kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ΠΕΘ χαιρετίζει την πρωτοβουλία των γονέων που επιστρέφουν στα σχολεία τα αντορθόδοξα «βιβλία» των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτεμβρίου 23, 2017

Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  95

Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) χαιρετίζει

την πρωτοβουλία των γονέων που επιστρέφουν στα σχολεία

τα  αντορθόδοξα «βιβλία» των Θρησκευτικών

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων χαιρετίζει θερμά την αυθόρμητη, θαρραλέα, ομολογιακή, αγωνιστική και ακτιβιστική πρωτοβουλία των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών γονέων και κηδεμόνων των μαθητών/τριών των σχολείων της χώρας, οι οποίοι επιστρέφουν στα σχολεία, τους «Φακέλους του μαθητή για το μάθημα των Θρησκευτικών», ζητώντας να διδαχθούν τα παιδιά τους την πίστη τους ανόθευτη χωρίς μείξεις και χυλοποιήσεις με ξένες θρησκείες.

Οι γονείς, προφανώς, αντιδρούν με αυτόν τον πρωτοφανή και επαναστατικό τρόπο στην αυταρχική και αντιδημοκρατική συμπεριφορά του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο, περιφρονώντας  επιδεικτικά τα ορθόδοξα χριστιανικά πιστεύω της συντριπτικής πλειονοψηφίας του ελληνικού λαού, προχώρησε στην έκδοση και διανομή στους μαθητές/τριες των «Φακέλων του μαθητή για το μάθημα των Θρησκευτικών», το περιεχόμενο των οποίων είναι πολυθρησκειακό και συγκρητιστικό και, συνεπώς, αντισυνταγματικό, αντιπαιδαγωγικό και αντορθόδοξο, όπως, επανειλημμένα, έχει τονιστεί από πολλούς αρμόδιους φορείς.

Η αλήθεια του θέματος είναι καθαρή και απλή: Οι ορθόδοξοι μαθητές, ανήκουν στους γονείς τους ως προσωπικότητες και όχι στο κράτος και, φυσικά, θα πρέπει να διδάσκονται την πίστη των γονέων τους, την οποία έχουν ασπασθεί με το βάπτισμα και όχι ένα συνονθύλευμα θρησκειών. Αυτό είναι παγκόσμια κατοχυρωμένο δικαίωμά τους. Η ανάμειξη των θρησκειών με την πίστη των μαθητών από την Γ΄τάξη του Δημοτικού στοχεύει στη αντικατάσταση ή υποκατάσταση της πίστεως των ορθοδόξων μαθητών με ένα ουδέτερο διαθρησκειακό ή πολυθρησκειακό ή πανθρησκειακό και εκκοσμικευμένο πνεύμα, με άλλα λόγια, στην αποχριστιανοποίησή τους.

Με βάση την ανεξιθρησκία, ο ελληνορθόδοξος μαθητής δικαιούται να διδάσκεται τη γνήσια και αληθινή και εξ Αποκαλύψεως πίστη του, που συμβάλλει, αφενός στην πνευματική προσωπική ανακαίνιση των μαθητών και, αφετέρου, στη δημιουργία πολιτών με ηθικοπνευματικές και κοινωνικές αρχές, αντίστοιχες των ηθών, των εθίμων και του εν γένει πολιτισμικού και θρησκευτικού τοπίου της ελληνικής παράδοσης. Αυτό που δικαιούται και το απολαμβάνει ο Εβραίος, ο Μουσουλμάνος και ο Ρωμαιοκαθολικός μαθητής, δηλαδή τη διδασκαλία της δικής του πίστεως, για ποιον λόγο η πολιτεία να το στερεί στον ελληνορθόδοξο μαθητή και να του επιβάλλει να διδαχθεί τα είδωλα της πολυθρησκείας;

Η ΠΕΘ καλεί τους γονείς να συνεχίσουν να δίνουν δυναμικό αγωνιστικό «παρών» για τη διατήρηση της ελληνορθόδοξης φυσιογνωμίας της παιδείας μας.

Επίσης, η ΠΕΘ, για ακόμη μία φορά, απευθύνει θερμή και ειλικρινή έκκληση στον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Κώστα Γαβρόγλου και σε όσους ακόμη εργάζονται για την με κάθε τρόπο βίαιη επιβολή των αντιχριστιανικών και αντορθόδοξων ιδεοληψιών τους στην ελληνική κοινωνία, να εγκαταλείψουν αυτή την καταστροφική – αποδομητική, αδιέξοδη πολιτική, καθώς και τη διχαστική ρητορική τους.Καλούμε τους αρχιτέκτονες αυτής της μεθόδευσης να σταματήσουν άμεσα να οργανώνουν, με τη δύναμη της εξουσίας, την πνευματική καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού, το σπουδαιότερο κομμάτι του οποίου είναι η Ορθοδοξία. Τους καλούμε να συν-εργασθούν έντιμα, με συμφιλιωτικό και δημοκρατικό πνεύμα, με όλους τους υπεύθυνους παράγοντες για την παροχή της ορθόδοξης, χριστιανικής παιδείας στα σχολεία της χώρας μας, για μια γνήσια και πραγματική ανανέωση του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

http://www.petheol.gr/nea/epethchairetizeitenprotobouliatongoneonpouepistrephounstascholeiataantorthodoxabibliatonthreskeutikon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτεμβρίου 23, 2017

 

            Οι πιο δύσκολες περιστάσεις στην ζωή της οικογένειας είναι ο θάνατος και το διαζύγιο. Απώλεια είναι και ο χωρισμός. Η οικογένεια ζει τον ξεριζωμό της σχέσης με πρωταγωνιστές τους συζύγους.  Τα παιδιά βιώνουν μία σειρά από διλήμματα, όταν διαπιστώσουν ότι αυτό που γνώριζαν ως οικογένεια αλλάζει ριζικά. Δεν θα είναι και οι δύο γονείς στο σπίτι, αλλά θα χρειάζεται τα παιδιά να μοιράζονται τον χρόνο τους ξεχωριστά. Οι γονείς δεν θα είναι άμεσα διαθέσιμοι. Στην παιδική ψυχή, συνειδητά ή ασυνείδητα, θα δεσπόζει το ερώτημα ποιος φταίει περισσότερο. Πιθανόν να χρησιμοποιηθούν είτε από τον ένα γονέα είτε από τον άλλο ως μέσο πίεσης. «Ποιον να αγαπώ περισσότερο;». «Γιατί να χρειαστεί να επιλέξω τον έναν εις βάρος του άλλου;». «Πόσο φταίω εγώ που οι γονείς μου χώρισαν;».

                Ακόμη κι αν το διαζύγιο είναι συχνά ανακουφιστικό για την ένταση που έχει συσσωρευτεί στη σχέση του ζευγαριού, το παιδί δεν αισθάνεται άνετα στην νέα κατάσταση. Έχει χάσει, όχι βεβαίως οριστικά, την ελπίδα ότι οι γονείς του θα βρούνε λύση στα προβλήματα της σχέσης τους, ότι θα επιστρέψουν ο ένας στον άλλον, ότι κάποιο θαύμα θα γίνει και η αγάπη θα νικήσει. Ο χρόνος που περνά κάνει το παιδί να συμβιβάζεται με την απώλεια της από κοινού ζωής, ιδίως αν οι γονείς καταφέρουν να βρούνε έναν «βελούδινο» τρόπο επικοινωνίας και συνεννόησης σχετικά με τα θέματα που εκ των πραγμάτων θα προκύψουν για την ζωή των παιδιών.  Η εμπειρία της απώλειας και του διχασμού όμως είναι δεδομένη.

                «Ούς ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω», δηλώνει η Εκκλησία στο μυστήριο του γάμου. Εμείς συχνά κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διαψεύσουμε τον βιβλικό λόγο. Οι γονείς του ζευγαριού παρεμβαίνουν στην ζωή του. Τρίτοι άνθρωποι δεν διστάζουν να εκμεταλλευτούν τα προβλήματα ή τους πειρασμούς της στιγμής και να καταστήσουν την απιστία αναφαίρετο λόγο διαζυγίου. Το «εγώ» που δεν έχει μάθει να προσφέρει και να ανέχεται, που καθιστά την σχέση δικαίωμα και όχι άθλημα, αλλά και η ευκολία με την οποία η εκκοσμικευμένη πραγματικότητα παρουσιάζει το διαζύγιο περίπου ως φυσική κατάσταση κάνουν τον γάμο επισφαλή. Παράλληλα, τα προβλήματα των καιρών μας, ιδίως η οικονομική κρίση που γεμίζει μελαγχολία και ανασφάλεια τους ανθρώπους, κάνουν την απώλεια της ενότητας στην οικογένεια συνηθισμένη πραγματικότητα.

                Η Εκκλησία, μέσα από την συμβουλευτική της εξομολόγησης, προσπαθεί να βοηθήσει τα παιδιά να μην επιλέγουν στρατόπεδο. Να κρατήσουν ζωντανή την αγάπη και για τους δύο γονείς. Να καταλάβουν ότι μπορεί κάποτε το διαζύγιο να είναι η λιγότερο κακή λύση, όμως δεν παύει να είναι ήττα της αγάπης, ήττα της υπομονής και της ανεκτικότητας, ήττα της πίστης. Μπορεί τα παιδιά να πρέπει να μείνουν με τον έναν γονέα. Η προσευχή στον Θεό όμως και για τους δύο να έχουν φώτιση και να μείνουν σε επικοινωνία με αξιοπρέπεια είναι αυτή που προφυλάσσει τα παιδιά από άνευ νοήματος ενοχές και εκλογές. Γιατί είναι βέβαιο ότι τα παιδιά δεν φταίνε.

                Ο γάμος προϋποθέτει ωριμότητα, ευθύνη και πίστη στον Θεό, αρχές που η εποχή μας περιφρονεί. Στο χέρι όλων τα παιδιά να τις διδαχθούν και να τις βιώσουν, για να μην φτάσουν, μεγαλώνοντας,  να επιλέξουν ανάμεσα στα «εγώ».

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Σεπτεμβρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΕΝΕΑ ΜΟΙΧΑΛΙΣ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτεμβρίου 23, 2017

  Κάποιες στιγμές στην επίγεια ζωή του ο Χριστός αποδίδει σκληρούς χαρακτηρισμούς στην γενεά των ανθρώπων που τον περιβάλλει. Για παράδειγμα την αποκαλεί «γενεά μοιχαλίδα και αμαρτωλόν» (Μάρκ. 8,38), «γενιά άπιστη και αμαρτωλή». «Μοιχαλίς»  είναι η γενιά η οποία δεν μένει πιστή στον Θεό όπως ο άντρας στη γυναίκα του και η γυναίκα στον άντρα της, αλλά επιλέγει άλλους έρωτες. «Αμαρτωλός»  είναι η γενιά η οποία έχει αποτύχει στην σχέση της με τον Θεό, έχει αποτύχει στον προσανατολισμό της, δεν βρίσκει νόημα στον Θεό, αλλά επιλέγει να θεοποιεί τον εαυτό της και να απομακρύνεται από τον Δημιουργό του κόσμου που μας αγαπά.

     Όντως σκληροί και οι δύο χαρακτηρισμοί. Ο Χριστός τους διατυπώνει γνωρίζοντας ότι ο λαός του Ισραήλ, αλλά και όλοι οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να στηριχτούν στη σχέση με τον αληθινό Θεό. Επιλέγουν οι άνθρωποι να στηριχτούν στα είδωλα, είτε αυτά είναι ψεύτικοι θεοί, είτε είναι υλικά αγαθά, είτε είναι ιδέες, είτε είναι εξουσίες, είτε απολαύσεις. Η καρδιά των ανθρώπων δεν μένει πιστή στον αληθινό Θεό. Είναι ανικανοποίητη από ό,τι προσφέρει ο Θεός, δηλαδή την αγάπη, την ελευθερία, την αλήθεια. Και προτιμά να ζει με τις άλλες αγάπης, να μοιχεύει στην σχέση με τον Θεό, να προσποιείται ότι είτε ο Θεός δεν υπάρχει είτε δεν της ταιριάζει. Αγνωμοσύνη και αχαριστία από την μία, αλλά και αίσθηση ότι η αγάπη για τον Θεό έχει σταυρικό χαρακτήρα, ο Θεός βάζει δύσκολα στον άνθρωπο   και εκείνος προτιμά να απολαύσει την ελευθερία του χωρίς να δίνει λογαριασμό, ακόμη και σε Εκείνον που γνωρίζει ότι τον αγαπά, αλλά και θα ήθελε στην πραγματικότητα να έχει την αγάπη Του.

Η πιστότητα προϋποθέτει χαρά για τη σχέση. Η πιστότητα προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Υπομονή όταν τα όσα δίνει ο Θεός δεν φαίνεται να συμβαδίζουν με τα όσα ο άνθρωπος προσδοκά. Βεβαιότητα ότι η σχέση πατρότητας και υιότητας που αναδεικνύει το πώς συνυπάρχουν Θεός και άνθρωπος στην ζωή είναι η πιο δυνατή σχέση που θα μπορούσε να ζητήσει ο άνθρωπος. Γιατί το παιδί από τον πατέρα παίρνει ασφάλεια, στοργή, ελπίδα ότι η πρόνοια θα οδηγήσει στο καλό, ενώ αν το παιδί συνεχώς αμφισβητεί τον πατέρα του δεν μπορεί να χαρεί. Η πιστότητα σημαίνει νίκη κατά οιουδήποτε πειρασμού απειλεί την αποκλειστικότητα της σχέσης. Γιατί η σχέση Θεού και ανθρώπου είναι σχέση  έρωτα και αγάπης. Και ο έρωτας απαιτεί δόσιμο, αφιέρωση, πληρότητα, να πεις ότι δεν υπάρχει άλλος για μένα πλην Αυτού που με αγαπά.

Η πιστότητα προϋποθέτει άρνηση συμμόρφωσης με το πνεύμα της εποχής. Αυτό που πολεμά την αποκλειστικότητα στην σχέση και ζητά ελευθερία και ποικιλία. Η αποκλειστικότητα δεν σημαίνει κλειστή καρδιά στον άλλο συνάνθρωπο. Αποκλειστικότητα σημαίνει σχέση με επίγνωση ότι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αγάπη. Ότι δεν μας χρειάζονται άλλες, όταν η υπάρχουσα δίνει πληρότητα. Η αποκλειστικότητα όμως έχει τις δυσκολίες της. Τον σταυρό της. Προϋποθέτει την εκούσια παραίτηση από το δικαίωμα της αποχώρησης. Ο Θεός μας δίνει την δυνατότητα να φεύγουμε από την σχέση μας μαζί Του. Αν όμως ο άνθρωπος έχει πάρει την απόφαση η σχέση αυτή να είναι όχι απλώς προτεραιότητα, αλλά αποκλειστική, τότε δεν σκέφτεται άλλη επιλογή. Ακόμη κι αν ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο να δοκιμάζεται, να δυσκολεύεται, να σηκώνει σταυρό και σταυρούς, για να τον καθαρίσει όπως το χρυσάφι στο χωνευτήρι της φωτιάς, από πάθη, εγωκεντρισμούς, κακίες, για να τον βοηθήσει να καρδιοχτυπήσει για Εκείνον περισσότερο και να μπορέσει να χαρεί, ακόμη και μέσα στην λύπη, η αποκλειστικότητα γίνεται ζωή αιώνιος.

Η αμαρτωλότητα συνεπάγεται την απόφαση για μετάνοια. Όπως ο ερωτευμένος δεν τρέφει αυταπάτες για τον εαυτό του, γνωρίζει τις ελλείψεις του, συνειδητοποιεί τους λογισμούς του, κυρίως όμως ότι μπόρεσε και έζησε πριν γνωρίσει το αγαπημένο του πρόσωπο σαν να μην έτρεχε τίποτα και ταυτόχρονα, βιώνει πειρασμούς που τον κάνουν να λυγίζει, τουλάχιστον στον λογισμό, έτσι και η αμαρτωλή γενιά έναντι του Θεού βιώνει συνεχώς τον πειρασμό του λογισμού να ζήσει χωρίς Θεό. Να εγκαταλείψει τον σταυρό της σχέσης. Να καυχηθεί ότι είναι όμορφη αφ’  εαυτής της, χωρίς το στολίδι των χαρισμάτων που ο Θεός της έδωσε και κάθε στιγμή καθαρίζει από τον ρύπο του κακού. Χωρίς το στολίδι της μετάληψης Σώματος και Αίματος, που κάνει την αναξιότητα να μην είναι κυρίαρχη, αλλά την αγάπη να φωτίζει και να αγιάζει. Χωρίς τα δάκρυα της χαράς, όταν συνειδητοποιήσει ότι ο Θεός δεν ζητά σταυρό από τον άνθρωπο πρώτα, αλλά έγινε άνθρωπος και σήκωσε τον σταυρό τον δικό Του, αλλά και όλων των ανθρώπων. Έγινε το παράδειγμα που σώζει. Το παράδειγμα που παραιτείται από το θέλημα και αφήνεται στην εμπιστοσύνη. Ο Θεάνθρωπος Κύριος δεν μπορούσε να κατηγορηθεί για αμαρτία ούτε για δόλο εν τω στόματί Του. Όμως μας έδειξε ότι η αμαρτία καταργείται και ο άνθρωπος δεν υποδουλώνεται σ’  αυτήν ούτε την υπηρετεί, όταν εν μετανοία αφήνεται στην αγάπη του Θεού και εργάζεται σ’  αυτήν την προοπτική. Κατανοεί τι του λείπει και  ομολογεί τόσο ενώπιον του Θεού όσο και ενώπιον των ανθρώπων την πίστη του στον Χριστό.

Ο χαρακτηρισμός του Χριστού ισχύει για κάθε γενιά. Ίσως περισσότερο από όλες για την δική μας. Η αποκλειστικότητα είναι σταυρός, αλλά και ανάσταση. Σήμερα οι άνθρωποι έχουμε απορρίψει στην πράξη και τα δύο. Οι άνθρωποι επιλέγουμε να καυχόμαστε για τα πάθη και το «εγώ»  μας και αρνούμαστε την ταπεινοσύνη της μετάνοιας. Δεν κατανοούμε και δεν εμπιστευόμαστε την αγάπη που κάνει τον ζυγό και το φορτίου του σταυρού ελαφρύ. Και δεν είμαστε έτοιμοι ούτε με τον πλησίον μας να ζήσουμε την χαρά της αποκλειστικότητας και της μετάνοιας. Διότι ο δρόμος προς τον Θεό περνά μέσα από τον πλησίον. Περνά μέσα από την Εκκλησία, που δεν είναι θεσμός δόξας και εξουσίας, αλλά τρόπος απάρνησης του εαυτού, άρσης του σταυρού και συμπόρευσης με τον Θεάνθρωπο. Στα πρόσωπα των άλλων, που δεν υπάρχουν για να ικανοποιούν τα πάθη μας, αλλά για να μοιραζόμαστε την αλήθεια και την αγάπη μαζί τους, όποιο κι αν είναι το κόστος, η Εκκλησία δείχνει ότι μπορούμε. Αρκεί να λέμε στον εαυτό μας « λίγο ακόμη», όταν φαίνεται να λυγίζουμε από την κακία τους και την ανεπάρκειά μας. Από την περιφρόνηση στον Θεό του κόσμου, αλλά και από την δική μας αμαρτωλότητα. Από τον βομβαρδισμό μας με επιλογές- πειρασμούς που μας κάνουν να ξοδεύουμε τον χρόνο μας χωρίς  αγάπη. Από το δίκιο και τα δίκαιά μας που ακυρώνουν την χαρμολύπη του Σταυρού, την ομορφιά της κοινωνίας με Αυτόν που νίκησε τον θάνατο.

Ζωή χωρίς Θεό, χωρίς αγάπη, χωρίς μετάνοια, χωρίς σταυρό δεν αντέχεται.

Κέρκυρα, 17 Σεπτεμβρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα επιτίμια και η αποχή από την Θεία Κοινωνία.

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτεμβρίου 23, 2017

Τα επιτίμια και η αποχή από την Θεία Κοινωνία.

Οι άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν τον Πνευματικό ως δικαστή και όχι ως πατέρα φιλάνθρωπο και εικόνα έμψυχο του φιλάνθρωπου Θεού, νομίζουν ότι τα επιτίμια που βάζει ο Πνευματικός, είναι τιμωρίες ανάλογες με τα αμαρτήματά του .

Στην πραγματικότητα όμως τα επιτίμια είναι πνευματικά φάρμακα που θα βοηθήσουν τον μετανοούντα στη θεραπεία των πνευματικών του πληγών και στην αποφυγή νέων ασθενειών. Λέγει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ιατρείον εστιν ενταύθα ού δικαστήριον, ουκ ευθύνας αμαρτημάτων απαιτούν, αλλά συγχώρησιν αμαρτημάτων παρέχον».

Τα επιτίμια αποσκοπούν επίσης να στερεώσουν τον μετανοούντα στην οδό της μετανοίας. Ο ιερός Χρυσόστομος φέρνει ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε ότι το επιτίμιο αν και φαίνεται ως τιμωρία, είναι μόνο φιλανθρωπία. Λέγει: « Αν δεις αφηνιασμένο άλογο να τρέχει προς το γκρεμό, του βάζεις χαλινό και το συγκρατείς με πολλή δύναμη και το μαστιγώνεις πολλές φορές. Αυτό είναι βέβαια τιμωρία, αλλά η τιμωρία αυτή είναι μητέρα της σωτηρίας. .. Έτσι και εγώ. Αν δέσω τον αμαρτωλό, δεν θα τον δέσει ποτέ ο Θεός. Αν όμως δεν τον δέσω εγώ, τον περιμένουν τα αιώνια δεσμά. Διότι αν κρίναμε τους εαυτούς μας, δεν θα κρινόμασταν από τον Θεό. Μην νομίζεις λοιπόν πως η τιμωρία είναι σκληρή κι απάνθρωπη πράξη . Είναι αποτέλεσμα της πιο μεγάλης καλοσύνης της άριστης θεραπείας και της μεγάλης φροντίδας για τον αμαρτωλό».

Ο κάθε πιστός πρέπει να εργάζεται με φιλότιμο το έργο των εντολών του Χριστού. Και να θλίβεται περισσότερο διότι με την αμαρτία του ελύπησε τον Κύριο, παρά για το γεγονός ότι στην αμαρτία έρχεται ως επακόλουθο το θεραπευτικό επιτίμιο που ορίζει ο Πνευματικός: «Στέναξε όταν αμαρτήσης, όχι επειδή πρόκειται να τιμωρηθείς, διότι αυτό δεν είναι τίποτε, αλλά επειδή δυσαρέστησες τον Κύριο σου, τον τόσο ήμερο, που τόσο σε αγαπά και έχει φροντίσει τόσο για τη σωτηρία σου, ώστε και τον Υιό Του να παραδώσει στο θάνατο για χάρη σου».

Ο  ιερός Χρυσόστομος λέγει ότι «και αν ακόμη δεν μας τιμωρούσε ο Θεός, έπρεπε εμείς οι ίδιοι να ζητήσουμε την τιμωρία μας, επειδή δείξαμε τόση αχαριστία στον ευεργέτη μας». Και συνεχίζει ο Άγιος : «Θα σας πω κάτι παράδοξο και αξιοθαύμαστο  και απίστευτο στους πολλούς. Όποιος  τιμωρείται επειδή εξόργισε τον τόσο φιλάνθρωπο Θεό, πρέπει αν έχη μυαλό, κι αν αγαπά τον Κύριο όπως πρέπει να Τον αγαπά, να χαίρεται περισσότερο από εκείνον που δεν τιμωρήθηκε… . Αν αγαπά κανείς τον Χριστό όπως πρέπει να τον αγαπά, να χαίρεται περισσότερο από εκείνον που δεν τιμωρήθηκε.. . Αν αγαπά κανείς τον Χριστό όπως πρέπει να τον αγαπά, καταλαβαίνει αυτά που λέω… . Γνωρίζω βέβαια πως αυτά που λέγω είναι απίστευτα, αλλα αυτή είναι η αλήθεια. Αν αγαπούμε τον Χριστό όπως πρέπει να Τον αγαπούμε, εμείς θα τιμωρούμε τους εαυτούς μας για τις αμαρτίες μας… .  Ας φοβόμαστε προ πάντων την αμαρτία, διότι αυτή είναι η κόλαση, αυτή είναι η αιώνια τιμωρία… . Και όχι μόνο να τη φοβόμαστε, αλλά και να την αποφεύγουμε και να μεριμνούμε να αρέσουμε στο Θεό κάθε στιγμή. Διότι αυτό είναι η Βασιλεία των ουρανών, αυτό είναι η ζωή, αυτό είναι τα άπειρα καλά».

«Να γνωρίζεις αδερφέ, ότι αν θελήσεις κα κοινωνήσεις έτσι ανάξιος όντας, θα γίνεις ένοχος του σώματος και του αίματος του Κυρίου, όπως λέει ο θείος Παύλος, και θα κοινωνήσεις σε κατάκριση και κόλασή σου, γενόμενος δεύτερος Ιούδας και παρόμοιος με τους Εβραίους. Διότι όπως τότε οι Εβραίοι κέντησαν το σώμα του Κυρίου, όχι για να πιούν το αίμα του  αλλά για να το χύσουν, όπως ερμηνεύει ο Χρυσορήμων ( Λογ.κξ Της α΄προς Κορινθ.), έτσι κι εσύ θα θεωρηθείς ότι χύνεις το ακήρατο αίμα του Κυρίου και όχι ότι το πίνεις λόγω της αναξιότητάς σου».

Αγαπημένε εν Χριστώ Αδερφέ :  «Να γνωρίζεις, ότι με την αποχή αυτή της Κοινωνίας θα γίνει η μετάνοιά σου ασφαλέστερη. Θα στερεωθείς περισσότερο στη χάρι του Θεού και θα καταλάβεις καλύτερα το κακό, που σου προξένησε η αμαρτία, μάλιστα όταν βλέπεις τους άλλους να κοινωνούν κι εσύ να στερείσαι λέγοντας στον εαυτό σου εκείνο το του Ασώτου Υιού «Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου έχουν περισσευούμενο άρτο κι εγώ χάνομαι από την πείνα» (Λογ.. 15,17) Και από όλα αυτά να  μισήσεις την αμαρτία και να φυλάγεις καλά στο εξής την χάρι, που έχασες, αφού θα  σου γίνουν μαθήματα τα παθήματα. «Διότι ότι κάποιος με κόπο αποκτά, φροντίζει να το διαφυλάει» λέει ο  μέγας Βασίλειος και ο Θεολόγος Γρηγόριος. «Συνηθίζει αυτό που αποκτήθηκε με κόπο να παραμένει περισσότερο, ενώ αυτό που αποκτήθηκε εύκολα να χάνεται και πολύ γρήγορα, επειδή πάλι μπορεί να αποκτηθεί» (Λογ. Β΄περί Θεολογίας).

Αγαπητό μου παιδί μου, γνωρίζει ο πνευματικός πότε είναι καιρός να πάρεις μέσα σου τον Χριστό. Εξάλλου το θέμα είναι η σχέση με τον Χριστό και να αναφορά της ζωής μας σε εκείνον κάθε λεπτό και κάθε στιγμή και όχι απλά να κοινωνήσουμε επειδή είναι μια μεγάλη εορτή για το καλό όταν η καρδιά μας δεν έχει το κατάλληλο πνευματικό έδαφος υποδοχής.

Η αγάπη προς τον Θεό φιλοτιμεί τον πιστό να μην πληγώσει τον φιλάνθρωπο Πατέρα του. Και ταυτοχρόνως θεραπεύει τις πληγές των παλαιοτέρων τραυμάτων της αμαρτίας: Ας μη περιφρονούμε, λοιπόν, το φάρμακο των ψυχικών μας τραυμάτων. Διότι αυτό, η προς τον Θεό αγάπη μας, αυτό προ πάντων το φάρμακο θα μας θεραπεύσει τελείως, και θα εξαφανίσει τέλεια τα τραύματα των ψυχών μας, ώστε δε θα μείνει ούτε ίχνος, ούτε σημάδι του τραύματος».

Αποσπάσματα από τα τα βιβλία : «Εξομολογητάριον» του Αγίου Νικοδήμου και «Ιερά Εξομολόγηση» του Ιερομονάχου Γρηγορίου.

Συντάκτης  π. Σπυρίδων Σκουτής

http://euxh.gr/theologia/pateres/ta-epitimia-kai-i-apoxi-apo-tin-theia-koinonia

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Λειτουργικά βιβλία και ψαλτική

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτεμβρίου 23, 2017

Λειτουργικά βιβλία και ψαλτική

Στο ψαλτήρι υπάρχουν σε χρήση βιβλία που καταλαμβάνουν την δική τους θέση όλο το χρόνο. Δημιουργήθηκαν για την ενίσχυση του πιστού στη προσευχή και έχουν καθαρά βοηθητικό χαρακτήρα. Αυτά τα λειτουργικά βιβλία χρησιμοποιούνται κυρίως στο λατρευτικό χώρο του ναού την ώρα των ακολουθιών.

Η Παρακλητική περιέχει την εβδομαδιαία ακολουθία στους οκτώ ήχους της Βυζαντινής μουσικής και αρχίζει από το Σάββατο το βράδυ και τελειώνει το επόμενο Σάββατο το πρωί για κάθε ήχο. Αυτό συμβαίνει γιατί η εκκλησία μας ακολουθεί το σύστημα του νυχθημέρου όπου η εορτή της επομένης αρχίζει από τον εσπερινό της προηγούμενης. Επίσης υπάρχουν τα 12 Μηναία, ένα για κάθε μήνα, όπου βρίσκουμε τις ακολουθίες των αγίων όλου του χρόνου.

Το Τριώδιον περιέχει τις ακολουθίες των κινητών εορτών από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο το πρωί ενώ το Πεντηκοστάριον περιέχει τις ακολουθίες από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Υπάρχουν βιβλία όπως το Αρχιερατικόν, το Ιερατικόν και το Διακονικόν για χρήση από τον Επίσκοπο, τον Ιερέα και τον Διάκονο αντίστοιχα καθώς και το Μέγα και Μικρόν Ευχολόγιον όπου περιέχει Μυστήρια και ευχές που διαβάζουν οι ιερείς κατά περιπτώσεις. Στο Μέγα Ωρολόγιον βρίσκουμε όλες τις ακολουθίες του νυχθημέρου, τα απολυτίκια των αγίων και των εορτών και διάφορες προσευχές ενώ στο Τυπικόν περιγράφεται με λεπτομέρειες η διάταξη και η τέλεση των ακολουθιών.

Σημαντικό βιβλίο για την εκκλησία μας είναι το Ψαλτήριον όπου περιλαμβάνει τους 150 ψαλμούς του προφήτη Δαυίδ και είναι χωρισμένο σε 20 Καθίσματα καθώς στα μοναστήρια ο κύκλος του Ψαλτηρίου είναι εβδομαδιαίος. Το Θεοτοκάριον περιέχει ύμνους και κανόνες προς την Παναγία μας ενώ ο Μέγας Συναξαριστής αποτελείται από πολλούς τόμους και περιέχει αναλυτικά τους βίους των Αγίων και σχετικούς Πατερικούς λόγους για την κάθε ημέρα ολόκληρου του έτους.

Κατά την διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας χρησιμοποιούμε το βιβλίο με τον αντίστοιχο τίτλο το οποίο περιλαμβάνει τις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες βρίσκονται και στο Τριώδιο. Σπάνια βρίσκουμε τα βιβλία Συνέκδημος και Σύνοψις τα οποία περιέχουν ότι το Ωρολόγιο και η Παρακλητική καθώς είναι απαραίτητα για την προσευχή του κάθε πιστού στις ακολουθίες μέσα στο ναό. Για την εξυπηρέτηση των Λειτουργών και των ψαλτών υπάρχει επίσης το καθιερωμένο τα τελευταία χρόνια μικρό βιβλίο με τίτλο Το εγκόλπιο του Αναγνώστου και το ετήσιο Τυπικόν τα οποία περιέχουν την διάταξη όλων των ακολουθιών όλου του έτους. Το ετήσιο Τυπικόν αντικατέστησε το Μέγα Τυπικόν το οποίο αναφερόταν σε όλες τις τυπικές διατάξεις και εξαιρέσεις των ακολουθιών όλου του χρόνου.

Στις μέρες μας κυκλοφορούν και μικρότερα βιβλία τα οποία περιέχουν μέρος των παραπάνω βιβλίων όπως είναι η Θεία Λειτουργία, Ακολουθία των Χαιρετισμών, Ακολουθία της Παρακλήσεως, της Θείας Μεταλήψεως, του Αποδείπνου και άλλων ακολουθιών που σκοπό έχουν να εξυπηρετούν καλύτερα τους πιστούς λόγω του μεγέθους τους.

Συντάκτης  Παντελεήμων Ζαφείρης

http://euxh.gr/theologia/leitourgika/leitourgika-vivlia-kai-psaltiki

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έμμηνος Ρύσις και Εκκλησία

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτεμβρίου 23, 2017

Έμμηνος Ρύσις και Εκκλησία

Η έμμηνος ρύση των γυναικών απασχολεί, εκκλησιαστικώς, πολλούς χριστιανούς και ειδικά τις χριστιανές γυναίκες. Υπάρχουν διάφορες απορίες πάνω στο θέμα. Μπορούν οι γυναίκες, κατά την χρονική διάρκεια της έμμηνου ρύσης, να μπαίνουν στον ναό, να προσκυνούν τις εικόνες, να παίρνουν αντίδωρο, να μετέχουν στη θεία λατρεία, να αξομολογούνται και να κοινωνούν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού; Θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε το θέμα, μέσα από τους κανόνες της Εκκλησίας και την διδασκαλία των αγίων Αποστόλων και Πατέρων.

Ας δούμε κατ’ αρχάς τον Β’ κανόνα του αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας, ο οποίος είναι και ο μόνος κανόνας που ασχολείται ειδικώς με το θέμα και συμπεριλαμβάνεται στο Πηδάλιο. Γράφει στο Πηδάλιο: «Ερωτηθείς ο άγιος, αν οι γυναίκες κατά την έμμηνο ρύση μπορούν να μπαίνουν στον ναό του Θεού, απάντησε ότι αυτό δεν είναι ανάγκη μήτε να το ερωτούν, επειδή εκείνες οι γυναίκες αν έχουν την πρέπουσα ευλάβεια στα θεία, από μόνες τους δεν θα θέλουν να τολμήσουν ποτέ να πλησιάσουν την Αγία Τράπεζα και να μεταλάβουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, όσο βρίσκονται ακόμη στη κατάσταση της έμμηνου ρύσης. Διότι μπορούν να ενθυμηθούν την αιμορροούσα εκείνη γυναίκα, η οποία διά την ρύση του αίματός της, δεν τόλμησε από πολλή ευλάβεια να πιάσει το σώμα του Χριστού, αλλά μόνο την ποδιά των ιματίων Του. Μπορούν όμως να προσεύχονται είτε στο σπίτι τους , είτε ευρισκόμενες στον πρόναο του Ναού και να παρακαλούν τον Θεό ζητώντας  βοήθεια και  σωτηρία, από Αυτόν. Κωλύεται όμως να πλησιάζει τα άγια των αγίων, δηλαδή, να μεταλάβει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, εκείνος που είναι ακάθαρτος στη ψυχή και στο σώμα, όπως ακάθαρτη στο σώμα είναι και η γυναίκα που βρίσκεται στην κατάσταση της έμμηνου ρύσης». (Πηδάλιο σελίς 445-446).

Ας δούμε τι γράφει ο άγιος Διονύσιος και να καταλάβουμε τι μας λέει όχι κατά το γράμμα αλλά κατά το πνεύμα του κανόνα. Το πρώτο που όλοι καταλαβαίνουμε είναι ότι ο κανόνας αυτός, μας λέει ότι οι γυναίκες που βρίσκονται στην διάρκεια της έμμηνου ρύσης, δεν μπορούν να μεταλαμβάνουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, λόγω ευλάβειας (δύο φορές επαναλαμβάνει την λέξη ευλάβεια) και όχι λόγω αμαρτίας ή πνευματικής ακαθαρσίας.  Η έμμηνος ρύση είναι φυσική κατάσταση καθαρισμού του γυναικείου σώματος. Έτσι ως φυσική κατάσταση, δεν είναι κακό. Οι Αποστολικές Διαταγές στο στ’ βιβλίο γράφουν: « Ούτε η ερωτική συνεύρεση μέσα στον νόμιμο γάμο, ούτε η κατάσταση της λοχείας, ούτε η ρύση του αίματος των γυναικών, ούτε η ονείρωξη (αθέλητη εκσπερμάτωση κατά τον ύπνο), μπορούν να μολύνουν την ανθρώπινη φύση ή να την χωρίσουν από την χάρη του Αγίου Πνεύματος, παρά μόνο η ασέβεια και η παράνομος πράξη». Ο άγιος Αθανάσιος στο έργο του «περί ενανθρωπήσεως, γράφει: «ου γαρ ήλθεν την φύσιν ανήλεν, αλλά την προαίρεσιν διορθώσαι». Ο Υιός δεν ενανθρώπησε για να καταργήσει την ανθρώπινη φύση, η οποία δεν ευθύνεται για την πτώση, αλλά ενανθρώπησε για να θεραπεύσει την ελευθερία της θέλησης, αφού αυτή ευθύνεται για την πτώση στην αμαρτία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός γράφει στο έργο του «Ακριβής έκδοσης της Ορθοδόξου πίστεως»; «Δημιούργησε λοιπόν ο Θεός τον άνθρωπο ως φύση αναμάρτητη και θέληση αυτεξούσια. Αναμάρτητο τον θεωρώ όχι γιατί δεν επιδέχεται αμαρτία (μόνο το θείο δεν επιδέχεται αμαρτία), αλλά γιατί δεν έχει στη φύση του την τάση προς την αμαρτία, ενώ φυσικά την έχει στην προαίρεση, στην ελευθερία της θέλησης». Ο ιερός Χρυσόστομος, αναφερόμενος στην έμμηνο ρύση λέει: «Ούτε αληθινή αμαρτία είναι αυτά, ούτε ακαθαρσία».  Ο όσιος Θεοδώρητος γράφει: « Αυτά που γίνονται φυσικώς ούτε ακαθαρσία είναι». Και ο όσιος Διόδωρος λέει: «Τίποτα δεν είναι ακάθαρτο, παρά μόνο η πονηρή διάθεση». Είναι ξεκάθαρο για τους Αποστόλους και τους Πατέρες ότι η αμαρτία και η πνευματική ακαθαρσία αναφαίρεται στην προαίρεση και όχι στη φύση. Έτσι και η έμμηνος ρύση, η οποία είναι φυσική κατάσταση του σώματος ούτε αμαρτία είναι, ούτε ακαθαρσία. Λέγεται καταχρηστικώς ακαθαρία σωματική, μόνο σε σύγκριση με τις άλλες φυσικές ακαθαρσίες, όπως είναι οι μίξες, οι κυψελίδες των αυτιών, οι τσίμπλες, τα φλέματα, τα ούρα και τα απορίματα. Έτσι λοιπόν μόνο από θέμα ευλάβειας, δεν μπορεί η γυναίκα με έμμηνο ρύση να μετέχει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Όπως δηλαδή, κάποιος δεν θα πάει να κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, τρέχοντας από τη μύτη του μίξες, αλλά αφού πρώτα θα καθαρίσει το σημείο του σώματός του, γύρω από τη μύτη του και το στόμα του, θα προσέλθει στην θεία Κοινωνία, έτσι και η γυναίκα με έμμηνο ρύση, θα περιμένει να καθαρισθεί από την έμμηνο ρύση και μετά θα προσέλθει να κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Εκτός αν υπάρχει σοβαρή ασθένεια και κίνδυνος θανάτου, κοινωνεί το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και με έμμηνο ρύση, όπως γράφει ο άγιος Νικόδημος, στις υποσημειώσεις του κανόνα του αγίου Διονυσίου.

Υπάρχει μία πρόταση στον κανόνα αυτόν του αγίου Διουνυσίου, η οποία έχει επιφέρει σύγχυση σε πολλούς. Γράφει ο άγιος Διονύσιος: «Οι γυναίκες με έμμηνο ρύση μπορούν να προσεύχονται είτε στο σπίτι τους, είτε στον πρόναο του Ναού». Αυτό «στον πρόναο του ναού», κάνει πολλούς να πιστεύουν ότι οι γυναίκες με έμμηνο ρύση, δεν μπορούν να εισέλθουν στον κυρίως ναό και να μετέχουν στη θεία λατρεία. Να δούμε τι σημαίνει «να προσεύχονται στον πρόναο». Στους χρόνους που ζει ο άγιος Διονύσιος, 3ος  αιώνας μ.Χ, η κοινή λατρεία αναφέρεται μόνο ως προς την σύναξη των πιστών, της τέλεση δηλαδή της Θείας Λειτουργίας. Η Θεία Λειτουργία διαιρείται σε δύο μέρη. Πρώτον στο θεολογικό μέρος, το οποίο αρχίζει με την εκφώνηση «Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος..» και τελειώνει με την ανάγνωση του ευαγγελίου και το κήρυγματου θείου λόγου. (Η θέση του κηρύγματος είναι μετά την ανάγνωση του ευαγγελίου) Μετά το κήρυγμα ο διάκονος εκφωνεί: «Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε. Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, μη τις των κατηχουμένων. Όσοι πιστοί έτι και έτι του Κυρίου δεηθώμεν», Δηλαδή εντέλει ο διάκονος λέγοντας: «Όσοι είναι στην τάξη των κατηχουμένων, αβάπτιστοι δηλαδή, βγείτε έξω από τον κυρίως ναό στον πρόναο, κανείς αβάπτιστος δεν μπορεί να μείνει και να συμμετέχει στο δεύτερο μέρος της Θείας Λειτουργίας και να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού». Και αφού έβγαιναν όλοι οι αβάπτιστοι, ο διάκονος λέει: «Όσοι λοιπόν μείναμε που είμαστε βαπτισμένοι, ας προσευχηθούμε στον Κύριο». Και: «Τας θύρας τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν». Η ερμηνεία των αισθητών είναι: «κλείστε καλά τις πόρτες για να μην εισέλθει κανείς από αυτούς που δεν πρέπει στο δεύτερο μέρος της Θείας Λειτουργίας», και η πνευματική ερμηνεία είναι: «Ας κλείσουμε τις θύρες των αισθήσεων και μέσα στην καρδιά μας ας τελέσουμε την αναίμακτη λατρεία». Μαζί με τους αβάπτιστους έβγαιναν από τον κυρίως ναό και στέκοταν στον πρόναο και αυτοί οι οποίοι ήσαν βαπτισμένοι, αλλά είχαν πέσει σε αμαρτήματα τέτοια, τα οποία τους εμπόδιζαν από την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού. Αυτοί αποτελούσαν την τάξη των προσκλαιόντων, γιατί παρακαλούσαν κλαίγοντας τον Θεό και αυτούς τους οποίους έμεναν στη Θεία Λειτουργία, να προσευχηθούν γι αυτούς, να τους συγχωρήσει ο Θεός. Έτσι από το σημείο αυτό αρχίζει το δεύτερο μέρος της Θείας Λειτουργίας, το θεουργικό, στο οποίο παρέμεναν όλοι αυτοί που θα συμμετείχαν στη Θεία Κοινωνία. Μόνο αυτοί οι οποίοι θα κοινωνούσαν, έμεναν μέσα στη Θεία Λειτουργία. Τώρα καταλαβαίνουμε γιατί ο άγιος Διονύσιος αναφέρει ότι οι γυναίκες με έμμηνο ρύση, μπορούν να προσεύχονται στον πρόναο. Γιατί αυτές οι γυναίκες δεν θα κοινωνούσαν,  και δεν είχαν λόγο να παραβρίσκονται μέσα στον κυρίως ναό, στο θεουργικό μέρος της Θεία Λειτουργίας. Γιατί μέσα στη Θεία Λειτουργία έμεναν όσοι μπορούσαν να κοινωνήσουν, όπως λέει ο 9ος Αποστολικός κανόνας, ο οποίος αφορίζει όποιον πιστό, που δεν έχει κώλυμα, δεν παραμένει στη Θεία Λειτουργία και δεν κοινωνεί των Αγίων Μυστηρίων.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η γυναίκα που βρίσκεται σε έμμηνο ρύση, μπορεί να συμμετέχει σε όλα τα εκκλησιαστικά, εκτός της συμμετοχής στην κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, καθώς ο άγιος Διονύσιος είναι συγκεκριμμένος, «δεν θα τολμήσυν να πλησιάσουν την Αγία Τράπεζα και να κοινωνήσουν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού», και αυτό όχι γιατί είναι ανάξια πνευματικά, αλλά λόγω ευλάβειας. Καθότι και ο άγιος Διονύσιος γράφει στο τέλος του κανόνα, ότι κανένας, άνδρας ή γυναίκα δεν μπορεί να συμμετέχει στη κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, αν είναι ακάθαρτος στη ψυχή ή στο σώμα.

Συντάκτης  π.Παναγιώτης Βαρδουνιώτης

http://euxh.gr/politismos/paradoseis/emminos-rysis-kai-ekklisia

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Σαραντισμός και Νεογέννητο

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτεμβρίου 23, 2017

Σαραντισμός και Νεογέννητο

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την πράξη του σαραντισμού του νεογέννητου, δηλαδή την είσοδο του στην Εκκλησία και την αφιέρωση του στον Θεό, καλό είναι να γνωρίζουμε τι λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, περί των διατάξεων του Νόμου.

Γράφει ο άγιος Μάξιμος στο έργο του Β” Εκατοντάδα περί αγάπης στο κεφάλαιο 86: «Άλλες από τις εντολές του Νόμου είναι ανάγκη να τηρούμε και σωματικώς και πνευματικώς, άλλες μόνο πνευματικώς. Παράδειγμα, τα «ου μοιχεύσεις», «ου φονεύσεις», «ου κλέψεις» και τα όμοια, πρέπει να τα τηρούμε και σωματικώς και πνευματικώς. Αλλά την περιτομή, την τήρηση του σαββάτου, το να σφάξουμε τον αμνό και να φάμε   το άζυμο με τις πικρίδες και τα όμοια, τα τηρούμε μόνο πνευματικώς». Έτσι και ο σαραντισμός του νεογέννητου τηρείτε σωματικώς και πνευματικώς. Αν λείψει η πνευματική του διάσταση τότε ο σαραντισμός  γίνεται τυπολατρία και απονεκρώνεται. Στο βιβλίο της Εξόδου και στο κεφάλαιο 13 στίχος 2 λέει ο Θεός στον Μωϋσή: «Να αφιερώσεις σε εμένα κάθε πρωτότοκο, κάθε πρωτογέννητο μεταξύ των Ισραηλιτών το οποίον ανοίγει την μήτρα, γιατί ανήκει σε εμένα». Ερμηνεύοντας αυτό το χωρίο ο άγιος Νικόδημος, στο έργο του «Ερμηνεία εις τον  κανόνα της Υπαπαντης», γράφει: «Το χωρίο αυτό δεν αρμόζει σε κανένα άλλο πρωτότοκο, παρά μόνο στον Δεσπότη Χριστό και αυτόν κυρίως προεικόνιζε. Τούτο δε γίνεται φανερό από τα ακόλουθα: Διότι κανένα άλλο από τα πρωτότοκα, τα οποία γεννήθηκαν με τον φυσικό τρόπο, δεν διανοίγει την μήτρα της μητέρας του, διότι αυτή πολύ νωρίτερα διανοίγεται από την συνουσία του ανδρός. Ο δε πρωτότοκος Εμμανουήλ, ο Χριστός, ως υπέρ φύση και χωρίς σπορά ανδρός γεννηθείς, αυτός μόνος άνοιξε την μήτρα της ασπόρου αυτού Μητρός, θεοπρεπώς και ακαταλείπτως. Αναφερόμενος ο άγιος Νικόδημος στο χωρίο από το ευαγγέλιο του Λουκά 2,23: «Πάν άρσεν διανοίγον μήτραν, άγιον τω Κυρίω κληθήσεται», γράφει ότι μόνο ο Χριστός μπορεί να ονομασθεί άγιος, δηλ. αφιερωμένος τω Κυρίω, καθώς και στην Θ. Λειτουργία όταν ο ιερέας λέει: «Πρόσχωμεν τα άγια τοις αγίοις», ο λαός ομολογεί: «Εις άγιος, εις Κύριος Ιησούς Χριστός». Ένας είναι ο άγιος, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, διά του οποίου όλοι μας γινόμαστε άγιοι. Αυτός ο αγιασμός  είναι ο σκοπός του σαραντισμού, της αφιέρωσης του νεογέννητου στον Θεό. Στην Θ. Λειτουργία προσφέρομε ψωμί και κρασί. Και ο Θεός τα λαμβάνει τα αγιάζει και μας τα επιστρέφει ως Σώμα και Αίμα Χριστού. Έτσι και ο σαραντισμός είναι ένα «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομε κατά πάντα και διά πάντα». Γιατί ο Θεός είναι ο δημιουργός της ζωής. Και έκανε και εμάς συνδημιουργούς του στη ζωή. Έτσι το νεογέννητο το προσφέρομε στον Θεό στον οποίον ανήκει ως «σα εκ των σων», και ο Θεός το λαμβάνει και το αγιάζει. Γιατί ότι αφιερώνουμε στο Θεό, ο Θεός το αγιάζει. Δηλαδή ενώνεται με αυτό και το νεογέννητο ζει διά του Θεού. Σκοπός του σαραντισμού λοιπόν είναι ο αγιασμός του νεογέννητου. Αλλά δεν συμβαίνει αυτή την στιγμή, αλλά θα γίνει εν χρόνω και σταδιακά. Γι αυτό και στην ευχή εις το παιδί λέμε: «..ίνα και του νοητού καταξιηθή φωτός (Βάπτισμα, Χρίσμα) εν καιρώ ώ προώρισας, και συγκαταριθμηθή τη αγία σου ποίμνη (Εκκλησία) διά του μονογενού σου Υιού». Έτσι ο αγιασμός ουσιαστικώς αρχίζει με το μυστήριο του Βαπτίσματος και ολοκληρώνεται με την Θεία Ευχαριστία. Αυτό συμβολίζει η πορεία του νεογήννητου μέσα στον ναό.

Πρέπει εκ των προτέρων να αναφέρουμε τα στάδια του αγιασμού, όπως τα αναφέρει ο άγιος Διονύσιος ο αρεοπαγίτης στο έργο του «Περί Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας». Αυτά είναι η κάθαρση, ο φωτισμός και η τελείωση ή θέωση. Επίσης ο Ορθόδοξος Ναός είναι χωρισμένος σε τρία μέρη, πρόναος, κυρίως ναός και άγιο βήμα, όπου κάθε ένα μέρος συμβολίζει και ένα από τα στάδια του αγιασμού. Έτσι στον πρόναο που συμβολίζει το στάδιο της κάθαρσης διαβάζονται οι ευχές στο νεογέννητο. Μετά λαμβάνει ο ιερέας το παιδί και το οδηγεί στον κυρίως ναό,που συμβολίζει το στάδιο του φωτισμού, λέγοντας «Εκκλησιάζεται ο δούλος “η η δούλη (υιός ή θυγατέρα ) του Θεού… . Και μετά εισάγει το νεογέννητο, είτε αγόρι είτε κορίτσι, στο άγιο βήμα, που συμβολίζει το στάδιο της θέωσης. Δείχνοντας έτσι ότι σκοπός του κάθε χριστιανού, είτε είναι άνδρας είτε γυναίκα, είναι η θέωση. Λανθασμένα έχει επικρατήσει κάποιοι ιερείς να εισάγουν μέσα στο άγιο βήμα μόνο τα αγόρια με την δικαιολογία ότι μόνο τα αγόρια μπορούν να γίνουν ιερείς. Δικαίωμα στη θέωση έχουν ισότιμα οι άνδρες και οι γυναίκες. Μετά ο ιερέας βγάζει το νεογέννητο από την βόρεια πύλη επιστρέφοντας το παιδί στους γονείς για να το μεγαλώσουν κατά Θεό.

Επίσης κατά γον σαραντισμό του βρέφους διαβάζονται ευχές και στη μητέρα. Οι ευχές αυτές είναι ευχές επανένταξης της μητέρας στην Εκκλησία διά της Θείας Ευχαριστίας. «…ίνα ακατακρίτως αξιωθή μετασχείν των αγίων μυστηρίων σου». Επίσης πρέπει να τονίσουμε ότι λανθασμένως κάποιοι ιερείς διαβάζουν την λεγόμενη μισή ευχή στην λεχώνα. Πρώτον δεν υπάρχουν μισές ευχές στην Εκκλησία. Σε κανένα ευχολόγιο δεν αναφέρεται μισή ευχή στη λεχώνα. Και δεύτερον η μισή ευχή ανοήτως εισάγει μια δεισιδαιμονία. Την λεγόμενη μισή ευχή την διαβάζουν οι ιερείς για να μπορεί να βγει η λεχώνα από το σπίτι πριν τις σαράντα ημέρες. Λες και υπάρχει κάποια αόρατη δύναμη από την οποία κινδυνεύει η λεχώνα. Αν θα βγει η λεχώνα από το σπίτι και σε πόσες ημέρες υπεύθυνος είναι ο γιατρός και όχι ο ιερέας και η Εκκλησία. Οι ευχές της Εκκλησίας προς την λεχώνα και το βρέφος είναι συγκεκριμένες. Η ευχή της πρώτης ημέρας, η ευχή της ονοματοδοσίας την όγδοη ημέρα και η ευχές του σαραντισμού ή όπως ακριβώς λέει  η Εκκλησία    εις το εκκλησιάσαι παιδίον. Ότι άλλο είναι η δεισιδαιμονία ή εκ του πονηρού.

Συντάκτης  π.Παναγιώτης Βαρδουνιώτης

http://euxh.gr/theologia/leitourgika/sarantismos-kai-neogennito-2

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ: Μια σπάνια (ξεχασμένη αλλά μεγάλη) αρετή

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 28, 2017

automempsia

Ό Μέγας Κανών συνιστά κάτι που εκφράζεται με μια λέξη σπάνια —πρώτη φορά θα την ακούτε—• δεν υπάρχει και στα λεξικά. Είναι ή λέξης αυτομεμψία, Σαν έννοια την αναφέρει και ό άγιος Ιωάννης της Κλίμακας. Τι θα πει αυτομεμψία; Με απλά λόγια σημαίνει το εξής

Ό εγωιστής άνθρωπος, ό αλαζών και υπερήφανος, κάνει τον εαυτό του είδωλο. Αυτό ειδώλων το λέει ό άγιος Ανδρέας εδώ• «Αυτό ειδώλων έγενόμην…» (δ” ωδή, 26ο τροπ.). Έχουμε στήσει ψηλά στην καρδιά μας το εγώ μας. Το επαινούμε μόνοι μας, και ευχαριστούμεθα να μας επαινούν και οι άλλοι. Κι άμα κάποιος, ή, ή μάνα ή ό πατέρας ή ό Ιεροκήρυκας, μας κάνουν κάποια παρατήρηση, τότε γινόμεθα θηρία. Το εγώ είναι το είδωλο, ό Θεός μας.

Ενώ λοιπόν ό εγωιστής και υπερήφανος επαινεί τον εαυτό του και κατηγορεί τους άλλους, όπως ό φαρισαίος, αντιθέτως ό ταπεινός δεν κατηγορεί τους άλλους, άλλα κατηγορεί-ποιόν; Τον εαυτό του. Μέμφεται εαυτόν – αυτό θα πει αυτομεμψία. Θεωρεί τον εαυτό του, όπως ό τελώνης, έναν αμαρτωλό πού έχει ανάγκη του ελέους του Θεού. Αυτομεμψία, λοιπόν, Είναι ή κατηγορία του εαυτού μας.

Πώς κατορθώνεται αυτό το δύσκολο πράγμα; Ό άγιος Ανδρέας χρησιμοποιεί ένα καθρέφτη. Ποιος Είναι ό καθρέφτης αυτός; Ή αγία Γραφή. Εκεί, μέσα στις σελίδες της, καθρεφτίζεται• διαπιστώνει τις ατέλειες του και κατηγορεί τον εαυτό του. Μελετούσε την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Έβλεπε διάφορα πρόσωπα, πού είχαν διαπράξει αμαρτήματα. και Τι έκανε, τους κατηγορούσε; Όχι αλλά Τι; Προσέξτε και θα καταλάβετε.

Θα “χετε ακούσει πολλές φορές να κατηγορούν κάποιοι τους πρωτοπλάστους. —Αχ, λένε, Τι μας έκαναν ό Αδάμ και ή Εύα! Αυτοί φταίνε, αυτοί Είναι ή αιτία όλης της αθλιότητας μας… Εκφράζονται σκληρά. Ή Εύα, ή πρώτη γυναίκα, πόσα δεν έχει ακούσει! Τι λέει όμως εδώ τώρα ό Μέγας Κανών; Εγώ είμαι ή Εύα! Αυτό πού έκανε ή Εύα, πού ελκύστηκε από τον απηγορευμενο καρπό και άκουσε τη συμβουλή του σατανά, αυτό κάνω κ” εγώ• έχω μέσα μου μια Εύα, Εύα όχι αισθητή αλλά νοητή, πού με σπρώχνει στο κακό (α” ωδή, 5ο τροπ.).

Τι έκανε και ό Αδάμ; Παρέβη την θεία εντολή και τότε αισθάνθηκε γυμνός. Άλλα το ίδιο κάνω κ” εγώ» εγώ είμαι ό Αδάμ (α” ωδή, 3ο τροπ.). Αυτό πού έκανε εκείνος, το κάνω κ” εγώ καθημερινώς. Έχω μέσα μου τον Αδάμ, το «αδαμιαίον πλέγμα» πού λένε έτσι ψυχολογικά.

Παρακάτω αναφέρει άλλο παράδειγμα. Ό Κάιν, λέει, σκότωσε τον αδελφό του και έγινε φονιάς. Κ” εγώ φονιάς _είμαι (α” ωδή, 7ο τροπ.). Είμαι Κάιν. Κι αν δέ” σκότωσα με το χέρι, σκότωσα όμως με την προαίρεση μου. Όταν μισώ τον άλλο, δεν κάνω τίποτ” άλλο από το να τον σκοτώνω. Διότι «πας ό μισών τον άδελφόν αυτού ανθρωποκτόνος εστί» (Α” Ίωάν. 3,15).

Έπειτα θυμάται τον Ησαύ. Αυτός, λαίμαργος και γαστρίμαργος, δούλος της κοιλιάς, όπως ήταν πεινασμένος, πώλησε για ένα πιάτο φαΐ τα πρωτοτόκιά του, τα μεγάλα προνόμια πού είχαν οί πρωτότοκοι (αυτοί κληρονομούσαν την ευλογία του πατέρα τους). Άλλα κ” εγώ, λέει ό ποιητής του Μεγάλου Κανόνος, είμαι Ησαύ• διότι παραδίδω κάθε στιγμή στον εχθρό μου διάβολο «τα του πρώτου κάλλους πρωτοτόκιά» (δ” ωδή, 11ο τροπ.)..
Εν συνεχεία θυμάται το Δαυίδ, πού μοίχευσε και φόνευσε, αλλά έδειξε μετάνοια. Εγώ, λέει, είμαι Δαυίδ. Διότι κάνω τα ίδια και χειρότερα” πορνεύω και σκοτώνω, αν όχι σωματικός, τουλάχιστον ψυχικώς• δεν δείχνω όμως και την ανάλογη μετάνοια (ζ” ωδή, 4ο-5ο τροπ.).

Αυτά Είναι τέσσερα – πέντε παραδείγματα από τα τόσα πού περιέχει ό Μέγας Κανών. Εγώ είμαι ή Εύα, εγώ ό Αδάμ, εγώ ό Κάιν, εγώ ό Ησαύ, εγώ ό Δαυίδ, εγώ είμαι ό μεγάλος αμαρτωλός. Έτσι σκεπτόταν ό άγιος Ανδρέας, γι” αυτό λέει «Δεν υπάρχει αμαρτία πού δεν την έκανα, Θεέ μου» (βλ. δ” ώδή,4οτροπ.), και δεν υπάρχει άλλος πιο αμαρτωλός από μένα. Αμάρτησα με το σώμα, αμάρτησα με την ψυχή, αμάρτησα με το πνεύμα και τη διάνοια μου. Ζητώ το έλεος σου (βλ. δ” ωδή, 17ο τροπ.).

Καταλάβατε τώρα Τι θα πει αυτομεμψία; Και. αυτά δεν είναι λόγια• τα συναισθάνετο βαθιά αυτός πού από δεκατεσσάρων ετών πήγε στην έρημο και πότιζε τη γη με τα δάκρυα του.

Ελάτε τώρα και ρίξτε μια ματιά σ” εμάς. Αν κοιταχτούμε στον πνευματικό καθρέφτη, θα δούμε ότι είμεθα εγωιστές και υπερήφανοι. Καθένας μας κ” ένα αυτοείδωλο. Λιβανίζουμε τον εαυτό μας και ευχαριστούμεθα να μας λιβανίζουν. Πόρρω απέχουμε από την αυτομεμψία

Θέλετε απόδειξη; Όταν ό ιεροκήρυκας ελέγχει και στηλιτεύει, στο τέλος λένε• «Καλά τους τα είπε». Δέ” λένε «Καλά μας τα είπε», βγάζουν τον εαυτό τους έξω. Πού να γίνει ό έλεγχος και επωνύμως! θα μισήσουν τον Ιεροκήρυκα θανάσιμος, αντί να του πουν Σ” ευχαριστούμε πού μας υπέδειξες τ” αμαρτήματα μας.

Πού αυτομεμψία; Σπάνιο φαινόμενο. Από τις περιπτώσεις αυτές αναφέρω δύο. Στο στρατό πού υπηρέτησα γνώρισα έναν υπέροχο αξιωματικό πολύ μορφωμένο. Ήταν επιεικής στους άλλους και αυστηρός στον εαυτό του. Τόσο αυστηρός, πού άμα έφταιγε – Τι έκανε• τιμωρούσε τον εαυτό του! «Αν και δεν ήταν θρησκευτικός άνθρωπος, είχε αυτομεμψία. Κι άλλο ένα παράδειγμα. Πριν πολλά χρόνια είχα πάει στο Αγιον Όρος Καθώς περπατούσα στον άγιο αυτό τόπο, άκουσα φωνές και υβρεολόγιο- «Κτήνος! ζώον! παλιάνθρωπε!…». Μου φάνηκε σα να μαλώνουν δυο. Κ” εδώ καυγάδες; λέω. Σκανδαλίστηκα. Πλησιάζω, σκύβω• Τι να δω; Ήταν ένας καλόγερος μόνος του, και σκυμμένος κατηγορούσε τον εαυτό του… Πω πω πω! Γι” αυτό αγιάσανε αυτοί…

Εμείς δεν κάνουμε τίποτ” άλλο από το να πετροβολούμε τους άλλους. Ακόμα και στην εξομολόγηση. Γι” αυτό εγώ δεν εξομολογώ. Έρχεται ή άλλη και γελάει, δικαιολογείται, ρίχνει το φταίξιμο στους άλλους• δεν κατηγορεί τον εαυτό της. Ή εξομολόγησης Είναι αυτομεμψία. Έχεις αυτομεμψία; πήγαινε να εξομολογηθείς• δεν έχεις αυτομεμψία; Τι πηγαίνεις; θα κολαστείς. Δεν υπάρχει «γνώθι σαυτόν».

Ό Μέγας Κανών μας διδάσκει το σπουδαίο μάθημα της αυτομεμψίας• μόνοι μας να ελέγχουμε τον εαυτό μας, να τον καθίζουμε στο εδώλιο, να τον κατηγορούμε, να τον τιμωρούμε. Μας οπλίζει με το σπουδαίο όπλο της αυτομεμψίας, για να νικήσουμε τον εγωισμό, την υπερηφάνεια, την αλαζονεία, το υψηλό φρόνημα, ώστε να γίνουμε ταπεινοί τελώνες και να λέμε «Ό Θεός, ιλάσθητι μοι τω αμαρτωλώ» (Λουκ. 18,13). Τότε θα εφαρμόσουμε εκείνο πού είπε ό Χριστός• «Ή βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί άρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). Τότε θα έχουμε το φρόνημα πού είχε ό απόστολος Παύλος και θα λέμε• «Χριστός Ιησούς ήλθε εις τον κόσμον αμαρτωλούς σώσαι, ων πρώτος ειμί εγώ» (Α” Τιμ. 1,15).

Είθε ό Θεός δια πρεσβειών του αγίου Ανδρέου Κρήτης, ό όποιος μας δίδαξε τα μεγάλα αυτά μαθήματα, ν” αποκτήσουμε το όπλο, το απαραίτητο όπλο, την αυτομεμψία.

http://agiameteora.net/index.php

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΘΕΤΙΚΗ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ Η’ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 28, 2017

Ένα από τα διλήμματα, στα οποία οι έφηβοι καλούνται να πάρουν θέση, είναι το αν θα ακολουθήσουν την τεχνολογική-θετική ή τη θεωρητική κατεύθυνση στο σχολείο και στη ζωή τους. Συνήθως η απάντηση συνδέεται με την επίδοση στα αντίστοιχα μαθήματα. Όσοι είναι καλοί στα Μαθηματικά και τη Φυσική επιλέγουν τη θετική κατεύθυνση, όσοι είναι καλοί στα Αρχαία και την Ιστορία επιλέγουν τη θεωρητική. Κάποτε η απάντηση έρχεται με αρνητική εστίαση. Όσοι δεν είναι καλοί, εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στα αρχαία και  αντίστροφα.

     Το ίδιο το σχολείο, παρά τη συνεχόμενη επίκληση της ανάγκης για μεταρρυθμίσεις, αποκλείει τη δυνατότητα ουσιαστικής σπουδής παράλληλα και στους δύο τομείς της παιδείας. Δεν είναι μόνο το περιεχόμενο και ο τρόπος διδασκαλίας. Είναι και ο χρόνος που δεν επαρκεί, ώστε οι μαθητές  να έχουν σχετικά ίσες ευκαιρίες να ασχοληθούν και με την τεχνοκρατική και με την ανθρωπιστική παιδεία.  Δεν επαρκούν τα κρατικά χρήματα ώστε οι μαθητές να μείνουν περισσότερες ώρες στο σχολείο, να ασχοληθούν επαρκώς με τα μαθήματα που απαιτούν κόπο, αλλά και με εκείνα που καλλιεργούν ήθος, αξίες, χαρακτήρα, αλλά και να μείνουν μετά το μεσημέρι στο σχολικό τους χώρο για να συμπληρώσουν την παιδεία τους με μαθήματα που είναι και λιγότερο κοπιαστικά και ψυχαγωγούν αυθεντικά τα παιδιά, όπως η Πληροφορική, η Μουσική, η Καλλιτεχνική Αγωγή. Αυτό που γίνεται στα ιδιωτικά σχολεία, δεν είναι εφικτό να γίνει στα κρατικά, διότι θα προϋπέθετε ριζική αλλαγή νοοτροπίας έναντι της γνώσης.

         Είναι πάντως αδιανόητο στην πατρίδα μας, όπου τόσο η Ιστορία και η παράδοσή μας, αλλά και η ανάγκη διαλόγου με τα ευρωπαϊκά ρεύματα επιβάλλουν την συστηματική ενασχόληση και με τους δύο τομείς της εκπαίδευσης, να είμαστε ευχαριστημένοι με την μονομέρεια. Να θεωρούμε επιτυχημένο το σύστημα που βγάζει καλούς μαθηματικούς, χωρίς γνώση της γλώσσας, της Ιστορίας, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας, και αντίστοιχα, καλούς φιλολόγους ή ψυχολόγους, χωρίς γνώση των μαθηματικών, της λογικής, των θετικών επιστημών, της πληροφορικής. Και βέβαια, όλους αυτούς να είναι χωρίς επίγνωση της αυθεντικότητας της παράδοσής μας, η οποία στηρίζεται στη θρησκεία, στην τέχνη, στον πολιτισμό, στον ανθρωπισμό. Να θεωρείται αυτονόητη ανάγκη η διδασκαλία δύο ξένων γλωσσών και όχι η εμβάθυνση στη δική μας. «Κακείνο δει ποιήσαι και τάλλο μη αφιέναι».

       Θεσμοί που έχουν άμεση σχέση με την ανατροφή των νέων, όπως η οικογένεια, το σχολείο, η Εκκλησία, θα έπρεπε να επιμένουν στη ισόρροπη ανάπτυξη και των δύο κατευθύνσεων.  Να τονίζουν και να βιώνουν την αξία της ηθικής και πολιτικής συνείδησης, αλλά και της επαφής με την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο. Ο προσανατολισμένος στις θετικές επιστήμες νους, αν δε μένει στην αποστήθιση των τύπων και στην εξάσκηση επίλυσης προβλημάτων, αλλά προχωρά στην συνειδητοποίηση ότι τα πάντα στον κόσμο είναι αποτέλεσμα σχέσεων και όχι ιδιωτείας, ακόμη κι αν οι σχέσεις αποτυπώνονται μαθηματικά, τότε αποκτά ευρύτερη καλλιέργεια. Και χρειαζόμαστε τέτοια ποιότητα, για να υπερβεί η κοινωνία μας τον ψυχικό εξανδραποδισμό που η εικονοποίηση των πάντων επιβάλλει, καθώς οι νέοι δυσκολεύονται να σκεφτούν και αρκούνται στο να αναπαράγουν τον εαυτό τους και τους άλλους όχι ως ζώσα σχέση, αλλά μόνο ως εικόνα της.

    Μέχρι πάντως να αφυπνιστεί η πολιτεία, ο αγώνας μεταφέρεται στα θεσμικά κύτταρα και στον καθέναν προσωπικά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»στο φύλλο της Τετάρτης 23 Αυγούστου 2017

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΓΕΝΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ, ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΧΟΥΣΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΑΥΤΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 28, 2017

Στην Μασσαλία της Γαλλίας, φέρνουν το σωτηριώδες μήνυμα του Ευαγγελίου – σύμφωνα με την παράδοση – ο αναστημένος από τον Κύριο, Λάζαρος και οι αδελφές του Μαρία και Μάρθα, καθώς επίσης και στην πόλη της Αρελάτηςσημερινό Arles, ο καταγόμενος από την Έφεσο, απόστολος και συνεργάτης τουΠαύλουΤρόφιμος. Ήδη από τα μέσα του 2ου αιώνα, υπάρχουν ιστορικές μαρτυρίες, που βεβαιώνουν για την ύπαρξη χριστιανικών κοινοτήτων που ακμάζουν, όχι μόνο στις δύο παραπάνω πόλεις, αλλά και στο Λούγδουνοσημερινή Lyon, στο οποίο υπήρχε έντονη ελληνική παρουσία και διατήρηση στενών δεσμών με τις χριστιανικές κοινότητες της Μικράς Ασίας…

Ο ιστορικός της Εκκλησίας Ευσέβιος Καισαρείας διέσωσε μια εκτενή επιστολή των χριστιανών της Lyon και της Βιέννης προς τις Εκκλησίες της Μικράς Ασίας και Φρυγίας, που αναφέρεται στο μαρτύριο που υπέστησαν εκεί πολλοί Μικρασιάτες χριστιανοί το έτος 177 μ.Χ., με τον γέροντα επίσκοπό τους Ποθεινόπου ήταν ήδη 90 ετών, τον προκάτοχο του Ειρηναίου. Μεταξύ των 48 μαρτύρων που μαρτύρησαν για την πίστη του Κυρίου, άλλοι με αποκεφαλισμό, άλλοι γινόμενοι βορά στα άγρια θηρία και άλλοι από τις κακουχίες της φυλακής, συγκαταλέγονται ο Σάγκτος διάκονος στην Εκκλησία της Βιέννης, ο Μάτουρος, ηΒλανδίνα, η Βιβλίδα, ο Άτταλος και ο Αλέξανδρος.

Το ότι το μήνυμα του Ευαγγελίου είχε εξαπλωθεί ήδη από τους πρώτες αιώνες σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, φαίνεται και από τη δήλωση του επισκόπου Καρχηδόνας Κυπριανού, ο οποίος βεβαιώνει πως στα μέσα του 3ουαιώνα υπήρχαν στην ευρύτερη περιοχή της Lyon αρκετοί επίσκοποι. Επίσης στις αρχές του 4ου αιώνα, στην Σύνοδο που συνεκλήθη στην περιοχή της Προβηγκίαςστα νότια της Γαλλίας, στην πόλη της Αρελάτης σημερινή Arles το 314 μ.Χ., έλαβαν μέρος 16 επίσκοποι από την Γαλατία, τη Βρετανία, την Υόρκη, το Λονδίνοκαι το Λίνκολ, κάτι που αποδεικνύει για την ύπαρξη χριστιανικής παρουσίας στις περιοχές αυτές, ήδη από τον 2ο αιώνα. Ενισχυτικό αυτού είναι και το γεγονός, πως στον μεγάλο διωγμό που εξαπέλυσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός (303 μ.Χ.), μαρτύρησαν πολλοί χριστιανοί από τη Γαλλία και τη Βρετανία.

Το έτος 177 μ.Χ., είναι από τα πιο σημαντικά έτη για τον Χριστιανισμό της Δύσης. Γιατί φθάνει στην πόλη της Lyon – κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι σήμερα συνθήκες – ως πρεσβύτερος, μία από τις μεγαλύτερες μορφές του πρωτοχριστιανισμού και της Εκκλησιαστικής Γραμματείας, ο οποίος υπήρξε και σφοδρός πολέμιος των αιρέσεων που νόθευαν το χριστιανικό μήνυμα. Ο ελληνικής καταγωγής Ειρηναίος. Προερχόταν από την Μικρά Ασία και μάλλον γεννήθηκε στη Σμύρνη γύρω στο 140 μ.Χ., από γονείς που προφανώς ήταν χριστιανοί, αφού όπως μας πληροφορεί και ο ίδιος μαθήτευσε κοντά στονΠολύκαρπο Σμύρνης από μικρή ακόμα ηλικία. Ο Ιερώνυμος μας διασώζει την πληροφορία, πως ο Ειρηναίος υπήρξε μαθητής και του Παπία Ιεραπόλεως. Από όσα συγγράμματα του μας διασώθηκαν, διαφαίνεται πως έλαβε καλή μόρφωση, αφού παρουσιάζεται σ’ αυτά ως άριστος γνώστης των ελληνικών, της κλασσικής παιδείας, της ρητορικής και της φιλοσοφίας.

Η χριστιανική κοινότητα της Lyonη οποία την περίοδο αυτή είχε έντονη ελληνική παρουσία, αλλά και ο επίσκοπος της Ποθεινός εκτιμούσαν ιδιαίτερα τον Ειρηναίο. Μάλιστα όταν χήρεψε ο επισκοπικός θρόνος της, λόγω του μαρτυρικού θανάτου του γέροντα Ποθεινού, εκλέχτηκε επίσκοπος (177 ή 178 μ.Χ.). Γράφει ο Ευσέβιος Καισαρείας για την εκλογή του: “Αφού ο Ποθεινός πέθανε μαζί με τους μάρτυρες της Γαλλίας σε ηλικία ενενήντα ετών, ανέλαβε ως διάδοχος αυτού την επισκοπή της παροικίας της Λυών ο Ειρηναίος. Μάθαμε δε ότι αυτός κατά την νεανικήν του ηλικία ήταν ακουστής του Πολυκάρπου”. Εκκλησιαστική Ιστορία Ε΄, 5, 8.

Ως επίσκοπος, εργάστηκε με ιδιαίτερο ζήλο για τη διάδοση του Ευαγγελίου σε ολόκληρη τη Γαλλία και πιθανόν να έφτασε και μέχρι την Βιέννη. Όταν ξέσπασε η διαμάχη στους κόλπους της Εκκλησίας, για το αν το Πάσχα πρέπει να γιορτάζεται την ίδια ημερομηνία με τους Ιουδαίους ή διαφορετική, προσπάθησε να είναι ενωτικός στις απειλούμενες διαιρέσεις των χριστιανών, συμβάλλοντας έτσι στην ειρήνη της Εκκλησίας. Ήταν από τους πρώτους που αντιμετώπισε με επιτυχία την φοβερή αίρεση εκείνης της εποχής τον γνωστικισμό, ένα αρχαίο ανατολίτικο συγκρητιστικό – δυιστικό  σύστημα, θρησκευτικού και φιλοσοφικού χαρακτήρα, ο οποίος ως άλλος χαμαιλέοντας παρουσιαζόταν με χριστιανική μορφή.

Ο Ειρηναίος υπέστη μαρτυρικό θάνατο για την πίστη του Χριστού, στον διωγμό που εξαπέλυσε εναντίον των Χριστιανών ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Σέπτιμος Σεβήρος το 202 μ.Χ. Ήταν παραγωγικός συγγραφέας και έγραψε τα συγγράμματα του στην ελληνική γλώσσα. Δυστυχώς για μας, τα περισσότερα από τα έργα του δεν διασώθηκαν. Μόνο ένα μικρό μέρος σε αποσπάσματα από την εργογραφία του διασώθηκε και σε λατινικές, αρμενικές και συριακές μεταφράσεις. Ασχολήθηκε – όπως προαναφέραμε – κυρίως με την αντιαιρετική γραμματεία, ενώ επιχείρησε να συστηματοποιήσει, για πρώτη φορά τη χριστιανική διδασκαλία.

Τα διασωθέντα συγγράμματα του είναι: “Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως (Adversus haereses)” και “Επίδειξις του αποστολικού κηρύγματος”. Το πρώτο σώθηκε ολόκληρο σε λατινική μετάφραση και ένα μόνο μικρό απόσπασμα στην πρωτότυπη ελληνική γλώσσα, ενώ το δεύτερο ανακαλύφτηκε το 1904 σε αρμενική μετάφραση.

Υπήρξε ο πρώτος συστηματικός θεολόγος της παράδοσης. Ξέφυγε από το καθιερωμένο απολογητικό πλαίσιο που χρησιμοποιούσαν οι σύγχρονοί του συγγραφείς απέναντι στις κατηγορίες και τις λοιδορίες των Εθνικών συγγραφέων και φιλοσόφων για τον Χριστιανισμό και τεκμηρίωσε την διδασκαλία του σε ευχαριστιακή βάση. Αντιμετώπισε την αίρεση τουγνωστικισμού με ισχυρά θεολογικά επιχειρήματα, χωρίς ιδιαίτερους ρητορισμούς και φιλοσοφική εμμονή, αλλά στηριζόμενος στην προγενέστερη αποστολική και μεταποστολική διδασκαλία.

Διατύπωσε επίσης με καθαρότητα, μια πρώιμη για την εποχή της Τριαδολογία, που την διέκρινε όμως, μια εκατό τοις εκατό Ορθοδοξία. Η μεγάλη του προσφορά ήταν, πως έκανε διάκριση στα τρία πρόσωπα της θεότητας (Πατέρα – Υιό – Άγιο Πνεύμα), χωρίς να τα συγχέει. Δίδασκε πως ο Πατέρας με την συμμετοχή του Υιού – Λόγου και του Αγίου Πνεύματος, δημιούργησε τον κόσμο με τις άκτιστες ενέργειές Του και όχι με κτιστά μέσα. Έδωσε και μια όμορφη εικόνα περιγράφοντας τις ενδοτριαδικές σχέσεις, αφού παρουσίασε τη σχέση του Πατέρα με τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα όμοια με εκείνη των χεριών στο ανθρώπινο σώμα. Έτσι διασφάλισε την ετερότητα των θείων προσώπων, αλλά διασφάλισε και την ταυτότητα της ουσίας της Αγίας Τριάδας.

Ο Ειρηναίος υπήρξε ο εισηγητής της θεολογικής εκείνης θέσης, πως το θεανθρώπινο πρόσωπο του Χριστού ανακεφαλαιώνει την σωτηρία όλης της κτίσης και πως ο άνθρωπος ανακαινιζόμενος εν Χριστώ και όντας εικόνα του Θεού οδηγείται προς ομοίωση του αρχετύπου του. Όμως, αυτή η ολοκλήρωση, της σωτηριώδους θείας οικονομίας δεν μπορεί παρά να πραγματοποιηθεί μόνο κατά τους έσχατους καιρούς.

Η ενανθρώπιση του Κυρίου συνιστά τον ουσιαστικό παράγοντα σωτηρίας και δίνει νόημα στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, αφού μέσω αυτού ο άνθρωπος συμμετέχει ελεύθερα και αυτεξούσια στην ολόφωτη μακαριότητα του Θεού. Με αυτή του την διδασκαλία, εγκαινίασε την ευχαριστιακή ανθρωπολογία, η οποία με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος καταξιώνει τον άνθρωπο ως δημιούργημα του Θεού.

Μεγάλη υπήρξε η συμβολή του Ειρηναίου και στην Εκκλησιολογία. Θεωρεί την Εκκλησία ως εγγυήτρια της αλήθειας και ως αντανάκλαση της θείας ενότητας. Η αλήθεια αυτή διασφαλίζεται από κάθε τοπική Εκκλησία, αφού οι ποιμένες της, ως διάδοχοι των Αποστόλων, πιστοποιούν την γνησιότητα της πίστης σε κάθε τοπική Εκκλησιαστική κοινότητα με αναφορά στην Καθολική Εκκλησία. Γι’ αυτό και η απόδοση του πρωτείου αλήθειας στην Εκκλησία της Ρώμης, εξαιτίας της αρχαίας αποστολικότητάς της, δεν συνιστά πρωτείο εξουσίας αλλά υποχρέωση για την τήρηση της αυθεντικότητας της αποστολικής παράδοσης.

Στα μέσα του 3ου αιώνα έζησε και έδρασε στη ρωμαϊκή επαρχία της Παννονίας, ο Βικτωρίνος που κατάγονταν από την Μικρά Ασία και έδρασε ως επίσκοποςΠεταβίου σημερινό Ptuj ή Pettau της Σλοβενίας. Διακρίνονταν για την μόρφωσή του και ήταν άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς, δεν έχουμε άλλες ακριβείς πληροφορίες για το πρόσωπό του και την δράση του, αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως μαρτύρησε το έτος 304 μ.Χ. επί Διοκλητιανού.

Ο πατέρας της Δυτικής Εκκλησίας Ιερώνυμος μας διέσωσε την πληροφορία πως ο Βικτωρίνος υπήρξε ο πρώτος συστηματικός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής, που έγραψε στην λατινική γλώσσα. Το μεγαλύτερο, όμως, τμήμα των αγιογραφικών ερμηνευτικών του υπομνημάτων έχει χαθεί. Από τα διασωθέντα συγγράμματα, ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα “Υπομνήματα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη (Commentarii in Apocalypsim Iohannis)” και“Πραγματεία περί δημιουργίας του κόσμου (Tractatus de fabrica mundi)”. Στα έργα του υιοθέτησε κυρίως την ιστορικοφιλολογική μέθοδο, αλλά ήταν επίσης παρούσα η αλληγορική ερμηνευτική προσέγγιση, επηρεασμένος προφανώς από τον Ωριγένη, καθώς επίσης και οι χιλιαστικές απόψεις κάτι το οποίο παρατηρείται σε πολύ μικρότερο βαθμό βέβαια και στον Ειρηναίο. Οι ερευνητές έχουν εντοπίσει στα κείμενά του διάφορες επιδράσεις και από άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς και συγκεκριμένα από τον Ειρηναίο, τον Ιππόλυτο Ρώμης, τον Παπία Ιεραπόλεως, ενώ είναι χαρακτηριστικό, πως απουσιάζει η χρήση από μέρους του, κειμένων και έργων Λατίνων εκκλησιαστικών συγγραφέων.

Από τα μέσα του 3ου αιώνα υπήρχαν οργανωμένες χριστιανικές κοινότητες στηνΙλλυρία και τη Δαλματία, ενώ μεγάλος αριθμός πιστών μαρτύρησε στο διωγμό του Διοκλητιανού. Ανάλογη ήταν η κατάσταση στη βόρεια Ιταλία και τηΓερμανία.

Στην Ισπανία έχουμε μαρτυρίες για ύπαρξη χριστιανών ήδη από την πρώτη εκατονταετηρίδα. Γιατί η παράδοση διέσωσε – άσχετα αν δέχεται ή όχι κάποιος την διάδοση του Χριστιανισμού από τον Παύλο – στα Συναξάρια το μαρτύριο δύο αδελφών, της Ξανθίππης και της Πολυξένης, που κατάγονταν από την Ισπανία και έζησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Κλαύδιου 41 – 54 μ.Χ. Η Ξανθίππηήταν σύζυγος του Ρωμαίου επάρχου στην Ισπανία Πρόβου και φέρεται να μαθήτευσε κοντά στον απόστολο Παύλο. Η αδελφή της Πολυξένη γνώρισε τον Χριστιανισμό από τον απόστολο Φίλιππο στην Ελλάδα και γυρίζοντας στη χώρα της επιδόθηκε μαζί με την αδελφή της στον πνευματικό αγώνα. Εν πάση περιπτώσει, είναι βέβαιο γιατί το γνωρίζουμε πως από τον 2ο αιώνα υπήρχαν στην Ισπανία οργανωμένες χριστιανικές κοινότητες.

Επιπλέον έχουμε και την μαρτυρία του Κυπριανού Καρχηδόνας για την ύπαρξη Χριστιανών στην Ισπανία τα πρώιμα μετά Χριστόν χρόνια. Γιατί στον φοβερό διωγμό του Δεκίου το 251 μ.Χ., εστάλησαν από αυτόν επιστολές προς τους επισκόπους της Ισπανίας για την ενίσχυση των Χριστιανών που δοκιμάζονταν τόσο σκληρά. Μάλιστα υπήρξαν και μάρτυρες μεταξύ των επισκόπων, οΒασιλείδης και ο Μαρτιάλης. Ακόμα, γύρω στο 300 μ.Χ., αναδείχθηκε επίσκοπος στην Κορδούη σημερινή Κόρδοβα ο Όσιος, μια μεγάλη και αξιοσέβαστη μορφή, αφού τον είχε για σύμβουλό του στα θρησκευτικά ζητήματα ο Μέγας Κωνσταντίνος. Στην δε Σύνοδο της Ελβίρας το έτος 306 μ.Χ., μαθαίνουμε πως έλαβαν μέρος από την Ισπανία 19 επίσκοποι και 24 πρεσβύτεροι.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Φώτιος Ιωαννίδης:Ο Χριστιανισμός κατά τους τρεις πρώτους αιώνες στη Δύση. Συλλογικός Τόμος «Ιστορία της Ορθοδοξίας, οι απαρχές του Χριστιανισμού.»

2. Ευσέβιος Καισαρείας: Εκκλησιαστική Ιστορία

http://antiairetikos.blogspot.gr/2017/08/blog-post_40.html

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γονείς παιδιών με αναπηρία

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 28, 2017

paidia me anaphria 01

Στὶς μέρες μας, μὲ τὴν ἁλματώδη πρόοδο τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας, θὰ ἀνέμενε κανεὶς νὰ μειώνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀτόμων μὲ ἀναπηρία στὸν κόσμο μας. Ἐντούτοις, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀτόμων αὐτῶν αὐξάνεται καὶ θὰ αὐξάνεται συνεχῶς. Αὐτὸ συμβαίνει ἀφενός, γιατὶ μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης τὰ πολὺ πρόωρα νεογνὰ καταφέρνουν νὰ κρατηθοῦν στὴ ζωή, ἐνῷ παλιότερα ἀπεβίωναν, καὶ ἀφετέρου, γιατὶ ἔχει αὐξηθεῖ τὸ προσδόκιμο ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Εἰδικότερα, σχετικὰ μὲ τὴν πρώτη περίπτωση, ὁ παράγοντας προωρότητα συνδέεται στενὰ μὲ τὴν πιθανότητα ἕνα παιδὶ νὰ παρουσιάσει μιὰ ἀναπηρία. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ὅσο μεγαλώνει ἡλικιακὰ ἕνα ἄτομο καὶ βαδίζει πρὸς τὴ γεροντικὴ ἡλικία, τόσο αὐξάνονται οἱ πιθανότητες νὰ ἐμφανίσει μιὰ ἐπίκτητη ἀναπηρία (ἀκουστικὴ ἀναπηρία, ὀπτική, μυοσκελετικὴ κ. ἄ.).

Ἔχει καταδειχθεῖ ἐρευνητικὰ ὅτι ὁ τρόπος ποὺ ἀντιμετωπίζει ἕνας γονέας τὴν ἀναπηρία τοῦ παιδιοῦ του συνδέεται ἄρρηκτα μὲ τὴν κοσμοθεωρία του καὶ τὰ θρησκευτικά του πιστεύω. Ἔτσι, ἂν τὸ νὰ πιστεύει ἕνας ἄνθρωπος στὸν Χριστό εἶναι πολὺ σημαντικό, αὐτὸ ἰσχύει ἰδιαιτέρως γιὰ τὸν γονέα τοῦ παιδιοῦ μὲ ἀναπηρία· γιατὶ ἡ πίστη στὸν Χριστὸ εἶναι μεγάλο κεφάλαιο γιὰ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἄγκυρα ἐλπίδας, εἶναι θησαυρὸς ἀνεκτίμητος. Κατὰ συνέπεια, ἡ ἀντιμετώπιση καὶ ἡ διαχείριση τῆς μεγάλης αὐτῆς δοκιμασίας – ἡ ὁποία στὴν πλειονότητα τῶν περιπτώσεων διαρκεῖ ἐφ’ ὅρου ζωῆς – διαφοροποιεῖται στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει πνευματικὴ ζωὴ καὶ στὸν ἄνθρωπο ποὺ γιὰ κάποιους λόγους δὲν ἔχει.

Ὁ γονέας τοῦ παιδιοῦ ποὺ ἔχει πίστη δὲν χάνει τὴν ἐλπίδα του. Ἐμπιστεύεται τὴ ζωή τοῦ παιδιοῦ του καὶ τὴ δική του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν πρόνοιά του. Δὲν γογγύζει, δὲν λυγίζει, δὲν ἀποκάμνει, δὲν ἀπελπίζεται, δὲν παραιτεῖται. Ἀντιθέτως, προσαρμόζεται πιὸ εὔκολα στὴ συνθήκη τῆς αναπηρίας, προσεύχεται, ἀγωνίζεται, προσπαθεῖ καὶ στέκεται στὸ πλευρὸ τοῦ ἄρρωστου παιδιοῦ του.

Βέβαια, δὲν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις πνευματικὰ προχωρημένων ἀνθρώπων – γονέων παιδιῶν μὲ ἀναπηρία – ποὺ χαρακτηρίζουν τὴ γέννηση ἑνὸς παιδιοῦ μὲ ἀναπηρία στὴν οἰκογένειά τους ὡς εὐλογία. Ὁμολογουμένως, δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ ἀποφανθεῖ κανεὶς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιατὶ στὶς περιπτώσεις αὐτὲς ἡ σωματικὴ καὶ ἡ πνευματικὴ κόπωση γιὰ τοὺς γονεῖς εἶναι πολὺ μεγάλη. Ὁ γονέας παιδιοῦ μὲ ἀναπηρία βρίσκεται σὲ ἐγρήγορση ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο, προκειμένου νὰ ἀνταποκριθεῖ στὶς πολλαπλὲς ἀνάγκες ἐξάρτησης τοῦ παιδιοῦ ἢ τῶν παιδιῶν του μὲ ἀναπηρία.

Ὡστόσο, παρὰ τὶς ἀντικειμενικὲς δυσκολίες ἀλλὰ καὶ τὴν ἀρνητική, πολλὲς φορές, στάση πολλῶν ἀτόμων τυπικῆς ἀνάπτυξης ὡς πρὸς τὴν ἀναπηρία καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ παιδιοῦ μὲ ἀναπηρία, ὁ γονέας ποὺ ἔχει πίστη στέκεται ὄρθιος καὶ συχνὰ δίνει δύναμη καὶ σὲ ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ χρήζουν βοηθείας, γιατὶ «.. ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι νησί, ἀκέραιος μοναχός του».

Ἡ ὑπομονή, ἡ ἐγκαρτέρηση, ἡ πραότητα, ἡ ἐλπίδα, ἡ αἰσιοδοξία τῶν γονέων παιδιῶν μὲ ἀναπηρία θὰ πρέπει νὰ ἀποτελέσει παράδειγμα πρὸς μίμηση ἀπὸ ὅλους μας καὶ εἰδικὰ σὲ μερικοὺς ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ μὲ τὴν πρώτη δυσκολία ἀπογοητεύονται καὶ καταθέτουν τὰ ὅπλα.

Οἱ γονεῖς τῶν παιδιῶν μὲ ἀναπηρία θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ τοὺς ἐγκαταλείψει. Ἐπίσης, θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι καμία δοκιμασία δὲν εἶναι τυχαία. Ὅλες ἔχουν ἕναν σκοπό, τὸν ὁποῖο γνωρίζει μόνο ὁ Θεός. Κάθε δοκιμασία εἶναι καὶ μιὰ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας. Κάθε ἄνθρωπος καλεῖται νὰ σηκώσει τὸν δικό του Σταυρό, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὸ βάρος εἶναι σχεδιασμένος στὰ μέτρα τῶν δυνατοτήτων τοῦ καθενός. Εἶναι προσαρμοσμένος σὲ αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ σηκώσει κανεὶς στοὺς ὤμους του. Δὲν εἶναι οὔτε βαρύτερος, οὔτε ἐλαφρύτερος. Εἶναι γνωστὸ τὸ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐπιλογή τῶν Σταυρῶν.

Οὔτε τὰ παιδιὰ μὲ ἀναπηρία θὰ τὰ ἐγκαταλείψει ὁ Θεός. Mὲ τὴ δικαιοσύνη του θὰ τὰ βάλει στὸν Παράδεισο, γιατὶ εἶναι ἄξια γιὰ ὅσα ὑπομένουν νὰ γίνουν Πολῖτες τῆς Βασιλείας τοῦ Οὐρανοῦ.

Πηνειώ Χριστοδούλου, Νηπιαγωγοῦ Εἰδικῆς Ἀγωγῆς

Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΓΕΝΙΚΑ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ζωή του αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ

Του Γ. Δ. Μεταλληνού [Πάπυρος]

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, μοναχός, υπήρξε διδάσκαλος και φωτιστής του Γένους, εθνομάρτυρας και άγιος της Εκκλησίας. Καμιά προσωπικότητα των χρόνων της δουλείας δεν έχει απασχολήσει τόσο πολύ την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη θεολογία, όσο ο Πατροκοσμάς, όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Ανήκει στις φωτισμένες μορφές, που προετοίμασαν το Γένος για την παλιγγενεσία του. Η εμφάνιση του συνέπεσε με μια κρισιμότατη περίοδο της ιστορίας του δούλου Γένους. Τον 18ο αιώνα συντελείται η ανασυγκρότηση του ελληνισμού σε όλους τους τομείς. Μέσα στο προστατευτικό πλαίσιο της εθναρχούσας Εκκλησίας διατήρησε την ακεραιότητα του και μπόρεσε να επιβιώσει στους ιδιαίτερα δύσκολους 16ο και 17ο αιώνες.

Βιογραφικά

Γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο (κατ” άλλους στον Ταξιάρχη), της επαρχίας Αποκούρου της Αιτωλίας. Το Μέγα Δένδρο δέχεται ως τόπο καταγωγής του ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονος του Νικόδημος ο Αγιορείτης. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιεροδιδασκαλείο του Λύτσικα στη Σιγδίτσα της Παρνασσίδος και στη μονή Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά των Αγράφων. Δίδαξε ως «υποδιδάσκαλος» στη Λομποτινά Ναυπακτίας και σε άλλα χωριά. Επιθυμώντας να λά6ει μιαν ανώτερη παιδεία πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή (μονή Βατοπεδίου) γύρω στο 1750, όπου είχε δασκάλους τον Παν. Παλαμά, τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Νικ. Τζαρτζούλη. Στο Άγιο Όρος επιδόθηκε στην άσκηση και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των εκκλησιαστικών Πατέρων. «Μελετώντας το άγιον και ιερόν Εύαγγέλιον -έλεγε στο κήρυγμα του-εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος». Μολονότι το περιεχόμενο της παιδείας του δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, από το κήρυγμα του συνάγεται ότι είχε μια βαθιά εκκλησιαστική γνώση και μια επαρκή γενικότερη «θύραθεν» παιδεία. Γνώριζε καλά Ελληνικά, έμαθε ξένες γλώσσες («Εβραϊκά, Τουρκικά, Φράγκικα») και δείχνει κάποια άνεση στη χρήση και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Άλλωστε, και μετά τη φοίτηση του στην Αθωνιάδα, ως μοναχός μπορούσε να συνεχίσει την κατάρτιση του «κατ” ιδίαν» («… έφθειρα την ζωήν μου είς την σπουδήν σαράντα πενήντα χρόνους… τα βάθη της σοφίας ήρεύνησα» -θα ομολογήσει). Το 1759 έγινε μοναχός στη μονή Φιλόθεου. Τότε άλλαξε το κοσμικό του όνομα Κώνστας με το μοναχικό Κοσμάς.

Στον χώρο της μετανοίας του φλεγόταν από τον πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας στον κατά Θεόν φωτισμό του. «Άκούοντας και εγώ, αδελφοί μου -θα πει αργότερα-τούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, μ” έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα είς την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον… Όθεν άφησα την Ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον είς τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου». Και αλλού θα συμπληρώσει: «Επειδή το Γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα». Στα τέλη του 1760, πιθανότατα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε άδεια και ευλογία του οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου Β”, για να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνέχισε για μια περίπου εικοσαετία και το επισφράγισε με το μαρτύριο του.

Ο Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερεις ή κατ” άλλους τρεις περιοδείες, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Οι πορείες του δεν μπορούν να οριστούν με ακρίβεια. Διάφορες «ενθυμήσεις» εκκλησιαστικών βιβλίων, τοπικές παραδόσεις και οι επιστολές του βεβαιώνουν ότι περιόδευσε τα μέρη της Κωνσταντινούπολης, τη Θράκη, το Άγιο Όρος, τη Στερεά Ελλάδα, την Αχαΐα, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου, τμήμα της Σερβίας και τη Βόρειο Ήπειρο, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο. Κήρυττε σε πόλεις και χωριά, σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές, αψηφώντας μόχθο και κινδύνους. Παρά την ηπιότητα και πατρικότητα του κηρύγματος του, που έβρισκε μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση, δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Τους πλουσίους και κάθε είδους δυνατούς προκαλούσε ο λόγος του να δώσουν «το άδικον οπίσω»· πολλούς από τους κοτζαμπάσηδες ο λόγος του για δικαιοσύνη- τους Ενετούς και το επτανησιακό αρχοντολόι η ρωμαίικη παράδοση, που αυτός εκπροσωπούσε· και τέλος τους Εβραίους η μεταφορά, με ενέργειες του, του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο και οι λαϊκές αντιεβραϊκές παραδόσεις, που χρησιμοποιούσε. Η επιβουλή των Εβραίων εναντίον του έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος του: «Να τον παρακαλέσετε (τον Χριστό) -έλεγε-να με φυλάγη από τις παγίδες του Διαβόλου και μάλιστα των Εβραίων, όπου εξοδιάζουν χιλιάδες πουγγιά δια να με θανατώσουν». Στις 2 Μαρτίου 1779 έγραφε στον λόγιο αδελφό του Χρύσανθο: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με άγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με άγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατον μου και ένας όχι». Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήταν όργανο της Ρωσίας και υποκινούσε επανάσταση. Ενώ κήρυσσε στο χωριό Κολικόντασι του Βερατίου, συνελήφθη με εντολή του Κουρτ πασά, στις 23 Αυγούστου 1779, και την επομένη κρεμάστηκε από δέντρο στις όχθες του ποταμού Άψος, χωρίς καμιά δίκη και καταδικαστική απόφαση. Το σώμα του γυμνώθηκε και ρίχτηκε οτον ποταμό, απ” όπου το ανέσυρε ύστερα από τρεις μέρες ο εφημέριος του χωριού και το έθαψε στον ναό του.

Η δράση

Ο Κοσμάς επέλεξε τον αποστολικό τρόπο δράσης, υπακούοντας σε εντολές και ευρύτερο σχέδιο του οικουμενικού πατριαρχείου. Η έναρξη ιεραποστολικής δράσης σχεδόν ταυτόχρονα με τον Κοσμά και από τον λόγιο ιεροκήρυκα του πατριαρχείου Δωρόθεο Βουλησμά ενισχύει αυτή την εκδοχή. Οι περιοδείες του Πατροκοσμά αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της λαϊκής ενότητας μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, που ήταν και εθνική. Πρωταρχικός στόχος του ήταν η ανάσχεση των εξισλαμισμών, που είχαν πυκνωθεί τον 18ο αιώνα. Το κήρυγμα του Πατροκοσμά μπόρεσε να βρει απήχηση και συνεπώς να έχει και διάρκεια, γιατί ο Κοσμάς μπορούσε να μιλεί με τρόπο κατανοητό στον λαό, αντίθετα με άλλους λογίους ιεροκήρυκες της εποχής του. Ο λόγος του φανερώνει το λαϊκό φρόνημα του. Χρησιμοποίησε τον γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας των λαϊκών στρωμάτων, για να μπορεί να βρει απήχηση ο λόγος του. Διάνθιζε το κήρυγμα του με ελεύθερη απόδοση αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, με τα οποία ο λαός ήταν εξοικειωμένος στη λειτουργική ζωή του. Ο «δημοτικισμός» όμως του Πατροκοσμά δεν ήταν τεχνητός, αλλά φυσικός και αβίαστος. Δεν επεδίωκε, άλλωστε, τον εντυπωσιασμό του λαού, αλλά την πνευματική προκοπή του. Στην απλουστευμένη μορφή του λόγου του σώζεται ατόφιος ο ελληνικός γλωσσικός πλούτος, μέσα σε μια φυσική και ανεπιτήδευτη ρητορικότητα, που παρουσιάζει σε πολλά σημεία σπάνια λογοτεχνική δύναμη. Ο Πατροκοσμάς δεν κατέχεται από κάποιο γλωσσικό μονισμό. Γνωρίζει την ελληνική γλώσσα σ” όλη τη διαχρονία της. Γι” αυτό χρησιμοποιεί με άνεση διάφορες γλωσσικές μορφές, ανάλογα με τις περιστάσεις. Αρκεί να παραβάλει κανείς τη γλώσσα του κηρύγματος του με εκείνη της αλληλογραφίας του.

Η αγάπη του Κοσμά για τον λαό φανερώνεται συχνά στο κήρυγμα του. «Χρέος έχουν εκείνοι, όπου σπουδάζουν -σημειώνει-να μη τρέχουν εις αρχοντικά και αυλάς μεγάλων και να ματαιώνωσι (να χαραμίζουν) τη σπουδή τους, δια να αποκτήσουν πλούτον και αξίωμα, αλλά να διδάσκωσι μάλιστα τον κοινόν λαόν, όπου ζώσι με πολλήν απαιδευσίαν και βαρβαρότητα». Πρότυπα του σε αυτό το πλησίασμα του λαού, που επιχείρησε, είχε ασφαλώς τον Φραγκίσκο Σκούφο (1644-1697), τον Ηλία Μηνιάτη (1669-1714) και τον Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752). Την ίδια δε παράδοση θα ακολουθήσει και ο νεώτερος του Κοσμά Νικηφόρος Θεοτόκης (1730-1800).

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά και η διδασκαλία του αποτυπώθηκαν στις περίφημες Διδαχές του, ο οποίες δείχνουν την πατερικότητα και παραδοσιακότητά τους. Στον λιτό και ανεπιτήδευτο λόγο του ανακεφαλαιώνεται όλη η πατερική παράδοση. Το φιλολογικό πρόβλημα των Διδαχών εξέτασε εκτεταμένα ο Ι. Μενούνος στη διατριβή του. Ο λόγος του Πατροκοσμά δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Είναι μια βασική διδασκαλία, που ο «σκελετός» της παρέμενε βασικά ο ίδιος, με ανάλογες προσαρμογές κατά τις περιστάσεις. Το θεολογικό του σχήμα είναι: δημιουργία από τον Θεό -πτώση- σωτηρία εν Χριστώ -μέθοδος οικειώσεως της εν Χριστώ σωτηρίας (λυτρωτικά μέσα της Εκκλησίας: άσκηση -μυστήρια). Ο Ι. Μενούνος διακρίνει πέντε τύπους Διδαχών (συνολικά 26 κείμενα) του Κοσμά, των τελευταίων ετών της δράσης του. Κανένα αυτόγραφο του δεν σώζεται. Τα κηρύγματα του καταγράφονταν από ακροατές του.

Ο Κοσμάς ακολουθούσε συγκεκριμένη πορεία στο κήρυγμα του. Σε κάθε τόπο έκανε μια πρώτη ομιλία το βράδυ, γιατί η μετακίνηση του γινόταν στη διάρκεια της ημέρας. Το πρωί έκανε μια δεύτερη ομιλία. Στην πρώτη μιλούσε για τη δημιουργία και την πτώση, στη δεύτερη για τη σωτηρία. Το δεύτερο βράδυ έκανε τρίτη ομιλία με θέμα την ανάσταση και την εξάπλωση της πίστης, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.

Η ευρύτερη θεματική των ομιλιών του είχε στόχο την ανταπόκριση στις άμεσες ανάγκες και στους προβληματισμούς του Γένους. Θα μπορούσαν να διακριθούν εδώ τρεις άξονες:

α) Η ορθόδοξη πίστη και παράδοση

Απέβλεπε στην αναζωπύρηση του πατερικού φρονήματος, για την επανεύρεση των υπαρκτικών θεμελίων του Γένους. ΓΓ αυτό έκανε συνεχώς έκκληση στην ορθόδοξη συνείδηση του λαού: «Έμαθα -έλεγε-πώς με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και Θεού δεν είσθενε Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες), δεν είσθενε ασεβείς αιρετικοί άθεοι, αλλ” είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι Χριστιανοί, πιστεύετε και είσθενε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και είσθενε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας…». Η δική του (δια)φωτιστική προσπάθεια διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικόφρονων Διαφωτιστών της εποχής και επεδίωκε να προφυλάξει τον λαό από τη σύγχυση των διαφόρων προπαγανδών, που άρδευαν κατακλυσμικά τη συνείδηση του: «Όλες οι πίστες -ήταν το κήρυγμα του Πατροκοσμά-είναι ψεύτικες, κάλπικες, όλες του Διαβόλου. Τούτο εκατάλαβα αληθινόν, θείον, ούράνιον, σωστόν, τέλειον και δια λόγου μου και δια λόγου σας, πως μόνη η πίστις των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών είναι καλή και αγία…». Το κήρυγμα του, τριαδοκεντρικό οπωσδήποτε, εστιάζεται συχνά στο πρόσωπο του Χριστού, αφού το «κινδυνευόμενον και προκείμενον» ήταν η χριστιανική (ορθόδοξη) υπόσταση του Έθνους. Ο Χριστός είναι για τον Κοσμά «ό γλυκύτατος αύθέντης και δεσπότης». Χρυσοστομικές εξάρσεις στον λόγο του είναι συχνές: «Άνίσως, αδελφοί μου, και ήταν δυνατόν να ανεβώ εις τον ούρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις δλον τον κόσμον πώς μόνος ό Χριστός μου είναι Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός και ζωή των απάντων, ήθελα να το κάμω».

Το κήρυγμα του δεν ήταν άχρωμη ηθικολογία, αλλά θεολογία, πατερικό στην ουσία του και δογματικό παρά την απλότητα του. Προέβαλλε το ορθοδοξοπατερικό ήθος μέσα από τον ρεαλισμό της εν Χριστώ σωτηρίας. Ζητούσε καθαρότητα της καρδιάς, για να μπορεί να βλαστήσει ο Θείος σπόρος (πρβλ. Λουκ, η” 5 κ.εξ.) και μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας. Γι” αυτό έστηνε έναν ξύλινο σταυρό (πολλοί από αυτούς έχουν σωθεί) και δίδασκε στη σκιά του, καλώντας τον λαό στα μυστήρια (ευχέλαιο, εξομολόγηση, Θεία Ευχαριστία). Από την ορθόδοξη παράδοση προχωρούσε στο ορθόδοξο ήθος, προβάλλοντας την τριάδα των αρετών: ταπείνωση, συγχωρητικότητα, αγάπη, ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής κοινωνικότητας. Ζητούσε από τον Θεό να «φύτευση και να ρίζωση εις την καρδίαν (των ακροατών του) την εϊρήνην, την άγάπην, την όμόνοιαν, την πραότητα, την θερμήν πίστιν, την όρθήν έξομολόγησιν». Οικοδομούσε, έτσι, τον σύνδεσμο ατομικότητας και κοινωνικότητας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

β) Η γνήσια παιδεία

Ο Πατροκοσμάς υπήρξε απόστολος όχι μόνο της Ορθόδοξης πίστης, αλλά και της ελληνικής παιδείας. Σ” αυτό το σημείο δεν έλειψαν οι αντιφατικές κρίσεις και ιδεολογικές ακόμη χρήσεις των λόγων του. Την παιδεία συνδύαζε με τον φωτισμό του ανθρώπου και γι” αυτό θεωρούσε αμάρτημα την αδιαφορία απέναντι της: «Άμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (=τα παιδιά) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήσετε πλούτη καί υποστατικά, και μετά τον θάνατο σας να τα τρων και να τα πίνουν και να σας όπισολογοϋν (κατηγορούν; δυσφημούν;). Καλύτερα να τα αφήσετε φτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα». Η παιδεία όμως, που αυτός συνιστά, είναι η παιδεία του Γένους, ελληνική. Δεν τον κινεί κάποιος εθνικιστικός σωβινισμός στο αίτημα αυτό, αλλά η ιστορία του Γένους. Μιλεί για την παιδεία των Πατέρων, η οποία ως γνήσια ζήτηση της αλήθειας (φιλοσοφία) ανοίγει τον δρόμο προς το Ευαγγέλιο, τον λόγο της σωτηρίας. «Ή Εκκλησία μας -λέγει-είναι εις την έλληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα Ελληνικά, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα πού ομολογεί η Εκκλησία μας». Για να περιορίσει και να εξαφανίσει από τους Έλληνες τη χρήση του βλάχικου ή αρβανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, θα φθάσει σε σημείο να δηλώσει: «Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα είς το σπίτι του να μη κουβεντιάζη Αρβανίτικα, ας σηκωθή επάνω να μου είπη και να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν μου από τον καιρόν όπου εγεννήθηκε, έως τώρα, και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρέσουν…».

Η παιδεία που διέδιδε ο Πατροκοσμάς απέβλεπε στην αναγέννηση του Έθνους. Όπως έγραφε στους Παργίους, το ελληνικό σχολείο που θα ίδρυαν, έπρεπε να συντελέσει «εις την διαφύλαξιν της πίστεως και ελευθερίαν της πατρίδος». Ήταν μια παιδεία που ανταποκρινόταν στις άμεσες ανάγκες του δούλου Γένους και διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικοπλήκτων και τα «άθεα γράμματα» μερικών Διαφωτιστών. Το αυθεντικό πατερικό φρόνημα του αποτυπώνουν τα λόγια του: «Αι πολλαί Εκκλησίαι ούτε διατηρούν, ούτε ενισχύουν την πίστιν μας, όσον και όπως πρέπει, εάν οι εις Θεόν πιστεύοντες δεν είναι φωτισμένοι υπό των παλαιών και νέων Γραφών. Η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν και δια θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μας εφώτισαν…». Πάνω σε παρόμοιες θέσεις του Πατροκοσμά, φαίνεται, στηρίχθηκε η άποψη ότι γκρέμισε στη Χειμάρρα εκκλησίες, για να γίνουν σχολεία. Δεν είναι όμως απίθανο, ερειπωμένες και εγκαταλελειμμένες εκκλησίες να όριζε να τις μετατρέψουν σε σχολεία. Το σχολείο όμως του Κοσμά ήταν προέκταση της Εκκλησίας: «Από το σχολείο μανθάνομεν, το κατά δύναμιν, τί είναι Θεός, τί είναι ή Αγία Τριάς, τί είναι άγγελοι, τί είναι αρχάγγελοι, τί είναι δαίμονες, τί είναι παράδεισος, τί είναι κόλασις, τί είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Εύχέλαιον, ο τίμιος γάμος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν». Έβλεπε, συνεπώς, το σχολείο ως ναό της αληθινής γνώσης και θεοκεντρικής παιδείας. Ο διαφωτισμός του Πατροκοσμά ήταν ορθοδοξοκεντρικός. Το παιδευτικό του πρότυπο ήταν ο Θεάνθρωπος, όχι ο κατά κόσμον σοφός, αλλ” ο θεούμενος. Πλήρης η ταύτιση του με τους συγχρόνους του Κολυβάδες. Ως φωτιστής του Γένους δεν μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στους δυτικόφρονες, αλλά δίπλα στον Βούλγαρι και τον Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο ζήλος του για την παιδεία των ομοεθνών του φαίνεται από τα ίδια τα έργα του. Στον αδελφό του Χρύσανθο έγραφε (1779) ότι ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 για τα κοινά γράμματα (δημοτικά), στις 30 επαρχίες που είχε επισκεφθεί.

γ) Ορθόδοξη κοινωνικότητα

Ο Πατροκοσμάς απέβλεπε με το κήρυγμα του να σώσει και τα υπαρκτικά θεμέλια του Γένους στις διαστάσεις της ρωμαίικης κοινωνικότητας. Αποσκοπούσε όχι μόνο στην αναγέννηση του ανθρώπινου προσώπου, αλλά και σύνολης της κοινωνίας. Την κοινωνικότητα έβλεπε ως οριζόντια θρησκευτικότητα. Κήρυττε ισότητα και αδελφότητα όλων των ανθρώπων («από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν και όλοι είμεθα αδελφοί»). Δεν παρέλειπε όμως να συμπληρώνει: «Όλοι είμεθα αδελφοί, μόνον η πίστις μας χωρίζει», δείχνοντας την πατερική και εδώ θεμελίωση του. Η υπερφυλετική παναδελφοσύνη των ανθρώπων απέρρεε από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα του φρονήματος του, που θεμελιωνόταν όχι στο όμαιμο, αλλά στο ομόπιστο, στο ομόδοξο. Παράλληλα όμως κήρυττε την ισότητα ανδρών και γυναικών και την ιερότητα του γάμου, μέσα όμως στη λειτουργική ιδιαιτερότητα των φύλων και της αποστολής τους στο κοινωνικό σώμα (ήθελε τον άνδρα «ωσάν βασιλέα» στην οικογένεια και την γυναίκα «ωσάν βεζίρη»). Συνιστούσε την πρακτική δικαιοσύνη, την αποφυγή «της αρπαγής και αδικίας» και να δίνεται «το άδικον οπίσω», σ” όποιον και αν είχε γίνει η αδικία («… όσοι αδικήσατε Χριστιανούς, ή Εβραίους, ή Τούρκους»).

Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Πατροκοσμάς έδειχνε σημαντικό ενδιαφέρον για τη συλλογική -κοινωνική συμπεριφορά και οργάνωση, για κοινή-κοινοτική ύπαρξη και σύμπραξη: «Άμή τί είναι ή πλερωμή μου; Να καθίστετε από πέντε-δέκα να συνομιλήσετε αυτά τα θεϊα νοήματα, να τα βάλετε μέσα είς την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την ζωήν την αίώνιον». Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, συνιστούσε στη συσσωμάτωση σε αδελφότητα, για τη συλλογική δραστηριοποίηση της κοινωνικής ομάδας, στα όρια όμως μιας κοινής και εθνωφελούς στοχοθεσίας. Όριζε εκλογή των υπευθύνων με βάση δημοκρατική («με τη γνώμη όλων των χριστιανών»). Σύμφωνα με μαρτυρία του προβλεπτή της Λευκάδας, που είχε πάρει από τον κατάσκοπο του αγίου, άρχοντα Μαμωνά, ο Πατροκοσμάς απέτρεπε τους κατοίκους της Πρέβεζας να εκκλησιάζονται στις ενορίες εκείνες που δεν είχαν συσσωματωθεί σε αδελφότητα. Είναι φανερό ότι το κοινοβιακό πρότυπο του Αγιορείτη μοναχού Πατροκοσμά μεταφυτευόταν στις κοσμικές ενορίες και κοινότητες.

Την κοινωνική ενότητα στήριζε στον αλληλοσεβασμό «αρχόντων και αρχομένων». Προέτρεπε τους πιστούς να τιμούν τους ιερείς παραπάνω από τους βασιλείς και τους αγγέλους, αλλά και τους προεστούς και τους γεροντότερους, χωρίς «να καταφρονούν κανένα… ότι ο Θεός όμοια μας έχει όλους». Τις ρωμαίικες-ορθόδοξες ρίζες της κοινωνικής του θεωρίας αποκαλύπτει η θέση του για τους προεστούς: «Ό,τι χρεία τύχη της χώρας, τους προεστούς γυρεύουν και σεις κοιμάσθε ξέγνοιαστοι…». Στη συνάφεια αυτή έχει σημασία η τοποθέτηση του Πατροκοσμά απέναντι στον κατακτητή. Συνιστά στον λαό νομιμοφροσύνη, αλλ” όχι δουλικότητα: «Περιπατώ -γράφει σε κάποιον κατή-και διδάσκω τους Χριστιανούς να φυλάγουσι τας εντολάς του Θεού και να πείθωνται (υπακούουν) εις τας κατά Θεόν βασιλικάς προσταγάς» (Πράξ. ε” 29). Συνιστούσε υπακοή σε όσα «δεν αντιστέκονται στο Ευαγγέλιο».

Στη θέση του απέναντι στους Τούρκους μένει πιστός στη χαραγμένη ήδη από τον πατριάρχη Γεννάδιο Β” τον Σχολάριο τακτική. Βραχυπρόθεσμη συνεργασία και κατευνασμός του «θηρίου» και πρόκριση του Τούρκου, ως λιγότερο επικίνδυνου για την «ψυχή», από τον Φράγκο: «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το έχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (χρήματα) δώσ” του καί καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι…». Έδινε έτσι μιαν απάντηση στους δυτικόφρονες ενωτικούς. Δεν δίσταζε όμως, όταν έπρεπε, να αποκαλύπτει τους εχθρούς της πίστεως και του Γένους: «Ό αντίχριστος ο ένας είναι ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός, που είναι εις το κεφάλι μας. Χωρίς να είπω το όνομα του, το καταλαβαίνετε…».

Ο οραματισμός

Η μεγαλόπνοη δράση του Πατροκοσμά δέχθηκε πολλές ερμηνείες, αναζητήθηκαν διάφορες σκοπιμότητες και επισημάνθηκαν ανάλογοι στόχοι. Θεωρήθηκε «εθνικιστής», «κοινωνικός επαναστάτης», «δημοτικιστής» κ.ά. Οι τοποθετήσεις όμως αυτές μάλλον τον αδικούν, διότι είναι ευδιάκριτη η πατερικότητά του. Ο άγιος Κοσμάς ανήκε ολόκληρος στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, είχε ευρύ πατερικό πνεύμα και οι στόχοι και τα μέσα του καθορίζονταν από τη ζωή και πράξη της Εκκλησίας. Απέβλεπε στον αναβαπτισμό του Έθνους στην πατερική παράδοση, όπως αυτή σώζεται στην πραγματικότητα της Εκκλησίας. Οραματιζόταν μια ελληνική κοινωνία «κατοικία του Θεού, κατοικία των αγγέλων». Τίποτε λιγότερο, δηλαδή, ή περισσότερο από ό,τι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «γήν ούρανόν ποιήσωμεν». Το κήρυγμα του, προϋποθέτοντας την ακαταστασία των καιρών, οδηγούσε σε μια χριστοκεντρική κοινωνία, σε μια αταξική αδελφοποιία, μέσα στην ελευθερία και τη δικαιοσύνη: «Να ζήσουν (οι άνθρωποι) -έλεγε-και εδώ καλά, ειρηνικά και αγαπημένα, και μετά να πηγαίνουν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε». Έξω από κάθε ουτοπία, κινούνταν στον πνευματοκρατικό ρεαλισμό της Ορθοδοξίας, στα όρια του -υπαρκτού Χριστιανισμού», όπως σώζεται στη μοναστική αδελφότητα-ενορία. Αδιανόητη ήταν γι” αυτόν μια Ελλάδα χωρίς Χριστό, χωρίς Ορθοδοξία. Η φιλοπατρία του διεπόταν από τη διπολικότητα πρόσκαιρου – αιωνίου, με έμφαση βέβαια στο δεύτερο:

α) «Ή πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την έπαρχίαν Άπόκουρον». Αλλά συμπλήρωνε:

β) «Ήμεϊς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα (Εβρ. ιγ” 14). Δια τούτο και ό Θεός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμασθε πάντοτε την ούράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».

Μέσα σ” αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η εθνική του προσδοκία, η οποία δεν πρέπει να χωριστεί από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα, που, όπως στους Κολυβάδες, σωζόταν και στον Πατροκοσμά. Μιλούσε για το ρωμαίικο («αυτό μια μέρα θα γίνη ρωμαίικο»). Η ανάσταση του Γένους προσανατολιζόταν στην Πόλη και την Ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Αυτή την αποκατάσταση του Γένους υπαινίσσονταν και οι σπουδαίες προφητείες του. Με υπονοούμενα και συμβολικές φράσεις, εξάλλου, προσπαθούσε να εμπνεύσει στις ψυχές των υποδούλων τον πόθο της παλιγγενεσίας και να συντηρήσει την ελπίδα για την έλευση του «ποθούμενου». Και ως μόνο μέσο γι” αυτή την ενδυνάμωση της συλλογικής συνείδησης θεωρούσε την εμμονή στην πίστη: «Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν· τα πράγματα σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλει. Δώσατε τα. Δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημα σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε, να μη τα χάσετε». Μετά τις αποτυχίες των ρωσοτουρκικών συγκρούσεων (1774 κ.ε.) πρέπει να συνειδητοποίησε ο Κοσμάς την ανάγκη της εσωτερικής σποράς μέσα στη λαϊκή ψυχή, ώστε να βρει μόνη της τον δρόμο της ελευθερίας, με την αναζωπύρηση της αυτοσυνειδησίας της.

Η απήχηση

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά είχε τεράστια απήχηση στον λαό. Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, προκαλούσε σεισμό στις συνειδήσεις, συνοδευόμενο από μετάνοια. Εχθροί συμφιλιώνονταν, κλέπτες επέστρεφαν τα κλοπιμαία, ληστές μεταβάλλονταν, πλούσιες γυναίκες πρόσφεραν τα χρυσάφια τους για έργα φιλανθρωπίας κ.λπ. Κατά τον βιογράφο του Νικόδημο μοίρασε συνολικά «υπέρ τα πεντακόσιας χιλιάδας σταυρούδια». Τις ομιλίες του παρακολουθούσαν χιλιάδες (τουλάχιστον 6.000 ήταν οι ακροατές του στο χωριό Μαύρο Μανδήλι κοντά στην Πρέβεζα κατά τον κατάσκοπο του Μαμωνά). Ακόμη και σήμερα όλη η βορειοδυτική Ελλάδα διατηρεί τη μνήμη της παρουσίας του. Σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, των Αγράφων και της Στερεάς άρχιζε η επανάσταση με το δίστιχο: «Βοήθα μας, άγιε Γιώργη, και συ άγιε Κοσμά / να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ιδιαίτερη εκτίμηση έτρεφε για τον άγιο ο διαβόητος Αλή πασάς των Ιωαννίνων, του οποίου το μέλλον είχε προφητεύσει ο Κοσμάς. Γι” αυτό και ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό στον τόπο της ταφής του αγίου. Διέταξε ακόμη να κατασκευάσουν αργυρά θήκη για την κάρα του, την οποία πολλές φορές έφερε στα Γιάννινα, για να την προσκυνήσει. Όταν κάποιοι τον χλεύασαν για την πράξη του αυτή, απάντησε με οργή: «Φέρετε μου ένα μουσουλμάνο σαν κι αυτόν τον Χριστιανό και να του φιλήσω και τα πόδια».

Ο Πατροκοσμάς είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας, ευρύτατα γνωστό στον λαό, που είχε, έτσι, τη βεβαίωση του αγιοπνευματικού φωτισμού του. Δείγματα της αγιότητας του ήταν και οι προφητείες του, πολλές από τις οποίες βρήκαν την πραγμάτωση τους. Έλεγε λ.χ. «το ποθούμενο θα γίνη στην τρίτη γενεά. Θα τδ δουν τα εγγόνια σας». Πράγματι, η γενεά του 1821 ήταν η τρίτη από την εποχή του Κοσμά. «Πότε θαρθή το ποθούμενο;» -τον ρώτησαν στα Τσαραπλανά της Ηπείρου. «Όταν ενωθούν αυτά», απάντησε, δείχνοντας δύο μικρά δένδρα, τα οποία πράγματι μεγάλωσαν και ενώθηκαν το 1912. Ο λαός τον τιμούσε γι” αυτό ως άγιο ήδη πριν από το μαρτύριο του, μετά το οποίο του αποδίδονταν τιμές μάρτυρα της πίστεως. Αυτή την πράξη έλαβε υπ” όψιν το οικουμενικό πατριαρχείο, το οποίο με πράξη του τον κατέταξε μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας, στις 20 Απριλίου 1961, υπογραμμίζοντας, ότι «άπασαν την πατρώαν γήν διέδραμε, κηρύττων ιεραποστολικώς τον λόγον του θεού, σχολεία πολλαχοϋ ιδρύων, ασθενούντας θεραπεύων, την άγίαν αυτού έκκλησίαν κρατύνων, τύπον δ” εαυτόν ταπεινώσεως, αύταπαρνήσεως, αρετής και εγκράτειας άναδείξας, έως ου και τον μαρτυρικόν ύπέμεινε θάνατον». Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου, μέρα του μαρτυρίου του.

Ο άγιος Κοσμάς ονομάστηκε «ο μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας» και πατέρας του νεοελληνικού Έθνους. Ίσως θα πρέπει να προστεθεί ότι υπήρξε πρότυπο νεοελληνικού ήθους και αναστηλωτής του αυθεντικού ελληνορθόδοξου ιδεώδους.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

kiriaki ia

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ  ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

«οὐκ ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι τόν συνδοῦλον σου, ὡς καί ἐγὠ σέ ἐλέησα;»

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος αὐξάνει ἐν Κυρίω τόσο λιγότερο ἐπηρεάζεται ἀπό τίς ἀστοχίες τῶν ἀδελφῶν. Ολοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἕνα γένος, μέ συνδετικό ὑλικό τήν ἀγάπη μας πρός τόν Θεό καί μεταξύ μας.
Εἶναι ἀδιανόητο νά σκεφθοῦμε ὅτι οἱ ἄγγελοι ἔχουν ἐχθρότητα μεταξύ τους. Οἱ ἄγγελοι ἔχουν συναίσθηση ὅτι ὅλοι ἀποτελοῦν ἕνα γένος, αὐτό τῶν ἀγγέλων. Μάλιστα οἱ Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι δέν κακίζουν τούς δαίμονες, ἀντίθετα λυποῦνται γι αὐτούς, μήπως ἔχει ἀπομείνει σ’αὐτούς κάποιο ἴχνος τῆς πρώην ἀγγελικῆς διαγωγῆς. Οἱ ἀριστεῖς τῶν ἀνθρώπων, οἱ Ἅγιοι, μέ παρόμοιο πρόπο προσεύχονται, δακρύζουν, ἀγωνίζονται γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἀνεξάρτητα φυλῆς ἤ γλώσσας. Ἐχουν συναίσθηση τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπινου γένους.
Ἡ παράβαση τοῦ Ἀδάμ εἶχε συνέπειες γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Ὑπῆρχαν σ’αὐτόν «οἱ λόγοι τῆς κληρονομικότητας». Οἱ ἄνθρωποι κληρονομήσαμε ὄχι τήν ἐνοχή ἀλλά τίς συνέπειες τῆς παράβασης τοῦ Ἀδάμ: τήν φθορά καί τόν θάνατο. Παρόμοια, ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἐλύτρωσε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν κατάρα τοῦ Νόμου. Ἡ Ἐκκλησία ψάλλει ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου τήν Μεγάλη Πέμπτη τό ἑσπέρας: «ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῶ τιμίω σου αἵματι, τῶ Σταυρῶ προσηλωθείς καί τῆ λόγχη κεντηθείς, τήν ἀθανασίας ἐπήγασας ἀνθρώποις, Σωτήρ ἡμῶν δόξα σοι». Ἡ φθορά καί ὁ θάνατος ἀπό τήν μία μεριά καί ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι γεγονότα πού ἀφοροῦν τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων ἀπό Ἀδάμ ἕως τῶν ἐσχάτων. Ἡ Ἐκκλησία βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά ἀντικρύσει ὅλη τήν ἀλήθεια, νά καθαρθεῖ ἀπό τά πάθη γιά νά μπορέσει νά ἀγαπήσει.
Μέ τόν τρόπο αὐτό κάθε πράξη μετανοίας, ταπείνωσης, προσευχῆς, θυσίας ὁφελεῖ ὅλη την ἀνθρωπότητα. Ὁ ἄνθρωπος ὅταν στόν μικρόκοσμό του δρᾶ ἀγαπητικά πρός ὅλους, καί ὄχι μόνο σέ ὅσους τόν ἀγαποῦν, προσφέρει εὐλογία. Ἀπό τήν μέθεξη τῆς θεοποιοῦ ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τῶν Ἁγίων ὅλοι εὐεργετοῦνται. Ὅσο ἁγιάζουμε τόν ἑαυτό μας μέ τήν παύση τῶν παθῶν, τήν προσευχή, τήν ὑπομονή, τήν μετάνοια συντελοῦμε στήν διάχυση τῆς εὐλογίας. Ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη αὐτή «Θεοῦ συνεργοί ἐσμέν». Ἀντίθετα ἡ ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας βαραίνει σέ ὅλο τό γένος μας.
Προκειμένου νά ἀναχθεῖ ὁ ἄνθρωπος στή θεώρηση αὐτή πρέπει νά ἀπεκδυθεῖ τήν ἰδιοτέλεια, κάθε προσωπικό συμφέρον. Νά πάψει νά εἶναι ἐγωκεντρικός, νά ἔχει φοβίες ἤ δουλικό φόβο, νά μάθει νά συγχωρεῖ. Στό βιβλίο του «ἡ κλίμαξ» ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης τοποθετεῖ τήν ἀγάπη στίς ἀνώτατες βαθμίδες τῆς σκάλας πού ὁδηγεῖ στόν Χριστό. Πρέπει νά προηγηθεῖ ἡ κάθαρση ἀπό ὅλα τά πάθη προκειμένου νά εἶναι ἡ ἀγάπη ἀνιδιοτελής. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στους Γαλάτες: «ζῶ δέ ουκέτι ἐγώ, ζεῖ ἐν ἐμοί Χριστός». Χωρίς τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑποταγμένος στήν λογική τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ. Μέ τήν ἔλευση τῆς χάριτος πληροῦται θείου φωτός, τά χαρίσματά του ἐνεργοποιοῦνται, δέν ἔχει λόγο νά εἶναι ἐξουσιαστικός, δεδομένου ὅτι αἰσθάνεται ἐνταγμένος στό ἐνιαῖο ἱεραρχικό σῶμα τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ μέ τήν κτιστή δημιουργία. Ἐδῶ ἡ τάξη εἶναι χαρισματική καί ὄχι ἐξουσιαστική καί κανένα μέλος δέν ἐξουσιάζει τό ἄλλο. Ἔχει πλέον τήν ἐπίγνωση ὅτι ὅλα οὐσιώνονται καί ζωογονοῦνται ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ παρουσία θεουμένων άνθρώπων στόν κόσμο εἶναι εὐεργετική: δέν περιγράφουν ἀλλά μέ τήν ἀλλοίωσή τους βεβαιώνουν μιάν ἄλλη πραγματικότητα μέσα στήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου. Εἶναι μέτοχοι τῆς φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ.
Στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή γίνεται ἀπό τόν Κύριο ἀναφορά στό ἔλεος. Ὁ ἀχάριστος δοῦλος ἐλεήθηκε ἀπό τόν κύριό του ἀλλά δέν ἔδειξε ἔλεος στους συνδούλους. Ἔλεος ζητᾶ ὁ κατάδικος πού ἔχει χάσει κάθε ἐλπίδα ἀπό νομική ἄποψη. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κυριαρχεῖ ἡ αἴτηση «Κύριε ἐλέησον». Προσευχόμεθα ὡς κατάδικοι τῶν ὁποίων ἡ ἔσχατη ἐλπίδα εἶναι ἡ παροχή χάριτος, ἐλέους. Αὐτή ἡ σχεδόν θρηνώδης κραυγή ἐκφράζει τόν ἄνθρωπο πού ἔχει χάσει κάθε ἐγωιστική πίστη στόν ἑαυτό του καί μετανοημένος καί ἐξουθενωμένος προσφεύγει ἐν ταπεινώσει στό ἔλεος τοῦ δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος «ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμέν». Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας περιγράφουν τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἅγίου Πνεύματος σάν μιά κατάσταση ὅπου ἡ προσευχή παύει πλέον, καί ὁ προσευχόμενος ἔχει δάκρυα ὄχι μετανοίας πιά ἀλλά χαρμολύπης καί αἰσθάνεται ὡς ὁ τελευταῖος τῶν ἀνθρώπων. Ἡ αἰτηση ἐλέους, λοιπόν, ταιριάζει σ’αὐτόν πού αἰσθάνεται τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παλαιά Διαθήκη τήν περιγράφουν ὡς τρόμο καί ἔκσταση καί συστροφή τῶν σπλάχνων ὅμως ἡ δυνατότητα θέωσης πού δόθηκε στό ἀνθρώπινο γένος μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου κατεπράϋνε τήν ἐμπειρία.
Αὐτοί πού ἀγάπησαν τόν Θεό ὑπερβολικά, ἀγάπησαν καί κάθε ἄνθρωπο.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΛΕΜΕ «ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ»;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

           Μερικοὶ ὀρθόδοξοι πιστοὶ ἀποφεύγουν τὴν ἐπίκληση τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν προστακτικὴ «σῶσον ἡμᾶς», ἀποκαθιστῶντες αὐτὴ μὲ τὴν προστακτικὴ «πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν».
.               Μέχρις ἑνὸς ὁρίου βέβαια ἡ εὐαισθησία αὐτὴ εἶναι δικαιολογημένη. Ὑπάρχει φόβος μήπως ἡ σωτηρία, ποὺ εἶναι ἔργο μόνον τοῦ Θεοῦ, ἀποδοθεῖ στὴν Θεομήτορα. Γενικὰ ὅμως ἡ τοποθέτηση αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή. Λέγοντας στὴν Θεοτόκο «σῶσον ἠμᾶς», δὲν τὴν θεωροῦμε ὡς πρωταρχικὴ αἰτία τῆς σωτηρίας μας. Ἁπλῶς ἀπευθυνόμαστε σὲ αὐτὴν καὶ τὴν παρακαλοῦμε μὲ τὴν πρεσβεία καὶ τὶς δεήσεις της πρὸς τὸν Υἱό της νὰ μᾶς σώσει Ατς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πολλὰ κακὰ ποὺ μᾶς συνέχουν. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ μεσίτρια τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Υἱό της, χωρὶς βέβαια ἡ μεσιτεία αὐτὴ νὰ προσκρούει ἢ νὰ ἐπισκιάζει τὴν πρώτη καὶ κύρια μεγάλη μεσιτεία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας πρὸς τὸν Θεὸ ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ μεσιτεία τῆς Παναγίας γίνεται πάντοτε ἐν ὀνόματι τῆς μεγάλης μεσιτείας τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνει τὴν δυναμή της ἀπὸ αὐτὸν καὶ πρὸς δόξαν τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε ἡ μεσιτεία τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ δὲν παύει νὰ εἶναι προσευχή, δέηση πρὸς τὸν Θεό, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ δραστικὴ ἐνώπιον τοῦ ἀπειράνδρου Τόκου της· «πολὺ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου».
.               Καμιὰ λοιπὸν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη δὲν περιλαμβάνεται στὴν δέηση αὐτή, ἀρκεῖ βέβαια νὰ διαφωτίζεται ἐπαρκῶς τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀνδρέου Θεοδώρου «Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα δογματικὰ»
ἔκδ. «Ἀποστολικὴ Διακονία», ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι 2006, σελ. 122-123 ἠλεκτρ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογραφία»

https://christianvivliografia.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ασκητική Ανθρωπολογία (Γερ. Σωφρόνιος)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

Ο Χριστός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, πρόσκαιρων και αιωνίων, Θείων και ανθρώπινων. Για τον λόγο αυτό όλα, όσα προτίθεμαι να γράψω εδώ, θα προέρχονται από τη θεώρηση του Χριστού ως Θεανθρώπου. Η χριστιανική ανθρωπολογία μας δεν πρέπει να έχει αφηρημένο χαρακτήρα, αλλά να προσφέρει απαραιτήτως θεμέλιο για όλη την εν τω Θεώ ζωή μας. Δεν θα δίσταζα να ονομάσω την ανθρωπολογία αυτή ασκητική. Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι πολυδιάστατη. Μία από τις διαστάσεις της είναι η δημιουργική δύναμη, που εκδηλώνεται σε ποικίλες περιοχές: σε κουλτούρες όλων των ειδών, δηλαδή πολιτισμούς, τέχνες, επιστήμες.

Στον πρωτόπλαστο δόθηκε η εντολή, με την είσοδό του στον φυσικό κόσμο, να εργάζεται σε αυτόν και να τον φυλάσσει (βλ. Γεν. 2,15). Ο φυσικός κόσμος είναι πλασμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε ο άνθρωπος βρίσκεται στην ανάγκη να λύνει δημιουργικά τα προβλήματα που αδιάκοπα αναφύονται μπροστά του. Ωστόσο αυτά που απαριθμώ δεν εξαντλούν τον όλο άνθρωπο. Παράλληλα με την παραγωγή εκείνων που χρειάζεται ο άνθρωπος για τη συντήρηση της ζωής του επάνω στη γη, ανέρχεται από τις ατελείς μορφές στις τελειότερες, τις πνευματικές, που υπερβαίνουν όλα τα ορατά και τα πρόσκαιρα. Στο επίπεδο των πρόσκαιρων, η δημιουργική ικανότητα κατευθύνεται προς τα κάτω, προς τη γη, για να οργανώσει τα ακατέργαστα δεδομένα της φύσεως, που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των αναγκών του ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή ο σκοπός κατορθώνεται στα όρια των φυσικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Στη δεύτερη περίπτωση η δημιουργία κατευθύνεται προς τον ανώτερο κόσμο, όπου τα φυσικά χαρίσματα του ανθρώπου από μόνα τους δεν επαρκούν. Ως Πρόσωπο ο άνθρωπος διαθέτει ελεύθερη βούληση που εκφράζεται, όχι με την εκ του μηδενός δημιουργία κάποιου εντελώς νέου πράγματος που δεν υπήρξε, αλλά ως συμφωνία με τη θέληση του Θεού, του αληθινά Δημιουργού, ή ως διαφωνία προς το θέλημά Του (που αποκλίνει από το θέλημά Του ή και το απορρίπτει). Μόνο εκείνη η δημιουργία που συμπίπτει με το θέλημα του Ουρανίου Πατρός παράγει καρπούς που μπορούν να περάσουν στην αιωνιότητα· οτιδήποτε άλλο καταλήγει στο μη ον: «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος εκριζωθήσεται» (Ματθ. 15,13). «Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν Εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν. Εάν μη τις μείνη εν Εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν. 15,5-6).

Για να γίνει ο άνθρωπος συνεργός του Θεού στη δημιουργία του κόσμου, πρέπει αδιάκοπα να αγωνίζεται για την κατά το δυνατόν καλύτερη γνώση του ιδίου του Θεού. Η πορεία αυτή της αναβάσεως στη γνώση του Θεού είναι επίσης δημιουργική πράξη, ιδιαίτερης όμως τάξεως· σκοπός της είναι η συμμετοχή στην αιώνια δημιουργική πράξη του Πατέρα, η απόκτηση της έσχατης τελειότητας με την παραμονή στο ρεύμα της Θείας Αιωνιότητας, όπου πρώτος εισήλθε ο Χριστός-Άνθρωπος. Ο χριστιανός στη δημιουργική αναζήτησή του εγκαταλείπει όλα όσα φέρουν σχετικό και παροδικό χαρακτήρα, για να παραμείνει στα μη παρερχόμενα. Στα όρια της γης η τελειότητα δεν είναι εντελώς πλήρης. Και όμως την αποκαλούμε τελειότητα. Μιμούμενοι τον Χριστό που είπε «Εγώ απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο Πατήρ Μου, ταύτα λαλώ» (Ιωάν. 8,28), και εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε για το ίδιο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Γέροντα Σιλουανού: «Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε αφ’ εαυτού τους… Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα».

Αυτή λοιπόν είναι η αληθινή δημιουργία, η ανώτερη από όλα εκείνα που είναι εφικτά για τον άνθρωπο. Όχι παθητικά, αλλά με δημιουργικό αγώνα βαδίζει ο άνθρωπος προς αυτό τον άγιο σκοπό, χωρίς ποτέ να λησμονεί ότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δημιουργήσει για τον εαυτό του θεό «κατ’ εικόνα του», κάτι που πολλοί φιλόσοφοι ή ακόμη και θεολόγοι κάνουν.

Όλο το παρελθόν μου με ωθούσε κατά φυσικό τρόπο στη σκέψη για τη δημιουργία στις διάφορες εκφάνσεις της, όπως επίσης και για το νόημά της. Τώρα θα ήθελα να διηγηθώ με συντομία πως η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική με οδήγησε στην προσευχή. Μιλώ για πραγματικά συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατά τις ημέρες της νεότητάς μου, κάποιος Ρώσος ζωγράφος, που έγινε στη συνέχεια διάσημος, με προσείλκυσε προς την ιδέα της καθαρής δημιουργίας, έχοντας στραφεί προς την αφηρημένη τέχνη. Δύο ή τρία χρόνια υπήρξα θύμα της έλξεως αυτής, που με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε μέσα μου. Χαρακτηριστικό κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδή κάθε εργάτη της τέχνης) είναι να προσλαμβάνει το είναι στις μορφές της τέχνης του. Έτσι και εγώ αντλούσα ιδέες για τις δικές μου αφηρημένες μελέτες από εκείνο που μου παρείχε η πραγματικότητα του περιβάλλοντός μου: οι άνθρωποι, η βλάστηση, τα κτίσματα, οι απροσδόκητα αλλόκοτοι συνδυασμοί σκιών από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές λάμπες επάνω στο πάτωμα, τους τοίχους, τις οροφές και πολλά άλλα. Με τη φαντασία μου δημιουργούσα εικόνες, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι όμοιες με τίποτε που υπάρχει πραγματικά στη φύση. Με τον τρόπο αυτό, νόμιζα ότι δεν είμαι αντιγραφέας φυσικών φαινομένων, αλλά δημιουργός νέων καλλιτεχνικών (εικαστικών) γεγονότων. Ευτυχώς αντιλήφθηκα ότι σε μένα, τον άνθρωπο, δεν δόθηκε να δημιουργώ «εκ του μηδενός», όπως ο Θεός δημιουργεί με μοναδικό τρόπο. Από την εμπειρία αυτή μου έγινε σαφές ότι κάθε ανθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ήδη προϋπάρχουσα. Δεν μπορούσα να χαράξω ούτε μία γραμμή, ούτε να δημιουργήσω κάποιο χρώμα, που πουθενά αλλού δεν υπήρχε. Ο αφηρημένος πίνακας μοιάζει με εγγραφή λέξεων που ηχούν πρωτότυπα, αλλά ποτέ δεν εκφράζουν πλήρες νόημα. Η δημιουργία παρουσιαζόταν σε μένα ως αποσύνθεση του είναι, πτώση στο κενό, στο παράλογο, επιστροφή στο «μηδέν», από το οποίο μας κάλεσε η δημιουργική πράξη του Θεού. Τότε εγκατέλειψε ο νους μου τη μάταιη απόπειρα να δημιουργήσει κάτι εντελώς νέο, καιτο πρόβλημα της δημιουργίας στη συνείδησή μου συνδέθηκε με το πρόβλημα της Γνώσεως του Είναι. Και μου συνέβη κάτι θαυμαστό· σχεδόν όλος ο κόσμος, κάθε ορατό φαινόμενο, έγινε μυστήριο, ωραίο και βαθύ. Και το φως έγινε άλλο·χάιδευε τα αντικείμενα, τα περιέβαλλε κατά κάποιον τρόπο με στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σε αυτά παλμούς ζωής που δεν απεικονίζεται με τα μέσα που διαθέτει ο καλλιτέχνης. Γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία να υποκλιθώ με ευλάβεια μπροστά στον πρώτο καλλιτέχνη, τον Δημιουργό του παντός, με τον πόθο να Τον συναντήσω, να διδαχθώ από αυτόν, να γνωρίσω πώς Αυτός δημιουργεί.

Οι συνομιλίες μου με τον Γέροντα Σιλουανό για την προσευχή και για οποιοδήποτε άλλο θέμα συγκεντρώνονταν πάντοτε στο Πρόσωπο του Χριστού, του μοναδικού Διδασκάλου με απόλυτη αυθεντία. Αυτός μας έδωσε «υπόδειγμα» για όλα (βλ. Ματθ. 23,8-10· Ιωάν. 13,13-15). Και ο Γέροντας δίδασκε να κοιτάζουμε προσεκτικά πως Εκείνος, ο Υιός του ανθρώπου, ενεργούσε. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ου δύναται ο Υιός ποιείν αφ’ Εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον Πατέρα ποιούντα· α γαρ αν Εκείνος ποιή, ταύτα και ο Υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ Πατήρ φιλεί τον Υιόν και πάντα δείκνυσιν Αυτώ α Αυτός ποιεί, και μείζονα τούτων δείξει Αυτώ έργα, ίνα υμείς θαυμάζητε» (Ιωάν. 5,19-20). Αλλά ο μονογενής Υιός, γενόμενος Υιός Ανθρώπου, ομοιώθηκε σε όλα με μας (βλ. Εβρ. 2,17· Φιλιπ. 2,7). Συνεπώς όλα, όσα Εκείνος λέει για τον Εαυτό Του ως Υιό Ανθρώπου, εφαρμόζονται στον καθένα από μας. Αν εμείς παραμένουμε στον Υιό, τον οποίο αγαπά ο Πατέρας, τότε και εμείς είμαστε υιοί Του, επίσης αγαπημένοι (βλ. Ιωάν. 16,27), και Αυτός θα μας τα δείξει όλα: τι δημιουργεί και πώς δημιουργεί. Αλήθεια, εν Χριστώ έχουμε κληθεί να γίνουμε μέτοχοι όλης της δημιουργικής Πράξεως του Θεού και Πατρός μας.

Η οδός προς την τελειότητα αυτή έχει ως εξής: Το πνεύμα του ανθρώπου αποχωρεί από την αναρίθμητη ποικιλομορφία των φαινομένων του φυσικού κόσμου, και με όλη τη δύναμή του στρέφεται προς τον Θεό. Και αυτό είναι το όριο του ανθρώπου επάνω στη γη. Όταν όμως, μετά την έξοδό της η ψυχή ανεβαίνει προς τον Θεό για αιώνια σε Αυτόν και με Αυτόν διαμονή, τότε μέσα στο «Είναι» αυτό έρχεται η γνώση και η είσοδός μας στην Πράξη δημιουργίας από τον Θεό όλων των υπαρκτών. Αρραβώνα της καταστάσεως αυτής αποτελεί το χάρισμα της θαυματουργίας. Κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ο Θεός σκέφτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει». Και οι άγιοι τελούν τα θαύματα όχι με φυσική επενέργεια επάνω στη φύση, αλλά στην προσευχή τους προς τον Θεό«σκέφτονται το ποθούμενο και αυτό πραγματοποιείται».

[Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ), «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ. 174-179. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ]

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικό και αληθινό σωματικό θάνατο της Θεοτόκου;Υμνογραφική διερεύνηση.

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

i-koimisi-tis-theotokou-tha-taksidepsei-apo-ti-suro-sto-toledo

Επειδή είναι γενικά αναγνωρισμένο  και αποδεκτό, ότι η διδασκαλία και το δόγμα εμπεριέχονται στην Λα­τρεία και, επομένως, στην Υμνογραφία της Εκκλησίας μας, θα παραθέσουμε όσον το δυ­νατόν συστηματικώς κατανεμημένα αποσπά­σματα από την Υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για να δούμε ποια είναι η επίσημη θέση της για το θέμα»Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικό  και αληθινόν σωματικό θάνατο της Θεοτόκου, δηλαδή τον χωρισμό  της αγίας ψυχής της από το πανάχραντο σώμα της, πριν απ’ την Μετάσταση στους Ουρανούς:

Πρώτον.

Η ορθόδοξος Υμνολογία, για να δηλώ­σει την αποδημίαν της Θεοτόκου, χρησιμοποιεί τους όρους: Κοίμησις, Θάνατος, Νέκρωσις: π.χ. Κοίμησις

– «Και ύμνησε θεοπρεπώς, σου την θείαν Πανάμωμε Κοίμησιν» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή στ’,).

– «τους υμνητάς της φαιδράς σου Κοιμήσεως» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’, σελ. 80).

– «οι Δίκαιοι, εν τη Κοιμήσει σου, Κόρη, υμνολογούντες σε» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’).

– «Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε» (Απολυτίκιον ιε’ Αυγ.).

Επομένως, η γιορτή της ιε’ Αυγούστου δεν είναι μόνον η Μετάσταση, αλλά και η Κοί­μηση. Το Συναξάριον της ιε’ Αυγούστου λέ­γει μεν: «Τη ΙΕ’ του αυτού μηνός, Μνήμη της σεβάσμιας Μεταστάσεως…», αλλά αμέ­σως κατόπιν οι στίχοι λέγουν: «Ου θαύμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, Του κοσμοπλάστου σαρκικώς τεθνηκότος Ζη αεί Θεομήτωρ, καν δεκάτη θάνε πέ­μπτη».

Το δε περιεχόμενο της Κοιμήσεως αναλυ­τικά έχει ως εξής:

«Την ζωήν η κυήσασα, προς ζωήν μεταβέβηκας, τη σεπτή Κοιμήσει σου την αθάνατον, δορυφορούντων Αγγέλων σοι, Αρχών και Δυνάμεων, Αποστόλων, Προ­φητών, και απάσης της κτίσεως, δεχόμενου τε, ακηράτοις παλάμαις του Υιού σου, την αμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε» (Στιχηρόν προσόμοιον Αίνων ιε’ Αυγ.).

Νέκρωσις:

«Εν τη Κοιμήσει σου, νέκρωσις άφθορος» (Κάθισμα ιε’ Αυγ.) «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν» (Κοντάκιον ιε’ Αυγ.), αυτό σημαίνει ότι ετάφη, και ενεκρώθη, μεν, αλλά, τελικά, διεξέφυγεν αυτών των καταστάσεων.

– «Νέκρωσιν πως υπέστης, η τον νεκρωτήν του Άδου κυήσασα;» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή α’,).

– «Ω θαύματος καινού! ω τεραστίου ξένου! πως νέκρωσιν υπέστη, η ζωηφόρος κόρη» (Στιχηρόν προσόμοιον εσπερ. ιδ’ Αυγ.).

Θάνατος – η Παναγία θνητή: «Γυναίκα σε θνητήν, άλλ’ υπερφυές και Μητέρα Θεού είδότες…» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή γ’).

– «Δια θανάτου γαρ προς την ζωήν μεταβέ­βηκας» (Κανών Ίωάν. Δαμ. Ωδή ζ’, σελ. 86).

– «Πως ουν το άχραντον, ζωαρχικόν τε σου σκήνωμα, της του θανάτου πείρας, γέγονεν μέτοχον,» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή ζ’).

– «όμως μιμούμενη δε, τον ποιητήν σου και Υίόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσε­ως νόμοις» (Κανών Α’, Ωδή α’, ιε’ Αυγ. ).

– «Νόμους της φύσεως λαθούσα, τη κυήσει σου, τω ανθρωπίνω νόμω θνήσκεις μόνη Αγνή» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’).

Δεύτερον:

Στην ορθόδοξη Υμνολογία υπογραμμί­ζεται, ότι η ψυχή της Θεοτόκου χωρίσθηκε του νεκρού σώματός της. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ορθόδοξος ορι­σμός του θανάτου. Αναφέρεται, λοιπόν, ότι η Παναγία παρέδωσε την ψυχή της «εις χείρας του Κυρίου και Υιού της». Ψυχή χωρίζεται σώματος – παραδίδεται:

– «Εν ταίς του Υιού χερσί, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν» (Δοξαστικόν αποστίχων Εσπερινού ιδ’ Αυγ., σελ. 76). -«Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιών σκοπούμεναι, τον οικείον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχήν χειριζόμενον» (Κανών Ιω­άν. Δαμ.,).

Προηγήθηκε ο θάνατός της ως αρραβών, δηλα­δή, προϋπόσχεση ζωής. Άρα πέρασε απ’ την φάση του θανάτου: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοί, Παρθένε άχραντε…, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος… και μετά θάνατον ζώσα» (Κανών Ιωάν. Δαμασκ., σελ. 88).

– «Και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το Πνεύμα» (Εξαποστειλάριον, σελ. 89). Σώμα άψυχον – λείψανον Παναγίας:

– «Ηλάλαζεν Αποστόλων ο δήμος, και δα­κρύων επληρώθη ηνίκα, σου την ψυχήν την αγίαν λιπούσαν, το θεοδόχον τεθέαται σκη νωμα) (Ωδή στ’).

– «Όθεν ανταπέδωκεν, τοις ανόμοις ο Κύ­ριος, δόλον γαρ ειργάσαντο τω τιμίω Λειψάνω σου» (κάθισμα Θεοτόκου του Όρθρου της ιδ’ Αυγ.).

– «Οι θεοφόροι Απόστολοι…, καταλαβόντες το πανάχραντον και ζωαρχικόν σου σκήνος, εξόχως ησπάζοντο» (Δοξαστικόν Μεγ. Ε­σπερινού ιε’ Αυγ.).

Τρίτον.

Τελείται η κηδεία της Παναγίας: – «Ήθροισται ο χορός, Μαθητών πα­ραδόξως… κηδεύσαι σου το σώμα, το θείον» (Απόστ. μικρ. Εσπερ. ιε’ Αυγ.).

– «Εκ περάτων συνέδραμον, Αποστόλων οι πρόκριτοι, θεαρχίω νεύματι του κηδεύσαι σε» (Στιχηρόν προσόμοιον των Αίνων ιε’ Αυγ.).

– «Δήμος των μαθητών αθροίζεται κηδεύσαι, Μητέρα Θεοτόκον» (Απόστιχον μικρού Εσπερ. ιε’ Αυγ.).

– «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε κηδεύσατέ μου το σώμα» (Εξαποστ.,).

– «νεφέλαι τους Αποστόλους, αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν, τω αχράντω σου σώματι, οι και κηδεύσαντες σεπτώς…» (Δοξαστ. Αίνων ιε’ Αυγ.).

Ακολουθεί ταφή.

Γίνεται λόγος για «τάφον» της Παναγίας: – «Ο τάφος σου κηρύττει, Πανάμωμε, την ταφήν σου» (Προεόρτ. Καν. Ωδή ε’ σελ. 77). Ενδιαφέρον τούτο. Φαίνεται ότι την εποχήν του υμνογράφου κάποιοι ηρνούντο ότι η Παναγία απέθανεν και ετάφη. Γι’ αυτό ο ποιητής επιχειρηματολογεί, ότι: η ύπαρξη του τάφου σου, ω Παρθένε, μαρτυρεί ότι έγινε και ο ενταφιασμός σου σ’ αυτόν. Απάντησις σε αρνητές της ταφής της Πα­ναγίας.

– «Ω του παραδόξου θαύματος! η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται» (Στιχηρά Προσόμοια μεγ. Εσπερ. ιε’ Αυγ.). Και εδώ ύυποδηλούται μάλλον άρνηση εκ μέρους τινών του γεγονότος του ενταφιασμού της Θεοτόκου. Ο ποιητής απορρίπτει κάθε τέ­τοια άρνηση, ακόμη και εκ μέρους της ιδίας της Θεοτόκου!

– «Ει ο ακατάληπτος ταύτης καρπός, δι’ ον ουρανός εχρημάτισεν, ταφήν υπέστη, εκου­σίως ως θνητός, πως την ταφήν αρνήσεται, η απειρογάμως κυήσασα;» (Κανών Ιωάν. Δα­μασκ., Ωδή δ’).

– «Ω των υπέρ έννοιαν θαυμάτων, της αειπαρθένου τε και θεομήτορος! τάφον γαρ οικήσασα, έδειξε Παράδεισον» (Κανών Ιωάν. Δαμ. Ωδή θ’).

– «Ήρθη το σώμα μεν του τάφου» (Ωδή ζ’).

– «Μένει κενός ο θείος τάφος, σου του σώ­ματος, της χάριτος δε πλήρης» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’).

– «Πως… η ζωηφόρος κόρη,… τάφω νυν κα­λύπτεται;» (Στιχ. προσόμ. Εσπερ. ιδ’ Αυγ.).

Είναι ποτέ δυνατόν, μετά την ανίχνευση και διακρίβωση αυτή να υποστηρίξει κά­ποιος, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Υμνογραφίαν της, και, επομένως, στην διδασκαλίαν της δεν ομολογεί την θεοτόκον ως: «και θανούσαν και ταφείσαν»;

Επιμέλεια άρθρου.πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

Τις ημέρες του Δεκαπενταυγούστου οι ναοί μας γεμίζουν από κόσμο. Το παρήγορο των τελευταίων χρόνων είναι ότι οικογένειες και νέοι εκκλησιάζονται, εξομολογούνται, κοινωνούν. Δίνεται έτσι μία μαρτυρία πίστης, η οποία αποτελεί σημάδι αντίστασης στην παρακμή των καιρών μας. Μπορεί να υπάρχει κόπωση και αδιαφορία από την πορεία των πραγμάτων, η αισιοδοξία να μη χαρακτηρίζει την κοινωνία μας, ωστόσο δεν έχει χαθεί η παρηγοριά, η παράκληση την οποία αναζητούμε στην πίστη. Ιδίως το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου παραμένει σημείο αναφοράς. Νεώτεροι και μεγαλύτεροι δε λησμονούμε ότι είναι η Μητέρα όλων των ανθρώπων. Αυτή η οποία όχι απλώς κυοφόρησε τον Θεό, αλλά συνεχίζει να πρεσβεύει με την προσευχή της και την αγάπη της να μη λυγίσουμε από «τα πάθια και τους καημούς» μας.

       Σε έναν από τους πιο όμορφους ύμνους της γιορτής της ψάλλουμε το «πεποικιλμένη τη θεία δόξη».  Την περιγράφουμε ως στολισμένη με το λαμπρό στολίδι της δόξας του Θεού, το οποίο της δίνει ξεχωριστή ομορφιά. Δεν την αφήνει στη συνήθεια και την μονοτονία, ούτε η δόξα της περνά, αλλά παραμένει αδιάπτωτη. Και καθώς φεύγει από τον κόσμο αυτό, δεν παραμένει στον τάφο, όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά σώμα και ψυχή ενώνονται και πάλι και βρίσκεται ως ακέραιος άνθρωπος δίπλα στο Υιό και Θεό της. Εμείς όταν φεύγουμε από αυτή τη ζωή, προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού διά των ψυχών μας. Προσδοκούμε την ανάσταση των νεκρών, για να ζήσει και το σώμα μας την ακεραιότητα και την πληρότητα της κοινωνίας με τον Χριστό. Η Παναγία όμως ζει ήδη αυτό τον τρόπο και είναι έτσι στολισμένη με την θεία δόξα.

      Οι νέοι ιδίως επιζητούν την δόξα. Στους καιρούς μας μάλιστα αυτή εύκολα αποκτιέται. Μετριέται με τα like στο Facebook ή τις καρδούλες στο Instagram. Με τον αριθμό των φίλων. Με το πόσοι ασχολούνται μ’ αυτούς, ασχέτως αν είναι για καλό ή για κακό. Με τις επιτυχίες. Με το να είναι κάποιος επίκεντρο της παρέας. Με τις ερωτικές κατακτήσεις. Με τα υλικά αγαθά. Το «έχειν» και το «φαίνεσθαι» εξασφαλίζουν την δόξα των ανθρώπων. Και οι νέοι των καιρών μας είναι αποφασισμένοι να φέροντα politically correct προκειμένου να γίνονται αποδεκτοί από τους πολλούς. Να κάνουν αυτό που η κοινωνία προσδοκά από αυτούς, για να τους ανταμείψει με την εύφημο μνεία, κυρίως της εικόνας.

       Η δόξα αυτή όμως είναι εφήμερη. Δεν είναι μόνο ότι δε νικά τον θάνατο. Είναι ότι δεν εξασφαλίζει πληρότητα στην ύπαρξη. Ότι καλλιεργεί τον εγωκεντρισμό, με αποτέλεσμα αυτός που τη βιώνει, να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Η εντυπωσιοθηρία όμως, όπως και το κυνήγι της προβολής, όση απόλαυση κι αν δίνουν, εντάσσουν τον άνθρωπο στη λογική του ανταγωνισμού. Και τότε έρχεται κάποιος ισχυρότερος. Αντίθετα, η δόξα της Παναγίας είναι αιώνια, γιατί πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους, την αρετή που έρχεται ως υπακοή στις θεϊκές εντολές, την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που δημιούργησε και ανέστησε τον κόσμο από το κακό. Είναι η δόξα της αγιότητας, η οποία δε νικιέται από τη φθορά και τον θάνατο.

          Αυτή τη δόξα ας ζητήσουμε, με τις πρεσβείες της, νεώτεροι και μεγαλύτεροι!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύεται στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Πέμπτης 17 Αυγούστου  2017

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΝ Η ΕΣΚΗΝΩΣΕ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΖΩΗΣ Η ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

          Οι άνθρωποι ποθούμε την ευτυχία που θα κρατήσει για πάντα. Την ταυτίζουμε με πρόσωπα, με καταστάσεις, με αγαθά. Την ταυτίζουμε με την ευχαρίστηση που προέρχεται όταν ικανοποιούμε το θέλημά μας. Όταν αισθανόμαστε ότι υπάρχει κάτι που μας καθιστά κέντρο του κόσμου, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν πραγματικά είμαστε. Αρκεί εμείς να αισθανόμαστε τη πληρότητα ότι δεν μας λείπει κάτι, έστω και πρόσκαιρα. Γι’ αυτό και αδυνατούμε να κατανοήσουμε γεγονότα όπως η φθορά, η ήττα, η αρρώστια, η δοκιμασία, ο θάνατος. Δεν μπορούμε να δώσουμε νόημα σε ό,τι μας ταλαιπωρεί, σε ό,τι μας στερεί τη δυνατότητα να είμαστε χαρούμενοι. Βιαζόμαστε λοιπόν να ζήσουμε. Κατά βάθος θέλουμε να ξεγελάσουμε τον χρόνο, ο οποίος λειτουργεί ως εχθρός. Κριτήριό μας είναι το νυν, το σήμερα, το τώρα. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε το αύριο, γιατί δεν είναι απτό. Φοβόμαστε ό,τι δεν είναι στα δικά μας χέρια. Φοβόμαστε την μεταβολή. Ό,τι όλοι όσοι έχουν προηγηθεί μας περιγράφουν ως αναπόφευκτο. Έτσι, δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι υπάρχει ένας δρόμος στον οποίο τα πάντα είναι γιορτή. Ακόμη και τα   πιο δύσκολα.

          Στην ακμή του θέρους η Εκκλησία μας γιορτάζει την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού». Γιορτάζει έναν θάνατο, μα τίποτα σ’ αυτή τη γιορτή δεν έχει πένθος. Ο θάνατος είναι πραγματικό γεγονός. Έχει όλες τις συνέπειες, τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τον αποχωρισμό από τα οικεία πρόσωπα, το ανεπίστρεπτο, το ξόδι, την ταφή. Δε θα επανέλθει το πρόσωπο στη ζωή. Όλοι θα πρέπει να μάθουν να ζούνε χωρίς αυτό.  Κι όμως, ενώ αυτά είναι τα δεδομένα, ο θάνατος αυτός έχει τον χαρακτήρα ενός θριάμβου και μάλιστα αιώνιου. Το πρόσωπο που έφυγε, ξεπέρασε τον χρόνο. Και όχι μόνο. Όλες οι συνέπειες του θανάτου αίρονται. Το σώμα δεν παραμένει στον τάφο της Γεθσημανή, αλλά με έναν τρόπο που ξεπερνά τους όρους της φύσης μας θα ενωθεί με την ψυχή και ο θάνατος θα γίνει μετάσταση στον ουρανό.  Ο αποχωρισμός από τα οικεία πρόσωπα δεν θα κρατήσει. Αυτή που έφυγε θα είναι παρούσα όχι μόνο στην μνήμη όσων την αγάπησαν και θα την αγαπήσουν, αλλά και στις καρδιές τους. Θα παίρνει τις λύπες τους, τους φόβους, τη δική τους φθορά και θα τα αντικαθιστά με την χαρά της κοινωνίας με τον Θεό. Το ανεπίστρεπτο θα αντικατασταθεί με το συνεχές παρόν. Το ξόδι θα γίνει πάνδημο τραγούδι, μόνο που δε θα κρατά για εκείνη τη στιγμή, αλλά συνεχώς οι άνθρωποι θα υμνούν την κοίμηση με ύμνους έκπαγλης ομορφιάς. Και κανείς δε θα χρειαστεί να μάθει να ζει χωρίς αυτήν, διότι θα δίνει η ίδια σημεία της παρουσίας της με τα θαύματα, με την ψυχική ενίσχυση διά της προσευχής, με την ελπίδα και την παρηγοριά που το πρόσωπό της και μόνο θα φέρνει στον κόσμο και τους ανθρώπους. Όχι μόνο σε έναν λαό ή σε μία κοινότητα, αλλά σε όσους την επικαλούνται απανταχού της γης.

          Είναι γιορτή η κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, διότι, όπως αναφέρεται σε έναν από τους πιο ωραίους ύμνους της εορτής αυτή είναι η γυναίκα «εν η εσκήνωσε της μελλούσης ζωής η απόλαυσις», «στην οποία εγκαταστάθηκε καταλαμβάνοντάς την οντολογικά η απόλαυση της μελλούσης ζωής» (Ιδιόμελο του Όρθρου της εορτής). Και αυτή η απόλαυση δεν είναι άλλη από το Πρόσωπο του Υιού και Θεού της, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι  που ανατρέπει όλες τις συνέπειες του θανάτου. Εκείνος είναι που δίνει διάρκεια στην ευτυχία, διότι είναι η Ευτυχία. Μέσα από την κοινωνία μαζί Του τα πάντα νοηματοδοτούνται αλλιώς. Και δεν μπορούμε να χωρίσουμε, όσο κι αν το συναίσθημα κάποτε μας κάνει να το βλέπουμε έτσι, την Υπεραγία Θεοτόκο, την γυναίκα, την μητέρα, την Παναγία, από τον Υιό και Θεό της. Δε χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Θεό, διότι τα πάντα εντός της είναι ο Χριστός. Ζει δε ουκέτι αυτή, αλλ΄ εν εαυτή ζει Χριστός. Και γίνεται πρότυπο για όλους μας, στην πορεία της ζωής μας, στην αναζήτηση της δικής μας  προσωπικής ευτυχίας, ο δρόμος και ο τρόπος  της, για να κατανοήσουμε και να ζήσουμε το εφικτό της ευτυχίας που διαρκεί και νικά και τον θάνατο!

      «Εσκήνωσε». Η σκηνή προϋποθέτει άνθρωπο πάροικο. Όχι παραδομένο στην ασφάλεια της μόνιμης κατοικίας, του βολέματος στη ζωή, αλλά έτοιμο να φύγει και να πάει όπου θέλει ο Θεός.  Έτοιμο για το αναπάντεχο. Έτοιμο να αποδεχθεί το ανατρεπτικό. Την αγάπη, αλλά και το μίσος των ανθρώπων. Τη χαρά, αλλά και τη λύπη που ο κόσμος παρέχει. Να μην ταραχθεί από την ρομφαία των λόγων και των έργων που η ζωή, οι πειρασμοί, ο χρόνος, οι άλλοι φέρνουν στην καρδιά. Στις σκηνές ζούσαν οι Ισραηλίτες στην έρημο του Σινά, μέχρι να φτάσουν στη γη της επαγγελίας. Η μόνη βεβαιότητα που είχαν ήταν ότι ο Θεός τους αγαπά. Και αυτή είναι η μέγιστη αλήθεια που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος και που την κράτησε όρθια σε κάθε περίσταση της ζωής της.  Ότι ο Θεός την αγαπά. Και αυτό ζητά ο Χριστός για να σκηνώσει στην καρδιά του καθενός ανθρώπου. Να αποδεχθεί ότι τον αγαπά ο Θεός. Πέρα από κάθε βεβαιότητα. Ιδίως στις δυσκολίες και στους σταυρούς. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται πίστη βαθιά και καρδιακή. Και τότε κάθε τι φωτίζεται διαφορετικά. Ακόμη και ο θάνατος.

      «Της μελλούσης ζωής». Δεν αρνούμαστε το σήμερα, το νυν, το τώρα. Δεν παραπλανιόμαστε όμως από την δύναμή τους. Η Παναγία, στη βεβαιότητα της αγάπης του Χριστού, ήξερε καλά ότι τα πάντα είναι ανάσταση και αιωνιότητα. Ότι ο χρόνος δεν είναι πανδαμάτωρ, γιατί μπορούμε να τον υπερβούμε μέσα από την κοινωνία με Εκείνον που μας δίνει την μέλλουσα ζωή. Και αυτή δεν είναι απλώς ένας παράδεισος στον οποίο δεν υπάρχει πόνος, λύπη, στεναγμός, ούτε μία αιώνια ανάπαυση από τα βάρη της ζωής, αλλά κοινωνία προσώπων. Η χαρά της συνάντησης και της συνύπαρξης πέρα από κάθε αμαρτία και κακό. Πέρα από κάθε εγωκεντρισμό. Στην μέλλουσα ζωή δε θα είμαστε το κέντρο του κόσμου, δε θα είμαστε ο ήλιος, αλλά μέσα από τις ακτίνες του Ήλιου της Δικαιοσύνης, από τις λαμπηδόνες που θα προέρχονται από Αυτόν θα φωτίζεται η ύπαρξή μας, αρχικά η ψυχή και μετά την ανάσταση και το σώμα, ώστε να κρατούμε αιώνια τη χαρά του να συνυπάρχουμε με την όντως ζωή. Στον τρόπο αυτό μπροστά θα είναι η Υπεραγία Θεοτόκος και μαζί της οι άγιοι, αλλά και όλοι εμείς που θα ζούμε το «αεί». Αιώνια ζωή είναι να παίρνεις ζωή από την Ζωή. Και γι’ αυτό μεσιτεύει η Υπεραγία Θεοτόκος. Για να μην ξεχνούμε τον προορισμό μας.

        «Η απόλαυσις». Στην παρούσα ζωή απόλαυση δίνουν τα επιτεύγματα. Οι ηδονές. Η δόξα μας. Η αναγνώριση της αξίας μας. Το δίκιο μας. Η αίσθηση ότι τα χαρίσματά μας είναι μοναδικά και ότι οι άλλοι υπάρχουν για μας. Όμως στην σχέση με τον Χριστό η απόλαυση είναι το Πρόσωπό Του. Γιατί σ’ αυτό ενυπάρχει η Αγάπη. Και τα ελάχιστα ψήγματα αυτής της αγάπης  που μπορούμε να κατανοήσουμε και να ζήσουμε στην παρούσα ζωή  μάς κάνουν να  προγευτούμε τι τελικά μας κάνει αυθεντικά και διαρκώς ευτυχισμένους: η Αγάπη! Αυτήν που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος. Αυτήν που δείχνει στον καθέναν μας, όταν την επικαλείται, όχι ιδιοτελώς, αλλά με γνώμονα την κοινωνία με τον Υιό της. Ο Χριστός είναι η απόλαυση της αγάπης που κρατά για πάντα. Και μας κάνει να νικούμε κάθε θάνατο, σωματικό, πνευματικό, της απώλειας, της ήττας, του σταυρού, της περιθωριοποίησης. Γιατί ακόμη και στην πιο δύσκολη περίσταση, η αγάπη νοηματοδοτεί, κατανοεί, συγχωρεί, δίνει αντοχή και ανοχή.

       Να γιατί η ένδοξος κοίμηση γίνεται γιορτή. Γίνεται Πάσχα για εκείνην και την ίδια στιγμή  πρόσκληση συμπόρευσης για  τον καθέναν μας στον τρόπο και τον δρόμο της Εκκλησίας!

Κέρκυρα, 15 Αυγούστου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ (ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΠΙΠΤΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΠΥΡ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΥΔΩΡ)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

   Συχνά στη ζωή μας διαπιστώνουμε αντιφατικές συμπεριφορές. Οι άνθρωποι γινόμαστε κυκλοθυμικοί. Αλλάζει η διάθεσή μας με τέτοιον τρόπο που να μην μπορούμε ούτε εμείς να ψυχολογήσουμε τον εαυτό μας, πόσο μάλλον οι άλλοι. Κάποτε ισχύει για μας το τραγούδι «άλλα λέω, άλλα κάνω κι άλλα εννοώ». Αυτή η αντιφατική συμπεριφορά δεν μας επιτρέπει να μπορούμε ούτε τον εαυτό μας να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε, αλλά ούτε και να βγάλουμε σαφή συμπεράσματα για τους άλλους, διότι η αντιφατικότητα χαρακτηρίζει κι εκείνους. Στην προσπάθεια για ερμηνεία του τρόπου σκέψης και  συμπεριφοράς, θεωρούμε ότι η πολλαπλότητα των επιλογών που μας δίνεται, η επιθυμία να κερδίσουμε, άλλοτε ο φόβος και η δειλία στο να κάνουμε πράξη αυτό που επιζητούμε, αλλά και η ασυνέπεια των πολλών που μας παρασύρει στην ίδια οδό, είναι λόγοι που επικαλούμαστε. Δεν περνά όμως από τον νου μας ότι η αστάθεια είναι στοιχείο επιρροής του κακού. Στοιχείο χαρακτήρα που δεν έχει ισχυρή αυτογνωσία, ούτε και θέληση να φέρει εις πέρας τις σκέψεις και επιθυμίες του, ιδίως όταν αυτές αποσκοπούν στην αυθεντική πρόοδο τα ύπαρξης, στον αγώνα για αρετή, στην οδό του Θεού.

          Ο Χριστός, μετά την μεταμόρφωσή του στο όρος Θαβώρ, βρέθηκε μπροστά σε μία τέτοια κατάσταση. Ένας πατέρας πέφτει στα πόδια Του και Τον παρακαλεί να απαλλάξει τον σεληνιαζόμενο και επιληπτικό υιό του από την δαιμονική επίδραση, την οποία οι μαθητές δεν κατάφεραν να αποτραβήξουν. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι το πνεύμα του κακού κάνει τον γιο του «πολλάκις» να  «πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ» (Ματθ. 17, 15). Το νερό και η φωτιά είναι δύο εντελώς αντίθετα στοιχεία. Όπου υπάρχει νερό, δεν υπάρχει η φωτιά και το αντίστροφο. Στην περίπτωση του παιδιού, το δαιμονικό πνεύμα το ρίχνει και στο ένα και στο άλλο στοιχείο, κάνοντάς το να συμπεριφέρεται αντιφατικά και ταυτόχρονα καταστροφικά.  Γιατί τα δύο στοιχεία από μόνα τους είναι ικανά είτε να πνίξουν είτε να κάψουν το παιδί. Η αντιφατικότητα εδώ συνεπάγεται τον θάνατο. Την ίδια στιγμή όμως μένει δυσερμήνευτη. Δε θα ήταν αρκετό μόνο το ένα από τα δύο στοιχεία;

         Ο διάβολος τρελαίνει τον άνθρωπο, όταν τον ελέγχει. Τον κάνει να μην έχει σειρά στη ζωή του. Να φάσκει και να αντιφάσκει. Να μην μπορεί να ισορροπήσει. Και ο τελικός σκοπός του διαβόλου είναι να πάρει τη ζωή του ανθρώπου, όχι κατ’ ανάγκην τη βιολογική, αλλά, κυρίως, την πνευματική, να τον απομακρύνει από τον Θεό και να μην του επιτρέψει να λειτουργήσει ισορροπημένα. Αυτή η κατάσταση προεκτείνεται σε όλες τις αντιφάσεις του ανθρώπου. Όταν ο νους και η καρδιά μας, η ύπαρξή μας δεν είναι αποφασισμένη να ακολουθεί μία σειρά, να έχει συνέπεια, να μην υποκρίνεται, αλλά να είναι ειλικρινής, τότε βαδίζει προς μία καταστροφικότητα, η οποία είναι και ψυχολογική, αλλά και κοινωνική. Ψυχολογική, διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του, γιατί κάνει ό,τι κάνει, όπως επίσης και γιατί δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, καθώς η παρορμητικότητα, η αστάθεια και η ανισορροπία μόνο πρόσκαιρα μπορούν να δώσουν ευχαρίστηση. Μόλις ο άνθρωπος εκπληρώσει το άμεσο θέλημά του, θα διαπιστώσει ότι η ασυνέπεια, η απειθαρχία, η απουσία βούλησης η οποία φτάνει τις επιλογές μέσω του αγώνα στην νίκη ή, τουλάχιστον, στην ήρεμη συνείδηση, δεν του επιτρέπουν να είναι ήσυχος, να χαρεί σε διάρκεια ό,τι νομίζει ότι του αρέσει, με αποτέλεσμα να μην είναι ευτυχής. Παράλληλα, ένας ασταθής και ανισόρροπος άνθρωπος δεν γεννά εμπιστοσύνη στις σχέσεις του, με αποτέλεσμα αυτές γρήγορα να διαλύονται και τα τραύματα να γίνονται εμφανή, καθώς η αγάπη δεν είναι δυνατή.

       Ο διάβολος βεβαίως βοηθιέται από την ελευθερία μας, η οποία μας πείθει ότι δε χρειάζονται τρία πολύτιμα στοιχεία, όπως ο Χριστός επισημαίνει: η πίστη, η προσευχή και η νηστεία. Παρότι δεν φαίνεται ότι συμβάλλουν στην ισορροπία του εαυτού μας, εντούτοις αυτά τα τρία στοιχεία είναι πολυτιμότατα, για να νικήσουμε την αντιφατικότητά μας και να χτίσουμε έναν δυνατό χαρακτήρα, με νόημα και σταθερότητα. Η πίστη μας δίνει την βεβαιότητα ότι δεν είμαστε μόνοι μας στον αγώνα για βούληση προς το αγαθό, για σταθερότητα, για υπέρβαση του φόβου της ήττας ή των συνεπειών των επιλογών μας σε σχέση με τους άλλους που ζητούν ευκολία. Υπάρχει ο Θεός, ο Οποίος μας βοηθά να νικήσουμε το πειρασμό να παραδινόμαστε άλλοτε στη φωτιά και άλλοτε στο νερό και, ταυτόχρονα, να αποκτούμε ίαση στην ψυχή μας, να ξέρουμε ποιοι είμαστε και πού πορευόμαστε. Η προσευχή είναι η υπέρβαση του εγωκεντρισμού μας. Είναι η πίστη στην πράξη. Η αίσθηση ότι δεν είναι το δαιμονικό πνεύμα, το κακό, ο εγωκεντρικός τρόπος του πολιτισμού, η υπερήφανη αίσθηση της παντογνωσίας το κλειδί, αλλά η ταπεινή εναπόθεση στον Θεό των αδυναμιών μας και η εκζήτηση της βοήθειάς Του. Η νηστεία πάλι βάζει τον εαυτό μας σε πειθαρχία. Χωρίς να περιορίζει το εύρος των επιλογών μας, διότι δεν παύουμε να είμαστε ελεύθεροι, μας βάζει όρια και μέτρα επειδή εμείς το διαλέγουμε. Νικάμε το θέλημά μας και μέσα από την υπακοή στο θέλημα του Θεού δείχνουμε στο δαιμονικό πνεύμα ότι   υπάρχει αυτός ο δρόμος, τον οποίο αυτό δε θέλησε να ακολουθήσει, αλλά και στον εαυτό μας ότι μπορούμε, σε πείσμα των καιρών, να ακολουθήσουμε αυτό που αποφασίζουμε, να υπολογίσουμε τις συνέπειες της αντιφατικότητας και να κάνουμε όσα θεωρούμε σωστά, όσα λέμε, όσα εννοούμε, με σχέδιο. Με πειθαρχία στον εαυτό μας. Με επίγνωση του τι μπορούμε και τι όχι και με εμπιστοσύνη στη χάρη του Θεού που αναπληρώνει τα ελλείποντά μας.

       Οι καιροί μας επιβραβεύουν το ψέμα. Η αντιφατικότητα μας βγάζει ψεύτες. Καμαρώνουμε κάποτε γι’ αυτό ή δεν μας ενδιαφέρει, διότι έχουμε και θρασύτητα. Το να πέφτουμε στη φωτιά και στο νερό ταυτόχρονα δεν είναι πρόβλημα για μας, αρκεί να κάνουμε το θέλημά μας και μάλιστα, αυτό της στιγμής. Είτε το κατανοούμε είτε όχι, ουσιαστικά είμαστε παραδομένοι στον τρόπο του δαιμονικού πνεύματος. Ο Χριστός όμως  είναι η αλήθεια.  Είναι η ίαση της αντιφατικής ψυχής. Είναι Αυτός που εκδιώκει το κακό και μας δίνει πορεία χαράς και νοήματος που διαρκούν. Η δική μας συνεισφορά είναι η πίστη, η προσευχή, η νηστεία, για να μπορούμε να έχουμε ισχυρή βούληση, να θέλουμε και να παλεύουμε! . Ακόμη κι αν μειοψηφούμε στον κόσμο της αντίφασης, ακόμη κι αν αισθανόμαστε ότι το ψέμα μάς εμπαίζει και οι άλλοι δεν μας δίνουν περιθώρια σταθερότητας στις σχέσεις μαζί τους, εμείς ας επιμείνουμε. Ας μην ανήκουμε στην άπιστη και διεφθαρμένη γενιά, αλλά σ’ αυτήν του Κυρίου Ιησού. Την μεταμορφωμένη και αναστημένη!

Κέρκυρα, 13 Αυγούστου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιμ. Καλλίστρατου Ν. Λυράκη: Η ενδοξοτέρα θνήσκει

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 12, 2017

H ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η αειπάρθενος Μαριάμ, αξιώθηκε να ζήσει την τιμιότερη ζωή, που έζησε ποτέ άνθρωπος! Γιατί μόνη Αυτή «εν γυναιξί» εξελέγη για να προσφέρει στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού τις μητρικές Της υπηρεσίες!
Απέβη έτσι το Πρόσωπο της ευδοκίας αυτής της Αγίας Τριάδος! Κατέστη όντως το πιο κοντινό και στενό Πρόσωπο που συνεδέθη ποτέ με τον Κύριο του παντός!

Πρώτη Αυτή πληροφορήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ για τη θεία υπόσταση του μέλλοντος να γεννηθεί εξ αυτής υπερφυώς, ότι δηλαδή θα είναι ο Υιός του Θεού. Και πρώτη Αυτή άκουσε από το αρχαγγελικό στόμα το όνομα, το όποιο θα είχε ως άνθρωπος: «Καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» ( Λουκ. α”, 31).

Για εννέα μήνες Τον έφερε στα σπλάγχνα Της! Και όταν « ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι καί ἔτεκεν τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» ( Λουκ. β”, 7), με πόση στοργή θα έσκυβε επάνω Του και θα ατένιζε το θείο Βρέφος! Με πόση ευλάβεια θα Το κρατούσε στην αγκάλη Της και θα Το γαλουχούσε ως νήπιο!

Και ανέθρεψε ως παιδί το δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος η άσημη Κόρη της Ναζαρέτ! Παρακολούθησε κατόπιν όλη Του την άγια ζωή και δράση στον κόσμο. Έζησε την οδύνη του θείου Πάθους και του σταυρικού Του θανάτου ως ρομφαία, που διαπέρασε τα μητρικά Της σπλάγχνα! Αλλά και γεύτηκε η Παναγία μας την ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση της Ανάστασης του Υιού Της! Παραβρέθηκε στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ίδρυσης της Εκκλησίας στο υπερώο της Ιερουσαλήμ! Είδε και πληροφορήθηκε το θρίαμβο του Υιού Της με τη θαυμαστή εξάπλωση της Εκκλησίας στον κόσμο!

Τι απέμενε άραγε γι” Αυτήν πλέον; Πως μπορούσε να παραμένει ακόμα στη γη, η περισσότερο από όλους τους αγίους αγιασμένη, η Κεχαριτωμένη Μαρία; Γι” αυτό, όταν ήλθε η ώρα που ο Θεός ορίζει για κάθε άνθρωπο, το σώμα Της έμεινε χωρίς πνοή στο νεκρικό κρεβάτι! Και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας παρέδωσε το πνεύμα Της στα χέρια του Υιού Της!

Ναι. Και την Παναγία την επισκέφτηκε ο θάνατος!

Ο θάνατος! Ο κοινός κλήρος όλων εκείνων που φέρουν την ανθρώπινη φύση. Δεν κάνει εξαίρεση ούτε και σ” αυτούς τους άγιους του Θεού. Πως ήταν δυνατό, επομένως να εξαιρεθεί και η Θεοτόκος, καίτοι υπήρξε των αγίων αγιωτέρα και ενδοξότερα των ουρανίων δυνάμεων και τιμιωτέρα των Χερουβίμ;

Ο ιερός Δαμασκηνός -στο σχετικό λόγο για την Παναγία- μας παρουσιάζει τη Θεοτόκο όχι μόνο να αποδέχεται το θάνατο, αλλά και να επείγεται να συναντήσει το Μονογενή Της γι” αυτό και Τον παρακαλεί να δεχθεί στα θεϊκά Του χέρια την « φίλην » σ” Αυτόν ψυχή Της. Γράφει ο άγιος Πατήρ: «Στα χέρια Σου το πνεύμα μου, τέκνο μου, παραδίδω. Δέξου μου τη δική σου φίλη ψυχή, που άμεμπτη κράτησες. Σε Σένα και όχι στη γη το σώμα μου αφήνω. Φύλαξε το σώο εκείνο, το όποιο έκανες κατοικία, το οποίο διατήρησες παρθενικό και όταν γεννήθηκες. Πλησίον Σου πάρε με, για να κατοικήσω με Σένα και εγώ, με Σένα που είσαι των σπλάγχνων μου η φύτρα. Προς Σένα βιάζομαι να έλθω. Προς Σένα, ο Όποιος ήλθες και με επισκέφθηκες, χωρίς να χωρισθείς από τον Πατέρα Σου»(1).

Πόσο εκπληκτικό! Η Μητέρα της ζωής, το σκήνωμα της δόξης του Θεού, η μεγαλώνυμη Θεοτόκος, δέχεται νέκρωση!

Αλλά, γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου να είναι άξια και αφορμή απορίας; Ε άν ο Κύριος Ιησούς, που έγινε άνθρωπος, γεύθηκε το ποτήριο του θανάτου, πως να μη το γευθεί η Κόρη της Ναζαρέτ, που υπήρξε γυναίκα θνητή; Υπάρχει κανείς άνθρωπος, ο όποιος θα ζήσει επάνω στη γη και δεν θα πεθάνει;»(2) αναρωτιέται ο Προφήτης. Και ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει: «Επιφυλάσσεται σε κάθε άνθρωπο να πεθάνει μια φορά»(3).

Εξαιτίας των παραπάνω λόγων και η Παναγία γεύθηκε τον πικρό θάνατο. Διότι, όπως σημειώνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης: «Εάν δεν υπάρχει, κατά το λόγιο, άνθρωπος, ο οποίος έζησε και δεν δοκίμασε θάνατο-άνθρωπος δε, και του ανθρώπου πέρα, και η υμνουμένη τώρα Παναγία, έχει δειχθεί βεβαίως τρανώς ό τι και Αυτή ξεπλήρωσε το ίδιο με μας νόμο της φύσεως, εάν όχι ίσα με μας, αλλά πάνω από μας»(4).

Αναντίρρητα, ο θάνατος είναι σκληρός. Αλλά από τη στιγμή που ο Χριστός νίκησε το θάνατο και ανέστη εκ νεκρών, ο θάνατος έπαυσε να προκαλεί τη φρίκη και την απόγνωση στους ανθρώπους. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων δεν είναι γεγονός θλιβερό. Είναι χαρά και αγαλλίαση, διότι καταργήθηκε πλέον το κράτος του θανάτου και η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία. «Εγώ ο άνθρωπος θεώθηκα», γράφει ο ιερός Δαμασκηνός, «απαθανατίσθηκα εγώ ο θνητός… διότι ξεντύθηκα το ένδυμα της φθοράς και φόρεσα την αφθαρσία καθώς τυλίχθηκα την αλουργίδα της Θεότητας»(5).

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό γιατί θ άνατος της « ζωαρχικής Μητέρας» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην ονομάζεται κάματος, αλλά «κοίμηση» και «θεία μετάσταση» και «εκδημία» ή «ενδημία» προς τον Κύριο. Και εάν ακόμη λεχθή «θάνατος», όμως είναι θάνατος ζωηφόρος και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιωνίου, κατά τον ιερό Δαμασκηνό(6).

Πότε κοιμήθηκε η Θεομήτωρ; Δεν γνωρίζομε. Η Καινή Διαθήκη δεν μας δίνει πληροφορίες για το πότε γεννήθηκε η κόρη της Ναζαρέτ, αλλ” ούτε και για το πότε απέθανε. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου έγραφε τα εξής σχετικά:

«Οι Γραφές δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για το τέλος της Θεοτόκου, ούτε εάν απέθανε, ούτε εάν δεν απέθανε ούτε εάν τάφηκε, ούτε εάν δεν τάφηκε» (7). Και προσθέτει χαρακτηριστικά ο αυτός πατήρ: «Αν απέθανε η αγία Παρθένος και τάφηκε, με τιμή η κοίμηση Της και με αγνεία η τελευτή και με παρθενία το στεφάνι. Αν δέχθηκε θάνατο μαρτυρικό, καθώς έχει γραφεί «την καρδιά σου θα διαπεράσει μεγάλο και οδυνηρό μαχαίρι» και τότε μεταξύ των μαρτύρων η δόξα Της και το άγιο Της σώμα με μακαριότητα αναπαύθηκε»(8).

Οπωσδήποτε ο θάνατος της Μητροπάρθενης Κόρης δεν υπήρξε ένα άδοξο γι” Αυτή γεγονός. Αυτός ο ίδιος ο Υιός Της και Σωτήρας, κατά την ώρα της Κοίμησης της Μητέρας Του ήλθε « πρός τήν οἰκείαν λοχεύτριαν»· και «υπηρετεί με δεσποτικές παλάμες την παναγία και θεϊκωτάτη Μητέρα και υποδέχεται την ιερή ψυχή»(9). Συνοδευόμενος δε από όλους τους αγγέλους και τους άγιους την αναφέρει όχι απλώς στον ουρανό, αλλ” έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, στα επουράνια “για των Αγίων.

Ο ιερός Δαμασκηνός περιγράφει με πολύ στοργικό και τρυφερό τρόπο αυτήν την υποδοχή της ψυχής της Παναγίας μας εκ μέρους του Υιού Της. Μας παρουσιάζει τον Κύριο Ιησού να προσκαλεί να έλθει κοντά Του η πάναγνη Μητέρα Του, της Όποιας η αρετή υπερβαίνει σε θελκτικότητα όλα τα αρώματα. Λέει , λοιπόν, ο Νυμφίος Χριστός στην Αειπάρθενο:

«Έλα, ευλογημένη μου Μητέρα, να ξεκουρασθείς. Σήκω, έλα κοντά Μου, η ενάρετη μεταξύ των γυναικών, διότι ο χειμώνας αφού παρήλθε, ήλθε η ώρα για να κόψουμε κλαδιά. Η ωραία κοντά Μου, και μώμος δεν υπάρχει σε Σένα. Η ευωδία των μύρων Σου ξεπερνά όλα τα αρώματα » (10) .

Και γεμάτος θαυμασμό για τη μετάσταση Της απορεί και γράφει: «Ω πως ο ουρανός υποδέχθηκε Αυτή, που υπήρξε πλατύτερη από τους ουρανούς! Πως δέχθηκε ο τάφος Αυτήν, η οποία δέχθηκε τον Θεό! Ναι, Τη δέχθηκε, και Τη χώρεσε, διότι δεν έγινε πλατύτερη από τον ουρανό με το σωματικό Της όγκο- διότι πως ένα σώμα τριών πήχεων, που όλο και φυραίνει, θα μπορούσε να ξεπεράσει το πλάτος και το μάκρος του ουρανού; Με τη θεία χάρη όμως ξεπέρασε κάθε ύψος και πλάτος, διότι το θεϊκό είναι πέραν από κάθε σύγκριση. Ω, το ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και αξιοπροσκύνητο μνήμα»(11).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν παρευρέθηκαν στην εκδημία της Παναγίας μας βασιλείς και αυτοκράτορες. Δεν συνόδευσαν την πομπή οι πρίγκιπες και οι ηγεμόνες των κοσμικών βασιλείων. Παρίσταντο όμως «οι αυτόπται του Λόγου θεράποντες», οι άγιοι Απόστολοι! Το εκφράζει ο υμνωδός, όταν ψάλλει εκ μέρους της Θεοτόκου: « Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανή τῷ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μον, παράλαβέ μου τό πνεῦμα » (12).

Αλλά και στους αίνους ομολογούμε: « Ἐκ περάτων, συνέδραμον, Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι, θεαρχίῳ νεύματι τοῦ κηδεύσαί Σε· καί ἀπό γῆς αἰρομένην Σέ πρός ὕψος θεώμενοι, τήν φωνήν τοῦ Γαβριήλ ἐν χαρά ἀνεβόων Σου, χαῖρε ὄχημα τῆς Θεότητος ὅλης, Χαῖρε, μόνη τά επίγεια τοῖς ἄνω τῷ τοκετῷ Σον συνάψασα» (13) .

Και ήταν φυσική αυτή η σύναξη -«εκ περάτων» της γης- των Αγίων Αποστόλων, με σκοπό να αποδώσουν την αρμόζουσα τιμή στην Πάναγνη Μητέρα του θείου Διδασκάλου τους. Και τούτο, διότι ο ενταφιασμός της Θεοτόκου μόνο των άξιων Αποστόλων ήταν καθήκον.

Έπρεπε να προπέμψουν οι οικείοι και οι μαθητές τη Μητέρα του Διδασκάλου. Αυτοί ενετύλιξαν το σεπτό σώμα Της με τη σινδόνα και το ενταφίασαν.

Αυτή η πράξη των αγίων Αποστόλων υπήρξε απόλυτα σύμφωνη και με την προτύπωση της Θεοτόκου με την Κιβωτό της Π. Διαθήκης και την ερμηνεία της. Γι” αυτό και ο ιερός Δαμασκηνός, υπενθυμίζοντας την προτύπωση, γράφει:

«Εσένα, την αληθινή Κιβωτό του Κυρίου και Θεού, σήκωσαν στους ώμους η σύναξη των Αποστόλων, καθώς κάποτε οι ιερείς την Κιβωτό, που ήταν η προτύπωσή Σου, Σένα ακούμπησαν στον τάφο και Σένα έστειλαν με αυτόν, σαν να ήταν κάποιος Ιορδάνης, στην αληθινή γη της επαγγελίας, ναι, την «άνω Ιερουσαλήμ», τη μητέρα όλων των πιστών, αυτήν «που τεχνούργησε και έπλασε ο Θεός» (14).

Κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας -την οποία αναφέρει ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος, όταν βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την Δ” Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451

μ.Χ.)- κατέφθασε στη βασίλισσα Πουλχερία, μετά την ταφή της Αειπαρθένου Μαρίας, ένας από τους αγίους Αποστόλους, που δεν κατόρθωσε να είναι παρών την ήμερα της ταφής Της, και ζήτησε να προσκυνήσει το « θεοδόχον σώμα» Της. Τότε « ἤνοιξαν τήν σορόν », αλλά « τό μέν σῶμα Αὐτῆς τό πανύμνητον οὐδαμῶς εὑρεῖν ἠδυνήθησαν »· βρήκαν μόνο « τά ἐντάφια Αυτῆς ». Και αφού δοκίμασαν « ἄφατον εὐωδίαν ἠσφαλίσαντο τήν σορόν ». Γεμάτοι έκπληξη από « τό τοῦ μυστηρίου θαῦμα » σκέπτονταν αυτό μόνο: » Ὅπως ὁ Θεός Λόγος καί Κύριος τῆς δόξης εὐδόκησε «κατ” ἰδίαν ὑπόστασιν » να σαρκωθεί και να γίνει άνθρωπος « ἐξ Αὐτῆς » και να γεννηθεί με σάρκα, και όπως «μετά τόν τόκον » διαφύλαξε άφθορη την παρθενία Της, έτσι πάλι ο Ίδιος « εὐδόκησε καί μετά τήν ἐντεῦθεν ἀποβίωσιν » της Θεοτόκου να τιμήσει « τό ἄχραντον καί ἀ μίαντον σῶμα Της» με την αφθαρσία και την μετάθεση του στη αιωνιότητα «προ της κοινής και καθολικής αναστάσεως» (15).

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης ομιλεί όμως περί αναστάσεως της Θεοτόκου την τρίτη ημέρα μετά την Κοίμηση Της. Λέγει το εξής:

«Το να αναστηθεί από των νεκρών η Παναγία και να αναληφθεί με το σώμα και να είναι ήδη ζωντανή στους ουρανούς το δεχόμαστε, διότι αυτό είναι « ἀσυγκρίτως θεομητροπρεπέστερον τοῦ νεκράν αὐτήν εἶναι », δηλαδή από του να μένει « τό ἄχραντο σῶμα Της νεκρόν » στην γη, « ὡς χωρισμένον τῆς ζωοποιούσης αὐτό ἁγιωτάτης ψυχῆς » (16).

Σεβόμενοι βέβαια την άποψη του αγίου Νικόδημου, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία μας δεν δίδαξε ότι η Θεοτόκος ανελήφθη με το πανάσπιλο σώμα Της στον ουρανό και ότι μετέστη με αυτό στην αΐδιο δόξα και μακαριότητα. Διότι ούτε η Αγία Γραφή, ούτε η Αποστολική Παράδοση αναφέρουν το γεγονός αυτό. Για το γεγονός αυτό δίνουν διάφορες λεπτομέρειες μόνο τα Απόκρυφα, και αυτά τον τέταρτο αιώνα.

Στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία «πρώτη μνεία» περί της Μεταστάσεως της Θεοτόκου γίνεται σε κάποιο λόγο, ο όποιος αποδίδεται «ψευδώς εις το Μόδιστον των Ιεροσολύμων (700)» (17).

Η γιορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία άρχισε να γιορτάζεται από τον έκτο αιώνα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι τρεις λόγοι του ιερού Δαμασκηνού δεν αναφέρονται στη Μετάσταση, αλλά « εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Πανυμνήτου καί ὑπερενδόξου εὐλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας» (18).

Και ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου -μένοντας πιστός στη σιωπή των Γραφών ως προς το τέλος της Θεοτόκου- αφήνει μετέωρη τη σκέψη μας ως προς το θέμα αυτό, ενώ παράλληλα εξηγεί τον πιθανό λόγο για τον όποιο ο Θεός θέλησε να ταφεί στην σιωπή το μυστήριο του θανάτου της Παναγίας μας. Σημειώνει, λοιπόν, ο άγιος Επιφάνιος :

«Πέθανε η αγία Παρθένος και έχει θαφτεί, με τιμή αυτής η κοίμηση (…) με μαρτυρία η δόξα Της, και με μακαρισμούς το άγιο Της σώμα (…). Το τέλος Της κανείς δεν γνωρίζει. Αλλά και εάν νομίζουν μερικοί ότι κάνουν λάθος, να ζητήσουν μαρτυρίες από την Αγία Γραφή, και θα βρουν ότι δεν αναφέρεται ο θάνατος της Μαρίας. Ούτε εάν πέθανε, ούτε εάν δεν έχει πεθάνει· ούτε εάν έχει θαφτεί·(…) απλώς σιώπησε η Γραφή για το υπερβολικό του θαύματος, για να μην οδηγήσει σε έκπληξη τη διάνοια των ανθρώπων. Διότι εγώ δεν τολμώ να πω, αλλά σκεπτόμενος να ασκώ σιωπή(…) δεν λέω ότι έμεινε αθάνατη- αλλά δεν πείθομαι, εάν έχει πεθάνει. Διότι υπερέβαλε η Γραφή τη διάνοια την ανθρώπινη, και την άφησε μετέωρη για το σκεύος το τίμιο και εξοχότατο· για να μην υποπτευθεί κάποιος περί Αυτής σαρκικά πράγματα» (19).

Επιπλέον η Ορθόδοξη αγιογραφία εικονογραφεί την « Κοίμησιν της Θεοτόκου» και όχι την « ανάληψίν » Της. «Η Θεομήτορ ιστορείται νεκρά, εξαπλωμένη επί φερέτρου » (20).

* * *

«Τίμιος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων ἐνώπιον τοῦ Κυρίου» ( Ψαλμ. ριε”, 6). Ομολογουμένως τιμιότατος υπήρξε ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το διαλαλεί η Παράδοση, η οποία παρουσιάζει την Παναγία μας να μεταβαίνει προς την πραγματική Ζωή με τη σεπτή Της Κοίμηση· και ενώ κυκλώνεται από το νέφος των ουρανίων Δυνάμεων και των αγίων Αποστόλων, παραδίδει την αγία και ακηλίδωτη ψυχή Της στον Υιό και Θεό Της. Κι οι εμπνευσμένοι υμνωδοί της Εκκλησίας μας ψάλλουν:

«Την Ζωήν ἡ κυήσασα, πρός τήν Ζωήν μεταβέβηκας, τῇ σεπτῇ Κοιμήσει Σον, τήν ἀθάνατον, δορυφορούντων ἀγγέλων Σοι, Ἀρχῶν καί Δυνάμεων, Ἀποστόλων, Προφητῶν, καί ἁπάσης τῆς κτίσεως δεχόμενου τε ἀκηράτοις παλάμαις τοῦ Υἱοῦ Σον τήν ἀμώμητον ψυχήν Σον, Παρθενομῆτορ Θεόνυμφε » (21). .

Και τα αναρίθμητα πλήθη των πιστών, που κατακλύζουν τους ιερούς Ναούς κατά την ένδοξη γιορτή της Κοιμήσεως Της, διακηρύττουν την εγκόσμιο και υπερκόσμιο δόξα της Θεοτόκου:

« Τῇ ἐνδόξω Κοιμήσει Σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται, καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα· πᾶσα ἡ γῆ δέ εὐφραίνεται, ὠδήν Σοι ἐξόδιον προσφωνοῦσα τῇ Μητρί, Τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, ἀπειρόγαμε Παναγία Παρθένε, ἡ τό γένος τῶν ἀνθρώπων ρυσαμένη προγονικῆς ἀποφάσεως » (22) .

Με πάλλουσα δε από συγκίνηση καρδιά κάθε ευσεβής πιστός μυστικά δέεται προς τη Μητέρα όλων των ανθρώπων: « Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σε ἀνατίθημι…».

—————————————–

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) « Εἰς χεῖρας σου, τέκνον, τό πνεῦμα μου παρατίθημί · δέξαι μου τήν σήν φίλην ψυχήν, ἥν ἐτήρησας ἄ μεμπτον σοι τόν ἐ μόν σῶμα καί οὐ τῇ γῇ παραδίδω· φύλαξον σῶον, ὅ κατοικῆσαι ηὐδόκησας καί γεννηθείς παρθένον ἐτήρησας · πρός σέ μέ μετάστησον , ἵ ν “ ὅπου εἶ σύ, τῶν ἐμῶν σπλάγχνων τό κύημα, ἔσομαι κἀγώ σοι συνέστιος · πρός σέ γάρ ἐπείγομαι τόν πρός ἐμέ ἀδιαστάτως τοῦ Πατρός καταφοιτήσαντα » (Ρ. G. 96, 736).

(2). « Τίς ἐστιν ἄνθρωπος, ὅς ζήσεται καί οὔκ ὄ ψεται θάνατον;» ( Ψαλμ. πη”, 49).

(3). « Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν » (Εβρ. θ΄, 27).

(4). « Εἰ γάρ οὐκ ἐστί, κατά τό λόγιον, ἄνθρωπος ὅς ζήσεται καί οὐκ ὄψεται θάνατον ἄνθρωπος δε καί ἀνθρώπου ἐ πέκεινα καί ἡ νῦν ὑμνούμένη (η Παναγία), δέδεκται δήπου τρανῶς ὡς καί αὕτη τόν ἡμῖν ἐκπεπλήρωκε νόμον τῆς φύσεως εἰ καί μή καθ” ἡμᾶς ἴσως, ἀλλ “ ὑπέρ ἡμᾶς » (Ρ G. 97, 1053).

(5). « Τεθέωμαι ὁ ἄνθρωπος, ὁ θνητός ἠ θανάτισμαι, την φθοράν ἀπημφίεσμαι, τήν ἀ φθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς Θεότητος » (Ρ G . 96, 725).

(6). Ρ G 96, 716 ΑΒ C.

(7). « Ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν καί εὕρωσιν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται, οὔτε εἰ μή τέθαπται » (Ρ G 42, 716).

(8). « Ἤτοι ἄν ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος, καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις, καί ἐν ἀγνεία ἡ τελευτή καί ἐν παρθενίᾳ ὁ στέφανος· ἤτοι ἄν ἀνηρέθη, καθώς γέγραπται » καί τήν ψυχήν αὐτῆς διελεύσεται ρομφαῖα » ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαριστῷ τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα » (Ρ G 43, 737).

(9). « Δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ παναγίᾳ ταύτῃ καί θειοτάτη οἵα μητρί λειτουργῶν τήν ἱεράν ψυχήν ὑποδέχεται » (Ρ G 96, 705).

(10). « Δεῦρο, εὐλογημένη μου Μήτηρ, εἰς τήν ἀνάπαυσίν μου ἀκούσασα. Ἀνάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, ἡ καλή μου, ἡ καλή ἐν γυναιξίν, ὅτι ἰδού ὁ χειμών παρῆλθεν, ὁ καιρός τῆς τομῆς ἔφθασε. Καλή ἡ πλησίον μου, καί μῶμος οὐκ ἐστίν ἐν σοι. Ὀσμή μύ ρων σου ὑπέρ πάντα τά ἀρώματα » (Ρ G 96, 736).

(11). «Ὤ, πῶς οὐρανός ὑπεδέξατο τήν πλατυτέρα οὐρανῶν χρηματίσασαν·πῶς δέ τάφος τό τοῦ θεοῦ δοχεῖον ἐχώρησε · καί ἐδέξατο, καί κεχώρησεν. Οὐ γάρ σω ματικοῖς ὄγκοις οὐρανοῦ πλατύτερον χωρίον ἐγένετο · πῶς γάρ τό τρίπηχον τό ἀεί λεπτυνόμενον σῶμα, εὕρεσί τε καί μήκεσιν οὐρανοῦ παραβληθῆναι δυνήσεται ; Τῇ δέ χάριτι μᾶλλον διά ὕψους καί πλάτους τό μέτρον ὑ περηκόντισε » τό γάρ θεῖον ἀσύγκριτον. «Ὤ, ἱεροῦ καί θαυμαστοῦ καί σεβασμίου καί προσκυνητοῦ μνήματος» (Ρ G 96, 720).

(12). « Oἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ συναθροισθήκατε ἐδῶ στό χωρίο Γεσθημανῆ, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μου, παράλαβε μου τήν ψυχή».

(13). «Από τα πέρατα του κόσμου έτρεξαν οι πρόκριτοι Απόστολοι, με το νεύμα του Θεού για να Σε κηδεύσουν και από τη γη υψωμένη προς τα άνω, ενώ Την έβλεπαν, με την προσφώνηση του Γαβριήλ με χαρά Σε εφώναζαν Χαίρε όχημα όλης της Θεότητας» Χαίρε, μόνη που με τον τοκετό Σου σύναψες τα επίγεια με τα ουράνια».

(14). « Σέ τῶν Ἀποστόλων ὁ δῆμος τήν ἀληθῆ κιβωτόν Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐπί τῶν ὤμων ἀράμενος, ὡς πάλαι ποτέ οἱ ἱερεῖς τήν τυπικήν κιβωτόν, καί ἐν τάφῳ θέμενοι δι” αὐτοῦ ὡς δι” Ἰορδανοῦ τινός ἐπί τήν ἀληθῆ τῆς ἐπαγγελίας παρέπεμπον γῆν, τήν ἄνω φημί Ἱερουσαλήμ, τήν πάντων τῶν πιστῶν μητέρα, ἧς τεχνίτης καί δημιουργός ὁ Θεός» (Ρ G 96, 717-720).

(15). Ρ G 96, 741 Β, 728 C .

(16). Νικόδημου Αγιορείτου : « Ἑρτοδρόμιον », σελ. 653.

(17). Π. Ν. Τρεμπέλα: Δογματική τῆς Ὀ ρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Β” σελ. 215-216.

(18). Ρ G 96, 700, 721, 753.

(19). « Ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις (…) ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαρισμοῖς τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα (,..). Τό τέλος Αὐτῆς οὐδείς ἔγνω. Ἀλλά καί εἰ δοκοῦσί τίνες ἐσφάλθαι, ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν, καί εὕρωσιν ἄν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται· (…) ἁπλῶς ἐσιώπησεν ἡ Γραφή, διά τό ὑπερβάλλον τοῦ θαύματος, ἵνα μή εἰς ἔκπληξιν ἀγάγῃ τήν διάνοιαν τῶν ἀνθρώπων. Ἐγώ γάρ οὐ τολμῷ λέγειν, ἀλλά διανοούμενος σιωπήν ἀσκῶ (…) οὐ λέγω ὅτι ἀθάνατος ἔμεινεν ἀλλ” οὔτε διαβεβαιοῦμαι ὅτι τέθνηκεν. Ὑπερέβαλε γάρ ἡ Γραφή τόν νοῦν τόν ἀνθρώπινον, καί ἐν μετεώρῳ εἴασε διά τό σκεῦος τό τίμιον καί ἐξοχώτατον · ἵνα μή τίς ἐν ὑπονοίᾳ γένηται περί αὐτῆς σαρκικῶν πραγμάτων» (Ρ G 42, 737 Α, 716 Β C ).

(20). Κ. Καλοκύρη : «Μαρία» (εικονογραφία) Θ.Η.Ε. τόμος 8ος, σελ. 700.

(21). «Συ η οποία γέννησες τη Ζωή (τον Χριστό), προς τη Ζωή έχεις μεταβεί, με τη σεπτή Σου Κοίμηση, την αθάνατη, ενώ δορυφορείσαι από αγγέλους. Αρχές και Δυνάμεις, Αποστόλους, Προφήτες, και όλη την κτίση που γίνεται δεκτή από τα καθαρά χέρια του Υιού σου η άμωμη ψυχή Σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε ».

(22). «Με την ένδοξη Κοίμηση Σου οι ουρανοί χαίρονται, και των αγγέλων τα στρατεύματα πανηγυρίζουν και όλη η γη ευφραίνεται, με εξόδιο ύμνο στη Μητέρα Εκείνου, που δεσπόζει όλων των ανθρώπων Συ που είσαι άπειρη από γάμο, Παναγία Παρθένε, εκείνη που λυτρώνεις το ανθρώπινο γένος από την προγονική απόφαση».

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κοίμηση της Θεοτόκου Μαρίας (Απόσπασμα ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 12, 2017

001

Αν <<ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια>>, πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες. Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους, όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ” αυτή θαυμασίων.
Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή, και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις, που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος, αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της, με θεολήπτους ύμνους, με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν.
Οι Απόστολοι προπέμπουν, ακολουθούν, συμπράττουν, αποκρούουν, αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα, το σωστικό φάρμακο του γένους μας, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως.
Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης, είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή. Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα, δια του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο. Διότι μόνο αυτή, ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ” ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου, τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού, ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος. Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση. Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος.
Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη, στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ιματισμό, που σημαίνει στολισμένη με τις παντοειδείς αρετές. Διότι μόνο αυτή κατέχει τώρα μαζί με το θεοδόξαστο σώμα και με τον Υιό, τον ουράνιο χώρο. Δεν μπορούσε πραγματικά γη και τάφος και θάνατος να κρατεί έως το τέλος το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της και αγαπητό ενδιαίτημα ουρανού και του ουρανού των ουρανών.
Αποδεικτικό για τους μαθητές στοιχείο περί της αναστάσεώς της από τους νεκρούς γίνονται τα σινδόνια και τα εντάφια, που μόνα απέμειναν στο τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να την ζητήσουν, όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Υιό και δεσπότη. Δεν χρειάσθηκε να μείνει και αυτή επίσης για λίγο πάνω στη γη, όπως ο Υιός της και Θεός, γι” αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο.
Με την ανάληψή της η Θεομήτορ συνήψε τα κάτω με τα άνω και περιέλαβε το πάν με τα γύρω της θαυμάσια, ώστε και το ότι είναι ελαττωμένη πολύ λίγο από τους αγγέλους, γευόμενη το θάνατο, αυξάνει τη υπεροχή της σε όλα . Και έτσι είναι η μόνη από όλους τους αιώνες και από όλους τους αρίστους που διαιτάται με το σώμα στον ουρανό μαζί με τον Υιό και Θεό.
Η Θεομήτωρ είναι ο τόπος όλων των χαρίτων και πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας και εικόνα κάθε αγαθού και κάθε χρηστότητος, αφού είναι η μόνη που αξιώθηκε όλα μαζί τα χαρίσματα του Πνεύματος και μάλιστα η μόνη που έλαβε παράδοξα στα σπλάχνα της εκείνον στον οποίο βρίσκονται οι θησαυροί όλων των χαρισμάτων. Τώρα δε με το θάνατό της προχώρησε από εδώ προς την αθανασία και δίκαια μετέστη και είναι συγκάτοικος με τον Υιό στα υπερουράνια σκηνώματα και από εκεί επιστατεί με τις ακοίμητες προς αυτόν πρεσβείες εξιλεώνοντας αυτόν προς όλους μας.
Είναι τόσο πολύ πλησιέστερη από τους πλησιάζοντας το Θεό, όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από αυτές τις αγγελικές ιεραρχίες. <<Τα Σεραφίμ στέκονταν γύρω του>> (Ησαϊας 6,2) και ο Δαβίδ λέγει: <<παρέστη η βασίλισσα στα δεξιά σου>>. Βλέπετε τη διαφορά της στάσεως; Από αυτή μπορείτε να καταλάβετε και τη διαφορά της, κατά την αξία της τάξεως. Διότι τα Σεραφίμ ήταν γύρω από το Θεό, πλησίον δε στον ίδιο μόνο η βασίλισσα και μάλιστα στα δεξιά του. Όπου κάθισε ο Χριστός στον ουρανό, δηλαδή στα δεξιά της μεγαλωσύνης, εκεί στέκεται και αυτή τώρα που ανέβηκε από τη γη στον ουρανό.
Ποιός δεν γνωρίζει ότι η Παρθενομήτωρ είναι εκείνη η βάτος που ήταν αναμμένη αλλά δεν καταφλεγόταν. (Ψαλμ.44,19) Και αυτή η λαβίδα, που πήρε το Σεραφίμ, τον άνθρακα από το θυσιαστήριο, που συνέλαβε δηλαδή απυρπολήτως το θείο πυρ και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να έλθει προς το Θεό. Επομένως μόνη αυτή είναι μεθόριο της κτιστής και της άκτιστης φύσεως.
Ποιός θα αγαπούσε το Υιό και Θεό περισσότερο από τη μητέρα, η οποία όχι μόνο μονογενή τον γέννησε, αλλά και μόνη της αυτή χωρίς ανδρική ένωση, ώστε να είναι το φίλτρο διπλάσιο.
Όπως λοιπόν, αφού μόνο δι” αυτής επεδήμησε προς εμάς, φανερώθηκε και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, ενώ πρίν ήταν αθέατος, έτσι και στον μελλοντικό ατελεύτητο αιώνα κάθε πρόοδος και αποκάλυψη μυστηρίων χωρίς αυτήν θα είναι αδύνατος.
Δια μέσου της Θεομήτορος θα υμνούν το Θεό γιατί αυτή είναι η αιτία, η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων. Αυτή είναι θέμα των προφητών, αρχή των Αποστόλων, εδραίωμα των μαρτύρων, κρηπίς των διδασκάλων, η ρίζα των απορρήτων αγαθών, η κορυφή και τελείωση κάθε αγίου.
Ω Παρθένε θεία και τώρα ουρανία, πως να περιγράψω όλα σου τα προσόντα; Πως να σε δοξάσω, το θησαυρό της δόξας; Εσένα και η μνήμη μόνο αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί.
Μετάδωσε πλούσια λοιπόν τα χαρίσματά σου στο λαό σου, Δέσποινα, δώσε τη λύση των δεινών μας, μετάτρεψε όλα προς το καλύτερο με τη δύναμή σου, δίδοντας τη χάρη σου για να δοξάζουμε το προαιώνιο Λόγο που σαρκώθηκε από σένα γα μας μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελευτήτους αιώνες. Γένοιτο.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 12, 2017

Έντονη είναι η συζήτηση το τελευταίο διάστημα για τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, προκειμένου να βρούνε εργασία και αξιοπρέπεια. Η Ελλάδα των μνημονίων διώχνει τα παιδιά της και οι πολιτικοί φαίνεται ότι θεωρούν αναπόφευκτη αυτή την εξέλιξη, με αποτέλεσμα απλώς να περιγράφουν το πρόβλημα και να μην προτείνουν ούτε να εφαρμόζουν ουσιαστικές λύσεις. Βρισκόμαστε, έτσι κι αλλιώς, σε μία εποχή παθητικότητας. Παρακολουθούμε τα γεγονότα αδιάφορα. Όταν βλέπουμε μορφωμένους νέους, πτυχιούχους, κάποτε με ειδίκευση, να αισθάνονται ότι το μέλλον τους δεν βρίσκεται στην πατρίδα μας, αλλά στο εξωτερικό, και δεν αντιδρούμε, όχι με αφορισμούς και αποδοκιμασίες, αλλά με συσστράτευση, σχεδιασμό και συγκεκριμένες πολιτικές, τότε η απραξία οδηγεί σε μαρασμό. Η ανθρώπινη ποιότητα εξωθείται σε φυγή. Το μέλλον της πατρίδας μας διαγράφεται δυσοίωνο.

                Ας μην ξεχνούμε ότι το όραμα για μία καλύτερη ποιότητα ζωής αποτελεί σημείο κλειδί για τον άνθρωπο. Δεν είναι μόνο ο καιρός της κρίσης, που εξελίσσεται σε γενικευμένη παρακμή, αυτός που οδηγεί στην ιδέα της φυγής. Είναι και το Διαδίκτυο, η επαφή με τα ξένα πανεπιστήμια μέσω της κινητικότητας των φοιτητών, είναι η αίσθηση της συνολικής απαξίωσης στην καλλιέργεια του νου, στην γνώση και την εξειδίκευση, η πρόταξη του διορισμού στο δημόσιο  ως της μόνης λύσης για μια σχετική αξιοπρέπεια, η αίσθηση ότι ακόμη κι αν αγαπά ο νέος ένα αντικείμενο, δε θα μπορέσει να το υπηρετήσει. Έτσι, οι νέοι οδηγούνται στο δρόμο της φυγής, με την ελπίδα ότι στο εξωτερικό θα ανοιχτούν καινούργιοι δρόμοι, ασχέτως αν και εκεί θα τους εκμεταλλευτούν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες.

                Ζούμε σε μία κοινωνία με νοοτροπία αυτοκαταστροφής. Ζούμε σε μία πραγματικότητα στην οποία η εργασία έχει ταυτιστεί εκ των προτέρων με την απαίτηση για «πολλά χρήματα». Δεν είναι κακή η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δυνατότητές μας, αλλά συχνά υπάρχει και μία μορφή οίησης.  Παρασυρμένοι από τον θόρυβο, αυτο-υποβαλλόμαστε ότι δε θα πετύχουμε, παρότι το αξίζουμε. Δεν αισθανόμαστε χαρούμενοι διότι μας δίδεται η ευκαιρία να κοπιάσουμε, να αγωνιστούμε. Γιατί να είναι βέβαιο πως ό,τι ισχύει για τους πολλούς, κατ’ ανάγκην θα ισχύσει για μας; Κανείς δεν έχει κερδίσει, χωρίς να κοπιάσει. Κυρίως, χωρίς να έχει αυτό το αίσθημα της ταπείνωσης που συνοδεύει τους αληθινά δημιουργικούς ανθρώπους. Αυτούς που γνωρίζουν ότι δεν εξαρτώνται όλα από τους ίδιους. Ότι υπάρχει η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, ο Οποίος προνοεί με αγάπη για τον καθένα μας και τελικά δίνει κατά το καλό μας!

                Αυτή η προσδοκία της πίστης δεν δικαιολογεί βεβαίως την αυτο-καταστροφικότητα ή την ανάγκη η πολιτεία να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να δείξει ότι νοιάζεται τους νέους.  Ας επιβραβευθεί ο κόπος, ας μείνουν οι νέοι έξω από το κομματικό παιχνίδι, ας αναλάβουν πρωτοβουλίες όσοι έχουν ιθύνουσα θέση για να δοθούν περισσότερα κίνητρα στους νέους. Οι νέοι δεν είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν παθητικά να βρούνε ευκαιρίες στη ζωή τους. Όμως και το να ξεκινήσει κάποιος από τα λίγα, με τιμιότητα και κόπο, δεν είναι ντροπή.

Η παρακμή στην οποία έχουμε εισέλθει, απαιτεί πρωτοβουλίες. Χρειάζεται όμως και ο καθένας μας να ξαναβρεί την ελπίδα η οποία πηγάζει μέσα από τη σχέση με τον Θεό. Τον μυστικό δρόμο της προσευχής  που ενδυναμώνει αληθινά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 9 Αυγούστου 2017

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »