kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Τι είναι πνευματική ζωή. (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 4, 2012

…Το Πνεύμα το Άγιο, όταν επεφοίτησε στους Αποστόλους, δεν παρέμεινε και δεν εγκατοίκηοε μονάχα σ’ αυτούς, αλλά ξεχύθηκε μέσω αυτών, ωσάν διά μέσου αγωγών, εις όλους τους πιστούς και από τότε ζει και ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, αναγεννώντας στη ζωή την πνευματική, παιδαγωγώντας και φυλάσσοντας μέσα του κάθε έναν, που εισέρχεται σ’ αυτήν, διά μέσου των θείων μυστηρίων.

… Δυστυχώς, όμως οι φράσεις «πνευματικός άνθρωπος», «πνευματική ζωή», «πνευματική δραστηριότης», δεν είναι για μας σαφείς. Άλλοι τις αντιλαμβάνονται πάρα πολύ απλά και έτσι διευρύνουν τόσο το νόημά τους που μπορούν να περιλαμβάνουν όλους ανεξαίρετα· άλλοι δε τις αντιλαμβάνονται υπέρ το δέον υψηλό και έτσι περιορίζουν το εύρος τους τόσο, που μόλις και μετά βίας να βρίσκεται κάποιος, που να μπορεί επάξια να τιμηθεί με τον τίτλο του πνευματοφόρου… Για να διασκεδαστεί αυτή η ασάφεια και για να σας δοθεί η δυνατότης να κρίνετε για την πνευματικότητά σας, θα σας διασαφηνίσω, όσο το δυνατό πιο απλά, τον όρο «πνευματική ζωή» στις διάφορες μορφές και εκδηλώσεις της.

Απαλλαχθείτε κάπως από τις υπάρχουσες τάξεις και σχήματα των πραγμάτων, υψωθείτε εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη και φαντασθείτε ότι εσείς οι ίδιοι είστε χωρίς σώμα και πως έχετε τοποθετηθεί εκεί για να ζείτε και να βλέπετε σε χώρο ασώματο. Υπ’ αυτή τη μορφή είστε πνεύμα. Σας είναι άγνωστος και ο παρών κόσμος και καθετί το εγκόσμιο.

Αφού καταληφθείτε από το Θεό, δηλαδή αφού γίνετε θεόληπτοι, θα λάβετε το φωτισμό από το Μόνο Θεό και σ’ Εκείνον θα προσελκυσθείτε με όλο σας το είναι. Εις Εκείνον εμβλέπετε. Εκείνον γεύεσθε, κατά το νεύμα Εκείνου κινείσθε. Αυτό είναι εμβύθιση, εμβάπτιση μέσα στο Θεό και θεομακαριότης, είναι δε η αληθινή ζωή του καθαρού πνεύματος. Τέτοια είναι η κατάσταση των ασωμάτων δυνάμεων!

Ο Θεός όμως – η πηγή κάθε υπάρξεως – ευδόκησε ν’ αφήσει τους Αγγέλους ως καθαρά πνεύματα και να συνάψει του ανθρώπου το πνεύμα με σώμα και να τί συνέβη… Στην απλή ζωή του πνεύματος ριζοβόλησε μια άλλη ζωή πολύπλοκη, στη ζωή τη θεοστρεφή ριζοβόλησε μια ζωή, που είχε να κάνει με τον κόσμο. Ταυτόχρονα και το σώμα ζούσε τη ζωή του, κάνοντας τον εαυτό του γνωστό στο πνεύμα, αλλά μη εξαρτώμενο απ’ αυτό σ’ ότι αποτελεί την ουσία αυτής του της ζωής. Και έτσι εμφανίστηκε στον κόσμο ο άνθρωπος, κάτοχος μιας ζωής τριττής, της πνευματικής, της πνευματικό-σωματι­κής (ή ψυχικής) και της σωματικής ζωής.

Το θείο σχέδιο σε μια τέτοια δομή-οργάνωση του ανθρώπου δεν ήταν να θυσιάσει το πνεύμα στο σώμα, στην ύλη και τον κόσμο, αλλά συνίστατο στο να αναγάγει το πνεύμα και ανυψώσει τα πάντα σαν θυσία στο Θεό μετά που θα προσελάμβανε μέσα του το υλικό μέσω του σώματος. Το πνεύμα, αφού ενώθηκε με το σώμα, τοποθετήθηκε μέσα στο μεγάλο κόσμο του Θεού να είναι τέτοιο, που όχι μόνο να ζει το ίδιο μέσα στο Θεό, αλλά και να εισάγει καθετί το υλικό διά μέσου του εαυτού του σε κοινωνία με τη Θεία αυτή ζωή. Η ζωή μέσα στο Θεό είναι απαλλαγμένη από το υλικό και το εξουσιάζει και με το γεγονός αυτό παρέμεινε το καθοριστικό γνώρισμα της ζωής του ανθρωπίνου πνεύματος.

Εμφανίστηκαν όμως ο φθόνος και η έχθρα και περιέπλεξαν την άπειρη σκέψη του ανθρώπου με ψεύτικες ιδέες και γνώσεις, παρέσυραν με τη γοητεία της ύλης και τύφλωσαν την καρδία με απατηλές, μολονότι λαμπερές ελπίδες, και το πνεύμα εξέπεσε, εξέπεσε από το θείο κόσμο στην υλικότητα, έγινε φιλόυλο και φιλόκοσμο…. έγινε από καθαρό πνεύμα εμπαθές, από ελεύθερο πνεύμα βυθίστηκε στο δημιούργημα, από αυθέντης και κύριος έγινε δούλος. Η ψυχοσωματική ζωή περιέπεσε σε αταξία και κατάπιε τη ζωή την πνευματική, που άρχισε να εκδηλώνεται μόνο σε μια αναντικατόπτριστη συναίσθηση-συνείδηση της θεότητας, στις επιταγές της συνειδήσεως και στην πότε-πότε προβάλλουσα δυσαρέσκεια προς όλα τα δημιουργήματα. Η ενατένιση του Θεού και η εν Θεώ μακαριότητα έγιναν άφαντες, το πνεύμα δε κατέστη άφωνο και άλαλο.

Το καθαρό πνεύμα εμβλέπει στο Θεό και από Εκείνον λαμβάνει γνώση των μυστηρίων. Αλλά και το πνεύμα το συναφθέν με σώμα, αφού διάμεσου των αισθημάτων του αποκαλύφθηκε η ποικιλομορφία των δημιουργημάτων του ορατού κόσμου, πρέπει, φωτιζόμενο από τον ίδιο εσωτερικό φωτισμό άνωθεν, να βλέπει σ’ αυτά την αντανάκλαση εκείνων των μυστηρίων της θεογνωσίας και των μυστηρίων της δημιουργίας και διακυβερνήσεως του κόσμου έτσι, που και μέσα σ’ αυτή την πολυγνωσία να ενδιαμένει και ενοικεί αδιατάρακτο μέσα στην ίδια ενιαία του Θεού ενόραση. Με την πτώση όμως συνηρπάγη από την ποικιλομορφία των δημιουργημάτων κι ακόμα συνεπνίγη και συνετρίβη από το πλήθος των εντυπώσεων, που προήρ­χοντο απ’ αυτά και εκτόπιζαν από μέσα του ακόμη και τη σκέψη περί Θεού. Μαθαίνοντας τα δημιουργήματα, δεν προχωρεί πέρα απ’ ό,τι βλέπει σ’ αυτά και, μη λαμβάνοντας φωτισμό άνωθεν, δεν βλέπει σ’ αυτά καθαρά την αντανάκλαση του Θεού και των θείων μυστηρίων. Ο κόσμος έγινε γι’ αυτό ένας θαμπός, άχαρος καθρέφτης, μέσα στον οποίο τίποτε περισσότερο από τον ίδιο τον καθρέφτη δεν είναι ορατό. Γι’ αυτό το λόγο η πολυγνωσία καταπνίγει μέσα του τη γνώση του Ενός και Μόνου, αποστρέφει το βλέμμα από Εκείνον και ψυχραίνει την προς Εκείνον σχέση. Τέτοιο είναι το τίμημα, τέτοιος ο καρπός του «γινώσκειν» (Γεν. β΄, 17) στο πεπτωκός ανθρώπινο πνεύμα.

Το καθαρό πνεύμα λαμβάνει έσωθεν νεύσεις Θεού και ρυθμίζει τον εαυτό του και ενεργεί σύμφωνα μ’ αυτές. Και το πνεύμα, που συνήφθη με σώμα, αφού εισήχθη σε συσχετισμό με δημιουργήματα πολλά, έλαβε δυνάμεις για να επενεργεί σ’ αυτά και το ίδιο αποδείχτηκε να βρίσκεται στην ανάγκη να υπόκειται στην επίδρασή τους. Επίσης θα έπρεπε να ενεργεί έτσι, που λαμβάνοντας τη θεία νεύση να ορά προς τα έξω και να φέρνει και οδηγεί τα θεία σχέδια στην τάξη της πορείας της ζωής των δημιουργημάτων, χωρίς να υποτάσσεται ή υποδουλώνεται σ’ αυτή τη ζωή, αλλά καταρτίζοντάς την κατά τη θέλησή του με σκοπό, μ’ αυτό τον τρόπο, ανεξάρτητα από την εξωτερική πολύμορφη δραστηριότητα, να ενδιαμένει και ενοικεί στην μοναδική εκείνη πνευματική ζωή, που προδιεγράφη και προεικονίσθη από τη θεία βουλή. Μετά την πτώση του όμως απορροφήθηκε από τις εξωτερικές σχέσεις και δεν τις διευθύνει ή διαφεντεύει, αλλά κυβερνάται το ίδιο απ’ αυτές. Την παρούσα τάξη πραγμάτων έξω από τον εαυτό του και τις κινήσεις μέσα στον ίδιο τον εαυτό του τις θεωρεί ως νόμο, που ούτε καν διανοείται να του αντισταθεί. Μη δεχόμενο τις θείες νεύσεις, δεν βλέπει όσα ο Θεός θέλει και δεν μπορεί και δεν τολμάει το ίδιο να διαμορφωθεί και σχηματισθεί κατά το θείο σχέδιο, αλλά ως ελκόμενο προσελκύεται και ως οδηγούμενο καθοδηγείται. Αντί της ενότητας μέσα στον Θεό, μέσα του επικρατεί η πολλότης των θελήσεων κι αυτό το ξεσυνηθίζει και εξασθε­νίζει την πρόθεσή του να ενεργεί κατά τη θεια βούληση. Τέτοιο είναι το τίμημα όλης της πολύμορφης δραστηριότητας του πεπτωκότος ανθρωπίνου πνεύματος μέσα στην κοινωνική και την οικογενειακή ζωή.

Το καθαρό πνεύμα είναι μακάριο μέσα στο Θεό. Δέχεται το Θεό και είναι μακάριο μέσα σ’ Αυτόν. Αλλά και το πνεύμα το συ­ναφθέν με σώμα πρέπει, μετά που του ανοίχτηκαν τα ποικιλόμορφα κάλλη των δημιουργημάτων του ορατού κόσμου, να έχει τη δική του μακαριότητα και βλέποντας τις ορατές ωραιότητες, να μη σταματάει σ’ αυτές αλλά, διά μέσου αυτών των τελευταίων, να διεισδύει μέχρι τη θεία ωραιότητα και να τη γεύεται έτσι που, παρ’ όλο το πλήθος των εξωτερικών ωραιοτήτων, που υπόσχονται την ευτυχία, να ενοικεί στη μοναδική, αναλλοίωτη θεία μακαριότητα. Μετά την πτώση όμως έχασε αυτή την ικανότητα της κοινωνίας με το Θεό, ακόμη δε και την κλίση και την αγάπη προς το θείο, και άρχισε να αναζητεί τις ηδονές και τις τέρψεις μέσα στα δημιουρ­γήματα αντί να ανάγεται και να αίρεται προς την πνευματική, μέσα στο Θεό, εντρύφηση και ευφροσύνη. Θα ήταν αδύνατο να μη παρατηρηθεί ότι αυτό δεν είναι εκείνο, κι επειδή η ανάμνηση της μακαριότητας μέσα στο Θεό έμεινε μέσα του, το πνεύμα, οδηγούμενο απ’ αυτή, δημιουργεί γύρω του ένα νέο κόσμο – τεχνητό – και σ’ αυτόν μαζεύει κάθε δυνατή ωραιότητα, ελπίζοντας έτσι να αντικαταστήσει μ’ αυτό εκείνο που αναμιμνήσκεται, μα που δεν έχει. Όμως, ούτε αυτό δεν είναι εκείνο.

Όλες αυτές οι τέρψεις, οι ηδονές και τεχνητές ωραιότητες μονάχα διεγείρουν και συνδαυλίζουν τη δίψα, αλλά δεν δίνουν αυτό που το πνεύμα αναζητεί. Αντί της εντρυφήσεως και ευφροσύνης μέσα στον Ένα Θεό, που καθιστά τον άνθρωπο μακάριο, μέσα του επικρατεί η ηδονή στα πολλά, που καταπονεί και δεν δίνει ησυχία και το εδραιώνει ακόμα περισσότερο στην αποξένωση του από την τέρψη μέσα στο Θεό.

Τέτοιο είναι το τίμημα όλων των φυσικών και τεχνητών μορφών τέρψεως-παρηγορίας του πεπτωκότος ανθρωπίνου πνεύματος.

…Έτσι, λοιπόν, να ξέρετε πως όποιος είναι τέτοιος όπως έχουμε περιγράψει το καθαρό πνεύμα και το πνεύμα που έχει συνα­φθεί με σώμα, αλλά που ενεργεί κατά το θείο σχέδιο, έχει το Πνεύμα, αλλά και πως όποιος είναι όπως έχουμε περιγράψει το πεπτωκός πνεύμα, δεν έχει το Πνεύμα, γιατί το Πνεύμα του Θεού γι’ αυτό κατήλθε και γι’ αυτό ενοικεί μέσα στην Εκκλησία και μεταδίδεται σ’ όλους τους πιστούς, για να αποκατάστησει τους πεπτωκότας, να τους ξαναδώσει την αρχική τελειότητα, να τους ξαναενώσει με το Θεό και να εδραιώσει μέσα τους την κατά Θεόν ζωή.

(Αποσπάσματα κηρύγματος του Αγ.Θεοφάνους, σύμφωνα με την έκδοση «Επισκόπου Θεοφάνους Ομιλίες προς το ποίμνιο του στην πόλη Ταμπώφ», Μόσχα 1867. ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ ΜΟΣΧΑΣ Αρ. 6/1988. –Μετάφραση: Χαράλαμπος Ασσιώτης)

(Πηγή: Περιοδικό «Ορθόδοξη Μαρτυρία», Λευκωσία – Κύπρος) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Αφήστε μια απάντηση