kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η Θεία Κοινωνία (Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού)

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοέμβριος 4, 2012

Μελίζεται και διαμερίζεται ο Αμνός του Θεού, ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέ­χοντας αγιάζων.

(Κομματιάζεται και διαμοιράζεται ο Αμνός του Θεού, εκείνος που κομματιάζεται και δεν διαιρείται, που πάντα δεν τελειώνει, αλλά αγιάζει εκείνους που τον κοινωνούν.)

Έχοντας στα χέρια του υψωμένο τον άγιο Άρτο κι αφού είπε «Τα άγια τοις αγίοις», ο ιερέας αρχίζει τώρα να τον κομματιάζει. Τον κόβει πρώτα στα τέσσερα και λέει· «Μελίζεται και δια­μερίζεται…». Αυτό το κομμάτιασμα γίνεται βέβαια για τον πρακτικό σκοπό, ότι πρέπει να κοινωνήσουν οι λειτουργοί ιερείς και ο λαός. Το ίδιο έκανε ο Ιησούς Χριστός στο μυστικό δείπνο· «πήρε το ψωμί, το ευλόγησε, το έκοψε κι έδωσε στους μαθητές του». Όμως αυτό το κομμάτιασμα τώρα στη θεία Λειτουργία έχει και μια βαθύτερη σημασία· συμβολίζει τη μετάδοση και το μοίρασμα του Χριστού, χωρίς διαίρεση και κομμάτιασμα της ενότητάς του στον καθέναν που κοινωνεί. Με βάση αυτή τη θεία πραγματικότητα και αλήθεια θα μιλήσουμε σήμερα.

*

Ένας βυζαντινός ερμηνευτής της θείας Λειτουργίας γράφει εδώ τα εξής· «Μετά την ύψωσιν, ευθύς ο μερισμός του θείον ποιείται σώματος. Αλλά καν μερίζεται, αμέριστος διαμένει και άτμητος, εφ’ ενί εκάστω μέρει των τεμνομένων όλος γνωριζόμενός τε και ευρισκόμενος». Όλος ο Χριστός βρίσκεται σε κάθε μικρό κομματάκι, στο οποίο κόβεται ο άγιος  Άρτος κι ο κάθε πιστός δεν κοινωνεί σώμα και αίμα Χριστού, ένα μέρος δηλαδή από το σώμα και το αίμα, αλλά το σώμα και το αίμα του Χριστού. Ο Χριστός είναι όλος σε όλα τα μέρη· όχι μία φορά, αλλά κάθε που γίνεται η θεία Λειτουργία και κοινωνούν οι πιστοί. Είναι «ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος», αλλά και «ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος». Η προσφορά και η θυσία του Ιησού Χριστού, καθώς ερμηνεύει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι «ανάλωτος», δηλαδή δεν ξοδεύεται και δεν τελειώνει  ποτέ.

Το άχραντο σώμα του Ιησού Χριστού, εκείνο που έλαβε από την παρθένο Μαρία, είναι άφθαρτο και αδαπάνητο. Κομματιάζεται και τρώγεται ο άρτος, αλλά ο Ιησούς Χριστός μένει ολόκληρος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, για να παραστήσουν αυτό και αισθητά, χρησιμοποιούν το παράδειγμα του καθρέφτη· σε χίλια κομμάτια να σπάσει ένας καθρέφτης, σε κάθε κομμάτι βλέπεις ολόκληρο το πρόσωπό σου. Επειδή όμως πάντα κάνουμε λόγο για το σώμα και το αίμα του Ιησού Χριστού, δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να πούμε πως κι εδώ δεν πρόκειται για δύο χωριστά, αλλά για ένα. Να πως το λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός·«Ό της προθέσεως άρτος οίνος τε και ύδωρ, διά της επικλήσεως και επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, υπερφνώς μεταποιούνται εις το σώμα του Χριστού και το αίμα, και ουκ εισί δύο, αλλ’ εν και το αυτό». Ο άρτος λοιπόν και ο οίνος μαζί με το νερό, υστέρα από την επίκληση και τον καθαγιασμό, είναι το σώμα και αίμα του Χριστού, που και μετά τον τεμαχισμό και το μοίρασμα, είναι ο ένας Χριστός· ο αδιαίρετος και αδαπάνητος Χριστός.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά και «τους μετέχον­τας αγιάζων», αγιάζει εκείνους που τον κοινωνούν και τον παίρνουν μέσα τους. Εδώ τώρα πρέπει να πούμε για τα αποτελέσματα, που έχει η θεία Κοινωνία σ’ εκείνους που άξια κοινωνούν. Και δεν είναι εύκολο, γιατί το ζήτημα δεν πιάνεται με το μυαλό και δεν εκφράζεται με τη γλώσσα, αλλά είναι ζήτημα πίστεως και εμπιστοσύνης σ’ εκείνο που λέει ο Θεός· «’Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει καγώ εν αυτώ» βεβαιώνει ο Ιησούς Χριστός, κι είναι για μας αρκετό. Ας ακούσουμε όμως σ’ αυτό το σημείο και την κατήχηση του αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων. «Εν τύπω άρτου δίδοταί σοι το σώμα και εν τύπω οίνου δίδοταί σοι το αίμα, ίνα γένη μεταλαβών σώματος και αίματος Χριστού, σύσσωμος και σύναιμος αυτού». Κι ας κλείσουμε το λόγο με τη μαρτυρία του αποστόλου Πέτρου, ότι η θεία Κοινωνία είναι το τίμιο και μέγιστο δώρημα του Θεού, με το οποίο γινόμαστε «θείας κοινωνοί φύσεως».

*

Μέσα στο ιερό Βήμα ο λειτουργός ιερέας κομματιάζει λοιπόν τον άγιο Άρτο στα τέσσερα· ρίχνει έπειτα στο άγιο Ποτήριο το κομμάτι που γράφει επάνω το όνομα «Ιησούς» και λέει αυτά τα λόγια· «Πλήρωμα ποτηρίου πίστεως Πνεύματος Αγίου». Ο Καβάσιλας ερμηνεύει ότι τα λόγια αυτά σημαίνουν το αποτέλεσμα και την ολοκλήρωση του έργου του Ιησού Χριστού, που είναι η «του Αγίου Πνεύματος εις την Εκκλησίαν επιδημία» Ύστερα ο ιερέας ευλογεί το «ζέον», δηλαδή το ζεστό νερό και λέει· «Ευλογημένη η ζέσις των αγίων σου», δηλαδή η ζεστή πίστη των αγίων του Θεού. Ρίχνει έπειτα στο άγιο Ποτήριο και λέει αυτά τα λόγια· «Ζέσις πίστεως, πλήρης Πνεύματος Αγίου». Αξίζει να παραθέσουμε εδώ τα λόγια του Θεοδώρου επισκόπου Ανδίδων. Όλο αυτό γίνεται, «εν ώσπερ ως εκ της ζωής προήλθον της θείας πλευράς, αμφότερα θερμότητος πεπληρωμένα, ούτω δη το ύδωρ θερμάτατον εν τω καιρώ της μεταλήψεως επεμβαλλόμενον, τέλειον τον τύπον αναπληροί των μεταλαμβανόντων τη θηλή του ποτηρίου, ως αύτη τη ζωοπαρόχω πλευ­ρά ψανόντων». Το αίμα και το νερό, που έτρεξαν από την πλευρά του σταυρωμένου Ιησού Χριστού ήσαν ζεστά, δηλαδή ζωντανά και όχι νεκρά, κι αυτή την αίσθηση πρέπει να έχουν οι πιστοί, όταν κοινωνούν τα άγια Μυστήρια· είναι σαν και να ψαύουν με τα χείλη τους τη ζωοπάροχη πλευρά του Κυρίου.

Την ώρα αυτή, που γίνονται αυτά στο ιερό Βήμα και στη συνέχεια, ώσπου να κοινωνήσουν οι λειτουργοί, έξω ο χορός ψάλλει το Κοινωνικό. Αυτόν τον ύμνο συνηθίσαμε να τον ακούμε, σαν μια μακρόσυρτη μελωδία, στην οποία σπάνια ξεχωρίζομε κάποια λόγια και μπορούμε να συλλάβουμε μουσικό νόημα. Το Κοινωνικό σήμερα είναι ένας στίχος από έναν ψαλμό· την Κυριακή το «Αινείτε τον Κύριον εκ των ουρανών» από τον 148ο ψαλμό, και τις άλλες ημέρες και εορτές άλλοι στίχοι από άλλους ψαλμούς. Δεν ήταν όμως έτσι στην αρχαία εποχή· τότε ο αναγνώστης διάβαζε τον ψαλμό κι ο χορός σε κάθε στίχο επαναλάμβανε ψάλλοντας, σαν επωδό ή έφύμνιο, τον ένα στίχο που ακούμε σήμερα. Κι η ψαλμωδία αυτή κρατούσε όχι μόνο ώσπου να κοινωνήσουν οι ιερείς, αλλά και όλοι οι πιστοί.

Στην περιγραφή της θείας Λειτουργίας, όπως αυτή γινότανε στην πολύ αρχαία εποχή, βλέπομε τη σειρά με την οποία μεταλάμβαναν οι πιστοί· πρώτα ο επίσκοπος κι απ’ αυτόν υστέρα οι υπόλοιποι κληρικοί, «είτα τα παιδία·  και τότε πας ο λαός κατά τάξιν μετά αιδούς και ευλαβείας». Τώρα, όταν κοινωνήσουν οι ιερείς μέσα στο άγιο Βήμα, ο λειτουργός παίρνει το άγιο Ποτήριο, παρουσιάζεται στην ωραία πύλη και καλεί τους πιστούς· «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», πλησιάστε κι ελάτε με φόβο Θεού, με πίστη και με αγάπη. Στην αρχαία εποχή κοινωνούσαν όλοι όπως τώρα οι ιερείς· ο κάθε πιστός, έπαιρνε την αγία μερίδα κι ύστερα έπινε από το άγιο Ποτήριο. Τώρα, για διάφορους πρακτικούς λόγους, ο ιερέας κοινωνεί τους πιστούς με τη λαβίδα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κηρύττει πως την ώρα που ανοίγουν τα βημόθυρα κι ο λειτουργός με το άγιο Ποτήριο λέει το «Μετά φόβου…», πρέπει να βλέπουμε πως ανοίγει ο ουρανός.

*

Ο καθένας το καταλαβαίνει ότι μόλις που προφταίνουμε να περιγράψουμε όσα τώρα στο τέλος γίνονται στη θεία Λειτουργία. Εκείνο, στο οποίο πρέπει να προσέξουμε τώρα στο τέλος είναι τα λόγια που επαναλαμβάνει ο ιερέας, όταν μεταδίνει στον κάθε πιστό το σώμα και το αίμα του Κυρίου· «Μεταδίδοταί σοι το σώμα και το αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον. Αμήν». Με αδιάκριτη πίστη, με φόβο προς το Θεό και με αγάπη προς αλλήλους, πλησιάζουμε σ’ αυτή τη θεία πραγματικότητα, και κάθε φορά μας δίνεται, για τροφή της ψυχής μας και για φάρμακο αθανασίας, «ο Αμνός του Θεού… ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων». Αμήν.

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ

«Ορθοί, Μεταλαβόντες των θείων, αγίων, αχράντων, αθανάτων, επουρανίων και ζωοποιών φρικτών του Χριστού Μυστηρίων, αξίως ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω».

(Ορθοί, αφού μετελάβαμε τα θεία, άγια, άχραντα, αθάνατα και ζωοποιά φρικτά Μυστήρια του Χριστού ας ευχαριστήσουμε άξια τον Κύριο.)

Στο βιβλίο που επιγράφεται Διδαχή των δώδεκα Αποστόλων, βρίσκουμε την περιγραφή της αρχαίας Λειτουργίας. Εκεί λοιπόν διαβάζουμε για την ευχαριστία μετά τη θεία Κοινωνία. Η ιερή σύναξη μετά τη θεία Μετάληψη παρακαλεί για την Εκκλησία, γιατί ή θεία Ευ­χαριστία, καθώς είπαμε, εΐναι τό μυστήριο της Εκκλησίας και, καθώς γράφει ο Καβάσιλας, «διά των μυστηρίων η Εκκλησία σημαίνεται».

Όταν κοινωνήσει κι ό τελευταίος πιστός, ο λειτουργός, αφήνοντας το Ποτήριο στην αγία Τράπεζα, λέει και ευλογεί το λαό· «Σώσον, ο Θεός, τον λαόν σου και ευλόγησον την κληρονομίαν σου». Ο λαός και η κληρονομία του Θεού είναι η Εκκλησία, κλήρος και λαός, ίσοι μεταξύ τους και ενωμένοι με το Θεό. Επιστρέφει ο λειτουργός στο ιερό Βήμα, θυμιάζει τα Άγια και λέει το στίχο από τον 56ο ψαλμό·* «Υψώθητι επί τους ουρανούς, ο Θεός, και επί πάσαν την γην η δόξα σου». Με τον ψαλμικό αυτό στίχο, γράφει ο Θεόδωρος επίσκοπος Ανδίδων, ο ιερέας «την ανάληψιν του Κυρίου και Θεού ημών υπαινίσσεται». Στο μεταξύ αυτό ο χορός ψάλλει τον ύμνο της Πεντηκοστής· «Είδομεν το φως το άληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες· αύτη γαρ ημάς έσωσεν». Όλα δείχνουν πως φτάσαμε στο τέλος. Η Πεντηκοστή είναι το επιστέγασμα στο μυστήριο της θείας οικονομίας, κι όπως πάλι γράφει ο Καβάσιλας, «τα εν τη τελετή των δώρων γινόμενα εις την του Σωτήρος οικονομίαν αναφέρεται πάντα».

Με το «Ευλογημένη η Βασιλεία…» αρχίζει η θεία Λειτουργία, δηλαδή με δοξολογία του Θεού· το ίδιο με δοξολογία και με την ίδια λέξη έρχεται τώρα να τελειώσει. Υψώνοντας πάλι το άγιο Ποτήριο και στραμμένος προς το λαό, ο ιερέας εκφωνεί· «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Ο χορός απαντά με το «Αμήν», κι ο λειτουργός αφήνοντας το άγιο Ποτήριο στην πρόθεση κάνει την τελευταία Συναπτή και καλεί τη σύναξη σε άξια ευχαριστία του Θεού· «Ορθοί. Μεταλαβόντες των θείων, αγίων, αχράντων, αθανάτων, επουρανίων και ζωοποιών φρικτών του Χριστού Μυστηρίων, αξίως ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω». Εκφωνεί ακόμα δυό δεήσεις, γνωστές από τα προηγούμενα στη θεία Λειτουργία· «Αντιλαβού, σώσον, ελέη­σον…» και «Την ημέραν πάσαν…», κι όταν ο χορός απαντήσει «Σοι, Κύριε», ο ιερέας χαμηλόφωνα λέει την ευχαριστήρια ευχή.

«Σε ευχαριστούμε, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ευεργέτη των ψυχών μας, γιατί και σήμερα μας αξίωσες να μεταλάβουμε τα επουράνια και αθάνατα Μυστήριά σου.» Και η ευχή συνεχίζεται σε κάποια πάλι αιτήματα μετά την ευχαριστία. Ακόμα, για μια τελευταία φορά, ο λειτουργός διατυπώνει τα τελευταία αιτήματα της ιερής σύναξης, που είναι οι σωτήριοι καρποί της θείας Κοινωνίας· «Κάνε ίσιο και σωστό το δρόμο μας, στήριξέ μας όλους μέσα στο φόβο σου, φρούρησε τη ζωή μας, στερέωσε τα βήματά μας· με τις ευχές και τις ικεσίες της ένδοξης Θεοτόκου και αει­παρθένου Μαρίας κι όλων των Αγίων σου.» Όπως όλες οι ευχές, έτσι κι αυτή εδώ καταλήγει σε δο­ξολογική εκφώνηση. Σε ψηλότερο λοιπόν τόνο λέει τώρα ο λειτουργός ιερέας. «Γιατί εσύ είσαι ο αγιασμός μας κι εσένα δοξάζομε, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες». Ο χορός, όπως πάντα, απαντά «Αμήν».

Ό ύμνος της ευχαριστίας είναι δ,τι μπορούμε έμεΐς νά ανταποδώσουμε στδ Θεό, γιά δλες του τίς ευεργε­σίες, πού ξεχωριστά καί πάνω άπ’ δλες είναι ή θεία Κοινωνία, δ ουράνιος άρτος καΐ τδ ποτήριο της ζωής. Όλη ή χρηστότητα και ή καλωσύνη τοΰ Θεοΰ καΐ ή αγάπη του πρδς τδν άνθρωπο φαίνεται σέ τοΰτο τδ άρρητο μυστήριο, πού είναι ή θυσία τοΰ ΥΕοΰ γιά τή ζωή καΐ τή σωτηρία τοϋ άνθρωπου.

Ό λειτουργός Ιερέας κι Ολη ή σύναξη, και εκείνοι πού κοινώνησαν, άλλά καΐ δσοι τυχδν δέν ήσαν έτοιμοι γιά νά κοινωνήσουν, Ολοι ευχαρι­στούν, γιατί αξιώθηκαν «τών επουρανίων και α­θανάτων μυστηρίων». Τδ σώμα λοιπόν καΐ τδ αί­μα τοϋ Κυρίου μέσα μας είναι τδ σπέρμα τής ανάστασης” δ  άρτος της  θείας  Κοινωνίας εί­ναι  «άντίδοτος τοϋ  μή άποθανεϊν», βπως πά­λι γράφει δ άγιος Ίγνάηος δ θιοφόρος. Άλλά θά πρέπει νά άκούσωμε τά λόγια τοΰ αγίου Ειρη­ναίου”  Ή πίστη μας, λέει δ άγιος Εΐρη­ναϊος, είναι σύμφωνη μέ τήν ευχαριστία καί ή ευχαριστία επιβεβαιώνει τήν πίστη…Γιατί δπως το ψωμί άπ6 τή γή, δταν δεχθή τήν επίκληση τοϋ Θεοΰ, δέν εΐναι πια κοινό ψωμί, άλλά σώμα τοΰ Χρίστου, άπό δυο πράγματα γινάμενο, καί επί­γειο καί ουράνιο, έτσι καί τά σώματα μας, δταν παίρνουν τήν ευχαριστία, δέν είναι πιά φθαρτά, άλλά Ιχουν τήν ελπίδα της μέλλουσας ανάστασης. Δέν θά πρέπει νά παραλείψουμε νά παΰμε δτι, δ­ταν 0 λειτουργός «συστέλλη» τά “Αγια, 6ταν δη­λαδή στό τέλος μαζεύη τις μερίδες άπό τό δισκά­ριο στό άγιο Ποτήριο, λέει τό «Άνάστασιν Χρί­στου θεασάμενοι…».   Δηλαδή ή θεία Κοινωνία είναι ή χαρά καί ή προσδοκία της ‘Ανάστασης.

*

Καί θά τελειώσουμε μέ κάποια λόγια τοΰ αγίου Χρυσοστόμου, πού πρέπει νά τά άκούσωμε έστω καί σέ μετάφραση. «Τί κάνεις, άνθρωπε; Όταν ό Χριστός είναι πα­ρών, καί οί άγγελοι γύρω άπό αυτή τήν άγια Τρά­πεζα, καί οί αδελφοί σου ακόμα κοινωνοΰν, έ<- ύ τούς αφήνεις καί φεύγεις; Κι αν σέ καλέσουν σέ δείπνο, καί πριν άπό τούς άλλους έσύ χόρτασης, δέν τολμάς, δταν οί άλλοι κάθωνται, έσύ πριν άπό τούς φίλους νά αναχώρησης. *Αλλά εδώ, δταν γί­νεται ή θεία Λειτουργία καί ή τελετουργία συν­εχίζεται, έσύ τά αφήνεις δλα στή μέση καί φεύ­γεις. Καί ποιά συγγνώμη υπάρχει γι’ αυτά και ποιά δικαιολογία; Θέλετε νά πώ τίνος το έργο κάνουν αυτοί πού φεύγουν πρίν νά τελείωση ή θεία Λειτουργία καί δέν λένε τούς ευχαριστήριους δμ^ους στό τέλος της θείας Κοινωνίας;…Όταν ό Ιούδας έφαγε τό τελευταίο δεΐπνο σ* εκείνη τήν τελευταία νύχτα, ένώ οί άλλοι κάθονταν ακόμα στό τραπέζι, αυτός σηκώθηκε κι Ιφυγε. Έκεΐνον λοι­πόν μιμούνται κι αυτοί, πριν νά γίνη ή τελευταία ευχαριστία. Γιατί έκεΐνος, Λν δέν έβγαινε έξω, δέν θά γινότανε προδότης…Γι’ αυτό εκείνος ήταν μέ τούς Ιουδαίους, ένώ οί μαθητές μέ τόν Δε­σπότη «ΰμνησαντες έξήλθον». Βλέπεις δτι ή τελευ­ταία στή θεία Λειτουργία ευχή γίνεται δπως τότε στό μυστικό δείπνο;». Καί τώρα λοιπόν, δταν κοι­νωνήσουν οί πιστοί, ό λειτουργός προτρέπει τή σύναξη. «Όρθοί… άξίωζ εύχαριστήσωμεν τω ΚνρΙω». Αμήν.

(Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 393-408) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Αφήστε μια απάντηση