kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η οικολογική κρίση, κρίση πνευματική

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 30, 2010

deilino.jpg

Σωτηρίου Ι. Μπαλατσούκα

Δρ Θ. Αναπληρωτού Καθηγητού Α.Ε.Ι.

Πολλά είναι τά προβλήματα τής σύγχρονης εποχής, τα όποια συνυπάρχουν μέ τό οικολογικό, όπως τά ναρκωτικά, η εγκληματικότητα, oι διάφορες νόσοι, πού αποτελούν τίς κυριότερες αίτιες της δικαιολογημένης διηνεκούς ανησυχίας του ανθρώπου. Τό οικολογικό, όμως, ενώ πρίν λίγο ήταν πρόβλημα, τώρα εξελίχθηκε σε κρίση. Και τό Ιδιαίτερο της οίκολογικής κρίσεως είναι ότι δεν ανήκει σε μία συγκεκριμένη περιοχή, αλλά ταλανίζει ολόκληρο τόν πλανήτη.

 Ή κρίση αυτή εντείνει τήν ανθρώπινη αγωνία ολοένα και περισσότερο. Ό άνθρωπος διαπιστώνει τίς ανεξέλεγκτες τραγικές διαστάσεις της, oι όποιες αφορούν τήν ύπαρξή του και τή δημιουργία. Γιατί όταν δεν υπάρχει οικολογική Ισορροπία ο άνθρωπος, όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τό πρόβλημα των ελλείψεων γιά τήν επιβίωσή του, άλλα πολύ περισσότερο δεν έχει τίς Ικανότητες γιά νά τήν αντιμετωπίσει, γιατί κινδυνεύει νά εξαφανιστεί ό ίδιος.

 Παρατηρούμε σήμερα νά γίνονται πολλές κινητοποιήσεις από διαφόρους φορείς και οργανισμούς. Διεθνή – παγκόσμια συνέδρια, Στοκχόλμη (1972), Ρίο (1992), Κοπεγχάγη (2009), ημερίδες, σεμινάρια και άλλα. Κοινή διαπίστωση είναι ότι το τελευταίο τέταρτο του Κ΄ αιώνα μέχρι και σήμερα κλονίζεται ή δημιουργία σε επικίνδυνο βαθμό και απειλείται μέ αυτοκαταστροφή.

 Η απειλή αυτή παρατηρείται από τις τεχνολογικές και βιομηχανικές κατακτήσεις, οί όποιες μετατόπισαν τίς ανθρωπιστικές και συναισθηματικές αναζητήσεις του άνθρωπου στον «οργιαστικό» καταναλωτισμό και στον «άκρατο» ευδαιμονισμό. Βέβαια, πολλοί είναι οι παράγοντες, οι όποιοι θεωρούνται υπεύθυνοι, άλλα δεν είναι του παρόντος η αναζήτηση τών ποσοστών ευθύνης και ενοχής. Τά όρια ανοχής και της τελικής επιλογής έχουν εξαντληθεί και μοναδικές επιλογές πού υπάρχουν είναι ή η προσπάθεια διάσωσης της δημιουργίας ή ό ολοκληρωτικός αφανισμός της. Και οί επιλογές βέβαια δέ στηρίζονται σε υποθετικές βάσεις, αλλά σε πραγματικούς κινδύνους, όπως πυρηνικά κατάλοιπα, τοξικά απόβλητα, εξάντληση πηγών ενεργείας, διαταραχές οικοσυστημάτων, καταστροφή του στρατοσφαιρικού οζονικού στρώματος και επιβάρυνση τών θαλάσσιων υδάτων μέ κάθε είδους απορρίμματα.

 Αυτοί oι κίνδυνοι αποδεικνύουν ότι ό κόσμος δεν έχει εκλειφθεί ως «θείο δώρο» από τόν άνθρωπο, άλλα ως αντικείμενο κτήσης και παράχρησης. Ή φύση υποβιβάστηκε στίς εγωκεντρικές οικονομικές ανάγκες και γενικότερα στον ύλόφρονα άνθρωπο. Και ένώ ό ίδιος πλάστηκε ως ό μόνος τών ζώων «κατ’ εικόνα και όμοίωση» του Δημιουργού, αθέτησε τήν εντολή του Χριστού που τον καθιστά «πιστόν οικονόμον και φύλακα» (Λουκ. 12,42) και δεν αρκέστηκε στη ρήση του Απ. Παύλου, «αφιλάργυρος ο τρόπος, αρκούμενοι τοις παρούσιν» (Έβρ. 13,5).

 Δυστυχώς, οι αρχές, οι όποιες μας φέρνουν σε κοινωνία με το Χριστό και τους αγίους αγάπη, ενότητα, ειρήνη, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ταπεινοφροσύνη, ελευθερία κοινωνική και ανθρώπινη αξιοπρέπεια και οι οποίες αποτελούν κληροδοτήματα της Χριστιανικής παραδόσεως, ενταγμένες στό σύγχρονο εκκοσμικευμένο πνεύμα, έχουν φθαρεί. Η οικολογική κρίση έχει τίς πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές προεκτάσεις της άλλα κατά βάση είναι πνευματική. Δεν οφείλεται σε καταστάσεις ή πράγματα, άλλα στον ίδιο τόν άνθρωπο, στην εσωτερική του κρίση, στην πνευματική του μόλυνση και αλλοτρίωση. Η αφετηρία έγκειται στην αμαρτία μέ αποτέλεσμα ό ίδιος νά αγνοεί τό «έργάζεσθαι και φυλάττειν αυτήν» (Γεν. 4,15), Έτσι η Κτίσις «συ-στενάζεί και συνωδίνει», ενώ ή «Κοσμοθέωσή» της εξαρτάται άμεσα από τήν «ανθρωποθέωση».

 Οι σύγχρονες επιστήμες, και ειδικώς οι Κοινωνικές Επιστήμες, μελετώντας τίς σχέσεις κοινωνικού άνθρωπου ή ανθρωπίνων κοινωνιών και φυσικού περιβάλλοντος και αναζητώντας εναγωνίως λύσεις, άμεσες ή έμμεσες, πού άφορούν τίς προοπτικές του κόσμου, του ανθρωπίνου είδους, χρησιμοποίησαν τόν όρο «Οικολογία» (ή οποία τελικώς αυτονομήθηκε και εκφράστηκε ως ξεχωριστή κοινωνική επιστήμη γιά τήν ερμηνεία και τήν αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσεως).

 Απέναντι σ’ αυτό τό εφιαλτικό αδιέξοδο, όμως, μοναδική και διαχρονική λύση μπορεί νά δώσει ή Ορθόδοξη Εκκλησία μέ τήν πίστη και τή χριστιανική της παράδοση. Ή Ορθόδοξη Εκκλησία αντιμετωπίζει μέ σεβασμό και ειλικρίνεια τή φύση. Απέναντι στην οικολογική πρόκληση παρουσιάζει τόν άνθρωπο ως «Ιερέα» και «οικονόμο» πού προσφέρει τόν κόσμο στον Θεό, μεταμορφωμένο, ανακαινισμένο και καθαγιασμένο, και αυτό τό δείχνει μέ τό παράδειγμα των αγίων. Ή Εκκλησία μπορεί νά βοηθήσει τόν απατηλά ευδαιμονισμένο άνθρωπο της σύγχρονης εποχής, αρκεί ό άνθρωπος νά τήν ακολουθήσει γιά νά μπορέσει νά ζήσει μέ καταλλαγή προς τόν πλησίον και προς τόν γύρω του κόσμο- «Όστις πιει έκ του ύδατος ου εγώ δώσω αύτω, ου μή διψήση εις τόν αιώνα (Ιω. 4,14).Όσα προγράμματα προστασίας του περιβάλλοντος, κι αν σχεδιαστούν, κι όσα οικονομικά κονδύλια κι αν δαπανηθούν, δεν πρόκειται νά κατασταλεί ή κρίση αυτή, εάν δεν υπάρξει πνευματική και ηθική αναστροφή, αλλαγή ήθους και νοοτροπίας προς τή στάση του άνθρωπου έναντι του κόσμου, μία στάση μετανοίας έν Χριστώ.

 Η καλή οικολογική κατάσταση έχει σάν βάση τήν καλή συνεργασία και αρμονική σχέση του άνθρωπου μέ τό φυσικό κόσμο και μέ τό περιβάλλον του. Δέ στηρίζεται στην ανταγωνιστική τάση του άνθρωπου, ούτε στην εχθρική τάση προς τόν πλησίον και τό γύρω του κόσμο, πράγματα τά όποια προβάλλουν τή μεταπτωτική κατάσταση του άνθρωπου και τήν προώθηση της.

 Κατά τή χριστιανική διδασκαλία η ειρήνη και η αρμονία αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά της πρώτης καταστάσεως του κόσμου, αλλά και της τελευταίας, προς τήν οποία κατευθύνεται μέ τήν έν Χριστώ σωτηρία. Ενώ ό άνθρωπος τοποθετήθηκε στον Παράδεισο, στον όποιο όλα ήταν καλά και αρμονικά, «και οίδεν ό Θεός τά πάντα, όσα εποίησε, και ίδού καλά λίαν», Γεν. 5,31) (δυστυχώς δεν τόν είδε ως δωρεά και ευλογία, άλλα ώς αντικείμενο εκμεταλλεύσεως και καταδυναστεύσεως γιά νά ικανοποιήσει τά πάθη και τίς επιθυμίες του. Αποτέλεσμα αυτής τής εκμεταλλεύσεως ήταν νά διαταραχθούν οί σχέσεις ανθρώπου – φύσεως και νά δημιουργηθεί τό οικολογικό πρόβλημα, τό οποίο εξελίχθηκε σε κρίση και καταδυναστεύει τήν εποχή μας ώς μάστιγα του αιώνα μας.

 Σήμερα, σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι ή οικολογική κρίση είναι πρωτίστως πνευματική και ηθική κρίση. Η φυσική καταστροφή και μόλυνση είναι συνέπεια της εσωτερικής μολύνσεως και πνευματικής αλλοιώσεως του άνθρωπου, τέλος της πνευματικής «ρυπάνσεως» του. Ή οίκολογική κρίση προκύπτει από τήν κρίση πού προκάλεσαν τά πάθη του, ό εγωισμός και ή φιλαυτία, ό εγωκεντρισμός, ή πλεονεξία και ή κενοδοξία, ή ηδονή και ή χλιδή, ή απληστία, και ή σπατάλη. Τά πάθη βοηθούν στην επιδείνωση του οικολογικού. Ο άνθρωπος λόγω τών παθών, της ανασφάλειας, του άγχους και τής ακηδίας, φτάνει σε παθολογικές, ψυχολογικές και πνευματικές προβληματικές κα-ταστάσεις. Εκβιάζει τή φύση και κατόπιν ή φύση τόν εκδικείται και τόν τιμωρεί.

Η οικολογική κρίση δεν είναι πρωτογενές φαινόμενο, άλλα εκφράζει τήν κρίση τής ανθρώπινης υπόστασης. Ό σκοτισμός του νου πού έγινε μέ τήν πτώση είχε φοβερές οίκολογικές συνέπειες. Μέσα από τήν ψυχή του άνθρωπου ακτινοβολούσε ή Χάρη τού Θεού, μέ τήν πτώση όμως αυτή υποχώρησε, μέ αποτέλεσμα όλη ή κτίση νά πάσχει. Όλη ή κτίση επαναστάτησε, έγινε άγρια, γιατί διασπάστηκε ή επικοινωνία Θεού και άνθρωπου.

 Η εικόνα τού φυσικού κόσμου καταγράφει και τήν εικόνα τού άνθρωπου, γιατί ο κόσμος είναι ή ευρύτερη εικόνα του άνθρωπου. Είναι τό ίδιο του τό σώμα, ή σάρκα πού έχει ανάγκη τής Ιδιαίτερης επιμέλειας και αγάπης- «ουδείς ποτέ την εαυτού σάρκα εμίσησεν, αλλ’ εκτρέφει και θάλπει αυτήν» (Εφες. 5,29). Γι’ αυτό ή αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσεως δεν μπορεί και δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές, άλλα αποτελεί επιτακτική ανάγκη γιά γενικότερη ενεργοποίηση προς όλες τίς κατευθύνσεις, γιατί έχει οικουμενικό χαρακτήρα και διαστάσεις, και συνδέεται τόσο μέ τό παρελθόν, όσο και μέ τό παρόν και τό μέλλον.

Προέχει, όμως, ή συνειδητοποίηση τής καταστάσεως αυτής, ή οποία εγγίζει όλους τους τομείς τής Επιστήμης, της Πολιτικής, τής Βιομηχανίας, της Οικονομίας, τής Δικαιοσύνης, τής Ηθικής και ειδικότερα τής εσωτερικής κρίσεως του ανθρώπου. Γι’ αυτόν ακριβώς τό λόγο, μέ τή μελέτη και την έρευνα του θέματος αυτού ασχολήθηκαν και ασχολούνται επιστήμονες απ’ όλους τους χώρους τής επιστήμης, όπως πολιτικοί, οικονομολόγοι, φυσικοί, νομικοί, Ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, θεολόγοι και άλλοι από άλλες, παρεμφερείς ή μη, ειδικότητες.

 Τό πρόβλημα τής αλλοιώσεως του περιβάλλοντος πάντα υπήρχε ως ένα σημείο. Οικολογικές καταστροφές πάντα συνέβαιναν στή γη, αλλά σε περιορισμένη κλίμακα. Έχουμε εκδήλωση διαφόρων φυσικών φαινομένων, καταιγίδων, πλημμύρων, ξηρασιών, τά όποια προκάλεσαν καινούργιες οίκολογικές Ισορροπίες.

 Ο άνθρωπος θέλοντας νά προσαρμόσει τίς ανάγκες του στό περιβάλλον, επενέβαινε σ’ αυτό και τό διαφοροποιούσε. Στους σύγχρονους όμως καιρούς μέ τή Βιομηχανική Επανάσταση και τήν εξέλιξη τής Επιστήμης και τής Τεχνολογίας, η οικολογική κρίση παίρνει τραγικές διαστάσεις. Τήν τραγικότητα τής κατάστασης κάνουν έκδηλη αρχικώς και τά παρακάτω ενδεικτικά στοιχεία τής οικολογικής κρίσεως, τά όποια πρέπει ν’ αναφερθούν, γιατί και αυτά αποτελούν απόρροια τής πνευματικής διαβρώσεως του άνθρωπου.

»Η ΕΡΕΥΝΑ» – 30 Ιανουαρίου 2010

Αφήστε μια απάντηση