί των συνταγματικά και δικαστικά κατοχυρωμένων με Ορθόδοξο προσανατολισμό βιβλίων.

Η απόφαση αυτή έρχεται, επίσης, σε αντίθεση με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπόθεση Folgero and Others κατά Νορβηγίας, της 29ης Ιουνίου 2007 (προσφυγή Νο 15472/02), που δημοσιεύεται σε ελληνική μετάφραση στο περιοδικό «Επιθεώρησις Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου» 2009 σελ. 257, η οποία καταδικάζει τη Νορβηγία, διότι εισήγαγε στα δημόσια σχολεία μάθημα Θρησκευτικών  με ύλη πολυθρησκειακή, η οποία δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές και τους αποπροσανατολίζει. Παραβιάζεται έτσι το άρθρο 2 του 1ου Προσθέτου  Πρωτόκολλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που επιβάλλει στα ευρωπαϊκά κράτη να διδάσκουν ως ύλη του Μαθήματος των Θρησκευτικών, την ανταποκρινόμενη στις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων (Σημ. η επίσημη θρησκεία της Νορβηγίας είναι η Προτεσταντική-Λουθηρανή). Με την απόφαση αυτή, δεν έλαβε υπ’ όψιν του ο Υπουργός ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, ιδιαίτατα του αμιγώς Ορθόδοξου χριστιανικού, ακριβώς επειδή προσφέρει ξεκάθαρες αξίες και στόχους πνευματικούς – όχι πολυθρησκειακά συγκεχυμένους – αποτελεί παράγοντα αποτρεπτικό του εγκλήματος, όπως δέχονται οι διαπρεπέστεροι των ελλήνων και αλλοδαπών εγκληματολόγων. Η απόφασή του, εξάλλου, να εισαγάγει τη διδασκαλία του πολυθρησκειακού μαθήματος είναι γενική και όχι ειδική και άρα εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, δηλαδή καθ’ υπέρβαση του άρθρου 1 του ν.1566/1985, ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 16 & 2 του Συντάγματος.

Η απόφαση του κ. Γαβρόγλου να εκδώσει το υλικό για τον μαθητή («φάκελοι»), όπως επίσης και η απόφασή του να διεξάγει επιμορφώσεις των Θεολόγων, ενώ ακόμη διεξαγόταν ο διάλογος με την Εκκλησία, αποδεικνύει τον εμπαιγμό του κλάδου των Θεολόγων. Γιατί, είναι προφανές ότι οι φάκελοι δεν φτιάχτηκαν μετά το πέρας του διαλόγου αλλά ήταν ήδη έτοιμοι για εκτύπωση! Με την ως άνω απόφαση του Υπουργού, κατά παράβαση των δημοσίων συμφωνιών του Αρχιεπισκόπου με τον Πρωθυπουργό για διάλογο «εκ του μηδενός», και ενώ ακόμη εξελισσόταν ο διάλογος μεταξύ του Υπουργείου και της Εκκλησίας, γίνεται ολοφάνερα μια μεθοδευμένη προσπάθεια:

α) Να εκβιασθεί  η Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε να αποδεχθεί ως τετελεσμένο γεγονός τα νέα πολυθρησκειακά Προγράμματα, τα οποία η πλευρά του Υπουργείου επιχειρεί να τα περάσει ως «ορθόδοξα», παρά τις εκπεφρασμένες αρνητικές θέσεις του Αρχιεπισκόπου, της Ιεραρχίας και της μεγάλης πλειονότητας των Θεολόγων.

β) Να προεξοφληθεί το αποτέλεσμα του διεξαγόμενου διαλόγου μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας (ο διάλογος, σύμφωνα με δηλώσεις Ιεραρχών, θα περατωθεί όταν η Εκκλησία τοποθετηθεί επισήμως και εγγράφως επί των συμπερασμάτων του διαλόγου).

Τα ερωτήματα των Θεολόγων της ΠΕΘ που προκύπτουν από όλα τα παραπάνω, είναι σαφή:

ü  Ο κ. Γαβρόγλου θεωρεί ότι η θέση του Υπουργού, και η κοσμική εξουσία που απορρέει εξ αυτής, του δίνουν το δικαίωμα να εμπαίζει έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο;

ü  Θεωρεί ότι αποτελεί δημοκρατική διαδικασία η συμπαιγνία του με μια μικρή μερίδα Θεολόγων για να επιβάλει την αποδόμηση της χριστιανικής πίστης στον ελληνικό λαό; Αυτή τη μορφή δημοκρατίας επιλέγει;

ü  Θεωρεί ότι είναι έντιμο να διαμηνύει ψεύδη, μέσω των Συμβούλων του, ότι ο διάλογος με την Εκκλησία έχει τελειώσει και έχει επέλθει συμφωνία; Μήπως αγνοεί ότι η Εκκλησία αποφαίνεται συνοδικώς και δεν υπάρχει καμία τέτοια απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας; Ή μήπως θεωρεί ότι η Ιεραρχία των Επισκόπων είναι εύκολα χειραγωγήσιμη, ώστε δεν χρειάζεται να χάνεται χρόνος;

ü  Γιατί ψεύδεται και παραπλανεί τους Θεολόγους, την ώρα που μέλος της Επιτροπής του διαλόγου (και συγκεκριμένα ο Μητρ. Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, κ. Νικόλαος) δήλωσε σε συναδέλφους ότι «Δεν έχει υπογραφτεί τίποτα – όλα θα έλθουν στην Ιεραρχία και θα εξετασθούν από αυτήν». Μάλιστα τα μέλη της Επιτροπής της Ιεραρχίας στον διάλογο με το Υπουργείο, εξέφρασαν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Ύδρας στην εισήγησή του στην Ιεραρχία (9-3-2017), επιφυλάξεις για τον «φάκελο του μαθητή», ο δε Μητροπολίτης Μεσσηνίας, κ. Χρυσόστομος: «Εξέφρασε σοβαράς επιφυλάξεις για τον εκδοθησόμενο Φάκελο Υλικού, θεωρώντας ότι θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα αντί να επιλύσει», και εξήγησε λέγοντας ότι, «όταν υπάρχουν δομικά και μεθοδολογικά προβλήματα στο όλο ΠΣ…, ο Φάκελος θα είναι δύσχρηστος και για τους μαθητές και για τους καθηγητές, γιατί θα παρουσιάζει τα ίδια δομικά προβλήματα πού παρουσιάζουν και οι υποδείξεις πού έχουν δοθεί ήδη στους καθηγητές».

ü  Δηλώνει ακόμη ο κ. Γαβρόγλου ότι ο προσανατολισμός του νέου Προγράμματος είναι τέτοιος που καταλήγει να «απευθύνεται σε όλους». Ζητάμε να μας κοινοποιήσει τα σχετικά αιτήματα που του έχουν απευθύνει οι οργανωμένες θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα. Τον έχουν διαβεβαιώσει ότι τα νέα Προγράμματα καλύπτουν τους αλλόθρησκους μαθητές και δεν θα υπάρχουν απαλλαγές αλλοθρήσκων;

ü  Έχει κάνει διάλογο (ουσιαστικό και όχι προσχηματικό), πριν τις αλλαγές που επιχείρησε; Αν είχε έστω και τη στοιχειώδη γνώση για το πώς συντάσσονται Αναλυτικά Προγράμματα, θα γνώριζε ότι ο διάλογος προηγείται, δεν έπεται. Μάλιστα, αυτός γίνεται με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς και όλες τις θρησκευτικές κοινότητες, αν το μάθημα, όπως ισχυρίζεται, «απευθύνεται σε όλους». Εκείνος τι είδους «διάλογο» έκανε, όταν με εντολές του, πρώτα συντάσσονται τα Προγράμματα και μετά «συζητούνται»; Τι είδους διάλογο κάνει όταν την ώρα που συζητά με την Εκκλησία, ξεκινά επιμορφώσεις και εκτυπώνει το διδακτικό υλικό;

Στα τελευταία ερωτήματα, καταλαβαίνουμε την «ανάγκη» να γίνουν όλα γρήγορα, ώστε να καταναλωθούν τα ΕΣΠΑ. Και, φυσικά, δεν θα είναι καμία έκπληξη για κανέναν μας, όταν θα δούμε τα ίδια και τα ίδια ονόματα να επαναλαμβάνονται στα συγκεκριμένα έργα.

Για όλα αυτά η ΠΕΘ:

Ø  Επιμένει στην απόσυρση των παρόντων Προγραμμάτων και στη σύνταξη νέων.

Ø  Καταγγέλλει την  απόφαση του Υπουργού Παιδείας κ. Κ. Γαβρόγλου για την εκτύπωση του νέου διδακτικού υλικού για το μάθημα των Θρησκευτικών.

Ø  Ζητά την έκδοση άμεσα νέας απόφασης αναφορικά με την εκτύπωση του διδακτικού υλικού, με βάση το Σύνταγμα και τους νόμους της ελληνικής Πολιτείας αλλά και τα προτάγματα της δημοκρατίας.

Ø  Προτείνει ως έσχατη λύση την εκτύπωση και διανομή των ήδη υπαρχόντων βιβλίων του 2006, μέχρι να γραφούν, με τη συναίνεση όλων των ενδιαφερόμενων πλευρών, νέα βιβλία.

Αν το Υπουργείο δεν αποδεχθεί τις παραπάνω δημοκρατικές και αξιοπρεπείς προτάσεις για την άρση του αδιεξόδου, τότε αυτό θα είναι έμπρακτη απόδειξη ότι:

1. Η Κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν ενδιαφέρεται για τον εκσυγχρονισμό της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών αλλά στοχεύει στην πνευματική αποδόμηση της ορθόδοξης πίστης των παιδιών των Ελλήνων,

2. Το συγκυβερνών κόμμα των ΑΝΕΛ εξαπατά τον Ορθόδοξο ελληνικό λαό, προφασιζόμενο θρησκευτική ευλάβεια, αλλά στην πραγματικότητα συνταυτίζεται με τις επιλογές του κομματικού «κράτους» του ΣΥΡΙΖΑ.

3. Βρίσκεται σε εξέλιξη η γκεμπελική και φασιστική προσπάθεια ενός ιδεοληπτικού, ορθοδοξου-χριστιανοφοβικού καθεστώτος, που έχει στο στόχαστρό του την πίστη του Ορθόδοξου χριστιανικού λαού.

Η ΠΕΘ δηλώνει ότι θα συνεχίσει μαχητικότερα να αγωνίζεται, με σταθερότητα στις ορθόδοξες χριστιανικές της αρχές, για την  οριστική απόσυρση του πολυθρησκειακού συνονθυλεύματος που φέρει την ονομασία «νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά», τα οποία οι Θεολόγοι δεν θα υλοποιήσουν, διότι δεν μπορούν να εφαρμόσουν προδήλως αντισυνταγματικές διοικητικές εντολές, όπως επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα συντρεχούσης, άμα και της αντίστοιχης πειθαρχικής ευθύνης, μη αποκλειομένης και της ποινικής τοιαύτης, σύμφωνα με τις Συνταγματικές επιταγές2.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η απόφασή του Υπουργείου Παιδείας έρχεται, σε ευθεία αντίθεση με μια σειρά ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων (όπως ΣτΕ 3356/95, ΣτΕ 2176/1998, ΔΕΦ Χαν. 115/2012, όπου κρίνεται ότι:

α. Μεταξύ των σκοπών «της παρεχομένης στα σχολεία παιδείας είναι και η «ανάπτυξη», σε τουλάχιστον επαρκή βαθμόν, της θρησκευτικής συνειδήσεως των ελληνοπαίδων σύμφωνα («προεχόντως» σελ. 19) προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος.

β. Η διδασκαλία αυτή είναι, ως εκ τούτου, υποχρεωτική, όπως επίσης είναι υποχρεωτική και η παρακολούθηση από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν εις την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία (σελ. 13) του μαθήματος των θρησκευτικών.

γ. Το μάθημα αυτό, «ενόψει των εκτεθέντων» πρέπει να διδάσκεται σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας (βλ. ΣτΕ3356/1995, 3533/1986) και επί ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως (με τις προαναφερθείσες αποφάσεις γίνεται παραπομπή και στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 5 παρ. 1 εδαφ. α, 6 παρ. 2 εδαφ. β του ν.1566/1985, ΦΕΚ Α 167 και 2 παρ. 2, 3 παρ. 3 και 4 του Π.Δ. 47911995, ΦΕΚ Α 170)» (σελ. 14).

δ. «Προκειμένου να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος και να καταστεί δυνατή η «ανάπτυξις», σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνείδησης των προαναφερθέντων μαθητών και μάλιστα σύμφωνα προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής πίστης, επιβάλλεται όπως η Πολιτεία, με τη λήψη των καταλλήλων, κατά περίπτωση, νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, εξασφαλίζει τη διδασκαλία του κατά τα άνω μαθήματος των θρησκευτικών στους εν λόγω μαθητές, όπως με την κατάρτιση των Προγραμμάτων διδασκαλίας με ύλη, σύμφωνα με το δόγμα της χριστιανικής διδασκαλίας, επί ικανόν αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως κλπ.» (σελ.16).

2. Σύμφωνα, με τα άρθρα 95 & 5 του Συντάγματος, 50 & 4 του ΠΔ 18/1989, 1, 2, 3 και 5  του Νόμου 3008/2002, 23, 24, 25 & 1, 2 και 3 εδάφιον 1, 106, 107 και 110 & 1 του υπαλληλικού κώδικα (Νόμος 3528/2007), όσων θα επιχειρήσουν να τους εξαναγκάσουν, με οποιονδήποτε τρόπο, σε ενέργειες προδήλως αντισυνταγματικές και παράνομες.  Στην περίπτωση αυτή εννοούνται συγκεκριμένες ενέργειες, που τυχόν θα πιεστούν υπηρεσιακά να διαπράξουν οι θεολόγοι, αντίθετες τόσο στις διατάξεις των άρθρων 16 & 2, 3 & 1 και 2 και 13 & 2 εδάφιο γ, του Συντάγματος και σ΄ εκείνες των άρθρων 1 & 1α και 6 & 2 εδάφιο β, του Νόμου 1566/1985 και του άρθρου 4 του Α.Ν. 1363/1938, όσο και στη σύμφωνη με τις διατάξεις αυτές σταθερή Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και στην σχετικώς πρόσφατη 115/2012 Ακυρωτική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Χανίων.

http://www.petheol.gr/nea/epethepimeneistenkatargesetouparontosprogrammatoskaistesyntaxeenosneou-katangelleitapsematatouypourgoupaideiaskaitonempaigmotesekklesiastesellados-proteineikaizeta

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΘ – Νέα επιστολή προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαΐου 2017

Αθήνα, 9 Μαΐου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  58

Επιστολή προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

                 Μακαριώτατε,

                 Σεβαστοί μας Αρχιερείς

Πληροφορηθήκαμε ότι ο Σύμβουλος του Υπουργού Παιδείας, κ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, σε επιμόρφωση εκπαιδευτικών στο 2ο ΠΕΚ Αθηνών, στις 9/5/2017, δήλωσε δημόσια ότι έχει επέλθει συμφωνία μεταξύ Πολιτείας και Iεραρχίας για τα νέα Προγράμματα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η δήλωση αυτή έχει μεγάλη βαρύτητα στη συνείδηση των Θεολόγων που θεωρούν δεδομένο ότι η Ιεραρχία, με βάση τις έως τώρα αποφάσεις της,προστατεύει και θα προστατεύει το μάθημα, απ΄ό,τι χαρακτηρίσατε ως «επικίνδυνο» και «ακατάλληλο».

Σύμφωνα με δημοσίευμα (http://orthodoxia.info/9-3-2017), είχατε αποφασίσει και ζητήσει «Να υπάρξει νέα συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (ΙΣΙ)της Εκκλησίας της Ελλάδος, στην οποία θα ληφθεί η τελική απόφαση με βάση το πόρισμα της επιτροπής». Αν ο ισχυρισμός του κ. Γιαγκάζογλου αληθεύει, θα θέλαμε να μας ενημερώσετε για την αντίστοιχη απόφαση της Ιεραρχίας, την οποία εμείς οι Θεολόγοι δεν γνωρίζουμε, παρότι δημόσια την επικαλείται και  «χρησιμοποιεί» ο κ. Γιαγκάζογλου, κάνοντας λόγο  για συμφωνία Εκκλησίας και Πολιτείας.

Σε περίπτωση που δεν έχει συζητηθεί στη Σύνοδο της Ιεραρχίας το πόρισμα της επιτροπής διαλόγου και δεν έχουν επικυρωθεί όσα συζητήθηκαν μεταξύ Υπουργείου και Εκκλησίας, τότε ποιος έδωσε εγγυήσεις για τελική συμφωνία, ώστε να γίνονται επισήμως τέτοιες δηλώσεις και να καλούνται οι Θεολόγοι για επιμόρφωση, πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο διάλογος και πριν εγκρίνει η Ιεραρχία τα διορθωμένα Προγράμματα και βεβαιώσει τους Θεολόγους ότι τα Προγράμματα άλλαξαν;

Εσείς είχατε διακηρύξειμε παρέμβασή σας προς τον Πρωθυπουργό, τους Αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων και τον ελληνικό λαό για αυτά τα Προγράμματα ότι:

1. «Είναι απαράδεκτα επικίνδυνα, δεν θα αποδώσουν καρπούς, αλλά μεγάλη ζημιά στην Παιδεία και γενικότερα στην Κοινωνία μας».

 2. Σεις είπατε ότι: «Το μάθημα των Θρησκευτικών καταργήθηκε και πρόκειται πλέον για ένα μη θεολογικό μάθημα».

3. Εσείς είπατε ότι: «Η απόπειρα συσσώρευσης κοινών στοιχείων από διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις είναι ολοφάνερα πιεσμένη και επιπόλαια, με αποτέλεσμα την σύγχυση των μαθητών». 

4. Εσείς είπατε ότι: «Το εκπαιδευτικό υλικό όχι μόνο δεν βοηθά το παιδί μιας ορθόδοξης οικογένειας στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής εικόνας για την Ορθοδοξία, αλλά κλονίζει  τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, του προκαλεί σύγχυση, ενσπείροντάς του την λογική αμφιβολία ότι δεν αποκλείεται τελικά ο Χριστός να είναι και προφήτης του Ισλάμ»

5. Εσείς είπατε ότι: «Το νέο μάθημα έγινε μία διδασκαλία ηθικής και πολιτικής θεωρίας, καλλιτεχνικής παιδείας, κοινωνιολογία των θρησκειών, πολιτισμός και ιστορία θρησκειών». 

6. Εσείς είπατε ότι: «Δεν μπορεί να εκριζώνεται η θεολογική επιστήμη από το μάθημα των Θρησκευτικών, προκειμένου το μάθημα να υπηρετήσει σκοπούς πολιτικής καθοδηγήσεως»

7. Εσείς είπατε ότι: «Το συμπέρασμα είναι ότι το μάθημα των Θρησκευτικών τώρα πλέον έγινε «κατηχητικό,  διότι προσπαθεί, με σαφή πολιτικά κριτήρια, να κατηχήσει και  να στρατεύσει τους μαθητές σε μια εκκοσμικευμένη στάση απέναντι στο θρησκευτικό φαινόμενο. Παράλληλα συντηρεί μία θεολογικά ρηχή προσέγγιση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκμηδενίζοντας την ιδιαιτερότητα του ορθόδοξου δόγματος και της χριστιανικής παράδοσης, αφού τα καταβιβάζει και τα μελετά στο επίπεδο του απλού κοινωνικού ή φιλοσοφικού κινήματος».

8. Εσείς είπατε ότι: «Τα καινούργια προγράμματα με έπεισαν ότι δεν πρόκειται για θρησκευτικά αλλά για επιχείρηση αλλοιώσεως της πίστεώς μας».

Αυτά όλα Μακαριώτατε διορθώθηκαν; Πότε; Πώς; Ποιες και πού είναι οι διορθώσεις; Ο όρος που θέσατε να έχουν Ορθόδοξο χαρακτήρα και προσανατολισμό εκπληρώθηκε; Η Ιερά Σύνοδος μπορεί να βεβαιώσει τους Θεολόγους και τον ελληνικό λαό υπεύθυνα και στοιχειοθετημένα ότι άλλαξαν τα Προγράμματα και έγιναν Ορθόδοξα; Ή μήπως να κλείσουμε τα μάτια και να εφαρμόσουμε τα Προγράμματα εκείνα που εδώ και (6) έξι χρόνια αποδεικνύουμε με επιστημονικά θεολογικά και παιδαγωγικά επιχειρήματα, αυτό που και εσείς διαπιστώσατε, ότι θα βλάψουν την παιδεία και την ελληνική κοινωνία ως ακατάλληλα και επικίνδυνα;

Το θέμα είναι άκρως σοβαρότατο Μακαριώτατε. Αυτό που προσλαμβάνουμε, μετά και από τις δηλώσεις του κ. Γιαγκάζογλου είναι το εξής: Είτε κάποιοι θεωρούν ότι η Ιεραρχία των Επισκόπων είναι εύκολα χειραγωγήσιμη, ώστε δεν χρειάζεται να χάνεται χρόνος, είτε ότι όλοι εμείς οι Θεολόγοι, και το ίδιο το μάθημα, είμαστε πιόνια σε ένα παιχνίδι που υπηρετεί σκοπιμότητες, τις οποίες ούτε τις γνωρίζουμε ούτε τις καταλαβαίνουμε.

Παρακαλούμε για την απάντησή σας.

 Με σεβασμό ασπαζόμαστε τη δεξιά Σας.

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

                 Ο Πρόεδρος                                           Ο Γενικός Γραμματέας

          Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                              Παναγιώτης Τσαγκάρης

                  Δρ Θεολογίας                                                     Mr Θεολογίας

http://www.petheol.gr/nea/neaepistoleprostonmakariotatoarchiepiskopoathenonkaipaseselladoskieronymokaiapantestousierarchestesierarchiastesekklesiastesellados

 

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΘ- Επιστολή προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο

Συγγραφέας: kantonopou στις 20 Μαΐου 2017

Αθήνα, 5 Μαΐου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  54

Επιστολή προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο

Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο

 Κοινοποίηση :

Άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

                    Μακαριώτατε,

        Πληροφορούμαστε ότι τις τελευταίες ημέρες συντελείται από το Υπουργείο Παιδείας Έρευνας & Θρησκευμάτων μια «βιαστική» και κλιμακωτού χαρακτήρα διαδικασία επιμόρφωσης των Θεολόγων εκπαιδευτικών, αλλά και των δασκάλων των Δημοτικών Σχολείων σχετικά με το νέο πολυθρησκειακό Πρόγραμμα του μαθήματος των Θρησκευτικών, το οποίο, όμως, είχε απορριφτεί από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και ιδιαίτερα από Εσάς προσωπικά, αλλά και από την Ένωσή μας.

Πληροφορούμαστε, επίσης ότι, από εκπροσώπους του Υπουργείου Παιδείας εκφράζονται απόψεις πως έχει «επέλθει σύγκλιση και συναίνεση μεταξύ του Υπουργείου και της Εκκλησίας, σχετικά με το Πρόγραμμα του μαθήματος των Θρησκευτικών, μέσω σχετικού διαλόγου».

Κατόπιν τούτων, σας ερωτούμε, Μακαριώτατε και κρίνουμε ότι ως Θεολόγοι, αλλά και ως εκπαιδευτικοί, δικαιούμαστε να γνωρίζουμε τις απαντήσεις Σας, τις οποίες και αναμένουμε άμεσα -διότι σε άλλη περίπτωση μας δημιουργούνται σοβαρές και μεγάλες ανησυχίες και αβεβαιότητες- από Εσάς, που αποτελείτε τον πνευματικό ηγήτορα της Εκκλησίας μας, όσον αφορά τα ακόλουθα ερωτήματα:

-Έχει συναινέσει η Εκκλησία της Ελλάδος με το Υπουργείο Παιδείας Έρευνας & Θρησκευμάτων για το μάθημα των Θρησκευτικών;

-Αν έχει υπάρξει συναίνεση, ποια είναι η βάση της και ποια προοπτική έχει προσδιορισθεί;

-Η ανωτέρω προοπτική είναι αποτέλεσμα του επιστημονικού και θεολογικού διαλόγου μεταξύ Εκκλησίας και Υπουργείου;

-Αν έχουν υπάρξει αποτελέσματα του διαλόγου αυτού, γιατί αυτά τα αποτελέσματα δεν έχουν δημοσιοποιηθεί;

-Τα αποτελέσματα αυτού του διαλόγου έχουν γνωστοποιηθεί στους Ιεράρχες και ποια είναι η θέση τους;

Σε αυτά τα βασικά ερωτήματα, που συνδέονται με μια σειρά άλλων σχετικών αλλά επιμέρους ερωτημάτων, αναμένουμε τις απαντήσεις Σας.

Με σεβασμό ασπαζόμαστε τη δεξιά Σας.

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

        Ο Πρόεδρος                                   Ο Γενικός Γραμματέας

 Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                  Παναγιώτης Τσαγκάρης

Δρ Θεολογίας                                  Mr Θεολογίας

http://www.petheol.gr/nea/epistoleprostonmakariotatoarchiepiskopoathenonkaipaseselladoskieronymo

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΘ- Το μάθημα των Θρησκευτικών και ο Προσηλυτισμός: Σύντομη απάντηση σε αβάσιμα επιχειρήματα του κ. Πάνου Νικολόπουλου για το αδίκημα του προσηλυτισμού

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για Πανελλήνια Ένωση ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΑΚΤΙΝΕΣ

Αθήνα, 5 Μαΐου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  55

Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων(ΠΕΘ)

Το μάθημα των Θρησκευτικών και ο Προσηλυτισμός:

Σύντομη απάντηση σε αβάσιμα επιχειρήματα του κ. Πάνου Νικολόπουλου

(που έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο) για το αδίκημα του προσηλυτισμού

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων(ΠΕΘ) θεωρεί ότι τα όσα ανέφερε για το μάθημα των Θρησκευτικών, ο κ. Πάνος Νικολόπουλος σε ομιλία του στις 3 Απριλίου 2017 στην αίθουσα της «Στοάς του Βιβλίου» στην Αθήνα, χρήζουν μιας σύντομης απάντησης η οποία θα ξεκαθαρίζει το τοπίο σχετικά με το θέμα του προσηλυτισμού και συγκεκριμένα:

1.- Το Συμβούλιο Επικρατείας δεν είναι ποινικό δικαστήριο, αλλά μόνον διοικητικό δικαστήριο, επομένως, δεν έχει αρμοδιότητα να αποφαίνεται, εάν κάποια πράξη συνιστά ή όχι αξιόποινο προσηλυτισμό. Στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Νικολόπουλος ομολογεί ρητά, ότι διεξάγεται προσηλυτισμός στα σχολεία με το νέο Πρόγραμμα και τη  νέα ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών, απλώς ισχυρίζεται ότι ο προσηλυτισμός αυτός δεν είναι αξιόποινος.  Αυτός δεν είναι λόγος, να δεχθούμε Πρόγραμμα και ύλη μαθήματος των Θρησκευτικών, μέσω των οποίων διεξάγεται προσηλυτισμός και,  μάλιστα, όπως ανερυθρίαστα, ρητά και απερίφραστα ομολογείται, ασχέτως εάν είναι αξιόποινος ή όχι.

2.- Ο επίμαχος προσηλυτισμός (διεξαγόμενος μέσα στα σχολεία) για να θεωρηθεί μη αξιόποινος, πρέπει, να συντρέχει κάποιος εκ των λόγων άρσεως του αδίκου (Ποινικός Κώδιξ άρθρα  20 επ.) ή κάποιος εκ των λόγων άρσεως του καταλογισμού (Ποινικός Κώδιξ άρθρα  26 επ.). Και δεν γίνεται καμία επίκλησητέτοιου λόγου.

3.- Είναι σαφές, ότι ο νόμος περί προσηλυτισμού, αναφέροντας την έννοια «ετερόδοξος» εννοεί ετερόδοξος ως προς τη θρησκεία στην οποίαν αποπειράται κάποιος να τον προσηλυτίσει και δεν είναι δυνατόν, ο νόμος αυτός να τιμωρεί τον προσηλυτισμό εν μέρει και να επιτρέπει την διάπραξή του υπό άλλην μορφή.  Να αφήνει δηλαδή ατιμώρητη ορισμένη μορφή προσηλυτισμού. Αν θέσπιζε τέτοια ευχέρεια, η διάταξη αυτή θα ήταν αντισυνταγματική, καθ’ όσον το άρθρον 13 παρ. 2 του Συντάγματος απαγορεύει οποιαδήποτε μορφή προσηλυτισμού και πουθενά δεν δέχεται ότι ορισμένη μορφή προσηλυτισμού μένει ατιμώρητη, εάν διεξάγεται από ομόδοξο προς ομόδοξο, τον οποίον όμως επιδιώκει, να προσηλυτίσει σε άλλη θρησκεία.

4.-  Ο κ. Νικολόπουλος προσπαθεί εδώ, να  χρησιμοποιήσει πρωτίστως τη γραμματική ερμηνεία του νόμου, όπως γνωρίζει, όμως και όπως διδάσκεται σε όλες τις νομικές σχολές του κόσμου, όταν ερμηνεύουμε έναν νόμο χρησιμοποιούμε πρωτίστως τη λογική και την τελεολογική ερμηνεία του νόμου και τελευταία τη γραμματική και μόνον εφ’ όσον η λογική και η τελεολογική ερμηνεία του νόμου δεν μας εξυπηρετεί.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΘ – Διαμαρτυρία προς το Υπουργείο Παιδείας και αίτημα αλλαγής της ημερομηνίας διεξαγωγής των σεμιναρίων επιμόρφωσης των Θεολόγων

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Μαΐου 2017

Αθήνα, 5 Μαΐου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  56

Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

Διαμαρτυρία προς το Υπουργείο Παιδείας

και αίτημα αλλαγής της ημερομηνίας διεξαγωγής των σεμιναρίων

επιμόρφωσης των Θεολόγων

Στις 8 & 9 Μαΐου 2017 αρχίζουν διήμερα επιμορφωτικά σεμινάρια για τους καθηγητές Θεολόγους για τα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών. Τα σεμινάρια προβλέπεται να γίνονται απογευματινές ώρες (2.30 μέχρι 8.30).

Μας προξενεί εντύπωση ότι το Υπουργείο και το ΙΕΠ προγραμμάτισε αυτά τα σεμινάρια στις 9 Μαΐου 2017, ημέρα που διενεργούνται εκλογικές διαδικασίες στις τοπικές ΕΛΜΕ της χώρας. Η διεξαγωγή σεμιναρίων την ημέρα των εκλογών αποτελεί πράξη απαξίωσης του συνδικαλιστικού κινήματος και πράξη υποτίμησης του δικαιώματος των συναδέλφων θεολόγων, οι οποίοι αντί να έχουν την ελευθερία και τον χρόνο να συμμετάσχουν, όπως όλοι οι συνάδελφοί τους στις εκλογικές διαδικασίες, ασκώντας το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, είναι αναγκασμένοι να παρακολουθήσουν σεμινάρια.

Ειδικά, λοιπόν,  για την Τρίτη 9 Μαΐου ημέρα διεξαγωγής εκλογών στις ΕΛΜΕ, απαιτούμε από το Υπουργείο Παιδείας, το ΙΕΠ, τις Περιφερειακές Διευθύνσεις αλλά και τις Διευθύνσεις Δευτεροβάθμιας να βρουν τρόπο να απαλλάξουν τους συναδέλφους από τα σεμινάρια που οργάνωσαν, επιτρέποντάς τους ταυτόχρονα να κάνουν χρήση του δικαιώματος της συνδικαλιστικής τους άδειας!

Το ΔΣ της ΠΕΘ

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστολή της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ) – Προς τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Συγγραφέας: kantonopou στις 5 Απριλίου 2017

Αθήνα, 28 Μαρτίου  2017

Αριθμ. Πρωτ.  43

Επιστολή της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

Προς
Τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

Μακαριώτατε,
Άγιοι Αρχιερείς,

Κάθε δημόσια τοποθέτηση και απαξίωση προσώπων, αλλά κυρίως αγώνων, απαιτεί και δημόσια απάντηση. Είμαστε υποχρεωμένοι, λοιπόν, μετά και τις τελευταίες εξελίξεις που έλαβαν χώρα κατά τη σύγκλιση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (9/3/2017), κατόπιν των εισηγήσεων και συζητήσεων, αλλά και των αποφάσεων που ελήφθησαν για το μάθημα των Θρησκευτικών, να δηλώσουμε δημόσια και κατηγορηματικά ότι:

  1. Ο αποκλεισμός της ΠΕΘ από τον διάλογο για το μάθημα των Θρησκευτικώνείναι μονομερής, άδικος και επιζήμιος

Διαμαρτυρόμαστε έντονα για τον αποκλεισμό της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων (ΠΕΘ), του επιστημονικού και συνδικαλιστικού οργάνου των Θεολόγων αλλά και των ειδικών επιστημόνων της Παιδαγωγικής και Διδακτικής επιστήμης -οι οποίοι βρίσκονται σε συμφωνία με τις θέσεις της ΠΕΘ- από τον διάλογο που διεξάγει για το μάθημά μας η εξ Αρχιερέων Επιτροπή με το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Πιστεύουμε ότι η απόφαση αυτή ζημιώνει την ίδια την ποιμαίνουσα Εκκλησία, διότι οι θεολογικές και παιδαγωγικές θέσεις της ΠΕΘ είναι και επιστημονικά εμπεριστατωμένες και συνάδουν με τις έως τώρα ληφθείσες συνοδικές θέσεις για το μάθημα των Θρησκευτικών. Ο αποκλεισμός της ΠΕΘ είναι άδικος, διότι δεν προέκυψε από  κάποια αντικειμενικά κριτήρια. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν ετέθη  ως όρος η μη συμμετοχή και των δύο Συλλόγων (ΠΕΘ και Καιρού) στον διεξαγόμενο διάλογο, με αποτέλεσμα οι  θιασώτες των νέων Προγραμμάτων (που ανήκουν στον Καιρό) να συμμετέχουν κανονικά στον διάλογο για τα Θρησκευτικά, επηρεάζοντας και διαμορφώνοντας αποτελεσματικά την έκβαση του διαλόγου, ενώ η ΠΕΘ είναι η μόνη που εξαιρέθηκε. Πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψιν όλων ότι οι υποστηρικτές των νέων Προγραμμάτων συμμετέχουν διπλά, διότι, αφενός η Εκκλησία συμφώνησε(;) τελικά να αποδεχθεί ως βάση του διαλόγου το νέο Πρόγραμμα που είναι έργο τους, αφετέρου συζητά χωρίς καμιά αντίρρηση ή ένσταση με τους συντάκτες των Προγραμμάτων αυτών και μάλιστα με εκείνους, που,  κατά την αρχιεπισκοπική ρήση, «έβλαψαν την Εκκλησία». Αν η Εκκλησία, όντως, ήθελε διάλογο χωρίς τη συμμετοχή των Συλλόγων έπρεπε η απόφασή της να αφορά και στις δύο πλευρές και να μην ισχύει μονομερώς.

  1. Αποκλείονται από τον διάλογο οι ειδικοί γνώστες του θέματος

Ακόμη δεν γνωρίζουμε τι επιδιώκεται τελικά με αυτόν τον διάλογο, όταν αποκλείονται από αυτόν όλοι σχεδόν οι ειδικοί της Διδακτικής και της Παιδαγωγικής. Σε ανάλογη περίπτωση, θα ήταν αδιανόητο να γίνεται ένας διάλογος για θέματα που αφορούν στο δόγμα και να αποκλείονται οι ειδικοί της Δογματικής με κριτήριο ποιοι είναι περισσότερο αρεστοί σε αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις. Αν δεχθούμε κάτι τέτοιο, καταργούνται συνολικά τα διαχρονικά κριτήρια της Εκκλησίας που ίσχυσαν σε όλους τους αγώνες και τους διαλόγους της. Σε αυτούς η Εκκλησία δεν απέκλειε παρά μόνον τους αιρετικούς. Εξάλλου, δεν είναι κατανοητό πώς πρόσωπα που επιλέχθηκαν από τη Σύνοδο το 2016, αίφνης να αποκλείονται αφοριστικά από την ίδια το 2017 διότι είναι μέλη της ΠΕΘ. Επίσης, μέλη που επιλέχθηκαν καταρχάς για τον διάλογο να αποκλείονται την τελευταία στιγμή προφανώς ως μη αρεστά. Γιατί γίνονται όλα αυτά; Γιατί η Εκκλησία κάνει τέτοιες διακρίσεις; Τι θέλει να επιτύχει; Να πετύχει ίσως έναν συμβιβασμό που θα τον εμπόδιζαν όσοι θεωρούν ότι τα Προγράμματα αυτά πρέπει να καταργηθούν γιατί είναι επικίνδυνα; Ποια η σκοπιμότητα της αναζήτησης των «θετικών» των νέων Προγραμμάτων από την Επιτροπή της Εκκλησίας; Πιθανόν και οι αιρέσεις που ταλάνισαν την Εκκλησία επί αιώνες να είχαν κάποια «θετικά». Δεν τα αναζήτησαν, όμως, οι Πατέρες της Εκκλησίας που ανέλαβαν τον αντιαιρετικό αγώνα. Ή μήπως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πλήθος αιρέσεων που θα κάνουν την εμφάνισή τους, εφόσον ο κάθε μαθητής καλείται να κάνει τις δικές του επιλογές από θρησκευτικά στοιχεία που επίτηδες εμφανίζονται μεμονωμένα, εκτός των οργανωμένων θρησκειών στις οποίες ανήκουν. Ακόμη, δεν σας κρύβουμε ότι μας δημιουργούνται ερωτηματικά για τους λόγους που επέβαλαν την αντικατάσταση των Αρχιερέων που είχαν αναλάβει αρχικά τον διάλογο με την Πολιτεία (7/10/2016).

Εμείς, πάντως:

α) Θεωρούμε ότι τέτοιου είδους αποκλεισμοί αποτελούν  ξεκάθαρες διακρίσεις, που αντιβαίνουν σε κάθε κανόνα δικαίου και δημοκρατικών διαδικασιών.

β) Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να διανοηθούμε πώς είναι δυνατόν να στοχοποιούνται και να  απαξιώνονται επιστήμονες και αγώνες στον βωμό κάποιας πολιτικής.

  1. Άλλαξε η αρχική απόφαση της Εκκλησίας ως προς τη βάση του διαλόγου

Έκπληκτοι παρατηρούμε ότι άλλαξε η αρχική απόφαση της Εκκλησίας ως προς τη βάση του διαλόγου. Ενώ η συμφωνία Αρχιεπισκόπου και Πρωθυπουργού προέβλεπε να αρχίσει ο διάλογος από μηδενική βάση, ξαφνικά πληροφορούμαστε ότι η νέα απόφαση της Εκκλησίας είναι να συνεχιστεί ο διάλογος, έχοντας ως βάση πλέον τα νέα Προγράμματα!

Δυστυχώς, αυτή η απόφαση δεν είναι καθόλου θετική για την τελική έκβαση του διαλόγου, διότι αποτελεί ένα βήμα προς την αποδοχή της πολυθρησκειακής – συγκρητιστικής δομής του μαθήματος των Θρησκευτικών,  χαρακτηριστικό των νέων Προγραμμάτων.

  1. Τα νέα Προγράμματα είναι ακατάλληλα και επικίνδυνα

Οφείλουμε επίσης να τονίσουμε εμφαντικά ότι τα επίδικα νέα Προγράμματα δεν είναι εύκολο να κατανοηθούν από μη ειδικούς ως προς τα παιδαγωγικά, κυρίως, θέματά τους, όπως αυτό της πολυθρησκειακής δομής  ή της μαθησιακής καταλληλότητας σε κάθε ηλικιακό επίπεδο. Πέραν των αμέτρητων παιδαγωγικών και θεολογικών σημείων που καθιστούν τα νέα Προγράμματα ακατάλληλα και επικίνδυνα, αλλά και αντίθετα με τον ορθόδοξο προσανατολισμό του μαθήματος,  υπάρχουν και πάρα πολλές ελλείψεις. Υπάρχουν δηλαδή, θεμελιώδη στοιχεία της ορθόδοξης παράδοσης που δεν συμπεριελήφθησαν στα νέα Προγράμματα. Επειδή ακόμη παρατηρούμε ότι σε όλα τα έγγραφά που αφορούν στα νέα Προγράμματα προβάλλεται ως αναγκαία και ορθόδοξη η ανάμειξη της διδασκαλίας της πίστεώς μας με τις διδασκαλίες των θρησκειών, επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά ότι αυτό το συνονθύλευμα που επιχειρούν είναι ξένο προς την ορθοδοξία και ότι στοχεύει στην αποδόμηση της ορθόδοξης πίστης και της παράδοσης μας, μέσω του συγκρητισμού και της συγχύσεως. Άλλωστε αυτή ήταν και η θέση που εκφράσατε τον περασμένο Σεπτέμβριο και εσείς  Μακαριώτατε για τα νέα Προγράμματα.

  1. Δεν έχει προταθεί στο διάλογο το θέμα της ανισονομίας

Με μεγάλη έκπληξη διαπιστώνουμε ότι στη διαμόρφωση του πλαισίου του διαλόγου Εκκλησίας – Πολιτείας, όπως διαπιστώνουμε από την εισήγηση του Προέδρου της Επιτροπής Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ύδρας κ. Εφραίμ, δεν προβλέπεται να τεθεί και μάλιστα κατά προτεραιότητα σύμφωνα με τη δική μας άποψη, το θέμα της ανισονομίας που υφίσταται εκ μέρους του Υπουργείου σε βάρος των Ορθοδόξων μαθητών στα ελληνικά σχολεία. Ενώ δηλαδή οι Μουσουλμάνοι, οι Εβραίοι και οι Ρωμαιοκαθολικοί απολαμβάνουν το δικαίωμά τους να διδάσκονται τα τέκνα τους  τη δική τους πίστη, οι ορθόδοξοι γονείς είναι οι μόνοι που υφίστανται, εκ μέρους της Πολιτείας, άνιση μεταχείριση και υποτίμηση, εφόσον, με βάση το νέο Πρόγραμμα, δεν διδάσκονται τα τέκνα τους αμιγώς η δική τους ορθόδοξη πίστη, αλλά ένα πολυθρησκειακό – διαθρησκειακό και συγκρητισμικό μάθημα, ως να είναι κατώτερη η ορθόδοξη πίστη τους από την πίστη των άλλων θρησκευόμενων πολιτών της χώρας. Ο Ορθόδοξος Έλληνας πολίτης, ως άνθρωπος και μέλος του κοινωνικού συνόλου αλλά και της Εκκλησίας, θα πρέπει να απολαμβάνει ισότιμα τα ίδια συνταγματικά δικαιώματα με όλους τους άλλους και, μάλιστα, υπό την εγγύηση του κράτους, με βάση την αρχή της ισονομίας και της αναλογικότητας  (Σύνταγμα, άρθρ. 4 και 25).

  1. Οφείλουμε να αντιδράσουμε δυναμικά και με κάθε τρόπο

Δηλώνουμε ότι δεν πρόκειται, ποτέ και με κάθε τίμημα, να νομιμοποιήσουμε και να αποδεχθούμε τα αποτελέσματα ενός διαλόγου που γίνεται για μας αλλά χωρίς εμάς. Ακόμη περισσότερο μάλιστα, οφείλουμε να αντιδράσουμε δυναμικά και με κάθε τρόπο  -αν διαπιστώσουμε ότι ο διάλογος Υπουργείου – Εκκλησίας χρησιμοποιείται ως εργαλείο για να υιοθετηθεί και να πάρει και την ευλογία της Εκκλησίας η προώθηση του θρησκευτικού συγκρητισμού και η ατομική/πολλαπλή θρησκεία (θρησκεία του «Σούπερ Μάρκετ») στα σχολεία μας, δηλαδή μια διδασκαλία αντίθετη με την αλήθεια της Εκκλησίας μας. Θεωρούμε χρέος και ευθύνη μας να αγωνιστούμε ενάντια σε κάθε προσπάθεια, από όπου και αν προέρχεται, που έχει ως στόχο την εισαγωγή τέτοιων επικίνδυνων αντιλήψεων στο μάθημα των Θρησκευτικών.

  1. Σύνταξη νέων Προγραμμάτων για το μάθημα των Θρησκευτικών

Επίσης, δηλώνουμε για άλλη μια φορά, πάντα συνεπείς στις θέσεις μας, ότι ζητάμε διάλογο εκ του μηδενός και σύνταξη νέων Προγραμμάτων για το μάθημα των Θρησκευτικών.

Αιτούμεθα άμεση συνάντηση

Μακαριώτατε, γνωρίζετε ότι όλοι οι σκεπτόμενοι Έλληνες Ορθόδοξοι χριστιανοί είναι αναστατωμένοι εδώ και έξι χρόνια με αυτά τα Προγράμματα και αναμένουν από την Εκκλησία τις σωστές αποφάσεις που θα λύσουν το πρόβλημα και δεν θα το διαιωνίσουν. Για όλους τους παραπάνω λόγους αιτούμεθα άμεση συνάντηση μαζί Σας για να εκθέσουμε αναλυτικότερα τις απόψεις και τις θέσεις μας για όλα όσα αναφέραμε.

Για το ΔΣ της ΠΕΘ
Ο Πρόεδρος                                      Ο Γενικός Γραμματέας
Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                    Παναγιώτης Τσαγκάρης
Δρ Θεολογίας                                          Mr  Θεολογίας

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΘ – Ένσταση κατά της απόφασης σύστασης της Γνωμοδοτικής Επιτροπής αποτίμησης της εφαρμογής των νέων Προγραμμάτων Σπουδών για τα Θρησκευτικά

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαρτίου 2017

Αθήνα, 7 Μαρτίου  2017

Αριθμ. Πρωτ.  33

Προς τον κ. Κωνσταντίνο Βασιλείου Γαβρόγλου, Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

ΚΟΙΝ.:

1.            Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής

2.            Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος

3.            Πανελλήνια Ένωση Γονέων

4.            Παραρτήματα της ΠΕΘ

ΘΕΜΑ:  Ένσταση κατά της απόφασης σύστασης της Γνωμοδοτικής Επιτροπής αποτίμησης της εφαρμογής των νέων Προγραμμάτων Σπουδών για τα Θρησκευτικά

               Αξιότιμε κ. Υπουργέ

Με απόφαση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) στις 06 Φεβρουαρίου 2017 συγκροτήθηκε Γνωμοδοτική  Επιτροπή,  που θα αναλάβει το έργο μιας πρώτης γενικής αποτίμησης της εφαρμογής  των νέων Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου.

Το γεγονός ότι δεν υπήρξε καμία σχετική προκήρυξη, αποδεικνύει ότι η Επιτροπή επιλέχθηκε με μη δημοκρατικές διαδικασίες και σε αυτήν ορίστηκε συντονιστής, το ίδιο πρόσωπο που ήταν ο εμπνευστής και συντονιστής των Προγραμμάτων Σπουδών. Η σύνθεση μάλιστα, της Επιτροπής δεν είναι τυχαίο ότι αποτελείται από εκπαιδευτικούς που είναι εγγεγραμμένοι στον Σύνδεσμο «Καιρός» ή διάκεινται φιλικά προς το προειρημένο πρόσωπο.

Διαπιστώνουμε επίσης, ότι οι λόγοι της επιλογής λειτουργούν σε ατομικό επίπεδο («θέσεις πορτρέτα») με ανοικτά τα ερωτήματα: Γιατί αυτοί οι Σχολικοί Σύμβουλοι και όχι άλλοι, γιατί αυτοί οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί και όχι άλλοι; κ.ο.κ. Είναι περιττό να επισημανθεί ότι οι ίδιοι που συνέταξαν τα Προγράμματα Σπουδών είναι και αυτοί που θα «αποτιμήσουν» την εφαρμογή τους, κατά τη λαϊκή έκφραση «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει». Τα ίδια πρόσωπα, της συγκεκριμένης ομάδας, ανακυκλώνονται σε όλες τις Επιτροπές για τα θρησκευτικά. Η επιλογή λοιπόν, των εκπαιδευτικών που στελέχωσαν και αυτήν την Επιτροπή προϊδεάζει για το αποτέλεσμα της «αποτίμησης».

Αν και σε ολόκληρη την Ελλάδα διαπιστώνεται ένα ισχυρό κύμα αντιδράσεων εναντίον των νέων Προγραμμάτων Σπουδών , είναι απορίας άξιο, αν οι ίδιοι που προσπαθούν εδώ και έξι (6) χρόνια, παντοιοτρόπως, να τα επιβάλουν, θα αναγνωρίσουν και θα δεχθούν αυτές τις αντιδράσεις και θα προτείνουν την απόσυρση ή την εκ θεμελίων αναθεώρησή τους. Δεν είναι απαραίτητο να έχει κάποιος προφητικό χάρισμα για να γνωρίζει από τώρα το αποτέλεσμα της αποτίμησης: «Το Πρόγραμμα Σπουδών είναι εξαιρετικό αλλά για να γίνει αντιληπτό και να μπορέσουν οι εκπαιδευτικοί να το διδάξουν χρειάζεται να γραφτούν βιβλία και να γίνουν επιμορφώσεις»!!! Καιρός, λοιπόν, να ανοίξουν τα νέα ΕΣΠΑ για να δούμε τους ίδιους και τους ίδιους (με κάποιες μικροανανεώσεις) να επαναλαμβάνονται στις «δημοκρατικά» ορισμένες Επιτροπές.

Όπως καταλαβαίνετε κ. Υπουργέ η «τράπουλα» είναι σημαδεμένη από την αρχή της σύνταξης αυτών των Προγραμμάτων έως και σήμερα. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπάρξει αντικειμενικό αποτέλεσμα, όταν συμβαίνουν όλα αυτά γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το τελευταίο: Οι δημιουργοί των Προγραμμάτων να ορίζονται επίσης ως αξιολογητές τους. Αυτό που διαπιστώνει ο καθένας είναι ότι από το 2010 υπάρχει μια μικρή ομάδα Θεολόγων που επιδιώκουν διασυνδέσεις με την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και προσπαθούν με κάθε μέσο να επιβάλουν τα συγκρητιστικά Προγράμματά τους.

 Είναι ολοφάνερο πια σε όλη την Ελλάδα ότι, μέσω αυτών των Προγραμμάτων, επιδιώκεται η προώθηση της ατομικής θρησκείας που θα είναι ένα μείγμα από θρησκευτικές αντιλήψεις. Συνεπώς, πρόκειται για Προγράμματα που είναι αντίθετα στην Ορθόδοξη πίστη, την  οποία ασπάζεται η συντριπτική πλειονότητα του μαθητικού πληθυσμού της χώρας. Πιστεύουμε ότι αρκετά έχει ταλαιπωρηθεί ο ελληνικός λαός και αρκετή πνευματική ζημιά έχουν υποστεί οι Ορθόδοξοι μαθητές της χώρας από τους ως άνω πολυθρησκειακούς πειραματισμούς.

Κύριε Υπουργέ, επικαλούμαστε τα δημοκρατικά σας αισθήματα και:

Ζητάμε άμεσα, ως η Ένωση της μεγάλης πλειονοψηφίας των Θεολόγων της χώρας, να εγκαταλειφθεί ένα πείραμα που απέτυχε παταγωδώς, να αποσυρθούν αυτά τα Προγράμματα και να συνταχθούν νέα Προγράμματα με σύνεση, ηρεμία, αλληλοσεβασμό, διάλογο με την Εκκλησία και όλους τους εμπλεκόμενους. Προς τούτο:

–              Ζητάμε, προσωπική συνάντηση μαζί σας για να ακούσετε και τις δικές μας θέσεις για το μάθημα, την ευθύνη της διδασκαλίας του οποίου έχουμε αναλάβει.

–              Ζητάμε, την αντικατάσταση του κ. Σ. Γιαγκάζογλου από την οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά στο μάθημα των Θρησκευτικών, γιατί δεν έχει καμία ακαδημαϊκή εξειδίκευση σε θέματα Παιδαγωγικών και Διδακτικής του μαθήματος και γιατί έχει διχαστεί όλος ο θεολογικός κόσμος από τις ενέργειες του σε όσα έχει οριστεί να συντονίσει.

–              Πάνω από όλα, τέλος, απαιτούμε τον σεβασμό σε έναν επιστημονικό κλάδο, που δεν είναι δυνατόν να εμπαίζεται από το ΙΕΠ με τέτοιους ορισμούς επιτροπών.

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

Ο Πρόεδρος                                                  Ο Γενικός Γραμματέας

          Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                                   Παναγιώτης Τσαγκάρης

                   Δρ Θεολογίας                                                      Mr Θεολογίας

http://www.petheol.gr/nea/enstasekatatesapophasessystasestesgnomodotikesepitropesapotimesestesepharmogestonneonprogrammatonspoudongiatathreskeutika

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παλαιότερα σχολικά βιβλία του μαθήματος των Θρησκευτικών Δημοτικού

Συγγραφέας: kantonopou στις 4 Μαρτίου 2017


ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ  ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ
 .
  








 

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αλήθεια είναι…, του Παναγιώτη Τσαγκάρη, Γενικού Γραμματέα της ΠΕΘ

Συγγραφέας: kantonopou στις 25 Δεκεμβρίου 2016

του Παναγιώτη Τσαγκάρη,

Γενικού Γραμματέα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων(ΠΕΘ)

Ας ξεκαθαρίσουμε ορισμένες λανθασμένες ερμηνείες και παρερμηνείες που υπάρχουν γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών.

1. Είναι απόλυτα λάθος η αφοριστική διατύπωση ότι το παρόν μάθημα των Θρησκευτικών είναι «κατηχητικό».

Η αλήθεια είναι ότι είναι κατά βάση Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή με επιπρόσθετες ενότητες και στοιχεία από τις χριστιανικές ομολογίες και τις θρησκείες σε κάθε βιβλίο κάθε σχολικής τάξης (στη Β΄ Λυκείου το μάθημα είναι καθαρά θρησκειολογικό).

2. Είναι απόλυτα λάθος η συμπερασματική διαπίστωση ότι το μάθημα των Θρησκευτικών που διδάσκεται τόσα χρόνια σε όλες σχεδόν τις τάξεις του ελληνικού σχολείου, δεν έχει αποτελέσματα επειδή δεν πετυχαίνει να κάνει τους μαθητές χριστιανούς, διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Ο στόχος του μαθήματος είναι να προσφέρει πνευματικούς προβληματισμούς ως προς τις δυνατότητες που έχει η χριστιανική πίστη να ανακαινίζει και να εντάσσει τη ζωή στο πλαίσιο της αγάπης και δι΄ αυτής στην προοπτική της αιωνιότητας. Αν κάποιοι (πολλοί ή λίγοι) μαθητές/τριες υιοθετήσουν την εν Χριστώ ζωή, τώρα ή αργότερα, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και όχι μόνον από τη διδασκαλία του μαθήματος.

β) Ακριβώς, επειδή δεν είναι «κατηχητικό» μάθημα και δεν έχει στόχο να επιβάλλει σε κανέναν τίποτε,  απευθύνεται στην ελευθερία του μαθητή/τριας και δεν είναι δυνατό, όπως και σε κάθε άλλο μάθημα, να υπολογίζει ή να μετρά κανείς τα αποτελέσματα, εξετάζοντας με εντελώς εξωτερικά και ηθικιστικά κριτήρια το αν και κατά πόσον γίνονται οι μαθητές χριστιανοί. Το μάθημα έχει πνευματικό χαρακτήρα, το δε θέμα της οντολογικής βελτίωσης του/της μαθητή/τριας είναι εντελώς πνευματικό και ποιοτικό και επομένως δεν χωράνε ποσοτικές μεζούρες και επιφανειακά κριτήρια αποτελεσματικότητας, όπως αυτά που χρησιμοποιούν όσοι επικαλούνται αυτήν την αιτιολογία για να δυσφημίσουν το μάθημα.

γ) Ως  ένα  μάθημα του ελληνικού σχολείου, το μάθημα των Θρησκευτικών πετυχαίνει ό, τι… και τα άλλα μαθήματα (τα Αρχαία, η Γλωσσική διδασκαλία, η Κοινωνιολογία, η Αγωγή του Πολίτη, η Ιστορία, η Γεωγραφία, κ.ά.)! Αυτό, επομένως, είναι ένα γενικότερο πρόβλημα που αφορά τον τρόπο και τη φιλοσοφία που μαθαίνουν στο σχολείο τα παιδιά. Μήπως, αν δεν μαθαίνουν οι μαθητές/τριες ορθογραφία ή συντακτικό ή ιστορία δεν ευθύνεται το περιεχόμενο των μαθημάτων αυτών, όσο μάλλον η παιδαγωγική και διδακτική μεθοδολογία τους και οι διδάσκοντές τους και μήπως σε αυτήν την κατεύθυνση θα έπρεπε να εστιάσουμε την προσοχή μας και στο μάθημα των Θρησκευτικών και όχι στο περιεχόμενό του;

3.  Είναι απόλυτα λάθος η τοποθέτηση ότι το παρόν μάθημα των Θρησκευτικών πρέπει να αλλάξει, διότι η ελληνική κοινωνία είναι πλέον κατά βάση πολυπολιτισμική.

Η αλήθεια είναι ότι η κοινωνία δεν έχει γίνει ούτε θα γίνει πολυπολιτισμική επειδή υπάρχουν εντός της κάποιοι μετανάστες. Αυτός ο λανθασμένος ορισμός της πολυπολιτισμικότητας απέτυχε. Είναι επίσης, αλήθεια ότι μέχρι στιγμής ένας και μοναδικός και κυρίαρχος πολιτισμός υπάρχει στην Ελλάδα, ο ελληνορθόδοξος (ας μας υποδείξουν όσοι ισχυρίζονται το αντίθετο, ποιους άλλους πολιτισμούς συναντούν εκείνοι στον ελλαδικό χώρο). Είναι αλήθεια ακόμη, ότι σχεδόν όλοι οι μετανάστες – λαθρομετανάστες – πρόσφυγες και λοιποί αλλοεθνείς και αλλόδοξοι μαθητές που ζουν στη χώρα μας, δέχονται και επιζητούν, με χαρά και πραγματική δίψα, να σπουδάσουν τον πολιτισμός μας. Δεν θα επέλεγαν εξάλλου τη χώρα μας με το συγκεκριμένο πολιτισμικό της επίπεδο, αν είχαν κάτι καλύτερο να διαλέξουν. Επέλεξαν να έρθουν στην Ελλάδα και όχι να εγκατασταθούν για παράδειγμα στις ομόδοξές τους πλούσιες μάλιστα χώρες της Αραβικής χερσονήσου.

4. Είναι απόλυτα λάθος η συλλογιστική ότι η ελληνική κοινωνία έχει παγκοσμιοποιηθεί και, συνεπώς, έχει γίνει άθρησκη, λαϊκή, κοσμική και άθεη, οπότε, κατ΄ επέκταση, και το μάθημα των Θρησκευτικών δεν έχει χώρο στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Ενώ πράγματι η ελληνική κοινωνία και η νεολαία της ειδικότερα, έχει δεχθεί και δέχεται μια αρκετά μεγάλης έκτασης επίδραση από τον εξαμερικανοποιημένο –  παγκοσμιοποιημένο τρόπο ζωής (εξαιτίας του διαδικτύου, των πολυμέσων, των ΜΜΕ και γενικότερα της ευμάρειας που προσφέρει η εποχή μας και της διευκόλυνσης των επικοινωνιών μεταξύ ανθρώπων και λαών), τελικά, όμως η επίδραση αυτή δεν έχει καταφέρει να αλλοιώσει και να αλλάξει το DNA, τον υπαρκτικό πυρήνα του Έλληνα, ούτε τον ελληνικό τρόπο ζωής, στοιχεία που συνεχίζουν να  είναι άρρηκτα δεμένα με αυτό που καλούμε ελληνορθόδοξη παράδοση, την οποία το μάθημα των Θρησκευτικών στο σχολείο, έρχεται για να την αναδείξει και να τονίσει την ιδιαιτερότητα και το νόημά της για μια αληθινή ανθρώπινη και θεανθρώπινη ζωή.

β) Υπάρχουν, βέβαια, όπως προαναφέραμε και αλλόδοξοι και άθεοι στη χώρα μας οι οποίοι όμως, οφείλουν να συμβιώσουν δημοκρατικά με τη βούληση της πλειονοψηφίας των πολιτών της χώρας όπου επέλεξαν να ζουν και τελικά να σέβονται τις συνταγματικές επιταγές της ελληνικής πολιτείας, οι οποίες υπάρχουν ακριβώς για να ορίζουν τις συντεταγμένες διαβίωσης μιας ευνομούμενης κοινωνίας  – πολιτείας και όχι να προσπαθούν να επιβάλλουν αυταρχικά, με διάφορα αντιδημοκρατικά μέσα τις αρχές τους στη συντριπτική πλειονοψηφία των ορθοδόξων.

5. Είναι απόλυτα λάθος η άποψη ότι δεν είναι δυνατόν με το νόμο να υποχρεώσουμε τα παιδιά να μάθουν την Ορθόδοξη Πίστη, διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Όλοι οφείλουν να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους, διαφορετικά, όταν ο καθένας ενεργεί κατά το δοκούν και κατά το συμφέρον του ή την ιδεολογία του, η ευνομούμενη πολιτεία μετατρέπεται σε αναρχική και εμπόλεμη ακολασία, με αποτέλεσμα ο βίος των πολιτών να γίνεται επισφαλής, ταραγμένος και ανήσυχος, με ότι αυτό, τελικά, μπορεί να συνεπάγεται γι΄ αυτή την πολιτεία και τους πολίτες της.

β) Είναι επίσης, αλήθεια ότι με την επίκληση των συνταγματικών επιταγών δεν υποχρεώνουμε τα παιδιά να αποδεχθούν με τη βία μια πίστη, αλλά πρώτιστα απευθυνόμαστε στους αρμόδιους κυβερνητικούς πολιτικούς και απαιτούμε από αυτούς να εφαρμόσουν πολιτικές στο χώρο της Παιδείας, που να απορρέουν όχι από τις προσωπικές ή τις κομματικές τους ιδεοληψίες, αλλά από την πιστή τήρηση των συνταγματικών υποχρεώσεων και της θελήσεως του ελληνικού λαού.

6. Είναι απόλυτα λάθος η θέση ότι δεν είναι δυνατόν επ΄ άπειρον με την επίκληση των νόμων να υποχρεώνουμε πολιτικούς, που δεν εμφορούνται από τα χριστιανικά ιδεώδη να εφαρμόσουν πολιτικές χριστιανικές, τη στιγμή, μάλιστα, που και πολλοί χριστιανοί  συμπολίτες μας αδιαφορούν ή και δεν δέχονται να συμπορευθούν με τις χριστιανικές αξίες διότι η αλήθεια είναι ότι:

α) Όντως, πολλοί πολιτικοί μας, από όλο το πολιτικό – κομματικό φάσμα και πολλοί χριστιανοί, επίσης, είναι άγευστοι της χριστιανικής αλήθειας και ζωής και ζουν πελαγοδρομώντας μέσα στους κοσμοπολίτικους ωκεανούς της εκκοσμίκευσης. Όμως, είναι εξ  ίσου αλήθεια ότι οφείλουμε όσοι πιστοί, και δόξα τω Θεώ υπάρχουν ακόμη πάρα πολλοί στην ελληνική επικράτεια, να αγωνιζόμαστε για τα αυτονόητα και να διακηρύττουμε και να ομολογούμε παντού, με δύναμη και παρρησία, την αλήθεια της πίστεως και τη δύναμη του Ευαγγελίου. Ο Χριστός είπε στους μαθητές του: «ό εις το ους ακούετε, κηρύξατε επί των δωμάτων» (Αυτό που ακούτε μυστικά στο αυτί, διαλαλήστε το σε όλους από τις ταράτσες) (Ματθ. 10, 27).

β) Είναι αλήθεια ότι αγωνιζόμαστε και οφείλουμε να αγωνιζόμαστε ακόμα και όταν, οι αδελφοί μας, κληρικοί και λαϊκοί, δεν αγωνίζονται, διότι προσωρινά μπορεί να είναι ολιγόπιστοι, ράθυμοι, κουρασμένοι, απογοητευμένοι, φοβισμένοι, δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι, αποτραβηγμένοι στα ίδια, συμφεροντολόγοι που δεν τολμούν να αντισταθούν στην πλημμυρίδα της αδιαφορίας και της αθεΐας ή πάλι, διότι κοιμίζουν τη συνείδησή τους ότι έπραξαν το καθήκον τους, εκφωνώντας έναν λόγο ή γράφοντας κάποια κείμενα, χωρίς, όμως, να έχουν ουσιαστικά διάθεση για ομόνοια, συναδέλφωση, αλληλεγγύη και συστράτευση σε έναν αγώνα διαρκείας με συγκεκριμένους στόχους, στρατηγική και τακτική.

γ) Είναι αλήθεια επίσης, ότι αγωνιζόμαστε και θα αγωνιζόμαστε με στρατηγική και τακτική και μάλιστα, με κάθε νόμιμο μέσο, με στόχο πάντα να είμαστε αποτελεσματικοί, έως ότου επιτρέψει ο Θεός, διότι, τελικά, το θέλημα Εκείνου θα τελεσθεί.

7. Είναι ακόμη, απόλυτα λάθος η πρόταση ότι τα νέα πιλοτικά Προγράμματα Σπουδών είναι η πεμπτουσία της ορθής διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών, διότι η αλήθεια είναι ότι:

Αν πράγματι εφαρμοσθούν τα νέα Προγράμματα Σπουδών, θα αλλάξει άρδην ο χαρακτήρας του μαθήματος στη χώρα μας, και αυτή η αλλαγή αυτόματα θα μετατρέψει το μάθημα σε μια κοινωνικο-πολιτικο-φιλοσοφικο-ανθρωπιστικού περιεχομένου πολυθρησκειακή φλυαρία, όπου ενδεχόμενα, ακόμη και η αναφορά στο όνομα του Χριστού να θεωρείται μη πολιτικά και διδακτικά ορθή ή, ακόμη, και μη νόμιμη, δυσκολεύοντας έτσι το έργο του διδάσκοντος και οδηγώντας τους μαθητές στη θρησκευτική σύγχυση και ουσιαστικά στην άρνηση της πίστης τους, στο μηδενισμό και στην αθεΐα.

Τελικά και οι υπέρμαχοι και οι πολέμιοι του μαθήματος των Θρησκευτικών, όλοι, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι νέοι ζητούν την αλήθεια, την οποία φαινομενικά, μέσα στην επαναστατικότητα της εφηβείας τους, μπορεί και να την απορρίψουν. Όμως είναι αλήθεια ότι διψούν και θέλουν την αλήθεια και πρέπει να ακούσουν την αλήθεια και οφείλουμε να τους δώσουμε αυτήν αλήθεια και ας την απορρίψουν προσωρινά. Εμείς θα έχουμε κάνει το χρέος μας απέναντι στα παιδιά μας. Θα έχουμε πραγματοποιήσει τη σπορά του ζωντανού και αγαπητικού λόγου της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παιδείας στις ψυχές των παιδιών και θα τους έχουμε προσφέρει μια ασφαλή παρακαταθήκη γεμάτη με πνευματικά και υπαρξιακά νοήματα για τη ζωή τους.

Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι τελικά, η Λυδία λίθος της επιβίωσής μας ως έθνους και οφείλουμε να το συνειδητοποιήσουμε πριν ζήσουμε, ως λαός, λόγω της μη καλλιέργειας της πνευματικής μας ταυτότητας και ιδιοπροσωπίας ανεπανόρθωτες απώλειες και τελικά, την ταπείνωση των δικών μας Καυδιανών δικράνων.

Από την εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», 5 Αυγούστου 2016

http://www.petheol.gr/nea/ealetheiaeinaitoupanagiotetsankaregenikougrammateatespeth

 

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κωνσταντίνος Σπαλιώρας, Πρόεδρος ΠΕΘ: Τί γίνεται με τα Θρησκευτικά; (video)

Συγγραφέας: kantonopou στις 16 Δεκεμβρίου 2016

Συνέντευξη του Προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων,

κ. Κωνσταντίνου Σπαλιώρα στο korinthostv.gr

Τελικά, το νέο περιεχόμενο του μαθήματος αλλοιώνει το χριστιανικό ορθόδοξο φρόνημα των παιδιών ή όλα αυτά είναι υπερβολές;

Ποιοι αντιδρούν και γιατί ; Οι Θεολόγοι καθηγητές αρνούνται να διδάξουν τα νέα προγράμματα σπουδών, ενώ αναμένεται η απόφαση της Δικαιοσύνης για την συνταγματικότητα ή μη του Νέου Προγράμματος Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών. Είναι ενημερωμένοι οι γονείς; Ποιος ο ρόλος της Διοικούσας Εκκλησίας ;

Δείτε στο video που ακολουθεί την συνέντευξη του Προέδρου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων, κ. Κωνσταντίνου Σπαλιώρα και του Προέδρου του τοπικού Παραρτήματος της ΠΕΘ, κ. Νεκτάριου Μετζάκη στην Σοφία Τσέκου.

Δείτε το βίντεο παρακάτω:

https://www.youtube.com/watch?v=FqmIbXfodmc

http://www.petheol.gr/nea/konstantinosspaliorasproedrospethtiginetaimetathreskeutikavideo

 

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ψήφισμα του Παραρτήματος Κορινθίας της ΠΕΘ για το μάθημα των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου 2016

Παράρτημα της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων Ν. Κορινθίας

Το παράρτημα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (Π.Ε.Θ.) Νομού Κορινθίας συνήλθε σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση την Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016 και αφού συζήτησε διεξοδικά (μεταξύ των άλλων) τα σοβαρά προβλήματα που προέκυψαν και προκύπτουν από την προσπάθεια εφαρμογής Νέου Προγράμματος Σπουδών (Ν.Π.Σ.) στο μάθημα των Θρησκευτικών, εξέδωσε (κατά πλειοψηφία) το παρακάτω:

ΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

1ον) Θεωρούμε βεβιασμένη και απροετοίμαστη την προσπάθεια επιβολής του νέου προγράμματος σπουδών (Ν.Π.Σ) στο μάθημα των θρησκευτικών (M.Τ.Θ.), ενώ ήδη είχε αρχίσει το τρέχον σχολικό έτος, είχαν διανεμηθεί τα βιβλία του προηγούμενου προγράμματος σπουδών σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και η ροή της ύλης είχε ξεκινήσει κανονικά. Εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς βρεθήκαμε ξαφνικά σε ένα εντελώς νέο πλαίσιο σπουδών, χωρίς καμία αντιστοιχία (του Ν.Π.Σ.) με τα διανεμηθέντα σχολικά βιβλία Θρησκευτικών, χωρίς ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και κυρίως χωρίς διάλογο με τους εμπλεκόμενους φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της χωρίς προηγούμενο στα εκπαιδευτικά χρονικά αναστάτωσης, ήταν να δεχθούμε τις έντονες διαμαρτυρίες γονέων μαθητών. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν αμφιβολίες και ερωτηματικά στους μάχιμους θεολόγους καθηγητές, οι οποίοι κλήθηκαν να τα υλοποιήσουν, από την προχειρότητα του εγχειρήματος , αλλά και την αδιαλλαξία εκ μέρους του υπουργείου. Μιας εμμονής για την «πάση θυσία» εφαρμογή ενός εισαγόμενου «θρησκευτικού γραμματισμού», μιας ακαθόριστης δηλαδή θρησκευτικού τύπου παιδείας άγνωστης και αδοκίμαστης έως τώρα. Μοιάζει με πείραμα, μόνο που οι αποδέκτες των συνεπειών θα είναι οι μαθητές μας, και κατ’ επέκταση ολόκληρη η κοινωνία. Το Ν.Π.Σ, ως προς το περιεχόμενο, τη διάρθρωση της ύλης και τον εκπαιδευτικό προσανατολισμό, υστερεί παιδαγωγικά και γνωστικά. Παραθέτει πληροφορίες και όχι ουσιαστικές γνώσεις. Έρχεται σε σύγκρουση με τις αρχές που τα παιδιά έχουν ήδη αναπτύξει ως τώρα από την οικογένεια και το σχολείο,αλλά και με την Ορθόδοξη συνείδηση του διδάσκοντα. Ισοπεδώνει τον ορθόδοξο ανθρωπισμό του χριστιανισμού με κάθε άλλη θρησκεία και προβάλλει νέα ήθη και αξίες ασύμβατες με τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό μας.

Παράλληλα προκλήθηκε, δικαιολογημένα στο θέμα πού δημιουργήθηκε (με το ΝΠΣ), η εμπλοκή και της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως συναρμόδιας (από τον καταστατικό της χάρτη που αποτελεί και νόμο του Ελληνικού κράτους, τον 590/1977) για το περιεχόμενο της παρεχόμενης θρησκευτικής Παιδείας.

Όλα αυτά όμως τα γεγονότα και η προβολή τους από τα Μ.Μ.Ε, διετάραξαν το ομαλό Παιδαγωγικό κλίμα που οφείλει να επικρατεί στην εκπαιδευτική διαδικασία, αναστάτωσαν την εκπαιδευτική κοινότητα και προβλημάτισαν σοβαρά την Ελληνική κοινωνία.

2ον) Συμφωνούμε και αποδεχόμαστε ως παιδαγωγοί την εναλλαγή παλαιών και νέων εκπαιδευτικών μεθόδων διδασκαλίας (βιωματική, ομαδοσυνεργατική, μετωπική κ.ά), τις οποίες ήδη εφαρμόζαμε και εφαρμόζουμε παρά τις δυσκολίες στην υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων της Ελληνικής περιφέρειας και της ανεπάρκειας των πόρων εν μέσω κρίσης. Είμαστε όμως έντονα προβληματισμένοι με τον αντιπαιδαγωγικό κατακερματισμό της ύλης, την ασυνέχεια, την αποσπασματικότητα και κυρίως το περιεχόμενο διδασκαλίας και το στόχο του Ν.Π.Σ, το οποίο όπου εφαρμόστηκε πιλοτικά τα προηγούμενα έτη είχε ως αποτέλεσμα την σύγχυση γνώσεων, όρων, εννοιών και συμπεριφορών εκ μέρους των μαθητών, οι οποίοι έμειναν χωρίς ουσιαστική μόρφωση, περιέπεσαν σε θρησκειολογική σύγχυση συγκρητιστικού τύπου και παρουσίασαν μια ακαθόριστη θρησκευτική συνείδηση.

Πιστεύουμε ότι «είτε εν γνώσει, είτε εν αγνοία» των εισηγητών του Ν.Π.Σ των Θρησκευτικών, η εφαρμογή τους οδηγεί σε μία συγκεκαλυμμένη αποδόμηση της Ορθοδοξίας σε βάθος χρόνου. Για παράδειγμα, τονίζεται ο Θεός ως έννοια και ιδέα, ενώ υποβαθμίζεται η έννοια του Θεού ως πρόσωπο καθώς και οι αναφορές στην Τριαδολογία, την Χριστολογία, την Σωτηριολογία και την Εκκλησιολογία. Η συνάντηση όμως Ελληνισμού και Χριστιανισμού ήταν η βάση η οποία γέννησε αυτόν τον Ελληνορθόδοξο πολιτισμό, που βλέπουμε καθημερινά γύρω μας και για τα μνημεία του οποίου (γραπτά και μη) καυχόμαστε και θαυμαζόμαστε παγκόσμια. Παρατηρούμε επίσης ότι οι Θρησκειολογικές αναφορές του Ν Π Σ υπερτονίζονται σε κάθε ευκαιρία, σαν να αποτελεί η Θρησκειολογία τον κορμό της Θεολογικής επιστήμης και όχι κλάδο της.

Ως θεολόγοι καθηγητές, ουδέποτε διδαχθήκαμε, στο πλαίσιο των ακαδημαϊκών μας σπουδών, τέτοιο θρησκειολογικό συνοθύλευμμα. Το αντικείμενο που καλούμαστε να διδάξουμε στους μαθητές μας, δεν υφίσταται με τέτοια σύνθεση και με τέτοιο προσανατολισμό ούτε στα ακαδημαϊκά ούτε στα αναλυτικά σχολικά προγράμματα καμιάς χώρας του κόσμου ( ούτε καν στην ουδετερόθρησκη Γαλλία ).

3ον) Επιπροσθέτως η εφαρμογή του Ν.Π.Σ, εγείρει θέμα συνταγματικότητας και νομιμότητας, καθώς έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 16 του Ελληνικού Συντάγματος, που επιτάσσει ως σκοπό της Παιδείας την «ανάπτυξη εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» (όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι εννοείται η Ορθόδοξη θρησκευτική συνείδηση). Επίσης εγείρει θέμα νομιμότητας, καθώς σύμφωνα με τον ισχύοντα εκπαιδευτικό Νόμο 1566/85 ορίζεται ότι η διδασκαλία θα πρέπει να προσανατολίζει τους μαθητές «να διακατέχονται από πίστη στην πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης».

4ον) Ως μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος συμμεριζόμαστε και επικροτούμε την θέση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών κ.κ. Ιερωνύμου, ο οποίος αναφερόμενος στο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά δήλωσε ότι είναι «απαράδεκτο», «επικίνδυνο» και ακατάλληλο για την Ελληνική κοινωνία στην οποία μόνο προβλήματα θα δημιουργήσει. Θεωρούμε την πρόταση της Ιεραρχίας (την οποία εισηγήθηκε ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου ) ρεαλιστική, τεκμηριωμένη και προς την σωστή κατεύθυνση επιστημονικά και παιδαγωγικά. Προτείνουμε να αξιοποιηθεί κι αυτή στον συμφωνηθέντα διάλογο που ξεκίνησε μεταξύ των επιτροπών της Εκκλησίας και του Υπουργείου Παιδείας.

5ον) Στηρίζουμε την θέση της Εκκλησίας, της πλειονότητας της επιστημονικής και εκπαιδευτικής κοινότητας και της Π.Ε.Θ για διάλογο από μηδενική βάση.

Μέχρι ολοκληρώσεως αυτού του διαλόγου, ζητούμε να τροποποιηθεί ο νόμος ώστε να έχουμε πάγωμα του Ν.Π.Σ στό μάθημα των Θρησκευτικών και επαναφορά του μέχρι τώρα ισχύοντος, για το οποίο ήδη υπάρχουν τα διανεμηθέντα στους μαθητές σχολικά εγχειρίδια. Κι αυτό γιατί θεωρούμε γεγονός παιδαγωγικά απαράδεκτο κι επικίνδυνο για την προοπτική και την ισοτιμία οποιουδήποτε μαθήματος, το να μην υπάρχει σχολικό εγχειρίδιο τουλάχιστον στην υποχρεωτική εκπαίδευση.

Είναι αναγκαίο πιστεύουμε να επανέλθει το ήρεμο παιδαγωγικό κλίμα που διαταράχθηκε (ως μη όφειλε), ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα οποιαδήποτε αλλαγή του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά.

Κάνουμε ως Έλληνες πολίτες και μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας έκκληση για ουσιαστικό διάλογο από μηδενική βάση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οποιαδήποτε αλλαγή προκύψει ελπίζουμε να είναι κατά το δυνατόν προσαρμοσμένη και συμβατή με την Ελληνική σχολική πραγματικότητα,το Σύνταγμα και τους Νόμους του Ελληνικού κράτους και κυρίως αντάξια του πολιτισμού και της Ιστορίας του.

http://www.petheol.gr/nea/psephismatouparartematoskorinthiastespethgiatomathematonthreskeutikon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΕΘ κατέθεσε στο ΣτΕ, αιτήσεις ακυρώσεως των αποφάσεων Φίλη που αφορούν στην εφαρμογή νέων Προγραμμάτων Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στη Μέση Εκπαίδευση

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου 2016

Αθήνα, 21 Νοεμβρίου 2016

Αριθμ. Πρωτ. 150

Δελτίου τύπου

Η ΠΕΘ, μαζί με τους παρακάτω  γονείς και εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης,  1) τον Δήμο Θανάσουλα, κάτοικο Τρικάλων, 2) την Δημητριάδου Ελένη, κάτοικο Τρικάλων,  3) τον Βασίλειο Μαγγίνα, κάτοικο Δραπετσώνας Αττικής, 4) την Λεμονιά Ραφαηλίδου, κάτοικο Δραπετσώνας Αττικής, 5)τον Παναγιώτη Χριστοδούλου, κάτοικο Παλλήνης Αττικής, 6) την Γεωργία Χριστοδούλου, κάτοικο Παλλήνης Αττικής, 7)τον Άγγελο Τσέρκα, κάτοικο Αιαντείου Σαλαμίνας, 8)την  Πέρσα Λαζάρου, κάτοικο Αιαντείου Σαλαμίνας και 9)τον Ιωάννη Μπεϊνά, Θεολόγο, κάτοικο Κατερίνης, κατέθεσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στις 10 Νοεμβρίου 2016, αιτήσεις ακυρώσεως των αποφάσεων υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 (Β 2920/13-9-2016 ΦΕΚ) και  υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143579/Δ2/2016, (ΦΕΚ Β 2906/13-9-2016), του πρώην Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, κ. Νικολάου Φίλη που αφορούν στην εφαρμογή νέων Προγραμμάτων  Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο.

Η αποφάσεις αυτές του Υπουργού είναι παράνομες και ακυρωτέες για όλους τους νόμιμους και βάσιμους λόγους που αναφέρουν οι παρακάτω αιτήσεις ακυρώσεως που κατέθεσε στο ΣτΕ η ΠΕΘ και οι υπόλοιποι ενάγοντες.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

****************

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

***

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

(ΤΜΗΜΑ Γ’ )

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

 1) Του Δήμου Θανάσουλα, κατοίκου Τρικάλων…

2)  Της Δημητριάδου Ελένης, κατοίκου Τρικάλων…

3) Του Βασιλείου Μαγγίνα, κατοίκου Δραπετσώνας Αττικής…

4) Της Λεμονιάς Ραφαηλίδου, κατοίκου Δραπετσώνας Αττικής…

5)     Του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην Αθήνα…

ΚΑΤΑ

  Του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

Της υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β 2920/13-9-2016).

                ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 Στο υπ’ αρ. φ. Β 2920/13-9-2016 ΦΕΚ, δημοσιεύθηκε η υπ’ αρ. πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων με θέμα «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο».

Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του μόνου άρθρου της προσβαλλομένης, με την ανωτέρω απόφαση πραγματοποιείται μία ριζική αλλαγή στο χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, αλλοιώνοντας τον από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα χαρακτήρα του. Συγκεκριμένα, το μέχρι πρότινος διδασκόμενο μάθημα των θρησκευτικών,  όπως αυτό ορίστηκε από τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950, το Σύνταγμα, το Νόμο και τις Δικαστικές Αποφάσεις, είχε χαρακτήρα ομολογιακό, ήτοι διδακτικό της θρησκείας των μαθητών, οι οποίοι είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία στην Ελλάδα, βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ παράλληλα, υπήρχαν και στοιχεία θρησκειολογίας διδασκόμενα από την Στ’ Δημοτικού και μέχρι την Γ’ Λυκείου, και πάντως σε χωριστά κεφάλαια και όχι αναμεμιγμένα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης, την οποία δικαιωματικά διδάσκονταν οι Ορθόδοξοι μαθητές.

Παράλληλα, παρεχόταν η δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα για τους μη Ορθοδόξους μαθητές, ενώ υπάρχει και διδάσκεται εναλλακτικά, ομολογιακού περιεχομένου μάθημα των θρησκευτικών για τους Έλληνες Μουσουλμάνους, Εβραίους και Ρωμαιοκαθολικούς, με το οποίο οι ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι αυτοί μαθητές, διδάσκονται, ως δικαιούνται, την πίστη των γονέων τους σύμφωνα με το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο και το άρθρο 55 § 5 του ν. 4386/2016.

Με το νέο πρόγραμμα σπουδών που εισάγει η προσβαλλομένη, το μέχρι πρότινος Χριστιανικό Ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα των Θρησκευτικών, μετατρέπεται σε ιδιότυπη θρησκειολογία, στην οποία  αναμειγνύονται η Ορθόδοξη Πίστη με τα υπόλοιπα Δόγματα και Θρησκεύματα, δημιουργώντας σύγχυση στους μαθητές, ιδιαίτερα σε εκείνους των τάξεων του Δημοτικού και του Γυμνασίου, οι οποίοι κατά κανόνα λόγω του νεαρού της ηλικίας τους αγνοούν και τα βασικότερα σημεία της πίστης στην οποία ανήκουν, ως βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

 Η απόφαση αυτή του Υπουργού είναι παράνομη και ακυρωτέα για τους εξής νόμιμους και βάσιμους λόγους:

 Α) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

      Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Υπουργού Παιδείας, η οποία εξεδόθη επί τη βάσει των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 7 του ν. 2525/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 11 και  εδαφ. ε’ και 5 παρ.11 εδαφ. γ’ του ν. 1566/1985, στις οποίες αυτή παραπέμπει και μετά από εισήγηση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, καθορίσθηκε το νέο πρόγραμμα σπουδών, στο οποίο, ως προείπαμε, διδάσκονται στις τάξεις του Δημοτικού και του Γυμνασίου, οι θρησκείες αναμεμιγμένες.

 Νομικό πλαίσιο

 Στη διάταξη του άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος, στην κεφαλίδα του οποίου γίνεται ρητή επίκληση της «Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», ορίζεται ότι : «1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού ‘ τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ [29] Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. 2. . . «. Εξ άλλου στη διάταξη του άρθρου 13 αυτού ορίζεται ότι : «1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3…».

 Εκ παραλλήλου, στη διάταξη του άρθρου 16 [παρ. 2] του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες».

 Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και ιδίως τα όσα ειδικότερα για την προσβαλλόμενη απόφαση ισχύουν με το άρθρο 16 παρ. 2 Σ, προκύπτει σαφώς ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέκρουσε την αποσύνδεση της θρησκείας από την εκπαίδευση (κοσμικό πρότυπο ) και προτίμησε την οδό του «μέτρου αρίστου» που αξιώνει το σεβασμό της «επικρατούσας» θρησκείας και το συνυπολογισμό της ανάμεσα στους προσδιοριστικούς παράγοντες της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Αυτή η ρητή συνταγματική επιλογή συμπυκνώνει ιστορικές επιλογές, αντιδιαστολές σε σχέση με τα προϊσχύοντα συντάγματα αλλά και ισορροπίες που ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται και να αναπαράγει.

 Περαιτέρω η Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950 «περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 [φ. 68, Α] και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 [φ. 256, Α] και έχει, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, με το μεν άρθρο 9 κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, με το άρθρο δε 2 του Α προσθέτου πρωτοκόλλου ορίζει ειδικότερα τα εξής : «Ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσιν της μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

 Σε υλοποίηση των ανωτέρω ο κοινός νομοθέτης προβλέπει στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1566/1985 [ΦΕΚ Α 167] ότι : «1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές : α] Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη. β] Να καλλιεργούν και να αναπτύσσουν αρμονικά το πνεύμα και το σώμα τους, τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητές τους. Να αποκτούν, μέσα από τη σχολική τους αγωγή, κοινωνική ταυτότητα και συνείδηση, να αντιλαμβάνονται και να συνειδητοποιούν την κοινωνική αξία και ισοτιμία της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας. Να ενημερώνονται και να ασκούνται πάνω στη σωστή και ωφέλιμη για το ανθρώπινο γένος χρήση και αξιοποίηση των αγαθών του σύγχρονου πολιτισμού, καθώς και των αξιών της λαϊκής μας παράδοσης. γ] Να αναπτύσσουν δημιουργική και κριτική σκέψη και αντίληψη συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας, ώστε να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και με την υπεύθυνη συμμετοχή τους να συντελούν αποφασιστικά στην πρόοδο του κοινωνικού συνόλου και στην ανάπτυξη της πατρίδας μας. δ] Να κατανοούν τη σημασία της τέχνης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, να σέβονται τις ανθρώπινες αξίες και να διαφυλάσσουν και προάγουν τον πολιτισμό. ε] Να αναπτύσσουν πνεύμα φιλίας και συνεργασίας με όλους τους λαούς της γης, προσβλέποντας σε έναν κόσμο καλύτερο, δίκαιο και ειρηνικό. 2. Βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών είναι : α] . . . β] τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα καθώς και η σωστή χρήση τους, γ] . . . 3. Τα αναλυτικά προγράμματα αποτελούν άρτιους οδηγούς του εκπαιδευτικού έργου και περιλαμβάνουν κυρίως : αα] . . . ββ] διδακτέα ύλη επιλεγμένη σύμφωνα με το σκοπό του μαθήματος ανάλογη και σύμμετρη προς το ωρολόγιο πρόγραμμα. . . «.

 Ο ίδιος νόμος εξειδικεύοντας το σκοπό της παιδείας υπογραμμίζει, ότι το σχολείο βοηθά τους μαθητές να εξοικειώνονται «με τις ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές, ανθρωπιστικές και άλλες αξίες» ώστε να δυνηθούν με αυτές «να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους», συνειδητοποιώντας «τη βαθύτερη σημασία του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους και της σταθερής προσήλωσης στις πανανθρώπινες αξίες» (άρθρο 6 παρ. 2). Ενώ σε εφαρμοστικά του νόμου αυτού κείμενα και δη στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (Α.Π.Σ.) επισημαίνεται, ότι «σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, με εμφανή τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής ρευστότητας, η κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου και η πορεία του προς την αυτογνωσία απαιτούν ευρεία και διαρκή κοινωνική αλληλεπίδραση» και ότι για την επίτευξη μιας «αρμονικής κοινωνικής ένταξης και συμβίωσης είναι απαραίτητο κάθε άτομο να μάθει να συμβιώνει με τους άλλους σεβόμενο τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους», διατηρώντας ωστόσο «την εθνική και πολιτισμική του ταυτότητα μέσα από την ανάπτυξη της εθνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής αγωγής».

 Στο αυτό πνεύμα υφίσταται με συνέπεια σειρά ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων [μεταξύ άλλων ΣτΕ 3356/95, ΣτΕ 2176/1998, ΔΕΦΧαν. 115/2012], όπου κρίνεται ότι μεταξύ των σκοπών της παρεχομένης στα σχολεία παιδείας είναι και η «ανάπτυξη», σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών σύμφωνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος, η διδασκαλία του οποίου είναι, ως εκ τούτου, υποχρεωτική, όπως είναι υποχρεωτική και η παρακολούθηση από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν εις την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία.

 Σε τέτοια άλλωστε ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών αποβλέπουν και οι γονείς των μαθητών αντλούντες από τις προαναφερθείσες διατάξεις το δικαίωμα ώστε οι ίδιοι οι γονείς να δύνανται να καθορίζουν τη θρησκευτική αγωγή των τέκνων τους, επί τη βάσει των δικών των θρησκευτικών πεποιθήσεων [βλ. ΣτΕ 3356/1995, ΣτΕ 2176/1998]. Εξυπακούεται βεβαίως ότι της παρακολουθήσεως του ως άνω μαθήματος απαλλάσσονται και δη χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, οι μαθητές εκείνοι διά τους οποίους γίνεται αξιόπιστη δήλωση, είτε υπ’ αυτών των ιδίων, είτε υπό των γονέων τους, ότι είναι άθεοι, ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι και έχουν, ως εκ τούτου, πρόβλημα θρησκευτικής συνειδήσεως [ΣτΕ 3356/95], δοθέντος μάλιστα ότι η δήλωση αυτή ουδόλως αντιβαίνει εις το άρθρον 13 του Συντάγματος διότι κατά τα επίσης ήδη κριθέντα [ΣτΕ 3356/95] δεν αποτελεί μέσον προς δίωξη του μαθητή λόγω των διαφόρων, ενδεχομένως, θρησκευτικών του πεποιθήσεων, οι οποίες πρέπει πάντως να είναι σεβαστές, αλλά, όλως αντιθέτως, αποβλέπει στο να διευκολύνει τον μαθητή να απολαύσει «ανεμπόδιστα» την ελευθερία της θρησκευτικής του συνειδήσεως και να διευκολύνει επίσης τους γονείς τους να ασκήσουν το αντίστοιχο, κατά τα εκτεθέντα, δικαίωμά τους.

 Προκειμένου όμως να τύχουν εφαρμογής τα ανωτέρω και ιδίως η ρητή και αδιάστικτη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος ώστε να καταστεί δυνατή η «ανάπτυξη», σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των προαναφερθέντων μαθητών και δη συμφώνως προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, επιβάλλεται όπως η Πολιτεία, διά της λήψεως των καταλλήλων, κατά περίπτωσιν, νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, εξασφαλίζει τη διδασκαλία του κατά τα άνω μαθήματος των θρησκευτικών εις τους μαθητές και δη να την εξασφαλίζει [κατά τα ήδη κριθέντα ΣτΕ 3356/95 & ΣτΕ 2176/1998], μάλιστα με ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως.

 Η επιχειρούμενη με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση μετατροπή του χαρακτήρα του μαθήματος, από ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα, σε μάθημα γνώσεων των θρησκειών, ουσιαστικά ακυρώνει το αναμφισβήτητο δικαίωμα των γονέων και των μαθητών για παροχή θρησκευτικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Ο δε χώρος που δίνεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης ανάμεσα στα άλλα θρησκεύματα, δεν είναι επαρκής – ούτε καν πρωτεύων – και δεν καλύπτει το δικαίωμα θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και εν όψει του ειδικού σκοπού στον οποίον αποβλέπει το Σύνταγμα, οι Διεθνείς Συνθήκες και η κείμενη νομοθεσία.

Επιπλέον, η συνύπαρξη στα διδασκόμενα κεφάλαια στοιχείων από διαφορετικές θρησκείες, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές και όχι μόνο δεν καλύπτει το δικαίωμα στη θρησκευτική τους εκπαίδευση, αλλά αναμφισβήτητα καλλιεργούνται αμφιβολίες στους άπειρους και χωρίς επαρκή βαθμό για κρίση νεαρούς μαθητές, σχετικά με τη θρησκεία στην οποία ανήκουν.

Επιπρόσθετα, λόγω του ότι με την προσβαλλομένη εισάγεται η ταυτόχρονη διδασκαλία διαφορετικών προσεγγίσεων των επί μέρους θρησκειών σε διάφορα κοινωνικά θέματα που αφορούν τους μαθητές δημιουργείται ο άμεσος κίνδυνος οι μαθητές με τα νέα προγράμματα σπουδών να υιοθετούν άκριτα, πεποιθήσεις και παραδοχές, ξένες προς τη δική τους πίστη. Επιχειρείται, δηλαδή, με τα νέα προγράμματα σπουδών μία διείσδυση στη θρησκευτική τους συνείδηση, με σκοπό τη μεταβολή της, καθώς ακόμη και στην ίδια την εισηγητική έκθεση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται λόγος για «αναστοχασμό» των μαθητών πάνω στα θέματα της θρησκείας. Στο δε οδηγό εκπαιδευτικού του «Προγράμματος σπουδών» σχετικά με τη νέα ύλη του μαθήματος των θρησκευτικών που συνοδεύει την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται επί λέξει ότι αυτό αποσκοπεί εις το:

«Να αφυπνίσει την αντίληψη του μαθητή, ώστε να συνειδητοποιήσει τις θρησκευτικές «προκατανοήσεις του, δηλαδή την λανθάνουσα μερικώς αρθρωμένη θρησκευτική του «παράδοση. Να τον βοηθήσει να μετακινηθεί από τις προκατανοήσεις του και να «διαλεχθεί με τις αφηγήσεις και τον λόγο βασικών θρησκευτικών αλλά και κοσμικών «παραδόσεων, που αρνούνται την θρησκευτική αλήθεια.

Έτερο απόσπασμα επεξηγεί, ότι:

 «Οι μαθητές είναι ανάγκη, να μην διαποτίζονται σε μία θρησκευτική άποψη, οπότε το «προτεινόμενο πρόγραμμα σπουδών τους προσφέρει ευκαιρίες να μελετήσουν και να «στοχαστούν πάνω σε διαφορετικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές θεωρήσεις

Όλα τα ανωτέρω πέραν των άλλων παραβιάζουν το δικαίωμά των τεσσάρων πρώτων από εμάς μας ως γονέων να λάβουμε για τα παιδιά μας από την πολιτεία θρησκευτική εκπαίδευση σύμφωνη με τις θρησκευτικές ημών και των τέκνων μας πεποιθήσεις ως χριστιανοί ορθόδοξοι. Επ’ αυτού υφίσταται απολύτως ad hoc απόφαση του ΕΔΑΔ. Πρόκειται περί της  20.6.2009 υπόθεση Folgero και άλλοι κατά Νορβηγίας δημοσιευομένη εις ελλην. μετάφραση εις Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ. 257 επ. η οποία καταδικάζει την Νορβηγία, διότι στα σχολεία της εισήγαγε ύλη μαθήματος των θρησκευτικών πολυθρησκευτικήν  (ως  η καθής η παρούσα αίτησή μας). Την καταδικάζει δε διά παράβαση του άρθρου 2 του Προσθ. Πρωτοκόλλου της Ευρωπ. Συμβ. Ανθρ. Δικαιωμάτων, το οποίο επιβάλλει εις τα ευρωπ. κράτη, να διδάσκουν ως ύλη μαθήματος  θρησκευτικών την αντιστοιχούσαν στο θρήσκευμα της πλειοψηφίας των γονέων. Επεξηγεί δε, ότι η εισαγωγή ύλης μαθήματος θρησκευτικών πολυθρησκευτικής    είναι απαράδεκτη, διότι δημιουργεί τεράστια προβλήματα εφαρμογής και παγιδεύει μαθητές και γονείς, τους οποίους εισάγει σε ακραία σύγχυση.

Κατ’ απόλυτη αντιστοιχία η διδασκαλία του μαθήματος όπως επιβάλλεται δια της προσβαλλομένης καθίσταται μη λειτουργική και αναποτελεσματική για τους μαθητές, καθώς αυταπόδεικτα δεν παρέχονται οι απαιτούμενες γνώσεις πάνω στην πίστη τους, εν προκειμένω πάνω στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, στην οποία κατά τεκμήριο ανήκουν οι περισσότεροι Έλληνες.

Η πολυθρησκειακή προσέγγιση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, όχι μόνο δεν λύνει τις απορίες τους, αλλά αντιθέτως τις αυξάνει, οδηγώντας τους σε σύγχυση και πιθανόν σε απόρριψη οποιασδήποτε θρησκευτικής παραδοχής, με το πρόσχημα της δήθεν απόλυτης ταύτισής τους.

Επειδή η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, συρρικνώνει το χρόνο διδασκαλίας της Ορθόδοξης Πίστης, ο οποίος απορροφάται από την παράλληλη διδασκαλία των άλλων θρησκειών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιθωριοποιείται και να αποδυναμώνεται πλήρως το δικαίωμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, κατά παράβαση των συνταγματικών επιταγών και δικαστικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Επειδή διά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι πλέον δυνατή η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών, συμφώνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά και συμφώνως προς τα προαναφερθέντα η προσβαλλομένη απόφαση πάσχει παρανομίας, καθ’ ο μέρος, με αυτή, περιορίζεται και αλλοιώνεται πράγματι εφ’ εξής η διδασκαλία της ορθόδοξης πίστης μέσω του μαθήματος των θρησκευτικών στις Τάξεις του Δημοτικού και του Γυμνασίου και για το λόγο αυτό πρέπει ως προς αυτό να ακυρωθεί.

Β) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ

 Το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/99) επιβάλλει στην κρατική Διοίκηση, όπως και τα ατομικά και τα συλλογικά όργανα αυτής πληρούν «εις ύψιστον βαθμόν τα εχέγγυα της απολύτου αμεροληψίας» (Χ ι ώ λ ο υ, Η συγκρότησις και λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 44 σελ. 140 επ.   Του    Α υ τ ο ύ, Η αρχή της αμεροληψίας της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 56 σελ. 1985 επ.), όπως δέχεται δε και η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου Σας, η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας αποτελεί ειδικότερα έκφανση της γενικής αρχής του κράτους Δικαίου και επιβάλλεται ευθέως από το Σύνταγμα και από τις δι’ αυτού καθιερούμενες εγγυήσεις υπέρ του πολίτη (ΣτΕ 664/2006 Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ, 203 επ.).

Δι’ άλλης δε αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας (ΣτΕ 1447/2006) γίνεται δεκτό, ότι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας, όταν ο μετέχων σε συλλογικό όργανο της Διοικήσεως έχει διατυπώσει προειλημμένη γνώμη διά το θέμα που καλείται, να αποφανθεί (ΣτΕ 664/2006, ομοίως ΣτΕ 571/2011 ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 59 σλ. 624, ομοίως ΣτΕ 640/2011 ΔΙΚ. ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜ. 2011 σελ. 203 επ.). Ο δε Άρειος Πάγος δέχεται, ότι η αρχή της αμεροληψίας παραβιάζεται, ακόμη και αν υπάρχει λόγος ευπρέπειας (ΑΠ απόφαση 549/2009 ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, 12 σελ. 1201 επ.).

Σύμφωνα με την από 3-2-2016 και με αρ. πρωτ. 17741/Φ1 απάντηση του Υπουργού Παιδείας στην αναφορά του βουλευτή κ. Ν. Νικολόπουλου, αποφασίσθηκε η δημιουργία ειδικής επιτροπής από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για την εξέταση του περιεχομένου και την αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εξ ημών ΠΕΘ ζήτησε εγγράφως από το ΙΕΠ να γνωστοποιήσει τα μέλη της ειδικής αυτής επιτροπής, χωρίς, ωστόσο, να λάβει ουδέποτε καμία απάντηση. Η εν λόγω επιτροπή που αποφάσισε την αλλαγή του μαθήματος αποτελείτο από τα κάτωθι μέλη:

1. Γεράσιμος Κουζέλης, Καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ, Πρόεδρος του ΙΕΠ

 2. Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ

 3. Μάριος Μπέγζος, Καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας του Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

 4. Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ

 5. Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

 6. Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας

 7. Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης.

Από τα επτά (7) μέλη της ανωτέρω επιτροπής, τα τέσσερα (4) ανήκουν στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και ένα (1) ανήκει στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά του Γενικού Λυκείου.

  Συγκεκριμένα οι:

1)    Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ,

2)  Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ.

3)    Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

4)    Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας και

5)   Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης, οι οποίοι κλήθηκαν να εξετάσουν και να αποφασίσουν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, ανήκουν στην ομάδα που συνέγραψε το ως άνω πρόγραμμα σπουδών.

Εκ των όσων αναφέραμε, συνάγεται ότι η συγκρότηση της 7μελούς επιτροπής του ΙΕΠ, η οποία εξέτασε το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών και σε γνωμοδότηση της οποίας (Την με αριθμ. 29/21072016 πράξη του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής) παραπέμπει η προσβαλλόμενη ως μη έχουσα τα εχέγγυα της αμεροληψίας που απαιτεί ο νόμος, καθώς σε αυτή μετείχαν πρόσωπα που έχουν εκπονήσει το πρόγραμμα σπουδών που καλούνται οι ίδιοι να κρίνουν, είναι παράνομη.

Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί και γι’ αυτό το λόγο.

 Γ) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4 ΚΑΙ 13 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος «Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (παρ. 1) και «Oι Έλληνες και οι Eλληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» (παρ. 2), ενώ κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.»

Με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, τίθεται θρησκευτικός διαχωρισμός μεταξύ των μαθητών που ανήκουν στο Ορθόδοξο Χριστιανικό Δόγμα και σε εκείνους που ανήκουν σε άλλες θρησκευτικές παραδοχές και ομολογίες. Διότι οι μαθητές που ανήκουν στη Ρωμαιοκαθολική Ομολογία και την Ιουδαϊκή Θρησκεία, εξακολουθούν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθ. 55 του Ν. 4316/2016 (ΦΕΚ 83/Α/11-5-2016), να διδάσκονται το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών, διαμορφωμένο στη δική τους πίστη, μάλιστα από δασκάλους και καθηγητές τους οποίους προτείνουν η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.) και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο αντίστοιχα.

Παρόμοιο προνόμιο δεν παρέχεται στους Ορθοδόξους μαθητές, οι οποίοι στερούνται του συνταγματικού δικαιώματος να διδαχθούν αυτούσια την πίστη τους από το σχολείο, δικαίωμα που απολαμβάνουν οι ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι μαθητές.

ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Οι πρώτος και δεύτερη εξ ημών είμαστε γονείς δύο ανηλίκων τέκνων, της Άννας και του Παναγιώτη μαθητών αντίστοιχα της πέμπτης και της τρίτης τάξης του 5ου Δημοτικού Τρικάλων, οι οποίοι με την εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως  θίγονται άμεσα. Και τα δύο τέκνα μας, όπως και εμείς οι γονείς τους, έχουν βαπτισθεί Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μετέχουν με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας. Ομοίως οι τρίτος και τέταρτη εξ ημών είμαστε γονείς τριών ανηλίκων τέκνων, του Δημητρίου, της Ελένης και του Νικολάου μαθητών αντίστοιχα της τρίτης  γυμνασίου, της δευτέρας γυμνασίου και της τρίτης Δημοτικού, οι οποίοι με την εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως  θίγονται άμεσα. Και τα τρία τέκνα μας, όπως και εμείς οι γονείς τους, έχουν βαπτισθεί Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μετέχουν με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας.

Σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε παραπάνω, ο ρόλος του μαθήματος των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση και ανάπτυξή της προσωπικότητάς τους σε αυτό το εύπλαστο στάδιο της ζωής τους είναι ζωτικός τόσο για αυτά τα ίδια όσο και για εμάς που ως γονείς τους επιθυμούμε τόσο τη μόρφωσή τους επί του γνωστικού αντικειμένου των Θρησκευτικών όσο και τη διάπλασή των χαρακτήρων τους ώστε αυτά να υιοθετήσουν τη χριστιανική ηθική της Ανατολικής Ορθοδόξου  Εκκλησίας. Έχουμε λοιπόν προφανές και άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον να αιτηθούμε την ακύρωση της ως άνω υπουργικής αποφάσεως τόσο για λογαριασμό των τέκνων μας των οποίων ασκούμε τη γονική μέριμνα και επιμέλεια όσο και ατομικά για εμάς τους ιδίους ως γονείς τους.

Τέλος το πέμπτο εξ ημών σωματείο (ΠΕΘ), έχει προφανές έννομο συμφέρον για την ακύρωση της ως άνω υπουργικής απόφασης επειδή σύμφωνα με το ισχύον από 1977 καταστατικό του σωματείου μας (αρ. αποφ. 2059/1977 Μ. Πρ. Αθηνών), σκοποί του μεταξύ άλλων είναι:

–   Η καλλιέργεια των θεολογικών Γραμμάτων και η ενημέρωση των μελών προς την σημειούμενη εκάστοτε εξέλιξη και πρόοδο της  Επιστήμης

–   Η κατανόηση της ουσίας του Ορθοδόξου Χριστιανισμού και η έξαρση αυτού

–  Η διέγερση του ενδιαφέροντος και της αγάπης του λαού προς τη θρησκευτική γνώση και ζωή εντός του πλαισίου των πατρικών μας παραδόσεων.

–   Ο ευρύς θρησκευτικός και ηθικός διαφωτισμός του λαού μας για να λάβει αυτός πλήρη επίγνωση της αξίας της εν Χριστώ απολυτρώσεως  και ζωής, ως και ο πλήρης και ηθικός διαφωτισμός της νεότητας.

–   Η προσήλωση στην Ορθοδοξία και άμυνα κατά πάσης αντιορθοδόξου και αντιχριστιανικής εκδηλώσεως παρ’ ημίν, ως και η εκλαΐκευση της Απολογητικής του Χριστιανισμού και ο διαφωτισμός του λαού και δη της νεότητας περί της υφισταμένης αρμονίας Επιστήμης και Χριστιανικής θρησκείας.

–  Η έμπνευση σεβασμού και αφοσιώσεως προς τα θέσμια και τις παραδόσεις της Μητρός ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας

και κατά συνέπεια η προάσπιση του Ορθοδόξου χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που τόσο βάναυσα πλήττεται με την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελεί μέρος του σκοπού μας ως σωματείου ώστε να έχουμε άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη και βάσιμη, αρμοδίως δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και για όσους επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε νόμιμα στο μέλλον

ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ

1.       Να γίνει δεκτή η παρούσα.

2.       Να ακυρωθεί η υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143575/Δ2/7-9-2016 (Β 2920/13-9-2016 ΦΕΚ)  απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθώς και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης, ρητή ή σιωπηρή, προγενέστερη ή μεταγενέστερη.

3.       Να καταδικαστεί το αντίδικο στη δικαστική μας δαπάνη και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος από εμάς δικαστικού παραβόλου.

Αθήνα, 9/11/2016

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

***************

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ

ΤΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ

***

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

(ΤΜΗΜΑ Γ’ )

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

 

1)      Του Παναγιώτη Χριστοδούλου, κατοίκου Παλλήνης Αττικής…

2)      Της Γεωργίας Χριστοδούλου, κατοίκου Παλλήνης Αττικής…

3)      Του Άγγελου Τσέρκα, κατοίκου Αιαντείου Σαλαμίνας…

4)      Της  Πέρσας Λαζάρου, κατοίκου Αιαντείου Σαλαμίνας…

5)      Του Ιωάννη Μπεϊνά, Θεολόγου εκπαιδευτικού, κατοίκου Κατερίνης…

6)    Του σωματείου με την επωνυμία Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην Αθήνα…

                                                            ΚΑΤΑ

                Του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

                                                   ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

Της υπ’ αρίθμ. Πρωτ. 143579/Δ2/2016 απόφασης του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β 2906/13-9-2016).

                ΙΣΤΟΡΙΚΟ

                Στο υπ’ αριθμ. φ. Β 2906/13-9-2016 ΦΕΚ, δημοσιεύθηκε η υπ’ αρ. πρωτ143579/Δ2/2016 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, με θέμα «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικά Γενικού Λυκείου».

Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του μόνου άρθρου της προσβαλλομένης, με την ανωτέρω απόφαση πραγματοποιείται μία ριζική αλλαγή στο χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών στο Λύκειο, αλλοιώνοντας τον από ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους μέχρι σήμερα ορθόδοξο χαρακτήρα του. Συγκεκριμένα, το μέχρι πρότινος διδασκόμενο μάθημα των θρησκευτικών,  όπως αυτό ορίστηκε από τη Διεθνή Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950, το Σύνταγμα, το Νόμο και τις Δικαστικές Αποφάσεις, είχε χαρακτήρα ομολογιακό, ήτοι διδακτικό της θρησκείας των μαθητών, οι οποίοι είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία στην Ελλάδα, βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ παράλληλα, υπήρχαν και στοιχεία θρησκειολογίας διδασκόμενα από την Στ’ Δημοτικού και μέχρι την Γ’ Λυκείου, και πάντως σε χωριστά κεφάλαια και όχι αναμεμιγμένα με τη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης, την οποία δικαιωματικά διδάσκονταν οι Ορθόδοξοι μαθητές.

Παράλληλα, παρεχόταν η δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα για τους μη Ορθοδόξους μαθητές, ενώ υπάρχει και διδάσκεται εναλλακτικά, ομολογιακού περιεχομένου μάθημα των θρησκευτικών για τους Έλληνες Μουσουλμάνους, Εβραίους και Ρωμαιοκαθολικούς, με το οποίο οι μαθητές αυτοί, διδάσκονται, ως δικαιούνται, την πίστη των γονέων τους.

Με το νέο πρόγραμμα σπουδών που εισάγει η προσβαλλομένη, το μέχρι πρότινος ομολογιακό μάθημα, μετατρέπεται σε ιδιότυπη θρησκειολογία, στην οποία  αναμειγνύονται η Ορθόδοξη Πίστη με τα υπόλοιπα Δόγματα και Θρησκεύματα, δημιουργώντας σύγχυση στους μαθητές, οι οποίοι λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, κατά κανόνα αγνοούν και τα βασικότερα σημεία της πίστης στην οποία ανήκουν, ως βαπτισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Η απόφαση αυτή του Υπουργού είναι παράνομη και ακυρωτέα για τους εξής νόμιμους και βάσιμους λόγους:

ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

Νομικό πλαίσιο

 

Στη διάταξη του άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος, στην κεφαλίδα του οποίου γίνεται ρητή επίκληση της «Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», ορίζεται ότι : «1. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού ‘ τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ’ [29] Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. 2. . . «. Εξ άλλου στη διάταξη του άρθρου 13 αυτού ορίζεται ότι : «1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3…».

 Εκ παραλλήλου, στη διάταξη του άρθρου 16 [παρ. 2] του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες».

 Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και ιδίως τα όσα ειδικότερα για την προσβαλλόμενη απόφαση ισχύουν με το άρθρο 16 παρ. 2 Σ, προκύπτει σαφώς ότι ο συνταγματικός νομοθέτης απέκρουσε την αποσύνδεση της θρησκείας από την εκπαίδευση (κοσμικό πρότυπο ) και προτίμησε την οδό του «μέτρου αρίστου» που αξιώνει το σεβασμό της «επικρατούσας» θρησκείας και το συνυπολογισμό της ανάμεσα στους προσδιοριστικούς παράγοντες της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Αυτή η ρητή συνταγματική επιλογή συμπυκνώνει ιστορικές επιλογές, αντιδιαστολές σε σχέση με τα προϊσχύοντα συντάγματα αλλά και ισορροπίες που ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται και να αναπαράγει.

 Περαιτέρω η Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης της 4ης Νοεμβρίου 1950 «περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών», που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 [φ. 68, Α] και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 [φ. 256, Α] και έχει, ως εκ τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη τυπική ισχύ, με το μεν άρθρο 9 κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, με το άρθρο δε 2 του Α προσθέτου πρωτοκόλλου ορίζει ειδικότερα τα εξής : «Ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσιν της μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις».

 Σε υλοποίηση των ανωτέρω ο κοινός νομοθέτης προβλέπει στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1566/1985 [ΦΕΚ Α 167] ότι : «1. Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν δημιουργικά. Ειδικότερα υποβοηθεί τους μαθητές : α] Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες, να υπερασπίζονται την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και τη δημοκρατία, να εμπνέονται από αγάπη προς τον άνθρωπο, τη ζωή και τη φύση και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη. β] Να καλλιεργούν και να αναπτύσσουν αρμονικά το πνεύμα και το σώμα τους, τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητές τους. Να αποκτούν, μέσα από τη σχολική τους αγωγή, κοινωνική ταυτότητα και συνείδηση, να αντιλαμβάνονται και να συνειδητοποιούν την κοινωνική αξία και ισοτιμία της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας. Να ενημερώνονται και να ασκούνται πάνω στη σωστή και ωφέλιμη για το ανθρώπινο γένος χρήση και αξιοποίηση των αγαθών του σύγχρονου πολιτισμού, καθώς και των αξιών της λαϊκής μας παράδοσης. γ] Να αναπτύσσουν δημιουργική και κριτική σκέψη και αντίληψη συλλογικής προσπάθειας και συνεργασίας, ώστε να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες και με την υπεύθυνη συμμετοχή τους να συντελούν αποφασιστικά στην πρόοδο του κοινωνικού συνόλου και στην ανάπτυξη της πατρίδας μας. δ] Να κατανοούν τη σημασία της τέχνης, της επιστήμης και της τεχνολογίας, να σέβονται τις ανθρώπινες αξίες και να διαφυλάσσουν και προάγουν τον πολιτισμό. ε] Να αναπτύσσουν πνεύμα φιλίας και συνεργασίας με όλους τους λαούς της γης, προσβλέποντας σε έναν κόσμο καλύτερο, δίκαιο και ειρηνικό. 2. Βασικοί συντελεστές για την επίτευξη των παραπάνω σκοπών είναι : α] . . . β] τα αναλυτικά προγράμματα, τα σχολικά βιβλία και τα λοιπά διδακτικά μέσα καθώς και η σωστή χρήση τους, γ] . . . 3. Τα αναλυτικά προγράμματα αποτελούν άρτιους οδηγούς του εκπαιδευτικού έργου και περιλαμβάνουν κυρίως : αα] . . . ββ] διδακτέα ύλη επιλεγμένη σύμφωνα με το σκοπό του μαθήματος ανάλογη και σύμμετρη προς το ωρολόγιο πρόγραμμα. . . «.

 Ο ίδιος νόμος εξειδικεύοντας το σκοπό της παιδείας υπογραμμίζει, ότι το σχολείο βοηθά τους μαθητές να εξοικειώνονται «με τις ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές, ανθρωπιστικές και άλλες αξίες» ώστε να δυνηθούν με αυτές «να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους», συνειδητοποιώντας «τη βαθύτερη σημασία του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους και της σταθερής προσήλωσης στις πανανθρώπινες αξίες» (άρθρο 6 παρ. 2). Ενώ σε εφαρμοστικά του νόμου αυτού κείμενα και δη στο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (Α.Π.Σ.) επισημαίνεται, ότι «σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, με εμφανή τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής ρευστότητας, η κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου και η πορεία του προς την αυτογνωσία απαιτούν ευρεία και διαρκή κοινωνική αλληλεπίδραση» και ότι για την επίτευξη μιας «αρμονικής κοινωνικής ένταξης και συμβίωσης είναι απαραίτητο κάθε άτομο να μάθει να συμβιώνει με τους άλλους σεβόμενο τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους», διατηρώντας ωστόσο «την εθνική και πολιτισμική του ταυτότητα μέσα από την ανάπτυξη της εθνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής αγωγής».

 Στο αυτό πνεύμα υφίσταται με συνέπεια σειρά ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων [μεταξύ άλλων ΣτΕ 3356/95, ΣτΕ 2176/1998, ΔΕΦΧαν. 115/2012], όπου κρίνεται ότι μεταξύ των σκοπών της παρεχομένης στα σχολεία παιδείας είναι και η «ανάπτυξη», σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών σύμφωνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος, η διδασκαλία του οποίου είναι, ως εκ τούτου, υποχρεωτική, όπως είναι υποχρεωτική και η παρακολούθηση από τους μαθητές, οι οποίοι ανήκουν εις την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία. 

 Σε τέτοια άλλωστε ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών αποβλέπουν και οι γονείς των μαθητών αντλούντες από τις προαναφερθείσες διατάξεις το δικαίωμα ώστε οι ίδιοι οι γονείς να δύνανται να καθορίζουν την θρησκευτική αγωγή των τέκνων τους, επί τη βάσει των δικών των θρησκευτικών πεποιθήσεων [βλ. ΣτΕ 3356/1995, ΣτΕ 2176/1998]. Εξυπακούεται βεβαίως ότι της παρακολουθήσεως του ως άνω μαθήματος απαλλάσσονται και δη χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, οι μαθητές εκείνοι γιά τους οποίους γίνεται αξιόπιστη δήλωση, είτε υπ’ αυτών των ιδίων, είτε υπό των γονέων τους, ότι είναι άθεοι, ετερόδοξοι ή αλλόθρησκοι και έχουν, ως εκ τούτου, πρόβλημα θρησκευτικής συνειδήσεως [ΣτΕ 3356/95], δοθέντος μάλιστα ότι η δήλωση αυτή ουδόλως αντιβαίνει εις το άρθρον 13 του Συντάγματος διότι κατά τα επίσης ήδη κριθέντα [ΣτΕ 3356/95] δεν αποτελεί μέσον προς δίωξη του μαθητή λόγω των διαφόρων, ενδεχομένως, θρησκευτικών του πεποιθήσεων, οι οποίες πρέπει πάντως να είναι σεβαστές, αλλά, όλως αντιθέτως, αποβλέπει στο να διευκολύνει τον μαθητή να απολαύσει «ανεμπόδιστα» την ελευθερία της θρησκευτικής του συνειδήσεως και να διευκολύνει επίσης τους γονείς τους να ασκήσουν το αντίστοιχο, κατά τα εκτεθέντα, δικαίωμά τους.

 Προκειμένου όμως να τύχουν εφαρμογής τα ανωτέρω και ιδίως η ρητή και αδιάστικτη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος ώστε να καταστεί δυνατή η «ανάπτυξη», σε τουλάχιστον επαρκή βαθμό, της θρησκευτικής συνειδήσεως των προαναφερθέντων μαθητών και δη συμφώνως προς τις αρχές της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως, επιβάλλεται όπως η Πολιτεία, διά της λήψεως των καταλλήλων, κατά περίπτωσιν, νομοθετικών και κανονιστικών μέτρων, εξασφαλίζει τη διδασκαλία του κατά τα άνω μαθήματος των θρησκευτικών εις τους μαθητές και δη να την εξασφαλίζει [κατά τα ήδη κριθέντα ΣτΕ 3356/95 & ΣτΕ 2176/1998], μάλιστα με ικανό αριθμό ωρών διδασκαλίας εβδομαδιαίως.

 Η επιχειρούμενη με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση μετατροπή του χαρακτήρα του μαθήματος, από ορθόδοξο ομολογιακό μάθημα, σε μάθημα γνώσεων των θρησκειών, ουσιαστικά ακυρώνει το αναμφισβήτητο δικαίωμα των γονέων και των μαθητών για παροχή θρησκευτικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Ο δε χώρος που δίνεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Πίστης ανάμεσα στα άλλα θρησκεύματα, δεν είναι επαρκής – ούτε καν πρωτεύων – και δεν καλύπτει το δικαίωμα θρησκευτικής εκπαίδευσης κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και εν όψει του ειδικού σκοπού στον οποίον αποβλέπει το Σύνταγμα, οι Διεθνείς Συνθήκες και η κείμενη νομοθεσία.

Επιπλέον, η συνύπαρξη στα διδασκόμενα κεφάλαια στοιχείων από διαφορετικές θρησκείες, δημιουργεί σύγχυση στους μαθητές και όχι μόνο δεν καλύπτει το δικαίωμα στη θρησκευτική τους εκπαίδευση, αλλά αδιαμφισβήτητα καλλιεργούνται αμφιβολίες στους άπειρους και χωρίς επαρκή βαθμό για κρίση μαθητές, σχετικά με τη θρησκεία στην οποία ανήκουν. Επιπρόσθετα, λόγω του ότι με την προσβαλλομένη εισάγεται η ταυτόχρονη διδασκαλία διαφορετικών προσεγγίσεων των επί μέρους θρησκειών σε διάφορα κοινωνικά θέματα που αφορούν τους μαθητές δημιουργείται ο άμεσος κίνδυνος οι μαθητές με τα νέα προγράμματα σπουδών να υιοθετούν άκριτα, πεποιθήσεις και παραδοχές, ξένες προς τη δική τους πίστη

Επιχειρείται, δηλαδή, με τα νέα προγράμματα σπουδών μία διείσδυση στη θρησκευτική τους συνείδηση, με σκοπό τη μεταβολή της, καθώς ακόμη και στην ίδια την εισηγητική έκθεση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται λόγος για «αναστοχασμό» των μαθητών πάνω στα θέματα της θρησκείας. Στον δε οδηγό εκπαιδευτικού του «Προγράμματος σπουδών» σχετικά με τη νέα ύλη του μαθήματος των θρησκευτικών αναφέρεται επί λέξει ότι αυτό αποσκοπεί εις το:

«Να αφυπνίσει την αντίληψη του μαθητή, ώστε να συνειδητοποιήσει τις θρησκευτικές «προκατανοήσεις του, δηλαδή την λανθάνουσα μερικώς αρθρωμένη θρησκευτική του «παράδοση. Να τον βοηθήσει να μετακινηθεί από τις προκατανοήσεις του και να «διαλεχθεί με τις αφηγήσεις και τον λόγο βασικών θρησκευτικών αλλά και κοσμικών «παραδόσεων, που αρνούνται την θρησκευτική αλήθεια.

Έτερο απόσπασμα επεξηγεί, ότι:

 «Οι μαθητές είναι ανάγκη, να μην διαποτίζονται σε μία θρησκευτική άποψη, οπότε το «προτεινόμενο πρόγραμμα σπουδών τους προσφέρει ευκαιρίες να μελετήσουν και να «στοχαστούν πάνω σε διαφορετικές θρησκευτικές και φιλοσοφικές θεωρήσεις

Όλα τα ανωτέρω πέραν των άλλων παραβιάζουν το δικαίωμά των τεσσάρων πρώτων από εμάς μας ως γονέων να λάβουμε για τα παιδιά μας από την πολιτεία θρησκευτική εκπαίδευση σύμφωνη με τις θρησκευτικές ημών και των τέκνων μας πεποιθήσεις ως χριστιανοί ορθόδοξοι. Επ’ αυτού υφίσταται απολύτως ad hoc απόφαση του ΕΔΑΔ. Πρόκειται περί της  20.6.2009 υπόθεση Folgero και άλλοι κατά Νορβηγίας δημοσιευομένη σε ελλην. μετάφραση στην Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ. 257 επ. η οποία καταδικάζει την Νορβηγία, διότι στα σχολεία της εισήγαγε ύλη μαθήματος των θρησκευτικών πολυθρησκευτική  (όπως  η καθής η παρούσα αίτησή μας). Την καταδικάζει δε για παράβαση του άρθρου 2 του Προσθ. Πρωτοκόλλου της Ευρωπ. Συμβ. Ανθρ. Δικαιωμάτων, το οποίο επιβάλλει στα ευρωπ. κράτη, να διδάσκουν ως ύλη μαθήματος  θρησκευτικών την αντιστοιχούσαν στο θρήσκευμα της πλειοψηφίας των γονέων. Επεξηγεί δε, ότι η εισαγωγή ύλης μαθήματος θρησκευτικών πολυθρησκευτικής    είναι απαράδεκτη, διότι δημιουργεί τεράστια προβλήματα εφαρμογής και παγιδεύει μαθητές και γονείς, τους οποίους εισάγει σε ακραία σύγχυση.

Κατ’ απόλυτη αντιστοιχία η διδασκαλία του μαθήματος όπως επιβάλλεται δια της προσβαλλομένης καθίσταται μη λειτουργική και αναποτελεσματική για τους μαθητές, καθώς αυταπόδεικτα δεν παρέχονται οι απαιτούμενες γνώσεις πάνω στην πίστη τους, εν προκειμένω πάνω στην Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, στην οποία κατά τεκμήριο ανήκουν οι περισσότεροι Έλληνες.

Η πολυθρησκειακή προσέγγιση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, όχι μόνο δεν λύνει τις απορίες τους, αλλά αντιθέτως τις αυξάνει, οδηγώντας τους σε σύγχυση και πιθανόν σε απόρριψη οποιασδήποτε θρησκευτικής παραδοχής, με το πρόσχημα της δήθεν απόλυτης ταύτισής τους.

Επειδή η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, συρρικνώνει το χρόνο διδασκαλίας της Ορθόδοξης Πίστης, ο οποίος απορροφάται από την παράλληλη διδασκαλία των άλλων θρησκειών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιθωριοποιείται και να αποδυναμώνεται πλήρως το δικαίωμα της θρησκευτικής εκπαίδευσης, κατά παράβαση των συνταγματικών επιταγών και δικαστικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Επειδή διά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν είναι πλέον δυνατή η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων μαθητών, συμφώνα προς τις αρχές του ορθοδόξου χριστιανικού δόγματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά και συμφώνως προς τα προαναφερθέντα η προσβαλλομένη απόφαση πάσχει παρανομίας, καθ’ ο μέρος, με αυτή, περιορίζεται και αλλοιώνεται πράγματι εφ’ εξής η διδασκαλία της ορθόδοξης πίστης μέσω του μαθήματος των θρησκευτικών στις Τάξεις του Λυκείου και για το λόγο αυτό πρέπει ως προς αυτό να ακυρωθεί.

Β) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΜΕΡΟΛΗΨΙΑΣ

 Το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/99) επιβάλλει στην κρατική Διοίκηση, όπως και τα ατομικά και τα συλλογικά όργανα αυτής πληρούν «εις ύψιστον βαθμόν τα εχέγγυα της απολύτου αμεροληψίας» (Χ ι ώ λ ο υ, Η συγκρότησις και λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 44 σελ. 140 επ.   Του    Α υ τ ο ύ, Η αρχή της αμεροληψίας της Διοικήσεως, ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ 56 σελ. 1985 επ.), όπως δέχεται δε και η ad hoc νομολογία του Δικαστηρίου Σας, η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας αποτελεί ειδικότερα έκφανση της γενικής αρχής του κράτους Δικαίου και επιβάλλεται ευθέως από το Σύνταγμα και από τις δι’ αυτού καθιερούμενες εγγυήσεις υπέρ του πολίτη (ΣτΕ 664/2006 Επιθ. Δημ. & Διοικ. Δικ. 2009 σελ, 203 επ.).

Δι’ άλλης δε αποφάσεως του Δικαστηρίου Σας (ΣτΕ 1447/2006) γίνεται δεκτό, ότι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή της αμεροληψίας, όταν ο μετέχων σε συλλογικό όργανο της Διοικήσεως έχει διατυπώσει προειλημμένη γνώμη διά το θέμα που καλείται, να αποφανθεί (ΣτΕ 664/2006, ομοίως ΣτΕ 571/2011 ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ, 59 σλ. 624, ομοίως ΣτΕ 640/2011 ΔΙΚ. ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜ. 2011 σελ. 203 επ.). Ο δε Άρειος Πάγος δέχεται, ότι η αρχή της αμεροληψίας παραβιάζεται, ακόμη και αν υπάρχει λόγος ευπρέπειας (ΑΠ απόφαση 549/2009 ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, 12 σελ. 1201 επ.).

Σύμφωνα με την από 3-2-2016 και με αρ. πρωτ. 17741/Φ1 απάντηση του Υπουργού Παιδείας στην αναφορά του βουλευτή κ. Ν. Νικολόπουλου, αποφασίσθηκε η δημιουργία ειδικής επιτροπής από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) για την εξέταση του περιεχομένου και την αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η εξ ημών ΠΕΘ ζήτησε εγγράφως από το ΙΕΠ να γνωστοποιήσει τα μέλη της ειδικής αυτής επιτροπής, χωρίς, ωστόσο, να λάβει ουδέποτε καμία απάντηση. Η εν λόγω επιτροπή που αποφάσισε την αλλαγή του μαθήματος αποτελείτο από τα κάτωθι μέλη:

1. Γεράσιμος Κουζέλης, Καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ, Πρόεδρος του ΙΕΠ

 2. Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ

 3. Μάριος Μπέγζος, Καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας του Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

 4. Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ

 5. Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

 6. Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας

 7. Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης.

Από τα επτά (7) μέλη της ανωτέρω επιτροπής, τα τέσσερα (4) ανήκουν στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση νέου προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου και ένα (1) ανήκει στην επιτροπή εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του προγράμματος σπουδών στα θρησκευτικά του Γενικού Λυκείου.

  Συγκεκριμένα οι:

1)  Σταύρος Γιαγκάζογλου, Σύμβουλος ΥΠΠΕΘ, Προϊστάμενος Γραφείου Α του ΙΕΠ,

2) Εμμανουήλ Περσελής, Καθηγητής της Θεωρίας και Πράξης της Xριστιανικής Aγωγής του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ.

3)  Αγγελική Ζιάκα, Επικ. Καθηγήτρια Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

4)   Άγγελος Βαλλιανάτος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Β΄ Αθήνας, Αν. Αττικής, Εύβοιας και

5)  Γεώργιος Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Κρήτης, οι οποίοι κλήθηκαν να εξετάσουν και να αποφασίσουν το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, ανήκουν στην ομάδα που συνέγραψε το ως άνω πρόγραμμα σπουδών.

Εκ των όσων αναφέραμε, συνάγεται ότι η συγκρότηση της 7μελούς επιτροπής του ΙΕΠ, η οποία εξέτασε το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών και σε γνωμοδότηση της οποίας παραπέμπει η προσβαλλόμενη ως μη έχουσα τα εχέγγυα της αμεροληψίας που απαιτεί ο νόμος, καθώς σε αυτή μετείχαν πρόσωπα που έχουν εκπονήσει το πρόγραμμα σπουδών που καλούνται οι ίδιοι να κρίνουν, είναι παράνομη.

Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη πρέπει να ακυρωθεί και γι’ αυτό το λόγο.

 Γ) ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 4 ΚΑΙ 13 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος «Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (παρ. 1) και «Oι Έλληνες και οι Eλληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» (παρ. 2), ενώ κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.»

Με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, τίθεται θρησκευτικός διαχωρισμός μεταξύ των μαθητών που ανήκουν στο Ορθόδοξο Χριστιανικό Δόγμα και σε εκείνους που ανήκουν σε άλλες θρησκευτικές παραδοχές και ομολογίες. Διότι οι μαθητές που ανήκουν στη Ρωμαιοκαθολική Ομολογία και την Ιουδαϊκή Θρησκεία, εξακολουθούν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθ. 55 του Ν. 4316/2016 (ΦΕΚ 83/Α/11-5-2016), να διδάσκονται το ομολογιακό μάθημα των θρησκευτικών, διαμορφωμένο στη δική τους πίστη, μάλιστα από δασκάλους και καθηγητές τους οποίους προτείνουν η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος (Ι.Σ.Κ.Ι.Ε.) και το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο αντίστοιχα.

Παρόμοιο προνόμιο δεν παρέχεται στους Ορθοδόξους μαθητές, οι οποίοι στερούνται του συνταγματικού δικαιώματος να διδαχθούν αυτούσια την πίστη τους από το σχολείο, δικαίωμα που απολαμβάνουν οι ετερόθρησκοι και ετερόδοξοι μαθητές.

ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ

Ο πρώτος και η δεύτερη εξ ημών είμαστε γονείς δύο ανηλίκων τέκνων, του Ιουστινιανού και του Ελισσαίου μαθητών αντίστοιχα της τρίτης και της πρώτης τάξης του 1ου Λυκείου Παλλήνης, οι οποίοι με την εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως  θίγονται άμεσα. Και τα δύο τέκνα μας, όπως και εμείς οι γονείς τους, έχουν βαπτισθεί Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μετέχουν με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας. Ομοίως και ο τρίτος και η τέταρτη εξ ημών είμαστε γονείς του ανηλίκων τέκνου μας Ματθαίου, μαθητή της δευτέρας τάξης του 1ου Λυκείου Σαλαμίνας, έχει βαπτισθεί Χριστιανός Ορθόδοξος και μετέχει με θέρμη μαζί μας στην εκκλησιαστική ζωή και λατρεία της Πίστεώς μας. Σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε παραπάνω, ο ρόλος του μαθήματος των Θρησκευτικών στην εκπαίδευση και ανάπτυξή της προσωπικότητάς τους σε αυτό το εύπλαστο στάδιο της ζωής τους είναι ζωτικός τόσο για αυτά τα ίδια όσο και για εμάς που ως γονείς τους επιθυμούμε τόσο τη μόρφωσή τους επί του γνωστικού αντικειμένου των Θρησκευτικών όσο και τη διάπλασή των χαρακτήρων τους ώστε αυτά να υιοθετήσουν τη χριστιανική ηθική της Ανατολικής Ορθοδόξου  Εκκλησίας. Έχουμε λοιπόν προφανές και άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον να αιτηθούμε την ακύρωση της ως άνω υπουργικής αποφάσεως τόσο για λογαριασμό των τέκνων μας των οποίων ασκούμε τη γονική μέριμνα και επιμέλεια όσο και ατομικά για εμάς τους ιδίους ως γονείς τους.

Αντιστοίχως, ο εξ ημών πέμπτος των αιτούντων, έχω έννομο συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 47 παρ. 1 του Π.Δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (Α’ 8), το οποίο εφαρμόζεται στην παρούσα διαδικασία κατ’ άρθρο 4 του Ν. 702/1977, και ασκώ την κρινόμενη αίτηση λόγω της ιδιότητας μου ως θεολόγος εκπαιδευτικός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στο 5ο Γ.Ε. Λύκειο Κατερίνης (Ολ. ΣτΕ 2411/2012, 1854/1990 βλ. και ΣτΕ 193/2012)

Τέλος το έκτο εξ ημών σωματείο (ΠΕΘ), έχει προφανές έννομο συμφέρον για την ακύρωση της ως άνω υπουργικής απόφασης επειδή σύμφωνα με το ισχύον από 1977 καταστατικό του σωματείου μας (αρ. αποφ. 2059/1977 Μ. Πρ. Αθηνών), σκοποί του μεταξύ άλλων είναι:

   Η καλλιέργεια των θεολογικών Γραμμάτων και η ενημέρωση των μελών προς την σημειούμενη εκάστοτε εξέλιξη και πρόοδο της  Επιστήμης

    Η κατανόηση της ουσίας του Ορθοδόξου Χριστιανισμού και η έξαρση αυτού

   Η διέγερση του ενδιαφέροντος και της αγάπης του λαού προς τη θρησκευτική γνώση και ζωή εντός του πλαισίου των πατρικών μας παραδόσεων.

    Ο ευρύς θρησκευτικός και ηθικός διαφωτισμός του λαού μας για να λάβει αυτός πλήρη επίγνωση της αξίας της εν Χριστώ απολυτρώσεως  και ζωής, ως και ο πλήρης και ηθικός διαφωτισμός της νεότητας.

   Η προσήλωση στην Ορθοδοξία και άμυνα κατά πάσης αντιορθοδόξου και αντιχριστιανικής εκδηλώσεως παρ’ ημίν, ως και η εκλαΐκευση της Απολογητικής του Χριστιανισμού και ο διαφωτισμός του λαού και δη της νεότητας περί της υφισταμένης αρμονίας Επιστήμης και Χριστιανικής θρησκείας.

  Η έμπνευση σεβασμού και αφοσιώσεως προς τα θέσμια και τις παραδόσεις της Μητρός ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας

και κατά συνέπεια η προάσπιση του Ορθοδόξου χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που τόσο βάναυσα πλήττεται με την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελεί μέρος του σκοπού μας ως σωματείου ώστε να έχουμε άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση της παρούσας.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη και βάσιμη, αρμοδίως δε εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.   

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και για όσους επιφυλασσόμεθα να προσθέσουμε νόμιμα στο μέλλον

ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ

1.      Να γίνει δεκτή η παρούσα.

2.      Να ακυρωθεί η υπ’ αρ. πρωτ.  143.579/Δ2/2016 (Β 2906/13-9-2016 ΦΕΚ) απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθώς και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης, ρητή ή σιωπηρή, προγενέστερη ή μεταγενέστερη.

3.      Να καταδικαστεί το αντίδικο στη δικαστική μας δαπάνη και να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος από εμάς δικαστικού παραβόλου.

Αθήνα, 9/11/2016

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος

http://www.petheol.gr/nea/epethkatethesestosteaiteseakyroseostonapophaseonphilegiatenepharmogeneonprogrammatonspoudontoumathematostonthreskeutikonstemeseekpaideuse

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ποιοι και γιατί αγωνίζονται τα ΟΧΙ του Αρχιεπισκόπου και της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών, να μετατραπούν σε ΝΑΙ;

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Δεκεμβρίου 2016

Αθήνα, 24 Οκτωβρίου 2016

Αριθμ. Πρωτ. 137


Επιστολή Διαμαρτυρίας
της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων(ΠΕΘ)

Ποιοι και γιατί αγωνίζονται

τα ΟΧΙ του Αρχιεπισκόπου και της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,

στα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών, 

να μετατραπούν σε ΝΑΙ;

Προς

  • Τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο, Πρόεδρο και άπαντες τους Ιεράρχες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος,

Μακαριώτατε,

Άγιοι Αρχιερείς,

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) επικοινωνεί μαζί σας, διότι παρατηρούμε ότι το μεγάλο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί στο μάθημα των Θρησκευτικών ολοένα και οξύνεται, με την βεβιασμένη ενέργεια του Υπουργού Παιδείας κ. Φίλη να εφαρμόσει με σχετικό ΦΕΚ, από την αρχή της φετινής σχολικής χρονιάς τα «ακατάλληλα και επικίνδυνα»,  όπως πολύ σωστά τα χαρακτήρισε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, νέα Προγράμματα Σπουδών για το μάθημά μας.

Είναι φανερός ο εμπαιγμός, οι μεν Συντάκτες των νέων Προγραμμάτων, δηλαδή η γνωστή σε όλους μας, ομάδα των Επιλεγμένων Θεολόγων του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), ισχυρίζονται ότι αυτά είναι ορθόδοξα, ο δε κ. Φίλης υποστηρίζει με πάθος ότι  προωθούν το ουδετερόθρησκο σχολείο και κράτος, που οραματίζεται. Τώρα πως συμβαίνει αυτά τα δύο να συμβαδίζουν δεν γνωρίζουμε.

Εκείνο που έχει κριθεί με τις παλαιότερες και πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις η εφαρμογή των οποίων είναι υποχρεωτική για όλους, βεβαίως και για την Πολιτεία, είναι ότι το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών πρέπει να είναι σύμφωνο με τα δόγματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υποχρέωση την οποία δεν τηρούν ούτε οι Συντάκτες του Προγράμματος, ούτε η Πολιτεία. Επιπλέον, όπως γνωρίζει  και υποστηρίζει ο θεολογικός και εκκλησιαστικός κόσμος, στην συντριπτική του πλειονοψηφία, τα Προγράμματα αυτά είναι αντισυνταγματικά, αντιπαιδαγωγικά και αντορθόδοξα.

Ø  Αντισυνταγματικά, διότι καταργούν τη συνταγματική αρχή της ισονομίας, καθώς οι έλληνες μαθητές των άλλων οργανωμένων θρησκευτικών κοινοτήτων (Εβραίων, Μουσουλμάνων, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών),  απολαμβάνουν το δικαίωμα να διδάσκονται αμιγώς την πίστη τους (με ύλη και διδάσκοντες που οι θρησκευτικές τους κοινότητες επιλέγουν και εγκρίνουν), πλην των ορθοδόξων χριστιανών μαθητών, που είναι υποχρεωμένοι να διδάσκονται την δική τους πίστη ανακατωμένη με ένα μείγμα θρησκειών.

Ø  Αντιπαιδαγωγικά, διότι μικρά παιδιά, από την Γ΄ Τάξη Δημοτικού, υποχρεώνονται να διδάσκονται ύλη μεγαλυτέρων τάξεων και διότι η ταυτόχρονη παροχή γνώσεων για όλες τις θρησκείες (συγκρητισμός), σε μικρά παιδιά, που λόγω ηλικίας, δεν διαθέτουν την προαπαιτούμενη κριτική σκέψη και διάκριση, θα διαλύσει την πνευματική τους ισορροπία και θα τους δημιουργήσει προβλήματα σύγχυσης και πνευματικού αποπροσανατολισμού. Επιπλέον, τα νέα Προγράμματα, έντεχνα ασκούν προσηλυτισμό σε άλλους πνευματικούς δρόμους, γεγονός που τα καθιστά όχι μόνον επικίνδυνα αλλά και παράνομα. Γι’ αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένες οι ανησυχίες που έχουν εκφράσει γι΄ αυτά ο Μακαριώτατος και η σεβαστή Ιεραρχία της Εκκλησίας μας.

Ø  Αντορθόδοξα, διότι καταργείται ο Χριστοκεντρικός χαρακτήρας της παρεχόμενης, σύμφωνα με το Σύνταγμα, τους Νόμους και τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας, σχολικής θρησκευτικής αγωγής για τους Ορθόδοξους μαθητές.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η ΠΕΘ αγωνίζεται, στο πλευρό της Εκκλησίας, να ενημερώσει τον ευσεβή κλήρο και τον ορθόδοξο λαό για την παιδαγωγική ακαταλληλότητα αυτών των Προγραμμάτων.

Η Εκκλησία, αναλαμβάνοντας πλήρως την πνευματική ευθύνη που έχει έναντι της χριστιανικής αγωγής της νεότητας, με τρεις αποφάσεις της Ιεραρχίας  και με κείμενα και δηλώσεις του Μακαριωτάτου, έχει εκφράσει την αντίθεσή της έναντι αυτών των  Προγραμμάτων και τα έχει απορρίψει.

Δυστυχώς, όμως, τώρα τελευταία καταφθάνουν σε εμάς πληροφορίες ότι κάποιοι αγωνίζονται εναντίον αυτών των θέσεων της Εκκλησίας. Πληροφορούμαστε, αλλά δεν θέλουμε να πιστέψουμε τα σχετικά με κάποιες αδιαφανείς κινήσεις που γίνονται, οι οποίες επιπλέον, δεν συμφωνούν με την εκπεφρασμένη θέση της Ιεραρχίας. Επισημαίνουμε τους κινδύνους, διότι οι καιροί ου μενετοί. Οφείλουμε όλοι να κατανοήσουμε ότι με το θέμα των Θρησκευτικών δεν μπορεί και δεν δικαιούται πλέον ουδείς να παίζει οποιασδήποτε μορφής παιχνίδια. Το θέμα του μαθήματος έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις. Ο πιστός λαός του Θεού ανησυχεί έντονα και αναμένει καθαρές και εκκλησιαστικές λύσεις από την Εκκλησία του και όχι μεθοδεύσεις που δείχνουν να υπηρετούν διάφορες αλλότριες σκοπιμότητες οι οποίες κάποια στιγμή θα έλθουν στο φως, θα φανερωθούν.

Με βάση την έγκυρη πληροφόρηση που έχουμε, η εξ’ Αρχιερέων Επιτροπή δεν φαίνεται να ακολουθεί πιστά την απόφαση της Ιεραρχίας όσον αφορά, αφενός στην επιλογή ειδημόνων και αφετέρου στην οργάνωση του διαλόγου με την πολιτεία από μηδενική βάση για το χαρακτήρα και το περιεχόμενο του μαθήματος.

Κάποιοι φαίνεται, παρασκηνιακά, αγωνίζονται να αλλοιωθούν, να αλλάξουν ή να σβηστούν οι ξεκάθαρες και σωστές θέσεις της Ιεραρχίας της Εκκλησίας και να ξεχαστούν οι δηλώσεις του Μακαριωτάτου για «επικίνδυνα και απαράδεκτα Προγράμματα Σπουδών».

Ποιοι και γιατί αγωνίζονται τα ΟΧΙ του Μακαριωτάτου και της Ιεραρχίας, στα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών,  να μετατραπούν σε ΝΑΙ;

Ποιοι και γιατί αλλοιώνουν την απόφαση της Ιεραρχίας να χρησιμοποιηθούν ειδήμονες για τα Προγράμματα Σπουδών στην ειδική επιτροπή, αποστολή της οποίας θα είναι να μελετήσουν σε βάθος το θέμα και να προτείνουν θεολογικοπαιδαγωγικές και διδακτικές λύσεις και τρόπους για την από μηδενική βάση συζήτηση με την πολιτεία σχετικά με την σύνταξη Προγραμμάτων Σπουδών, που να προωθούν την ορθόδοξη χριστιανική αγωγή της νεότητας;

Γιατί δεν κλήθηκαν οι ειδικοί επί της Παιδαγωγικής και Διδακτικής του μαθήματος των Θρησκευτικών να συμμετέχουν σε αυτήν την Επιτροπή;

Με ποια εκκλησιαστικά ή επιστημονικά κριτήρια στιγματίζονται και αποκλείονται η ΠΕΘ και οι καθ’ ύλην ειδικοί και επιλέγονται τελικά κάποιοι άλλοι ως δήθεν ειδήμονες;

Μήπως υπάρχουν σκέψεις να εξυπηρετήσει η εν λόγω Επιτροπή άλλες σκοπιμότητες από εκείνες που όρισε εξ’  αρχής η Ιεραρχία για την Επιτροπή;

Ελπίζουμε να διαψευσθούν οι πληροφορίες που μιλούν για μεθόδευση, προκειμένου να βγει απόφαση, με Συνοδική μάλιστα σφραγίδα, που θα προτείνει απλώς βελτιώσεις των νέων διαθρησκειακών Προγραμμάτων και όχι από μηδενική βάση διάλογο για νέα Προγράμματα στα οποία η Ορθόδοξη διδασκαλία θα υπάρχει σε χωριστές ενότητες από τις αναφορές στα θρησκεύματα.

Αυτό επίσης που μας προβληματίζει έντονα είναι ότι ορισμένοι στοχοποιούν, υποτιμούν και συκοφαντούν την ΠΕΘ, την παλαιότερη Επιστημονική Ένωση της Ελλάδας, που εκπροσωπεί τη συντριπτική πλειονότητα των Θεολόγων της χώρας και που αγωνίζεται ανιδιοτελώς για την αποκατάσταση του μαθήματος των Θρησκευτικών από την αλλοίωση και την αλλαγή του χαρακτήρα και του περιεχομένου που επέφεραν αυτά τα Προγράμματα.

Λυπούμαστε για τις συμπεριφορές αυτές, που δείχνουν ότι ορισμένοι στην πράξη δεν θέλουν καθαρή λύση στο πρόβλημα με το μάθημα, διότι, χωρίς εκκλησιαστική διάκριση, έφτασαν στο σημείο αφενός να μην χρησιμοποιούν επιστημονικά κριτήρια για την επιλογή των ειδημόνων, αλλά συκοφαντίες και λασπολογίες, προκειμένου να αποκλειστούν οι ειδήμονες και να επιλεγούν άλλοι και, αφετέρου, να ταυτίζουν τον θύτη με το θύμα και να τοποθετούν στην ίδια μοίρα τον ΚΑΙΡΟ που παρανόμως ιδρύθηκε και λειτουργεί με σκοπό την κατάργηση του ορθόδοξου μαθήματος, με την ΠΕΘ.

Στην ίδια μοίρα λοιπόν, ο ΚΑΙΡΟΣ, που ιδρύθηκε το 2010 και είναι ο δημιουργός των Προγραμμάτων, με την ΠΕΘ, που ιδρύθηκε το 1951 και που εξ αρχής αγωνίζεται στο πλευρό της Εκκλησίας για να αντιμετωπιστούν οι εναντίον της χριστιανικής αγωγής συνέπειες της δράσης αυτού του σωματείου;

Διερωτώμεθα, μήπως παίζονται πολιτικά και εκκλησιαστικά παιχνίδια ή μήπως υφαίνονται κάποιες προσωπικές επιδιώξεις στην πλάτη του μαθήματος των Θρησκευτικών, των Θεολόγων καθηγητών, των μαθητών, των γονέων τους και συνόλου του ελληνικού λαού;

Ζητούμε λοιπόν, οι ειδήμονες της Επιτροπής της Εκκλησίας που θα συζητήσει το θέμα του μαθήματος των Θρησκευτικών, να ορισθούν από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο ή από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, καθώς επίσης, τα όποια συμπεράσματα αυτής της Επιτροπής να τύχουν και πάλι της έγκρισης της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.

v  Δοθείσης της ευκαιρίας, οφείλουμε ευσεβάστως να αναφέρουμε στην Ιερά Σύνοδο τα ονόματα των ειδικών Επιστημόνων της Παιδαγωγικής: 1. Ιωάννης Κογκούλης, ομ. Καθηγητής Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 2, Χρήστος Βασιλόπουλος, ομ. Καθηγητής Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ,  3. Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 4. Δημήτριος Λάππας, ομ. Επ. Καθηγητής Παιδαγωγικής, της Θεολογικής ΑΠΘ, 5. Μαρία Ράντζου, Επ. Καθηγήτρια Παιδαγωγικής, της Θεολογικής ΑΠΘ 6. Αθανάσιος Στογιαννίδης, Επ. Καθηγητής Παιδαγωγικής, της Θεολογικής ΑΠΘ 7. Ευάγγελος Πεπές, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 8. Κωνσταντίνος Σπαλιώρας, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΑΠΘ, 9. Σταμάτιος Πορτελάνος, Επ. Καθηγητής Διδακτικής Θρησκευτικών – Θρησκειολογίας, του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 10. Κωσταντίνος Πρέντος, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΕΚΠΑ, 11. Διαμάντη Τσαγκαρλή, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΕΚΠΑ, 12. Ιωάννης Φύκαρης,  Επ. Καθηγητής Διδακτικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 13. Ιωάννα Κομνηνού, Διδάκτωρ Παιδαγωγικής της Θεολογικής ΕΚΠΑ.

v  Οι κ. Εμμ. Περσελής καθηγητής της Θεολογικής του ΕΚΠΑ, Μάριος Κουκουνάρας, Λέκτωρ της Θεολογικής του ΕΚΠΑ και Βασιλική Μητροπούλου, Αναπλ. Καθηγήτρια της Θεολογικής του ΑΠΘ ήταν συντάκτες των νέων Προγραμμάτων. Ο Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Στυλιανός Τσιπούρας, δρ. Φιλοσοφίας, έχει επιλεγεί με αίτησή του ως Επιμορφωτής των νέων Προγραμμάτων στο ΙΕΠ. Επίσης, κάποιοι εκ των επιλεγέντων στην Επιτροπή της Εκκλησίας, ως δήθεν ειδήμονες δεν έχουν σχέση με Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά, μερικοί δε δεν έχουν γνώσεις και σπουδές Θεολογικές.

Εμείς ως Θεολόγοι δηλώνουμε ότι δεν αγωνιζόμαστε για τις θέσεις μας ή για να αυξήσουμε το μισθό μας. Αγωνιζόμαστε, διωκόμενοι και  λοιδορούμενοι, για να έχουν τα παιδιά του ελληνικού λαού, τα παιδιά μας, ορθόδοξη χριστιανική αγωγή στα σχολεία τους, αισθανόμενοι το χρέος και την ευθύνη που έχουμε πρωταρχικά προς Τον Χριστό στον οποίον πιστεύουμε, προς τη συνείδησή μας και στον όρκο που δώσαμε ως Θεολόγοι και προς τα παιδιά που διδάσκουμε.

Ως ΠΕΘ, δηλώνουμε ότι θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε δυναμικά για μια Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή στα σχολεία μας και από εδώ και πέρα δεν θα ανεχθούμε ενέργειες από κανέναν, που δεν είναι συμβατές με ένα ορθόδοξο χριστιανικό μάθημα που δικαιούμαστε,  εμείς μεν, να διδάσκουμε, ως απόφοιτοι ορθοδόξων Θεολογικών Σχολών και χριστιανοί, τα παιδιά δε, να διδάσκονται ως μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τέκνα ορθοδόξων γονέων. Καλούμε όλους να δείξουν την αρμόζουσα εκκλησιαστική υπευθυνότητα και να ακολουθούν την αλήθεια της Εκκλησίας.

Καλούμε τα ΜΜΕ  να στρέψουν την προσοχή τους, δείχνοντας την ανάλογη υπευθυνότητα και να αναδείξουν το πρόβλημα.

Καλούμε επίσης όλους τους Έλληνες να συστρατευθούν μαζί με την Εκκλησία και την ΠΕΘ στον αγώνα για μια Ορθόδοξη χριστιανική αγωγή, που δικαιούνται να έχουν τα παιδιά τους ως βαπτισμένα στην Ορθόδοξη πίστη. Καλούμε όλους να αγωνιστούν, ο καθένας από τη θέση του και όλοι μαζί, για να επιτύχουμε, συν Θεώ, να φέρουμε την ανάσταση της χριστιανικής Παιδείας και του Γένους μας.

Με σεβασμό ασπαζόμεθα την δεξιά Σας

Για το ΔΣ της ΠΕΘ

        Ο Πρόεδρος                                                       Ο Γενικός Γραμματέας

Κωνσταντίνος Σπαλιώρας                                     Παναγιώτης Τσαγκάρης

Δρ Θεολογίας                                                           Mr Θεολογίας

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »