kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Οι δύο Διαθήκες διακρίνονται μεν, αλλά δεν διασπώνται.

Συγγραφέας: kantonopou στις Οκτώβριος 10, 2014

Η προσπάθεια χωρισμού της Παλαιάς Διαθήκης από την Καινή δεν είναι νέο, αλλά αρχαίο φαινόμενο. Οι αρχαίοι Γνωστικοί ήταν από τους πρώτους που την απέρριπταν εντελώς, ενώ από την Καινή δέχονταν ορισμένα βιβλία και πάλι διαστρέφοντας το πραγματικό νόημα και προσδίδοντας αλληγορικήερμηνεία. Αλλά και στην μετέπειτα ιστορία εμφανίστηκαν αιρετικές ομάδες που δεν την δέχονταν. Όλο αυτό οφείλονταν στην ειδωλολατρική διαρχική θεώρηση των πραγμάτων (δύο αρχές, δύο θεοί, όπου ο κακός προβάλλεται στην Παλαιά Διαθήκη και ο καλός στην Καινή). Όμως, στην Παράδοση της Εκκλησίας δεν βρίσκουμε ούτε την διαρχία, ούτε την απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης. Έχουμε τον Χριστό που κατά την επίγεια διακονία Του αναφέρεται και ερμηνεύει την Παλαιά Διαθήκη. Έχουμε τους αποστόλους οι οποίοι αργότερα θα κάνουν το ίδιο, εφόσον τα γραπτά τους (αλλά και όσα είπαν προφορικά- είτε αυτά διασώθηκαν από τον Λουκά στις «Πράξεις των Αποστόλων» είτε όχι) είναι γεμάτα από παλαιοδιαθηκικά χωρία, αλλά και τους Αποστολικούς Πατέρες. Αργότερα, οι Πατέρες όχι απλά θα κάνουν χρήση της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά θα υπομνηματίσουν και θα σχολιάσουν ολόκληρα βιβλία της. Πέρα από αυτά όμως, έχουμε τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ενταγμένα στον κανόνα με τα βιβλία της Αγίας Γραφής. Έχουμε δηλαδή κανόνες Πατέρων και τοπικών συνόδων, που έλαβαν έγκριση από την Πενθέκτη Οικουμενική, πράγμα που δείχνει την οικουμενική ισχύ. Τέλος, η αποδοχή της Παλαιάς Διαθήκης από την Εκκλησία εκφράζεται και στα λειτουργικά της κείμενα (στις Θείες Λειτουργίες κλπ).
«Πρωταρχικά είναι ένα βιβλίο που αφηγείται τη δημιουργία, την πτώση και την σωτηρία του ανθρώπου. Είναι η ιστορία της σωτηρίας και γι’ αυτό ο άνθρωπος οργανικά ανήκει στην ιστορία αυτή. Μας παρουσιάζει τον άνθρωπο στην παρακμή του και στην πεισματική του ανταρσία, στην πτώση του και στην αποκατάστασή του. Και η όλη ανθρώπινη ειμαρμένη συμπυκνούται και παραδειγματικά διερμηνεύεται στην μοίρα του Ισραήλ, του παλαιού και του νέου, του εκλεκτού δηλ. λαού του Θεού, του περιούσιου λαού. Το γεγονός της εκλογής στο σημείο ακριβώς αυτό είναι μεγίστης σπουδαιότητας. Ένας λαός εκλέγεται, διαχωρίζεται από όλα τα υπόλοιπα έθνη, καθίσταται η ιερή όαση ανάμεσα στο γενικό ανθρώπινο χάος. Με ένα μόνο λαό επί της γης ο Θεός συνέστησε τη Διαθήκη του και σ’ αυτόν παραχώρησε τον ιερό του νόμο. Εδώ ακριβώς δημιουργήθηκε αληθινή ιεροσύνη, αν και αυτή ήταν προσωρινή. Μόνο στο έθνος αυτό ύψωσαν το ανάστημά τους Προφήτες αληθινοί που διεκήρυξαν με λόγους μεστούς απ’ το Πνεύμα του Θεού. Υπήρξε ο λαός αυτός ένα ιερό, αν και κρυμμένο κέντρο ολόκληρου του κόσμου, μια όαση χαρισμένη απ’ το έλεος του Θεού σε έναν κόσμο ‘’πεπτωκότα’’, αμαρτωλό, χαμένο και αλύτρωτο. Όλα αυτά δεν είναι το ‘’γράμμα’’, αλλά η εσώτατη ουσία του βιβλικού μηνύματος. Και όλα αυτά προέρχονταν από τον Θεό και δεν ήταν ούτε ανθρώπινες αξιομισθίες ούτε ανθρώπινα επιτεύγματα.
Ωστόσο όλα αυτά έγιναν για χάρη του ανθρώπου, ‘’δι ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν’’. Όλα τούτα τα προνόμια τα χαρισμένα στον παλαιό Ισραήλ ήταν υποτεταγμένα σε ένα απώτατο σκοπό, στην παγκόσμια σωτηρία: ‘’Ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν’’ (Ιωάννης 4:22). Ο λυτρωτικός σκοπός είναι, πράγματι, παγκόσμιος, αλλά πάντοτε πραγματοποιείται με τα στοιχεία του διαχωρισμού, της επιλογής ή της απομονώσεως. Μέσα στην ανθρώπινη πτώση και στα ερείπια μια ιερή όαση εγκαθιδρύεται από τον Θεό. Η Εκκλησία επίσης είναι ακόμη μία όαση αποκεχωρισμένη, αν και δεν είναι εκτός κόσμου. Γιατί και πάλι η όαση αυτή δεν είναι ένα καταφύγιο ή ένα άσυλο μόνο, αλλά μάλλον μια ακρόπολη και μια εμπροσθοφυλακή του Θεού.
Υπάρχει ένα κέντρο στην βιβλική ιστορία ή ένα κρίσιμο σημείο στη σειρά των χρονικών γεγονότων. Υπάρχει μία νέα αφετηρία εντός της πορείας, που οπωσδήποτε δεν την διαιρεί ούτε την τεμαχίζει, αλλά μάλλον της προσδίδει μία έσχατη συνοχή και ενότηταΗ διάκριση των δύο Διαθηκών ανήκει καθ’ εαυτή στην ενότητα της βιβλικής αποκαλύψεως. Είναι αναγκαίο να διαχωρίζονται με προσοχή οι δύο Διαθήκες και να μην συγχέονται ποτέ. Εν τούτοις συνδέονται οργανικά μεταξύ τους όχι μόνο ως δύο συστήματα, αλλά πρωταρχικά στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός ανήκει και στις δύο. Είναι ο σταυρωτής της Παλαιάς Οικονομίας και με την ίδια πράξη, με την οποία συμπληρώνει ‘’τον νόμον και τους προφήτας’’ [1], εγκαινιάζει το νέο Ισραήλ και γίνεται ο έσχατος πληρωτής και των δύο, του όλου Ισραήλ. Είναι αυτό τούτο το κέντρο της Βίβλου, επειδή ακριβώς είναι η ‘’αρχή’’ και το ‘’τέλος’’. Και απροσδόκητα η μυστική αυτή ταυτότητα αρχής, κέντρου και τέλους, αν και καταστρέφει την υπαρκτή χρονική πραγματικότητα, προσδίδει όμως στην χρονική πορεία την αυθεντική της πραγματικότητα και το πλήρες νόημά της. Δεν υπάρχουν απλά συμβάντα, που διαδέχεται το ένα το άλλο, αλλά μάλλον γεγονότα και επιτεύγματα και καινά πράγματα γίνονται, που κατά το παρελθόν ήταν ανύπαρκτα, ‘’ιδού καινά ποιώ πάντα’’ (Αποκάλυψη 21:5).
Σε τελευταία ανάλυση η Παλαιά Διαθήκη ως σύνολο πρέπει να θεωρείται σαν ‘’Βίβλος γενέσεως Ιησού Χριστού υιού Δαβίδ υιού Αβραάμ’’ (Ματθαίος 1:1). Ήταν η περίοδος των υποσχέσεων και της προσδοκίας, ο χρόνος των διαθηκών και των προφητειών. Δεν ήταν μόνο οι Προφήτες, που προφήτευσαν. Και τα γεγονότα ακόμη ήταν προφητείες. Ολόκληρη η ιστορία ήταν περισσότερο προφητική ή ‘’των τύπων’’, ένα προφητικό σημείο που υποδήλωνε και καθοδηγούσε προς την προοπτική της ερχόμενης πληρώσεως.  Τώρα ο χρόνος της προσδοκίας τελείωσε. Η υπόσχεση εκπληρώθηκε. Ο Κύριος ήρθε. Και ήρθε για να παραμείνει με το λαό Του παντοτινά. Η ιστορία ‘’σαρκός και αίματος’’ έπαυσε. Η ιστορία του Πνεύματος άρχισε: ‘’η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο’’ (Ιωάννης 1:17). Αλλά τούτο υπήρξε η πλήρωση και όχι η καταστροφή του παλαιού. ‘’Vetus Testamentum in novo patet’’. (Η Παλαιά Διαθήκη εκτείνεται μέσα στην Καινή). Ο όρος ‘’patet’’ σημαίνει ακριβώς αποκαλύπτεται, φανερώνεται, πληρούται. Λοιπόνη Παλαιά Διαθήκη εξακολουθεί να είναι ιερή ακόμη και για το νέο Ισραήλ του Χριστού, δεν εγκαταλείπεται ούτε αγνοείται. Εξακολουθεί να μας γνωστοποιεί την ιστορία της σωτηρίας. Μας φέρνει τη μαρτυρία περί του Χριστού. Διαβάζεται στην Εκκλησία ως βιβλίο της ιερής ιστορίας, όχι μεταμορφωμένο μέσα σε μία συλλογή ορισμένων εδαφίων ή θεολογικών τόπων, ούτε μέσα σε κάποιο βιβλίο παραβολών. Η προφητεία εκπληρώθηκε και ο νόμος αντικαταστάθηκε από τη Χάρη. Αλλά τίποτα δεν καταστράφηκε. Στην ιερή ιστορία το ‘’παρελθόν’’ δεν σημαίνει απλώς κάτι το ‘’περασμένο’’ ή κάτι που ‘’συνέβη’’, αλλά πρωταρχικά αυτό που ολοκληρώνεται και πληρούται. Η ‘’πλήρωση’’ είναι η βασική κατηγορία της αποκαλύψεως. Ότι κατέστη ιερό παραμένει εξαγιασμένο και ιερό παντοτινά. Έχει τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος. Και το Πνεύμα ‘’πνεί’’ μέσα από τους λόγους που κάποτε ενέπνευσε.
Είναι αλήθεια ίσως, ότι για την Εκκλησία και για μας σήμερα η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι παρά ένα βιβλίο, διότι απλώς ο Νόμος και οι Προφήτες αντικαταστάθηκαν από το Ευαγγέλιο. Ολοφάνερα η Καινή Διαθήκη είναι κάτι περισσότερο από ένα βιβλίο. Εμείς ανήκουμε στην Καινή Διαθήκη. Είμαστε ο λαός της Καινής Διαθήκης. Αυτή είναι ακριβώς η αιτία για την οποία καταλαβαίνουμε την αποκάλυψη στην Παλαιά Διαθήκη πρωταρχικά σαν το Λόγο: μαρτυρούμε ‘’το Πνεύμα το Άγιον το λαλήσαν δια των προφητών’’. Γιατί στην Καινή Διαθήκη ο Θεός ελάλησε δια του Υιού Του και  καλούμεθα όχι μόνο να ακούσουμε, αλλά και να δούμε. ‘’Ο εωράκαμεν και ακηκόαμεν, απαγγέλλομεν και υμίν’’ (Α’ Ιωάννου 1:3). Και κάτι ακόμα περισσότερο, καλούμεθα να είμαστε ‘’εν Χριστώ’’. Ο Ιησούς Χριστός είναι το πλήρωμα της αποκαλύψεως».
Σημείωση:
[1]. Το εδάφιο έχει ως εξής: «Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον Νόμον ή τους Προφήτας· ουκ ήλθον καταλύσαι αλλά πληρώσαι» (Ματθαίος 5:17). Δηλαδή, ο Κύριος λέει ότι δεν ήρθε για να καταργήσει τον Νόμο και τους Προφήτες, αλλά να τους «πληρώσει». Το «πληρώσαι» έχει δύο έννοιες: α. την εκπλήρωση και β. την συμπλήρωση. Ο Ζιγαβηνός ερμηνεύει ως εξής: «Τους προφήτας μεν επλήρωσε, πληρώσας έργοις πάντα όσα περί αυτού προφήτευσαν [..] τον νόμον ενί μεν τρόπω πεπλήρωκεν, εν τω μηδέν νόμιμον παραβήναι [..] ετέρω δε εν τω προσθείναι αυτώ τα λείποντα» (Βλ. Υπόμνημα Π. Τρεμπέλα «Εις το Κατά Ματθαίον», σελ. 90). Από την ερμηνεία αυτή, καταλαβαίνουμε ότι στο εδάφιο ισχύουν και οι δύο έννοιες του «πληρώσαι». Οι προφητείες εκπληρώθηκαν στο πρόσωπό του Χριστού, και ο Νόμος εκπληρώθηκε στην επίγεια ζωή Του, και από την άλλη συμπλήρωσε τον Δεκάλογο προχωρώντας πέρα από το γράμμα στο πνεύμα. Για παράδειγμα, ο Χριστός δεν στέκεται στο γράμμα του Νόμου όταν ο νόμος λέει «ου φονεύσεις», αλλά ο Χριστός πάει στην αιτία που είναι η οργή (αναλυτική εξήγηση του Νόμου κάνει ο Χριστός στην επί του Όρους Ομιλία Του). 

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», π. Γ. Φλορόφσκι, σελ. 47-49).

exprotestant.

Αφήστε μια απάντηση