Αποσαφήνιση των όρων: Προσαρμογή, Κοινωνική Κανονιστικότητα, Απόκλιση, Άτομα με Αναπηρίες
Το κάθε άτομο αποτελεί μια ψυχοκοινωνική ύπαρξη που δέχεται την επίδραση του περιβάλλοντος. Η σχέση και η «κρυφή συμφωνία» που συνομολογείται ανάμεσα στο φυσικό και εξωτερικό – ανθρώπινο περιβάλλον δημιουργεί την ιδιαίτερη και μοναδική προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου. Στην διαμόρφωση αυτής της ιδιαίτερης προσωπικότητας συμβάλλουν τα προσωπικά βιώματα του καθενός που συνιστούν την υποκειμενικότητα του. Συμβαίνει όμως κάποιες φορές αυτή η υποκειμενικότητα να είναι διαφορετική από αυτήν που θεωρείται αντικειμενικά αποδεκτή συμπεριφορά. Έτσι λοιπόν λέμε ότι ένα άτομο είναι κοινωνικά προσαρμοσμένο όταν «δεν εμφανίζει απόκλιση από τον μέσο όρο της κοινωνικά αποδεκτής και επικροτούσης συμπεριφοράς ή τουλάχιστον όταν αυτή η σχέση του δεν είναι διαταραγμένη.
Φυσιολογική, ¨κανονική¨ συμπεριφορά είναι εκείνη που συμφωνεί με την κοινωνική κανονιστικότητα.» (Σταύρου Λ. 1991: 10). Η κοινωνική κανονιστικότητα αποτελεί στην ουσία της μια κατασκευή του ανθρώπου, που καταρτεί μια λίστα με συγκεκριμένα κριτήρια για να χαρακτηρίσει μια συμπεριφορά ως φυσιολογική ή μη. Η λίστα αυτών των κριτηρίων είναι αποδεκτή από την πλειονότητα της εκάστοτε κοινωνίας, μιας συγκεκριμένης περιοχής, σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό ότι μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται ως παθολογική ή αποκλίνουσα (η λέξη χρησιμοποιείται με την έννοια της διαφορετικότητας από τον μέσο όρο), μπορεί να θεωρείται φυσιολογική σε μια άλλη περιοχή ή σε μια άλλη εποχή. Η ιστορία έχει να μας αναφέρει πολλά τέτοια παραδείγματα.
Ένα άτομο που δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στην κοινωνική κανονιστικότητα που αναφέραμε παραπάνω χαρακτηρίζεται ως αποκλίνων με κάποια ανεπάρκεια ή ελλειμματικότητα. Επομένως απροσάρμοστο είναι ένα άτομο που αδυνατεί να βρεθεί σε ισορροπία με το περιβάλλον του και γενικότερα με ο, τιδήποτε επιδρά πάνω του και το περικλείει. «Η προσαρμογή είναι μια δραστηριότητα που έχει σκοπό να επανεγκαθιστά κάθε φορά την ισορροπία, που έχει διαταραχτεί, προκειμένου το άτομο να προσαρμόζεται στους όρους του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος του» (Σταύρου Λ. 1991: 24). Τα άτομα που χαρακτηρίζονται ως απροσάρμοστα δεν έχουν αυτή την ικανότητα προσαρμογής για να ανταποκριθούν στις κοινωνικές, πνευματικές και συναισθηματικές απαιτήσεις του περιβάλλοντος τους.
Η συμπεριφορά τους αυτή μπορεί να οφείλεται είτε σε ενδογενείς αιτίες όπως:
Ø βλάβη στις αισθήσεις
Ø κινητική βλάβη
Ø πνευματική βλάβη – νοητική καθυστέρηση
Ø συναισθηματική διαταραχή
Ø χρόνιο νόσημα
Ø συνδυασμό των παραπάνω
είτε σε εξωγενείς παράγοντες όπως:
Ø άστατες συναισθηματικές σχέσεις με γονείς και συνομηλίκους
Ø οικονομικές δυσχέρειες
Ø πολιτιστικές ανεπάρκειες
Ø και γενικότερα οτιδήποτε σχετίζεται με το εξωτερικό περιβάλλον του ατόμου
είτε σε συνδυασμό των δυο παραπάνω παραγόντων, ενδογενών και εξωγενών.
Επίσης μπορεί να οφείλονται σε κληρονομικές αιτίες όταν υπάρχει ανάλογο βεβαρημένο ιστορικό στην οικογένεια, σε εγγενείς αιτίες όταν η βλάβη συμβεί κατά την διάρκεια της κύησης ή σε επίκτητες αιτίες όταν η βλάβη συμβεί κάποια στιγμή στην διάρκεια της ζωής το ατόμου.
Προτού προχωρήσουμε στον αναλυτικό προσδιορισμό των αποκλινόντων ατόμων θα πρέπει να κάνουμε μια γενική διαβάθμιση της απόκλισης. Έτσι λοιπόν η προσαρμοστικότητα ή η απόκλιση ενός ατόμου μπορεί να χαρακτηριστεί ως ελαφριά απόκλιση όταν το άτομο μπορεί να ζήσει ανεξάρτητο παρά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, ως μέτρια απόκλιση όταν το άτομο εντάσσεται στο περιβάλλον με ανάλογη βοήθεια (ψυχοθεραπευτική, συναισθηματική), ως βαριά απόκλιση όταν το άτομο παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα προσαρμογής και είναι εξαρτώμενο και τέλος ως βαρύτατη απόκλιση όταν το άτομο παρουσιάζει τόσα προβλήματα και βρίσκεται σε τέτοιο βαθμό εξάρτησης που η ένταξη του στην κοινωνία να θεωρείται αδύνατη. Η κατηγοριοποίηση αυτή είναι θεωρητική και γίνεται μόνο και μόνο για την καλύτερη κατανόηση και συνεννόηση μεταξύ του επιστημονικού και ερευνητικού προσωπικού. Στην ουσία πρόκειται για σχηματικές κατασκευές που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς και ακριβώς στην πραγματικότητα και στην ζωή.
Κατά καιρούς έχουν χρησιμοποιηθεί πολύ και διαφορετικοί όροι για να χαρακτηρίσουν την δυσκολία και τα προβλήματα ενός αποκλίνοντας ατόμου, όπως ανεπάρκεια, ανικανότητα, μειονέκτημα. Ο όρος που έχει επικρατήσει στην εποχή μας είναι της αναπηρίας καθώς θεωρείται ότι ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και δεν προσβάλλει την προσωπικότητα που ατόμου που φέρει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Το έτος 1981 ονομάστηκε «έτος αναπήρου».
Στην γενική κατηγορία των ΑμεΑ (Άτομα με Αναπηρίες) συμπεριλαμβάνονται : άτομα τυφλά, άτομα με μειωμένη όραση, άτομα κωφά, βαρήκοα άτομα, άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες, άτομα με κινητικές αναπηρίες, χρήστες αμαξιδίων, άτομα με νοητική υστέρηση, άτομα με μαθησιακές αναπηρίες και άτομα με πολλαπλές αναπηρίες. Ο όρος ΑμεΑ που χρησιμοποιείται σήμερα αντικατέστησε τον όρο ΑΜΕΑ (Άτομα Με Ειδικές Ανάγκες) με αναθεώρηση του Συντάγματος.
Εκπαιδευτικός Ειδικής Αγωγής – Λογοθεραπεύτρια
Προϊσταμένη και Υπεύθυνη του Τμήματος Ένταξης
στο 3ο Νηπιαγωγείο Μυτιλήνης







Αφήστε μια απάντηση