kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Το όνειρο της ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ στους αρχαίους

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 13, 2011

Ποτέ και πουθενά ο άνθρωπος δεν συμβιβάστηκε με το θάνατο,ούτε τον ένοιωσε φυσικόν,όπως τον χαρακτηρίζουν οι λογικοί άνθρωποι γύρω του.Από την αρχαιότατη εποχή με τους κοπετούς και τις μοιρολογίστριες μέχρι το Διονύσιο Σολωμό που επιμένει:«...γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»
Όλοι οί θνητοί πάνω στη γη εξορκίζουν το θάνατο.Καί όμως «ό δαίμων ό την ήμετέραν μοίραν είληχώς απαραίτητος», όπως έλε­γαν οί αρχαίοι, δηλαδή ό Θεός, πού πήρε τη μοίρα μας στα χέρια του, δεν μας αφή­νει με τίποτε. Αυτό πίστευαν οι προγονοί μας, γιατί αυτό έβλεπαν.Ή καρδιά όμως του καθενός δεν μπαίνει στα καλούπια του νου, γιατί έχει τη δική της ιστορία, εΐναι αυτό πού έλεγε ό Μακρυγιάννης το «άμανέτι του Θεοΰ». Γι’αυτό, όσο κι αν ή λογική καί ή παρα­τήρηση έδειχναν το «άπαραίτητον» του θανάτου κι έβάφτιζαν τους ανθρώπους θνητούς καί βροτούς, οί αρχαίοι μας πρόγονοι κατέφευγαν στη μόνη παρηγο­ριά πού τους απόμενε, στο Ονειρο. Κι επειδή, όπως λένε, στα όνειρα μας βλέπο­με αυτά πού στερούμαστε στο ξύπνιο μας, ας δούμε ποιος ήταν ό συνειδητός καημός τους.

Στόν «Ομηρικό ύμνο του «Απόλλωνα, στίχοι 189-193, διαβάζαμε ότι στ’ ανά­κτορο του Δία οί Μούσες υμνούν των θεών τ’ αθάνατα δώρα καί των ανθρώ­πων τα βάσανα, όσα βάσανα έχοντας ζουν κάτω άπ’ την εξουσία των θεών:«αφραδέες και αμήχανοι,ουδέ δύνανται ευρέμεναι θανάτιο τ’άκος γήραος τ’άλκαρ» δηλ. ανίκανοι να σκεφτούν ανίκανοι και να μηχανευτούν κάτι, κι ούτε μποροΰν να βρουν του θανάτου γιατρικό καί αποτρεπτικό των γηρατειών.
Στή γιορτή του Απόλλωνα στο ανά­κτορο του Δία, οπού τραγουδούν οι ίδιες οί Μούσες τη μακαριότητα των θεών, ό ποιητής πέρασε καί την έντονη διαμαρτυ­ρία του για τα βάσανα των ανθρώπων,πού ασφαλώς δεν είχαν θέση αυτή την ώρα σ’ αυτά τα τραγούδια.

Η διαμαρτυρία για το θάνατο εκφρά­στηκε στη Μυθολογία με τους θρήνους που γίνονταν για το θάνατο του «Αδωνη, πού κάθε άνοιξη ερχόταν στη γη καί κάθε φθινόπωρο μετανάστευε στον «Αδη, όπου τον περίμενε ή Περσεφόνη. Σέ άλλους μύ­θους ή Περσεφόνη αρπαγμένη άπ’ τον Πλούτωνα αναγκάζεται να μείνει τέσσερες μήνες στον κάτω κόσμο καί τους οχτώ ν΄ανεβαίνει στη γη, καί τότε ή μητέ­ρα της ή Δήμητρα άπ’ τη χαρά της όμορφαίνει την πλάση με τα άνθη καί τις πρα­σινάδες.
Δυο ήρωες, ό Θησέας καί ό Πειρίθους, κατέβηκαν στον κάτω κόσμο με σκοπό να κλέψουν την Περσεφόνη για λογαριασμό του Πειρίθου. Ό Πλούτων τους έπιασε καί τους έδεσε με φίδια. Αργότερα, όταν κατέβηκε ό Ηρακλής για να πάρει επάνω τον Κέρβερο, κατάφερε να λύσει το Θη­σέα μόνο καί τον ανέβασε στον επάνω κό­σμοΚαί ή Εΰριδίκη παραδόθηκε από τον Πλούτωνα στον Όρφέα, για να την οδη­γήσει στον επάνω κόσμο, με τον ορό να μη γυρίσει να την κοιτάξει, ώσπου να φτάσουν επάνω· εκείνος όμως δεν άντεξε καί την κοίταξε κι έτσι ή Εύριδίκη έμεινε στον «Αδη κι ό Όρφέας απαρηγόρητος.
«Ολες αυτές οί μυθολογικές απόπει­ρες να παραστήσουν μια επιστροφή άπ’ τον «εύρώεντα» (τον μουχλιασμένον) «Αδη είναι πολύ σύντομες καί σχηματι­κές, χωρίς επεξεργασία του νου. Μια ολοκληρωμένη τέτοια μυθική ανάσταση μας προσφέρει ό Ευριπίδης στο Οραμα του ««Αλκηστις».«Η νεαρή σύζυγος του βασιλιά των Φερών «Αδμήτου δέχεται να πεθάνει αντί για τον άντρα της, πού είχε πάρει από τον Απόλλωνα ως δώρο αυτή τη δυνατό­τητα. Ό πατέρας του καί ή μάννα του δεν δέχτηκαν να κάνουν αυτή τη θυσία, δέ­χτηκε όμως πρόθυμα ή σύζυγος του «Αλκηστη. «Ετσι ό θάνατος της παίρνει τη μορφή εκούσιας θυσίας καί τη στολίζει με το στεφάνι της μάρτυρος της αγάπης. Κατά τον ενταφιασμό της, όμως, τυχαίνει να περάσει ό «Ηρακλής (θεάνθρωπος ήταν ό Ηρακλής!) καί γίνεται δεκτός στο φιλόξενο παλάτι του «Αδμήτου. Εκεί, μόλις μαθαίνει γιά το θάνατο της βασί­λισσας, τρέχει στον τάφο της, παλεύει με το Χάροντα καί φέρνει την «Αλκηστη ζω­ντανή πάλι στον Αδμητο. θα είναι όμως τρείς μέρες αμίλητη κι υστέρα θα τους μι­λήσει. Στό μεγάλο χορικό αυτού του ορά­ματος εκφράζεται ή λαχτάρα της ανάστα­σης.
Ό χορός αποχαιρετώντας την ηρωίδα μας δίνει ένα αληθινό συναξάρι στην καρδιά του χρυσού αιώνα:…Μακάρι να ήταν στο χέρι μου καί να μπορούσα να σε φέρω στο φως απ’ τα βάθη του «Αδη καί τα ρείθρα του Κωκυτού με βάρκα ποταμίσια του κάτω κό­σμου… Γιατί εσύ, μοναδική ανάμεσα στίς γυναίκες κι αγαπητή, εσύ τον άντρα σου άντεξες να εξαγοράσεις άπ’ τον «Αδη με τη ζωή σου. Ανάλαφρη ή γη επάνω σου ας πέσει… Εδώ βλέπομε το όνειρο της ανάστα­σης να στηρίζεται πάνω στην ηθική αξία της ηρωίδας
. Ό λαός ξέρει καί παραδέχε­ται ότι δεν γίνεται πράξη το όνειρο του, αλλά μέσα στην καρδιά του το όνειρο του κρατεί ολοζώντανο.Καημός απαρηγόρητος το αμετάκλητο του θανάτου για τον αρχαίο «Ελληνα, όνειρο γλυκό απελπισμένο ή ανάσταση. Για πρώτη φορά άκουσαν για ανάσταση οι Αθηναίοι άπ’ τον απόστολο Παύλο στον «Αρειο Πάγο. Καί τότε δεν ήταν όνειρο, δεν ήταν θέατρο, ήταν αλήθεια. Κι από τότε την ακούμε καί τη ζοΰμε την Ανάσταση σαν γεγονός, «χαρά εν όλω τω κοσμώ».

του Κωνσταντίνου Γανωτή/Φιλολόγου-Γυμνασιάρχου

http://proskynitis.blogspot.com/2011/05/blog-post_11.html

Αφήστε μια απάντηση