ανακτένιση 15η Απριλίου 2026, 09:46΄
Δημοσιεύτηκε και στο Academia.edu ως Λακεδάμα (αρμόζμους): το ποτό των αγροίκων Μακεδόνων
Η αρχαία λακεδάμα είναι ο σημερινός αρμόζμους, ταριχευμένος ζωμός νερού, λαχάνου κι αλατιού που πίνεται στα ορεινά της Μακεδονίας. Ετυμολογείται από την λαχανιδίων άλμη (λαχανιδάλμη) ή λαχανάδας άλμη (λαχαναδάλμη). Αρχαιότερα, από τον λαχανιδίων ζωμόν (λαχαναδωμός).
Η αρχαία λακεδάμα είναι ο σημερινός αρμόζμους, ταριχευμένος ζωμός νερού, λαχάνου κι αλατιού που πίνεται στα ορεινά της Μακεδονίας. Ετυμολογείται από την λαχανιδίων άλμη (λαχανιδάλμη) ή λαχανάδας άλμη (λαχαναδάλμη). Αρχαιότερα, από τον λαχανιδίων ζωμόν (λαχαναδωμός).
εισαγωγή
Το κείμενο ασχολείται με το γλώσσημα Λακεδάμα, που αναγράφεται στο λεξικό του Ησυχίου, λογίου από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου που έζησε τον 5ο αιώνα μ. Χ. Το μοναδικό σήμερα χειρόγραφό του, αντιγραμμένο από παλαιότερο τον 15ο αιώνα, φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Δεν είναι γνωστός ο τελευταίος αντιγραφέας.1
Από το 1514 που είδε το έντυπο φως της δημοσιότητας κι εντεύθεν ασχολήθηκαν με το λεξικό, οπότε και με την λακεδάμα, φιλόλογοι, γλωσσολόγοι και φιλίστορες προτείνοντας διάφορες ερμηνείες, ελλειπτικές ή ημαρτημένες κατά τη γνώμη μου. Κουράζουν προφανώς τον αναγνώστη οι λεπτομερείς αναφορές σε παλαιά έργα, ιδιαίτερα σε εδάφιά των, αλλά είναι απαραίτητες ως δηλώσεις σεβασμού στον μόχθο όσων προσέθεσαν νέες απόψεις στην έρευνα, έστω κι ατελείς -δεν αναφέρονται εδώ έργα, λεξικά ή μονογραφίες, που επαναλαμβάνουν προγενέστερους, παρόλο που έχουν μελετηθεί, όπως και δεκάδες άλλα που έχουν διαβαστεί και δεν περιείχαν κάτι σχετικό.
Τι προσφέρει η παρούσα εργασία; Ικανοποίηση της περιέργειας, έμφυτης τάσης ανθρώπου και ζώων για εξερεύνηση και γνώση του απτού αλλά και του άυλου περιβάλλοντος. Απολαμβάνει κανείς τη χαρά τέλεσης μιας συγκεκριμένης πνευματικής δημιουργίας μέσα στον αχανή λαβύρινθο αφηγημάτων γλωσσών και καθημερινών πρακτικών. Αγάλλεται προσπαθώντας να λύσει ένα αιώνιο πρόβλημα, ορθότερα προτείνοντας μια εκ των κάτω τεκμηριωμένη άποψη. Ο τρόπος σκέψης και οι νοητικοί συνδυασμοί ίσως ωφελήσουν τον αναγνώστη να εντρυφήσει κι αυτός με αφετηρία είτε την ίδια τη λέξη λακεδάμα είτε με έτερες. Ένα μικρό βήμα, αλλά βήμα.
Στην έρευνα πρώτευσαν και συνέχισαν Γερμανοί κατά βάσιν κι Ολλανδοί, που είχαν διδαχθεί τα αρχαία ελληνικά, αλλά το αδύνατο σημείο ήταν πως αγνοούσαν την ομιλούμενη ελληνική γλώσσα, τουλάχιστον τις διαλέκτους της Μακεδονίας. Ως προς αυτό, βρισκόμουν σε πιο ευνοϊκή θέση καθώς ομιλώ την αυθεντική μακεδονική διάλεκτο της περιοχής Ελίμειας, ανήκουσα στη Δυτική Μακεδονία, αφού από τη γέννηση ως τις αρχές της εφηβείας μεγάλωσα στον οικισμό Αιανή, παλαιότερα Κάλιανη, Κοζάνης χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και με τις συνήθειες και τη γλώσσα να κυλούν όπως, τουλάχιστον, στον Μεσαίωνα: όργωμα με βόδια, θέρισμα με δρεπάνι, ξεχώρισμα των καρπών στα αλώνια, χωματόδρομοι, δημόσιες κρήνες, απουσία ψυγείων, ραδιοφώνων και τηλεοράσεων. Οι χωριανοί έπαιρναν από τη γη και τα ζώα τούς πόρους διαβίωσης, ενώ τα μόνα αγαθά που προμηθεύονταν από έξω ήταν το αλάτι κι έπειτα το σαπούνι, τα τσιακμάκια (αναπτήρες) και τα τσιγαρόχαρτα στις νεότερες εποχές.
Η επίσκεψη στο παρελθόν κράτησε μήνες. Μελέτη εντύπων σε δημόσιες βιβλιοθήκες, κυρίως όμως καθημερινή πλοήγηση σε ελεύθερους ιστοχώρους ξένων χωρών, όπως το Internet Archive ή το Google Books -η Ελληνική Δημοκρατία δεν ενδιαφέρεται αρκετά για το παρελθόν της, όχι τουλάχιστον αναργύρως, καθώς κάθε είδους μνήμη απεμπολείται ως μη αναγκαία.
Ανάγνωση αναρίθμητων σελίδων χαρτιού, σημειώσεις με μελάνι, διαφύλλιση κι αποθήκευση μεγάλων ή μικρών ψηφιακών κειμένων, ταξινόμησή των. Αναδρομές σε εδάφια αδιευκρίνιστα ή ατελή, νέα διατύπωσή των και κάτι πιο επίμοχθο: απαιτητικές και δύσκολες διεργασίες του νου πλέοντας σε έναν ωκεανό αιώνων και περιπεπλεγμένος ανάμεσα σε πρόσκαιρες αποδοχές και τελική συμφωνία.
Αν υπάρχει, τελικά, τεκμηριωμένη.
πρώτη επαφή με το γλώσσημα
Ανοίγοντας για τη συγγραφή άλλου άρθρου στη Βιβλιοθήκη της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ τα εκεί ευρισκόμενα δύο λεξικά του Ησυχίου ανέγνωσα στην πιο πρόσφατη έκδοση του 2004 την φράση:
Λακεδάμα, ὕδωρ ἁλμυρὸν ἄλικι ἐπικεχυμένον,
ὅ πίνουσι οἱ τῶν Μακεδόνων ἀγροῖκοι.2
Αρκετά παράξενο το εδάφιο! Με την υποψία ότι ίσως αλλού σημειώνεται διαφορετικά άνοιξα αναστατική έκδοση παλαιότερου (1867) λεξικού:
Λακεδάμα, ὕδωρ ἁλμυρὸν ἁλσί πεποιημένον, ὅ πίνουσι οἱ τῶν Μακεδόνων ἀγροῖκοι.3
Γιατί δύο, εν μέρει διφορούμενες αποτυπώσεις, η μια ἄλικι ἐπικεχυμένον, ή έτερη ἁλσί πεποιημένον; Βέβαιο πάντως εξ αρχής πίστεψα πως το ὕδωρ ἁλμυρὸν σήμαινε νερό με ορυκτό αλάτι κι όχι αυθεντικό θαλασσινό που δεν πίνεται. Μετά, ότι η φράση οι των Μακεδόνων αγροίκοι εικόνιζε τραχείς πληθυσμούς ορεινών περιοχών, διότι πεδινοί και παραθαλάσσιοι είχαν τη δυνατότητα επαφής με άλλους, πιο εξελιγμένους σε λεκτικούς γλωσσικούς τύπους και ηπιότερους τρόπους συμπεριφοράς, όχι πάντοτε, βεβαίως, αγνότερους, που λείαιναν τον προφορικό τους λόγο. Συνεπώς, η λακεδάμα μάλλον δεν ξέφευγε από αυτόν τον κανόνα, τι όμως κρυβόταν πίσω της; Όπως ωραιότατα αποδίδει ο γλωσσολόγος Αντώνιος Θαβώρης:
[Η λακεδάμα] δεν μοιάζει με ελληνικές [λέξεις], επειδή, κατά τη γρήγορη προφορική καθημερινή ομιλία, με την επίδραση τοπικών φωνητικών νόμων, επισκοτίστηκε η ετυμολογική τους διαφάνεια.4
Αυτόματα ήρθε στο νου ο αρμόζμους, ο ζωμός της αρμιάς, σύνθεσης μικρών λαχάνων, νερού και λίγου αλατιού που η γιαγιά μου η Νάτσινα (σύζυγος του παππού μου Νάτσιου, όπως όπως έλεγαν οι χωρίτες τον Θανάση) τοποθετούσε μέσα Νοεμβρίου προς ταριχείαν στην κάδη, ξύλινο, μικρό βαρέλι, για 40 περίπου μέρες -η μάνα μου τα βάζει σήμερα σε πλαστικό δοχείο. Ύστερα, με τα φύλλα που είχαν υποστεί ζύμωση τύλιγε σφαίρες χοιρινού κιμά, σφάζαμε το γουρούνι μας παραμονές Χριστουγέννων, μαζί με ρύζι και τα έβαζε στο τσκάλι (τσουκάλι) και στο τζάκι για βράσιμο. Το φαγητό αυτό το λέγαμε γιαπράκια5 –(γ)αμπράκια στην Κάρπαθο,6 από την τουρκική λέξη yaprak 7που σημαίνει γενικώς φύλλο. Με την αρμιά έφτιαχνε και αρμόπτις (αρμόπιτες), συνήθεις και σε άλλα χωριά όπως η γειτονική Γκόμπλιτσα, σήμερα Κρόκος.8 Τον δε ταριχευμένο ζωμό τους, υπόξινο με έντονη οσμή, τον πίναμε όταν νιώθαμε ενοχλήσεις στο πεπτικό σύστημα. Με έλεγε η γιαγιά μου:
πχιε ψίτσα, είνι καλό για τ’ άντιρου (πιες λίγο, είναι καλό για το έντερο).
Μήπως το λάκε δεν είχε αποτυπωθεί ή αντιγραφεί σωστά και γεννήθηκε ύστερα από απαλοιφές φωνηέντων και συμφώνων και σήμαινε το λάχανο; Και το δάμα σχετιζόταν με την αρμιά; Δηλαδή αρμιά με λάχανα, όπως ο αρμόζμους;
μες τον λαβύρινθο των αιώνων
Άρχισε πολύμηνη αναζήτηση πηγών ιδιαίτερα σε δωρεάν ψηφιακές βιβλιοθήκες. Ζητήθηκε επίσης η επίσης δωρεάν αρωγή της τεχνητής νοημοσύνης ChatGPT, DeepSeek και Gemini. Ο κόσμος του Διαδικτύου αχανής κι όχι πάντα τεκμηριωμένος στις λεπτομέρειες, η τεχνητή νοημοσύνη βοηθητική ως προς γενικές απόψεις -ακόμη δεν έχει προχωρήσει αρκετά, όχι τουλάχιστον η ελεύθερης πρόσβασης. Αν προχωρήσει.
Ακουγόταν συνήθως στα πανεπιστημιακά τμήματα Ιστορίας ότι για συγγραφή κειμένων αφετηρία αποτελούσαν οι εγκυκλοπαίδειες. Η πιο διαδεδομένη ψηφιακή, η Βικιπαίδεια, και το ψηφιακό λεξικό Wiktionary θεωρεί την λακεδάμα
άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν ξένη λέξη που εξελληνίσθηκε. Ουσιαστικό ουδέτερο. το αλμυρό νερό που κατά τον Ησύχιο έπιναν οι Μακεδόνες αγρότες (έβαζαν αλάτι στο νερό). Συγγενικά ίσως το Λακεδαίμων.
Άγνωστη ή συγκοπτόμενη και παραλλαγμένη η λακεδάμα; Τι σχέση είχε με τη δωρική Σπάρτη; Από που εκπήγασε ο ανωτέρω άγνωστος συγγραφέας την ερμηνεία; Προφανές μάλλον δεν ήξερε τον αρμόζμουν, ούτε και οι διαχειριστές του ψηφιακού λεξικού. Όμως, το να προσθέτεις αλάτι στο νερό για να το πιες δεν αποτελούσε λογική εξήγηση. Οπότε έπρεπε να ευρεθεί το σωζόμενο χειρόγραφο ή χειρόγραφα του Ησύχιου. Σύμφωνα με την ίδια εγκυκλοπαίδεια το σωζόμενο είναι deeply corrupt (βαθιά φθαρμένο),9 όμως σε δημοσιευμένη σελίδα του10 φαίνεται μεν πυκνογραμμένο, αλλά με καθαρά γράμματα, ξεχωρίζει το κ από το χ. Μήπως ο αντιγραφέας είχε αντιγράψει λανθασμένα, όχι βλέποντας ο ίδιος το “πρωτότυπο”, αλλά ακούγοντάς το από συνάδελφό του να το διαβάζει, ώστε να εξοικονομείται χρόνος και να μειώνεται ο μόχθος; Αν μάλιστα το παλαιότερο προς αντιγραφήν χειρόγραφο ήταν διατυπωμένο με μεγαλογράμματη γραφή, υπήρχε περίπτωση το χ να προσληφθεί ως κ. Κι αν ήταν ταλαιπωρημένο, ακόμη πιο εύκολα. Εκ των υστέρων δε, συναντήσαμε μια καταφανή περίπτωση πρόσληψης του κ ως χ στο απόφθεγμα
πολλά μεταξύ πέλει κύλικος και χείλεος άκρου (πολλά συμβαίνουν μεταξύ του ποτηριού και της άκρης χειλών),11
αλλά σ’ αυτό ο χειρογράφος ήταν μάλλον ξενόφωνος ή δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα.
μεσαιωνικά λεξικά: 16ος – 18ος μ.Χ.
Αναζητήθηκε το σωζόμενο χειρόγραφο, αλλά επί ματαίω. Βρέθηκε όμως η πρώτη του έκδοση.
1514. Τυπώθηκε στη Βενετία με επόπτη (και αντιγραφέα;) τον Κρητικό λόγιο Μάρκο Μουσούρο. Στο λήμμα Λακεδάμα12 διαβάζουμε (Σχήμα 1):
Λακεδάμα, ὕδωρ ἁλμυρὸν ἁλσὶ πεποιημένον,
ὅ πίνουσιν οἱ τῶν μακεδόνων ἀγροῖκοι.
Το υ στο αλμυρόν φαίνεται σαν ν, επειδή το στοιχείο υ, όπως αποδεικνύεται σε επόμενες σελίδες του, είχε λειανθεί απο τη χρήση. Αναγνώστηκε όμως σωστά το χειρόγραφο; Αν ναι, γιατί η φράση ἁλσὶ πεποιημένον σε άλλη έκδοσή του γράφτηκε ἄλικι ἐπικεχυμένον; Λόγω φθοράς του πρωτοτύπου, δυσαναγνωσίας ή απροσεξίας; Έπρεπε να δω κι άλλες καταγραφές.
1668. Έκδοση στην Ολλανδία Γερμανών και Γάλλων λογίων διαφέρει ελάχιστα: το σ το γράφεται με C και το μακεδόνων με κεφαλαίο Μ. Πράγματι το σίγμα, όπως φαίνεται σε εικόνα τμήματος του σωζόμενου χειρογράφου, γράφεται πότε με ς και πότε με σ,13 αλλά κατά κύριον λόγον μόνο το μεσαίο ως σ. Επιπροσθέτως, το σ αναγράφεται ως κεφαλαίο λατινικό C με οριζόντια κεραία δεξιά, μάλλον επειδή ο επιμελητής του, ο Ολλανδός ιατρός Cornelis Schrevel, γνώριζε καλύτερα τα λατινικά παρά τα ελληνικά. Η γενική πληθυντικού “τῶν ” γράφεται με το τ κι επάνω του αναποδογυρισμένο το ω, ενώ κατά μιαν αποτύπωση γραμμάτων το “τῶν ” γράφεται με το αναποδογυρισμένο ω (Σχήμα 2)14 στα πόδια του κεφαλαίου Τ και το ν δίπλα στο ω.15 Διαφορές αποτυπωτικές.
1766. Σε νέο τόμο ο επιμελητής τ
ου Ολλανδός θεολόγος Johannes Alberti παραθέτει την άποψη (προφορική;) του πατριώτη του φιλολόγου Isaac Vossius πως στο χειρόγραφο η λέξη διαβάζεται Λακέδαλα, ερμηνευόμενη ως ορυκτό αλάτι, κι, επίσης, ότι η αντίστοιχη ἁλμηρὸν (του χειρογράφου;) είναι ορθογραφικά λανθασμένη, ἁλμυρὸν έπρεπε να γράφει.16 Η γενική πληθυντικού “τῶν ” γράφεται ως των με πρόσθεση ενός κεκλιμένου λατινικού S, που ίσως δηλώνει πρόσθεση σημείωσης (Σχήμα 3).
Λακεδάμα.] L. λακέδαλα, Sal fossile. IS. VOSS. Mox ἁλμηρόν, vitiose pro — μυρόν, Ed. Hag, (Λακεδάμα. Στο χειρόγραφο διαβάζεται λακέδαλα, ορυκτό αλάτι κατά τον [φιλόλογο] IS. Vossius. Έπειτα [η λέξη] ἁλμηρόν εσφαλμένη αντί για -μυρόν, Έκδοση Χάγης).
Δεν έχουμε, δυστυχώς στα χέρια μας την έκδοση της Χάγης, για να δούμε πώς προέκυψε ότι το αλάτι του γλωσσήματος ήταν ορυκτό κι όχι θαλάσσιο. Μάλλον από τη λέξη ἁλσί όπου δηλωνόταν η πρόσθεση ορυκτού αλατιού και η απουσία θαλασσινού νερού, κάτι λογικό καθώς το νερό ήταν αλμυρό επειδή προσέθεταν άλας κι επειδή η λακεδάμα πινόταν από ορεσίβιους Μακεδόνες.
Ωστόσο, το ζητούμενο είναι αν υπήρχαν ορυχεία αλατιού στη Μακεδονία όπως στην κεντρική Ευρώπη, διότι ως σήμερα δεν ευρέθησαν. Τοπωνύμιο ονόματι Αρμυρή στην περιοχή Θεσσαλονίκης όπου υπήρχε αλμυρά τις βρύσις,17 δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπιστεί. Και το λοφωνύμιο Αλατάρτσους στο Μελένικο της Ρωμυλίας18 μάλλον οφείλεται σε αλαταργιές, δηλαδή θέσεις όπου οι ποιμένες έριχναν αλάτι για να γεύονται τα ζωντανά.
λεξικά νεότερα: 19ος -20ός μ.Χ.
1861. Σε έκδοση του λεξικού του Ησυχίου ο –επίσης Γερμανός- κλασικός φιλόλογος Moritz Schmidt γράφει (Σχήμα 4):
Mihi vocabuli altera pars ἄλμη (ἅλμα) fuisse videtur, cf. σκοροδάλμη (σε μένα φαίνεται ότι το δεύτερο μέρος της λέξης ήταν ἄλμη (ἅλμα) [= αλμυρό νερό, άλμη], βλ. σκοροδάλμη. …Για αυτή τη λέξη, που συνδυάζεται με την λακεδάμα, και για την λέξη λακερόν βλέπε Κούρτιο Ι. Ι.).19
Εδώ ο Schmidt υποθέτει ότι η λακεδάμα συνδέεται με την Λακεδαίμονα, δηλαδή τη Σπάρτη χωρίς να εξηγεί τον λόγο, αλλά παραθέτοντας τον Κούρτιο, ο οποίος Κούρτιος συσχετίζει τις λέξεις λάκκος, Λακεδαίμων, λακεδάμα με το ρήμα σχίζω20 –τη λακεδάμα γιατί όμως;
Προχωρεί μετά o Schmidt σε λογική υπόθεση θεωρώντας το γλώσσημα σύνθετο με δεύτερο συνθετικό της την ἄλμη (ἅλμα στα δωρικά) έχοντας στο νου μια αντίστοιχη, την σκοροδάλμη.21
Όμως τι ακριβώς ήταν η τελευταία, ποτό ή έδεσμα; Ο Αθηναίος κωμωδιογράφος Κρατίνος δεν την οριοθετεί ακριβώς ως ανήκουσα στα υγρά ή τα στερεά σώματα αναφερόμενος
εἰς ἅλμην τε καὶ ὀξάλμην κατ’ ἐς σκοροδάλμην χλιαρὸν ἐμβάπτων (αφού σας βουτήξω σε χλιαρές άλμη και ξιδάτη άλμη και σε σκορδαλιά).22
Ούτε ο Λουκιανός στη φράση πολλὴν τὴν σκοροδάλμην ἐρυγγάνοντες (ρευόμενοι από την πολλή σκοροδάλμη)23 ούτε ο Αριστοφάνης στο στέργων σκοροδάλμῃ (να ζέχνει σκορδοστούμπι) την ερμηνεύουν ενδελεχώς.24 Σε λεξικό της Κοζάνης αναγράφεται το σκουρδάρι ως σκορδαλιά,25 κατά την κοινή νόρμα παχύρρευστο μείγμα, όχι υγρό. Στη Νάουσα παρόμοιο μείγμα το λεν ταρατόρι … δρουσιστικό φαγί… για ρούφημα μι του χουλιάρι… του ρουφάς,26 δεν το πίνεις. Στο λεξικό του Κριαρά παρατίθεται ως λήμμα, μάλιστα και με τα ιδιωματικά της Χίου σκορδολαμιά και σκοδρολαμιά, αλλά δεν ερμηνεύεται το υλικό του.27
Παρόμοιας σύνθεσης είναι και η σκοροδάλμη28 που φέρεται να κατανάλωναν οι τραχείς -όπως οι Μακεδόνες- Παφλαγόνες,29 μείγμα σκόρδου, αλατιού και νερού, παρόμοιο με το σκουρδάρ(ι), θερινό δροσιστικό ποτό των παππούδων μας, στο οποίο προσέθεταν και ξύδι, άλλως οξάλμη κατά μιαν άλλην αρχαία διατύπωση.30 Όμως στα χωριά μας το σκουρδάρι δηλώνει ποτό, μείγμα νερού, ξυδιού και στουμπισμένου σκόρδου, μάλλον το αλάτι δεν περίσσευε ή το ξύδι ήταν αρκετά δυνατό, ποτό που έπιναν το θέρος ως δροσιστικό –ταυτοχρόνως αναπλήρωνε τα αποβαλλόμενα μέσω του ιδρώτα άλατα.
1874. Παρακινηθείς από τον πατριώτη του Schmidt ο φιλόλογος August Fick, εμβάθυνε προτείνοντας ότι η διόρθωση του δεύτερου συνθετικού ἅλμα ήταν σωστή, παρόλο που διαπιστώνεται ότι δεν είχε δει το χειρόγραφο αφού γράφει ότι η κατάληξη της λέξης ήταν sicher corrupt (σίγουρα φθαρμένη). Ακόμη θεωρεί grobe tautologie (χονδροειδή ταυτολογία) την επεξήγηση “αλμυρό νερό παρασκευασμένο με αλάτι” οπότε στη θέση της λέξης ἁλσὶ προτείνει την ἄλικι, δοτική πτώση του αρσενικού ουσιαστικού ἄλιξ, ερμηνευόμενο ως ζεια, δίκοκκο σιτάρι. Δηλαδή αλμυρό νερό με σιτάρι. Τοποθετώντας ακολούθως στη θέση του λακεδ- την λέκιθο, χυλό αλεσμένων οσπρίων με λίπος κατέληγε ότι η λεκιθ-άλμη, ήταν αλμυρό νερό παρασκευασμένο με όσπρια, το οποίο ροφούσαν.31
Το ερώτημα εδώ είναι το εξής: ο Ησύχιος παραδίδει ότι τη λακεδάμα την έπιναν, δεν τη ροφούσαν, και κάτι βασικότερο: η ερμηνεία του ὕδωρ ἁλμυρὸν ἁλσὶ πεποιημένον δεν στερείται νοήματος, αφού δηλώνει αλμυρό νερό με προσθήκη αλατιού ορυκτού ή αλυκών κι όχι αυθεντικό της θάλασσας. Η αναγκαστική εκ του τόπου επιλογή δηλώνεται ξεκάθαρα από τον ιατρό Γαληνό σε σκεύασμα για την ίαση του ερυσιπέλατος:
Ὅταν ἀποροῦντες θαλάττης ἅλμην σκευάσαι βουληθῶμεν, ἐμβάλλομεν γὰρ τηνικαῦτα τῶν ἁλῶν τῷ ὕδατι32 (όταν δεν έχουμε θαλασσινό νερό και θέλουμε να φτιάξουμε άλμη, ρίχνουμε αλάτι στο [γλυκό] νερό).
Όπως αδρά ειπώθηκε, “το αλμυρό νερό φτιαγμένο με αλάτι” δεν είναι ταυτολογική ανοησία, αλλά δηλώνει την μείξη γλυκού νερού με ορυκτό αλάτι, πρακτική που επέζησε και φραστικά στη διάλεκτο των Τσακώνων στη λέξη αρμόλατσε (άλμη και αλάτι), όπως έλεγαν το μείγμα νερού, λαδιού κι αλατιού μέσα στο οποίο βουτούσαν ψωμί για να μαλακώσει ή να πάρει γεύση.33
Στο δε ιδίωμα του Μελενίκου συναντούμε το θηλυκό ουσιαστικό αλατάρμη34 που σημαίνει το αυτό. Ιδία περίπτωση φαίνεται και στα λατινικά όπου η μεν άλμευσις (τοποθέτηση υλικών σε αλατόνερο) ονομάζεται salsura και η άλμη muria:35 από τη μείξη τους προέρχεται η σημερινή ονομασία, βλαχικής λογικά επιρροής, σαλαμούρα ή σαραμούρα.
Μάλλον ο Fick επηρεάστηκε από έτερη καταγραφή του Ησυχίου, της εξής:
Χερνίβιον: τὸ ἀγνισθῆναι δι’ ὕδατος ἔχοντος κριθὰς καὶ ἅλας (Χερνιβείον, ο εξαγνισμός με πλύσιμο χεριών με νερό περιέχον κριθάρι και αλάτι.36
Αλλού το άνω αναφέρεται ως χερνιβείον37 (λεκάνη για νίψιμο χεριών). Προφανώς η παρούσα μείξη ανήκε σε έθιμο τελετουργικής κάθαρσης που επιζεί και σήμερα στο χωριό και την περιοχή μας34α χωρίς όμως άλας και νερό: όταν τελειώσει η κηδεία ανθρώπου, συγγενείς και φίλοι αποχωρώντας από την τελετή της ταφής πλένουν τα χέρια τους στην ενυπάρχουσα βρύση του κοιμητηρίου. Δεν έπιναν οι αρχαίοι το τελετουργικό αυτό νερό, ένιπταν απλώς τα χείρας των.
1906. Την ετυμολογική άποψη του Fick ενίσχυσε ο, επίσης Γερμανός,
φιλέλληνας γλωσσολόγος Otto Hoffmann,38 ο οποίος είχε ετυμολογήσει τις φαινομενικά ξενόφωνες αρχαίες μακεδονικές ονομασίες των μηνών του χρόνου από ελληνικές λέξεις.
Υπεράσπιζε την ελληνικότητα των Μακεδόνων με μελέτες και με ένα απλό σκεπτικό: αν οι Μακεδόνες δεν ήταν Έλληνες, γιατί να υιοθετήσουν γλώσσα κι ελληνικά ονόματα;
Ακόμη, ο Hoffmann επανέλαβε την άποψη του Schmidt πως η κατάληξη –άμα έπρεπε να αλλάξει με –άλμα. Στον ίδιο όμως βρίσκουμε και μια πρόσθεση, ότι το πρώτο συνθετικό λάκε εικάζεται από έτερον ομοτράπεζο, αλλά παλαιότερο, συμπατριώτη του, τον άνωθεν August Fick, ως προερχόμενο από την λέκιθο μέσα σε αλατόνερο (γερμανικά Lake), οπότε είχε πλαστεί ο νεολογισμός Graupenlake, κατά λέξιν πλιγούρι σε άλμη.39 Όμως η λακεδάμα πινόταν, δεν τρωγόταν, οπότε η τεκμηρίωση θεωρείται ημαρτημένη.
1912. Ο ιατρός Ιάκωβος Θωμόπουλος με κίνητρο την σκοροδάλμη των πρότερων ερευνητών έθεσε στην τράπεζα της έρευνας τη γλώσσα των Πελασγών, ερευνώντας ομοιότητες αρχαίας ελληνικής και αλβανικής. Ούτως, παρέθεσε μετά την λακεδάμα (ή λακεδ-άλμα; τα λήμματα λjάνκ “ζωμός” και την φράση λjακεν- άρμε “λάχανον ἁρμυρὸν”40 λαμβάνοντάς τες αυτούσιες από λεξικό του Αλβανού λογίου Κοσταντίν Χριστοφορίδη,41 χωρίς όμως να προσθέσει ότι η φράση λεγόταν από τους Γκέκηδες. Προφανώς δίστασε να επιλέξει αν το λάκε ή λάκεδ σχετιζόταν με το λάχανο ή τον ζωμό, οπότε ανέφερε αμφότερα ασχολίαστα, παρόλο που έκλινε περισσότερο στο αρμυρό λάχανο, αφού είχε λησμονήσει την παράθεση της λέξης ζωμός στο αλβανικό λεξικό των τελευταίων σελίδων. Ζωμό που οι Σουλιώτες πρόφεραν το 1821 και νωρίτερα ως λεγκ.42 ενώ οι οι Γκέκηδες λjενκ ή λjάνκ43 – l’enk κατά λεξικό του 1891.44
Η πρώτη πηγή του Θωμόπουλου, ο Χριστοφορίδης, ίσως μετέπλασε τον όρο l’aknarme των Γκέκηδων ευρίσκοντάς τον στο αλβανικό λεξικό του Γερμανού γλωσσολόγου Gustav Meyer που το ερμήνευε ως Krautkopf (κεφάλι λάχανου).45 Αλλά και στον τελευταίο ελλείπει ως λήμμα η λέξη arme, το ίδιο και στον Χριστοφορίδη όπως επίσης και σε αντίστοιχο ετυμολογικό του Ρώσου γλωσσολόγου Vladimir Orel46 επειδή προφανώς λεγόταν ιδιωματικά από αγρότες κτηνοτρόφους. Στο αυτό πλαίσιο ο Βρετανός γλωσσολόγος Stuart Mann περιμάζεψε την λέξη γράφοντάς την armé,47 δηλαδή τονίζοντας την τελευταία συλλαβή, υπόθεση που δηλώνει σχέση με την άλμη, ενώ παραφράζει κάπως την λjακεν- άρμε του Χριστοφορίδη αναφέροντάς την ως laknarmé.48
Σημερινό λεξικό της αλβανικής αναφέρει την arme με μια γκρίζα κεραία πάνω δεξιά από το e μεταφράζοντάς την ως ταριχευμένο λάχανο, ζωμό λαχάνου (επίσης και ξινόγαλο). Στο ίδιο εμπεριέχεται η ταυτόσημη lakër|arme’,49 όπου lakër το λάχανο -ο οπλαρχηγός Μάρκος Μπότσαρης είχε καταγράψει το λάχανο ως ληακερε.50
1930. O Πρώσος πανεπιστημιακός Albrecht von Blumenthal υποστήριξε ότι κανείς δεν είχε παρατηρήσει την κατ΄ αυτόν tautologischer Unsinn (ταυτολογική ανοησία) “αλμυρό νερό παρασκευασμένο με αλάτι”,51 λησμονώντας τον συμπατριώτη του Fick που το είχε αναφέρει 56 χρόνια νωρίτερα. Με βάση την ύπαρξη της σκοροδάλμης θεώρησε ότι η δοτική ALCI (sic) του Ησυχίου διαβάστηκε λάθος αντί για ΑΛΕΙ, λέξη που συσχέτισε με την αρχαία ινδική alús, λατινιστί allium, ερμηνευόμενη η τελευταία ως βολβώδες φυτό. Πέρασε έπειτα στα λατινικά ως alum (άγριο σκόρδο), οπότε το λακεδ- σημαίνει άγριο σκόρδο [και το -άμα άλμη], δηλαδή ζουμί άλμης άγριου σκόρδου.
Προφανώς ο Blumenthal χρησιμοποίησε μεγαλογράμματη γραφή στην πρότασή του για να τεκμηριώσει ημαρτημένη αντίστοιχη και το λάθος το ανήγε σε προγενέστερους αντιγραφείς, όχι μάλλον στον τελευταίο. Συμπέρανε δε την ύπαρξη της λέξης άλυς, η οποία θα σήμαινε το σκόρδο στα αρχαία ελληνικά ή τα μακεδονικά. Αφού όμως υπήρχε ήδη η σκοροδάλμη, γιατί να δημιουργηθεί νέα λέξη; Η σκοροδάλμη υπάρχει και σήμερα ως σκουρδάρι, όπως και η λακεδάμα ως ζωμός λαχανιδίων (αρμόζμους).
1939. Ο γλωσσολόγος Βασίλειος Φάβης θεώρησε ότι το λήμμα χρειαζόταν ριζική ανακτένιση, ώστε να αποδίδεται ως άλυκόν νάμα. ύδωρ αλμυρόν, αλσί πεποτισμένον, ο πίνουσιν οι των Μακεδόνων αγροίκοι και πως ερμηνεύεται ως πόσιμο νερό, που “αθροίζεται” αναμεμιγμένο με θαλάσσιο σε πετρώδεις κοιλότητες, το οποίο έπιναν οι εν τοις αγροίς ευρισκόμενοι ποιμένες όπως στη νήσο Σκύρο.52 ‘Ομως η λακεδάμα απέχει αρκετά από το άλυκόν νάμα και η Σκύρος δεν ανήκει στη Μακεδονία. Προσέτι, η νήσος διαθέτει και σήμερα γλυκό νερό,53 γιατί να πίνουν υφάλμυρο;
Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης μαρτυρεί ότι ένα είδος τιμωρίας στα συμπόσια των Αθηναίων, αν κάποιος δεν έβρισκε λεγόμενα αινίγματα, ήταν η πόση αλατόνερου ανακατεμένου στο ποτό τους54 κι ακόμη ότι άνδρας πιών τιν᾽ ἅλμην ἀπέθανεν παρὰ τὴν φύσιν γὰρ τὸ ποτὸν ἦν,55 (επειδή ήπιε κάτι αλμυρό πέθανε), διότι αυτό το ποτό ήταν έξω από τη φύση του. Ο ομηρικός Οδυσσέας εννοείται ότι δεν το προτίμησε, όταν βούλιαξε η σχεδία του:
ὀψὲ δὲ δή ῥ’ ἀνέδυ, στόματος δ’ ἐξέπτυσεν ἅλμην πικρήν, ἥ οἱ πολλὴ ἀπὸ κρατὸς κελάρυζεν56 (κάποτε επιτέλους ανέβηκε και έφτυσε από το στόμα την πικρή αλμύρα, που έτρεχε άφθονη κελαρύζοντας από το κεφάλι του).
Εις επίρρωσιν των λεγομένων το καλοκαίρι του 1942 Ιταλοί καραμπινιέροι έδεσαν άνδρα στη Φούρκα Κονίτσης και τον έδωσαν να πει αλατόνερο προς βασανισμόν.57 Κι επιπλέον, στο Βελβεντό όταν επισκέπτης ήταν πια δυσάνεκτος πασπάλιζαν την σκούπα της εξώπορτας με αλάτι για να ενοχληθεί από την αποτρεπτική του αλμύρα.58
1964/1966. Ο Γερμανός φιλόλογος Kurt Latte επανέλαβε εν μέρει την άποψη του συμπατριώτη του Fick ότι η φράση ἁλσί πεποιημένον έπρεπε να διορθωθεί σε ἄλικι πεποιημένον με μια διαφορά: Η ἁλσί πεποιημένον να γίνει ἄλικι επικεχυμένον59 (με χυμένο επάνω του χυλό ζειας) -την αυτή άποψη ενστερνίζονται οι συνεχιστές του Klaus Alpers και Ian Cunningham.
Όμως έτσι η λακεδάμα από καθαρό υγρό μετατρέπεται σε παχύρρευστο σκεύασμα, το οποίο ρουφά κανείς, δεν το πίνει. Σχετικά δε πρόσφατα η Αμερικανίδα γλωσσολόγος Eleanor Dickey αποδίδει στον Latte ορισμένα ημαρτημένα60 εξηγώντας ότι ίσως δημιουργήθηκαν επειδή είχε δει φωτογραφίες του χειρογράφου κι όχι το αυθεντικό.
Είναι φανερό ότι υπήρξε προσπάθεια των Γερμανών λογίων να στηρίξουν την ερμηνεία της λακεδάμας ως Graupenlake (αλατισμένος χυλός οσπρίων), σίγουρα όμως όχι ρυζιού, αν εννοούν το αρσενικό ουσιαστικό ἄλιξ (χόνδρος ρυζιού), διότι το ρύζι δεν ήταν γνωστό στη Μακεδονία πριν από την εκστρατεία του Αλεξάνδρου Γ΄ στην Ασία61 και, όταν άρχισε η εισαγωγή του, αποτέλεσε έδεσμα των πλουσίων αφού ερχόταν από τόσο μακριά.
2014. Άνθρωπος με το ψευδώνυμο Antonios σχολίασε σε γλωσσολογικό ιστολόγιο ότι:
η γνωστή αρχαία Μακεδονική lac doma του Ησύχιου στη Βλαχικη σήμερα είναι dzama di lapte62
εξηγώντας ότι dzama = ζουμί και lapte = γάλα, οπότε έχουμε το “τζάμα ντι λάπτε”, δηλαδή αλάτι, αρκετό τυρί, βούτυρο και ξερό ψωμί σε νερό που βράζει. Ο διαχειριστής του ιστολογίου απήντησε ότι συμφωνεί με τον ζωμό ως δεύτερο συνθετικό της λακεδάμας, αλλά το πρώτο συσχετίζει με το ρήμα λακέω =σπάω, κομματιάζω, οπότε λακεδάμα είναι ο ζωμός/δωμός που έγινε με κομμάτια τροφής (κρέας, κόκκαλα κλπ). Τη μετατροπή του ζ του ζωμού σε δ στήριξε παραθέτοντας τις αρχαίες ελληνικές λέξεις επιψηφίδδω αντί επιψηφίζω, ομμηρίδειν αντί ομηρίζειν και δυγός αντί ζυγός.63
Ωστόσο, η ερμηνεία του πρώτου δεν εξακριβώνει αν η λακεδάμα είναι ποτό ή φαγητό καθώς περιέχει και ψωμί μέσα –σε λεξικό των Βλάχων της ΝΔ Βαλκανικής το “τζάμα ντι λάπτε” απουσιάζει.64 Η ερμηνεία του επόμενο ότι η λακεδάμα ήταν ζωμός οστών και κρεάτων δεν εξηγεί την ύπαρξη αλατόνερου που πίνεται.
σλαβικές επιθυμίες
2020. Την σειρά διαδέχθηκαν Βαλκάνιοι, μάλλον όχι τόσο καλοί γνώστες της ελληνικής κι ενθέρμως προκατειλημμένοι. Σε δημοσίευση του Васил Чулев (Basil Chulev), κατά δήλωσίν του Researcher at Macedonian Academy of Sciences and Arts (ερευνητής της μακεδονικής ακαδημίας τεχνών κι επιστημών) των Σκοπίων, μεταφράστηκε στην αγγλική και σχολιάστηκε η γνώμη του Pisani για τη λακεδάμα,65 όπου όμως λησμονήθηκε η αναγραφή του τονισμού των λέξεων, τις οποίες σημειώνει σωστά ο Pisani, και λανθασμένα ορθογραφικώς: το ἀγροῖκοι λ.χ. μεταγράφτηκε αγροιχοι (sic).
Σχολιάζοντας ο Чулев την λακεδάμα, την διατύπωσε ως
“Luk-da-maka” – „Garlic-to-dip‟ in plain Macedonian (Λουκνταμάκα – σκόρδο για βούτηγμα στα απλά μακεδονικά).66
Δεν γνωρίζω την βουλγαρική για να τεκμηριώσω την πραγματική ύπαρξη της λέξης λουκνταμάκα, αλλά λακεδάμα και “λουκνταμάκα” φαίνονται να απέχουν φωνητικά παρασάγγες μεταξύ τους. Επίσης το ερώτημα είναι αν το αναφερόμενο σκόρδο το βουτούσαν μέσα σε κάποιο υγρό ή βουτούσαν κάτι άλλο μέσα σε σκόρδο;
Οι Τσάκωνες,όπως ήδη αναφέρθηκε, βουτούσαν ψωμί στο αρμόλατσε (αλάτι, λάδι και νερό), αλλά δεν το έπιναν, έτρωγαν απλώς το βρεγμένο ψωμί, όπως και το ταρατόρι της Νάουσας. Η αρμιουπάπαρα της περιοχής Γρεβενών,67 μάλλον του οικισμού Κυδωνιές, ήτοι παπάρα με αρμόζουμο, τρωγόταν, δεν πινόταν αφού περιείχε τριμμένο ψωμί. Στο χωριό μας, όπως και σε άλλα όπως στο αναφερόμενο Κυδωνιές,68 όμως το διαλυμένο σκόρδο σε ξύδι και νερό το λέμε σκουρδάρι και είναι ποτό, πίνεται. Ο Ησύχιος ομιλεί για ποτό που έπιναν, όχι για χυλό που ροφούσαν ή έδεσμα που έτρωγαν.
2021. Ίσως οι ετυμολογικές ακροβασίες του Чулев παρακίνησαν τον συμπατριώτη του γλωσσολόγο Илија Чашуле (Ilija Čašule) να ετυμολογήσει κι αυτός τη λακεδάμα καταδυόμενος βαθιά, αναφέροντας τη φρυγική λέξη λακεδόκεϋ.
Σε αγγλόφωνο κείμενό του στο περιοδικό Жива антика (Živa antika), ακαδημαϊκής προελεύσεως ψηφιακή έκδοση που εκδίδεται στα Σκόπια, θεώρησε ότι η αρχαία μακεδονική γλώσσα είναι φρυγικής (Brygian) προελεύσεως σε στενή επαφή με την ελληνική αγνοώντας ή παρακάμπτοντας πρότερες μελέτες για τον αρχαίο μακεδονικό κατάδεσμο της Πέλλας,69 όπου φωνήεντα τρέπονται σε άλλα ή και απαλείφονται, λ.χ. η Θεοτίμη αναφέρεται ως Θετίμα. Επίσης ο Чашуле δεν γνώριζε προφανώς την σημερινή μακεδονική χωριατική ούτε μάλλον έχει πιει μακεδονικό, αυθεντικά μακεδονικό, αρμόζμουν.
Ερμηνεύει, λοιπόν, την λακεδάμα ως:
bitter water made in the sea [poured out in salt flats] which the Macedonian peasants drink (πικρό νερό που παράγεται στη θάλασσα [εκχέεται σε αλυκές], το οποίο πίνουν οι Μακεδόνες χωρικοί).70
Όμως ο Ησύχιος δεν ομιλεί για πικρό θαλάσσιο νερό ούτε πως αυτό σχετίζεται με αλυκές. Έπειτα, συγχέεται το γερμανικό ουσιαστικό Lake (αλατόνερο τροφίμων) με τις αντίστοιχες ινδοευρωπαϊκές lake (λίμνη), με την ελληνική λάκκος και τα τοιαύτα, ενώ η λίμνη λέγεται στα γερμανικά See. Μετά, αναφέρεται ότι το λάκε ως πρώτο συνθετικό της λακεδάμας συναρτάται με το loka, ρήμα στο 3ο πρόσωπο ενικού, ερμηνευόμενο ως “αυτός πίνει μονορούφι”, φράση που στο κρατίδιό του εκφωνούν tој лока ракија (τόι λόκα ράκια), ενώ στη Βουλγαρία tой лочи ракия, δηλαδή το ίδιο ακριβώς. Σε λεξικό της πατρίδας του το ρήμα лока ερμηνεύεται ως
Пие вода (или зема течна храна) зафаќајќи ја со јазикот – Пие во голема мера, прекумерно (најчесто алкохол). Лока ракија (πίνει νερό ή παίρνει υγρή τροφή αρπάζοντάς την με τη γλώσσα – πίνει πολύ, υπερβολικά (συνήθως αλκοόλ). Τοπικό μπράντι).71
Επίσης, η λέξη ракија (ράκια), αναφέρεται σε οινοπνευματώδες εξ αποστάξεως ποτό,72 στη γνωστή ρακί, τσίπουρο δηλαδή, αραβικής προελεύσεως μέσω των Τούρκων. Και η λακεδάμα, ο σημερινός δηλαδή αρμόζμους, πινόταν λίγη και σιγά σιγά. Η φράση έζαψει έναν λάκου (έζαψε έναν λάκκο, δηλαδή ήπιε το νερό ενός λάκκου κι έπεσε κάτω), που καταγράφτηκε ότι ελήφθη από τη Δεσκάτη Γρεβενών, ερμηνευόμενη ως ήπιε πολύ, μέθυσε,73 δεν σχετίζεται με το αναφερόμενο лока, διότι στη γλώσσα των πατέρων του ο λάκκος λέγεται поток (πότοκ).74
Το δεύτερο, κατά τον Чашуле πάλι, συνθετικό δάμα ανάγεται στο σλαβικό dobar, που σημαίνει καλός. Οπότε καταλήγει ως εξής:
lak-e- ‘(salty?) water from pond (sea?)’, + -dam-a ‘suitable, preferred, ~good (λάκ-ε (αλμυρό) νερό λίμνης (θάλασσας;), + δάμ-α, καλό, ήγουν “νερό που πίνεις πολύ”.
Τέλος, ερμηνεύοντας την παλαιοφρυγική λέξη ΛΑΚΕΔΟΚΕΥ ως “προσφέρω (αλμυρό;) νερό”, την αντιστοιχεί με το νερό που πίνει κανείς πολύ.75
Ας δούμε όμως κι εμείς την αναφερόμενη φρυγική επιγραφή (Σχήμα 5):
ΥΟΣ ΕΣΑΙΤ : ΜΑΤΕΡΕΥ : ΕΒΕΤΕΚΣΕΤΕ;Υ : ΟΒΕΝΙΝ : ΟΝΟΜΑΝ : ΔΑΕΤ : ΛΑ / ΚΕΔΟΚΕΥ : ΒΕΝΑΒΤΟΥΜ : ΑΒΤΑΥ : ΜΑΤΕΡΕΥ76 (Whoever puts his own name in this Mother eveteksetẹ ?y, let him be took by the Mother-Goddess herself – όποιος βάλει το όνομά του σε αυτή τη Μητέρα-Θεά, ας τον πάρει η ίδια η Μητέρα-Θεά -η λέξη lakedo ερμηνεύεται ως παίρνω).77
Δηλαδή καμιά σχέση με πόση άφθονου αλατόνερου, κάτι που δεν φαίνεται λογικό για την ανθρώπινη ύπαρξη -την πόση αλατόνερου εφήρμοζαν οι αρχαίοι Έλληνες ως τιμωρία ως έχει ήδη ειπωθεί.
Επιπλέον, υπάρχει η παροιμία των Τσακώνων τύχη σι έκι αρμεζία (η τύχη της ήταν (πολύ) αλμυρή, κακή). Οι δε φράσεις στην τσακώνικη, πάλι, διάλεκτο: να καμπαΐσομε τα χκηνά τα θάσσα, να κίωι αρμύρα (να κατεβάσομε τα γίδια στη θάλασσα, να πιούνε θαλασσινό νερό),78 ή άλλως σ’ εκαμπαΐε τα θάσσα να σ’ αρνίσει (τα κατέβασε στη θάλασσα να τ’ αρμυρίσει) μπορεί να στηριχτεί μόνον αν τα ζώα επιθυμούσαν να γλείψουν αλάτι που ξέμενε σε βράχους από τα κύματα ή, στην περίπτωση που δεν υπήρχε, να πιούν ελάχιστο αλμυρό νερό -στις ορεινές. περιοχές οι βοσκοί έριχναν αλάτι σε πλάκες που είχαν στρώσει σε επίπεδο έδαφος ονομάζοντάς τες αλαταργιές. Ο ίδιος συγγραφέας μάς παρέχει και το ρήμα αρμυρίζου, που το εξηγεί “ποτίζω τα γίδια θάλασσα το καλοκαίρι, “για να συλλάβουν””, προφανώς δοξασία παρά πραγματικότητα.
Εξ άλλου, όπως ήδη ειπώθηκε στην αρχή, παλαιότερα δεν έριχναν πολύ άλας στην αρμιά, προφανώς επειδή και τα λάχανα κρατούσαν καιρό χωρίς να χαλάσουν αφού δεν ήξεραν από βιομηχανικά λιπάσματα και φυτοφάρμακα, κι έπειτα ο καιρός ήταν αρκετά κρύος τον χειμώνα και οι χώροι αποθήκευσης ήταν είτε ισόγειοι είτε ημιυπόγειοι και τα πέτρινα σπίτια κρατούσαν σταθερά χαμηλή θερμοκρασία τους μήνες διατήρησης των αγαθών.
2026. Λεξικό αρχαίας ελληνικής γλώσσας που μοιράζεται σήμερα στην Α΄ Γυμνασίου συνδέει τη λακεδάμα με την Λακεδαίμονα επαναλαμβάνοντας την ατεκμηρίωτη άποψη, του 1861, του Schmidt.
αρμιά κι αρμόζμους
Ας επιστρέψουμε τώρα στo φυσικό μας χώρο: έγινε λόγος στην αρχή για την αρμιά, το μείγμα λάχανου, αλατιού και νερού, και για τον αρμόζμουν, τον ζωμό του. Η αρμιά κατάγεται από την αρχαία λέξη ἅλμη που δηλώνει τη θάλασσα,79 αλλά και το αλάτι προς ταριχείαν (πάστωμα) ψαριών.80 Εδώ, όπως είδαμε και πρότερον, τα λεξικά καταγράφουν γενικά παραδεκτές λέξεις και με λειαντική προφορά, όχι πάντα όπως συναντώνται σε διάφορα ιδιώματα.
Ως λαχαναρμία εγγράφεται το 1641 σε έργο του Κρητός μοναχού Αγαπίου, ο οποίος τον τρόπο διατήρησης ονομάζει κομπόστα:
κ΄ τα κράμβια, ήγουν φυλάδες, κ΄ κραμπολάχανα κάμνουσιν εις το άγιον Όρος με τον άνωθεν τρόπον [βράσιμο και διατήρηση σε τσουκάλι με αλάτι] κ΄ βαστούσιν όλον τον χρόνον. Κάμνουσι κ΄ με άρμην μόνον τα άσπρα λάχανα, ήγουν φρύα. κ΄ τα λέγουσι λαχαναρμίαν, αμή είναι ψυχρά, περίσσα κ΄ άνοστα. δια τούτο δεν κάθομαι να πειράζωμαι ερμηνεύων άχρηστα πράγματα.81
Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον το εδάφιο, επειδή πρώτον δηλώνει την ύπαρξη της ταρίχευσης λαχάνων στη Μακεδονία, των οποίων η γεύση και οσμή ήταν πολύ βαριά κι ασυνήθιστη για έναν νότιο, και, δεύτερον επειδή συνδέεται άμεσα με το βαθύ παρελθόν. Πράγματι, τεκμηριώνεται από το έργο του ρήτορα Ιουλίου Πολυδεύκη η ύπαρξη της Θαcίαc ἅλμης (άλμης από τη Θάσο) και οι Θάcιαι ραφανῖδεc (λάχανα από τη Θάσο).82 Σε ανάλογο κείμενου του διαιτολόγου Αθήναιου του Ναυκρατίτη γίνεται αναφορά στην Θασίαν άλμη,83 μεταφορικά έστω ή περιπαικτικώς. Εδώ πρέπει να εξηγηθεί ότι ραφανίδαι ονόμαζαν τα λάχανα οι Αθηναίοι84 κι όσοι επαφίονταν μαζί τους, γι αυτό ο Ησύχιος καταγράφει το λήμμα κράμβη εξηγώντας το ως ράφανος, και έτερα λάχανα.85 Κατά τον Αθήναιο οι Δωριείς (ανάμεσά τους οι Μακεδόνες) τα έλεγαν κράμβαι.86
Συνεπώς, λάχανα στην άρμη διατηρούσαν εξ αρχαιοτάτων χρόνων στη Μακεδονία. Η ίδια λέξη αναφέρεται ως λαχαρμιά στον Ελαφότοπο Ιωαννίνων87 και στον Έβρο,88 λαχαρμνιά στην Καλαμπάκα.89 Αρμιά στο Βελβεντό,90 το Σκαλοχώρι Καστοριάς,91 τη Νάουσα,92 το Ρουμλούκι Ημαθίας,93 την Πιερία,94 τη Θεσσαλία,95 τη Μεσορώπη Παγγαίου.96 Αρμνιά στη Χρυσή Καστοριάς97 και το Μελένικο (σήμερα κώμη Βουλγαρίας).98 Αρμηά στο λεξικό του Σκαρλάτου Βυζαντίου,99 ἁρμία στις Σέρρες του 1642,100 ορθότερα πιο νωρίς.
Οι Τσάκωνες τον ονόμαζαν αρμυρία, εκ της άλμης γεύσις101 όπως μεταφράζεται από τον συγγραφέα που μας το παραδίδει.
Στον Γέρμα Καστοριάς η άλμη ονομάζεται αρμύρα και το ρήμα αρμυρίζω:
ταρμύρσις του κριάς (το έκανες αρμ. τ. κρέας;).102
Στην Κορυτσά της Αλβανίας, οι Τόσκηδες προφανώς, την ονομάζουν σήμερα Laker Arme (λάκερ άρμε),103 ήγουν λάχανα σε αλμύρα.
Ο ταριχευμένος δε ζωμός, ο καθ΄ ημάς -και σε χωριά των Σερρών επίσης104– αρμόζμους, ο οποίος πίνεται, ονομάζεται στο Βόιο αρμόσμους, διατηρημένος σε αρμουκάδια,105 αρμόζ΄μους στο Σκαλοχώρι106 και τη Χρυσή Καστοριάς,107 αρμόσμους στην πόλη της Καστοριάς.108 Αρμόζουμου (ουδέτερο) στη Νάουσα.109 Στην Κομοτηνή απόγονοι προσφύγων από την Ανατολική Θράκη και Ρωμυλία τον ονομάζουν ου αρμόζμους, αρμοζμος ή αρμοζουμος, του τουρσουζούμ ή αρμουζούμ΄ (του),110 αρμοζούμι στο Παγγαίο111 και το Μελένικο.112 Armózmu (αρμόζμου), ουδέτερο, στους Βλάχους των ΝΔ Βαλκανίων.113
Σύμφωνα με σύγχρονες μαρτυρίες τον αρμόζμουν έπιναν κι ως αντίδοτο της μέθης,114 πανάρχαια πρακτική.115 Προσθέτοντας κόκκινο πιπέρι λειτουργούσε ως θερμαντικό ποτό,116 ήταν κρύοι οι χειμώνες στη Μακεδονία, ιδιαίτερα στα ορεινά. Ακόμη, ως δροσιστικό έγχυμα, καλό αρρουστκό σε περιπτώσεις πυρετών, προφανώς για την αψιά του γεύση,117 ή και ως κάτι διαφορετικό, σαν σημερινό μεταλλικό νερό.118
Καμιά πρώτη ύλη δεν απέρριπταν οι κοινωνίες προγενέστερων εποχών, οι άνθρωποι επαφίονταν στενά με τα αγαθά της γης κι εκάστη πράξη και κάθε λέξη τους εναρμονίζονταν τέλεια με τις εποχές.
Η άποψη ότι η λακεδάμα ήταν είδος αλμυρού καθαρκτικού (sic) υγρού119 πρέπει περαιτέρω να διευρυνθεί.
Αμφότεροι οι όροι αρμιά κι αρμόζμους συναντώνται και σε αφήγηση άνδρα από το Βογατσικό της Καστοριάς:
τρώμι ν’ αρμιά μι χοιρινό κριάς σ’ν κατσαρόλα κι πίνουμι αρμόζμου120 (τρώμε τα ταριχευμένα λάχανα με χοιρινό κρέας στην κατσαρόλα και πίνουμε την άλμη τους).
Όσο για την αρμόπτα, δηλαδή την πίτα με αρμιά, δεν βρέθηκαν ταυτόσημες λέξεις και οι λαχανόπιτες άλλων περιοχών δεν σχετίζονται μ΄ αυτήν, διότι περιείχαν μη ταριχευμένα φύλλα λαχάνων ή άλλου είδους χόρτα, όπως λ.χ. η αχανόπιτε στο ιδίωμα των Τσακώνων.121 Σε λεξικά πάντως της Ελληνικής Γλώσσας όπως του Σκαρλάτου Βυζαντίου122 και του Στεφάνου Κουμανούδη οι λαχανόπιτες απουσιάζουν. Στα αλβανικά η λέξη l’akrnar123 σημαίνει γενικώς την λαχανόπιτα, όχι την δική μας αρμόπτα.
Εὐτελοῦς βρώματος τῆς κράμβης (φτηνό φαγητό το λάχανο) κατά τον Αθήναιο,124 κλασικό δηλαδή φαγητό των πενήτων από την αρχαία εποχή, όπως και η αρμιά, και σαν ποτό ο αρμόζμους. Γι αυτό πλάστηκαν και οι παροιμίες στην περιοχή του Βοΐου: αρμιά: 1. Άρκατα, μπίρκατα, χοντροκέφαλος κοιμάται μέσα125 (Άρκατα, μπίρκατα, χοντροκέφαλος κοιμάται μέσα). / 2. Μια τούρκ΄σα μαχραμσμέν΄.126 (Μια Τούρκισσα μαχραμισμένη), όπου mahram oι εξ αίματος ή γάμου συγγενείς της. Η πρώτη παροιμία με το χοντροκέφαλος δηλώνει ολόκληρο το λάχανο (σ.σ. αν κατέγραφε σωστά την προφορά έπρεπε να πει “χουντρουκέφαλους κοιμάτι μέσα”). Η δεύτερη αντιστοιχεί σε Τουρκάλα που κυκλοφορεί έξω με συνοδό, ίσως άσπρη στο πρόσωπο λόγω της διαμονής της στο σπίτι χωρίς πολλές επαφές με ξένους, κι εννοείται με περισσότερες από μία μαντίλες στην κεφαλή, πιθανόν άσπρες κι αυτές όπως οι αντίστοιχες που φορούσαν οι άνθρωποι της υπαίθρου για αντίκρουση του ήλιου.
Ως Τούρκσσα εννοεί την ελληνόφωνη μουσουλμάνα, στο Βόιο αυτούς τους έλεγαν Βαλαάδις, μετανάστευσαν στην Τουρκία την δεκαετία του 1920. Ακόμη στον ίδιο τόπο είχε δημιουργηθεί το αίνιγμα
λάχανο: Ένα κριάρ΄ μι σαράντα τουμάρια127 (ένα κριάρι με σαράντα δέρματα).
όπου ως τομάρια δηλώνονται τα φύλλα του λάχανου:
Οι βουλγαρόφωνοι της περιοχής Καστοριάς την άλμη την έλεγαν, κατά μιαν αδιασταύρωτη μαρτυρία που μάλλον είναι επηρεασμένη από το λεξιλόγιο των Βλάχων, (σαρμούρα), σαλαμούρα ή σαλμούρα,128 αλλά οι λέξεις προφανώς σημαίνουν γενικώς την άλμη, όχι των λαχάνων, καθώς και οι Βλάχοι των ΝΔ Βαλκανίων την αποκαλούν armíră, saramură “saumure”, συνώνυμο ο yar (γάρος μάλλον)129 Αρχαία ελληνική λέξη ο γάρος, που σήμαινε έμβαμμα άλατος και ιχθύων περισσότερο παρά λαχανικών. Γάρους στο χωριό μας καλείται μόνον η άλμη του τυριού. Ως σαλαμούρα αναφέρεται και σε τσιγγάνικο λεξικό, ενώ το πάστωμα αναγράφεται ως λονννταριπέ, όπου λον το αλάτι.130
Στη βουλγαρική ο αρμόζμους καλείται Зелев сок (ζέλεφ σοκ -λαχανοχυμός). Στην δε περιοχή των Σκοπίων η αρμιά λέγεται расол (ρασόλ) κι ο αρμόζμους расолница (ρασολνίτσα).131 Μητέρα Αλβανίδα από μικρό χωριό των Τιράνων που ρώτησα, με είπε ότι το σύνολο λαχάνων, νερού, αλατιού προς ταριχείαν ονομάζεται λάκερ ερέιχμεν,132 φράση που δεν τεκμηριώθηκε εκ μέρους μου.
Στα βλάχικα ο ζωμός λαχάνων συναντάται ως zeama di curechi και στα ρουμάνικα zeama de varza ή πιο λαϊκά moare.133 Προφανώς η λέξη moare πηγάζει από την λατινική muria που σημαίνει την άλμη. Μοάρε και σαλαμούρα αναφέρεται στα βλάχικα της Λάιστας Ζαγορίου η άλμη.134 Ο ζωμός όμως λέγεται λατινιστί ius.135
Η ίδια αναφερόμενη μητέρα Αλβανίδα είπε ότι τον αρμόζμουν τον λεν χιρ (hirrë),123α αλλά χίρρε στο λεξικό του Χριστοφορίδη ονομάζεται το ξινόγαλο,136 μάλλον δεν κατάλαβε το ζητούμενο επειδή δεν ομιλεί καλά τα ελληνικά. Lenk πάντως αναφέρεται το ζουμί, όχι ακριβώς λαχάνων, σε λεξικό του Βρετανού William Leake το 1814.124α Leng rasoi (λενγκ ρασόι -λάχανο τουρσί) ονομάζεται ο αρμόζμους στα επίσημα μάλλον αλβανικά137
Στη γλώσσα των χριστιανών της Τσάλκας Γεωργίας ο αρμόζμους λέγεται τουρσου σουί,138 όπως ακριβώς στα επίσημα τουρκικά, turşu suyu (νερό τουρσιού) –τουρσί, λέξη δάνειο από το περσικό torshi (τορσί –ξινό).139 Τουρσία, τα, στην Άνω Αμισό του Πόντου όσα διατηρούνται μες σε άλμη ή ξύδι,140 ίδιο και σε έτερο λεξικό στης ποντιακής διαλέκτου.141
από την κράμβη στο λάχανο
Επιστημονικώς το λάχανο λέγεται κράμβη η λαχανώδης ή Brassica oleracea var. capitata του Σουηδού βοτανολόγου Κάρολου Λινναίου που μετέφρασε στη λατινική ως brassica142 την ονομασία κράμβη ήμερος του αρχαίου ιατρού Διοσκουρίδη που συμπλήρωνε:
ο δε χυλός αυτής ωμός μετ’ ίριδος και νίτρου καταπινόμενος κοιλίαν μαλάττει143 (ο χυμός της [κράμβης] καταπινόμενος ωμός με ίριδα και νίτρο μαλακώνει την κοιλιά).
Οι χωρικοί της Δυτικής Μακεδονίας, Άνω Μακεδονίας στην αρχαιότητα, δεν γνώριζαν την ονομασία του Λινναίου ούτε τα γραπτά του Διοσκουρίδη, αλλά ήξεραν καλά την κράμβη,144 το σημερινό λάχανο, κράμβα κατά τον Επίχαρμο (ναὶ μὰ τὰν κράμβαν),145 αν και, λογικά, θα την πρόφεραν διαφορετικά, ίσως κάρμπα ή γκάρμπα. Σήμερα την κράμβη τη λέμε στο χωριό γκαρμπουλάχανου διατηρώντας στο πρώτο συνθετικό (αλλά και στο δεύτερο) τις αρχαίες λέξεις, όπως επίσης στη Νάουσα.146 Κραμπουλάχανου στη Σάμο,147 καμπρολάχανο (κουνουπίδι) στη Λευκάδα,148 καρδουλάχανου στα Ορμύλια Χαλκιδικής.149 Σε σύγχρονο λεξικό150 συναντάται μεν το λάχανο σαν καρμπολάχανο, αντιστοιχίζεται όμως με άλλο φυτό, μάλλον με το άγριο σπανάκι, σύμφυρση που υπήρχε ήδη από την αρχαία εποχή, καθώς άλλοι έλεγαν το λάχανο ράφανον κι άλλοι όπως οι Δωριείς, κράμβη.151
Κράμβη το λάχανο από τον 7ο αιώνα π.Χ,152 κράμβη πάλι μία χιλιετία αργότερα,153 κράμβη και κοράμβλη στο λεξικό του Σουίδα, αλλά μάλλον η δεύτερη είναι εξομαλυντικό δημιούργημα του συγγραφέα. Κράμβια και κραμπολάχανα, όπως ήδη ειπώθηκε, κραμβίν, κραμβία, τρυγοκράμβιν (τρυφερό λάχανο) και ξυλοκράμβιν154 (σκληρό αντίστοιχο), ενώ κραμβόγαρον και οξύκραμβον σε έργα του κληρικού Νεοφύτου Δούκα.155 Τέλος, τον 19ο αιώνα ευρίσκεται στον πληθυντικό ως κραμβία σε ποίημα ιατρού της Κοζάνης,156 χωρίς όμως να αντιστοιχεί στην τοπική ονομασία, απλώς περιπαιχτικά και για να ομοιοκαταληκτεί. Ως κραμπί επιβίωσε στην Κεφαλλονιά,157 την Κύπρο και κραμβί στο ελληνικό ιδίωμα (grico ή γκρεκάνικα) της Κάτω Ιταλίας158 – crámbia (κράμπια) στον πληθυντικό κατά μιαν άλλη, παλαιότερη άποψη, της ιδίας διαλέκτου.159 Μάπα σήμερα στη Μεσσηνία.160 Φρύο στην Κάρπαθο,161 και την Κρήτη από το φρύγιον λάχανον κατά μια άποψη,162 επειδή τα της Φρυγίας ήταν νοστιμότερα.
Κουτσάνου σε βλάχικο λεξικό το λάχανο,163 Κουτσιάνου στους Βλάχους του Λιβαδίου Πιερίας,164 τζουρούχου στους αντίστοιχους της Λάιστας Ζαγορίου.165 Ληακερε στα αρβανίτικα του Σουλίου, lakër (λάκερ) στα σύγχρονα αλβανικά. Σσαχ στα τσιγγάνικα.166
Εδώ πρέπει να ειπωθεί ότι η λέξη λάκενα –λάχανα που αναγράφεται σε αλβανικό ετυμολογικό λεξικό167 δεν ισχύει, διότι ο συγγραφέας ανέγνωσε λανθασμένα τον στίχο ελληνικού δημοτικού τραγουδιού σκόρδα, πράσα, λάκευα168 -το λάκευα δεν είναι ουσιαστικό, αλλά ρήμα στο τρίτο πρόσωπο παρατατικού και σημαίνει “άνοιγα λάκκο” να φυτέψω169 σκόρδα και πράσα”.
Οι βουλγαρόφωνοι χωρίτες της Καστοριάς τα λάχανα τα πρόφεραν ζέλιε,170 ίδιο με την παλαιοσλαβική εκφορά зєлиє,171 – η λέξη gραμπ των ιδίων, κατά μια ανεπιβεβαίωτη καταγραφή, δήλωνε το κράμβος =νόσος των σταφυλών συρικνωμένων.172 Στην περιοχή Σκοπίων ονομάζεται зелка (ζέλκα).173
Στη βουλγαρική зеле (ζέλε), στα τσέχικα zelí (ζέλι), στα σλοβενικά zelje. Στα σερβικά купус (κούπους;).
Οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Τσάλκας Γεωργίας το έλεγαν καπούστα όπως στα επίσημα ρωσικά капуста.174 Στα Γερμανικά Kraut.175
Σύμφωνοι με την ελληνική λέξη οι Πομάκοι το ονομάζουν λάχνα,176 lahana οι Τούρκοι σήμερα, γλωσσικό δάνειο εκ των ελληνικών, κι επίσης kelem όπως μαρτυρείται το 1529 κι εντεύθεν για την περιοχή Κοζάνης σε οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα,των οποίων οι γραφείς ακολουθούσαν είτε την –επίσης δανεική– περσική λέξη kab´ij (κάμπιτζ)177 για το λάχανο είτε την αρχαία ελληνική αντίστοιχα. Στα κατάστιχα αυτά δύο μόνον οικισμοί της αναφερόμενης περιοχής Κοζάνης καλλιεργούσαν πολλά λάχανα, η Γριάτσιάνη, διαλυμένος σήμερα ανατολικά του Βελβεντού και τα Κρανίδγια, χωριό δυτικά των Σερβίων.178
Λάχανα έλεγαν τα φαγώσιμα αγριόχορτα στο Σκαλοχώρι Καστοριάς179 και τον Δρυμό Λαγκαδά, ενώ οι ίδιοι μερικά από τα υπόλοιπα ζαρζαβατικά.180 Η γιαγιά μου τα υπόλοιπα κηπευτικά τα έλεγε ζαρζαβάτχια (οθωμανική λέξη περσικής κι αυτή καταγωγής181).
γλωσσική οικονομία
Εξ αρχής αντιστοιχίστηκε η λακεδάμα με τον αρμόζμουν, αλλά φάνταζε δυσπέλαστη η ετυμολογία της. Ο Ησύχιος, όντας αστός, αν την είχε ακούσει από αυθεντικό Μακεδόνα, θα ρώτησε μερικές φορές τον πληροφορητή να την επαναλάβει διότι η προφορά των χωριατών δεν ήταν εύκολα κατανοητή πριν εισβάλει το ραδιόφωνο, ειδικά η τηλεόραση, στην ύπαιθρο και την εξαττικίσει. Ένα σύγχρονο παράδειγμα: τα τοπωνύμια της περιοχής μας που οι παππούδες μας τα πρόφεραν Ζάμπουρντα και Πιρπόργια τα εκφωνούν και γράφουν αρκετοί έπακμοι χωρίτες σήμερα Ζάβορδα και Περπόρια ομαλοποιώντας τα. Έτεροι λίγο μακρύτερα, το βουνό που ξέραμε μικροί ως Μπνάσια το ονομάζουν και το γράφουν σήμερα Βουνάσα ή Βουνάσια.182
Ως γνήσιος ομιλητής της μακεδονικής χωριατικής υπέθεσα ότι οι αγροίκοι πρόγονοί μου θα εκφωνούσαν προς χάριν εκφωνητικής συντομίας τη λέξη λακεδάμα του Ησύχιου ως λαχδάμα ή λαγδάμα ή και λαγκδάμα με πιο βαριά προφορά απαλείφοντας σύμφωνα και φωνήεντα, όπως επί παραδείγματι στη λέξη λαχαρμιά (λαχα(να)ρμιά -άλμη λαχάνων) διαφόρων περιοχών της χώρας. Την πραγματική εκφώνηση παρήλλαξε είτε ο πρώτος καταγραφεύς, προφανώς ο Μακεδόνας Αμερίας ή ο Ησύχιος είτε οι αντιγραφείς του χειρογράφου για να διαβάζεται (κι ακούγεται) ευπρεπώς. Και να υπήρχε στη λέξη λακεδάμα το ε, οι ηλικιωμένοι σήμερα Δυτικομακεδόνες θα το μετέτρεπαν σε ι, όπως λ.χ. το ρήμα “έγινε” το προφέρουν γίγκιν. Πιο αναμενόμενο, θα το απάλειφαν εντελώς και θα μετέτρεπαν το κ σε χ ή σε γ ή σε γκ όπως το σιχαίνομαι που γίνεται ασκαίνουμι, το κουτάβι χτάβι. τα συγχαρίκια (συγχαρητήρια) σκαρίκια. Στη Σίλλη Μικράς Ασίας το καπάκι λέγεται χαπάχ και η οκά οχά.183 Κι ακόμη πιο ευφωνικό, τη χελώνα την προφέρουμε γκαχιλώνα, έχουμε δηλαδή με πρόθεση του ηχηρού γκα μπροστά από το χ. Άλλη μετατροπή του κ σε χ έχουμε και στο τοπικό επίρρημα υποκάτω: το λέμε ουπχάτ.
Αυτή η τρομερή απαλοιφή φωνηέντων και συμφώνων συνηθιζόταν σε ιδιώματα της Μακεδονίας, π.χ. τη φράση “την μάζεψες” τη λέμε στο χωριό ν έμασις και πιο συνεπτυγμένα, το “φυλαχτείτε εσείς”, το λέμε φλάξας. Στο γειτονικό Βελβεντό τα Χριστούγεννα τα έλεγαν του Ρκστου (του Χριστού), ενώ ο Χριστόδουλος λεγόταν Κρστόδουλους,184 ενώ στη Σαμοθράκη Ξτόδουλους και η Χρυσή Ξη, ο δε Χρυσόστομος Ξόστουμους.185
Στη Σίλλη Μικράς Ασίας ο Χαράλαμπος λεγόταν Χαbός.186 Στη Χαλκιδική ο Χριστός λεγόταν Κστος. Το επίθετο χριστουγεννιάτικα προφέρονταν στο Βογατσικό της Καστοριάς χ΄σιάτ΄κα.187 Όπως ομοίως έπρατταν και οι αρχαίοι Μακεδόνες που τον όγδοο μήνα του ημερολογίου τους τον έλεγαν Λώιο, ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες Ομολώιο.188 Κατά τη σημερινή προφορά, οι αρχαίοι χωρικοί τον Λώιο θα τον πρόφεραν Λόιου.
Γλωσσολόγοι προσπαθούν να βρουν σταθερούς φωνητικούς νόμους, όμως δεν είναι εύκολο καθώς κάθε μικρή κοινωνία έχει τη δικιά της λαλιά που πρέπει να τη γνωρίζει κανείς άριστα, αν όχι την αντίστοιχη κάθε ατόμου που την απαρτίζει. Λ.χ. το ρήμα άφησες άλλοι το λεν άφκις κι άλλοι άφσις. Το ε συνήθως αλλάζει σε ι, λ.χ. εγώ σε ιγώ, αλλά το επίρρημα επάνω εκφωνείται πότε ουπάν πότε απάν.
Η έκφραση “μάζεψέ τα” λέγεται μάστα με μετατροπή του ζ σε σ και απαλοιφή όχι μόνον των ε αλλά και το ψ, αλλά προφέρετε και σμάστα με πρόσθεση μπροστά του σ. Το σμάστα έχει και την έννοια του καθαρίζω, οπότε ετυμολογείται από το ομόσημο αρχαίο ρήμα σμάω-σμω.
Η γιαγιά μου έλεγε την μελιτζάνα πιτλιτζιάνα, προφανώς από την τουρκική, δηλαδή περσικής προελεύσεως, λέξη patlıcan, και το καλοριφέρ καλουθέρι, μάλλον παρετυμολογώντας το από το καλό θέρος, η δε μάνα μου, επηρεασμένη από την τηλεόραση, τις προφέρει σήμερα μιλιτζιάνα και καλουριφέρι. Πώς τα εκφωνούν όλοι οι χωριανοί αγνοώ και είναι μάλλον ανθρωπίνως αδύνατον να έχω την κατάθεσή τους. Τον δε υπερσυντέλικο “είχα πάει” το λέγαμε μικροί είχι πααίνου μετατρέποντας το α σε ι.
Συνεπώς, η διατύπωση κανόνων σε κάτι ζωντανό όπως η γλώσσα μερικώς χωλαίνει. Όποιος έχει πιει αρμόζμουν ή, τουλάχιστον, έχει ακούσει ότι υπάρχει, είναι σε πλεονεκτικότερη θέση από τον γλωσσολόγο που κινείται με κανόνες γραφείου, φλογιζόμενος ενίοτε από συνειδητή στράτευση ή ασυνείδητες επιρροές avec une obstination qui prend bien des fois la forme d’une idée fixe (με μια πεισματικότητα που παίρνει πολλές φορές τη μορφή έμμονης ιδέας) όπως γράφει ο μελετητής Ιωάννης Καλλέρης.189 Κανόνες που δεν ισχύουν παντού.
λαχανάδας άλμη
Εφ’ όσον η λακεδάμα σχετίστηκε ως ποτό με τον αρμόζμουν, το λακ παρέπεμπε στο λάχανο, άρα είναι σύνθετη. Για την αρμιά επέλεγαν μικρά σε όγκο λάχανα, πόμικρα (μικρά) στην ντοπιολαλιά της Νάουσας,190 αφού τα μεγάλα και έπιαναν χώρο στην κάδη και τα εξωτερικά τους φύλλα τα έδιναν ως έδεσμα στα οικόσιτα γουρούνια -σε άλλα μέρη μ΄ αυτά ψήνανε …[νερωμένο καλαμποκίσιο αλεύρι] με φύλλα καμπρολάχανου για να μη γεμίζει στάχτες, το έλεγαν κραμπουκούκι, γνωστό ως μπομπότα.191
Στην Κάρπαθο, φρύο έλεγαν το κλειστόν και λευκόν λάχανο με το οποίο έφτιαχναν (γ)αμπράκια.192 Πώς έλεγαν τα μικρά λάχανα οι αρχαίοι; Το δε δάμα, τι ακριβώς σήμαινε; Προσέτι, ποια είναι η ετυμολογία της λακεδάμας, παραλλαγμένη ελληνική, ιδιαίτερη μακεδονική, λέξη μικρής περιοχής, ενός οικισμού ή επαγγελματικής λ.χ. ομάδας ατόμων; Μήπως ήταν πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προελεύσεως ή, παλαιότερη, πελασγιακής αντίστοιχης;
Προβλέπονταν βαθιές οι ετυμολογικές καταδύσεις.
Ανοίγοντας βιβλία και ψηφιακές σελίδες διαπιστώθηκε ότι είτε ο Ησύχιος είτε οι ανά τους αιώνες αντιγραφείς του λεξικού του φορές κατέγραφαν ανακριβώς μερικές λέξεις για λόγους που κυμαίνονται από επιτόπια δυσκολία κατανόησης της προφοράς έως τον κάματο της αντιγραφής. Και περισσότερο όλων, ως προς τις μακεδονικές λέξεις, τα ιδιώματα της περιοχής με παράδειγμα την αναγραφή της λέξης μαχητής που ερμηνεύεται στο λεξικό του Ησύχιου ως στρατηγός. Μάλλον εξεικονίζει τον συγχωριανό μας Μαχάτα ή Μαχατά, αδερφό της Φίλας, γυναίκας του Φιλίππου Β΄193 κι όχι τον ομηρικό Τυδέα,194 διότι ο Τυδεύς είχε βασιλική καταγωγή, οπότε θα ονομαζόταν άναξ, ηγεμών ή βασιλεύς, όχι μαχητής.
Η αρχαία λέξη για το λάχανο είναι λάχανον, ενώ όλα τα κηπευτικά παραδίδονται ως λαχανώδη195 από τον Αριστοτέλη. Ως άγρια λαχανίδια ερμηνεύει ο Ησύχιος τα κιχώρια (ραδίκια;).196 Αναφέρεται και το υποκοριστικό του λαχάνου, αρχαϊστί κράμβης (Σχήμα 6):
… κραμβίδιον ἑφθόν, χάριεν, ἀστεῖον πάνυ” (μικρό λάχανο βραστό, χαριτωμένο, πολύ νόστιμο)197
Δεν λείπουν στην αρχαία ελληνική τα υποκοριστικά σε -ίδιον. Στον Αριστοφάνη αναφέρονται τα κυνίδια (σκυλάκια),198 ενώ ο ίδιος ομιλεί για το γραΐδιον199 (γριούλα) από την αντίστοιχη λέξη γραῦς. Αχανιούλι ονομάζεται το μικρό λάχανο και αχανίδα μια ποικιλία του.200 Προφανώς και τα λαχανώδη201 αποκαλούνταν από τους ορεσίβιους “λαχανάδα”, όπως η λέξη αρνάδα στην τσακωνική διάλεκτο δήλωνε το ενός έτους θηλυκό αρνί.202 Σουγλιμάδα, με αλάτι και δυόσμο,203 ονομάζουμε στην πρώην επαρχία Κοζάνης και τα Γρεβενά κομμάτια κρέατος περασμένα στη σούβλα (ὀβελός στην αρχαία ελληνική). Ως σουφλημάδα με ερμηνεία το το ψήσιμο σε τουφεκόβεργα κομμάτια κρέατος μαρτυρείται στον οικισμό Παλαιόκαστρο Φθιώτιδας.204
Στον Ησύχιο οι ομόσημες λέξεις μάχλης και μάχλος για τον άνδρα, μαχλίς και μαχλάδα για τη γυναίκα205 σήμαιναν ασελγείς ανθρώπους. Αφού η μαχλίς λεγόταν, μάλλον πιο επιτιμητικά, μαχλάδα, τότε και το λαχάνιον που αναφέρεται στον Διογένη Λαέρτιο206 θα αποκαλούνταν κατόπιν υποτιμήσεώς του ως φαγητό των πτωχών “λαχανάδα”. Όντως, το λάχανο θεωρούνταν ευτελούς αξίας έδεσμα, γνώμη που έφθασε ως σήμερα με την παροιμία “σπουδαία τα λάχανα” ή στις παλαιότερες: λάχανα: Σαν τα λάχανα στου τσ΄κάλ΄207 (σαν τα λάχανα στο τσουκάλι) για τα ακατάστατα πράγματα και πιο επίψογα παντρεύουν τα λάχανα, και παίρνουν τη Μουλόχα,208 μάλλον με ορθότερη προφορά παντρέβν τα λάχανα κι παίρν τ μουλόχα (παντρεύουν τα λάχανα κι ως σύζυγο παίρνουν τις μολόχες), προφανώς έκφραση που σημαίνει ότι το ευτελές λάχανο παίρνει ως σύζυγο την λιγότερης αξίας μολόχα. Συνεπώς η των “λαχανιδίων άλμη” μετετράπη με συγκοπές, μετατροπές και δωρισμούς σε λαχδάμα, λέξη πολύ βαριά που ο Ησύχιος λείανε σε λακεδάμα.
Εδώ παρεισφρύει η εξής υπόθεση: παραγνωρίζοντας όσα ειπώθηκαν για την τροπή του κ σε χ στις μακεδονικές κι άλλες διαλέκτους και μην λαμβάνοντας υπ΄ όψιν πως λίγα είναι γνωστά για τις νότιες διαλέκτους της ιλλυρικής,209, αν δεχτούμε πως το πρώτο συνθετικό προφερόταν όντως λάκε, ίσως εντοπίζουμε γλωσσική επιρροή της μακεδονικής διαλέκτου από σύνοικα της Δυτικής Μακεδονίας ιλλυρικά φύλλα, άρα οι εκφωνητές του διαβιούσαν στα βορειοανατολικά ορεινά της Δυτικής Μακεδονίας, περίπου σήμερα όπου τα Γρεβενά, το Βόιο και η Καστοριά.
Το δεύτερο συνθετικό -άμα έρχεται από το άλμη με απαλοιφή του λ και δωρική μετατροπή του η σε α. Εννοείται πως τα λάχανα με τα οποία κατασκευάζονταν η αρμιά και η λακεδάμα ή αρμόζμους καλλιεργούνταν σε ποτιστικά εδάφη, καθώς το φυτό θέλει πότισμα για να ευδοκιμεί.
Ωστόσο, μένει ακόμα πιο σκοτεινή για το γράφοντα η σκέψη ότι η λακεδάμα τόσο ως λάχανο όσο κι ως ζωμός ανήκει εκφωνητικά σε προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα. Οπότε ας εξεταστεί αδρά.
λαχανοζωμός
Κατά τα ειρημένα, το πρώτο συνθετικό της λακεδάμας είναι το λαχανίδιον ή η λαχανάδα, το δε δεύτερο η άλμη. Μήπως όμως το γλώσσημα είναι αρχαιότερο στο δεύτερο συνθετικό του;
Μετατροπές του δ σε ζ συναντούμε στην διάλεκτο της Σίλλης Μικράς Ασίας όπου τη δουλειά την έλεγαν ζουλειά, το δόντι ζόντζι, το Άι-Δημητριού Άι-Ζημητρού, τη λέξη αδαρά ζαριά.210 Αντιθέτως, στην αρχαία εποχή οι Μακεδόνες πρόφεραν το ζ ως δ, π.χ. τις Βάχκες του Διονύσου επειδή έκλωζαν (σφύριζαν ή έκρωζαν), τις έλεγαν Κλώδωνες211 –ίσως οι αγροίκοι με τη σημερινή προφορά “Κλώδουνις”. Οι δε Λάκωνες (Δωριείς) τον ζωμό τον έλεγαν δωμό, δηλαδή μετέτρεπαν το δέλτα σε ζήτα όπως μαρτυρείται σε κείμενο του Αθηναίου ποιητή Επίλυκου (Σχήμα 7):
ποττὰν κοπίδ’, οἰῶ, σώμαι·
ἐν Ἀμύκλαισιν παρ’ Ἀπέλλω
βαράκες πολλοὶ κἄρτοι
καὶ δωμός τοι μάλα ἁδύς
(στη γιορτή των Κοπίδων, νομίζω, θα πάω·
εκεί στις Αμύκλες, δίπλα στον Απόλλωνα,
έχει πολλά ψωμιά και κούλουρα
και ζωμό που είναι πολύ γλυκός)212
Ενδιαφέρει εδώ η ανώμαλη κλίση του θεού Δία, ο οποίος στην ονομαστική καλείται Ζεύς και στην κλητική Ζεῦ, ενώ στις υπόλοιπες όχι.213 Η απώτερη πηγή του είναι το αρχαίο ινδικό Dyāus,194β οπότε μια απλή σκέψη είναι ότι το δ μετετράπη σε ζ. Με τη σειρά τους οι Μακεδόνες μετέτρεπαν το ο σε α: άδδαι έλεγαν τους ρυμούς,214 δηλαδή τις οδούς -προφανώς θα τους πρόφεραν αδδάς όπως φαίνεται στο παρακάτω γλώσσημα (Σχήμα 8) -σήμερα στο χωριό μας το επίρρημα ολόγυρα το προφέρουν αλόυρα.
ἄδδαι· ῥυμοί, ὑπὸ Μακεδόνων. Hesych. et Phavor. Immo legendum est ῥῦμαι, ut intelligantur plateae. v. Not. 9 (άδδαι: ρυμοί κατά τους Μακεδόνες. Σύμφωνα με τον Ησύχιο και τον Φαβωρίνο. μάλλον πρέπει να διαβαστεί ῥῦμαι , ώστε να εννοούνται οι πλατείς δρόμοι, βλ. σημείωση 9)
Παρόμοια μετατροπή του φωνήματος ο έχει επιβιώσει στο αρσενικό ουσιαστικό ζάπουρας, όπως λέμε σήμερα στο χωριό την μεγάλη ζέστη:
ω, ρα, ζάπουραν που έχει σήμιρα (ω, ρε, πολύ μεγάλη ζέστη που έχει σήμερα).
Εδώ το ουδέτερο ουσιαστικό ζώπυρον (αναμμένο κάρβουνο) αλλάζει γένος στο αρσενικό και γίνεται ζάπουρας για να δείξει μέγεθος –το ρήμα ζωπυρώ ερμηνεύεται ως παράγω φλόγα. Σ΄ αυτόν τον ιδιωματισμό έχουμε αλλαγή φθόγγων αλλά και γενών, κάτι σύνηθες όπως ο κάδος που γίνεται κάδη, θηλυκό στο χωριό μας και στα Κουπατσιουρουχώργια των Γρεβενών215 –οι Σαρακατσάνοι τον θεωρούν ουδέτερο, το κάδι,216 το ίδιο και οι Ναουσαίοι, μόνο που το τονίζουν στην λήγουσα, το καδί.217
Παρομοίως ο δωμός προφερόταν δάμα. Οι Βλάχοι το ζουμί το λεν τζάμα218 – dzama, zeamă οι Ρουμάνοι.219
Λαχανοζωμός, λοιπόν, χωριατιστί η λακεδάμα. Σήμερα αρμόζμους (ζωμός άλμης).
επίλογος
Η παράξενη, λοιπόν, λέξη λακεδάμα και η ερμηνεία της από τον Ησύχιο ως ὕδωρ ἁλμυρὸν ἁλσὶ πεποιημένον, ὅ πίνουσι οἱ τῶν Μακεδόνων ἀγροῖκοι, αποδίδεται ως εξής με τις αναφερόμενες απαλοιφές: λαχανιδίων (ή λαχανάδας) άλμη ή λαχανιδίων ζωμός. Ερμηνευόμενον ως αλμυρό νερό, που προήλθε από την ταριχεία λάχανου με αλάτι, το οποίο πίνουν οι χωριάτες Μακεδόνες.
Η αιτία που λησμονήθηκε η λέξη στο πέρασμα των αιώνων δεν είναι θέμα της παρούσας εργασίας. Επέζησε όμως κάπως διαφορετικά, ως αρμόζμους.
Κλείνοντας, αισθάνομαι υπόχρεως σε όλους τους συγγραφείς που αναφέρονται, ζώντες και τεθνεώτες, ασχέτως αν οι απόψεις διαφέρουν. Χωρίς αυτούς θα ήταν αδύνατον να γραφεί αυτή η εργασία.
βιβλιογραφία
To σήμα # κι ο αριθμός που ακολουθεί σημαίνουν τον αριθμό της σελίδας του pdf, όχι του εντύπου
βιογραφικά συγγραφέων
Αγάπιος Λάνδος, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Albrecht von Blumenthal, Wikipedia, the free encyclopedia
Αμερίας ο Μακεδών, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
August Fick, Wikipedia, the free encyclopedia
Basil Chulev– Васил Чулев – Βασίλ Τσούλεφ, ResearchGate
Βασίλειος Φάβης, Academic Dictionaries and Encyclopedias
Cornelis Schrevel, Wikipedia, the free encyclopedia
Eleanor Dickey, Wikipedia, the free encyclopedia
Friedrich Sylburg, Wikipedia, the free encyclopedia
Gustav Meyer, Wikipedia, the free encyclopedia
Ηρόδοτος, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ησύχιος, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Hesychius of Alexandria, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Илија Чашуле –Ιλίγια Τσάσουλε
Isaac Vossius, Wikipedia, the free encyclopedia
Ιούλιος Πολυδεύκης, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Johannes Alberti, Wikipedia, the free encyclopedia
Klaus Alpers, Wikipedia, the free encyclopedia
Κοσταντίν Χριστοφορίδης, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κρατίνος ο Αθηναίος, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Kurt Latte, Wikipedia, the free encyclopedia
Μάρκος Μουσούρος, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Moritz Schmidt, Wikipedia, the free encyclopedia
Otto Hoffmann, Wikipedia, the free encyclopedia
Σκαρλάτος Βυζάντιος, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Stuart Mann, Persons of Indian Studies by Prof. Dr. Klaus Karttunen
Vittore Pisani, Wikipedia, the free encyclopedia
Vladimir Orel, Wikidata, the free knowledge base
ιστότοποι, περιοδικά κ.α.
Α. Η, μετανάστρια από Γεωργία, συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη Μάρτιος 2026
eridaskitchen, Instagram
Google Books, ο πιο εύχρηστο ευρετήριο βιβλίων με πλήρες κείμενο παγκοσμίως
Internet Archive, a non-profit library of millions of free texts, movies, software, music, websites, and more
Καλλιανιώτη Ζωή, συνέντευξη στην Αιανή Απρίλη 2026
Kuzhina Korcare, Ruaj Traditen, Blogspot
Μητέρα Αλβανίδα, συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη, 7/2/2026
My Lefkada, Μπομπότα: το ψωμί των φτωχών, 28 Οκτωβρίου 2019
Wiktionary, Το ελεύθερο λεξικό
Živa Antika Жива Антика Antiquité Vivante, An Open-Access Academic Journal in Classics
λέξεις
ἄλιξ, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
γάρος, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
γραΐδιον, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
γραῦς, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
Deipnosophistae, Wikipedia, the free encyclopedia
δωμός, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
Ζευς, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
ζώπυρον, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
ζωπυρώ, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
καμπρολάχανο, Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος
καρδουλάχανου, Λεξικό του Ορμυλιώτικου Γλωσσικού Ιδιώματος
Κράμβη, η, Εικονικό Μουσείο Κυπριακών Τροφίμων και Διατροφής
lahana, Tureng, the multilingual dictionary
lakër, Wiktionary, the free dictionary
λακίς, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
Λάχανο, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
λάχανον, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
λέκιθος, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
Лока, Официјален дигитален речник на македонскиот јазик
mahram, Wikipedia, the free encyclopedia
Μάπα, Λεξικό λαϊκών και ιδιωματικών λέξεων της Νοτιοδυτικής Ορεινής Μεσσηνίας
Поток, Официјален дигитален речник на македонскиот јазик
Ракија, Официјален дигитален речник на македонскиот јазик
σαλαμούρα, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
turşu suyu, Tureng, the multilingual dictionary
yaprak, Tureng, the multilingual dictionary
Zerzevat, GÜNCEL TÜRKÇE SÖZLÜK
λεξικά
Aldo Manuzio (ed.), Ησυχίου Λεξικόν Hesychii Dictionarium, Venetiis in Aedibus Aldi & Andreae Soceri mense Augusto. M.D.XIIII (Βενετία 1514)
Αλεξίου Ιωάννης, Λεξικό της ρομανί γλώσσας (ελληνορομανό), χ.χ.
Αποστόλου Στέργιος, Λεξικό του γλωσσικού ιδιώματος της Νάουσας (με στοιχεία φωνητικής και μορφολογίας), Νάουσα 2007
Ατακτίδης Στυλιανός, Λεξιλόγιο ιδιωματικής γλώσσας του Κατή-κιοΐ (Άνω Αμισού) Πόντου, Θεσσαλονίκη 1987
Bartolomeu Obrador Cursach, Lexicon of the Phrygian Inscriptions, Universitat de Barcelona 2018
Ciro Giannelli & André Vaillant, Un Lexique Macédonien du XVie siècle, Institut d’Études Slaves del’Université de Paris 1958
Γιοχάλας Τίτος (επιμ.), Το ελληνο-αλβανικόν Λεξικόν του Μάρκου Μπότσαρη, (φιλολογική έκδοσις εκ του αυτόγραφου), Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1980
Δέφνερ Μιχαήλ, Λεξικόν της τσακωνικής διαλέκτου, Εστία, Εν Αθήναις 1923
Δημητράκος Δ., Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, τ. Ζ , Δομή, Αθήναι χ.χ.
Δούγα -Παπαδοπούλου Ευανθία, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, λεξιλόγιο -παραγωγικό, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 2006
Ελληνοβλάχικο Λεξικό, Βλάχοι.net
Farsi Dictionary, English to Farsi
Frideric Sylburg (ed.), Ετυμολογικόν το Μέγα, ήγουν η Μεγάλη Γραμματική, apud Io. Aug, Gottl. Weigei, Lipsiae MDCCCXVI (1816)
Gustav Meyer, Etymologisches wörterbuch der albanesischen sprache, Karl J. Trunkn, Strassburg 1891
Ησύχιος, Λεξικόν: Αιλίου Διογενειάνου Περιεργοπένητες, Γεωργιάδης, Αθήναι 1975, Αναστατική έκδοση του Mauricius Schmidt (ed), Hesychii Alexandrini lexicon, Αιλίου Διογενειακού περιεργοπένητες, editionem minorem, Sumtibus Hermannii Dufftii, Jenae MDCCCLXVII (1867)
Ἡσύχιος γραμματικὸς Ἀλεξανδρεύς, Γλῶσσαι A-Ω, Ελληνικό λεξικό 5ος αιώνας μ.Χ.
Ησύχιος, λεξικόν, Συναγωγή πασών λέξεων κατά στοιχείον, τ. 3, Ζ-Λ, Κάκτος, Αθήνα 2004
Johannes Alberti (ed.), Ησυχίου Λεξικόν, Hēsychiou Lexikon, tomus II, Apud Samuelem Luchtmans, et filium, Academiae typographis, Lugduni Batacorum MDCCLXVI (Leiden 1766)
Θεοχαρίδης Πέτρος, ελληνοπομάκικο λεξικό, Ουρούμτσκου -Πομαχτσκου λεκσικό, Αίγειρος, Θεσσαλονίκη 1996
Klaus Alpers – Ian C. Cunningham (ed.), Hesychii Alexandrini Lexicon, Volumen II: Iota-Omicron, Copenhagen 1966
Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, Εκ των Καταστημάτων Ανδρέου Κορομηλά , εν Αθήναις 1883
Κουρτίδης Κώστας (διαχειριστής), έζαψει έναν λάκου ήπιε πολύ, μέθυσε 27/2/2012
Κριαράς Εμμανουήλ, Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100 – 1669, τ. Κ΄ σιρόκος -σταματώ, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2016
Κωστάκης Θανάσης, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, τ. Α΄, Α-Ι, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1986
Leake William, Researches in Greece, J. Booth, London 1814
Leonard Newmark, Albanian – English Dictionary, South East European Studies Resource Center 2005
Mandeson, Σύγχρονο Ελληνορωσικό λεξικό, Διαγόρας, Αθήνα χ.χ.
Μarcus Alexander Templar, Hellenic Migrations and Katadesmos: A Paradigm of Macedonian Speech, UNIVERSITY OF CHICAGO – NINTH BIENNIAL CONFERENCE ON GREEK LINGUISTICS, October 30, 2009
Mauricius Schmidt, Hσύχιος, Hesychii Alexandrini lexicon, editio altera indice glossarum ethnicarum aucta, Sumptibus Hermanni Dufftii, Ιenae MDCCCLXVII (1867)
Mauricius Schmidt, Ησύχιος, Hesychii Alexandrini lexicon, volumen tertium Λ-Ρ, Ιenae MDCCCLXI (1861)
Mauricius Schmidt (ed), Hesychii Alexandrini lexicon, Αιλίου Διογενειακού περιεργοπένητες, editionem minorem, Sumtibus Hermannii Dufftii, Jenae MDCCCLXVII (1867)
Μιχαηλίδου -Νουάρου Μιχαήλ, Λεξικόν της καρπαθιακής διαλέκτου, καρπαθιακά μνημεία, Αθήναι 1972
Νικολαΐδης Κωνσταντίνος, Ετυμολογικόν λεξικόν της κουτσοβλαχικής γλώσσης, Εν Αθήναις, Π. Δ. Σακελλαρίου 1909
Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2005
Р. М. Цейтлин, Р. Вечерки и Э. Благовой, Старославянский словарь (по рукописям X-XI веков), [Παλαιοσλαβικό Λεξικό (βάσει χειρογράφων του 10ου-11ου αιώνα)] «Русский язык», Москва 1994
Παυλίδης Παναγιώτης, Ελληνοβλάχικο λεξικό του βλάχικου ιδιώματος της Λάιστας Ζαγορίου Ιωαννίνων, ΕΟΣ Λάιστας 2017
Rohles Gerhard, Lexicon Graecanicum Italiae Inferioris: Etymologisches Wörterbuch der unteritalienischen Gräzität, 2., erweiterte und neubearbeitere Auflage, MAx Niemeyer Verlag, Tuebingen 1964
Σκαρλάτος Βυζάντιος, Λεξικόν αρχαίας ελληνικής γλώσσης και καθαρευούσης, τ. Α΄, Α-Μ, Βιβλιοεκδοτική, Αθήναι 1964
Σπίντιος Ζαχαρίας, ΔΑΡΝΑΚΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ χ.χ.
Στεφόπουλος Ανδρέας, “Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς”, Μακεδονικά τ. 18 (1978) 241-288, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1978
Stuart Mann, An historical Albanian – English Dictionary, Longmans, New York 1948
Tache Papajagi, Dictionarul-dialectului-aroman, deuxieme edition, Editura academiei republicii socialiste Romania, Bucuresti 1974
Τσοπουρίδης Θωμάς, Λεξικό ποντιακής διαλέκτου (23.000 λέξεις) : από τη νεοελληνική στην ποντιακή διάλεκτο. Λεξιλόγιο κρητικής διαλέκτου, έκδοση β΄, Εκδόσεις Τσοπουρίδου, Θεσσαλονίκη 2001
Vladimir Orel, Albanian Etymological Dictionary, Brill, Leiden – Boston – Koeln 1998
Χαντζιάρας Δημήτριος, Το θεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα, Γλωσσάρι – Λεξικό, Αθήνα 1985
Χριστοφορίδης Κωνσταντίνος, Λεξικόν της Αλβανικής γλώσσης, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, Εν Αθήναις 1904
Ζαφειρίου Μενεκράτης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου, φωνητική -μορφολογία -τοπωνυμικά …, Αθήνα 1995
ξενόγλωσσοι τίτλοι έργων
A. Fick, Zum makedonischen dialecte, Ferd. Dümmler’s Verlagsbuchhandlung, Berlin 1874
Albrecht von Blumenthal, Hesychstudien: untersuchungen zur vorgeschichte der griechischen sprache nebst lexikographischen beiträgen, W. Kohlhammer verlag, Stuttgart 1930
Arnold Passow, Τραγούδια ρωμαίικα = Popularia carmina Graeciae recentioris, In Aedibus B. G. Teubneri, Lipsiae MDCCCLX (1860)
Athenaeus of Naucratis, Deipnosophistae Δειπνοσοφισταί Book 9 (9), Scaife Viewer
Bartomeu Obrador Cursach, Lexicon of the Phrygian Inscriptions, Universitat de Barcelona 2018
Basil Chulev, ‘The linguistic position of Macedonian’ by Vittore Pisani (eng), Skopje 2021
Bora Bilgin (ed.), Phrygian Monuments, Areyastis Phrygian Inscriptions 2025
Carolus Gottlob Kühn (ed.), Κλαυδίου Γαληνού, Άπαντα, Clavdii Galeni opera omnia, tomus XI, Lipsiae 1826
Cornelius Schrevelius (ed.), Hēsychiou Lexicon cum variis doctorum virorum …notis vel editis antehac vel ineditis, Junii, Scaligeri, Salmasii, Palmerii, … , Ex Officina HACKIANA, LUGD. BATAV. ET ROTEROD (Leiden & Rotterdam) 1668
Curtius Sprengel (ed.), Pedanii Dioscoridis anazerbei De materia medica libri quinque : ad fidem cadicum manuscriptorum libri qinque, tomus primus, Crolus Godblob Kuen, Lipsiae 1829
Christine Ploschenz, Sauerkrautsaft: Das Wundermittel für den Darm, 26/08/2025
D. C. Hesseling et H. Pernot (ed.), Poemes prodromiques en grec vulgaire, J. Muller, Amsterdam 1910
David Monro – Thomas Allen (ed.), Homeri Opera τόμοι I-II. 1920, e typographeo Clarendoniano, Oxonii 1920
David Speranzi, Il copista del Lessico di Esichio (Marc. gr. 622), ACCADEMIA NAZIONALE DEI LINCEI – 2014
Eleanor Dickey, Review of K. Latte and I. C. Cunningham (edd.), Hesychii Alexandrini Lexicon. Volumen I: Α-Δ, U.K. 04/06/2018 20:47
Ericus Bethe, Pollucis Onomasticon : e codicibus ab ipso collatis denuo edidit et adnotavit, lib VI-X, B. G. Teubneri, Lipsiae MCMXXXI (1931)
eridaskitchen, Laker turshi & leng rasoi, Instagram
Georg Curtius, Grundzüge der griechischen etymologie, ester theil, B. G. Teubner, Leipzig 1858
Ilija Čašule, “The Etymology and Correlation of the Ancient Macedonian Gloss ‘lakedama’ and Phrygian ‘lakedokey’”, Živa Antika, Жива Антика, Antiquité Vivante, ΓΟΔ. 71, ΤΟΜ 1-2, CTP. 247, CΚΟΠJΕ 2021
I. L. Heiberg (ed.), Paulus Aegineta, Pars prior . Libri I-IV, Lipsiae et Berolini MCMCCI (1921)
Immanuel Bekker (ed.), Aristoteles Graece, Academia Regia Borussica, volumen alterum, apud Georgium Reimerum, Berolini 1831
Jean Kalleris, Les anciens Macédoniens. Étude linguistique et historique, tome 1, Institut français d’Athènes, 1954
L. Iunii Moderati Colmellae, De re rustica libri XII, Eiusdem De arboribus liber separatus ab alijs, Reoberti Stefani, Parisiis M.D. XLIII (1543)
Lacus Curtius, Pliny the Elder’s Natural History — Book 20, Liber XX, xxxiv 84
Mallory Fitzpatrick, Disticha Catonis: Greek Antiquity and Latin Learning, Digital Palaeography 5/12/2023
Μarcus Alexander Templar, Hellenic Migrations and Katadesmos: A Paradigm of Macedonian Speech, UNIVERSITY OF CHICAGO – NINTH BIENNIAL CONFERENCE ON GREEK LINGUISTICS, October 30, 2009
Morosi Giuseppe, Studi sui dialetti greci della terra d’Otranto preceduto da una raccolta di canti leggende proverbi e indovinelli nei dialetti medesimi, Tip. Editrice Salentina, Lecce 1870
Otto Hoffmann, Die Makedonen, ihre Sprache und ihr Volkstum, Vandenhoeck und Ruprecht, Göttingen 1906
Пијте сок од расолница: За старите ова беше врвен и многу вкусен лек за неколку болести (Πιείτε χυμό από άλμη. Για τους παλιούς αυτό ήταν ένα κορυφαίο και πολύ νόστιμο φάρμακο για μερικές ασθένειες), 17/11/2024 14:42
Thedorus Kock (ed.), Comicorum atticorum fragmenta, v. 1, In Aedibus B. G. Teubneri, Lipsiae MDCCCLXXX (1880)
Wilhelm Sturz (ed.), De dialecto macedonica et alexandrina liber, apud Io. Aug. Glo. Weigel, Lipsiae MDCCCVIII (1808)
Vittore Pisani, “La posizione linguistica del macedone”, Revue Internationale des Études Balkaniques, tome 1 (5), Beograd 1937, pp. 8-32
Zeama de varza: Beneficii, proprietati si moduri de consum [Χυμός λάχανου: Οφέλη, ιδιότητες και τρόποι κατανάλωσης] Data publicării 30/08/2024
نحوه درست کردن شور یا ترشی تخمیری (پروبیوتیک) – صفر تا صد تمام نکات [Τρόπος παρασκευής τουρσιού ή ζυμωμένων λαχανικών (προβιοτικών) – από το μηδέν έως το εκατό, όλα τα μυστικά / όλες οι λεπτομέρειες], YouTube
ελληνόγλωσσοι τίτλοι έργων
Αγάπιος μοναχός (Λάνδος Αθανάσιος), Βιβλίον καλούμενον Γεωπονικόν, [Εν τη Τυπογραφία του ποτέ Δημητρίου Θεοδοσίου, Ενετίησιν 1796;], ΡΠΒ
Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον α΄, Βικιθήκη
Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις)/δ, Βικιθήκη
Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον θ΄, Βικιθήκη
Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον ι΄, Βικιθήκη
Αθήναιος, Δειπνοσοφιστές (Σύνοψις), Βιβλίον ιγ΄, Βικιθήκη
Ανδριώτης Νικόλαος, Το γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1989
Antonios (σχολιαστής), H δήθεν αυτοχθονία των Βλάχων, November 3, 2014 at 8:55 am και 2:29 pm
Αραβαντινός Παναγιώτης, Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον, Π. Α. Πετράκος, εν Αθήναις 1909
Αριστοφάνης, “Ειρήνη” – Κωμωδία του Αριστοφάνη (Πρωτότυπο κείμενο) 2013, Ανοικτή Βιβλιοθήκη
Αριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι (285-310), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αριστοφάνης, Ἱππῆς (195-241), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Αριστοφάνης, Πλούτος (527-570), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Βαρλάμης Σωτήριος, Παλαιόκαστρο Φθιώτιδας, Θεσσαλονίκη 1994
Βέλκος Γρηγόριος, Αρχαιοελληνικά έθιμα που βιώνουν και σήμερα στην Εράτυρα, Ένωση Ερατυραίων Θεσσαλονίκης “Η αλληλοβοήθεια”, Θεσσαλονίκη 1991
Γεωργίου Χρίστος, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 1962
Δελιόπουλος Δημήτριος, Το ρουμλουκιώτικο ιδίωμα, Αλεξάνδρεια (Γιδάς) Ημαθίας 2008
Διδίλης Κώστας, Oι Εβραίοι και η Κοζάνη 13:50 μμ, Κυριακή 28/09/2025
Διογένης Λαέρτιος, Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων, Βιβλίο Β΄, Μενέδημος, Βικιθήκη
Εξάρχου Χρήστος, Η Φούρκα της Ηπείρου (ιστορία – Λαογραφία), Θεσσαλονίκη 1987
ΗΡΟΔΟΤΟΣ, Ἱστορίαι (2.77.1-2.81.2) Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Θαβώρης Αντώνιος, “Ο χαρακτήρας και η χρονολόγηση του λεξιλογίου της ελληνικής διαλέκτου των αρχαίων Μακεδόνων”, Ancient Macedonia VI, Parers reat at the sixht… October 15-19, 1996, volume 2, Institute for balcan studies -272, Thessaloniki 1999, σσ. 1135-1150
Θωμόπουλος Ιάκωβος, Πελασγικά, ήτοι περί της γλώσσης των Πελασγών… δια της σημερινής πελασγικής αλβανικής και της ελληνικής, Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1912
Ιωάννου Μιχαήλ, Θερμαΐς ήτοι περί Θεσσαλονίκης, μέρος Α΄, Ιστορία και Αρχαιολογία, Ανέμη
Καμπουρίδης Κώστας-Σαλακίδης Γιώργος, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, Σταμούλης Αντ.-Σύλλογος Φίλων Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 2013
Καραμανές Ευάγγελος, Οργάνωση του χώρου, τεχνικές και τοπική ταυτότητα στα Κοπατσαροχώρια των Γρεβενών, (επιμ. Π. Καμηλάκης), Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2011
Καραμπατζιάς Θανάσης, Η λαογραφία, οι γεύσεις και οι μυρωδιές του Κρόκου Κοζάνης μέσα από τα μάτια της Ιωάννας Κύρου, Ψηφιακό Αρχείο Istorima 20/07/2023
Καραστεργίου Αριστείδης, Δρυμός (χωριό της επαρχίας Θεσσαλονίκης) Ηθογραφία, Θεσσαλονίκη 1975
κατάδεσμος της Πέλλας, Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κατσάνης Νικ., Το γλωσσικό ιδίωμα της Σαμοθράκης, ιστορική εισαγωγή, γλωσσικό ιδίωμα, ανθρωπωνύμια, τοπωνύμια, φυτωνύμια, ζωωνύμια, Δήμος Σαμοθράκης, Θεσσαλονίκη 1996
Καψαλίδης Γεώργιος, “Μια τρανή χαρά”, Τα σκωπτικά του Σουφλίου, [1908], tosoufli.gr
Κικόπουλος Μενέλαος, Ελαφότοπος (Τσερβάρι), Λαογραφία, Γιάννινα 2000
Κουστουράκης Γεράσιμος, Δήμος Άσσου Κεφαλληνίας (Ερισός), Γλωσσική και Λαογραφική μελέτη, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1990
Κυριαζής Δ., Αλβανική και ελληνική. Επισκόπηση της ετυμολογικής έρευνας, προβλήματα, προοπτικές, ΑΠΘ
Κωστάκης Θανάσης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σίλλης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1968
Κωστόπουλος Αριστοτέλης, Σκαλοχώρι Καστοριάς, Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος Σκαλοχωρίου “Η Αγία Παρασκευή”, Θεσσαλονίκη 2004
Λιάκος Σωκράτης, Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΡΜΟΝΙΩΝ (Τουπίκλην ΒΛΑΧΩΝ), Θεσσαλονίκη 1965
Λουκιανός, Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδομάντις, Βικιθήκη
Μανάδης Νικηφόρος – Μανάδη Αφροδίτη, Μικροβάλτου περιλειπόμενα, Ιερά Μονή Αγίου Κοσμά Αιτωλού Αρδάσσης -Κρυόβρυσης, Πτολεμαΐδα 2013
Μπουμπουλίδης Φαίδων, «Ποικίλα φιλολογικά, Α΄, ανέκδοτα στιχουργήματα του Μιχαήλ Περδικάρη», Μακεδονικά, τ. ΙΖ, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1977
Μπουντώνας Ευθύμιος, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, Βασιλικόν Τυπογραφείον Ν. Γ. Ιγγλέση, Εν Αθήναις, 1892
Νικολάτου Βασιλική, Οι άρχοντες της λίμνης, 21/10/2010, Google Βιβλία
Νίκου -Γιωλτζόγλου Έφη, Λιβαδερό (Μόκρο): η λαϊκή μας παράδοση, επιμ: Σταύρος Γιωλτζόγλου, Θεσσαλονίκη 1999
Ξυλαγανή παλιά και νέα, Να τον πιεις στο ποτήρι!!!! 17/01/2021, Facebook
Ο Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος Ιωάννης Σπανός για το έργο αντλησιοταμίευσης στο Πετρωτό Παλιουργιάς: ΟΙ ΔΗΜΟΤΕΣ Δεσκάτης και Ελάτης βροντοφωνάξαν ένα ηχηρό και ξεκάθαρο “ΟΧΙ” KOZANI.TV 25/08/2025
Όμηρος, Ὀδύσσεια, Ῥαψωδία ε, Βικιθήκη
Παπα-Συναδινός, Χρονικό των Σερρών, Αρπαγή της περιουσίας του Μεχμέτ Γιαζατζή (Ι, 14), [1642], Δημώδης Γραμματεία, από τον Διγενή Ακρίτη έως την πτώση της Κρήτης
Παπανικολάου Φώτης, Γλώσσα και λαογραφία της επαρχίας Βοΐου, Θεσσαλονίκη 1973
Παπανικολάου Φώτης, Λαογραφικά Βοΐου, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 1999
Πλιάτσικας Δημήτριος, Ο αρχαίος λόγος στον ιδιωματικό λόγο της Καλαμπάκας, Καλαμπάκα 2020
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΛΥΚΕΙΟΥ ΣΚΥΡΟΥ (2004 – 2005), Τα νερά της Σκύρου, Σκύρος >2005
Σκαρλάτος Βυζάντιος, Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης / συνταχθέν υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου και πλουτισθέν…, Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1895
Σμερδαλέος (ψευδ.), Ένας ακόμα πιθανός υποστρωματικός όρος της ΑΒΡ, November 3, 2014 · 4:08 pm
Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Αθήνα 2006
Σπάρτσης Νικόλαος, Σιακάδις Νιαουστινοί, Νάουσα 2005
Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΕ, Βικιθήκη
Τζινίκου –Κακούλη, Αθηνά, Λαογραφικοί αντίλαλοι του Βελβεντού, Θεσσαλονίκη 1979
Τσακαλώτος Ευστράτιος, Λεξικόν Ελληνο-λατινικόν, ΙΕΠ, Αθήνα χ.χ.
Τσιάτα Αλίκη, Παραδοσιακές συνταγές φαγητών, γλυκών, ποτών, της περιοχής Γρεβενών, Αναπτυξιακή Γρεβενών, Γρεβενά 2002
Τσικριτζή Ματίνα – Φτάκα Φανή, Γεύσεις από παλιά Κοζάνη, τ. Α΄, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2006
Τσίγκας Νώντας ΕΝ ΒΟΓΑΤΣΙΚΩΙ ΟΥ Χ’ΜΩΝΑΣ Τ’ «ΠΑΖΑΡΙΩΤ’»…, 27/12/2024, Blogspot
Τσιντσάρης Δημήτριος, ΤΟ «ΠΡΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ» ΚΑΙ ΟΙ ΕΤΕΟΕΛΛΗΝΕΣ, Μια γλωσσοπολιτισμική έρευνα επί των άρρηκτων δεσμών μεταξύ Ελλάδας και Εγγύς Ανατολής, 2022
Τσιούλκας Κωνσταντίνος, Συμβολαί εις την διλωσσίαν των Μακεδόνων: εκ συγκρίσεως της σλαυοφανούς μακεδονικής γλώσσης προς την ελληνικήν, Εκ του Τυπογραφείου Π. Α. Πετράκου, Εν Αθήναις 1907
Τσίρος Ζήκος, Η Βλάστη (τ. Μπλάτσι), 1. Σκόρπια φύλλα της πατρίδος μου, Α΄-Γ΄ τόμοι, Θεσσαλονίκη 1964
Φάβης Βασίλειος, “Παλαιογραφικά και κριτικά εις τον Ησύχιον”, Αθηνά, τ. 49, Τύποις Παρασκευά Λεωνή, Αθήνησιν 1939, σσ.1-28
Φυνδάνης Βασίλειος, Η Μεσορώπη στο Παγγαίο, παραδοσιακά επαγγέλματα, παραδοσιακός τρόπος ζωής, -ήθη κι έθιμα), τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1998
Χατζιδάκις Γεώργιος, Μεσαιωνικά και νέα Ελληνικά, τόμος Β΄, Π. Δ. Σακκελαρίου, Εν Αθήναις, 1907
1 David Speranzi, Il copista del Lessico di Esichio (Marc. gr. 622), ACCADEMIA NAZIONALE DEI LINCEI -2014, pp. 102-103
2 Ησύχιος, λεξικόν, Συναγωγή πασών λέξεων κατά στοιχείον, τ. 3, Ζ-Λ, Κάκτος, Αθήνα 2004, σ. 433. αρ.185
3 Ησύχιος, Λεξικόν: Αιλίου Διογενειάνου Περιεργοπένητες, Γεωργιάδης, Αθήναι 1975, σ. 956, αρ. 29. Αναστατική έκδοση του Mauricius Schmidt (ed), Hesychii Alexandrini lexicon, Αιλίου Διογενειακού περιεργοπένητες, editionem minorem, Sumtibus Hermannii Dufftii, Jenae MDCCCLXVII (1867), σ. #496
4 Θαβώρης Αντώνιος, “Ο χαρακτήρας και η χρονολόγηση του λεξιλογίου της ελληνικής διαλέκτου των αρχαίων Μακεδόνων”, Ancient Macedonia VI, Parers reat at the sixht… October 15-19, 1996, volume 2, Institute for balcan studies -272, Thessaloniki 1999, σσ. 1135-1150, σ. 1137
5 Τσικριτζή Ματίνα – Φτάκα Φανή, Γεύσεις από παλιά Κοζάνη, τ. Α΄, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2006, σσ. 145, 151-152
6 Μιχαηλίδου -Νουάρου Μιχαήλ, Λεξικόν της καρπαθιακής διαλέκτου, καρπαθιακά μνημεία, Αθήναι 1972, σ. 405
8 Καραμπατζιάς Θανάσης, Η λαογραφία, οι γεύσεις και οι μυρωδιές του Κρόκου Κοζάνης μέσα από τα μάτια της Ιωάννας Κύρου, Ψηφιακό Αρχείο Istorima 20/07/2023
9 Hesychius of Alexandria, Βικιπαίδεια 18/3/2026
10 David Speranzi, Il copista del Lessico di Esichio (Marc. gr. 622), op. cit., p. 141
11 Mallory Fitzpatrick, Disticha Catonis: Greek Antiquity and Latin Learning Digital Palaeography 5/12/2023
12 Aldo Manuzio (ed.), Ησυχίου Λεξικόν Hesychii Dictionarium, Venetiis in Aedibus Aldi & Andreae Soceri mense Augusto. M.D.XIIII (Βενετία 1514)
13 David Speranzi, Il copista del Lessico di Esichio (Marc. gr. 622), op. cit., p. 116, Tabella 7.8
14 Cornelius Schrevelius (ed.), Hēsychiou Lexicon cum variis doctorum virorum …notis vel editis antehac vel ineditis, Junii, Scaligeri, Salmasii, Palmerii, … , Ex Officina HACKIANA, LUGD. BATAV. ET ROTEROD 1668, p. 21
15 David Speranzi, Il copista del Lessico di Esichio (Marc. gr. 622), op. cit., p. 117, Tabella 8.22
16 Johannes Alberti (ed.), Ησυχίου Λεξικόν, Hēsychiou Lexikon, tomus II, Apud Samuelem Luchtmans, et filium, Academiae typographis, Lugduni Batacorum MDCCLXVI (Leiden 1766), p. 416, nota 22
17 Ιωάννου Μιχαήλ, Θερμαΐς ήτοι περί Θεσσαλονίκης, μέρος Α΄, Ιστορία και Αρχαιολογία, εκ του τυπογραφείου του “Μέλλοντος”, εν Αθήναις 1879, σ. 31 (#31)
18 Ανδριώτης Νικόλαος, Το γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 28
19 Mauricius Schmidt, Hσύχιος, Hesychii Alexandrini lexicon, volumen tertium Λ-Ρ, Ιenae MDCCCLXI (Jena 1861), p. 7
20 Georg Curtius, Grundzüge der griechischen etymologie, ester theil, B. G. Teubner, Leipzig 1858, p. 129, n. 86
21 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον θ΄, 34
22 Theodorus Kock (ed.), Comicorum atticorum fragmenta, volumen I, In aedibus B. G. Teubneri, Lipsiae MDCCCLXXX (1880), p. 58
23 Λουκιανός, Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδομάντις 38
24 Αριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι (285-310), 293 και του ιδίου Ἱππῆς (195-241), 199
25 Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2005, σ. 485
26 Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Αθήνα 2006, σ. 73
27 Κριαράς Εμμανουήλ, Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100 – 1669, τ. Κ΄ σιρόκος -σταματώ, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 282 (148)
28 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον θ΄ 9.34
29 Αριστοφάνης, Ἱππῆς (195-241), 199
30 Athenaeus of Naucratis, Deipnosophistae Δειπνοσοφισταί Book 9 (9) 34
31 A. Fick, Zum makedonischen dialecte, Ferd. Dümmler’s Verlagsbuchhandlung, Berlin 1874, pp. 193-235, p. 211 ( #19), ρ, α. 84
32 Carolus Gottlob Kühn (ed.), Κλαυδίου Γαληνού, Άπαντα, Clavdii Galeni opera omnia, tomus XI, Lipsiae 1826, p. 388
33 Κωστάκης Θανάσης, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, τ. Α΄ Α-Ι, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1986, σ. 134
34 Ανδριώτης, Το γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου, ό.π., σ. 28
35 άλμευσις, άλμη, Τσακαλώτος Ευστράτιος, Λεξικόν Ελληνο-λατινικόν, ΙΕΠ, Αθήνα χ.χ., σ. 31
36 Χερνίβιον, Aldo Manuzio (ed.), Ησυχίου Λεξικόν Hesychii Dictionarium, Venetiis in Aedibus Aldi & Andreae Soceri mense Augusto. M.D.XIIII (Βενετία 1514)
37 Χερνιβείον, Mauricius Schmidt, Hσύχιος, Hesychii Alexandrini lexicon, editio altera indice glossarum ethnicarum aucta, Sumptibus Hermanni Dufftii, Ιenae MDCCCLXVII (1867), p. 1553
34α Βέλκος Γρηγόριος, Αρχαιοελληνικά έθιμα που βιώνουν και σήμερα στην Εράτυρα, Ένωση Ερατυραίων Θεσσαλονίκης “Η αλληλοβοήθεια”, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 15
38 Otto Hoffmann, Die Makedonen, ihre Sprache und ihr Volkstum, Vandenhoeck und Ruprecht, Göttingen 1906, p. 73
39 A. Fick, Zum makedonischen dialecte, 1874, op. cit., p. 211
40 Θωμόπουλος Ιάκωβος, Πελασγικά, ήτοι περί της γλώσσης των Πελασγών… δια της σημερινής πελασγικής αλβανικής και της ελληνικής, Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1912, νδ΄, 837 (#62)
41 Χριστοφορίδης Κωνσταντίνος, Λεξικόν της Αλβανικής γλώσσης, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1904, σσ. 196-197 (#204-205)
42 Γιοχάλας, Το ελληνο-αλβανικόν Λεξικόν του Μάρκου Μπότσαρη ό.π., σ. 204
43 Χριστοφορίδης, Λεξικόν της Αλβανικής γλώσσης, ό.π., σ. 204 (#212)
44 Gustav Meyer, Etymologisches wörterbuch der albanesischen sprache, Karl J. Trunkn, Strassburg 1891, p. 244 (#274)
45 Gustav Meyer, Etymologisches wörterbuch der albanesischen sprache, op. cit., p. 236 (#266)
46 Vladimir Orel, Albanian Etymological Dictionary, Brill, Leiden – Boston – Koeln 1998, p. 211 (#247)
47 Stuart Mann, An historical Albanian – English Dictionary, Longmans, New York 1948, p. 11 (#18)
48 Stuart Mann, An historical Albanian – English Dictionary, op. cit.,p. 234 (#243)
49 arme, Leonard Newmark, Albanian – English Dictionary, South East European Studies Resource Center 2005
50 Γιοχάλας, Το ελληνο-αλβανικόν Λεξικόν του Μάρκου Μπότσαρη, ό.π., σ. 137
51 Albrecht von Blumenthal, Hesychstudien: untersuchungen zur vorgeschichte der griechischen sprache nebst lexikographischen beiträgen, W. Kohlhammer verlag, Stuttgart 1930, p. 17
52 Φάβης Βασίλειος, “Παλαιογραφικά και κριτικά εις τον Ησύχιον”, Αθηνά, τ. 49, Τύποις Παρασκευά Λεωνή, Αθήνησιν 1939, σσ.1-28, σ. 18
53 ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ – ΛΥΚΕΙΟΥ ΣΚΥΡΟΥ (2004 – 2005), Τα νερά της Σκύρου, Σκύρος >2005
54 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον ι΄, 86, 88
55 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον θ΄, 68
56 Όμηρος, Ὀδύσσεια, Ῥαψωδία ε, 322-323
57 Εξάρχου Χρήστος, Η Φούρκα της Ηπείρου (ιστορία – Λαογραφία), Θεσσαλονίκη 1987, σ. 101
58 Τζινίκου -Κακούλη, Λαογραφικοί αντίλαλοι του Βελβεντού, ό.π., σ. 96
59 Klaus Alpers · Ian C. Cunningham (ed.), Hesychii Alexandrini Lexicon, Volumen II: Iota-Omicron, Copenhagen 1966, p. 567, n. 85
60 Eleanor Dickey, Review of K. Latte and I. C. Cunningham (edd.), Hesychii Alexandrini Lexicon. Volumen I: Α-Δ, U.K. 04/06/2018 20:47, σ. 1
61 Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο ΙΕ, 1.18
62 Antonios (σχολιαστής), H δήθεν αυτοχθονία των Βλάχων, November 3, 2014 at 8:55 am και 2:29 pm
63 Σμερδαλέος (ψευδ.), Ένας ακόμα πιθανός υποστρωματικός όρος της ΑΒΡ, November 3, 2014 · 4:08 pm
64 Tache Papajagi, Dictionarul-dialectului-aroman, deuxieme edition, Editura academiei republicii socialiste Romania, Bucuresti 1974, p. 519-520
65 Vittore Pisani, “La posizione linguistica del macedone”, Revue Internationale des Études Balkaniques, tome 1 (5), Beograd 1937, p.p. 8-32, p. 28
66 Basil Chulev, ‘The linguistic position of Macedonian’ by Vittore Pisani (eng), Skopje 2021, nota 62
67 Τσιάτα Αλίκη, Παραδοσιακές συνταγές φαγητών, γλυκών, ποτών, της περιοχής Γρεβενών, Αναπτυξιακή Γρεβενών, Γρεβενά 2002, σσ. 76-77
68 Τσιάτα Αλίκη, Παραδοσιακές συνταγές, ό.π., σ. 80
69 Μarcus Alexander Templar, Hellenic Migrations and Katadesmos: A Paradigm of Macedonian Speech, UNIVERSITY OF CHICAGO – NINTH BIENNIAL CONFERENCE ON GREEK LINGUISTICS, October 30, 2009
70 Ilija Čašule, “The Etymology and Correlation of the Ancient Macedonian Gloss ‘lakedama’ and Phrygian ‘lakedokey’”, Živa Antika, Жива Антика, Antiquité Vivante, ΓΟΔ. 71, ΤΟΜ 1-2, CTP. 247, CΚΟΠJΕ 2021, pp. 19-26, p. 20
73 Κουρτίδης Κώστας (διαχειριστής), έζαψει έναν λάκου ήπιε πολύ, μέθυσε 27/2/2012
75 Ilija Čašule, “The Etymology and Correlation …’”, op. cit.. p. p. 19-26, p. 20
76 Bora Bilgin (ed.), Phrygian Monuments, Areyastis Phrygian Inscriptions 2025
77 Bartolomeu Obrador Cursach, Lexicon of the Phrygian Inscriptions, Universitat de Barcelona 2018, pp. 230, 355
78 Κωστάκης Θανάσης, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, τ. Α΄ Α-Ι, op. cit., pp. 134-135
79 Όμηρος, Ὀδύσσεια (5.43-5.115), 53
80 Ηρόδοτος, Ἱστορίαι (2.77.1-2.81.2), 77.5
81 Αγάπιος μοναχός (Λάνδος Αθανάσιος), Βιβλίον καλούμενον Γεωπονικόν, [Εν τη Τυπογραφία του ποτέ Δημητρίου Θεοδοσίου, Ενετίησιν 1796;], ΡΠΒ., σ. 180 (#200)
82 Ericus Bethe, Pollucis Onomasticon : e codicibus ab ipso collatis denuo edidit et adnotavit, lib VI-X, B. G. Teubneri, Lipsiae MCMXXXI (1931), p. 19
83 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις)/δ, 58
84 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον α΄, 62
86 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον α΄, 62
87 Κικόπουλος Μενέλαος, Ελαφότοπος (Τσερβάρι), Λαογραφία, Γιάννινα 2000, σ. 444
88 Καψαλίδης Γεώργιος, “Μια τρανή χαρά”, Τα σκωπτικά του Σουφλίου, [1908], σ. 22.
89 Πλιάτσικας Δημήτριος, Ο αρχαίος λόγος στον ιδιωματικό λόγο της Καλαμπάκας, Καλαμπάκα 2020, σ. 78
90 Τζινίκου -Κακούλη, Αθηνά, Λαογραφικοί αντίλαλοι του Βελβεντού, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 97
91 Κωστόπουλος Αριστοτέλης, Σκαλοχώρι Καστοριάς, Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος Σκαλοχωρίου “Η Αγία Παρασκευή”, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 335
92 Σπάρτσης Νικόλαος, Σιακάδις Νιαουστινοί, Νάουσα 2005, σ. 218
93 Δελιόπουλος Δημήτριος, Το ρουμλουκιώτικο ιδίωμα, Αλεξάνδρεια (Γιδάς) Ημαθίας 2008, σ. 100
94 Δούγα –Παπαδοπούλου Ευανθία, Το γλωσσικό ιδίωμα της ορεινής Πιερίας, λεξιλόγιο – παραγωγικό, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 187
95 Χαντζιάρας Δημήτριος, Το θεσσαλικό γλωσσικό ιδίωμα, Γλωσσάρι – Λεξικό, Αθήνα 1985, σ. 80
96 Φυνδάνης Βασίλειος, Η Μεσορώπη στο Παγγαίο, παραδοσιακά επαγγέλματα, παραδοσιακός τρόπος ζωής, -ήθη κι έθιμα), τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 283
97 Στεφόπουλος Ανδρέας, “Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς”, Μακεδονικά, τ. 18 (1978) 241-288, σ. 245
98 Ανδριώτης, Το γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου, ό.π., σ. 31
99 Σκαρλάτος Βυζάντιος, Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης / συνταχθέν υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου και πλουτισθέν…, Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1895, σ. 59
100 Παπα-Συναδινός, Χρονικό των Σερρών, Αρπαγή της περιουσίας του Μεχμέτ Γιαζατζή (Ι, 14), [1642]. Δημώδης Γραμματεία, από τον Διγενή Ακρίτη έως την πτώση της Κρήτης
101 Δέφνερ Μιχαήλ, Λεξικόν της τσακωνικής διαλέκτου, Εστία, Εν Αθήναις 1923, σ. 49
102 Γεωργίου Χρίστος, Το γλωσσικό ιδίωμα Γέρμα Καστοριάς, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 26
103 Laker Arme, Kuzhina Korcare, 14th December 2014
104 αρμοζούμ, Σπίντιος Ζαχαρίας, ΔΑΡΝΑΚΙΚΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙ, χ.χ.
105 Παπανικολάου Φώτης, Γλώσσα και λαογραφία της επαρχίας Βοΐου, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 42
106 Κωστόπουλος, Σκαλοχώρι Καστοριάς, ό.π., σ. 335
107 Στεφόπουλος, “Το γλωσσάρι της Χρυσής Καστοριάς”,ό.π., σ. 245
108 Νικολάτου Βασιλική, Οι άρχοντες της λίμνης, 21/10/2010, σ. 210
109 Αποστόλου Στέργιος, Λεξικό του γλωσσικού ιδιώματος της Νάουσας (με στοιχεία φωνητικής και μορφολογίας), Νάουσα 2007, σ. 17
110 Ξυλαγανή παλιά και νέα, Να τον πιεις στο ποτήρι!!!! 7/01/2021 Facebook
111 Φυνδάνης, Η Μεσορώπη στο Παγγαίο, ό.π., σ. 283
112 Ανδριώτης, Το γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου, ό.π., σ. 31
113 Tache Papajagi, Dictionarul-dialectului-aroman, op. cit., p. 206 (#204)
114 Τσικριτζή – Φτάκα, Γεύσεις από παλιά Κοζάνη, ό.π.,, σ. 145
115 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον θ΄, 10 κσι Lacus Curtius, Pliny the Elder’s Natural History — Book 20, Liber XX, xxxiv 84
116 Διδίλης Κώστας, Oι Εβραίοι και η Κοζάνη 13:50μμ, Κυριακή 28/09/2025
117 Μανάδης Νικηφόρος – Μανάδη Αφροδίτη, Μικροβάλτου περιλειπόμενα, Ιερά Μονή Αγίου Κοσμά Αιτωλού Αρδάσσης -Κρυόβρυσης, Πτολεμαΐδα 2013, σ. 113
118 Καλλιανιώτη Ζωή, συνέντευξη στην Αιανή Απρίλη 2026
119 Φίλος Παναγιώτης, Αρχαίες μακεδονικές λέξεις, λήμματα, Θεσσαλονίκη 2015, σ. 45-46, λήμμα αρ. 142
120 Τσίγκας Νώντας ΕΝ ΒΟΓΑΤΣΙΚΩΙ ΟΥ Χ’ΜΩΝΑΣ Τ’ «ΠΑΖΑΡΙΩΤ’»…, 27/12/2024
121 Κωστάκης, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, ό.π., σ. 168
122 Σκαρλάτος Βυζάντιος, Λεξικόν της ελληνικής γλώσσης / συνταχθέν υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου και πλουτισθέν…, Εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1895 και Σκαρλάτος Βυζάντιος, Λεξικόν αρχαίας ελληνικής γλώσσης και καθαρευούσης, τ. Α΄, Α-Μ, Βιβλιοεκδοτική, Αθήναι 1964
123 Gustav Meyer, Etymologisches wörterbuch der albanesischen sprache, op. cit., p. 236 (#266)
124 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον θ΄, 9
125 Παπανικολάου Φώτης, Λαογραφικά Βοΐου, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 1999, σσ. 376, 379
126 Παπανικολάου Φώτης, Λαογραφικά Βοΐου, ό.π., σσ. 376, 379
127 Παπανικολάου Φώτης, Λαογραφικά Βοΐου, ό.π., σ. 379
128 Τσιούλκας Κωνσταντίνος, Συμβολαί εις την διλωσσίαν των Μακεδόνων: εκ συγκρίσεως της σλαυοφανούς μακεδονικής γλώσσης προς την ελληνικήν, Εκ του Τυπογραφείου Π. Α. Πετράκου, εν Αθήναις 1907, σ. 97-98 (#73-74), 292 (#171)
129 Tache Papajagi, Dictionarul-dialectului-aroman, op. cit., p. 205
130 Αλεξίου Ιωάννης, Λεξικό της ρομανί γλώσσας (ελληνορομανό), χ.χ., σσ. 52, 378
131 Пијте сок од расолница: За старите ова беше врвен и многу вкусен лек за неколку болести (Πιείτε χυμό από άλμη. Για τους παλιούς αυτό ήταν ένα κορυφαίο και πολύ νόστιμο φάρμακο για μερικές ασθένειες), 17/11/2024 14:42
132 Μητέρα Αλβανίδα, συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη, 7/2/2026
134 Παυλίδης, Ελληνοβλάχικο λεξικό του βλάχικου ιδιώματος…, ό.π., σ. 7
135 L. Iunii Moderati Colmellae, De re rustica libri XII, …, op. cit., p. 418
123α Μητέρα Αλβανίδα, συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη, ό.π.
136 Χριστοφορίδης, Λεξικόν της Αλβανικής γλώσσης, ό.π., σ. 479 (#487)
124α Leake William, Researches in Greece, J. Booth, London 1814, σ. 314
137 eridaskitchen, Laker turshi & leng rasoi, Instagram
138 Α. Η, μετανάστρια από Γεωργία, συνέντευξη στη Θεσσαλονίκη Μάρτιος 2026
139 نحوه درست کردن شور یا ترشی تخمیری (پروبیوتیک) – صفر تا صد تمام نکات [Τρόπος παρασκευής τουρσιού ή ζυμωμένων λαχανικών (προβιοτικών) – από το μηδέν έως το εκατό, όλα τα μυστικά / όλες οι λεπτομέρειες], YouTube
140 Ατακτίδης Στυλιανός, Λεξιλόγιο ιδιωματικής γλώσσας του Κατή-κιοΐ (Άνω Αμισού) Πόντου, Θεσσαλονίκη 1987, σ. 68
141 Τσοπουρίδης Θωμάς, Λεξικό ποντιακής διαλέκτου (23.000 λέξεις) : από τη νεοελληνική στην ποντιακή διάλεκτο. Λεξιλόγιο κρητικής διαλέκτου, έκδοση β΄, Εκδόσεις Τσοπουρίδου, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 323
142 L. Iunii Moderati Colmellae, De re rustica libri XII, Eiusdem De arboribus …, op. cit.., p. 395 (#394)
143 Curtius Sprengel (ed.), Pedanii Dioscoridis anazerbei De materia medica libri quinque : ad fidem cadicum manuscriptorum libri qinque, tomus primus, Crolus Godblob Kuen, Lipsiae 1829, p. 262
144 Ἡσύχιος γραμματικὸς Ἀλεξανδρεύς, Γλῶσσαι A-Ω
145 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον θ΄, 9
146 Αποστόλου Στέργιος, Λεξικό του γλωσσικού ιδιώματος της Νάουσας, ό.π., σ. 58
147 Ζαφειρίου Μενεκράτης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σάμου, φωνητική -μορφολογία -τοπωνυμικά …, Αθήνα 1995, σ. 461
148 καμπρολάχανο, Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος
149 καρδουλάχανου, Λεξικό του Ορμυλιώτικου Γλωσσικού Ιδιώματος
150 Καρμπολάχανο, Δημητράκος Δ., Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, τ. Ζ , Δομή, Αθήναι χ.χ., σ. 3627
151 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον α΄, 62
152 ἱκέτευε τὴν κράμβην, Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις)/θ, 9
153 I. L. Heiberg (ed.), Paulus Aegineta, Pars prior . Libri I-IV, Lipsiae et Berolini MCMCCI (1921) Seite 53, οδ΄ Περί λαχάνων, 20
154 D. C. Hesseling et H. Pernot (ed.), Poemes prodromiques en grec vulgaire, J. Muller, Amsterdam 1910, pp.42 2.42 &, 55 3.178 &, 78 4.129f
155 Κουμανούδης Στέφανος, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, Εκ των Καταστημάτων Ανδρέου Κορομηλά , εν Αθήναις 1883, σ. 570
156 Μπουμπουλίδης Φαίδων, «Ποικίλα φιλολογικά, Α΄, ανέκδοτα στιχουργήματα του Μιχαήλ Περδικάρη», Μακεδονικά, τ. ΙΖ, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1977, σσ. 235-238, 244
157 Κουστουράκης Γεράσιμος, Δήμος Άσσου Κεφαλληνίας (Ερισός), Γλωσσική και Λαογραφική μελέτη, Αχαϊκές Εκδόσεις, Αθήνα 1990, σ. 47
158 Rohles Gerhard, Lexicon Graecanicum Italiae Inferioris: Etymologisches Wörterbuch der unteritalienischen Gräzität, 2., erweiterte und neubearbeitere Auflage, MAx Niemeyer Verlag, Tuebingen 1964, σ. 276
159 Morosi Giuseppe, Studi sui dialetti greci della terra d’Otranto preceduto da una raccolta di canti leggende proverbi e indovinelli nei dialetti medesimi, Tip. Editrice Salentina, Lecce 1870 σ. 163
161 Μιχαηλίδου -Νουάρου, Λεξικόν της καρπαθιακής διαλέκτου, ό.π., σ. 405
162 Χατζιδάκις Γεώργιος, Μεσαιωνικά και νέα Ελληνικά, τόμος Β΄, Π. Δ. Σακκελαρίου, Εν Αθήναις, 1907, σ. 222
163 Νικολαΐδης, Ετυμολογικόν λεξικόν της κουτσοβλαχικής γλώσσης, ό.π., Εν Αθήναις, Π. Δ. Σακελλαρίου 1909, σ. 242 (#290)
164 Λάχανο, Ελληνοβλάχικο Λεξικό, Βλάχοι.net
165 Παυλίδης, Ελληνοβλάχικο λεξικό του βλάχικου ιδιώματος της Λάιστας …, ό.π., 2017, σ. 17
166 Αλεξίου, Λεξικό της ρομανί γλώσσας (ελληνορομανό), ό.π., σ. 246
167 Gustav Meyer, Etymologisches wörterbuch der albanesischen sprache, op. cit., p. 236 (#266)
168 Arnold Passow, Τραγούδια ρωμαίικα …= Popularia carmina Graeciae recentioris, In Aedibus B. G. Teubneri, Lipsiae MDCCCLX (1860), p. 438, v. 24
169 Αραβαντινός Παναγιώτης, Ηπειρωτικόν Γλωσσάριον, Π. Α. Πετράκος, εν Αθήναις 1909, σ. 56 (#58)
170 Ciro Giannelli & André Vaillant, Un Lexique Macédonien du XVie siècle, Institut d’Études Slaves del’Université de Paris 1958, s.v. 236
171 Зєлиє, Р. М. Цейтлин, Р. Вечерки и Э. Благовой, Старославянский словарь (по рукописям X-XI веков), «Русский язык», Москва 1994
172 Τσιούλκας Κωνσταντίνος, Συμβολαί εις την διλωσσίαν των Μακεδόνων …, ό.π., σ. 264
173 Пијте сок од расолница: За старите ова беше врвен и многу вкусен лек за неколку болести (Πιείτε χυμό από άλμη. Για τους παλιούς αυτό ήταν ένα κορυφαίο και πολύ νόστιμο φάρμακο για μερικές ασθένειες), 17/11/2024 14:42
174 Mandeson, Σύγχρονο Ελληνορωσικό λεξικό, Διαγόρας, Αθήνα χ,χ, σ. 689
175 Christine Ploschenz, Sauerkrautsaft: Das Wundermittel für den Darm, 26.08.2025,λήψη 30/8/2026
176 Θεοχαρίδης Πέτρος, ελληνοπομάκικο λεξικό, Ουρούμτσκου – Πομαχτσκου λεκσικό, Αίγειρος, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 124
177 cabbage, Farsi Dictionary, English to Farsi
178 Καμπουρίδης Κώστας-Σαλακίδης Γιώργος, Η επαρχία Σερβίων τον 16ο αιώνα μέσα από οθωμανικές πηγές, Σταμούλης Αντ.-Σύλλογος Φίλων Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 2013, σσ. 704, 728
179 Κωστόπουλος, Σκαλοχώρι Καστοριάς, ό.π., σ. 335
180 Καραστεργίου Αριστείδης, Δρυμός (χωριό της επαρχίας Θεσσαλονίκης) Ηθογραφία, Θεσσαλονίκη 1975 σ. 76
182 Ο Δασολόγος Περιβαλλοντολόγος Ιωάννης Σπανός για το έργο αντλησιοταμίευσης στο Πετρωτό Παλιουργιάς: ΟΙ ΔΗΜΟΤΕΣ Δεσκάτης και Ελάτης βροντοφωνάξαν ένα ηχηρό και ξεκάθαρο “ΟΧΙ”, KOZANI.TV 25/08/2025
183 Κωστάκης Θανάσης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σίλλης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1968, σ. 42
184 Μπουντώνας Ευθύμιος, Μελέτη περί του γλωσσικού ιδιώματος Βελβεντού και των περιχώρων αυτού, Βασιλικόν Τυπογραφείον Ν. Γ. Ιγγλέση, Εν Αθήναις,1892, σ. 16
185 Κατσάνης Νικ., Το γλωσσικό ιδίωμα της Σαμοθράκης, ιστορική εισαγωγή, γλωσσικό ιδίωμα, ανθρωπωνύμια, τοπωνύμια, φυτωνύμια, ζωωνύμια, Δήμος Σαμοθράκης, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 128-129
186 Κωστάκης Θανάσης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σίλλης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1968, σ. 51
187 Τσίγκας Νώντας ΕΝ ΒΟΓΑΤΣΙΚΩΙ ΟΥ Χ’ΜΩΝΑΣ Τ’ «ΠΑΖΑΡΙΩΤ’»…, Δεκεμβρίου 27, 2024
188 Otto Hoffmann, Die Makedonen, ihre Sprache und ihr Volkstum, op. cit., p. 105
189 Jean Kalleris, Les anciens Macédoniens. Étude linguistique et historique,.Institut français d’Athènes, tome 1,1954, p. 62
190 Σπάρτσης, Σιακάδις Νιαουστινοί, ό.π., σ. 218
191 My Lefkada, Μπομπότα: το ψωμί των φτωχών, 28 Οκτωβρίου 2019
192 Μιχαηλίδου -Νουάρου, Λεξικόν της καρπαθιακής διαλέκτου, ό.π., σ. 405
193 Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), Βιβλίον ιγ΄, 1
194 David Monro – Thomas Allen (ed.), Homeri Opera, volumen I-II. 1920, e typographeo Clarendoniano, Oxonii 1920 και Όμηρος, Ιλιάς, Ῥαψωδία Ε.801
195 Immanuel Bekker (ed.), Aristoteles Graece, Academia Regia Borussica, volumen alterum, apud Georgium Reimerum, Berolini 1831, p. 923
196 Κιχώρια, Aldo Manuzio (ed.), Ησυχίου Λεξικόν Hesychii Dictionarium, M.D.XIIII, op. cit.
197 Ericus Bethe (ed.), Pollucis Onomasticon : e codicibus ab ipso collatis …, p. 16
198 Αριστοφάνης, “Ειρήνη” – Κωμωδία του Αριστοφάνη (Πρωτότυπο κείμενο) 2013, 482
200 Κωστάκης, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, ό.π., σ. 167
201 Immanuel Bekker (ed.), Aristoteles Graece, op. cit., p. 923
202 Κωστάκης, Λεξικό της τσακώνικης διαλέκτου, ό.π., σ. 135
203 Νίκου -Γιωλτζόγλου Έφη, Λιβαδερό (Μόκρο): η λαϊκή μας παράδοση, επιμ: Σταύρος Γιωλτζόγλου, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 74
204 Βαρλάμης Σωτήριος, Παλαιόκαστρο Φθιώτιδας, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 434
205 μαχλάδα και ακολούθως, Ἡσύχιος γραμματικὸς Ἀλεξανδρεύς, Γλῶσσαι A-Ω
206 Διογένης Λαέρτιος, Βίοι καὶ γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων, Βιβλίο Β΄, Μενέδημος 139
207 Παπανικολάου, Λαογραφικά Βοΐου, ό.π., σ. 420
208 Τσίρος Ζήκος, Η Βλάστη (τ. Μπλάτσι), 1. Σκόρπια φύλλα της πατρίδος μου, Α΄-Γ΄ τόμοι, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 313
209 Κυριαζής Δ., Αλβανική και ελληνική. Επισκόπηση της ετυμολογικής έρευνας, προβλήματα, προοπτικές, σ. 348 (#5)
210 Κωστάκης, Το γλωσσικό ιδίωμα της Σίλλης, ό.π., σ. 40
211 Wilhelm Sturz (ed.), De dialecto macedonica et alexandrina liber, apud Io. Aug. Glo. Weigel, Lipsiae MDCCCVIII (1808), p. 43
212 Thedorus Kock (ed.), Comicorum atticorum fragmenta, v. 1,op. cit., pp. 803-804
194β Ζευς, LSJ – Ancient Greek & Latin Dictionaries
213 Τσιντσάρης Δημήτριος, ΤΟ «ΠΡΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ» ΚΑΙ ΟΙ ΕΤΕΟΕΛΛΗΝΕΣ, Μια γλωσσοπολιτισμική έρευνα επί των άρρηκτων δεσμών μεταξύ Ελλάδας και Εγγύς Ανατολής, 2022, σ. 97
214 Cornelius Schrevelius (ed.), Hēsychiou Lexicon … 1668, op. cit., p. 21
215 Καραμανές Ευάγγελος, Οργάνωση του χώρου, τεχνικές και τοπική ταυτότητα στα Κοπατσαροχώρια των Γρεβενών, (επιμ. Π. Καμηλάκης), Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2011, σ. 243
216 Η λαλιά των Σαρακατσάνων (καταγραφή και μελέτη της λαλιάς των σαρακατσάνων, Θεσσαλονίκη 1995, σ. 118
217 Σπάρτσης, Σιακάδις Νιαουστινοί, ό.π., σσ. 218-219
218 Λιάκος Σωκράτης, Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΑΡΜΟΝΙΩΝ (Τουπίκλην ΒΛΑΧΩΝ), Θεσσαλονίκη 1965, σ. 26 και ζουμί, Ελληνοβλάχικο Λεξικό – Ζ, Βλάχοι.net
219 Tache Papajagi, Dictionarul-dialectului-aroman, op. cit., p. 519 (#517)



























