kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Εκκλησία και κρατική εξουσία

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

Εκκλησία και κρατική εξουσία

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Οι Χριστιανοί ως μέλη της Εκκλησίας πολιτογραφούνται στην βασιλεία του Θεού. Η βασιλεία όμως του Θεού «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου»[1]. Και οι Χριστιανοί, ενώ βρίσκονται στον κόσμο αυτόν, έχουν το πολίτευμα στους ουρανούς[2]. Εκεί είναι ο τόπος της τελικής αναφοράς τους και από εκεί προέρχονται οι αρχές της επίγειας συμπεριφοράς τους. Χωρίς να παύουν να είναι πολίτες της επίγειας πατρίδας τους και να συναναστρέφονται με όλους τους ανθρώπους, είναι «συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού»[3]. Η παράδοξη αυτή κατάσταση προσδιορίζει ανάλογα και την θέση τους απέναντι στην κρατική εξουσία.

Η θέση των Χριστιανών απέναντι στην κρατική εξουσία καθορίζεται σε γενικές γραμμές με την απάντηση που έδωσε ο Χριστός στο ερώτημα των Φαρισαίων και των Ηρωδιανών, αν επιτρέπεται να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα. Ο Χριστός, πριν απαντήσει στο ερώτημα, ζήτησε να του παρουσιάσουν ένα νόμισμα. Όταν το πήρε, ρώτησε: «Τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή»; Εκείνοι απήντησαν: «Καίσαρος». Τότε τους είπε: «Απόδοτε ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»[4].

Χαρακτηριστικό εδώ είναι ότι η απάντηση του Χριστού δεν καλύπτει μόνο την ερώτηση, αλλά επισημαίνει και κάποιο καινούργιο στοιχείο, που είναι προφανώς και το ουσιωδέστερο. Η ερώτηση που υποβλήθηκε περιοριζόταν στο θεμιτό ή μη της καταβολής φόρου στον Καίσαρα. Η απάντηση του Χριστού προχωρεί περισσότερο και επισημαίνει την υποχρέωση που υπάρχει απέναντι στον Θεό. Με τον τρόπο αυτόν προβάλλεται το ουσιωδέστερο· το «εν ου εστι χρεία»[5].

Εξετάζοντας αναλυτικότερα την απάντηση του Χριστού προς τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς παρατηρούμε τα εξής. Σε αυτήν χρησιμοποιείται το ρήμα «αποδίδωμι», που σημαίνει επιστρέφω κάτι στον κύριό του[6]. Ο άνθρωπος δηλαδή καλείται να επιστρέψει κάτι που δεν του ανήκει· κάτι που δεν είναι δικό του. Αλλά σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε δικό του. Ο Απόστολος Παύλος παρατηρεί: «Τι έχεις ο ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;»[7]. Όλα όσα έχει ο άνθρωπος προέρχονται από τον Θεό. Όταν λοιπόν προσφέρει κάτι στον Θεό, δεν το «δίδει», αλλά το «αποδίδει», δηλαδή το επιστρέφει στον Κύριό του. Αυτό κάνει και όταν προσφέρει στον Θεό ολόκληρη την ύπαρξή του, που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» του. Επιστρέφει το δημιούργημα στον Δημιουργό του. Αποδίδει την εικόνα στο αρχέτυπό της.

Στην απάντηση όμως του Χριστού γίνεται λόγος και για απόδοση πραγμάτων στον Καίσαρα. Εδώ άλλωστε αναφερόταν και η ερώτηση. Ποια είναι λοιπόν αυτά; Στην αφήγηση ως πράγματα του Καίσαρα παρουσιάζονται τα νομίσματα. Αυτά είναι που έχουν την εικόνα και την επιγραφή του. Έτσι δικαιολογείται και η καταβολή του φόρου. Αυτό όμως δεν είναι καινούργιο. Και αυτοί που ρωτούσαν τον Χριστό δεν αρνούνταν την καταβολή του φόρου. Το καινούργιο λοιπόν βρίσκεται στο «απόδοτε τα του Θεού τω Θεώ». Όλο το βάρος πέφτει στο δεύτερο αυτό σκέλος της απαντήσεως, με το οποίο και τοποθετούνται τα πράγματα στην σωστή τους θέση.

Βέβαια και το πρόβλημα της σχέσεως του ανθρώπου με την κρατική εξουσία δεν είναι ασήμαντο, ιδίως όταν πρόκειται για εξουσία που εκλέγεται και με την ψήφο του. Πρωταρχική όμως σπουδαιότητα έχει η σχέση με τον Θεό. Αυτή συνεπάγεται καθολική αυτοπροσφορά, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ουσιαστική ελευθερία από κάθε συμβατική αρχή και εξουσία. Έτσι οι υποχρεώσεις προς τον Καίσαρα τοποθετούνται σε δεύτερη μοίρα. Είναι συμβατικές και παροδικές, όπως και η εξουσία του Καίσαρα. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει μόνο αναγνώριση αλλά και άρνηση της εξουσίας. Την αναγνώρισή της μαρτυρεί η αποδοχή πραγμάτων που ανήκουν στον Καίσαρα. Και την άρνησή της φανερώνει η τελική αναφορά των πάντων στον Θεό. Όλα ανήκουν στον Θεό, από τον οποίο και προέρχονται.

Η χρησιμοποίηση του χωρίου αυτού για την υποστήριξη της υποχρεώσεως των Χριστιανών να πειθαρχούν στην κρατική εξουσία αρχίζει με τους Απολογητές[8]. Η άποψη αυτή είναι βέβαια σωστή, αλλά δεν εξαντλεί το νόημα του χωρίου, ενώ η επίκλησή του για δικαιολόγηση της υποταγής της Εκκλησίας στο κράτος το παρερμηνεύει. Εφόσον όλα ανήκουν στον Θεό, σε αυτόν ανήκει και η εξουσία του Καίσαρα, όπως και ο ίδιος ο Καίσαρας. Δεν υπάρχει τίποτε, που να προέρχεται από άλλη αρχή και να μην ανήκει δικαιωματικά στον Θεό. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, παρατηρεί ο Τερτυλλιανός, ανήκει περισσότερο στους Χριστιανούς και όχι στους ειδωλολάτρες, εφόσον ο Θεός των Χριστιανών είναι ο Κύριος όλων, και αυτός παραχωρεί την εξουσία στον κόσμο[9].

Το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί την κοινωνία και όχι για να την καταδυναστεύει

Ο Καίσαρας, δηλαδή ο φορέας της κρατικής εξουσίας, είναι κατά την χριστιανική διδασκαλία απλός διαχειριστής της εξουσίας που ανήκει στον Θεό. Αν δεν έχει την συναίσθηση αυτήν, τότε άρχει «κατά δόκησιν»[10]. Με την συναίσθηση της αναφοράς στον Θεό βοηθείται ο φορέας της κρατικής εξουσίας να παραμένει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ενώ χωρίς αυτήν οι πιθανότητες για κατάχρηση και απολυταρχική άσκηση της εξουσίας είναι προφανείς. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, το κράτος έχει πάντα την τάση να ξεπεράσει τα όριά του και να γίνει ολοκληρωτικό. Η τάση για θεοποίηση του Καίσαρα είναι αιώνια. Εκδηλώθηκε στην μοναρχία, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί εξίσου και στην δημοκρατία ή τον κομμουνισμό[11]. Οι κίνδυνοι που απορρέουν από την τάση αυτήν, όπως και οι αποπροσανατολισμοί που μπορούν να προκληθούν, είναι φανεροί.

Ξεχωρίζοντας ο Χριστός «τα του Καίσαρος» και «τα του Θεού» περιορίζει τον Καίσαρα και την εξουσία του μέσα στον κόσμο. Δηλαδή τα «εκκοσμικεύει». Με τον τρόπο αυτόν έχουμε την εκκοσμίκευση του κράτους, που έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα για τον χριστιανικό τρόπο θεωρήσεώς του. Η εκκοσμίκευση αυτή δικαιώνει την δημοκρατία, όπως και το «κράτος δικαίου», που μετά από πολλούς αιώνες διαμορφώθηκαν στην Δύση.

Η εκκοσμίκευση του κράτους έρχεται σε αντίθεση προς κάθε απολυτοποίησή του η θεοποίηση των αρχόντων του, που επικρατούσε στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Κύριος είναι μόνο ο Θεός. Η κρατική εξουσία είναι συμβατική και ανήκει στον κόσμο που θα καταργηθεί. Το ίδιο ισχύει και για τους κοσμικούς άρχοντες. Παραταύτα και χριστιανοί άρχοντες θέλησαν σε αρκετές περιπτώσεις να επέμβουν στα εκκλησιαστικά πράγματα, προκαλώντας έτσι την αντίδραση των εκπροσώπων της Εκκλησίας. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των εικονομάχων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, που προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας απέναντί τους και την υπόμνηση των ορίων της εξουσίας τους[12]. Τέλος υπάρχουν και οι περιπτώσεις καπηλεύσεως της θρησκευτικής πίστεως για την επιβολή απολυταρχικής εξουσίας εν ονόματι του Θεού, που είναι και οι χειρότερες.

Η κρατική εξουσία παρουσιάζεται ως συνεκτικός δεσμός μέσα στην διασπασμένη ανθρωπότητα. Η άσκηση της εξουσίας προνοήθηκε από τον Θεό ως διακόνημα για τον περιορισμό του κακού και την προστασία του καλού[13]. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και οι επιμέρους άρχοντες είναι όργανα του Θεού. Το θέλημα του Θεού το εκφράζει η ύπαρξη της εξουσίας και όχι ο οποιοσδήποτε φορέας της[14]. Η θέση αυτή της Εκκλησίας στηρίζει την ελεύθερη και υπεύθυνη επιλογή των φορέων της εξουσίας, πράγμα που χαρακτηρίζει και το γενικότερο πνεύμα της δημοκρατίας, αλλά δεν τους βλέπει ως μεσσίες[15].

Το κράτος δεν ταυτίζεται με την κοινωνία. Υπάρχει ως θεσμός, για να την υπηρετεί και όχι να την καταδυναστεύει. Αυτό ισχύει ιδίως για το κράτος δικαίου, όπου κυριαρχούν το σύνταγμα και οι νόμοι. Κάθε θεσμός όμως προσλαμβάνει ως ένα βαθμό υπερβατικό χαρακτήρα. Έτσι άλλωστε λειτουργεί και ως συνεκτικός δεσμός στην κοινωνική ζωή. Η υπερβατικοποίηση μάλιστα του κράτους προβάλλεται μερικές φορές σε μεταφυσικές διαστάσεις. Αλλά και όταν αυτή περιορίζεται στην εγκοσμιότητα, δεν παύει να υπερβαίνει την κοινωνία. Και η υπεροχή του αυτή ερμηνεύει την τάση του προς απολυτοποίηση.

Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους Χριστιανούς να υποτάσσονται στην εξουσία, γιατί προέρχεται από τον Θεό[16]. Αυτό δεν σημαίνει εξαγιασμό της εξουσίας, αλλά παραδοχή της χρησιμότητάς της για την περιστολή του κακού. Όπως ο θάνατος παραχωρήθηκε από τον Θεό ως ευεργεσία, για να μη μένει ο άνθρωπος αιωνίως στην αμαρτία, έτσι παραχωρήθηκε και η εξουσία, για να μην υπάρχει αναρχία και ατομική αυθαιρεσία. Η εξουσία δεν εκχριστιανίζεται, όπως δεν εκχριστιανίζεται και ο θάνατος. Με τον Χριστό όμως νικιέται κάθε κοσμική εξουσία, όπως και ο θάνατος.

Ο Χριστός ελευθερώνει από την εξουσία, όπως και από τον θάνατο. Η ελευθερία αυτή έχει εσχατολογικό χαρακτήρα[17]. Όσο ο πιστός ξενοδοχείται στον κόσμο αυτόν που θα καταργηθεί, δεν ζεί με πληρότητα την ελευθερία, αλλά υπόκειται στην εξουσία, όπως και στον θάνατο. Ως πολίτης όμως της βασιλείας του Θεού είναι ήδη ελεύθερος από την εξουσία, όπως και από τον θάνατο. Η φύση της ελευθερίας του Χριστιανού προσδιορίζει και την φύση της υποταγής του στην κρατική εξουσία. Η υποταγή αυτή είναι σχετική. Ο Χριστιανός δεν είναι δούλος του κόσμου ή των αρχόντων του κόσμου. Είναι παιδί του Θεού και πολίτης της βασιλείας του. Τελικός κριτής του δεν είναι ο οποιοσδήποτε κοσμικός άρχοντας αλλά ο Θεός. Αυτό δεν μειώνει τις ευθύνες και υποχρεώσεις του στον κόσμο, αλλά στηρίζει την ελευθερία του. Η αναγνώριση κυριότητας ανθρώπου σε άνθρωπο είναι χριστιανικώς απαράδεκτη[18]. Οι κοσμικοί άρχοντες δεν δικαιούνται να είναι δυνάστες. Η εξουσία τους είναι περιορισμένη και συμβατική.

Οι αληθινοί Χριστιανοί «πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους»

Η πειθαρχία στην κρατική εξουσία έχει τα όριά της. Νοείται ως υποταγή στις απαιτήσεις του κοινού καλού[19]. Η πειθαρχία αυτή δεν δικαιολογεί την καταστρατήγηση του θείου θελήματος. Όταν οι απαιτήσεις των κρατούντων έρχονται σε αντίθεση προς το θέλημα του Θεού, ο Χριστιανός οφείλει να πειθαρχεί στον Θεό και όχι στους ανθρώπους[20]. Έτσι ο καθορισμός των ορίων της κρατικής εξουσίας δεν εγκαταλείπεται στην αυθαιρεσία των φορέων της, αλλά ελέγχεται από τους πιστούς εν ονόματι του Θεού.

Ο Χριστιανός δεν εγκλωβίζεται στον σεβασμό των νόμων της κοινωνικής συμβιώσεως, αλλά τους υπερβάλλει. Το ιδεώδες του δεν είναι να γίνει «καλός καγαθός» πολίτης, αλλά να τελειωθεί κατά το πρότυπο του Χριστού και να γίνει θεός κατά χάρη. Η επιδίωξη του σκοπού αυτού δεν κατορθώνεται με την συμμόρφωση προς το φυσικό ή το θετικό δίκαιο, αλλά με την τήρηση των εντολών του Χριστού, που υπερβάλλουν κάθε δίκαιο. Οι αληθινοί Χριστιανοί «πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους»[21]. Αν όμως παρόλα αυτά συμβαίνει να πολεμούνται και να διώκονται, οι διωγμοί και τα μαρτύρια γίνονται αφορμές ομολογίας και μαρτυρίας για την δόξα του Θεού[22].

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού και την αναγνώριση της Εκκλησίας από το κράτος δόθηκαν σε αυτήν ορισμένα προνόμια και δημιουργήθηκαν ανάλογες υποχρεώσεις. Η Εκκλησία απέκτησε κεντρική θέση στην κοινωνική ζωή, πράγμα που είχε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Η ζωντανή παρουσία της στην δημόσια ζωή εμπλουτίζει την κοινωνία με το πνεύμα της χριστιανικής αγάπης και εμποδίζει την επικράτηση της βίας και της πολιτικής αυθαιρεσίας, πράγμα που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την πολιτική ζωή. Αλλά και η εκτροπή του πληρώματος ή των εκπροσώπων της από την αποστολή τους δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Η εκτροπή αυτή δεν πραγματοποιείται μόνο όταν η Εκκλησία συμπεριφέρεται ως όργανο της πολιτικής εξουσίας, αλλά και όταν επιχειρεί να την αντικαταστήσει, ή ακόμα και όταν εγκαταλείπει την κοινωνία στην πολιτική αυθαιρεσία.

Η αποφυγή των ακροτήτων αυτών είναι απαραίτητη και η ύπαρξή τους συχνά οδυνηρή. Όταν μάλιστα η Εκκλησία έρχεται σε αντίθεση με την εξουσία του κράτους, είτε καταγγέλλοντας άδικους νόμους είτε καυτηριάζοντας πολιτικές αυθαιρεσίες, οι εξωτερικοί όροι είναι άνισοι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να την εμποδίζει να ελέγχει τα πράγματα, χωρίς να παύει να διακρίνει τα πρόσωπα και να τρέφει προς αυτά την χριστιανική αγάπη.

Γενική υποχρέωση των Χριστιανών είναι η υποταγή από αγάπη[23]. Αυτή πραγματοποιείται απέναντι στον Θεό, τον πλησίον και τους κοσμικούς άρχοντες. Η υποταγή στον Θεό πρέπει να είναι απόλυτη και καθολική, ενώ η υποταγή στον πλησίον και στους φορείς της κρατικής εξουσίας σχετική. Η υποταγή στον Θεό πρέπει να γίνεται για όλα. Η υποταγή αυτή βιώνεται σωστά ως υπακοή, δηλαδή ως αυτεξούσιος συντονισμός του θελήματος με το θείο θέλημα. Η υποταγή στον πλησίον χρειάζεται για την διατήρηση της αδελφικής αγάπης. Τέλος η υποταγή στους κοσμικούς άρχοντες και την κρατική εξουσία βιώνεται περισσότερο ως πειθαρχία, που έχει σκοπό την κοινωνική ευταξία[24].

Διάφορες εξάλλου είναι και οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η κρατική εξουσία. Ο Max Weber διακρίνει τρεις βασικούς τύπους εξουσίας: α) Την νόμιμη ή γραφειοκρατική, β) την παραδοσιακή και γ) την χαρισματική. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόμιμης ή γραφειοκρατικής εξουσίας είναι ότι στηρίζεται στο θετικό δίκαιο και την γραφειοκρατία. Η διαμόρφωση της εξουσίας του τύπου αυτού συνδέεται με την εκλογίκευση της κοινωνικής ζωής και την εκβιομηχάνιση. Η παραδοσιακή εξουσία στηρίζεται στην ιερότητα του παρελθόντος. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τον τύπο αυτόν της εξουσίας έχουν τα ήθη, τα έθιμα, η ιερότητα των θρησκευτικών παραδόσεων κ.τ.λ. Τέλος η χαρισματική εξουσία στηρίζεται στο φυσικό χάρισμα που υπάρχει ή πιστεύεται ότι υπάρχει στο συγκεκριμένο πρόσωπο που ασκεί την εξουσία. Αυτονόητο βέβαια είναι ότι στην ιστορία δεν έχουμε ποτέ αμιγείς τύπους εξουσίας, αλλά επικράτηση των βασικών γνωρισμάτων του ενός ή του άλλου τύπου[25]. Οι δύο τελευταίοι τύποι εξουσίας κυριαρχούσαν στο παρελθόν, και αυτούς είχαν κυρίως υπόψη οι ιεροί συγγραφείς και οι Πατέρες της Εκκλησίας, ενώ ο πρώτος τύπος παρουσιάζεται περισσότερο κατά τους νεώτερους χρόνους. Γι’ αυτό είναι επόμενο να χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα για την ενεργοποίηση της προσωπικής ευθύνης μέσα στην σύγχρονη μορφή του κράτους.

«Όταν αφανίζεται το πρόσωπο, αφανίζεται η οικογένεια, η κοινωνία και μαζί της κάθε ηθική αρχή ή αξία»

Ο Διαφωτισμός, που επηρέασε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής, προκάλεσε και στον τρόπο θεωρήσεως της κρατικής εξουσίας βασικές αλλαγές, οι οποίες ενεργοποιήθηκαν κυρίως με την Γαλλική Επανάσταση. Έτσι καταργήθηκε η ελέω Θεού εξουσία, επικράτησε ο φιλελευθερισμός, προωθήθηκε ο αυτοπεριορισμός του κράτους και θεμελιώθηκε η έννοια του κράτους δικαίου, όπου κυριαρχεί ο νόμος και όχι το πρόσωπο που ασκεί την εξουσία. Βάσεις των νέων αυτών αντιλήψεων υπήρξαν οι χριστιανικές αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης με εκκοσμικευμένο πλέον χαρακτήρα, που είχε και σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.

Την αναθεώρηση της κρατικής εξουσίας ώθησε στις έσχατες συνέπειές της η κομμουνιστική θεωρία, που είδε το κράτος ως εξουσιαστικό όργανο της κυρίαρχης τάξεως και θέλησε να δημιουργήσει την παγκόσμια αταξική κοινωνία, που δεν είναι τελικά τίποτε άλλο, παρά ένας εκκοσμικευμένος παράδεισος. Κι ενώ η απόλυτη αυτή αναζήτηση του κομμουνισμού οδήγησε στην δικτατορική εξουσία που τελικά κατέρρευσε, η επιδίωξη του φιλελευθερισμού, που είχε μεγαλύτερη ιστορική αντοχή, μετεξελίχθηκε στον σύγχρονο νεοφιλελευθερισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός, όπως άλλωστε και ο κομμουνισμός, δεν αποτελεί απλώς κάποια νέα οικονομική θεωρία, αλλά νέα ιδεολογία. Αυτή με την σειρά της οδήγησε σε έναν αδιόρατο απρόσωπο ολοκληρωτισμό, που διαδόθηκε με την παγκοσμιοποίηση και αποκάλυψε εξελικτικά τον απάνθρωπο χαρακτήρα της.

Ο νεοφιλελευθερισμός, παρά την δελεαστική σύνδεσή του με το όνομα της ελευθερίας, διαπνέεται από πνεύμα ανελευθερίας και πλήρους απαξιώσεως του προσώπου. Η ελευθερία που διατείνεται ότι προασπίζεται περιορίζεται στην ελευθερία της διακινήσεως του χρήματος και της λειτουργίας των αγορών. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του νεοφιλελευθερισμού είναι πρωτίστως η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας, των κρατικών κυβερνήσεων, αλλά και των διεθνών ενοτήτων που υπερκαλύπτουν τα εθνικά κράτη, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση[26].

Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση διαμορφώθηκε με την συμβολή δύο διαμετρικώς αντίθετων πολιτικών συστημάτων· του Κομμουνισμού και του Καπιταλισμού. Τα δύο αυτά συστήματα συμφωνούσαν σε κάτι· στον αφανισμό του ανθρώπου ως προσώπου. Γι’ αυτό, παρά τις διαμετρικά αντίθετες αφετηρίες τους, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα· στην παγκοσμιοποίηση. Ήταν βεβαια αδύνατο να προσεγγίσει και πολύ περισσότερο να καταλήξει οποιοδήποτε από τα συστήματα αυτά στην παγκοσμιότητα· στην πραγματική δηλαδή ενοποίηση και συναδέλφωση των ανθρώπων.

Τελικά η παγκοσμιοποίηση της εποχής μας όχι μόνο δεν συνέβαλε στην ανοικοδόμηση μιάς πανανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και συνετέλεσε στον ευρύτερο κατακερματισμο και την βαθύτερη αλλοτρίωσή της, γιατί προσέβαλε τον πυρήνα της, το ανθρώπινο πρόσωπο. Όταν αφανίζεται το πρόσωπο, αφανίζεται η οικογένεια, αφανίζεται η κοινωνία και μαζί της κάθε ηθική και κοινωνική αρχή ή αξία. Όλα γίνονται απρόσωπα, αυτόνομα και ανεύθυνα. Για καταστάσεις ή πράγματα που όλοι είναι συνυπεύθυνοι, κανείς δεν αναλαμβάνει ευθύνη. Και για όσα γίνονται μέσα στο σύστημα κανείς δεν μετανοεί. Η ηθική αποσπάται από το πρόσωπο και ανάγεται στις πρακτικές του συστήματος. Ακόμα περισσότερο, χρησιμοποείται ως μέσο και όργανο του συστήματος.

Με την προώθηση της παγκοσμιοποιήσεως και την εκχώρηση εθνικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων σε διεθνείς ενότητες αμβλύνοται εθνικές διαφορές, αλλά και προκαλούνται γενικότερες τριβές και αντιθέσεις. Παραμερίζονται τοπικές συνήθειες, αλλά και εισάγονται νέες άσχετες ή και αντίθετες προς τις τοπικές παραδόσεις. Το φαινόμενο αυτό δημιουργεί διπλή πρόκληση στην Εκκλησία. Την προκαλεί να μεριμνήσει από την μία μεριά για την ενότητα των ανθρώπων, και από την άλλη για την διάσωση της προσωπικής ιδιαιτερότητας και την διατήρηση της ταυτότητάς τους μέσα σε έναν κόσμο αστάθειας και αβεβαιότητας.

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

http://www.pemptousia.gr

……………………………………….

[1] Ἰω. 18, 36.
[2] Βλ. Φιλιπ. 3,20.
[3] Ἐφεσ. 2,19.
[4] Ματθ. 22,20-1. Μάρκ. 12,17. Λουκ. 20,25.
[5] Βλ. Λουκ. 10, 42.
[6] Βλ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον 70,2, PG 58,656.
[7] Α΄ Κορ. 4,7.
[8] Βλ. Ἰουστίνου, Ἀπολογία 1,17.
[9] Βλ. Τερτυλλιανοῦ, Ἀπολογητικὸς 33.

[10] Βλ. Μάρκ. 10,42.
[11] Βλ. Ν. Μπερδιάγιεφ, Βασίλειο τοῦ Πνεύματος καὶ βασίλειο τοῦ Καίσαρος (μετάφρ. Β. Γιούλτση), Θεσσαλονίκη 22002, σ. 90-91.
[12] «Οὐ βασιλέων ἐστὶ νομοθετεῖν τῇ Ἐκκλησίᾳ… Βασιλέων ἐστὶν ἡ πολιτικὴ εὐπραξία· ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις, ποιμένων καὶ διδασκάλων». Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περὶ εἰκόνων 2,12, PG 94,1296CD.
[13] Βλ. Ρωμ. 13,3 κ.ἑ.
[14] «Τὸ ἀρχὰς εἶναι, καὶ τοὺς μὲν ἄρχειν, τοὺς δὲ ἄρχεσθαι, καὶ μηδὲ ἁπλῶς καὶ ἀνέδην ἅπαντα φέρεσθαι, ὥσπερ κυμάτων τῇδε κἀκεῖσε τῶν δήμων περιαγομένων, τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας ἔργον εἶναί φημι. Διὰ τοῦτο οὐκ εἶπεν· οὐ γάρ ἐστιν ἄρχων εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ πράγματος διαλέγεται». Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους 23,1, PG 60,615.
[15] «Μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία». Ψαλμ. 145,3.
[16] «Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. Οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν». Ρωμ. 13,1. Πρβλ. καὶ Α΄ Τιμ. 2,1-2. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει: «Ὑποτάγητε οὖν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν Κύριον· εἴτε βασιλεῖ, ὡς ὑπερέχοντι, εἴτε ἡγεμόσιν, ὡς δι’ αὐτοῦ πεμπομένοις εἰς ἐκδίκησιν μὲν κακοποιῶν, ἔπαινον δὲ ἀγαθοποιῶν». Α΄ Πέτρ. 2,13-4.
[17] Βλ. Α΄ Κορ. 15,22-6. Πρβλ. καὶ Ματθ. 17,24-7.
[18] «Πῶς οὖν ἀλλοτρίας ζωῆς κύριος ὁ τῆς ἰδίας ἀλλότριος»; Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς Μακαρισμοὺς 1, ἔκδ. W. Jaeger, Gregorii Nysseni, Opera, τόμ. 8, 2, PG 44,1205D.

[19] Βλ. Ρωμ. 13,1 κ.ἑ.
[20] «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Πράξ. 5,29. Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς σημειώνει: «Οἱ ἀρχόμενοι μόνα τοῖς ἄρχουσιν ὀφείλετε πείθεσθαι, ὅσα μὴ τὴν ἐπηγγελμένην ἡμῖν ἐλπίδα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀφαιρεῖται». Ὁμιλία 42,8, ἔκδ. Σ. Οἰκονόμου, σ. 14.
[21] Πρὸς Διόγνητον 5,10.
[22] «Μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος· εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ». Α΄ Πέτρ. 4,15-6.
[23] Βλ. Ἐφεσ. 5,21.
[24] «Ὑποτασσώμεθα καὶ Θεῷ καὶ ἀλλήλοις καὶ τοῖς ἐπὶ γῆς ἄρχουσι· Θεῷ διὰ πάντα, διὰ τὴν φιλαδελφίαν ἀλλήλοις, δι’ εὐταξίαν τοῖς ἄρχουσι· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳπερ ἂν ὦσιν ἡμερώτεροι καὶ χρηστότεροι». Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 17,7, PG 35,972D-73A.
[25] Βλ. M. Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, Tübingen 51972, σ. 124 κ.ἑ.

[26] Βλ. Π. Νικολόπουλου, «Νεοφιλελευθερισμὸς καὶ πνευματικὴ ἐλευθερία», Σύναξη 131(2014), σ. 34.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (1905 – 7 Δεκεμβρίου 1991)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος (1905-1991) (Φωτογραφία: Douglas Little) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr

Κατά τον ηγούμενο της ιεράς μονής Γρηγορίου αρχιμανδρίτη Γεώργιο, ο Γέροντας Γεράσιμος υπήρξε «μοναχός ταπεινός, βιαστής της βασιλείας των ουρανών, υπερορών σαρκός και των της σαρκός, προσευχητικός, πράος, γλυκύς, προσηνής, φιλόθεος και φιλάνθρωπος, διδακτικός, συγχωρητικός, ευκατάνυκτος, άγρυπνον έχων το όμμα της ψυχής, αυστηρός στον εαυτό του και συγκαταβατικός στους συνανθρώπους του».

 Γεννήθηκε το 1905 στη Δρόβιανη της Β. Ηπείρου. Από τον πα­τέρα του πήρε την αυστηρότητα προς τον εαυτό του και από τη μητέρα του τη βαθιά, άδολη και ανυπόκριτη θρησκευτική ευλάβεια. Σύχναζε στην εκκλησία του χωριού του και στα εξωκλήσια των βουνών. Είχε επίδοση στα γράμματα, γιατί ήταν ευφυής και είχε καλή μνήμη. Τη βασική του μόρφωση έλαβε στον Πειραιά και την Αθήνα, όπου γνώρισε και τον άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Από τον Πειραιά έφυγε με πλοίο για το Άγιον Όρος το 1923.

Μετέβη στην Καλύβη του Τί­μιου Προδρόμου στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης υπό τον Γέ­ροντα Μελέτιο. Περί του τόπου μονασμού του γράφει αργότερα ο ίδιος: «Εις την ΒΑ υπώρειαν του αγιωνύμου και ουρανογείτονος Άθωνος, εν τη ηγιασμένη τούτου ερήμω επί φαραγγώδους κλιτύος, ευρίσκεται η Ιερά Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης. Αύτη αποτελείται εκ δέκα ασκητικών καλυβών ή ησυχαστηρίων, ένθα αρνησίκοσμοι και λιτοδίαιτοι μονασταί, ασκούμενοι τον καλόν της κατά Χριστόν ζωής αγώνα, καλλιεργούσιν εμπόνως το γλυκύτατον μέλι της ασκητικής αρετής και ουρανίου φιλοσοφίας». Μετά ένα έτος ευδό­κιμης δοκιμής κείρεται μοναχός.

Μετά μία πενταετία αναχωρεί ο Γέροντάς του για τον κόσμο και μένει μόνος στην έρημο. Η παρουσία του Θεού τού γίνεται πιο αισθητή τότε. Μόνη παρηγοριά του η προσευχή και η μελέτη. Μελετούσε συνέχεια, αχόρταγα, προσεκτικά. Μετά μία εικοσαετία απέκτησε μία μικρή συνοδεία καλών πατέρων. Ο μακάριος Γέρο­ντας δίδασκε και με τη σιωπή και με τον λόγο του. Τη σιωπή θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων εννοιών». Ο λόγος ήταν πάντα προσεγμένος, ωραίος, διδακτι­κός και ψυχωφελής. Οι φιλοξε­νούμενοι κατεγοητεύοντο από τη συνομιλία μαζί του. Θυμάμαι κι εγώ ο αρχάριος τις συζητή­σεις μας και ως λαϊκός και ως μοναχός, στο μπαλκόνι του, στο γραφείο του, στο πλοίο, στο ναό. Έλεγε: «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι το μό­νον το οποίον αδυνατεί να πράξει ο Παντοδύναμος Θεός είναι το να ενωθεί με τον ακάθαρτον άνθρωπον. Εις αυτό αδυνατεί».

Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος (1905-1991) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr

Εκεί όμως που αναδείχθηκε κι έγινε παντού γνωστός είναι η υμνογραφία του. Να πως περι­γράφει την αρχή του έργου του περί το 1926: «Όταν συνέταξα τον πρώτο κανόνα της Πανα­γίας, τον είδε ο μακαρίτης ο Γέ­ροντας ο δικός μου· ήξερε λίγα γράμματα. Πολύ ωραίος είπε. Τον πήγα στον Καλλίνικο στα Κατουνάκια. Ήταν έγκλειστος σαράντα χρόνια, με νοερά προσευχή, με θείο φωτισμό και τον συμβουλευόμουν. Λίγα γράμματα γνώριζε, αλλά είχε πείρα μεγάλη και χάρη Θεού. Άλλωστε «ερώτησον τους πρεσβυτέρους σου και ερούσι σε». Λέει ο Καλλίνικος, «είναι άριστος ο κανών, αλλά ένα σου λέω: ταπείνωση, τα­πεινοφροσύνη. Πρόσεχε καλά μην σε πολεμήσει ο διάβολος». Υμνογραφεί κατόπιν επισταμένης μελέτης και πολλής προσευχής. Λέγει πάλι ο ίδιος: «Ό,τι κάνω το οφείλω εις την προσευχήν. Προ της εργασίας θα κάνω μίαν προσευχήν ένθερμον, αυτοσχέδιον μεν, αλλά θερμοτάτην, η οποία ενεργεί και επενεργεί και φέρει ό,τι αποτέλεσμα ωραίον φέρνει. Προσευχή, το παν. Μη στηριζόμαστε στην εξωτερικήν σοφίαν· στα μέ­τρα. Είναι ένας ψυχρός λόγος. Ο ψυχρός αυτός λόγος πρέπει να γίνει ζωντανός. Και ζωντανός θα γίνει μόνον διά της προσευχής». Το πλούσιο υμνογραφικό του έργο υπολογίζεται σε περισσότερες από 2000 ιερές ακολουθίες. Πολλοί πολλά έγραψαν περί αυτού και του έργου του και πολλοί τον τίμησαν και τον βράβευσαν γι’ αυτό, τον σπουδαίο αυτόν Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Όπως διηγούνται οι υποτακτικοί του είχε παρακαλέσει την Παναγία

να έχει τα λογικά του έως τέλους για να μην κουράσει κανένα. Πράγ­ματι είχε διαύγεια μέχρι την τελευταία αναπνοή του. Είπε τρεις φορές: «Άγιε Νεκτάριε, βοήθει μοι» και εξέπνευσε. Μία γλυκύτητα ήταν ζω­γραφισμένη στο πρόσωπό του, νόμιζες πως κοιμόταν γαληνά. Ανεπαύθη στις 7.12.1991. Ο βιογράφος του Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης τον χαρακτηρίζει· σεμνό και άριστο υμνογράφο, σπάνια προσωπικότητα και αληθινό άνθρωπο του Θεού. Ο αρχιμανδρίτης Γεώργιος Χρυσοστό­μου λέει ότι ο Γέροντας ήταν εξέχουσα μορφή τού αγιορειτικού μονα­χισμού, κορυφαία, διάσημη, χαρισματική και μοναδική. Έφυγε με τ’ όνομα του θαυματουργού αγίου Νεκταρίου στα χείλη του, στον οποίο είχε συνθέσει μία από τις ωραιότερες ιερές ακολουθίες του.

Πήγες – Βιβλιογραφία:
Πάσχου Β. Π., «Υμνηπόλος εράσμιος», Ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης, Άγιον Όρος 1992. Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού, Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης Υμνογράφος της Με­γάλης του Χριστού Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1997. Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, Υμνήτωρ, Βέροια 2001. Χρυσοστόμου Γεωργίου αρχιμ., Ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης και οι Ακολουθίες του σε Αγίους της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1995. Του αυτού, Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Μία σύγχρονη μορφή του Αγίου Όρους, Βέροια 2002.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1315-1323 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων [Μιλάνου], (7 Δεκεμβρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

Του Πρωτοπρ. Π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο άγιος Αμβρόσιος γεννήθηκε στα Μεδιόλανα γύρω στο 340 μ.Χ. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία και νομικά. Ήταν άνθρωπος ενάρετος και δίκαιος και είχε συμπεριφορά άμεμπτη, ακόμη και πριν την βάπτισή του. Εξασκώντας δε το επάγγελμα του δικαστή προσπαθούσε να αποδίδη δικαιοσύνη χωρίς διακρίσεις σε πρόσωπα και αξιώματα. Η αξιοθαύμαστη και θεάρεστη ζωή και πολιτεία του ήλκυσε το έλεος του Θεού, το οποίο τον «κατεδίωξε» και τον αξίωσε να βαπτισθή και να γίνη ζωντανό μέλος της Εκκλησίας Του. Σε σύντομο, σχετικά, χρονικό διάστημα έλαβε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, ήτοι έγινε Διάκονος, Πρεσβύτερος και Επίσκοπος Μεδιολάνων. Ως Επίσκοπος διακρίθηκε για την θυσιαστική του αγάπη προς το ποίμνιό του, αλλά και για τους αγώνες του εναντίον των αιρέσεων. Το γνωστό από την ιστορία περιστατικό, που έλαβε χώραν ανάμεσα στον άγιο Αμβρόσιο και τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, αναδεικνύει την πνευματική ανδρεία του αγίου και την προσήλωσή του στην πίστη των Πατέρων του. Δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να εισέλθη στον Ιερό Ναό, παρά μόνον όταν εκείνος μετάνιωσε ειλικρινά για τους φόνους τους οποίους έκανε στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης.

Ο άγιος Αμβρόσιος είχε ειρηνικό τέλος. «Ετελειώθη εν ειρήνη» το έτος 397, σε ηλικία 57 ετών. Ο βίος και η πολιτεία του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Η απονομή δικαιοσύνης, από τα εντεταλμένα από την νόμιμη πολιτεία όργανα, είναι κάτι το πολύ σημαντικό για την εύρυθμη λειτουργία των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη, όμως, αν και είναι απαραίτητη, εν τούτοις διαφέρει κατά πολύ από την δικαιοσύνη του Θεού, η οποία ταυτίζεται με την αγάπη Του και σκοπόν έχει την διόρθωση και σωτηρία του ανθρώπου και όχι την τιμωρία του. Ο ιερός Χρυσόστομος μιλώντας για την δικαιοσύνη του Θεού λέγει ότι αυτή είναι η αγάπη Του, που «εποίησε τον Υιό του αμαρτία και εδικαίωσε τους αμαρτωλούς ανθρώπους. Ενώ η δικαιοσύνη των ανθρώπων ενώπιον του Θεού είναι «ως ράκος αποκαθημένης»». Έπειτα ο Θεός, επειδή είναι απαθής (=χωρίς πάθη), δεν είναι προσωπολήπτης, δηλαδή δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, ανάλογα με τα υλικά αγαθά η τα αξιώματα που έχουν, αλλά ενώπιόν Του είναι όλοι ίσοι. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονται και όλοι εκείνοι που αγαπούν τον Θεόν και προσπαθούν να πολιτεύονται σύμφωνα με το θέλημά Του.

Για να είναι κανείς σε θέση να κρίνη και να δικάζη δίκαια, θα πρέπη να είναι ο ίδιος ελεύθερος από τα πάθη, τα οποία προξενούν τις κοινωνικές ανωμαλίες και παρανομίες, και έτσι να μπορή να αγαπά αληθινά. Επειδή όμως αυτό είναι, σίγουρα, δύσκολο, καλόν θα είναι, τουλάχιστον, ο δικάζων, προκειμένου να κρίνη και να αποφασίζη κατά το δυνατόν δικαιότερα, να σκέπτεται και τα δικά του πάθη και λάθη και να τοποθετή τον εαυτό του στην θέση αυτού που δικάζεται. Παράλληλα, θα πρέπη να προσπαθή να τον κρίνη σύμφωνα με το πνεύμα, και όχι με το γράμμα του νόμου.

Η απόδοση δικαιοσύνης είναι δύσκολο και υπεύθυνο έργο και θα πρέπη να γίνεται με σοβαρότητα, φόβο Θεού, προσευχή και προσοχή, για να αποφεύγονται μεγάλα και σοβαρά λάθη. Η ανθρώπινη ζωή είναι δώρο του Θεού και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να την καταστρέφη με την επιπολαιότητα, τα πάθη και τα λάθη του. Η προτροπή της Αγίας Γραφής «δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης», προς εκείνους που έχουν επωμισθή το σοβαρό και υπεύθυνο έργο της απονομής δικαιοσύνης, παραμένει πάντοτε επίκαιρη.

Δεύτερον. Στο Απολυτίκιο του αγίου Αμβροσίου αναγράφονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «δογμάτων ακρίβειαν μυσταγωγείς τους πιστούς…». Δηλαδή διδάσκεις τους πιστούς να τηρούν τα δόγματα της Εκκλησίας με ακρίβεια.

Τα δόγματα της Εκκλησίας είναι οι αλήθειες της πίστεως, όπως αποκαλύφθηκαν από τον Τριαδικό Θεό και διατυπώθηκαν από τους αγίους Πατέρας στις Οικουμενικές Συνόδους. «Ονομάζονται δε και όροι, επειδή αποτελούν τα όρια μεταξύ αληθείας και πλάνης» (Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος). Η διδασκαλία των αληθειών της πίστεως είναι ιερουργία και μυσταγωγία, όπως ακριβώς είναι και η ακριβής τήρηση των δογμάτων, αφού συνδέονται άμεσα με την αληθινή λατρεία του Τριαδικού Θεού. Παράλληλα προφυλάσσουν τον πιστό από την πλάνη των αιρέσεων και τον βοηθούν να παραμένη μέσα στην Εκκλησία και επομένως να ευρίσκεται στην σωστή προοπτική για την απόκτηση ζωντανής κοινωνίας με τον Τριαδικό Θεό. Οι άγιοι γνωρίζουν από την πείρα τους ότι κάθε περέκκλιση από τα δόγματα σημαίνει απώλεια της οδού της Θεοκοινωνίας, καθώς και της υπαρξιακής ελευθερίας, ήτοι της κυριαρχίας επί των παθών, που επιτυγχάνεται με την βίωση του τρόπου ζωής που προσφέρει η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το δόγμα συνδέεται άμεσα με το ήθος και τον τρόπο ζωής του καθενός, ο οποίος ζη και πολιτεύεται σύμφωνα με αυτά που πιστεύει. Τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ο τρόπος ζωής όλων εκείνων, οι οποίοι αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Αποτελούν δε πηγή έμπνευσης και αιτία της αυθεντικής αγάπης, η οποία συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια των δογμάτων. Γι’ αυτό και σε θέματα πίστεως και λατρευτικής ζωής δεν χωρούν συναισθηματισμοί και διάφορες άλλες αρρωστημένες καταστάσεις, επειδή άλλο πράγμα είναι η αγάπη προς τους αιρετικούς, που πρέπει να υπάρχη, αφού δεν μισεί κανείς τους ασθενείς, αλλά την ασθένειά τους, και άλλο η μετοχή στην λατρεία και την θεία Κοινωνία, που προϋποθέτει το να είναι κανείς μέλος της Εκκλησίας.

Τα δόγματα είναι πηγή ζωής και μεταγγίζουν την ζωή εκείνη που νικά τον θάνατο και γεννά την αυθεντική αγάπη, την υπαρξιακή ελευθερία και την αληθινή δικαιοσύνη. Όταν κανείς χάνη τα τρία αυτά μεγάλα αγαθά και κυρίως την αγάπη, τότε ψάχνει να βρη το δίκαιό του, αγνοώντας, βέβαια, ότι το βρίσκει αληθινά, όταν το θυσιάζη χάριν του «πλησίον».

Πηγή: http://www.egolpio.com/AGIOLOGIO/amvrosios.htm
http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

          Οι μαθητές που ετοιμάζονται για τις Πανελλήνιες σχεδόν κάθε Κυριακή γράφουν διαγώνισμα. Τα φροντιστήρια και όσοι κάνουν ιδιαίτερα «σέβονται» τον εαυτό τους και δεν μπορούν να αφήσουν την Κυριακή εκτός του προγράμματος των μαθητών. Αλλά και όσοι ασχολούνται με την διασκέδαση των ανθρώπων, με την έξοδό τους, τον καφέ, το φαγητό, το ποτό τους είναι αυτονόητο ότι την Κυριακή περιμένουν. Τώρα πλέον έχει καταργηθεί και η κυριακάτικη αργία των εμπορικών καταστημάτων. Η μισή κοινωνία περιμένει την άλλη μισή την Κυριακή για να της προσφέρει υπηρεσίες, να ζήσει, να κερδίσει…

                Η γενιά των γονέων των σημερινών υποψηφίων, όταν έδινε Πανελλήνιες, θεωρούσε αδιανόητο η Κυριακή να μην είναι ελεύθερη. Τα διαγωνίσματα γράφονταν το Σάββατο, εναλλάξ με την Έκθεση. Η Κυριακή είχε ιερότητα. Ακόμη κι αν δεν πήγαινες εκκλησία, ήταν μέρα αλλαγής ρυθμού. Ακόμη κι αν το απόγευμα ήταν αφιερωμένο στο διάβασμα, έφτανε το αλλιώτικο κυριακάτικο πρωινό ώστε η ημέρα να είναι γιορτή. Σήμερα είναι ευκαιρία εργασίας και κατανάλωσης. Σημεία των καιρών.

                Έχουμε συμβιβαστεί ως κοινωνία με το γεγονός ότι το ήμισυ των συνανθρώπων μας δεν τηρεί την εντολή της Γραφής «μία ημέρα να είναι αφιερωμένη στον Κύριο τον Θεό σου». Βοηθούμε μάλιστα αποφασιστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Απέχουμε από τον εκκλησιασμό κανονίζοντας άλλες δραστηριότητες, αθλητικές, πολιτισμικές, εκδρομικές, κοινωνικές, φυσιολατρικές. Έχουμε ήσυχη την συνείδησή μας όταν χτυπά η καμπάνα, διότι  νιώθουμε τόσο κουρασμένοι και δικαιούμαστε την συνέχεια του ύπνου. Δεν καταλαβαίνουμε ότι αν η Κυριακή δεν ξεκινά από τον ναό, τότε ήδη έχει απο-ιεροποιηθεί. Γιατί να μην πάμε για ψώνια μετά; Γιατί να μην πιούμε έξω τον καφέ μας ή να μην φάμε το φαγητό μας εκτός του σπιτιού μας; Γιατί να μη είναι η πιο εκκοσμικευμένη ημέρα της εβδομάδας, η οποία ξεκινά από το Σαββατόβραδο του ξενυχτιού, ενίοτε και της αμαρτίας;

                Η οικονομία ζητά η Κυριακή να είναι ημέρα κατανάλωσης. Θεωρεί υποκρισία να ανοίγουν τα μαγαζιά μετά την ώρα του εκκλησιασμού. Κι αν τηρήσει την ρήτρα αυτή, οι εργαζόμενοι είναι από νωρίς εκεί.  Η Κυριακή είναι η ευκαιρία να κάνουμε τις δουλειές που δεν προλάβαμε την εβδομάδα, όχι η ημέρα που μαζευόμαστε στο τραπέζι ως οικογένεια, η μέρα της συνάντησης και της ενότητας, αλλά μία ακόμη συνέχεια του τρόπου ζωής που ξεχνά Θεό και πλησίον.

                Η Εκκλησία δεν αντέδρασε ιδιαίτερα στο άνοιγμα των καταστημάτων και τις Κυριακές. Δεν αντιδρά όταν τα παιδιά κάνουν μάθημα την Κυριακή, ούτε φωνάζει, έστω και βοώσα εν ερήμω, στους γονείς ότι χωρίς ιερή μέρα, δεν υπάρχει ζωή που να γίνεται ιερή. Καταλαβαίνει το άγχος των παιδιών που πρέπει να προετοιμασθούν για τις εξετάσεις. Το άγχος των οικογενειών που πρέπει να συμπληρώσουν τα ψώνια που δεν έκαναν την εβδομάδα. Το άγχος των ανθρώπων να κάνουν κάτι διαφορετικό τις Κυριακές. Δεν τόνισε ότι ο μόνος λόγος εργασίας της Κυριακής είναι η ανάγκη της αγάπης. Η μάνα που μαγειρεύει. Ο εργαζόμενος στα νοσοκομεία, στην συγκοινωνία, όπου υπάρχει ωφέλεια. Δεν επέμεινε, αν δε γίνεται αλλιώς, όλα να ξεκινούν μετά την λειτουργία. Τουλάχιστον να λειτουργούνται μικροί και μεγάλοι, να ανταλλάσσουν το άγχος με την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Την μόνη που σε κάνει να νικάς τον χρόνο!

 Η ευθύνη και πάλι είναι προσωπική…

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 6 Δεκεμβρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΠΟΝΗΡΑΙ ΕΙΣΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

«Είναι πονηρές οι μέρες» (Εφεσ. 5, 16). Αυτός ο αποστολικός λόγος δεν φαίνεται να έχει χάσει το περιεχόμενό του, παρότι πέρασαν περίπου δύο χιλιάδες χρόνια από την στιγμή που γράφτηκε. Είναι πονηρές οι μέρες  διότι οι άνθρωποι παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι». Οι άνθρωποι κάνουμε τις μέρες και τους καιρούς να είναι πονηροί. Δεν μας φταίνε οι εποχές. Ίσως ούτε και ο πολιτισμός καθαυτός, διότι εμείς τον δημιουργούμε και, κυρίως, εμείς τον ακολουθούμε. Ίσως δεν μας φταίει και ο ίδιος ο πονηρός, από τον οποίο παρακαλούμε, κάθε φορά που αναφωνούμε την Κυριακή Προσευχή, να μας γλιτώσει ο Θεός. Να μην μας κάνει όπως εκείνος και να μην του επιτρέπει να μας ταλαιπωρεί, συναντώντας τον χαρακτήρα μας και ενισχύοντάς μας να παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι».  Ο λόγος της πίστης δεν έχει να κάνει με τα όρια του χρόνου. Οι άνθρωποι, ενώ καλούμαστε να προχωρούμε προς τα μπρός, εντούτοις γυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας και γι’ αυτό ο πονηρός, επειδή δεν βρίσκει τον άνθρωπο σε κίνηση προς τον Θεό, τον καταβάλλει. Ο πολιτισμός και το περιβάλλον μας στην ουσία συνδράμουν αυτό που ο χαρακτήρας μας επιζητεί. Μεθούμε με το κρασί της ευχαρίστησης και ξεχνούμε την χαρά που δίνει το Άγιο Πνεύμα. Μένουμε στο πρόσκαιρο και αδιαφορούμε για το αιώνιο, είτε θεωρούμε ότι πιστεύουμε στον Θεό είτε όχι.

         «Άσοφοι» οι άνθρωποι. Ο σοφός δεν μόνο ο μορφωμένος ή ο έμπειρος της ζωής. Είναι αυτός που αναζητεί τον Θεό και με την καρδιά και με την διάνοια, δηλαδή με όλη του την ύπαρξη. Είναι αυτός που προσπαθεί να ζήσει και όχι απλώς να ανακαλύψει το νόημα του χρόνου, το νόημα της ύπαρξης, κυρίως την συνέχειά της μετά τον θάνατο. Είναι αυτός που πίσω από κάθε γεγονός, πίσω από κάθε πρόσωπο, πίσω από την επιτυχία ή την αποτυχία, ακόμη και τον καιρό στον οποίο ζει και που δεν διάλεξε ο ίδιος, καθώς δεν ρωτήθηκε από τους γεννήτορές του αν ήθελε να γεννηθεί ή όχι και να μεγαλώσει σε τέτοιο περιβάλλον, βλέπει την πρόνοια του Θεού. Την αγάπη του Θεού και στα ευχάριστα και στα λυπηρά, ιδίως στα δεύτερα.  Σοφός είναι αυτός που ξέρει ότι όσο χρόνο κι αν του δώσει ο Θεός, δεν φτάνει για να τον ανακαλύψει, διότι οι δυνάμεις μας είναι πεπερασμένες. Μπορεί όμως να κάνει αρχή αγάπης τόσο προς τον ουρανό όσο και προς την γη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον πλησίον. Να λύσει τα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων μέσα από το πρίσμα του Ευαγγελίου, μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας, από την οδό της αγιότητας, διότι με αυτόν τον τρόπο επικοινωνεί ο Θεός με τον καθέναν μας. Μέσα από την Εκκλησία και όχι μέσα από το ατομικό μας θέλημα. Οι σοφοί του κόσμου τούτου, όταν δεν πιστεύουν, όταν δηλαδή δεν εμπιστεύονται την αγάπη του Θεού και το Πρόσωπό Του, φανερώνονται άσοφοι. Ακόμη κι αν το συνειδητοποιούν, το νόημα του χρόνου είναι σισύφειο γι’ αυτούς. Μοιάζει με εκείνον τον αρχαίο ήρωα που κουβαλούσε μία πέτρα στην κορυφή ενός βουνού και πάνω που πίστευε ότι έχει εκπληρώσει την αποστολή του, η πέτρα ξανακυλούσε και έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Έτσι μοιάζουν και οι άσοφοι αυτού του κόσμου. Επενδύουν στην γνώση, στην πρόοδο, στην επιστήμη, στα επιτεύγματα, κυρίως στο «εγώ», διαπιστώνουν όμως ότι όλα αυτά είναι τόσο μάταια, που πάνω που ευχαριστιούνται τις νίκες, τις δόξες, τις ανακαλύψεις τους, πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή, διότι όλα αυτά είναι μάταια, πεπερασμένα και αλλάζουν. Κυρίως, δεν νοηματοδοτούν το τέλος και δεν βοηθούν στο να είναι όλα μία νέα αρχή, όχι αγωνίας, αλλά χαράς κι αγάπης διότι στο κουβάλημα της πέτρας δεν είμαστε μόνοι μας, καθώς υπάρχει Θεός!

         «Άφρονες» οι άνθρωποι, χωρίς σωφροσύνη. Δεν είναι μόνο η ηθική φθορά που μας διακατέχει. Το ότι θέλουμε να κάνουμε ό,τι μας δικαιώνει. Είναι και ότι επενδύουμε στην ύλη. Ότι δεν βλέπουμε την αλήθεια που είναι ο Χριστός και νομίζουμε πως ό,τι χτίζουμε με τις δικές μας αλήθειες είναι αρκετό. Δεν είναι μόνο τα απότομα τινάγματα που κάνουμε, οι διακυμάνσεις εξαιτίας της δίψας μας για ηδονή. Η αστάθειά μας. Το ότι δεν έχουμε ελεύθερη προσωπικότητα αλλά συχνά αγόμαστε και φερόμαστε από τα θέλω μας. Είναι και το γεγονός ότι αν διαγράψουμε τον Θεό από την ζωή μας ή Τον αφήσουμε στην άκρη, τότε φαινομενικά το «εγώ» μας ελευθερώνεται, όμως η αμαρτία που συνοδεύει αυτή την ελευθερία μας παγιδεύει και μας καταστρέφει. Διότι γεννά μία ασυνείδητη ύβρη εντός μας, ότι είμαστε μόνοι μας θεοί. Ότι έχουμε σ’ όλα δίκιο. Ότι οι άλλοι οφείλουν να δούνε την ζωή όπως εμείς την βλέπουμε. Ύλη και δικαιώματα μας κάνουν να ξεχνούμε τα όρια της ζωής. Παλεύουμε  να είμαστε αυτό που θέλουμε, αλλά λησμονούμε ότι χωρίς Θεό πάντοτε κάτι θα μας λείπει.

         «Άσωτοι» οι άνθρωποι. Διαγράφουμε από την ζωή την ηθική και τη αρετή. Τους κανόνες και τα όρια. Την επίγνωση ότι ο εαυτός μας δεν είναι αυτάρκης. Προχωρούμε σα να ζούμε για πάντα. Μακριά από το σπίτι του Θεού-Πατέρα που είναι η Εκκλησία. Αλλοτριώνοντας το περιεχόμενο της περιουσίας που μας εμπιστεύθηκε. Μετατρέποντας την αγάπη προς Εκείνον και προς τον πλησίον σε αγάπη μόνο για το εγώ μας. Την ελευθερία από το κακό και τα πάθη σε δόξα των παθών. Τον νου μας από ευλογία για να παρατηρούμε τον κόσμο και να δοξάζουμε τον Θεό για την ομορφιά της ζωής, σε όργανο ανταρσίας εναντίον του Θεού και απόρριψής Του. Την συνείδηση της ύπαρξης και της φωνής του Θεού εντός μας σε φίμωση του αγαθού και παράδοση στο θέλημά μας. Υπάρχω για μένα. Οι άλλοι είναι οι υπηρέτες μου. Η αμαρτία είναι δικαίωμα και η διάπραξή της ευχαρίστηση. Όποιος θέλει να μας περιορίσει, δεν ξέρει τι είναι καλό για μας.

       «Αι ημέραι πονηραί εισί». Η απουσία του Θεού, το έλλειμμα πίστης και ελπίδας είναι σημάδι της πονηρότητας των καιρών. Μόνο που η επιλογή είναι δική μας, εάν θα παραμείνουμε σ’ αυτή την κατάσταση ή με την παρουσία του Χριστού στις καρδιές μας θα γίνουμε «τέκνα φωτός». Ο δρόμος περνά και πάλι μέσα από την Εκκλησία.

Κέρκυρα, 3 Δεκεμβρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ζώντας ανάμεσα σε normies

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

«Normies» είναι τα άτομα που χρησιμοποιούν δημοφιλή μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social) και πιστεύουν τις απόψεις που είναι «δημοφιλείς». Δεν σκέφτονται οι ίδιοι για τον εαυτό τους, απλά, αν κάτι θεωρείται «ok», το δέχονται. Οι normies ενδιαφέρονται περισσότερο για την γνώμη του «προτύπου» της κοινωνίας απ’ ό, τι για τις πραγματικές αξίες ή πεποιθήσεις. Οι normies είναι βασικά οι «κανονικοί» (normal), μέσοι, καθημερινοί, “social” άνθρωποι. Ο όρος έγινε δημοφιλής από ακτιβιστές της alt-Right και διαδικτυακούς οπαδούς του Trump, που έφτιαξαν και ολόκληρο «κράτος» (Kekistan) και ολόκληρη «θρησκεία» (του «θεού» Kek) για να τρολάρουν τους liberal και να γελοιοποιήσουν την πολιτική ορθότητα. «Ο λαός του Kekistan ζητεί να απελευθερωθεί από την μακροχρόνια καταπίεση των normies!», φώναζαν σε διαδήλωση.

Του Silas Reynolds (Identity Dixie) / ΚΟ

Πολύ συχνά περιβάλλομαι από normies. Είμαι τρομερά συγκλονισμένος από την απόλυτη ηλιθιότητά τους σε καθημερινή βάση. Και μιλώ για σοβαρή έλλειψη γνώσης για τα πιο βασικά θέματα και έννοιες. Για να είμαι δίκαιος, για πολλά από αυτά τα θέματα έχουν χειραγωγηθεί σχολαστικά από τους ινστρούχτορες της εποχής, αλλά χρειάζονται κυριολεκτικά λίγα δευτερόλεπτα για να επιβεβαιώσουν την βασική κοινή λογική. Ο Αιώνιος Normie είναι τόσο αποβλακωμένος και κοιμισμένος που δεν θα μου προξενούσε εντύπωση αν κάποιος ξεκινούσε συζήτηση μαζί μου για το αν ο ουρανός είναι γαλανός. Μερικά παραδείγματα από τις τελευταίες ημέρες.

Τώρα, πριν παραθέσω κάποια παραδείγματα της normie ανοησίας, επιτρέψτε μου να σας πω ότι οι normies μου δεν είναι τα τυπικά πλάσματα που θα συναντήσεις σε ένα πολυκατάστημα Wal-Mart. Οι περισσότεροι είναι εκπαιδευμένοι σε κολέγια ή τουλάχιστον έχουν λάβει ιδιωτική σχολική εκπαίδευση (για να ξεφύγουν από τις χαρές της «διαφορετικότητας», αν και δεν θα το παραδεχτούν ποτέ). Έχουν δουλειές μεσαίας κατηγορίας, το δικό τους όχημα και μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους (μερικοί είναι αιώνιοι ενοικιαστές). Κάποιοι είναι ακόμη και στρατιωτικοί και επιχειρηματίες. Είναι είτε οι κλασσικοί κεντροδεξιοί είτε οι τυπικοί κεντροαριστεροί. Είναι, ουσιαστικά, οι τυπικοί «προοδευτικοί» αστοί λευκοί της μεσαίας τάξης. Οι εργάτες είναι πολύ πιο ξύπνιοι από αυτούς.

Όπως όλοι οι normies, δεν ανησυχούν τρομερά για το τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω τους. Δεν δίνουν μεγάλη προσοχή στις ειδήσεις, εκτός και αν υπάρχει κάτι που έχει γίνει trendy στο Facebook. Σίγουρα δεν παρακολουθούν τις τοπικές ειδήσεις ούτε διαβάζουν εφημερίδα. Μπορούν να διαβάσουν διάφορες «ειδησεογραφικές» ιστοσελίδες, αλλά για λίγο. Πιθανότερο είναι να διαβάσουν το σατιρικό The Onion παρά «σοβαρή» δημοσιογραφία. Για να είμαι ειλικρινής, οι περισσότεροι δεν διαβάζουν ούτως ή άλλως, εκτός εάν απαιτείται για την δουλειά τους. Ρωτήστε ένα normie κάτω των 30, ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που διάβασε και περιμένετε την απάντηση. Θα δείτε ένα κενό βλέμμα που ακολουθείται από ένα «Δεν την βρίσκω πραγματικά να διαβάζω».

Αν ψάχνουν κάτι που έχει «νόημα», συνήθως σχετίζεται με τα ακόλουθα έξι θέματα: τηλεόραση, ταινίες, gaming, τα παιδιά τους (άνθρωποι ή κατοικίδια), τη δουλειά τους ή την «αθλητική» τους ομάδα. Μόνο ένα από αυτά τα πράγματα έχει πραγματικά νόημα. Δεν χρειάζεται να τους ρωτήσετε για να τους ελέγξετε, μπορείτε απλά να ακολουθήσετε τα σχόλιά τους και τι ακολουθούν στο Facebook.

Το καλοκαίρι βρέθηκα σε μια παραλία με κάποιους normies. Θα παραδεχτώ ότι μου αρέσουν και εμένα κάποιες τηλεοπτικές σειρές. Πείτε με cuck, αλλά βλέπω Game of Thrones. Ποία είναι όμως η διαφορά μεταξύ εμένα και ενός normie; Δεν μπορώ να περάσω έξι ώρες να μιλάω γι’ αυτό. Αυτοί όλο για αυτό ήθελαν να μιλάνε. Μετά θα μιλάνε για άλλες εκπομπές του Netflix. Και μόλις τελειώσουν από την τηλεόραση θα αρχίσουν να μιλάνε για ταινίες. Αν μείνει χρόνος θα πούνε και για ό,τι «κουραστικό» και αληθινό έχει απομείνει.

Το αντιλαμβάνομαι. Η τηλεόραση είναι μια μορφή διαφυγής, δεν αποτελεί έκπληξη το να κλειδώνεις τον εαυτό σου στο διαμέρισμά σου και να παρακολουθείς τηλεόραση όλο το Σαββατοκύριακο. Βέβαια, ο εγκέφαλός σου αρχίζει και σαπίζει, γεγονός που εξηγεί γιατί οι normies αποδεικνύονται πρακτικά καθυστερημένοι όταν πρόκειται για πράγματα που έχουν να κάνουν με λογική κρίση.

Για παράδειγμα, μιλούσα με κάποιους normies σχετικά με τα βασικά δεδομένα της ζωής, συγκεκριμένα, για την εγκυμοσύνη των γυναικών. Και συγκεκριμένα για μια φίλη μου (που δεν ήταν παρούσα), που έφτανε την ηλικία των 35 ετών. Συνηθίζω να λέω, περισσότερο ως προειδοποίηση για τις νεότερες θηλυκές normies, ότι η ικανότητα της γυναίκας να μείνει έγκυος γίνεται πιο δύσκολη μετά από τα 35, και υπάρχουν περισσότεροι κίνδυνοι στην μεγαλύτερη γυναίκα. Θεωρώ ότι αυτά είναι αρκετά βασικά πράγματα. Σκέφτηκα ότι διδάσκουν το βιολογικό ρολόι στο σχολείο. Υπέθεσα ότι οι normies μου θα συμφωνούσαν τουλάχιστον με αυτό.

Αλλά είχα λάθος.

«Αυτό δεν είναι αλήθεια. Οι μεγαλύτερες γυναίκες μπορούν να κάνουν παιδιά. Ήξερα μια γυναίκα που έκανε ένα παιδί στα 50 της», πετάχτηκε μια normie.

Απάντησα, «ακούγεται σαν μια απόκλιση, είναι πολύ δύσκολο να κάνεις παιδιά στη μέση ηλικία. Και αν το κάνεις, μπορεί να υπάρχουν προβλήματα με το παιδί».

«Διαφωνώ, στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιο δύσκολο για τις γυναίκες στα 20 να μείνουν έγκυες σε σύγκριση με τις γυναίκες στα 40. Μου αρέσει να υποστηρίζω αυτά τα πράγματα», είπε με χαμόγελο.

Τους είπα απλώς πηγαίνετε στο Google και ελάτε να τα ξαναπούμε. Ποτέ δεν το έκαναν, αλλά θεώρησαν ότι αυτές βγήκαν νικήτριες από την συζήτηση. Δεν ήθελα να γίνω σπαστικός και τις παράτησα. Προηγουμένως μου είπαν ότι πιθανότατα δεν θα παντρευτούν ποτέ ούτε θα κάνουν παιδιά.

Δεν είναι απλώς η ανθρώπινη αναπαραγωγική φύση που δεν ταιριάζει σε ένα normie, είναι και η βασική ιστορία. Κάποτε τέθηκαν βασικά ερωτήματα (που μερικές φορές σχετίζονταν με την αμερικάνικη ιστορία) σε normies. Μερικές από τις απαντήσεις ήταν οι εξής:

     Οι Ρωμαίοι ήταν Έλληνες.

     Σίγουρα ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος ήταν μαύρος. Αφού ήταν από την Αφρική.

     Δεν ήξερα ότι οι Βρετανοί υποστήριζαν την δουλεία.

     Οι ΗΠΑ δεν βασίστηκαν ποτέ στη δουλεία.

     Ο Thomas Jefferson δεν είχε δούλους, ούτε και ο George Washington.

     Οι Νότιοι δολοφόνησαν έξι εκατομμύρια σκλάβους.

     Πότε τελείωσε ο Β΄ ΠΠ;

     Ο Χίτλερ ήθελε να εισβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

     Θα μιλούσαμε γερμανικά αν είχαν κερδίσει τον πόλεμο.

     Από τους νόμους Jim Crow σκοτώθηκαν έξι εκατομμύρια μαύροι.

     Πολεμήσαμε στην Κορέα;

Πλήρης ιστορικός αναλφαβητισμός και κολοσσιαία παρανόηση. Ναι, αυτός είναι normie. Επιθετικός και υπερήφανος, ο normie θα ορμήσει σε μια συζήτηση με τις γνώσεις και την αξιοπρέπεια ενός μαθητή τρίτης δημοτικού. Δεν θα με πείραζε τόσο πολύ, αν δεν ήταν τόσο προκλητικοί.

Τελικά, η δουλειά μας είναι να ξυπνήσουμε τον Αιώνιο Normie πριν η χώρα μας καταντήσει σαν το Λος Άντζελες στο Blade Runner. Δεν είναι εύκολη δουλειά. Οι σημερινοί normies είναιχαζοί και είναι εθισμένοι στην πολιτική ορθότητα (πρόσφατα ένας μου είπε να μην χρησιμοποιήσω τον όρο «πόρνη», αλλά «εργάτρια του σεξ», γιατί δεν είναι «επικριτικός»).

Όπως είπε ο γέρος μου, «Αν ήταν εύκολο, ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει». Γι’ αυτό είμαστε εδώ, μάγκες. Είμαστε οι μόνοι που μπορούν να το κάνουν.

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / πηγή

http://redskywarning.blogspot.gr/2017/11/normies.html

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μνήμη κοιμήσεως 4 σύγχρονων γερόντων (2 Δεκεμβρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το μεγαλύτερο καύχημα και ο πιο πολύτιμος θησαυρός της είναι οι Άγιοί Της. Δεν υπάρχει περίοδος στην ανθρώπινη ιστορία που να μην υπάρχουν άγιοι. Οι άγιοι πιστοποιούν στο πρόσωπό τους ενσάρκως την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε κάθε γενεά. Έτσι, σήμερα ξημερώνει για την Ορθοδοξία μας μία μεγάλη μέρα. Κατά συγκυρία ευτυχή, η Εκκλησία μας τιμά την ημέρα κοίμησης 4 σύγχρονων οσιακών μορφών. Ας δούμε εν συντομία τα κεντρικότερα σημεία της αγίας βιοτής των:

1. Γέρων Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά στο παντοπωλείο ενός γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Όταν ήταν 8 ετών, βρήκε ένα φυλλάδιο με το βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Ο βίος του αγίου συγκίνησε το μικρό βοσκό και θέλησε να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιο Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.

Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός. Λόγω της θερμής πίστης του, της υπακοής και της άσκησής του, τον επισκέφθηκε η θεία Χάρη και απέκτησε σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως.

Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στην Εύβοια για θεραπεία. Εκεί τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διαπίστωσε την πνευματική του προκοπή, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους και να εργασθούν για τη σωτηρία τους.

Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε συνολικά 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και συχνά θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του.

Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.

Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 2 Δεκεμβρίου παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο.

Οι διδαχές του παραμένουν πολύτιμες παρακαταθήκες για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο της εποχής μας. Με τη βαθιά αγάπη και τη διάκριση που τον χαρακτήριζε, τα λόγια του αποτελούν αληθινές σανίδες παρηγοριάς στις μέρες μας. Η διεισδυτική του ματιά και η μεγάλη του φιλανθρωπία προσφέρουν ξεχωριστές διαστάσεις στη σύγχρονη Ποιμαντική.

2. Γέρων Αμβρόσιος, πνευματικός μονής Δαδίου

Γεννήθηκε στο χωριό Λαζαράτα της Λευκάδος το 1914. Το κοσμικό του όνομα ήταν Σπυρίδων Λάζαρης. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η οικογένειά του πολύτεκνη. Από μικρός ο ίδιος χαρακτηριζόταν για την ηρεμία του χαρακτήρα του και την αγάπη του προς την Εκκλησία. Δεν μπόρεσε να μορφωθεί γιατί ο πατέρας του έλειπε στον πόλεμο και ο ίδιος βοηθούσε τη μητέρα του στις αγροτικές δουλειές του σπιτιού.

Όταν εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, θέλησε να πάει στο Άγιο Όρος, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Με την καθοδήγηση, όμως, ενός νέου έφτασε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί ο συνοδός του τού είπε: “Εδώ, θα μείνεις, Σπύρο. θα γίνεις μοναχός, θα κάνεις υπομονή και υπακοή στο γέροντα” κι αμἐσως εξαφανίστηκε. Ο Σπύρος κατάλαβε ότι επρόκειτο για άγγελο Κυρίου, παρέμεινε στο μοναστήρι και σε ηλικία 25 ετών έγινε μοναχός με το όνομα Χαρίτων.

Ένα βράδυ ο ηγούμενος λέει στο μοναχό Χαρίτωνα να διαβάσει την Ενάτη. Εκείνος, καθώς ήταν αγράμματος, προσπάθησε να διαβάσει, αλλά είχε μεγάλη δυσκολία. Ο ηγούμενος αγανάκτησε και τον έδιωξε λέγοντάς του επιτιμητικά να πάει στο κελλί του. Το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, εμφανίστηκε η Παναγία και τον βοήθησε να μάθει το ψαλτήρι από μνήμης.

Ένα καλοκαίρι εργαζόταν στον κήπο της Μονής. Βλέποντας μία συκιά και επειδή πεινούσε, ανέβηκε στο δένδρο, για να φάει σύκα. Στο Άγιο Όρος οι μοναχοί δεν επιτρέπεται να τρώνε τίποτε εκτός τραπέζης, γιατί θεωρείται λαθροφαγία. Έφαγε μερικά σύκα, αλλά γλίστρησε και έπεσε από το δέντρο. Αν και είχε πέσει από το πρωί, οι άλλοι μοναχοί αφού τον αναζήτησαν, τον βρήκαν μόνο το απόγευμα στο περιβόλι πεσμένο κάτω να πονάει πολύ. Τον έβαλαν πάνω σε μια πόρτα και τέσσερα άτομα μαζί – καθώς ήταν σωματώδης – τον μετέφεραν στο κελλί του. Όπως διηγείται ο ίδιος: «Ενώ βρισκόμουν στο κρεβάτι και πονούσα, απέναντι έβλεπα το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων και τους παρακαλούσα να με βοηθήσουν. Εμφανίζονται τότε δύο γιατροί με λευκές μπλούζες και προσπάθησαν να βάλουν το πόδι μου στην θέση του. “-Τράβα Κοσμά”, έλεγε ο ένας. “-Κράτα από εδώ Δαμιανέ”, έλεγε ο άλλος. Και σε πέντε λεπτά οι πόνοι εξαφανίστηκαν και έγινα καλά»!

Στο μοναστήρι βρίσκονταν τότε πέντε νέοι μοναχοί και ένας ηλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι από αυτούς σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να αλλάξουν τον γέροντα. Το έμαθε ο γέροντας και ζήτησε την απομάκρυνσή τους. Με τη συνοδεία της αστυνομίας ο μοναχός Χαρίτων εκδιώχθηκε στη Μονή Χιλανδαρίου. Εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες και πέρασε αρρώστιες, που τον ανάγκασαν να έρθει στον κόσμο. Πήγε, λοιπόν, στον Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στην ερειπωμένη Μονή Δαδίου στη Φθιώτιδα. Εκεί βρήκε μόνο αρουραίους, φίδια και άγρια ζώα. Ο Γέροντας Πορφύριος του υπέδειξε: «Κάθισε εδώ, κάνε υπομονή και υπακοή και ο Θεός θα σε βοηθήσει».

Αμέσως επιδόθηκε στην ανασύσταση της Μονής, η οποία έγινε στη συνέχεια γυναικεία. Ο τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος εξετίμησε τον γέροντα και τον έκανε ιερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, το δικό του όνομα.

Κάποτε χτύπησε το πόδι του, πήγε στο νοσοκομείο, όπου του έβαλαν πλατίνα στο γοφό. Πονούσε, όμως, πολύ. Ο τότε Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός τον πήρε στην Ελβετία να τον δούνε εκεί οι γιατροί. Εκεί διαπιστώθηκε ότι στην πρώτη επέμβαση, του έβαλαν 1 εκατοστό πλατίνα μεγαλύτερη με αποτέλεσμα να χρειαστεί νέο χειρουργείο, για να μειώσουν την πλατίνα. Όταν έγινε αυτό και ετοιμαζόταν για εξιτήριο, του ζητήθηκαν γενικές εξετάσεις, τις οποίες έκανε. Τότε, βρέθηκε στον αριστερό του νεφρό πέτρα μεγάλη όσο ένα πορτοκάλι και έτσι παρέμεινε για νέα εγχείριση.

Διηγείται ο Γέροντας: «Ενώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο, εμφανίστηκε ένας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, μαζί στο μπαλκόνι και καθίσαμε για να μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτά μιλούσαμε και του είπα για τα χειρουργεία και για τον λίθο στο νεφρό. Τότε ο μοναχός μου είπε: ’’Είμαι ο Άγιος Νεκτάριος και ήρθα να σε δω. Ήμουν και εγώ φιλάσθενος και παρέδωσα την ψυχή μου στο «Αρεταίειο» νοσοκομείο. Άντεξα τις συκοφαντίες και την ασθένεια, κάνοντας υπομονή. Ο Θεός μου έδωσε χάρη μεγάλη για την υπομονή που έκανα’’. Μετά με άγγιξε και έφυγε. Όταν έφυγε ο Άγιος Νεκτάριος μου ήρθε διάθεση ούρησης και ούρησα σε ένα μικρό λεκανάκι Τότε βγήκε μαζί με τα ούρα και μία πέτρα σε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού. Τότε με μία χαρτοπετσέτα την πήρα και την έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου.

Την επόμενη θα γινόταν η εγχείριση. Έρχεται ο Ελβετός γιατρός και μου λέει: «Ετοιμάσου για το χειρουργείο». Εγώ του απάντησα ότι δεν χρειάζομαι χειρουργείο. Άνοιξα το συρτάρι και του έδειξα την πέτρα. Όταν την είδε ο γιατρός, είπε· «Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε ζωντανή πίστη, εμείς την νοθεύσαμε”. Το χειρουργείο δεν έγινε και ή πέτρα παρέμεινε στο γραφείο του Ελβετού γιατρού, για χρόνια πολλά».

Του άρεζε η ησυχία και η αφάνεια, γι’ αυτό και δεν απέκτησε μεγάλη συνοδεία από μοναχές. Μάλιστα, ούτε στο χωριό, στο Δαδί, τον ήξεραν καλά καλά. Και εκεί δεν κατέβαινε παρά σπάνια. Ήταν στο Μοναστήρι, έκανε πρακτικές εργασίες, ήταν ο εφημέριος της Μονής και ασχολήθηκε πολύ με την ευχή. Είχε όμως μεγάλη χάρη. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Εγώ αγράμματος άνθρωπος είμαι και έρχονται εδώ τόσοι άνθρωποι μορφωμένοι, καθηγητές πανεπιστημίου, και ανοίγει ο νους μου και τους λέω τόσα πράγματα, που απορώ πως τα λέω».

Κοιμήθηκε την ίδια μέρα, ακριβώς 15 χρόνια μετά, που κοιμήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος, στις 2 Δεκεμβρίου 2006, σε ηλικία 92 ετών.

3. Γέρων Κλεόπα Ηλίε

Γεννήθηκε στο χωριό Σούλιτσα του νομού Botosani της Ρουμανίας στις 10 Απριλίου του 1912 και βαπτίσθηκε Κωνσταντίνος. Όπως ανέφερε ο ίδιος, οι γονείς του ήταν ζωντανό παράδειγμα χριστιανικής ζωής και το σπίτι τους ήταν μια κατ΄ οίκον εκκλησία. Έτσι, τα πέντε από τα δέκα παιδιά της οικογένειάς του ακολούθησαν το μοναχικό βίο.

Όταν ήταν νεογέννητος, αρρώστησε σοβαρά. Επειδή δύο άλλα αδέλφια του είχαν ήδη πεθάνει σε νηπιακή ηλικία, η μητέρα του τον πήγε στον ερημίτη Κόνωνα Georgescu, πνευματικό στην Cozancea και με τη βοήθειά του η Παναγία θεράπευσε τον μικρό Κωνσταντίνο.

Το 1929 εισήλθε μαζί με έναν ακόμη αδελφό του στην Ιερά Σκήτη Sihastria, όπου μόναζε ήδη ένας μεγαλύτερος αδελφός τους. Αρχικά στάλθηκε στη βοσκή των προβάτων της σκήτης, διακόνημα που τον γέμιζε με μεγάλη πνευματική χαρά. Αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία (1935-1937), εκάρη μοναχός στην ίδια σκήτη.

Ο ζήλος του στις εργασίες της σκήτης οδήγησε το γηραιό ηγούμενό της να τον διορίσει αναπληρωτή ηγούμενο το 1942, ενώ το 1944 εξελέγη ηγούμενος. Στα τέλη του ίδιου έτους χειροτονήθηκε διάκονος και στις αρχές του επόμενου, πρεσβύτερος. Αμέσως επιδόθηκε στην ανακαίνιση της σκήτης και το 1947 μόλις, πέτυχε την ανύψωσή της από εξαρτηματική σε ανεξάρτητη Μονή.

Με την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία, συνελήφθη και ανακρίθηκε για 5 ημέρες στο Targu Neamt, αλλά πολύ σύντομα αφέθηκε ελεύθερος. Για να αποφύγει τα προβλήματα με τις αρχές κρύφτηκε σε μια ξύλινη καλύβα βαθιά στο δάσος, 6 χλμ. μακριά από το μοναστήρι. Σε 6 μήνες όμως επανήλθε στη θέση του.

Με απόφαση του Πατριάρχη Ιουστινιανού μεταφέρεται στις 30 Αυγούστου 1949 μαζί με 30 μοναχούς από τη Μονή Sihastria στη Μονή Slatina-Suceava και γίνεται ηγούμενός της, καθιστώντας τη σύντομα στο πιο οργανωμένο μοναστήρι της Ρουμανίας. Τα προβλήματα με το καθεστώς όμως δεν έλειψαν. Αντιμετωπίζοντας διαρκείς έρευνες και συλλήψεις, αναγκάστηκε  να ζήσει σε σκληρές συνθήκες στα βουνά Stânişoarei μαζί με τον ιερομόναχος Αρσένιο Papacioc. Τελικά θα επιστρέψει το 1956 στη Sihastria.

Το 1959 ψηφίστηκε ειδικό διάταγμα, με το οποίο εκδιώχθηκαν από τα μοναστήρια πάνω από 4000 μοναχοί και μοναχές. Ο ίδιος πιέστηκε από τις αρχές να αποβάλει το μοναχικό σχήμα και να περιοριστεί στο σπίτι του. Όπως πολλοί άλλοι μοναχοί, αρνήθηκε και αποσύρθηκε -για τρίτη φορά- στα βουνά της Μολδαβίας.

Το 1964 η πολιτική απέναντι στην Εκκλησία έγινε ηπιότερη, οπότε μπόρεσε να επιστρέψει στη Μονή. Παρέμεινε εκεί για 34 χρόνια ως πνευματικός των μοναχών και πολλών λαϊκών που έρχονταν από όλη τη χώρα και το εξωτερικό, για πνευματική καθοδήγηση.

Κοιμήθηκε οσιακά στις 2 Δεκεμβρίου 1998. Στα τέλη του 2005, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας πληροφόρησε τους πιστούς ότι έχει αρχίσει να μαζεύει στοιχεία για την επίσημη αγιοκατάταξη του μακαρίου Γέροντος Κλεόπα – ήδη αγίου στην συνείδηση πάρα πολλών πιστών.

4. Γέρων Ελπίδιος Νεοσκητιώτης

Γεννήθηκε το 1913 στη Λευκωσία και το κοσμικό του όνομα ήταν Αλέξανδρος. Ήταν δίδυμος αδελφός του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου, που μαρτύρησε το 1979 στην Παλαιστίνη.

Τα δύο αδέλφια είχαν μάθει από νωρίς την προσευχή και τη μελέτη πατερικών βιβλί­ων. Κάποτε εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από το βίο του οσίου Ιωάννου του Καλυβίτου και σε ηλικία μό­λις 14 ετών έφυγαν κρυφά από τους γονείς τους για την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. Μέσα στο πνευματικά ανθηρό κλίμα της Μονής και υπό τη φωτισμένη καθοδήγηση του πνευματικού π. Κυπριανού, μυήθηκαν στο πνεύμα της ανατολικής μοναστικής παράδοσης.

Το αυστηρό πρόγραμμα της Μονής κλόνισε όμως επικίνδυνα την υγεία τους και μετά από 6 χρόνια πήγαν στην Παλαιστίνη και έγιναν τακτικά μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Το 1937 ο π. Ελπίδιος χειροτονήθηκε διάκονος και το 1940 πρεσβύτερος, ενώ το ίδιο διάστημα ολοκλήρωσε την εγκύκλιο παιδεία του. Υπηρέτησε σε πολλές θέσεις του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (Ηγούμενος της Μονής του Προδρόμου, Τιβεριάδα, Πατριαρχικός Έξαρχος στη Ναζαρέτ, όπου έλαβε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου).

Τό 1947 προσελήφθη στην υπηρεσία του Πατρι­αρχείου Αλεξανδρείας και απεστάλη για μια πενταετία στη Μοζαμβίκη. Κατόπιν έζησε στην Αθή­να, όπου και έλαβε το Πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Πα­νεπιστημίου (1952-1956). Από το επόμενο έτος υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Ι.Ν. Αγίων Πάντων Λονδίνου, ενώ συγχρόνως παρακολούθησε μα­θήματα Ερμηνείας Καινής Διαθήκης και Εκκλησια­στικής Ιστορίας στο Βασιλικό Κολλέγιο. Το 1959 διορίσθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας Έξαρχος του Θρόνου, πρώτα στην Οδησσό και κατόπιν στην Ελλάδα. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις και προτροπές, επανήλθε στην πατρίδα του ως ιεροκήρυκας της Επαρχίας Πάφου και μετά Ηγούμενος της Μο­νής Μαχαιρά.

Δεν έμεινε όμως και εκεί για πολύ. Έτσι, επέ­στρεψε εις την Ελλάδα και ανέλαβε την εφημερία του θεραπευτηρίου του Ερυθρού Σταυρού για 6 χρόνια. Ο ζήλος και η διακονία του παρέμειναν για πολλά χρόνια στη μνήμη των ασθενών και του προσωπικού.  Το βαθύ πνευματικό του έργο συνεχίστηκε κατόπιν στον Ι.Ν. Αγίας Τριάδος Αμπελοκήπων όπου μετετέθη. Στο μεταξύ, σπούδασε και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου.

Όταν, τέλος, αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία, πραγματοποίησε αυτό που για δεκαετίες διακαώς επιθυμούσε: την αμεριμνησία της ησυχαστικής ζωής. Ασκήτευσε, έτσι, στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους, ύστερα από ενύπνια υπόδειξη της Παναγίας.

Η αλήθεια είναι πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν παρέλειψε ποτέ τα μοναχικά του καθήκοντα. Από μαθητής ακόμα, συνήθιζε να απομονώνεται τελώντας τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Κάποτε, μάλιστα, όταν στο νοσοκομείο διογκώθηκαν οι υποχρεώσεις του, ζητούσε μέσα στην απλότητά του από την αδελφή του και τους ανεψιούς του να διαβάζουν από ένα μικρό κομμάτι της ακολουθίας του, ενώ από τα πνευματικά του τέκνα (ιδίως τις αδελφές νοσοκόμες), να κάνουν λίγες μετάνοιες, για να συμπληρωθεί ο κα­νόνας του.

Στο αγιορείτικο κελλί του, πάλι, συνήθιζε να διαβάζει παρακλή­σεις για όλο τον κόσμο, και εξορκισμούς και ευχές για ό­λους τους μοναχούς της Σκήτης και του Αγίου Όρους. Στις μετακινήσεις του ήθελε να ταξιδεύει μόνος του για να λέει απερίσπαστος την ευχή.

Οι συνασκητές του διηγούνται ότι γνώριζε με λεπτο­μέρειες το μαρτύριο του αδελφού του Φιλουμένου εις την Παλαιστίνην, καθώς άκουγε τούς δαρμούς του και τον ίδιο να του φωνάζει, «αδελφέ μου, με σκοτώ­νουν!». Άλλοτε ευλόγησε το λιγοστό φαγητό μιας φτωχής οικογένειας και αυτό υπερπερίσσευσε. Θαύματα διηγούνται, ακόμη, και κατά τη θητεία του στον Ερυθρό Σταυρό.

Προτίμησε πάντοτε τη ζωή της αφάνειας και της διάκρισης και ποτέ δεν προκάλεσε κανέναν. Όταν στο τέλος της επίγειας ζωής του αρρώστησε βαριά, ήταν εκείνος που ανέπαυε όσους αδελφούς τον επισκέπτονταν για να τον αναπαύσουν. Κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1983.

Ας έχουμε την ευχή όλων τους!

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Σήμερα, 2 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας τιμά έναν όσιο ο οποίος ζούσε ανάμεσά μας πριν από τρεις δεκαετίες· είναι ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης.

Ο άγιος αυτός γέροντας φανερώνει σε όλους μας ότι κάθε εποχή η Εκκλησία έχει μέσα της ξεχωριστούς ανθρώπους και διαψεύδει εκείνους που θεωρούν ότι μόνο τα παλιά χρόνια ζούσαν άγιοι. Ο άγιος Πορφύριος έζησε μέσα στον κόσμο και σήμερα ζουν και μιλούν γι΄ αυτόν πολλοί άνθρωποι που τον γνώρισαν από κοντά. Έτσι, γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή τους μέσα στον κόσμο, που είναι γραμμένα σε βιβλία. Πρέπει να γνωρίζεις ότι κάθε άγιος που έχει την προσωνυμία «όσιος», ήταν στη ζωή του μοναχός, καλόγερος. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως και του αγίου που γιορτάζουμε σήμερα, ήταν και ιερομόναχος, δηλαδή είχε δεχθεί το μυστήριο της ιεροσύνης.

Όπως ακόμη, πιθανόν, πρόσεξες, δίπλα στο όνομά του υπάρχει η διευκρίνιση «Καυσοκαλυβίτης». Δεν πρόκειται για το επίθετό του, αλλά προσδιορίζει το μέρος εκείνο στο οποίο έγινε μοναχός, αλλά και έφυγε από τον κόσμο αυτό. Τα Καυσοκαλύβια είναι μια περιοχή στα νότια του Αγίου Όρους. Ακόμα, η Εκκλησία μας αποκαλεί τον Άγιο με τα προσωνύμια «διορατικό» αλλά και «θαυματουργό». Για να δούμε με συντομία γιατί συμβαίνει αυτό.

Ο άγιος Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στην Εύβοια και στο βάπτισμα του δόθηκε το όνομα Ευάγγελος. Ήταν περίπου 16 χρονών όταν πήγε στα Καυσοκαλύβια, και άρχισε την υπακοή της μοναχικής ζωής κοντά σε δύο γέροντες. Δέχτηκε τη μοναχική κουρά και άλλαξε το όνομά του, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλους τους νέους μοναχούς , που αφήνουν τον κόσμο και εγκαθίστανται στο Άγιο Όρος· τώρα ονομαζόταν Νικήτας.

Μια μέρα, που οι γεροντάδες του έλειπαν, βγήκε από την εκκλησιά και κάθισε να τους περιμένει. Πήγε και κάθισε στην πεζούλα κι αγνάντευε από κει τη θάλασσα. Ήταν η ώρα που συνήθως έρχονταν κι ο πάτερ Νικήτας άρχισε να τους γυρεύει με το βλέμμα του. ψάχνοντας τις φιγούρες τους ανάμεσα στων μονοπατιών τα βράχια.

Στην πρώτη κιόλας ματιά τους είδε. Ήταν φορτωμένοι και οι δυο τους και κατέβαιναν τα «Μαρμαρένια τα σκαλιά», πηγαίνοντας προς το κελί τους. Ο πάτερ Νικήτας πετάχτηκε πάνω απ΄ τη χαρά του.

 – Έρχονται στα «Μαρμαρένια τα σκαλιά», φώναξε κι έκαμε να φύγει τρέχοντας για να τους ανταμώσει, για να τους ξεκουράσει από το βάρος που κουβαλούσαν, μα δεν πρόλαβε δυο βήματα να κάνει και, σαστισμένος, στάθηκε εκεί που ήταν.

– Στα «Μαρμαρένια τα σκαλιά»; αναρωτήθηκε μονάχος. Μα τούτα βρίσκονται πίσω από το βουνό κι εγώ τα βλέπω μπρος μου ολοκάθαρα, λες και γίνηκαν οι βράχοι διάφανοι σαν τζάμι.

Ο πάτερ Νικήτας άλλη σκέψη δεν έκανε, άλλη λέξη δεν είπε, παρά άρχισε να τρέχει όσο μπορούσε πιο γρήγορα, για να τους ανταμώσει. Μια κοίταζε ζαλισμένος τα πόδια του, να δει αν πατούνε στου μονοπατιού τον δρόμο, και την άλλη, όταν σήκωνε το κεφάλι, έβλεπε τους γέροντές του πού ακριβώς ήταν.

Πρώτος τον είδε να έρχεται από μακριά ο παπα-Ιωαννίκιος.

– Με τη μυρωδιά μάς κατάλαβε ότι ερχόμαστε κι άνοιξε τα φτερά του να μας προλάβει; είπε ξαφνιασμένος.

Ο πάτερ Νικήτας έσκυψε λαχανιασμένος και πήρε την ευχή τους και μεμιάς φορτώθηκε στους δυο του ώμους τα δισάκια τους. Άρχισαν οι τρεις τους να προχωρούν στο στενό το μονοπάτι.

– Πώς το ήξερες ότι ερχόμαστε, του λέει ψιθυριστά ο παπα-Παντελεήμων.

– Γέροντα, δεν ξέρω πώς α σου το εξηγήσω. Ενώ ήσασταν πίσω από το βουνό, εγώ σας είδα φορτωμένους να κατεβαίνετε στα «Μαρμαρένια σκαλοπάτια» κι έτρεξα. Το βουνό ήταν σαν τζάμι κι έβλεπα από πίσω.

Ο πνευματικός, δίχως να σηκώσει το κεφάλι του από το μονοπάτι και δίχως το βήμα του να χαλάσει, του απάντησε:

– Καλά, καλά, μη δίνει σημασία σ΄ αυτά. Ούτε και να το πεις πουθενά.

Κι άλλα τέτοια «διορατικά» φαινόμενα φαίνεται πως του συνέβαιναν.

Κατά την προσταγή του γέροντα ο πάτερ Νικήτας δεν τα έδινε σημασία. Μονάχα έμαθε σιγά-σιγά να ζει μ΄ αυτά κι όλα να του φαίνονται απλά και φυσικά όσο απλή και φυσική ήταν η παρουσία του Θεού στη ζωή του. Κι ας νικούσε με τούτα τα χαρίσματα τη φύση, τον χρόνο, τα γεγονότα του σήμερα, του χθες , του αύριο.

Αλλά ο νεαρός μοναχός αρρώστησε κι οι γέροντες τον έστειλαν πίσω στην πατρίδα του. Εκεί, στην Εύβοια, ήταν 21 ετών όταν χειροτονήθηκε ιερέας και πήρε το όνομα με το οποίο έγινε γνωστός· Πορφύριος. Τα πνευματικά του χαρίσματα άρχισαν να αποκαλύπτονται γρήγορα και πολύς κόσμος ερχόταν να εξομολογηθεί σ΄ αυτόν.

Ο γιος μου γεννήθηκε πρόωρα και είχε σοβαρό αναπνευστικό πρόβλημα. Έτρεξα αμέσως στον Γέροντα, για τον οποίο είχα ακούσει τόσα και τόσα εκπληκτικά πράγματα και του ζήτησα να μεσιτεύσει στον Θεό να δοθεί μια λύση στο πρόβλημα του παιδιού μου. Μπαίνοντας στο δωμάτιο όπου βρισκόταν, ένιωσα ότι βρισκόμουν μπροστά σ΄ έναν άνθρωπο ο οποίος ζούσε κατά Θεόν. Του είπα το πρόβλημα κι αυτός αμέσως μου είπε:

– Να πας αυτή τη στιγμή να βρεις τους γιατρούς και να τους πεις ν΄ αφήσουν το οξυγόνο στο παιδί σου, να μην του το αφαιρέσουν. Πάντως το παιδί σου θα γίνει καλά, δεν θα πάθει απολύτως τίποτε.

Πράγματι, είπα στην προϊσταμένη ν΄ αφήσουν το οξυγόνο. Η απάντησή της ήταν:

– Αυτό είναι δουλειά δική μας. Εμείς γνωρίζουμε πόσο πρέπει ν΄ αφήσουμε το οξυγόνο στο παιδί και πότε πρέπει να το αφαιρέσουμε.

Το είπα και στον γιατρό, ο οποίος συμφώνησε με την προϊσταμένη. Πήγα σπίτι μου και στις δωδεκάμισι το βράδυ με ειδοποίησαν να πάω επειγόντως στο νοσοκομείο, γιατί η κατάσταση της υγείας του παιδιού μου ήταν πολύ σοβαρή. Εκεί μου ανακοίνωσαν ότι το παιδί μου είχε αιμορραγία στους πνεύμονες κι ότι οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Κι αυτό έγινε διότι είχαν αφαιρέσει το οξυγόνο από το παιδί, παρά το ότι τους είχα παρακαλέσει για το αντίθετο. Έτρεξαν τότε οι συγγενείς μου, που ήταν εκεί, έφεραν έναν ιερέα, βαπτίσαμε στο παιδί στον αέρα και του δώσαμε το όνομα του αγίου Στυλιανού.

Τότε έγινε το δεύτερο θαύμα. Από εκείνη τη στιγμή το παιδί μου έγινε τελείως καλά· δηλαδή, πραγματοποιήθηκε και το δεύτερο, που μου είπε ο Γέροντας: «Το παιδί σου θα γίνει τελείως καλά, δε θα πάθει τίποτε».

Ο Άγιος τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε με πολλές ασθένειες. Αλλά πάντα ήταν στη διάθεση όσων έρχονταν και ζητούσαν τη βοήθειά του. Να πώς μας μεταφέρεται μια διήγηση του Οσίου:

Ήλθε και με συνάντησε μια άγνωστη, ευγενική κυρία. Μόλις με είδε με ρώτησε: «Εσείς είστε ο πατέρας Πορφύριος;». Και με το «ναι» που της είπα, έπεσε τα πόδια μου, τα αγκάλιασε σφιχτά και άρχισε να τα φιλάει! Και με κλάματα και ικετευτικές φωνές, που ακούγονταν σε μεγάλη απόσταση, ζητούσε να της κάνω καλά το ετοιμοθάνατο παιδί της! Ήταν τέτοιες οι φωνές της γυναίκας, που ράισαν την καρδιά μου! Η πίστη της ήταν τόσο μεγάλη, που με έκανε να δακρύσω από τη συγκίνηση! Έτσι αυθόρμητα, χωρίς καν να το σκεφτώ, σήκωσα ψηλά τα χέρια μου και ζήτησα από τον Κύριο να τη λυπηθεί και να θεραπεύσει το παιδί της. Η απάντηση ήταν άμεση και θετική! «Σήκω»,  της λέω. «Μην κλαις. Το παιδί σου έγινε καλά! ». Εκείνη όμως εξακολουθούσε να φιλά τα πόδια μου και να με ικετεύει να θεραπεύσω το παιδί της. Δεν εννοούσε να σταματήσει με τίποτε. Κατέβαλα μεγάλες προσπάθειες να την πείσω ότι το παιδί της είχε γίνει καλά, αλλά του κάκου… Εκείνη φώναζε πιο δυνατά:  «Άγιε πατέρα, σώσε το παιδί μου! Το πήγα σε όλα τα κράτη του κόσμου, στους καλύτερους καθηγητές, στα μεγαλύτερα νοσοκομεία και κανείς δεν μπόρεσε να το γιατρέψει. Κανείς δεν μπόρεσε να μου δώσει ίχνος ελπίδας για ζωή! Όλοι μου είπαν ότι σύντομα θα πεθάνει… Το παιδί μου πεθαίνει!  Βοήθησέ το, Άγιε του Θεού!».

Όταν την είδα σ΄ αυτήν την κατάσταση, τη λυπήθηκε η ψυχή μου. Έσκυψα και την έπιασα από τους ώμους και με όλη μου τη δύναμη προσπάθησα να τη σηκώσω όρθια, μα στάθηκε αδύνατο. Στο μεταξύ της επαναλάμβανα ότι το παιδί της έγινε καλά. Εκείνη δεν άκουγε, επειδή έκλαιγε και φώναζε συνεχώς. Ίσως και να μην πίστευε ότι της έλεγα αλήθεια. Και μάλλον το δεύτερο συνέβαινε. Γιατί όταν με τη φώτιση του Θεού ανέφερα και το όνομα του παιδιού της, που ούτε το γνώριζα ούτε μου το είπε κανείς, τότε σηκώθηκε αμέσως επάνω και μου φιλούσε τα χέρια και συνεχώς με ευχαριστούσε με δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι από τα κατακόκκινα μάτια της.

Πράγματι, το θαύμα έγινε! Το παιδί της είχε γίνει καλά. Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, βρήκε το παιδί της υγιές! Οι γιατροί που το εξέτασαν, το βρήκαν εντελώς καλά! Η ασθένειά του είχε εξαφανιστεί. Το παιδί έζησε! Οι γιατροί παραδέχτηκαν ότι είχε γίνει μεγάλο θαύμα.

Εκατοντάδες είναι τα περιστατικά θεραπείας που είναι καταγεγραμμένα από αυτούς που ευεργετήθηκαν και θεραπεύτηκαν από την ενέργεια της Χάριτος που ενεργούσε μέσα από αυτόν τον Άγιο Γέροντα. Κι όμως, αυτός που βοηθούσε όλους αυτούς που προσέτρεχαν δεν θέλησε να προσευχηθεί ποτέ για την θεραπεία των δικών του ασθενειών. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν τυφλός.

Το 1991, ίσως προγνωρίζοντας ότι έφτανε το τέλος της επίγειας ζωής του, θέλησε να μεταφερθεί στα Καυσοκαλύβια, εκεί όπου είχε αρχίσει τη μοναχική ζωή του. Σύμφωνα με την επιθυμία του η κοίμησή του ανακοινώθηκε μετά την ταφή του. Έφυγε από τον κόσμο αυτόν ψιθυρίζοντας: «Ἳνα ὧσιν ἕν», που θα πει «να είναι όλοι ένα».  Ήταν 2 Δεκεμβρίου του 1991.

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης († 2 Δεκεμβρίου 1991)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης († 2 Δεκεμβρίου 1991)55

Εκοιμήθη 2 Δεκεμβρίου 1991

Ο Όσιος Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και βαπτίσθηκε Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ΄ ένα παντοπωλείο γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διόρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου είχε φτάσει ένα φυλλαιάκι με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του είχε δημιουργήσει τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιον Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.

Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός και να μάθει έμπρακτα τα μυστικά της πνευματικής ζωής.

Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και στους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεως του, ήταν να τον επισκεφθεί η Χάρη του Θεού και να του δοθεί σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και τα μέλλοντα.

Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στον κόσμο για θεραπεία. Σ΄ αυτό το μοναστήρι στην Εύβοια τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε επισκιάσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δοΰλο του Πορφύριο. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους, να μην πιστεύουν στις άπατες των μαγισσών που με το πρόσχημα οτι θα τους λύσουν τα μάγια τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, να διαπιστώνουν και να θεραπεύουν τις σωματικές τους ασθένειες και τα αίτια τους και γενικά να δούν και να καταλάβουν πράγματα που θα τους βοηθούσαν στη ζωή τους.

Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και όχι λίγες φορές θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του. Παρ΄ όλον δε ότι έκρυβε επιμελώς τα χαρίσματα του, είχε γίνει γνωστός σε κάποιον σχετικώς περιορισμένο αριθμό πιστών που σιγά-σιγά μεγάλωνε.

Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.

Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991 παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει από μεγάλη ταπείνωση να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα σ΄ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ΄ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρύβει σε απρόσιτο μέρος.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του

Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεών του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα ουσιώδη

Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ενταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

Α) Η Ένταξη Στην Εκκλησία

Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο εδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.

Β) Η Αγάπη

Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθοΰμε μερικά:

– Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μή χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.

– Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέριά σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.

– Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

Γ) Η Χαρά

Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον άγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος (μακάριόν έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν, Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

Δ) Η Αθανασία

Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.

Γένοιτο, Κύριε, δι΄ ευχών του δούλου Σου Πορφυρίου. Αμήν.

 Πηγή: Γεωργίου Αρβανίτη, Τ. Προέδρου Εφετών, Ο Γέρων Πορφύριος Ο Καυσοκαλυβίτης, Σελ. 134-139, Τεύχος 2ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, Απρίλιος – Ιούλιος 2000 Πηγήagioritikesmnimes.blogspot.gr 

diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης. Ο άγιος της πλατείας Ομονοίας (1906 – 2 Δεκεμβρίου 1991)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας και βαπτίσθηκε Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά σ΄ ένα παντοπωλείο γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διόρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Στα χέρια του οκτάχρονου τσοπανόπουλου είχε φτάσει ένα φυλλαιάκι με τον βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Αυτός ο Άγιος είχε συγκινήσει τον μικρό Ευάγγελο και του είχε δημιουργήσει τον πόθο να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιον Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη  του  Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.

Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός και να μάθει έμπρακτα τα μυστικά της πνευματικής ζωής.

Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Χριστό και στους γέροντές του, της υπακοής και της ασκήσεως του, ήταν να τον επισκεφθεί η Χάρη του Θεού και να του δοθεί σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως, δηλαδή της δυνατότητας να βλέπει, όταν η Χάρη του Θεού ενεργούσε, τα αόρατα πράγματα ή πνεύματα ή γεγονότα του παρελθόντος και του παρόντος και μερικές φορές και τα μέλλοντα.

Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στον κόσμο για θεραπεία. Σ΄ αυτό το μοναστήρι στην Εύβοια τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διεπίστωσε ότι ο Θεός τον είχε επισκιάσει με τη Χάρη Του, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως, με το οποίο ο Θεός είχε χαριτώσει τον δοΰλο του Πορφύριο. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους, να μην πιστεύουν στις άπατες των μαγισσών που με το πρόσχημα οτι θα τους λύσουν τα μάγια τους απομυζούσαν τις οικονομίες τους, να διαπιστώνουν και να θεραπεύουν τις σωματικές τους ασθένειες και τα αίτια τους και γενικά να δούν και να καταλάβουν πράγματα που θα τους βοηθούσαν στη ζωή τους.

Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και όχι λίγες φορές θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του. Παρ΄ όλον δε ότι έκρυβε επιμελώς τα χαρίσματα του, είχε γίνει γνωστός σε κάποιον σχετικώς περιορισμένο αριθμό πιστών που σιγά-σιγά μεγάλωνε.

Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.

Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωΐ της 2-12-1991 παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του. Εκεί ετάφη σε έναν απλό καλογερικό τάφο με την παρουσία μόνο των συμμοναστών του, διότι είχε παραγγείλει από μεγάλη ταπείνωση να αναγγελθεί η κοίμησή του μόνον μετά την ταφή του. Τώρα σ΄ αυτόν τον τάφο αναπαύεται άλλος μοναχός, τα δε λείψανα του Γέροντος Πορφυρίου κατ΄ εντολήν του προς τους υποτακτικούς του, έχουν αποκρύβει σε απρόσιτο μέρος.

Τα Κύρια Χαρακτηριστικά Του

Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεών του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα Ουσιώδη

Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ενταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

α) Η ένταξη στην Εκκλησία

Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο εδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.

β) Η αγάπη

Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθοΰμε μερικά:

– Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μή χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.

– Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέριά σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.

– Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά

Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον άγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος (μακάριόν έστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν, Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

δ) Η αθανασία

Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.

Γένοιτο, Κύριε, δι΄ ευχών του δούλου Σου Πορφυρίου. Αμήν.

Πηγή: Γεωργίου Αρβανίτη, Τ. Προέδρου Εφετών, Ο Γέρων Πορφύριος Ο Καυσοκαλυβίτης, Σελ. 134-139, Τεύχος 2ο, Περιοδικό Πεμπτουσία, Απρίλιος – Ιούλιος 2000

Οι Φωτογραφίες Προέρχονται Από Το Αρχείο Του Συγγραφέα.

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης (1906 – 2 Δεκεμβρίου 1991)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Όσιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Πρόκειται για ένα φωτεινό αστέρι, για θεοφόρο πατέρα, για αληθι­νό άνθρωπο, για σύγχρονο όσιο. Ο βίος και οι λόγοι του θέλγουν, ελκύουν, συναρπάζουν κάθε φιλόθεη ψυχή. Είναι ιδιαίτερα μεγάλη η ευλογία που ασπασθήκαμε το χέρι του, σκύψαμε κάτω από το άγιο πε­τραχήλι του κι ακούσαμε τις χαριτωμένες διδαχές του στη νεότητά μας.

Γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας της Εύβοιας από πολύτεκνους, φτωχούς και ευσεβείς γονείς. Από μικρός μπήκε στη βιοπάλη. Μόλις δώδεκα ετών έφυγε για το Άγιον Όρος. Υποτάχθηκε στους κατά σάρκα αδελφούς Παντελεήμονα και Ιωαννίκιο, αυστηρούς Γέροντες της Καλύβης του Αγίου Γεωργίου της σκήτης των Καυσοκαλυβίων. Μετά διετή δοκιμή και πρόθυμη υπακοή εκάρη μοναχός. Από τότε αισθάνθηκε ότι ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα. «Μ’ ένα βλέμμα», έλεγε, «που έριχνα στον Γέροντα μου και τον κοιτούσα στα μάτια καταλάβαινα τι ήθελε και τι τον ανέπαυε».

Σοβαρή ασθένεια τον έκανε να εγκαταλείψει μετά επταετία από της εισόδου του στον Άθωνα τα πάντερπνα Καυσοκαλύβια. Για μία δωδεκαετία παρέμεινε στη μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Εύβοιας ως εφημέριος και Πνευματικός. Από το 1940 ανέλαβε καθή­κοντα ταπεινού και ακούραστου εφημερίου στην Πολυκλινική Αθηνών. Επί τριάντα χρόνια διακόνησε εκεί τον πονεμένο, ταλαιπωρημένο, τα­ραγμένο, ανήσυχο και τσακισμένο άνθρωπο. Το 1955 εγκαταστάθηκε στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων Πεντέλης. Εκεί τον γνω­ρίσαμε για πρώτη φορά, μετά από ένα Εσπερινό, ένα χειμώνα, δίπλα στη σόμπα-βαρέλι, με το πετραχήλι του, τον σκούφο του, τ’ άσπρα του γένεια, σκυμμένο να μου σφίγγει τον σφυγμό και να μου λέει πειστικά: «Όσο πιο πολύ θ’ αγαπάς τον Χριστό, τόσο λιγότερο θ’ αμαρτάνεις»!

Το 1979 πήγε στο Μήλεσι Ωρωπού, για να χτίσει μοναστήρι. Παρά τα γηρατειά του, τις ασθένειες και την τύφλωση κατόρθωσε την ανοικοδόμηση της μονής, που την αφιέρωσε στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Ο Χριστός ήταν το παν στη ζωή του, όπως συχνά πειστικά έλεγε. Το Μήλεσι έγινε ιδιαίτερα αγαπητός τόπος για πολλούς πονεμένους. Ο παππούλης παρηγορούσε και βοηθούσε τους ανθρώπους όσο μπορούσε πιο πολύ, με τη θερμή προσευχή του, τη διακριτική συμβουλή του, την πλούσια χάρη του, που συγκινούσε τον κόσμο.

Παρελθόν και μέλλον γίνονταν παρόν για τον αξιομακάριστο Γέρον­τα. Έβλεπε μακρά, κάτω από τη γη, στη θάλασσα και τον ουρανό. Μι­λούσε με μία βεβαιότητα που ενθουσίαζε και κατένυσσε. Είχε άπειρες γνώσεις, μεγάλη σοφία, βιωματική εμπειρία. Έβλεπε πέρα από τα φαι­νόμενα. Το βάθος των καρδιών, την κλήση και κλίση του ανθρώπου, τις εφέσεις, τις δυνατότητες, τις ανάγκες και τα όρια του καθενός. Επρόκειτο ασφαλώς περί σπανίου, αξιοθαύμαστου και πολυτάλαντου Γέροντος. Σε μοναχές έλεγε που υπάρχει νερό, που βρίσκονται κρυμ­μένα άγια λείψανα. Η προσευχή του θαυματουργούσε. Παρελθόν και μέλλον γίνονταν για εκείνον παρόν. Δεν έλεγε όμως ποτέ που υπάρχει πετρέλαιο ή φυλαγμένοι θησαυροί …

Επιθυμία του ήταν να τελειώσει τον βίο του εκεί που παιδί άρχισε τη μοναχική του ζωή. Επέστρεψε λοιπόν στην Καλύβη του Αγίου Γεωρ­γίου των αγαπημένων του Καυσοκαλυβίων. Εκοιμήθη οσιακά το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου του 1991. Οι τελευταίοι του λόγοι ήταν όλοι «ίνα ώσιν εν».

Ετάφη στο κοιμητήρι της σκήτης. Μετά τριετία έγινε η ανακομιδή των τιμίων λειψάνων του. Οι μαθητές του την έκαμαν απροειδοποίητα νύχτα και τα έκρυψαν. Ο χαρισματούχος Γέροντας Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, επαναλαμβάνουμε, πως αποτελεί σπάνια μορφή οσιότητος των καιρών μας. Δύσκολα συναντά κανείς τέτοιες ιερές μορφές.

Η ευχή του ας μας συνοδεύει. Πρόκειται πράγματι για ορόσημο αγιότητος στον σύγχρονο κόσμο. Συνήθιζε συχνά να μιλά για την αγάπη, την ταπείνωση, την ελευθερία, τη μεγαλοσύνη και ωραιότητα του Χριστού. Ήταν ένας χριστοκήρυκας, ένας χριστοφόρος, ένας χριστοποιημένος…

Γέροντα εύχου και υπέρ ημών των αναξίων και αθλίων, που κάτι σημαν­τικό δεν κάναμε ακόμη για τη σωτηρία της ψυχής μας.

Πήγες – Βιβλιογραφία:
Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Ιερομ., Βίος και Λόγοι, Χανιά 2003. Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης. Ορόσημο αγιότητος στον σύγχρο­νο κόσμο, Χανιά 2008.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1307-1314 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΥ ΜΟΙΧΕΥΣΕΙΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

 

«Ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα» λένε πολλοί έχοντας αυτή την πεποίθηση ως δικαιολογία για την σύναψη εξωσυζυγικών σχέσεων. Ότι έχουν ανάγκη από κάποια αλλαγή στην ζωή τους. Ότι δεν πειράζει. Ότι  η κοινωνία δείχνει κατανόηση. Ότι κάνεις τον άλλο να ζηλέψει και να δείξει περισσότερη προσοχή. Ότι «οι παντρεμένοι έχουν ψυχή». Ότι δικαιούνται να περάσουν καλά, χωρίς την ρουτίνα της συζυγικής καθημερινότητας. Το δόγμα επεκτείνεται και στις σχέσεις που δεν έχουν φτάσει ακόμη στον γάμο.  Ζευγάρια τα οποία δεν είναι σίγουρα για τους εαυτούς τους γίνονται ευάλωτα σε πειρασμούς παράλληλων σχέσεων. Αρκεί μια τυχαία γνωριμία ή μία μικρή περίοδος κρίσης ή μία απερισκεψία.

Το πρόβλημα έγκειται στην αδιαφορία για τις συνέπειες της απιστίας. Δεν είναι μόνο το «ου μοιχεύσεις», το οποίο διατρανώνει η Παλαιά Διαθήκη, αλλά και επιβεβαιώνει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο. Η συνείδηση φιμώνεται μπροστά στην ευχαρίστηση της στιγμής.  Κάποτε η απιστία γίνεται και τιμωρία στην φαινομενική αδιαφορία ή στην ιδιορρυθμία του άλλου. Το σώμα δίνεται αντί για την ανοχή της αγάπης. Άλλωστε το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε», από ένας μικρός σταυρός, σήμερα έχει γίνει επιλογή μη ελκυστική. Δικαιωματική η εποχή μας. Πώς θα μπορούσε να στηρίξει δρόμους στους οποίους, χάριν της αγάπης, παραιτούμαστε από πολλά;

Οι καιροί μας ακόμη τείνουν να διαγράψουν στην προοπτική των πολλών την ματιά και την τρυφερότητα. Οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να κοιτάξουμε τους άλλους στα μάτια, ιδίως αυτούς με τους οποίους σχετιζόμαστε. Κοιτώ στα μάτια σημαίνει αφοσιώνομαι, θαυμάζω, εμπιστεύομαι, παλεύω να αντέξω. Η ματιά σήμερα εμφορείται συνήθως από λαγνεία, από πονηριά. Δεν βλέπω τον άλλο ως σύνολο, ως ολόκληρη ύπαρξη, ως ψυχή και σώμα, αλλά εντοπίζω το ενδιαφέρον μου στην όψη και στη σάρκα. Η ματιά γίνεται αδηφάγα, καταναλωτική. Με σαγηνεύει η ηδονή που ο άλλος μου υπόσχεται και όχι η κοινωνία μαζί του, η οποία προϋποθέτει αγάπη, μοίρασμα, υπομονή και στόχο ενότητας μέχρι τέλους. Το ίδιο συμβαίνει και με την τρυφερότητα. Οι άνθρωποι έχουμε μάθει να απαιτούμε από τους άλλους την προσοχή τους, όχι όμως να τους την δίνουμε με ευγένεια και λεπτότητα. Δεν βλέπουμε τι απασχολεί τους άλλους, αλλά μόνο τα δικά μας. Δεν είμαστε έτοιμοι να ανεχτούμε, να φανερώσουμε αυτό που μας ενοχλεί στον άλλον, ακόμη και τις πληγές μας, και να παλέψουμε μέσω της αγάπης και της δικής του βοήθειας να γιατρευτούμε. Ένας λόγος αγάπης έχει μοναδική αξία. Ένα ευχαριστώ. Η απόφαση τα συμπεράσματα να μην είναι βιαστικά. Κι έτσι οι σχέσεις φθείρονται και η ευκολία του επόμενου ή του παράλληλου βήματος γίνεται ελκυστική.

Νέοι και μεγαλύτεροι σήμερα δεν αισθανόμαστε ότι ιδίως στις σχέσεις μας πειραζόμαστε από τον  πονηρό, διότι περιθωριοποιήσαμε τον Θεό, τους νόμους Του, την οδό της αγάπης και της αφοσίωσης. Είναι εύκολη η απιστία διότι μάθαμε να είμαστε στραμμένοι στο εγώ μας και λησμονούμε ότι η χαρά της συνάντησης και της συνύπαρξης δεν συγκρίνεται με την ευχαρίστηση του εφήμερου. Ότι το να θέλουμε πάντοτε να κοιτούμε στα μάτια τον άλλο, χωρίς να ντρεπόμαστε θα είναι πάντοτε απότοκο της συνείδησης που ο Θεός έβαλε μέσα μας και δεν φεύγει.  Η οδός της Εκκλησίας είναι το αντίδοτο. Και το φάρμακο της συγχώρεσης μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά. Πρωτίστως όμως η αγάπη!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 29 Νοεμβρίου 2017 

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

  

Συχνά οι χριστιανοί αναρωτιόμαστε:  γιατί οι άνθρωποι μάς θεωρούν αναχρονιστικούς; Τι ζητά η πίστη μας να κάνουμε και φαίνεται τόσο παρωχημένο, προκαλεί αδιαφορία στους πολλούς, αφήνει την Εκκλησία ως συνήθεια του χτες, ανάμνηση των εορτών;  Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της χριστιανικής ζωής που φαντάζουν τόσο απόμακρες από την καθημερινή μας ζωή; Ποιο είναι το εμπόδιο να τις βιώσουμε;

              Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους, μας περιγράφει κάποιες από αυτές τις προϋποθέσεις, για να μπορέσουμε να ζήσουμε με τρόπο αντάξιο Εκείνου που μας κάλεσε στην νέα ζωή. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε» (Εφεσ. 4, 1). Τέτοιες είναι:

          Πρώτον πάσα ταπεινοφροσύνη. Ο χριστιανός καλείται στην ζωή του να εμπιστεύεται τον Θεό και το θέλημά Του. Ακόμη και τα χαρίσματά του, ακόμη και τις επιτυχίες και την πρόοδό του, ακόμη και την πνευματικότητα την οποία παλεύει να έχει και να βιώσει, να μην την αποδίδει στον εαυτό του και το εγώ του, αλλά  να την θεωρεί δώρο Θεού. Έτσι προφυλάσσεται από την υπερηφάνεια, στοιχείο της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής, πειρασμός τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουμε συνεχώς όταν αναζητούμε το δίκαιο, την δόξα, την εξουσία.

           Δεύτερον πάσα πραότητα. Είναι η καλοσύνη που έχει λείψει από την καθημερινή μας ζωή. Η καλή διάθεση έναντι του άλλου, από τον οποίο σήμερα έχουμε μόνο απαιτήσεις. Γι’ αυτό και η διάθεσή μας είναι επιθετική. Η καλοσύνη συνεπάγεται να μπορούμε να τον ακούμε. Και να προσπαθούμε είτε να ικανοποιήσουμε το αίτημά του είτε να του εξηγήσουμε  ποιο είναι το όφελός του, χωρίς να οργιστούμε, χωρίς να απογοητευτούμε από αυτόν, ακόμη κι αν δεν είναι όπως τον θέλουμε.

Τρίτον μετά μακροθυμίας. Είναι η συγχωρητικότητα που κι αυτή μας δυσκολεύει. Πεπεισμένοι ότι ο εαυτός μας δεν μπορεί να ανέχεται υποτίμηση και προσβολές, λησμονούμε ότι απέναντι στον Θεό είμαστε οφειλέτες και ότι με το να θυμόμαστε το κακό  που μας έκαναν ή νομίζουμε ότι μας έκαναν οι άλλοι άνθρωποι δεν ακολουθούμε τον δρόμο της πίστης. Η κοινωνία μας στηρίζεται στην εκδίκηση, στην τιμωρία, στο μίσος, τουλάχιστον στην πολιτική, στον αθλητισμό, στην καθημερινότητα του Διαδικτύου. Η χριστιανική ζωή αντιτάσσει την μακροθυμία, η οποία καταπραΰνει τα πάθη και γλυκαίνει την πορεία μας, ενώνοντας και όχι χωρίζοντας.

Τέταρτον η ανοχή εν αγάπη αλλήλων. Κάτι που λησμονούμε όταν ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε, είναι η ανεκτικότητα. Η ανοχή απέναντι στα αρνητικά του άλλου. Στην συμπεριφορά του. Στα θέλω του. Στην υπερβολή. Ακόμη και στην εχθρότητα και στην κακία. Κυρίως όμως στα μικροεμπόδια, τις μικροταραχές της καθημερινότητας, τους λογισμούς που μας φορτώνουν με βάσανα και μας κάνουν κακοδιάθετους απέναντι στους άλλους. Η ανοχή απέναντι στην διαφορετικότητα, η οποία είναι πρωτίστως ευλογία, διότι μας κάνει να βλέπουμε πού μπορούμε να πατήσουμε για να συμπληρώσουμε αυτό που μας λείπει, αλλά και σε τι πρέπει να παλέψουμε για να διορθωθούμε τόσο εμείς, όσο και ο άλλος. Γιατί η ανοχή είναι η βάση για τον διάλογο. Για έναν έλεγχο αγαπητικό που χρειαζόμαστε όλοι μας. Είναι η βάση για τη συνύπαρξη, η οποία στηρίζεται στη υπομονή και την αυθεντική αγάπη. Όπως μας ανέχεται ο Θεός, έτσι κι εμείς καλούμαστε να ανεχόμαστε τους άλλους.

Πέμπτον η ενότητα που δίνει το Άγιο Πνεύμα με την ειρήνη που συνδέει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Για να προχωρούμε ενωμένοι, χρειάζεται να είμαστε ειρηνικοί. Για να βρούμε τη ειρήνη, όπως λέει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, χρειάζεται να θέτουμε συνεχώς στον εαυτό μας το ερώτημα: «Πού βρίσκομαι;».  Αυτό σημαίνει μία διαρκή απόπειρα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, να μην παίρνουμε την ζωή μας με ελαφρότητα, να μην λησμονούμε ότι αν η καρδιά μας δεν έχει ειρηνική πορεία, τότε είμαστε έτοιμοι να έχουμε  διαμάχες με τους άλλους για το ποιος θα επικρατήσει.  Ειρήνη και ενότητα δίνονται από το Άγιο Πνεύμα. Και η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, τόσο στην ζωή της Εκκλησίας, όσο και στην καθημερινή μας πραγματικότητα, μας ευλογεί και μας αγιάζει και κάνει την ζωή μας αλλιώτικη.

Πόσο αναχρονιστικά είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής ζωής; Πόσο μακριά από την ευτυχία που όλοι οι άνθρωποι αναζητούμε, μας οδηγούν; Η απάντηση φαίνεται αυτονόητη, δεν είναι όμως, διότι περνά από μία μεγάλη ανατροπή νοοτροπίας. Από την συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται. Και σ’ αυτά τα στοιχεία ο πειρασμός αντιτάσσει την συνεχή προτροπή της αυτοθέωσης. Ότι ο άνθρωπος μπορεί από μόνος του να διαμορφώσει την ζωή του, τόσο την προσωπική, όσο και την κοινωνική, χωρίς Θεό. Με κριτήριο την δική του σκέψη. Με κριτήριο τον πολιτισμό, ο οποίος, παρότι έχει ρίζες και βάσεις χριστιανικές, έχει αποδώσει μεγαλύτερη βάση στην εξουσία, τον υλισμό, την ματαιότητα του χρόνου και αρνείται έμπρακτα, προτείνοντας συνεχώς αδηφάγες της σωτηρίας επιλογές, την χριστιανική πίστη.

Είναι καιρός ο καθένας από εμάς να δει και να βρει ε κριτήριο την προσωπική του ευθύνη για την ζωή την απάντηση στα αρχικά ερωτήματα. Μόνοι μας δεν είμαστε, διότι συνεχώς ο Θεός περιμένει. Είναι έτοιμος να εισέλθει στην καρδιά μας. Εκφράζει την αγάπη Του, ακόμη και στις δυσκολίες. Και αναμένει την συνεχή μας επιστροφή.

Κέρκυρα, 26 Νοεμβρίου 2017 

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Περί της ησυχίας και της τάξης κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας ( Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιωάννης Χρυσόστομος

Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος γράφει ως εξής για εκείνους που δημιουργούν ταραχή μέσα στην εκκλησία και που αποχωρούν από την εκκλησία πριν ολοκληρωθεί η Θεία Λειτουργία του Θεού:
«Μερικοί δεν πλησιάζουν την Θεία Κοινωνία τρεμάμενοι αλλά με ταραχή, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον, πυρωμένοι από θυμό, φωνασκούντες, μαλώνοντες, σπρώχνοντες τον διπλανό τους, γεμάτοι ταραχή. Περί αυτού σας έχω μιλήσει πολλές φορές και δεν θα παύσω να μιλώ για αυτό…
Δεν βλέπετε την τάξη στην συμπεριφορά στους παγανιστικούς Ολυμπιακούς αγώνες, όταν ο «Ταξιθέτης» περνά μέσα από την αρένα φορώντας στεφάνι στο κεφάλι, ντυμένος με μακρύ ένδυμα, κρατώντας ραβδί στο ένα χέρι, καθώς ο κήρυκας αναγγέλλει να γίνει ησυχία και τάξη; Δεν είναι χυδαίο, εκεί – όπου κυβερνά ο διάβολος – να γίνεται τόση ησυχία και εδώ, που ο Χριστός μας προσκαλεί σε Αυτόν τον Ίδιον, να γίνεται τόση φασαρία; Στην αρένα, ησυχία – και στην εκκλησία, αναστάτωση! Γαλήνη στην θάλασσα, και φουρτούνα στο λιμάνι!
Όταν σας προσκαλούν σε γεύμα, δεν πρέπει να αποχωρείτε πριν από τους άλλους, παρ’ ότι έχετε χορτάσει πριν από τους άλλους, και εδώ, που τελείται το γεμάτο δέος μυστήριο του Χριστού, και ενώ ακόμη συνεχίζουν οι ιερατικές πράξεις, εσύ φεύγεις εν μέσω αυτών και εξέρχεσαι; Πώς μπορεί να συγχωρηθεί αυτό; Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί αυτό;
Ο Ιούδας, μόλις εκοινώνησε στον Μυστικό Δείπνο εκείνη την τελευταία βραδιά, έφυγε βιαστικός ενώ οι υπόλοιποι παρέμειναν στο τραπέζι. Βλέπετε, ποίων το παράδειγμα ακολουθούν εκείνοι που βιάζονται να αποχωρήσουν πριν από την τελευταία ευχαριστία;»

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα;

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι’ αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;

Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.

Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά.

Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας, του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.

Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι’ αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι’ αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος.
Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.

Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Selfies: απλή μόδα ή ασθένεια εποχής;

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοεμβρίου 25, 2017

selfies 01

Έγινε μόδα! Επικράτησε ως τάση και ίσως έφτασε πλέον να γίνει εξάρτηση, εθισμός, που οδηγεί σε ψυχικές ασθένειες. Ήταν η λέξη της χρονιάς του 2013, όμως δυο χρόνια μετά όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε, αλλά φαίνεται πως έγινε… εμμονή. Selfie σημαίνει αυτοπορτρέτο ή αυτοφωτογράφιση. Όσοι ακόμα θυμάστε την ευγενική παράκληση κάποιων τουριστών – ή και του εαυτού σας να σας τραβήξουν φωτογραφία μπροστά σε κάποιο αξιοθέατο, δεν είστε απλώς πάνω από 50 χρονών(!), είστε εκτός εποχής.

 Όχι τόσο διότι οι φωτογραφικές μηχανές άλλαξαν. Διότι έγιναν ψηφιακές και έχουν άπειρες δυνατότητες σε σχέση με τις παλιές. Οι εποχές άλλαξαν. Οι άνθρωποι. Τώρα, τους άλλαξε η τεχνολογία, ή αυτοί την χρησιμοποίησαν για να «ζήσουν» την αλλοτρίωσή τους; Μεγάλο θέμα. Γεγονός είναι ότι τώρα κέντρο δεν είναι κάποιο αξιοθέατο, κάποιο τοπίο, κάποιο μνημείο με σκοπό τη δυνατότητα της διατήρησης στη μνήμη μέσω της απαθανάτισής του. Όχι. Τώρα κέντρο είναι ο άνθρωπος. Το εγώ μας! Πρέπει να είμαστε μέσα στη φωτογραφία κι εμείς, αλλιώς τι νόημα έχει; Και σταδιακά αποδοκιμάζεται και η παρέα και η ομάδα και προτιμάται μόνο ο εαυτός μας.Αυτό είναι το selfies. Η μοναχική αυτοφωτογράφισή μας. Είτε προεκτείνοντας το χέρι με την φωτογραφική, το smartphone ή το tablet προς τα μπροστά, είτε χρησιμοποιώντας έναν καθρέφτη ως βοήθημα, κάποια webcam, ή τα πιο σύγχρονα μοδάτα εξαρτήματα που κάνουν πιο εύκολη τη χρήση της κάμερας από κάποια απόσταση ή θέση.Και όλο αυτό ξεκινάει αρχικά σαν αστείο, έτσι, για να γίνεται «χαβαλές» στην παρέα, κι έπειτα γίνεται μόδα, επιδημία, καθώς ο ένας μιμείται τον άλλο, και στο τέλος εξάρτηση, εθισμός και μανία.Ειδικά στις ηλικίες μεταξύ 14 – 18 χρόνων κάνει κυριολεκτικά θραύση.

Και βέβαια ούτε είναι, ούτε και θα πρέπει να εξετασθεί αυτόνομα. Έχει να κάνει με την ψηφιακή εποχή μας και τα «μέσα κοινωνικής δικτύωσης», το Facebook, το Twitter, το Instagram και το Snapchat, ενώ οι κατασκευαστικές εταιρίες κινητής τηλεφωνίας, τα i-phone και τα Samsung Galaxy συναγωνίζονται ποιο μοντέλο θα έχει την ευκρινέστερη μπροστινή κάμερα.Τι είναι όμως αυτό που ωθεί τους ανθρώπους και ειδικά τους νέους να αυτό-φωτογραφίζονται και να αναρτούν διαρκώς τις προσωπικές τους στιγμές και το πορτρέτο τους στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης;Ζούμε στην εποχή των likes. Και οι νέοι ζητούν διαρκώς την επιβεβαίωση, την αποδοχή των άλλων. Κάθε φορά που κάποιο σχόλιό τους κάνει να νιώθουν υπέροχοι, μοναδικοί, ότι «μετράνε» στα μάτια των άλλων, δεν τρέφεται απλώς ο ναρκισσισμός τους, ποτίζεται το δένδρο της αυτοπροβολής τους, κι εκείνοι, γοητευμένοι από την ανταπόκριση των άλλων, συνεχίζουν να ανεβάζουν φωτογραφίες κάποτε και πιο περίεργες, πιο προκλητικές, εκθέτοντας τον εαυτό τους με μοναδική επιδίωξη την αποδοχή. Αυξάνουν την αυτοπεποίθησή τους. Χωρίς να σκέφτονται ότι βαδίζουν τον κατήφορο που ίσως τους οδηγήσει σε κάποια ψυχική ασθένεια ή τους καταστήσει θύματα του cyber bullying.

Αρκετές φορές υποκρύπτεται η μεγάλη επιθυμία των νέων για την ένταξή τους σε κάποια ομάδα και την αποδοχή τους από αυτήν. Μάλιστα δεν αποκλείεται κίνητρό τους να είναι κάποια διαταραχή δυσμορφίας την οποία αισθάνονται ότι έχουν.Ίσως να θέλουν να δείξουν προς τα έξω ότι έχουν μια «γεμάτη ζωή», αν μπορούν να προβάλλουν ότι πέρασαν από κάποιο κοσμοπολίτικο μέρος, κάθισαν σε κάποιο επώνυμο μαγαζί, βρέθηκαν σαν παρέα με κάποιους επώνυμους ή έστω κοινωνικά αποδεκτούς ανθρώπους. Προκαλούν έτσι τον θαυμασμό ή και τη ζήλεια των άλλων.

Τελικά είναι απλή μόδα ή η φανέρωση της ασθένειας της εποχής μας; Είναι η δυνατότητα που μας χαρίζει η τεχνολογία ή η ανασφάλειά μας και η χαμηλή αυτοεκτίμηση που μας καλύπτει αυτή; Είναι απλώς ο πειραματισμός με την εικόνα μας ή η κάλυψη του εσωτερικού μας κενού μέσω του ναρκισσισμού και της αναζήτησης της φαντασιωσικής «τέλειας» εμφάνισής μας; Είναι ένα είδος αυτοεξερεύνησης και κοινωνικού πειραματισμού6 που προσπαθεί να εκτοπίσει τη μοναξιά μας και τις φοβίες μας;Τι είναι αλήθεια; Αν δεν καλοξέρουμε και δεν το έχουμε ψάξει βαθύτερα και δεν έχουμε καταλήξει υπεύθυνα και ειλικρινά, μήπως θα ήταν καλύτερα να μην το υιοθετούμε στη ζωή μας , έτσι απερίσκεπτα και άκριτα, μόνο και μόνο επειδή είναι μόδα και το κάνουν όλοι;

ΑΤΤΙΚΟΣ

 Από το μηνιαίο περιοδικό «Η Δράση μας», Τεύχος 533, Νοέμβριος 2015, Η/Υ επιμέλεια Νεκταρίας Κυριακούλη.tideon.org

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΖΗΛΕΙΑ

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοεμβρίου 25, 2017

    

           Μικρότεροι και μεγαλύτεροι νιώθουμε συχνά το τσίμπημα της ζήλειας στον νου και την καρδιά μας. Παρότι είναι ξεκάθαρη η εντολή της Παλαιάς Διαθήκης να μην επιθυμήσουμε ό,τι ανήκει στον πλησίον μας, να μην ζηλέψουμε όχι μόνο τα αγαθά του, αλλά και τα χαρίσματά του, όπως επίσης και το ποιος είναι και με ποιους σχετίζεται, εμείς αισθανόμαστε έναν βαθύ πειρασμό στην ψυχή μας, δύο όψεων: την ολιγόστευση της χαράς γι’ αυτό που είμαστε και γι’ αυτό που έχουμε, αλλά και την εκζήτηση εκείνου που δεν είμαστε και που δεν μας ανήκει, κάποτε με τρόπο που διαγράφει την ελευθερία του άλλου και το κριτήριο της αγάπης.

                Τα μεγαλύτερα αδέρφια που ζηλεύουν τα μικρότερα, ο φθόνος για τον άριστο στην σχολική τάξη και στο πανεπιστημιακό αμφιθέατρο, η κατάκριση στην εργασία για εκείνον που είναι ικανός και προοδεύει και η μείωση της επιτυχίας του, ο φόβος μήπως χάσουμε αυτόν ή αυτήν που σχετιζόμαστε μαζί διότι θα μας εγκαταλείψει για ένα τρίτο πρόσωπο, είναι όψεις του πάθους της ζήλειας. Κυριαρχούν συγκρούσεις, υπονομεύσεις, κακίες και εμπάθειες, ένας λογισμός ανταγωνισμού και συνεχής ένταση του εαυτού μας που αισθάνεται ανασφαλής και απειλούμενος, επειδή δεν είναι και δεν έχει.

                Η εποχή μας στηρίζει την δόξα του καταναλωτικού πολιτισμού στην ζήλεια που γεννά επιθυμία μετοχής στα υλικά αγαθά. Η διαφήμιση γεννά την ανάγκη να μην μου λείψει το προβαλλόμενο προϊόν. Αν ζηλεύω κιόλας αυτόν που το έχει, επειδή ταυτίζω το προϊόν με την ευτυχία, αν θεωρώ ότι κατέχοντάς το είμαι κι εγώ άνθρωπος του καιρού, τότε θα κάνω τα πάντα για να το αποκτήσω, για να μη υστερώ. Ταυτίζω, συνειδητά ή ασυνείδητα,  το ποιος είμαι με το τι έχω κι έτσι ο καταναλωτισμός θριαμβεύει!

                Και στις ανθρώπινες σχέσεις όμως η ζήλεια γεννιέται μέσα από τη ταύτιση του έχειν με το είναι. Ο άλλος θέλω να μου ανήκει αποκλειστικά, γιατί θεωρώ ότι το δικαιούμαι. Όταν διαπιστώνω ότι είναι ελεύθερος, ότι έχει προσωπικότητα, ότι είναι διαφορετικός, ότι με αγαπά με τον δικό του τρόπο, εξεγείρομαι μέσα μου, αισθάνομαι ότι μειώνομαι, ότι με αμφισβητεί, ότι δεν είναι δικός μου, με αποτέλεσμα η ζήλεια να γίνεται αυτοκαταστροφική κατάσταση και διαλυτική της ενότητας της σχέσης.

                Είναι σοφός ο βιβλικός λόγος να μην επιθυμούμε ό,τι έχει ή ό,τι είναι ο πλησίον μας. Στην πίστη βρίσκεται η ολοκληρωμένη απάντηση στο πάθος της ζήλειας. Όποιος εμπιστεύεται τον Χριστό κατανοεί πως έχει μοναδική και αναφαίρετη αξία ο ίδιος, καθώς ο Χριστός ενανθρώπισε γι’ αυτόν! Μαθαίνει να σέβεται την ελευθερία και την διαφορετικότητα του άλλου και να θέλει εκείνος να έχει προσωπικότητα για να συμπληρώνει ο ένας τον άλλο στις σχέσεις. Αντί να ζηλεύει θαυμάζει και αντί να φθονεί εμπνέεται από το χάρισμα και το παράδειγμα του άλλου! Κυρίως όμως αγαπά και χαίρεται για την πρόοδο του αδελφού του, η οποία αντανακλά και στον ίδιο. Το ίδιο και σε ό,τι αφορά στα υλικά αγαθά. Όποιος πιστεύει αρκείται στα όσα του έχει δώσει ο Θεός και Τον δοξάζει! Παλεύει για το καλύτερο, αλλά δεν υπονομεύει τον άλλο, ούτε θεωρεί απαραίτητο για την ευτυχία του να κατέχει κάθε αγαθό του καταναλωτισμού.

                Αυτή την παιδεία χρειαζόμαστε μέσω της Εκκλησίας και της οικογένειας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια». Στο φύλλο της Τετάρτης 22 Νοεμβρίου 2017

  http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ανακοίνωση αποτελεσμάτων των αρχαιρεσιών της ΠΕΘ

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοεμβρίου 25, 2017

Αθήνα, 20 Νοεμβρίου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  230

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Τα αποτελέσματα των αρχαιρεσιών που πραγματοποιήθηκαν την 19η Νοεμβρίου 2017 για την ανάδειξη νέου Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου της Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων, είναι τα παρακάτω:

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

1. Ρεράκης Ηρακλής  285

2.Τσαγκάρης Παναγιώτης  281

3.Σπαλιώρας Κωνσταντίνος  222

4.Μπράνγκ Βάλτερ – Λέων  184

5.Ράντζου Μαρία  184

6.Κουρεμπελές Ιωάννης  177

7.Πονηρός Ευάγγελος  148

8.Φύκαρης Ιωάννης  143

9.Ματιάκη Βασιλική  138

…………………………………

10.Κομνηνού Ιωάννα  135

11.Μπεϊνάς Ιωάννης  135

12.Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος  99

13.Αβαγιάννης Σταύρος  73

14.Οικονόμου Δημήτριος  61

15.Τσούπρας Γεώργιος  60

16.Μικροπανδρεμένου Παναγιώτα  50

17.Τοκατλίδης Αντώνιος  48

18.Μερτζάνης Νικόλαος  44

19.Δεκλιώμης Ιωάννης  39

20.Παναγόπουλος Γεώργιος  38

21.Χριστοδουλάκης Φαίδων – Παναγιώτης  37

22.Χωματάς Ευθύμιος  31

23.Ξευγένης Κωνσταντίνος  30

24.Ασημακόπουλος Παναγιώτης  26

25.Μπαλάφας Ανδρέας  14

26.Γράβαλος Φώτιος  13

Για το Εποπτικό Συμβούλιο

1.Αντωνόπουλος Κωνσταντίνος  212

2.Βογιατζής Δημήτριος  188

3.Στόκος Επιφάνιος  126

………………………………….

4. Τσιγγέλης Θεοφάνης  115

5. Κομιώτης Γεώργιος  102

http://www.petheol.gr/nea/anakoinoseapotelesmatontonarchairesiontespeth

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εἶναι ἆραγε δυνατὴ καὶ μὲ ποιές προϋποθέσεις ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὸ βράδυ τῶν Κυριακῶν, τῶν ἑορτῶν ἢ ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἔτους, ὅταν οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τὸ ἐπιβάλλουν;

Συγγραφέας: kantonopou στις Νοεμβρίου 25, 2017

Σχετική εικόνα

Εἶναι ἆραγε δυνατὴ καὶ μὲ ποιές προϋποθέσεις ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἢ τὸ βράδυ τῶν Κυριακῶν, τῶν ἑορτῶν ἢ ἄλλων ἡμερῶν τοῦ ἔτους, ὅταν οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες τὸ ἐπιβάλλουν;  (Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.               Κατ’ ἀρχὴν ἡ τέλεση τῆς θείας λειτουργίας δὲν εἶναι συνδεδεμένη πρὸς καμία ἀπὸ τὶς ἐπὶ μέρους χρονικὲς στιγμὲς ἢ περιόδους τοῦ εἰκοσιτετραώρου. Κινεῖται ἐπάνω ἢ πέρα ἀπὸ αὐτές, τρόπον τινὰ μέσα στὴν ἄχρονη σφαίρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι μόνο εἰκόνα καὶ σύμβολο, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ ἀληθινὴ παρουσία. Εἶναι ἐνδεικτικὸ ὅτι καμιὰ ἀπὸ τὶς εὐχές μας, σ’ ὅλες τὶς παραλλαγὲς τῶν λειτουργικῶν τύπων τῆς οἰκουμένης, δὲν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρονικὸ σημεῖο τελέσεώς της, οὔτε στὶς εὐχὲς τῆς συνάξεως (ἀντιφώνων, εἰσόδου, τρισαγίου, εὐαγγελίου, ἐκτενοῦς, κατηχουμένων, πιστῶν), οὔτε στὶς καθ’ αὑτὸ λειτουργικὲς εὐχές, τῆς Ἀναφορᾶς καὶ τὶς πρὸ καὶ μετὰ εὐχὲς ποὺ τὴν περιβάλλουν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο, ἂν συγκρίνουμε τὴν πρώτη σειρὰ τῶν εὐχῶν μὲ τὶς παράλληλες εὐχὲς ἄλλων ἀκολουθιῶν καὶ συνάξεων, ὅπως τὶς εὐχὲς τοῦ Λυχνικοῦ καὶ τοῦ Ὄρθρου, τῶν Ὡρῶν, τοῦ Ἀποδείπνου καὶ τοῦ Μεσονυκτικοῦ, καθὼς καὶ μὲ τὶς εὐχὲς τῶν ἀρχαίων ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν τῆς τριθέκτης καὶ τῆς παννυχίδος. Ὅλες αὐτὲς ἀναφέρονται σὲ συγκεκριμένα χρονικὰ σημεῖα τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ συνδυάζονται πρὸς σωτηριολογικὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτά, ἀναφέροντας καὶ τὰ ἀνάλογα πρὸς τὶς ὧρες αὐτὲς αἰτήματά μας. Ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τῶν διακονικῶν, ὅπου στὴν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ σαφῶς προσδιορίζεται ὁ χρόνος τῆς τελέσεως («ἑωθινὴν» – «ἑσπερινήν», «τὴν ἡμέραν» – «τὴν ἑσπέραν»), ἐνῶ στὴν Θεία Λειτουργία δὲν προσδιορίζεται («πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ»). Ἐπίσης, ἐνῶ στὶς ἀκολουθίες τῶν ὡρῶν Γ΄, ϛ΄ καὶ Θ΄ γίνεται συγκεκριμένη ἀναφορὰ στὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν κατ’ αὐτὲς (ἐπιφοίτηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σταύρωση, θάνατος τοῦ Κυρίου), στὴν Θεία Λειτουργία, ἐνῶ γίνεται μνεία τῶν γεγονότων αὐτῶν, δὲν συναρτῶνται πρὸς ἀντίστοιχες ὧρες τοῦ νυχθημέρου. Στὴν ἱστορία δὲ τῶν δύο χιλιάδων ἐτῶν τῆς τελέσεως τῆς Θείας Εὐχαριστίας συναντῶνται ὅλες οἱ δυνατὲς παραλλαγὲς ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τοῦ μυστηρίου. «Ὁ χρόνος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀλλὰ ἡ Λειτουργία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ χρόνου». Σ’ αὐτὸ τὸ συμπέρασμα καταλήγει μετὰ ἀπὸ ἐμπεριστατωμένη ἔρευνα καὶ μελέτη τοῦ θέματος σχέσεως θείας λειτουργίας καὶ χρόνου καὶ μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπαραίτητη ἱστορικὴ ἀναδρομὴ στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ὁ π. Ἀλκιβιάδης Καλυβόπουλος στὴν διατριβή του «Χρόνος τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας», Θεσσαλονίκη 1982, σελ. 218.

.           Ἤδη ὅμως ἀπὸ τὸν Δ΄ αἰώνα ὁ χρόνος τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας σταθεροποιήθηκε σὲ δύο βασικὰ χρονικὰ σημεῖα, χωρὶς νὰ παύσουν ποτὲ νὰ ὑπάρχουν κατὰ τόπους καὶ χρόνους ἢ καὶ νὰ συνυπάρχουν διάφορες παραλλαγὲς καὶ δυνατότητες. Οἱ ἐπιλογὲς τῆς ὥρας δὲν εἶναι τυχαῖες, ὄχι γιὰ τὸ θεολογικὸ νόημα ποὺ δόθηκε ἐκ τῶν ὑστέρων γιὰ νὰ αἰτιολογήσει τὴν προτίμηση τῶν ὡρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ γιατί ἐκφράζουν μιὰ σεβάσμια παράδοση αἰώνων, ποὺ εἶναι τὸ γέννημα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς πνευματικῆς καὶ πρακτικῆς σοφίας τῆς Ἐκκλησίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ τάξη ποὺ βαθμηδὸν παγιώθηκε ὄχι μόνο δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα αὐθαίρετης ἐπιλογῆς, ἀλλὰ ἔκφραση πίστεως, καὶ γι’ αὐτὸ συναρτᾶται πρὸς τὸ ὅλο σύστημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς τῶν πιστῶν. Ὡς πνευματικὴ δὲ τράπεζα ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ ἡ αὐτονοήτως συνδεδεμένη μ’ αὐτὴν κοινωνία, παρέμεινε συνδεδεμένη, ὅπως κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ κατὰ τὶς εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν πρώτων χριστιανῶν, μὲ τὴν ὑλικὴ τράπεζα. Ἡ διαφορὰ συνίσταται, στὸ ὅτι γιὰ λόγους εὐλαβείας ἡ πνευματικὴ βρώση καὶ πόση προηγεῖται τῆς ὑλικῆς καὶ ἡ δευτέρα αὐτὴ τράπεζα δὲν εἶναι πιὰ κοινή, ὅπως στὶς «ἀγάπες» τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, οὔτε παρατίθεται στὸν ναό, ἀλλὰ στὰ ἰδιωτικά μας σπίτια. Γιὰ λόγους ἐπίσης εὐλαβείας, ἡ τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ ἑπομένως καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία, ἤδη ἀπὸ τὸν Δ´ αἰώνα ἂν μὴ καὶ ἐνωρίτερα, εἶχε ὡς προϋπόθεση τὴν λεγομένη «εὐχαριστιακὴ νηστεία», δηλαδὴ τὴν πλήρη ἀποχὴ τροφῆς καὶ ποτοῦ ἀπὸ τοῦ δείπνου ἢ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου τῆς προηγουμένης ἡμέρας. «Ὥστε ἅγια θυσιαστηρίου, εἰ μὴ ἀπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων, μὴ ἐπιτελεῖσθαι» (κανὼν μη΄ Καρθαγένης καὶ κθ΄ Πενθέκτης). Κατὰ τὴν τάξη αὐτή, ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι νήστιμος καὶ ἡ τράπεζα εἶναι μία, ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὶν ἀπὸ αὐτήν, δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐνάτη ὥρα τῆς ἡμέρας (3η μ.μ. μὲ τὸ σύγχρονό μας ὡρολόγιο). Ὅταν ἡ ἡμέρα εἶναι ἑορτάσιμος, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει μὴ νήστιμος, τότε ἡ Θεία Λειτουργία τελεῖται πρὸ τοῦ γεύματος, δηλαδὴ μεταξὺ τρίτης καὶ ἕκτης ὥρας τῆς ἡμέρας (9ης π.μ. μέχρι 12ης μεσημβρινῆς, κατὰ τὸ ὡρολόγιό μας, περίπου). Ἡ τρίτη μὲ ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας τελικὰ καθιερώθηκε ὡς ὁ πιὸ πρόσφορος γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας χρόνος καὶ θεολογικὰ δικαιώθηκε ὡς ὁ μόνος κατάλληλος, ἀφοῦ ἡ τέλεσή της προϋποθέτει τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Νεώτερα μάλιστα βυζαντινὰ κείμενα κακίζουν τοὺς Λατίνους, γιατί λειτουργοῦσαν πρὸ τῆς τρίτης ὥρας «ἐκ πρωΐας… καὶ οὐ κατὰ τὴν νενομισμένην τῆς καθόδου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὥραν». Παρὰ ταῦτα τὸ μοναχικὸ Τυπικὸ τοῦ ἁγίου Σάβα προβλέπει τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ἐνωρίτερα τῆς τρίτης ὥρας, ὅταν προηγεῖται ἀγρυπνία «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», κατὰ τὶς Κυριακὲς καὶ κατὰ τὶς μεγάλες ἑορτές. Ἔτσι συστέλλεται καὶ ὁ χρόνος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ποὺ γίνεται μεγαλύτερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν, μικρότερος κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, ποὺ ἔχουν ἀγρυπνία, καὶ ἐνδιάμεσος κατὰ τὶς λοιπὲς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες τοῦ ἔτους. Πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοφὰ διοργανωμένο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ χρόνος τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας καὶ ἡ κατ’ αὐτὴν κοινωνία καὶ τὸ μῆκος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας συντονίζονται πρὸς τὸ θέμα τῆς ἡμέρας καὶ τὸν ἑορτάσιμο, μὴ ἑορτάσιμο ἢ πένθιμο χαρακτήρα της.

.                Ἀντιθέτως πρὸς τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν, κατὰ τὶς ὁποῖες ἔχουμε σύντμηση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία ἐπιμηκύνεται.

(Ἰω. Φουντούλη, Ἀπαντήσεις εἰς Λειτουργικὰς Ἀπορίας, τ. Ε´ [565], Ἀθῆναι 2003, ἐκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», σελ. 256-265)

.           Ἔτσι κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ θεία Κοινωνία εἶναι συνδεδεμένη ὄχι πιὰ μὲ τὸ λειτουργικὸ τέλος τῆς νήστιμης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία δηλαδὴ τῆς Θ´ Ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν πρώτη ἀκολουθία τῆς ἑπομένης ἡμέρας, τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ μόνη τράπεζα, τὸ δεῖπνο. Σὲ ἡμέρες δὲ ἀκόμη αὐστηροτέρας νηστείας, ὅπως εἶναι ἡ παραμονὴ τοῦ Πάσχα (τὸ Μέγα Σάββατο), ἡ παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ παραμονὴ τῶν Θεοφανείων, ἂν δὲν συμπίπτουν πρὸς Σάββατο ἢ Κυριακή, τότε παραμένει μὲν ὁ σύνδεσμος Λειτουργίας-Κοινωνίας καὶ Ἑσπερινοῦ, ἀλλ’ ὁ Ἑσπερινὸς αὐτὸς συνάπτεται στὴν ἀκολουθία τῆς ἀγρυπνίας ὡς τὸ πρῶτο μέρος της. Ἔτσι ἡ λειτουργία τελειώνει, κατὰ τὶς σαφεῖς διατάξεις τῶν Τυπικῶν, τὴν δευτέραν ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδὴ κατὰ τὶς 9-10 μ.μ. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ἀνάλογη παράταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας.

.             Ὅλο αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ καὶ ἀκριβὲς σύστημα διασαλεύθηκε σὲ χρόνους δυσκόλους, ποὺ εἶχαν σοβαρὲς ἐπιπτώσεις ἀκόμη καὶ στὰ λειτουργικὰ ἔθη τῶν χριστιανῶν καὶ ἐν μέρει καὶ αὐτῶν τῶν μοναχῶν. Στὴν προηγουμένη ἀπάντηση εἴδαμε πὼς ἡ Προηγιασμένη τῶν νηστίμων ἡμερῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς μετετέθη τὸ πρωΐ καὶ πὼς ἡ εὐχαριστιακή της νηστεία ἐξομοιώθηκε μὲ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὶς ἑσπερινὲς συνάξεις, τὴν τέλεση τῆς θείας λειτουργίας καὶ τὴν κοινωνία κατὰ τὸ Μέγα Σάββατο καὶ κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων καὶ τῶν Θεοφανείων. Κατὰ δὲ τὶς Κυριακὲς ἡ σύνδεση τῆς θείας Λειτουργίας μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου προκάλεσε τὴν ἐπιτάχυνση τῆς τελέσεώς της πρὶν ἀπὸ τὴν παραδεδομένη τρίτη ὥρα. Ὁ λόγος εἶναι προφανής. Δὲν ἦταν ἐξυπηρετικὴ γιὰ τὸν λαὸ ἢ καὶ δὲν ἦταν ἐπιθυμητὴ ἢ καὶ δυνατὴ πλέον ἡ τέλεση δύο χωριστῶν συνάξεων, μιᾶς γιὰ τὸν ὄρθρο, τὶς τελευταῖες ὧρες τῆς νυκτός, καὶ μιᾶς δευτέρας γιὰ τὴν θεία Λειτουργία, μετὰ τὴν τρίτη ὥρα τῆς ἡμέρας. Ὄρθρος καὶ Λειτουργία ἀπετέλεσαν οὐσιαστικὰ μία ἀκολουθία, ποὺ ἐτελεῖτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελεῖται στὰ μέρη μας μέχρι σήμερα, κατὰ τὶς πρῶτες ὧρες τῆς ἡμέρας. Οἱ Σλαβικὲς Ἐκκλησίες ἀκολούθησαν ἄλλη πρακτικὴ πιὸ σύμφωνη πρὸς τὴν παλαιὰ παράδοση καὶ τὴν μοναχικὴ τάξη καὶ καταλληλότερη γιὰ τὶς ἰδιαιτερότητες τῶν βορείων κλιμάτων. Τὰ μοναστήρια ἂν δὲν κράτησαν πάντοτε τὴν παλαιὰ πρακτική, ἐπετάχυναν καὶ αὐτὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας, ἀκόμη καὶ τῆς Προηγιασμένης, διατήρησαν ὅμως τὸν λειτουργικὸ τύπο, καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν θεία λειτουργία διαβάζουν τὶς ἀκολουθίες τῆς Γ´ καὶ ϛ´ Ὥρας. Ὁ τύπος ὑπενθυμίζει τὸ δέον, κάποτε, γενέσθαι. Πάντως εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σ’ ὅλες τὶς ὡς ἄνω κατ’ οἰκονομίαν μεταθέσεις παρέμεινε ὁ ἀρχικὸς σύνδεσμος εὐχαριστιακῆς νηστείας καὶ Λειτουργίας, ἔστω καὶ ἀρκετὰ συντετμημένος, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν νηστειῶν.

.             Ἐδῶ καὶ μερικὲς δεκαετίες ἐπιχειρεῖται στὴν πράξη, ἰδίως στὶς μεγάλες πόλεις, μία ἀλλαγὴ ὡς πρὸς τὸν χρόνο τελέσεως τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ σπουδαιότητα καὶ ἡ ἔκταση τῆς ὁποίας δὲν ἔχει ἴσως δεόντως ἀκόμη ἀξιολογηθεῖ. Εἶναι κάτι ἀνάλογο καὶ παράλληλο πρὸς τὴν ἐπαναφορὰ τῆς Προηγιασμένης τῆς Τετάρτης στὴν παλαιὰ καὶ ὀρθὴ ἑσπερινὴ τέλεσή της, γιὰ τὴν ὁποία ἦταν ὁ λόγος στὴν προηγουμένη ἀπάντηση. Τὶς πρωτοβουλίες ἔλαβον κληρικοὶ μὲ ἔντονα ποιμαντικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ αἴσθηση τῶν νέων συνθηκῶν ζωῆς, ἰδίως τῶν νέων ἀνθρώπων, ποὺ δὲν διευκολύνονται ἀπὸ τὶς θεωρούμενες καὶ ἐπικρατοῦσες ὡς παραδοσιακὲς ὧρες λατρείας, ἰδίως κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν ἑορτῶν. Εἶναι γνωστὸ ὅτι, ὄχι μόνο ὅλες οἱ μνῆμες τῶν ἑορταζομένων μεγάλων ἁγίων, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπὸ τὶς μεγάλες δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, ὅσες ἀπὸ τὶς πρῶτες δὲν ἑορτάζονται σταθερὰ σὲ ἡμέρα Κυριακή, εἶναι ἡμέρες ἐργάσιμες. Γιὰ νὰ μείνουμε μόνο στὶς δεσποτικὲς καὶ θεομητορικὲς ἑορτές, κατὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὰ Εἰσόδια, τὴν Ὑπαπαντή, τὴν ἀπόδοση τοῦ Πάσχα, στὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, τὴν Μεταμόρφωση, γεμίζουν μὲν ἴσως οἱ ἐκκλησίες μας στὶς πολυάνθρωπες ἐνορίες τῶν μεγάλων πόλεων καὶ μᾶς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τοῦ «καλὰ λίαν», στὴν πραγματικότητα ὅμως τὸ ἐκκλησίασμα ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς λεγομένης τρίτης ἡλικίας, δηλαδὴ μὴ ἐργαζομένους. Ἡ μὴ δυνατότητα συμμετοχῆς στὶς ἑόρτιες αὐτὲς συνάξεις νέων ἀνθρώπων εἶναι κάτι τὸ ἰδιαίτερα σοβαρὸ γιὰ σήμερα, ἐγκυμονεῖ δὲ μακροπροθέσμως ἐμφανεῖς κινδύνους γιὰ τὸ μέλλον τῶν ἑορτῶν αὐτῶν. Τὸ ἴδιο δὲ καὶ γιὰ τὶς ἑορτὲς τῶν ἁγίων, ἀκόμη μερικῶς καὶ γιὰ τὶς συνάξεις τῶν Κυριακῶν.

.             Ἡ λύση ὑπῆρχε καὶ ἀναζητήθηκε ὀρθὰ πρὸς τὴν κατεύθυνση καὶ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς μοναχικῆς πράξεως τῶν ἀγρυπνιῶν. Ἡ μοναστηριακὴ παράδοση πάντοτε ἐπηρέαζε τὴν ἐνοριακὴ πράξη, σήμερα δὲ τὴν ἐπηρεάζει ἀκόμη περισσότερο λόγω τῆς ἀνθήσεως τοῦ μοναχικοῦ βίου κατὰ τὴν ἐποχή μας. Ἐξ ἄλλου οἱ ὧρες τῆς νυκτερινῆς λατρείας ἦσαν καὶ εἶναι προσφιλεῖς στοὺς μοναχοὺς καὶ στοὺς εὐσεβεῖς χριστιανούς, οἱ νέες δὲ συνθῆκες ζωῆς τὶς ἔκαναν καὶ πιὸ ἐξυπηρετικὲς καὶ διευκολυντικὲς γιὰ τοὺς νέους ἀνθρώπους, περισσότερο τοὐλάχιστον ἀπὸ ὅσο τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες τῶν παραδοσιακῶν ἐνοριακῶν συνάξεων. Ἔτσι, μέσα σὲ λογικὰ γιὰ τὶς συνθῆκες ζωῆς τῶν ἐργαζομένων πιστῶν τῶν πόλεων χρονικὰ ὅρια, τελοῦνται «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν ἑορτῶν ἢ καὶ ἀσχέτως πρὸς αὐτές, μὲ τὴν πρόνοια πάντοτε ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας νὰ ἐμπίπτει χρονικῶς στὴν νέα ἡμέρα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου καὶ ἑξῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχεται ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἀναπαύσεως μετὰ τὴν λήξη τῆς ὅλης ἀκολουθίας στοὺς μετέχοντες σ’ αὐτὴν πιστούς.
.                 Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, τὴν τέλεση δηλαδὴ «μικρῶν ἀγρυπνιῶν», οὔτε ἡ εὐχαριστιακὴ νηστεία θίγεται οὔτε ἡ προσέλευση τῶν πιστῶν στὴν θεία κοινωνία παρακωλύεται. Ἀντιθέτως κατὰ τὸ πρότυπο τῆς πασχαλινῆς ἀγρυπνίας καὶ κοινωνίας, ἀκόμη καὶ μὲ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἐφαρμογὴ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Τυπικοῦ του ἁγίου Σάβα περὶ ἐπιταχύνσεως τῆς τελέσεως τῆς θείας λειτουργίας «διὰ τὸν κόπον τῆς ἀγρυπνίας», αἰσθητῶς διευκολύνεται.
.             Ἀντιθέτως ἡ ἄλλη λύση ποὺ προτείνεται καὶ ἀπὸ μερικοὺς προωθεῖται, ἡ τέλεση δηλαδὴ κατὰ τὸ πρότυπο τῆς προηγιασμένης, τελείας Λειτουργίας κατὰ τὶς ἀπογευματινὲς ἢ πρῶτες νυκτερινὲς ὧρες, μπορεῖ μὲν νὰ εἶναι ἐξυπηρετικὴ καὶ νὰ μὴν ἀντιφάσκει πρὸς τὸν ἀδέσμευτο χρονικῶς χαρακτήρα τῆς θείας λειτουργίας, ἀλλὰ σαφῶς συγκρούεται καὶ ἀνατρέπει τὶς περὶ εὐχαριστιακῆς νηστείας ἀρχαιότατες παραδόσεις. Γιὰ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας καὶ τὴν συμμετοχὴ στὰ μυστήρια ἰσχύει ἀπαραιτήτως ἡ διάταξη ὅτι τελοῦνται «ὑπὸ νηστικῶν ἀνθρώπων». Ἐν προκειμένῳ εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ ΜΗ´ Κανὼν τῆς Συνόδου τῆς Καρθαγένης τῆς Ἀφρικῆς, ποὺ προκειμένου νὰ γίνει ἡ ἐκφορὰ χριστιανῶν, ἀκόμη καὶ ἐπισκόπων, ποὺ πέθαναν «κατὰ τὸν δειλινὸν καιρὸν» καὶ ἔπρεπε λόγῳ τῆς θερμότητος τοῦ κλίματος, νὰ ταφοῦν ἀμέσως, νὰ μὴν τελεῖται, ὅπως ἐπέβαλλε ἡ τάξη, τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ ἡ κηδεία νὰ γίνεται «μόναις εὐχαῖς», ἂν οἱ μετέχοντες καὶ μέλλοντες νὰ τελέσουν αὐτὴν «ἀριστήσαντες εὑρεθῶσι». Ὁ ὅρος τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας ἰσχύει ἀπολύτως καὶ ἰσχύει καὶ σήμερα. Τέλεση δὲ λειτουργίας χωρὶς συμμετοχὴ σ’ αὐτὴν διὰ τῆς θείας κοινωνίας τῶν λειτουργῶν, κατὰ δύναμιν δὲ καὶ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦ λαοῦ, εἶναι τελείως ἀδιανόητη.

.      Βεβαίως γιὰ τὴν παράκαμψη τοῦ σκοπέλου αὐτοῦ προβάλλονται δύο δυνατότητες.

     Πρῶτον, νὰ ὁρισθεῖ ἕνα χρονικὸ ὅριο εὐχαριστιακῆς νηστείας βάσει ἰατρικο-φυσιολογικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα θὰ προκαθορίζουν τὸν χρόνο λήψεως τροφῆς πρὸ τῆς θείας λειτουργίας-κοινωνίας, οὕτως ὥστε οἱ ἄνθρωποι νὰ εἶναι «νήστεις», δηλαδὴ μὲ κενὸ τὸν στόμαχο κατ’ αὐτήν. Δεύτερον, νὰ ἰσχύει ὁ παραδοσιακὸς κανὼν τῆς ἀπὸ τοῦ μεσονυκτίου ἀφαγίας γιὰ τοὺς προαιρουμένους νὰ κοινωνήσουν, ὅσο βαρὺς καὶ ἂν φαίνεται ὁ ὅρος αὐτός. Καὶ οἱ δύο λύσεις εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀπαράδεκτες. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ἔχει ἐπιχειρηθεῖ κάτι ἀνάλογο στὴν Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ξεκίνησε μὲν ἀπὸ ἀγαθὸ σκοπό, τὴν διευκόλυνση δηλαδὴ κλήρου καὶ λαοῦ γιὰ τὴν τέλεση ἑσπερινῶν λειτουργιῶν καὶ τὴν προσέλευση στὴν κοινωνία, κατέληξε δὲ στὴν κατάλυση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Τὸ νὰ ὁρισθοῦν βάσει τῶν ἰατρικῶν δεδομένων εἴδη τροφῶν καὶ ποτῶν, εἰδικὲς περιπτώσεις γιὰ παιδιά, γέροντες ἢ ἀσθενεῖς καὶ ὁδοιπόρους καὶ ὁ ἀνάλογος χρόνος γιὰ τὴν λειτουργία τῆς πέψεως, εἶναι πράγματα σχολαστικὰ καὶ ἀλλότρια πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας. Εἶναι, νομίζω, ἐκτὸς ἀμφιβολίας ὅτι πολὺ γρήγορα θὰ ὁδηγήσουν σὲ φθορὰ τῆς τάξεως καὶ σὲ ἀνεπιθύμητες καὶ ἀντιπαραδοσιακὲς ἐκτροπές.
Καὶ δεύτερον, ἴσως καὶ κυριότερο. Ἡ ἐπέκταση τῆς νηστείας σὲ μὴ νήστιμες ἡμέρες κωλύεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν παράδοση καὶ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἂν ἡ θεία Λειτουργία τελεῖται κατὰ τὰ ἀπογεύματα ἢ κατὰ τὶς πρὸ τοῦ μεσονυκτίου ὧρες τῶν Κυριακῶν καὶ τῶν ἑορτῶν καὶ τηρεῖται κατ’ αὐτὲς ἀπόλυτος εὐχαριστιακὴ νηστεία, οἱ χαρμόσυνες ἡμέρες μεταβάλλονται σὲ ἡμέρες πένθους καὶ κατανύξεως, ὄχι παρουσίας τοῦ νυμφίου, ἀλλὰ ἀναμονῆς καὶ προετοιμασίας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας, ἡ δὲ ἐπιτάχυνση τῆς ὥρας τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ τῆς κατ’ αὐτὸ κοινωνίας κατὰ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν, ἡ ἐπιβράδυνση κατὰ τὶς μὴ ἑορτάσιμες ἡμέρες καὶ ἡ ἀκόμη μεγαλύτερη ἐπέκταση τῆς εὐχαριστιακῆς νηστείας κατὰ τὶς νήστιμες ἡμέρες, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζουν καὶ ὄχι τὴν φυσιολογικὴ λειτουργία τοῦ πεπτικοῦ μας συστήματος. Αὐτὴ εἶναι, τρόπον τινά, αὐτονόητος. «Ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην (τὴν κοιλίαν) καὶ ταῦτα (τὰ βρώματα) καταργήσει» (Α´ Κορ. ϛ´ 13).

       Ὁ γράφων δὲν εἶναι οὔτε σὲ θέση οὔτε καὶ ἁρμόδιος νὰ σταθμίσει ἂν οἱ ποιμαντικοὶ λόγοι, ποὺ προβάλλονται γιὰ τὴν δικαίωση τῶν ἑσπερινῶν λειτουργιῶν, εἶναι τόσο ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀνάγκες γιὰ τὴν τέλεσή τους ἀναπόδραστες. Ἴσως καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν τὶς ὑποτιμᾶ, νομίζοντας ὅτι στὴν γνωστὴ σ’ ἐμᾶς περιοχὴ δὲν δικαιώνονται. Ἴσως σὲ ἄλλα μέρη ὅπου οἱ συνθῆκες ζωῆς εἶναι διαφορετικές, ἡ δὲ συμβίωση μὲ ἀλλοθρήσκους ἢ ἀλλοδόξους λαοὺς ἐπιβάλλει τὴν ἐξεύρεση παρομοίων λύσεων, τὸ ζήτημα παίρνει ἄλλες διαστάσεις καὶ χρήζει ἄλλης ἀντιμετωπίσεως. Πάντως οὕτως ἢ ἄλλως πρόκειται γιὰ ἕνα πολὺ σοβαρὸ θέμα, ποὺ ἡ ἀντιμετώπισή του εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνει ἐγκαίρως καὶ σοβαρῶς ἀπὸ τὰ ἁρμόδια ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα, μετὰ ἀπὸ ἐπισταμένη μελέτη τῆς παραδόσεως καὶ τῶν εἰδικῶν ποιμαντικῶν συνθηκῶν καὶ ἀπαιτήσεων κάθε περιοχῆς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ μόνο νὰ ἐπιμείνω ὡς πρὸς τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος. Ταπεινὰ δὲ κλείνοντας νὰ σημειώσω, κατὰ τὴν προσωπική μου πάντα κρίση, ὅτι οἱ ποιμαντικὲς ἀνάγκες δὲν εἶναι τέτοιες, ὥστε νὰ δικαιολογεῖται ἡ κατάλυση ἤ, ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερο, ἡ ἀλλαγὴ μιᾶς ἀπὸ πολλῶν αἰώνων ὑφισταμένης πράξεως τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν εἰσαγωγὴ ἑσπερινῆς τελείας Λειτουργίας σὲ μὴ νήστιμες, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἑορτάσιμες ἡμέρες. Οἱ ἀνάγκες τῶν πιστῶν ἐπαρκῶς θεραπεύονται μὲ τὶς θεῖες λειτουργίες τῶν ἡμερῶν ἀργίας, τῶν Σαββάτων καὶ τῶν Κυριακῶν, καὶ μάλιστα μὲ τὶς λεγόμενες «μικρὲς ἀγρυπνίες» κατὰ τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν ἢ καὶ ἐκτάκτως ὑπὸ τῶν ὅρον πάντοτε νὰ μὴν λειτουργοῦν, τρόπον τινά, ἀνταγωνιστικῶς πρὸς τὴν μεγάλη σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς.

https://christianvivliografia.wordpress.com/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΠΕΘ χαιρετίζει την πρωτοβουλία των γονέων που επιστρέφουν στα σχολεία τα αντορθόδοξα «βιβλία» των Θρησκευτικών

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 23, 2017

Αθήνα, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Αριθμ. Πρωτ.  95

Δελτίο τύπου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ)

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) χαιρετίζει

την πρωτοβουλία των γονέων που επιστρέφουν στα σχολεία

τα  αντορθόδοξα «βιβλία» των Θρησκευτικών

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων χαιρετίζει θερμά την αυθόρμητη, θαρραλέα, ομολογιακή, αγωνιστική και ακτιβιστική πρωτοβουλία των Ελλήνων Ορθοδόξων Χριστιανών γονέων και κηδεμόνων των μαθητών/τριών των σχολείων της χώρας, οι οποίοι επιστρέφουν στα σχολεία, τους «Φακέλους του μαθητή για το μάθημα των Θρησκευτικών», ζητώντας να διδαχθούν τα παιδιά τους την πίστη τους ανόθευτη χωρίς μείξεις και χυλοποιήσεις με ξένες θρησκείες.

Οι γονείς, προφανώς, αντιδρούν με αυτόν τον πρωτοφανή και επαναστατικό τρόπο στην αυταρχική και αντιδημοκρατική συμπεριφορά του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο, περιφρονώντας  επιδεικτικά τα ορθόδοξα χριστιανικά πιστεύω της συντριπτικής πλειονοψηφίας του ελληνικού λαού, προχώρησε στην έκδοση και διανομή στους μαθητές/τριες των «Φακέλων του μαθητή για το μάθημα των Θρησκευτικών», το περιεχόμενο των οποίων είναι πολυθρησκειακό και συγκρητιστικό και, συνεπώς, αντισυνταγματικό, αντιπαιδαγωγικό και αντορθόδοξο, όπως, επανειλημμένα, έχει τονιστεί από πολλούς αρμόδιους φορείς.

Η αλήθεια του θέματος είναι καθαρή και απλή: Οι ορθόδοξοι μαθητές, ανήκουν στους γονείς τους ως προσωπικότητες και όχι στο κράτος και, φυσικά, θα πρέπει να διδάσκονται την πίστη των γονέων τους, την οποία έχουν ασπασθεί με το βάπτισμα και όχι ένα συνονθύλευμα θρησκειών. Αυτό είναι παγκόσμια κατοχυρωμένο δικαίωμά τους. Η ανάμειξη των θρησκειών με την πίστη των μαθητών από την Γ΄τάξη του Δημοτικού στοχεύει στη αντικατάσταση ή υποκατάσταση της πίστεως των ορθοδόξων μαθητών με ένα ουδέτερο διαθρησκειακό ή πολυθρησκειακό ή πανθρησκειακό και εκκοσμικευμένο πνεύμα, με άλλα λόγια, στην αποχριστιανοποίησή τους.

Με βάση την ανεξιθρησκία, ο ελληνορθόδοξος μαθητής δικαιούται να διδάσκεται τη γνήσια και αληθινή και εξ Αποκαλύψεως πίστη του, που συμβάλλει, αφενός στην πνευματική προσωπική ανακαίνιση των μαθητών και, αφετέρου, στη δημιουργία πολιτών με ηθικοπνευματικές και κοινωνικές αρχές, αντίστοιχες των ηθών, των εθίμων και του εν γένει πολιτισμικού και θρησκευτικού τοπίου της ελληνικής παράδοσης. Αυτό που δικαιούται και το απολαμβάνει ο Εβραίος, ο Μουσουλμάνος και ο Ρωμαιοκαθολικός μαθητής, δηλαδή τη διδασκαλία της δικής του πίστεως, για ποιον λόγο η πολιτεία να το στερεί στον ελληνορθόδοξο μαθητή και να του επιβάλλει να διδαχθεί τα είδωλα της πολυθρησκείας;

Η ΠΕΘ καλεί τους γονείς να συνεχίσουν να δίνουν δυναμικό αγωνιστικό «παρών» για τη διατήρηση της ελληνορθόδοξης φυσιογνωμίας της παιδείας μας.

Επίσης, η ΠΕΘ, για ακόμη μία φορά, απευθύνει θερμή και ειλικρινή έκκληση στον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Κώστα Γαβρόγλου και σε όσους ακόμη εργάζονται για την με κάθε τρόπο βίαιη επιβολή των αντιχριστιανικών και αντορθόδοξων ιδεοληψιών τους στην ελληνική κοινωνία, να εγκαταλείψουν αυτή την καταστροφική – αποδομητική, αδιέξοδη πολιτική, καθώς και τη διχαστική ρητορική τους.Καλούμε τους αρχιτέκτονες αυτής της μεθόδευσης να σταματήσουν άμεσα να οργανώνουν, με τη δύναμη της εξουσίας, την πνευματική καταστροφή του ελληνικού πολιτισμού, το σπουδαιότερο κομμάτι του οποίου είναι η Ορθοδοξία. Τους καλούμε να συν-εργασθούν έντιμα, με συμφιλιωτικό και δημοκρατικό πνεύμα, με όλους τους υπεύθυνους παράγοντες για την παροχή της ορθόδοξης, χριστιανικής παιδείας στα σχολεία της χώρας μας, για μια γνήσια και πραγματική ανανέωση του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Το ΔΣ της ΠΕΘ

http://www.petheol.gr/nea/epethchairetizeitenprotobouliatongoneonpouepistrephounstascholeiataantorthodoxabibliatonthreskeutikon

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 23, 2017

 

            Οι πιο δύσκολες περιστάσεις στην ζωή της οικογένειας είναι ο θάνατος και το διαζύγιο. Απώλεια είναι και ο χωρισμός. Η οικογένεια ζει τον ξεριζωμό της σχέσης με πρωταγωνιστές τους συζύγους.  Τα παιδιά βιώνουν μία σειρά από διλήμματα, όταν διαπιστώσουν ότι αυτό που γνώριζαν ως οικογένεια αλλάζει ριζικά. Δεν θα είναι και οι δύο γονείς στο σπίτι, αλλά θα χρειάζεται τα παιδιά να μοιράζονται τον χρόνο τους ξεχωριστά. Οι γονείς δεν θα είναι άμεσα διαθέσιμοι. Στην παιδική ψυχή, συνειδητά ή ασυνείδητα, θα δεσπόζει το ερώτημα ποιος φταίει περισσότερο. Πιθανόν να χρησιμοποιηθούν είτε από τον ένα γονέα είτε από τον άλλο ως μέσο πίεσης. «Ποιον να αγαπώ περισσότερο;». «Γιατί να χρειαστεί να επιλέξω τον έναν εις βάρος του άλλου;». «Πόσο φταίω εγώ που οι γονείς μου χώρισαν;».

                Ακόμη κι αν το διαζύγιο είναι συχνά ανακουφιστικό για την ένταση που έχει συσσωρευτεί στη σχέση του ζευγαριού, το παιδί δεν αισθάνεται άνετα στην νέα κατάσταση. Έχει χάσει, όχι βεβαίως οριστικά, την ελπίδα ότι οι γονείς του θα βρούνε λύση στα προβλήματα της σχέσης τους, ότι θα επιστρέψουν ο ένας στον άλλον, ότι κάποιο θαύμα θα γίνει και η αγάπη θα νικήσει. Ο χρόνος που περνά κάνει το παιδί να συμβιβάζεται με την απώλεια της από κοινού ζωής, ιδίως αν οι γονείς καταφέρουν να βρούνε έναν «βελούδινο» τρόπο επικοινωνίας και συνεννόησης σχετικά με τα θέματα που εκ των πραγμάτων θα προκύψουν για την ζωή των παιδιών.  Η εμπειρία της απώλειας και του διχασμού όμως είναι δεδομένη.

                «Ούς ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω», δηλώνει η Εκκλησία στο μυστήριο του γάμου. Εμείς συχνά κάνουμε ό,τι μπορούμε για να διαψεύσουμε τον βιβλικό λόγο. Οι γονείς του ζευγαριού παρεμβαίνουν στην ζωή του. Τρίτοι άνθρωποι δεν διστάζουν να εκμεταλλευτούν τα προβλήματα ή τους πειρασμούς της στιγμής και να καταστήσουν την απιστία αναφαίρετο λόγο διαζυγίου. Το «εγώ» που δεν έχει μάθει να προσφέρει και να ανέχεται, που καθιστά την σχέση δικαίωμα και όχι άθλημα, αλλά και η ευκολία με την οποία η εκκοσμικευμένη πραγματικότητα παρουσιάζει το διαζύγιο περίπου ως φυσική κατάσταση κάνουν τον γάμο επισφαλή. Παράλληλα, τα προβλήματα των καιρών μας, ιδίως η οικονομική κρίση που γεμίζει μελαγχολία και ανασφάλεια τους ανθρώπους, κάνουν την απώλεια της ενότητας στην οικογένεια συνηθισμένη πραγματικότητα.

                Η Εκκλησία, μέσα από την συμβουλευτική της εξομολόγησης, προσπαθεί να βοηθήσει τα παιδιά να μην επιλέγουν στρατόπεδο. Να κρατήσουν ζωντανή την αγάπη και για τους δύο γονείς. Να καταλάβουν ότι μπορεί κάποτε το διαζύγιο να είναι η λιγότερο κακή λύση, όμως δεν παύει να είναι ήττα της αγάπης, ήττα της υπομονής και της ανεκτικότητας, ήττα της πίστης. Μπορεί τα παιδιά να πρέπει να μείνουν με τον έναν γονέα. Η προσευχή στον Θεό όμως και για τους δύο να έχουν φώτιση και να μείνουν σε επικοινωνία με αξιοπρέπεια είναι αυτή που προφυλάσσει τα παιδιά από άνευ νοήματος ενοχές και εκλογές. Γιατί είναι βέβαιο ότι τα παιδιά δεν φταίνε.

                Ο γάμος προϋποθέτει ωριμότητα, ευθύνη και πίστη στον Θεό, αρχές που η εποχή μας περιφρονεί. Στο χέρι όλων τα παιδιά να τις διδαχθούν και να τις βιώσουν, για να μην φτάσουν, μεγαλώνοντας,  να επιλέξουν ανάμεσα στα «εγώ».

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

Στο φύλλο της Τετάρτης 20 Σεπτεμβρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΓΕΝΕΑ ΜΟΙΧΑΛΙΣ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Σεπτέμβριος 23, 2017

  Κάποιες στιγμές στην επίγεια ζωή του ο Χριστός αποδίδει σκληρούς χαρακτηρισμούς στην γενεά των ανθρώπων που τον περιβάλλει. Για παράδειγμα την αποκαλεί «γενεά μοιχαλίδα και αμαρτωλόν» (Μάρκ. 8,38), «γενιά άπιστη και αμαρτωλή». «Μοιχαλίς»  είναι η γενιά η οποία δεν μένει πιστή στον Θεό όπως ο άντρας στη γυναίκα του και η γυναίκα στον άντρα της, αλλά επιλέγει άλλους έρωτες. «Αμαρτωλός»  είναι η γενιά η οποία έχει αποτύχει στην σχέση της με τον Θεό, έχει αποτύχει στον προσανατολισμό της, δεν βρίσκει νόημα στον Θεό, αλλά επιλέγει να θεοποιεί τον εαυτό της και να απομακρύνεται από τον Δημιουργό του κόσμου που μας αγαπά.

     Όντως σκληροί και οι δύο χαρακτηρισμοί. Ο Χριστός τους διατυπώνει γνωρίζοντας ότι ο λαός του Ισραήλ, αλλά και όλοι οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να στηριχτούν στη σχέση με τον αληθινό Θεό. Επιλέγουν οι άνθρωποι να στηριχτούν στα είδωλα, είτε αυτά είναι ψεύτικοι θεοί, είτε είναι υλικά αγαθά, είτε είναι ιδέες, είτε είναι εξουσίες, είτε απολαύσεις. Η καρδιά των ανθρώπων δεν μένει πιστή στον αληθινό Θεό. Είναι ανικανοποίητη από ό,τι προσφέρει ο Θεός, δηλαδή την αγάπη, την ελευθερία, την αλήθεια. Και προτιμά να ζει με τις άλλες αγάπης, να μοιχεύει στην σχέση με τον Θεό, να προσποιείται ότι είτε ο Θεός δεν υπάρχει είτε δεν της ταιριάζει. Αγνωμοσύνη και αχαριστία από την μία, αλλά και αίσθηση ότι η αγάπη για τον Θεό έχει σταυρικό χαρακτήρα, ο Θεός βάζει δύσκολα στον άνθρωπο   και εκείνος προτιμά να απολαύσει την ελευθερία του χωρίς να δίνει λογαριασμό, ακόμη και σε Εκείνον που γνωρίζει ότι τον αγαπά, αλλά και θα ήθελε στην πραγματικότητα να έχει την αγάπη Του.

Η πιστότητα προϋποθέτει χαρά για τη σχέση. Η πιστότητα προϋποθέτει εμπιστοσύνη. Υπομονή όταν τα όσα δίνει ο Θεός δεν φαίνεται να συμβαδίζουν με τα όσα ο άνθρωπος προσδοκά. Βεβαιότητα ότι η σχέση πατρότητας και υιότητας που αναδεικνύει το πώς συνυπάρχουν Θεός και άνθρωπος στην ζωή είναι η πιο δυνατή σχέση που θα μπορούσε να ζητήσει ο άνθρωπος. Γιατί το παιδί από τον πατέρα παίρνει ασφάλεια, στοργή, ελπίδα ότι η πρόνοια θα οδηγήσει στο καλό, ενώ αν το παιδί συνεχώς αμφισβητεί τον πατέρα του δεν μπορεί να χαρεί. Η πιστότητα σημαίνει νίκη κατά οιουδήποτε πειρασμού απειλεί την αποκλειστικότητα της σχέσης. Γιατί η σχέση Θεού και ανθρώπου είναι σχέση  έρωτα και αγάπης. Και ο έρωτας απαιτεί δόσιμο, αφιέρωση, πληρότητα, να πεις ότι δεν υπάρχει άλλος για μένα πλην Αυτού που με αγαπά.

Η πιστότητα προϋποθέτει άρνηση συμμόρφωσης με το πνεύμα της εποχής. Αυτό που πολεμά την αποκλειστικότητα στην σχέση και ζητά ελευθερία και ποικιλία. Η αποκλειστικότητα δεν σημαίνει κλειστή καρδιά στον άλλο συνάνθρωπο. Αποκλειστικότητα σημαίνει σχέση με επίγνωση ότι εδώ βρίσκεται η μεγάλη αγάπη. Ότι δεν μας χρειάζονται άλλες, όταν η υπάρχουσα δίνει πληρότητα. Η αποκλειστικότητα όμως έχει τις δυσκολίες της. Τον σταυρό της. Προϋποθέτει την εκούσια παραίτηση από το δικαίωμα της αποχώρησης. Ο Θεός μας δίνει την δυνατότητα να φεύγουμε από την σχέση μας μαζί Του. Αν όμως ο άνθρωπος έχει πάρει την απόφαση η σχέση αυτή να είναι όχι απλώς προτεραιότητα, αλλά αποκλειστική, τότε δεν σκέφτεται άλλη επιλογή. Ακόμη κι αν ο Θεός αφήνει τον άνθρωπο να δοκιμάζεται, να δυσκολεύεται, να σηκώνει σταυρό και σταυρούς, για να τον καθαρίσει όπως το χρυσάφι στο χωνευτήρι της φωτιάς, από πάθη, εγωκεντρισμούς, κακίες, για να τον βοηθήσει να καρδιοχτυπήσει για Εκείνον περισσότερο και να μπορέσει να χαρεί, ακόμη και μέσα στην λύπη, η αποκλειστικότητα γίνεται ζωή αιώνιος.

Η αμαρτωλότητα συνεπάγεται την απόφαση για μετάνοια. Όπως ο ερωτευμένος δεν τρέφει αυταπάτες για τον εαυτό του, γνωρίζει τις ελλείψεις του, συνειδητοποιεί τους λογισμούς του, κυρίως όμως ότι μπόρεσε και έζησε πριν γνωρίσει το αγαπημένο του πρόσωπο σαν να μην έτρεχε τίποτα και ταυτόχρονα, βιώνει πειρασμούς που τον κάνουν να λυγίζει, τουλάχιστον στον λογισμό, έτσι και η αμαρτωλή γενιά έναντι του Θεού βιώνει συνεχώς τον πειρασμό του λογισμού να ζήσει χωρίς Θεό. Να εγκαταλείψει τον σταυρό της σχέσης. Να καυχηθεί ότι είναι όμορφη αφ’  εαυτής της, χωρίς το στολίδι των χαρισμάτων που ο Θεός της έδωσε και κάθε στιγμή καθαρίζει από τον ρύπο του κακού. Χωρίς το στολίδι της μετάληψης Σώματος και Αίματος, που κάνει την αναξιότητα να μην είναι κυρίαρχη, αλλά την αγάπη να φωτίζει και να αγιάζει. Χωρίς τα δάκρυα της χαράς, όταν συνειδητοποιήσει ότι ο Θεός δεν ζητά σταυρό από τον άνθρωπο πρώτα, αλλά έγινε άνθρωπος και σήκωσε τον σταυρό τον δικό Του, αλλά και όλων των ανθρώπων. Έγινε το παράδειγμα που σώζει. Το παράδειγμα που παραιτείται από το θέλημα και αφήνεται στην εμπιστοσύνη. Ο Θεάνθρωπος Κύριος δεν μπορούσε να κατηγορηθεί για αμαρτία ούτε για δόλο εν τω στόματί Του. Όμως μας έδειξε ότι η αμαρτία καταργείται και ο άνθρωπος δεν υποδουλώνεται σ’  αυτήν ούτε την υπηρετεί, όταν εν μετανοία αφήνεται στην αγάπη του Θεού και εργάζεται σ’  αυτήν την προοπτική. Κατανοεί τι του λείπει και  ομολογεί τόσο ενώπιον του Θεού όσο και ενώπιον των ανθρώπων την πίστη του στον Χριστό.

Ο χαρακτηρισμός του Χριστού ισχύει για κάθε γενιά. Ίσως περισσότερο από όλες για την δική μας. Η αποκλειστικότητα είναι σταυρός, αλλά και ανάσταση. Σήμερα οι άνθρωποι έχουμε απορρίψει στην πράξη και τα δύο. Οι άνθρωποι επιλέγουμε να καυχόμαστε για τα πάθη και το «εγώ»  μας και αρνούμαστε την ταπεινοσύνη της μετάνοιας. Δεν κατανοούμε και δεν εμπιστευόμαστε την αγάπη που κάνει τον ζυγό και το φορτίου του σταυρού ελαφρύ. Και δεν είμαστε έτοιμοι ούτε με τον πλησίον μας να ζήσουμε την χαρά της αποκλειστικότητας και της μετάνοιας. Διότι ο δρόμος προς τον Θεό περνά μέσα από τον πλησίον. Περνά μέσα από την Εκκλησία, που δεν είναι θεσμός δόξας και εξουσίας, αλλά τρόπος απάρνησης του εαυτού, άρσης του σταυρού και συμπόρευσης με τον Θεάνθρωπο. Στα πρόσωπα των άλλων, που δεν υπάρχουν για να ικανοποιούν τα πάθη μας, αλλά για να μοιραζόμαστε την αλήθεια και την αγάπη μαζί τους, όποιο κι αν είναι το κόστος, η Εκκλησία δείχνει ότι μπορούμε. Αρκεί να λέμε στον εαυτό μας « λίγο ακόμη», όταν φαίνεται να λυγίζουμε από την κακία τους και την ανεπάρκειά μας. Από την περιφρόνηση στον Θεό του κόσμου, αλλά και από την δική μας αμαρτωλότητα. Από τον βομβαρδισμό μας με επιλογές- πειρασμούς που μας κάνουν να ξοδεύουμε τον χρόνο μας χωρίς  αγάπη. Από το δίκιο και τα δίκαιά μας που ακυρώνουν την χαρμολύπη του Σταυρού, την ομορφιά της κοινωνίας με Αυτόν που νίκησε τον θάνατο.

Ζωή χωρίς Θεό, χωρίς αγάπη, χωρίς μετάνοια, χωρίς σταυρό δεν αντέχεται.

Κέρκυρα, 17 Σεπτεμβρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »