ΤΟ ΚΟΥΙΝΤΕΤΟ “ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΗΣ” ΤΗΣ ΣΜ 1ης ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΑΣ

Την Πέμπτη 3/5/2018 οι μαθητές της Ε΄και ΣΤ΄τάξης του σχολείου μας είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν το Μεικτό Κουιντέτο “Μανώλης Καλομοίρης” της ΣΜ 1ης Στρατιάς στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του σχολείου μας.

Το  Κουιντέτο “Μανώλης Καλομοίρης” απαρτίζεται από τους :

Λγό(ΜΣ)Δημήτριο Χατζούλη(Αγγλικό Κόρνο)

Υπλγό(ΜΣ) Κων/νο Σαρηγιαννίδη(Κλαρινέτο)

Υπλγό(ΜΣ) Βασίλειο Σαμαρά(Τρομπόνι-Ευφώνιο)

Υπλγό(ΜΣ) Ιωάννη Τριμίτζιο(Τρομπέτα)

Εμθ.Επχία(ΜΣ) Λεωνίδα Γελλαλή(Τούμπα)

Οι μουσικοί παρασίασαν μέρος της δουλειάς τους που ενθουσίασε τους μαθητές

Παράλληλα παρουσιάστηκε πλούσιο και σπάνιο φωτογραφικό υλικό της ΣΜ 1ης Στρατιάς που μπορείτε να δείτε ΕΔΩ

Στο τέλος έγινε ανταλλαγή αναμνηστικών

 

 

“ΑΜΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ…”MOΥΣΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΑΣ

Το 9ο Δημοτικό Σχολείο Λάρισας σας προσκαλεί στη μουσική βραδιά-εκδήλωση αφιερωμένη στον Μίμη Πλέσσα, τη Δευτέρα 14 Μαΐου στο Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λαρισαίων.

Συμμετέχουν οι μαθητές των Δ΄1 και Δ΄5 τμημάτων του σχολείου μας.

Συνδιοργάνωση

9ο Δημοτικό Σχολείο Λάρισας

Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων 9ου Δημοτικού Σχολείου Λάρισας

Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λαρισαίων

Υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί

Aνδρέας Καλογιάννης, μουσικός και οι δάσκαλοι των τμημάτων Νιδέλκος Λεωνίδας και Παπανικολάου Γιώργος.

Είσοδος ελεύθερη

 

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ “ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΒΕΛΑΝΙΔΙΕΣ” ΚΑΙ “ΠΑΙΞΕ,ΓΝΩΡΙΣΕ,ΔΕΣ”

Τα τμήματα Δ΄3 και Δ΄5 του σχολείου μας παρακολούθησαν το εκπαιδευτικό πρόγραμμα, ”Στο δάσος με τις βελανιδιές’‘, ”παίξε, γνώρισε και δες’, στους Χαλκιάδες Φαρσάλων. Οι μαθητές σε ομάδες και σε ζευγάρια ανακάλυψαν τα κρυμμένα μυστικά του δάσους, έμαθαν πληροφορίες για τις βελανιδιές και μεταμορφώθηκαν σε πράκτορες Δ.Ρ.Υ.Σ. με σκοπό την ευαισθητοποίησή τους για την προστασία της πανίδας και χλωρίδας του τόπου μας.

ΕΓΓΡΑΦΗ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗΝ Α΄ΤΑΞΗ

Ανακοινώνεται ότι οι εγγραφές των μαθητών που θα φοιτήσουν στην Πρώτη τάξη Δημοτικού Σχολείου κατά τη σχολική χρονιά 2018 – 2019 αρχίζουν την Τετάρτη 2 Μαΐου 2018 και λήγουν την Παρασκευή 18 Μαΐου 2018.

Στην Πρώτη Τάξη Δημοτικού Σχολείου θα εγγραφούν υποχρεωτικά φέτος παιδιά που γεννήθηκαν  από 1-1-2012 μέχρι και 31-12-2012.

Δείτε τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ΕΔΩ

Δείτε τα  όρια της σχολικής περιφέρειας του σχολείου μας ΕΔΩ

 

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΑΙΝΙΑΣ ΑΝΙΜΑΤΙΟΝ(ΚΙΝΟΥΜΕΝΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ) ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ Δ΄1

Τα τελευταία χρόνια, η παιδική ηλικία έχει αλλάξει και αυτό αντικατοπτρίζεται
στον τρόπο ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης των παιδιών. Καλλιτεχνικά προγράμματα,
όπως το animation workshop, σχετίζονται με την προσπάθεια ανάπτυξης ενός οπτικοακουστικού αλφαβητισμού, που χαρακτηρίζεται από τους όρους Multiliteracy ή  Media Literacy. Αυτή η νέα τάση στην εκπαίδευση καλεί τους εκπαιδευτικούς να βρουν τρόπους να εντάξουν τα καλλιτεχνικά προγράμματα στο κυρίως σχολικό πρόγραμμα, να βρουν κατάλληλες μεθόδους διδασκαλίας της τέχνης και κατάλληλα καλλιτεχνικά προγράμματα για παιδιά. Παλαιότερα, κάποιος δεν θεωρούνταν αναλφάβητος, αν γνώριζε ανάγνωση και γραφή. Αντίθετα, σήμερα θεωρείται εξαιρετικά σημαντική η γνώση και η δυνατότητα κριτικής όσων παρουσιάζονται στα διάφορα μέσα.
Πιο συγκεκριμένα, το animation αποτελεί μια μορφή ψυχαγωγίας, η οποία συνήθως κρίνεται καταλληλότερη από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς σε σύγκριση με τα παιχνίδια υπολογιστών ή πιο αποδεκτή από το παιδί σε σύγκριση με ένα βιβλίο.

Καθώς «το μυαλό ενός παιδιού δεν έχει ευρεία αφαιρετική ικανότητα για να σκεφτεί με λογικούς όρους τη λειτουργία των πραγμάτων γύρω του» οι συνδυαστικές αλυσίδες μέσω εικόνων, οι οποίες προσφέρονται από το animation, το βοηθούν να αντιληφθεί τον κόσμο. Προβάλλεται ένας κόσμος καινούριος και εντελώς άγνωστος στο παιδί, προκειμένου να δημιουργήσει έναν «χάρτη» σταθερών αξιών και να μπορέσει να βάλει σε μια τάξη τα ερεθίσματα που λαμβάνει. Άρα, υποσυνείδητα το παιδί μπορεί να λάβει, μέσω εικόνων και ήχων, ερεθίσματα και να αντιληφθεί αξίες και ανώτερες έννοιες ενώ ψυχαγωγείται.
Τα παιδιά κατακτούν περισσότερες γνώσεις, όταν απολαμβάνουν αυτό που κάνουν. Συνεπώς, η βιωματική γνώση που προσφέρει ένα animation workshop αξίζει να διερευνηθεί. Γενικά, η χρήση του animation, σαν εργαλείο για την ενθάρρυνση και την εξέλιξη της εκπαίδευσης των παιδιών, δεν είναι μόνο διασκεδαστική αλλά και
αποτελεσματική. Υπάρχουν αρκετές μελέτες που αποδεικνύουν ότι αν στη στείρα εκπαίδευση προστεθούν καινοτόμα στοιχεία, τότε το παιδί μπορεί να ενδιαφερθεί και να συμμετέχει περισσότερο. Αν η εκπαιδευτική διαδικασία εμπλουτιστεί με νέα στοιχεία, τότε ίσως μπορούν – τελικά – να αρθούν προβλήματα του παρελθόντος, όπως η διάσπαση της προσοχής, η αδιαφορία ή οι δυσκολίες εκμάθησης κάποιων γνωστικών αντικειμένων από τους μαθητές.

Οι μαθητές του Δ΄1 δημιούργησαν με τη βοήθεια του δασκάλου τους το πρώτο τους animation με ένα θέμα παρμένο από τη Μελέτη Περιβάλλοντος.Αξίζει να το δείτε!

Το επόμενό τους animation θα είναι μια ιστορία γραμμένη από τους ίδιους.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ Ε΄1

   Γράφει η Ελένη-‘Αννα Τσόκου, Αγγλικών

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα κατά του ρατσισμού στις 21 Μαρτίου, προσπαθήσαμε με τους μαθητές του Ε΄1 τμήματος του σχολείου μας να αποσαφηνίσουμε τις έννοιες ρατσισμός, φυλετικές διακρίσεις, ισότητα, σεβασμός στη διαφορετικότητα.

¨ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ¨ ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

 

 

 

 

 

 

I

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

II

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

III

Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
—καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ’ η πίκρα μου κι ο αγώνας,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ’ τα μπαλκόνια,

Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;

ΙV

Γιε μου, ποια Μοίρα στο ’γραφε και ποια μου το ’χε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;

Πουρνό-πουρνό μου ξύπνησες, μου πλύθηκες, μου ελούστης
πριχού σημάνει την αυγή μακριά ο καμπανοκρούστης.

Κοίταες μην έφεξε συχνά-πυκνά απ’ το παραθύρι
και βιάζοσουν σα να ’τανε να πας σε πανηγύρι.

Είχες τα μάτια σκοτεινά, σφιγμένο το σαγόνι
κ’ είσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι.

Και γω η φτωχειά κ’ η ανέμελη και γω η τρελλή κ’ η σκύλα,
σου ’ψηνα το φασκόμηλο κι αχνή η ματιά μου εφίλα

Μια-μια τις χάρες σου, καλέ, και το λαμπρό σου θώρι
κι αγάλλομουν και γέλαγα σαν τρυφερούλα κόρη.

Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ’ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθεια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.

Κ’ έφτασ’ αργά κι, ω, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου η χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.

Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.

Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου το ασβεστωμένο δώμα.

Θα καρτεράει κ’ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει.

Θα καρτεράει κ’ η ρούγα μας τ’ αδρό περπάτημά σου
κ’ οι γρίλιες οι μισάνοιχτες τ’ αηδονολάλημά σου.

Και τα συντρόφια σου, καλέ, που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ’ τα ίδια τους τα λόγια εφλογιζόνταν

Και μπάζανε στο σπίτι μας το φως, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν να κάνετε νυχτέρια.

Και γω θα καρτεράω σκυφτή βραδί και μεσημέρι
να ’ρθεί ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.

[…]

ΙΧ

Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα ’στελνες τον άγγελο από πέρα.

Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες, καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

Γιε μου, καλέ μου τα ’λεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:

Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

Αχ, γιε μου, πια δε μου ’μεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.

Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου ναν τα ζεστάνω λίγο;

Στην πρώτη του μορφή το έργο αποτελούνταν από τρία μέρη 44 στίχων και ήταν αφιερωμένο στους εργάτες της ΘεσσαλονίκηςΤο 1936 κυκλοφόρησε  η 1η έκδοση σε τόμο, με τον τίτλο «Επιτάφιος». Η έκταση του έργου ήταν μεγαλύτερη-14 άσματα-224 στίχοι.Το 1956 είκοσι χρόνια μετά ακολούθησε η 2η ολοκληρωμένη έκδοση με έξι επιπλέον άσματα (X – XV), η οποία είναι και η οριστική. Η έκδοση του ’56 περιλαμβάνει 20 άσματα, αποτελούμενα από 8 δίστιχα, εκτός από το 19ο και το 20ο, που αποτελούνται από 9 δίστιχα. Οι στίχοι είναι ομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι. Ένα μοναδικό και όμορφο έργο, διαχρονικό και επίκαιρο όσο ποτέ, γιατί εργάτες υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα οπουδήποτε στην οικουμένη. Από πολλούς θεωρείται ένα μεγαλειώδες έργο, διάδοχος  της αρχαίας τραγωδίας και της μακραίωνης δημοτικής μας ποίησης. Συναρπάζει με το λαικό απλό ύφος του και προκαλέι ρίγη στον αναγνώστη, στον άνθρωπο κάθε εποχής με την αλήθεια που εκπέμπει η κάθε λέξη του, με το λυρισμό και τη μουσικότητα της ρίμας και των στίχων του.

Μελοποιήθηκε από έναν άλλο Τιτάνα της Ελλάδας τον Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν το πρώτο μελοποιημένο έργο του Γιάννη Ρίτσου και ο ίδιος είχε κάνει την εξής δήλωση στον μεγάλο συνθέτη λέγοντάς του πως: “Ήταν τα πρώτα ποιήματα μου που είχαν μελοποιηθεί. Μου έκανε τρομερή εντύπωση, μα είναι δυνατόν η ποίηση να βρει μια πλήρη αντιστοιχία με την μουσική. Μέχρι τίνος έλεγα ότι η κάθε τέχνη είναι αυτάρκης και δεν έχει ανάγκη από την βοήθεια της άλλης. Αλλά όταν έγραψες τον Επιτάφιο και αργότερα φυσικά την Ρωμιοσύνη που ήταν η μεγάλη δόξα σου, είπα πραγματικά ότι εδώ πέρα είναι ένας δρόμος για να πλησιάσει η ποίηση μέσο της μουσικής εκείνους τους ανθρώπους που δεν θα τους πλησίαζε ίσως ποτέ”.

Η αλήθεια είναι πως ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση γιατί ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά  το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση.Ο «Επιτάφιος» του Γιάννη Ρίτσου έγινε κειμήλιο των παλαιότερων γενεών, κληρονομιά της σημερινής γενιάς και των επερχόμενων. Εξωτερικεύει μία εσωτερική και πνιγμένη φωνή του παρελθόντος που αντιπροσωπεύει και αφορά και τις γενιές της σύγχρονης εποχής,  για τη καταπολέμηση της εκμετάλλευσης και της παγκοσμιοποίησης που επιβάλλει η νέα τάξη πραγμάτων.

Η Ανάσταση του Θεανθρώπου ας φέρει γαλήνη και αγάπη στις καρδιές όλων μας,αισιοδοξία στον τόπο μας,ειρήνη και αλληλεγγύη σε όλον τον κόσμο…

 

ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Κώστας Βάρναλης «Οι πόνοι της Παναγιάς»

Το ποίημα ανήκει στο πρώτο μέρος της ποιητικής σύνθεσης Σκλάβοι Πολιορκημένοι, η οποία εκδόθηκε το 1927. Ο ποιητής, ακολουθώντας τη δημοτική μας παράδοση, χρησιμοποιεί τη μορφή της Παναγιάς, για να εκφράσει τον ανθρώπινο πόνο της μάνας· η Παναγιά κατέχεται από τα τρυφερότερα συναισθήματα για το παιδί που πρόκειται να γεννήσει, αλλά και από κακά προαισθήματα για την τύχη που το περιμένει.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;

Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις

Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,

που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα ‘χεις κορμάκι τρυφερό,

θα σε φυλάω από ματιά κακή και από κακό καιρό,

από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.

Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό.

Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,

να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό

να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,

κ’ υστέρα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ

που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,

κι η Αλήθεια σου χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μη την πεις.

Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.

Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.

στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!

– Ω! πώς βελαζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσιο…-

Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά

την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

και τ’ άδικο φωνάξεις: να φωνάξεις, να αποκαλύψεις.

βρόχια: θηλιά, παγίδα.

νυχοπατώ: πατώ στα νύχια των ποδιών, περπατώ αθόρυβα.

ακώ: ακούω.

τα φρένα: οι σκέψεις, ο νους.

αψιθιά: αρωματικό φυτό με πικρή γεύση, που χρησιμοποιείται και για ζεστό ρόφημα.

Η Παναγία λειτουργεί ως διαχρονικό σύμβολο της μητρικής αγάπης, αλλά και του πόνου που βιώνει μια μητέρα όταν βλέπει το παιδί της να θυσιάζει τη δική του ύπαρξη για το καλό των άλλων. Σύμβολο που επιλέγει ο Βάρναλης προκειμένου να αποδώσει το πλήθος των ανησυχιών που διακατέχουν κάθε μητέρα για το μέλλον και την ασφάλεια του παιδιού της.

Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;

Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;

Τα στοιχεία του ποιητικού μονολόγου της Παναγίας υποδηλώνουν πως βρισκόμαστε λίγο προτού γεννήσει, πως γνωρίζει ήδη ότι πρόκειται να φέρει στον κόσμο γιο, αλλά και το φρικτό του τέλος. Ακούμε, έτσι, την Παναγία να εκφράζει όλη της την τρυφερότητα απέναντι στο αγέννητο ακόμη παιδί της, μα και τις προθέσεις της να κάνει ό,τι μπορεί για να το προστατεύσει από το δεινό του μέλλον.

Τα εισαγωγικά ερωτήματα του ποιήματος υποδηλώνουν πως η Παναγία δεν θέλει να βρεθεί αντιμέτωπο το παιδί της με τη φονική κακία των ανθρώπων, γι’ αυτό και αναρωτιέται που θα μπορούσε να κρύψει τον γιο της προκειμένου να τον γλιτώσει. Τοποθετεί, μάλιστα, τις πιθανές κρυψώνες είτε σε κάποιο νησί του Ωκεανού, μακριά από τους ανθρώπους, είτε αντιστοίχως σε κάποια ερημική κορυφή βουνού, καλύπτοντας κατά αυτό τον τρόπο τα συνήθη δυσπρόσιτα μέρη∙ τον ωκεανό και τα ψηλά βουνά.

Είναι εμφανές πως η Παναγία δεν μιλά εδώ ως το ιερό πρόσωπο που γνωρίζει καλά την άφευκτη μοίρα του θεϊκού γιου που θα φέρει στον κόσμο, αλλά ως μητέρα που θέλει με κάθε τρόπο να προφυλάξει το παιδί της από κάθε πιθανό κακό.

Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.

Ξέρω, πως θα ‘χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,

που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Η Παναγία γνωρίζοντας πως ο γιος της μέλλεται να κηρύξει τη δικαιοσύνη και τον τερματισμό της εκμετάλλευσης των ανθρώπων, προκαλώντας έτσι την οργή των ισχυρών του κόσμου, βεβαιώνει το παιδί της πως δεν θα του μάθει να μιλά. Με αυτό τον τρόπο η φιλόστοργη μητέρα θέλει να αποτρέψει το γιο της από το να ξεκινήσει μελλοντικά την προσπάθειά του να εναντιωθεί στην αδικία και να αποκαλύψει το πλήθος των αδικιών που συμβαίνουν στον κόσμο.

Η Παναγία ξέρει καλά, πως ο γιος της θα έχει μια καρδιά τόσο αγαθή και τόσο γλυκιά, ώστε θα του είναι δύσκολο να μη συμπαρασταθεί στους αδικημένους και στους αδύναμους. Ξέρει, όμως, εξίσου καλά, πως αυτή ακριβώς η αγαθή του προαίρεση θα τον φέρει αντιμέτωπο με τους δυνατούς, και πως τελικά θα βασανιστεί αφού θα πιαστεί στην παγίδα της οργής τους.

Τα μηνύματα ανθρωπισμού και καλοσύνης που θα φέρει ο Χριστός στον κόσμο, θα σταθούν ο λόγος για τον οποίο οι έχοντες και οι ισχυροί θα θελήσουν να τον σκοτώσουν, προκειμένου να θέσουν τέρμα στην προσπάθεια αφύπνισης των φτωχών και των ανίσχυρων που εκείνος θα επιχειρήσει.

Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα ‘χεις κορμάκι τρυφερό,

θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,

από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.

Η Παναγία μοιάζει να γνωρίζει ήδη ακόμη και στοιχεία της εμφάνισης του γιου της, ο οποίος θα έχει μάτια γαλανά -χρώμα συμβολικό για την αγνότητα και την καθαρότητα του βλέμματος του Χριστού-, και το κορμί του θα είναι τρυφερό, αντανακλώντας έτσι την αγαθότητα και την απλότητα της ψυχής του.

Πρόθεσή της είναι να προφυλάξει το παιδί της από την κακή ματιά του ζηλόφθονου κόσμου, αλλά κι από τις κακές περιστάσεις, λειτουργώντας ως ακαταπόνητος προστάτης του αγαπημένου της πλάσματος. Η Παναγία, μάλιστα, θέλει να προφυλάξει το παιδί της κι από το πρώτο εκείνο ξάφνιασμα που προκαλείται στους νέους -στους εφήβους- μόλις συντελείται μέσα τους η αφύπνιση της νεότητας κι αρχίζουν να βλέπουν τον κόσμο τελείως διαφορετικά και να επιθυμούν για πρώτη φορά μια διαφορετική βίωση της ζωής. Η Παναγία, επομένως, θα ήθελε να προφυλάξει το παιδί της, όχι μόνο από τους άλλους ανθρώπους και τις κακές συγκυρίες, αλλά κι από τον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να μη γνωρίσει τις πικρίες του έρωτα και της επιθυμίας που γνωρίζει τη διάψευση ή τη ματαίωση.

Η Παναγία μιλά στο μελλοντικό της γιο λαμβάνοντας υπόψη της την ανθρώπινη φύση του και όχι τη θεϊκή του υπόσταση, εφόσον ως μητέρα ανησυχεί για εκείνον και θέλει να τον γλιτώσει από κάθε πιθανό ανθρώπινο πόνο, όπως η ίδια τους έχει βιώσει και γνωρίσει κατά τη διάρκεια της ζωής της.

Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό.

Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Η Παναγία γνωρίζει την αποστολή του θεϊκού γιου της και γνωρίζει τον μαρτυρικό θάνατο που του αναλογεί. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει πως επιθυμεί να δει το παιδί της να περνά έναν τόσο σκληρό βίο. Γι’ αυτό και οι συμβουλές που του δίνει, τώρα που είναι ακόμη αγέννητος, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την πορεία που θα ακολουθήσει ο Χριστός. Η Παναγία δεν θέλει να δει το γιο της να εμπλέκεται σε αγώνες, έστω κι αν αυτοί θα αποσκοπούν στη σωτηρία των ανθρώπων, διότι γνωρίζει πως το τίμημα για το παιδί της θα είναι ο θάνατος πάνω στο σταυρό. Έτσι, η δική της θέληση είναι να δει το παιδί της νοικοκύρη, με μια φιλήσυχη ζωή, χωρίς να γίνεται σκλάβος κανενός και χωρίς να προδίδει κανέναν.

Ο Χριστός με τη δράση του θα αποτελέσει το πρότυπο του ενεργού πολίτη, που θέτει τον εαυτό του σε δεύτερη μοίρα και παλεύει με όλες του τις δυνάμεις για να δει τον κόσμο να αλλάζει προς το καλύτερο. Ο Χριστός δεν θα γίνει, όπως θα το ήθελε η μητέρα του, ένας νοικοκύρης, θα γίνει ένας άφοβος αγωνιστής, που θα έρθει αντιμέτωπος με την αδικία των ισχυρών∙ γεγονός, βέβαια, που θα το πληρώσει με την ίδια του τη ζωή.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,

να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,

να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι

κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ

που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

Στη στροφή αυτή αποδίδεται ένα κομμάτι της αμιγώς ανθρώπινης ζωής του Χριστού, της βρεφικής και παιδικής του ηλικίας, όπου η Παναγία έχει την ευκαιρία να εκδηλώσει όλη της την τρυφερότητα απέναντί του.

Η Παναγία θα σηκώνεται τη νύχτα, περπατώντας σιγά και πατώντας στα νύχια, προκειμένου να μην ενοχλήσει τον ύπνο του βρέφους και θα σκύβει για ν’ ακούσει την ανάσα του μωρού της. Κι ύστερα θα του ετοιμάζει στη φωτιά το ζεστό του γάλα και χαμομήλι για να το ταΐσει. Εικόνες μιας θαλπωρής οικείας σε κάθε οικογένεια, που έχει την ευλογία να μεγαλώσει ένα μικρό παιδί και να γευτεί την ευδαιμονία που προσφέρουν στον άνθρωπο όλες εκείνες η φροντίδες που απευθύνονται σ’ ένα μωρό και σ’ ένα μικρό παιδί. Μια γαλήνη που συνιστά περίοδο αγνής ευτυχίας.

Η επόμενη εικόνα μας μεταφέρει σ’ ένα ελαφρώς μεταγενέστερο χρονικό σημείο, με την Παναγία να κοιτά με καρδιοχτύπι το μικρό της παιδί να πηγαίνει στο σχολείο του, κρατώντας την πλάκα και το κοντύλι του, για να μάθει να γράφει και να διαβάζει.

Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,

κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.

Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.

Το κλίμα της ανέφελης ευτυχίας που αποδίδεται στην προηγούμενη στροφή αλλάζει, καθώς το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβική και κατόπιν στη νεανική θα σημάνει και την αφύπνιση του Χριστού, ο οποίος θα είναι πια σε θέση να αντιληφθεί τις έννοιες του Δικαίου και της Αλήθειας. Η συμβουλή, πάντως, της Παναγίας προς το παιδί της είναι πως όταν κάποια στιγμή η σκέψη του φωτιστεί από τις έννοιες αυτές, να μη τις εκφράσει, να μη μιλήσει γι’ αυτές. Διότι οι άνθρωποι είναι θηρία και δεν αντέχουν να σηκώνουν το φως∙ δεν αντέχουν να βλέπουν την αλήθεια της ζωής τους και της κοινωνίας τους. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο Χριστός θα μπορεί πια να αντιληφθεί τι είναι Δίκιο και τι είναι Αλήθεια, αφού θα έχει φωτιστεί ο νους του με τη δύναμη μιας αστραπής, εντούτοις είναι προτιμότερο -σύμφωνα με την επιθυμία της Παναγίας- να κρατηθεί μακριά από την επισήμανση αυτών των εννοιών και καταστάσεων, καθώς θα εξοργίσει τους ανθρώπους γύρω του.

Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.

Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Η συμβουλή της Παναγίας απηχεί εδώ το γνωστό ρητό σχετικά με τη σιωπή, η οποία είναι χρυσός, εφόσον γλιτώνει το άτομο από το να προκαλεί εντάσεις και να έρχεται σε σύγκρουση με τους άλλους ανθρώπους. Η πιο χρυσή αλήθεια, άρα, είναι η αλήθεια της σιωπής, αφού είναι η μόνη που επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν φιλήσυχα και να μην στρέφουν εναντίον τους όλους εκείνους που θίγονται απ’ όσα θα μπορούσαν ενδεχομένως να λεχθούν.

Η Παναγία έχοντας πάντοτε κατά νου τη βασική της επιθυμία, την προφύλαξη δηλαδή του παιδιού της από την οργή των ανθρώπων, τον συμβουλεύει πως ακόμη κι όταν θα είναι σε θέση να αντιληφθεί το Δίκαιο και την Αλήθεια, να επιλέξει τη σιωπή. Καθώς, αν επιλέξει να μιλήσει γι’ αυτά κι αν επιλέξει να στραφεί ενάντια σ’ εκείνους που αδικούν και ψεύδονται τότε εκείνοι θα τον σταυρώσουν. Κατάληξη τόσο δεδομένη, ώστε η Παναγία δηλώνει στο γιο της πως και χίλιες φορές αν γεννηθεί, αν επιλέξει να μιλήσει για τις αρετές της Αλήθειας και του Δικαίου, και τις χίλιες φορές οι άλλοι άνθρωποι θα τον σταυρώσουν.

Η συμβουλή της Παναγίας στον Χριστό να επιλέξει τη χρυσή σιωπή, είναι φυσικά εντελώς αντίθετη με τον ιερό σκοπό που έχει εκείνος να επιτελέσει, αλλά είναι απολύτως λογική από την οπτική της μητέρας που θέλει με κάθε τρόπο να προστατεύσει το παιδί της.

Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.

Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!

Καθώς προχωρά ο μονόλογος της Παναγίας μετατίθεται χρονικά σε όλο και μεταγενέστερα χρονικά σημεία της ζωής του Χριστού, έτσι από τις γαλήνιες στιγμές της βρεφικής του ηλικίας φτάνει εδώ στη στιγμή της σταύρωσής του, η οποία γίνεται εμφανής από τα συναισθήματα που εκφράζονται. Η Παναγία, και μόνο στη σκέψη της θανάτωσης του παιδιού της, νιώθει σαν να της μπήγουν χίλια μαχαίρια και σπαθιά στην καρδιά, ενώ το σάλιο της ξεραίνεται στη γλώσσα της κι είναι πικρό, σαν δηλητήριο. Είναι, δίχως άλλο, σαφές πως η Παναγία δεν μπορεί να δει στη θυσία του γιου της μια προσφορά αγάπης και ελέους προς τους ανθρώπους∙ βλέπει μόνο το θάνατο του μονάκριβου παιδιού της κι αυτό της προκαλεί ανείπωτο πόνο.

– Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…-

Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά

την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Με μια έξοχη αντίθεση ανάμεσα στο ήσυχο κοπάδι του βουνού και τους μοχθηρούς λύκους που καραδοκούν, η Παναγία παρουσιάζει το φόβο της πως τη στιγμή που εκείνη ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο ένα απολύτως αγαθό βρέφος υπάρχουν ήδη εκείνοι που θέλουν να το βλάψουν. Στρέφεται, έτσι, στις ουράνιες δυνάμεις, στον Θεό, και ζητά να ανοίξουν για χάρη της την πιο βαθιά άβυσσο, προκειμένου να γεννήσει στα κρυφά, μακριά από τους λύκους, μακριά από τους αδίστακτους ανθρώπους που θα θελήσουν να της στερήσουν την παρουσία και την ύπαρξη του παιδιού της.

Η μητέρα Παναγία, έστω κι αν γνωρίζει καλά το ιδιαίτερο της πορείας που πρόκειται να ακολουθήσει ο γιος της, δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχτεί το γεγονός πως το παιδί που θα μεγαλώσει εκείνη με τόση αγάπη, θα το σταυρώσουν οι άνθρωποι για να απαλλαγούν από τα κηρύγματα της αγάπης και της δικαιοσύνης. Υποφέρει μ’ αυτή τη σκέψη και αναζητά τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε να προφυλάξει το παιδί της από την οργή των ανθρώπων.