kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ανάσταση του Λαζάρου.

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 8, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ανάσταση του Λαζάρου

Η ανάσταση του Λαζάρου. Ιωάννου κεφ. 11 (ια) στίχ. 1-57 (ερμηνεία-ανάλυση)

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Υπόμνημα ερμηνευτικο στο κατά Ιωάννην στα νέα Ελληνικά!, Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
1 Ἦν δέ(1) τις ἀσθενῶν(2) Λάζαρος(3) ἀπὸ(4) Βηθανίας(5), ἐκ(4) τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας(6) τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς.
1 Κάποιος που ονομαζόταν Λάζαρος αρρώστησε. Ήταν από τη Βηθανία, το χωριό όπου κατοικούσαν η Μαρία και η αδερφή της η Μάρθα. (Μετάφραση Βιβλικής Εταιρείας, δες https://www.bible.com/el/bible/173/JHN.11.TGV)
Καμία άλλη σκηνή στο ευαγγέλιο αυτό δεν παρουσιάζεται με τρόπο τόσο λεπτομερή και τόσο δραματικό όσο η παρούσα. Ούτε υπάρχει κάποια άλλη, από την οποία να ξεπηδά ζωηρότερα και σαφέστερα ο χαρακτήρας του Ιησού ο τελείως θείος ταυτόχρονα και τελείως ανθρώπινος, που να δικαιολογεί πληρέστερα την στον Πρόλογο του ευαγγελίου κεντρική διακήρυξη «και ο Λόγος έγινε σάρκα». Σύμφωνα με όσα λέει ο Deutinger, η αφήγηση αυτή διακρίνεται μεταξύ όλων των αφηγήσεων του δ΄ ευαγγελίου για την ιδιαίτερή της ζωηρότητα και τη δραματική της κίνηση. Τα πρόσωπα ιχνογραφούνται σε αυτήν με χέρι ταυτόχρονα σταθερό και λεπτό. Πουθενά η σχέση του Χριστού με τους μαθητές του δεν εκτίθεται τόσο ζωηρά. Και αυτοί οι Ιουδαίοι, οι πεισματικά αντιτιθέμενοι με τον Ιησού, εμφανίζονται από μία άποψη λιγότερο αρνητικοί, ως φίλοι των δύο θλιμμένων αδελφών. Αλλά προ παντός πόσο είναι καθαρή και λεπτή η σκιαγραφία του χαρακτήρα των δύο γυναικών· με τι λεπτότητα και με τι βάθος ψυχολογικό διαγράφεται η διαφορά της συμπεριφοράς τους! Στα χαρακτηριστικά αυτά της αφήγησης βρίσκουμε την πρώτη εσωτερική απόδειξη της αυθεντικότητας και αξιοπιστίας της. «Δεν επινοούν με αυτόν τον τρόπο», μάλιστα κατά τον β΄αιώνα, όπως αποδεικνύουν τα απόκρυφα ευαγγέλια.
Εξάλλου τα δάκρυα του Ιησού, η ηθική και φυσική συγκίνησή του, η προσευχή προς τον Πατέρα του και η ευχαριστία του διότι εισακουόταν από αυτόν, αποτελούν χαρακτηριστικά εξ’ ολοκλήρου ανθρώπινα, που αποκλείουν ολοτελώς την υπόθεση, ότι η αφήγηση επινοήθηκε με σκοπό να διδάξει και να δώσει παράδειγμα για την θεωρία περί Λόγου. Ως προς την ένσταση τέλος που βγαίνει από την αποσιώπηση του θαύματος αυτού από τους συνοπτικούς, θα μπορούσε να παρατηρηθεί, ότι οι αφηγήσεις των συνοπτικών διαιρούνται στους δύο αυτούς μεγάλους κύκλους 1) τα γεγονότα της προφητικής δράσης του Κυρίου στη Γαλιλαία και 2) τα γεγονότα της εβδομάδας του Πάθους στην Ιερουσαλήμ, και μόλις που σταχυολογούν κάποια από την ενδιάμεση διαμονή του Κυρίου στην Περαία. Αλλά η ανάσταση του Λαζάρου ανήκει στην τελευταία αυτή μεταβατική και ενδιάμεση εποχή και για αυτό εύκολα μπορούσε να μη βρει θέση στη γενική παράδοση. Και πολύ περισσότερο, από τη στιγμή που τον καιρό που σχηματιζόταν η προφορική αποστολική παράδοση, που περιλήφθηκε στα συνοπτικά ευαγγέλια, υπήρχε φόβος να εκτεθούν τα μέλη της οικογένειας του Λαζάρου στην εκδίκηση των αρχηγών του Ιουδαϊκού λαού, όπως φαίνεται από το Ιω. ιβ 10, όπου αναφέρεται, ότι οι αρχιερείς είχαν αποφασίσει να φονεύσουν και το Λάζαρο (g).
(1) Μεταβατικός σύνδεσμος. Μεταβαίνει στην εξιστόρηση γεγονότος, για το οποίο διακόπηκε η διαμονή του Ιησού στην Περαία.
(2) Επειδή η ασθένεια του Λαζάρου έγινε αφορμή όλων όσων επακολούθησαν στην αφήγηση, η λέξη ἀσθενῶν προηγείται.
(3) Από συγκοπή του Ελεάζαρ. Όνομα Εβραϊκό που σημαίνει: τον οποίο ο Θεός βοηθά (F).
(4) Έτσι και στο α 45 ο Φίλιππος περιγράφεται ότι είναι «από Βηθσαϊδά, από την πόλη του Ανδρέου…». Συχνά μία πρόθεση επαναλαμβάνεται στην παράθεση χωρίου, είτε η ίδια πρόθεση είτε κάποια άλλη συνώνυμη με αυτή (b). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, η μεν πρόθεση (από) δηλώνει την διαμονή, ενώ η άλλη (εκ) την καταγωγή (g)=ο Λάζαρος διέμενε στη Βηθανία, από την οποία και καταγόταν.
(5) «Το οποίο ερμηνεύεται: σπίτι υπακοής» (Ω). Χωριό στην ανατολική βουνοπλαγιά του όρους των Ελαιών, που απείχε γύρω στα τρία τέταρτα της ώρας από τα Ιεροσόλυμα. Ονομάζεται σήμερα Ελ-Αζαριέχ δηλαδή η χώρα του Λαζάρου (F).
(6) Για πρώτη φορά αναφέρονται στο ευαγγέλιο αυτό τα ονόματα αυτά. Προϋποτίθεται λοιπόν, ότι οι δύο αδελφές ήταν πολύ γνωστές στους αναγνώστες του δ΄ ευαγγελίου (g). «Επίτηδες λοιπόν αναφέρει τα ονόματα των γυναικών ο ευαγγελιστής, δείχνοντας ότι ήταν πολύ γνωστές λόγω της ευσέβειάς τους» (Κ). Η Μαρία αναφέρεται πριν τη Μάρθα ενώ αλλού (Ιω. ια 5,19,Λουκ. ι 38) η Μάρθα ως οικοδέσποινα ονομάζεται πριν τη Μαρία. Κατά το χρόνο της συγγραφής του δ ευαγγελίου η Μαρία διακρινόταν περισσότερο από τη Μάρθα στη χριστιανική παράδοση, όπως αναφέρεται και στο Μάρκ. ιδ 9 (β), λόγω των πράξεών της που αναφέρονται στο σ. 2 (b).

2 Ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ(1) καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει(2).
2 Η Μαρία ήταν εκείνη που αργότερα άλειψε τον Κύριο με μύρο και σκούπισε τα πόδια του με τα μαλλιά της. Ο Λάζαρος που αρρώστησε, ήταν αδερφός της.
(1)  Το γεγονός αναφέρεται εδώ κατά πρόληψη (προλαμβάνεται), διότι το επεισόδιο δεν είχε λάβει ακόμα χώρα, αφού αφηγείται αυτό ο Ιωάννης στο ιβ 3. «Επειδή επρόκειτο στη συνέχεια της διήγησης να αναφέρει και αυτό ότι έγινε, προλαβαίνοντας κατά κάποιο τρόπο το μέλλον και εξηγώντας το ποια είναι η γυναίκα για την οποία εδώ μιλά, επισημαίνει ότι και τώρα είναι η ίδια που έκανε και εκείνο στο Λάζαρο» (Θμ). Ο Ιωάννης αποδεικνύει στο παρόν την ευσεβή αφοσίωση της Μαρίας στον Ιησού, με πράξη μεταγενέστερη (b). Οι αφηγήσεις του Ματθ. κστ 6 και εξής και Μάρκ. ιδ 3 και εξής, οι οποίες αναφέρονται στο γεγονός αυτό, αποδεικνύουν, ότι η προφορική παράδοση γενικώς δεν ανέφερε το όνομα της Μαρίας στην αφήγηση του αλείμματος του Ιησού με μύρο. Ίσως η αποσιώπηση αυτή εξηγεί τη μορφή της αφήγησης του Ιωάννη σε αυτόν τον σ. (g). Το ότι όμως ο Ιωάννης παραπέμπει στο γεγονός αυτό, αποδεικνύει πάλι, ότι αποτελούσε πολύ γνωστό και οικείο επεισόδιο στο βίο του Χριστού (ο). Για αυτό και την Μαρία «αυτή η πράξη την έκανε γνωστή και περιβόητη» (Ζ). «Διότι πρώτα μεν εκείνο ήταν αναγκαίο να μάθουμε, ότι δηλαδή δεν είναι αυτή η πόρνη… που είναι στον Λουκά. Άλλη δηλαδή είναι αυτή εδώ… σεμνή και σπουδαία» (Χ).
(2)  Με τη φράση αυτή ξαναπιάνει ο ευαγγελιστής το νήμα της αφήγησης για το Λάζαρο.

3 Ἀπέστειλαν(1) οὖν(2) αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Κύριε(3), ἴδε ὃν(4) φιλεῖς(5) ἀσθενεῖ.
3 Έστειλαν, λοιπόν, οι αδερφές του μήνυμα στον Ιησού, και του έλεγαν: «Κύριε, ο αγαπημένος σου φίλος είναι άρρωστος».
(1)  «Όπου ο Κύριος ήταν. Διότι είχε αναχωρήσει πέρα από τον Ιορδάνη. Έστειλαν αγγελιαφόρους» (Αυ).
(2)  Η αποστολή επήλθε ως συνέπεια της ανησυχητικής ασθένειάς του (ο).
(3)  Η προσφώνηση αυτή υπαινίσσεται την θαυματουργική δύναμη του Ιησού (g).
(4)  «Δεν λένε: Έλα και θεράπευσε αυτόν… αλλά μόνο: Κύριε, δες, αυτός που αγαπάς ασθενεί. Είναι αρκετό να μάθεις. Διότι δεν είσαι από εκείνους που αγαπούν και απαρνούνται» (Αυ). Το μήνυμα είναι πλήρες λεπτότητας. Είναι σαν να του έλεγαν: Κρίνε εσύ ο ίδιος τι πρέπει να κάνεις (g). «Το «Δες, αυτός που αγαπάς» το λένε, θέλοντας να κερδίσουν τον οίκτο του Κυρίου, με το να του υπενθυμίσουν το όνομα της φιλίας» (Θφ).
(5)  Στο σ. 5 χρησιμοποιεί το ρήμα αγαπώ. Παρόλο που δεν υπάρχει πραγματική διαφορά στη σημασία μεταξύ των δύο αυτών ρημάτων, δες γ 35,ε 20,κα 17 (β), παρ’ όλα αυτά δεν είναι άστοχη η παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία το αγαπώ από τη ρίζα άγαμαι σημαίνει εύνοια, η οποία γεννιέται από θαυμασμό, σεβασμό, εκτίμηση, ενώ το φιλώ σημαίνει την κλίση της ψυχής που διεγείρεται από αίσθημα και τρυφερότητα (G). «Υπενθυμίζουν την αγάπη την οποία είχε στον άρρωστο, τραβώντας τον εκεί κατεξοχήν με αυτό· διότι ήξεραν ότι φρόντιζε για αυτόν» (Κ). «Θέλει να διδάξει, ποτέ να μην αγανακτούμε ούτε να δυσανασχετούμε, αν τυχόν συμβεί κάποια ασθένεια στους σπουδαίους άνδρες και φίλους του Θεού» (Χ).

4 Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν(1)· αὕτη ἡ ἀσθένεια(2) οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον(3), ἀλλ’ ὑπὲρ(4) τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ(5), ἵνα(4) δοξασθῇ ὁ υἱὸς(6) τοῦ Θεοῦ(7) δι’ αὐτῆς(8).
4 Ο Ιησούς, όταν το έμαθε, είπε: «Αυτή η αρρώστια δεν είναι για να φέρει το θάνατο, αλλά για να φανεί η δύναμη του Θεού, για να φανερωθεί μέσω αυτής η δόξα του Υιού του Θεού».
(1)  Δεν λέει απάντησε. Τα λόγια του Κυρίου δεν αποτελούν άμεση απάντηση στο μήνυμα των αδελφών του Λαζάρου, αλλά μάλλον παρατήρηση για την ασθένεια και τα αποτελέσματά της που απευθύνθηκε στους παρόντες μαθητές. «Λέει όμως αυτά ο Κύριος, όχι για να φύγουν οι άνθρωποι και να αναγγείλουν αυτά στις αδελφές του Λαζάρου, αλλά ως Θεός προλέγει αυτό που θα γίνει» (Κ). Οπωσδήποτε είναι αναμφίβολο, ότι λόγια τέτοιας βαθειάς και μυστηριώδους σημασίας θα διαβιβάστηκαν πιστά από τους απεσταλμένους στις αδελφές του Λαζάρου (ο).
(2)  Η έκφραση του Κυρίου εδώ παρουσιάζεται αμφίβολη και σε κάποιο βαθμό ακατανόητη για τον χρόνο πριν το θαύμα. Η έννοιά τους έγινε σαφής μετά το θαύμα. «Είναι αξιοπαρατήρητη η μέθοδος, με την οποία ο Ιησούς ετοίμαζε τους μαθητές του και τις αδελφές του Λαζάρου και το λαό, για να αντιμετωπίσουν με απλότητα το μέγιστο των θαυμάτων (b).
(3)  Η φράση «προς θάνατον» υπάρχει εδώ μόνο και στο Α΄Ιω. ε 16, ενώ στους Ο΄ μόνο στα Δ΄Μακ. ιδ 4 και ιζ 1. Είναι εντονότερη από τη συνήθως χρησιμοποιούμενη «εις θάνατον», η οποία σημαίνει ότι η ασθένεια δεν θα είχε ποτέ ως τελική της έκβαση τον θάνατο· ενώ η φράση «προς θάνατον» σημαίνει μάλλον, ότι ο ασθενής δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο (β).
«Αν όμως αυτός είπε ότι η αρρώστια του Λαζάρου δεν είναι για θάνατο, αλλά συνέβη ο θάνατος, δεν είναι καθόλου θαυμαστό. Διότι βλέποντας την κατάληξη του πράγματος και ότι επρόκειτο μετά από λίγο να αναστηθεί, δεν εξετάζουμε τι συνέβη στο μεταξύ, αλλά σε ποιο τέλος κατέληξε» (Κ).
«Δεν είναι προς θάνατον, διότι και ο θάνατος που επακολούθησε προς στιγμήν, δεν ήταν προς θάνατον, αλλά συνέβη για τον σκοπό να διαπράξει ο Κύριος θαύμα, μέσω του οποίου οι άνθρωποι θα οδηγούνταν στην πίστη και έτσι θα διέφευγαν τον πραγματικό θάνατο» (Αυ).
Μη λησμονούμε όμως ότι ο θάνατος του σώματος στον κόσμο αυτόν είναι γέννηση της ψυχής στον άλλο κόσμο. Όταν λοιπόν εμείς ή οι φίλοι μας είμαστε ασθενείς οι ελπίδες μας για το ότι θα ανακάμψουμε από την ασθένεια, είναι δυνατόν να διαψευστούν. Για αυτό πρέπει μάλλον να χτίζουμε πάνω σε θεμέλιο ελπίδας αδιάψευστης. Εάν δηλαδή ανήκουμε στο Χριστό, το φθαρτό ας καταλήξει στη φθορά. Το αθάνατο ας μείνει ανέπαφο από κάθε μολυσμό, οπότε η βλάβη που ήλθε στο φθαρτό «δεν είναι προς θάνατον», διότι ο δεύτερος θάνατος, ο αιώνιος και πραγματικός θα παραμείνει ξένος και άγνωστος στην αθάνατη ψυχή μας.
Γενικότερα ως προς τις ασθένειες, οι οποίες συνηθέστατα προσβάλλουν τον καθένα μας κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής του, θεωρούνται από όλους αυτές ως ατυχήματα και δοκιμασίες της ζωής. Αλλά ο Χριστιανός, όσο προάγεται στην πίστη, αλλάζει εντελώς αντιλήψεις για αυτές καταλήγοντας να θεωρεί αυτές ως το γήινο θυσιαστήριο, στη φωτιά του οποίου εξαγνίζεται η ψυχή του και ως προπύλαιο και σκάλα που οδηγεί προς τον ουρανό. Αλήθεια· πόσοι, όταν άρχιζαν να δοκιμάζουν το πικρό ποτήρι της ασθένειας, ήταν νήπιοι πνευματικά και κατά τη διάρκειά της γιγαντώθηκαν και σφυρηλατήθηκαν σε ήρωες του Χριστού. Πόσοι αγνοώντας τον ουράνιο Πατέρα έμαθαν στο κρεβάτι της ασθένειας να απευθύνονται προς αυτόν κράζοντας Αββά, δηλαδή Πατέρα. Και για πόσους η ασθένεια δεν δόθηκε αληθινά υπέρ της δόξας του Θεού!
(4)  Ή «και εδώ το ὑπὲρ και το ἵνα, δεν είναι αιτιολογικά, αλλά φανερώνουν αυτό που θα συμβεί τελικά» (Ζ), «δεν συνέβη για αυτό η νόσος, για να δοξαστεί δηλαδή· διότι είναι ανοησία να πει κανείς αυτό· αλλά αφού ακριβώς συνέβη, απέβλεπε και σε θαυμαστό σκοπό» (Κ). «Δηλαδή συνέβη μεν από άλλη αιτία η αρρώστια, χρησιμοποιήθηκε όμως για δόξα του Θεού» (Χ).
Ή, και το λεγόμενο εκβατικό «ἵνα», εξακολουθεί να διατηρεί την τελική (του σκοπού δηλαδη) του έννοια. Ο ιερός συγγραφέας από άκρα ευλάβεια τονίζοντας την τέλεση της βουλής του Θεού στα συμβαίνοντα, παρουσιάζει αυτά ότι γίνονται με θείο θέλημα και ότι κατά κάποιο τρόπο ο Θεός ενεργεί αυτά. «Διότι συνηθίζει η Γραφή κάποια που οφείλουν να ειπωθούν με τη μορφή έκβασης (αποτελέσματος), να τα λέει αιτιολογικά» (Δαμασκηνός στον G).
(5)  «Το αποτέλεσμα του πράγματος απέβλεπε στη δόξα του Θεού» (Κ). Με την ανάσταση του Λαζάρου θα αποκαλυπτόταν η δόξα του Θεού. Αυτή θα ήταν περισσότερο από ένα απλό θαύμα· θα ήταν σημάδι της δόξας του Θεού (β). Δόξα του Θεού είναι η λάμψη, την οποία διαχύνει στις καρδιές η φανέρωση των τελειοτήτων του, ειδικά μάλιστα της δύναμής του που ενεργεί για υπηρεσία της αγιότητάς του ή της αγάπης του (g).
Αλλά και οι θλίψεις των αγίων αποσκοπούν στη δόξα του Θεού, διότι σε αυτές παρέχεται ευκαιρία, ώστε τελικά να επιδείξει σε αυτούς ο Θεός τα ελέη του και τις χάριτές του. Και πράγματι, οι γλυκύτεροι από τους οικτιρμούς είναι εκείνοι, οι οποίοι προκαλούνται από τη στενοχώρια των δοκιμασιών και των θλίψεων.
(6)  Η φανέρωση αυτή της θείας δύναμης θα έκανε λαμπρό και εκείνον, μέσω του οποίου θα γινόταν το θαύμα. Το ἵνα λοιπόν δεν σημαίνει κάποιον δεύτερο σκοπό που προστίθεται στον πρώτο ο οποίος εκφράζεται με το υπέρ, αλλά εξηγεί το μέσον με το οποίο ο πρώτος σκοπός επιτυγχάνεται (g).
«Πρόσεξε πώς πάλι λέει ότι είναι μία η δόξα αυτού και του Πατέρα· διότι αφού είπε «του Θεού» πρόσθεσε στη συνέχεια: «Για να δοξαστεί ο Υιός του Θεού»» (Χ). Τόσο στενή και ουσιώδης ήταν η ένωση μεταξύ αυτού και του Πατέρα, ώστε η δόξα του ενός ήταν και δόξα του άλλου. Για αυτό η δόξα και των δύο, Πατρός και Υιού, παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα ενός και του ίδιου γεγονότος, της ασθένειας του Λαζάρου (ο).
Πώς θα δοξαζόταν; Ή, ελάχιστα πιθανή εκδοχή. «Κάποιοι ερμηνεύουν το «δόξα» εννοώντας το σταυρό,… για να σταυρωθεί ο υιός του Θεού μέσω αυτής (της αρρώστιας). Διότι επρόκειτο οι Ιουδαίοι μαθαίνοντας την ανάσταση του Λαζάρου, λόγω της υπερβολής αυτού του θαύματος, να εξαφθούν σε ακάθεκτη μανία και να ξεσηκωθούν έντονα για να τον φονεύσουν» (Ζ).
Ή, πιο σωστά, η ανάσταση του Λαζάρου περισσότερο από κάθε άλλο θαύμα θα άνοιγε τα μάτια πολλών στο να αντιληφθούν ότι ο Ιησούς δίκαια διεκδικούσε το Μεσσιακό αξίωμα (ο). Το αληθινό παράλληλο χωρίο της εδώ φράσης είναι το Ιω. η 54 (β). «Διότι δεν είχε τόσο μεγάλη δόξα και θαυμασμό το να σηκώσει τον Λάζαρο από την ασθένεια, όσο το να τον αναστήσει από τους νεκρούς» (αμ).
(7)  Δεν λέει απλώς ο Χριστός, αλλά ο Υιός του Θεού σημαίνοντας με αυτό, όπως και στο ι 30, ότι η δόξα του ενός είναι και δόξα του άλλου (g). «Διότι είναι απαράλλακτη η δόξα του Θεού, εννοώ βεβαίως του Πατέρα, με αυτήν του Υιού… αυτών όμως που η δόξα είναι μία, μία είναι και η ουσία» (Θφ).
(8) «Μέσω της ασθένειας αυτής» (Αυ).

5 (1)Ἠγάπα(2) δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν Μάρθαν(3) καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον(4).
5 Ο Ιησούς αγαπούσε τη Μάρθα και την αδερφή της, καθώς και το Λάζαρο.
(1)  Αποτελεί παρενθετική πρόταση, στην οποία εξηγείται «η κινητήρια αιτία της ανάστασης του νεκρού και του όλου τρόπου της ενέργειας του Κυρίου πριν την ανάσταση αυτή» (b). Η λεπτομέρεια αυτή συμπληρώνει τα προηγούμενα και ετοιμάζει για τα επόμενα (F). Εάν ο Ιησούς δεν αναχώρησε αμέσως στη Βηθανία, δεν οφειλόταν σε αδιαφορία. Τελείως αντίθετα, αγαπούσε την όλη οικογένεια.
(2)  Ο Ιωάννης χρησιμοποιεί εδώ το αγαπώ αντί για το φιλώ είτε διότι πρόκειται για την αγάπη του Ιησού προς τις δύο αδελφές είτε μάλλον διότι το αγαπώ ως ευγενέστερος όρος αρμόζει περισσότερο στην γραφίδα του ευαγγελιστή, ενώ η έκφραση της τρυφερότητας με το φιλώ (στο σ. 3) άρμοζε περισσότερο στο στόμα των δύο γυναικών (g).
(3)  Μπαίνει πρώτη εδώ, όπως και στο σ. 19, από όπου βγήκε το συμπέρασμα, ότι ήταν και η μεγαλύτερη σε ηλικία. Ο Λάζαρος τρίτος, από το οποίο και θεωρήθηκε ως το νεώτερο μέλος της οικογένειας.
(4)  «Ο ένας από τη μία ήταν ασθενής, οι άλλες από την άλλη ήταν θλιμμένες, όλοι αγαπημένοι. Αλλά αυτός που τους αγαπά ήταν ταυτόχρονα ο Σωτήρας του ασθενή ή μάλλον αυτός που ανάστησε τον νεκρό και ο παρήγορος των θλιμμένων» (Αυ).

6 Ὡς οὖν(1) ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε(2) μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ(3) δύο ἡμέρας(4)·
6 Κι όμως, όταν έμαθε πως είναι άρρωστος, έμεινε στον τόπο όπου βρισκόταν δυο μέρες ακόμα.
(1)  Συνδέεται ή με το ηγάπα=Ο Ιησούς αγαπούσε την Μάρθα, την Μαρία και τον Λάζαρο. Όταν λοιπόν έμαθε… έμεινε μεν δύο ημέρες, αλλά στη συνέχεια είπε· Ας πάμε (g). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, συνδέεται με τον σ. 4=Επειδή είχε πεποίθηση, ότι η ασθένειά του δεν ήταν προς θάνατον, δεν έσπευσε λοιπόν να αναχωρήσει (β).
(2)  Παρόλο που οι άλλοι θα νόμιζαν, ότι συνέτρεχε μέγιστος λόγος βιασύνης (b).
(3)  Αναβάλλει την αναχώρηση. Κινούμενος πάντοτε από την θέληση του Πατέρα περίμενε να λάβει το σύνθημα της αναχώρησης από αυτόν (Meyer).
Ο Πατέρας λοιπόν «ανέβαλε τη άφιξη, έτσι ώστε… αφού πεθάνει να τον αναστήσει· το οποίο είναι απόδειξη μεγαλύτερης δύναμης, ώστε να δοξαστεί και περισσότερο» (Κ).
«Έμεινε, για να ξεψυχήσει (ο Λάζαρος) και να ταφεί, ώστε κανείς να μην μπορεί να λέει ότι τον ανέστησε χωρίς να έχει ακόμη πεθάνει· ότι ήταν νάρκη, ότι ήταν ατονία, ότι ήταν επαναφορά από την κατάσταση αυτή και όχι θάνατος» (Χ).
Εάν ο Κύριος ερχόταν αμέσως στη Βηθανία και θεράπευε τον Λάζαρο, δεν θα έπραττε κάτι περισσότερο από εκείνο, το οποίο είχε επιτελέσει σε πολλούς. Εάν πάλι ανέσταινε αυτόν αμέσως κατά την ίδια ημέρα του θανάτου του, δεν θα έπραττε κάτι περισσότερο από εκείνο, το οποίο έπραξε και για μερικούς άλλους. Αναβάλλοντας όμως την άφιξή του στη Βηθανία, θα ενεργούσε θαύμα μοναδικό, το οποίο σε κανέναν άλλον μέχρι τότε δεν είχε κάνει. Μη λησμονούμε λοιπόν, ότι ο Θεός αναβάλλοντας να μας εισακούσει, πράττει αυτό όχι διότι παραμένει κουφός ή αδιάφορος στις αιτήσεις μας, αλλά διότι έχει καλύτερους σκοπούς για εμάς και αποβλέπει σε μεγαλύτερη ωφέλειά μας και σε πλουσιότερη έκχυση των χαρίτων του προς εμάς.
(4)  Εάν ληφθεί υπ’ όψη ότι το διάστημα από Βηθανία ή Βηθαβαρά πέρα από τον Ιορδάνη (Ιω. α 28) μέχρι τη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα απαιτούσε πεζοπορία 8 περίπου ωρών, ο Κύριος ξεκινώντας από την Περαία την μία ημέρα, εφόσον δεν εμποδίστηκε στο δρόμο, θα έφθασε μπροστά στον τάφο του Λαζάρου την επομένη. Εφόσον λοιπόν ο Λάζαρος ήταν τετραήμερος στον τάφο, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι ο Λάζαρος ξεψύχησε και ετάφη την ημέρα που οι απεσταλμένοι έφεραν προς τον Ιησού το μήνυμα των δύο αδελφών.

7 ἔπειτα(1) μετὰ τοῦτο(1) λέγει τοῖς μαθηταῖς· ἄγωμεν εἰς τὴν Ἰουδαίαν(2) πάλιν(3).
7 Έπειτα, αφού πέρασαν αυτές οι δυο μέρες, λέει στους μαθητές: «Ας ξαναγυρίσουμε στην Ιουδαία».
(1)  Δεν είναι πλεονασμός, αλλά δείχνει, πόσο η αναμονή αυτή φάνηκε μακρά και στις δύο αδελφές και στον ίδιο τον Ιησού (g). Το μετὰ τοῦτο υπονοεί ένα σύντομο διάλειμμα (β)· μετά την αναβολή των δύο ημερών (b).
(2)  Υπαινίσσεται τον κίνδυνο, τον οποίο διέτρεχε στη χώρα αυτή. Έτσι προκαλεί την εκ μέρους των μαθητών εκδήλωση του φόβου, ο οποίος κυρίευε το βάθος της καρδιάς τους και τον οποίο ο Χριστός ήθελε να υπερνικήσει πριν αναχωρήσουν. «Προλέγει αυτό, και για να ελέγξει την από απιστία δειλία τους και έτσι ώστε, μαθαίνοντάς το από πριν, να μην ταραχθούν απότομα τότε με το απροσδόκητο της διαταγής» (Ζ), και «οδηγούμενοι ξαφνικά σε χώρα, την οποία φοβούνταν» (Θφ). Ο Ιησούς σιγά-σιγά ανύψωνε την πίστη των μαθητών, ώστε να ξεκινήσουν για την Ιουδαία άφοβα και έτσι να δουν το μέγιστο των θαυμάτων (b). Το ξεκίνημα για επιστροφή στην Ιουδαία αποτελεί δοκιμασία για τους μαθητές. Αλλά ο Χριστός δεν λέει Πηγαίνετε στην Ιουδαία και εγώ θα μείνω εδώ. Όχι. Αλλά τι λέει; Ας πάμε στην Ιουδαία. Μη λησμονούμε λοιπόν, ότι ο Χριστός ουδέποτε ωθεί τον λαό του σε κίνδυνο, αλλά πάντοτε βρίσκεται δίπλα του και συνοδεύει αυτόν και όταν βαδίζει ανάμεσα στην κοιλάδα του κλαυθμώνος.
(3)  Και αυτό υπενθυμίζει τους κινδύνους, τους οποίους τελευταία είχαν διατρέξει στην Ιερουσαλήμ. «Ας πάμε στην Ιουδαία πάλι, από όπου είχε αναχωρήσει αποφεύγοντας τον λιθοβολισμό. Διότι αναχώρησε ως άνθρωπος· αλλά επέστρεφε, για να δείξει τη δύναμή του» (Αυ). Ερχόταν σε στιγμή, κατά την οποία η θλίψη των δύο αδελφών στη Βηθανία είχε κορυφωθεί και είχαν αυτές δοκιμάσει τον σκληρό αποχωρισμό από τον αδελφό τους. Ο Χριστός σηκώνεται για βοήθεια του λαού του, όταν φτάσει ο καιρός να δείξει σε αυτόν τις εύνοιές του. Και συχνά ο χρόνος τον οποίο εμείς θεωρούμε ως χειρότερο, αυτός είναι για την επέμβαση της θείας προστασίας ο καταλληλότερος. Όταν «χάθηκε η ελπίδα μας, φωνάξαμε», τότε «λέει ο Κύριος θα σας βγάλω από τους τάφους σας και θα γνωρίσετε ότι εγώ είμαι ο Κύριος, με το να ανοίξω τους τάφους σας και να βγάλω από τους τάφους το λαό μου» (Ιεζ. λζ 11,13). Στην άβυσσο της θλίψης, ας διώχνουμε μακριά τα νέφη της απόγνωσης, ενθυμούμενοι ότι οι κίνδυνοι και οι έσχατες δυσκολίες του ανθρώπου είναι κατάλληλοι καιροί για την προστατευτική επέμβαση του Κυρίου.

8 Λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· ραββί(1), νῦν(2) ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱἸουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις(3) ἐκεῖ(4);
8 Του λένε τότε οι μαθητές: «Διδάσκαλε, μόλις τώρα οι Ιουδαίοι ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν, κι εσύ θες να πας πάλι εκεί;»
(1)  Δες α 38.
(2)  «Με την έννοια του πριν λίγο» (Ζ). Αναφέρονται στην περίπτωση που εξιστορείται στο ι 31,39.
(3)  Για την χρήση του υπάγω στον Ιωάννη δες ζ 38.
(4)  Οι μαθητές «φοβόντουσαν μεν και για αυτόν, αλλά περισσότερο, μάλλον για τους εαυτούς τους· διότι δεν ήταν ακόμα ολοκληρωμένοι» (Χ). Όταν τα ιδιωτικά μας συμφέροντα συμπίπτουν με τα κοινά συμφέροντα, είμαστε έτοιμοι να επιδείξουμε περίσσιο ζήλο φαινομενικά μεν για τη δόξα του Κυρίου και για προαγωγή των κοινωνικών συμφερόντων και του γενικού καλού, στην πραγματικότητα όμως διότι προσπαθούμε να υπερασπίσουμε την ευμάρεια και την ασφάλειά μας. Είναι λοιπόν αναγκαίο στις περιστάσεις αυτές να διακρίνουμε καλά τα βαθύτερα ελατήριά μας.

9 Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας(1); Ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει(2), ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει(3)·
9 Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Δώδεκα ώρες δεν έχει η μέρα; Αν περπατάει κανείς τη μέρα δε σκοντάφτει, γιατί βλέπει το φως αυτού του κόσμου.
(1)  Ή, το όλο στάδιο της ζωής, σε όλα του τα μέρη, συγκρίνεται με ημέρα. Το στάδιο της ζωής του Ιησού ήταν ήδη προχωρημένο· βρισκόταν σε ώρα προχωρημένη της ημέρας του. Αλλά οπωσδήποτε ήταν ακόμη ημέρα (b). Η έννοια της ερώτησης και του όλου στίχου: Μπορώ να μεταβώ άφοβα στην Ιουδαία, όπου το καθήκον με καλεί. Οι 12 ώρες οι οποίες μου παραχωρήθηκαν από τον Πατέρα μου για την εκπλήρωση του έργου μου, δεν συμπληρώθηκαν ακόμη. Οι Ιουδαίοι δεν μπορούν να μου αφαιρέσουν ούτε ένα δευτερόλεπτο από τον χρόνο αυτόν. Για όσο ο ήλιος του θείου θελήματος φωτίζει τον δρόμο μου, δεν διατρέχω κανέναν κίνδυνο (g).
Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, ημέρα εδώ εννοεί «το φως της αρετής» (Ζ). Η έννοια λοιπόν του όλου σ.: «όπως ακριβώς εάν κάποιος περπατά σε κάθε μία από τις δώδεκα ώρες της ημέρας, δεν σκοντάφτει… έτσι και εάν κάποιος περπατά στο φως της αρετής, δεν σκοντάφτει σε κίνδυνο, διότι βλέπει το φως της αρετής και οδηγείται» (Ζ). «Αυτός που δεν συναισθάνεται για τον εαυτό του τίποτα το πονηρό δεν θα πάθει τίποτα κακό, αυτός όμως που πράττει τα κακά, θα πάθει. Επομένως εμείς δεν πρέπει να φοβόμαστε διότι τίποτα άξιο θανάτου δεν πράξαμε» (Χ).
(2)   Όπως ο άνθρωπος ο οποίος απολαμβάνει το φως της ημέρας, περπατά άφοβα και με ασφάλεια, έτσι και ο Κύριός μας διαβεβαιώνει, ότι μπορεί να επισκεφτεί την Ιουδαία με ασφάλεια, για όσο διαρκεί ο προδιαγεγραμμένος χρόνος της αποστολής του (ο).
(3)   Που εκπέμπεται από τον ήλιο. Υπαινίσσεται την πρόνοια του Πατέρα ως προς τον Ιησού και την πρόνοια του Χριστού ως προς τους πιστούς (b). Η έννοια είναι ότι ο Ιησούς θα απολαύσει την προστατευτική φροντίδα του Πατέρα του, εφόσον ακολουθεί την οδό του καθήκοντος, και όταν ακόμη η οδός αυτή τον φέρνει ανάμεσα στους πιο κακεντρεχείς εχθρούς του (ο). Κάτω από την γραμματική έννοια αυτών των λόγων κρύβεται μία μυστική έννοια. Είναι γραμματικά αλήθεια, ότι ο άνθρωπος βαδίζοντας κατά τη διάρκεια της ημέρας δεν σκοντάφτει, διότι βλέπει το φως του κόσμου αυτού, δηλαδή τον ήλιο. Αλλά ο Ιησούς μίλησε για τον εαυτό του ως φως του κόσμου (η 12) και υπαινίσσεται εδώ, ότι αυτός που περπατά στο φως του Χριστού δεν διατρέχει κάποιο κίνδυνο (β). «Αυτός που βλέπει το φως αυτού του κόσμου, είναι σε ασφάλεια. Αν όμως αυτός που βλέπει το φως αυτού του κόσμου, πολύ περισσότερο αυτός που είναι μαζί μου, εάν δεν απομακρύνει τον εαυτό του από εμένα» (Χ).
Οι μαθητές δεν έπρεπε να φοβούνται μεταβαίνοντας στην Ιουδαία μαζί με τον διδάσκαλό τους, διότι πρώτον είχε ακόμη καιρό δράσης προτού να φτάσει ο προσδιορισμένος χρόνος του πάθους του, και δεύτερον το να είναι κάποιος μαζί με το Χριστό ισοδυναμεί με το να είναι πάντοτε στο φως (τ). Εάν κάποιος περπατά μακριά από αυτόν σκοντάφτει όπως και στη νύχτα, διότι δεν έχει μέσα του φως (χ). Η ζωή του ανθρώπου είναι ημέρα που διαιρείται σε διάφορες ηλικίες, περιόδους και εποχές, σαν σε ώρες μακρύτερες ή συντομότερες κατά τον καθορισμό της αγαθής και σοφής πρόνοιας του Θεού. Η αλήθεια αυτή πρέπει να καθιστά εμάς πολύ επιμελείς και ακούραστους ως προς την επιτέλεση του έργου της ζωής μας. Εάν 12 είναι οι ώρες της ημέρας της ζωής μας, κάθε μία από αυτές πρέπει να γεμίζει με την επιτέλεση των καθηκόντων μας και καμία από αυτές δεν πρέπει να κατασπαταλάται. Επί πλέον εάν η διάρκεια της ζωής μας είναι καθορισμένη από την πρόνοια του Θεού, μην καταπτοούμαστε από τους κινδύνους και τα φόβητρά τους. Η ημέρα της ζωής μας θα παραταθεί έως ότου το έργο για το οποίο σταλθήκαμε εκπληρωθεί και η μαρτυρία μας επιτελεσθεί.

10 ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει(1), ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ(2).
10 Αν όμως περπατάει κανείς τη νύχτα, σκοντάφτει, γιατί, βέβαια, το φως δεν είναι μέσα του».
(1)  Ή, εκφράζεται εδώ σαφέστατα η μυστική έννοια (β)=αυτός που δεν περπατά στο φως του Υιού του Θεού, αλλά στο σκοτάδι, σκοντάφτει. Για όσο λοιπόν ο Χριστός είναι στον κόσμο (θ 5) οι μαθητές πρέπει να ακολουθούν αυτόν και όταν ακόμη βαδίζει προς τον κίνδυνο και τον θάνατο (χ).
Ή, με τη φράση «περπατά στη νύχτα» εδώ εννοεί την αυθαίρετη και παρά το θέλημα του Πατέρα απόπειρα για παράταση της ζωής του=Ο κίνδυνος του να σκοντάψω και να πέσω αρχίζει για εμένα, από τη στιγμή που, αποφεύγοντας από δειλία κάποιον προβλεπόμενο κίνδυνο, θα ήθελα να παρατείνω αυθαίρετα τον χρόνο της ζωής μου και να προσθέσω και μία άλλη, 13η ώρα στις 12 ώρες οι οποίες μου έχουν οριστεί. Ο ήλιος πλέον της θείας θέλησης δεν θα φώτιζε την πορεία μου (g). Και οι δύο ερμηνείες σοβαρές. Εάν κάποιος περπατά κατά την οδό της καρδιάς του και κατά την όψη των ματιών του και κατά την πορεία του κόσμου αυτού, εάν συμβουλεύεται τους σαρκικούς λογισμούς του μάλλον παρά το θέλημα και τη δόξα του Θεού, πέφτει σε πειρασμούς και παγίδες, τρέμει σαν σειόμενο φύλλο δένδρου και φεύγει χωρίς κανείς να τον διώκει.
(2)  Οι λόγοι του Κυρίου στους δύο αυτούς σ. είναι αντίστοιχοι με αυτούς στο θ 4. Μόνο, όπως παρατηρεί σωστά ο Lange, εκεί ήταν απόγευμα και ο Ιησούς έβλεπε τον ήλιο να δύει. Για αυτό και έλεγε: Δεν πρέπει να χάνω ούτε στιγμή, από όσες μου απομένουν για να φωτίζω τον κόσμο. Εδώ ήταν πρωί. Για αυτό παρατηρεί: Ο χρόνος, ο οποίος μου ορίστηκε, είναι αρκετός για να τελειώσω το έργο μου. Δεν πρέπει από δειλία να ζητήσω να προσθέσω κάποια ώρα στην ημέρα της εργασίας, η οποία από το Θεό μου καθορίστηκε (g).

11 Ταῦτα εἶπε(1), καὶ μετὰ τοῦτο(2) λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν(3) κεκοίμηται(4)· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω(5) αὐτόν.
11 Αυτά είπε, κι αμέσως ύστερα τους λέει: «Ο Λάζαρος ο φίλος μας κοιμήθηκε, πηγαίνω όμως να τον ξυπνήσω».
(1)  Με αυτό δηλώνεται, ότι τα λεγόμενα εφαρμόστηκαν στην παρούσα περίσταση. Η εφαρμογή αυτή βρίσκεται στα λόγια «αλλά πορεύομαι για να τον ξυπνήσω» (g). «Αφού έδωσε θάρρος σε αυτούς, προσθέτει στη συνέχεια και την αναγκαία αιτία της εκεί άφιξης και δείχνοντας ότι δεν πρόκειται να πάνε στα Ιεροσόλυμα, αλλά στη Βηθανία» (Χ). «Πρέπει να τρέξουμε στη σωτηρία του φίλου, παραβλέποντας τις κακές διαθέσεις των Ιουδαίων» (Κ).
(2)  Κάποιο διάλειμμα μεσολάβησε ανάμεσα στα λεγόμενα στους σ. 8-20 και σε αυτά στο σ. 11 (β,ο).
(3)  «Αξιόλογη αιτία με τραβά στην Ιερουσαλήμ· το ότι δηλαδή ο φίλος μας έχει κοιμηθεί» (Κ). «Δεν πηγαίνω για τα ίδια, για να συζητήσω δηλαδή πάλι και να συγκρουστώ με τους Ιουδαίους, αλλά για να ξυπνήσω το φίλο μου» (Χ). Κάνει έκκληση στα αισθήματα της φιλίας τους με το Λάζαρο (g). Διότι ο Λάζαρος ήταν φίλος των μαθητών, όπως και του διδασκάλου. Και υπαινίσσεται ότι εάν ο Ιησούς αναλάμβανε τον κίνδυνο του ταξιδιού στα Ιεροσόλυμα, έπρεπε και αυτοί να είναι έτοιμοι για αυτό (β). «Για αυτό είπε «ο φίλος μας», για να δείξει αναγκαία την παρουσία» (Χ). Υπάρχει συνθήκη φιλίας μεταξύ του Χριστού και των πιστών και κοινωνία αγάπης και δεσμοί εγκάρδιοι, τους οποίους ο Κύριος αναγνωρίζει χωρίς να ντρέπεται αυτούς. Εκείνους όμως τους οποίους ο Χριστός ευαρεστείται να αναγνωρίζει φίλους του, όλοι οι μαθητές του αναγνωρίζουν αυτούς και ως δικούς τους φίλους. Ο Χριστός μιλά εδώ στους μαθητές του για τον Λάζαρο σαν για κοινό φίλο. Αυτού του είδους την φιλία ούτε ο θάνατος ο ίδιος δεν είναι ικανός να την διαλύσει. Ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί λέει ο Κύριος· και όμως πηγαίνω για να ξυπνήσω αυτόν.
(4)  Κανείς δεν είχε αναγγείλει το θάνατο του Λαζάρου. Και όμως ο Ιησούς γνώριζε αυτόν (b) υπερφυσικά. Ο θάνατος ονομάζεται με πιο όμορφο τρόπο ύπνος τόσο στην Π.Δ. (Δευτ. λα 16, Β΄Βασ. ζ 12,Γ Βασ. α 21,Ιώβ γ 13,ιδ 12,κα 13,26,Ιεζ. λβ 20,21,28, όπως και στη συνηθισμένη φράση «κοιμήθηκε μαζί με τους πατέρες του»), όσο και στην Κ.Δ. (Μάτθ. κζ 52,Πράξ. ζ 60,ιγ 36,Α΄Κορ. ζ 39,ια 30,ιε 6,20,51,Β΄Πέτρ. γ 4 κλπ). Αλλά και στους μη Ιουδαίους συγγραφείς. Παρόλο όμως που η χρήση αυτή της λέξης δεν αποτελεί πρωτοτυπία του Χριστιανισμού ή και του Ιουδαϊσμού, όμως έγινε συχνότατη κατά τους χριστιανικούς χρόνους (β). «Διότι όντως ο πρόσκαιρός μας θάνατος του σώματος είναι ύπνος για το Θεό και τίποτα άλλο, ο οποίος καταργείται με ένα απλό και μόνο νεύμα… του Χριστού» (Κ). Εάν όντως ο θάνατος ονομάζεται ύπνος για τους πιστούς λόγω της επιβίωσης της ψυχής και της ανάστασης του σώματος στο μέλλον, πολύ περισσότερο θα μπορούσε να αποκληθεί έτσι στην παρούσα περίπτωση (F). «Ό,τι ο Κύριος είπε ήταν αληθινό. Για τις αδελφές του ο Λάζαρος ήταν νεκρός. Για τον Κύριο κοιμόταν. Ήταν νεκρός για τους ανθρώπους οι οποίοι δεν μπορούσαν να τον αναστήσουν· αλλά ο Κύριος ανέστησε αυτόν με τόση ευκολία από τον τάφο, με όση σηκώνεται από το κρεβάτι του ένας που κοιμάται» (Αυ).
Ο θάνατος για κάθε γνήσιο Χριστιανό είναι ύπνος. Αναπαύεται αυτός από τους κόπους της περασμένης ημέρας και παίρνει δυνάμεις για την επόμενη αιώνια και ανέσπερη ημέρα. Ο τάφος λοιπόν, ο οποίος για τους πονηρούς είναι φυλακή στην οποία φυλάσσονται για την ημέρα της εκτέλεσής τους, για τους δίκαιους είναι κρεβάτι ανάπαυσης ύπνου ήσυχου και ειρηνικού. Παρόλο που στον τάφο το σώμα φθείρεται, θα αναστηθεί κατά το πρωινό της ένδοξης ημέρας σώο και άφθαρτο, σαν να μην είχε ποτέ υποστεί την παραμικρή φθορά. Ο φίλος σας έχει κοιμηθεί, λέει και σε εμάς ο Κύριος για τους αγαπημένους μας που έφυγαν. Και δεν είναι δυνατόν ποτέ ο Κύριος να μας αποπλανά. Έχει κοιμηθεί ο γιος σας, ο πατέρας σας, η μητέρα σας, ο αδελφός σας. Έχει κοιμηθεί. Και ο μόχθος του τελείωσε, οι πόνοι του έλαβαν τέλος, οι λύπες του σταμάτησαν. Είναι πλέον μακριά από τις αθλιότητες του παρόντος αμαρτωλού κόσμου. Και πορεύομαι για να τον ξυπνήσω. Ναι· έρχεται. Και είναι πολύ κοντά. Χίλια έτη στα μάτια του Κυρίου είναι σαν η μέρα η χθεσινή. Και το διάστημα μεταξύ του τάφου και της ανάστασης των αγαπημένων μας, οσοδήποτε μακρό και αν φαίνεται σε εμάς, οι οποίοι μετά από λίγο θα τους συναντήσουμε, είναι απαλλαγμένο για του εν Κυρίω κεκοιμημένους από κάθε αγωνιώδη αναμονή και ελπίδα που για πολύ αναβάλλεται. Ζουν αυτοί στο φως. Και ο Κύριος εντός ολίγου θα τους αναστήσει.
(5)  «Υποδηλώνει την ευκολία της ανάστασης» (Ζ).

12 Εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Κύριε, εἰ κεκοίμηται(1), σωθήσεται(2).
12 Του είπαν τότε οι μαθητές: «Κύριε, αν κοιμήθηκε, θα γίνει καλά».
(1)  Έχουν ήδη υπ’ όψη την βεβαίωση του Ιησού στο σ. 4, ότι αυτή η ασθένεια δεν είναι προς θάνατον. Ακούγοντας λοιπόν τώρα ότι ο Λάζαρος έχει κοιμηθεί, «μη κατανοώντας την δύναμη του λόγου, νόμισαν ότι ο Ιησούς μιλούσε για κοίμηση ύπνου, το οποίο πολλές φορές συμβαίνει στους αρρώστους και φέρνει ξεκούραση» (Κ), και «είναι για τους ασθενείς συνήθως σημάδι ανάρρωσης» (Αυ).
(2)  Θα θεραπευτεί από μόνος του χωρίς την παρέμβασή σου. «Αυτό δεν το είπαν άσκοπα, αλλά επειδή ήθελαν να εμποδίσουν την εκεί παρουσία. Λες, λένε, ότι κοιμάται; Επομένως δεν είναι επείγον το να πας εκεί» (Χ). Για την χρήση του σώζω στην περίπτωση ανάκτησης της υγείας δες Ιω. γ 17 (β).

13 Εἰρήκει δὲ ὁ Ἰησοῦς(1) περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως(2) τοῦ ὕπνου λέγει.
13 Ο Ιησούς όμως είχε μιλήσει για το θάνατό του, ενώ εκείνοι νόμισαν πως μιλάει για το συνηθισμένο ύπνο.
(1)  Παρενθετική επεξήγηση από εκείνες, οι οποίες συνήθως χρησιμοποιούνται στο δ΄ευαγγέλιο. Ο συγγραφέας εφιστά την προσοχή στην παρανόηση των μαθητών, οι οποίοι νόμισαν, ότι ο Ιησούς χρησιμοποίησε τη λέξη κοιμάμαι για τον φυσικό ύπνο, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμοποίησε αυτήν για το θάνατο (β).
(2)  Όρος γενικότερος, που καθορίζεται ειδικότερα με την ακόλουθη λέξη: «ύπνος» (g). Λέξη από αυτές που λέγονται μοναδική φορά στην Κ.Δ.. Στους Ο΄ συναντιέται κατ’ ευφημισμό για δήλωση του ύπνου του θανάτου στο Σοφ. Σειράχ μστ 19, μη 13 και πουθενά αλλού με οποιαδήποτε έννοια (β).

14 Τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς παρρησίᾳ(1)· Λάζαρος ἀπέθανε(2),
14 Τότε λοιπόν ο Ιησούς τους μίλησε καθαρά: «Ο Λάζαρος πέθανε», τους λέει,
(1) = «Φανερά» (Ζ)· «το φανέρωσε καθαρότερα λέγοντας ότι πέθανε» (Κ). Μιλά τώρα με σαφήνεια και όχι αινιγματικά. Για αυτήν την έννοια της λέξης παρρησία δες ζ 4 και ιστ 25.
(2) Πρόκειται για γνώση την οποία ο Ιησούς δεν ήταν δυνατόν να έχει από ανθρώπινη πηγή, αλλά έλαβε αυτήν υπερφυσικά αντλώντας αυτήν από την παντογνωσία της θείας φύσης μέσα του. Ως τέτοια η γνώση αυτή ήταν κατάλληλη για να εμπνεύσει στους μαθητές θαυμασμό και φόβο (ο). Ο Χριστός λαμβάνει γνώση του θανάτου των αγίων του, διότι «είναι τίμιος στα μάτια του Κυρίου ο θάνατος των οσίων του» (Ψαλμ. ριε 6). Ασφαλώς λοιπόν δεν ευαρεστείται ο Κύριος, εάν και εμείς δεν θεωρούμε ως τίμιο και ένδοξο και ως θριαμβευτική έξοδο από τον κόσμο αυτόν τον θάνατο των εκλεκτών του, αλλά θλιβόμαστε υπερβολικά για αυτόν.

15 καὶ χαίρω δι’ ὑμᾶς(1), ἵνα πιστεύσητε(2), ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ(3)· ἀλλ’ ἄγωμεν(4) πρὸς αὐτόν(5).
15 «και χαίρομαι για σας, για να πιστέψετε, επειδή δεν ήμουν εκεί όταν πέθανε· ας πάμε όμως κοντά του».
(1)  Επεξηγείται από το «για να πιστέψετε». Παρόλο που ο φίλος του Λάζαρος ήταν νεκρός και οι αδελφές του βρίσκονταν σε θλίψη, ο Ιησούς χαίρεται, διότι είχε πεποίθηση όχι μόνο ότι ο Λάζαρος θα ανακαλούνταν στη ζωή, αλλά και διότι το θαύμα αυτό της ανάστασης του Λαζάρου θα αύξανε την πίστη των μαθητών του (β).
(2)  «Λέει για τον εαυτό του ότι χαίρεται, όχι λόγω φιλοδοξίας, επειδή επρόκειτο να κάνει θαύμα, αλλά διότι αυτό επρόκειτο να γίνει αιτία στο να πιστέψουν οι μαθητές» (Κ).
«Για να πιστέψετε περισσότερο, όταν δείτε αυτόν να ανασταίνεται» (Ζ). Το ««για να πιστέψετε» πρέπει να θεωρήσουμε ότι σημαίνει: για να γίνει η πίστη σας τελειότερη και ισχυρότερη» (Αυ). «Για να σταθεροποιηθείτε στην πίστη» (Ω).
«Θα στηριχτείτε περισσότερο στην πίστη σε εμένα, όταν με δείτε να μπορώ και αυτό το οποίο δεν είχα επιδείξει πιο πριν, να αναστήσω δηλαδή νεκρό στον οποίο έχει ήδη αρχίσει η αποσύνθεση και βρωμάει» (Θφ). Οι μαθητές πίστευαν ήδη, διότι αλλιώς δεν θα ήταν μαθητές. Αλλά η πίστη τους αύξανε και οι 12 αισθάνονταν τώρα, ότι αυτή ήταν επιδεκτική αύξησης. Δες Λουκ. ιζ 5 (β). Στην αύξηση λοιπόν αυτήν της πίστης κάθε νέος βαθμός που αποκτιέται κάνει αισθητό στον πιστό τον προηγούμενο βαθμό ως κατάσταση απιστίας (g).
«Και όταν μεν έλεγε: Έχει κοιμηθεί, λέει Πορεύομαι για να τον ξυπνήσω, όταν όμως είπε: Πέθανε, δεν πρόσθεσε πλέον Πορεύομαι για να τον αναστήσω· διότι δεν ήθελε να προαναγγείλει με τα λόγια, αυτά που με τα έργα επρόκειτο να βεβαιώσει, διδάσκοντάς μας παντού να μην κενοδοξούμε» (Χ).
(3)  «Το να πει «διότι δεν ήμουν εκεί», φανερώνει το εξής: αν ήμουν εκεί, δεν επρόκειτο να πεθάνει, διότι θα τον σπλαχνιζόμουν και λίγο άρρωστος που θα ήταν· τώρα όπως που εγώ απουσιάζω συνέβη ο θάνατος, έτσι ώστε αφού τον αναστήσω, να προξενήσω σε εσάς μεγάλη ωφέλεια με την πίστη σε εμένα» Κ). Όταν συμφορές, που προκαλούν δάκρυα και θρήνους, πέφτουν πάνω μας, ας μη νομίζουμε, ότι αυτές μας συνέβησαν, διότι ο Κύριος δεν είναι μαζί μας. Η πρόνοια του Θεού δεν είναι ξένη με αυτές. Υποκρύπτεται σε αυτές το θέλημα του Θεού, «ο οποίος προβλέπει για εμάς κάτι καλύτερο». Ας τις δεχόμαστε ότι προέρχονται από την αγάπη του και ας υπομένουμε αυτές σκεφτόμενοι ότι ετοιμάζουν κάτι καλύτερο για εμάς, από όσο εάν ήμασταν απαλλαγμένοι από αυτές. Οι φίλοι του Ιησού καταλήγουν σε ευλογημένο τέρμα σε όλες τις θλίψεις τους. Ειρήνευε λοιπόν εν Κυρίω και περίμενε αυτόν, βέβαιος ότι θα έλθει ημέρα, κατά την οποία θα πεις και εσύ: Ο Κύριος ήταν πάντοτε μαζί μου και με έβγαλε σε αναψυχή.
(4)  «Για να μην φανούμε αφιλόστοργοι» (Ζ). Με αυτό ζητά να νικήσει τελείως και το τελευταίο λείψανο αντίρρησής τους (g). «Το «δεν ήμουν» και το «ας πάμε» και τα παρόμοια, τα λέει ως άνθρωπος» (Ζ).
(5)  Ή, στον τόπο όπου βρίσκεται νεκρός (b). Ή, πιο σωστά «Το «ας πάμε προς αυτόν» το λέει σαν να πρόκειται για ζωντανό· διότι ζουν για αυτόν, ως Θεός που είναι, οι νεκροί, επειδή πρόκειται να ζήσουν» (Κ), και πολύ περισσότερο ο Λάζαρος, του οποίου η ανάσταση πλησίαζε. Δεν λέει: Ας πάμε προς τις αδελφές του Λαζάρου, για να παρηγορήσουμε αυτές, αλλά Ας πάμε προς αυτόν. Διότι ο Χριστός μπορεί «στους νεκρούς να κάνει θαυμάσια». Ο θάνατος ο οποίος χωρίζει εμάς από όλους τους άλλους φίλους μας, δεν μπορεί να χωρίσει εμάς από την αγάπη και την δύναμη του Χριστού, ούτε να μας απομακρύνει από αυτόν ώστε να μην φθάνει στα αυτιά μας η φωνή της κλήσης του.

16 Εἶπεν οὖν(1) Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος(2) τοῖς συμμαθηταῖς(3)· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ(4).
16 Τότε ο Θωμάς, που λεγόταν Δίδυμος, είπε στους άλλους μαθητές: «Πάμε κι εμείς, να πεθάνουμε μαζί του».
(1)  Σε συνέχεια της προτροπής του Ιησού «ας πάμε σε αυτόν», είπε ο Θωμάς.
(2)  Το όνομα Θωμάς είναι αραμαϊκό και εβραϊκό και μεταφραζόμενο στην ελληνική σημαίνει Δίδυμος. Ίσως δόθηκε σε αυτόν το όνομα αυτό «διότι γεννήθηκε την ίδια ώρα μαζί με αδελφό» (Ζ). Τρεις φορές στον Ιωάννη (δες και κ 24,κα 2) προστίθεται στο όνομα Θωμάς η φράση ο λεγόμενος Δίδυμος, ονομασία που δεν συναντιέται στους Συνοπτικούς. Αυτό υπαινίσσεται (δες δ 25) ότι ο απόστολος αποκαλούνταν Δίδυμος στους κύκλους των Ελλήνων· διότι, εάν ο Ιωάννης είχε την πρόθεση μόνο να ερμηνεύσει το όνομα Θωμάς, θα έλεγε πιθανότερα «το οποίο ερμηνεύεται Δίδυμος», όπως στο α 42 (β). Κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές βλέπουν μέσα στο όνομα Δίδυμος υπαινιγμό για το ότι ο Θωμάς είχε μέσα του δύο ανθρώπους, έναν πιστό και έναν άπιστο, έναν Ιακώβ και έναν Ησαύ! Ήταν άνθρωπος δίψυχος! (g).
(3)  Από τις λέξεις που λέγονται μοναδική φορά στην Κ.Δ. Μάλλον αναφέρεται στους 12 παρά στον ευρύτερο κύκλο των μαθητών, όπως φαίνεται από τα συμφραζόμενα (β).
(4)  «Ο λόγος του Θωμά έχει μεν προθυμία, έχει όμως και δειλία. Και ειπώθηκε μεν από φιλόθεο φρόνημα, αλλά έχει αναμιχτεί με την ολιγοπιστία. Διότι δεν ανέχεται να αφήσουν μόνο τον Ιησού, αλλά πείθει και τους άλλους. Όμως θεωρεί ότι πρόκειται να πάθουν από τους Ιουδαίους… Λέει λοιπόν ότι δεν πρέπει να χωριστούν από τον διδάσκαλο παρόλο που βρίσκεται μπροστά αναμφίβολος κίνδυνος» (Κ).
Ο λόγος αυτός του Θωμά προδίδει περισσότερη αγάπη προς το πρόσωπο του Ιησού παρά πίστη στη σοφία των διαβημάτων του. Να η έννοια: Εάν θέλει να τον φονεύσουν, ας πάμε να φονευτούμε και εμείς μαζί του.
«Θα ήταν μεν καλό, λέει, να πειστεί και να μείνει και να αποφύγει την επιβουλή των εχθρών· αλλά αφού αυτό φάνηκε οπωσδήποτε καλό σε αυτόν, το να πάει δηλαδή, ας πάμε και εμείς μαζί· διότι είναι καλύτερο, αν πεθάνει να συμμετέχουμε στο θάνατο, παρά φροντίζοντας για τη δική μας σωτηρία, να εγκαταλείψουμε τον διδάσκαλο» (Θμ).
Ο Θωμάς, που μιλά εδώ, είναι ακριβώς εκείνος, όπως τον ξαναβρίσκουμε και στο Ιω. ιδ 5 και κ 25. Τόσο εδώ όσο και εκεί τα λόγια του μαρτυρούν πολλή ειλικρίνεια και αποφασιστικότητα, αλλά λίγη διάθεση να υποτάξει το ορατό στο αόρατο. Η συμφωνία αυτή η μη προμελετημένη στο ρόλο προσώπων δευτερευόντων αποτελεί ένα από τα ζωηρά χαρακτηριστικά της αφήγησης του Ιωάννη και μία από τις καλύτερες αποδείξεις για την ιστορική αλήθεια του δ΄ ευαγγελίου (g). «Για να πεθάνουμε μαζί του». Είναι προτιμότερο να πεθάνουμε και να πάμε μαζί με τους εν Χριστώ φίλους μας και αδελφούς μας προς τον κόσμο εκείνο, ο οποίος έχει εμπλουτιστεί από την ομήγυρή τους, η οποία αποτελεί πανηγύρι πρωτοτόκων, παρά να μένουμε πίσω από αυτούς στον κόσμο αυτόν, ο οποίος ολοένα γίνεται για μας φτωχότερος και γυμνότερος με την αναχώρησή τους από αυτόν. Όσο περισσότεροι φίλοι μας φεύγουν για τον κόσμο εκείνον, τόσο ασθενέστεροι γίνονται οι δεσμοί, που μας συνδέουν με τον παρόντα υλικό κόσμο και τόσο περισσότερο έλκονται οι καρδιές μας προς τον ουρανό.

17 Ἐλθὼν(1) οὖν ὁ Ἰησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα(2) ἐν τῷ μνημείῳ.
17 Όταν λοιπόν έφτασε ο Ιησούς, ο Λάζαρος βρισκόταν κιόλας τέσσερις μέρες στο μνήμα.
(1)  Η εκφορά με τη μετοχή προσδίδει εξ’ ολοκλήρου την έμφαση στο ρήμα που ακολουθεί (ο).
(2)  «Για αυτό και λέει το διάστημα των ημερών μετά το θάνατο του Λαζάρου, για να θαυμαστεί ακόμη περισσότερο το θαύμα» (Κ). Για τον υπολογισμό των 4 ημερών δες σ. 6. Οι ο,F, υπολογίζουν τις 4 ημέρες δεχόμενοι, ότι ο Λάζαρος ξεψύχησε αμέσως μετά την αναχώρηση του απεσταλμένου προς τον Ιησού=Μία ημέρα του ταξιδιού του απεσταλμένου, 2 ημέρες διαμονής του Ιησού στον ίδιο τόπο και μία του ταξιδιού του Ιησού. Σύμφωνα με τον μ. η ταφή συνήθως στην Ανατολή γινόταν την ίδια την ημέρα του θανάτου.

18 Ἦν(1) δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν Ἱεροσολύμων(2) ὡς ἀπὸ(3) σταδίων δεκαπέντε(4),
18 Η Βηθανία ήταν κοντά στα Ιεροσόλυμα, σε απόσταση δεκαπέντε περίπου στάδια.
(1)  Από τη χρήση του παρατατικού Ἦν… κάποιοι εξηγητές συμπεραίνουν, ότι την εποχή που έγραφε ο ιερός Ευαγγελιστής, αρκετά μετά την καταστροφή της Ιερουσαλήμ, είχε υπ’ όψιν και αυτήν εδώ την Βηθανία ως καταστραμμένη επίσης (κ).
(2)  «Από εδώ φαίνεται ότι ήταν λογικό να παραβρίσκονται πολλοί από τα Ιεροσόλυμα» (Χ). «Διότι δεν ήταν πολλή η απόσταση του δρόμου που εμπόδιζε τους αγαπημένους φίλους να είναι μαζί με την Μάρθα και τους δικούς της, δηλαδή επειδή το θαύμα έγινε ξακουστό στην Ιερουσαλήμ σε όλους και στα περίχωρα, αναφέρει την αιτία, ότι δηλαδή επειδή ήταν πολλοί εκεί (κατά το θαύμα), όπως ήταν λογικό διαδόθηκε παντού ο λόγος»» (Κ).
(3)  Η απόσταση υπολογίζεται για πρόσωπο που αναχωρεί από τα Ιεροσόλυμα· έτσι εξηγείται η χρήση της πρόθεσης από (g).
(4)  Το στάδιο εξισωνόταν με 185 μέτρα (F). Δεκαπέντε στάδια λοιπόν αποτελούσαν απόσταση 40 περίπου λεπτά της ώρας (g).

19 καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων(1) ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ(2) Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται(3) αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν(4).
19 Πολλοί από τους Ιουδαίους της πόλης είχαν έρθει στη Μάρθα και τη Μαρία, να τις παρηγορήσουν για το θάνατο του αδερφού τους.
(1)  Στον Ιωάννη (δες α 19,ε 10) ο όρος Ιουδαίοι σημαίνει τους εχθρικά διακείμενους προς τον Ιησού (β). Η συνέχεια αποδεικνύει, ότι διατηρεί και εδώ την κακή αυτή έννοια (g).
(2)  Υπάρχει και η γραφή που μαρτυρείται επαρκώς: προς την Μάρθαν και Μαρίαν. Αλλά και η παρούσα γραφή είναι σοβαρή επειδή παρουσιάζει την Μάρθα και την Μαρία να περιβάλλονται από το υπηρετικό προσωπικό του σπιτιού τους. Προϋποθέτει λοιπόν ότι οι δύο αδελφές ήταν κάπως εύπορες (g).
(3)  «Πώς εξηγείται ότι τις παρηγορούσαν ενώ ήταν αγαπημένες του Χριστού, παρόλο που είχαν συμφωνήσει (το Συνέδριο των Ιουδαίων), εάν κάποιος ομολογήσει τον Χριστό να γίνει αποσυνάγωγος; Ή, λόγω της ανάγκης της συμφοράς, ή επειδή τις σέβονταν λόγω τις ευγένειάς τους, ή ήταν παρόντες οι μη πονηροί· διότι πολλοί και από αυτούς πίστεψαν» (Χ). Η οικία της Μάρθας ήταν οικία, όπου κυριαρχούσε ο φόβος του Θεού και όπου οι θείες ευλογίες αναπαύονταν. Παρ’ όλα αυτά να που τώρα είναι οικία πένθους. Η χάρη διώχνει τη θλίψη από τις καρδιές, όχι όμως και από τα σπίτια.
(4)  Δες Α΄ Βασ. λα 13,Α΄Παρ. ι 12, Ιουδ. ιστ 24, όπου γίνεται λόγος για πένθος 7 ημερών για θάνατο όμως βασιλιάδων. Από αυτό συμπέραναν, ότι επικρατούσε γενικώς στους Ιουδαίους η συνήθεια, να τηρείται περίοδος τριήμερου μεν πένθους αυστηρότατου, μετά από το οποίο ακολουθούσε τετραήμερο πένθος λιγότερο αυστηρό, και έπειτα συμπληρωνόταν τριακονθήμερο συνολικά πένθος (Lightfoot στον β). Εάν δεχτούμε τη συνήθεια αυτή ως μαρτυρημένη εξηγείται η συρροή επισκεπτών και κατά την τέταρτη ημέρα από το θάνατο του Λαζάρου.
Όπου υπάρχουν θλιβόμενοι, εκεί πρέπει να συρρέουν και αυτοί που παρηγορούν. Είναι υποχρέωσή μας να κλαίμε με αυτούς που κλαίνε και να παρηγορούμε αυτούς. Όταν βρισκόμαστε κάτω από το βάρος της θλίψης, εύκολα λησμονούμε εκείνα, τα οποία είναι ικανά να μας παρηγορήσουν, και για αυτό έχουμε ανάγκη από εκείνους, οι οποίοι θα μας τα υπενθυμίσουν. Είναι πραγματικό έλεος και αληθινή ευσπλαχνία να έχουμε τέτοιους ανθρώπους όταν βρισκόμαστε σε θλίψη, και είναι καθήκον και υποχρέωσή μας να γινόμαστε και εμείς κομιστές τέτοιας παρηγοριάς σε αυτούς που βρίσκονται σε δοκιμασία.

20 Ἡ οὖν Μάρθα(1) ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ(2)· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο(3).
20 Όταν όμως η Μάρθα έμαθε ότι έρχεται ο Ιησούς, πήγε να τον προϋπαντήσει, ενώ η Μαρία έμεινε στο σπίτι.
(1)  Η Μάρθα είχε ζωηρό και υπηρετικό χαρακτήρα και ήταν αεικίνητη, για αυτό και πρώτη άκουσε… την είδηση της άφιξης του Σωτήρα και έτρεξε μάλλον να τον προϋπαντήσει (δ). «Ακούγοντας αυτή μόνη αυτό, δεν το μοιράστηκε και με την αδελφή» (Ζ).
(2)  Τον συνάντησε έξω από το σπίτι και έξω από τη Βηθανία. Η Μάρθα σπεύδει για συνάντηση του Ιησού ενεργώντας με την δραστηριότητα η οποία διακρίνει τον χαρακτήρα της σύμφωνα με το κατά Λουκάν ευαγγέλιο (χ). Παραβίασε τους τύπους της ευγένειας και άφησε τους επισκέπτες της και μολονότι ήταν θλιμμένη έτρεξε να προϋπαντήσει τον Διδάσκαλο. Όταν ο Κύριος έρχεται με τη χάρη του ή με την πρόνοιά του προς εμάς μέσα από δρόμους ελέους και παρηγοριάς, οφείλουμε να σπεύδουμε και εμείς προς αυτόν με πίστη ελπίδα και αγάπη.
(3)  Η Μαρία που είχε σταθερό βίο και ήρεμο χαρακτήρα καθόταν στο σπίτι (δ), «δεχόμενη τις φροντίδες αυτών που την παρηγορούσαν» (Κ). Πάντως δεν γνώριζε ότι ο Ιησούς ήλθε. Διότι αμέσως μόλις έμαθε αυτό, άφησε τους επισκέπτες και έσπευσε για συνάντηση του Ιησού. Όποιες οι δύο αδελφές μάς περιγράφονται στο Λουκ. ι 38 και εξής, τέτοιες βρίσκονται και εδώ (g). Η Μάρθα ασχολείται και εκεί με τις οικιακές φροντίδες, ενώ η Μαρία κάθεται στα πόδια του Ιησού. Συνολικά λοιπόν η εικόνα της Μαρίας παρουσιάζει κάποια αντίθεση με αυτήν της Μάρθας· «Η Μαρία ήταν πιο συνετή… είχε πιο αισθηματική ψυχή, ενώ η Μάρθα ήταν πιο απλή, ήταν μεν μεθυσμένη από το πάθος (της λύπης), αλλά το υπέμενε πιο γενναία» (Κ).

21 Εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν Ἰησοῦν(1)· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε(2), ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει(3).
21 Είπε τότε η Μάρθα στον Ιησού: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα πέθαινε ο αδερφός μου.
(1)  Με τον ίδιο τρόπο εκφράζεται και η Μαρία στο σ. 32. Από αυτό μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι τα λόγια αυτά επαναλάμβανε η κάθε μία από τις δύο πριν το θάνατο του αδελφού τους (b), αλλά και κατά τις 4 ημέρες που ακολούθησαν τον θάνατο (F,β).
(2)  Ή, «ελαφρώς τον κατηγορεί εμμέσως, επειδή άργησε και δεν ήλθε αμέσως όταν μπορούσε να βοηθήσει» (Κ). Ή, πιο σωστά, η Μάρθα δεν παραπονιέται, ότι ο Ιησούς άργησε να ξεκινήσει, αλλά μόνο εκφράζει τη θλίψη της, ότι το προς τον Ιησού μήνυμα δεν έφθασε νωρίτερα (τ). Από αυτό συμπεραίνουν κάποιοι από τους νεώτερους ερμηνευτές (g,κ), ότι η Μάρθα είχε υπ όψιν, ότι ο Λάζαρος πέθανε πριν ακόμη το μήνυμα της ασθένειάς του φθάσει στον Ιησού.
(3)  Υπάρχει και η γραφή απέθανε. Ο υπερσυντέλικος=δεν θα ήταν κατά τη στιγμή αυτή βυθισμένος στο θάνατο (g).

22 Ἀλλὰ καὶ νῦν(1) οἶδα(2) ὅτι ὅσα ἂν(3) αἰτήσῃ(4) τὸν Θεόν(5), δώσει σοι ὁ Θεός(5).
22 Ξέρω όμως πως και τώρα, ό,τι κι αν ζητήσεις από το Θεό, αυτός θα σου το δώσει.
(1)  Με έμφαση=Ακόμη και τώρα που ο Λάζαρος έπαυσε να ζει (F). Υπάρχει και η γραφή χωρίς το «αλλά», το οποίο δεν είναι αναγκαίο, αφού το «και» χρησιμοποιείται πολλές φορές από τον Ιωάννη αντιθετικά· δες α 10 (β).
(2)  Η Μάρθα από τη μία είχε σχηματίσει κάποια ελπίδα από τα λόγια του Κυρίου στο σ. 4 «αυτή η ασθένεια δεν είναι προς θάνατον», τα οποία αναμφίβολα διαβιβάστηκαν στη Μάρθα (b), από την άλλη βεβαίως είχε υπόψη την θαυματουργική δράση του Κυρίου και τις νεκραναστάσεις που κατά το παρελθόν συντελέστηκαν από αυτόν, όπως αυτές του γιου της χήρας της Ναΐν και της κόρης του Ιαείρου.
(3)  «Ντρέπεται κατά βάθος να ζητήσει φανερά αυτό που θέλει» (Κ). Η αόριστη έκφραση ὅσα ἂν, υπονοεί ότι το ζητούμενο είναι κάτι εξαιρετικά μεγάλο για να εκφραστεί. Υπάρχει μία συστολή γεμάτη λεπτότητα στην έμμεση αυτή αίτηση (g).
(4)  Ο Ιησούς, όταν μιλά για τον εαυτό του λέει εδεήθην (Λουκ. κβ 32) και ερωτήσω (Ιω. ιδ 16,ιστ 26,ιζ 9,15,20) αλλά ουδέποτε αιτούμαι… το οποίο φαίνεται να είναι λέξη λιγότερο αρμοστή (b) σε Θεό. «Είχε η Μάρθα πίστη στο Χριστό, αλλά όχι όση έπρεπε. Για αυτό και» (Θφ) «σφάλλει όσον αφορά την αλήθεια αφού δεν μιλά σαν σε Θεό, αλλά σαν σε κάποιον από τους αγίους, θεωρώντας ότι, λόγω της σάρκας (ανθρώπινης φύσης) που έβλεπε, όσα τυχόν ζητήσει ως άγιος τα παίρνει από το Θεό» (Κ). «Διότι δεν είπε: Όσα θέλεις θα κάνεις, αλλά όσα ζητήσεις, θα σου τα δώσει» (Θφ). Η Μάρθα με πολύ πόθο εκφράζει πίστη στον Ιησού ως τον Υιό του Θεού (στο σ. 27). Καταλαβαίνει, αμυδρά όμως, ότι ο Ιησούς βρισκόταν σε ειδική σχέση με το Θεό (β).
(5)  Η επανάληψη του «ο Θεός» στο τέλος της πρότασης είναι με έμφαση.

23 Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου(1).
23 «Ο αδερφός σου θ’ αναστηθεί», της λέει ο Ιησούς.
(1)  «Απάντηση διφορούμενη» (Αυ). Ο Ιησούς δεν καθορίζει αμέσως το χρόνο, αλλά δοκιμάζει την πίστη της Μάρθας (b). Τι θέλει να διδάξει αυτήν;
Ή, «σχεδόν την ελέγχει ελαφρώς και λέει: θα αναστηθεί όπως θέλεις, αλλά όχι όπως εσύ νομίζεις· εσύ κάνε την προσευχή, αλλά μη δίνεις εντολή σε εμένα τον θαυματουργό, ο οποίος μπορώ με δική μου δύναμη να αναστήσω το νεκρό» (Κ)· «δεν χρειάζομαι άλλη βοήθεια, όλα από μόνος μου τα κάνω» (Χ). «Δεν είπε σε αυτήν, Ναι θα ζητήσω από το Θεό και θα μου δώσει… αλλά χρησιμοποίησε μία ενδιάμεση μεν λέξη, αλλά με όσα ακολουθούν κάνει φανερότερη την δική του αυθεντία και εξουσία» (Θφ).
Ή, ο Κύριος διαφωτίζει αυτήν πρώτον ως προς την πνευματική και ζωοποιό δύναμή του, η οποία εξασφαλίζει την ανάσταση και τη ζωή των πιστών και απαλλάσσει αυτούς για πάντα και όχι προσωρινά μόνο από τη δύναμη και κυριαρχία του θανάτου (ο). Η γενικότητα της απάντησης συντελεί ώστε η Μάρθα να θεωρήσει αυτήν ότι αναφέρεται στην καθολική ανάσταση. Η πίστη στην ανάσταση των ευσεβών Ισραηλιτών, που διακηρυττόταν ήδη στα Δαν. ιβ 2,Β΄ Μακ. ζ 9,14 και εξής, όπως και στους Ψαλμούς Σολομώντος (γ 16), οι οποίοι συγγράφηκαν γύρω στο 80 π.Χ., ήταν γενικώς διαδεδομένη στους Ισραηλίτες. Καθόλου απίθανο την ίδια φράση να είχαν επαναλάβει στις δύο αδελφές κατά τις 4 τελευταίες ημέρες και πολλοί από αυτούς που τις παρηγορούσαν (g,β). Είναι εξαιρετικά παρήγορο για εμάς, όταν έχουμε αγαπητούς στον τάφο, να θυμόμαστε ότι αυτοί οπωσδήποτε μία ημέρα θα αναστηθούν. Να φέρνεις πάντοτε στη σκέψη σου τον Ιησού να λέει: Οι γονείς σου, το παιδί σου, η σύζυγός σου, ο φίλος σου θα αναστηθούν. Τα ξηρά αυτά οστά θα ζήσουν πάλι.

24 Λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα(1) ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇἐσχάτῃ ἡμέρᾳ(2).
24 «Το ξέρω πως θ’ αναστηθεί, όταν θα γίνει η ανάσταση στην έσχατη ημέρα», του απάντησε η Μάρθα.
(1)  Οι Ιουδαίοι λοιπόν πίστευαν στην ανάσταση (b). «Γνωρίζω αυτό· πιστεύω δηλαδή ότι ανασταίνονται οι νεκροί» (Κ). Δεν εκδηλώνει ολιγοπιστία, αλλά όπως συνήθως και πολλοί θλιμμένοι αδυνατεί να αντλήσει επαρκή άμεση παρηγοριά από την πίστη στην καθολική ανάσταση. Η εσχάτη ημέρα φαίνεται να είναι πολύ μακριά (β). Η πίστη της Μάρθας είναι μεν ισχυρή, δεν έχει όμως ακόμη σε αρκετό βαθμό αντικείμενό της το πρόσωπο του Κυρίου (g).
(2)  Η τελευταία όλων των ημερών, η αμέσως προηγούμενη της εγκαθίδρυσης του ενδόξου αιώνος του Χριστού· δες Ιω. στ 39,44 και ιβ 48 (G).

25 Εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς(1)· ἐγώ εἰμι(2) ἡ ἀνάστασις(3) καὶ ἡ ζωή(4). Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται(5)·
25 Τότε ο Ιησούς της είπε: «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή· εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα, και αν πεθάνει, θα ζήσει·
(1)  «Πρώτα μεν λοιπόν είπε με μέτριο τρόπο «θα αναστηθεί ο αδελφός σου», επειδή όμως εκείνη δεν κατάλαβε, αποκαλύπτει λοιπόν την κρυμμένη εξουσία του και ανεβάζει το νου της» (Ζ).
(2)  Στο παρόν και όχι περιορισμένα στο μέλλον. Μην υποθέτεις, Μάρθα, ότι σε παραπέμπω στο απώτερο μέλλον (b).
(3)  Αυτούσιος δηλαδή η ανάσταση και η ζωή, η πλήρης και τέλεια ενσάρκωσή τους, και κατά συνέπειαν και ο μόνος ασφαλής φορέας τους στους ανθρώπους (κ). Εγώ είμαι «η δύναμη της ανάστασης και η πηγή της ζωής, αυτός που ανασταίνει και δίνει ζωή ως Θεός» (Ζ).
(4)  «Ο Κύριος είπε τον εαυτό του ζωή, όχι ζώο. Διότι το μεν ζώο είναι δεκτικό ζωής, η ζωή όμως παρέχει το να ζει κάποιος. Όπως η σοφία και ο σοφός· ο μεν σοφός λαμβάνει, η δε σοφία δίνει» (αμ).
Ή, λέγεται για την μακάρια ζωή μετά την ανάσταση. «Καρπός βεβαίως και τιμή της πίστης στο Χριστό, είναι η αιώνια ζωή… Διότι παρόλο που λόγω του Χριστού ανασταινόμαστε όλοι, αλλά ζωή αληθινή είναι αυτή, το να ζει δηλαδή κάποιος χωρίς τέλος με μακαριότητα· διότι δεν διαφέρει σε τίποτα από θάνατο τα να ζει κάποιος στην κόλαση μόνο» (Κ).
Ή, με την έννοια, με την οποία λέγεται ο Κύριος και στο ε 26. Σύμφωνα με αυτήν, η φράση «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή»=Είμαι η ανάσταση επειδή είμαι η ζωή (Stier). Η ζωοποιός δύναμη του Ιησού, ως ζωής του κόσμου, εξασφαλίζει την τελική ανάσταση, της οποίας είναι η μεγάλη αιτία (ο). Για αυτό και η πνευματική ζωή, την οποία ο Κύριος μεταδίδει στους δικούς του, είναι για αυτούς, εάν έχουν ήδη πεθάνει, εγγύηση και για τη σωματική τους ανάσταση· εάν πάλι είναι τώρα ζωντανοί ανυψώνονται μέσω αυτής πάνω από το παροδικό περιστατικό του φυσικού θανάτου. Αυτή είναι η έννοια των σ. 25 και 26 (g). Και οι δύο ερμηνείες είναι σοβαρές.
(5)  «Και αν πεθάνει τώρα τον εδώ θάνατο, θα ζήσει την εκεί ζωή, την μακάρια» (Ζ). Ή, πιο σωστά, θα ζήσει και με το σώμα (b), αφού θα αναστηθεί εν καιρώ από εμένα.
«Λέγοντας λοιπόν ο Σωτήρας ότι «εάν πεθάνει θα ζήσει», δεν κατάργησε το θάνατο στην τωρινή ζωή· αλλά του επιτρέπει να έχει δύναμη εναντίον των πιστών τόσο, όσο στο να συμβεί μόνο, διότι στον κατάλληλο καιρό έχει επιφυλάξει τη χάρη της ανάστασης. Λέει λοιπόν, ότι δεν θα είναι άμοιρος του σωματικού θανάτου, λόγω της ανθρώπινης φύσης, αυτός που πιστεύει σε εμένα, αλλά όμως δεν θα πάθει τίποτα το φοβερό από αυτόν, αφού ο Θεός μπορεί εύκολα να ζωοποιεί όποιον θέλει» (Κ).
Είναι ανείπωτη παρηγοριά για όλους τους αγαθούς χριστιανούς το ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η ανάσταση και η ζωή και θα είναι και για αυτούς πηγή ζωής, η οποία θα τους αναστήσει. Θα αναστήσει το σώμα τους. Παρόλο που αυτό θα νεκρωθεί και θα διαλυθεί, παρόλο που θα αποσυντεθεί και τα στοιχεία από τα οποία αποτελούνταν, όταν ήταν ζωοποιημένο, θα διασκορπιστούν και θα αναμιχθούν με το κοινό χώμα, μέχρι σημείου, ώστε κανείς πλέον να μην μπορεί να τα διαχωρίσει ή και να τα διακρίνει, όμως είμαστε βέβαιοι, ότι το σώμα αυτό θα ζήσει πάλι και θα αναστηθεί ένδοξο και άφθαρτο σώμα. Ως προς την ψυχή, της οποίας η φύση είναι να μην πεθαίνει, αλλά να είναι αθάνατη, εάν ήδη με την πίστη ζει την αληθινά πνευματική ζωή, και όταν το σώμα κυριευτεί από το θάνατο, αυτή θα εξακολουθεί να απολαμβάνει την ευτυχία αυτής της ζωής και αντίθετα με το σώμα το οποίο θα κυριευτεί από το θάνατο, αυτή θα μπει ολόκληρη στην ουράνια και μακάρια ζωή. Είναι μακάριος εκείνος, ο οποίος μέσω της πίστης ενσωματώθηκε στο Χριστό, ο οποίος είναι η ανάσταση και η ζωή, και έτσι μετέσχε ήδη από την παρούσα ζωή στην εν Χριστώ ζωή και έλαβε μέρος στην ανάσταση από τα νεκρά έργα της αμαρτίας. Διότι πλέον πάνω του καμία εξουσία δεν θα έχει ο δεύτερος θάνατος, ο οποίος θα είναι και αιώνιος χωρισμός από το Θεό. Μη λησμονούμε εξάλλου, ότι η ζωή στην οποία από την παρούσα ζωή μπαίνει ο πιστός με την σχέση του με το Χριστό, δεν είναι άλλη και διαφορετική από τη ζωή την οποία θα απολαύσει μετά το θάνατο και την ανάστασή του. Είναι μία και η ίδια. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της μίας ούτε η ανάσταση η αρχή της άλλης, αλλά διαμέσου της παρούσας ζωής και του θανάτου και της ανάστασης ρέει μία ατελεύτητη και άφθαρτη ζωή. Το φως του σήμερα και το φως του αύριο δεν είναι δύο αλλά μία ενιαία και συνεχής ακτινοβολία. Το φως του σήμερα δεν σβήνει με τη δύση του ηλίου για να ανάψει και πάλι το επόμενο πρωί, αλλά είναι συνεχές, που στέλνεται ασταμάτητα από τον δίσκο του ηλίου που διαρκώς φωτίζει. Έτσι και η ζωή της ψυχής, η οποία ενώθηκε με το Χριστό και έζησε μέσω αυτού. Δεν διακόπτεται ποτέ. Η ψυχή του πιστού ζει πριν το θάνατο, εξακολουθεί να ζει και στο θάνατο και ζει πληρέστερα, ευτυχέστερα και με ισχυρότερη ενέργεια μετά το θάνατο και την ανάσταση.

26 καὶ πᾶς ὁ ζῶν(1) καὶπιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ(2) εἰς τὸν αἰῶνα(3). Πιστεύεις τοῦτο(4);
26 και καθένας που ζει κι εμπιστεύεται σ’ εμένα δε θα πεθάνει ποτέ. Το πιστεύεις αυτό;»
(1)  «Αυτός που ζει ακόμα την εδώ ζωή» (Ζ). Εάν ο σ. 25 αναφερόταν στους ήδη πεθαμένους, άρα λοιπόν και στον Λάζαρο, ο σ. 26 αναφέρεται σε αυτούς που δεν έχουν ακόμη πεθάνει, αλλά ζουν ακόμη τη φυσική ζωή, άρα λοιπόν και στις δύο αδελφές. Με τους δύο αυτούς στίχους λέει ο Κύριος: «Ούτε αυτός (ο Λάζαρος) πέθανε, ούτε εσείς [οι αδελφές του] θα πεθάνετε» (Χ). Αυτός που πιστεύει στο Χριστό είτε είναι ζωντανός είτε νεκρός απολαμβάνει αιώνια ζωή και βρίσκεται σε κατάσταση ατελεύτητης ευτυχίας που εκτείνεται και πέραν του τάφου (ο).
(2)  Τον θάνατο «τον ψυχικό» (Θφ). «Παρόλο που θα πεθάνει πρόσκαιρα λόγω του θανάτου της σάρκας, δεν θα πεθάνει ποτέ λόγω της ζωής του πνεύματος και της αθανασίας της ανάστασης» (Αυ). «Αυτός που πίστεψε σε αυτόν, στη μέλλουσα ζωή θα έχει ατελεύτητη ζωή με μακαριότητα και ολόκληρη αφθαρσία» (Κ).
(3)  Δες δ 14 και η 51. Ή, ουδέποτε θα πεθάνει, δεδομένου ότι ο ειρηνικός προσωρινός θάνατος του πιστού δεν είναι ο πικρός θάνατος, τον οποίο οι μακριά από το Χριστό τρέμουν. Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, «δεν θα πεθάνει τον εκεί θάνατο, τον άθλιο» (Ζ). Με το να πει δηλαδή «εις τον αιώνα, μίλησε για τον μελλοντικό αιώνα» (Κ).
(4)  «Λέγοντας στην Μάρθα «πιστεύεις;», απαιτεί την ομολογία της πίστης η οποία είναι μητέρα και πρόξενος της ζωής» (Κ). Ποιό «αυτό»; «Το ότι εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή και τα επόμενα» (Ζ). Με την ερώτηση λοιπόν αυτή συγχρόνως επανέρχεται στο θέμα, από το οποίο η Μάρθα είχε απομακρυνθεί, δηλαδή στην ανάσταση του Λαζάρου (g). Και πριν ακόμη ενεργήσει προκαλεί ζωηρότατα την πίστη της Μάρθας, η οποία πρέπει τώρα να καταλάβει ότι ο Ιησούς είναι πολύ ισχυρότερος από όσο αυτή νόμιζε (F).
«Διότι το ζητούμενο δεν ήταν μόνο να αναστηθεί ο Λάζαρος, αλλά έπρεπε και αυτοί και οι παρόντες να οδηγηθούν στην πίστη» (Σχ). Πιστεύεις αυτό; Όταν διαβάζουμε ή ακούμε το λόγο του Χριστού αναφορικά με τα μεγάλα και θαυμαστά της μελλοντικής ζωής και του ουράνιου κόσμου που ξεπερνούν κάθε κατανόηση, πρέπει να θέτουμε στους εαυτούς μας σοβαρά το ερώτημα: Πιστεύουμε αυτό; Ειδικά πιστεύουμε στην αλήθεια αυτή, την οποία διακηρύττει εδώ ο Χριστός και η οποία παρουσιάζει τόσες δυσκολίες; Αισθανόμαστε την πίστη αυτή και μεταδίδει αυτή στις ψυχές μας πληροφορία και βεβαιότητα, ώστε να μπορούμε να πούμε: Πιστεύω αυτό και το πιστεύω έτσι, όπως βεβαιώνεται σε μένα από το λόγο του Θεού; Οι σταυροί και οι δοκιμασίες της παρούσας ζωής δεν θα φαίνονται σε εμάς βαριές και ανυπόφορες, εάν πιστεύουμε στις αλήθειες και τα ελπιζόμενα αγαθά του μελλοντικού βίου, όσο πρέπει να πιστεύουμε.

27 Λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε(1), ἐγὼ(2) πεπίστευκα(3) ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(4) ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος(5).
27 «Ναι, Κύριε», του λέει, «εγώ έχω πιστέψει πως εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, που περιμέναμε να ’ρθεί στον κόσμο».
(1)  Με την απάντησή της αυτή αποδέχεται ό,τι ο Κύριος βεβαίωσε για τον εαυτό του.
(2)  Ή, «μου φαίνεται ότι η γυναίκα δεν κατάλαβε το λόγο. Αλλά ότι ήταν μεν κάτι μεγάλο το λεγόμενο, το κατάλαβε, δεν κατανόησε όμως το παν. Για αυτό, ενώ άλλο ρωτήθηκε, άλλο απαντά» (Χ).
Ή, κατανόησε μεν τα λεγόμενα από τον Κύριο, αλλά δεν αισθάνεται τον εαυτό της σε θέση να διατυπώσει το περιεχόμενο της πίστης της για αλήθειες τόσο νέες για αυτήν και χρησιμοποιεί φράσεις οικείες σε αυτήν για να εκφράσει, ότι ο Ιησούς είναι για αυτήν ό,τι μέγιστο και οτιδήποτε και αν βεβαίωνε για το πρόσωπό του ο Ιησούς, δεν θα έλεγε ποτέ κάτι υπερβολικό (g).
Ή, με το Εγώ έχω πιστέψει ότι… δείχνει την αιτία, για την οποία χωρίς κάποιο δισταγμό αποδέχεται την διακήρυξη του Κυρίου για τον εαυτό του (F). Οι δύο τελευταίες ερμηνείες είναι οι πιο σοβαρές. Ό,τι είπε ο Χριστός, δηλαδή ο λόγος του Χριστού, υπήρξε ο καθοδηγητής και ο κανόνας της πίστης της Μάρθας. Χωρίς κάποια αλλοίωση ή εξαίρεση ή επιφύλαξη, δέχεται αυτόν, όπως τον είπε ο Κύριος. «Ναι Κύριε» και με τις δύο αυτές λέξεις υπογράφει την αλήθεια για ό,τι ο Κύριος υποσχέθηκε. Η πίστη είναι η ηχώ της θείας αποκάλυψης και αυτός που πιστεύει επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια, όπως αυτά λέγονται στην θεία αποκάλυψη, και είναι αποφασισμένος να εμμείνει στα λόγια αυτά.
(3)  Το εγώ με παρακείμενο προσδίδει έμφαση (β). Ο παρακείμενος δηλώνει πίστη παλαιά, που παραμένει και είναι θεμελιωμένη (F,ο).
(4)  Ή, ο υιός του Θεού με ευρεία έννοια, τίτλος συνώνυμος με το Χριστός ή Μεσσίας (F). Ή, πιθανότερο, πρόκειται για τίτλο που φανερά σημαίνει κάτι άλλο από τον τίτλο Χριστός, διότι αλλιώς θα είχαμε κάποια περιττή ταυτολογία (g). «Ομολογεί με ακρίβεια ότι δεν πιστεύει απλώς ότι είναι Χριστός και υιός του Θεού· διότι χριστός (=χρισμένος) μπορεί να είναι και ένας προφήτης επειδή χρίστηκε, και ο ίδιος μπορεί να εννοηθεί και υιός· αλλά λέγοντας με το άρθρο Ο Χριστός ο Υιός του Θεού, ομολόγησε τον έναν και εξαίρετο και αληθινά Υιό» (Κ). Ευγενής και θερμή ομολογία, που μοιάζει πού με αυτήν του Πέτρου. Δες Ματθ. ιστ 16 (F).
(5)  Με αυτόν τον τρόπο ο ερχόμενος προφήτης περιγραφόταν στις λαϊκές συνομιλίες. Δες Ιω. στ 14,Ματθ. ια 3,Λουκ. ζ 19-20. Ο Ιησούς χρησιμοποίησε την φράση αυτή για τον εαυτό του περισσότερες από μία φορές. Δες Ιω. θ 39,ιστ 28,ιη 37 (β).

28 Καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε(1) καὶ ἐφώνησε Μαρίαν(2) τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ(3) εἰποῦσα· ὁ διδάσκαλος(4) πάρεστι καὶ φωνεῖ σε(5).
28 Αφού τα είπε αυτά, έφυγε και ειδοποίησε κρυφά την αδερφή της τη Μαρία, λέγοντας: «Ο Διδάσκαλος έφτασε και σε ζητάει».
(1)  «Για να καλέσει την αδελφή της ώστε και αυτή να γίνει κοινωνός της χαράς για το προσδοκώμενο γεγονός» (Κ).
(2)  Χωρίς άρθρο, όπως κάλεσε αυτήν η Μάρθα με το όνομά της (β).
(3)  «Για να μην το μάθουν οι παρόντες» (Ζ). Ή, «επειδή κάθονταν εκεί δίπλα κάποιοι από τους Ιουδαίους που φθονούσαν το Χριστό επειδή θαυματουργούσε» (Κ) και καλεί αυτήν μυστικά, έτσι ώστε αυτοί «να μην τον φανερώσουν στους εχθρούς του» (Ζ). Ή, πιο σωστά, διότι η Μάρθα επιθυμούσε να δει η αδελφή της τον Ιησού ιδιαιτέρως (β) και να συνομιλήσει μαζί του κατ’ ιδίαν χωρίς να διακόπτεται στη συνομιλία αυτή από την παρουσία άλλων (ο). Πιθανώς ο ίδιος ο Ιησούς παράγγειλε αυτό στη Μάρθα (g). Οι άγιοι καλούνται στην μυστική κοινωνία με τον Κύριο με κλήση μυστική, που μεταδίδεται σε αυτούς και δεν είναι γνωστή στους άλλους. Έχουν αυτοί άρτο για φαγητό, τον οποίο ο κόσμος αγνοεί, και καλούνται σε απόλαυση χαράς, στην οποία κανείς ξένος δεν μπορεί να αναμιχθεί.
(4)  Έτσι συνήθιζαν να ονομάζουν τον Ιησού όταν μιλούσαν για αυτόν μεταξύ τους (b). Δες Ιω. α 39,ιγ 13,κ 16. Ο Διδάσκαλος είναι παρών. Αυτός του οποίου την άφιξη ποθήσαμε, ο Οποίος είναι ο καλύτερος των φίλων και έχει μέσα του άφθονα καθετί που θα αναπληρώσει τις απώλειές μας και θα μας παρηγορήσει για αυτές. Ήλθε ο Διδάσκαλος ο οποίος θα μας μάθει και με το νόμο του θα μας διδάξει (ψαλμ. 93, 12) πώς από το θλιβερό να βγάζουμε το χαρμόσυνο και από το πικρό το γλυκό.
(5)  «Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ευαγγελιστής δεν είπε πού ή πότε ή πώς ο Κύριος κάλεσε την Μαρία» (Αυ). Ή, «η Μάρθα λέει αυτό, εκλαμβάνοντας ως διαταγή και φωνή την απαραίτητη ανάγκη του πράγματος και το χρέος της παρουσίας» (Κ). Ή, πιο σωστά, είτε ο Ιησούς ξεκάθαρα διέταξε να κληθεί η Μαρία, είτε η Μάρθα με την άδειά του κάλεσε την Μαρία (b) και ο ευαγγελιστής «αποσκοπώντας να διατηρήσει την βαρύτητα της αφήγησης, άφησε να εννοηθεί η πρόσκληση αυτή από τα λόγια της Μάρθας» (Αυ). «Ο ευαγγελιστής το παρέλειψε, διότι μόνο ένα θεωρούσε σημαντικό, να πει μόνα τα αναγκαία» (Θμ).

29 Ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται(1) ταχὺ(2) καὶ ἔρχεται(1) πρὸς αὐτόν.
29 Εκείνη, μόλις το άκουσε, σηκώθηκε γρήγορα κι έτρεξε να πάει κοντά του,
(1)  Η ζωηρή συγκίνηση της Μαρίας στο άκουσμα της είδησης αυτής απεικονίζεται στα ρήματα που εκφέρονται σε ενεστώτα (g). Υπάρχει όμως και η γραφή ηγέρθη… και ήρχετο. Πάντως η βιασύνη («ταχύ») της Μαρίας παρουσιάζει αυτήν «ότι έχει θερμό φρόνημα ευσέβειας και πολλή αγάπη σε αυτόν (τον Ιησού)» (Κ). Σπεύδει η Μαρία «από πολλή κατεξοχήν τιμή προς αυτόν» (Ζ).
(2)  Σηκώνεται από τη θέση της που καθόταν δεχόμενη τα συλλυπητήρια και τις παρηγοριές των επισκεπτών. Δες σ. 20. «Ενώ όλοι κάθονταν κοντά της και αυτή πενθούσε και θρηνούσε, δεν περίμενε να έλθει ο διδάσκαλος προς αυτήν, ούτε τήρησε την αξία, ούτε κατανικήθηκε από το πένθος… αλλά με το που άκουσε, έρχεται αμέσως προς αυτόν» (Χ). «Και που σηκώθηκε, δεν σηκώθηκε απλώς, αλλά γρήγορα» (Ω). Η Μαρία παραβιάζει τους τύπους της κατά κόσμον καλής συμπεριφοράς, εφόσον αφήνει απότομα τους επισκέπτες της και φεύγει έξω από το σπίτι. Ας μην εμποδιζόμαστε και εμείς από υποχρεώσεις ευγένειας και τιμητικών προσκλήσεων του κόσμου από το να αρπάζουμε τις σε οποιοδήποτε χρόνο ευκαιρίες για να επικοινωνήσουμε με το Χριστό.

30 Οὔπω δὲ ἐληλύθει(1) ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ’ ἦν ἐν τῷ τόπῳ(2) ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα.
30 γιατί ο Ιησούς δεν είχε φτάσει ακόμα στο χωριό, αλλά βρισκόταν στον τόπο όπου τον συνάντησε η Μάρθα.
(1)  Λεπτομέρεια που υποδηλώνει, ότι αυτός που εξιστορεί το γεγονός υπήρξε αυτόπτης (F). Ο σ. χρησιμεύει για να συνδέσει τα τμήματα της διήγησης και να δείξει γιατί οι Ιουδαίοι υπέθεσαν ότι η Μαρία πήγαινε στο μνημείο του αδελφού της. Ο τάφος του Λαζάρου βρισκόταν έξω από το χωριό. Για την ταφή των νεκρών έξω από τα όρια των πόλεων και των χωριών δες Λουκ. ζ 12 (ο). Υπάρχει και η γραφή: ην έτι εν τω τόπω…
(2)  «Ήταν ακόμη εκεί… περιμένοντας αυτές, για να μην δώσει την εντύπωση ότι ορμά στο θαύμα από φιλοδοξία» (Ζ). Ήθελε αυτός μόνος μαζί με τις δύο αδελφές να επισκεφτεί τον τάφο (μ). Ο Κύριος ήθελε να αποφύγει οτιδήποτε μπορούσε να διεγείρει την προσοχή του κόσμου. Ήθελε και εδώ να ενεργήσει αθόρυβα όπως στα Ματθ. θ 30,Μάρκ. ζ 24,36. Η θέληση όμως του Πατέρα έδωσε στο θαύμα αυτό την μεγαλύτερη δυνατή λαμπρότητα (g). Δες εδώ την σπουδή και τον ζήλο του Χριστού για το έργο του. Στεκόταν έξω από την πόλη, όπου κοντά θα ήταν και ο τάφος του Λαζάρου, για να είναι έτοιμος να μεταβεί εκεί. Και δεν προτίμησε να μεταβεί στην πόλη για ανάπαυση μετά την κοπιαστική πορεία του, εφόσον είχε ακόμη έργο να επιτελέσει. Κουρασμένος όπως ήταν, παρέμεινε έξω από την πόλη και δεν μπήκε σε αυτήν για να μην προκληθεί συρροή του λαού, όταν πάλι θα έβγαινε για επίσκεψη του τάφου, και αποκτήσει έτσι το θαύμα και χαρακτήρα επίδειξης. Ο θεάνθρωπος αποφεύγει την επίδειξη, αλλά ο Πατέρας του οικονομεί έτσι τα πράγματα, ώστε το θαύμα να γίνει μπροστά στα μάτια του πλήθους.

31 Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι(1) οἱ ὄντες μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶπαραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη(2) καὶἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ(3), λέγοντες(4) ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ(5) ἐκεῖ.
31 Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, που ήταν στο σπίτι και την παρηγορούσαν, όταν είδαν τη Μαρία να σηκώνεται βιαστικά και να βγαίνει από το σπίτι, την ακολούθησαν, νομίζοντας πως πηγαίνει στο μνήμα για να κλάψει εκεί.
(1)  «Για ποια αιτία ο ευαγγελιστής αφηγείται αυτό σε εμάς; Για να δείξει σε εμάς τι προκάλεσε την πολυάριθμη συρροή του λαού, όταν ο Λάζαρος αναστήθηκε» (Αυ). «Είπε την αιτία λόγω της οποίας πολλοί έτρεξαν στο μνήμα, και βρέθηκαν και έγιναν θεατές του θαύματος» (Κ).
(2)  «Δείχνει ότι έτσι έτρεξε, ώστε να τον προφθάσει που ερχόταν» (Χ). Οι Ιουδαίοι όμως που ήταν μαζί της, την αιφνίδια αυτή και ορμητική κίνηση της Μαρίας την εξέλαβαν ως έκρηξη θλίψης που την ωθούσε στον τάφο του αδελφού της.
(3)  «Την ακολουθούν μαζί, κάνοντας αυτό με εσωτερική προσταγή Θεού, έτσι ώστε να μαζευτούν ώστε να δουν το θαύμα έστω και αν δεν ήθελαν» (Κ). «Ακολούθησαν για να την συγκρατήσουν μήπως τυχόν επρόκειτο να διαπράξει κάτι κακό στον εαυτό της» (Ζ) φοβούμενοι τις συνέπειες της υπερβολικής λύπης, με σκοπό να παρηγορήσουν και να πείσουν αυτήν να γυρίσει γρήγορα στο σπίτι (ο). Όπως φαίνεται από το σ. 39 ακολούθησε μαζί και η Μάρθα.
(4)  Υπάρχει και η γραφή δόξαντες=νόμισαν.
(5)  Φανερώνει όχι το σιωπηλό (= «δάκρυσε» σ. 35) αλλά το ασυγκράτητο κλάμα. Δες Μάρκ. ε 38,Λουκ. ζ 13,Πράξ. θ 39,Ματθ. β 18 και Ιω. κ 11,13,15 (β).

32 Ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ Ἰησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας(1) λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε(2), οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου(3) ὁ ἀδελφός.
32 Η Μαρία όμως, όταν ήρθε εκεί που ήταν ο Ιησούς, καθώς τον αντίκρυσε, έπεσε στα πόδια του και του έλεγε: «Κύριε, αν ήσουν εδώ, δε θα πέθαινε ο αδερφός μου».
(1)  Υπάρχει και η γραφή: προς τους πόδας. «Ήταν πιο θερμή από την αδελφή στην τιμή προς αυτόν, διότι πράγματι αυτή έπεσε στα πόδια του» (Ζ). «Δεν ντράπηκε τον όχλο, ούτε την υπόνοια που είχαν για αυτόν (διότι ήταν εκεί πολλοί και από τους εχθρούς…) αλλά απομάκρυνε όλα τα ανθρώπινα μπροστά στην παρουσία του Διδασκάλου και για ένα μόνο ενδιαφερόταν, για την τιμή στον διδάσκαλο» (Χ). Η θέση κοντά στα πόδια του Ιησού ήταν αγαπητή στη Μαρία. Δες Λουκ. ι 39,Ιω. ιβ 3(g). Η Μαρία σε παλαιότερο χρόνο κάθισε δίπλα στα πόδια του Ιησού και άκουγε το λόγο του. Τώρα κάτω από άλλες περιστάσεις βρίσκεται δίπλα στα ίδια πόδια. Εκείνοι, οι οποίοι σε ώρες ειρήνης θέτουν τους εαυτούς τους στα πόδια του Ιησού, για να διδαχτούν από αυτόν, μπορούν με εμπιστοσύνη και ελπίδα σε ημέρες δοκιμασίας και θλίψης να πέφτουν στα ίδια πόδια, βέβαιοι ότι θα βρουν ενίσχυση και άφθονους οικτιρμούς. Έπεσε η Μαρία στα πόδια του Ιησού εκδηλώνοντας την υπακοή της σε ό,τι ο Κύριος είχε ήδη κάνει και εμπιστευόμενη τον εαυτό της στην καλή του θέληση για ό,τι τώρα επρόκειτο να γίνει. Όταν είμαστε σε θλίψη πρέπει να ρίχνουμε τους εαυτούς μας στα πόδια του Χριστού με συντριβή μετάνοιας ενθυμούμενοι τις αμαρτίες μας, και με υπομονετική υποταγή στο θέλημα του Κυρίου. Η Μαρία έπεσε στα πόδια του Ιησού, μολονότι ήταν παρόντες οι Ιουδαίοι, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν εχθρικές διαθέσεις προς τον Κύριο. Δεν δοκίμασε την παραμικρή ντροπή εκδηλώνοντας τον σεβασμό της προς τον Διδάσκαλο, ούτε φοβήθηκε μήπως δυσαρεστήσει αυτούς που ήλθαν για παρηγοριά της. Δουλεύουμε σε έναν Κύριο, τον οποίο δεν έχουμε κανέναν λόγο να ντρεπόμαστε, και ο οποίος δέχεται με τόση καλή διάθεση τις ταπεινές μας υπηρεσίες, ώστε αξίζει για την ευμένεια αυτή να μην λογαριάζουμε καμία αποδοκιμασία ή δυσμένεια εκ μέρους των ανθρώπων.
(2)  Επαναλαμβάνει τα ίδια ακριβώς λόγια, τα οποία και στο σ. 21 η Μάρθα. Καθόλου παράδοξο, όταν σκεφτούμε, ότι και οι δύο αδελφές είχαν εκφράσει το ίδιο αίσθημα πολλές φορές, εκδηλώνοντας την λύπη τους για την απουσία του Ιησού κατά την ασθένεια του Λαζάρου (ο).
(3)  Η σφοδρότητα του αισθήματος της Μαρίας φανερώνεται και στην με περισσότερο πάθος (σε σχέση με την Μάρθα) έκφρασή της: ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός (κ). Το ότι προηγείται η αντωνυμία πριν το αδελφός και μάλιστα σύμφωνα με την Αλεξανδρινή γραφή πριν το απέθανε, παρουσιάζει την Μαρία να αισθάνεται, ότι ένα τμήμα του εαυτού της αποχωρίστηκε με το θάνατο του Λαζάρου (g). Ο σ. αυτός παρουσιάζει «την Μαρία μεθυσμένη από τη λύπη» (Κ), και να εκδηλώνει ευαισθησία παραδομένη, χωρίς το ελάχιστο ίχνος αντίδρασης στο αίσθημα που την απορροφά, αντίθετα με την Μάρθα, η οποία παρουσιάστηκε να έχει φύση πρακτική και γεμάτη ελαστικότητα, ικανή να αντιδρά με ενεργητικότητα σε καταπιεστικό συναίσθημα. Πόση αλήθεια σε κάθε χαρακτηριστικό αυτής της εικόνας!(g). «Η Μαρία έχει πιο αισθηματική ψυχή, ενώ η Μάρθα είναι μεν μεθυσμένη από το πάθος (της λύπης), αλλά το υπομένει πιο γενναία» (Κ).

33 Ἰησοῦς οὖν(1) ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν(2) καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ Ἰουδαίους κλαίοντας(2), ἐνεβριμήσατο(3) τῷ πνεύματι(4) καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν(5),
33 Ο Ιησούς, όταν την είδε να κλαίει, να κλαίνε κι οι Ιουδαίοι που είχαν έρθει μαζί της, λυπήθηκε βαθιά και ταράχτηκε.
(1)  Ο σύνδεσμος αυτός (οὖν) δηλώνει σχέση αιτιότητας μεταξύ της λύπης της Μαρίας και αυτών που την συνόδευαν και της έκτακτης συγκίνησης, από την οποία κυριεύεται ο Ιησούς. Η σχέση αυτή δηλώνεται επίσης και με τις λέξεις «ὡς εἶδεν», όπως και με την επανάληψη της μετοχής «κλαίουσαν» «κλαίοντας» σαν επωδό στο τέλος κάθε μίας από τις δύο προτάσεις (g).
(2)  «Επειδή ο Χριστός δεν ήταν μόνο Θεός από τη φύση του, αλλά και άνθρωπος, πάσχει μαζί με τους άλλους το ανθρώπινο» (Κ). Κινείται «η ανθρώπινη φύση μέσα του σε συμπάθεια· διότι το να βλέπουν άλλους να δακρύζουν ερεθίζει τους φιλάνθρωπους σε οίκτο» (Ζ).
(3)  Στους Ο΄ το εμβριμώμαι σημαίνει δείχνω αγανάκτηση (Δαν. ια 30 σύμφωνα με τον κώδικα Chisianus) και η λέξη εμβρίμημα χρησιμοποιείται για την οργή του Ιεχωβά στο Θρήνοι Ιερεμίου β 6. Στο Μάρκ. ιδ 5 («ἐνεβριμῶντο αὐτῇ») το ρήμα έχει ομοίως την ιδέα της αγανάκτησης (β). Και στα χωρία Ματθ. θ 30 και Μάρκ. α 43 μπορεί να εφαρμοστεί η έννοια αυτή, διότι και σε αυτά η λέξη σημαίνει τον αυστηρό τόνο της απειλής, με την οποία ο Κύριος συνοδεύει την προσταγή του (g). Εδώ το όλο χωρίο προξένησε δυσκολίες στους ερμηνευτές. Οι κυριότερες ερμηνείες:
Ή, δηλώνει την εσωτερική συγκίνηση του Ιησού· και οι 3 περιπτώσεις, στις οποίες η σπάνια αυτή λέξη εφαρμόζεται στον Ιησού (Μάρκ. α 43,Ματθ. θ 30,Ιω. ια 33,38), υπήρξαν περιπτώσεις έντονης συγκίνησης του Ιησού. Και το ρήμα εμβριμώμαι μπορεί καλά να εκφράζει το φυσικό αποτέλεσμα της ισχυρής συγκίνησης στη φωνή του. Πιθανώς η καλύτερη μετάφραση της φράσης θα ήταν «αναστέναξε βαριά με το πνεύμα» (β), κυριεύτηκε από λύπη (Lucke), στέναξε βαθιά (Ewald).
Ή, με την έννοια του συγκινήθηκε με αγανάκτηση· αγανάκτησε με θεία οργή. Η αιτία της ιερής αυτής αγανάκτησης υπήρξε πιθανώς πολυσύνθετη. Οργιζόταν εναντίον του θανάτου, ο οποίος προκαλούσε τόσο μεγάλη θλίψη και επιπλέον εναντίον της κακεντρέχειας των Ιουδαίων, οι οποίοι αν και συγκινημένοι τώρα, επρόκειτο μετά από λίγο με αφορμή την ανάσταση του Λαζάρου να σκληρύνουν και να ετοιμάσουν το θάνατό του (F).
Ή, αγανάκτησε διότι από τη μία οι λυγμοί αυτών που ήταν γύρω του τόν παρορμούσαν στο να αναστήσει τον φίλο του, αλλά από την άλλη αντιλαμβανόταν, ότι πράττοντας αυτό υπέγραφε την σε θάνατο καταδικαστική του απόφαση. Μία μερίδα από εκείνους ακριβώς, των οποίων οι λυγμοί τον ανάγκαζαν τώρα να ενεργήσει, επρόκειτο να είναι μεταξύ εκείνων, οι οποίοι θα του αφαιρούσαν τη ζωή διότι νίκησε το θάνατο (g).
Ή, πιο σωστά «μαλώνει κατά κάποιο τρόπο την ίδια του τη σάρκα» (Κ). «Όταν άρχιζε να ενεργοποιείται μέσα του η λύπη και η αγία σάρκα του να κάνει νεύμα στο δάκρυ» (Κ), «μάλωσε το πάθος αναχαιτίζοντας αυτό, έριξε ένα δριμύ και αυστηρό βλέμμα στην ταραχή, για να μην κάνει την ερώτηση με δάκρυα» (Ζ), «βεβαιώνοντας από τη μία ότι ήταν άνθρωπος αληθινά και όχι κατά φαντασίαν, και διδάσκοντάς μας από την άλλη και βάζοντας όρια και μέτρα στη λύπη και στην απουσία λύπης. Διότι και η έλλειψη συμπάθειας και η απουσία δακρύων είναι θηριώδες, και τα πολλά δάκρυα και η αγάπη στους θρήνους και η πολλή λύπη είναι γυναικώδες» (Θφ).
(4)   Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία «με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος» (Κ), όπως κάποιοι «ερμηνεύουν ότι με τη λέξη πνεύμα εννοείται η θεότητά του, ότι μάλωσε την ανθρώπινη φύση με τη θεότητα» (Ζ).
Ή, «πνεύμα εδώ εννοείται το πάθος της σύγχυσης» (Ζ)· το αδιάβλητο (ακατηγόρητο) πάθος της εσωτερικής σφοδρής συγκίνησης.
Ή, πιο σωστά, «το ίδιο του το πνεύμα» (Κ)· η λογική ψυχή ως έδρα, με την οποία κάποιος πράττει ή πάσχει κάτι (G). Δες και ιβ 27· («η ψυχή μου έχει ταραχτεί») και στο ιγ 21 («ο Ιησούς ταράχτηκε στο πνεύμα του»). Παραθέτοντας τα χωρία αυτά διαπιστώνουμε, ότι δεν είναι εύκολη η διάκριση ανάμεσα στη χρήση των όρων ψυχή και πνεύμα. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές η ψυχή του Ιησού ταράχτηκε (β). Πιθανώς προτιμά τον όρο πνεύμα «για δήλωση εσωτερικής λύπης που αντιτίθεται στην πιο εξωτερική εκδήλωσή της, η οποία έγινε στον τάφο» (ο).
(5)  Ή, η σάρκα του «μη μπορώντας να αντέξει την ενέργεια της ενωμένης με αυτήν θεότητας, τρέμει και παίρνει της μορφή της ταραχής» (Κ), «φοβούμενη την επίπληξη» (Ζ) της θεότητας.
Ή, κυριεύτηκε από σφοδρή λύπη (G).
Ή, πιο σωστά «κούνησε δυνατά· διότι συμβαίνει να τινάζονται τα ανώτερα μέρη του σώματος αυτών που έτσι συγκρατούνται» (Ζ). Υποδηλώνει την ενεργητική αντίδραση με την οποία ο Ιησούς αποτίναξε από πάνω του την συγκίνηση, η οποία προς στιγμήν τον κυρίευσε και ανέκτησε την πλήρη κυριαρχία του εαυτού του (g) «και συγκρατεί τη λύπη» (αμ), «ώστε να μην γίνει με κλάμα η ερώτηση» (Θφ). «Αυτά δεν είναι γνωρίσματα ούτε της σάρκας που δεν έχει νόηση, ούτε της θεότητας που δεν μεταβάλλεται, αλλά της ψυχής, που έχει νόηση και λυπάται και ταράζεται και αγωνιά και νοερά αισθάνεται το πάθος» (Α). Ο Κύριος είχε όλα τα αδιάβλητα πάθη και τις συγκινήσεις της ανθρώπινης φύσης, διότι «όφειλε να ομοιωθεί σε όλα με τους ανθρώπους». Αλλά είχε τέλεια και απόλυτη κυριαρχία πάνω σε αυτά τα πάθη.

34 καὶ(1) εἶπε(2)· ποῦ τεθείκατε αὐτόν(3); Λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε(4).
34 «Πού τον έχετε βάλει;» τους ρώτησε. Του λένε: «Κύριε, έλα και δες».
(1)  Τα αλλεπάλληλα «και» παρουσιάζουν τον εσωτερικό σύνδεσμο των διαφόρων αυτών συγκινήσεων, οι οποίες διαδέχονται η μία τις άλλες τόσο αστραπιαία στο εσωτερικό του Ιησού (g).
(2)  «Συγκράτησε την ταραχή και έτσι ρωτά, ώστε να μην γίνει με κλάμα η ερώτηση» (Χ).
(3)  Ή «δεν ρωτά επειδή αγνοούσε· διότι αυτός που ήταν σε άλλο τόπο και ήξερε ότι πέθανε, πώς αγνοούσε το μνήμα;… Από συγκατάβαση λοιπόν είπε και αυτό, τραβώντας με το λόγο πολλούς στον τόπο και κάνει πως αγνοεί, χωρίς καθόλου να αρνείται την φτώχεια της ανθρώπινης φύσης αυτός που είναι από τη φύση του Θεός και ξέρει τα πάντα… Και το ότι ρωτά δεν συνεπάγεται καμία άγνοια για αυτόν που έγινε άνθρωπος σαν εμάς για χάρη μας» (Κ).
Ή, «ως άνθρωπος μεν ρωτά και δακρύζει και τα άλλα κάνει, όσα βεβαιώνουν ότι είναι άνθρωπος· ως Θεός όμως, ανασταίνει τον τετραήμερο… και ενεργεί τα υπόλοιπα, όσα μαρτυρούν, ότι είναι Θεός. Διότι θέλει να γίνουν γνωστές και οι δύο του φύσεις και για αυτό παρουσιάζει τα μεν με τρόπο που αρμόζει σε άνθρωπο, τα δε με τρόπο που αρμόζει σε Θεό» (Ζ).
(4)  Δες α 39.

35 (1)Ἐδάκρυσεν(2) ὁ Ἰησοῦς(3).
35 Τότε ο Ιησούς δάκρυσε.
(1)  Ο συντομότερος από τους στίχους της Βίβλου, αλλά που εκφράζει τόμους ολόκληρους ως προς τις ανθρώπινες συμπάθειες του Ιησού (ο). Διδασκόμαστε από αυτόν, ότι ο Χριστός ήταν πραγματικά και αληθινά άνθρωπος και μαζί με τα παιδιά του κοινώνησε και μετείχε όχι μόνο στη σάρκα και το αίμα τους, αλλά και στην ψυχή που είναι επιδεκτική της χαράς και της λύπης και στα άλλα ανθρώπινα συναισθήματα. Ο Χριστός απέδειξε την ανθρώπινη φύση του και δάκρυσε και με τις δύο έννοιες της λέξης. Δηλαδή ως άνθρωπος μπορούσε να δακρύσει και ως ευαίσθητος και πονετικός άνθρωπος έπρεπε να δακρύσει προτού αποδείξει και την θεότητά του. Πόσο ο Θεός της αγάπης συμπαθεί τους πόνους και τα δάκρυα των τέκνων του στη γη δεν θα το ξέραμε τόσο σαφώς ούτε θα το πληροφορούμασταν τόσο πολύ, εάν ο Υιός του δεν έπαιρνε και σάρκα ανθρώπινη. Τα δάκρυα των ανθρώπων τον συγκινούσαν αμέσως, όπως και οι αθλιότητές τους τον έφεραν από τον ουρανό στη γη. Τα αυτιά του υπήρξαν και είναι πάντοτε ανοιχτά για να ακούνε τους στεναγμούς τους και ο ήχος των θρήνων τους βρίσκει αμέσως απήχηση στην καρδιά του.
(2)  «Ο ευαγγελιστής τονίζει συνέχεια με τόση επιμονή και λέει ότι δάκρυσε και ότι συγκινήθηκε, για να μάθεις, ότι αληθινά ντύθηκε την φύση μας» (Χ).
«Επειδή δηλαδή λέει μεγάλα σχετικά με αυτόν περισσότερο από τους άλλους ευαγγελιστές, και στα σωματικά μιλά πολύ ταπεινότερα. Για αυτό και στο πένθος λέει ότι ήταν πολύ ανθρώπινος, φανερώνοντας από αυτό την αλήθεια της ενανθρώπησης» (Σχ). Δάκρυσε, σε αντίθεση με την χρήση του ρήματος κλαίω που χρησιμοποιήθηκε πριν. Δεν ξέσπασε σε λυγμούς και θρήνους, αλλά απλώς δάκρυσε.
«Δακρύζει μόνο και αμέσως συγκρατεί το δάκρυ, για να μην δώσει την εντύπωση ότι είναι κανένας ωμός και απάνθρωπος, και εμάς στις ίδιες περιπτώσεις μάς διδάσκει να μην παραλύουμε ψυχικά για τους πεθαμένους. Διότι το μεν (δάκρυ) είναι αποτέλεσμα συμπάθειας· ενώ το άλλο είναι γυναικείο και άνανδρο» (Κ).
«Δάκρυσε, αποφεύγοντας από τη μία την έλλειψη συμπάθειας και τη θηριωδία και αρνούμενος από την άλλη ως αγένεια την αγάπη στη λύπη και το πολύ κλάμα. Διότι με το να δακρύσει για τον φίλο ο ίδιος και φανέρωσε την κοινωνικότητα της ανθρώπινης φύσης και μας απάλλαξε από τις ακρότητες προς το ένα και το άλλο, μη επιτρέποντας ούτε να εκθηλυνόμαστε μπροστά στα πάθη, ούτε να γινόμαστε αναίσθητοι μπροστά στα λυπηρά» (Β).
Πουθενά δεν αναφέρεται ότι ο Κύριος γέλασε ποτέ. Αντιθέτως όμως περισσότερες από μία φορές βλέπουμε αυτόν να κλαίει. Έτσι δείχνει ότι το πένθος συμβιβάζεται με την αγάπη προς το Θεό και ότι αυτοί που σπέρνουν με το Πνεύμα καλούνται συχνά να σπείρουν και με δάκρυα. Τα δάκρυα της συμπάθειας αρμόζουν στους Χριστιανούς και κάνουν αυτούς όμοιους με το Χριστό. Είναι ανακούφιση για τους θλιμμένους να έχουν στο πλευρό τους τούς φίλους να συμπονούν και να συμπενθούν.
(3)  Γιατί δάκρυσε;
Ή «δάκρυσε σπλαχνιζόμενος όλη την ανθρώπινη φύση… συλλογιζόμενος ότι όλη η ανθρωπότητα υποτάχτηκε στο θάνατο, πέφτοντας δίκαια σε αυτού του είδους την τιμωρία» (Κ).
Ή, ο Ιησούς δοκιμάζει τρυφερή συμπάθεια για τη λύπη, η οποία καταπλημμύρησε την καρδιά του φίλου του κατά τη στιγμή του σκληρού χωρισμού, και για την θλίψη την οποία δοκίμαζαν κατά την ώρα εκείνη οι δύο αδελφές (g). Το ερώτημα που μερικές φορές μπαίνει, γιατί ο Κύριος δάκρυσε, από τη στιγμή που επρόκειτο να αναστήσει από τον τάφο τον φίλο του, προδίδει τόσο λίγη συμπάθεια προς τη θλιβερή αυτή σκηνή, ώστε μόλις είναι ανάγκη να δοθεί σε αυτό απάντηση (ο).
Οι θλιβόμενοι ανάμεσα στους Χριστιανούς δεν θα μπορούσαν να σταματήσουν τα δάκρυά τους, εάν γνώριζαν ότι ο Χριστός δεν έχυσε ποτέ δάκρυα και δεν θα παρηγορούνταν από τα γεμάτα συμπάθεια λόγια του «Μην κλαις», εάν αγνοούσαν τα αναφερόμενα εδώ λόγια «ο Ιησούς δάκρυσε». Τι συμπάθεια προς τους ανθρώπους δείχνουν τα λόγια αυτά για τον Λυτρωτή! Εμφανίζεται με αυτό το «δάκρυσε», άνθρωπος με όλη την ανθρώπινη συμπάθεια, που συμπονά μαζί μας, κλαίει μαζί μας, συλλυπείται στις θλίψεις μας και αναμιγνύει μαζί με τα δικά μας και τα δικά του δάκρυα. Πόσο αληθινά, πόσο πραγματικά, αλλά και πόσο παρηγορητικά είναι τα θεόπνευστα λόγια της προς Εβραίους επιστολής: «Διότι δεν έχουμε αρχιερέα που δεν μπορεί να συμπαθήσει τις ασθένειές μας, αλλά επειδή έπαθε αυτός πειραζόμενος, μπορεί να βοηθήσει αυτούς που πειράζονται».

36 Ἔλεγον οὖν(1) οἱ Ἰουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν(2)·
36 «Δες πόσο τον αγαπούσε!» έλεγαν οι Ιουδαίοι.
(1)  «Βλέποντάς τον που δάκρυσε» (Ζ)
(2)  Το μέγεθος της αγάπης του διαπιστωνόταν από το μέγεθος της θλίψης του. Φαίνεται επίσης από εδώ, ότι πρέπει να δάκρυσε για κάποια λεπτά, ώστε έτσι να δοθεί ευκαιρία για τις παρατηρήσεις που έγιναν από τους Ιουδαίους που θαύμαζαν (ο). Είναι πρέπον και εμείς να δείχνουμε την αγάπη μας προς τους φίλους μας και στη ζωή και στο θάνατο. Και είναι φυσικό να λυπόμαστε για τους αδελφούς μας, που κοιμούνται εν Χριστώ ως πρόσωπα γεμάτα αγάπη για αυτούς, αν και όχι χωρίς ελπίδα. Είναι πρέπον να κλαίμε για αυτούς όπως οι άνδρες οι ευλαβείς, οι οποίοι έθαψαν τον Στέφανο (Πράξ. η 2). Πάντοτε όμως πρέπει να θυμόμαστε, ότι αυτοί που κοιμήθηκαν εν Χριστώ έχουν μεταβεί από το θάνατο στη ζωή, για να μην λυπόμαστε και εμείς, «όπως και οι υπόλοιποι οι οποίοι δεν έχουν ελπίδα».

37 τινὲς δὲ(1) ἐξ αὐτῶν εἶπον(2)· οὐκ ἠδύνατο οὗτος(3), ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς(4) τοῦ τυφλοῦ(5), ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ(6);
37 «Δε θα μπορούσε αυτός, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού, να κάνει κάτι, ώστε κι αυτός εδώ να μην πεθάνει;» έλεγαν μερικοί απ’ αυτούς.
(1)  Αντιθετικός σύνδεσμος=αλλά. Αυτοί που αναφέρονται σε αυτόν τον σ. αποτελούν τάξη προσώπων διαφορετική από εκείνη, η οποία μίλησε παραπάνω με συμπάθεια για την αγάπη του Ιησού προς τον Λάζαρο. Αυτοί έχουν αρνητικές διαθέσεις προς τον Ιησού. Η παρουσία τους όμως πρόσθεσε στην αξιοπιστία του θαύματος (ο).
(2)  «Τον κοροϊδεύουν για αδυναμία και μιλάνε ειρωνικά» (Ζ)· «το λένε αυτό σαν να χαίρονται που βλέπουν κατά κάποιο τρόπο να εξασθενεί η δόξα του» (Κ).
(3)  Η έννοια των λόγων αυτών: «Είναι σαν να λένε το εξής. Πού είναι η δύναμή σου θαυματουργέ; Διότι να, παρόλο που δε το θέλεις εσύ, πέθανε ο αγαπημένος από σένα. Διότι το ότι τον αγαπούσες φαίνεται από το γεγονός ότι δακρύζεις. Εάν λοιπόν το θαύμα του τυφλού προερχόταν από τη δική σου δύναμη, μπορούσες και το θάνατο να σταματήσεις» (Κ). «Και δεν αποδεικνύονται μόνο από αυτό ότι ήταν όλοι διεφθαρμένοι, αλλά και από το ότι, πριν ακόμη έλθει και πριν δείξει την δύναμή του, τον κατηγορούν εκ των προτέρων και δεν περιμένουν το τέλος του πράγματος» (Χ).
(4)  «Από αυτά που έπρεπε να θαυμάζουν τη δύναμή του, από αυτά τον κατηγορούν. Κατ’ αρχήν ομολογούν ότι άνοιξε τα μάτια του τυφλού και ενώ πρέπει να τον θαυμάζουν για εκείνο, από αυτό [το ότι δηλαδή δεν πρόλαβε το θάνατο του Λαζάρου] συκοφαντούν και εκείνο, σαν να μην συνέβη» (Χ).
(5)  Αναφέρονται στο θαύμα του τυφλού, επειδή αυτό ήταν πρόσφατο και πολύ γνωστό από την εξέταση που έγινε για αυτό και από την ερεθιστική επίδραση, που είχε πάνω στους Φαρισαίους και άρχοντες των Ιουδαίων. Στις νεκραναστάσεις της Ναΐν και της κόρης του Ιαείρου, οι οποίες συνέβησαν στην Γαλιλαία, δεν δινόταν μεγάλη σημασία από τους Ιεροσολυμίτες, οι οποίοι ίσως θεωρούσαν αυτές ως θρύλους ή επινοήσεις των μαθητών (ο). Εάν η αφήγηση της ανάστασης του Λαζάρου ήταν επινόηση, ο επινοητής θα ήταν πολύ δύσκολο να αντισταθεί στο να αναφερθεί στις νεκραναστάσεις στη Γαλιλαία που εξιστορούνται στα Μάρκ. ε 35 και Λουκ. ζ 11 (β).
(6)  Δεν σκέφτονται, ότι η θεία δύναμη διευθύνεται πάντοτε στις ενέργειές της από τη θεία σοφία, η οποία δεν ενεργεί σύμφωνα με τις επισφαλείς βουλές των ανθρώπων, αλλά σύμφωνα με τις πάνσοφες θείες βουλές. Εάν λοιπόν οι φίλοι του Χριστού, που αγαπιούνται από αυτόν, πεθαίνουν, εάν η εκκλησία του, υπέρ της οποίας θυσιάστηκε, διώκεται και θλίβεται, δεν πρέπει να αποδίδουμε αυτά σε κάποια αδυναμία του Κυρίου ή σε έλλειψη ενδιαφέροντος και αγάπης εκ μέρους του, αλλά στο ότι αποβλέπει στην ωφέλεια των μελών της εκκλησίας που πεθαίνουν και διώκονται.

38 Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος(1) ἐν ἑαυτῷ(2), ἔρχεται εἰς τὸμνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον(3), καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτῷ(4).
38 Ο Ιησούς, ταραγμένος πάλι και θλιμμένος μέσα του, έρχεται στο μνήμα. Αυτό ήταν μια σπηλιά, που την είσοδό της την έφραζε μια μεγάλη πέτρα.
(1)  Ή, αγανακτώντας εναντίον της κακεντρέχειας που εκδήλωσαν οι Ιουδαίοι (g). Ή, επειδή συγκινήθηκε εσωτερικά περισσότερο και κατέληξε από δάκρυα σε στεναγμούς και λυγμούς, προσεγγίζοντας στο μνήμα του πεθαμένου φίλου του (ο,β).
Ή, πιο σωστά, «πάλι μαλώνει το πάθος» (Χ) «και πιο άγρια επέπληξε τη λύπη, και το δάκρυ που επρόκειτο να χυθεί από τη λύπη» (Κ), «το εμπόδισε να πέσει χωρίς μέτρο» (Ζ). «Πάλι λοιπόν μαλώνει το πάθος, για να μάθουμε ότι έγινε άνθρωπος χωρίς αλλοίωση, όπως εμείς» (Ω). Αξιοσημείωτη η παρατήρηση του Θεοφυλάκτου: Ο Ιωάννης «επειδή περισσότερο από όλους τους ευαγγελιστές λέει υψηλότερα πράγματα για τον Κύριο και θεολογεί κάποια μεγάλα, για αυτό και στα σωματικά μιλά πολύ ταπεινότερα… Διότι όπως ακριβώς ο Λουκάς από την αγωνία και τον θρόμβο και τον ιδρώτα, έτσι και αυτός από το πένθος πιστοποιεί, ότι αληθινά φόρεσε σάρκα» (Θφ).
(2)  Δηλώνει την εσωτερική προσπάθεια και «την ταραχή του σώματος την κρυμμένη… Και αυτό φανερώνει εδώ το ενεβριμήσατο, αντί να πει δηλαδή: με σχηματισμό του σώματος φανέρωνε την κρυμμένη ταραχή» (Κ).
«Όταν ήταν μακριά από το μνήμα επέπληξε το πνεύμα. Όταν όμως πλησιάζει τον νεκρό, δεν επιπλήττει πλέον το πνεύμα του, αλλά συγκρατεί μέσα του την επίπληξη» (Ω).
(3)  «Διότι τοποθετήθηκε σε κάποιο μνήμα που δεν είχε χτιστεί αλλά είχε σκαφτεί στο βράχο» (Ω). Ο τάφος ήταν σπηλιά ανοιγμένη στο βράχο είτε οριζόντια είτε κάθετα. Στην πρώτη περίπτωση η πέτρα ήταν από πάνω, όπως και στα δικά μας συνηθισμένα μνήματα, σκεπάζοντας σαν κάλυμμα το στόμιο του τάφου. Στην δεύτερη περίπτωση η πέτρα ήταν στημένη και γερμένη σαν πόρτα μπροστά στο άνοιγμα του τάφου, ενώ ο νεκρός τοποθετούνταν σχεδόν όρθιος. Γύρω από την Ιερουσαλήμ διασώζονται μέχρι σήμερα πολυάριθμοι τάφοι και των δύο μορφών. Εάν ο τάφος, που δείχνεται σήμερα ως ο τάφος του Λαζάρου, είναι πράγματι αυτός –ο Robinson αμφισβήτησε αυτό σοβαρά- πρόκειται για τάφο που ήταν κάθετα ανοιγμένος στο βράχο, στον οποίο κατεβαίνει κάποιος με στενή σκάλα 26 σκαλιών (g).
(4)  Δες Ιω. κ 1,Μάρκ. ιε 46,Ματθ. κζ 60,Λουκ. κδ 2. Ο λίθος ήταν βαρύς, για να προφυλάσσει τον νεκρό στον τάφο από τα άγρια ζώα που τη νύχτα από έξω επιζητούσαν λεία.

39 Λέγει ὁ Ἰησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον(1). Λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦτεθνηκότος(2) Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει(3)· τεταρταῖος(4) γάρ ἐστι.
39 «Βγάλτε την πέτρα», λέει ο Ιησούς. Του λέει η Μάρθα, η αδερφή του νεκρού: «Κύριε, τώρα πια θα μυρίζει άσχημα, γιατί είναι τέσσερις μέρες στο μνήμα».
(1)  «Δεν αποκύλισε τον λίθο από μόνος του… διδάσκοντας ότι είναι περιττό να κάνει κάποιος θαύματα στα μη αναγκαία» (Κ). «Γιατί τέλος πάντων δεν τον κάλεσε απών… ή μάλλον γιατί δεν τον ανάστησε ενώ ο λίθος βρισκόταν πάνω στον τάφο;… Για να κάνει αυτούς τους ίδιους μάρτυρες του θαύματος, για να μην λένε αυτό, το οποίο είπαν και για τον τυφλό, ότι δηλαδή «αυτός είναι· δεν είναι αυτός»» (Χ). Το ίδιο ρήμα αίρω, χρησιμοποιείται και για τον λίθο του τάφου του Κυρίου (δες κ 1). Η προστακτική του αορίστου εκφράζει εξουσιαστική εντολή (β). Διέταξε να απομακρύνουν τον λίθο, για να μπορούν όλοι οι παρόντες να δουν το νεκρό σώμα να βρίσκεται στον τάφο και έτσι, όταν ο Λάζαρος θα έβγαινε ζωντανός από τον τάφο, να διαπιστώσουν, ότι ήταν αυτός ο ίδιος ο νεκρός που ζωοποιήθηκε και όχι φάντασμα ή κάποια σκιά. Ζήτησε λοιπόν άλλοι να απομακρύνουν τον λίθο, για να υπάρχουν μάρτυρες, οι οποίοι και από την δυσωδία, την οποία θα είχε ο νεκρός, θα επιβεβαίωναν το θαύμα που ακολούθησε.
(2)  Υπάρχει και η γραφή: του τετελευτηκότος. «Επειδή τιμούσε πολύ το Χριστό, είπε το Βρωμάει πλέον, για να μην αηδιάσει από την δυσωδία του νεκρού ή το λέει αυτό σαν ντροπή. Διότι σπεύδουν οι συγγενείς των νεκρών, πριν το σώμα αποκτήσει δυσωδία, να το κατακρύψουν στη γη, ντρεπόμενοι τους ζωντανούς και θεωρώντας ατιμία του νεκρού το να τον σιχαίνονται κάποιοι» (Κ). Με τη φράση καθορίζεται η αιτία του ζωηρότατου αισθήματος αυτόματης φρίκης που προκαλείται από τη φύση και από το δεσμό της συγγένειας (b).
(3)  Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «Και επομένως είναι αδύνατον να αναστηθεί αυτός αφού έχει αρχίσει η αποσύνθεση» (Ζ). «Δικαιολογημένα επομένως έλεγα, ότι η γυναίκα δεν καταλάβαινε τίποτα από αυτά που είπε ο Χριστός, ότι και αν πεθάνει θα ζήσει» (Χ).
Ή, πιο σωστά «δεν είναι καθόλου θαυμαστό αν, ενώ ομολόγησε την πίστη, πάλι κλυδωνίζεται από ολιγοπιστία εξαιτίας της υπερβολής του θαύματος» (Κ). Η Μάρθα είχε πιστέψει. Αλλά σημειώθηκε σε αυτήν μία πάλη μεταξύ λογικού και φυσικής αγάπης από τη μία και πίστης από την άλλη (b). Το (όζει) είναι λέξη από αυτές που λέγονται μοναδική φορά στην Κ.Δ.. Αναφέρεται στη δυσοσμία που αναδίδεται από το πτώμα που αποσυντίθεται. Έτσι και στο Εξόδου η 14 λέγεται για την δυσωδία από τους νεκρούς βατράχους. Προκλήθηκε ζήτημα, εάν η Μάρθα εικάζει, ότι ο νεκρός μυρίζει από το ότι ήταν ήδη τετραήμερος, ή διαπίστωσε αυτό από προσωπική αντίληψη. Οι λέξεις που ακολουθούν «διότι είναι τεσσάρων ημερών» δηλώνουν την αιτία της δυσοσμίας και όχι απόδειξη του ότι οι φροντίδες των αδελφών δεν μπόρεσαν να προλάβουν την αποσύνθεση του νεκρού. Σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε στους Ιουδαίους αλείφονταν οι νεκροί με μύρα και άλλα ευώδη μίγματα, με αυτά όμως δεν γινόταν δυνατόν να προληφθεί για πολύ χρόνο η αποσύνθεση. Ο σ. 44 δείχνει ότι ο Λάζαρος είχε τα μέλη δεμένα όπως και οι υπόλοιποι νεκροί, το οποίο καθιστά πιθανό ότι και είχε αρωματιστεί (g). Επιπλέον όπως μπορεί να βγει ως συμπέρασμα από το σ. 31 οι αδελφές επισκέπτονταν στο μεταξύ τον τάφο του αδελφού τους. Η ιδέα, την οποία εισηγήθηκε ο Olshausen, ότι εάν η αποσύνθεση είχε ήδη αρχίσει, το θαύμα θα έπαιρνε τερατώδη χαρακτήρα, είναι χωρίς κάποια σοβαρότητα. Η παντοδύναμη φωνή, που με απλό πρόσταγμα ανάστησε το Λάζαρο, σε τι δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει και το σώμα του από την αποσύνθεση σε ακμή και σε πλήρη υγεία; (ο).
(4)  Λέξη που λέγεται μοναδική φορά.

40 Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι(1) ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς(2), ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ(3);
40 Της λέει ο Ιησούς: «Δε σου είπα πως, αν πιστέψεις, θα δεις τη δύναμη του Θεού;»
(1)  Κάποιοι από τους ερμηνευτές υπέθεσαν ότι υπαινίσσεται ο Κύριος την στο σ. 4 παρατήρηση στους μαθητές για τη δόξα του Θεού με το θαύμα, την οποία θα διαβίβασε ασφαλώς ο απεσταλμένος στις αδελφές (έτσι λέει ο g). Αλλά οι λόγοι στο σ. 4 λέχθηκαν στην Περαία στους μαθητές και καμία ένδειξη δεν έχουμε από το κείμενο, ότι διαβιβάστηκαν και στη Μάρθα. Πιο πιθανό φαίνεται, ότι ο Ιησούς αναφέρεται στα λόγια στους σ. 25-27, όπου αυτή διακήρυξε την πίστη της σε αυτόν ως το Χριστό. Σε τέτοιου είδους ομολογίες αλλού (δες α 51) ανταποκρίνεται ο Χριστός με ευλογία, στην οποία υπόσχεται στον πιστό να δει την έλευση του υιού του ανθρώπου με δόξα. Είναι πιθανόν μία τέτοια υπόσχεση, παρόλο που δεν αναφέρεται από τον ευαγγελιστή, να έδωσε ο Κύριος και στη Μαρία (β).
(2)  «Της θυμίζει αυτά που της είπε, σχεδόν μαλώνοντάς την, σαν να τα λησμόνησε» (Χ).
(3)  «Αποφεύγοντας την κενοδοξία ο Χριστός δεν είπε Θα δεις την δόξα μου, αλλά του Θεού, και είναι δόξα του Θεού το να ανασταίνει νεκρό» (Κ)· την από την ανάσταση του Λαζάρου δόξα του Θεού, ο οποίος «μπορεί να αναστήσει και αυτόν που βρωμάει και είναι νεκρός τέσσερις ημέρες» (Αυ). Του Θεού η δόξα ή η μεγαλειότητα θα εκδηλωνόταν με την θαυμαστή δύναμη του Ιησού πάνω στο θάνατο και με την αλήθεια που θα αποδεικνυόταν και επιβεβαιωνόταν από το θαύμα αυτό, ότι ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής και κάθε πνευματικής ανάστασης (μ). Το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου όμως θα έβλεπαν τώρα και πολλοί από τους μη πιστούς, οι οποίοι όμως δεν θα κατανοούσαν την βαθύτερη έννοια και σημασία του. Μόνο αυτός που πιστεύει στον Ιησού θα μπορούσε να δει την εσωτερικότερη έννοια του θαύματος αυτού και να διακρίνει σε αυτό την φανέρωση της θείας δόξας (β). Το μάτι του σώματος δεν βλέπει παρά το εξωτερικό θαύμα. Την θεία αγάπη που τίθεται στην υπηρεσία του ανθρώπου για να νικήσει αυτός το θάνατο, μόνο ο πιστός βλέπει με τα μάτια της ψυχής (g). Η φράση λοιπόν αυτή δεν θα περιοριστεί στη φανέρωση της θείας δόξας στην ανάσταση του Λαζάρου, αλλά περιλαμβάνει ομοίως και την δόξα του Θεού από την κοινή ανάσταση όλων των πιστών, της οποίας το θαύμα αυτό ήταν σύμβολο (ο).

41 Ἦραν οὖν τὸν λίθον(1) οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος(2). Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω(3) καὶ εἶπε· πάτερ(4), εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου(5).
41 Έβγαλαν, λοιπόν, την πέτρα από το μνήμα του νεκρού. Τότε ο Ιησούς σήκωσε τα μάτια ψηλά και είπε: «Πατέρα, σ’ ευχαριστώ που με άκουσες.
(1)  Αφού η Μάρθα μετά την παρατήρηση του Κυρίου δεν πρόβαλλε πλέον κάποια αντίρρηση, σήκωσαν λοιπόν οι παριστάμενοι τον λίθο. Το νεκρό σώμα του Λαζάρου έτσι εκτέθηκε σε θέα και κάθε υπόνοια ότι δεν ήταν πράγματι νεκρός αποκλείστηκε (ο). Εάν θέλουμε να δούμε την δόξα του Θεού, πρέπει να αφήνουμε το Χριστό να ακολουθεί την οδό και τις μεθόδους του, υποτασσόμενοι ταπεινά σε ό,τι αυτός θέλει και μην επιχειρώντας να προδιαγράψουμε εμείς σε αυτόν εκείνο, το οποίο πρέπει να γίνει. Σήκωσαν την πέτρα και αυτό ήταν όλο, το οποίο μπορούσαν να κάνουν. Μόνος ο Χριστός μπορούσε να δώσει ζωή. Ο άνθρωπος τίποτα άλλο δεν μπορεί να κάνει παρά να προετοιμάζει την οδό του Κυρίου, όπως εδώ σηκώνουν τον λίθο από το μνήμα.
(2)  Η φράση δεν μαρτυρείται από όλους τους κώδικες και θεωρήθηκε από πολλούς ως κείμενο παρέμβλητο.
(3)  Σύμφωνα με τη συνήθεια που είχε. Δες Ιω. ιζ 1, Μάρκ. στ 41. Το «άνω» είναι ισοδύναμο με το «στον ουρανό» και ο ουρανός λέγεται με την έννοια του φυσικού και ηθικού ανταγωνισμού του με τη γη και με την έννοια της απόστασης από αυτήν (C). Ο ουρανός είναι για τον άνθρωπο ο πιο εύγλωττος μάρτυρας του πλούτου και της αόρατης δύναμης του Θεού. Βυθίζοντας τα βλέμματά του ο Ιησούς στα άπειρα βάθη του, αναζητά εσωτερικά το πρόσωπο του Πατέρα. Τι πιο ανθρώπινο από αυτό! Πράγματι ο Λόγος έγινε σάρκα (g).
«Μετέφερε τη διάνοιά του από την ομιλία με τους κάτω και ανέβασε και ύψωσε αυτήν οδηγώντας την στην προσευχή προς τον Πατέρα που είναι υπεράνω όλων. Αλλά και… αυτός που θα προσευχηθεί μιμούμενος με ζήλο το Χριστό είναι ανάγκη, αφού σηκώσει τα μάτια της ψυχής ψηλά και αφού τα ανεβάσει από τα εδώ πράγματα και την ανάμνηση και τις έννοιες και τους λογισμούς, έτσι να πει στο Θεό τα λόγια της προσευχής» (Ω).
«Βλέπει ψηλά και ευχαριστεί διότι στάλθηκε από το Θεό» (Ζ). Προλαβαίνει κάθε υπόνοια των παρόντων, ότι το θαύμα έγινε με πράξη προσωπική, χωρισμένη από τον Πατέρα (ο).
(4)  Δεν λέει Πατέρα μας, αλλά Πατέρα ή Πατέρα μου (δες ε 17) διότι η σχέση του με την θεότητα είναι διαφορετική από τη σχέση των υπόλοιπων ανθρώπων γενικά (β). Διδασκόμαστε όμως από το παράδειγμα του Κυρίου στις προσευχές μας να επικαλούμαστε τον Θεό Πατέρα και να πλησιάζουμε προς αυτόν ως παιδιά προς τον πατέρα τους με ταπεινό σεβασμό και βαθύτατη ευλάβεια, αλλά και με άγιο θάρρος.
(5)  Το θαύμα είναι ήδη συντελεσμένο μπροστά στα μάτια του Ιησού. «Ο Χριστός όμως από συγκατάβαση μιλά με επίπεδο χαμηλό ως άνθρωπος, όχι σύμφωνα με την υπεροχή της θεότητας και αποδίδει στον Πατέρα τη χάρη όχι για το Λάζαρο μόνο, αλλά για τη ζωή όλων» (Κ).
«Ποιος λοιπόν προσευχήθηκε ποτέ έτσι; Διότι πριν ακόμη πει κάτι, λέει σε ευχαριστώ, δείχνοντας, ότι δεν χρειάζεται προσευχή» (Χ). Αυτό που διακρίνει τον Ιησού από τους άλλους απεσταλμένους του Θεού, οι οποίοι συντέλεσαν με την προσευχή παρόμοια έργα, είναι η τέλεια πεποίθηση για το ότι θα εισακουστεί, με την οποία ο Ιησούς απευθύνεται προς το Θεό (g). «Διότι και οι δύο έχουν το ίδιο θέλημα, την ίδια γνώμη» (Ζ). Διδασκόμαστε από αυτό να ευχαριστούμε και υμνούμε το Θεό όταν τον πλησιάζουμε για να ζητήσουμε και νέους οικτιρμούς και χάριτες, πάντοτε ευγνώμονες για τις στο παρελθόν δωρεές που μας παρείχε. Η ευχαριστία η οποία διακηρύττει του Θεού την δόξα και όχι τη δική μας όπως το «σε ευχαριστώ» του Φαρισαίου, είναι η αρμόζουσα μορφή, με την οποία πρέπει να υποβάλουμε στο Θεό τις ικεσίες μας.

42 Ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις(1)· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον(2) τὸν περιεστῶτα(3) εἶπον(4), ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας(5).
42 Εγώ το ήξερα ότι πάντα με ακούς· το είπα όμως για χάρη του πλήθους που στέκει εδώ γύρω, για να πιστέψουν πως εσύ με έστειλες».
(1)  «Διότι η μία φύση της θεότητας δεν είναι ανυπάκουη στον ίδιο της τον εαυτό, επειδή ακριβώς ένας είναι ο νους της Τριάδας, του Πατέρα, του Υιού και του Πνεύματος» (Κ). Είχε μεν και ανθρώπινο θέλημα ο Κύριος, επειδή πήρε πάνω του πλήρη την ανθρώπινη φύση, αλλά το θέλημα αυτό υποτασσόταν ελεύθερα σε όλα στο θείο θέλημα. Ο Ιησούς δείχνει στο λαό, ότι ευχαριστούσε τον Πατέρα, όχι διότι επρόκειτο για κάτι νέο προς αυτόν, του οποίου δεν είχε πείρα προηγουμένως. Η υιϊκή οικειότητα, με την οποία σχετιζόταν με τον Πατέρα, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε δεν θα μπορούσε πλήρως να εκφραστεί με λόγο στους ανθρώπους (b). «Το «άκουσες» λέγεται στην περίπτωση και των φίλων και αυτών που έχουν την ίδια τιμή» (Χ).
(2)  «Προσθέτει και την αιτία αυτής της ευχαριστίας και των ταπεινών λόγων » (Ζ). Οι προσευχές του Κυρίου απέβαιναν και σε μεγάλο όφελος των ακολούθων του (ο).
(3)  =που στέκεται γύρω μου. Υπάρχει και η γραφή παρεστῶτα=που παρίσταται, που είναι παρών.
(4)  «Το «σε ευχαριστώ που με άκουσες»» (Ζ). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία «σχεδόν λέει ότι έχω προσποιηθεί την εξωτερική εικόνα της προσευχής και από συγκατάβαση είπα ότι ευχαριστώ» (Κ)· διότι «για να γίνει το θέλημά μου δεν χρειάζομαι προσευχή» αλλά «για τους πνευματικά αδύνατους και προσκολλημένους στην ύλη παρουσιάζει την εξωτερική εικόνα ανθρώπου που προσεύχεται» (Χ). Η εκδοχή όμως αυτή δεν συμφωνεί με την καρτερία του Κυρίου στην προσευχή που μαρτυρείται από τα ευαγγέλια και την προς Εβραίους. Ο Κύριος ζούσε με προσευχή και αναμφίβολα προσευχόταν προς τον Πατέρα του από τη στιγμή που διαβιβάστηκε σε αυτόν το μήνυμα για το Λάζαρο. Τώρα προς στιγμήν αποκαλύπτει την προσευχή του και φανερώνει την πεποίθηση και πληροφορία την οποία πλέον είχε σχηματίσει για το ότι η προσευχή του εισακούστηκε (τ).
Πιο σωστή λοιπόν είναι η εκδοχή, σύμφωνα με την οποία «ο τρόπος της προσευχής οφείλεται στη συγκατάβαση του Χριστού και αρμόζει στην εξωτερική εικόνα τη σωματική, όχι στην υπεροχή και ασύγκριτη λαμπρότητα της θεότητας. Διότι και μόνο το να ζητήσει και να πάρει, θα έπρεπε μάλλον σε δούλο και συνηθίζεται από κάποιον που είναι υπήκοος. Και αυτό όμως θα το πράξει βεβαίως ο Χριστός χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί, διότι αυτός που καταδέχτηκε να γίνει άνθρωπος, πώς θα μπορούσε να αρνηθεί τα ανθρώπινα» (Κ).
Αυτό που γίνεται εδώ για τον όχλο είναι η με δυνατή φωνή και ακουστή από όλους ευχαριστία, στην οποία εκφραζόταν η απόλυτη εμπιστοσύνη του προς τον Πατέρα και αποκλειόταν κάθε αμφιβολία για το ότι θα εισακουόταν από τον Πατέρα (ο). Ο Ιησούς επιθυμούσε να εκτιμήσουν οι παρόντες το αληθινό μυστικό της δύναμής του. Η προσευχή του Ηλία στο Γ΄ Βασ. ιη 37, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματικό παράλληλο περιστατικό, διότι ο Ηλίας δεν είχε την βεβαιότητα, για το ότι θα εισακουόταν η προσευχή του, την οποία είχε ο Ιησούς (β).
(5)  «Για να μην πουν πλέον ότι με τον Βεελζεβούλ κάνει τα θαύματα» (Κ). «Για να μην με νομίσουν αντίθεο, για να μη λένε· Δεν είναι από το Θεό· για να δείξω ότι το έργο γίνεται σύμφωνα με τη δική σου γνώμη» (Χ). «Διότι έχω έλθει όχι από μόνος μου, όπως οι ψευδοπροφήτες, αλλά με τη δική σου ευαρέσκεια και θέληση άδειασα τον εαυτό μου παίρνοντας μορφή δούλου» (Κ). Εσύ με έστειλες όχι για να χάσω ψυχές, αλλά για να σώσω αυτές. Ο Μωϋσής απέδειξε άλλη μία φορά ότι ήταν απεσταλμένος του Θεού, όταν άνοιξε η γη και κατάπιε τον Δαθάν και Αβειρών (Αριθμ. ιστ 29,30). Ο Ηλίας απέδειξε, ότι ήταν προφήτης του αληθινού Θεού κατεβάζοντας φωτιά από τον ουρανό και καίγοντας με αυτό και ανθρώπους. Αυτά γινόντουσαν στην εποχή του νόμου, ο οποίος ήταν οικονομία τρόμου και θανάτου. Ο Χριστός όμως παρέχει αποδείξεις της αποστολής του όχι αφαιρώντας τη ζωή κάποιου αλλά ζωογονώντας τον νεκρό Λάζαρο και επιστρέφοντας την χαμένη ζωή στο άψυχο σώμα του.

43 Καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ(1) ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω(2).
43 Κι όταν τα είπε αυτά, κραύγασε με φωνή δυνατή: «Λάζαρε, έλα έξω!»
(1)  «Με αυθεντία και ως δεσπότης» (Θφ). «Έτσι ώστε όλοι οι παρόντες να ακούσουν την εξουσιαστική αυτή διαταγή και όταν την δουν να αποβαίνει σε πράξη, να καταλάβουν κάτι υψηλό και θεοπρεπές για αυτόν» (Ζ). Όχι όπως αυτοί που κάνουν μαγικά, αυτοί που ψιθυρίζουν τα ξόρκια τους (b). Η μεγάλη φωνή εκφράζει θέληση σταθερή και αποφασιστική, που συνοδεύεται από το αίσθημα της κυριαρχίας και της απεριόριστης εξουσίας (g). Κραύγασε με μεγάλη φωνή για να δηλώσει το μεγαλείο του έργου που θα συντελεστεί και της δύναμης που χρησιμοποιήθηκε για αυτό. Κραύγασε κατά κάποιο τρόπο διεγείροντας τον εαυτό του για να ορμήσει εναντίον των πυλών του θανάτου, όπως οι στρατιώτες κάνουν έφοδο για κατάληψη του οχυρού, στο οποίο αμύνεται ο εχθρός. Κραύγασε για να δειχτεί ότι αυτός είπε και γεννήθηκε, αυτός διέταξε και ο νεκρός ξανάζησε. Η μεγάλη αυτή κραυγή ήταν τύπος πρώτον της κλήσης του ευαγγελίου, με την οποία νεκρές από την αμαρτία ψυχές ανασταίνονται από τον πνευματικό θάνατο στη ζωή. «Ξύπνα εσύ που κοιμάσαι και αναστήσου από τους νεκρούς» (Εφεσ. ε 14). Δεύτερον, ήταν τύπος της σάλπιγγας του αρχαγγέλου, η οποία θα ακουστεί κατά τη συντέλεια του κόσμου και η οποία «θα προαναγγείλει τη διαταγή τη δεσποτική και θα ηχήσει από πριν το σύνθημα της ανάστασης» (Κ). Τότε ο Χριστός θα κατέβει με σύννεφο από τον ουρανό και θα καλέσει τους ουρανούς να δώσουν πίσω τις ψυχές των πεθαμένων και τη γη να δώσει πίσω τα σώματά τους, και έτσι να μαζευτεί όλο το ανθρώπινο γένος μπροστά του για κρίση.
(2)  «Δεν είπε… Ανάστησέ τον Πατέρα, αλλά αφήνοντας όλα αυτά… φανερώνει με τα έργα την αυθεντία… Και δεν είπε Αναστήσου, αλλά έλα έξω, μιλώντας στο νεκρό σαν να ήταν ζωντανός» (Χ). Στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου το εξουσιαστικό πρόσταγμα του Χριστού ήταν «Κορίτσι, σε σένα λέω, σήκω» (Μάρκ. ε 41), ενώ στην περίπτωση της Ναΐν «Νέε, σε σένα λέω, σήκω πάνω» (Λουκ. ζ 14)· αυτό βεβαίως διότι οι νεκροί βρίσκονταν μπροστά του ξαπλωμένοι στο κρεβάτι ή το φέρετρο. Εδώ λέει έλα έξω, διότι ο Λάζαρος είναι κλεισμένος στον τάφο. Η απλότητα και η συντομία των δύο αυτών λέξεων αντιτίθεται μεγαλόπρεπα στην αποτελεσματικότητά τους (g). Σύμφωνα με τη γνώμη κάποιων νεώτερων ερμηνευτών που διατυπώθηκε ήδη από τον Ω («αντί για προσευχή ευχαρίστησε, διότι κατάλαβε ότι η ψυχή του Λαζάρου μπήκε στο σώμα και χρειαζόταν τη δύναμη που θα δινόταν στο σώμα από το πρόσταγμα του Ιησού, για να βγει από το μνήμα») η διαταγή αφορούσε στην έξοδο μόνο του Λαζάρου από το μνήμα αφού είχε ήδη αναστηθεί σε αυτό με τη δύναμη της προσευχής του Ιησού (κ).

44 Καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας(1) κειρίαις(2), καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ(3) περιεδέδετο. Λέγει αὐτοῖς ὁἸησοῦς· λύσατε(4) αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν(5).
44 Βγήκε ο νεκρός με δεμένα τα πόδια και τα χέρια σε πάνινες λουρίδες, και το πρόσωπό του περιτυλιγμένο με το σουδάριο. Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Λύστε τον κι αφήστε τον να περπατήσει».
(1)  «Με επιδέσμους με τους οποίους στόλιζαν τους νεκρούς» (Ζ) σύμφωνα με τη συνήθεια την οποία είχαν οι Ιουδαίοι να ετοιμάζουν τους νεκρούς. Η έξοδος δεν εμποδίστηκε από τα δεσμά αυτά είτε διότι ήταν αυτά αρκετά χαλαρά, ώστε να επιτρέπουν, έστω και με κάποια δυσκολία, τις κινήσεις των άκρων, είτε διότι το καθένα από τα άκρα ήταν τυλιγμένο χωριστά, όπως αυτό γινόταν στους Αιγυπτίους (g).
(2)  Λέξη που λέγεται μοναδική φορά στην Κ.Δ. Στους Ο΄ λέγεται μόνο στο Παροιμ. ζ 16 για καλύμματα του κρεβατιού. Σύμφωνα με τους Moulton-Milligan συναντιέται η λέξη σε ιατρικό πάπυρο (β). Στο Ιω. ιθ 40 και Λουκ. κδ 12 συναντιέται άλλη λέξη (οθόνια) για δήλωση της ίδιας έννοιας (ο). «Κειρία· είδος ζώνης από σχοινιά, που μοιάζει με ιμάντα με την οποία δένουν τα κρεβάτια» (Σχολ. Στον Αριστοφ. 817), επίδεσμος (κοινώς φασκιά), με τον οποίο είτε τα κρεβάτια στηρίζονται είτε τα πτώματα των ανθρώπων δένονται (G).
(3)  «Μαντήλι κεφαλιού μικρό σαν αυτό που χρησιμοποιούν μέχρι και τώρα οι Εβραίοι για κάλυμμα στο κεφάλι» (Ζ). Η χρήση ενός είδους μαντηλιού για σύσφιγξη των σαγονιών του νεκρού, πριν ακόμα αυτός παγώσει, είναι και σε εμάς γνωστή. Εδώ όμως το σουδάριο παρουσιάζεται ότι καλύπτει την όλη όψη (ο). Η όλη φράση «δεδεμένος…σουδαρίω περιεδέδετο» υποδηλώνει τον αυτόπτη και υπενθυμίζει την ανεξάλειπτη εντύπωση, που παράχθηκε στους παριστάμενους από το θέαμα ζωντανού ντυμένου με νεκροστολή (g).
(4)  «Εσείς, ώστε και η αφή να μαρτυρήσει ότι δεν είναι φάντασμα, αλλά είναι όντως εκείνος» (Ζ). «Χρήσιμα λοιπόν επέτρεψε σε αυτούς με τα ίδια τους τα χέρια να τον λύσουν, για να μην έχουν καμία αφορμή συκοφαντίας, αλλά να είναι μάρτυρες του θαύματος» (Κ).
(5)  Υπάρχει και η γραφή: άφετε αυτόν υπάγειν. «Είδες που αποφεύγει την καύχηση; Δεν συνοδεύει αυτόν, ούτε τον διατάζει να μείνει μαζί του» (Χ), «για να μην, περπατώντας μαζί του, γίνεται σε αυτόν αίτιος δόξας και φήμης» (Ζ). Το (υπάγειν) αντιτίθεται στον περιορισμό και την ακινησία στον τάφο (ο). Κρύβει μέσα του κάτι το θριαμβευτικό όπως και η εντολή στον θεραπευμένο παράλυτο «σήκωσε το κρεβάτι σου και περπάτα» (g). Το θαύμα συντελέστηκε γρήγορα, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιος χρόνος ανάμεσα στο παράγγελμα Δεύρο έξω και στο «βγήκε ο πεθαμένος». Έτσι και στην καθολική ανάσταση θα συμβεί· «σε ένα κλάσμα, όσο χρειάζεται να ανοιγοκλείσουν τα βλέφαρα» (Α΄Κορ. ιε 52). Η άπειρη δύναμη που μπορεί να συντελέσει αυτήν την ανάσταση, είναι ικανή να συντελέσει αυτήν και σε μία και μόνη στιγμή.
Το θαύμα επίσης συντελέστηκε τελείως. Ζωοποιήθηκε εξ’ ολοκλήρου και πήρε πάλι τη ζωή σε τέτοιο βαθμό, ώστε βγήκε μόνος από το μνήμα όπως θα σηκωνόταν από το κρεβάτι του μετά την ανάπαυση του ύπνου και παρουσιάστηκε ανάμεσα στους παριστάμενους με πλήρη υγεία. Εάν πάλι κάποιος ρωτήσει για το εάν ο Λάζαρος, όταν αναστήθηκε, προέβη σε κάποια περιγραφή για το τι αισθάνθηκε κατά τον αποχωρισμό της ψυχής του από το σώμα και τι είδε στον πέραν του τάφου κόσμο, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε, ότι ως προς μεν τις μεταβολές που συντελέστηκαν κατά τον θάνατο και την ανάσταση που επακολούθησε στο Λάζαρο, ούτε ο ίδιος ο Λάζαρος δεν θα αντιλήφθηκε καλά αυτές, αλλά συνέβη σε αυτόν κάτι ανάλογο με τον Παύλο που αρπάχτηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό, ο οποίος αφηγούμενος τα σχετικά με την αρπαγή του αυτή έγραφε: «Είτε με το σώμα είτε εκτός του σώματος δεν ξέρω, ο Θεός ξέρει». Ως προς αυτά τώρα που ο Λάζαρος κατά το τετραήμερο που παρέμεινε το σώμα του νεκρό είδε ή άκουσε στον πέραν του τάφου κόσμο, ισχύει πάλι ό,τι για τον εαυτό του είπε ο Παύλος: «Και άκουσε (ο Παύλος που αρπάχτηκε μέχρι τρίτου ουρανού) ανέκφραστα λόγια, τα οποία δεν επιτρέπεται σε άνθρωπο να πει». Στον αισθητό κόσμο δεν μπορούμε να σχηματίσουμε επαρκή εικόνα για τα υπέρ αίσθηση, και πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να ανακοινώσουμε αυτήν στους άλλους.

45 Πολλοὶ(1) οὖν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες(1) πρὸς τὴν Μαρίαν(2) καὶθεασάμενοι(1) ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν(3) εἰς αὐτόν.
45 Πολλοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους, αυτοί που είχαν έρθει να επισκεφθούν τη Μαρία, και είδαν τι έκανε ο Ιησούς, πίστεψαν σ’ αυτόν.
(1)  Ο τρόπος αυτός της εκφοράς των μετοχών υπονοεί, ότι όλοι οι Ιουδαίοι που επισκέφτηκαν τις αδελφές για παρηγοριά και έγιναν μάρτυρες του θαύματος, πίστεψαν. Οι μετοχές σε ονομαστική πτώση επακολουθούν ως επεξήγηση του Πολλοί. Δεν θα ερμηνεύσουμε λοιπόν πολλοί από αυτούς που ήλθαν και είδαν. Διότι τότε θα έπρεπε να εκφέρεται έτσι: Πολλοί εκ των Ιουδαίων των ελθόντων και θεασαμένων (g,β). Είχαν έλθει για να παρηγορήσουν τη Μαρία, και για την πράξη αυτή της αγάπης ευεργετήθηκαν και αυτοί, διότι πίστεψαν στο Χριστό. Όταν πράττουμε το αγαθό στους άλλους, βάζουμε τους εαυτούς μας στο δρόμο των χαρίτων και των δωρεών του Θεού και μας παρουσιάζονται ευκαιρίες να ευεργετηθούμε και εμείς.
(2)  Γιατί αναφέρεται το όνομα μόνης της Μαρίας και όχι και της αδελφής της; Η απάντηση, ότι η Μαρία ήταν η ευγενέστερη και δημοτικότερη από τις δύο αδελφές, δεν είναι πλήρως ικανοποιητική. Φυσικότερο είναι να σχετίσουμε την αναφορά της Μαρίας στον σ. αυτόν με τον σ. 31, όπου η Μαρία παρουσιάζεται θλιμμένη και ότι βγήκε για να πάει στο μνήμα και να κλάψει εκεί, όπως νομίστηκε από τους επισκέπτες της, οι οποίοι σαν ένα σώμα ακολουθούν αυτήν, για να την παρηγορήσουν. Για αυτό τελείως φυσικά συσταίνονται αυτοί σε εμάς ότι αποτελούν συνοδεία της Μαρίας (ο,g).
(3)  Και προηγουμένως είχαν δει αυτοί θαύματα του Ιησού. Και όμως μόλις τώρα πιστεύουν. Όσο περισσότερο βλέπουμε τον Ιησού, τόσες περισσότερες ευκαιρίες και αφορμές μας παρέχονται για να τον αγαπήσουμε και να στηρίξουμε ολόκληρη την εμπιστοσύνη μας σε αυτόν.

46 Τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν(1) ἀπῆλθον πρὸς τοὺς Φαρισαίους(2) καὶ εἶπον αὐτοῖς ἃ(3) ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς.
46 Μερικοί όμως απ’ αυτούς έφυγαν και πήγαν στους Φαρισαίους και τους είπαν αυτά που έκανε ο Ιησούς.
(1)  «Είναι μεν κάπως αμφίβολο τι εννοεί η λέξη» (Ω)= Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία, κάποιοι από αυτούς που πίστεψαν. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή δεν πήγαν στους Φαρισαίους από κακή πρόθεση, αλλά «θέλοντας να προκαλέσουν ντροπή σε αυτούς που είχαν εχθρικές διαθέσεις εναντίον του με την αναγγελία σχετικά με τον Λάζαρο» (Ω).
Ή, πιο σωστά, κάποιοι από αυτούς, από αυτούς που είδαν, και οι οποίοι δεν ήλθαν εξεπίτηδες για την Μαρία αλλά είτε ήταν κάτοικοι της Βηθανίας (g) είτε τυχαία βρέθηκαν εκεί. Η πρόθεση αυτών δεν ήταν αγαθή. «Όχι από θαυμασμό αλλά για να συκοφαντήσουν» (Ζ) «και προκαλώντας την πονηρή ζήλεια που είχαν μέσα τους εναντίον του οι Φαρισαίοι» (Ω), οι οποίοι «αφού πληγώθηκαν από το φθόνο παίρνουν ως αφορμή το θαύμα για να διαπράξουν αυτά που γίνονται από τους φθονερούς» (Κ). «Τον συκοφαντούσαν ότι είχε τάχα τολμήσει να διαπράξει κάτι ανίερο, αφού διέταξε να ανοίξουν τον τάφο του θαμμένου» (αμ). «Αυτοί είναι που είπαν· Δεν μπορούσε αυτός, που άνοιξε τα μάτια του τυφλού και τα υπόλοιπα» (Ζ). «Είπε λοιπόν από τη μία ότι ήταν πολλοί αυτοί που πίστεψαν βλέποντας τα σχετικά με το Λάζαρο· από την άλλη είπε ότι ήταν λιγότεροι αυτοί που δεν ήταν τέτοιοι, λέγοντας «κάποιοι όμως από αυτούς πήγαν»» (Ω).
(2)  Δηλαδή στους θρησκευτικούς αρχηγούς, οι οποίοι αποτελούσαν την μερίδα του συνεδρίου που ήταν πιο ορθόδοξη και εκδήλωνε περισσότερο ζήλο. «Ανάγγειλαν το γεγονός στους άρχοντες, έτσι ώστε αφού και εκείνοι θα λυπούνταν για όσα εργάστηκε ο Χριστός, να έχουν κάποια παρηγοριά της δικής τους λύπης… και ώστε αφού οι ίδιοι δεν μπορούσαν να βλάψουν αυτόν που δεν έκανε τίποτα το άδικο, να ερεθίσουν εναντίον του τους πιο δυνατούς» (Κ).
(3)  Ο πληθυντικός (ἃ) αναφέρεται ή στο γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου και σε όλα τα περιστατικά σε αυτό (ο), ή, όχι μόνο στην ανάσταση του Λαζάρου αλλά και στα άλλα θαύματα του Ιησού τα οποία είτε είχαν δει, είτε είχαν ακούσει και για τα οποία γίνεται λόγος στο σ. 47 (β). Υπάρχει και η γραφή «ο».

47 Συνήγαγον οὖν(1) οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι(2) συνέδριον(3) καὶ ἔλεγον· τί ποιοῦμεν(4), ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος(5) πολλὰ σημεῖα ποιεῖ(6);
47 Συγκάλεσαν τότε οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι συμβούλιο και έλεγαν: «Τι θα κάνουμε; Πολλά σημεία κάνει αυτός ο άνθρωπος.
(1)  Μετά την αναφορά, την οποία έδωσαν σε αυτούς αυτοί που γύρισαν από τη Βηθανία (ο).
(2)  Οι τελευταίοι αυτοί κατονομάζονται ειδικά ως υποκινητές της εχθρικής αυτής συνάθροισης· η επίσημη όμως σύγκληση του συνεδρίου έγινε από τους αρχιερείς (g), οι οποίοι ανήκαν στην τάξη των Σαδδουκαίων. Έτσι οι Σαδδουκαίοι και οι Φαρισαίοι, οι δύο αυτές μερίδες, που κατά την εποχή εκείνη ήταν οι άρχοντες του Ισραήλ (F), συγκάλεσαν συνέδριο.
(3)  Χωρίς άρθρο· μάλλον με την γενική έννοια της συνέλευσης ή του συμβουλίου (g).
(4)  Αντί για μέλλοντα=Τι θα κάνουμε; Υποδηλώνει επικείμενο κίνδυνο (g).
«Δεν λένε· ας πιστέψουμε. Διότι ασχολούνταν μάλλον με το τι κακό θα μπορούσαν να πράξουν για καταστροφή του παρά με το να συσκεφτούν σχετικά με τη δική τους σωτηρίας. Και όμως φοβούνταν και συσκέπτονταν» (Αυ). Οι συσκέψεις του συνεδρίου απέβλεπαν στο κοινό καλό, αλλά στην προκειμένη περίπτωση υπό το πρόσχημα της κοινής ωφέλειας, η μέγιστη βλάβη και αδικία διαπράττεται εναντίον του λαού. Το συνέδριο αυτό συγκλήθηκε όχι για να συσκεφθεί τις ωφέλιμες για την ιουδαϊκή συναγωγή λύσεις, αλλά για να εξαφθούν αμοιβαία τα μέλη του. Όπως ο χάλυβας οξύνει και τροχίζει τον χάλυβα και όπως τα αναμμένα κάρβουνα ανάβουν τα σβησμένα κάρβουνα που έρχονται σε επαφή με αυτά, έτσι και αυτοί διεγείρονται εναντίον του Ιησού ο ένας από τον άλλον και μεταδίδουν αμοιβαία την λύσσα και μανία την οποία τρέφουν εναντίον του Ιησού.
(5)  «Τον αποκαλούν ακόμη άνθρωπο, αυτοί που πήραν τόσο μεγάλη απόδειξη της θεότητάς του» (Χ). Κρύβει κάτι το περιφρονητικό η φράση (β) «και (νομίζω) ότι το «Αυτός ο άνθρωπος» το είπαν για να γκρεμίσουν τη δόξα του» (Ω).
(6)  Για τα πολλά θαύματα του Ιησού στα Ιεροσόλυμα δες β 23. Σύμφωνα με αυτά η ανάσταση του Λαζάρου δεν υπήρξε η αιτία του θανάτου του Ιησού, αλλά επέσπευσε την απόφαση της καταδίκης του. Το ποτήρι ήταν ήδη γεμάτο και με το θαύμα του Λαζάρου υπερξεχείλισε (g).
«Από τα λεγόμενα από τους Φαρισαίους και τους αρχιερείς μπορούμε να κατανοήσουμε και την αντίφαση και τυφλότητα της κακίας τους· αντίφαση διότι μαρτυρούσαν για αυτόν και ότι έχει κάνει πολλά θαύματα και ότι μπορούν σε αυτόν που έχει κάνει τόσα πολλά θαύματα να κάνουν κακό, σαν να μην μπορεί να κάνει τίποτα για τον εαυτό του όταν τον επιβουλεύονταν· αλλά αυτό το ίδιο ήταν εξίσου και τυφλό· ήταν τυφλό όσον αφορά και αυτόν που έκανε πολλά θαύματα και ως προς το ότι ήταν ανώτερος από την επιβουλή αυτών που δεν ήθελαν να τον αφήσουν· εκτός και αν πίστευαν επομένως, ότι κάνει θαύματα και υπονοούσαν ότι αυτά δεν γίνονται από θεία δύναμη, επομένως λόγω αυτού δεν μπορεί αυτός να κάνει τα πάντα, ούτε μπορεί να σωθεί από την επιβουλή εκείνων» (Ω). Δεν αρνούνται τα θαύματά του, αλλά απιστούν στη Μεσσιακή του ιδιότητα από τη μία επειδή είχαν παχυλές και σαρκικές περί Μεσσία αντιλήψεις, αναμένοντας αυτόν ως επίγειο άρχοντα, από την άλλη διότι απέδιδαν τα θαύματά του στη συνέργεια του άρχοντα των δαιμονίων (ο). Παραδέχονται τα πιστοποιητικά και διαπιστευτήριά του, αρνούνται όμως την αποστολή του.

48 Ἐὰν ἀφῶμεν αὐτὸν οὕτω(1), πάντες(2) πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν, καὶἐλεύσονται οἱ Ρωμαῖοι(3) καὶ ἀροῦσιν(4) ἡμῶν(5) καὶ τὸν τόπον(6) καὶ τὸ ἔθνος(7).
48 Αν τον αφήσουμε να συνεχίσει έτσι, όλοι θα πιστέψουν σ’ αυτόν, και τότε θα επέμβουν οι Ρωμαίοι και θα καταστρέψουν και το ναό μας και το έθνος μας».
(1)  «Με την έννοια: αν τον αφήσουμε ζωντανό και να θαυματουργεί» (Κ). Έτσι όπως μέχρι τώρα αφήσαμε αυτόν, χωρίς να επέμβουμε και να περιορίσουμε τη δράση του. Μιλούν σαν η επιτυχία και η επικράτηση του Χριστού εξαρτιόταν από αυτούς και σαν να μην μπορούσε ο Ιησούς να ενεργήσει θαύματα και να προσελκύσει στον εαυτό του νέους μαθητές, εάν αυτοί δεν τον άφηναν ελεύθερο. Σαν να ήταν στην εξουσία τους να κατακτήσουν εκείνον, ο οποίος νίκησε το θάνατο, ή σαν να μπορούσαν να πολεμήσουν εναντίον του Θεού και να νικήσουν αυτόν. Αλλά «αυτός που κατοικεί στους ουρανούς θα γελάσει μαζί τους».
(2)  Η υπερβολή αρμόζει στην έξαψη της διάνοιάς τους, που προκλήθηκε από τις πληροφορίες που μεταδόθηκαν σε αυτούς. Διότι κάποιοι από αυτούς που συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους αδιάλλακτους εχθρούς του Ιησού είχαν πιστέψει (ο). «Θα έχει πολύ όχλο πίσω του που θα οδηγείται προς αυτόν από την παρουσίαση των θαυμάτων» (Θφ). Οι φόβοι των Ιουδαίων αρχόντων βασίζονταν στην υπόνοια ότι ήταν ενδεχόμενο να σημειωθεί θορυβώδης υποδοχή του Ιησού που θα θεωρούνταν από το λαό ως ο προσδοκώμενος Μεσσίας, Εάν όλοι τον πίστευαν σαν Μεσσία μία τέτοια ασυγκράτητη έκρηξη ήταν αναπόφευκτο να εκδηλωθεί στην πρωτεύουσα του Ισραήλ (χ).
(3)  Ο φόβος τους αυτός δεν ήταν αβάσιμος. «Εάν όλοι πιστέψουν σε αυτόν, θα υποπτευθεί ότι μελετά τυραννία» (Ζ) και «εάν μάθουν οι Ρωμαίοι ότι ξεσηκώνει το λαό, θα υποπτευθούν εμάς και θα έλθουν και θα κυριεύσουν την πόλη μας» (Χ). Οι άρχοντες των Ιουδαίων φοβούνται μήπως η φήμη του Ιησού αυξηθεί περισσότερο και οι Ιουδαίοι πείθονταν, ότι αυτός ήταν ο ελευθερωτής (δες στ 15) και έτσι θα προκαλούνταν κάποια επανάσταση γύρω του (β). Ή, λιγότερο πιθανή ερμηνεία «ήταν δυνατόν και όλος ο λαός ο ιουδαϊκός να οδηγηθεί στην πίστη σε αυτόν και αφού οδηγηθεί σε αυτήν, να περιφρονήσει την σε αυτόν τον τόπο σωματική Λευϊτική και ιερατική λατρεία· αυτό το γεγονός θα γινόταν αιτία, μιας και δεν θα φρόντιζαν οι Ιουδαίοι τον τόπο, ο τόπος να μπει στη εξουσία των Ρωμαίων από το Χριστό» (Ω).
(4)  Το αίρω εδώ σημαίνει αφαιρώ, αποσπώ κάτι από άλλον, στον οποίο αυτό ανήκει ή στον οποίο ανατέθηκε (G).
(5)  Μπαίνει μπροστά με έμφαση. «Θα φύγουν λοιπόν τα δικά μας» (Κ). Η ανησυχία τους αναφέρεται κυρίως στην κατάλυση της εξουσίας τους.
(6)  Ή, «την πόλη» (Χ) ως πρωτεύουσα και έδρα της κυβέρνησής τους (g). Ή, το ναό, την κύρια έδρα της δύναμης των αρχιερέων και Φαρισαίων (ο).
(7)  «Δεν θα αφήσουν να εξουσιάζουμε το ίδιο μας το έθνος» (Κ). Επειδή μιλούν από άποψη πολιτική, χρησιμοποιούν τον όρο έθνος και όχι τον όρο λαός, με τον οποίο εκφράζεται η αξία του Ισραηλιτικού λαού (g). Σύμφωνα με άλλη όχι απίθανη εκδοχή η λέξη τόπος δηλώνει την ίδια την αρχή και εξουσία των αρχιερέων και των Φαρισαίων, ενώ η λέξη έθνος την σφαίρα της εξάσκησης αυτής, τους Ιουδαίους. Με όμοια σημασία συναντιέται η λέξη στον Ιγνάτιο τον θεοφόρο στην προς Πολύκαρπον επιστολή κεφ. α (κ). «Φοβήθηκαν μήπως χάσουν τις πρόσκαιρες κτήσεις τους και δεν σκέφτηκαν για την αιώνια ζωή. Έτσι όμως έχασαν και τα δύο» (Αυ). Πράγματι· «αυτά…πραγματοποιήθηκαν και χωρίς να το περιμένουν αυτοί· (οι Ρωμαίοι) πήραν και το έθνος και την πόλη επειδή φόνευσαν αυτόν» (Χ). Και «έπαθαν (αυτά), όχι διότι πίστεψαν στο Χριστό, αλλά διότι δεν πίστευαν» (Ζ). Διότι αν πίστευαν, «για ποιο λόγο οι Ρωμαίοι» θα κυρίευαν την πόλη τους; «Μήπως δηλαδή δίδασκε αποστασία; Δεν επέτρεψε να δίνουν φόρο στον Καίσαρα; Δεν θέλησαν να τον κάνουν βασιλιά και έφυγε; Δεν παρουσίαζε τον άσημο και απλό τρόπο ζωής;» (Χ).

49 Εἷς δέ τις ἐξ αὐτῶν(1) Καϊάφας(2), ἀρχιερεὺς ὢν(3) τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου(4), εἶπεν αὐτοῖς(5)· ὑμεῖς οὐκ οἴδατε οὐδέν(6),
49 Τότε ένας απ’ αυτούς, ο Καϊάφας, που ήταν αρχιερέας για κείνη τη χρονιά, τους είπε: «Μιλάτε σαν να μην καταλαβαίνετε τίποτα.
(1)  Η φράση αυτή δεν επιτρέπει να δεχτούμε ότι ο Καϊάφας προήδρευσε του συνεδρίου. Παρόλο που ο αρχιερέας ήταν και πρόεδρος του συνεδρίου, δεν πρέπει όμως να λησμονούμε, ότι επρόκειτο για έκτακτη και ανεπίσημη συνεδρίαση.
(2)  «Που ονομαζόταν δηλαδή» (Ζ).
(3)  «Μαζί με τα άλλα και αυτό είχε διαφθαρεί· διότι δεν ιεράτευαν πλέον για όλο το χρόνο της ζωής τους, αλλά για ένα χρόνο, από τότε που ήταν δυνατόν να πληρώνονται οι εξουσίες» (Χ). Παρόλο που σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο η αρχιερωσύνη ήταν ισόβια, οι Ρωμαίοι όπως άλλοτε οι Σύριοι (Β΄Μακ. δ 7 και εξής, 23 και εξής) αυθαίρετα αντικαθιστούσαν συχνά τους αρχιερείς. Έτσι ο επίτροπος της Ρώμης Βαλέριος Gratus αφαιρώντας την αρχιερωσύνη από τον Άννα έδωσε αυτήν στον Ισμαήλ· μετά όμως από κάποιο χρόνο αντικατέστησε και αυτόν με τον Ελεάζαρο, γιο του Άννα και μετά ένα χρόνο διόρισε αρχιερέα τον Σίμωνα, τον οποίο μετά από ένα έτος διαδέχτηκε ο Ιωσήφ, ο επονομαζόμενος Καϊάφας, (Ιωσήπου Αρχ. ΧVΙΙΙ 2,2) γαμπρός του Άννα, ο οποίος διατήρησε την αρχή από το 18 μέχρι το 36 μ.Χ. (β). «Όμως παρόλο που ήταν τόσο διεφθαρμένο το αξίωμα, όμως ακόμα και τότε ήταν παρόν το Πνεύμα το Άγιο που ενεργούσε μέσα από τους χρισμένους» (Θφ).
(4)  Αυτό επαναλαμβάνεται για τον Καϊάφα και στο σ 51 και στο ιη 13. Δεν πρέπει να υποτεθεί ότι ο Ιωάννης φρονούσε πλανεμένα, ότι κάθε χρόνο αντικαθιστούνταν ο αρχιερέας απαραιτήτως, αλλά με τη φράση θέλησε να εξάρει το έτος εκείνο ως αξιομνημόνευτο, επειδή σε αυτό πέθανε ο Χριστός. Και πριν το έτος αυτό και μετά από αυτό ο Καϊάφας ήταν αρχιερέας. Κατά το χρόνο στον οποίο ο Ιωάννης έγραφε το ευαγγέλιό του, μνημονευόταν, πόσο μεγάλο και πόσο αξιοσημείωτο υπήρξε το έτος εκείνο, και τι πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε ο Καϊάφας μεταξύ αυτών που αντιτίθονταν στο ευαγγέλιο (b).
(5)  «Επειδή ήταν πιο αναίσχυντος από τους υπόλοιπους… αυτό που εκείνοι αμφέβαλλαν και το διατύπωσαν υπό μορφή σκέψης προς συζήτηση (διότι έλεγαν Τι να κάνουμε;) αυτό το φώναξε αυτός με αναισχυντία και ανεπιφύλακτα και με θρασύτητα» (Χ). Η τραχύτητα και αγένεια, με την οποία εκφράζεται ο Καϊάφας, είναι σύμφωνη με τα από αλλού γνωστά χαρακτηριστικά των Σαδδουκαίων (δες Πράξ. δ 6,ε 17 και Ιωσ. Αρχ. ΧΧ,9,1,Ιουδαϊκή πολιτεία ΙΙ 8,14).
(6)  «Δεν είναι καθόλου συμφέρον, καθόλου χρήσιμο, αν το αντιμετωπίζετε τόσο ράθυμα» (Ζ). Μέμφεται την αναποφασιστικότητα και την χαλαρότητά τους. «Εσείς κάθεστε· και βλέπετε το πράγμα ακόμη με αδιαφορία» (Χ).

50 οὐδὲ διαλογίζεσθε(1) ὅτι συμφέρει(2) ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος(3) ἀποθάνῃ(4) ὑπὲρ τοῦ λαοῦ(5) καὶ μὴ ὅλον(6) τὸ ἔθνος(5) ἀπόληται(7).
50 Και δε σκέφτεστε πως είναι συμφέρον μας να πεθάνει ένας άνθρωπος για χάρη του λαού, για να μην αφανιστεί ολόκληρο το έθνος».
(1)  Η γραφή αυτή είναι προτιμότερη από το απλό λογίζεσθε το οποίο γράφουν οι κώδικες σιναϊτικός, βατικανός, ο του Βέζα και κάποιοι άλλοι. Διότι μαζί με την πρόθεση σημαίνει βαθειά σκέψη (ο). «Είστε αργοί στο να καταλάβετε» (Θφ). Ούτε βάζετε στο νου, ούτε σκέφτεστε μέσα σας (δ).
(2)  Ο Καϊάφας σκέφτεται με απλή πολιτική σκοπιμότητα. Αλλά το Πνεύμα της προφητείας καθοδηγεί αυτόν στο να χρησιμοποιήσει λέξεις κατάλληλες να εκφράσουν ό,τι ήταν πνευματικά σκόπιμο και ωφέλιμο (b). Ο Καϊάφας έδινε πολιτική συμβουλή, παρόλο που αυτή ήταν κυνική (β). «Αυτό και αυτός μεν το είπε με πονηρό λογισμό, αλλά η χάρη του Πνεύματος χρησιμοποίησε το στόμα εκείνου για την προφητεία του μέλλοντος» (Θφ).
(3)  Ο Καϊάφας στο χωρίο αυτό μαρτυρεί για τον αρχιερατικό χαρακτήρα του θανάτου του Χριστού (b) χρησιμοποιώντας ασυναίσθητα την ίδια γλώσσα, την οποία και οι συγγραφείς της Κ.Δ για το θάνατο του Χριστού. Δες Ρωμ. ε 6-8,Β΄Κορ. ε 14,15,Α Θεσ. ε 10 (ο). Ο Καϊάφας δεν λέει, ας του κλείσουμε το στόμα, ας του απαγορεύσουμε να μιλά, ας τον φυλακίσουμε, ας τον εξορίσουμε, παρόλο που με αυτά θα ήταν δυνατόν να προληφθεί ο κίνδυνος, τον οποίο φοβόταν. Αλλά λέει: Ας πεθάνει· ας θανατωθεί βίαια. Εκείνοι οι οποίοι αντιτίθενται κατά του Χριστιανισμού, συνήθως αποβάλλουν τα συναισθήματα της ευσπλαχνίας και φιλανθρωπίας και γίνονται διαβόητοι για τη σκληρότητά τους.
(4)  Ως κακοποιός. Αναφέρεται προφανώς σε βίαιο και όχι σε φυσικό θάνατο (ο). «Χάριν του λαού λοιπόν πέθανε αυτός ο άνθρωπος, το πιο καθαρό από όλα τα πλάσματα, ο οποίος σήκωσε τις αμαρτίες μας και τις ασθένειες, επειδή μπορούσε παίρνοντας πάνω του όλη την αμαρτία όλου του κόσμου να την καταργήσει και να την αφανίσει και να την εξαφανίσει, επειδή δεν διέπραξε αμαρτία, ούτε βρέθηκε δόλος στο στόμα του» (Ω). « Πρόσεξε λοιπόν πόση είναι η δύναμη του Πνεύματος, διότι από πονηρή διάνοια έκανε να βγουν λόγια που είχαν προφητεία θαυμαστή» (Θφ).
(5)  Ο όρος έθνος αναφέρεται στους Ιουδαίους, ως πολιτικό σώμα που αντιτίθεται σε ξένη εθνότητα, αυτήν των Ρωμαίων (g). Ο όρος λαός αναφέρεται στη σχέση των Ιουδαίων με το Θεό και σημαίνονται αυτοί ως θεοκρατικό σύνολο και ως ο εκλεκτός λαός του Θεού. Είναι όμως αμφίβολο εάν στο σ. αυτόν τονίζεται η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών όρων (β).
(6)  Χρησιμοποιείται για να τονίσει ακόμη περισσότερο την καθολικότητα της καταστροφής, η οποία θα ερχόταν στο έθνος, εάν ο Ιησούς δεν θανατωνόταν, και για να κάνει ζωηρότερη την αντίθεση μεταξύ ενός ολόκληρου λαού και ενός ατόμου (ο).
(7)  «Χάσιμο του έθνους ονομάζει το να βρεθούν κάτω από την ρωμαϊκή εξουσία» (Κ). Αναφέρεται στα λόγια στο σ. 48: οι Ρωμαίοι θα πάρουν τον τόπο και το έθνος μας (b). Βεβαίως το να θυσιάζεται κάποιος αυθόρμητα υπέρ του κοινού καλού αποτελεί πράξη ευγενέστατη και άξια κάθε επαίνου. Το να συμβουλεύει όμως κάποιος άλλος, ότι συμφέρει να θυσιαστεί η ζωή ενός αθώου υπέρ της κοινής ασφάλειας, προέρχεται από πολιτική σατανική. Ο Καϊάφας με πανουργία και υποκριτικά διαστρέφει την αλήθεια, ότι ο μεγαλύτερος και αγαθότερος άνθρωπος οφείλει να θεωρεί το σύνολο της κοινωνίας πολύ ανώτερο από τον εαυτό του και να σκέφτεται ότι η ζωή του καταναλώνεται ωφέλιμα και χρήσιμα, εάν διατίθεται υπέρ του συνόλου. Αλλά ο Χριστός ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του επουράνιου Πατέρα, που στάλθηκε στη γη. Ο Καϊάφας λοιπόν όφειλε να σκεφτεί, εάν έπρεπε και αν είχε δικαίωμα να θυσιάσει την ευλογία αυτή για κίνδυνο φανταστικό και όχι πραγματικό του ιουδαϊκού έθνους. Ήταν ορθό, δίκαιο, ωφέλιμο και πρέπον να επισύρει πάνω του και πάνω σε ολόκληρο το έθνος την ευθύνη του χυσίματος αθώου αίματος, του αίματος του Μεγάλου Προφήτη για πρόληψη κινδύνου, ο οποίος πραγματικά δεν υφίστατο;

51 Τοῦτο(1) δὲ ἀφ’ ἑαυτοῦ οὐκ εἶπεν(2), ἀλλὰ ἀρχιερεὺς ὢν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου(3) προεφήτευσεν(4) ὅτι ἔμελλεν(5) ὁ Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους(6),
51 Αυτό, βέβαια, δεν το είπε από μόνος του, αλλά ως αρχιερέας εκείνης της χρονιάς, προφήτεψε πως ο Ιησούς θα πέθαινε για χάρη του έθνους·
(1)  «Ποιο; Το να πεθάνει ένας άνθρωπος υπέρ του λαού» (Ζ).
(2)  «Από αυτό νομίζω ότι μαθαίνουμε εμείς, ότι κάποια μεν οι άνθρωποι τα λέμε από μόνοι μας, χωρίς να ενεργεί σε εμάς καμία δύναμη στο να μιλήσουμε, άλλα όμως τα λέμε σαν ακριβώς κάποια δύναμη να αντηχεί και να υπαγορεύει σε εμάς τα λεγόμενα, ακόμα και αν δεν το συνειδητοποιούμε τελείως και δεν παρακολουθούμε τους εαυτούς μας, αλλά νομίζουμε ότι παρακολουθούμε αυτά που λέμε, και είναι ενδεχόμενο ενώ παρακολουθούμε τον εαυτό μας σε όσα λέμε, να μην παρακολουθούμε τη σημασία των λεγομένων· όπως ακριβώς τώρα ο Καϊάφας ο αρχιερέας και από τον εαυτό του δεν μίλησε και δεν είπε το νόημα σαν προφητεία και την προφητεία αυτού που ειπώθηκε δεν την δεχόταν» (Ω).
Όπως οι καρδιές των ανθρώπων είναι στα χέρια του Θεού, έτσι και οι γλώσσες τους. Πλανιούνται όσοι λένε «Το στόμα μας είναι σε εμάς», ώστε να λέμε ό,τι θέλουμε χωρίς να υποκείμεθα στην κρίση του Θεού ή χωρίς να διατελούμε κάτω από τους περιορισμούς της πρόνοιάς του και της δύναμής του.
(3)  «Δεν προφήτευσε επειδή ήταν άξιος, αλλά επειδή ήταν αρχιερέας του έτους εκείνου. Όχι λόγω προσωπικής του αρετής, αλλά λόγω του αρχιερατικού αξιώματος» (Ζ). Ο Καϊάφας προφήτευσε όχι ως απλός αρχιερέας, αλλά ως αρχιερέας του έτους εκείνου (g). Οι Ιουδαίοι απέδιδαν σε κάποιο βαθμό προφητική ιδιότητα στον αρχιερέα, όταν ντυμένος ζητούσε από τον Ιεχωβά τα σχετικά με τη σωτηρία (Εξόδ. κη 30,31,Λευϊτ. η 8,9,Αρ. κζ 21). Του έτους εκείνου του περίφημου, το οποίο είχε προοριστεί ως έτος κατά το οποίο θα σημειωνόταν τόσο άφθονα η έκχυση των δωρεών του Αγίου Πνεύματος.
(4)  Αυθεντική γραφή: επροφήτευσε, που είναι πιο σωστή. Η αύξηση πρέπει να μπαίνει πριν την πρόθεση, διότι δεν υπάρχει το απλό ρήμα φητεύω.
«Ο Καϊάφας είπε αυτό που είπε από παράνομη μεν διάθεση· όμως ο λόγος έγινε ερμηνευτικός πράγματος αληθινού αφού εκφράστηκε με τη μορφή προφητείας. Διότι προαναγγέλλει πόσων αγαθών έγινε αίτιος ο θάνατος του Χριστού, λέγοντας αυτό που δεν γνώριζε» (Κ).
«Όχι όποιος προφητεύει, εκείνος είναι προφήτης… Αν λοιπόν είναι μεν κάποιος προφήτης, οπωσδήποτε προφητεύει, αν όμως κάποιος προφητεύει, δεν είναι οπωσδήποτε προφήτης… Διότι από αυτά που έχουν γραφτεί για τον Καϊάφα, ο οποίος προφήτευσε για τον Σωτήρα, μπορούμε να πούμε ότι και μοχθηρή ψυχή είναι ενδεχόμενο κάποτε να προφητεύει» (Ω). Στον Καϊάφα λοιπόν «το στόμα μόνο χρησιμοποίησε η χάρις, την μιαρή καρδιά όμως δεν την άγγιξε» (Χ). Οι λόγοι της προφητείας στο στόμα δεν αποτελούν αλάνθαστη απόδειξη ότι βρίσκεται και η χάρη στην καρδιά.
«Και δοξάζει (ο Καϊάφας) το Θεό όπως ο Βαλαάμ εξαναγκαζόμενος, επειδή ακριβώς είχε το ιερατικό αξίωμα, οπότε η προφητεία δεν δόθηκε σε αυτόν, αλλά στο σχήμα της ιερωσύνης» (Κ). Η διαφορά με την προφητεία του Βαλαάμ είναι ότι ο μεν Καϊάφας προφήτευσε ασυνείδητα, ενώ ο Βαλαάμ παρά τη θέλησή του (ο). Χωρίς να αποδίδει μόνιμο προφητικό χάρισμα στον Καϊάφα ο Ιωάννης λέει απλώς, ότι κατά την υπέρτατη αυτή στιγμή και για την θεοκρατία και για την ανθρωπότητα, όχι χωρίς επέμβαση της θείας ενέργειας διακηρύχτηκε από αυτόν το μυστηριώδες σχέδιο του Θεού κάτω από τη μορφή απεχθέστατου αξιώματος. Ως προς την αναξιότητα του Καϊάφα θα μπορούσε να παρατηρηθεί, ότι τίποτα δεν είναι πιο αντάξιο του Αγίου Πνεύματος από το να καταδικάζει το ξεπεσμένο όργανό του να εξαγγείλει την θεία αλήθεια, τη στιγμή που μιλά ως όργανο των δικών του συμφερόντων (g). Ο Θεός μπορεί να χρησιμοποιεί πονηρούς ανθρώπους ως όργανα των δικών του σκοπών, πολλές φορές παρά τις προθέσεις τους, διότι κατέχει αυτούς όχι μόνο με κάποια αλυσίδα, ώστε να συγκρατεί αυτούς, για να μην διαπράττουν τις υπερβολές του κακού που σχεδιάζουν, αλλά και με χαλινάρι, ώστε να τους κατευθύνει όπου αυτός θέλει.
(5)  Υπονοεί αυτό που είναι αναπόφευκτο κατά τρόπο και προδιατεταγμένο και προορισμένο (β).
(6)  Προτιμά ο Ιωάννης τον όρο αυτόν ίσως, για να υπαινιχθεί, ότι οι Ιουδαίοι απορρίπτοντας τον Ιησού αποξενώθηκαν από τα προνόμια που είχαν ως λαός του Θεού (β).

52 καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον(1), ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ(2) τὰ διεσκορπισμένα(3) συναγάγῃ εἰς ἕν(4).
52 κι όχι μόνο για χάρη του έθνους, αλλά για να συνάξει σε μια ενότητα και τα διασκορπισμένα παιδιά του Θεού.
(1)  «Ο μεν Καϊάφας λοιπόν έλεγε ότι ο θάνατος του Χριστού θα γίνει μόνο χάριν των Ιουδαίων, ενώ ο ευαγγελιστής λέει ότι έγινε αυτός για όλη την ανθρωπότητα» (Κ). Ο Ιωάννης παντού προλαβαίνει το ενδεχόμενο παρερμηνείας. Στο παρόν χωρίο με την προσθήκη του αποβλέπει στο να μην συμπεράνει κάποιος από τα λόγια του Καϊάφα, ότι ο Ιησούς πέθανε μόνο για τους Ιουδαίους (b). Ήταν όμως φυσικό σε ευαγγέλιο που γράφτηκε σε περιβάλλον ελληνικό και για Έλληνες αναγνώστες να δοθεί η εξήγηση αυτή (β).
(2)  «Ο ευαγγελιστής ονομάζει τα έθνη παιδιά του Θεού από αυτό που πρόκειται να γίνει» (Ζ).
(3)  Στον παρόντα στίχο αναφέρεται πιθανότατα και το χωρίο της Διδαχής θ 4: «Όπως αυτό το κομμάτι του άρτου ήταν σκορπισμένο πάνω στα βουνά και αφού συγκεντρώθηκε έγινε ένα, έτσι να συγκεντρωθεί η Εκκλησία σου από τα πέρατα της γης στη βασιλεία σου».
(4)  «Ποίμνιο» (Ζ) ή σώμα. «Διότι έκανε ένα σώμα αυτούς που βρίσκονταν κοντά και μακριά, και αυτός που κάθεται στη Ρώμη θεωρεί ότι οι Ινδοί είναι μέλος δικό του» (Χ). Για την ενότητα αυτή και τη φύση της δες Ιω. ιζ 21 και Εφεσ. β 14. Ο Κύριος πέθανε για να συγκεντρώσει εκείνους, οι οποίοι πλανιούνταν, και να συγκεντρώσει αυτούς σε ένα. Πέθανε για να καλέσει προς τον εαυτό του εκείνους, οι οποίοι βρίσκονταν μακριά του και να ενώσει και μεταξύ τους εκείνους, οι οποίοι βρίσκονταν απομακρυσμένοι και χωρισμένοι μεταξύ τους. Ο Κύριος λοιπόν με το θάνατό του έγινε ο μέγας μαγνήτης των καρδιών μας. Διότι για αυτό ακριβώς υψώθηκε στο σταυρό, για να μας ελκύσει όλους στον εαυτό του. Η επιστροφή των ψυχών είναι η συγκέντρωση αυτών στο Χριστό ως κυβερνήτη και καταφυγή τους. Έγινε επίσης με το θάνατό του ο Κύριος το μέγα κέντρο της ένωσής μας μεταξύ μας. Όλοι γίνονται ένα μαζί του. Ένα σώμα, ένα πνεύμα και ένα μεταξύ τους. Όλοι οι άγιοι παντού και σε όλες τις εποχές συναντιούνται στο Χριστό όπως όλα τα μέλη συναντιούνται στο κεφάλι τους και όπως όλα τα κλαδιά στη ρίζα τους.

53 Ἀπ’ ἐκείνης οὖν(1) τῆς ἡμέρας συνεβουλεύσαντο(2) ἵνα ἀποκτείνωσιν αὐτόν.
53 Από εκείνη λοιπόν την ημέρα αποφάσισαν να τον θανατώσουν.
(1)  Υποδηλώνει αυτό ότι η πρόταση του Καϊάφα έγινε δεκτή πιθανώς σιωπηρά και χωρίς ψηφοφορία. Η απόφασή τους ήλθε ως συνέπεια της συμβουλής του Καϊάφα. «Όπως ακριβώς κάποιοι από τους ετεροδόξους παρανοούν το νόημα της γραφής, έτσι οι Φαρισαίοι αυτό που ειπώθηκε από τον Καϊάφα το παίρνουν σύμφωνα με το δικό τους νου» (Ω).
(2)  «Δηλαδή αυτό ακριβώς που φαινόταν καλό στον καθένα χωριστά, άρεσε σε όλους μαζί» (Κ). «Βεβαίως και προηγουμένως ζητούσαν να τον φονεύσουν όπως προειπώθηκε (Ιω. ε 18,ζ 19)· αλλά τώρα επικύρωσαν την άποψη με συμβουλή και σύσκεψη» (Ζ). Υπάρχει και η γραφή εβουλεύσαντο=έλαβαν απόφαση. Πονηροί άνθρωποι στηρίζουν και ενθαρρύνουν τους εαυτούς τους και άλλους σε πονηρές ενέργειες με τις συσκέψεις και συζητήσεις τους. Και διεφθαρμένες διάνοιες αποβάλλουν κάθε χαλινάρι στις κακές τους σκέψεις, όταν συναντιούνται με άλλες διεφθαρμένες διάνοιες. Τότε η κακία και το έγκλημα το οποίο προηγουμένως φαινόταν σε αυτούς απραγματοποίητο, παρουσιάζεται σε αυτούς όχι μόνο δυνατό αλλά και εύκολο.

54 Ἰησοῦς οὖν(1) οὐκέτι παρρησίᾳ(2) περιεπάτει(3) ἐν τοῖς Ἰουδαίοις(4), ἀλλὰ ἀπῆλθεν(5) ἐκεῖθεν εἰς τὴν χώραν ἐγγὺς τῆς ἐρήμου(6), εἰς Ἐφραὶμ λεγομένην πόλιν(7), κἀκεῖ διέτριβε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ(8).
54 Γι’ αυτό ο Ιησούς δεν κυκλοφορούσε πια ελεύθερα ανάμεσα στους Ιουδαίους, αλλά έφυγε από ’κει και πήγε στην περιοχή κοντά στην έρημο, σε μια πόλη που λεγόταν Εφραίμ. Εκεί έμενε μαζί με τους μαθητές του.
(1)  Λόγω των κακών σχεδίων και των κακών προθέσεων των εχθρών του. Η αναχώρηση αυτή του Ιησού επήλθε ως συνέπεια της παραπάνω απόφασης του συνεδρίου.
(2)  «Φανερά» (Ζ). Κυρίως σημαίνει η λέξη την ελευθεροστομία, οπότε η έννοια είναι: με φανερή ελευθερία όχι μόνο στην άσκηση του λόγου, αλλά και στην προσωπική παρουσία κάποιου (ο). Ο τρόπος που προσφέρεται κάποιος στους ανθρώπους, με τον οποίο είναι σε όλους φανερός (G).
(3)  Δες ζ 1.
(4)  =Μεταξύ των Ιουδαίων που είχαν εχθρικές διαθέσεις προς αυτόν. Δες α 19,ε 10.
(5)  «Πάλι με ανθρώπινο τρόπο σώζει τον εαυτό του και το κάνει αυτό συνεχώς» (Χ).
«Υποχωρεί όχι επειδή δείλιασε, αλλά για να μην δώσει την εντύπωση ότι τους ερεθίζει με το να τον βλέπουν, παρόλο που είχαν φονικές διαθέσεις. Διδάσκει όμως και εμάς να υποχωρούμε στις εξάψεις αυτών που οργίζονται και να μην ρίχνουμε τους εαυτούς μας στους κινδύνους» (Κ).
«Έφυγε αναμένοντας τον κατάλληλο καιρό του πάθους» (αμ).
«Διότι είναι μεν καλό αν πέσουμε στον αγώνα του να ομολογήσουμε τον Ιησού, να μην απαρνούμαστε την ομολογία… αλλά όχι μικρότερο από αυτό καλό είναι, και το να μην δίνουμε αφορμή σε αυτόν τον τόσο μεγάλο πειρασμό, αλλά με κάθε τρόπο να αποφεύγουμε αυτόν, όχι μόνο διότι είναι άγνωστη σε εμάς η έκβαση αυτού του πειρασμού, αλλά και για να μην γίνουμε εμείς αιτία του να γίνουν αμαρτωλότεροι και ασεβέστεροι αυτοί που… έγιναν ένοχοι για το χύσιμο του αίματός μας» (Ω).
(6)  Η έρημος αυτή είναι σύμφωνα με τον Lange η δυτική εσχατιά της άγονης άκρης, με την οποία το οροπέδιο των βουνών της φυλής Βενιαμίν χωρίζεται σε όλο του το μήκος από την κοιλάδα του Ιορδάνη και τη Νεκρά θάλασσα. Από το μέρος αυτό ο Ιησούς μπορούσε ανάλογα με το τι ήθελε πλησιάζοντας το Πάσχα ή να συνενωθεί μαζί με τους προσκυνητές της Γαλιλαίας, οι οποίοι πήγαιναν κατ’ ευθείαν στην Ιερουσαλήμ μέσω της Σαμάρειας, ή να κατεβεί στην Ιεριχώ, στην πεδιάδα του Ιορδάνη και να ακολουθήσει το καραβάνι, το οποίο ερχόταν από την Περαία (g).
(7)  Δεν αναφέρεται αλλού στην Κ.Δ. Αναφέρεται από τον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολ. 4,9,9) σε συνέχεια μαζί με την ορεινή στα βόρεια των Ιεροσολύμων ως μικρή πόλη και συνδεδεμένη με την Βαιθήλ όπως και στο Β΄Παρ. ιγ 19, όπου ονομάζεται Εφρών. Ταυτίζεται γενικά με την Ελ-Ταγιβέχ, που βρίσκεται 4 μίλια βορειοανατολικά της Βαιθήλ (β). Σύμφωνα με τον Ευσέβιο βρισκόταν 8 ρωμαϊκά μίλια, ενώ κατά τον Ιερώνυμο 20 βορειοανατολικά των Ιεροσολύμων (g).
(8)  Η (μετά) δεν είναι συνώνυμη με την (συν)=ανάμεσα στην συντροφιά των μαθητών του, και όχι μόνος· ήταν μαζί τους (g). «Και δεν πήγε βεβαίως εκεί μόνος, αλλά πήρε μαζί του και τους μαθητές, για να μην δώσει καμία αφορμή σε αυτούς που τον ζητούσαν» (Ω). Υπάρχει και η γραφή: κακεί έμεινε μετά των μαθητών, όπου αποσιωπείται και το αὐτοῦ.

55 Ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβησαν πολλοὶ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐκ τῆς χώρας(1) πρὸ τοῦ πάσχα ἵνα ἁγνίσωσιν(2) ἑαυτούς.
55 Πλησίαζε όμως το Πάσχα των Ιουδαίων. Και πολλοί απ’ όλη τη χώρα ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα πριν από το Πάσχα, για να τελέσουν τους καθορισμένους καθαρμούς.
(1)  Δεν αναφέρεται ειδικά στη χώρα, όπου βρισκόταν και η Εφραίμ, αλλά σε όλη την Ιουδαία και Γαλιλαία σε αντίθεση με την πρωτεύουσα.
(2)  «Εξαγνίζονταν από πριν σύμφωνα με παλαιά συνήθεια αυτοί που είχαν διαπράξει θελημένα ή αθέλητα αμαρτήματα» (Κ). Ο νόμος δεν καθόριζε ειδικές καθάρσεις πριν το Πάσχα, αλλά σε πολλά σημεία της Π.Δ. ορίζεται να εξαγνίζεται ο λαός στις παραμονές σοβαρών περιπτώσεων (Γε. λε 2,Εξ. ιθ 10,11 κτλ.). Για αυτό και το μέτρο αυτό εφαρμόστηκε και στη γιορτή του Πάσχα (Β΄Παρ. λ 16-20) (g). Δες στο ιη 28 για την σοβαρότητα που αποδιδόταν στον τελετουργικό εξαγνισμό. Δες και Πράξ. κα 24 (β).

56 Ἐζήτουν οὖν τὸν Ἰησοῦν(1) καὶ ἔλεγον μετ’ ἀλλήλων ἐν τῷ ἱερῷ(2) ἑστηκότες(3)· τί δοκεῖ ὑμῖν, ὅτι οὐ μὴ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑορτήν(4);
56 Αναζητούσαν, λοιπόν, τον Ιησού, κι εκεί που στέκονταν, στο χώρο του ναού, έλεγαν μεταξύ τους: «Τι νομίζετε, δε θα ’ρθει στη γιορτή;»
(1)  Όπως και άλλοτε με ευκαιρία τη γιορτή της σκηνοπηγίας (ζ 12). Την περιέργειά τους αύξησε τώρα η φήμη από το θαύμα του Λαζάρου. Για τις προθέσεις των προσκυνητών αυτών υπάρχουν διάφορες εκδοχές. Ή, λιγότερο πιθανή, «θαυμαστός εξαγνισμός με αιμοβόρα πρόθεση, με σκέψη για ανθρωποκτονία, με χέρια ματωμένα» (Χ). «Διότι τη γιορτή την έκαναν παγίδα για αυτόν» (Ζ). Ή, πιο σωστά, οι επαρχιώτες αυτοί επιθυμούσαν να δουν και να ακούσουν τον Ιησού, όπως και άλλοτε, έχοντας όμως υπ’ όψη τα ληφθέντα μέτρα για σύλληψή του, εξέφραζαν αμφιβολία για το αν θα ερχόταν.
(2)  Στις αυλές ή κάτω από τις στοές του ναού (F), όπου επρόκειτο να διεξαχθούν και οι τελετές της κάθαρσης και του εξαγνισμού τους (μ).
(3)  Στη στάση της αναμονής (g).
(4)  Πιο φυσικό είναι να χωρίσουμε τις δύο προτάσεις σε δύο χωρισμένες μεταξύ τους ερωτήσεις (g)= Τι νομίζετε; Νομίζετε ότι δεν θα έλθει; (b).

57 Δεδώκεισαν δὲ καὶ(1) οἱ ἀρχιερεῖς(2) καὶ οἱ Φαρισαῖοι(3) ἐντολὴν(4) ἵνα ἐάν τις γνῷ ποῦ ἐστι, μηνύσῃ(5), ὅπως πιάσωσιν αὐτόν(6).
57 Μάλιστα οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι είχαν δώσει εντολές, αν μάθει κανείς πού είναι, να ειδοποιήσει για να τον συλλάβουν.
(1)  Δεν μαρτυρείται από πολλούς μεγαλογράμματους κώδικες. Δεν φαίνεται αυθεντικό, οπότε ο σ. αυτός εκφράζει το λόγο, για τον οποίο ο λαός εξέφραζε αμφιβολίες για το να θα ερχόταν ο Ιησούς. Εάν δεχτούμε το (και) ως αυθεντικό, τότε στους λόγους, για τους οποίους ο λαός εξέφραζε τέτοιες αμφιβολίες και οι οποίοι βασίζονταν πιθανότατα στην αργοπορία του Ιησού να εμφανιστεί στο συνηθισμένο τόπο, προστίθεται και άλλη αιτία, που έκανε απίθανη την έλευση του Ιησού.
(2)  Μπαίνουν πρώτοι διότι είχαν την εξουσία να εκδίδουν τέτοιες εντολές.
(3)  Ακολουθούν και οι Φαρισαίοι ως οι πραγματικοί υποκινητές, αυτοί που ξεσήκωσαν τους αρχιερείς. Δες ζ 45 (g)
(4)  Πιθανώς η εντολή αυτή κυκλοφόρησε κυρίως μεταξύ των εμπίστων, των εχθρών του Ιησού. Εάν δεχτούμε ότι η εντολή αυτή δημοσιεύτηκε, τότε νωρίς παραθεωρήθηκε, διότι αλλιώς δεν θα εξηγούνταν, πώς ο Ιησούς κατά την εβδομάδα του πάθους μπήκε επίσημα στα Ιεροσόλυμα και παρέμεινε στη Βηθανία και τα Ιεροσόλυμα για πέντε ολόκληρες ημέρες, χωρίς κανείς να καταγγείλει τον τόπο της διαμονής του (ο). Υπάρχει και η γραφή: εντολάς.
(5)  Μηνύω=κάνω το κρυφό φανερό, γνωστό· και με γενική έννοια δείχνω, αναφέρω που είναι (G). Έτσι ο Κύριος παρουσιάστηκε στο λαό ως επιβλαβής και επικίνδυνος, ως εκτός του νόμου, τον οποίο ο καθένας θα μπορούσε να πλήξει. Και ο Σαούλ στο παρελθόν τέτοια εντολή είχε δώσει για τον Δαβίδ, όπως και ο Αχαάβ για τον Ηλία. Ασφαλώς επιβαρύνουν την ενοχή τους και κάνουν πιο ολέθριο το έγκλημά τους οι κακοί άρχοντες, όταν καθιστούν τους υφισταμένους τους όργανα της αδικίας και κακίας τους. Δες και εδώ πώς οι Φαρισαίοι επιζητούν να καταστήσουν και τους άλλους συνενόχους των φονικών τους αποφάσεων.
(6)  «Είναι θαυμαστή η εντολή των αρχιερέων, προδοσία για θάνατο. Ω οι ανίεροι! Πώς ξεκινούν να τιμούν τη γιορτή! Με τι ψυχές, που έπνεαν φόνο, πρόκειται να γιορτάζουν» (Ζ).

(Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 397-434 εκδόσεις «ο Σωτήρ» μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα. )

ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες της Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας, Θφ = Θεοφύλακτος
Αμ = Αμμώνιος, Ι = Ισιδωρος πρεσβύτερος
Αυ = Αυγουστίνος, Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Β = Βασίλειος ο Μέγας, Κλ = Κλήμης Αλεξανδρεύς
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Σβ = Σευήρος Αντιοχείας
Γν = Γρηγοριος Νύσσης, Σχ. = Σχολιαστής ανώνυμος
Ε = Ευσέβιος Καισαρειας, Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Ζ = Ζιγαβηνός, Ω = Ωριγένης
Θη = Θεόδωρος Ηρακλείας
Θμ = Θεόδωρος Μοψουεστίας
(Σύγχρονοι θεολόγοι ερμηνευτές)
b = Bengel κ = Κομνηνός Π.,
β = Bernard. J.H, Edinburg 1928 χ = Hoskyns Edwyn Gl. London 1947
C = Cremer μ. = Macgregor G.H. London 1928
DB = Dict. Of the Bible,Hastings τ = Temple William, London 1945
F = Fillion L. Cl. Paris 1928 σ. = στίχος
G = Crimm
g = Godet F. 1885
o = Owen John, New York 1861
δ = Δαμαλάς Ν, Αθήναι 1940

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΜΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 8, 2019

Σχετική εικόνα

Η Εκκλησία εορτάζει στις 2 Φεβρουαρίου το πρόσωπο και την ιδιότητα της μητέρας. Κατά την εορτή της Υπαπαντής η Παναγία πηγαίνει τον Χριστό στον ναό, εκπληρώνοντας  την νομική παράδοση του σαραντισμού.  Μας δείχνει έτσι την πλήρη συγκατάβαση του Χριστού στα ανθρώπινα, αλλά και την αίσθηση  της αποστολής “ως μάνας” που είχε στην ψυχή της η Μητέρα του Θεού και όλων των ανθρώπων.

Αυτή η αίσθηση της αποστολής δεν φαίνεται να συμβαδίζει με το πνεύμα των καιρών μας. Για την σύγχρονη γυναίκα η μητρότητα δεν είναι προτεραιότητα. Οι σπουδές, η καριέρα, τα χρήματα, το να ζήσει την ζωή είναι τα στοιχεία εκείνα που μεταθέτουν χρονικά την μητρική λειτουργία. Δεν τιμάται άλλωστε από τους πολλούς η ιδιότητα της μάνας. Το starsystem προβάλλει το πρότυπο του γυναικείου σώματος χωρίς τις ατέλειες και το βάρος της εγκυμοσύνης, ενώ για την σταδιοδρομία της γυναίκας στον επαγγελματικό και κοινωνικό χώρο ένα παιδί δεν είναι ό,τι καλύτερο, καθώς την κάνει να χάνει χρόνο και δημοσιότητα, αναγκασμένη να μείνει στο σπίτι για να το φροντίσει στα πρώτα βήματά του. Το φεμινιστικό κίνημα, εξάλλου, υπερτονίζει ότι το σώμα της ανήκει στην γυναίκα και αυτή θα αποφασίσει αν θα κάνει παιδί ή όχι. Έτσι δικαιολογείται και ο μεγάλος αριθμός εκτρώσεων.

Ανάλογη είναι και η στάση των καιρών έναντι της πολυτεκνίας. Το να γεννήσει μία γυναίκα τρία και περισσότερα παιδιά θεωρείται ανεπιθύμητη πολυτέλεια. Τι να πει κάποιος για την πολιτεία που φορολογεί τις πολύτεκνες οικογένειες σαν να μην έχει καμία σημασία για το οξύτατο δημογραφικό μας πρόβλημα η αύξηση του πληθυσμού; Τι να πει όμως κάποιος και για την ντροπή που αισθάνεται ένα νέο κορίτσι αν πει δημόσια ότι θα ήθελε να κάνει περισσότερα από δύο παιδιά; Για την ειρωνεία ακόμη και του περιβάλλοντός της και για την παντελή έλλειψη υποστήριξης της ιδέας της από το σχολείο; Δεν μπορεί να είναι στόχος φανερός  για μία νέα κοπέλα το να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Η μητρότητα στο περιθώριο…

Είναι αυτονόητο ότι με τις διαπιστώσεις δεν λύνεται το πρόβλημα. Όμως αν θυμηθούμε όλοι μας ότι μάς έχει γεννήσει μητέρα, προς την οποία η αγάπη μας είναι αναντικατάστατη, το όνομα της οποίας αναφωνούμε  σε κάθε δυσκολία, την φροντίδα της αναζητούμε σε κάθε γνήσια σχέση, για την αγκαλιά της δεν μπορούμε να βρούμε άλλη παρηγοριά, τότε υπάρχει ελπίδα να αλλάξουμε νοοτροπία.
 Άνδρες και γυναίκες, νέοι και μεγαλύτεροι μπορούμε να αφυπνιστούμε. Να καταλάβουμε ότι η φύση μας περιλαμβάνει τις ιδιότητες του πατέρα και της μητέρας, για να ολοκληρωθούμε ως άνθρωποι, εφόσον δεν έχουμε επιλέξει κλήση μοναχική. Ότι η δωρεά της μητρότητας  είναι καλό να επιδιώκεται στην νεαρότερη ηλικία, διότι τότε η γυναίκα έχει δυνάμεις. Ότι η καριέρα, όση καταξίωση κι αν δίνει στην γυναίκα, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από το βλέμμα του παιδιού που λέει “μαμά” και ότι η μητρική ιδιότητα είναι εφ᾽ όρου ζωής δωρεά. Ότι αν η γυναίκα αποτύχει στον μητρικό της ρόλο, διότι δεν έδειξε την αγάπη και την έγνοια που χρειαζόταν, καμία καριέρα δεν την καταξιώνει. Η μητρότητα είναι το αντίδοτο της φύσης στον θάνατο.
Η Παναγία ως μάνα ας ξαναγίνει πρότυπο!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης  6 Φεβρουαρίου 2019

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 8, 2019

Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, συνειδητά από την Πολιτεία και εξ αδιαφορίας από την Εκκλησία, μετετράπη οριστικά σε αργία, εκτός από τα Γυμνάσια και τα Λύκεια, και για τα Δημοτικά και για τα Νηπιαγωγεία. Προφανώς και η Εκκλησία θα συνεχίζει να την εορτάζει στις 30 Ιανουαρίου κάθε χρόνο. Όμως για την ελληνική πολιτεία το παραδοσιακό περιεχόμενο της γιορτής, με εκκλησιασμό, ομιλίες και ένα αίσθημα σύνδεσης χριστιανισμού και ελληνισμού, θα υποβαθμίζεται περαιτέρω, μέχρις ότου σβήσει οριστικά. Όσοι ρομαντικοί επιμένουμε ότι και η Πολιτεία οφείλει να διασώζει την ταυτότητα του Ελληνισμού θα διαπιστώνουμε ότι η πίστη δεν έχει σχέση με τους στόχους του κράτους μας, το οποίο πορεύεται προς μία παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα χωρίς διάθεση να έχει στηρίγματα αυτοδιάθεσης και αυτεπίγνωσης. Σειρά, άλλωστε, μετά τα Θρησκευτικά έχει και η Ιστορία για μεταρρύθμιση.

Αξίζει όμως να θυμίζουμε στους εαυτούς μας όψεις τού γιατί τιμούμε τους Τρεις Ιεράρχες ως προστάτες όχι μόνο της πίστης, αλλά και της παιδείας, των γραμμάτων. Μία από αυτές έχει να κάνει και με τις παιδαγωγικές αρχές του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, οι οποίες παραμένουν επίκαιρες.

Οι Τρεις Πατέρες θεωρούν ότι σκοπός της ζωής, όπως και της παιδείας, είναι η αγιότητα.  Η μόρφωση του ανθρώπου δεν αποσκοπεί στο να κάνει επίδειξη γνώσης, να διακριθεί ανάμεσα στους άλλους για να φανεί το εγώ του, αλλά στο να τον βοηθήσει να ακολουθήσει την οδό της εκζήτησης της σχέσης με τον Θεό, την οδό της αρετής που οδηγεί στην πάλη εναντίον των παθών. Γι᾽ αυτό και η παιδεία συνδυάζεται με την καλλιέργεια του ήθους. Στην ιστορία της Εκκλησίας άσημοι και ταπεινοί άγιοι υπέταξαν τους σοφούς και τους ρήτορες του κόσμου τούτου, στηριγμένοι στην μόρφωση της πίστης.

Παράλληλα, οι Τρεις Ιεράρχες επισημαίνουν την ανάγκη για συνέπεια λόγων και έργων. Γονείς και δάσκαλοι καλούνται να ζούνε όπως πιστεύουν, ώστε να γίνονται το αυθεντικό παράδειγμα στα παιδιά τους. Ακόμη, οι γονείς καλούνται να βάζουν όρια στα παιδιά τους, νόμους και κανόνες, ώστε να μην ικανοποιούνται άκριτα όλες οι επιθυμίες τους και να μάθουν να εκτιμούν τα απαραίτητα. Παράλληλα, η ασκητικότητα της παράδοσης μας, η νηστεία, η υπακοή, η αποφυγή της πολυτέλειας, κυρίως όμως η μάθηση στην αγάπη αποτελούν τρόπους αγωγής των παιδιών στο αυθεντικό.

Οι παιδαγωγικές αυτές αρχές δεν ήταν πρωτοποριακές μόνο για την εποχή που εκφράστηκαν, αλλά διατηρούν ακέραιη την φρεσκάδα τους και στους καιρούς μας. Είναι συνδεδεμένες με την δύναμη της πίστης στον Θεό, η οποία δίνει ελπίδα. Ταυτόχρονα, μας προκαλούν σε έναν γόνιμο διάλογο με την ιστορική μας παράδοση, καθώς οι Τρεις Ιεράρχες συνέδεσαν τον αρχαιοελληνικό με τον χριστιανικό τρόπο. Δεν απέρριψαν το ελληνικό χθες, αλλά συνέστησαν στους νέους να ωφελούνται από τα αρχαία γράμματα, όπως οι μέλισσες που επιλέγουν ό,τι είναι χρήσιμο. Ζήτησαν δηλαδή κριτική σκέψη, επίγνωση της χριστιανικής ταυτότητας και μπόλιασμά της με  ό,τι ωραίο ο ελληνισμός είχε να δώσει, δίχα της ηθικής διαφθοράς και της αμαρτίας.

Η ελπίδα της Ανάστασης και η έμπρακτη αγάπη κάνουν το παράδειγμα ζωής των Πατέρων μας πολυτιμότατο και για μεγάλους και για μικρούς! Ας συνεχίζουμε να τους γιορτάζουμε, εις πείσμα των καιρών!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανὀς

Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια” Στο φύλλο της Τετάρτης 30 Ιανουαρίου 2019

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστήμη και Βιβλική Κοσμογονία

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 15, 2019

1)   Αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον τρόπο της έκθεσης της εξαημέρου θα δούμε, ότι δεν πρόκειται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για γεωλογικές περιόδους, όπως νόμισαν κάποιοι, διότι το κείμενο μιλά ρητά «και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί». Άρα μιλά για ημερονύκτιο. Ούτε όμως και για πραγματικά εικοσιτετράωρα ημερονύκτια πρόκειται, διότι ο ήλιος ο οποίος καθορίζει τα ημερονύκτια έγινε την τέταρτη ημέρα. Επομένως ο τόνος δεν πρέπει να δοθεί στη σειρά των δημιουργημάτων, αλλά στον αριθμό έξι. Η Βιβλική δηλαδή διήγηση της εξαημέρου είναι έξι οράματα, με τα οποία ο Θεός αποκάλυψε στους πρωτοπλάστους την δημιουργία του κόσμου.

Για καμία άλλη εποχή η αποκάλυψη υπήρξε αναγκαιότερη όσο για την αρχή της ανθρωπότητας. Η αποκάλυψη θα γινόταν με έκσταση όπως έγινε στον Αδάμ η αποκάλυψη της δημιουργίας της γυναίκας όπως ρητά αναφέρει η Αγία Γραφή (2,21). Επομένως η εξαήμερη δημιουργία είναι έξι οράματα εγκλειόμενα σε εικοσιτετράωρα χρονικά διαστήματα, με τα οποία ο Αδάμ είδε την εν χρόνω ενέργεια του Θεού. Η πρωταρχική αυτή παράδοση υπήρξε εν πρώτοις υποκείμενο προφορικής παράδοσης, η οποία καταγράφηκε ίσως πολύ πριν τον Μωϋσή.

2)   Εάν ρίξουμε προσεκτικότερο βλέμμα στο περιεχόμενο της εξαημέρου θα παρατηρήσουμε, ότι αυτή διαιρείται σε δύο αντίστοιχες τριάδες (στιχ. 3-13 και στιχ. 14-25) και έπειτα έρχεται η δημιουργία του ανθρώπου (στιχ. 26-29). Οι αντίστοιχες αυτές τριάδες έχουν σχέση μεταξύ τους και προς αλλήλας. Έχουν σχέση μεταξύ τους, διότι οι ημέρες της πρώτης τριάδος είναι χωρίσματα, ενώ οι μέρες της δεύτερης τριάδος είναι συμπληρώματα.

Και συγκεκριμένα: κατά την πρώτη ημέρα χωρίζεται το φως από το σκότος, την δεύτερη ημέρα χωρίζεται ο ουρανός από την θάλασσα, την τρίτη ημέρα χωρίζεται η θάλασσα από την ξηρά.

Στην δεύτερη τριάδα έχουμε τα συμπληρώματα ως εξής: Κατά την τέταρτη ημέρα έχουμε τον ήλιο για συμπλήρωση του φωτός της πρώτης ημέρας. Κατά την πέμπτη ημέρα έχουμε τα συμπληρώματα ουρανού και θάλασσας, δηλαδή τα πτηνά του ουρανού και τα ψάρια της θάλασσας. Κατά την έκτη ημέρα έχουμε τα χερσαία ζώα και τον άνθρωπο το συμπλήρωμα της ξηράς και των φυτών της τρίτης ημέρας, διότι πάνω στην ξηρά και δια των φυτών θα ζήσουν άνθρωποι και ζώα.

3)   Ο σκοπός: Αυτός είναι θρησκευτικός και παιδαγωγικός. Επομένως τα κοσμικά γεγονότα θίγει εν παρόδω και μιλά για την δημιουργία όπως εμφανίζεται αυτή στα μάτια μας. Αφήνει την επιστημονική έρευνα αυτών στην ανθρώπινη οξυδέρκεια όπως βεβαιώνουν Βασίλειος, Χρυσόστομος, Αυγουστίνος. Σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν η αποκάλυψη κατέρχεται στην αντιληπτική ικανότητα κάθε ηλικίας και όλων των αιώνων, έτσι ώστε το αόρατο και πνευματικό να είναι ευκρινές και σαφές στους αδύνατους. Για αυτό η δημιουργική ενέργεια του Θεού εκθέτει αυτά με εικόνες ανθρώπινης ενέργειας (ομιλία του Θεού, έργο εξαήμερο, ανάπαυση κλπ.) τονίζει δε στα θεία αυτά έργα εκείνο το οποίο υποπίπτει στην άμεση αντίληψη και είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους απλούς ανθρώπους.

4)   Το κείμενο: Είναι απλό, φωτεινό και στα παιδιά αντιληπτό και η ερμηνεία δεν έχει κανένα δικαίωμα να απομακρυνθεί από την κυριολεξία, εφ’ όσον δεν παρίσταται επιτακτική ανάγκη για αυτό. Οι λέξεις «ημέρα, φως, πρωΐ, εσπέρα κλπ.» πρέπει να ληφθούν στη συνηθισμένη κυριολεξία τους. Η δε ομιλία του Θεού ως ανθρώπινη είναι ανθρωποπαθής Βιβλική έκφραση, η οποία δηλώνει, ότι στη δημιουργία πραγματοποιήθηκαν οι θείες σκέψεις και ότι τα δημιουργήματα είναι η φυσική αποκάλυψη της δύναμης, της σοφίας και της αγαθότητας του Θεού. Για αυτό η δημιουργία εκτίθεται ως έργο που έγινε σε έξι ημέρες μαζί με την ημέρα της ανάπαυσης της εβδόμης που ακολούθησε αυτές για συμβολισμό των έξι εργάσιμων ημερών, κατά τις οποίες ο άνθρωπος οφείλει να εργάζεται, και της έβδομης, του Σαββάτου, κατά την οποία υποχρεούται να αναπαύεται.

Συμπέρασμα: Από αυτά συνάγεται ότι η Βιβλική κοσμογονία δεν είναι επιστημονική, αστρονομική έκθεση της δημιουργίας, αλλά σχηματική ταξινόμηση των δημιουργημάτων για σκοπό θρησκευτικό ότι αυτά έγιναν από το Θεό, και έχουν σκοπό παιδαγωγικό, για να μας διδάξει, ότι πρέπει τις 6 ημέρες να εργαζόμαστε και την έβδομη να αναπαυόμαστε.

Κατά συνέπεια σε καμία αντίφαση δεν μπορεί να έλθει η βιβλική κοσμογονία με τις επιστημονικές παρούσες ή μεταγενέστερες αντιλήψεις, περί δημιουργίας του κόσμου.

(Η Παλαιά Διαθήκη, αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου, τόμος Α, έκδοσις «Λυδία» 1986, σελ. 408-410)

………………………………………………………

«καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία» (Γένεσις 1,5)

«Ημέρα μία». Ο όρος yom στην εβραϊκή δηλώνει την ημέρα, νοούμενη ως ημερονύκτιο ή νυχθήμερο, το έτος, τον καιρό, μια χρονική περίοδο της ζωής και επιρρηματικά το σήμερα. Στη βιβλική του χρήση η έννοιά του ως «ημέρα», με την οποία προσδιορίζεται συνήθως στους Ο΄(μετάφραση των 70), προσδιορίζει μια χρονική περίοδο άλλοτε περιορισμένης και άλλοτε ακαθόριστης ή μακράς διάρκειας.

Στον παρόντα στίχο, ειδικά, η χρονική διάρκεια της yom-ημέρας υπολογίζεται, όπως ήδη ελέχθη, από πρωί σε πρωί και όχι από βράδυ σε βράδυ, όπως είχε καθιερωθεί στη θρησκευτική παράδοση των ιουδαϊκών εορτών και του Σαββάτου και θεσμοθετηθεί στο μωσαϊκό νόμο. Αυτός ο υπολογισμός δεν έχει βέβαια σχέση με ό,τι ακριβώς ισχύει σήμερα επιστημονικώς, δηλ. με το χρόνο των 24 ωρών, που απαιτείται για μια πλήρη περιστροφή της γης περί τον άξονά της. Σχετίζεται όμως με τη χρονική περίοδο μεταξύ φωτός-σκότους (πρωί) και σκότους-φωτός (εσπέρα), η οποία κατά τον ιερό συγγραφέα ορίζεται από την διαδοχική εναλλαγή των δύο αυτών φαινομένων. Ως εκ τούτου η ημέρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αορίστου, αλλά ορισμένης διάρκειας χρονική περίοδος.

Σ’ αυτήν την πραγματικότητα, της οποίας εμπειρία μάς επιτρέπει να αποκτήσουμε η φυσική παρατήρηση και οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε από αυτήν, προσκρούει κάθε αντίθετη άποψη, η οποία επεκτείνει το όριο της δημιουργικής ημέρας σε μακρά χρονική περίοδο, ετών ή αιώνων, ή την εκλαμβάνει ως ισοδύναμη με γεωλογικές περιόδους (146) (Δες και D.Gowan, «From Eden to Babel.A commentary on the book of Genesis 1-11», σ.22.Το θέμα της δημιουργικής ημέρας διαπραγματεύεται ο J.E. Young στη μελέτη του «the days of Genesis», WTS 25 (1962), 1-24).

Προσκρούει δε επειδή εισηγείται αμέσως την εξέλιξη των διαφόρων στρωμάτων της δημιουργίας μέχρι τον άνθρωπο και οδηγεί κατ’ επέκταση στη θεωρία της εξέλιξης των ειδών, εισάγοντας έτσι ξένα κοσμολογικά στοιχεία στη βιβλική διήγηση της Γενέσεως και νοθεύοντας το θρησκευτικό της νόημα. Βεβαίως δια μέσου των αιώνων υφίσταται κάποια φυσική εξέλιξη στην κτίση, αλλά αυτή –πρέπει να διευκρινήσουμε- έχει άμεση σχέση με την επισυμβάσα στο μεταξύ πτώση του ανθρώπου και την ως εκ τούτου διατάραξη της ισορροπίας και της τάξης σε αυτήν. Για αυτό δεν επιτρέπεται, για λόγους απολογητικούς, η μετατροπή των έξι ημερών σε έξι μακρές χρονικές περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων συντελέστηκε η δημιουργία. Γιατί μια τέτοια αντίληψη καταστρέφει την αναλογία πάνω στην οποία βασίζεται η καθιέρωση του Σαββάτου ως της εβδόμης ημέρας με τη θεολογική της βαρύτητα, και η διαδοχή των έξι ημερών, που καταλήγουν στο Σάββατο, χάνουν τη σημασία τους. Συνάμα δε αντιστρατεύεται και στην απλή έννοια του στίχου, ο οποίος, όπως ελέχθη, χρησιμοποιεί εδώ την ημέρα, όπως χρησιμοποιείται και στη λαϊκή γλώσσα, ως περίοδο δηλ. φωτός και σκότους, που αργότερα θα προσδιοριστεί ως εικοσιτετράωρη.

Συνεπώς, ό,τι πρέπει να γνωρίζουμε εν αναφορά γενικά με τις ημέρες της δημιουργίας είναι ότι ο ιερός συγγραφέας περιγράφοντας το δημιουργικό έργο του Θεού κινείται σε σχηματικά πλαίσια. Εντάσσει δηλ. την έκφραση της δημιουργικής ενέργειας του Θεού σε δικά του χρονικά καλούπια. Το κατανέμει έτσι σε έξι εργάσιμες ημέρες, που καταλήγουν στην εβδόμη, την ημέρα της ανάπαυσης, για να συμμορφωθεί με τη διαίρεση του χρόνου, που ήδη ίσχυε για τους Εβραίους. Με άλλα λόγια η αποκάλυψη του θείου έργου γίνεται με αυτόν τον τρόπο των έξι ημερών κατά συγκατάβαση προς το «ατελές» της αντιληπτικής ικανότητας του ανθρώπου, προκειμένου να τον βοηθήσει να στοχαστεί το υπέροχο και θαυμαστό έργο της δημιουργίας (147)(«ινα μαθης ότι δια το ατελές της ημετερας διανοίας ταύτη εχρήσατο τη συγκαταβάσει της διηγήσεως»(Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, ομιλ Γ΄, σ. 34).

Στην πραγματικότητα βέβαια ο κόσμος δημιουργήθηκε αμέσως και στο σύνολό του χωρίς χρονικές διακοπές, όπως εύστοχα ερμηνεύει ο Μ. Βασίλειος· «εν κεφαλαίω (στο σύνολό τους) εποίησεν ο Θεός, τουτέστιν αθρόως (με τη μία) και εν ολίγω (χωρίς διακοπή)»(148)(Εις την Εξαήμερον, Α΄,6,σ. 17Α).

Ή, όπως εξηγεί ο Γρηγόριος Νύσσης, «συλλήβδην και εν ακαρεί»(149)(Περί της Εξαημέρου, σ. 72Β), δηλαδή στο σύνολό του και σε βραχύτατο χρόνο. Αυτό κατανοείται κατά τη διδασκαλία του Νύσσης ως εξής: Στην αρχή δημιουργήθηκαν τα πάντα με τη θεία βούληση αμέσως και στο σύνολό τους ως καταβολές. Στη συνέχεια επέρχεται στα πλαίσια της αναγκαίας τάξης και αλληλουχίας η δια της θείας δυνάμεως και σοφίας τελείωση των επί μέρους κτισμάτων. Ομοίως και ο Μ. Αθανάσιος αποφαίνεται ότι τα κτίσματα δεν δημιουργήθηκαν σε διαδοχικές περιόδους, αλλά «σε μία ημέρα και με το ίδιο πρόσταγμα κλήθηκαν στο είναι»(150)(Κατά Αρειανών, 2,48,PG 26,249B).

Επ’ αυτού είναι σαφής η Π. Διαθήκη, όταν στη Γένεση (2,5), μετά την απαρίθμηση των έξι δημιουργικών ημερών, μιλά για μια ημέρα κατά την οποία δημιουργήθηκε ολόκληρο το σύμπαν. Όταν επίσης δια στόματος του σοφού Σειράχ βεβαιώνει· «ο ζων εις τον αιώνα έκτισεν τα πάντα κοινή (αμέσως)» (Σοφ. Σειρ. 18,1). Περαιτέρω η Αγ. Γραφή προσδιορίζει στα πλαίσια των σχέσεων του Θεού με το χρόνο, τη διάρκεια και την έννοια της δημιουργικής ημέρας, η οποία δεν έχει ανθρώπινες αναλογίες, όπως υποστηρίζουν οι Ωριγένης (151)(Περί Αρρχών, 4,7,PG 11,353B) και Αυγουστίνος(152)(De Civitate Dei,11,6,PL 11,278), καθόσον «χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθεν»(153)(Ψαλμ. 89,4, δες «μία ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μία»(Β΄Πέτρ. 3,8)). Διευκρινίζει ότι το άμεσο και ακαριαίο της δημιουργίας εννοείται μόνο σε σχέση με το δημιουργό Θεό, ο οποίος, ως κείμενος πέραν του χρόνου, αχρόνως δημιούργησε τον κόσμο. Σε σχέση όμως με τα δημιουργήματα απαιτείται χρόνος για τη μορφοποίησή τους. Άρα, ενώ ο Θεός υπέρκειται του χρόνου, ο χρόνος εξαρτάται από αυτόν.

Η πατερική θεολογία ερμηνεύει εσχατολογικά τη δημιουργική ημέρα. Σύμφωνα με αυτήν οι έξι ημέρες αντιστοιχούν σε ισάριθμες φάσεις εντός των οποίων πραγματώνεται η δημιουργία. Αυτές οι φάσεις-ημέρες της δημιουργίας είναι σύμβολα. Διότι δεν εξαντλούνται στον αριθμό έξι, αλλά στον αριθμό οκτώ. Η εβδόμη ημέρα, το Σάββατο, συμβολίζει το διάστημα από την πραγματοποίηση της δημιουργίας μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Η ογδόη ημέρα, η Κυριακή, «ημέρα Κυρίου ανέσπερος, αδιάδοχος και ατελεύτητος», συμβολίζει τη Δευτέρα παρουσία, τη μέλλουσα κρίση, τη βασιλεία του Θεού και την αιωνιότητα. Τα σύμβολα αυτά, επομένως, δεν σημαίνουν ούτε ελάχιστο χρόνο, ούτε εκατομμύρια χρόνια· είναι απλώς συμβολικές παραστάσεις των οκτώ φάσεων.(155)(N. Ματσούκα,Δογματική και Συμβολική Θεολογία,Γ,σ.177)

Λόγω της συμβολικότητάς της η δημιουργική ημέρα αποκτά επίσης την έννοια της περιόδου ή ορθότερα του αιώνα. Ο αιώνας στην Π. Διαθήκη δηλώνει χρονικό διάστημα ακαθόριστης διάρκειας, εκτεινόμενο από το παρελθόν στο μέλλον. Το διάστημα αυτό σε σχέση με το Θεό εκφράζει την αιωνιότητα, η οποία δεν έχει αρχή και τέλος και δε σχετίζεται με τη μεταβολή και διαδοχή των γεγονότων και φαινομένων. Σε σχέση με την κτίση νοείται ως προς τα όντα φαινόμενα, που διαδέχονται το ένα το άλλο και έχουν αρχή και τέλος, και συνδέεται πάντοτε με αυτά.

Εν προκειμένω λοιπόν η ημέρα ταυτίζεται κατά την πατερική θεολογική σκέψη με τον αιώνα· «ώστε καν ημέραν είπης, καν αιώνα, την αυτήν ερείς έννοιαν»(158)(Μ.Βασιλείου, ο.π. Β΄,8,σ. 52Α.). Ταυτίζεται δε υπό την έννοια ότι, αν και τα πάντα δημιουργούνται μέσα στο χρόνο, εντούτοις κατατείνουν στην αιωνιότητα του Θεού. Ενώ η δημιουργία όλη κινείται σε χρονικά όρια, κατά τις ανθρώπινες αναλογίες, η χρονική κίνησή της εκτείνεται στον άπειρο χρόνο του Θεού, κατά τους θείους όρους. Έτσι κατανοείται θεολογικά και η σύμπτωση του αιώνα με την ογδόη ημέρα.

(στο: Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, Σταύρου Καλαντζάκη, Δρ. Θ. Καθηγητού Πανεπιστημίου, εκδ. Πουρναρα,2001, σελ. 123-128)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Πώς και με ποια σειρά προσκυνούμε τις εικόνες σε έναν Ιερό Ναό;

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 15, 2019

Ο Ναός χωρίζεται σε τρία μέρη: στον πρόναο, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα.
Το Ιερό χωρίζεται από τον κυρίως ναό με το τέμπλο.

Η διάταξη των εικόνων στο τέμπλο είναι πάντα η εξής.

-Στο δεξί μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα του Χριστού.

-Στο αριστερό μέρος της Ωραίας Πύλης βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας.

-Δίπλα και αριστερά από την
Παναγία υπάρχει η εικόνα του Αγίου/Αγίας κλπ που είναι αφιερωμένος ο συγκεκριμένος Ναός.

-Δίπλα και δεξιά από τον Χριστό, βρίσκεται η εικόνα του Ιωάννη του Πρόδρομου.

-Στις πλαϊνές πόρτες του τέμπλου υπάρχουν οι μορφές των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ.

Πάνω από την Ωραία Πύλη υπάρχει η παράσταση του Μυστικού Δείπνου μαζί με τις εικόνες του Δωδεκάορτου. (οι δώδεκα σπουδαιότερες εορτές:
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Γέννηση του Χριστού, η Περιτομή του Χριστού η Υπαπαντή του Χριστού, τα θεία Θεοφάνεια, η Σοφία του Θεού, η Μεταμόρφωση του Χριστού, η ανάσταση του Λαζάρου και η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, τα Πάθη και ο Σταυρός του Χριστού, η Ανάσταση του Χριστού, η Ανάληψη, η Πεντηκοστή).

Πως προσκυνούμε τις εικόνες του τέμπλου και με ποια σειρά;

Εν συντομία: (του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου)
Όταν οι ιερείς πρόκειται να λειτουργήσουν παίρ­νουν «Καιρό».
Δηλ. Τελούν μυστικά μία σύντομη Ακολουθία έξω από το Άγιο Βήμα, ασπαζόμενοι τις Άγιες εικό­νες του τέμπλου και κατακλείνοντας με μία ευχή ζητώντας κατά κάποιο τρόπο άδεια και ευλογία από τον Θεό, ώστε «ακατακρίτως να εκτελέσουν την αναίμακτον ιερουργίαν».
Γι” αυτό μερικοί λένε ότι οι λαϊκοί δεν προσκυνούν τις εικόνες τού τέμπλου.
Αυτό μπορεί να γίνει πριν την έναρξη της Ακολουθίας ή μετά το πέρας αυτής.

Πρώτα ασπαζόμαστε (στα χέρια ή στα πόδια και όχι στο πρόσωπο) την αγία εικόνα τού Χριστού, (λατρευτική προσκύνηση), μετά την εικόνα της Παναγίας, (τιμητική προσκύνηση).
Ασπαζόμαστε πρώτα τον Χριστό Βρέφος και μετά την Παναγία.
Ακολουθεί η τιμητική προσκύνηση των αγίων, του Αγίου Ιωάννου τού Προδρόμου δεξιά, του αγίου του Ναού αριστερά.
Μετά συνεχίζουμε τις υπόλοιπες εικόνες τού τέ­μπλου, (εάν υπάρχουν).
Δεν τις προσκυνούμε όμως κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, διότι μοιάζει σαν να γίνεται επίδειξη ευλάβειας και την ώρα της Λατρείας είναι ενοχλητικό και διασπαστικό της προσοχής των πιστών.

Αναλυτικά:

Πρώτα ασπαζόμαστε την εικόνα του Χριστού λέγοντας το απολυτίκιο της Κυριακής της ορθοδοξίας:
«Την άχραντον Εικόνα σου προσκυνούμεν Αγαθέ, αιτούμενοι συγχώρησιν των πταισμάτων ημών, Χριστέ ο Θεός, βουλήσει γαρ ηυδόκησας σαρκί ανελθείν εν τω Σταυρώ, ίνα ρύση ους έπλασας εκ της δουλείας του εχθρού, όθεν ευχαρίστως βοώμεν σοι, Χαράς επλήρωσας τα πάντα, ο Σωτήρ ημών, παραγενόμενος εις το σώσαι τον Κόσμον».

Έπειτα την εικόνα της Παναγίας λέγοντας το τροπάριο:
«Ευσπλαγχνίας υπάρχουσα πηγή, συμπαθείας αξίωσον ημάς, Θεοτόκε, βλέψον εις λαόν τόν αμαρτήσαντα, δείξον ως αεί τήν δυναστείαν σου, εις σέ γάρ ελπίζοντες, τό Χαίρε βοώμέν σοι, ως ποτέ ο Γαβριήλ, ο τών Ασωμάτων Αρχιστράτηγος».

Ακολούθως την εικόνα του Ιωάννου του Πρόδρομου λέγοντας:
Βαπτιστά τού Χριστού, πάντων ημών μνήσθητι, ίνα ρυσθώμεν τών ανομιών ημών, σοί γάρ εδόθη χάρις πρεσβεύειν υπέρ ημών.

Έπειτα την εικόνα του αγίου που είναι αφιερωμένος ο Ναός πχ αν είναι αφιερωμένος στον Άγιο Νεκτάριο λέμε:
Άγιε Νεκτάριε πρέσβευε υπέρ εμού και αν ξέρουμε λέμε και το απολυτίκο του Αγίου:
«Σηλυβρίας τον γόνον και Αιγίνης τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα, αρετής φίλον γνήσιον,
Νεκτάριον τιμήσωμεν πιστοί,ως ένθεον θεράποντα Χριστού· αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς, τοις ευλαβώς κραυγάζουσι· δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα».

Τέλος την εικόνα των αρχαγγέλων:
Άγιοι Αρχάγγελοι τού Θεού, πρεσβεύσατε υπέρ ημών

Και εφόσον (οι άνδρες) πρέπει για κάποιο λόγο να μπούνε στο Ιερό λένε τον στίχο από τον ψαλμό 5:8 του Δαυίδ:
«Εγώ δε εν τω πλήθει του ελέους σου εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, προσκυνήσω προς ναόν άγιον σου εν φόβω σου».
Τέλος, πρέπει να σημειώσουμε ότι η προσκύνηση δεν είναι τυπική αλλά πρέπει να συνοδεύεται από ευλάβεια, σεβασμό και αγάπη προς το πρόσωπο που προσκυνούμε.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η θεωρία του Δαρβίνου για τους χιονάνθρωπους

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 15, 2019

xionanthropos

Η θεωρία του Δαρβίνου για τους χιονάνθρωπους

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα άγια Θεοφάνεια. Ερμηνεία του Ευαγγελίου από τον ιερό Χρυσόστομο!

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 6, 2019

(Ιωάννου Χρυσοστόμου (350-407 μ.Χ) ΟΜΙΛΙΑ ΙΒ΄ εις το κατά Ματθαίον,   απόδοση στα νέα ελληνικά!)

Ματθαίος 3, 13-17

«Τότε έρχεται ο Ιησούς από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη προς τον Ιωάννη για να βαπτιστεί από αυτόν»

1. Ερχεται ο Δεσπότης μαζί με τους δούλους, ο δικαστής μαζί με τους υπόδικους, για να βαπτιστεί. Μην ταραχτείς όμως. Μεταξύ των ταπεινών αυτών διαλάμπει το υψηλό μεγαλείο του. Καταδέχτηκε να κυοφορηθεί σε παρθενικά σπλάχνα επί τόσο χρόνο και να γεννηθεί από αυτά μαζί με τη δική μας ανθρώπινη φύση, να ραπιστεί, να σταυρωθεί, να πάθει όλα όσα έπαθε. Γιατί θαυμάζεις λοιπόν, επειδή καταδέχτηκε και να βαπτιστεί και να έλθει μαζί με τους άλλους προς τον δούλο του;

Το εκπληκτικό ήταν εκείνο, να θελήσει να γίνει άνθρωπος, ενώ είναι Θεός. Τα άλλα όλα ακολουθούν κατά λογική ακολουθία.

Για αυτό ακριβώς και ο Ιωάννης από την αρχή έλεγε εκείνα που είπε, ότι δεν είναι άξιος να λύσει τον ιμάντα του υποδήματος και όλα τα άλλα, ότι είναι, λόγου χάριν, κριτής και αποδίδει στον καθένα κατά την αξία του, και ότι θα δώσει πλούσια το Πνεύμα σε όλους. Αυτά, ώστε, όταν τον δεις να έρχεται στο βάπτισμα, να μην σου περάσει καμία ταπεινή υποψία. Για αυτό και όταν ήταν κοντά, του προβάλλει εμπόδια με τα λόγια:

«Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα και εσύ έρχεσαι σε μένα;». Επειδή επρόκειτο για βάπτισμα μετανοίας και προέτρεπε στο να κατηγορήσουν τις αμαρτίες τους, για να μη νομίσει κανείς ότι και αυτός έρχεται στον Ιορδάνη με αυτήν την διάθεση, κάνει σε αυτό μια διόρθωση εκ των προτέρων με τον να τον αποκαλέσει Αμνό και λυτρωτή από όλη την αμαρτία της γης.

Διότι βεβαίως αυτός που είναι σε θέση να σηκώσει τα αμαρτήματα όλου του ανθρώπινου γένους, είναι πολύ περισσότερο αναμάρτητος αυτός ο ίδιος. Για αυτό δεν είπε: Να ο αναμάρτητος, αλλά το πολύ περισσότερο «αυτός που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου»(Ιω. 1,29). Έτσι μαζί με αυτό να δεχτείς και εκείνο σε όλο το πλήρες νόημά του και αφού το δεχτείς να διαπιστώσεις ότι έρχεται στο βάπτισμα, για να φέρει σε πέρας κάποια άλλη οικονομία. Για αυτό και όταν ήλθε του έλεγε: «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα και συ έρχεσαι σε μένα;». Τού είπε αυτό και δεν τού είπε, και συ ζητάς να βαπτιστείς από μένα; Και αυτό δηλαδή φοβήθηκε να το πει. Και τι λέει; Και συ έρχεσαι σε μένα;

Και τι έκανε ο Χριστός; Ό,τι έκανε αργότερα στον Πέτρο, αυτό έκανε και τότε. Και εκείνος, θέλω να πω, τον εμπόδιζε να του πλύνει τα πόδια. Όταν όμως άκουσε «αυτό που κάνω τώρα, εσύ δεν το γνωρίζεις, θα το καταλάβεις όμως μετά από αυτά» (Ιω. 13,7) και ακόμη «δεν έχεις μέρος μαζί μου»(Ιω 13,8), άφησε αμέσως την αντίσταση και μεταστράφηκε στο αντίθετο.

Και ο Ιωάννης πάλι όταν άκουσε, «άφησε τώρα, διότι έτσι είναι πρέπον σε εμάς να εκπληρώσουμε όλη τη δικαιοσύνη (=νόμο)», υπάκουσε αμέσως. Διότι δεν ήταν απεριόριστα φιλόνεικοι αλλά έδειχναν και αγάπη και υπακοή και φρόντιζαν να υπακούουν σε όλα στο Δεσπότη.

Πρόσεξε όμως πώς τον προτρέπει, από το σημείο εκείνο της ενέργειας που υποπτευόταν. Δεν είπε: έτσι είναι δίκαιο, αλλά «έτσι αρμόζει». Επειδή θεωρούσε ότι αυτό ήταν εντελώς ανάξιό του, να βαπτιστεί δηλαδή από τον δούλο του, ακριβώς αυτό αντιδιαστέλλει προς εκείνο, σαν να έλεγε: Δεν το αποφεύγεις τούτο και δεν το εμποδίζεις ως ανάρμοστο; Για αυτό ακριβώς, άφησέ το, διότι αρμόζει με το παραπάνω. Και δεν είπε μόνο άφησέ το. Πρόσθεσε και τη λέξη «άρτι»(τώρα).

Διότι αυτό δεν θα διαρκέσει αιωνίως, λέει, αλλά θα με δεις στην κατάσταση που επιθυμείς. Τώρα όμως να δεχτείς αυτό.

Έπειτα αποδεικνύει και πώς είναι αυτό πρέπον. Γιατί πρέπει λοιπόν; Διότι εκπληρώνουμε το νόμο στο σύνολό του. Αυτό το φανέρωνε με τα λόγια «πάσαν δικαιοσύνην».

Δικαιοσύνη είναι η εκπλήρωση των εντολών. Επειδή λοιπόν εκπληρώσαμε όλα τις άλλες εντολές, λέει, και απομένει αυτό μόνο, πρέπει να προστεθεί και αυτή. Διότι ήλθα για να διαλύσω την κατάρα που σας βαρύνει για την παράβαση του νόμου. Είναι ανάγκη λοιπόν εγώ πρώτος να εκπληρώσω αυτόν σε όλα και αφού σας απαλλάξω από την καταδίκη, να τον ικανοποιήσω με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει λοιπόν να εκπληρώσω το νόμο στο σύνολό του, επειδή πρέπει να διαλύσω και την κατάρα που έχει γραφτεί εναντίον σας στο νόμο. Διότι έλαβα την σάρκα σας και ήλθα.

«Τότε τον αφήνει. Και αφού βαπτίστηκε ο Ιησούς αμέσως ανέβηκε από το νερό και να, άνοιξαν σε αυτόν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει σαν περιστέρι και να έρχεται σε αυτόν».

2. Πολλοί θεωρούσαν τον Ιωάννη ανώτερό του, επειδή είχε ζήσει όλη τη ζωή του στην έρημο, ήταν γιος αρχιερέα, ήταν ντυμένος με τέτοια αμφίεση, καλούσε όλους στο βάπτισμα, και είχε γεννηθεί και από στείρα. Ενώ τον Ιησού, επειδή καταγόταν από άσημη κόρη -δεν ήταν ακόμη γνωστός σε όλους ο παρθενικός τοκετός της- είχε ανατραφεί στο σπίτι, συναναστρεφόταν με όλους, φορούσε και την κοινή αυτή ενδυμασία, τον υποπτεύονταν ότι ήταν κατώτερός του.

Δεν γνώριζαν ακόμη τίποτα από εκείνα τα απόρρητα. Συνέβη επιπλέον και να βαπτιστεί από τον Ιωάννη, πράγμα το οποίο επιβεβαίωνε την υποψία, μολονότι κανένα από τα προηγούμενα δεν ήταν αλήθεια. Σκέπτονταν ότι αυτός ήταν ένας από τους πολλούς, διότι αν δεν ήταν ένας από τους πολλούς, δεν θα ερχόταν μαζί με τους πολλούς στο βάπτισμα. Ενώ εκείνος (ο Ιωάννης) ήταν μεγαλύτερος από αυτόν και πολύ περισσότερο θαυμαστός.

Για να μην επικρατήσει λοιπόν η γνώμη αυτή στο πλήθος, για αυτό και οι ουρανοί άνοιξαν, όταν βαπτίστηκε, και το Πνεύμα κατεβαίνει και μαζί με το Πνεύμα ακούγεται φωνή, που διακηρύττει την αξία του Μονογενούς. Επειδή δηλαδή η φωνή που έλεγε:

«Αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός», φαινόταν στο πλήθος ότι περισσότερο άρμοζε στον Ιωάννη -διότι δεν πρόσθεσε (η φωνή), αυτός που βαπτίζεται, αλλά είπε μόνο «αυτός»- και επειδή καθένας από τους ακροατές σχημάτισε την ιδέα ότι για τον βαπτιστή μάλλον παρά για τον βαπτιζόμενο είχε λεχθεί και για το αξίωμα του βαπτιστή και για όλα αυτά που είπαμε παραπάνω, για αυτό ήλθε το Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού. Άφησε φωνή πάνω από τον Ιησού και έκανε φανερό σε όλους ότι το «αυτός» δεν είχε λεχθεί για τον Ιωάννη που βάπτιζε αλλά για τον Ιησού που βαπτιζόταν.

Και πώς, θα πει κάποιος, δεν πίστεψαν έπειτα από αυτά;

Διότι και στην εποχή του Μωϋσή έγιναν πολλά θαύματα, αν και όχι τέτοιου είδους. Και έπειτα από όλα αυτά, τις φωνές, τις σάλπιγγες, τις αστραπές, και το χάλκινο μοσχάρι έστησαν και στον Βεελφεγώρ θυσίασαν.

Και πάλι οι ίδιοι που ήταν παρόντες τότε (στον Ιορδάνη) και είδαν τον Λάζαρο αναστημένο, τόσο μακριά κρατήθηκαν από το να πιστέψουν σε αυτόν που τα έπραξε αυτά, ώστε και τον ίδιο επιχείρησαν συχνά να θανατώσουν.

Αν λοιπόν βλέποντας μπροστά στα μάτια τους την ανάσταση νεκρών ήταν τόσο πονηροί, γιατί απορείς διότι δεν δέχτηκαν την φωνή που ακουγόταν από τον ουρανό; Όταν είναι η ψυχή αχάριστη και διεστραμμένη και κατέχεται από την ασθένεια του φθόνου σε τίποτα από αυτά δεν υποχωρεί. Όπως πάλι όταν είναι ευγνώμων, τα δέχεται όλα με πίστη και δεν έχει μεγάλη ανάγκη από αυτά.

Μη φέρεις λοιπόν την ένσταση αυτή, ότι δεν πίστεψαν. Αλλά να ζητάς εκείνο, αν δηλαδή δεν έγιναν όλα, όσα απαιτούνταν για να πιστέψουν. Διότι για όλα όσα αφορούν σε αυτόν, ο Θεός αυτήν την απολογία συνθέτει μέσω του προφήτη. Επειδή οι Ιουδαίοι επρόκειτο να χαθούν και να παραδοθούν στην εσχάτη τιμωρία, για να μην συκοφαντήσει κάποιος την πρόνοιά του από την πονηρία εκείνων, λέει: «Τι έπρεπε να κάνω εγώ στον αμπελώνα αυτόν και δεν το έκανα;» (Ησ. 5,4).

Το ίδιο ακριβώς να προσέξεις και εδώ. Τι έπρεπε να γίνει και δεν έγινε; Και αν ποτέ δημιουργηθεί ζήτημα για την πρόνοια του Θεού χρησιμοποίησε αυτόν τον τρόπο υπεράσπισης εναντίον εκείνων, που επιχειρούν να την συκοφαντήσουν ορμώμενοι από την κακία των πολλών.

Πρόσεξε λοιπόν τα παράδοξα που συμβαίνουν, ως πρόλογος των μελλοντικών. Δεν ανοίγει παράδεισος αλλά ουρανός.

Ο λόγος προς του Ιουδαίους ας μετατεθεί σε άλλη ευκαιρία.

Τώρα με τη βοήθεια του Θεού ας οδηγήσουμε το λόγο σε αυτά που σχολιάζουμε.

«Και αφού βαπτίστηκε ο Ιησούς, ανέβηκε αμέσως από το νερό και νά άνοιξαν σε αυτόν οι ουρανοί».

Για ποιό λόγο άνοιξαν οι ουρανοί;

Για να μάθεις ότι και όταν βαπτίζεσαι εσύ γίνεται το ίδιο. Σε καλεί ο Θεός στην ουράνια πατρίδα και θέλει να σε πείσει να μην έχεις κανένα κοινό με τη γη. Αν δεν βλέπεις αυτό (το άνοιγμα), μην απιστήσεις. Διότι πάντοτε ως προοίμιο  παράδοξων και πνευματικών πραγμάτων γίνονται αισθητές εμφανίσεις και παρόμοια σημεία για όσους είναι κατώτεροι διανοητικά, και έχουν ανάγκη από αισθητές εμφανίσεις, χωρίς να μπορούν να σχηματίσουν καμία έννοια για την ασώματη φύση, αλλά επιθυμούν πάρα πολύ μόνο τα ορατά. Αυτό, ώστε, και αν ακόμη δεν έχουμε τέτοια σημεία (θαύματα, σημάδια) έπειτα, να δεχτείς με πίστη όσα δηλώθηκαν με τα σημεία αυτά όπως από την αρχή.

Και στην περίπτωση των αποστόλων έγινε ήχος σφοδρού ανέμου και παρουσιάστηκαν πύρινες γλώσσες. Αυτό όμως δεν έγινε για τους αποστόλους αλλά για τους παρευρισκομένους Ιουδαίους. Αλλά όμως και αν δεν υπάρχουν αισθητά σημεία αποδεχόμαστε ό,τι αυτά έχουν μία φορά δηλώσει.

Διότι και το περιστέρι για αυτό παρουσιάστηκε τότε, για να δείξει στους παρόντες και στον Ιωάννη, όπως ο δείκτης του χεριού τον Υιό του Θεού. Και όχι βέβαια για αυτό μόνο αλλά για να μάθεις και συ ότι και πάνω σε σένα έρχεται το Πνεύμα κατά την ώρα της βάπτισης.

3. Κατά συνέπεια εμείς δεν έχουμε ανάγκη από ορατά σημεία, φτάνει για να τα αντικαταστήσει όλα η πίστη. Τα σημεία προορίζονται όχι για τους πιστούς αλλά για τους άπιστους.

Και γιατί, παρακαλώ, ήλθε το Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού; Επειδή το ζώο αυτό είναι ήμερο και καθαρό. Επειδή λοιπόν και το Πνεύμα είναι Πνεύμα πραότητας, για αυτό εμφανίζεται σε αυτήν την μορφή. Εξάλλου μας υπενθυμίζει και μία παλαιά ιστορία.

Όταν δηλαδή η οικουμένη ολόκληρη αντιμετώπισε κοινό ναυάγιο (εννοεί τον κατακλυσμό του Νώε) και το γένος μας κινδύνευσε να αφανιστεί, εμφανίστηκε το πτηνό αυτό και έκανε φανερή τη λήξη της θεομηνίας. Κρατώντας στο ράμφος κλαδί ελιάς έφερε το χαρμόσυνο άγγελμα της κοινής γαλήνης της οικουμένης. Αυτά όλα αποτελούσαν προτύπωση των μελλοντικών. Τότε οι άνθρωποι ήταν σε πολύ χειρότερη κατάσταση και ήταν άξιοι πολύ μεγαλύτερης τιμωρίας. Για να μην φτάσεις λοιπόν σε απόγνωση, σου υπενθυμίζει την ιστορία εκείνη. Διότι και τότε ενώ δεν υπήρχε ελπίδα για την κατάσταση, βρέθηκε λύση και επανόρθωση, τότε όμως με το μέσο της τιμωρίας, ενώ τώρα με την χάρη και την ανείπωτη δωρεά.

Για αυτό εμφανίζεται και το περιστέρι. Δεν κρατά κλαδί ελιάς αλλά μας δείχνει τον ελευθερωτή από όλα τα δεινά και μας ξεδιπλώνει αγαθές τις ελπίδες. Διότι δεν βγάζει από την κιβωτό έναν άνθρωπο αλλά με την εμφάνισή του οδηγεί ολόκληρη την οικουμένη στον ουρανό και όλους μαζί τους ανθρώπους.

Αφού αντιλήφθηκες λοιπόν το μέγεθος της δωρεάς, μη νομίσεις τώρα ότι μειώνεται η αξία του, επειδή εμφανίστηκε με τέτοια μορφή (το Πνεύμα). Διότι ακούω μερικούς (=τους αιρετικούς Πνευματομάχους) να λένε ότι όση απόσταση υπάρχει μεταξύ ανθρώπου και περιστεριού, άλλη τόση χωρίζει τον Χριστό από το Πνεύμα, επειδή ο μεν Χριστός φανερώθηκε με τη δική μας φύση, ενώ το Πνεύμα με τη μορφή περιστεριού.

Τι έχουμε λοιπόν να απαντήσουμε σε αυτά;

Ότι ο Υιός του Θεού πήρε του ανθρώπου τη φύση, ενώ το Πνεύμα δεν πήρε τη φύση του περιστεριού. Για αυτό και ο ευαγγελιστής δεν είπε «με τη φύση του περιστεριού» αλλά «με τη μορφή του περιστεριού». Ούτε έπειτα από το γεγονός αυτό εμφανίστηκε με αυτήν τη μορφή, αλλά μόνο τότε. Εάν νομίζεις ότι για τον λόγο αυτό είναι μικρότερης αξίας, θα βρεθούν κατά τη λογική αυτή και τα Χερουβίμ πολύ ανώτερά του, όσο ο αετός από το περιστέρι, επειδή και αυτά έλαβαν την μορφή αυτή. Αλλά και οι άγγελοι πάλι πολύ ανώτεροι, διότι συχνά φάνηκαν με μορφή ανθρώπων. Αλλά αυτά βεβαίως δεν είναι σωστά, δεν είναι. Η αλήθεια είναι διαφορετικό πράγμα από την οικονομία και η συγκατάβαση από μία πρόσκαιρη εμφάνιση.

Μη γίνεις λοιπόν αχάριστος προς τον ευεργέτη και μην αποδίδεις τα αντίθετα από ό,τι πρέπει σε εκείνον που σου χάρισε την πηγή της μακαριότητας. Όπου υπάρχει η τιμή της υιοθεσίας, εκεί γίνεται η εξάλειψη του κακού και η προσφορά όλων των αγαθών.

Για αυτό ακριβώς παύει να τελείται το ιουδαϊκό βάπτισμα και λαμβάνει αρχή το δικό μας. Και συμβαίνει στο βάπτισμα ό,τι συνέβη και στο Πάσχα. Σε αυτό δηλαδή, αφού εκπλήρωσε και τα δύο, έπαυσε το ένα και εγκαινίασε το άλλο. Και εδώ αφού εκπλήρωσε το ιουδαϊκό βάπτισμα, ανοίγει συγχρόνως και τις πόρτες του βαπτίσματος της εκκλησίας, όπως σε ένα τραπέζι τότε, έτσι τώρα σε ένα ποτάμι.

Υπογράμμισε και τη σκιά αλλά πρόσθεσε και την αλήθεια. Διότι την χάρη του Πνεύματος την έχει τούτο μόνο το βάπτισμα, ενώ το βάπτισμα του Ιωάννου ήταν άμοιρο αυτής της δωρεάς. Και για αυτό στους άλλους βαπτιζομένους δεν συνέβη τίποτα παρόμοιο αλλά σε αυτόν μόνο, ο οποίος επρόκειτο να το παραδώσει (το νέο βάπτισμα).

Κοντά στα άλλα που είπαμε μάθε και τούτο: δεν είναι η καθαρότητα του βαπτίσματος που πέτυχε αυτό αλλά η δύναμη εκείνου που βαπτιζόταν. Τότε λοιπόν άνοιξαν οι ουρανοί και το Πνεύμα στάθηκε πάνω του.

Από τον παλαιό λοιπόν τρόπο ζωής μάς βγάζει στο νέο, ανοίγοντας για χάρη μας και τις πύλες του ουρανού και στέλνοντας από εκεί το Πνεύμα, που μας καλεί στην πατρίδα μας εκεί. Και δεν μας καλεί απλώς αλλά με την μεγαλύτερη τιμή. Διότι δεν μας έκανε αγγέλους και αρχαγγέλους αλλά μας ανέδειξε υιούς Θεού και αγαπητούς του και έτσι μας ελκύει προς την κληρονομία εκείνη.

Στοχάσου τα λοιπόν όλα αυτά και παρουσίασε ζωή αντάξια της ζωής στους ουρανούς και της τιμής που σου δόθηκε. Αφού σταυρωθείς για τον κόσμο και αφού σταυρώσεις τον εαυτό σου χάριν σού του ιδίου, ζήσε με κάθε ακρίβεια τη ζωή των ουρανών. Και μη νομίσεις επειδή το σώμα σου  δεν μεταφέρθηκε προς τους ουρανούς, ότι έχεις κάτι κοινό με τη γη. Διότι η κεφαλή σου (=ο Χριστός) είναι τοποθετημένη ψηλά. …..

(εκδόσεις ΕΠΕ, Χρυσοστόμου τόμος 9, σελ. 383-397,η μετάφραση στηρίχτηκε σε αυτήν των εκδόσεων ΕΠΕ ελαφρώς παραλλαγμένη)

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σύναξη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού. 7 Ιανουαρίου ε.ε.

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 6, 2019

Την επομένη ημέρα των Θεοφανίων καθιερώθηκε να εορτάζουμε, τη μνήμη του πανίερου προφήτη Ιωάννη Προδρόμου. Ο Ιωάννης ήταν γιος του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ.

Μέχρι τα τριάντα του χρόνια, ζει ασκητική ζωή στην έρημο της Ιουδαίας, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην προσευχή, τη μελέτη και την πνευματική και ηθική τελειοποίηση.

Το ρούχο του ήταν από τρίχες καμήλας, στη μέση του είχε δερμάτινη ζώνη και την τροφή του αποτελούσαν ακρίδες και άγριο μέλι. Με μορφή ηλιοκαμένη, σοβαρός, αξιοπρεπής και δυναμικός, ο Ιωάννης φανέρωνε αμέσως φυσιογνωμία έκτακτη και υπέροχη.

Είχε όλα τα προσόντα μεγάλου και επιβλητικού κήρυκα του θείου λόγου. Έτσι, με μεγάλη χάρη κήρυττε «τα πλήθη». Κατακεραύνωνε και χτυπούσε σκληρά τη φαρισαϊκή αλαζονική έπαρση, που κάτω από το εξωτερικό ένδυμα της ψευτοαγιότητας έκρυβε τις πιο αηδιαστικές πληγές ψυχικής σκληρότητας και ακαθαρσίας.

Γενικά, η διδασκαλία του συνοψίζεται στη χαρακτηριστική φράση του: «Μετανοείτε· ήγγικε γαρ ή βασιλεία των ουρανών», προετοιμάζοντας, έτσι, το δρόμο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού για το σωτήριο έργο Του.

Όταν ο Χριστός άρχισε τη δημόσια δράση του, ο κόσμος άφηνε σιγά-σιγά τον Ιωάννη και ακολουθούσε Αυτόν. Η αντιστροφή αύτη, βέβαια, θα προκαλούσε μεγάλη πίκρα και θα γεννούσε αγκάθια ζήλειας και φθόνου σ’ έναν, εκτός χριστιανικού πνεύματος, διδάσκαλο ή φιλόσοφο.

Αντίθετα, στον Ιωάννη προκάλεσε μεγάλη χαρά και ευφροσύνη. Η γιορτή αυτή του Ιωάννου του Προδρόμου, για τον όποιο ο Κύριος είπε ότι κανείς άνθρωπος δε στάθηκε μεγαλύτερος του, καθιερώθηκε τον 5ο μ.Χ. αιώνα.

Επίσης, σήμερα εορτάζουμε και το γεγονός της μεταφοράς στην Κωνσταντινούπολη της τιμίας Χειρός του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, που έγινε κατά τον ακόλουθο τρόπο:

Όταν ο Ευαγγελιστής Λουκάς πήγε στην πόλη Σεβαστή, όπου τάφηκε ο Πρόδρομος, παρέλαβε από τον τάφο του το δεξί του χέρι, το μετέφερε στην Αντιόχεια, όπου χάριτι Θεού επιτελούσε πολλά θαύματα.

Από την Αντιόχεια, το Ιερό χέρι, μετακομίστηκε στην Κωνσταντινούπολη το 957, από τον διάκονο Ιώβ. Εκεί ο φιλόχριστος αυτοκράτορας, αφού την ασπάστηκε με πολύ σεβασμό, την τοποθέτησε στα βασιλικά ανάκτορα.

Η σύναξη των πιστών, σε ανάμνηση του γεγονότος της μετακομιδής της τιμίας Χείρας του Προδρόμου στην Κωνσταντινούπολη, ετελείτο στην περιοχή του Φορακίου (ή Σφωρακίου).

Επίσης, σήμερα εορτάζουμε και το Θαύμα του Προδρόμου στη Χίο κατά των Αγαρηνών.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Μνήμη δικαίου μετ᾽ ἐγκωμίων· σοί δέ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε· ἀνεδείχθης γάρ ὄντως καί Προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καί ἐν ῥείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τόν κηρυττόμενον· ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καί τοῖς ἐν ᾅδῃ, Θεόν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τόν αἴροντα τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καί παρέχοντα ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος πλάγιος β’.
Τήν σωματικήν σου παρουσίαν δεδοικώς ὁ Ἰορδάνης, φόβῳ ἀπεστρέφετο· τήν προφητικήν δέ λειτουργίαν ἐκπληρῶν ὁ Ἰωάννης, τρόμῳ ὑπεστέλλετο· τῶν Ἀγγέλων αἱ τάξεις ἐξεπλήττοντο, ὁρῶσαί σε ἐν ῥείθροις σαρκί βαπτιζόμενον· καί πάντες οἱ ἐν τῷ σκότει κατηυγάζοντο, ἀνυμνοῦντες σέ τόν φανέντα, καί φωτίσαντα τά πάντα.

Μεγαλυνάριον
Χειρί σου βαπτίσας, ὦ Βαπτιστά, τὸν διὰ θαλάσσης, ἀγαγόντα τὸν Ἰσραήλ, Προφητῶν ἁπάντων, ὑπέρτερος ἐδείχθης· διὸ ἀνευφημοῦμεν τὴν θείαν χάριν σου.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Βίος Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού.

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 6, 2019

Βίος Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού. 7 Ιανουαρίου ε.ε.

Τον Ιωάννη τον βαπτιστή τον τιμά η Ορθόδοξος Εκκλησία, όπως του αρμόζει. Τον γιορτάζει δε πολλές φορές τον χρόνο. Και οι αγιογράφοι ιστορούνε την ζωή του σε εικόνες, τις οποίες τις βάζουνε αριστερά της Ωραίας Πύλης και δίπλα στην εικόνα του Χριστού.

Εορτές προς τιμή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου και Βαπτιστού:

7 Ιανουαρίου Σύναξη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

24 Φεβρουαρίου Α’ και Β’ Εύρεση Τιμίας κεφαλής του Αγίου Προφήτου, προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννη

25 Μαΐου Μνήμη της Γ’ ευρέσεως της τιμίας κεφαλής του προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου

24 Ιουνίου Το Γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

29 Αυγούστου Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

23 Σεπτεμβρίου Η Σύλληψη του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού

Η συλληψη του Προδρόμου (23 Σεπτεμβρίου)

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ήταν υιός του ιερέως Ζαχαρίου και της Ελισάβετ. Γεννήθηκε έξη μήνες προτού γεννηθεί ο Χριστός και έγινε Πρόδρομος του Κυρίου και Βαπτιστής Του.

Οι γονείς του Προδρόμου ήσαν ευσεβείς και θεοφοβούμενοι, άλλα άτεκνοι. Ποθούσανε ολόψυχα ν’ αποστήσουνε ένα παιδί. Άπειρες και θερμές ήταν οι προσευχές τους στο Θεό, για την εκπλήρωση αυτής της γλυκείας επιθυμίας.

Ο χρόνος όμως κύλησε, χωρίς καμιά θεϊκή απάντηση στο ποθητό τους αίτημα. Ο Ζαχαρίας έκανε πάντοτε την Ιερατική του λειτουργία στο Ναό του Σολομώντος.

Σύμφωνα δε με την συνήθεια, που επικρατούσε τότε στο Ιερατείο, ο Ιερεύς ο οποίος θα προσέφερε θυμίαμα στο θυσιαστήριο των θυμιαμάτων διαλεγόταν με κλήρο.

Μια μέρα, λοιπόν, ο κλήρος έπεσε στον Ιερέα Ζαχαρία. Τότε αυτός προχώρησε μέσα στο Ναό του Κυρίου, για να προσφέρει το θυμίαμα, ενώ πλήθος κόσμου ήταν συγκεντρωμένο και προσευχότανε εκεί έξω από το Θυσιαστήριο.

Την ώρα, όμως που το θυμίαμα άρχισε ν’ ανεβαίνει ανάλαφρα και να ευωδιάζει ο Ναός από το άρωμά του ο Ζαχαρίας είδε ένα αστραποβόλο Άγγελο να κάθεται στα δεξιά του Θυσιαστηρίου. Αμέσως τον κατέλαβε ταραχή και τον κυρίεψε ο φόβος. Τότε ο Άγγελος με φωνή γλυκιά και καθησυχαστική του είπε.

«Μή φοβοῦ Ζαχαρία, διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καί ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοί».

-Μη φοβάσαι, δηλ. Ζαχαρία. Δεν είναι για να φοβάσαι τούτη τη στιγμή, αλλά για να χαίρεσαι. Μεγάλη είδηση χαράς σου φέρνω: Η παράκληση σου, που έκανες στο Θεό τόσες φορές, εισακούστηκε. Η Ελισάβετ θα σου γεννήσει παιδί και θα το ονομάσεις Ιωάννη.

Ο Ζαχαρίας, όμως, ενώ ακούει αυτά τα ουρανόσταλτα λόγια, σκέφτεται την προχωρημένη ηλικία της γυναίκας του και την στειρότητά της. Σκέφτεται και τα δικά του γεράματα και ρωτάει τον Άγγελο με κάποια δυσπιστία:

Με ποιο τρόπο, με ποιο σημάδι μπορώ να πιστέψω και να βεβαιωθώ αυτό που μου λες; Πώς να το πιστέψω αυτό, αφού κι εγώ είμαι γέροντας και η γυναίκα μου είναι περασμένη στα χρόνια;

Τότε ο Άγγελος του αποκρίθηκε; Εγώ είμαι ο Γαβριήλ. Είμαι ο Αρχάγγελος, που στέκομαι δίπλα στο Θεό για να τον υπηρετώ. Και είμαι απεσταλμένος του Θεού να σου φέρω αυτές τις χαρούμενες ειδήσεις.

Αφού όμως ζητάς σημάδι, για να πιστέψεις, θα το έχεις. «Ἰδού ἔση σιωπῶν καί μή δυνάμενος λαλῆσαι». Από χώρα μέχρις ότου γεννηθεί το παιδί, θα είσαι άλαλος και βουβός.

Έπειτα από λίγες μέρες η Ελισάβετ συνέλαβε υιό και ένοιωσε μέσα της να σκιρτάει η ζωή. Πέντε μήνες κρύβει την εγκυμοσύνη της η Ελισάβετ από ντροπή, για την ηλικία που βρίσκεται. Έπειτα όμως φανερώνεται.

Καταλαβαίνει, ότι πρέπει να δείξει την χάρη, που της έκανε ο Θεός. Κι εκεί, που ο κόσμος την συγχαίρει, για το ευχάριστο γεγονός, εκείνη δοξάζει τον Θεό και Τον ευχαριστεί διότι την απάλλαξε από την ντροπή της ατεκνίας. Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι η ατεκνία ήταν ντροπή μεγάλη και όνειδος σκληρό την εποχή εκείνη.

Το σκίρτημα του βρέφους

Όταν η Ελισάβετ ήταν έγκυος έξι μηνών, την επισκέφθηκε η Παναγία, η οποία τότε είχε πάρει από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ το μέγιστο άγγελμα της θείας σαρκώσεως του Χριστού.

Η Παναγία μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και φίλησε την συγγενή της Ελισάβετ. Τότε στα σπλάγχνα της Ελισάβετ, με τον χαιρετισμό της Παρθένου, σκίρτησε το βρέφος.

Αλλά κι εκείνη πλημμύρισε από πνεύμα Άγιο και μακάρισε την Παναγία, για την μεγάλη τιμή, που της έκανε ο Θεός. Λέγει η Ελισάβετ προς την Παναγία, Είσαι η μητέρα του Κυρίου μου.

Διότι μόλις άκουσα το χαιρετισμό σου πήδησε στην κοιλιά μου το βρέφος με χαρά ασυγκράτητη. «Ἰδού γάρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνή τοῦ ἀοπασμοῦ σου εἷς τά ὦτα μου ἐσκίρτησε τό βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τή κοιλία μου».

Η γέννηση του Προδρόμου (24 Ιουνίου)

Οι εννέα μήνες της εγκυμοσύνης της Ελισάβετ περάσανε. Και, όταν ο χρόνος συμπληρώθηκε, εκείνη γέννησε τον Πρόδρομο. Την ογδόη ημέρα συγκεντρωθήκανε στο σπίτι του Ζαχαρίου οι συγγενείς, οι γείτονες, οι φίλοι και οι γνωστοί για να κάνουν την περιτομή στο παιδί και να του χαρίσουν το όνομα.

Λογάριαζαν μάλιστα να του δώσουνε το όνομα του πατέρα του. Να τον πούμε δηλ. Ζαχαρία. Η Ελισάβετ, όμως φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα και του είπε:

-Το παιδί δεν θα ονομαστεί Ζαχαρίας, αλλά Ιωάννης Εν τω μεταξύ άρχισαν να ρωτούνε με νεύματα τον Ζαχαρία, για να τους πει ποιο όνομα να δώσουνε στο παιδί. Εκείνος τότε, βουβός κι αμίλητος, ζήτησε ένα μικρό πίνακα για να γράψει τη θέληση του, που ήταν, όπως είδαμε και θέλημα του Θεού.

Τού φέρανε, λοιπόν ένα πινακίδιο κι αυτός τότε σταθερά έγραψε: Ιωάννης έστι το όνομα αυτού.

Την στιγμή όμως αυτή λύθηκε η γλώσσα του Ζαχαρίου. Αρχισε τότε να μιλάει ελεύθερα και να δοξάζει το Όνομα του Μεγαλοδύναμου Θεού. Όλοι μάθανε έπειτα με κάθε λεπτομέρεια για το θαύμα της Συλλήψεως, το θαύμα της αφωνίας του Ζαχαρία και όλα χα σχετικά με τη γέννηση και την ονομασία του Προδρόμου.

Με γλώσσα ελεύθερη πλέον, με φωνή δυνατή, γεμάτη από ιερή συγκίνηση, και πλημμυρισμένη από Άγιο Πνεύμα, ο Ζαχαρίας λέει χώρα λόγια προφητικά.

Προφητεύει για τον ερχομό του Χριστού, του Μεσσία. Μιλάει για την αποστολή του παιδιού του. Τα λόγια του έχουν μέσα Βάρος ουράνιο και κάλλος θειο.

Τα πρώτα παιδικά του χρόνια

Αν και δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την παιδική ηλικία του Ιωάννου, εν τούτοις εύκολα συμπεραίνεται, ότι ο Πρόδρομος του Χριστού έζησε κοντά στους ευλαβείς γονείς του. Υπάρχει παράδοση κατά την οποίαν, όταν οι στρατιώτες του Ηρώδη έσφαζαν τα νήπια, η Ελισάβετ πήρε τον Ιωάννη και έφυγε.

Έφθασε μπροστά σε κάποιο βουνό και οι στρατιώτες θα τον έπιαναν. Το βουνό άνοιξε. Πέρασε η Ελισάβετ αντίπερα, το βουνό έκλεισε και ο Ιωάννης σώθηκε!

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος στην έρημο

Αφήνει το σπίτι του, τους γνωστούς και τους συγγενείς και φεύγει για την έρημο της Ιουδαίας… Εκεί ο Πρόδρομος είναι ντυμένος με τα πιο φτωχά και σκληρά ρούχα.

Φοράει ένα ρούχο σκληρό από τρίχας καμήλου. Είναι κι αυτό συμβολικό, γιατί η καμήλα είναι το πιο υπομονετικό ζώο της ερήμου…

Υπομονή κι επιμονή θέλει και η άσκηση του Προφήτου. Φόρεσε λοιπόν το ρούχο που ήταν από καμηλίσια τρίχα και προχώρησε βαθειά στην έρημο. Ανυπόδητος, ο Άγγελος αυτός της ερήμου, ζει κάτω από τον καυτερό ήλιο της μέρας και από ανυπόφορο κρύο της νύχτας. Νηστεύει, νεκρώνει κάθε σαρκική επιθυμία,

προσεύχεται, επικοινωνεί με τον Θεό και ανεβαίνει ένα, ένα τα σκαλοπάτια της σκληρής ασκητικής ζωής. Ο δρόμος του, δρόμος του Θεού, λαμποκοπάει στη ζωή του. Καμιά επικοινωνία δεν τον δένει με τους ανθρώπους της εποχής του.

Αλλά, ενώ η εμφάνιση του είναι τόσο απλή και ασκητική, η παρουσία του είναι σοβαρή, επιβλητική, ηγεμονική. Η εξαιρετική του απλότητα του δίνει ένα συγκλονιστικό μεγαλείο. Η ακτινοβολία της αρετής του τραβάει σαν μαγνήτης…

«Φωνή βοῶντος ἐν τή ἐρήμω…»

Ήλθε λοιπόν η ώρα. Ο Θεός τον ειδοποίησε ν’ αρχίσει το έργο του.

Και άρχισε στις όχθες του Ιορδάνη. Ο κόσμος απορεί:

-Ποιος είναι αυτός ο Προφήτης;

-Ποιος είναι ο μεγάλος αυτός Προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, που παρουσιάστηκε στις ημέρες μας; λέγουν.

-«Φωνή βοῶντος ἐν τή ἐρήμω, ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τάς τρίβους Αὐτοῦ».

Δηλαδή είναι η φωνή ανθρώπου που κράζει δυνατά στην έρημο και λέγει: Ετοιμάσατε τον δρόμο του Θεού ή καλύτερα, ετοιμάσατε τον εαυτό σας με την μετάνοια για να δεχτεί η ψυχή σας καθαρή, την διδασκαλία του Χριστού.

Κάνατε ίσους τους δρόμους απ’ όπου Εκείνος θα περάσει. Καθαρισθείτε εσωτερικά με την μετάνοια…

Οι Ευαγγελιστές θεωρούν τον Ιωάννη σαν τον Άγγελο, τον οποίον συμφωνά με την προφητεία του Προφήτου Μαλαχίου θα έστελνε ο Θεός να ετοιμάσει τον δρόμο του αναμενόμενου Μεσαίου.

Ο Πρόδρομος, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένας Άγιος, ένας Ασκητής, ένας Προφήτης, αλλά ένας μεγάλος Προφήτης, την παρουσία του οποίου προαναγγέλλουν οι πιο μεγάλοι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.

Το 29, λοιπόν, μ.Χ. κατέρχεται στις όχθες του Ιορδάνη και κηρύττει στον κόσμο. «Μετανοεῖτε, λέγει, ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Το κήρυγμα του Προδρόμου είναι ελπιδοφόρο. Μιλάει για σωτηρία και λύτρωση.

Η μετάνοια είναι θειο δώρο. Το αμάρτημα στη γη δεν είναι η καταδίκη οριστική, έρχεται σε λίγο λύτρωσης. Η Βασιλεία των ουρανών πλησιάζει.

Μετάνοια και Βάπτιση

Το κήρυγμά του, συγκινεί βαθειά τις ψυχές των ανθρώπων, που είναι κουρασμένες από το χάος, το σκοτάδι, την αβεβαιότητα, την αμαρτία και το άγχος. Όλα τα Ιεροσόλυμα, όλη η Ιουδαία και τα περίχωρα του Ιορδανού τρέχουν σ’ αυτόν τον φωτισμένο Ασκητή της Ερήμου, για ν’ απαλύνουν την πίκρα της καρδιάς τους.

Τον ακούνε με λαχτάρα. Τού εξομολογούνται έπειτα τις αμαρτίες τους. Του λένε για αδικίες και πράξεις βρωμερές, που έκαναν στη ζωή τους και που εξαιτίας τους πνίγονται στον πόνο και την θλίψη και μαστίζονται από τους ελέγχους της συνειδήσεως.

Εκδηλώνουν την μετάνοιά τους πρώτον κι έπειτα Βαπτίζονται από τον Πρόδρομο στα γάργαρα νερά του Ιορδάνη. Βεβαίως δεν συγχωρούσε τις αμαρτίες το βάπτισμα του Ιωάννου. Απλώς ήταν βάπτισμα μετανοίας, δηλ. συναίσθηση της αμαρτωλότητας τους και πόθος να σωθούν από τον αναμενόμενο Μεσσία.

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν μιλάει μόνο για μετάνοια και βάπτιση, αλλά προχωράει και πιο πέρα μιλάει για έμπρακτη μετάνοια.

Αποκαλύπτει

Κι εκεί όμως που δίδασκε, απαντούσε σε ερωτήσεις και Βάπτιζε, ο Πρόδρομος, πολλοί άρχισαν να σκέπτονται, μήπως αυτός είναι ο Μεσσίας, τον οποίο περίμεναν, μήπως αυτός είναι Χριστός…

Τότε το Προφητικό μυαλό φωτίστηκε και το στόμα του είπε λόγια Βαρυσήμαντα και αποκαλυπτικά:

Όχι, τους λέγει. Δεν είναι όπως σκέφτεστε. Εγώ μεν σας βαπτίζω με απλό νερό. Πίσω από μένα όμως έρχεται Εκείνος, που είναι Μεγάλος και Δυνατός.

«Ὁ δέ ὀπίσω μου Ἐρχόμενος Ἰσχυρότερός μου ἔστιν».

Εκείνου, εγώ, ούτε τα σανδάλια δεν είμαι άξιος να Βαστώ στα χέρια μου. Ούτε τα λουριά των παπουτσιών Του να λύσω..

«Αὐτός ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίω καί πυρί». Αυτός θα σας Βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο και φωτιά της θείας Χάριτος.

Ο Βαπτιστής

Με τους αμαρτωλούς και ακάθαρτους -σε σκέψεις, λογισμούς και πράξεις ανθρώπους, -πηγαίνει ο καθαρός και αμόλυντος Χριστός στον Ιορδάνη, κοντά στον Προφήτη Ιωάννη, για να βαπτιστεί. Πρώτη φορά βλέπει ο Πρόδρομος τη θεία μορφή Του.

Βλέπει τον Κύριο να προχωρεί προς το μέρος του, εκεί δηλαδή που βάπτιζε στον ποταμό. Θείος ίλιγγος τον καταλαμβάνει. Δεν ξέρει πώς να υποδεχτεί τον Δεσπότη Χριστό.

Ο Ιησούς όμως με άφραστη ταπείνωση τον πλησιάζει και του λέγει να τον βάπτιση. Ανατριχιάζει ο Ασκητής στο άκουσμα αυτών των λόγων και παρεμποδίζει τον Χριστό, λέγοντας:

«Ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό Σου βαπτισθῆναι καί Σύ ἔρχη πρός μέ;».

Εγώ δηλ. έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Σένα και συ έρχεσαι σε μένα; Εκείνη τη στιγμή ο Πρόδρομος ένοιωθε πώς είναι «αχρείος δούλος» μπροστά στο Θεϊκό Μεγαλείο του Χριστού.

Ο Λυτρωτής όμως δεν τον αφήνει να πνιγεί σε σκέψεις και συλλογισμούς, αλλά τον διακόπτει λέγοντας Του:

Άφησε τώρα. Έτσι πρέπει να κάνουμε. Πρέπει να γίνει όλη η διαδικασία, που απαιτεί η δικαιοσύνη της Π. Διαθήκης. δηλαδή κι εγώ ο αναμάρτητος πρέπει να εφαρμόσω τον Μωσαϊκό Νόμο, σαν να είμαι αμαρτωλός. Ο κατάλευκος τότε κι αναμάρτητος Ιησούς, μπήκε στον Ιορδάνη ποταμό και βαπτίσθηκε.

Έτσι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος δεν γίνεται μόνο βαπτιστής του Χριστού, αλλά και ο μάρτυρας ενός θαυμάσιου γεγονότος.

Μπροστά του βλέπει την Τρισυπόστατο Θεότητα τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Και με όσα βλέπει κι ακούει και με όσα η θεία Χάρις του επιτρέπει να μιλάει καθαρά, επιγραμματικά και αλάνθαστα, ο Πρόδρομος γίνεται τίμιος και ειλικρινής μάρτυρας. Η μαρτυρία είναι αξιόπιστη και θεόπνευστη.

Λέγει ο Βαπτιστής:

«Καγῶ ἐώρακα καί μεμαρτύρηκα ὅτι Οὗτος ἐστίν ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ».

Πράγματι, εγώ δηλαδή είδα το Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει σ’ Αυτόν. Και έχω δώσει μαρτυρία, ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού. Η Βάπτισις του Κυρίου έγινε το έτος 30 μ.Χ.

Δημόσιος έλεγχος

Ο Πρόδρομος δεν είναι μονάχα ο κήρυκας της μετανοίας, δεν είναι μόνον ο προάγγελος της χαράς του ερχομού του Χριστού, αλλά είναι συγχρόνως και μια φωνή ελέγχου.

Ο Πρόδρομος δεν μένει αδιάφορος και απαθής στην διεφθαρμένη ζωή των ισχυρών και δυνατών. Ο μεγαλόστομος αυτός Προφήτης, ο άγγελος της ερήμου, φρίττει από την ανηθικότητα των αρχόντων.

Εν τω μεταξύ βλέπει έναν λαό πικραμένο, και δυστυχισμένο, που δεν τολμάει με κανένα τρόπο να σηκώσει κεφάλι, να φωνάξει να διαμαρτυρηθεί για τις αδικίες. Τότε ο Πρόδρομος λύνει τη σιγή του, για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο της διαφθοράς.

Σταματάει για λίγο το Μετανοείτε κι αρχίζει το Κατηγορώ. Αστραφτερό μαχαίρι γίνεται η φωνή του και κόβει το μαύρο πέπλο της σιγής και του τρόμου.

Ο Ηρώδης τον οποίο κατηγορούσε ο Πρόδρομος ήταν Τετράρχης, δηλαδή είχε στην εξουσία του το ένα τέταρτο της βασιλείας του πατέρα του. Είχε δε και άλλα τρία αδέλφια. Αυτός, λοιπόν, αγάπησε την γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου, την διεφθαρμένη Ηρωδιάδα.

Κυριευμένος από αισχρή επιθυμία, έδιωξε την νόμιμη γυναίκα του, που ήταν θυγατέρα του βασιλιά της Αραβίας Αρέτα, και άρπαξε με την αμαρτωλή θέληση της, την Ηρωδιάδα.

Έτσι, λοιπόν, ενώ ο αδελφός του ζούσε κι ενώ η Ηρωδιάδα είχε αποκτήσει με τον Φίλιππο μια κόρη τη Σαλώμη, ο Ηρώδης καταπατώντας τον Μωσαϊκό νόμο, τον νόμο του Θεού παίρνει γυναίκα του, την γυναίκα του αδελφού του.

Η φωνή του Προδρόμου γίνεται σάλπιγγα έλεγχου. Συνταράζει την μαλθακότητα και την χλιδή των αιμομικτών.

Και ενώ ο λόγος του Προδρόμου, που πηγαίνει κάτω από τα ανάκτορα και φωνάζει, κτυπάει αμείλικτα όλες τις παρανομίες του Ηρώδη και η γλώσσα του μαστιγώνει την Ηρωδιάδα, ο Ηρώδης αποφασίζει να προσθέσει ένα ακόμη έγκλημα στην αλυσίδα των εγκλημάτων του.

Συλλαμβάνει τον γενναίο Ασκητή της ερήμου και τον ρίχνει στις υγρές κι ανήλιαγες φυλακές του φρουρίου της Μαχαιρούντος.

Ο λαός ακολουθεί τον Πρόδρομο

Μέσα από το δεσμωτήριο ο Πρόδρομος, διδάσκει τον λαό, αλλά κι ασίγαστα ελέγχει την παρανομία των ανακτόρων. Ο Ηρώδης με την αισχρή προτροπή της ανήθικης γυναίκας του, αποφασίζει να τον εξοντώσει. Δεν τολμάει όμως, γιατί φοβάται τον λαό.

Όπως βλέπομε από την Καινή Διαθήκη, την εποχή εκείνη άρχισε ο Χριστός την δημοσία δράσι και τα θαύματα του. Ο Πρόδρομος άκουγε στη φυλακή για τα θαύματα του Ιησού και έστειλε δύο μαθητές του στο Χριστό να τον ρωτήσουνε:

Συ είσαι αυτός που περιμένουν οι Εβραίοι να τους λυτρώσει ή περιμένουμε κανέναν άλλον;

Και η ερώτηση εκείνη δεν ήταν δυσπιστία του Προδρόμου, αλλά ήθελε με την απάντηση που θα παίρνανε από τον Κύριο να στερεωθεί η κλονισμένη πίστη τους.

Έπρεπε να δούνε το Χριστό, να δούνε τα θαύματά του, να τον πιστέψουν και να τον ακολουθήσουνε εις το εξής. Διότι το έργο του Ιωάννου τελείωσε. Δεν έπρεπε να περιμένουν τίποτε άλλο από αυτόν ο οποίος σε λίγο θα φονευόταν.

Η απάντησης του Κυρίου είναι μεγαλειώδης. Δεν είναι κούφια λόγια, αλλά θαυματουργική δόξα. Βλέπουνε οι μαθητές του Ιωάννου με τα μάτια τους θαυμαστά γεγονότα.

Τούς λέγει, λοιπόν, ο Χριστός:

Πέστε στον Ιωάννη όσα βλέπετε κι ακούτε. Κι αυτά όλα είναι θαύματα. Τυφλοί βλέπουν, κουτσοί περπατούν, λεπροί καθαρίζονται και νεκροί ανασταίνονται.

Επομένως από αυτά που είδαν, κατάλαβαν, ότι ο Χριστός είναι ο προσδοκώμενος Μεσσίας, τον οποίον έπρεπε ν’ ακολουθήσουν.

Το αμαρτωλό τραπέζι του Ηρώδη – Ο Χορός της Σαλώμης

Οι βασιλείς και οι άρχοντες τον καιρό εκείνο συνηθίζανε να γιορτάζουνε σαν μέρες χαράς και ευτυχίας την ημέρα της γεννήσεως τους και την ημέρα που ανεβαίνουνε στο θρόνο και στην εξουσία.

Και ο Ηρώδης γιόρταζε πάντοτε με ξεχωριστή λαμπρότητα την γιορτή των γενεθλίων του. Εκείνο, λοιπόν τον χρόνο, που ο Πρόδρομος ήταν φυλακισμένος, ο Ηρώδης κάλεσε όπως πάντα, όλη την αριστοκρατία του καιρού του, για να πανηγυρίσει τα γενέθλιά του.

Κι ενώ το μισητό συμπόσιο προχωρούσε και η αμαρτία έκαιγε τις ψυχές, η Σαλώμη, η κόρη της Ηρωδιάδας, βγήκε ντυμένη άσεμνα μπροστά στους καλεσμένους και άρχισε να χορεύει έναν έξαλλο δαιμονικό χορό.

Οι διαφθαρμένοι χειροκροτούν με ενθουσιασμό την Σαλώμη. Οι φαύλες κι αμαρτωλές κινήσεις της τους συγκινήσανε.

Και τότε ενθουσιάζεται και ο γέρο – Ηρώδης. Την καλεί κοντά του και της λέγει:

Ζήτησέ μου ότι θέλεις και θα σου το δώσω! Σου ορκίζομαι ότι θα σου δωρίσω ότι κι αν μου ζητήσεις, έστω κι αν μου ζητήσεις το μισό βασίλειο μου…

Η φαύλη νέα τρέχει τότε στη μητέρα της και την ρωτάει τι να ζητήσει από τον Ηρώδη. Η Ηρωδιάδα, ο θηλυκός αυτός σατανάς, χαμογελάει δαιμονικά.

Η μανία της για τον Πρόδρομο, που ελέγχει την ανήθικη ζωή της, φουντώνει. Χωρίς, λοιπόν, να χάση καιρό, την δασκαλεύει να ζητήσει – Ώ δωρεά παρανομωτάτη, – την κεφαλή του Προδρόμου.

Ο Ιωάννης αποκεφαλίζεται

Μπαίνει λοιπόν αμέσως η Σαλώμη στην αίθουσα του αισχρού συμποσίου και ζητάει, χωρίς χρονοτριβή, το κεφάλι του Ιωάννου του Προδρόμου.

Ζητάει, μετά το σατανικό χορό της, να πλημμυρίσει την τράπεζα του συμποσίου με το αίμα του αθώου Προφήτου. Κομπιάζει για λίγο ο Ηρώδης, γιατί φοβάται να εξοντώσει τον Πρόδρομο.

Όλα αυτά όμως δεν ήτανε τίποτε άλλο, παρά δικαιολογίες. Το έγκλημα έχει προαποφασισθεί. Η επιθυμία, λοιπόν, της Ηρωδιάδας που θέλει να κυλιέται ανεμπόδιστα και χωρίς έλεγχο στην αμαρτία, γίνεται πραγματικότητα.

Το αίτημα της Σαλώμης δεν αργοπορεί. Κι ενώ οι δαιμονόψυχοι και αιμοβόροι διασκεδάζανε, άγριο και κοφτερό σπαθί του δημίου, του σκεπουλάτορα, έκοβε την αγία κεφαλήν του Τιμίου Προδρόμου στη φυλακή.

Όλα γίνονται με ταχύτητα. Φέρουνε τρέχοντας οι στρατιώτες το ματωμένο κεφάλι του Προφήτου στα ανάκτορα, στο τραπέζι των θλιβερών δημίων. Το βάζουνε σε πιάτο γεμάτο αίματα και το τοποθετούν ανάμεσα στα φαγητά. Άγρια δαιμονική ικανοποίηση αισθάνεται η Ηρωδιάδα.

Έπειτα πλημμυρισμένη ακόμα από κακία και πάθος εκδικήσεως, παίρνει μια βελόνα και τρυπάει μ’ αυτή τη γλώσσα που την ταλάνιζε, που την συγκλόνιζε με την τρομερή φωνή του ελέγχου του.

Το λείψανο του Αγίου

Μετά το φρικιαστικό αυτό έγκλημα, οι μαθητές του Προδρόμου τρέχουν στη φυλακή. Αψηφούν τους κινδύνους. Δεν λογαριάζουν την οργή της ασύδοτης εξουσίας και παίρνουν το ασκητικό κορμί του Προφήτη. Με συγκίνηση και λύπη το θάβουνε κι έπειτα πηγαίνουνε στο Χριστό και του αναφέρουν τα καθέκαστα.

Τι έγινε το λείψανο του Προδρόμου;

Όπως αναφέρουν οι χρονογράφοι και οι συναξαριστές το σώμα του Αγίου ετάφη στην πόλη Σεβάστεια της Ιουδαίας. Ήταν δε προφυλαγμένο μέσα σε θήκη.

Ο χρονογράφος Μοναχός Γεώργιος Αμαρτωλός, μας πληροφορεί ότι το λείψανο του Αγίου κάηκε επί της βασιλείας του αντίχριστου αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτου. Η δεξιά του χειρ, εκείνη που άγγιξε την κεφαλή του Δεσπότου Χριστού, σώζεται σήμερον εις την Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους.

Η τιμία κεφαλή – Πρώτη και Δεύτερη εύρεσης (24 Φεβρουαρίου)

Η τιμία όμως κεφαλή του Αγίου δεν κάηκε. Μετά την αποκεφάλιση του Προδρόμου, όπως είδαμε, η τιμία κεφαλή του δόθηκε σαν δώρο στην Σαλώμη, για τον αμαρτωλό χορό της. Και τελικά εκεί κάπου παραπετάχτηκε από την ασεβέστατη Βασιλική οικογένεια.

Αλλού πάλι αναφέρεται ότι η Ηρωδιάδα διέταξε να θάψουν κοντά στα ανάκτορα την τιμία κεφαλή του Προδρόμου και πήγαινε εκεί και καταπατούσε το σημείο της ταφής για να ξεδιψάσει λίγο το Βάρβαρο μίσος της κατά του Αγίου.

Η πρώτη εύρεση της έγινε κατά τρόπο θαυματουργικό.

Ο ίδιος ο Πρόδρομος φανέρωσε το μέρος που ήταν η τιμία κεφαλή του σε δύο καλογέρους που πηγαίνανε να προσκυνήσουνε τον Άγιο Τάφο. Την βρήκανε εκεί κοντά στ’ ανάκτορα του Ηρώδη και την περιμαζέψανε με ευλάβεια.

Ύστερα την πήρε από τους Μονάχους ένας κεραμέας και την μετέφερε στην Έμεσα. Μετά όμως από το θάνατο του κεραμέα και της αδελφής του, ο πολύτιμος αυτός θησαυρός, η τίμια κεφαλή, πέρασε διαδοχικά από πολλούς ευσεβείς και τελικά έπεσε στα χέρια ενός Αρειανού, ονομαζόμενου Ευσταθίου.

Ο αιρετικός λοιπόν αυτός κατοικούσε σ’ ένα σπήλαιο και τα θαύματα που γινότανε με την δύναμη της τιμίας κεφαλής, τις θεραπείες που βλέπανε οι ασθενείς και πολλά άλλα, τα παρουσίαζε σαν θαύματα της αιρέσεως του Αρείου.

Τότε όμως απομακρυνθεί από τους Ορθοδόξους από το μέρος εκείνο ο Ευστάθιος και η τιμία κεφαλή του Αγίου, κατά θεία οικονομία έμεινε εκεί στο σπήλαιον. Εκεί λοιπόν την βρήκανε το 431 επί της Βασιλείας του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του μικρού.

Και αυτή η εύρεσης έγινε υστέρα από αποκαλύψεις και οράματα του θελήματος του Θεού. Την βρήκανε μάλιστα μέσα σε μια υδρία και ο Αρχιμανδρίτης Μάρκελλος με τον Επίσκοπο της Έμεσης Ουράνιο, την φέρανε στην Εκκλησία, όπου έγιναν θαύματα μεγάλα και παράδοξα. Η εύρεσης αυτή γιορτάζεσαι στην Εκκλησία μας στις 24 Φεβρουαρίου.

Όπως αναφέρει ο Δοσίθεος η κάρα του τιμίου Προδρόμου φυλάχτηκε με προσοχή. Ο βασιλεύς Ουάλης μάλιστα διέταξε να την πάνε στην Κωνσταντινούπολη.

Καθώς δε την μεταφέρανε πάνω σε άμαξα, η άμαξα ξαφνικά σταμάτησε. Τα άλογα δεν προχωρούσανε με κανένα τρόπο. Έτσι υποχρεώθηκαν να την αφήσουν σε κάποια κωμόπολη ονομαζόμενη Κολάου.

Εκεί λέγει ο Δοσίθεος, κατέβηκε ο αυτοκράτορας Μέγας Θεοδόσιος και πήρε την τιμία κεφαλή στο Βασιλικό αμάξι και την μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη σε μία θέση, που ονομαζόταν Έβδομον.

Εκεί ο αυτοκράτορας έκτισε μεγαλοπρεπή Ναό προς τιμήν του Αγίου κι τοποθέτησε την κεφαλή του.

Αργότερα ένα μέρος από την τιμία κάρα βρισκότανε στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου στο Άγιο Όρος. Το κλέψανε όμως κι είναι άγνωστο που βρίσκεται σήμερα.

Ένα μέρος της κάρας βρίσκεται στην Ουγγροβλαχία στο Μοναστήρι Καλούτι. Αυτό όμως αφιερώθηκε στον Πανάγιο Τάφο…

Τρίτη εύρεσης (25 Μαΐου)

Σύμφωνα με τη Παράδοση και τα ιστορούμενα στους εκκλησιαστικούς ύμνους, αναφέρεται και τρίτη εύρεσης της τιμίας κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου.

Η ανεύρεσης αυτή έγινε από κάποιον ιερέα στα Κόμανα της Καπαδοκίας, απ’ όπου μετακόμισαν, με λαμπρή επισημότητα, το λείψανο στην Κωνσταντινούπολη.

Τα απολυτίκιον της εορτής αυτής, που είναι στις 25 Μαΐου, λέγει τα εξής:

«Ὡς θεῖον θησαύρισμα ἐγκεκρυμένον τή γῆ, Χριστός ἀπεκάλυψε τήν κεφαλή σου ἠμίν, Προφήτα καί Πρόδρομε, πάντες οὔν συνελθόντες, ἐν τή ταύτης εὐρέσει, ἄσμασι θεηγόροις, τόν Σωτήρα ὑμνοῦμεν τόν σώσοντα ἠμᾶς ἐκ φθορᾶς; ταῖς ἱκεσίες σου».

Στην τρίτη εύρεση της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου εγκώμιο έπλεξε ο Θεόδωρος ο Στουδίτης. Το εγκώμιο αυτό βρίσκεται στη Λαύρα και στην Ιερά Μονή του Διονυσίου.

Από το εγκώμιο αυτό βγαίνει το συμπέρασμα όχι στο Μοναστήρι των Στουδιτών θα ευρίσκετε τότε ολόκληρη η κάρα του Τιμίου Προδρόμου ή μέρος αυτής.

Στις 7 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας εορτάζει μαζί με την Σύναξη του Προφήτου Προδρόμου και την μετακομιδή της τιμίας χειρός του στην Κωνσταντινούπολη.

Σήμερα η δεξιά χειρ του τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, στο Άγιο Όρος.

Το φρικτό τέλος των σφαγιαστών του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου

Ο Θεός τιμώρησε τους σφαγείς του Προφήτου. Το τέλος των υπευθύνων, για την αποκεφάλιση του Ιωάννου ήτανε σκληρό.

Ο Ηρώδης έμεινε στην εξουσία μέχρι το 40 μ.Χ. Τι το ήθελε όμως! Η ζωή του ήτανε μαρτυρική Μαστίζεσαι αλύπητα από τους δριμείς ελέγχους της συνειδήσεως. Μάταια αγωνίζεται ο ταλαίπωρος Ηρώδης, η πονηρή αλεπού, όπως τον ονόμασαν, να πνίξει τη φωνή της συνειδήσεως.

Έπειτα όμως, αυτός και η γυναίκα του η Ηρωδιάδα, εξοριστήκαν από τον Αυτοκράτορα της Ρώμης Καλιγούλα, στην Γαλλία κι αργότερα στην Ισπανία. Εκεί στην εξορία υποφέρανε πολύ. Άσημοι πλέον κι άδοξοι, χωρίς ίχνος από καλοπέραση και πολυτέλεια, βρήκανε το αμαρτωλό τέλος τους.

Αλλά και η τύχη της Σαλώμης, της μιαράς κόρης κι άσεμνης χορεύτριας, που ζήτησε ψυχρά κι αναίσθητα την κεφαλή του Προδρόμου επί πίνακι δεν ήτανε καλλίτερη.

Όπως διηγείται ο Νικηφόρος Κάλλιστος στην Εκκλησιαστική Ιστορία, η Σαλώμη βρήκε τραγικό τέλος, ίδιο σχεδόν με το τέλος του Προδρόμου. Της κόπηκε κι αυτής το κεφάλι. Και να πώς:

Μια μέρα, ενώ περνούσε η Σαλώμη πάνω από ένα παγωμένο ποταμό, για να πάει στην αντίπερα όχθη ο πάγος σχίστηκε κάτω στα πόδια της. Τότε το σώμα της βούλιαξε με ορμή προς τα κάτω, σαν να άνοιξε η γη να την καταπιεί Και στο απότομο αυτό πέσιμο, ενώ το σώμα της βυθίστηκε, το κεφάλι της κρατήθηκε από κοφτερές πλάκες του παγωμένου ποταμού. Ο πάγος σαν κοφτερό μαχαίρι έκοψε το κεφάλι της στο λαιμό!

Εις την Σύναξη του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη 7 Ιανουαρίου

Στίχος
Ἐμή σέ γλώσσα, κῆρυξ, πῶς ἄν αἰνέση ὄν γλώσσα Χριστού γηγενῶν μείζων λέγει; Μνήνην ἐβδομάτη Προδρόμου λάχε αἰδοίοιο

Ἀπολυτίκιον Ἦχος β΄.
Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων σοί δέ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου Πρόδρομε, ἀνεδείχθης γάρ ὄντως καί προφητῶν σεβασμιώτερος, ὅτι καί ἐν ρείθροις βαπτίσαι κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον· ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας, χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾅδῃ, Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί, τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Βάπτιση του Χριστού. Ερμηνεία των Ευαγγελίων Θεολογική & Πατερική

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 3, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για βαπτιση χριστου
(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  γ 13-17
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 63-66 μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΤΙΧΟΣ 13.
Τότε(1) παραγίνεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐπὶ τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην τοῦ(2) βαπτισθῆναι(3) ὑπ᾿ αὐτοῦ.
(Τότε ήλθε ο Ιησούς από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη προς τον Ιωάννη για να βαπτιστεί από αυτόν)
(1) Τότε.  Με έννοια πολύ αόριστη όπως στο στίχο 5 (M.J Lagrange Paris 1923).= Την ώρα που ο Βαπτιστής κήρυττε και βάπτιζε (Alf. Plummer London 1911).
(2) τοῦ  Το «του» μαζί με απαρέμφατο δηλώνει τον σκοπό (W. Allen,1922).
(3) βαπτισθῆναι  «έρχεται ο Δεσπότης μαζί με τους δούλους, ο δικαστής μαζί με τους υπόδικους, για να βαπτιστεί… Διότι αυτός που καταδέχτηκε να κυοφορηθεί σε παρθενικά σπλάχνα επί τόσο χρόνο και να γεννηθεί από αυτά μαζί με τη δική μας ανθρώπινη φύση, να ραπιστεί, να σταυρωθεί, να πάθει όλα όσα έπαθε. Γιατί θαυμάζεις λοιπόν, επειδή καταδέχτηκε και να βαπτιστεί και να έλθει μαζί με τους άλλους προς τον δούλο του; Το εκπληκτικό ήταν εκείνο, να θελήσει να γίνει άνθρωπος, ενώ είναι Θεός. Τα άλλα όλα ακολουθούν κατά λογική ακολουθία» (Χρυσόστομος). Αν και είναι αναμάρτητος και δεν έχει ανάγκη το βάπτισμα που συμβολίζει την προσωπική διόρθωση και κάθαρση, όμως εφ’ όσον πήρε τη φύση μας και έγινε αμαρτία για μας, συγκατέβη να τηρήσει όλες τις τελετές και τους τύπους, που επιβάλλονταν από το νόμο σε εκείνους τους οποίους ήλθε να σώσει (I. Owen,NewYork 1864).
ΣΤΙΧΟΣ 14.
ὁ δὲ Ἰωάννης(1) διεκώλυεν(2) αὐτὸν λέγων· ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι(3), καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με(4);
(Ο Ιωάννης όμως τον εμπόδιζε ζωηρά και έλεγε. Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από εσένα τον αναμάρτητο, και συ έρχεσαι προς εμένα για να βαπτισθείς;)
(1) ὁ δὲ Ἰωάννης  Αυθεντική γραφή «ο δε διεκώλυεν». Ο Ιωάννης δεν βάπτιζε κανέναν, χωρίς προηγουμένως να συζητήσει μαζί του, και η συζήτηση αυτή στρεφόταν γύρω από την εξομολόγηση αυτού που βαπτιζόταν, η οποία ήταν δείγμα μετάνοιας. Αλλά η συζήτηση με τον συγγενή του από τη Ναζαρέτ έπεισε τον Ιωάννη, ότι βρισκόταν μπροστά σε έναν αναμάρτητο, ο οποίος για αυτό ήταν ηθικά ασύγκριτα πιο ανώτερος από αυτόν (Alf. Plummer London 1911). Ο Βαπτιστής άλλωστε, ο οποίος περίμενε τον Μεσσία κάθε μέρα προσηλώνοντας εξεταστικά τα βλέμματά του σε όλους όσους πλησίαζαν να βαπτιστούν, αμέσως μόλις είδε τον Σωτήρα προαισθάνθηκε με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος ότι αυτός ήταν εκείνος που του προανήγγειλε ο Θεός (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892). «Κατάλαβε ποιός ήταν με τη βοήθεια του θείου Πνεύματος που κατοικούσε μέσα του» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος).
(2) διεκώλυεν  Η λέξη αυτή λέγεται μοναδική φορά στην Καινή Διαθήκη. Η πρόθεση «δια» επιτείνει την έννοια= ζωηρά τον εμπόδιζε (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(3) βαπτισθῆναι «Εγώ ο υπεύθυνος για αμαρτίες από (σένα) τον αναμάρτητο, εγώ που βαπτίζω με απλό νερό από σένα που βαπτίζεις με Πνεύμα άγιο και φωτιά» (Ζιγαβηνός). «Επειδή δηλαδή καταγόταν από τον Αδάμ (ο Πρόδρομος) και αυτός κουβαλούσε τη μόλυνση από την παρακοή. Ο Χριστός όμως αφού σαρκώθηκε, τους καθάρισε όλους» (Θεοφύλακτος).
(4) πρός με  Δηλαδή ζητώντας να βαπτιστείς (J.A. Bengel). «Δεν είπε: Και συ βαπτίζεσαι από εμένα; Διότι και αυτό φοβήθηκε να το πει. Αλλά τι είπε; Και συ έρχεσαι σε μένα;» (Χρυσόστομος). Οι στίχοι 14-15 είναι χαρακτηριστικοί στον Ματθαίο και μπαίνουν στη διήγηση για να εξηγήσουν πώς ο Ιησούς, ο οποίος ήταν αναμάρτητος, ήταν δυνατόν να έλθει στον Ιωάννη για να βαπτιστεί. Η ερώτηση μπορεί να αποδοθεί διαφορετικά ως εξής: Πώς είναι δυνατόν αυτός που συλλήφθηκε από το Αγιο Πνεύμα και είναι προορισμένος ως Μεσσίας να βαπτίζει με Πνεύμα άγιο και φωτιά, να έχει ανάγκη να βαπτιστεί; Η απάντηση δίνεται στο στίχο 15 (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922).
ΣΤΙΧΟΣ 15.
ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· ἄφες(1) ἄρτι(2)· οὕτω(3) γὰρ πρέπον(4) ἐστὶν ἡμῖν(5) πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην(6)· τότε ἀφίησιν(7) αὐτόν·
(Αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν. Αφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολίες να βαπτιστώ. Διότι με αυτόν τον τρόπο της ταπεινώσεως πρέπει να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού, ο οποίος σου ανέθεσε ως καθήκον να βαπτίζεις. Τότε ο Ιωάννης άφησε αυτόν να βαπτιστεί)
(1) ἄφες «Υποχώρησε για την ώρα, χωρίς να προβάλλεις για άρνηση τα σχετικά με την αναμαρτησία και τη θεότητά μου. Διότι τώρα δεν είναι καιρός για αυτά, αλλά από συγκατάβαση βαπτίζομαι από εσένα» (Ζιγαβηνός). Το «άφησε» είναι ελλειπτικό του «να βαπτιστώ» και σημαίνει μη με εμποδίζεις να βαπτιστώ (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(2) ἄρτι «Δεν είπε απλώς «άφησε», αλλά πρόσθεσε το «τώρα». Διότι αυτό δεν θα διαρκέσει για πάντα, λέει, αλλά θα με δεις στην κατάσταση που επιθυμείς. Τώρα όμως να δεχτείς αυτό» (Χρυσόστομος).
(3) οὕτω = Με αυτόν τον τρόπο, τον οποίο εσύ θαυμάζεις της άκρας ταπείνωσης και κένωσης (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(4) πρέπον ό,τι δεν φαινόταν πρέπον στον Ιωάννη, στην πραγματικότητα ήταν τέτοιο, γιατί ήταν δίκαιο (J.A. Bengel).
(5) ἡμῖν «έτσι αρμόζει σε μένα, να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού» (Ζιγαβηνός Ευθύμιος). Το «σε μας» εδώ για τον εαυτό του μόνο το λέει ο Σωτήρας (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(6) πᾶσαν δικαιοσύνην «Έπειτα δείχνει πώς είναι αυτό πρέπον. Πώς λοιπόν είναι πρέπον; Διότι εκπληρώνουμε όλο το νόμο» (Χρυσόστομος). «Διότι δικαιοσύνη τώρα λέει την εντολή του Θεού. Όλες τις εντολές, λέει, τις εκπλήρωσα, όσες ο νόμος διατάζει και αυτή μόνη έμεινε, η εντολή για να βαπτιστώ… Και ήταν εντολή Θεού και το βάπτισμα του Ιωάννη. Διότι είπε αυτός (ο Ιωάννης), ότι «αυτός που με έστειλε να βαπτίζω… και τα υπόλοιπα» (Ζιγαβηνός). Ήταν του Θεού θέλημα ο Ισραήλ να βαπτιστεί και να μπει στη βασιλεία των ουρανών. Και ο Υιός του Θεού λοιπόν, ο οποίος δεν είχε την αξίωση να εξαιρεθεί από το φόρο για το Ναό (Ματθ. ιζ 25,26), δεν ζητά να εξαιρεθεί και σε αυτήν την περίπτωση. Στο τέλος της δημόσιας δράσης του, επρόκειτο να βαπτιστεί το βάπτισμα του παθήματος (Λουκά. ιβ 50,Μάρκος. ι 38) και να βαστάσει τις αμαρτίες των άλλων ως αναμάρτητο θύμα πάνω στο ξύλο (Α Πέτρου. β 24). Δεν έπρεπε λοιπόν στην αρχή της δημόσιας δράσης του να εκφράσει τη συμπάθειά του προς εκείνους, οι οποίοι στέναζαν κάτω από την αμαρτία, αν και αυτός δεν είχε κάποια αμαρτία, με το να υποβληθεί, όπως εκείνοι, στο βάπτισμα του Ιωάννου;
(7) ἀφίησιν Ανταποκρίνεται στο «άφησε» που είναι στην αρχή του στίχου (J.A. Bengel). «Αμέσως υπάκουσε» (Χρυσόστομος). Το αφίησιν είναι ιστορικός ενεστώτας, όπως φαίνεται από το «τότε».
ΣΤΙΧΟΣ 16.
καὶ βαπτισθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς(1) ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ(2) ἀνεῴχθησαν(3) αὐτῷ(4) οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ(5) περιστερὰν(6) καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν(7)·
(Και όταν βαπτίστηκε ο Ιησούς ανέβηκε από το νερό του Ιορδάνη αμέσως. Και ιδού άνοιξαν σε αυτόν οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει και να έρχεται επάνω του)
(1) εὐθὺς Αναμφίβολα κάποιοι παρέτειναν το βάπτισμα, για να εξομολογηθούν κατά τη διάρκειά του τις αμαρτίες τους (M.J. Lagrange Paris 1923). «Ο Χριστός όμως επειδή δεν είχε αμαρτία, δεν άργησε μέσα στο νερό» (Ζιγαβηνός).
(2) ἰδοὺ Κάτι νέο και μεγάλο συνέβη (J.A. Bengel).
(3) ἀνεῴχθησαν Ο Μάρκος με πιο ζωηρό τρόπο χρησιμοποιεί το ρήμα «σχιζομένους» (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922). Ο Ματθαίος και ο Λουκάς χρησιμοποιούν το ανοίγω, λέξη πολύ φυσική στην περίπτωση αυτή. Δες Ιωάννου. α 52, Πράξεις. ι 11, Αποκάλυψη. ιθ 11 (M.J Lagrange Paris 1923). Το άνοιγμα των ουρανών δεν πρέπει να θεωρηθεί με υλική και πραγματική σημασία, αλλά με πνευματική υπερφυσικού ανοίγματος του εσωτερικού καλύμματος το οποίο αποκλείει τη θέαση των πνευματικών πραγμάτων, όπως ο υλικός εξωτερικός ουρανός, το στερέωμα, φαίνεται να μας εμποδίζει από τη θέαση των πιο πέρα από αυτόν (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(4) αὐτῷ Η λέξη δεν μαρτυρείται από όλους τους κώδικες. Αναφέρεται προφανώς στο Σωτήρα (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892). Ο Ιησούς είδε τους ουρανούς ανοιγμένους, όχι όμως αναγκαστικά και οι άλλοι (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922). Αλλά όταν το Πνεύμα κατέβαινε σαν περιστέρι, πήρε αυτό μορφή αισθητή, ορατή και στους άλλους (M.J Lagrange Paris 1923). Έτσι ο Ιωάννης το είδε (το Πνεύμα).
(5) ὡσεὶ «Το Πνεύμα δεν πήρε τη φύση περιστεριού. Για αυτό και ο ευαγγελιστής δεν είπε «με τη φύση περιστεριού» αλλά «με τη μορφή περιστεριού». Ούτε έπειτα από το γεγονός αυτό εμφανίστηκε με αυτήν τη μορφή, αλλά μόνο τότε» (Χρυσόστομος). Η μορφή η εξωτερική, το σωματικό είδος, το οποίο το Αγιο Πνεύμα διάλεξε, για να εμφανιστεί κατά τη βάπτιση, ήταν  ό μ ο ι ο  με αυτό του περιστεριού. Διότι αυτό δηλώνει ο ομοιωματικός σύνδεσμος ωσεί (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(6) περιστερὰν «Είναι ήμερο το ζώο και καθαρό. Επειδή λοιπόν και το Πνεύμα είναι πραότητας πνεύμα, για αυτό φαίνεται με αυτή τη μορφή» (Χρυσόστομος). «Το ζώο αυτό αγαπά τους ανθρώπους από τη φύση του και είναι ανεξίκακο. Διότι όταν του στερήσουν τα μικρά του (πουλάκια) το υπομένει και πλησιάζει με τον ίδιο τρόπο αυτούς που του τα στέρησαν. Και είναι πάρα πολύ καθαρό» (Ζιγαβηνός). Και ο Μεσσίας είναι πράος και ταπεινός στην καρδιά (Ματθαίου. ια 29,κα 5) και την πραότητα συνιστά στους διακόνους του (Ματθαίος. ι 16) και για τους πράους επιφυλάσσει ως κληρονομία τη γη (Ματθ. ε 5) (Alf. Plummer London 1911). Ή  το πολύ κοντινό παράλληλο με την εδώ χρήση των ευαγγελίων του είδους του περιστεριού βρίσκεται στον Φίλωνα, ο οποίος δέχεται το περιστέρι ως σύμβολο της θείας σοφίας. Είναι επίσης πιθανόν ότι ο συνδυασμός του περιστεριού με τη θεία Σοφία ήταν οικείος στη γενιά του Φίλωνα (Prof W.F. Slater, Edirburgh 1922). Αξιόλογη και η αλληγορία «ταυτόχρονα, αυτού του περιστεριού ήταν τύπος εκείνο που ευαγγελίστηκε στο Νώε το τέλος του κατακλυσμού. Διότι όπως ακριβώς τότε έγινε κατακλυσμός από νερό, έτσι και τώρα από την αμαρτία. Και όπως ακριβώς εκείνο το περιστέρι ευαγγελίστηκε την κατάπαυση εκείνου του κατακλυσμού, έτσι και αυτό (το Πνεύμα) του τωρινού» (Ζιγαβηνός). Ο αναμάρτητος Υιός του ανθρώπου είναι ο τόπος, όπου το περιστέρι μπορεί να βρει ανάπαυση (Γένεση η 9) και να μείνει σε αυτόν (Ησαϊα μβ 1).
(7) ἐπ᾿ αὐτόν « Επειδή δηλαδή η φωνή που έλεγε «αυτός είναι ο γιος μου ο αγαπητός» φαινόταν στο πλήθος ότι περισσότερο άρμοζε στον Ιωάννη  και επειδή καθένας από τους ακροατές σχημάτισε την ιδέα ότι για τον βαπτιστή μάλλον παρά για τον βαπτιζόμενο… ήλθε το Πνεύμα… ελκύοντας τη φωνή πάνω από τον Ιησού και έκανε φανερό σε όλους ότι το «αυτός» δεν είχε λεχθεί για τον Ιωάννη που βάπτιζε αλλά για τον Ιησού που βαπτιζόταν» (Χρυσόστομος). Το «ερχόμενον» αποτελεί νέα ένδειξη ότι η εμφάνιση ήταν αισθητή (M.J Lagrange Paris 1923). Δεν πρέπει για κανένα λόγο να θεωρήσουμε, ότι αυτός συλλήφθηκε από το Αγιο Πνεύμα στερούνταν το Πνεύμα μέχρι τη βάπτισή του. Ούτε ότι το χάρισμα του Πνεύματος, που δόθηκε με το βάπτισμα, επέφερε κάποια μεταβολή στη φύση του. Για αυτόν το Πνεύμα σημείωσε την αρχή της δημόσιας δράσης του ως Μεσσία, ως χρισμένου βασιλιά (Alf. Plummer London 1911). Η θεία χάρη, που υπήρχε από την αρχή στο Σωτήρα ως άνθρωπο, μετέδιδε σε αυτόν εσωτερικά τα πλούσια δώρα του Πνεύματος ανάλογα με την δύναμη που κάθε φορά χωρούσε η ανθρώπινη φύση (Λουκά. β 40). Η κάθοδος λοιπόν του αγίου Πνεύματος πάνω σε αυτόν δεν ήταν μετάδοση ξένης δωρεάς από τα έξω, όπως αυτή που δόθηκε στους αποστόλους κατά την Πεντηκοστή, αλλά φανέρωση στον Ιωάννη και στο λαό της συντελεσμένης ήδη εσωτερικής χρίσης και εξωτερική χρίση, δηλαδή ανάδειξη αυτού ως Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
ΣΤΙΧΟΣ 17.
καὶ ἰδοὺ(1) φωνὴ(2) ἐκ τῶν οὐρανῶν λέγουσα· οὗτός(3) ἐστιν ὁ υἱός μου(4) ὁ ἀγαπητός(5), ἐν ᾧ εὐδόκησα(6).
(Και ιδού φωνή ακούστηκε από τους ουρανούς που έλεγε. Αυτός είναι ο υιός μου, ο αγαπημένος, στον οποίο ευαρεστήθηκα. Τον εγέννησα αϊδίως και είναι ως Θεός μονάκριβός μου Υιός, ως άνθρωπος δε απολύτως αναμάρτητος πάντοτε έκανε το αρεστό ενώπιόν μου)
(1) καὶ ἰδοὺ Επαναλαμβάνει το δεικτικό επίρρημα, για να ελκύσει την προσοχή του αναγνώστη στο δεύτερο γεγονός της ανακήρυξης (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(2) φωνὴ έγινε ή ακούστηκε (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892).
(3) οὗτός Στον Μάρκο φαίνεται ότι η φωνή ακούστηκε από μόνο τον Ιησού («Εσύ είσαι ο υιός μου…»). Ο Ματθαίος μεταβάλλει το Εσύ είσαι σε Αυτός είναι, για να κάνει φανερό, ότι η διακήρυξη υπήρξε δημόσια (W. Allen,1922), και ακούστηκε και από τους άλλους, «ώστε σε εκείνους περισσότερο, οι οποίοι άκουγαν, να δειχτεί ότι ήταν υιός του Θεού… Δεν δηλωνόταν λοιπόν στο Χριστό ό,τι γνώριζε, αλλά για εκείνους που παρόντες άκουγαν, έγινε αυτή η φωνή» (Αυγουστίνος De cons,ev.ΙΙ 14).
(4) ὁ υἱός μου Το όλο χωρίο παρουσιάζεται να συμφωνεί με το Ησαϊου μβ 1 όπως παρατίθεται από τον Ματθαίο (ιβ 18-21): Να, το παιδί μου, το οποίο διάλεξα. Ο αγαπητός μου, στον οποίο ευαρεστήθηκε η ψυχή μου. Θα βάλω το Πνεύμα μου πάνω του (W. Allen,1922).
(5) ἀγαπητός Ο «αγαπητός» δεν είναι προσδιορισμός του «ο υιός μου» αλλά ανεξάρτητος τίτλος = ο αγαπημένος = ο Μεσσίας (W. Allen,1922).
(6) εὐδόκησα «Στον οποίο αναπαύομαι, στον οποίο αρέσκομαι» (Θεοφύλακτος). Στον οποίο ευαρεστήθηκα. Και δείχνει εδώ την ευαρέσκεια, την οποία από την αρχή προ των αιώνων έχει ο Πατέρας στην απαράλλακτή του εικόνα. Και για αυτό μπαίνει ο αόριστος χρόνος για να δηλώσει το από την αρχή, το πριν τους αιώνες (Ν. Δαμαλά,Αθήναι 1892). Άλλη ερμηνεία λιγότερο πιθανή: «ευδοκία είναι η αγαθή θέληση. Και αγαθή θέληση ήταν, το να σωθούν οι άνθρωποι. Τώρα είπε, ότι αυτός είναι, αυτός για τον οποίο θέλησα τα αγαθά, δηλαδή από τον οποίο θα έλθει η σωτηρία των ανθρώπων» (Ζιγαβηνός). «Ευαρεστήθηκε δηλαδή ο Θεός και Πατέρας να αναμορφώσει τα πάντα και τα ξαναφέρει στην κατάσταση που ήταν από την αρχή» (Κύριλλος Αλεξανδρείας)
Β.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ  α  9-11
(Υπόμνημα στο κατά Μάρκον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 30-32 μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλωσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους.
ΣΤΙΧΟΣ 9
Καὶ(1) ἐγένετο(2) ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις(3) ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας(4) καὶ ἐβαπτίσθη(5) ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην.
Και κατά τας ημέρας εκείνας ήλθε ο Ιησούς από την Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και εβαπτίσθη από τον Ιωάννην στον Ιορδάνην.
(1) Καὶ Δες Ματθαίου. γ 13. Παρά τη συντομία της, η αφήγηση του Μάρκου για το βάπτισμα είναι ζωηρή και λεπτομερής (S.D.F. Salmond,Edinburgh 1922).
(2) ἐγένετο «Η φράση «και συνέβη» είναι συνηθισμένη φράση στους Εβραίους. Έπειτα αρχίζει να λέει τι συνέβη» (Ζιγαβηνός).
(3) ἐκείναις ταῖς ἡμέραις «Ημέρες λέει τώρα, αυτές στις οποίες κήρυττε το βάπτισμα της μετανοίας ο Ιωάννης» (Ζιγαβηνός). Αξιοσημείωτη και η επόμενη ερμηνεία: Σε εκείνες τις ημέρες, στο χρόνο που προκαθορίστηκε από τον Πατέρα, ώστε σε αυτόν να γίνει η αρχή του ευαγγελίου. Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, όπως πολλές φορές σημαίνεται στην Π.Δ. με τη φράση «Στις ημέρες εκείνες». Ήδη οι έσχατες του Δανιήλ εβδομάδες άρχισαν ή μάλλον το τελευταίο μισό της έσχατης εβδομάδας, όταν «θα συνάψει και θα καταστήσει ισχυρή μια διαθήκη σε πολλούς» ο Μεσσίας (Δανιήλ θ 27).
(4) Γαλιλαίας «Ο Ματθαίος μεν είπε απλώς από τη Γαλιλαία, ενώ ο Μάρκος πρόσθεσε ειδικότερα και την πόλη στην οποία έμενε» (Ζιγαβηνός). Αυτό αποτελεί ένδειξη, ότι το ευαγγέλιο γράφτηκε για αναγνώστες εθνικούς που αγνοούσαν την Παλαιστίνη (Ezra P. Gould, Edinburgh 1921).
(5) ἐβαπτίσθη Δες πόσο ταπεινά υποτάσσεται στο Θεό ερχόμενος να βαπτιστεί από τον Ιωάννη. Έτσι πήρε πάνω του το ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας, ώστε, αν και αυτός ήταν καθαρός και άμεμπτος, δέχεται βάπτισμα μετανοίας σαν να ήταν μολυσμένος. Εξίσου όμως αληθινή και η επόμενη ερμηνεία: «Δεν βαπτίστηκε για αμαρτίες (του). Διότι αυτός ήταν αυτός που σηκώνει την αμαρτία του κόσμου, ο οποίος δεν έκανε αμαρτία ούτε βρέθηκε δόλος και τα υπόλοιπα που λέει το χωρίο. Ούτε (βαπτίστηκε) επειδή είχε ανάγκη να χορηγηθεί σε αυτόν το Πνεύμα. Διότι εκείνο το βάπτισμα (του Ιωάννη) ήταν έρημο και από τα δύο αυτά… Αλλά βαπτίστηκε (ο Κύριος) για να γίνει γνωστός στους πολλούς και να πιστέψουν… Και για αυτό λοιπόν γίνεται τότε η κάθοδος του Πνεύματος, όχι επειδή για πρώτη φορά τότε επιφοίτησε σε αυτόν (διότι δεν ήταν έρημος αυτού) αλλά για να δείξει αυτόν που ανακηρυσσόταν, κάνοντάς τον με το πέταγμά του γνωστό σε όλους σαν ακριβώς με κάποιο δάκτυλο. Και για να εκπληρώσει κάθε δικαιοσύνη βαπτίζεται, η οποία είναι η εκπλήρωση των εντολών. Και είναι εντολή και το να υπακούσει κανείς σε προφήτη που βαπτίζει… Αν όμως πεις ότι βαπτίστηκε και για να αγιάσει σε μας τα νερά, και αυτό να πεις δεν κάνεις λάθος» (Βίκτωρ Αντιοχείας)
ΣΤΙΧΟΙ  10,11
καὶ(1) εὐθέως(2) ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους(3) τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν(4) καταβαῖνον(5) ἐπ᾿ αὐτόν·
Και αμέσως όταν εβγήκε από το νερό, είδε να σχίζωνται οι ουρανοί και το Πνεύμα του Θεού, ωσάν περιστερά, να κατεβαίνη εις αυτόν.
καὶ φωνὴ(6) ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σὺ εἶ ὁ υἱός μου(7) ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ ηὐδόκησα(8).
(1) καὶ Δες Ματθαίου. γ 16.
(2) εὐθέως Δηλώνει το ταυτόχρονο της οπτασίας= αμέσως μόλις ανέβαινε είδε (Ν.Δαμαλά Αθήνα 1892).
(3) σχιζομένους «Ο Ματθαίος μεν και ο Λουκάς λένε ότι άνοιξαν οι ουρανοί, ενώ αυτός λέει σχίστηκαν» (Ζυγαβηνός Ευθύμιος). Πιο έντονο το σχίστηκαν. Το σχίζεται λέγεται για εκείνο, το οποίο στο παρελθόν δεν είχε ανοιχτεί. Ο Χριστός πρώτος άνοιξε τον ουρανό (J.A. Bengel).
(4) ὡς περιστερὰν Η όμοια με περιστέρι μορφή, που συμβολίζει εδώ το άγιο Πνεύμα, συνδέεται άριστα με το περιστέρι που επέστρεψε στο Νώε με μήνυμα ειρήνης και ελπίδας για τη νέα τάξη, που αναδυόταν από τα νερά, στα οποία είχε ταφεί ο παλαιός κόσμος με όλες τις πονηρές του πράξεις (S.D.F. Salmond,Edinburgh 1922). «Για αυτό έμοιασε με περιστέρι το άγιο Πνεύμα, για να δειχτεί, ότι ένας είναι ο Θεός της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και για να υπενθυμίσει τον κατακλυσμό του Νώε. Διότι τότε την λήξη του κατακλυσμού περιστέρι την ανήγγειλε, που κουβαλούσε στο στόμα κλαδί ελιάς. Και εδώ πάλι, εμφανιζόμενο με μορφή περιστεριού το άγιο Πνεύμα δηλώνει την απαλλαγή από τα αμαρτήματα» (Θεοφύλακτος). «Και τώρα με μορφή περιστεριού, όχι με σώμα έρχεται το Πνεύμα, αναγγέλλοντας στην οικουμένη το έλεος του Θεού, και δηλώνοντας ταυτόχρονα, ότι ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να είναι απονήρευτος και πράος, απλός και άδολος» (Βίκτωρ Αντιοχείας). Δεν κατεβαίνει με μορφή αετού, ο οποίος, αν και είναι βασιλιάς τω πτηνών, είναι όμως πτηνό σαρκοφάγο, αλλά με μορφή περιστεριού, του οποίου κανένα άλλο πτηνό δεν είναι περισσότερο άκακο και αβλαβές. Το περιστέρι ήταν το μόνο από τα πτηνά, που προσφερόταν ως θυσία (Λευϊτικό α 14) και ο Χριστός μέσω του Πνεύματος, του αιωνίου Πνεύματος, πρόσφερε τον εαυτό του θυσία άμεμπτη στο Θεό. Οι ειδήσεις για την κατάπαυση του κατακλυσμού με περιστέρι μεταφέρθηκαν στο Νώε. Πολύ κατάλληλα λοιπόν και οι χαρμόσυνες ειδήσεις της ειρήνευσής μας με το Θεό μεταφέρονται σε εμάς τώρα από το Πνεύμα με μορφή περιστεριού. Μιλά αυτό για την ευαρέσκεια του Θεού προς τους ανθρώπους. Το ότι ο Θεός είναι μέσα στο Χριστό συμφιλιώνοντας τον κόσμο με τον εαυτό του, είναι χαρμόσυνο μήνυμα, που μεταφέρεται σε εμάς πάνω σε φτερά, πάνω στα φτερά περιστεριού. Περιστεριού «που είναι άδολο, πραότατο, και γεννά πολλά παιδιά» (Γρηγόριος Νύσσης). Το περιστέρι ήταν το έμβλημα της καθαρότητας. Και η εμφάνισή του εδώ συμφωνεί με την γλυκύτητα και το ειρηνικό της βασιλείας του Χριστού (Ezra P. Gould, Edinburgh 1921).
(5) καταβαῖνον Η κατάβαση του Πνεύματος ήταν πραγματικό γεγονός. Δεν ήταν απλό σύμβολο, που μαρτυρούσε, ότι το πρόσωπο του Κυρίου είχε μέσα του το άγιο Πνεύμα. Χωρίς να αποκλείεται, ότι ο Κύριος είχε μέσα στον εαυτό του και προηγουμένως το Πνεύμα, παρεχόταν τώρα σε Αυτόν κατά την ανθρώπινη φύση του και ειδική ενίσχυση που ετοίμαζε αυτόν στο μεσσιακό του έργο, το οποίο επρόκειτο ήδη να αρχίσει. Παράλληλη με την κάθοδο αυτή είναι η κάθοδος του αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή, η οποία ετοίμασε τους μαθητές για το νέο τους αποστολικό έργο, στο οποίο επρόκειτο να επιδοθούν. Επιπλέον η κάθοδος αυτή ήταν ενδεικτική της σημασίας και της σπουδαιότητας του βαπτίσματος, το οποίο ο Κύριος θα έδινε σε εμάς (Ezra P. Gould, Edinburgh 1921).
(6) φωνὴ «Διατύπωσε ο Θεός φωνή στο σώμα του αέρα για να την καταλάβουν αυτοί που άκουγαν και αυτή η φωνή έγινε σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια αυτών που μιλάνε. Έτσι ο Θεός, ο οποίος θέλει όλοι να σωθούν και να έλθουν σε επίγνωση της αλήθειας, για τον σκοπό της σωτηρίας των ανθρώπων άρθρωσε τον λόγο στον αέρα, όπως λέει και προς του Ιουδαίους ο Κύριος που νόμιζαν ότι έγινε βροντή, επειδή ο ήχος δημιουργήθηκε στον αέρα, ότι «δεν έγινε για μένα αυτή η φωνή, αλλά για εσάς» (Γρηγόριος Νύσσης).
(7) σὺ εἶ ὁ υἱός μου «Αν ο Χριστός είναι άλλος μέσα σε άλλον, σύμφωνα με τα λόγια του Νεστορίου (αιρετικού), θα έπρεπε να πει: Μέσα σε σένα είναι ο γιος μου ο αγαπητός» (Βίκτωρ Αντιοχείας).
(8) ἐν σοὶ ηὐδόκησα «Στο κατά Ματθαίον μεν έχει γραφτεί: αυτός είναι ο υιός μου. Ο Μάρκος όμως και ο Λουκάς γράφουν Εσύ είσαι ο υιός μου. Τι λοιπόν θα πούμε για αυτό;… Οι ευαγγελιστές άλλοτε μεν απομνημονεύουν ακέραια αυτά τα ρητά. Άλλοτε όμως την μεν έννοια του ρητού την διασώζουν ολόκληρη, αλλά κάποιες λέξεις τις αλλάζουν ελαφρώς χωρίς να γίνεται αισθητό, όταν αυτό δεν πρόκειται να βλάψει καθόλου τον λόγο, αφού η λέξη που αντικατέστησε την άλλη σημαίνει ακριβώς το ίδιο» (Ζιγαβηνός). Έως τότε ο Κύριος περνούσε τη ζωή του με αφάνεια ως τέκτων στη Ναζαρέτ. Τώρα δημόσια ανακηρύσσεται από τον Πατέρα ως Υιός του αγαπητός. Πόσες αξίες είναι κρυμμένες κάτω από τη σκιά της ασημότητας, της αφάνειας ή και της περιφρόνησης του κόσμου και δεν είναι δυνατόν να γίνουν γνωστές ή και δεν θέλουν να γίνουν γνωστές καλυπτόμενες από το πέπλο της ταπεινοφροσύνης τους! Αλλά γρήγορα ή αργά θα καταστούν γνωστές, όπως και ο Χριστός έγινε γνωστός αφού μαρτυρήθηκε από τον Πατέρα στον κατάλληλο χρόνο. Δες ποιά είναι η σχέση του Κυρίου Ιησού με το Θεό. Εσύ είσαι ο Υιός μου. Ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού από προαιώνια γέννηση, που γεννήθηκε ως πρωτότοκος από τον Πατέρα πριν από κάθε κτίση (Κολασσαείς α 15, Εβραίους α 3). Αλλά είναι υιός του Θεού και ως άνθρωπος αφού γεννήθηκε με υπερφυσική σύλληψη από το άγιο Πνεύμα (Λουκά α 35) και επιπλέον προορίστηκε με ειδική απόφαση και ανάδειξη από τον πατέρα στο έργο και το αξίωμα του Λυτρωτή του κόσμου. Αυτόν ο Πατέρας σφράγισε και αγίασε ο Θεός. Ο αγαπητός Υιός μου. Είναι ο υιός της αγάπης του Πατέρα (Κολασσαείς α 13), ο οποίος είναι μέσα στους κόλπους του πατέρα αιωνίως (Ιωάννου α 18), η ευφροσύνη του Πατέρα πάντοτε μεν, ιδιαίτερα όμως στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, ως μεσίτης ανάμεσα σε μας και τον Πατέρα. Για αυτό ο Πατέρας αυτόν «αγαπά, επειδή αυτός θυσιάζει την ζωή του, για να την πάρει πάλι» (Ιωάννου ι 17). Δείτε και θαυμάστε, ποια αγάπη έδειξε σε εμάς ο Θεός, αφού παρέδωσε τον Υιό της αγάπης του να πάθει και να πεθάνει για εκείνους, που ήταν γενεά οργής. Σε σένα ευαρεστήθηκα. Ευαρεστείται με αυτόν, αλλά και με κάθετί που είναι σε αυτόν. Και με όλους λοιπόν που είναι ενωμένοι με αυτόν. Μέσω αυτού οι πνευματικές μας θυσίες γίνονται ευπρόσδεκτες στο Θεό (Α Πέτρου β 5). Έξω από τον Χριστό ο Θεός είναι φωτιά που κατακαίει. Αλλά με το Χριστό είναι Πατέρας συμφιλιωμένος με εμάς. Αποτελεί η φωνή αυτή του Πατέρα περίληψη του όλου ευαγγελίου. Είναι λόγος αξιόπιστος και κάθε αποδοχής άξιος, ότι ο Θεός διακήρυξε τον Ιησού Χριστό αγαπητό του Υιό, στον οποίο ευαρεστήθηκε και μαζί με αυτήν τη φωνή του Πατέρα πρέπει να εναρμονιστούν και οι δικές μας φωνές, διαλαλώντας με πίστη, ότι αυτός είναι ο αγαπητός Σωτήρας μας, μέσω του οποίου ευαρεστούμε και εμείς στον Πατέρα.
Γ.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ  γ  21-22
(Υπόμνημα στο κατά Λουκάν, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 63-66 μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΤΙΧΟΣ 21
Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ βαπτισθῆναι(1) ἅπαντα(2) τὸν λαὸν καὶ Ἰησοῦ βαπτισθέντος καὶ προσευχομένου(3) ἀνεῳχθῆναι τὸν οὐρανὸν(4)
Πριν όμως φυλακισθή ο Ιωάννης και αφού εβαπτίσθη όλος ο λαός, που είχεν έλθει στον Ιορδάνην, και όταν ο Ιησούς εβαπτίσθη και προσηύχετο, ηνοίχθη ο ουρανός
(1) ἐν τῷ βαπτισθῆναι = την ώρα που όλος ο λαός βαπτίστηκε. Ο αόριστος
λέγεται αντί για υπερσυντέλικο = είχε βαπτιστεί (Ν.Δαμαλά.1892). Εάν ο Λουκάς είχε γράψει «την ώρα που βαπτιζόταν», τότε θα υπονοούσε ότι ήταν παρόντες πολλοί την ώρα που ο Κύριος βαπτίστηκε και ακολούθησαν τα σημεία, τα οποία ο Λουκάς αφηγείται στη συνέχεια. Μάλλον φαίνεται πιθανό ότι ο Ιησούς περίμενε μέχρις ότου θα ήταν μόνος με τον Ιωάννη (A. Plummer,1928, F. Godet,1888). Ο πολύς λαός ήταν ήδη βαπτισμένος και ο Σωτήρας ήλθε στο τέλος (Ν.Δαμαλά.1892).
(2) ἅπαντα Λαϊκή υπερβολική έκφραση αντί να πει, πλήθος λαού (Ν.Δαμαλά.1892). Η΄, ο λαός που παρευρισκόταν εκείνη την ώρα εκεί. Ο Ιησούς περίμενε να βαπτιστούν πρώτα όλοι οι άλλοι και τελευταίος από όλους αυτός. Έτσι ταπείνωσε τον εαυτό του και απέφυγε κάθε διαφήμιση για τον εαυτό του, εμφανιζόμενος προς τον Ιωάννη σαν ένας από τους τελευταίους, σαν ο έσχατος των εσχάτων.
(3) προσευχομένου «Αφού βαπτίστηκε προσευχόταν διδάσκοντας ότι πρέπει αυτοί που βαπτίστηκαν να προσεύχονται» (Ζιγαβηνός). Ο Λουκάς συχνά αναφέρει τις προσευχές του Ιησού, και μάλιστα κατά τα πιο σπουδαία γεγονότα της ζωής του. Δες Λουκά στ 12, θ 18,29, κβ 32,41, κγ 46 (J.A. Bengel). Ο Λουκάς στο ευαγγέλιό του τονίζει το καθήκον της προσευχής (A. Plummer,1928). Εδώ η προσευχή του Ιησού παρουσιάζεται ιδιαιτέρως αποτελεσματική. Οι ουρανοί κατά τη διάρκειά της ανοίγουν (M.J. Lagrange,1921). Δεν εξομολογείται αμαρτίες, όπως όταν βαπτίζονταν εξομολογούνταν οι άλλοι. Διότι αυτός ήταν αναμάρτητος. Προσεύχεται μόνο. Προσεύχεται όπως οι άλλοι, διότι η προσευχή είναι μέσο με το οποίο διατηρεί κάποιος κοινωνία και σχέση με τον Πατέρα. Έτσι τίμησε ο Κύριος την προσευχή, μας συνέδεσε με αυτήν και μας ενθάρρυνε προς αυτήν.
(4) ἀνεῳχθῆναι τὸν οὐρανὸν «Είπε ο ευαγγελιστής ότι άνοιξε ο ουρανός γιατί ήταν από παλιά κλεισμένος… Επειδή δηλαδή τώρα φανερώθηκε μία ποίμνη και η πάνω (ουράνια) και η κάτω (επίγεια), και αναδείχτηκε ένας για όλους αρχιποιμένας, άνοιξε μεν ο ουρανός, και ενώθηκε μαζί με τους αγίους αγγέλους ο επίγειος άνθρωπος. Και επιφοίτησε και το Πνεύμα πάλι, σαν σε δεύτερη απαρχή του γένους μας. Και σαν σε πρώτο τον Χριστό, ο οποίος το δέχεται κατά συγκατάβαση όχι τόσο για τον εαυτό του, αλλά για μας. Διότι σε όλα με αυτόν και μέσω αυτού πλουτίσαμε. Με πάρα πολλή συγκατάβαση λοιπόν υπομένει μαζί μας τα ανθρώπινα» (Κύριλλος Αλεξανδρείας). Άλλοτε με την προσευχή διαχωρίστηκαν τα νερά, για να διανοιχτεί μέσω αυτών οδός προς την Χαναάν. Τώρα απομακρύνθηκε ο αέρας, άλλο ρευστό στοιχείο, για να διανοιχτεί επικοινωνία με την ουράνια Χαναάν. Έτσι ανοίχτηκε τότε στο Χριστό και μέσω αυτού ήδη και σε εμάς οδός νέα, πρόσφατη και ζωντανή που μας εισάγει στα αληθινά άγια. Η αμαρτία είχε κλείσει τον ουρανό. Αλλά η προσευχή του Χριστού άνοιξε και πάλι αυτόν. Η προσευχή είναι θεσμός που ανοίγει τους ουρανούς. Χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί.
ΣΤΙΧΟΣ 22
καὶ(1) καταβῆναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σωματικῷ εἴδει(2) ὡσεὶ(3) περιστερὰν(4) ἐπ᾿ αὐτόν(5), καὶ φωνὴν ἐξ οὐρανοῦ γενέσθαι λέγουσαν· σὺ(6) εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ εὐδόκησα.
και κατέβηκε το Πνεύμα το Αγιον με μορφήν εξωτερικήν και σωματικήν που εμοιαζε προς περιστεράν και ήλθε φωνή από τον ουρανόν, που έλεγε· “συ είσαι ο υιός μου ο αγαπητός, εις σε έχω ευαρεστηθή, διότι και ως άνθρωπος ετήρησες όλα όσα είναι αρεστά εις εμέ”.
(1) καὶ Και συνέβη να κατέβει.
(2) σωματικῷ εἴδει Δηλαδή με μορφή, με σχήμα σωματικό, πήρε δηλαδή μόνο το εξωτερικό σχήμα και τη μορφή του σώματος, όχι όμως σώμα πραγματικό (Ν.Δαμαλά.1892). «Με σωματική μορφή κατέβηκε, για να γίνει ορατό από τα σωματικά μάτια των ανθρώπων» (Ζιγαβηνός). Εάν ο Λουκάς επέμεινε περισσότερο από τον Μάρκο στη σωματική μορφή, έπραξε αυτό αναμφίβολα, για να τονίσει την πραγματικότητα της εμφάνισης, ίσως δε και για να τονίσει την ιδιαίτερη υπόσταση και προσωπικότητα του Πνεύματος (M.J. Lagrange,1921). Το Πνεύμα κατεβαίνει με σωματική μορφή, για να αποκαλυφθεί έτσι ότι είναι προσωπική υπόσταση και όχι απλώς ενέργεια της θεότητας. Έτσι λοιπόν έγινε πλήρης, εμφανής και αισθητή φανέρωση της Τριάδας σε αυτήν την αρχή του ευαγγελίου. Και πάρα πολύ κατάλληλα έγινε αυτή κατά το βάπτισμα του Χριστού, ο οποίος επρόκειτο να καταστήσει το μυστήριο του βαπτίσματος διακριτικό γνώρισμα της ομολογίας της πίστης στο δόγμα της Τριάδας, του Πατέρα και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, στο όνομα της οποίας και τελειώνεται το βάπτισμα.
(3) ὡσεὶ Επεξήγηση του «με σωματική μορφή» που δείχνει σε τι συνίστατο αυτή η μορφή (Ν.Δαμαλά.1892). Το ωσεί υποδηλώνει ότι επρόκειτο για απλή ομοιότητα.
(4) περιστερὰν Ζήτησαν οι διάφοροι ερμηνευτές την αναλογία και ομοιότητα του συμβόλου του περιστεριού με το άγιο Πνεύμα είτε στο χαρακτήρα του περιστεριού, είτε στον τρόπο που πετάει. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή αναφέρονται στα λόγια του Κυρίου στο Ματθαίου ι 16 και προβάλλουν ότι το περιστέρι είναι «το ζώο της απλότητας και της αθωότητας» Τερτυλλιανός (F. Godet,1888). Εμφανίστηκε το Πνεύμα με μορφή περιστεριού «επειδή είναι πράο και ακέραιο, ώστε και εμείς να μιμηθούμε το πράο και ακέραιο του περιστεριού» (Ωριγένης) «για να μάθουμε ότι πρέπει να είμαστε πράοι και καθαροί» (Θεοφύλακτος). Το περιστέρι διακρίνεται για την ειρηνική του απλότητα, την απαλλαγμένη από κάθε κακία (Hofmann) και είναι το έμβλημα της γλυκύτητας και της αγνότητας (Keil). Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή τονίζεται ο γλυκύς χαρακτήρας των κινήσεών του και αντιθέτουν το πέταγμα του περιστεριού με αυτό του αετού ή με τη ταχύτητα της αστραπής ή τη βία της θύελλας (F. Godet,1888). Αξιοσημείωτη και η επόμενη που συνδυάζει περισσότερες από μία εκδοχές. «Το Πνεύμα κατεβαίνει με μορφή περιστεριού. Διότι όπου υπάρχει συμφιλίωση Θεού, εκεί είναι και περιστέρι. Διότι και στην κιβωτό του Νώε φέρνοντας κλαδί ελιάς ήλθε το περιστέρι, σύμβολο της φιλανθρωπίας του Θεού και της απαλλαγής από την κακοκαιρία. Και τώρα με μορφή περιστεριού, όχι με σώμα, έρχεται το Πνεύμα, αναγγέλλοντας στην οικουμένη το έλεος του Θεού, και φανερώνοντας ταυτόχρονα, ότι πρέπει ο πνευματικός άνδρας να είναι απονήρευτος και απλός και άκακος» (Χρυσόστομος). Ο,τιδήποτε και αν είναι, το ουσιώδες χαρακτηριστικό εδώ είναι η οργανική μορφή, με την οποία εμφανίζεται το Πνεύμα. Με τη μορφή αυτή παρουσιάζεται ως αδιαίρετη ολότητα. Κατά την Πεντηκοστή φάνηκαν διαμοιραζόμενες γλώσσες, σύμβολο των διαφόρων χαρισμάτων που κατανέμονται μεταξύ των πιστών. Στον Ιησού όμως κατεβαίνει ως ολότητα (F. Godet,1888).
(5) ἐπ᾿ αὐτόν «Δεν αγιάζεται ως Θεός που είναι, παίρνοντας το Πνεύμα. Διότι αυτός είναι που αγιάζει. Αλλά (αγιάζεται) ως άνθρωπος που έγινε» (Κύριλλος Αλεξανδρείας).
(6) σὺ Απάντηση στην προσευχή του Ιησού (J.A. Bengel). Ο Μάρκος επίσης έχει σε δεύτερο πρόσωπο την φωνή του Πατέρα. Ο Ματθαίος σαν να λεγόταν για το Χριστό σε ένα τρίτο πρόσωπο. «Η ποικιλία των εκφράσεων μέχρι τώρα είναι ωφέλιμη, έτσι ώστε να μην γίνεται λιγότερο κατανοητό αυτό που εκφράζεται με ένα τρόπο» (Αυγουστίνος). Η εκφορά σε δεύτερο πρόσωπο εκφράζει την πληροφορία που δόθηκε από τη φωνή του Πατέρα στη συνείδηση του Κυρίου. Ενώ η εκφορά σε τρίτο πρόσωπο εκφράζει την βεβαίωση που δόθηκε στον Βαπτιστή.

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Χριστός κοντά στα άλλα που έπαθε για τον Άνθρωπο, ΕΠΑΘΕ και ΑΠΟΓΡΑΦΗ. Ενα «ξεχασμένο» σωτηριολογικό γεγονός, με βαθιά θεολογική προέκταση.

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 3, 2019

xristougenna2

Γράφει ο μακαριστός  καθηγητής του Α.Π.Θ. Στέργιος Σάκκος
«Οι Ρωμαίοι, όταν αποτελούσαν κράτος μόνοι τους, έκαναν απογραφή κάθε πέντε χρόνια. Όταν κατέκτησαν λαούς πολλούς και έγιναν μία αχανής αυτοκρατορία, επειδή ήταν δύσκολο να διοργανώνουν απογραφή κάθε πενταετία, τριπλασίασαν το διάστημα και το έκαναν δεκαπενταετία.

Η απογραφή άρχιζε κάθε φορά με ένα διάταγμα του αυτοκράτορα. Ο ευαγγελιστής Λουκάς το διάταγμα αυτό το λέει στα ελληνικά «δόγμα». Οι πρώτες παγκόσμιες απογραφές άρχισαν επί του δευτέρου Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, ο οποίος μετά από πολλούς εξωτερικούς και εμφυλίους πολέμους επικράτησε ως μονάρχης όλου του γνωστού τότε κόσμου.

Η πρώτη απογραφή στους Εβραίους συνέπεσε με τη γέννηση του Χριστού. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία τότε περιλάμβανε πολλά έθνη. Ορισμένα από τα έθνη αυτά είχαν δικούς τους βασιλιάδες. Αλλά όλοι οι βασιλιάδες εκείνοι ήταν δούλοι του αυτοκράτορα της Ρώμης, ο οποίος ήταν βασιλιάς των βασιλιάδων και διόριζε ή απέλυε τους βασιλιάδες σαν ιδιωτικούς υπαλλήλους. Κατά τους χρόνους που γεννήθηκε ο Χριστός, είναι γνωστό σε όλους ότι αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αύγουστος και βασιλιάς υποτελής των Εβραίων ο Ηρώδης.

Όπως κάθε δεκαπενταετία έτσι και τη φορά εκείνη, που η απογραφή εφαρμόσθηκε στον Ισραήλ για πρώτη φορά, ο Αύγουστος εξέδωσε διάταγμα να απογραφεί όλος σχεδόν ο γνωστός τότε κόσμος. «Εγένετο δε», γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, που είναι ένας καταπληκτικός ιστορικός, «εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην. Αύτη η απογρα­φή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου». Κυρήνιος λεγόταν ο τότε Ρωμαίος γενικός διοικητής της Συρίας. Το Ρωμαϊκό κράτος χωριζόταν σε μεγάλα γεωγραφικά διαμερίσματα, όπως είναι σήμερα στη χώρα μας η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Θεσσαλία κλπ. Η Συρία ήταν ένα τέτοιο διαμέρισμα. Τα διαμερίσματα αυτά χωρίζονταν σε άλλα μικρότερα, όπως περίπου είναι σήμερα οι νομοί. Η Παλαιστίνη ήταν νομός της Συρίας. Ο Ηρώδης ήταν υφιστάμενος του Κυρηνίου. Οι αρχαίοι, όταν ήθελαν να σημειώσουν τη χρονολογία, έγραφαν το όνομα του ηγεμόνα στις μέρες του οποίου συνέβαινε ένα γεγονός.

Γι’ αυτό και ο Λουκάς σημειώνει· «ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου».
Στο διάταγμα του βασιλιά των βασιλιάδων Αυγούστου υπάκουαν όλοι. Έφευγαν από τις πόλεις, όπου κατοικούσαν, και πήγαιναν στην πόλη από την οποία κατάγονταν, για να απογραφούν όπως κάνουμε και μεις σήμερα, όταν ψηφίζουμε. «Και επορεύοντο πάντες απογράφεσθαι, έκαστος εις την ιδίαν πόλιν. Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας εκ πόλεως Ναζαρέτ εις την Ιουδαίαν εις πόλιν Δαυίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, διά το είναι αυτόν εξ οίκου και πατριάς Δαυίδ, απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτώ γυναικί ούση εγκύω» (Λκ 2,3-5). Οι διαταγές ήταν αυστηρές, οι Ρωμαίοι αξιωματικοί επίσης αυστηροί. Κάθε καθυστέρηση ή απουσία τιμωρούνταν παραδειγματικά. Δεν γινόταν καμία εξαίρεση. Κόσμος πολύς κατέφθανε απ’ όλες τις περιοχές στα κέντρα απογραφής. Κανείς δεν υπολόγιζε τις ταλαιπωρίες· έβαζε την οικογένεια του σε μία άμαξα ή, αν ήταν φτωχός, έβαζε τα άρρωστα και ανήλικα μέλη σε ένα – δύο άλογα και οι υπόλοιποι πεζοί πήγαιναν στην πατρική πόλη. Οι δρόμοι γεμάτοι από πλήθη. Τα πανδοχεία, τα ξενοδοχεία της εποχής εκείνης, δεν είχαν χώρο ούτε στη σκάλα ούτε στην αυλή. Εννοείται ότι τα αρχαία ξενοδοχεία δεν είχαν κρεβάτια ούτε στρώματα ούτε καν δωμάτια ατομικά. Ανάμεσα στο πλήθος ήταν και ο φτωχός Βηθλεεμίτης Ιωσήφ, που κατοικούσε χρόνια τώρα στη Ναζαρέτ. Πήγαινε να απογραφεί στη πατρίδα του· μαζί του ταλαιπωρούνταν και η απλοϊκή κόρη Μαριάμ, η έγκυος παρθένος, που βρισκόταν στις τελευταίες ήμερες της εγκυμοσύνης. Και αυτοί και ο Χριστός, που ήταν ακόμη στα σπλάγχνα της μητέρας του, πήγαιναν να απογραφούν σαν αντικείμενα της περιουσίας του Αυγούστου!

Μετά από τη ταλαιπωρία του ταξιδιού έφθασαν στη Βηθλεέμ και, όπως όλοι οι ταξιδιώτες, κατέλυσαν σε κάποιο πανδοχείο. Τα πανδοχεία διέθεταν μεγάλους χώρους όπου συνωστίζονταν οι πελάτες και κατακλίνονταν, αν μπορούσαν να κατακλιθούν, ο ένας δίπλα στον άλλο. Κοντά σε κάθε πανδοχείο υπήρχε απαραίτητα ο στάβλος – όπως σήμερα κοντά στο ξενοδοχείο υπάρχει το πάρκιγκ – για να βρίσκουν εκεί τροφή και ανάπαυση τα μεταφορικά μέσα της εποχής, τα υποζύγια. Το βράδυ που έφθασε η αγία οικογένεια στη Βηθλεέμ, ιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, συμπληρώθηκαν οι μέρες να γεννήσει η Μαρία και γέννησε τον υιό της τον πρωτότοκο και τον σπαργάνωσε μέσα στο παχνί (του στάβλου), διότι «ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» (Λκ 2,7). Δεν υπήρχε στο πανδοχείο ιδιαίτερος τόπος για το έκτακτο γεγονός της γέννας και φυσικά δεν ήταν δυνατόν να γεννήσει η Παρθένος μπροστά σ’ όλους τους ενοίκους του πανδοχείου. Έτσι το πρώτο κρεβατάκι στο όποιο ακούμπησαν το νεογέννητο Χριστό ήταν η φάτνη, το παχνί όπου ρίχνουν το άχυρο των ζώων, διότι δεν υπήρχε καθαρότερο μέρος. Την άλλη μέρα, ή τις άλλες, πήραν σειρά να απογραφούν. Και ο μεν Ιωσήφ δήλωσε ένα μέλος περισσότερο, ο δε Αύγουστος απέγραψε ένα δούλο περισσότερο.

 Ο ενανθρωπήσας Θεός γεννήθηκε δούλος, την ώρα που αγεληδόν γινόταν η καταμέτρηση των δούλων, και η πρώτη υποχρέωση της ζωής του ήταν να εξαγοράσει τον εαυτό του για ένα χρόνο.
Τί ταπείνωση! Και ενώ αυτός ήταν ο βασιλιάς των βασιλιάδων της οικουμένης, άλλος κρατούσε φαινομενικά τη θέση του βασιλιά των βασιλιάδων, ο Αύγουστος· κι αυτός γεννήθηκε σαν κτήμα και μέρος της περιουσίας εκείνου. Ενώ ο Ιησούς ήταν ο βασιλιάς του Ισραήλ, ως υιός του Δαυίδ, και η γνησιότητα της καταγωγής του από τον Δαυίδ φαινόταν από τα έγγραφα της απογραφής, τα οποία τον υποχρέωσαν να απογραφεί στη πόλη του Δαυίδ Βηθλεέμ, εν τούτοις άλλος καθόταν ως τύραννος στο τράχηλο του Ισραήλ, ο Ιδουμαίος Ηρώδης, που όχι υιός του Δαυίδ δεν ήταν, αλλά ούτε Ισραηλίτης. Όταν γεννήθηκε ο αληθινός βασιλιάς του κόσμου, ο ένας βασιλιάς, ο Αύγουστος, τον απέγραφε ως κτήμα του και ο άλλος βασιλιάς, ο Ηρώδης, τον κυνηγούσε ως θύμα του, ήθελε να τον σφάξει.

Οι ποιητές της Εκκλησίας κάτω από το γεγονός της απογραφής βλέπουν μία άλλη απογραφή, πνευματική.

Μονάρχησε ο Αύγουστος στη γη για να παύσει η πολυαρχία· ενανθρώπησε ο Χριστός, για να παύσει η πολυθεΐα.

Απογράφηκαν οι λαοί με το διάταγμα του Καίσαρα Αυγούστου· επιγραφήκαμε οι πιστοί με το όνομα του Χριστού, πήραμε το όνομά του, για δικό μας, ονομαστήκαμε Χριστιανοί.

Απογράφηκε ο Θεός ως δούλος του Αυγούστου, για να μας ελευθερώσει από τη δουλεία της αμαρτίας.

Απογράφηκε ο Ιησούς στα φορολογικά βιβλία του Αυγούστου, για να πληρώνει χρηματικό φόρο· απογραφήκαμε και μείς στο βιβλίο της ζωής και προσφέρουμε «υπέρ την χρηματικήν φορολογίαν πλουτισμόν ορθοδό­ξου θεολογίας». Ακούμε τα υψηλά αυτά μελωδήματα στη γιορτή των Χριστουγέννων.
Άθλιοι όσοι απογράφονταν ως δούλοι του Καίσαρα Αυγούστου. Μακάριοι όσοι απογραφόμαστε ως δούλοι του παμβασιλέα Χριστού. Τρισάθλιοι όσοι πλήρωναν φόρο σώματος στο μονάρχη Αύγουστο. Τρισευτυχισμένοι όσοι λυτρωθήκαμε ψυχικά και σωματικά με το αίμα του αιωνίου μονάρχη Ιησού και πληρώνουμε σ’ αυτόν φόρο πίστεως. Απολαμβάνουμε την ευλογία αυτή, διότι ο Ιησούς υπέφερε την αθλιότητα εκείνη

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έστω κι αν είναι αληθινά αυτά που λέγονται…

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιανουάριος 3, 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΑΤΑΛΑΛΙΑ

Καταλαλιά είναι να μιλάς για τον αδελφό σου, όταν αυτός λείπει, με σκοπό να τον διαβάλεις, έστω κι αν είναι αληθινά αυτά που λέγονται…

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

πηγή

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 22, 2018

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρο Στυλιανού Παπαδοπούλου, τόμος Α, σελ. 464-472, Αθήνα 1962).

Αειπαρθενία της Θεοτόκου. Το αφηρημένον ουσιαστικόν «αειπαρθενία» δηλοί την κατάστασιν ανδρός ή γυναικός, κατά την οποίαν ούτοι ουδέποτε εγνώρισαν γαμιαίας σχέσεις και διετήρησαν ούτω την παρθενίαν των ες αεί.
Η λέξις Αειπαρθενία και Αειπάρθενος απεδόθη από των πρώτων ήδη αιώνων εις την Παναγίαν Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μαζί με πολλάς άλλας λέξεις, ακτινοβολούσας τον μέγαν σεβασμόν των πιστών προς την Κυρίαν Θεοτόκον.
Αντίστοιχος λέξις εις την λατινικήν και τας ευρωπαϊκάς γλώσσας δεν υπάρχει και δια τον λόγον τούτον δεν απαντά μονολεκτικός τύπος δια την δήλωσιν του «αειπάρθενου» της Θεοτόκου εις τους Λατίνους Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Η πίστις εις την αλήθειαν της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου ήτο κοινή συνείδησις των αποστολικών χρόνων και διήκει δι’ όλης της χριστιανικής παραδόσεως μέχρι σήμερον, δια τους ορθοδόξους καί τους ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς.
Ας ίδωμεν, όμως, συστηματικώς διατυπουμένην την περί Αειπαρθενίας της Θεοτόκου διδασκαλίαν: α) εις τήν Αγίαν Γραφήν, β) τους αποστολικούς Πατέρας, γ) τους μετέπειτα Πατέρας, δ) την Ορθόδοξον Υμνολογίαν και ε) τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
1. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας Γραφάς.
α) Π. Διαθήκη. Η εκ παρθένου γέννησις του Σωτήρος εξαγγέλλεται καί προφητεύεται σαφώς εις την Π. Διαθήκην. Κλασσική κατέστη η προφητεία του Ησαΐου (ζ 14), την οποίαν αναφέρει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (α 23): «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν καί καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Η παρθένος θα τέξη, κατά τον προφήτην, υιόν (η παρθένος… τέξεται). Κατά την έκφρασιν ταύτην του Ησαΐου, επομένως, η τίκτουσα, θα είναι παρθένος καί κατά την στιγμήν, την οποίαν θα τίκτη. Εάν η γεννώσα κατά τον τόκον δεν θα ήτο παρθένος, δεν θα έλεγεν ο Ησαΐας: «ή παρθένος τέξεται», αλλ’ η γυνή τέξεται, διότι μόνον η γυνή τίκτει φυσιολογικώς και ουδέποτε η παρθένος. Ούτω, συμφώνως προς τον Ησαΐαν, η Μαρία θα παραμείνη παρθένος κατά τον τόκον. Με την ερμηνείαν αυτήν της προφητείας συμφωνούν οι αποστολικοί καί μετέπειτα Πατέρες. (Πρβλ. Ιουστίνου, PG 673 και 676. Πλείονα διά την υπό το πνεύμα τούτο ερμηνείαν της προφητείας, όρα Μ. Schmans, Katholische Dogmatik. V, (Mariologie). Munchen 1955, σ. 122- 123.
Πλην της σαφούς ταύτης προφητείας περί της διαφυλάξεως της παρθενίας της Θεοτόκου κατά τον τόκον υπάρχουν καί άλλα χωρία της Π. Διαθήκης εκληφθέντα καί ερμηνευθέντα υπό τών Πατέρων, ως αφορώντα εις τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου κατά καί μετά τόκον. Τοιαύτα είναι:
Το Ησ. «καί εξελεύσεται ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαί καί άνθος εκ τής ρίζης αναβήσεται καί αναπαύσεται επ’ αυτόν Πνεύμα Θεού…» (ια 1 – 2).

Το Ιεζεκ. «καί η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, καί ουδείς μη διέλθη δι’ αυτής. Ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής καί έσται κεκλεισμένη». (Υπό την φράσιν «πύλη κεκλεισμένη» νοείται η Παρθένος Μαρία). Το Εξ. γ 2 κ. εξ. περί τής φλεγομένης καί μή καιομένης βάτου. Το Γέν. κη 12-13, περί τής κλίμακος τού Ιακώβ. Το Εξ. ιστ’ 33. Το Κριτ. στ’ 37 κ. εξ. Το Ψαλμ. οε’ 3 και το πστ 5. Το Αριθ. ιζ’ 8 κ.ά.
β) Κ. Διαθήκη.
Ουδείς των ιερών Ευαγγελιστών ασχολείται ειδικώς περί τό αειπάρθενον της Θεοτόκου. Ούτοι, αρκούνται να δηλώσουν την δια Πνεύματος Αγίου σύλληψιν του Υιού του Θεού (Λουκ. α’ 35, Ματθ. α’ 18) καί την εκ παρθένου γέννησιν αυτού (Ματθ. α’ 23, Λουκ. α’ 26, 27 καί 31).

Πρώτον, λοιπόν, βεβαιούται η διά Πνεύματος Αγίου σύλληψις υπό του Ματθαίου. «Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ήν. Μνηστευθείσης γάρ τής μητρός αυτού Μαρίας τώ Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.α’ 18). και υπό του Λουκά: «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ού γινώσκω; Καί αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Αγιον επελεύσεται επί σέ καί δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. α 35). Η Παρθένος δεν θα χρειασθή να πληρώση τον φυσικόν νόμον της αναπαραγωγής· μένει ξένη πρός ό,τι συμβαίνει με τούς λοιπούς ανθρώπους καί μάλιστα απορούσα πώς, παρθένος αύτη ούσα, θα γεννήση υιόν, λαμβάνει την απάντησιν, ότι δι’ υπερφυσικού τρόπου καταλύοντος κατ’ ανάγκην τόν φυσικόν νόμον, θα πραγματοποιηθή η γέννησις: «διά Πνεύματος Αγίου».
Δεύτερον, δείκνυται ότι η τίκτουσα, κατά τόν τόκον θα είναι παρθένος. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρων την προφητείαν τού Ησαΐου (ζ 14), λέγει «η Παρθένος… έξει καί τέξεται υιόν» (α 23)· ό Λουκάς απηχών καί ούτος τήν προφητείαν τού Ησαΐου, λέγει· «καί ιδού συλλήψη εν γαστρί καί τέξη υιόν» (α 31). Ποία «συλλήψει καί τέξη»; Η παρθένος, η μεμνηστευμένη ανδρί (Λουκ. α 27′). Κατά τα χωρία ταύτα, η Παρθένος εκ Πνεύματος Αγίου θα συλλάβη καί η ίδια Παρθένος θα τέξη, χωρίς να μεταβληθή τι ως προς τήν παρθενίαν αυτής. Η παράταξις των ρημάτων «έξει καί τέξεται» καί συλλήψη καί τέξη», χωρίς διάκρισιν του τρόπου πραγματοποιήσεώς των, σημαίνει ακριβώς τον ταυτόσημον τρόπον πραγματοποιήσεως του «συλλήψη» καί του «τέξη», δηλ. «διά Πνεύματος Αγίου» γίνεται καί η σύλληψις καί ο τοκετός. Όπως επομένως είς τήν πρώτην περίπτωσιν, της συλλήψεως δηλαδή, η Μαρία παραμένει παρθένος, ούτω και εις τήν δευτέραν, τήν γέννησιν ή τόν τοκετόν, διατηρεί τήν παρθενίαν της, αφού υπερφυσικώς τίκτει.

Διά το πώς συμβαίνει τούτο, απαντά θαυμασίως ό Ζιγαβηνός, λέγων «Τούτο γάρ ούτε ο Ευαγγελιστής εδίδαξεν, ούτε πρό αυτού ο άγγελος, ο ευαγγελισάμενος τη Θεοτόκω τήν σύλληψιν. Ηγνόησαν γάρ τούτο καί αυτοί, διά τό είναι πάσιν ακατάληπτον, καί μόνη τη μακαρία Τριάδι γνωστόν. Τούτο δέ γίνωσκε μόνον, ότι σεσάρκωται ο Υιός ευδοκία του Πατρός, καί συνεργία τού Αγίου Πνεύματος» (Ερμηνεία είς τό Ματθ. α 18, έκδοσις Θ. Φαρμακίδου, Αθήναι 1942, Α’, σ. 14- 15).
Δια το παράδοξον της διατηρήσεως της παρθενίας καί κατά τόκον ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «ως ούτε του τόκου την παρθενίαν λύσαντος, ούτε της παρθενίας τη τοιαύτη κυοφορία εμποδών γενομένης. Όπου γάρ πνεύμα σωτηρίας γεννάται… άχρηστα πάντως της σαρκός θελήματα» (PG 46, 396). Πλήν των ανωτέρω, όμως, χωρίων τα οποία εξητάσαμεν καί είδομεν, ότι μας πληροφορούν —χωρίς να το λέγουν απ’ ευθείας, διότι δεν το αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα— δια την διατήρησιν της παρθενίας της Θεοτόκου πρό καί κατά τόκον, υπάρχουν και άλλα, πρό παντός δέ φράσεις καί λέξεις μεμονωμέναι, τά οποία χρησιμοποιούν οι εκάστοτε αιρετικοί διά να προσβάλλουν τήν αλήθειαν τού Αειπαρθένου της Θεοτόκου. Τα χωρία καί αι λέξεις, αι σκανδαλίζουσαι τους αιρετικούς είναι τα έξής:
1)  «Καί ουκ εγίνωσκεν αυτήν (ο Ιωσήφ) έως ου (έως ότου) έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Ματθ. α’ 25). Βάσει τού «έως ού» λέγουν, ότι ο Ιωσήφ δεν εγνώριζε την Παρθένον μόνον μέχρι της γεννήσεως του Ιησού.
2)  Εις το αυτό χωρίον και εις Λουκ. β 7 υπάρχει η λέξις «πρωτότοκος» και υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς υπήρξεν απλώς ό πρώτος γεννηθείς και εν συνεχεία ηκολούθησαν άλλοι υιοί ή τέκνα γενικώς.
3) Ενίοτε το θεόπνευστον κείμενον αποκαλεί τον Ιωσήφ «άνδρα της Μαρίας» (Ματθ. α 16) καί την Παρθένον «γυναίκα τού Ιωσήφ» (Ματθ. α’ 20 καί 24). Το «άνδρα» και «γυναίκα» σημαίνει κατ ά τούς αιρετικούς, ότι η Μαρία, μετά την γέννησιν του Ιησού, εγέννησε καί άλλα τέκνα μετά του Ιωσήφ, ως ανδρός αυτής.

4) υπάρχει το περίφημον πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου.

Ας εξετάσωμεν, όμως, κατά σειράν τα προαναφερθέντα χωρία και τας φράσεις ή τας λέξεις.

1. Πράγματι ο Ματθαίος (α 25) λέγει· «καί ούκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκεν…». Με το «έως ου» ο ευαγγελιστής θέλει απλώς να δηλώση το γεγονός της παρθενίας της Θεοτόκου έως την στιγμήν της γεννήσεως. Δεν ενδιαφέρεται διά τον περαιτέρω χρόνον. Η έκφρασις αύτη «ορίζει μόνον το χρονικόν όριον, μέχρι του οποίου ενδιαφέρεται να τονίση ο εξιστορών ότι συνέβη ή δέν συνέβη τι, χωρίς να δηλοί κατ’ ανάγκην την μετά το όριον τούτο αλλαγήν της καταστάσεως, ούσα ούτως ειπείν σχήμα τονισμού της πραγματικότητος καί της διάρκειας του πρό του ορίου, προ του «έως ου» συμβαίνοντος· ούτω το «έως ου» καταλήγει εις την σημασίαν του διηνεκώς, λέγει ο Ι. Καλογήρου (Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 19, σημ. 1), αναλύων τα περί τού θέματος λεγόμενα του ιερού Χρυσοστόμου (PG 78, 102).

Την αποστομωτικήν απάντησιν εις τους ισχυριζομένους, ότι μόνον έως την γέννησιν του Ιησού η Θεοτόκος ήτο παρθένος συμφώνως πρός το «έως ου» δίδει η ιδία η Αγία Γραφή. Όντως, εις αυτήν εύρηνται πολλά παράλληλα προς το Ματθ. α’ 25 χωρία, βοηθούντα ημάς να κατανοήσωμεν ορθώς το «έως ου»… Πρώτος ο Ιερώνυμος συνεκέντρωσε τοιαύτα παράλληλα χωρία εκ της Γραφής και είτα ο Ι. Χρυσόστομος τον συνεπλήρωσε (PG 57, 58). Ο Ιερώνυμος τα χωρία ταύτα εχρησιμοποίησεν είς τον αγώνα του κατά του αιρετικού Ελβιδίου, γράψας κατ’ αυτού ολόκληρον έργον (Adv. Helv.. PL 23). Ο Ελβίδιος (Δ’ αιών), σημειωθήτω, υπήρξεν εκ των πρώτων αρνητών της αειπαρθενίας της Θεοτόκου. Ιδού, λοιπόν, μερικά παράλληλα χωρία:
«Από του αιώνος καί έως του αιώνος Σύ εί, Κύριε» (Ψαλμ. πθ’ 2). Εάν το «έως ου» του Ματθ. (α’ 25) εσήμαινεν ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ εγνώρισε την Παρθένον, τότε καί κατά το προκείμενον χωρίον δεν θα υπάρχη ο Κύριος πέραν του αιώνος, όπερ αντιβαίνει εις την διδασκαλίαν των Γραφών.
Το Πράξ. β’ 34 «Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου». Εάν οι εχθροί τεθούν υποπόδιον των ποδών του Κυρίου, θα παύση ούτος να κάθηται εις τα δεξιά του Πατρός; Βεβαίως δεν θα παύση να κάθηται εις τα δεξιά, αλλ’ εδώ ο συγγραφεύς ενδιαφέρεται μόνον διά τόν συγκεκριμένον χρόνον, καθ’ όν θα ηττηθούν οι εχθροί.
Το Γέν. η 1 «Ούχ υπέστρεψεν ο κόραξ έως ου εξηράνθη η γή». Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Καίτοι γε ουδέ μετά ταύτα υπέστρεψε» (PG 57, 58).
Επίσης το Β’ Βασιλ. στ’ 23 «Τη δε Μελχάλ ουκ εγίνετο παιδίον έως τής ημέρας του αποθανείν αυτήν». Κατά τους αρνητάς της αειπαρθενίας της Θεοτόκου, δια την έκφρασιν «έως ου» η Μελχάλ θα έπρεπε να έκαμε παιδίον μετά τον θάνατον αυτής.

Αλλά και αυτός ούτος ο Κύριος εχρησιμοποίησε παράλληλον έκφρασιν υπό την έννοιαν, καθ’ ήν και η Ορθόδοξος Εκκλησία εννοεί το «έως ου», λέγων προς τους μαθητάς του· «’Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη’ 20). Μετά την συντέλειαν του αιώνος, δεν θα ευρίσκεται ο Κύριος μετά των μαθητών του; Το «έως ου» λοιπόν, ως φαίνεται μετά την παράθεσιν των ανωτέρω χωρίων καθαρότατα, «είρηκεν ούχ ίνα υποπτεύσης ότι μετά ταύτα αυτήν έγνω, αλλ’ ίνα μάθης ότι πρό των ωδίνων πάντως ανέπαφος ήν η Παρθένος» (Χρυσ. PG 57, 58). Και ο Ζιγαβηνός προσθέτει «Το έως τίθεμεν… επεί εκ πορνείας γεγεννήσθαι τον Χριστόν εφλυάρουν Ιουδαίοι» (Ερμην. Ματθ. α 25, έκδ. Θ. Φαρμακίδου, Άθήναι 1842, Α’, σ. 20).
2. Η λέξις «πρωτότοκος» των χωρίων Ματθ. α 25 και Λουκ. β’ 7 ηρμηνεύθη, ως εάν είχον ακολουθήση καί άλλα τέκνα, του Ιησού όντος πρωτοτόκου κατά σειράν γεννήσεως. Τούτο, όμως, δέν είναι ορθόν, διότι η λέξις εις την Γραφήν δηλώνει:
α) τον πρώτον τεχθέντα μεταξύ αδελφών (Γέν. λε’ 23),
β) τον μονογενή, τον μη ακολουθούμενον υπ’ άλλου αδελφού (ως χρησιμοποιείται ενταύθα, Ματθ. α’ 25 καί Λουκ. β’ 7)·
γ) τον εξαίρετον καί τίμιον υπέρ πάντας τους άλλους (Έβρ. ιβ’ 23)·
δ) και τον «πρωτότοκον πάσης κτίσεως» (Κολοσ. α’ 15). Πρβλ. καί Ζιγαβηνού, έκδ. Φαρμακίδου, Α, σ. 20-21.
Άπασα η παράδοσις ερμηνεύει τον «πρωτότοκον» όχι ως πρώτον μεταξύ πολλών, αλλ’ως τον μόνον, τον Μονογενή, ο οποίος εξήλθεν εκ της κοιλίας της Θεοτόκου (Μ. Βασιλείου, PG 31, 1468). Ο δε Θεοφύλακτος λέγει, ότι «πρωτότοκος λέγεται ο πρώτος τεχθείς κάν μη δεύτερος ετέχθη» (PG 123, 721). Πρβλ. καί Μ. Σιώτου, Το πρόβλημα των αδελφών του Ιησού, Αθήναι 1950, σ. 78. Την αυτήν ερμηνείαν δίδει καί ο Δίδυμος ο Τυφλός εις το «πρωτότοκος» (Περί Τριάδος, GP 39, 832c).
Πρέπει να παρατηρηθή προσέτι, ότι η Κ. Διαθήκη ουδαμού ονομάζει τέκνα Μαρίας, δια να δεχθώμεν, ότι ο Ιησούς ήτο πρωτότοκος μεταξύ πολλών τέκνων της Μαρίας.
3. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος ονομάζει τον δίκαιον Ιωσήφ άνδρα της Μαρίας,«Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας» (α 16) και «Ιωσήφ δέ ο ανήρ αυτής» (α 19). Την δε Παρθένον ο αυτός ευαγγελιστής ονομάζει γυναίκα του Ιωσήφ, «μή φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου» (α 20) καί «καί παρέλαβε τήν γυναίκα αυτού» (α 24). Δια να ίδωμεν ακριβέστερον υπό ποίαν έννοιαν χρησιμοποιούνται εδώ το «ανήρ» καί «γυνή», θα παραθέσωμεν δύο παράλληλα χωρία εκ της Κ. Διαθήκης: «ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής» (Αποκ. κα’ 2) και «απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτω γυναικί, ούση εγκύω» (Λουκ. β’ 5).
Εις την πρώτην περίπτωσιν, ονομάζεται «ανήρ αυτής» ο μη εισέτι νυμφευθείς, ο μη γνωρίζων ακόμη συνάφειαν. Εις την δευτέραν περίπτωσιν, η Μαριάμ ονομάζεται γυνή του Ιωσήφ παρά την δήλωσιν, ότι αύτη είναι μόνον «μεμνηστευμένη αυτω». Χρησιμοποιούνται κατά ταύτα εις την Κ. Διαθήκην το ανήρ και γυνή και δια τον χρόνον της μνηστείας.Όρα και Ζιγαβηνόν «Άνδρα δε αυτής είπε τόν Ιωσήφ ως μνηστήρα. Καί γάρ καί γυναίκα ταύτην αυτού καλεί προϊών, ως μνηστήν. Ούτω γάρ ήν έθος καλείσθαι καί πρό τής συναφείας» (Έργ. μν., Α’, σ. 13).
4. Οι ευαγγελισταί Ματθαίος (ιβ’ 46-49), Λουκάς (η’ 19-20) καί Μάρκος (γ- 32-34) κατονομάζουν «αδελφούς Κυρίου» ορισμένα πρόσωπα σχέσιν έχοντα με τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Εάν δεχθώμεν, ότι πρόκειται περί πραγματικών αδελφών του Κυρίου, τότε καταρρίπτεται το αειπάρθενον της Θεοτόκου. Αλλ’ ερωτώμεν μετά του Επιφανίου (PG 42, 715, 716), εάν η Παρθένος είχε και άλλα τέκνα, διατί να εμπιστευθή ο επί του σταυρού αποθνήσκων Ιησούς την μητέρα του εις τον Ιωάννην; (Ίω. ιθ’ 26, 27).
«Ει δε είχεν άνδρα, ει είχεν οίκον, ει είχε τέκνα, είς τα ίδια ανεχώρει, ού πρός τον αλλότριον». Ουδαμού παρατηρείται το φαινόμενον να εγκαταλείπη η μήτηρ τον οίκον της και τα τέκνα της, όταν συμβαίνη να αποθάνη ο πρωτότοκος υιός της. Και κατά την προκειμένην περίπτωσιν, «έλαβεν ο μαθητής (ο Ιωάννης) αυτήν (την Θεοτόκον) είς τα ίδια» (Ίω. ιθ’ 27), δια τον απλούστατον λόγον, ότι η Θεοτόκος δεν είχεν υιούς, διότι ο Ιησούς δεν είχεν αδελφούς.
Τας πρώτας ορθάς ειδήσεις περί των λεγομένων «αδελφών του Κυρίου» ευρίσκομεν εις τα απόκρυφα Ευαγγέλια του Πέτρου καί του Ιακώβου, το δεύτερον των οποίων μάλιστα ονομάζεται καί «πρωτευαγγέλιον». Το πρώτον εγράφη ίσως πρό του 150 είς την Συρίαν και το δεύτερον οπωσδήποτε πρό του 200 (Β. Altaner, Patrologie, Freiburg 1958, σ. 56).
Πρώτος δε εκ των εκκλησιαστικών ανδρών, ο οποίος έθεσεν ορθώς το πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου, ίσως κατ’ επίδρασιν των προαναφερθέντων αποκρύφων εαγγελίων και μάλιστα του Ιακώβου, είναι ο Ωριγένης (253/4). Δεν πρέπει δε να σκανδαλίζη το γεγονός, ότι εκκλησιαστικοί άνδρες ως ο Ωριγένης και ο Επιφάνιος αργότερον εδέχθησαν επίδρασιν εκ των αποκρύφων ευαγγελίων, διότι τούτο δεν θα συνέβαινεν, εάν αι παραληφθείσαι ιδέαι δεν ήσαν κοινώς παραδεδεγμέναι υπό της συνειδήσεως της Εκκλησίας. (Πρβλ. Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 17-18). Σημειωθήτω δε, ότι ο πυρήν του πρωτευαγγελίου είναι ιστορικός και διασώζει την παράδοσιν και ως εκ τούτου έχει σχέσιν με τα κανονικά Ευαγγέλια (Μ. Σιώτη, μν. έργ., σ. 12, σημ. I).

Οι λεγόμενοι «αδελφοί του Κυρίου» είναι υιοί του Ιωσήφ εκ της γυναικός του, της αποθανούσης ήδη προ της μνηστείας του μετά της Παρθένου Μαρίας. Επειδή δε η Παρθένος ήτο νόμω γυνή τού Ιωσήφ, καλούνται αδελφοί Κυρίου οι νόμω υιοί τής μητρός του Κυρίου. Πρβλ. Ωριγένη:

«Ζητείται παρά πολλοίς περί των αδελφών Ιησού… αδελφούς μεν ουκ είχε φύσει, ούτε της Παρθένου τεκούσης ύστερον… νόμω τοιγαρούν εχρημάτισαν αυτού αδελφοί, υιοί Ιωσήφ όντες εκ προτεθνηκυίας γυναικός και επεί καθ’ ομολογίαν γυνή αυτού η Μαρία εχρημάτισεν… Ακολούθως τη τοιαύτη διατάξει (αναφέρει διάταξιν του Μωσαϊκού νόμου) αδελφοί του Ιησού είρηνται οι εκ του Ιωσήφ, ει καί αυτός εξ’ αυτού μή τυγχάνει» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, 6, 506 κ.έξ.). Όρα επίσης καί Ί. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 22. Κ. Δρατσέλλα, Η Θεοτόκος και ο Ακάθιστος Ύμνος, Τρίκαλα 1957, σ. 41, 42 και την μνημονευθείσαν σπουδαιοτάτην μονογραφίαν του Μ. Σιώτη, σ. 59 κ. αλλαχού.

Την γραμμήν του Ωριγένους ακολουθεί όλη η μετέπειτα εκκλησιαστική γραμματεία, πλήν εξαιρέσεων, ως του Ιερωνύμου λ.χ., αντεπεξερχομένου κατά του αιρετικού Ελβιδίου (De perpelua virginitatae Mariae, Adversus Helvidium, Liber unus, PL 23, 194-215). Μάλιστα ο Επιφάνιος Κύπρου, εξ αφορμής εν Αραβία κυκλοφορουσών κακοδοξιών σχετικών προς το πρόσωπον της Παρθένου γενικώς, έγραψεν, εκθέτων την ορθόδοξον διδασκαλίαν επί του θέματος των «αδελφών του Κυρίου» και της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου, εις το έργον του Πανάριον ή κατά Αιρέσεων (PG 42, 699-740).

Κατά τα ανωτέρω, λοιπόν, οι «αδελφοί τού Κυρίου» καταχρηστικώς ονομάζονται ούτω, όντες υιοί τού Ιωσήφ, καί δεν πρέπει η έκφρασις αύτη τών Ευαγγελίων να χρησιμοποιήται υπό των εκάστοτε αιρετικών ως όπλον κατά τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου. Μέχρι τούδε εξητάσαμεν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου κατά την Π. καί τήν Κ. Διαθήκην. Έκ τής εξετάσεως ταύτης προκύπτει, ότι :
α) η Παρθένος Μαρία συνέλαβεν εκ Πνεύματος Αγίου, καταργήσασα επομένως τόν φυσικόν νόμον
β) κατά τόν τόκον της παρέμεινε παρθένος, όπως παρθένος παρέμεινε καί μετά τήν σύλληψιν, αφού καί η σύλληψις καί ο τόκος κατά συνέπειαν έγιναν κατά τρόπον υπερφυσικόν καί
γ) ωρισμέναι φράσεις ή χωρία τής Κ. Διαθήκης, χρησιμοποιούμενα κατά της Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ορθώς εξηγούμενα δέν προσβάλλουν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου. Πρέπει να είπωμεν, ότι είς τήν Κ. Διαθήκην δεν ευρίσκομεν μαρτυρίαν άμεσον περί τής μετά τόν τόκον παρθενίας της Θεοτόκου, περί τού Αειπαρθένου δηλαδή. Η παντελής, όμως, έλλειψις μαρτυριών διά το αντίθετον αποκλείει πάσαν συνάφειαν τής Παρθένου μετά τού Ιωσήφ μετά τήν γέννησιν τού Ιησού. Η δημιουργουμένη αύτη συνείδησις καί η βέβαια γνώσις των πραγμάτων διά της παραδόσεως ωδήγησε τους αποστολικούς Πατέρας καί είτα τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς να εκφρασθούν ποικιλοτρόπως υπέρ τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ως θα ίδωμεν εν τοις εξής.
2. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τους αποστολικούς Πατέρας καί τους απολογητάς.
α)  Είς τα έργα Ιγνατίου του Θεοφόρου (+110) ευρίσκομεν μαρτυρίας διά την πρό καί την κατά τόκον παρθενίαν τής Θεοτόκου. Εις τήν προς Σμυρν. I, 1 (ΒΕΠ Β’, σ. 280) απαντά περί του Ιησού η έκφρασις «γεγενημένον αληθώς εκ Παρθένου» και εις τήν πρός Εφεσ. XVII αναγιγνώσκομεν «ο γάρ τού Θεού υιός… εκυοφορήθη εκ Μαρίας κατ’ οικονομίαν Θεού, εκ σπέρματος μέν Δαβίδ, διά Πνεύματος δέ αγίου» (σ. 291). Πρβλ.Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 10-11. Αλλά και εις την πρός Εφεσίους XIX διακηρύττεται η παρθενία της Μαρίας καί ο υπεφυσικός της τόκος (ΒΕΠ Β’ σ. 291)· «καί έλαθε τόν άρχοντα τού αιώνος τούτου η παρθενία Μαρίας, καί ο τοκετός αυτής».
β)  Εις τον Ιουστίνον, ευρίσκομεν σαφείς μαρτυρίας περί τής παρθενικής καί άρα υπερφυσικής γεννήσεως τού Κυρίου, χωρίς να μας ομιλή ο ιερός Πατήρ διά την μετά τήν γέννησιν κατάστασιν, αφου οι σύγχρονοί του χριστιανοί και μή θα εγνώριζον προφανώς καί εξ’ ιδίας ακόμη αντιλήψεως —ο Ιουστίνος απέθανε περί το 160— ότι η Παρθένος δέν ήλθεν εις πραγματικήν κοινωνίαν γάμου μετά τού Ιωσήφ, διατηρήσασα ούτω τήν παρθενίαν της ες αεί. Αναφερόμενος εις τήν γέννησιν τού Κυρίου, γράφει ο Ιουστίνος· «τουτέστι διά παρθενικής μήτρας τον πρωτότοκον των πάντων ποιημάτων σαρκοποιηθέντα αληθώς παιδίον γενέσθαι, προλαβών αυτό δια τού προφητικού Πνεύματος» (PG 6. 673β). Πρβλ. επίσης καί πολλούς διαλόγους του ως τους 43, 45, 48, 54, 71, 100 κ.ά. Εκ των ανωτέρω φαίνεται, ότι οι αποστολικοί Πατέρες δεν εκφράζονται διά τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου μετά τόκον, αλλ’ ούτε καί διά το αντίθετον γίνεται η παραμικρά νύξις, ενώ εκ τού τρόπου του εκφράζεσθαι περί τής Θεοτόκου εις τα έργα των μάς αφήνουν να πιστεύσωμεν, ότι υπό το επίθετον «Παρθένος», όπως αποκαλούν τήν Θεοτόκον, νοείται το «Αειπάρθενος». Πρβλ. καί Μ. Σιώτη. μν. έργ., σ. 95.
3. Η Αειπαρθενία τής Θεοτόκου κατά τους Πατέρας και τους έκκλησιαστικούς συγγραφείς,
α)  Πρώτος ο Ωριγένης (+253/54) σαφώς και απεριφράστως εκφράζεται και διά την μετά τον τόκον διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου, αν και δεν χρησιμοποιεί τον όρον «Αειπάρθενος». Εξηγών, διατί οι λεγόμενοι «αδελφοί τού Κυρίου» δεν είναι πραγματικοί του αδελφοί, γράφει·

«Ζητείται παρά πολλοίς περί τών αδελφών Ιησού, πώς είχε τούτους, της Μαρίας μέχρι τελευτής παρθένου διαμεινάσης» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, σ. 506, 90 κ.έξ.). Καί αλλαχού· «το αξίωμα της Μαρίας εν παρθενία τηρείν μέχρι τέλους βούλονται…»(ένθ. αν., X, σ. 21). Καί εις άλλο σημείον ο κριτικώτατος ούτος εκκλησιαστικός συγγραφεύς γράφει, ότι δεν δύνανται (οι πολέμιοι της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου) να αποδείξουν, «ότι συνουσία εχρήσατο μετά την απότευξιν του Σωτήρος». Κέκτηται δε η μαρτυρία αύτη ιδιαιτέραν σημασίαν, καθότι ο Ωριγένης γράφει κατά το α’ ήμισυ του Γ’ αιώνος, οπότε —εάν πράγματι η Θεοτόκος δεν διετήρησε τήν παρθενίαν της μέχρι τέλους της ζωής της— τα γεγονότα καί η παράδοσις ήσαν πολύ πρόσφατα, ώστε να δύνανται ευχερώς να αποδείξουν τον ισχυρισμόν των οι εχθροί του «Αειπαρθένου». Εν τούτοις όμως δεν ηδυνήθησαν να το πράξουν.
β)  Γρηγόριος ο Θαυματουργός (+270), μαθητής του Ωριγένους, εις την εν αρμενική μεταφράσει διασωθείσαν ομιλίαν του «εις την Γέννησιν» υποστηρίζει, ότι η Θεοτόκος υπήρξε παρθένος πρό, κατά καί μετά τόκον (Pitra, Analecta Sancta, Paris 1883, IV, σ. 383 κ.έξ. καί 392).
γ)  Δια πρώτην φοράν απαντώμεν τον όρον «Αειπάρθενος» εις τον β’ Λόγον του Μ. Αθανασίου (+373) κατά Αρειανών.

«Ουκούν οι αρνούμενοι εκ τού Πατρός είναι φύσει καί ίδιον αυτού τής ουσίας τόν Υιόν αρνείσθωσαν καί αληθινήν σάρκα ανθρωπίνην αυτόν ειληφέναι εκ Μαρίας της αειπαρθένου» (PG 26, 296β). Καί αλλαχού «καί αύτη δε η Κυριότοκος Μαρία και αειπάρθενος» (PG 27, 1393C). Ο όρος απαντά ακόμη μίαν φοράν εις τήν ερμηνείαν του συμβόλου τής πίστεως· «ενανθρωπήσαντα, τουτέστιν γεννηθέντα τελείως εκ Μαρίας της Αειπαρθένου δια Πνεύματος Αγίου» (PG 26, 1232 Α). Ο Μ. Αθανάσιος, λοιπόν, εισήγαγε τον όρον «Αειπάρθενος» εις την γραμματείαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και έκτοτε χρησιμοποιείται ούτος συχνάκις υπό των Πατέρων καί δη των μεταγενεστέρων αιώνων, αν καί κατά το πλείστον ούτοι χρησιμοποιούν τον όρον «Παρθένος», εκφράζοντες διά τούτου το Αειπάρθενο της Θεοτόκου,
δ)  Καί Δίδυμος ο Τυφλός (+398) ρητώς διδάσκει το «Αειπάρθενον», λέγων «ότιπερ ο εκ του αρρήτου φωτός αχρόνως εκλάμψας, από της Αειπαρθένου εν υστέροις καιροίς δια φιλανθρωπίαν αφράστως ετέχθη» (PG 39, 404C). Την ιδίαν δε διδασκαλίαν εκθέτει και εις άλλα σημεία (αυτόθι, 832C.
ε)  Ο ιερός Χρυσόστομος (+407) καταρρίπτων τα επιχειρήματα των αιρετικών κατά του αφράστου μυστήριου της εκ Παρθένου γεννήσεως του Ιησού, διδάσκει το «Αειπάρθενον» εις πολλά σημεία. (Πρβλ. λ.χ. τα PG 78, 102. 57,58 καί 56, 387-388).
στ)  Επιφάνιος ο Σαλαμίνος (+404) αντεπεξήλθε μετά πολλής θεολογικής εμβριθείας εις τας περί το πρόσωπον της Αειπαρθένου Μαρίας αιρετικάς δοξασίας, τας επιπολαζούσας εν Αραβία και αλλαχού. Πολεμών τάς αιρέσεις ταύτας, εξέφρασε σαφώς τήν πίστιν του εις το «Αειπάρθενον» (PG 42, 737ΑΒ). Συχνότερον δε παντός άλλου ο Επιφάνιος αποδίδει τον όρον Αειπάρθενος εις την Θεοτόκον· «εις την υπέρ της αυτής Αγίας Αειπαρθένου υπόθεσιν… ως εις το όνομα της Αειπαρθένου κολλυρίδα τινά επιτελείν…» (αυτόθι, 736). Εκ του ανωτέρω φαίνεται, ότι ο Επιφάνιος καταφέρεται εναντίον ομάδων γυναικών, των Κολλυριανίδων, διότι «ετέλουν ιερουργίας εις το όνομα της Θεοτόκου ως εiς θεάν» (Ί. Καλογήρου, μν. εργ., σ. 118. Περί της αιρέσεως ταύτης πρβλ. F. J. Dolger, Die eigenartige Marienehrung der Philomarianiten oder Kollyridianer in Arabien, είς Antike und Christentum I, 2, σ. 107-142).
ζ)  Κύριλλος ο Αλεξανδρείας (+444) είναι καί ούτος κατηγορηματικώς εκπεφρασμένος υπέρ του «Αειπαρθένου» καί μάλιστα λέγει· «Σοί γαρ καί ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός επί τού Σταυρού αναλαμβανόμενος την Θεοτόκον καί αειπάρθενον, ώς παρθένω παρέδωκεν… σκεύος αμίαντον» (Ομιλίαι Διάφοροι XI, PG 77, 1632C).
η)  Επειδή είναι αδύνατον διά τόν ολίγον χώρον να αναφέρωμεν εδώ αναλυτικώς όλους τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς Συγγραφείς, πρβλ. διά τήν πίστιν εις το «Αειπάρθενον» και Νείλου (+430) (PG 79, I89CD καί 189C), Πρόκλου Κωνσταντιπουπόλεως (+446) (PG 65, 700C). Πηλουσιώτου Ισιδώρου (+435) (PG 78, Ι93Β), Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως (+740) (PG 98, 304CD),Ιωάννου Δαμασκηνού (+754) (PG 79, 18ICD καί 713BC).
4. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου εις την Υμνολογίαν.
Εις την Υμνολογίαν ευρίσκομεν πλήθος λέξεων ή και φράσεων, δηλουσών τήν βαθείαν πίστιν τών υμνογράφων εις τήν αειπαρθενίαν τής Θεοτόκου. Οι περίφημοι χαρακτηρισμοί τής Θεομήτορος ως «Απειρογάμου» (Ωρολόγιον. εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1952, σ. 488), ως «άνθους τής αφθαρσίας» καί «στέφους της εγκρατείας» (αύτόθι, 496). ως καί η θαυμασία προσφώνησις· «χαίρε, νύμφη ανύμφευτε» δηλώνουν τήν απόλυτον πίστιν της Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον». Αλλά καί ο ίδιος ο όρος συναντάται συχνάκις· «Η περιστερά η τον ελεήμονα αποκυήσασα, χαίρε Αειπάρθενε» (αυτόθι, σ. 507) διακηρύττει το τέταρτον τροπάριον της εννάτης ωδής της ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου. Εις το τέταρτον τροπάριον της τέταρτης ωδής του κανόνος «είς την Υπεραγίαν Θεοτόκον», ποιηθέντος υπό του Θεοδώρου Στουδίτου, αναγινώσκομεν «ως φιλάνθρωπος βοήθησον, Θεοτόκε μόνη Αειπάρθενε».

Πρβλ. επίσης καί τον Ειρμόν της όγδοης ωδής το Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, την Ευχήν μεταλήψεως, αποδιδομένην εις τον Ι. Χρυσόστομον, το τροπάριον της ακολουθίας της Τραπέζης (μετά το μεταλαβείν), το Απόδειπνον το Μέγα κ. ά., όπου υπάρχει ο όρος «Αειπάρθενος». Εκ τής μικράς ταύτης σταχυολογήσεως φαίνεται, ότι οι υμνογράφοι, όπως καί οι Πατέρες, χρησιμοποιούν ευρύτερον το «Παρθένος», εννοούντες πάντοτε το «Αειπάρθενος». Τούτο βεβαίως δεν δεικνύει καθόλου αμφιβολίαν ή δισταγμόν περί τήν αλήθειαν του «Αειπαρθένου», αφού, μάλιστα, ως θα ίδωμεν κατωτέρω, η αλήθεια αύτη διεκηρύχθη και υπό οικουμενικών συνόδων, αλλ’ απλώς ο όρος «Αειπάρθενος» χρησιμοποιείται κυρίως δι’ απολογητικούς σκοπούς και τούτου ένεκεν είναι σπανιώτερος του «Παρθένος».
5. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τας ορθοδόξους ομολογίας.
α)  Από της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης είς Κωνσταντινούπολιν το 553, η πίστις εις την Αειπαρθενίαν της Θεοτόκου προσλαμβάνει δογματικόν χαρακτήρα και επικυρούται. Εις τον έκτον αναθεματισμόν της Συνόδου κατα των «Τριών κεφαλαίων» ευρίσκομεν τον όρον «Αειπάρθενος»·
«ει τις καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει την αγίαν ενδοξον αειπάρθενον Μαρίαν, ή κατά αναφοράν, ως ανθρώπου ψιλού γεννηθέντος, αλλ’ ουχί του Θεού Λόγου σαρκωθέντος εξ αυτής… ο τοιούτος ανάθεμα έστω» (Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Α’, Αθήναι 1952, σ. 175).
β)  Και εις τον Α’ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης υπό Ιουστινιανού του Β’ κατά το 692 εις Κωνσταντινούπολιν, αναφέρεται ο όρος «αειπάρθενος», αποδιδόμενος εις τήν Θεοτόκον. Έχει δε το σχετικόν χωρίον ως εξής:
«Και την αυτόν ασπόρως τεκούσαν άχραντον αειπάρθενον, κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκον δοξάζοντες» (αυτόθι, σ. 191).
γ)  Το «Αειπάρθενον» ευρίσκομεν διδασκόμενον καί εις νεωτέρας σχετικώς ομολογίας ως του Γρηγορίου του Παλαμά «μορφήν την καθ’ ημάς λαβών, και εκ της αειπαρθένου Μαρίας ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος κυηθείς» (αυτόθι, σ. 343) και του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων· «πιστεύομεν τον υιόν του Θεού… εν γαστρί της αειπαρθένου Μαρίας συλληφθέντα» (Μν. έργ., Β’, Άθήναι 1953, σ. 750).
Η προηγηθείσα μικρά αναδρομή εις τα κείμενα τών Γραφών καί των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεικνύει σαφώς την πεποίθησιν συμπάσης της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Δια τους αρνουμένους το μέγα τούτο ιδίωμα της Θεομήτορος, έχομεν να είπωμεν, ότι δια να αποδεχθή κανείς πράγματα υπερβαίνοντα τον φυσικόν νόμον, πρέπει να ασκηθή εις την καθαρώς θρησκευτικήν και υπερφυσικήν υπέρβασιν του ιδίου του εαυτού του, «ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας καί Αειπαρθένου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου».

ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Ι. Κ α λ ο γ ή ρ ο υ, Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την Ορθόδοξον Πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 10-30 κ. αλλαχού. Μ. Σιώτη, Το πρόβλημα των αδελφών του Ιησού, Αθήναι 1951. Του αυτού, Η εμφάνισις της λατρείας της Θεοτόκου και η επί τής έορτής τής Κοιμήσεως εκκλησιαστική παράδοσις, είς Γρηγόριος Παλαμάς, ΛΓ’ (1950), σ. 177-192. Μ. S c h m a u s. Katholische Dogmatik, V (Mariologie), Miinchen 1955. σ. 106-144. Δ. N. Μ ω ρ αΐ τ ο υ, άρθρον είς ΘΧΕ, Γ’ (1937) 1009-1010. Κ. Δ ρ α τ σ έ λ λ α, Ή Θεοτόκος καί ό Ακάθιστος Ύμνος, Τρίκαλα 1957, σ. 31-42. Ί. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τής ’Ορθοδόξου Καθολικής ’Εκκλησίας, Α*. Άθήναι 1952 καί Β’, Άθήναι 1953. Ε Dublanchy, άρθρον είς DTC, X (1926). σ. 2369 – 2384. L. Kdstcrs, άρθρον είς LTK, IV (1932), σ. 887-889.
ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η άγραφη Παράδοση της Εκκλησίας είναι ισόκυρη με την Αγία Γραφή!(Μεγάλου Βασιλείου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 22, 2018

Η άγραφη Παράδοση της Εκκλησίας είναι ισόκυρη με την Αγία Γραφή!(Μεγάλου Βασιλείου)

Από τα δόγματα και τις αλήθειες που φυλάσσει η Εκκλησία, άλλα μεν τα έχουμε πάρει από τη γραπτή διδασκαλία, άλλα δε, που κατά τρόπο μυστικό έφθασαν μέχρι σε εμάς από την παράδοση των αποστόλων, τα κάναμε δεκτά. Τα οποία ακριβώς και τα δύο, έχουν την ίδια ισχύ όσον αφορά την ευσέβεια.

Και κανείς από όσους έχουν και μικρή γνώση των εκκλησιαστικών  θεσμών δεν θα εγείρει αντίρρηση πάνω σε αυτά. Διότι αν επιχειρούσαμε να εγκαταλείψουμε όσα από τα έθη είναι άγραφα, διότι δήθεν δεν έχουν μεγάλη δύναμη, χωρίς να το καταλάβουμε θα ζημιώναμε το Ευαγγέλιο στην ουσία του ή μάλλον θα μετατρέπαμε το κήρυγμα σε κενό νοήματος όνομα.
Λόγου χάριν (για να θυμηθώ το πρώτο και πιο συνηθισμένο απ’ όλα), ποιος δίδαξε γραπτά ότι αυτοί που ελπίζουν στο όνομα του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού φανερώνουν αυτήν την πίστη τους με το να κάνουν το σημείο του Σταυρού; Το να στρεφόμαστε προς την ανατολή κατά την προσευχή ποιο γραπτό έργο μας το δίδαξε; Τα λόγια της επίκλησης κατά τον αγιασμό του άρτου της θείας Ευχαριστίας και του ποτηρίου, ποιος από τους αγίους μάς τα άφησε γραπτά; Δεν αρκούμαστε ασφαλώς σε αυτά που ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιο μνημόνευσαν, αλλά πριν την Ευχαριστία και μετά από αυτήν λέμε και άλλα, διότι παραλάβαμε από την άγραφη διδασκαλία ότι έχουν μεγάλη δύναμη στην επιτέλεση του μυστηρίου.
Ευλογούμε επίσης και το νερό του βαπτίσματος και το λάδι του χρίσματος και ακόμα και αυτόν που βαπτίζεται. Από ποια γραπτά κείμενα; Δεν τα γνωρίζουμε από την σιωπηρή και μυστική παράδοση; Τι άλλο επίσης; Αυτήν την ίδια τη χρίση με το λάδι, ποιος γραπτός λόγος τη δίδαξε; Από πού πήραμε το να βαπτίζουμε τρεις φορές στο νερό τον άνθρωπο; Και τα άλλα ακόμα τα σχετικά με το βάπτισμα, όπως η αποκήρυξη του Σατανά και των αγγέλων του, από ποια γραφή διδάσκονται; Δεν προέρχονται όλα αυτά από αυτήν την μη δημοσιευμένη και απόρρητη διδασκαλία, την οποία διατήρησαν οι Πατέρες μας εν σιγή χωρίς να την πολυερευνούν και να την περιεργάζονται, επειδή ορθώς είχαν μάθει, ότι πρέπει με τη σιωπή να προστατεύουμε την σεμνότητα των μυστηρίων; Διότι πώς ήταν δυνατόν να διακηρυχτεί γραπτά το νόημα αυτών τα οποία ούτε να δουν επιτρέπεται όσοι είναι αμύητοι;
Τι επεδίωκε άραγε ο μέγας Μωϋσής με το να καθορίσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπαίνουν στο ιερό; Τους βεβήλους δεν τους επέτρεψε ούτε εντός των περιβόλων να εισέρχονται· αφού δε άφησε τα προαύλια μόνο για τους καθαρότερους, τους Λευΐτες μόνο έκρινε ως άξιους να προσφέρουν λατρεία στο Θεό. Ενώ όμως ξεχώρισε ως έργο των ιερέων τα σφάγια και τα ολοκαυτώματα και όλη την άλλη ιερουργία, επέτρεψε σε έναν μόνο, τον αρχιερέα να εισέρχεται στα άδυτα. Και για αυτόν καθόρισε να εισέρχεται όχι πάντοτε, αλλά κατά μία μόνο ημέρα του χρόνου και κατά ορισμένη ώρα, ώστε να εποπτεύει τα άγια των αγίων με θάμβος, λόγω του ότι θα ήταν αυτό κάτι ασυνήθιστο και ξεχωριστό. Γνώριζε καλά ο σοφός Μωϋσής ότι εύκολα περιφρονεί κανείς το συνηθισμένο και ευκολοπλησίαστο, το απομακρυσμένο όμως και σπάνιο το θεωρεί κατά φυσική ακολουθία ως περισπούδαστο.
Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν και οι απόστολοι και πατέρες που έθεσαν εξ’ αρχής τους θεσμούς στην Εκκλησία επιδίωκαν να διαφυλάξουν με τη μυστικότητα και τη σιωπή τη σεμνότητα των μυστηρίων. Άλλωστε παύει να είναι μυστήριο αυτό που εύκολα το πληροφορείται ο οποιοσδήποτε. Αυτό είναι το νόημα της άγραφης παράδοσης, να μην αμεληθεί και περιφρονηθεί η γνώση των δογμάτων από τους πολλούς λόγω συνήθειας.
Διότι άλλο είναι το δόγμα και άλλο το κήρυγμα. Διότι το μεν δόγμα σιωπάται· τα κηρύγματα όμως δημοσιεύονται. Ένα είδος σιωπής είναι και η ασάφεια της Γραφής, με την οποία καθιστά αυτή δυσχερή την κατανόηση των δογμάτων για ωφέλεια των αναγνωστών.
Για αυτό το λόγο, ενώ όλοι στρεφόμαστε κατά την προσευχή προς την ανατολή, λίγοι γνωρίζουμε ότι επιζητούμε έτσι την παλαιά πατρίδα, τον παράδεισο, τον οποίο φύτεψε ο Θεός στην Εδέμ που βρίσκεται ανατολικά.

Όρθιοι προσφέρουμε τις ευχές κατά την ημέρα της Κυριακής· δεν γνωρίζουμε όμως όλοι τον λόγο. Όχι μόνο για να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας, με τη στάση μας κατά την αναστάσιμη ημέρα, την χάρη που μας δόθηκε, ότι δηλαδή αναστηθήκαμε μαζί με το Χριστό και εμείς και οφείλουμε να επιδιώκουμε τα άνω, αλλά και διότι φαίνεται ότι είναι αυτή και μία εικόνα της μέλλουσας ζωής. Για αυτό ενώ είναι η αρχή των ημερών της εβδομάδας, δεν ονομάστηκε από τον Μωϋσή πρώτη, αλλά μία. «Έγινε, λέει, βράδυ, ήλθε κατόπιν το πρωί, ημέρα μία». Και αυτό διότι η ίδια ημέρα κάνει τον ίδιο κύκλο πολλές φορές.

Είναι μία λοιπόν αυτή ημέρα, και συγχρόνως ογδόη και φανερώνει την μία πράγματι και αληθινή ογδόη ημέρα, στην οποία αναφέρεται και ο ψαλμωδός σε μερικές επιγραφές των ψαλμών, την κατάσταση που θα διαδεχτεί αυτόν το χρόνο, την ατέλειωτη ημέρα, την αβασίλευτη, που δεν την διαδέχεται η νύχτα, τον ατελείωτο εκείνο και αγέραστο αιώνα.
Αναγκαστικά λοιπόν η Εκκλησία διδάσκει στα τέκνα της να προσεύχονται σε αυτή την ημέρα όρθιοι, ώστε με την διαρκή υπενθύμιση της αιώνιας ζωής να μην παραμελούμε τα εφόδια για την εκεί μετάβασή μας.

Ολόκληρη πάλι η περίοδος της Πεντηκοστής είναι υπενθύμιση της στο μέλλον αναμενόμενης ανάστασης. Διότι εάν η μία εκείνη και πρώτη ημέρα επταπλασιαστεί επτά φορές, συμπληρώνει τις επτά εβδομάδες της ιερής περιόδου της Πεντηκοστής. Αρχίζει δηλαδή από Κυριακή και τελειώνει πάλι σε Κυριακή και επαναλαμβάνεται πάλι ενδιάμεσα πενήντα φορές ο ίδιος κύκλος της ημέρας. Μιμείται για αυτό την αιωνιότητα και είναι όμοια με αυτήν· όπως στην κυκλική κίνηση, αρχίζει από τα ίδια σημεία και τελειώνει πάλι στα ίδια.
Σε αυτήν λοιπόν την ημέρα οι θεσμοί της Εκκλησίας μάς δίδαξαν να προτιμούμε την όρθια στάση της προσευχής, σαν να μεταφέρουμε έτσι με την διαρκή υπενθύμιση το νου μας από τα παρόντα στα μέλλοντα. Και μετά από κάθε γονυκλισία επίσης σηκωνόμαστε, για να δείξουμε έτσι ότι λόγω της αμαρτίας πέσαμε στη γη, λόγω της φιλανθρωπίας όμως του κτίστη μας οδηγηθήκαμε στον ουρανό.
Δεν θα με φτάσει η ημέρα για να εκθέσω τα άγραφα μυστήρια της Εκκλησίας.

(Βασιλείου του Μεγάλου, Περί Αγίου Πνεύματος ΚΖ,66, εκδ. ΕΠΕ τόμος 10, σελ. 457-463 μετάφραση ελαφρώς παραλλαγμένη προς τα νέα ελληνικά)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ 10ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοέμβριος 11, 2018

ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

10ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΕΝΩΣΕΩΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Την Παρασκευή 2 Νοεμβρίου και το Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018 στο Πολεμικό Μουσείο Αθηνών πραγματοποιήθηκε το 10οΠανελλήνιο Συνέδριο της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, το οποίο εστίασε το ενδιαφέρον του στο ζήτημα της εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού και της επίδρασής της στην ορθόδοξη χριστιανική παιδεία.

Η επιλογή του θέματος προέκυψε ως βασικό εκκλησιαστικό, επιστημονικό, εκπαιδευτικό και κοινωνικό ερώτημα αλλά και ως πρόβλημα που δημιούργησαν οι εξελίξεις με την εισαγωγή στο ελληνικό σχολείο Προγραμμάτων Σπουδών (ΠΣ) για το Μάθημα των Θρησκευτικών(ΜτΘ) με πολυθρησκειακό χαρακτήρα, που απομακρύνει τους μαθητές του ελληνικού σχολείου και ειδικά των ορθοδόξων χριστιανών από την ορθόδοξη χριστιανική πίστη και τους εμπλέκει με την εκκοσμίκευση και τις πνευματικές της επιδράσεις.

Στο Συνέδριο διαπιστώθηκε ότι τα νέα ΠΣ αποτελούν κομμάτι μιας εκκοσμικευμένης θεολογίας και ενός αποεκκλησιαστικοποιημένου εκπαιδευτικού προσανατολισμού.

Στο Συνέδριο συμμετείχαν με εισηγήσεις τους Αρχιερείς, Ιερείς, Μοναχοί, Καθηγητές Πανεπιστημίου, Εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Οι εισηγήσεις διακρίθηκαν για την επιστημονική και θεολογική τους ακρίβεια, εγκυρότητα και αξιοπιστία.

Στο Συνέδριο εξετάστηκε, πολύπτυχα, το πρόβλημα και τα αίτια της εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού, η σχέση της με την παιδεία και η ανάγκη παρέμβασης τόσο της Διοικούσας Εκκλησίας όσο και όλων των αρμοδίων φορέων, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η θρησκευτική σύγχυση και ο θρησκευτικός σχετικισμός, που προκύπτει από τα ως άνω μη χριστιανικά πλέον ΠΣ καθώς και ο κίνδυνος επικράτησης στις ψυχές των ορθοδόξων μαθητών του θρησκευτικού συγκρητισμού και του θρησκευτικού σχετικισμού.

Στο Συνέδριο, επίσης, διαπιστώθηκε ότι ανατράπηκε ο ορθόδοξος προσανατολισμός του σχολείου στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα την εκκοσμίκευση και την αλλοτρίωση. Η απάντηση, ωστόσο, είναι -και πρέπει να είναι- η επιστροφή στη γνήσια ορθόδοξη εκκλησιαστική προοπτική τόσο της πολιτικής όσο και της εκπαιδευτικής πραγματικότητας της χώρας.

Τα νέα ΠΣ του ΜτΘ στο ελληνικό σχολείο οδηγούν σε συγκρητισμό μέσω της διομολογιακής και της διαθρησκειακής δομής και του ανάλογου διδακτικού σκοπού και περιεχομένου τους, ενώ, επιπλέον, ενυπάρχουν θεολογικά λάθη, που οδηγούν, έτι περαιτέρω, σε γνωσιακή σύγχυση τους μαθητές που παρακολουθούν το ΜτΘ, ώστε να φθάνουν οι ίδιοι στο σημείο να μην αναγνωρίζουν τα Θρησκευτικά ως Θρησκευτικά. Τα δεδομένα αυτά αποδείχθηκαν και επιβεβαιώθηκαν από επιστημονικά τεκμηριωμένες κριτικές.

Στα νέα Προγράμματα παρατηρούνται μεταξύ άλλων:

α)  Ωραιοποίηση των άλλων θρησκειών έναντι του Χριστιανισμού.

β) Ταυτόχρονη παράθεση και άκριτη ανάμειξη χριστιανικών θεολογικών θέσεων με αντίστοιχες θέσεις θρησκειών, με αποτέλεσμα τη σύγχυση και τον θρησκευτικό κλονισμό των μαθητών.

γ) Απουσία βασικών δομικών και συστατικών της ορθόδοξης διδασκαλίας.

δ) Μονομέρεια ως προς τα κείμενα θεολόγων, που επιλέχθηκαν ως διδακτικό υλικό.

Η τάση της εκθεμελίωσης των ορθόδοξων δομών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας δεν είναι τυχαία, αλλά σκόπιμη και είναι πλέον ορατό και με όσα συντελούνται και προτείνονται γύρω από το θέμα της αναθεώρησης του ελληνικού Συντάγματος ότι επιδιώκεται η θρησκευτική ανατροπή και η κοινωνική αποδόμηση, με μεθοδεύσεις που επιβουλεύονται το ελληνικό και διεθνές δίκαιο και την εκκλησιαστική ευσέβεια.

Στο Συνέδριο, ακόμη, διαφάνηκε, μέσα από τη διαχρονική εξέταση του θέματος της εκκοσμίκευσης, ότι τα προβλήματα των πολιτικών – κρατικών επεμβάσεων στα θρησκευτικά ζητήματα αντιμετωπίστηκαν διαχρονικάμε την ενεργοποίηση του συνοδικού συστήματος, την ισχυροποίηση του οργανισμού της Εκκλησίας και τη στήριξή της επί της πατερικής γραμματείας και της εφαρμογής των ιερών κανόνων.

Τονίστηκε, επίσης, η σχέση της θρησκειοποιημένης εκκοσμίκευσης με την παραχάραξη και αλλοίωση του περιεχομένου του ΜτΘ, μια αλλοίωση που, αφενός, αντίκειται στον θεολογικό λόγο της Εκκλησίας και στην ιστορία της ορθόδοξης παράδοσης και, αφετέρου, έχει ως συνέπεια τη χειραγώγηση της επιστήμης της θεολογίας, δημιουργώντας ένα προπαγανδιστικό πλαίσιο ενός θρησκευτικού παραπολιτισμού.

Τα νοθευμένα ΠΣ του ΜτΘ οδηγούν τον νέο άνθρωπο σε συσχηματισμό με τον αιώνα τούτο, δηλ. στην εκκοσμίκευση, που τον θέλει αγόμενο και φερόμενο από πρόσκαιρες σκοπιμότητες, ενώ, αντιθέτως, η ορθόδοξη παιδεία τον βοηθά να μεταμορφώνεται, και να ανακαινίζει τον νου του, ώστε να διακρίνει ποιο είναι το θέλημα του Θεού. Η πορεία αυτή είναι για τον άνθρωπο ισόβια, γι΄ αυτό και κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Χριστιανό για στατικότητα και άρνηση προόδου.

Στο Συνέδριο αναδείχθηκε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή για τον άνθρωπο από την τιμή να έχει τον Χριστό μέσα του, αναζητώντας διαρκώς τη επενέργεια της χάρης Του στη ζωή του.

Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν στο Συνέδριο με την παρουσίαση έγκυρων και αξιόπιστων επιστημονικών και παιδαγωγικών πορισμάτων δύο επιστημονικών ερευνών.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της πρώτης επιστημονικής έρευνας, που αφορά στις θέσεις των εκπαιδευτικών για το ΜτΘ:

Οι εκπαιδευτικοί (Α΄θμιας και Β΄θμιας) αναιρούν τα κύρια επιχειρήματα των συντακτών του νέου Προγράμματος του μαθήματος καθώς θεωρούν ότι: α) Το ορθόδοξο ΜτΘ δεν τίθεται αρνητικά προς τον «θρησκευτικά άλλον» ούτε ενέχει κατηχητικό και προσηλυτιστικό χαρακτήρα. β) Η ταυτόχρονη διδασκαλία του Χριστιανισμού με τις γνωστές θρησκείες δημιουργεί θρησκευτική γνωσιακή σύγχυση. γ) Τα νέα ΠΣ του ΜτΘ καταργούν τον ορθόδοξο προσανατολισμό. δ) Είναι ασαφές το τι θα αποκομίσουν οι μαθητές, ως θρησκευτική γνώση, μετά την πρακτική εφαρμογή των στοιχείων του νέου ΠΣ του ΜτΘ. ε) Το ΜτΘ είναι ανάγκη να έχει ορθόδοξο χριστιανικό προσανατολισμό για τους ορθόδοξους μαθητές.

Σύμφωνα με τα πορίσματα της δεύτερης επιστημονικής έρευνας, που αφορά στις απόψεις γονέων για τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο τουΜτΘ:

Αποδεικνύεται ότι οι γονείς αποδέχονται την αξία της ορθόδοξης παράδοσης, ως οντολογικό συστατικό του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Η στάση τους απέναντι στην ορθόδοξη πίστη και την Εκκλησία είναι θετική. Η ορθόδοξη σχολική χριστιανική αγωγή και κατ΄ επέκταση η ορθόδοξη χριστιανική πίστη, ως η πίστη της πλειονότητας του ελληνικού λαού, φαίνεται να μην έχει απολέσει την πολιτισμική και κοινωνική της αξία.

http://www.petheol.gr/nea/porismata10oupanellenioutheologikousynedrioutespanelleniouenoseostheologon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έγραψε ο Μωϋσής τα 5 πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοέμβριος 11, 2018

Έγραψε ο Μωϋσής τα 5 πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;

(Καλαντζάκη Σταύρου, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη). ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΥ

1. Η παράδοση της συγγραφής της από το Μωυσή
Η αρχαία ιουδαϊκή παράδοση με κυρίους εκπροσώπους της τους μεγάλους ιουδαίους ιστορικούς Φίλωνα και Ιώσηπο αποδίδει τη συγγραφή της Πεντατεύχου στο Μωυσή. Το Ταλμούδ είναι σαφές επ’ αυτού, όταν αναφέρει ότι «ο νόμος αποτελεί ενιαίο έργο αποκεκαλυμμένο από το Θεό και γραμμένο καθ’ ολοκληρίαν από το Μωυσή εκτός από τους οκτώ τελευταίους στίχους του» (Baba Bathra 14b).

Με την ιουδαϊκή συμφωνεί απόλυτα και η αρχαία χριστιανική παράδοση, όπως προκύπτει από τις σχετικές αναφορές της Κ. Διαθήκης. Ο Χριστός εκφράζει ακράδαντη πίστη στη μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου, όπως φανερώνουν οι λόγοι του˙ «ει γαρ επιστεύετε Μωυσεί, επιστεύετε αν εμοί˙ περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν. Ει δε τοις εκείνου γράμμασιν ου πιστεύετε, πώς τοις εμοίς ρήμασιν πιστεύσετε;» (Ιω. 5, 46-47). Το αυτό ισχύει ομοίως με τις χαρακτηριστικές αναφορές του˙ «αρξάμενος από Μωυσέως και από πάντων των προφητών διηρμήνευσεν αυτοίς εν πάσαις ταις γραφαίς τα περί εαυτού» (Λουκ. 24,27) και «ου Μωυσής έδωκεν υμίν τον νόμον;» (Ιω. 7,19), καθώς και άλλες παρεμφερείς (Ματθ. 8,4. 19,8. Μάρκ. 1,44. 7,10. 10,5. 12,26. Λουκ. 5,14. 16,31. 20,37. 24,44. Ιω. 7,23).

Η ίδια πεποίθηση διακατέχει επίσης και τους αποστόλους του (Ιω. 1,45. Πράξ. 3,22. 13,39. 15,5-21. 26,22. 28,23. Ρωμ. 10,5. 19,1. Α’ Κορ. 9,9. Β’ Κορ. 3,15. Αποκ. 15,3). Περαιτέρω στην Κ. Διαθήκη η Πεντάτευχος ονομάζεται νόμος, όπως υποδηλώνουν οι παρακάτω εκφράσεις της, όπου «Μωυσής» και «νόμος» είναι όροι ισοδύναμοι: «βίβλος Μωυσέως» (Μάρκ. 12,26), «το βιβλίον του νόμου» (Γαλ. 3,10), «ο νόμος» (Ματθ. 12,5. Λουκ. 16,16. Ιω. 7,19), «ο νόμος Μωυσέως» (Λουκ. 2,22. Ιω. 7,23), «ο νόμος τον Κυρίου» (Λουκ. 2,23∙ 24).
Η παραδοσιακή αυτή θέση ως προς τη μωσαϊκή προέλευση της Πεντατεύχου στηρίζεται σε μαρτυρίες τόσο του ιδίου του κειμένου της όσο και άλλων βιβλίων της Π. Διαθήκης. Οι μαρτυρίες χωρίων από τα πεντατευχικά βιβλία έχουν ιδιαίτερη αξία, γιατί δείχνουν ότι σπουδαία αποσπάσματά τους είναι γραμμένα από το Μωυσή. Αυτός προβαίνει κατ’ εντολή του Θεού ή με πρωτοβουλία του στην καταγραφή σε βιβλίο διαφόρων διατάξεων (Εξ. 24,4-8. 34,27. Δευτ. 31,9∙ 24εξ.) και γεγονότων (Εξ. 17,14. ΑριΘμ. 33,1-2. Δευτ. 31,22), που αφορούν στο λαό του οποίου ηγείται. Από τα υπόλοιπα βιβλία της Π. Διαθήκης, όσα χρησιμοποιούν εκφράσεις, όπως «βιβλίον Μωυσέως», «βιβλίον νόμου Μωυσέως» ή απλώς «νόμος» και «βιβλίον νόμου του Θεού (Κυρίου)» υπαινίσσονται σαφώς την Πεντάτευχο. Πρόκειται για τα «Ιστορικά» βιβλία του Ιησού του Ναυή (1,7-8. 9,2. 11,15. 22,9. 23,6. 24,25-26), των Κριτών (3,4), των Βασιλειών Γ’ (2,3) και Δ’ (14,6. 22,8), των Παραλειπομένων Α’ (16,40) και Β’ (17,9. 31,3), του Β’ Έσδρα (3,2. 6,18), του Νεεμία (8,1. 23,1) και του Τωβίτ (6,13. 7,13).

Τα «Ποιητικά» βιβλία, πλην της Σοφίας Σειράχ (24,23), και τα «Προφητικά», πλην του Δανιήλ (9,11-13) και του Μαλαχία (3,24), δεν αναφέρονται ονομαστικά στο Μωυσή αλλά στο νόμο του, στον οποίο αναγνωρίζουν ασφαλώς την αυθεντία του νόμου του Θεού, που καταγράφει στην Πεντάτευχο κατ’ εντολή του˙ «είπε δε Κύριος προς Μωυσήν˙ κατάγραψον τούτο εις μνημόσυνον εν βιβλίω» (Ιησ. Ν. 17,14).
Οι εν λόγω εκφράσεις χαρακτηρίζουν την Πεντάτευχο κατά τον πλέον σαφή τρόπο. Διότι δίδουν έμφαση στη νομοθεσία της («νόμος»), βεβαιώνουν για το μόνιμο σχήμα της («βιβλίον») και υποδεικνύουν τον ανθρώπινο συγγραφέα της («Μωυσής») και δι’ αυτού το θείο («Θεός/Κύριος»).
Συνεπώς, η αρχαία θρησκευτική παράδοση ιουδαίων και χριστιανών, επικαλούμενη αυτές τις βιβλικές μαρτυρίες και αναφορές των ιερών Γραφών της, οδηγείται λογικά στην πεποίθηση ότι ο Μωυσής υπήρξε ο βασικός συγγραφέας της Πεντατεύχου, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι αποτελεί καθ’ ολοκληρίαν προϊόν της γραφίδας του, όπως διαφαίνεται στη συνέχεια.

2. Οι επιφυλάξεις ως προς τη μωσαϊκότητά της
Οι πρώτες επιφυλάξεις για τη γνησιότητα εν μέρει ή εν όλω της Πεντατεύχου ανιχνεύονται στους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους εντός και εκτός της Εκκλησίας, σε χριστιανούς αιρετικούς και παγανιστές εθνικούς αντιστοίχως. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων δεν αναφέρεται καμμία περίπτωση αμφισβήτησης της μωσαϊκότητάς της και γενικά της θείας προέλευσης της Π. Διαθήκης από μέρους των αποστολικών και γενικά των προ της Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας πατέρων της Εκκλησίας. Εξαίρεση απετέλεσαν μόνον οι διάφορες αιρέσεις, που ανήκαν είτε μέσα στους κόλπους του χριστιανικού Γνωστικισμού είτε εκτός αυτών, ή ακόμη και μεμονωμένα πρόσωπα του εθνικού κόσμου, τα οποία διακρίνονταν για τις εχθρικές διαθέσεις τους προς την Π. Διαθήκη, την αντιχριστιανική πολεμική τους και την αντιπάθειά τους προς τον Ιουδαϊσμό.
Απ’ αυτούς οι Γνωστικοί με τις διάφορες παραφυάδες τους (Σιμών ο Μάγος, Βασιλείδης, Καρποκράτης˙ Οφίτες, Νικολαΐτες, Καϊνίτες κ.ά.), ως φιλοσοφικό σύστημα —που απείλησε μάλιστα σοβαρά την Εκκλησία—, αντιμετώπισε εξαρχής την Π. Διαθήκη συνολικά με φιλοσοφική διάθεση, η οποία προδιέγραφε την αρνητική κριτική εναντίον της. Γι’ αυτό και οι παρατηρήσεις τους σε αμφισβητούμενα, κατ’ αυτούς, ως προς τη μωσαϊκή τους προέλευση πεντατευχικά χωρία, έχοντας ως κίνητρό τους τη φιλοσοφία, οδηγούσαν σε παραποίηση της αλήθειας.

Ειδικά ο Μαρκίων, που είχε επηρεασθεί από τη διδασκαλία τους, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα φιλοσοφικά του ενδιαφέροντα, δεν άσκησε αμερόληπτα ούτε καν επιστημονική κριτική στην Π. Διαθήκη, την οποία απέρριπτε, θεωρώντας το νόμο της αλλοιωμένο. Αντιβιβλική και αντιχριστιανική ήταν επίσης και η συμπεριφορά δύο ανδρών του εθνικού περιβάλλοντος, του Κέλσου και του Πορφυρίου —του δευτέρου ανήκοντος στον 3ο αιώνα. Οι αντιρρήσεις αμφοτέρων έναντι του ιερού κειμένου και ειδικά της μωσαϊκότητας της Πεντατεύχου δεν ήταν προϊόν επιστημονικής έρευνας αλλά καθαρά προκατειλημμένης διάθεσης και εχθρότητας.
Απέναντι στην αρνητική αυτή στάση των ως άνω αιρετικών και παγανιστών, η οποία γενικευόταν ασαφώς και αορίστως όχι μόνο στην Πεντάτευχο αλλά και σ’ ολόκληρη τη Βίβλο, οι αιρετικοί, που δεν ήταν ενταγμένοι σε γνωστικούς κύκλους, αντιμετώπιζαν με πιο υπεύθυνο και μεθοδικό τρόπο το βιβλικό κείμενο κινούμενοι από δογματικούς μάλλον παρά γραμματολογικούς λόγους. Απ’ αυτούς οι Ναζηραίοι και οι Εβιωνίτες απέρριπταν ορισμένους λόγους της Πεντατεύχου, που δε τους θεωρούσαν ως προερχομένους από το χέρι του Μωυσή και κατέληγαν στην άρνηση της μωσαϊκότητάς της, ενώ εξέφραζαν την απέχθειά τους και έναντι των προφητών.

Ο αιρετικός Πτολεμαίος διατύπωσε, στη γνωστή προς Φλώρα επιστολή του, την ακραία άποψη ότι ο νόμος, που ενσωματώθηκε στα πέντε πρώτα βιβλία της Π. Διαθήκης, δε δόθηκε από ένα συγγραφέα, αφού μερίδιο στη συγγραφή του είχαν εκτός από το Θεό, ο Μωυσής ακόμη και οι πρεσβύτεροι του λαού. Εμφανιζόμενος δε ως ατελής σ’ αυτά δεν μπορούσε λογικά να προέρχεται από τον τέλειο Θεό. Ομοίως και ο αιρετικός συγγραφέας των Ψευδοκλημεντείων, εμφορούμενος από ένα πνεύμα φιλοσοφικού ορθολογισμού, διέκρινε γνήσια και μη αποσπάσματα στην Πεντάτευχο. Διότι θεωρούσε ότι ο θειος νόμος δόθηκε μεν από το Μωυσή αλλ’ είναι προϊόν συγγραφής άλλων, από τους οποίους προέρχονται τα σφάλματά του. Μέσα στο ίδιο αρνητικό κλίμα έναντι της Π. Διαθήκης εργάσθηκαν και άλλες μικρότερες αιρετικές ομάδες, οι οποίες απέρριπταν εκτός από το νόμο και τους προφήτες.
Από τον 3ο μέχρι και το 16ο αι. της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, αναπτύσσεται ένας προβληματισμός ως προς τη σύνθεση της Πεντατεύχου, που γίνεται ολοένα και εντονότερος στους κύκλους των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων καθώς και σ’ εκείνους των ιουδαίων εξηγητών, χωρίς βεβαίως να εκλείψουν οι ανταγωνιστές του Χριστιανισμού και οι αρνητές των Γραφών του. Κατ’ αυτή την περίοδο, χρήζει μνείας το γεγονός ότι ορισμένοι εκκλησιαστικοί πατέρες και συγγραφείς υιοθέτησαν την ιουδαϊκή άποψη ότι ο Έσδρας αποκατέστησε τα βιβλία της Π. Διαθήκης, που είχαν χαθεί ή καταστραφεί κατά την πτώση της Ιερουσαλήμ το 586 π.Χ.

Με την υιοθέτηση αυτή ασφαλώς δεν εννοούσαν —αν και αυτή την εντύπωση έδιδαν— ότι ο Έσδρας με θεία έμπνευση έγραψε εκ νέου και καθ’ ολοκληρίαν τα ιερά βιβλία, αλλ’ ότι τα εξέδωσε ή τα αναπαρήγαγε από διάφορες πηγές. Κατά συνέπεια δεν προέκυψε πρόβλημα άρνησης από μέρους των της μωσαϊκής συγγραφής του νόμου. Ωστόσο ορισμένοι συνάδελφοί τους και μάλιστα αξιόλογοι βιβλικοί ερμηνευτές (Ευσέβιος, Ιερώνυμος, Θεόδωρος Μοψουεστίας, Αναστάσιος Σιναΐτης κ.ά.), ενδιατρίβοντας στο κείμενο της Πεντατεύχου και γενικά των Γραφών, είχαν επισημάνει ορισμένα χωρία και φράσεις, που δύσκολα μπορούσαν ν’ αποδοθούν στο Μωυσή, χωρίς όμως ν’ αρνηθούν την αυθεντία του ως συγγραφέα της.

Ανάλογες επισημάνσεις είχαν γίνει και από ραββίνους εξηγητές της Διασποράς κυρίως κατά τους μέσους χρόνους, όπως μεταξύ άλλων από το μετριοπαθή Abraham ibn Ezra και τους ακραίους ορθολογιστές Hiwi al Balkhi, Ibn Hazm και Isaac ben Jasos. Οι τελευταίοι αυτοί διατείνονταν ότι είχαν παρατηρήσει στο βιβλικό κείμενο σωρεία δυσχερειών, εσφαλμένων διηγήσεων και χρονολογιών, αντιθέσεων κ.τ.ό., με αποτέλεσμα ν’ αρνούνται ότι η Βίβλος είναι πράγματι ο λόγος του Θεού.
Καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα οι προσπάθειες των διαφόρων ερευνητών του πεντατευχικού κειμένου είχαν το χαρακτήρα απλών επισημάνσεων, οι οποίες, ανεξάρτητα αν ήταν ορθές ή λανθασμένες, αόριστες ή συγκεκριμένες, αυθαίρετες ή τεκμηριωμένες, εντόπιζαν πάντως την ύπαρξη ενός προβλήματος στη σύνθεση της Πεντατεύχου.

3. Η κριτική του κειμένου της και οι δυσχέρειές του
Μετά τη θρησκευτική μεταρρύθμιση το πρόβλημα της σύνθεσης της Πεντατεύχου εισέρχεται σε μια νέα φάση προσέγγισής του. Αντιμετωπίζεται δηλ. κατά τρόπο συστηματικό από την επιστημονική έρευνα. Η φιλολογική κριτική του βιβλικού κειμένου αναλαμβάνει σταδιακά να διερευνήσει όλες τις πτυχές του, οι οποίες είχαν ακροθιγώς επισημανθεί και στη συνέχεια αναδειχθεί, μετατρέποντας τις απλές επιφυλάξεις των ασχολουμένων με αυτές ερευνητών σε σοβαρές αντιρρήσεις, που προέκυπταν από την αδυναμία τους να συμβιβάσουν ορισμένες δυσχέρειες του πεντατευχικού κειμένου με τη συγγραφή του από το Μωυσή.
Οι κυριότερες απ’ αυτές τις δυσχέρειες εντοπίζονται: 1. Σε διπλές ή παράλληλες διηγήσεις (Γεν. 1,1-2,4α και 2,4β-25. 21,31 και 26,33. Εξ. κεφ. 3 και 6), 2. σε αναχρονισμούς (Γεν. 14,14. 40,15), 3. σε αντιφάσεις (αντινομίες), 4. στην αναφορά του θανάτου και της ταφής του Μωυσή (Δευτ. 34,5εξ.), 5. σε εκφράσεις ενδεικτικές μεταμωσαϊκής εποχής (Γεν. 12,6. 13,7. Δευτ. 3,14. 34,6 κ.ά.), 6. σε περιγραφές εδαφικές-γεωγραφικές, ενδεικτικές ενός συγγραφέα που έζησε στην Παλαιστίνη (Γεν. 50,10Εξ. Αριθμ. 22,1. 32,32. 35,14. Δευτ. 1,1∙ 5. 3,8. 4,46 κ.ά.), 7. στη συστηματική χρήση του γ’ προσ. στην αφήγηση, 8. στην απουσία οποιουδήποτε υπαινιγμού για την ταύτιση του συγγραφέα με το πρόσωπο του Μωυσή και σε άλλες δευτερεύουσες, οι οποίες αποκλείουν ένα και μόνο συγγραφέα.

12. Η σύνδεση των προφορικών παραδόσεων με το πρόσωπο και την εποχή του Μωυσή
Οι περί ων ο λόγος προφορικές παραδόσεις ανάγουν τα ίχνη τους στην εποχή του Μωυσή, αν όχι και παλαιότερα ακόμη. Ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με το πρόσωπό του και δι’ αυτού με την θρησκευτική πίστη, τη λατρευτική ζωή και την εθνική κληρονομιά του αρχαίου Ισραήλ, το οποίο εκπροσωπούσε ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης του, και κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα και από γενεά σε γενεά. Ως εκ της θέσεώς του αυτής ήταν ο πλέον αρμόδιος να συλλέξει το υλικό για τη σύνθεση του πεντατευχικού έργου. Και, ως φαίνεται, αυτό έπραξε, καταγράφοντας με τη μορφή προφανώς χρονικών ή απομνημονευμάτων, παράλληλα με το αρχαίο υλικό, που παρέλαβε αυτούσιο ή επεξεργάσθηκε, και εκείνο που απεκόμισε από τις εντυπώσεις του ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των ιστορικών γεγονότων της εποχής του καθώς και από τη συμμετοχή του σε νομοθετικές και άλλες ρυθμίσεις του λαού του.
Η ζωντανή αυτή μωσαϊκή παράδοση, ιστορική και νομοθετική, που αποτελεί ασφαλώς τον πυρήνα της Πεντατεύχου, δεχόταν αναπόφευκτα τις επιδράσεις της νοοτροπίας και των συνθηκών του εκάστοτε περιβάλλοντος, στο οποίο μεταβιβαζόταν. Έτσι προσελάμβανε διάφορες αποχρώσεις χωρίς όμως ν’ αλλοιώνει το πνεύμα τους, αφού διατηρούσε απαράλλακτες τις εντολές της αυτής θρησκείας, τις αρχές του αυτού δικαίου και τους κανόνες της αυτής λατρείας.

Μ’ αυτό τον τρόπο όμως τα «στρώματα» δεν παρέμειναν στην αρχική γραπτή μορφή διαμόρφωσής τους, αλλά υπέστησαν επεξεργασία και δέχθηκαν προσθήκες κατά τις εκδόσεις του κειμένου τους. Αυτές οι προσθήκες, εν πολλοίς μεταγενέστερες, εμφανίζονται σήμερα ως ερμηνευτικές δυσχέρειες (διπλές διηγήσεις, αναχρονισμοί, αντιφάσεις, επαναλήψεις, ασυμφωνίες κ.ά.), οι οποίες παρά ταύτα δε θίγουν την ουσία του περιεχομένου τους.

Συμπέρασμα
Με βάση τα μέχρι τούδε δεδομένα, δεν έχει προκύψει ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα σύνθεσης της Πεντάτευχου και της μωσαϊκότητάς της. Η φιλολογική κριτική έρευνα, που ασχολείται μ αυτό 250 χρόνια και πλέον, από τότε που ανέκυψε, με την εισήγηση του Jean Astruc περί «γραπτών μνημείων» στο πεντατευχικό κείμενο, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας της Πεντάτευχου δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται σ’ ένα μόνον πρόσωπο, πολύ δε περισσότερο στο Μωυσή.
Αυτό βεβαίως το συμπέρασμα ως προς το δεύτερο σκέλος του, αμφισβητείται ευρέως σήμερα από συντηρητικούς κυρίως κύκλους βιβλικών θεολόγων. Οι τελευταίοι, μολονότι λαμβάνουν σοβαρά υπόψη και χρησιμοποιούν στην επιστημονική τους έρευνα τα πορίσματα του προβλήματος αυτού, εντούτοις έχουν διαφορετική άποψη ως προς τη μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου. Διότι το ενδιαφέρον τους μετατοπίζεται από τη φιλολογική ενότητα της Πεντατεύχου στην αντίστοιχη θεολογική, η οποία θεωρείται αναμφισβήτητη.

Η θεολογική αυτή ενότητα, στην οποία συνέβαλε επιτυχώς η προσπάθεια του τελευταίου εκδότη της Πεντατεύχου να εναρμονίσει τις ποικίλες ως προς την προέλευση, τη μορφή και το περιεχόμενο παραδόσεις, που είχαν ήδη ενσωματωθεί στα «στρώματα», που την απάρτισαν, στηρίζεται ασφαλώς επί του πεντατευχικού κειμένου. Στηρίζεται δηλ. στη μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου, η οποία περιλαμβάνει παραδόσεις αρχαιότερες, που συνδέονται με τον ίδιο το Μωυσή, αλλά και νεότερες, που ανάγονται διά μέσου των κατά καιρούς αμέσων ή εμμέσων μαθητών-συνεργατών του στη μωσαϊκή εποχή. Άρα η συμμετοχή του υπήρξε σημαντική στη φιλολογική παραγωγή του έργου αυτού.
Εξάλλου, ποιος άλλος, εκτός από το Μωυσή, ήταν αρμοδιότερος και καλύτερα προετοιμασμένος να συντάξει ένα τέτοιο σπουδαίο έργο σχετικό με την αυθεντική ιστορία της εξόδου των ισραηλιτών από την Αίγυπτο και με το νομοθετικό διακανονισμό του τρόπου ζωής τους στην έρημο. Ασφαλώς αυτός, γνωστού όντος ότι υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας όσων διαλαμβάνονται στην Πεντάτευχο. Αυτός κατεξοχήν, εκτός από τη μόρφωση και το κύρος του, διέθετε γνώσεις και εμπειρία και είχε τη δυνατότητα, που του παρείχε η υψηλή θέση του ως ηγέτη, νομοθέτη και προφήτη, να το πραγματοποιήσει. Συνεπώς, η παράδοση, ιουδαϊκή και χριστιανική, που συνδέει το πρόσωπό του με την προέλευση της Πεντατεύχου, υπήρξε ανέκαθεν ισχυρή στη συνείδηση των ιουδαίων και των χριστιανών πιστών, παρά τις όποιες αντιρρήσεις της βιβλικής κριτικής έρευνας.
Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι μαρτυρίες που αντλούμε από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και ιδιαίτερα από την ίδια την Πεντάτευχο, πείθουν ότι το περιεχόμενό της υπήρξε προϊόν συγγραφής του Μωυσή. Αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι αυτός έγραψε το κύριο και σημαντικότερο μέρος των νόμων και των γεγονότων της και όχι βεβαίως αυτολεξεί το υπό τη σημερινή μορφή του σωζόμενο στη Βίβλο. Η δε συγγραφή του σε υποτυπώδη υλικά γραφής και με πενιχρά γραφικά μέσα την εποχή εκείνη, έλαβε χώρα προφανώς κατά το χρονικό διάστημά της οδοιπορίας και παραμονής των ισραηλιτών στην έρημο μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, δηλ. μεταξύ ca. 1290 και 1250 π.Χ.

Εξυπακούεται ότι κατά τη διάρκεια σύνθεσης της Πεντατεύχου, το κείμενό της δέχθηκε αναπόφευκτα μεταγενέστερες προσθήκες, νομοθετικής και ιστορικής φύσεως, χωρίς ασφαλώς ν’ αλλοιώνουν την ουσία του και να θίγουν το μωσαϊκό χαρακτήρα και την ενότητά του. Την πραγματικότητα αυτή εκφράζουν εύγλωττα οι ακόλουθοι λόγοι ενός σπουδαίου βιβλικού θεολόγου, του R. Wilson: «η Πεντάτευχος με την παρούσα μορφή της είναι ιστορικό έργο, προερχόμενο από τη μωσαϊκή εποχή. Ο Μωυσής υπήρξε ο βασικός συγγραφέας της, οι δε προσθήκες, που δέχθηκε από αναθεωρήσεις ή εκδόσεις μεταγενεστέρων συντακτών ενέχουν την αυτή θεία έμπνευση και εμπεριέχουν την αυτή θεία αλήθεια, όπως και το υπόλοιπο μέρος της».

(Καλαντζάκη Σταύρου, καθηγητού Πανεπιστημίου, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 267-272 και 280-283)

……………………………………………………….

Α)   (Χαστούπη Αθανασίου,Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη). 
IV. Γένεση της Πεντατεύχου
Οποιαδήποτε κι αν είναι η λύση του φιλολογικού προβλήματος της Πεντατεύχου, στην οποία θα καταλήξει κάποιος στο μέλλον, δεν θα θεωρήσει μάταιο το υπέρογκο έργο της κριτικής που επιτεύχθηκε τα τελευταία 200 περίπου χρόνια. Από την αρχή μέχρι το τέλος της Πεντατεύχου συναντά κανείς διπλές διηγήσεις, επαναλήψεις και ασυμφωνίες.

Η Γένεσις αρχίζει με δύο διηγήσεις, από τις οποίες η δεύτερη ακολουθεί αμέσως την πρώτη, περί δημιουργίας (Γεν. 1,1- 2,4α και 2,4β-3,24). Υπάρχουν δύο γενεαλογίες του Κάιν-Κενάν (Γεν. 4,17 κ.εξ. και 5,12-17) και δύο διηγήσεις περί κατακλυσμού (Γεν. 6-8). Στη μία από αυτές ο κατακλυσμός οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες και έχει διαφορετική διάρκεια˙ στην άλλη ο Νώε εισάγει στην Κιβωτό διαφορετικό αριθμό ζώων. Δύο φορές ο Αβραάμ εκθέτει σε κίνδυνο την τιμή της Σάρρας, αφού τη συστήνει ως αδελφή του (Γεν. 12,13 κ.εξ. και 20,1 κ.εξ.). Η ίδια περιπέτεια σε άλλο σημείο αφορά στον Ισαάκ και τη Ρεβέκκα (Γεν. 26,7 κ.εξ.). Υπάρχουν δύο διηγήσεις περί απαγωγής του Ιωσήφ: η πρώτη από τους μαδιανίτες και ακολούθως η επέμβαση του Ρουβήν και η δεύτερη από τους ισμαηλίτες και κατόπιν η επέμβαση του Ιούδα (Γεν. 37,18-35).
Διπλά, επίσης, εκτίθενται οι πρώτες εμφανίσεις του Ιωσήφ στην Αίγυπτο: δίπλα στον Πετεφρή, ο οποίος του εμπιστεύεται τους φυλακισμένους˙ δίπλα σε κάποιον ανώνυμο, ο οποίος τον φυλακίζει (Γεν. 39). Διπλά περιγράφεται και το δεύτερο ταξίδι των γιων του Ιακώβ στην Αίγυπτο: πρώτα ο Ρουβήν και έπειτα ο Ιούδας εγγυάται υπέρ του Βενιαμίν (Γεν. 42,37 και 43,9). Ο πεθερός του Μωυσή ονομάζεται άλλοτε Ραγουήλ (Εξ. 2,18. Αριθμ. 10,29) και άλλοτε Γιθρώ (Εξ. 3,1.18,1).

Υπάρχουν δύο κλήσεις του Μωυσή (Εξ. 3 και 6) με δύο αποκαλύψεις του ονόματος του Γιαχβέ, το οποίο βέβαια το επικαλούνταν πριν από την κατακλυσμιαία εποχή (Γεν. 4,26). Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές περιγραφές των πληγών της Αιγύπτου (Εξ. 6-12). Δύο φορές εκτίθεται το ζήτημα για τα ύδατα της Μεριβά, όπου οι ισραηλίτες προκάλεσαν τον Γιαχβέ (Εξ. 17,7 και Αριθμ. 20,13). Παραλείπουμε, βέβαια, και πολλά άλλα παραδείγματα όμοια με τα παραπάνω.
Θα μπορούσε κάποιος να πει, όπως άλλωστε έχει αναφερθεί, ότι δεν είναι πρωτάκουστο πως το ίδιο γεγονός μπορεί να εκτίθεται δύο φορές, διότι οι προφορικές διηγήσεις αρέσκονται στις επαναλήψεις καθώς και η πρωτόγονη νοοτροπία δεν είχε τις δικές μας λογικές ανάγκες. Αλλά οι εξηγήσεις αυτές είναι ασφαλώς ανεπαρκείς, διότι στα κείμενα αυτά, όπου καταγράφονται διπλές διηγήσεις, ως προς την ουσία της διηγήσεως, διαφέρουν κατά το ύφος, το λεξιλόγιο, τον τρόπο κατά τον οποίο εμφανίζουν τον Θεό και τις σχέσεις Του προς τον άνθρωπο. Αναμφίβολα είναι εξόχως μηχανικός ο τρόπος της εμφάνισης της Πεντάτευχου ως συμπιλήματος «κειμένων», τα οποία θα μπορούσε κάποιος να διαμελίσει, να ανακατατάξει και να επαυξήσει με αναθεωρήσεις. Είναι, όμως, ως εκ τούτου φανερό σε ποιες δυσκολίες θα κατέληγε κάποια υπόθεση περί πηγών, η οποία νοείται με αυτό τον τρόπο. Ωστόσο, εκ των πραγμάτων αναγκάζεται κάποιος να δεχθεί τη γνώμη ότι στην Πεντάτευχο συνυπάρχουν πολλές παραδόσεις ή κύκλοι παραδόσεων.
Τα κείμενα διακρίνονται σε ομάδες εξαιτίας της συγγένειας της γλώσσας, του ύφους και των ιδεών. Μέσω των σταθερών αυτών γνωρισμάτων καθορίζονται παράλληλες γραμμές, τις οποίες μπορεί να παρακολουθήσει όποιος εξετάζει το υλικό της Πεντατεύχου. Αυτή η διάκριση σε ομάδες δεν διαφέρει και πολύ από τη φιλολογική κριτική που προτείνεται, διότι χρησιμοποιεί τα ίδια κριτήρια. Είναι, όμως, περισσότερο ελαστική και δεν ισχυρίζεται ότι πετυχαίνει την ανασυγκρότηση των διερευνόμενων πηγών μέχρι την κατανομή όλων των στίχων ή ακόμη και των ημιστιχίων της Πεντατεύχου.

Κατά την θεωρία αυτή περί παραδόσεων είναι φυσικό κάποιος να αντιλαμβάνεται τις κύριες πηγές (J, Ε, D, Ρ) ως βασικές παραδόσεις και, συνεπώς, να ομιλεί περί γιαχβικής, ελωχειμικής και ιερατικής παράδοσης στα τέσσερα πρώτα βιβλία της Πεντατεύχου. Στο Δευτερονόμιο, όμως, προϋποτίθεται ιδιαίτερη παράδοση, η οποία ονομάζεται δευτερονομιστική (αφού έχει καταγραφεί από δευτερονομιστή ή από δευτερονομιστές), και επομένως εγείρεται σ’ αυτό ιδιαίτερο πρόβλημα. Ας δούμε στη συνέχεια καθεμιά από τις πηγές ή τις παραδόσεις τους….

V. Μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου
Ο κατά προσέγγιση καθορισμός του χρόνου και του τόπου της προέλευσης των παραδόσεων για τις οποίες έγινε λόγος δεν σημαίνει και προσέγγιση στην πρωταρχική γένεσή τους, διότι είναι γεγονός αναμφισβήτητο το ότι, παρά τα ιδιαίτερα γνωρίσματα καθεμιάς, οι διαφορετικές αυτές παραδόσεις έχουν αισθητή ομοιότητα και αναμφίβολη συγγένεια. Οι γιαχβικές και οι ελωχειμικές διηγήσεις δεν μπορούν πάντοτε να προχωρήσουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις γι’ αυτό και συνήθως προχωρούν παράλληλα η μία προς την άλλη και ουσιαστικά εκθέτουν την ίδια ιστορία˙ άρα, οι δύο παραδόσεις αυτές έχουν κοινή αρχή.

Εξάλλου, προϋποθέτουν πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, όπως και γεωγραφική και ιστορική κονίστρα, που δεν αντιστοιχούν στην εποχή κατά την οποία -όπως υποτίθεται- θεσπίστηκαν, αλλά στην εποχή κατά την οποία συνέβησαν όσα αυτές εκθέτουν και υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν η αρχαιολογία και τα ανατολικά κείμενα. Επομένως, η κοινή αρχή τους ανάγεται στην εποχή, κατά την οποία διαμορφώθηκε ο λαός του Ισραήλ.
Οι ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να διατυπωθούν -με κάποιες παραλλαγές- για τα νομοθετικά τμήματα. Αναμφίβολα ο κώδικας της διαθήκης, το Δευτερονόμιο και το Λευιτικό παρουσιάζουν διαφορές στο πνεύμα και στη διατύπωση, οι οποίες εξηγούνται απ’ το διαφορετικό κάθε φορά περιβάλλον, την αλλαγή των συνθηκών και των ιδεών, αλλά βρίσκει κάποιος εκεί τις ίδιες αρχές περί δικαίου, τα παραγγέλματα της ίδιας θρησκείας, τους κανόνες της ίδιας λατρείας. Πρόκειται για το αστικό και θρησκευτικό δίκαιο του ισραηλιτικού λαού. Το δίκαιο αυτό έχει εξελιχθεί παράλληλα με την κοινότητα, την οποία ρυθμίζει, αλλά η αρχή του συνδέεται άρρηκτα με την αρχή του λαού.

Έχει ως επί το πλείστον διασώσει στοιχεία παλαιά˙ ο ιερατικός κώδικας μπορεί να τοποθετηθεί μετά την αιχμαλωσία, αλλά ο νόμος της αγιοσύνης στο Λευιτ. 17-25 ανάγεται στην περίοδο της βασιλείας, οι απαγορευτικές διατάξεις περί τροφών στο Λευιτ. 11 (όπως και αυτές στο Δευτ. 14) και οι διατάξεις περί καθαρότητος στο Λευιτ. 15 έχουν παραδοθεί από παλαιότατη εποχή˙ το τυπικό των εορτών και των θυσιών όλης της Πεντατεύχου στηρίζεται ουσιαστικά στο τυπικό του πρωταρχικού γιαχβισμού και συνεχίζει έτσι ακριβώς προγενέστερες συνήθειες. Ως προς το αστικό δίκαιο, αυτό όπως διασώζεται στον κώδικα της διαθήκης (Εξ. 21-23) έχει καταπληκτική ομοιότητα με τους νόμους της Βαβυλώνας και της Ασσυρίας, απ’ τους οποίους οι μεν βαβυλωνιακοί εκδόθηκαν πολύ πριν την έξοδο των Ισραηλιτών, οι δε ασσυριακοί λίγο μετά απ’ αυτή.
Έτσι η βάση της Πεντατεύχου, η ουσία των παραδόσεων που ενσωματώθηκαν σ’ αυτή και ο πυρήνας της νομοθεσίας ανέρχονται σε χρόνους κατά τους οποίους ο Ισραήλ αποτέλεσε λαό. Στην εποχή αυτή δεσπόζουσα μορφή ήταν βεβαίως ο Μωυσής, ο οποίος υπήρξε ο διοργανωτής, θρησκευτικός εμπνευστής και πρώτος νομοθέτης του λαού. Οι παλαιές παραδόσεις, οι οποίες αναφέρονται σε αυτόν και στα γεγονότα που σχετίζονται με τον ίδιο, απέβη σαν εθνική εποποιία. Η μωσαϊκή θρησκεία άφησε διαπαντός την σφραγίδα της στην πίστη και την λατρεία του λαού και ο μωσαϊκός νόμος παρέμεινε ρυθμιστής του γενικότερου βίου του. Οι προσαρμογές που επέβαλλε η αλλαγή συνθηκών με την πάροδο του χρόνου έγιναν σύμφωνα με το πνεύμα του μεγάλου νομοθέτη και διασφαλίστηκαν μέσω της αυθεντίας του.
Την ιστορικότητα του γεγονότος αυτού εκφράζει η παράδοση μέσω της σύνδεσης της Πεντατεύχου με το όνομα του Μωυσή. Την σύνδεση αυτή διατηρεί η Πεντάτευχος πολύ σταθερά. Εντούτοις, μέχρι την ιουδαϊκή περίοδο είναι πολύ λιγότερο κατηγορηματική ως προς την απόδοση της έκδοσης των βιβλίων στον Μωυσή. Όταν αναφέρει ότι «ο Μωυσής έγραψεν», εκφράζεται γενικόλογα. Ουδέποτε αναφέρεται μέσω της φράσης αυτής στη συλλογή της Πεντατεύχου. Όσες φορές, όμως, η ίδια η Πεντάτευχος χρησιμοποιεί -και αυτό σπάνια- τη φράση αυτή, εννοεί συγκεκριμένο τεμάχιο˙ έτσι το Εξ, 24,4 (πρβλ. στ. 7) εννοεί τον ελωχειμικό κώδικα (Εξ. 21-23) της διαθήκης˙όπως πάλι το Εξ. 34,27 αναφέρεται στον γιαχβικό κώδικα της διαθήκης στο Εξ. 34,10-26. Η ένδειξη στο Εξ. 17,24 αφορά στη διήγηση για τη νίκη κατά των αμαληκιτών, απαντά στους στ. 8-13, και το Αριθμ. 33,2 εισάγει την πορεία στην Αίγυπτο, η οποία εμπεριέχεται στη συνέχεια του κεφαλαίου.
Βέβαια, δεν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει τις μαρτυρίες αυτές που συνηγορούν υπέρ ορισμένης συγγραφικής δράσης του Μωυσή ή των συνεργατών του. Κατά την εποχή του -για να μην αναφέρουμε κάτι για την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία-, υπήρχε στην Χαναάν συγγραφική παραγωγή, την οποία έχουν αποκαλύψει σ’ εμάς τα ουγαριτικά κείμενα και η οποία μεταδιδόταν με διάφορα συστήματα γραφής. Είναι, λοιπόν, ευλογοφανές ότι κάποιες από τις διηγήσεις και κάποιοι από τους νόμους έχουν καταγραφεί αρκετά νωρίς.

Θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε την έκταση αυτής της πρώτης καταγραφής. Αντιθέτως, μας ενδιαφέρει περισσότερο να διαπιστώσουμε την πρωταρχική μωσαϊκή προέλευση των παραδόσεων που αποτελούν την Πεντάτευχο. Αυτές παρέμειναν ζωντανές, φέρουν την σφραγίδα της επίδρασης του εκάστοτε περιβάλλοντος -όπου διασώθηκαν εξελισσόμενες- και των εκάστοτε νέων συνθηκών, στις οποίες έπρεπε κάποιος αναπόφευκτα να ανταποκριθεί. Αυτές οι παραδόσεις απέβησαν αναπόσπαστες του βίου και του λαού και, επειδή ήταν ζωντανές, διατήρησαν τον ουσιαστικό χαρακτήρα της μωσαϊκής τους προέλευσης.

(Χαστούπη Αθανασίου,Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ. Έννοια,Αθήνα 2017, σελ.55-57 και 71-73)

Β)   (Παπαδοπούλου Νικολάου, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ.  Έννοια, Αθηνα 2008, σελ. 74)

Συγγραφεύς και χρόνος συγγραφής

Παρά την έλλειψιν αμέσου εσωτερικής μαρτυρίας σχετικής προς τον συγγραφέα, τόσον η Ιουδαϊκή όσον και η χριστιανική παράδοσις αποδίδουν την συγγραφήν της Πεντατεύχου εις τον Μωυσήν.

Ούτος κατά την συγγραφήν του βιβλίου εχρησιμοποίησε δια μεν τα προ αυτού γεγονότα προφορικάς και γραπτάς παραδόσεις, παραθέτων αυτάς είτε αυτουσίως, είτε επεξειργασμένας, δια δε τα κατ’ αυτόν, εις τα οποία αυτός πρωταγωνιστεί, την προσωπικήν πείραν.

Δεχόμενος τις την εκ του καλάμου του Μωυσέως προέλευσιν της Πεντατεύχου δεν αποκλείει την εκ των υστέρων εμφιλοχώρησιν επουσιωδών προσθηκών και ενίων μεταβολών.

Κατά πάσαν πιθανότητα ο Μωυσής επί τη βάσει των προ αυτού προφορικών και γραπτών πηγών και των εν είδει απομνημονευμάτων καταγεγραμμένων προσωπικών αυτού εντυπώσεων, συνέθεσε το βιβλίον περί το τέλος του βίου του, των περί θανάτου και ταφής αυτού διηγήσεων προερχομένων εκ μεταγενεστέρας χειρός.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Νεκτάριος:Μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό!

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοέμβριος 7, 2018

Άγιος Νεκτάριος:Μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό!

Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα. Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

(Αγίου Νεκταρίου, Το γνώθι σαυτόν, εκδ. Άθως, σ.101-104)

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Κουάκεροι

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοέμβριος 7, 2018

Οι Προτεστάντες. Οι Κουάκεροι

(Durant Will, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τόμος Η, σελ. 223-227).

VI. ΟΙ ΚΟΥΑΚΕΡΟΙ.

     Όλαι αι αρεταί των Πουριτανών έλαμψαν εις την παραφυάδα των, τους Κουάκερους, όσον και αν ημαυρώθησαν επί εν διάστημα από την φαντασίωσιν και τον φανατισμόν. Ο φόβος τόσον του Θεού όσον και του Σατανά ήτο τόσον ισχυρός εις αυτούς, ώστε ενίοτε τους έκαμνε να τρέμουν και από αυτό επήραν και την ονομασίαν των (αγγλ. quake=τρέμω). Εις από αυτούς, ο Ρόμπερτ Μπάργκλεϋ, έλεγε το 1679:

     Η δύναμις του Θεού θα εκσπάση εις μίαν ολοκληρωτικήν αναμέτρησιν και θα σημειωθή μία τόσον ισχυρά εσωτερική μετατόπισις, καθώς ο καθείς θα επιζητή να υπερνικήση το πονηρόν εντός του, ώστε, λόγω της συγκρούσεως των δύο αυτών αντιθέτων δυνάμεων, όπως κατά την σύγκρουσιν δύο αντιθέτων παλιρροϊκών ρευμάτων, κάθε άτομον θα δοκιμασθή δεινώς όπως κατά την διάρκειαν μιας ολοημέρου μάχης και, ως εκ τούτου, τρόμος και φρικίασις του σώματος θα καταλάβη τους περισσοτέρους, αν όχι και όλους όσοι, καθώς η Δύναμις και η Αλήθεια υπερτερούν, θα καταλήξουν, από την οδύνην και τον στεναγμόν, εις μίαν γλυκύφωνον ευχαριστίαν και δοξολογίαν. Εξ αυτού δε και η ονομασία «Κουάκεροι» («Κουέϊκερς»), δηλαδή «Τρέμοντες», μας απεδόθη με περιφρόνησιν αρχικώς.

     Η εξήγησις που δίδει ο ιδρυτής της αιρέσεως των, ο Τζώρτζ Φόξ, διαφέρει ελάχιστα. «Ο δικαστής Μπέννετ του Ντέρμπυ ήτο ο πρώτος που μας απεκάλεσε Κουάκερους, επειδή τους είπαμε ότι έπρεπε να τρέμουν την φωνήν του Κυρίου. Τούτο συνέβη το 1650.» Η ονομασία που έδιδον οι ίδιοι εις την αίρεσίν των ήτο «Φίλοι της Αλήθειας» και, αργότερα, επί το μετριπαθέστερον, «Εταιρεία των Φίλων».
Αρχικώς ήσαν ως φαίνεται Πουριτανοί, με την ισχυράν ειδικώς πεποίθησιν ότι οι δισταγμοί των μεταξύ αρετής και αμαρτίας ήσαν η πάλη, εις την ψυχήν και το σώμα των, μεταξύ δύο πνευματικών δυνάμεων, του καλού και του κακού, διά την κατοχήν των επί της γης και εις την αιωνιότητα. Εδέχοντο τας βασικάς ιδέας των Πουριτανών— την θείαν προέλευση της Αγίας Γραφής, την έκπτωσιν του Αδάμ και της Εύας, το αμαρτωλόν της ανθρωπίνης φύσεως, το λυτρωτικόν νόημα της θυσίας του Χριστού ως Υιού του Θεού και την δυνατότητα του Αγίου Πνεύματος, του εκπορευομένου εξ ουρανών, να φωτίση και εξευγενίση την ψυχήν του ατόμου. Το ν’ άντιληφθή και να αισθανθή κανείς το Εσώτερον Φως, να δεχθή την καθοδήγησίν του, ήτο δια τους Κουάκερους η ουσία της θρησκείας. Αν ο άνθρωπος ακολουθήση αυτό το φως, δεν έχει ανάγκην ιεροκηρύκων ή ιερέων ούτε εκκλησίας. Αυτό το φως ήτο ανώτερον της ανθρωπίνης λογικής, ακόμη και από αυτήν την Αγίαν Γραφήν, διότι ήτο η άμεσος επικοινωνία της φωνής του Θεού με την ψυχήν.
Ο Τζώρτζ Φόξ ήτο άνθρωπος μικράς μορφώσεως, αλλά το « Ημερολόγιόν» του είναι εν κλασσικόν αγγλικόν κείμενον, διότι αποκαλύπτει την λογοτεχνικήν δύναμιν του μη εντέχνου λόγου, αν είναι απλούς, ειλικρινής, σοβαρός. Υιός πτωχού υφαντού, εμαθήτευσε εις υποδηματοποιείον, αλλά το εγκατέλειψε «κατ’ εντολήν του Θεού» και ήρχισε, εις ηλικίαν 23 ετών (1647), να περιοδεύη κηρύττων, μέχρι του θανάτου του (1691). Κατά τα πρώτα εκείνα έτη εβασανίζετο από πειρασμούς και μετέβαινε να συμβουλευθή κληρικούς. Εις από αυτούς του συνέστησε φάρμακα και αφαίμαξιν, άλλος καπνόν και ψαλμούς. Ο Τζώρτζ έπαυσε να εμπιστεύεται τους ιερείς, όταν όμως ήνοιγε την Γραφήν εύρισκε παρηγορίαν.

     Έπαιρνα συχνά την Βίβλον μου και επήγαινα να καθήσω εντός κοιλοτήτων δένδρων ή εις μοναχικούς τόπους έως την νύκτα. Συχνά επίσης, την νύκτα, εβάδιζα μόνος και θλιμμένος, διότι ήμουν γεμάτος οδύνην τότε που έγινε η πρώτη επενέργεια του Κυρίου εντός μου… Κατόπιν ο Κύριος μου έδειξε την οδόν και με έκαμε να ίδω την αγάπην Του, ατελεύτητον και αιωνίαν, που υπερέχει κάθε γνώσεως την οποίαν κατέχουν οι άνθρωποι εκ φύσεως ή λαμβάνουν από την ιστορίαν και τα βιβλία.

     Ολίγον αργότερα ησθάνθη ότι η αγάπη του Θεού τον είχεν εκλέξει να κηρύξη εις όλους περί του « Εσωτέρου Φωτός». Εις μίαν συγκέντρωσιν Βαπτιστών, εις το Λέϊτσεστερσαϊρ, «ο Κύριος ήνοιξε το στόμα μου και η αιωνία αλήθεια εκηρύχθη εις αυτούς και η δύναμις του Κυρίου ήλθεν επ’ αυτών.» Εδημιουργήθη η φήμη ότι ήτο «ισχυρά διάνοια», δι’ αυτό και πολλοί έσπευδον να τον ακούσουν. «Η δύναμις του Κυρίου, εξεδηλώθη και με παρέσυρε και είχον πολλάς αποκαλύψεις και προφητείας.» «Ενώ εβάδιζον εις τους αγρούς, ο Κύριος μου είπε: «Το όνομα σου αναγράφεται εις το βιβλίον του Αμνού που είναι πηγή ζωής και υπήρχε προ της δημιουργίας του κόσμου.» Ο Τζώρτζ δηλαδή είχε παρηγορηθή τώρα με την σκέψιν ότι συγκατελέγετο εις τους ολίγους εκείνους που εξέλεξεν ο Θεός, προ της Δημιουργίας, δια να λάβουν την χάριν Του και την αιωνίαν ευλογίαν. Τώρα ησθάνετο τον εαυτόν του ίσον προς κάθε άνθρωπον και η υπερηφάνεια δια την θείαν αυτήν εκλογήν του απηγόρευε «να βγάλη το καπέλλο του εις οποιονδήποτε, μέγαν ή μικρόν». Και «έγινα χρήσιμος εις Σε και εις όλους Σου τους ανθρώπους, άνδρας ή γυναίκας, πλουσίους ή πτωχούς, μεγάλους και μικρούς».
Πεισθείς ότι η αληθής θρησκεία είχε ως θεμέλιον όχι την εκκλησίαν αλλά την φωτισμένην ψυχήν, εισήλθε εις μίαν εκκλησίαν πλησίον του Νόττιγχαμ και διέκοψε την λειτουργίαν κραυγάζων ότι η αλήθεια ευρίσκετο όχι εις την Αγίαν Γραφήν αλλά εις το Εσώτερον Φως. Συνελήφθη (1649), άλλα ο αστυνόμος τον ηλευθέρωσε, η δε σύζυγος του αστυνόμου έγινε από τους πρώτους οπαδούς του. Επανήρχισε την αποστολικήν του περιπλάνησιν, εισήλθε εις άλλην εκκλησίαν και: «Με συγκίνησιν εκήρυξα την αλήθειαν εις τον ιερέα και το εκκλησίασμα, αλλά ο λαός μου επετέθη με οργήν, με έρριψε κάτω…, και με εκτύπησαν όλοι σκληρά με τα χέρια, τας Βίβλους των και τα μπαστούνια των.» Συνελήφθη και πάλιν. Ο δήμαρχος τον άφησε ελεύθερον, αλλά ο λαός τον εξεδίωξε από την πόλιν με λιθοβολισμούς. Εις το Ντέρμπυ εκήρυξε και πάλιν ότι αι εκκλησίαι και η μετάληψις ήσαν προσβολή κατά του Θεού. Ενεκλείσθη εις επανορθωτικόν άσυλον επί εξάμηνον (1650). Του επροτάθη απόλυσις, αν εδέχετο να ενταχθή εις τον στρατόν. Απήντησε με εν σφοδρόν κήρυγμα κατά του πολέμου. Τον ενέκλεισαν τώρα «εις ένα φθειριώντα, βρωμερόν τόπον, χαμηλά υπό την επιφάνειαν του εδάφους, χωρίς κλίνην, μαζί με τριάκοντα κακούργους, όπου εκρατήθην επί ήμισυ σχεδόν έτος.» Από την φυλακήν του έστειλε επιστολήν προς τους δικαστάς και άρχοντας της πόλεως, υποστηρίζων την κατάργησιν της θανατικής ποινής• αυτή δε η επέμβασις πιθανόν να έσωσε από την αγχόνην μίαν νεαράν γυναίκα που είχε καταδικασθή εις θάνατον διά κλοπήν.
Μετά ενός έτους φυλάκισιν επανήρχισε την «περιπατητικήν» του διδασκαλίαν. Εις το Γουέϊφελντ προσηλύτισε τον Τζαίημς Νέϋλερ. Εις το Μπήβερλυ εισήλθε εις μίαν εκκλησίαν, επερίμενε το τέλος της λειτουργίας και τότε ηρώτησε τον ιεροκήρυκα αν δεν εντρέπετο που «εισπράττει τριακοσίας λίρας το έτος διά να κηρύττη την Γραφήν.» Εις άλλην πόλιν ο ιερεύς τον εκάλεσε να κηρύξη εις την εκκλησίαν του• ο Φόξ ηρνήθη, αλλά ωμίλησε προς εν πλήθος εις το προαύλιον της εκκλησίας.

     Εδήλωσα εις τον λαόν ότι ήλθα όχι διά να στηρίξω τους ειδωλολατρικούς των ναούς ούτε τους ιερείς των ούτε τους μισθούς που εισπράττουν αυτοί ούτε… τας εβραϊκάς και ειδωλολατρικάς λειτουργίας των και παραδόσεις (διότι τα κατεδίκασα όλα αυτά) και τους είπα ότι το γήινον εκείνο κτίσμα δεν ήτο περισσότερον ιερόν από οποιοδήποτε άλλο… Εξώρκισα επομένως τον λαόν να τα εγκατάλειψη όλα αυτά και τους συνεβούλευσα ν’ αναζητήσουν το πνεύμα και την χάριν του Θεού εντός των και το φως του Ιησού εις αυτήν την καρδίαν των.»

     Στο Σουόρθμορ του Γιόρκσαϊρ προσηλύτισε την Μάργκαρετ Φέλλ και κατόπιν τον σύζυγόν της δικαστήν Τόμας Φέλλ. Η οικία των, το Σουάρθμορ Χώλ, έγινε ο πρώτος πραγματικός τόπος συγκεντρώσεως των Κουάκερων και είναι μέχρι σήμερον τόπος προσκυνήματος των οπαδών της Εταιρείας των Φίλων.
Πρέπει να παρακολουθήσωμεν τώρα την συνέχειαν της ιστορίας του Φόξ. Η μέθοδός του ήτο πρωτόγονος, τούτο όμως ισοφαρίζετο από την καρτερίαν με την όποιαν υπέμεινε την ατελείωτον σειράν των συλλήψεων και προπηλακισμών. Πουριτανοί, Πρεσβυτεριανοί και Αγγλικανοί του επετίθεντο από κοινού, διότι απέρριπτε την μετάληψιν, την εκκλησίαν και τους ιερείς. Οι δημοτικοί άρχοντες εφυλάκιζον τους Κουάκερους όχι μόνον επειδή διετάρασσον την δημοσίαν λατρείαν και διέφθειρον τους στρατιώτας με το φιλειρηνικόν των κήρυγμα (πασιφισμόν), αλλά και επειδή ηρνούντο να ορκισθούν υπακοήν εις την κυβέρνησιν. Οι Κουάκεροι διεμαρτύροντο υποστηρίζοντες ότι οι οιουδήποτε είδους όρκοι είναι ανήθικοι. Ένα «ναι» ή ένα «ου» είναι αρκετόν. Ο Κρόμβελ έβλεπε με συμπάθειαν τους Κουάκερους, έδωσε εις τον Φόξ φιλικήν συνέντευξιν (1654) και, αποχωρών, του είπε: «Ελάτε πάλι, εις το σπίτι μου. Αν εσείς κι εγώ εβλεπόμεθα μίαν ώραν την ημέραν θα ήμεθα πλησιέστερα ο ένας εις τον άλλον.» Το 1657 ο προτέκτωρ διέταξε την απόλυσιν των κρατουμένων Κουάκερων και παρήγγειλε εις όλους τους δικαστάς να μεταχειρίζωνται αυτούς τους άνευ εκκλησίας Ιεροκήρυκας «ως θύματα αυταπάτης».
Τον μεγαλύτερον διωγμόν υπέστη ο Τζαίημς Ναίϋλερ, ο οποίος επεξέτεινε το δόγμα του Εσωτέρου Φωτός μέχρι του σημείου να πιστεύη, ή να υποκρίνεται ότι πιστεύει, ότι ήτο ενσαρκωθείς Χριστός. Ο Φόξ τον επετίμησε, αλλά μερικοί φανατικοί οπαδοί του τον ελάτρευσαν ως Χριστόν, μία δε γυναίκα εβεβαίωνε ότι την είχε αναστήσει δύο ημέρας μετά τον θάνατόν της. Όταν ο Ναίϋλερ έφθασε έφιππος εις το Μπρίττολ, αι γυναίκες έρριπτον τας ζώνας των προ του ίππου του και έψαλλον «Άγιος, άγιος, άγιος είναι ο Κύριος και Θεός των Πνευμάτων.» Συνελήφθη με την κατηγορίαν της βλασφημίας.

   Ερωτώμενος διά τους ισχυρισμούς του ιδίου ή άλλων διά τον εαυτόν του, έδιδε την απάντησιν του Χριστού: «Συ είπας.» Το Κοινοβούλιον, πουριτανικόν τότε εις την πλειοψηφίαν του, επελήφθη της υποθέσεως (1656) και επί ένδεκα ημέρας συνεχίζετο η συζήτησις αν έπρεπε να θανατωθή ή όχι. Η καταδίκη του επεκυρώθη με ψήφους 96 κατά 82, αλλά, από μίαν «ανθρωπιστικήν» παραχώρησιν, η ποινή περιωρίσθη εις δίωρον ορθοστασίαν με τον αυχένα υπό τον κύφωνα, 310 μαστιγώσεις, εγχάραξιν του γράμματος Β (Βλάσφημος) διά πυράς επί του μετώπου του και την έγκαυσιν της γλώσσης του διά πυρακτωμένης ράβδου. Υπέμεινε ηρωϊκώς όλας αυτάς τας αγριότητας. Οι οπαδοί του τον ετίμησαν ως μάρτυρα. Εφίλων και ερρόφων το αίμα από τας πληγάς του. Εφυλακίσθη εις αυστηράν απομόνωσιν, χωρίς πένναν, χαρτί, θέρμανσιν και φως. Βαθμιαίως, το ηθικόν του κατέρρευσε. Παρεδέχθη ότι είχε πλανηθή. Απελύθη το 1659 και απέθανε πένης το 1660.
Οι Κουάκεροι διεκρίνοντο μεταξύ όλων των άλλων αιρέσεων από ωρισμένας αλλοκότους ιδιορρυθμίας, όπως τας εχαρακτήριζον μερικοί από τους συγχρόνους των. Δεν επέτρεπον εις τον εαυτόν των κανενός είδους στολισμόν της ενδυμασίας των. Δεν έβγαζαν το καπέλλο προ ουδενός, οιασδήποτε κοινωνικής τάξεως ή αξιώματος ούτε και εντός της εκκλησίας ή της Αυλής. Απηυθύνοντο προς όλους εις τον ενικόν. Απέφευγον τας ειδωλολατρικάς ονομασίας των ημερών της εβδομάδος και των μηνών, λέγοντες επί παραδείγματι, «την πρώτην ημέραν του έκτου μηνός.» Ετέλουν την λατρείαν των τόσον εις κλειστόν όσον και εις ανοικτόν χώρον. Ο κάθε πιστός εκαλείτο να είπη τι του είχεν εμπνεύσει να είπη το Άγιον Πνεύμα. Κατόπιν ετήρουν όλοι κατανυκτικήν σιγήν, πιθανόν ως αντίδρασιν εις τον ενθουσιασμόν των — που αρχικώς εσήμαινε «αίσθησιν του Θεού εν εαυτώ.»

    Αι γυναίκες εγίνοντο δεκταί εις την άσκησιν της λατρείας και εις την προσευχήν ως ισότιμοι προς τους άνδρας. Όπως ήτο φυσικόν, οι Βρεταννοί εμίσουν τους πρώτους Κουάκερους διά την φανατικήν αδιαλλαξίαν των απέναντι των άλλων αιρέσεων και διά την κάποιαν οίησιν των διά την υπεροχήν της αρετής των. Κατά τα άλλα, οι οπαδοί της Εταιρείας των Φίλων ήσαν υποδειγματικοί Χριστιανοί. Δεν ανθίσταντο εις τους πειρασμούς, εδέχοντο με διαμαρτυρίας εις τους λόγους μόνον τας χειρίστας συνθήκας της φυλακής, δεν ανταπέδιδον το κτύπημα εις όσους τους εκτύπων. Έδιδον ότι ηδύναντο περισσότερον εις όσους τους εζήτουν βοήθειαν. Ο έγγαμος βίος των ήτο ανεπίληπτος. Λόγω του αυστηρού όρου που έθετε εις τον εαυτόν του ο καθείς από αυτούς να μη συνάπτη γάμον παρά μόνον με άλλον κουάκερον, η αριθμητική των αύξησις ήτο περιωρισμένη. Μέχρι του 1660 πάντως υπήρχον εις την Αγγλίαν περί τους 60.000 κουάκεροι. Η φήμη των δι’ εντιμότητα, ευγένειαν, φιλοπονίαν και οικονομίαν τους εξύψωσε από τα κατώτερα στρώματα, όπου αρχικώς ενεφανίσθησαν, εις τας μεσαίας τάξεις όπου ανήκουν σήμερα οι περισσότεροι εξ αυτών.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Μεθοδιστές.

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοέμβριος 7, 2018

(Durant Wiil, Παγκόμιος Ιστορία του πολιτισμού, τόμος Θ΄σελ. 161-171 οι παραπομπές δεν παρατίθενται).
ΤΖΩΝ ΟΥΕΣΛΕΫ: 1703-91.
Για να κατανοήσουμε τη θέση του μέσα στην Ιστορία, πρέπει να υπενθυμίσουμε πάλι ότι όταν αυτός και ο αδελφός του Τσαρλς ίδρυσαν τον Μεθοδισμό στην Οξφόρδη (1729), η θρησκεία στην Αγγλία βρισκόταν σε τόσο χαμηλό επίπεδο, όσο δεν παρατηρήθηκε ποτέ κατά τη νεότερη Ιστορία. Μόνο πέντε ή έξι μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων παρακολουθούσαν τις Κυριακές τη θεία λειτουργία. (42) Οι Αγγλικανοί κληρικοί είχαν παραδεχθεί σε τέτοιο βαθμό τον ρασιοναλισμό, ώστε όλα σχεδόν τα κείμενά τους βασίζονταν στους λογικούς συλλογισμούς. Οι κληρικοί σπάνια ανέφεραν τον παράδεισο ή την κόλαση και πραγματεύονταν τις κοινωνικές αρετές περισσότερο από την πέρα του τάφου ζωή. Το αγγλικό κήρυγμα, έλεγε ο Βολταίρος, είναι μία «καλώς αρχιτεκτονημένη αλλά ξηρά πραγματεία, την οποία ο ιερέας αναγινώσκει χωρίς καμμία σχεδόν χειρονομία και χωρίς να χρωματίζει καν τη φωνή του». (43)
Η θρησκεία ήταν ενεργή μόνο στις αιρέσεις των αλλοδόξων της μεσαίας τάξης. Ο αγγλικανικός κλήρος έδειχνε πλήρη σχεδόν αδιαφορία για τους εργάτες των πόλεων. «Οι κατώτερες τάξεις παρέμεναν μακριά από τη θρησκεία. Δεν είχαν καμμία θρησκεία και ουδείς τούς δίδαξε ποτέ μία θρησκεία». 44 Είχαν εγκαταλειφθεί στην ανέχεια, την οποία φώτιζε αμυδρά η θρησκευτική ελπίδα. Εν μέσω αυτής της κατάστασης, ο Τζων Ουέσλεϋ και ο Τζωτζ Χουάιτφιλντ πέτυχαν την αναβίωση της Πουριτανικής πίστης και ηθικής, ιδρύοντας την Εκκλησία των Μεθοδιστών.
Οι πρόγονοι του Ουέσλεϋ ήταν θεολόγοι και αποστάτες. Ο προπάππος του, Βαρθολομαίος Ουέσλεϋ, είχε εκδιωχθεί από τις εφημερίες του στο Ντόρσετ διότι συνέχιζε την αλλόδοξη λατρεία, ακόμη και όταν η Αγγλικανική Εκκλησία απέκτησε το θρησκευτικό μονοπώλιο στην Αγγλία.
Ο παππούς του Τζων, ο Τζων Ουέσλεϋ, έγινε εφημέριος στο Ντόρσετ, φυλακίστηκε όμως διότι αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το Βιβλίο της Λειτουργίας. Εξεδιώχθηκε από την εφημερία του και έγινε αλλόδοξος πάστορας στο Πουλ. Ο πατέρας του Τζων, Σάμουελ Ουέσλεϋ, σπούδασε στην Οξφόρδη, εγκατέλειψε την αλλοδοξία, χειροτονήθηκε αγγλικανικός ιερέας, παντρεύτηκε τη Σουζάνα Άννεσλεϋ (κόρη ιεροκήρυκα) και έγινε εφημέριος του Έπγουωρθ στο Λινκοσάιρ. Από τα δεκαεννέα παιδιά του, τα οκτώ πέθαναν σε νηπιακή ηλικία – η περίπτωση είναι χαρακτηριστική της γονιμότητας των γυναικών, της σεξουαλικής πληθωρικότητας των κληρικών και του επιπέδου της ιατρικής στην Αγγλία κατά το δέκατο όγδοο αιώνα. Ο πατέρας ήταν αυστηρός τόσο στην οικία του, όσο και από άμβωνος. Έμαθε τα παιδιά του να φοβούνται την εκδίκηση του Θεού και όταν διαπίστωσε ότι μία γυναίκα του ποιμνίου της ενορίας του ήταν ένοχος μοιχείας, την ανάγκασε να διέλθει από τους δρόμους της συνοικίας, φορώντας το ένδυμα της μεταμέλειας. (45) Η σύζυγός του τον συναγωνίζοταν στην αυστηρότητα και τη θεοσέβεια. Όταν ο πλέον διάσημος από τους γιους της ήταν εικοσιεννέα ετών, του εξήγησε την ηθική της φιλοσοφία:
«Επιμένω στην έγκαιρη καθυπόταξη της θέλησης των παιδιών, διότι μόνο έτσι μπορεί να τεθεί μία σταθερή και λογική βάση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, χωρίς την οποία ούτε οι νουθεσίες, ούτε το καλό παράδειγμα πρόκειται να φέρουν αποτελέσματα. Όταν όμως συντελεσθεί πλήρης η καθυπόταξη, τότε το παιδί μπορεί να οδηγηθεί στο σωστό δρόμο από τη λογική και τη θεοσέβεια των γονέων του, μέχρις ότου ωριμάσει η δική του σκέψη και κρίση… Σε ηλικία ενός έτους, τα παιδιά μου διδάχτηκαν να φοβούνται τη βέργα και να μην ξεφωνίζουν κλαίγοντας, διότι αλλιώς θα υφίσταντο βαρύτερες τιμωρίες». 46
Ο πρεσβύτερος γιος της, ο Σάμουελ Ουέσλεϋ ο 2ος έγινε ποιητής, φιλόλογος και Αγγλικανικός ιερέας. Ο Σάμουελ αποδοκίμασε το Μεθοδισμό των αδελφών του. Το δέκατο όγδοο τέκνο ήταν ο Τσαρλς Ουέσλεϋ, ο οποίος ενισχυσε σημαντικά το κήρυγμα του Τζων με 6.500 ύμνους. Ο Τζων ήταν το δέκατο πέμπτο παιδί και γεννήθηκε στο Έπγουωρθ το 1703. Όταν ήταν έξι ετών, μια πυρκαγιά αποτέφρωσε την εφημερία. Όλοι θεώρησαν το Τζων πεθαμένο μέσα στις φλόγες, αλλά αυτός εμφανίστηκε σε ένα παράθυρο του δεύτερου πατώματος και σώθηκε από ένα γείτονα, ο οποίος πάτησε στους ώμους ενός άλλου άντρα. Αργότερα ο Τζων αποκάλεσε τον εαυτό του «δαυλό αποσπασθέντα εκ του πυρός» και ουδέποτε κατανίκησε τον έντονο φόβο τον οποίο του προκαλεί η κόλαση. Στην οικία του πατέρα του, κάθε απρόβλεπτος θόρυβος ερμηνεύονταν ως μια υπερφυσική παρουσία, διαβολική ή θεία.

    Σε ηλικία έντεκα ετών, ο Τζων έγινε μαθητής του «δημοσίου» σχολείου του Τσαρτερχάουζ και δεκαεπτά ετών έγινε δεκτός στο Κριστ Τσερτς της Οξφόρδης. Ήταν φιλάσθενος, αλλά είχε ισχυρή θέληση και βελτίωσε τη σωματική του υγεία με την πεζοπορία, την ιππασία και την κολύμβηση. Πέθανε ογδοντα οκτώ ετών. Διάβαζε όλα τα βιβλία τα οποία έπεφταν στα χέρια του και κρατούσε προσεκτικές σημειώσεις και περιλήψεις. Περισσότερο από όλα τα βιβλία του άρεσε το Αγία ζωή και άγιος θάνατος του Ιερεμία Τέυλορ και η Μύηση του Χριστού του Θωμά εκ Κέμπης. Σπουδαστής ακόμη της Οξφόρδης, άρχισε να κρατά το Ημερολόγιο – γραμμένο εν μέρει κρυπτογραφικά ή στενογραφικά – το οποίο θωρείται και σήμερα ένα από τα κλασσικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας και της Προτεσταντικής θεοσεβείας. Το 1726 έγινε εταίρος του Κολλεγίου Λίνκολν και το 1728 χειροτονήθηκε Αγγλικανός ιερέας.
Πρώτος ο αδελφός του συνέπηξε στην Οξφόρδη μία μικρή ομάδα δεκαπέντε περίπου σπουδαστών και καθηγητών, αποφασισμένων να εφαρμόσουν το χριστιανισμό με μεθοδική πληρότητα. Οι εχθροί τους τούς ονόμασαν χλευαστικά «Αγία Λέσχη» ή «Μεθοδιστές». Τα μέλη της ομάδας διάβαζαν ομού την Ελληνική Διαθήκη και τους κλασσικούς. Νήστευαν κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Λάμβαναν τη Θεία Κοινωνία κάθε εβδομάδα. Επισκέπτονταν φυλακισμένους και ανάπηρους, για να τους προσφέρουν υλική ανακούφιση και θρησκευτική ελπίδα. Συνόδευαν κατάδικους μέχρι το ικρίωμα.

    Ο Τζων Ουέσλεϋ κατέκτησε την ηγεσία της ομάδας λόγω του ότι ήταν ο πλέον ενθουσιώδης και θεοσεβής. Σηκωνόταν από την κλίνη του κάθε μέρα στις 4 το πρωί – μία συνήθεια που διατήρησε μέχρι βαθύτατου γήρατος. Κατέστρωνε μεθοδικά, κάθε πρωί, το σχέδιο της ημέρας, γνωρίζοντας έτσι εκ των προτέρων με τι θα ασχολούνταν την κάθε ώρα. Ζούσε με 28 λίρες το έτος και μοίραζε τα υπόλοιπα χρήματά του στους φτωχούς. Νήστευε τόσο συχνά, ώστε σε μία περίπτωση φάνηκε να έχει υπονομεύσει ανεπανόρθωτα την υγεία του. Μετάβαινε πεζή, ως προσκυνητής, στο Ουίλλιαμ Λόου, για να ζητήσει τη συμβουλή του. Το βιβλίο του Λόου «Σοβαρή πρόσκληση για μία θεοσεβή και αγία ζωή» έγινε ο πνευματικός του οδηγός.
Όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του το βιβλίο εκείνο «εξέπεμπε τόσο δυνατό φως και φώτιζε τόσο έντονα την ψυχή μου, ώστε όλα τα πράγματα γύρω μου απέκτησαν μία νέα όψη.
Το 1735 ο στρατηγός Όγκλεθορπ κάλεσε το Τζων και τον Τσαρλς να τον συνοδεύσουν ως ιεροκήρυκες στη Γεωργία. Ο πατέρας τους είχε πεθάνει και για αυτό οι δύο αδελφοί συμβουλεύτηκαν τη μητέρα τους. «Και είκοσι γιους αν είχα, τους απάντησε, θα χαιρόμουν βαθύτατα εάν έφευγαν όλοι για μία τόσο θεάρεστη αποστολή, έστω και αν δεν επρόκειτο να τους δω ποτέ;» (48). Πώς να κατανοήσουμε εμείς οι εγωπαθείς μία τέτοια αυτοθυσία; Η Αγία Λέσχη ανέβαλε τις συνεδριάσεις της sine die (επ’ αόριστον) και τη 14η Οκτωβρίου ο Τζων και ο Τσαρλς, μαζί με άλλους δύο «Μεθοδιστές» επιβιβάστηκαν στο Σίμμοντς για τη Σαβάννα. Στο πλοίο, τους έκανε εντύπωση η εύθυμη ευλάβεια ορισμένων Μοραβών Αδελφών, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τη Γερμανία και μετέβαιναν να εγκατασταθούν στην Αμερική. Όταν μία σφοδρή τρικυμία απείλησε το μικρό σκάφος, οι Μοραβοί δεν έδειξαν φόβο. Συναγωνίζονταν τα σφυρίγματα του ανέμου με τους δυνατούς ύμνους τους. Οι Ουέσλεϋ αισθάνθηκαν ότι η πίστη των Μοραβών ήταν ισχυρότερη της δικής τους.
Φτάνοντας στη Γεωργία (5 Φεβρουαρίου 1736), οι αδελφοί κατέλαβαν διάφορες θέσεις: ο Τσαρλς έγινε γραμματέας του Κυβερνήτη Όγκλεθορπ, ο Τζων έγινε ιερέας της νέας κοινότητας. Μετέβαινε επίσης στη γύρω περιοχή και κήρυττε το Λόγο του Θεού στους εκεί Ιουδαίους. Η πρώτη του εντύπωση ήταν ότι οι Ινδιάνοι ήταν έτοιμοι να δεχθούν το Ευαγγέλιο, δύο χρόνια αργότερα όμως τους περιέγραψε ως «λαίμαργους, κλέφτες, ψεύτες, πατροκτόνους, μητροκτόνους και φονιάδες των παιδιών τους». Πληροφορούμαστε από άλλες πηγές, ότι ο Τζων «δε σημείωσε επιτυχία με τους Ινδιάνους». (49) Ο λευκός πληθυσμός, στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν και εκατοντάδες εξοργισμένοι εγκληματίες, διέκειτο εχθρικώς προς τον Τζων Ουέσλεϋ, διότι τον άκουγε να ομιλεί με οξφορδιανή προφορά και διότι έβλεπε ότι είναι αυταρχικός και επέμενε στην ακριβή τήρηση των θρησκευτικών κανόνων. Κατά τη βάπτιση, βύθισε τρεις φορές το μωρό ολοσχερώς εντός του ύδατος και όταν ένας πατέρας διαμαρτυρήθηκε, ο Τζων αρνήθηκε να βαπτίσει το παιδί του.
Εξακολουθώντας ακόμη να έχει «πολύ στενές αντιλήψεις» (50), αρνήθηκε να μεταλάβει ένα καθόλα ευϋπόληπτο άνθρωπο, επειδή αυτός ο τελευταίος είχε ομολογήσει στην εξομολόγησή του ότι ήταν αλλόδοξος. Αρνήθηκε να ψάλλει τη νεκρώσιμη ακολουθία κατά την κηδεία ενός αποίκου ο οποίος δεν είχε αποκηρύξει την αλλόδοξη αίρεσή του. Απαγόρευσε στις κυρίες της ενορίας του να φορούν πλούσια ενδύματα ή χρυσά κοσμήματα και έπεισε τον κυβερνήτη να κηρύξει παράνομη την αλιεία και το κυνήγι την Κυριακή – τη μόνη μέρα κατά την οποία οι ενορίτες του είχαν καιρό να ψαρέψουν ή να κυνηγήσουν.

    Ερωτεύθηκε τη Σοφία Χόπκεϋ, την ηλικίας δεκαεννέα ετών ανηψιά του ειρηνοδίκου της Σαβάννα, αλλά οι Μοραβοί φίλοι του δεν τη θεώρησαν άξια να γίνει σύζυγός του. Η διστακτικότητά του κούρασε τόσο τη Σοφία, ώστε παντρεύτηκε κάποιον κ. Ουίλκινσον. Όταν η Σοφία προσήλθε να μεταλάβει, ο Τζων αρνήθηκε να της παράσχει τη Θεία Κοινωνία, με το αιτιολογικό ότι είχε κοινωνήσει μόνο τρεις φορές κατά τους τελευταίους τρεις μήνες και είχε αμελήσει να ζητήσει από τον πάστορά της να θυροκολλήσει στην είσοδο της εκκλησίας την αγγελία του γάμου της. Ο σύζυγός της τον μήνυσε για δυσφήμηση της συζύγου του. Το δικαστήριο καταδίκασε τη συμπεριφορά του Ουέσλεϋ ως υποψηφίου γαμπρού και την υπερβολική αυστηρότητα ως κληρικού. Ο Τζων δήλωσε ότι θεωρεί το δικαστήριο αναρμόδιο να τον κρίνει. Η λαϊκή δυσαρέσκεια εναντίον του ωγκούτο συνεχώς. Έφυγε κρυφά στο Τσάρλστον και επιβιβάστηκε σε πλοίο για την Αγγλία. (22 Δεκεμβρίου 1737)
Στο Λονδίνο εξακολούθησε να ζει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη λιτότητα, ελπίζοντας ότι έτσι θα επανακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Αλλά ο Πέτρος Μπέλερ, ένας Μοραβός ιεροκήρυκας, ο οποίος βρισκόταν καθ’ οδόν προς Αμερική, τον βεβαίωσε ότι η πίστη του ήταν ακόμη ατελής. Ότι όσο ηθικό βίο και αν διάγει ή όσος και αν είναι ο ζήλος της ευλάβειάς του, θα παραμένει σε κατάσταση θείας καταδίκης, μέχρις ότου δεχθεί τη φώτιση και πεισθεί χωρίς κανένα απολύτως λογικό επιχείρημα ότι ο Χριστός είχε πεθάνει γι’ αυτόν και είχε εξαγοράσει τις δικές του αμαρτίες. Μόνο μετά από ένα τέτοιο προσηλυτισμό μπορούσε κανείς να είναι βέβαιος ότι δε θα υποπέσει σε αμάρτημα και να είναι σίγουρος για τη σωτηρία του. Ο Ουέσλεϋ σημείωσε στο Ημερολόγιό του την Magna Dies (Μεγάλη Ημέρα), κατά την οποία δέχθηκε επιτέλους τη φώτιση. Αυτό συνέβει την 24η Μαΐου του 1738:
«Το βράδυ παρ’ όλο που δεν είχα καθόλου διάθεση, πήγα σε μία συνάθροιση στην οδό Αλντερσγκέιτ, όπου κάποιος ανάγνωσε τον πρόλογο του Λούθηρου στην Επιστολή προς Ρωμαίους. Κατά τις εννέα παρά τέταρτο, τη στιγμή που εξηγούσε την αλλαγή την οποία επεξεργάζεται ο Θεός στην καρδιά του ανθρώπου μέσω της πίστης του στον Χριστό, αισθάνθηκα την καρδιά μου να θερμαίνεται κατά περίεργον τρόπο. Αισθάνθηκα ότι είχα πράγματι εμπιστοσύνη στον Χριστό, μόνο στον Χριστό, για τη σωτηρία. Και μία βεβαιότητα μου είχε δοθεί ως δώρο, η βεβαιότητα ότι Αυτός είχε σβήσει τις δικές μου αμαρτίες, ακόμη και τις πλέον προσωπικές μου και με είχε σώσει από το νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Άρχισα να προσεύχομαι με όλη μου τη δύναμη υπέρ αυτών οι οποίοι μου συμπεριφέρθηκαν κακώς και με κατεδίωξαν. Κατόπιν, δήλωσα στους εκεί παρισταμένους τι ακριβώς αισθάνθηκα για πρώτη φορά στην καρδιά μου.» (51)
Με δυο λόγια, είχε ανακεφαλαιώσει τα διαδοχικά στάδια του χριστιανισμού – της σωτηρίας μέσω της πίστης και των έργων, της σωτηρίας μέσω μόνο της πίστης (Λούθηρος) και της σωτηρίας μέσω της προσωπικής θείας φώτισης (Κουάκεροι). Ευγνωμονώντας τον Μπέλερ ο Ουέσλεϋ μετέβει στη Γερμανία το καλοκαίρι του 1738 και έμεινε πολλές εβδομάδες στο Χέρνχοντ, το Σαξωνικό χωριό όπου μία αποικία Μοραβών Αδελφών είχε εγκατασταθεί στα κτήματα του κόμη φον Τσίντσεντορφ.
Εν τω μεταξύ ο Τσαρλ Ουέσλεϋ, επιστρέφοντας στην Αγγλία, δέχθηκε μία παρόμοια φώτιση. Αυτός, με τον ηπιότερο τρόπο του, είχε αρχίσει να κηρύσσει το Λόγο του Θεού στους φυλακισμένους του Νιουγκέιτ και από κάθε άλλο άμβωνα από τον οποίο του επέτρεπαν να ομιλήσει. Κάτι ακόμη σημαντικότερο, άρχισε να διακρίνεται στο κίνημα των Μεθοδιστών μια ισχυρή προσωπικότητα, η οποία μόνο με τον Τζων Ουέσλεϋ θα μπορούσε να συγκριθεί. Ο Τζωρτζ Χουάιτφιλντ ήταν γιος ενός πανδοχέα του Γκλώτσεστερ. Ο Τζωρτζ, γεννήθηκε το 1714, διατέλεσε για ένα χρόνο και πλέον σερβιτόρος στο πανδοχείο του πατέρα του. Κατώρθωσε να σπουδάσει στο Κολλέγιο Πέμπροκ της Οξφόρδης και υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη της Αγίας Λέσχης. Μετέβη προς συνάντηση των Ουέσλεϋ στη Γεωργία το 1738, αλλά επέστρεψε στην Αγγλία το φθινόπωρο του ίδιου έτους για να χειροτονηθεί Αγγλικανός ιερέας. Τα από άμβωνος κηρύγματα δεν τον ικανοποιούν. Φλέγεται από την επιθυμία να ενσταλάξει την πίστη του στις μεγάλες λαϊκές μάζες.

    Το Φεβρουάριο του 1739 άρχισε να κηρύττει στην ύπαιθρο, κοντά στο Μπρίστολ, απευθυνόμενος στους ανθρακωρύχους οι οποίοι δεν τολμούσαν ή δε σκέφτηκαν να εισέλθουν στην εκκλησία. Η φωνή του ήταν τόσο καθαρή και δυνατή, ώστε μπορούσαν να τον ακούσουν είκοσι χιλιάδες ακροατές και η φλογερή του ρητορία συγκίνησε τόσο πολύ εκείνους τους βασανισμένους και κουρασμένους άντρες, ώστε (όπως μας λέει ο ίδιος) έβλεπε «τα άσπρα αυλάκια των δακρύων στα μαύρα μάγουλά τους». 52 Η φήμη την οποία απέκτησε σύντομα ο νέος ιεροκήρυκας και η αποτελεσματικότητα των υπαίθριων κηρυγμάτων του, συνετάραξαν την κοινή γνώμη της Αγγλίας. Οπουδήποτε μετέβαινε ο Χουάιτφιλντ, τεράστια πλήθη συνέρρεαν να τον ακούσουν.
Το κήρυγμά του παρέμενε αλησμόνητο. Δεν έκανε επίδειξη πολυμάθειας, ισχυριζόταν όμως ότι είχε συνομιλήσει ιδιαίτερα με το Θεό. Η γλώσσα του, είπε ο Ουέσλεϋ ήταν αρκετά «πομπώδης και περιπαθής». Χρησιμοποιεί εντυπωσιακές συγκρίσεις και παρομοιώσεις. Μιλώντας λ.χ. για τον Χριστό είπε ότι «ψήθηκε, σα να λέμε, τόσο πολύ μέσα στην οργή του Πατέρα του, ώστε δίκαια τον είπαν Αμνό του Θεού.» (54) Ο Χουάιτφιλντ, κηρύττωντας στην ύπαιθρο, προσέφυγε στην τέχνη του ηθοποιού, όπως και ο Πιτ, όταν έκανε τους λόγους τους στο Κοινοβούλιο. Μπορούσε ανά πάσα στιγμή να χύσει πύρινα δάκρυα και με όλες τις ενδείξεις η συγκίνησή του ήταν ειλικρινής. Και μπορούσε να κάνει τους απλοϊκούς ακροατές του να αισθανθούν κατά τρόπο άμεσο και έντονο το συναίσθημα της αμαρτίας, τον τρόμο της κόλασης και την αγάπη του Χριστού. Ρήτορες όπως ο Μπόλινγκμπροκ και ο Τσέστερφιλντ, σκεπτικιστές όπως ο Φραγκλίνος και ο Χιουμ, ηθοποιοί όπως ο Γκάρρικ, παραδέχθηκαν τη δύναμή του. Αφού έγινε παντού δεκτός με ενθουσιασμό, μετέβαλε την Αγγλία, την Ουαλία, τη Σκωτία, την Ιρλανδία και την Αμερική σε ενορία του. Δεκατρείς φορές διέσχισε τον Ατλαντικό, δώδεκα φορές διέσχισε τη Σκωτία. Δεν ήταν ασύνηθες γι’ αυτόν να κηρύττει 40 ώρες την εβδομάδα. Σε ηλικία 50 ετών είχε εξαντληθεί. Μείωσε τις παραστάσεις του στις «απολύτως εφικτές» δηλαδή κήρυττε μία φορά μόνο τις καθημερινές και τρεις τις Κυριακές, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Το 1769 επισκέφτηκε για 7η φορά τις αποικίες και πέθανε στο Νιούμπωρυ Πορτ, στη Μασσαχουσέτη, το επόμενο έτος.
Ο Τζων Ουέσλεϋ, επιστρέφοντας από το Χέρνχουτ, δεν ενέκρινε απόλυτα το ρητορικό στυλ του Χουάιτφιλντ και δίσταζε νε μιμηθεί το παράδειγμά του, δηλαδή το κήρυγμα στην ύπαιθρο. «Υπήρξα σε όλη μου τη ζωή (και μέχρι τελευταία ακόμη) τόσο αυστηρός σε ό,τι αφορά στην ευπρέπεια και την τάξη… ώστε είχα την εντύπωση ότι καταντούσε σχεδόν αμαρτία να προσπαθεί κανείς να σώσει τις ψυχές των ανθρώπων εκτός των Οίκων του Θεού.» (55) Υπερνίκησε πάντως την απέχθειά του και άρχισε και αυτός να διαλαλεί το μήνυμά του στους αγρούς και στους δρόμους των πόλεων. «Στην ύπαιθρο άρχισα να χρησιμοποιώ απλούστερη γλώσσα» (Απρίλιος 1739). Η ρητορεία του δεν είχε το πάθος του Χουάιτφιλντ, η γλώσσα του ήταν γλώσσα φιλολόγου και τζέντλεμαν, αλλά και αυτός επίσης γνώριζε να συγκινεί το ακροατήριό του.

    Είχε την ικανότητα να πείθει τους ακροατές του, ότι η καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων ήταν ένα μέρος ενός εκτεταμένου και ευγενούς δράματος όπου οι ψυχές τους ήταν το πεδίο της μάχης μεταξύ Σατανά και Χριστού. Οι ακροατές του μεταφέρονταν μαζί του σε έναν κόσμο οιωνών και θαυμάτων. Και τον πίστευαν όταν τους έλεγε ότι ακούνε από το στόμα του τη φωνή του Θεού.
Ο Ουέσλεϋ οργάνωσε τους οπαδούς του σε «μικρές κοινωνίες». Κάθε πόλη απ’ την οποία περνούσε αποκτούσε τη «μικρή κοινωνία» της. Οι συναθροίσεις των πιστών θύμιζαν τις αγάπες των πρώτων χριστιανών – ήταν γιορτές θρησκευτικής χαράς και συλλογικής αγάπης. Εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους ο ένας στον άλλο, υφίσταντο τον προσεκτικό έλεγχο της ηθικής τους ζωής και προσεύχονταν ομαδικά ή τραγουδούσαν θρησκευτικούς ύμνους. Ο Τζων είχε ήδη συνθέσει ή μεταφράσει αρκετούς συγκινητικούς ύμνους και ο Τσαρλς συνέγραψε τον πλέον φημισμένο από τους πολλούς και ωραίους ύμνους του – το «Ιησού, Εραστή της Ψυχής μου.»
Από αυτές τις ομάδες των ζηλωτών, ο Τζων Ουέσλεϋ διάλεγε και εκπαίδευε τους μη ιερωμένους ιεροκήρυκες, οι οποίοι συνέχιζαν τη διδασκαλία του νέου ευαγγελίου όταν οι ηγέτες μετέβαιναν σε άλλη πόλη. Χωρίς χειροτονία, χωρίς καθορισμένες ενορίες, από άμβωνος ή όχι, αυτοί οι «βοηθοί» ταξίδευαν στην Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία, μετέφεραν εκεί τους φόβους και τις ελπίδες της Προτεσταντικής θεολογίας στις εργατικές τάξεις και προετοίμαζαν τις επισκέψεις του Ουέσλεϋ και του Χουάιτφιλντ. Ο Ουέσλεϋ ταξίδευε – έφιππος με ταχυδρομική άμαξα ή πεζή – διανύοντας συχνά 60 μίλια ημερησίως. Διάνυσε έτσι, για 40 χρόνια, 4.000 μίλια κατά μέσο όρο κάθε χρόνο και έφτασε στα πλέον απομακρυσμένα σημεία της Αγγλίας. Κήρυττε σε κάθε ευκαιρία: στις φυλακές, στους κρατούμενους, στις ταχυδρομικές άμαξες, στους συνταξιδιώτες του, στα πανδοχεία, μέχρι και τα πλοία τα οποία μετέβαιναν στην Ιρλανδία ή από λιμάνι σε λιμάνι. Στο Έπγουωρθ, όπου δεν του επέτρεψαν να κηρύξει από άμβωνος κήρυξε στην αυλή της εκκλησίας, μπροστά στον τάφο του πατέρα του.
Τι κήρυττε; Κατ’ ουσία την Πουριτανική πίστη, η οποία φαινόταν ότι είχε δεχθεί θανατηφόρο πλήγμα από την ηθική παραλυσία της Παλινορθώσεως των Στιούαρτ. Ο Ουέσλεϋ απέρριπτε το δόγμα περί απολύτου προορισμού (ο Χουάιτφιλντ το δεχόταν). Ακολουθώντας την αρμινική πτέρυγα της Αγγλικανικής Εκκλησίας, επέμενε ότι ο άνθρωπος έχει αρκετή ελευθερία βούλησης για να εκλέξει αν θα δεχθεί ή όχι τη θεία χάρη. Θεωρούσε απαράδεκτη κάθε προσφυγή στη λογική. Αισθανόταν ότι η θρησκεία προχωρούσε πέρα της ανθρώπινης λογικής και εξαρτώταν από τη θεία έμπνευση και την εκ των ένδον πηγάζουσα βεβαιότητα. Αλλά αποστρεφόταν τον μυστικισμό, με το επιχείρημα ότι άφηνε τα πάντα στο Θεό και δεν παρότρυνε τον άνθρωπο στην άσκηση της έμπρακτης καλωσύνης. Συνεμερίζοταν τις περισσότερες προλήψεις της τάξης του και της εποχής του: πίστευε στα φαντάσματα, στη διαβολική καταγωγή των παράξενων θορύβων, στην πραγματικότητα και την εγκληματικότητα της μαγείας. Όποιος παύει να πιστεύει στην ύπαρξη της μαγείας, έλεγε, παύει να πιστεύει στη Βίβλο. Δεν αμφέβαλλε για τα θαύματα. Νόμιζε ότι εξακολουθούν να συμβαίνουν κάθε μέρα μεταξύ των οπαδών του. Οι πονοκέφαλοι, τα οιδήματα, οι θλάσεις οστών, τα κατάγματα, θεραπεύονταν με τις δικές του προσευχές της κοινωνίας των Μεθοδιστών και ανέφερε ιδιαίτερα την περίπτωση μιας καθολικής νεανίδος, η οποία έχανε την όρασή της κάθε φορά που διάβαζε το Καθολικό Λειτουργικό και την ξανάβρισκε μόλις άνοιγε να διαβάσει την Καινή Διαθήκη. Δεχόταν ως αληθινές τις αφηγήσεις των γυναικών οι οποίες ισχυρίζονταν ότι είχαν δει αγγέλους, τον Χριστό, τον Παράδεισο ή την Κόλαση. Και κατέγραψε στο ημερολόγιό του αρκετές περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίπαλοι του Μεθοδισμού τιμωρήθηκαν σκληρά, κατά τρόπο ο οποίος μόνο ως θαύμα μπορεί να χαρακτηριστεί. (56)
Το κήρυγμά του ήταν τόσο ζωντανό, ώστε πολλά άτομα από το ακροατήριο καταλαμβάνονταν από υστερία. Το ημερολόγιο μιλάει περί αμαρτωλών οι οποίοι, ακούγοντας το κήρυγμά του, αισθάνονταν αφόρητους σωματικούς πόνους και έπεφταν στο πάτωμα και συνεστρέφονταν με αγωνία, ενώ οι άλλοι πιστοί γονάτιζαν κοντά τους και προσεύχονταν υπέρ της απαλλαγής τους από την κατοχή του Σατανά. (57) Ο Ουέσλεϋ περιγράφει ως εξής μία συγκέντρωση στην οδό Μπάλντουϊν στο Λονδίνο, το 1739:
«Η φωνή μου μόλις ακούγεται μέσα στους στεναγμούς των μεν και των κραυγών δε… Ένας Κουάκερος ο οποίος στεκόταν κοντά μου, με άκουγε με φανερή δυσαρέσκεια… αλλά σε μία στιγμή έπεσε και αυτός ως κεραυνόπληκτος. Σου προκαλούσε φρίκη να βλέπεις την αγωνία στην οποία βρισκόταν. Ικετεύσαμε τον Θεό να τον ευσπλαγχνισθεί και μετά από λίγο ο Κουάκερος σήκωσε το κεφάλι του και φώναξε δυνατά: «Τώρα το ξέρω πως είσαι προφήτης του Κυρίου.» (58)

Ένας αυτόπτης μάρτυρας, αναφερόμενος από τον Ουέσλεϋ, περιγράφει ως εξής μία συγκέντρωση Μεθοδιστών στο Έβερτον, το 1759:

    «Άλλοι ούρλιαζαν και άλλοι κραύγαζαν δυνατά… Οι περισσότεροι ανάσαιναν με δυσκολία, σαν άνθρωποι μισοπνιγμένοι, που προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή. Γιατί πραγματικά, όλες σχεδόν οι κραυγές θύμιζαν ανθρώπινα πλάσματα που πεθαίνουν μέσα σε φρικτή αγωνία. Πολλοί έκλαιγαν αθόρυβα. Άλλοι είχαν πέσει κάτω και έμεναν ακίνητοι, σαν νεκροί… Απέναντί μου στεκόταν ένας χωρικός, γεροδεμένος και ροδομάγουλος, αλλά σε μια στιγμή, τον είδα να σωριάζεται στο πάτωμα… Σπαρταρούσε σαν ψάρι έξω απ’ το νερό και τα πόδια του χτυπούσαν δυνατά το πάτωμα, εκεί που ήταν πεσμένος, ανάμεσα στις δύο σειρές των καθισμάτων… Σχεδόν όλοι όσους άγγιξε ο Θεός με το χέρι του, γινόντουσαν κατακόκκινοι ή σχεδόν μαύροι… Ένας ξένος, καλοντυμένος, που στεκόταν απέναντί μου έπεσε προς τα πίσω και η πλάτη του χτυπούσε στον τοίχο, ύστερα έπεσε μπροστά, στα γόνατά του, συστρέφοντας τα χέρια του και μουκανίζοντας σαν ταύρος… Σηκώθηκε και έτρεξε προς τον τοίχο μέχρι που ο κ. Κήλινγκ και άλλοι τον σταμάτησαν. Αυτός φώναζε με όλη του τη δύναμη: «Ω, τι πρέπει να κάνω; Τι πρέπει να κάνω; Ω, για μια σταγόνα του αίματος του Χριστού!» Καθώς μιλούσε ο Θεός του πήρε την ψυχή. Είχε δει τις αμαρτίες του και δεν άντεξε το βάρος τους». (59)
Πιθανώς οι ως άνω υστερικές εκδηλώσεις είχαν την αιτία τους σε καταστάσεις οι οποίες βασάνιζαν τα θύματα πριν παραστούν στη συγκέντρωση των Μεθοδιστών και η υπενθύμιση της πυράς της κολάσεως ενέτεινε απλά την ψυχική τους έξαψη πέρα παντός ελέγχου. Ο Ουέσλεϋ ερμήνευσε τις υστερικές αυτές εκδηλώσεις ως δαιμονοπληξίες θεραπευόμενες από την επέμβαση του Θεού. Είχε τη γνώμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η θεραπεία δεν συνεπάγοταν μόνιμη αλλαγή της συμπεριφοράς και του χαρακτήρα προς το καλύτερο. Είχε όμως την αίσθηση ότι συχνά συνετελείτο μία κάθαρση της ψυχής από την αμαρτία και ο πιστός άρχιζε μία νέα ζωή.
Ο Μεθοδισμός σημείωνε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του μεταξύ των φτωχών. Οι ιεροκήρυκες ήταν άνθρωποι μέτριας μόρφωσης και τα αισθήματά τους, καθώς και ο τρόπος της ομιλίας τους ήταν απλός, αν όχι απλοϊκός. Δεν υπήρχαν ταξικές ή πολιτιστικές διαφορές μεταξύ αυτών και του ακροατηρίου των. Έφεραν το μήνυμα της αμαρτίας και της μετάνοιας στους χωρικούς, τους ανθρακωρύχους και τους εγκληματίες. Και μολονότι κήρυτταν μία πίστη η οποία βασίζοταν περισσότερο στο φόβο παρά στην αγάπη παρείχαν στους αγράμματους ακροατές τους ένα κώδικα ηθικής, ο οποίος συνετέλεσε στην ηθικοποίηση της Αγγλίας κατά το 2ο μισό του 18ου αιώνα. Ήταν η Πουριτανική ηθική, η εναντίον της οποίας αντίδρασης έχει φτάσει κατά την εποχή μας στα άκρα. Ο Ουέσλεϋ αντιμετώπιζε με εχθρική διάθεση όλες σχεδόν τις διασκεδάσεις. Επέτρεπε την χαρτοπαιξία, θεωρούσε όμως αμαρτία τη μετάβαση στα πανηγύρια, την παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων ή τη συμμετοχή στους χορούς.
Είχε επίσης τη γνώμη ότι αμαρτάνουν όσοι φορούν κοσμήματα με πολύτιμους λίθους ή ακριβά ενδύματα. Στο σχολείο το οποίο ίδρυσε στο Κίνγκσγουντ, απαγορεύονταν στους μαθητές τα παιχνίδια, διότι «όποιος παίζει όταν είναι παιδί, θα παίζει και όταν γίνει άντρας.» 60 Αλλά αυτή η Πουριτανική ηθική βρισκόταν σε αρμονία με τον αγγλικό χαρακτήρα. Ο ηθικός της κώδικας μπορούσε να εφαρμοστεί από ισχυρούς άντρες και υπομονετικές γυναίκες. Και βοήθησε τις εργατικές τάξεις να αντιμετωπίσουν την ανέχειά τους, ενσταλάζουσα στους φτωχούς την υπερήφανη αίσθηση ότι είναι οι εκλεκτοί του Θεού ή την πεποίθηση ότι αυτή ήταν η μοίρα τους, με αποτέλεσμα να προσβλέπουν με εχθρότητα κάθε επανάσταση η οποία θα έθετε σε αμφιβολία τον χριστιανισμό. Οι συντηριτικοί αισθάνθηκαν αργότερα ότι χρωστούν ευγνωμοσύνη στον Ουέσλεϋ, διότι έσωσε τους φτωχούς από τον ντεϊσμό και την ελεύθερη σκέψη και τους δίδαξε να μην ονειρεύονται την κοινωνική εξέγερση αλλά την προσωπική τους σωτηρία. Να μην προσβλέπουν σε μία επίγεια ουτοπία, αλλά σε έναν μετά θάνατον Παράδεισο. (61)
Ο Ουέσλεϋ, στον τομέα της πολιτικής, έκλινε προς τον συντηρητισμό. Προηγείτο της τάξης του, συνηγορώντας υπέρ ορισμένων μακρόπνοων μεταρρυθμίσεων: κατήγγειλε την άνιση αντιπροσώπευση στο Κοινοβούλιο, τη διαφθορά των Άγγλων πολιτικών, την απανθρωπιά της δουλείας, το φρικιαστικό καθεστώς των Βρεττανικών φυλακών. Παραδεχόταν όμως την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας ως φυσική και δίκαια. Ήταν αντίθετος προς κάθε επιείκεια έναντι των καθολικών και κατά την επανάσταση των αποικιών της Αμερικής τάχθηκε με το μέρος του Γεωργίου του 3ου.
Παρέμεινε Αγγλικανός στο δόγμα, δε συνεμεριζόταν όμως την Αγγλικανική άποψη ότι μόνο ένας επίσκοπος της Αποστολικής Διαδοχής, μπορούσε να χειροτονήσει έγκυρα έναν ιερέα. Αυτός ο ίδιος χειροτονούσε εφημέριους για τη Σκωτία και την Αμερική. Όταν έλεγε ότι «ενορία μου είναι όλος ο κόσμος», (62) εννοούσε ότι είχε το δικαίωμα να κηρύττει όπου ήθελε, χωρίς επισκοπική άδεια ή εντολή. Στο σημείο αυτό ήταν ένας σχισματικός για την Αγγλικανική Εκκλησία. Εξόρκιζε όμως τους οπαδούς του να παρακολουθούν τις Αγγλικανικές λειτουργίες, να απέχουν από τις συγκεντρώσεις των αλλοδόξων, να μην πιστεύουν στα κηρύγματά τους και να μην κρατούν ανταγωνιστική στάση έναντι του Αγγλικανικού κλήρου. Κατά το πρώτο στάδιο του κινήματος, ορισμένες Αγγλικανικές εκκλησίες επέτρεψαν στους Μεθοδιστές να κηρύξουν από τους άμβωνές τους. Αλλά όταν οι μη ιερωμένοι ιεροκήρυκες του Ουέσλεϋ έλαβαν αυθαίρετα το δικαίωμα να παρέχουν στους πιστούς τη Θεία Μετάληψη και το Μεθοδιστικό δόγμα στράφηκε προς τη μεσαιωνική έμφαση της κόλασης και προς την Πουριτανική ενασχόληση με το πρόβλημα της αμαρτίας, οι Αγγλικανοί ιεράρχες απέσυραν την υποστήριξή τους, όπως είχε αποσύρει ο Έρασμος τη δική του από τον Λούθηρο.
Οι διωγμοί της νέας αίρεσης προήλθαν λιγότερο από την Αγγλικανική Εκκλησία και περισσότερο από τους κοινούς θνητούς, οι οποίοι δε μπορούσαν να ανεχτούν νέους τρόπους στο κήρυγμα παλαιών ιδεών. Στη μία πόλη και ύστερα στην άλλη, οι υπαίθριοι ιεροκήρυκες – όπως αργότερα οι κηρύττοντες το νέο κοινωνικό ευαγγέλιο – άρχισαν να δέχονται τις επιθέσεις του όχλου, ο οποίος άρπαζε την ευκαιρία να βιαιοπραγήσει χωρίς το φόβο να τιμωρηθεί. Στον Μονμάουθ, κάποιος έριξε στο κεφάλι του ιεροκήρυκα μια μεγάλη πέτρα. Ο ιεροκήρυκας πέθανε από το χτύπημα. Στο Γουέντεσμπουρν, ο όχλος εισέβαλε στις οικίες των Μεθοδιστών, βίασε τις γυναίκες, και ξυλοκόπησε τους άντρες. Όταν εμφανίστηκε ο Ουέσλεϋ, το εξαγριωμένο πλήθος κραύγασε «Σκοτώστε τον!» και χειροκρότησε εκείνους οι οποίοι τον χτύπησαν με ρόπαλα. Ο Ουέσλεϋ προσευχήθηκε μεγαλόφωνα και ο όχλος τον άφησε να φύγει. Στο Μπόλτον, αρκετοί οργισμένοι αντίπαλοι όρμησαν στο σπίτι όπου κήρυττε ο Ουέσλεϋ. Οι πέτρες, τα κεραμίδια και τα αυγά έπεφταν βροχή γύρω του, αλλά αυτός συνέχισε απτόητος τη λειτουργία μέχρι τέλους. Στο Νταβάιζες οι αντιμεθοδιστές κατέβρεξαν με μία πυροσβεστική αντλία το σπίτι όπου έμενε ο Τσαρλς Ουέσλεϋ και εξαπέλυσαν πολλά μπουλντόγκ εναντίον των οπαδών του. Στο Έξετερ, ο Χουάιτφιλντ λιθοβολήθηκε και μετά δυσκολίας διέφυγε τον θάνατο. Στο Χόξτον, οι αντίπαλοι έσπρωξαν μία αγελάδα στην αίθουσα συγκέντρωσης των Μεθοδιστών. Στο Πένσφορντ, ένας ταύρος, αφού προηγουμένως είχε ερεθισθεί κατάλληλα, εξαπολύθηκε εναντίον του κηρύττοντος Τζων Ουέσλεϋ. Το θάρρος το οποίο επέδειξαν οι ιεροκήρυκες έκανε καλή εντύπωση στους Βρεττανούς οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να γίνονται ανεκτικότεροι και ορισμένοι μάλιστα να υποστηρίζουν τους Μεθοδιστές.
Ο Ουέσλεϋ ήταν ένας μικρόσωμος άντρας, ύψους 5 ποδιών και 3 ιντσών και βάρους 128 λίτρων. Στα γεράματά του είχε όψη επιβλητική λόγω της λευκής του κόμης, αλλά και νεότερος προσέλκυε την προσοχή με τα ασκητικά χαρακτηριστικά του προσώπου του και το διαπεραστικό του βλέμμα. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι γεννήθηκε για να κυβερνά. Η ενεργητικότητά του και η πνευματική του δύναμη ήταν φυσικό να τον προωθήσουν στην ηγεσία. Η υπερβολική του αυτοπεποίθηση καταντούσε ενίοτε αλαζονεία, την οποία ένας Μεθοδιστής επίσκοπος χαρακτήρισε «ανυπόφορη». (63) Παντρεύτηκε το 1751, ερωτευμένος – όπως συμβαίνει σε όλους μας – τη νοσοκόμα η οποία τον περιποιήθηκε κατά τη διάρκεια μιας ασθένειάς του. Για 2 χρόνια, η σύζυγός του τον συνόδευσε στα γεμάτα επεισόδια ταξίδια του. Αλλά έχασε την υγεία της και τελικά και την υπομονή της και τον εγκατέλειψε. Ο Ουέσλεϋ απέδιδε την καλή του υγεία και τη ζωτικότητά του στα ακατάπαυστα ταξίδια του, τα οποία έκανε έφιππος ή πεζή. Μπορούμε ίσως να προσθέσουμε ότι και η ρητορεία είναι μια υγιεινή άσκηση του αναπνευστικού μας συστήματος. Το 1735 έγινε χορτοφάγος. Ένα έτος αργότερα, αυτός και ένας φίλος του αποφάσισαν να ζήσουν με ψωμί, για «να δοκιμάσουν αν μπορεί κανείς στη ζωή να διατηρηθεί με ένα μόνο είδος τροφής. Ουδέποτε… υπήρξαμε περισσότερο υγιείς και ρωμαλέοι, απ’ ότι κατά την περίοδο κατά την οποία δεν τρώγαμε τίποτα άλλο». (64) Η αλήθεια είναι ότι επανήλθαν πολύ σύντομα στο ποικίλο διαιτολόγιο.
Ποια υπήρξαν τα αποτελέσματα του κηρύγματος των Μεθοδιστών; Εντός χρονικού διαστήματος μιας γενιάς η θρησκεία, η οποία φαινόταν ότι πεθαίνει εν μέσω της Αγγλικανικής αξιοπρέπειας και εν μέσω των ντεϊστικών αμφιβολιών, κατέστη ένα αξιολογώτατο στοιχείο της αγγλικής ζωής υπολειπόμενο σε σημασία μόνο της πολιτικής και του πολέμου. Όταν πέθανε ο Ουέσλεϋ (1791) οι οπαδοί του ανέρχονταν σε 70.000 στην Αγγλία, 40.000 στην Αμερική. Το 1957 υπήρχαν 2.250.000 Μεθοδιστές στη Μεγάλη Βρετανία, 12.000.000 στις Ηνωμένες Πολιτείες, 40.000.000 σε ολόκληρο τον κόσμο. (65) Η επιρροή του Μεθοδισμού δεν περιορίστηκε μόνο στα μέλη του. Έτσι, εντός της Αγγλικανικής Εκκλησίας, η οποία απέρριπτε τον Μεθοδισμό, τα ιδανικά του βρήκαν την έκφρασή τους στο κίνημα των Ευαγγελιστών κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και έπαιξαν ενδεχομένως σημαντικό ρόλο στο κίνημα της Οξφόρδης κατά το 19ο. Πολιτικά, το αποτέλεσμα ήταν οι εργαζόμενες τάξεις να υποταχθούν αγόγγυστα στο συντηρητισμό, μέχρι το 1848. Ηθικά, ο Μεθοδισμός βελτίωσε την ατομική συμπεριφορά και την οικογενειακή ζωή των φτωχών, συνέβαλε στην ελάττωση της εκλογικής και επίσημης διαφθοράς, ανάγκασε πολλά άτομα των ανωτέρων τάξεων να αισθανθούν ντροπή για την επιπολαιότητα και την κακία τους και προετοίμασε την αγγλική αντίδραση εναντίον του δουλεμπορίου.
Πολιτιστικά, το κίνημα υπήρξε αρνητικό. Έδωσε στο λαό θρησκευτικά άσματα, συνέχισε όμως την Πουριτανική παράδοση και κράτησε εχθρική στάση απέναντι στις τέχνες. Από πνευματικής άποψης, ήταν ένα βήμα προς τα πίσω. Βάσιζε την πίστη του πάνω στο φόβο, τις ιερουργίες του πάνω στο αίσθημα και καταδίκαζε τη λογική ως παγίδα. Στη μεγάλη διαμάχη μεταξύ πίστης και λογικής, είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες του στην πίστη. Δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στην πρόοδο της γνώσης και της επιστήμης. Αγνοούσε ή χλεύαζε τον Διαφωτισμό, ο οποίος απλωνόταν σαν πυρκαγιά στη Γαλλία. Αισθανόταν ότι ο μοναδικός σκοπός και το μόνο νόημα της ζωής ήταν να αποφύγει κάποιος την αιώνια καταδίκη και ότι το μόνο που χρειαζόταν για να το πετύχει ήταν να πιστέψει στο λυτρωτικό θάνατο του Χριστό.
Τον Ιανουάριο του 1790, σε ηλικία 86 ετών, ο Ουέσλεϋ έγραφε στο ημερολόγιό του:
«Είμαι τώρα ένας γέρος, φθαρμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Τα μάτια μου είναι θολά, το δεξί μου χέρι τρέμει, το στόμα μου είναι ζεστό και στεγνό κάθε πρωί, έχω έναν ενοχλητικό πυρετό σχεδόν κάθε μέρα. Ωστόσο, ευλογημένος να ’ναι ο Θεός, εξακολουθώ να εργάζομαι. Μπορώ ακόμα να κηρύττω και να γράφω.» (66). Δύο μήνες αργότερα άρχισε μια περιοδεία η οποία διήρκησε 5 μήνες, στην Αγγλία και τη Σκωτία. Ένα έτος αργότερα πέθανε (2 Μαρτίου 1791). Αν λάβουμε ως μέτρο του μεγαλείου την επιρροή, υπήρξε – αν εξαιρέσουμε τον Πιτ – ο μεγαλύτερος Άγγλος της εποχής του.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

10o Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο της ΠΕΘ: Η Εκκοσμίκευση του Χριστιανισμού και η επίδρασή της στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παιδεία

Συγγραφέας: kantonopou στις Οκτώβριος 27, 2018

Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων

10o Πανελλήνιο Θεολογικό Συνέδριο 

Η Εκκοσμίκευση του Χριστιανισμού και η Επίδρασή της στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παιδεία 

Παρασκευή – Σάββατο, 2 και 3 Νοεμβρίου 2018

Έναρξη: Παρασκευή 17.00

Πολεμικό Μουσείο Αθηνών

Είσοδος Ελεύθερη – Θα χορηγηθεί Bεβαίωση Παρακολούθησης

Πρόγραμμα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

17.00-17.30 Προσέλευση συνέδρων – Εγγραφές

17.30-18.30 Χαιρετισμοί – Έναρξη

ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Κ. ΜΑΛΑΦΑΝΤΗΣ – Σ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ – Δ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ

18.30-18.50 Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ:

«Τα θεολογικά ρεύματα στην Ελλάδα σήμερα»

18.50-19.10 Μητροπολίτης Μάνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ: «Δια μίαν παιδείαν Ορθόδοξης χριστιανικής πίστεως»

19.10-19.30 Η. ΡΕΡΑΚΗΣ, Καθηγητής: «Το πρόβλημα του σχετικισμού στη διδασκαλία του Χριστιανισμού: Το παράδειγμα του μαθήματος των Θρησκευτικών»

19.30-19.50 Αρχιμανδρίτης π. Α. ΤΣΟΛΑΚΗΣ: «Αλλοτριωτικά σύνδρομα της νεωτερικότητας στην κοινωνία και την εκπαίδευση»

19.50-20.00 Ε. ΒΑΣΣΑΛΟΥ, Θεολόγος «Στην πορεία της Εκκοσμίκευσης τα νέα ΠΣ στα Θρησκευτικά»

20.00-20.10 Π. ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ, Θεολόγος Υπ. Διδάκτωρ: «Η αγωγή και οι αγωγοί της ελληνορθόδοξης παιδείας στην εποχή της νεωτερικότητας»

20.10-20.40 Συζήτηση

ΣΑΒΒΑΤΟ 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

Α’ ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Β. ΓΑΪΤΑΝΗΣ – Φ. ΜΑΛΑΙΝΟΣ – I. ΠΑΠΑΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

09.30-09.50 Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου ΣΤΕΦΑΝΟΣ: «Η εκκοσμίκευση των Χριστιανών μέσα σε ένα κόσμο χωρίς την αγάπη των ανθρώπων».

09.50-10.10 Κ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Καθηγητής: «Εκκλησία και εκκοσμίκευση κατά την πρώιμη Βυζαντινή περίοδο»

10.10-10.30 Π. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ, Καθηγητής: «Η απαλλοτρίωση του απροϋποθέτου και ο ολοκληρωτισμός της εκκοσμίκευσης»

10.30-10.40 Μ. ΡΑΝΤΖΟΥ, Επικ. Καθηγήτρια: «Παρουσίαση αποτελεσμάτων εμπειρικής έρευνας της ΠΕΘ για τις Στάσεις και αντιλήψεις θεολόγων καθηγητών και δασκάλων για το νέο ΠΣ στα Θρησκευτικά»

10.40-10.50 Β. ΜΑΤΙΑΚΗ, Υπ. Διδάκτωρ: «Θέσεις γονέων και κηδεμόνων για την ορθόδοξη χριστιανική αγωγή»

10.50-11.00 Μ. ΡΑΝΤΖΟΥ – Β. ΜΑΤΙΑΚΗ: «Παρουσίαση του ηλεκτρονικού περιοδικού της ΠΕΘ «ΚΟΙΝΩΝΙΑ»

11.00-11.30 Συζήτηση

11.30-12.00 Διάλειμμα

Β’ ΠΡΩΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Θ. ΠΟΥΤΑΧΙΔΗΣ – Ε. ΧΩΜΑΤΑΣ – Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

12.00-12.20 Μητροπολίτης Πειραιώς και Φαλήρου ΣΕΡΑΦΕΙΜ: «Η εκκοσμίκευση της Εκκλησίας»

12.20-12.40 Ι. ΚΟΥΡΕΜΠΕΛΕΣ, Καθηγητής: «Tό ἦθος τῆς ἐπιστήμης και ἡ ἀπεκοσμίκευση τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν»

12.40-12.50 Β. ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗΣ, Θεολόγος τ. Λυκειάρχης: «Η αποορθοδοξοποίηση της παιδείας»

12.50-13.00 Π. ΓΚΟΥΡΒΕΛΟΣ, Θεολόγος, Mr Θεολογίας: «Το πνεύμα της εκκοσμίκευσης του Χριστιανισμού στα νέα βιβλία των Θρησκευτικών»

13.00-13.10 Ι. ΜΠΕΪΝΑΣ, Θεολόγος: «Η μονομέρεια της ύλης των νέων Θρησκευτικών»

13.10-13.20 Κ. ΤΟΓΙΑ, Θεολόγος: «Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός και η επίδρασή του στην εκκοσμίκευση της χριστιανικής παιδείας στην Ελλάδα»

13.20-14.00 Συζήτηση

14.00-14.30 Διάλειμμα

Α’ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Ι. ΦΥΚΑΡΗΣ – Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – Ν. ΜΕΡΤΖΑΚΗΣ

17.30-17.50 Αρχιμανδρίτης π. ΛΟΥΚΑΣ: «Η παιδεία της εκκλησιαστικής εμπειρίας και η παιδεία του κόσμου τούτου»

17.50-18.10 Α. ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Λογοτέχνης: «Το παράδειγμα του ήθους των Πατέρων της Θηβαϊδος και η κατάλυση του κοσμικού πνεύματος»

18.10-18.30 Ε. ΔΑΦΝΗ, Καθηγήτρια «Το πρόβλημα της πρακτικής αθεΐας στο βιβλίο της Σοφίας Σολομώντος»

18.30-18.40 Σ. ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Θεολογίας: «Ορθόδοξη Χριστιανική ή διαθρησκειακή πνευματικότητα; Η οριοθέτηση του περιεχομένου του ΜτΘ από το ΣτΕ»

18.40-19.10 Συζήτηση

19.10-19.40 Διάλειμμα

Β’ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ (ΚΑΤΑΛΗΚΤΗΡΙΑ) ΣΥΝΕΔΡΙΑ

Προεδρείο: Ε. ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥΔΗΣ – Π. ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ – Π. ΣΤΑΜΑΚΟΥ

19.40-20.00 Γ. ΠΑΥΛΟΣ, Καθηγητής: «Η θέση της ορθόδοξης θεολογίας στην παιδεία σήμερα»

20.00-20.20 Κ. ΝΙΑΡΧΟΣ, Ομότ. Καθηγητής: «Το είναι και το φαίνεσθαι: Η οντολογία του προσώπου και η εκκοσμίκευση του προσωπείου»

20.20-20.30 Ε. ΠΟΝΗΡΟΣ, Συντονιστής εκπαιδευτικού έργου κλάδου ΠΕ01: «Ορθόδοξη Παιδεία και συσχηματισμός τῷ αἰῶνι τούτῳ»

20.30-20.40 Λ. ΜΠΡΑΝΓΚ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, Δρ Θεολογίας: «Εκκοσμίκευση της πολιτικής και Ορθόδοξη Παράδοση»

20.40-21.10 Συζήτηση – Πορίσματα – Προτάσεις – Λήξη Συνεδρίου

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΣΗΓΗΤΩΝ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΠΕΤΡΟΣ, Καθηγητής Φιλοσοφίας της Παιδείας, Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Κρήτης, •ΒΑΣΣΑΛΟΥ ΕΛΕΝΗ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, • ΓΚΟΥΡΒΕΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, Mr Θεολογίας, • ΔΑΦΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, Αναπλ. Καθηγήτρια Παλαιάς Διαθήκης- Μετάφρασης των Εβδομήκοντα, Τμήμα Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ., • Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ, • ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, Λογοτέχνης, • ΚΟΥΡΕΜΠΕΛΕΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Καθηγητής Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ., • ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΤΟΓΙΑ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός Mr Ανθρωπιστικών Σπουδών, • Αρχιμανδρίτης π. ΛΟΥΚΑΣ, Ιερομόναχος Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, • ΜΑΤΙΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Θεολόγος, υπ. Διδάκτωρ

Θεολογίας, • ΜΙΧΕΛΟΥΔΑΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΣ, Δικηγόρος, Δρ Θεολογίας, • ΜΠΡΑΝΓΚ ΛΕΩΝ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, Δρ Θεολογίας, • ΝΙΑΡΧΟΣ ΚΩΝΣΤΑ- ΝΤΙΝΟΣ, Ομότ. Καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας – Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας Ε.Κ.Π.Α., • ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Καθηγητής Φυσικής Πολυτεχνικής Σχολής Δ.Π.Θ., • ΠΟΝΗΡΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ, Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου ΠΕ01, Δρ Θεολογίας, •ΡΑΝΤΖΟΥ ΜΑΡΙΑ, Επίκ. Καθηγήτρια Κατηχητικής και Χριστιανικής Παιδαγωγικής, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ., • ΡΕΡΑΚΗΣ ΗΡΑΚΛΗΣ, Καθηγητής Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής, Τμήμα Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ., • Μητροπολίτης Πειραιώς και Φαλήρου ΣΕΡΑΦΕΙΜ, • ΣΤΕΡΓΙΟΥΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, τ. Λυκειάρχης, • Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου ΣΤΕΦΑΝΟΣ, • ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Θεολόγος Εκπαιδευτικός, υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, •Αρχιμανδρίτης π. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΣΟΛΑΚΗΣ, Θεολόγος – Φιλόλογος, μέλος της Αδελφότητας Θεολόγων «Ο Σωτήρ», • ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Τμήμα Ποιμαντικής & Κοινωνικής Θεολογίας Α.Π.Θ., • Μητροπολίτης Μάνης ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΠΕΤΡΟΣ, Καθηγητής, Π.Τ.Δ.Ε. Πανεπιστημίου Κρήτης, • ΒΑΝΤΣΟΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ, Αναπλ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., ΓΑΪΤΑΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής, Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΔΑΦΝΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ, Αναπλ. Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΙΝΤΖΕΣΙΛΟΓΛΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ομότ. Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ, Ομότ. Καθηγητής, Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. • ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥΔΗΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, Αναπλ. Καθηγητής, Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΚΟΓΚΟΥΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Ομότ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΚΟΥΚΟΥΣΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΚΟΥΡΕΜΠΕΛΕΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΜΑΛΑΦΑΝΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Καθηγητής, Σχολής Επιστημών της Αγωγής Ε.Κ.Π.Α., • ΜΠΑΚΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Επίκ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., ΜΠΟΖΙΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Επίκ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής, Α.Π.Θ., • ΜΠΡΑΤΣΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Ομότ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΝΙΑΡΧΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Ομότ. Καθηγητής, Φιλοσοφικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., ΠΑΠΑΡΝΑΚΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής Δ.Π.Θ., • ΡΑΝΤΖΟΥ ΜΑΡΙΑ, Επίκ. Καθηγήτρια Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΡΕΡΑΚΗΣ ΗΡΑΚΛΗΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ, Αναπλ. Καθηγητής Σχολής Επιστημών Αγωγής Πανεπιστημίου Κρήτης, • ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Επίκ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΤΡΙΤΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., • ΤΣΙΤΣΙΓΚΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ, Αναπλ. Kαθηγητής Θεολογικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α., • ΦΥΚΑΡΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Επίκ. Καθηγητής, Π.Τ.Δ.Ε., Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, • ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Θεολόγος, • ΚΑΛΟΤΑΤΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΑ, Θεολόγος, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια • ΛΙΟΣΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, Νομικός, Mr Νομικής, • ΜΑΤΙΑΚΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ, Θεολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, • ΠΑΚΛΑΤΖΟΓΛΟΥ ΣΟΦΙΑ, Θεολόγος – Κοινωνιολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, • ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ ΖΗΝΟΒΙΑ, Θεολόγος, Mr Θεολογίας, • ΠΑΥΛΗ ΧΑΪΔΩ, Θεολόγος, • ΣΙΣΚΟΥ ΓΙΟΛΑΝΤΑ, Ε.ΔΙ.Π. Α.Π.Θ., • ΤΑΚΟΛΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ, Θεολόγος, • ΤΑΛΑΜΠΙΡΗ ΓΕΝΟΒΕΦΑ, Δασκάλα, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια, • ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Θεολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογίας, • ΤΣΕΝΤΟΓΛΟΥ ΕΥΑ, Θεολόγος, • ΤΣΙΓΓΕΛΗΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ, Θεολόγος, Mr Θεολογίας, • ΦΛΟΥΔΑ ΦΩΤΕΙΝΗ, Θεολόγος, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια, • ΨΑΛΤΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, Θεολόγος

http://www.petheol.gr/nea/10opanelleniotheologikosynedriotespetheekkosmikeusetouchristianismoukaieepidrasetesstenorthodoxechristianikepaideia

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις Οκτώβριος 27, 2018

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου

† ΜΟΝΑΧΟΥ  ΜΑΡΚΕΛΛΟΥ  ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΥ

«Νεφέλη γαρ Κυρίου ην επί της Σκηνής ημέρας,
 και πυρ ην επ’ αυτοίς νυκτός εναντίον παντός Ισραήλ».
(Έξοδος κεφ. μ’ 36)

Δέσποινα Θεοτόκε, το κειμήλιον των αρετών, η σκέπη και η καταφυγή πάντων των Χριστιανών, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς εκ των ορατών και αοράτων εχθρών.Θεοτόκε Παρθένε, η των ουρανών Πλατυτέρα, εσύ είσαι η κλίμαξ ην ο Ιακώβ εθεάσατο. Δια των ιδικών σου πρεσβειών ανερχόμενοι οι Άγγελοι αναφέρουν εις τον Άγιον Θεόν τας προσευχάς των Χριστιανών. κατερχόμενοι δε μεταφέρουν εις αυτούς την χάριν και τας δωρεάς Αυτού.
Νεφέλη οδηγούσε και εσκέπαζε τους Ισραηλίτας όταν εβάδιζον εις την έρημον και νεφέλη εκάλυπτεν την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Όλα αυτά όμως ήσαν τύπος και σκιά της χάριτος του Θεού2.

Όταν όμως ο ήλιος της δικαιοσύνης, ο Ιησούς Χριστός εσκήνωσεν εν σοι, δια της ενσάρκου οικονομίας αυτού, τότε εσύ Θεοτόκε έγινες η φωτεινή Σκηνή του Αγίου Πνεύματος, φωτίζουσα, σκέπουσα, περιθάλπουσα και οδηγούσα τον νέον Ισραήλ εις τον Παράδεισον, εις την Βασιλείαν των ουρανών.

Πώς να μη σε ευχαριστήσωμεν Πάναγνε διότι με την αστραπόμορφον Σκέπην σου πλημμυρίζεις τας ψυχάς των ευσεβών Χριστιανών με θεία νοήματα; Εσύ Παναγία μας, ως φιλόστοργος Μήτηρ στολίζεις τις ψυχές μας δια των πολλών σου χαρίτων και τας καθιστάς ευαρέστους ενώπιον του Αγίου Θεού.

Η αισχύνη της ψυχικής γυμνότητος δια των πολλών σου χαρίτων καλύπτεται. δια του ιερού σου Μαφορίου3 σκεπάζεις τις ψυχές μας αι οποίαι στερούνται ενδύματος γάμου και δεν ημπορούν να εισέλθουν εις την Βασιλείαν των Ουρανών.

Πολυύμνητε Κόρη, το ταμείον των θείων δωρεών μη παρίδης τας δεήσεις των πτωχών δούλων σου. Κάθε ψυχή στερουμένη έργων αγαθών προς Σε ανατρέχει. επιποθούσα δε της θείας Χάριτος προς Σε καταφεύγει. Εσύ είσαι η σκέπη και η ευπρέπεια πάντων των εις Σε προστρεχόντων.

Η ευσπλαχνία σου Θεοτόκε, ωσάν θάλασσα ανεξάντλητος επικαλύπτει πάντας τους αμαρτωλούς και επιχέει προς τους δεομένους ιάματα των ψυχών και των σωμάτων.

Κάθε ψυχή, εφ’ όσον επικαλείται την βοήθειάν σου Δέσποινα, όσον άμορφη κι αν έχη κατασθή ένεκα της αμαρτίας δεν θα παραμείνη εις την ακοσμίαν αυτής, αλλά αι πρεσβείαι σου θα ελκύσουν επ’ αυτήν την χάριν του Αγίου Πνεύματος.

Άνευ των ιδικών σου πρεσβειών και της ιδικής σου προστασίας και Σκέπης ουδείς λυτρούται εκ των ακαθάρτων λογισμών και ουδείς αναβαίνει άνευ των θερμών δεήσεών σου προς τον Θεόν και Πατέρα ημών.

Ω θαυμαστή πρεσβεία πάντων των Ορθοδόξων Χριστιανών! Των προφητών εκπλήρωμα, Αποστόλων δόξα, Μαρτύρων εγκαλλώπισμα, της Παρθενίας το καύχημα και παντός του κόσμου πανθαύμαστος Σκέπη!

Ως όρνις σκέπασον υπό τας αγίας πτέρυγάς σου και περιφρούρησον τα πιστά τέκνα σου, Θεοτόκε Παρθένε.

Καθ’ ημέραν πράττομεν τα πονηρά και παροργίζομεν τον δίκαιον Θεόν. Ένεκα των πολλών αμαρτιών μας, υποπίπτομεν εις πολλούς πειρασμούς και θλίψεις. «Πολλαί αι θλίψεις του αμαρτωλού» (Ψαλ. λα’ 10).

Πρόφθασον Δέσποινα και δώρησαι μετάνοιαν εις την πατρίδα μας και περίσκεπε αυτήν εκ των επαπειλούντων αυτήν εχθρών. «Εκύκλωσαν με κύνες πολλοί συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον με» (Ψαλ. κα’ 17).

Δεν θα υπήρχωμεν επί της γης Θεοτόκε, εάν δεν προέφθανον αι πρεσβείαι σου να εξευμενίσουν τον Άγιον Θεόν, προς τον οποίον καθ’ ημέραν αμαρτάνομεν.

Παναγία μας, η παραμυθία πάντων των ευσεβών Χριστιανών, λύτρωσαί μας εκ της επικειμένης ημίν δικαίας του Θεού παιδεύσεως.

Σκέπε πάντοτε εκ πάσης απειλής ημάς Δέσποινα, ότι μετά Θεόν τας ελπίδας σοι αναθέμεθα.

Ταις της Πανυπερευλογημένης Δεσποίνης ημών Θεοτόκου πρεσβείαις, της ακαταμαχήτου ημών προστασίας, σώσον την κληρονομίαν σου Κύριε, ίνα απροσκόπτως και ελευθέρως δοξάζομεν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά Σου, εις το οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

μ.μ.
1-10-94

Απολυτίκιον
ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος

Της Σκέπης σου την χάριν, ανυμνούμεν Παρθένε. ην εν τω πανσέπτω ναώ σου εφήπλωσας τοις πάσι. το θαύμα εκπλήττει πάντα νουν, πώς θείον σου μαφόριον σεμνή, εφηπλούτο πανταχόθεν τοις πιστοίς, τη αίγλη αστραπηφόρον. Χάρις τη αντιλήψει σου Αγνή, χάρις τη θεία Σκέπη σου. Χάρις τη προμηθεία σου, μόνη Πανάχραντε.1.    Η εορτή της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου μας υπενθυμίζει την ένδοξον αυτής φανέρωσιν εν Βλαχέρναις, την οραθείσαν υπό του Αγίου Ανδρέου και του μαθητού αυτού Επιφανίου. Η Υπεραγία Θεοτόκος δορυφορουμένη υπό των Αγίων Αγγέλων, χειροκρατουμένη δε υπό του Τιμίου Προδρόμου και Ιωάννου του Θεολόγου εισήλθε εις το μέσον του Ναού και κλίνασα το γόνυ αυτής προσηύξατο επί πολλήν ώραν, ραίνουσα με δάκρυα το Θεοειδές αυτής πρόσωπον, υπέρ των πιστών τον Μονογενή αυτής Υιόν δυσωπούσα. Εγερθείσα έπειτα η Θεοτόκος εισήλθεν εις το Άγιον Βήμα και λαβούσα εκ της Αγίας Σορού το Μαφόριον αυτής ήλθε προ του Βήματος και σεμνοπρεπώς δια των αχράντων αυτής χειρών εφήπλωσεν επάνω του περιεστώτος λαού και εσκέπασεν αυτούς. Όταν δε η Κυρία Θεοτόκος ανέβαινεν εις τους ουρανούς η θεία Σκέπη ολίγον κατ’ ολίγον επήρθη, η οποία ήταν η Χάρις αυτής, εκδηλουμένη δια του ιερού αυτής Μαφορίου, φυλαττομένου εις τον Ναόν των Βλαχερνών.

Δια της εορτής αυτής ευχαριστούμεν την Παναγίαν μας, την Προστάτιδα ημών, δια την φανερωθείσαν προς το Χριστιανικόν γένος ευσπλαχνίαν αυτής και δεόμεθα προς αυτήν εκτενώς, ίνα πάντοτε ευσπλάχνως σκέπη ημάς τους αιτούντας την Σκέπην αυτής.

Ως Θεομητορική εορτή η Αγία Σκέπη καθιερώνεται τον Ι’ αιώνα επί Λέοντος του Σοφού.
Εις τον νεώτερον όμως Ελληνισμόν η προστασία της Αγίας Σκέπης εκδηλώθηκε ιδιαίτερα εις το έπος του 1940. Γίνεται νεφέλη δια να κρύψη τον στρατό μας εις τα βουνά της Βορείου Ηπείρου και απλώνει το «Μαφόρι» της αγάπης και σκεπάζει τους αγωνιστάς της τιμής και του δικαίου.

2.    «Η νεφέλη γαρ εγένετο σκιάζουσα επ’ αυτοίς ημέρας, εν τω εξαίρειν αυτούς εκ της παρεμβολής» (Αριθμοί κεφ. α’ 34).

3. Μαφόριον ή ωμοφόριον: Η Δέσπονα Θεοτόκος με το Μαφόριον εκάλυπτεν την ιεράν αυτής κεφαλήν και τους ώμους. Ήτο δε χρώματος κοκκίνου προς ένδειξιν της ακηράτου αυτής παρθενίας. Δια τούτο και οι ζωγράφοι ιστορούν τας παρθένους αγίας Μάρτυρας με κόκκινον Μαφόριον, τας υπάνδρους με λευκόν και τας μοναζούσας με μαύρον. (Βλέπε και Βασιλειών β’ κεφ. ιγ’. σχετικήν ιστορίαν με την Θάμαρ, θυγατέρα του Δαβίδ….)

«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΘΟΔΕΣΜΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ» ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το ΟΧΙ του κλήρου (της Ορθόδοξης Εκκλησίας) κατά των επιδρομέων και κατακτητών (1940-1944)

Συγγραφέας: kantonopou στις Οκτώβριος 27, 2018

Ἀναμφισβήτητα τό ἔπος τοῦ 1940 ἀνήκει σέ ὅλους τους Ἕλληνες. Ὅλος ὁ λαός μας τότε ἑνωμένος μέ μία ψυχή, χωρίς κανένα δισταγμό, ὄρθωσε τό ἀνάστημά του στόν ὁρμητικό χείμαρρο τοῦ φασισμοῦ καί τοῦ ναζισμοῦ. Ἔτσι, ἀπό αὐτήν τήν τιτάνια μάχη, πού ξεκίνησε τή Δευτέρα 28 Ὀκτωβρίου 1940,

δέν θά ἦταν δυνατό νά ἀπουσιάζει ἡ Ἐκκλησία μας, ὁ ρόλος τῆς ὁποίας σήμερα μονίμως ἀγνοεῖται ἤ συστηματικά ἀποσιωπᾶται. Καί, ὅπως πάντοτε, ἔτσι καί τό 1940 ἔσπευσε νά καταγράψει μέ πράξεις ἡρωισμοῦ καί ἀντίστασης τήν ἀπροσκύνητη θέλησή της καί νά φανεῖ ἄλλη μία φορά ὁ φύλακας ἄγγελος τοῦ πονεμένου λαοῦ καί ὁ θύλακας τῆς σωτηρίας του.

Μέ τήν κήρυξη τοῦ πολέμου ἡ ἱερά Σύνοδος ὑπό τήν προεδρία τοῦ Ἀθηνῶν Χρυσάνθου ἐξέδωσε διάγγελμα πρός τόν λαό: «Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τά ὅπλα τά ἱερά (*) καί πέποιθεν ὅτι τά τέκνα τῆς Πατρίδος εὐπειθῆ εἰς τό κέλευσμα Αὐτῆς καί τοῦ Θεοῦ, θά σπεύσωσιν ἐν μιᾷ ψυχῇ καί καρδίᾳ νά ἀγωνισθῶσιν ὑπέρ βωμῶν καί ἑστιῶν καί τῆς ἐλευθερίας καί τιμῆς, καί… θά προτιμήσωσι τόν ὡραῖον θάνατον ἀπό τήν ἄσχημον ζωήν τῆς δουλείας… Ἐπιρρίψωμεν ἐπί Κύριον τήν μέριμναν ἡμῶν…».

(*«Ν»: Σχήμα λόγου, που παραπέμπει στον όρκο των αρχαίων Αθηναίων εφήβων «ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά…». Η Εκκλησία δεν ευλογεί τα όπλα, αλλά τους στρατιώτες ως ανθρώπους).

Τότε, χωρίς χρονοτριβή, ὀγδόντα τέσσερις κληρικοί ὅλων τῶν βαθμίδων ἐγκαταλείποντας τίς ἄλλες ἐπείγουσες ὑποχρεώσεις καί διακονίες τους σκαρφάλωσαν χωρίς ποτέ κάποιοι νά ἐπιστρέψουν στά βουνά τῆς Βορείου Ἠ πείρου, γιά νά ἐνισχύσουν τόν ἕλληνα στρατιώτη μέ τά πύρινα κηρύγματά τους, τήν ἐξομολόγηση, τή θεία Λειτουργία. Συμπορεύθηκαν μαζί του στή δόξα, μά καί στήν ὀδύνη καί στή θανή. Πόσες φορές δέν δρόσισαν τά φρυγμένα χείλη τῶν στρατιωτῶν, δέν σκούπισαν τά δάκρυα καί τόν ἱδρώτα τους, περιθάλποντας τούς ἥρωες, σάν νά ’ταν δικοί τους! Κι ἄλλοτε πάλι νεκροστόλισαν καί κήδευσαν τούς λιονταρόψυχους πού θυσιάστηκαν στό πεδίο τῆς μάχης.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, Γρατινή Ροδόπης, 1881 – Αθήνα, 28 Σεπτεμβρίου 1949) ήταν Έλληνας θεολόγος και ακαδημαϊκός (1940) και μία από τις μεγάλες μορφές της Ορθοδόξου Εκκλησίας των νεοτέρων χρόνων, Μητροπολίτης Τραπεζούντας (1913-1938) και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (1938-1940).

Κι ὅταν τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1941 οἱ Γερμανοί μπῆκαν νικητές στήν Ἑλλάδα, πάλι ἡ Ἐκκλησία ἐπωμίσθηκε τό μεγάλο βάρος γιά τή διάσωση τοῦ λαοῦ. Πρῶτος σήκωσε τή σημαία τῆς Ἀντίστασης ὁ «ὑπέρτατος πνευματικός ἡγέτης» ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρύσανθος. Ἀρνήθηκε νά συμμετάσχει στήν ἐπιτροπή παράδοσης τῆς πόλης τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά τελέσει Δοξολογία στόν μητροπολιτικό ναό τῶν Ἀθηνῶν ἀρνήθηκε νά ὁρκίσει τήν κατοχική Κυβέρνηση Τσολάκογλου, μέ τίμημα τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν θρόνο του.

Διάδοχός του ὁ «φιλόστοργος καί ἄκαμπτος πατριώτης» Δαμασκηνός ἀποδείχτηκε μεγάλη καί ἡγετική προσωπικότητα. Ἵδρυσε τόν Ἑλληνικό Ὀργανισμό Χριστιανικῆς Ἀλληλεγγύης (Ε.Ο.Χ.Α.) καί ἀπηύθυνε ἀγωνιώδεις ἐκκλήσεις στόν ἀνά τόν κόσμο Ἐρυθρό Σταυρό γιά ἀποστολή βοήθειας πρός τόν κακουχούμενο ἑλληνικό λαό.

Περιδιαβαίνοντας τά μονοπάτια τῆς ἱστορίας κλίνουμε εὐλαβικά τό γόνυ μπροστά στή μεγαλοσύνη τῶν Πατέρων μας: Ὁ θαρραλέος μητροπολίτης Ἰωαννίνων Σπυρίδων Βλάχος ἀπό τήν πρώτη στιγμή βρέθηκε στό Μέτωπο καί μπῆκε πρῶτος μαζί μέ τούς στρατιῶτες στό ἐλεύθερο Ἀργυροκάστρο. Ὁ μητροπολίτης Μυτιλήνης Ἰάκωβος ὁ Α’, ὅταν οἱ Γερμανοί εἰσῆλθαν στήν πόλη τῆς Μυτιλήνης, ἐνώπιον τοῦ ἀνώτατου γερμανοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ δήλωσε τεταγμένος ἀπό τόν Θεό νά προστατεύει τό ποίμνιό του.

Ὁ μητροπολίτης Δημητριάδος Ἰωακείμ, μετά τούς βομβαρδισμούς πού ὑπέστη ὁ Βόλος μένει ἐκεῖ, συγκακουχούμενος μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ προσπαθώντας νά τόν ἐμπνεύσει.

Ὁ μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος στήν ἀπαίτηση τοῦ στρατιωτικοῦ διοικητῆ νά τοῦ ὑποδείξει ὁμήρους προσῆλθε στή γερμανική Κομμαντατούρ μέ κάποιους ἱερεῖς καί δήλωσε: «Ἐμεῖς εἴμεθα οἱ ζητηθέντες ὅμηροι».

Παρόμοιο γεγονός συνέβη στη Ζάκυνθο: Μια-δυο μέρες πριν φτάσουν στη Ζάκυνθο, ο φρούραρχος Πάουλ Μπέρεντς κάλεσε στο γραφείο του τον μητροπολίτη Χρυσόστομο και τον δήμαρχο Λουκά Καρρέρ. «Έχετε 24 ώρες να μου παραδώσετε μια λίστα με τα ονόματα όλων των Εβραίων που ζουν εδώ και με τα περιουσιακά τους στοιχεία», τους προειδοποίησε. Εκείνοι, πράγματι, επέστρεψαν πριν λήξει η διορία με ένα φάκελο. Ο Μπέρεντς τον άνοιξε, αλλά στο χαρτί που περιείχε ήταν γραμμένα μόνο δύο ονόματα: τα δικά τους. «Αν πειράξετε αυτούς τους ανθρώπους, θα πάω μαζί τους και θα μοιραστώ τη μοίρα τους», του είπε στα Γερμανικά ο Χρυσόστομος, ο οποίος είχε σπουδάσει στο Μόναχο.

Ο Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος (1884-1980) ήταν καλόγερος και ηγούμενος 
της μονής Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας Πάρου

«Ν»: Το τελευταίο θυμίζει την αυτοπροσφορά του αγίου γέροντα Φιλόθεου Ζερβάκου να εκτελεστεί από τους Γερμανούς, με την οποία έσωσε από την εκτέλεση ομήρους που είχαν συλλάβει οι κατακτητές στην Πάρο.

Πόσα ἐπίσης χρωστᾶ τό Αἴγιο στόν ἀρχιμανδρίτη Κωνστάντιο Χρόνη (μετέπειτα Ἀλεξανδρουπόλεως), ὁ ὁποῖος τό ἔσωσε ἀπό ὁλοκληρωτική καταστροφή, ὅταν ὁ γερμανός στρατιωτικός διοικητής τό ἀπειλοῦσε μετά τίς σφαγές στά Καλάβρυτα.

Ὁ μετέπειτα μητροπολίτης Τρίκκης καί Σταγών Διονύσιος Χαραλάμπους, ἐνῶ βρισκόταν ἔγκλειστος στό στρατόπεδο συγκεντρώσεως τῶν Γερμανῶν «Π. Μελᾶ» στή Θεσσαλονίκη, τοῦ ἐξασφαλίσθηκε ἡ δυνατότητα νά ἐλευθερωθεῖ. Δέν τή δέχθηκε. Ἔμεινε μέ τούς συγκρατούμενούς του, γιά νά τούς ἐνισχύει. Ὁδηγήθηκε στό Ἄουσβιτς καί ἔφθασε «παραπλήσιον θανάτου».

Ὁ ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Παπανικολόπουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Ἐδέσσης καί Πέλλης τή Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1941 μέ τά φλογερά του λόγια κατάφερε νά σώσει ἀπό τούς βομβαρδισμούς καί τόν ἐξευτελισμό τό ἱστορικό θωρηκτό «Ἀβέρωφ».

Ἀλλά καί «ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης», γράφει ὁ Στέφανος Μυλωνάκης «οὐδέποτε οὐδαμῶς ὑστέρησεν εἰς ἐκδηλώσεις πατριωτισμοῦ, θυσίας καί ὁλοκαυτωμάτων… Ἅπαντες… εὑρέθησαν ἀμέσως εἰς τάς ἐπάλξεις καί προμαχώνας τῆς προσφιλοῦς πατρίδος… Βλέπομεν καί πάλιν ἐπισκόπους τραυματιζομένους… φυλακιζομένους… τυφεκιζομένους πλήν οὐδέποτε ἐνδίδοντας ἤ ὑποχωροῦντας».

Στόν ἀγώνα ἀκόμη συμμετεῖχαν δυναμικά καί τά μοναστήρια μας, πού πάντοτε στάθηκαν οἱ κυματοθραῦστες τῶν βαρβαρικῶν ἐπιθέσεων. Κάποια καταστράφηκαν ἀπό τούς κατακτητές, ἄλλα λεηλατήθηκαν, πυρπολήθηκαν, ἀνατινάχθηκαν, πλήρωσαν βαρύ τόν φόρο τοῦ αἵματος. Ἰδιαιτέρως ἀναφέρουμε τά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τῆς Ὕδρας, τῶν Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων στή Σπάρτη, τῆς Δαμάστας στή Λαμία, τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καί τῆς Ἁγίας Λαύρας, τῆς Βελλᾶς στά Ἰωάννινα πού μετατράπηκε σέ Νοσοκομεῖο.

Ἀτελείωτο τό συναξάρι τῶν ἐθνομαρτύρων κληρικῶν μας, πού προμάχησαν γιά νά ἀναπνέουμε ἐμεῖς τόν ζείδωρο ἄνεμο τῆς ἐλευθερίας!

Γιά τίς τόσες ὅμως θυσίες καί τήν «κένωση» τήν ὁποία ὑπέστη ἡ Ἐκκλησία μας, χάριν τοῦ Γένους μας, δέχεται διαρκῶς ταπεινώσεις καί ἀμφισβητήσεις ἀπό ἐκείνους πού κατά λόγον δικαιοσύνης τῆς χρωστοῦν εὐγνωμοσύνη. Ἄς μᾶς συγχωρέσει ὁ Θεός γιά τήν ἀφροσύνη μας καί τά ὀλέθριά μας λάθη.

Ο Αυγουστίνος Καντιώτης (1907-2010) ήταν Έλληνας Ορθόδοξος επίσκοπος 
που διετέλεσε Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας από το 1967 έως και το 2000.

Προσθήκη «Ν»: Παρόμοια δράση ανέπτυξε ο μετέπειτα μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, ως ιεροκήρυκας.

1935: Γίνεται μοναχός και παίρνει το όνομα Αυγουστίνος. Χειροτονείται διάκονος από τον μητροπολίτη Ακαρνανίας Ιερόθεο.

1941: Μετατίθεται στη μητρόπολι Ιωαννίνων και υπηρετεί ως ιεροκήρυξ.

1941 (Χριστούγεννα): Μπροστά στούς Ιταλούς κατακτητάς και χοροστατούντος του μητροπολίτου Ιωαννίνων Σπυρίδωνος Βλάχου, μετέπειτα αρχιεπισκόπου Αθηνών, κηρύττει από τον άμβωνα πατριωτικά.

Οι Ιταλοί, ενωχλημένοι, εκδίδουν ένταλμα συλλήψεώς του. Ο δεσπότης, για να τον προστατεύση, δεν του επιτρέπει να κηρύττη. Τότε ο ιεροκήρυκας, βλέποντας ότι η παραμονή του στα Ιωάννινα περιττεύει, αφήνει εκεί τη μητέρα του και εν καιρώ χειμώνος φεύγει. Οι Ιταλοί σε έφοδο, που κάνουν στο σπίτι του, δεν τον βρίσκουν και συλλαμβάνουν τη γερόντισσα μητέρα του.

1942: Έρχεται στη Μακεδονία. Στα Γιαννιτσά μαθαίνει, από Έλληνα αστυνομικό, για το ένταλμα συλλήψεώς του που έχουν εκδώσει οι Ιταλοί.

1942: Στα Γιαννιτσά ο μητροπολίτης Εδέσσης και Πέλλης Παντελεήμων τον χειροτονεί πρεσβύτερο.

1942: Μετατίθεται στη μητρόπολι Θεσσαλονίκης και από κεί παίρνει διαδοχικές αποσπάσεις στο Κιλκίς, στη Βέροια, στην Έδεσσα και στη Φλώρινα.

Στη Φλώρινα ελέγχει από του άμβωνος το μητροπολίτη του Βασίλειο, διότι έμενε στην Αθήνα και πήγαινε εκεί μόνο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, ενώ η προπαγάνδα στην επισκοπή του ωργίαζε. Ο μητροπολίτης ενημερώνεται τηλεφωνικώς και του στέλνει την απόλυσί του τηλεγραφικώς.

Με την απομάκρυνσι όμως από τη Φλώρινα ο Θεός σώζει τον ιεροκήρυκα Αυγουστίνο από άλλο μεγαλύτερο κακό. Οι Γερμανοί κατακτηταί συλλαμβάνουν 10 πατριώτες και τους κρεμούν έξω από το χωριό Πρώτη – Φλωρίνης· θα ήταν μεταξύ των απαγχονισθέντων.

1943-1945: Μετατίθεται στην Κοζάνη. Ο επίσκοπος Κοζάνης Ιωακείμ Αποστολίδης έχει βγει στα βουνά. Τα χωριά καίγονται απο τους Γερμανούς και ο λαός καταφεύγει στην πόλι. Η πείνα και ο θάνατος παραμονεύουν. Ο ιεροκήρυκας Αυγουστίνος, τη δύσκολη εκείνη ώρα, εμφανίζεται ως άγγελος Θεού και σώζει την πόλι.

Κάνει συσσίτια, που φτάνουν μέχρι και 8.150 πιάτα την ημέρα. Είνε ένα θαύμα, που ο ίδιος το αποδίδει στον άγιο Νικόλαο, πολιούχο της Κοζάνης. Οι Γερμανοί πολλές φορές τον δικάζουν για να τον εκτελέσουν, ο Θεός όμως τον προστατεύει.

http://o-nekros.blogspot.com/

Κατηγορία ΙΣΤΟΡΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »