του Διονύση Π. Σιμόπουλου

Ε​​ίχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι το περασμένο ακαδημαϊκό έτος θα περιόριζα τις διάφορες ομιλίες που κάνω προσκεκλημένος από διάφορους τοπικούς φορείς στις δύο κάθε μήνα. Δυστυχώς έχω το κακό να μην μπορώ να αρνηθώ προσκλήσεις που γίνονται με ενθουσιασμό και εμφανή αγάπη στην επιστήμη που διακονώ επί σχεδόν μισό αιώνα. Κι έτσι οι δύο μηνιαίως έγιναν άλλοτε τρεις κι άλλοτε ακόμη και έξι. Σ’ όλες αυτές τις ομιλίες ανακάλυψα ότι για να μπορώ να επικοινωνήσω καλύτερα και πληρέστερα με τους ακροατές μου, θα έπρεπε να μιλώ με όρους και παραδείγματα που να έχουν νόημα και σημασία γι’ αυτούς. Κι έτσι όλα αυτά τα χρόνια, και για κάθε θέμα που διαπραγματευόμουν, συγκέντρωνα τα παραδείγματα εκείνα που φαίνονταν ότι είχαν κατά καιρούς τη μεγαλύτερη απήχηση στο ακροατήριό μου. Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονται θέματα για τον Ηλιο, τους πλανήτες, τα άστρα, τους γαλαξίες και γενικότερα το σύμπαν. Συνεχίστε την ανάγνωση

TONY HEY – PATRICK WALTERS, Το νέο Κβαντικό Σύμπαν, Μετάφραση: Γιώργος Κατσιλιέρης, Νίκος Σιμάτος, Βαγγέλης Βιτωράτος, εκδ. Κάτοπτρο, σελ. 382

Νομίζω πως μπορώ να πω με σιγουριά πως κανένας δεν καταλαβαίνει την κβαντική μηχανική

Ρίτσαρντ Φέινμαν

***

Ο Ρίτσαρντ Φέινμαν δεν αστειεύεται στο παράθεμα που προηγείται. Πραγματικά κανένας δεν καταλαβαίνει την κβαντική μηχανική. Οι μορφές της αισθητικότητας και τα εργαλεία της νόησης, με τα οποία είμαστε εξοπλισμένοι ως ανθρώπινο είδος, κάνουν την επόπτευση της περιοχής του πραγματικού, που επιδέχεται κβαντομηχανική περιγραφή, αληθινά αδύνατη. Οι εμπειρίες μας από την κλίμακα του κόσμου, στον οποίο περνάμε τις ζωές μας, κάνουν τα φαινόμενα του μικρόκοσμου εντελώς ανοίκεια και αλλόκοτα.

Αυτό ήταν έτσι ήδη από την αρχή της διαμόρφωσης της κβαντικής μηχανικής, εδώ και πάνω από έναν αιώνα, και παραμένει έτσι και χειρότερα. Από τη δεκαετία του 1920 σχεδόν το σύνολο των μαθηματικών τύπων και του γενικότερου φορμαλισμού της κβαντομηχανικής ήταν διατυπωμένα. Έκτοτε, χρησιμοποιήθηκαν για να πραγματοποιηθούν οι ακριβέστερες προβλέψεις στην ιστορία της επιστήμης. Ενώ, από την άλλη, το μεγαλύτερο μέρος των σύγχρονων εφευρέσεων, από τα λέιζερ μέχρι τα κινητά τηλέφωνα, από τους υπολογιστές έως τη νανοτεχνολογία οφείλονται αποκλειστικά στην εφαρμογή της.

Ωστόσο, όπως το θέτει ο Μπράιαν Γκριν, στο Κομψό Σύμπαν[1], «[σ]την ουσία […] όσοι χρησιμοποιούν την κβαντομηχανική, ανακαλύπτουν ότι ακολουθούν τύπους και κανόνες που διατυπώθηκαν από τους «προπάτορες» της θεωρίας –υπολογιστικές τεχνικές που εφαρμόζονται απευθείας- χωρίς πραγματικά να καταλαβαίνουν γιατί οι τεχνικές λειτουργούν ή τι ακριβώς σημαίνουν […] Τι να σημαίνει, άραγε αυτό; Μήπως ότι στο μικροσκοπικό επίπεδο το σύμπαν λειτουργεί με τρόπους τόσο σκοτεινούς και ανοίκειους, ώστε το ανθρώπινο μυαλό, που έχει εξελιχθεί διαμέσου των αιώνων για να αντιμετωπίζει επιτυχώς τα φαινόμενα στις οικείες καθημερινές κλίμακες είναι ανίκανο να καταλάβει «τι πραγματικά συμβαίνει»; Ή, μήπως, λόγω κάποιας ιστορικής συγκυρίας, οι φυσικοί προχώρησαν σε μια άκρως αδέξια διατύπωση της κβαντομηχανικής, η οποία, μολονότι ποσοτικά επιτυχής, συσκοτίζει την αληθινή φύση της πραγματικότητας; Κανείς δεν ξέρει».

Το βιβλίο, λοιπόν, των Hey και Walters είναι ένα από τα ελάχιστα, το οποίο μπορεί να μας βοηθήσει να προσεγγίσουμε την κβαντική μηχανική με το ανθρωπίνως καλύτερο δυνατό τρόπο. Θα πει, βέβαια, κάποιος γιατί να μπούμε σε έναν τέτοιο κόπο, με δεδομένο, μάλιστα, πως ακόμη και οι ειδικότεροι ομολογούν πως δεν καταλαβαίνουν και πολλά. Ακριβώς γι’ αυτό, είναι η απάντηση! Αυτή η αίσθηση του αλλόκοτου, που γεμίζει όποιον επιχειρεί να μπει στα κβαντικά χωράφια, είναι ο καλύτερος οδηγός για την αναμέτρηση με ζητήματα, που βρίσκονται στη βάση της φιλοσοφικής αναζήτησης εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η φύση της πραγματικότητας, η υπόσταση της συνείδησης, το πρόβλημα του σολιψισμού είναι λίγα από όσα αναγκαστικά θα συναντήσουμε.

 

Τι είναι, όμως, η κβαντική μηχανική; Μηχανική, πρώτα από όλα. Που όπως θυμόμαστε από το Λύκειο είναι η περιοχή της Φυσικής, που ασχολείται, μεταξύ άλλων, με κινήσεις, αξιοποιώντας σε μεγάλο βαθμό τις καταστατικές, από τον Νεύτωνα και μετά, έννοιες της ορμής και της ενέργειας, καθώς και τις αρχές διατήρησης των συγκεκριμένων μεγεθών. Η ορμή διατηρείται, η ενέργεια διατηρείται, η στροφορμή διατηρείται. Και εξαιτίας αυτών έχουμε τη δυνατότητα να εξηγήσουμε τα φαινόμενα –και πρώτα από όλα τα κινητικά- και να κάνουμε προβλέψεις για το μέλλον των συστημάτων που συγκροτούν τον φυσικό κόσμο.Συνεχίστε την ανάγνωση

Tο βράδυ της αστροπαρατήρησης της 13ης Απριλίου 2016 στην αυλή του σχολείου παρουσιάστηκε και  η εργασία των μαθητών που εκπόνησαν φέτος πολιτιστικό πρόγραμμα με θέμα:

“Από την ιστορία των μαθηματικών και της φυσικής:  η μέτρηση της περιφέρειας της Γης με τη μέθοδο του Ερατοσθένη”. 

Λίγα λόγια για την ιστορία του πειράματος

Όπως αναφέραμε και σε προηγούμενη ανάρτηση, ο Ερατοσθένης (3οςπ.Χ. αιώνας) ήταν Διευθυντής της μεγάλης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, όπου σε έναν πάπυρο διάβασε ότι το μεσημέρι της 21ης Ιουνίου (θερινό ηλιοστάσιο), στα νότια όρια της πόλης Συήνη (Ασσουάν), οι κατακόρυφοι στύλοι δεν ρίχνουν καθόλου σκιά και ο Ήλιος καθρεφτίζεται ακριβώς στον πυθμένα ενός πηγαδιού (δηλαδή, βρίσκεται στο Ζενίθ του τόπου). Ως επιστήμονας, λοιπόν, ο Ερατοσθένης διερωτήθηκε, εάν συμβαίνει το ίδιο ταυτόχρονα και σε μια άλλη πόλη πχ. στην Αλεξάνδρεια. Όμως στην Αλεξάνδρεια, κατά την ίδια μέρα και ώρα, οι κατακόρυφοι στύλοι έριχναν σκιά.

Αν η Γη ήταν επίπεδη, οι κατακόρυφοι στύλοι στις δυο πόλεις θα ήταν παράλληλοι και θα έπρεπε και οι δυο να ρίχνουν σκιά. Αφού, λοιπόν, αυτό δεν είναι αλήθεια, τι μπορεί να συμβαίνει; Την απάντηση έδωσε ο Ερατοσθένης υποστηρίζοντας ότι η επιφάνεια της Γης δεν είναι επίπεδη αλλά σφαιρική. Αυτό το συμπέρασμα είναι, προφανώς, θεμελιώδους σημασίας και επιπλέον επέτρεψε στον Ερατοσθένη να προσδιορίσει την ακτίνα και το μήκος της περιφέρειάς της Γης. Πραγματικά, από το μήκος της σκιάς υπολογίζεται αμέσως η διαφορά των γεωγραφικών πλατών των δύο πόλεων, ίση περίπου με 7 μοίρες. Επειδή η απόσταση των δύο πόλεων ήταν γνωστή από αφηγήσεις βηματιστών και ίση περίπου με 800 Km (φημολογείται ότι ο Ερατοσθένης μίσθωσε βηματιστές για τη μέτρησή της), η περιφέρεια της Γης υπολογίστηκε ίση με 40000 Km.

Αυτή είναι η σωστή απάντηση και ο Ερατοσθένης την έδωσε χρησιμοποιώντας ως μόνα εργαλεία ράβδους, μάτια, πόδια, μυαλό με απλότητα σκέψης και επινοητικότητα. Το λάθος στον υπολογισμό ήταν μόνο 2%, ένα πραγματικά αξιοσημείωτο επίτευγμα για περίπου πριν από 2,5 χιλιετίες. Άρα, ο Ερατοσθένης ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μέτρησε τις διαστάσεις του πλανήτη Γη, γι’ αυτό και θεωρείται δημιουργός της μαθηματικής γεωγραφίας.

Στην ομάδα του σχολείου πουν ασχολήθηκαν με την δράση αυτή συμμετείχαν οι μαθητές:

Αθηνά Τζιαρού, Κωνσταντίνος Παπαμιχελάκης, Αλέξης Γιαννούλας, Σπύρος Μπάλτσας, Μιχάλης Κακουλίδης, Χρήστος Σταυρούδης

Την δράση μας πλαισίωσαν επίσης και άλλοι μαθητές και μαθήτριες.

Συντονίστριες οι καθηγήτριες: Δέσποινα Πανακλερίδου, ΠΕ04 και Ευδοξία Πάτκου ΠΕ19&ΠΕ04.

Στο πλαίσιο του προγράμματος πραγματοποιήσαμε δύο επισκέψεις.

α) Στον Όμιλο Φίλων Αστρονομίας, όπου παρακολουθήσαμε το σεμινάριο:”Οι κινήσεις της Γης” από τον κ. Δημήτρη Γιαννόπουλο που μας παρείχε χρήσιμο υλικό και

β) στο Αστεροσκοπείο (ΑΠΘ) όπου παρατηρήσαμε τον Ήλιο και μας  μίλησε ο καθηγητής Αστρονομίας κ. Γιάννης Σειραδάκης.

Εδώ μπορείτε να δείτε όλη την εργασία των μαθητών σε prezi

Στο πλαίσιο της παρουσίασης του προγράμματος, προβλήθηκε και η ταινία -ντοκυμαντέρ   “Ερατοσθένης η κινητή βιβλιοθήκη” του Κωνσταντίνου Βάκκα που περιγράφει την περιπέτεια της ζωής και του έργου του πανεπιστήμονα Ερατοσθένη . Η ταινία αυτή συμμετείχε στο 18ο φεστιβάλ ντοκυμαντέρ Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο 2016  και ευχαριστούμε πολύ τον κ, Βάκκα για την προσφορά  του.


 

 To time-lapse βίντεο αποτελείται από πολλά υψηλής ανάλυσης στιγμιότυπα που τραβήχτηκαν από τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.   Το Σέλας είναι το φωτεινό ουράνιο φαινόμενο που λαμβάνει μέρος στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας της Γης, αλλά και στις ατμόσφαιρες άλλων πλανητών. Ονομάζεται και Πολικό Σέλας καθώς παρατηρείται κυρίως στις πολικές περιοχές τόσο στο Βόρειο όσο και στο Νότιο Ημισφαίριο, αποκαλούμενο ανάλογα Βόρειο Σέλας και Νότιο Σέλας. Πηγή: www.lifo.gr

 19 Απρ. 2014

Ἀπό το περιοδ. «Ἑλληνικὴ Δημιουργία», ἔτος Β’ τόμος Τρίτος, τεῦχος 29

Ὁ μπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ” ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ” ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ” ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ” αὐτῶ ἐμειδίων.

Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:

Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι” ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.

Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ” ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.

«Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ” ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ” ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ” οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν” ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.

Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»

Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν” ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν” ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου…

Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ” Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν” ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ” ἔκαμνεν οἰκονομίαν.

Ἀλλ” ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ” ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν” ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν” ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.

Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν” ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ” εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.

Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός!

Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α” «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν” ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.

Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.

Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.

Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν” ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ” ὀλίγον ν” ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ” ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ” ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.

Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.

Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ” ἀνέτελλε μετ” ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.

Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ” ἔκραξεν ἐναγωνίως.

-Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις…

Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.

-Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
-Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
-Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
-Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
-Δὲν ξέρω “γω ἀπ” αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι” ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.

Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.

Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.

-Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν” ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.

Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.

-Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι” ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
-Ἀπ” τὴν Ἀθήνα.
-Ἀπ” τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν” ἀκούσης Ἀνάσταση;
-Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.

Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.

-Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε…

Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.

-Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!

Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.

-Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ” εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ” ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ” ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.

-Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…

Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ” ἔγινεν ἄφαντος.

Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.

Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ” ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.

Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Πηγή: myriobiblos.gr

του Αδαμαντίου Κοραή

Τα πρόσωπα του Διαλόγου: Φώτιος, Καλλίμαχος 

Φ. Σ’ ερώτησα και άλλοτε, και δεν ηθέλησες ποτέ να με φανερώσης καθαρά την γνώμην σου.

Κ. Περί τίνος;

Φ. Περί του εις την Ιερουσαλήμ θαυματουργουμένου αγίου φωτός.

Κ. Άγιον φως άλλο εν γνωρίζω παρά το «Φως εκ φωτός», θείον αληθινόν εκ θεού αληθινού» ως το μαρτυρεί το Σύμβολον της πίστεως.

Φ. Ουδ’ εγώ αμφιβάλλω περί τούτου. Αλλ’ εις τούτου του Φωτός τον τάφον, ας πιστεύσωμεν τους αγιοταφίτας, και τους επιστρέφοντας από την Ιερουσαλήμ προσκυνητάς, φαίνεται κατ’ έτος άλλο φως υλικόν, εκ του οποίου ανάπτουν οι προσκυνηταί τας λαμπάδας των.

Κ. Τρόπους και μέσα να φωτίζωσι το σκότος ευρήκασιν οι άνθρωποι πολλά, και η πρόοδος της φυσικής επιστήμης τους εδίδαξε πλειότερα. Εις τα φωτισμένα της Ευρώπης έθνη σήμερον, το πλέον ασθενές παιδάριον, η πλέον χυδαία γυνή, ανάπτουν φως, εις ροπήν οφθαλμού, με τα γνωστά φωσφορικά πυρεία (briquets phosphoriques)Συνεχίστε την ανάγνωση

του Νικου Σαραντακου

Θεοφάνης ο Κρης, «Η Απόνιψη του Πιλάτου» (ΙΜ Αγίου Νικολάου, Μετέωρα)

ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΚΡΗΣ,
«Η ΑΠΟΝΙΨΗ ΤΟΥ ΠΙΛΑΤΟΥ» (ΙΜ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΕΤΕΩΡΑ)

 

Μια και το φέρνει φέτος η σύμπτωση να γράψω στο πασχαλιάτικο φύλλο, σκέφτηκα, μέρα που είναι, να μην παρακολουθήσω την πολιτική επικαιρότητα, αλλά να μείνω στο κλίμα των ημερών. Το 2010 που είχε συμβεί κάτι ανάλογο, είχα εξετάσει τις λέξεις του Πάσχα, οπότε για να μην επαναλαμβάνομαι είπα σήμερα να φρασεολογήσω, δηλαδή να δούμε μερικές φράσεις που μπήκαν στη φρασεολογία μας από τις λειτουργίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Όπως γράφει σε σχετική μελέτη του ο Δημ. Λουκάτος, «η εκκλησιαστική φρασεολογία, πλαισιωμένη από θρησκόληπτο μυστικισμό, έπαιρνε την αίγλη μιας ανώτερης γλώσσας, θεόπνευστης και σοφής. Έτσι, ο λαός μεταχειριζόταν στις συζητήσεις του φράσεις και λέξεις εκκλησιαστικές που του έκαναν ρητορικότερη την ομιλία, έστω κι αν δεν καταλάβαινε πολλές φορές τη σημασία τους.Συνεχίστε την ανάγνωση

Παίζοντας με λάχανα, κρεμμύδια, παντζάρια και κουρκουμά μπορείτε  να βάψετε τα πασχαλινά αβγά. Αξίζει όμως να ξέρετε και τι ρόλο παίζει το ξίδι ή γιατί δεν πρέπει να προτιμήσετε τα έτοιμα προ-βαμμένα αβγά

Αναζητώντας τα χαμένα χρώματα
Αβγά και Επιστήμη.
Γνωρίζετε ότι μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ακόμη και ασπιρίνη για το βάψιμο των αβγών, κρεμμύδια, παντζάρια, κόκκινο λάχανο και κουρκουμά, πόσες ημέρες μάξιμουμ διατηρούνται… Δείτε μια βήμα προς βήμα περιγραφή της βαφικής επιχείρησης.
Καλές βαφές!

Υπάρχει λόγος να βάψουμε εμείς τα αβγά που θα καταναλώσουν αυτές τις ημέρες οι δικοί μας άνθρωποι ή θα προσφέρουμε στους δικούς μας φίλους. Διότι εκτός από την αιματηρή ταλαιπωρία των αμνών τις ημέρες του Πάσχα έχουμε και την αναίμακτη μεν αλλά οπωσδήποτε ταλαιπωρία των αβγών. Ιδιαίτερα τις εβδομάδες μετά την Ανάσταση. Τότε που πρέπει να καταναλωθούν όντας στο όριο για να θεωρηθούν ότι κανονικά είναι προς απόσυρση. Και ακόμη χειρότερα είναι τα πράγματα, όπως θα εξηγήσουμε, αν έχουν αγοραστεί όντας ήδη βαμμένα!