kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η επιστήμη μπροστά στη Σταύρωση και στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις Απρίλιος 14, 2018

† ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η διάλεξις δόθηκε στο παλιό Αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Πνευματικοί Προβληματισμοί» τον Απρίλιο του 1978.

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Το κείμενο της διάλεξης αυτής δεν συντάχθηκε σε γραπτό κείμενο από τον ομιλητή. Απομαγνητοφωνήθηκε και αποτυπώθηκε όπως αποδόθηκε στο ρέοντα γραπτό λόγο.
Το γεγονός αυτό οφείλεται σε δύο αιτίες. Η πρώτη είναι ότι τέσσερις μήνες μετά τη διάλεξη ο ομιλητής απεβίωσε.

Η δεύτερη είναι ότι σε πρόταση των τότε τηλεοπτικών μέσων να δοθεί η διάλεξη και τηλεοπτικά, η θέση του ήταν ότι θα έπρεπε να συγκροτηθεί μία ομάδα επιστημόνων των αρμοδίων ως προς το θέμα ειδικοτήτων, ώστε να διεξαχθεί η συζήτηση με την απαιτούμενη ανάπτυξη και επιστημονική πληρότητα. Ο χρόνος δεν επέτρεψε την πραγματοποίηση της πρότασης αυτής.
Για τους λόγους αυτούς, ζητείται από τους αναγνώστες η κατανόησή τους.

Αγαπητοί μου φίλοι,

Είναι πραγματικά ένα μεγάλο προνόμιο το ότι δίνεται η ευκαιρία να συναντηθούμε σ’ ένα αμφιθέατρο πανεπιστημιακό, όχι μ’ εκείνο το στεγνό και στενό, αν και απαραίτητο περιεχόμενο της μεταδόσεως ορισμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα και το επίπεδο της στενής και χωρίς περιορισμούς, ως προς το βάθος και το πλάτος της γνωριμίας, σε επίπεδα που έχουν σχέση με την ψυχική ζωή, τόσο των ταγμένων να διδάσκουν ορισμένες γνώσεις, όσο και των φοιτητών που έρχονται εδώ, για να οικοδομήσουν τον ψυχικό τους κόσμο· και γι’ αυτό, πρέπει να δώσω και στην ανώνυμη αυτή ομάδα των συναδέλφων σας, που σκέφθηκαν να πάρουν αυτήν την πρωτοβουλία, αλλά και σε όλους εσάς που είχατε την καλοσύνη να έλθετε απόψε, να δώσω την έκφραση της μεγάλης μου ευχαριστίας.

Θα πρέπει να σας πω πως ό,τι θα ακούσετε από δω και μπρος δεν είναι τίποτε άλλο από προσωπικά μου βιώματα. Δεν είναι τίποτε άλλο από ερωτήματα που σε ώρες, είτε που απέχουν πολύ από το σήμερα είτε, και πρόσφατες, παίδεψαν την ψυχή μου. Πράγματα που αποτελούν το τέρμα πορείας πνευματικής. Πράγματα, που μπορώ να βεβαιώσω, γι’ αυτά με την σφραγίδα της απολύτου εσωτερικής πληροφορίας· με την σφραγίδα ότι επιβεβαιώνονται από την βίωση και την παρατήρηση κάποιων δεκαετιών από τον καιρό που επέστρεψα στον Κύριο Ιησού Χριστό.

Νομίζω ότι είναι επίκαιρη η εκλογή του αποψινού θέματος που έχει σχέση με την Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού, όχι μόνο γιατί διανύουμε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που έχει ορίσει η Εκκλησία, ώστε οι ψυχές όλων των χριστιανών να στρέφονται και να προετοιμάζονται για να συμμετέχουν στα Πάθη του Χριστού, αλλά γιατί ακριβώς η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας της κατάφασης του Χριστιανισμού και του αντιλόγου στον Χριστιανισμό. Γιατί εάν η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα οποία πιστεύουμε, όλα εκείνα στα οποία έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε, και που είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και το Ευαγγέλιό Του είναι είδωλα που πρέπει να γκρεμιστούν. Γι’ αυτό και με τόση μανία και με τέτοιο πείσμα, έχουν εγερθεί τόσες αντιρρήσεις, έχουν παρουσιαστεί τόσα πολλά επιχειρήματα, με σκοπό να πείσουν τον καθένα ότι η Ανάσταση του Χριστού δεν έγινε· γιατί αν η Ανάσταση του Χριστού έγινε, τότε ο Χριστός είναι ο Θεός· τότε όλα όσα κήρυξε ο Χριστός, όλα όσα γράφει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει, που είναι ξένα και αντίθετα προς τον Χριστό, και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή, σύμφωνα με όσα κήρυξε και έζησε ο Χριστός, και που εξακολουθεί να πρεσβεύει και να βιώνει η Εκκλησία.

Τα επιχειρήματα τα οποία υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση του Χριστού, μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις βασικές κατηγορίες:

– Η πρώτη είναι ότι ο Κύριος δεν πέθανε πάνω στο Σταυρό και συνεπώς αφού δεν πέθανε, δεν αναστήθηκε.

– Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά της Ανάστασης, είναι η αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις που ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την Ανάσταση του Χριστού.

– Η Τρίτη, περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι βρέθηκε κενός ο τάφος Του.

Το εάν ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό, ασφαλώς είναι θέμα που έχει απόλυτη συνάφεια με την Ιατρική Επιστήμη, καθώς αυτή είναι η επιστήμη που μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων· η επιστήμη που μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών του σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση του οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ο θάνατος έχει επέλθει.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάπτυξη του πρώτου θέματος, αξίζει την προσοχή μας το γεγονός, ότι η αμφισβήτηση γύρω από το εάν ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό, δεν παρουσιάστηκε ποτέ κατά την εποχή της γενιάς των ανθρώπων που έζησαν όταν συνέβη η Σταύρωση του Χριστού· δεν παρουσιάστηκε ούτε κατά τους αιώνες των διωγμών· δεν παρουσιάστηκε ούτε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι οποίες αμφισβήτησαν και την θεότητα του Χριστού και την Ανάστασή Του. Δεν παρουσιάστηκε παρά μόνον τον δέκατο έβδομο αιώνα μ.Χ.. Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό, γιατί τότε είχαν προ πολλού εκλείψει οι άνθρωποι, που είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει, είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς, μία ζωντανή περιγραφή του μαρτυρίου της σταύρωσης. Εάν οι σκεπτόμενοι άνθρωποι του δεκάτου εβδόμου αιώνα είχαν -και ευτυχώς που δεν είχαν- παρακολουθήσει μία σταύρωση δεν θα είχε -όπως θα δούμε σε λίγο- παρουσιαστεί μία τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.

Το ερώτημα εάν ο Χριστός πέθανε επάνω στο Σταυρό είναι βεβαίως συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο σταυρωμένος άνθρωπος.

Σύμφωνα με μία κοινή, διαδεδομένη αντίληψη, ο θάνατος επάνω στο σταυρό, επέρχεται από τον πόνο και την αιμορραγία που προκαλούν τα καρφιά που έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πέλματα του εσταυρωμένου. Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά ένα μικρό απλώς, πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, συμπλήρωμα, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση του θανάτου. Ο θάνατος του σταυρού, ο θάνατος του Χριστού επάνω στο Σταυρό, είχε πολλά προδιαθετικά αίτια.

Ανάμεσα σ’ αυτά, θα αναφέρουμε τα κτυπήματα που δέχθηκε ο Κύριος, τον οποίον «ἐράπιζον, ἐκολάφιζον, ἔτυπτον, ἔδερον», όπως διαβάζουμε στα Ευαγγέλια, οι βάρβαροι στρατιώται της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όλη τη δύναμη η οποία, όπως γνωρίζουμε τους χαρακτήριζε, αλλά και την τραχύτητα, με την οποία ήταν συνηθισμένοι, όπως επίσης γνωρίζουμε, να εκτελούν τα μαρτύρια και τις ποινές. Αλλά ενώ ξέρουμε ότι ένα ισχυρό χτύπημα από το χέρι ενός καλά γυμνασμένου στρατιώτη στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου μπορεί να τον φέρει σε κατάσταση λιποθυμίας ή αφασίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε. Θα το αντιπαρέλθουμε, για να φθάσουμε σε μία φράση, που ίσως, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή την ακούμε, διότι σαν μετοχή απλώς του αορίστου αναφέρεται στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο: «φραγγελώσας παρέδωσεν αὐτόν…» (Μάρκ. Ιε’ 15).

Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωση. Δεν είναι καθόλου έτσι. Έδεναν αυτόν που επρόκειτο να υποστεί αυτό το μαρτύριο σε μία κολώνα και ο ειδικός δήμιος που θα εκτελούσε τη φραγγέλωση, έπαιρνε ένα βαρύ μαστίγιο το οποίο κατέληγε σε πολλές λουρίδες. Πάνω στις λωρίδες, ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή οστάρια ζώων -συνήθως κότσια από αρνί. Με όλη τη δύναμη που διέθετε, άρχιζε να χτυπάει τη ράχη του δεμένου ανθρώπου. Από τα πρώτα χτυπήματα ξεσχιζόταν το δέρμα του ανθρώπου που υφίστατο τη φραγγέλωση. Πολύ σύντομα, ύστερα από μερικά χτυπήματα, καταξεσχίζονταν και αποκολούνταν τελείως οι σάρκες της ράχης. Αναφέρονται στην Ιστορία, αρκετές περιπτώσεις καταδίκων, οι οποίοι υπέκυψαν στα τραύματά τους κατά τη διάρκεια της φραγγέλωσης.

Αφού τελείωνε η διαδικασία της φραγγέλωσης, όπως την περιγράψαμε, πάνω σ’ αυτήν την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, σήκωσε ο Χριστός τον Σταυρό Του, κατασκευασμένον από ξύλο βαρύτατο, ώστε να μπορέσει να σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου, χωρίς να θραυσθεί. Όπως είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να συμβεί, ο Χριστός λύγισε κάτω από το βάρος του Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία τέτοια, που του είχε και που συνέχιζε να του στοιχίζει, απώλεια δυνάμεων. Λύγισε κάτω από το βάρος του Σταυρού και έπεσε, όπως υποστηρίζουν οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη. Με το πρόσωπο, χωρίς καν να μπορέσει να προστατεύσει το σώμα του από τις συνέπειες της πτώσης, εξαιτίας του Σταυρού, ο οποίος έπεσε με όλο του το βάρος επάνω στο κατατραυματισμένο σώμα Του. Για να μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψωμα του Γολγοθά, ανέθεσαν, όπως είναι γνωστό, στο Σίμωνα τον Κυρηναίο να σηκώσει τον Σταυρό για τον υπόλοιπο δρόμο. Στην παράθεση των κακώσεων που υπέστη ο Χριστός και τις συνέπειές τους πριν καν ανεβεί στο Σταυρό, θα αναφέρουμε τον ακάνθινο στέφανο, τα αγκάθια του οποίου είχαν τραυματίσει σε πολλά σημεία το κεφάλι Του. Όλοι όσοι έχουν μία πείρα από θάλαμο ατυχημάτων του Νοσοκομείου, σαφώς γνωρίζουν την ιδιαίτερη τάση που έχουν να αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής.

Αυτό λοιπόν το έξαιμο, το άκρως καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε πάνω στο Σταυρό.
Ας περάσουμε τώρα στο θέμα της ηλώσεως (του καρφώματος) των άκρων επάνω στο Σταυρό. Από μία κοινή εντύπωση, πιστεύεται ότι τα καρφιά διαπέρασαν τις παλάμες του Χριστού. Από πειράματα που έκανε ο Γάλλος χειρουργός και διδάκτορας της Ανατομίας Pierre Barbet πάνω σε πτώματα, παρατήρησε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί που περνάει ανάμεσα από τα οστά της παλάμης, να συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και εάν αυτό στηρίζεται στα πόδια με καρφιά. Αντίθετα. Εάν τα καρφιά διαπερνούσαν τις παλάμες, κάτω από το βάρος του εξαρτημένου σώματος, θα έσχιζαν το δέρμα της πρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας της παλάμης, θα την έτεμναν διαμπερώς στο ύψος των δακτύλων, και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω προς τη γη, ενώ θα των συγκρατούσαν μόνο τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός, έδειξε, ότι το μόνο σημείο που μπορεί να στηρίξει τα χέρια του σταυρωμένου ανθρώπου, εάν τα διαπεράσει ένα καρφί, είναι ο καρπός. Σε επανειλημμένα πειράματά του έδειξε, ότι σε όποιο σημείο του καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τους συνδέσμους, θα περάσει από έναν ανατομικό χώρο, γνωστό ως ο χώρος του destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια του καρπού. Εκείνο που είναι χαρακτηριστικό από μία σειρά δώδεκα παρόμοιων πειραμάτων που πραγματοποίησε ο Barbet, είναι δύο παρατηρήσεις του: Πρώτη, ότι και στα δώδεκα χέρια κανένα οστούν δεν τραυματίσθηκε και πολλώ μάλλον δεν έσπασε κατά την ήλωση του χεριού. Αυτό το πόρισμα, βεβαιώνει και αυτό που είχε γραφτεί για τον Κύριο: «καί ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ».

Δεύτερη παρατήρηση του Barbet, ότι στο χώρο του destot, ακριβώς σε επαφή με το καρφί το οποίο τον έχει διαπεράσει, βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο του χεριού, το μέσο νεύρο. Αυτό, σε όλες τις κακώσεις που θα υποστεί το χέρι του σταυρωμένου ανθρώπου επάνω στο σταυρό, θα υφίσταται την αδιάκοπη επαφή, τριβή και τον τραυματισμό από το καρφί. Τώρα, το τι σημαίνει να δέχεται κι ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν συνέβη να δεχθούμε σ’ ένα σημείο, εδώ στον αγκώνα, ένα χτύπημα. Είναι εκείνο το αφόρητο αίσθημα της ηλεκτρικής εκκένωσης και της στιγμιαίας παράλυσης που δοκιμάζουμε και που κάνει να επαναστατεί όλο μας το είναι. Ας συμπεράνουμε λοιπόν, τι συνέβαινε όταν ένα πολλαπλάσιο και διαρκές ερέθισμα τέτοιας φύσεως πόνου, συνοδεύει το μαρτύριο του σταυρωμένου. Ας σκεφτούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα της σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο της σταυρώσεως.

Όσον αφορά το καρφί που διαπερνούσε τα πόδια του σταυρωμένου ανθρώπου, βρέθηκε από σειρά πειραμάτων που επίσης πραγματοποίησε ο χειρουργός Barbet τον οποίο προαναφέραμε, ότι από ένα μόνο σημείο των πελμάτων πρέπει να περάσει και δεν μπορεί παρά εκεί να βρει αδιέξοδο. Αυτό είναι το σημείο ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο, μετατάρσιο.

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα· δεν είναι παρά η αρχή του μαρτυρίου της σταύρωσης, και ακόμη δεν περάσαμε καν στο αίτιο που επιφέρει το θάνατο.

Το αίτιο που επιφέρει το θάνατο έχει ασφαλώς θεμελιώδη σημασία για τη συζήτησή μας: για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός πέθανε επάνω στο Σταυρό.

Για να αντιληφθούμε το μηχανισμό του θανάτου, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. Σε κάποιες τοιχογραφίες παρουσιάζονται οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, όχι καρφωμένοι, αλλά με τα χέρια δεμένα με σχοινί στους σταυρούς τους. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Το ότι όμως αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι που πολλοί ιστορικοί της Ρωμαϊκής περιόδου περιγράφουν: ότι δηλαδή, μπορεί να πεθάνει ένας άνθρωπος, εάν έχει εξαρτηθεί από τον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά εάν απλώς έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στο σταυρό. Για να αποδείξουμε σήμερα το θέμα αυτό, δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε σε μια πειθαρχική ποινή, που συνηθιζόταν να εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στο γερμανικό στρατό. Η ποινή αυτή ονομαζόταν Aufbinden και συνίστατο στο ότι έδεναν τα χέρια αυτού, που είχε καταδικαστεί, ψηλά από έναν πάσαλο έτσι, ώστε να μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόταν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. Το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του· οι φλέβες του πρηζόταν, το κεφάλι γινόταν υπεραιμικό και λίγο μετά, το άτομο αυτό, έφθανε στη λιποθυμία. Αν δεν προλάβαιναν να κόψουν το σχοινί, μπορούσε να πεθάνει. Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο, ότι καθώς μαρτυρείται από το Χρονικό του Dachau (Νταχάου), θυμήθηκαν εκεί οι Nazi αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις, φρικιαστικές, όπου άνθρωποι θανατώθηκαν με το μαρτύριο του Aufbinden. Αναφέρεται επίσης, ότι σε περιπτώσεις που το απόσπασμα ήθελε να επισπεύσει την εκτέλεση του θύματος, κρεμούσε ένα μικρό βάρος στα πόδια του. Όπως περιέγραψαν κατάδικοι, οι οποίοι σύμφωνα με την τακτική του «παραδειγματισμού» και του «εκφοβισμού» του φοβερού εκείνου στρατοπέδου, ήταν παρόντες την τρομερή εκείνη ώρα, όταν το μαρτύριο του Aufbinden φθάσει στα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο του θύματος κυριολεκτικά παραμορφώνεται, όπως του απαγχονισμένου. Ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο σημείο. Το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μία βαθειά κοιλότητα. Ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, που, όπως διηγούνται οι αυτόπτες μάρτυρες, δημιουργείται ολόκληρη λίμνη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου.

Ήδη από όσα ειπώθηκαν μόλις, συμπεραίνουμε ότι η έλξη που επιβάλλεται στο εξαρτημένο από το σταυρό σώμα είναι τόσο μεγάλη, εξαιτίας του βάρους αυτού του ίδιου του σώματος, που το τραβάει διαρκώς προς τα κάτω.

Ο σταυρωμένος, καθώς ο Κύριος, άνθρωπος, υφίσταται μία μεγάλη έλξη των χεριών, των βραχιόνων, των μυών, της ωμικής ζώνης και του θωρακικού τοιχώματος. Η έλξη αυτή, κρατάει το θώρακα σε μία αναγκαστική θέση εισπνοής, καίτοι ο άνθρωπος δε μπορεί να εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις. Ξέρουμε, ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από το θώρακά μας, χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια, σαν μια αυτόματη επάνοδο του μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακα, με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορούμε αν ανανεώνουμε τον αέρα στις κυψελίδες μας, να οξυγονώνεται το αίμα μας και να συνεχίζουμε να επιβιώνουμε. Στην κατάσταση όμως της εξάρτησης από τα χέρια, στην κατάσταση της σταύρωσης, ο άνθρωπος υφίσταται έναν πολύ μεγάλο περιορισμό της αναπνοής του· σαν εκείνον που θα υφίστατο εάν είχε δεθεί με έναν πολύ στενό θώρακα ή αν είχε πλακώσει τον θώρακά του ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί να γεμίσει τον θώρακά του με αέρα, ώστε ο θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται, κατά κύριο λόγο στην ασφυξία.

Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα, είναι αδύνατο να παροχετευτεί, να κατεβεί, το αίμα που βρίσκεται στο κεφάλι προς την καρδιά· γι’ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των σταυρωμένων ανθρώπων. Εάν ο σταυρωμένος δεν εύρισκε κάποια διέξοδο, προκειμένου να απαλλάξει το κεφάλι του από την πληθώρα αυτή του αίματος, θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στο σταυρό. Όμως, βρίσκει μία διέξοδο. Και αυτή είναι να στηρίξει το σώμα του, πιέζοντας τα πόδια του στα καρφιά. Έτσι, ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση του βάρους από τα χέρια και από τους ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι προς την καρδιά, και ο άνθρωπος συνέρχεται για λίγο. Η κούραση, η εξάντληση στην οποία έχει περιέλθει, δεν του επιτρέπει να καταβάλει τη μυϊκή αυτή προσπάθεια, ώστε να στηρίξει για πολύ όλο το βάρος του σώματός του στο καρφί, το οποίο έχει διαπεράσει τα πόδια του. Εξαντλημένος λοιπόν, ξαναπέφτει στην πρώτη θέση, για να ξαναρχίσει η διαδικασία της ασφυξίας, μέχρις ότου, ύστερα από μία διαδοχική σειρά τέτοιων προσπαθειών, εξαντληθεί τελείως, μείνει στη στάση της εξάρτησης και πεθάνει από ασφυξία.

Πραγματικά είναι ένα στανικό σχέδιο θανάτωσης ο σταυρός. Γι’ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος θάνατος, οριζόταν από τη Ρωμαϊκή νομοθεσία να εφαρμόζεται μόνο σε δούλους και προδότες. Ο Κικέρωνας, ο οποίος είχε παρακολουθήσει θάνατο καταδικασμένου σε σταύρωση, τον ονομάζει: «Crudelissimum et deterimum Supplicium», δηλαδή, το σκληρότερο και τρομερότερο βασανιστήριο.

Σε περιπτώσεις όπου για κάποιους λόγους, ήθελε ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος να συντομεύσει την επέλευση του θανάτου, τι έκανε;
Διέταζε να σπάσουν τις κνήμες του σταυρωμένου μ’ ένα ισχυρό χτύπημα, ούτως ώστε, αφού ο σταυρωμένος άνθρωπος δε μπορούσε πια να στηρίξει το βάρος στα πόδια του και να αναπνεύσει, να πεθάνει με τη διαδικασία που προ ολίγου αναφέρθηκε, από ασφυξία. Αυτή ήταν η χαριστική βολή την οποία επεφύλασσαν οι έμπειροι Ρωμαίοι εκτελεστές στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Γι’ αυτό, όπως γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια, στους δύο ληστές που ζούσαν ακόμη μετά το θάνατο του Χριστού, εφάρμοσαν τη χαριστική βολή: δηλαδή τους έσπασαν τα σκέλη.

Όταν πλησίασαν οι στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος τον Χριστό, είδαν πως είχε ήδη πεθάνει. Εδώ πρέπει να προσέξουμε πολύ.
Είναι δυνατόν εκείνην τη στιγμή να βρισκόταν ο Χριστός σε κατάσταση νεκροφάνειας; Είναι σε όλους γνωστό, ότι η νεκροφάνεια δε συνοδεύεται από άπνοια, αλλά από φαινομενική άπνοια. Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατον να ζήσει ο άνθρωπος για περισσότερο από τρία με έξι λεπτά, αφού το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν να γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στο σταυρό, τη στιγμή που για να αναπνεύσει ο σταυρωμένος άνθρωπος πρέπει να κάνει μία τόσο εργώδη προσπάθεια ώστε να κινήσει λίγα εκατοστά αέρα μέσα και έξω από τους πνεύμονές του;

Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός, επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, που ασφαλώς είχε δει και επιβλέψει πολλές θανατώσεις καταδικασμένων σε σταύρωση να απατηθεί; Είναι δυνατόν αυτήν την αναπόφευκτα εργωδέστατη περίπτωση, να μην αντιληφθεί εκείνος, ο οποίος θα πλήρωνε με την ίδια τη ζωή του, σε περίπτωση που δήλωνε ότι ένας κατάδικος είχε πεθάνει, ενώ θα αποδεικνυόταν ότι ζούσε;
Ίσως κάποιος να εμμένει στην αμφιβολία, σε μία πεισματώδη άρνηση. Είναι δυνατόν. Προεκτείνουμε την έρευνά μας.

Ο Κεντυρίωνας, ο εκατόνταρχος στην ελληνική γλώσσα, δεν αρκέσθηκε στην πειστική γι’ αυτόν απόδειξη, αλλά εκτέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα του Χριστού την κλασσική μορφή της χαριστικής βολής, που εφάρμοζαν οι Ρωμαίοι, σε όλους τους καταδίκους, άσχετα από τον τρόπο με τον οποίον θα εκτελείτο η θανάτωσή τους: τη λόγχιση της πλευράς. Η λόγχιση είναι πραγματικά ένα θανάσιμο τραύμα. Με όλη τη δύναμη που ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορούσε να χτυπήσει σχεδόν εξ επαφής, με την κοφτερή λόγχη που βρισκόταν στην άκρη του δόρατός του, ένα σώμα, ο Ρωμαίος στρατιώτης βύθισε βαθειά στο θώρακα του Χριστού τη λόγχη του. «Εὐθέως ἔρρευσε ὕδωρ καί αἷμα». Το ποια είναι η μεγάλη δογματική σημασία αυτού του ύδατος και αίματος δεν θα το συζητήσουμε εδώ. Δεν είναι θέμα που αρμόζει σε μένα, σαν επιστήμονα των θετικών επιστημών να το αναλύσω. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε, ότι για να τρέξει αίμα, θα πρέπει η λόγχη να έτρωσε ή την καρδιά ή κάποιο μεγάλο αγγείο. Εάν ο Χριστός ζούσε, απ’ όπου και αν προερχόταν αυτό το αίμα, θα υπήρχε μια συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, η οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία της ζωής. Όμως  μετά από εκείνην την ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάστηκε πλέον τίποτε άλλο. Ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε καμία αντίδραση. Αντίθετα, η έλλειψη αντίδρασης, επικύρωσε στον Κεντυρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα, ότι ο Χριστός είχε πεθάνει.

Δεν είναι λοιπόν δυνατή η νεκροφάνεια πάνω στον σταυρό. Δεν είναι δυνατή ούτε όταν προκαλείται στο σώμα ένα τόσο μεγάλο τραύμα. Πρέπει να σημειώσουμε, ότι η είσοδος της λόγχης μέσα στον θώρακα δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων της κυκλοφορίας, όπως της καρδιάς ή των μεγάλων αγγείων, καθώς προαναφέρθηκε. Προκάλεσε εξάπαντος μία κατάσταση που την γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική: τον πνευμοθώρακα. Την είσοδο δηλαδή ατμοσφαιρικού αέρα, όχι από τη φυσική αναπνευστική οδό, αλλά έξω από τους πνεύμονες. Ένα φαινόμενο που όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση. Ένας ανοιχτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη και αν ο άνθρωπος βρίσκεται στο κρεββάτι του. Έτσι, ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για την αναπνοή του Εσταυρωμένου Χριστού -που όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη- ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στο θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα του αναπνευστικού Του συστήματος να εκτελεί το έργο του και θα τον είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά.

Εάν, πράγμα λογικά αδύνατο και θετικά απαράδεκτο, οι μηχανισμοί του θανάτου που μόλις αναπτύξαμε, δεν είχαν προκαλέσει ακόμη τον θάνατο του Χριστού, το γεγονός ότι δεν έγινε η αποκαθήλωσή Του αμέσως μετά τη διαπίστωση του Κεντυρίωνα, αλλά μεσολάβησε αρκετό χρονικό διάστημα, όπως θα δούμε αμέσως, δίνει αρκετό χρόνο στους μηχανισμούς αυτούς να επιφέρουν το θάνατο.

Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, οφείλεται στις ενέργειες που έγιναν από μέρους των παρισταμένων προς τις Ρωμαϊκές αρχές. Για τη διεκπεραίωση των ενεργειών αυτών χρειάστηκαν τέσσερις διαδρομές. Όπως γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας κατέβηκε από το Γολγοθά στο Πραιτώριο, όπου βρήκε τον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Χριστού. Ο Πιλάτος «ἐθαύμασε εἰ ἤδη ἀπέθανε», για να μας έχει κι εμάς πληροφορημένους ότι «ἀπέθανε». Αμέσως κάλεσε με αγγελιοφόρο των Κεντυρίωνα.
Ο Κεντυρίωνας με τη σειρά του, την πεποίθησή του για το τετελεσμένο γεγονός του θανάτου του Χριστού, δεν την επισφράγισε μόνον με το ότι έφυγε αφήνοντας πίσω του τον Χριστό νεκρό -δεν είχε το δικαίωμα να αποχωρήσει από το χώρο της εκτέλεσης της ποινής εάν ο καταδικασμένος δεν είχε πεθάνει. Την πεποίθησή του για το θάνατο του Χριστού, την επισφράγισε και με το ότι διαβεβαίωσε τον ίδιο τον ηγεμόνα ότι όντως ο Χριστός είχε πεθάνει.

Μετρούμε ως τώρα τρεις διαδρομές: Πρώτη του Ιωσήφ προς τον Πιλάτο· δεύτερη του αγγελιοφόρου προς τον Κεντυρίωνα· Τρίτη, αυτή του Κεντυρίωνα προς τον Πιλάτο, και η τέταρτη διαδρομή, αυτή του Ιωσήφ από το Πραιτώριο στο Γολγοθά.
Ο Ιωσήφ ανέβηκε φέρνοντας μαζί του τη σινδόνη, και τότε μονάχα έγινε η Αποκαθήλωση του Χριστού από το Σταυρό.

Την Αποκαθήλωση ακολούθησε η διαδικασία της Ταφής, η οποία έγινε, όπως γράφεται στο Ευαγγέλιο, από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και όσους παρευρίσκονταν, καθώς ήταν έθος στους Ιουδαίους. Στο «ταλμούδ», βρίσκεται καταγραμμένη όλη η διαδικασία της ταφής, η οποία για να αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο της νεκροφάνειας, συμπεριελάμβανε και το να κρατάει κάποιος ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια του πεθαμένου επί δεκαπέντε λεπτά, ώστε να βεβαιωθούν οι παριστάμενοι ότι δεν κινεί η αναπνοή το φτερό.

Αφού ετοίμασαν το σώμα του Κυρίου, έβαλαν γύρω του τη σινδόνη ή τα οθόνια και τον κάλυψαν, καθώς ήταν το έθιμο στους Ιουδαίους. Πάνω σ’ αυτά τα υφάσματα, έριξαν 100 λίτρα μείγματος σμύρνας και αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύονται, παίρνουν μία κολλώδη, παχύρευστη μορφή, με την οποία διαπότισαν κατά έναν τρόπο αεροστεγή -και μάλιστα σε ποσότητα 100 λίτρων- από όλες τις πλευρές, το πτώμα που περιβαλλόταν από τα υφάσματα.

Εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχτεί με τη σινδόνη και τα οθόνια και είχε περιβραχεί με την κολλώδη και αδιαπέραστη αυτή ουσία που θα έπεφτε τόσο άφθονα απάνω του, το άτομο αυτό θα πέθαινε ασφαλώς από ασφυξία. Ώστε κι αν ξεχάσουμε όλες τις πολυάριθμες αιτίες, που κάθε μία από αυτές αρκεί για να προκαλέσει το θάνατο, έχουμε εδώ, κατά την ταφική διαδικασία και μέσα στον ανοικτό ακόμη τάφο, μία πρόσθετη και πολύ σοβαρή αιτία θανάτου: αυτή της ασφυξίας από την σμύρνα και την αλόη.

Θα προσθέσουμε πληροφοριακά, ότι τον δέκατο ένατο αιώνα, ο πρώτος που παρουσίασε επιχειρήματα για νεκροφάνεια ήταν ο Venturino. Οι ορθολογιστές δέχθηκαν ότι η σμύρνη και η αλόη αναζωογόνησαν τον καταπονημένο, αλλά όχι νεκρό Ιησού Χριστό. Αυτόν, ο οποίος κατατραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, βρισκόταν σε λιποθυμική, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν νεκρός, πράγμα, όπως εξηγήσαμε, αδιανόητο. Εάν η σμύρνη και η αλόη είχαν τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί, αντί να χρησιμοποιούμε χίλιες δύο μεθόδους, προσπάθειες και σειρά εξετάσεων προκειμένου να σώσουμε τους βαρειά τραυματισμένους, δεν θα είχαμε παρά να τους δώσουμε να μυρίσουν σμύρνη και αλόη και αμέσως να αναζωογονούνταν. Αντίθετα, τα αποτελέσματα της χρήσης της σμύρνης και της αλόης αποτελούν, όπως μόλις είδαμε, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους που αμφιβάλλουν.

Αλλά ας προεκτείνουμε μ’ έναν πεισματικό τρόπο την αμφιβολία μας. Ας υποθέσουμε κι εμείς ότι επρόκειτο για νεκροφάνεια. Ας υποθέσουμε ότι πράγματι ο Χριστός δεν είχε πεθάνει. Ας υποθέσουμε ότι Ανάσταση δεν συνέβη, αλλά σηκώθηκε απλά ο Χριστός την τρίτη ημέρα και άρχισε να βαδίζει.
Πώς μπόρεσε να απαλλαγεί από τον σφικτό αυτόν κλοιό των υφασμάτων που τον περιέβαλαν;

Πώς μπόρεσε να αποκυλήσει τον βαρύ λίθο με τον οποίο ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας σφράγισε τον τάφο; Τον λίθο, τον οποίο τρεις γυναίκες πηγαίνοντας εκεί την πρωία της Κυριακής, διερωτώνταν ποιος θα τις βοηθούσε να τον αποκυλήσουν;

Και τέλος, αυτό το κατατραυματισμένο, έξαιμο, αφυδατωμένο, εξουθενωμένο σώμα, έστω και αν υποτεθεί πως θα σηκωνόταν και μάλιστα θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα, θα ξανάπεφτε κάτω σε μία αθλία κατάσταση. Δεν θα μπορούσε να συνέλθει και να σταθεί ξανά στα πόδια του, παρά μετά από πολύμηνη θεραπεία, ακόμη, και αν υπήρχαν τότε τα μέσα, τα οποία σήμερα διαθέτουμε για να πραγματοποιούμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων που βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στο θάνατο.

Έχουν οι εμφανίσεις του Χριστού, μετά την Ανάστασή Του καμία ομοιότητα με την εικόνα που περιγράψαμε μόλις; Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι το γεγονός το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους εμφανίστηκε, δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, αλλά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχει το Ευαγγέλιο. Από την υγεία από την οποία έσφυζε αυτό το σώμα, επείσθησαν οι δύσπιστοι, αποκαρδιωμένοι μαθητές Του, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ότι πράγματι αναστήθηκε.

Αντί για ένα σώμα που σέρνεται, που λιποθυμάει, που πραγματικά θα προκαλούσε οίκτο και φρίκη από τα βασανιστήρια που είχε περάσει, έχουμε την εμφάνιση ενός ανθρώπου που ήταν γεμάτος από σφρίγος, που ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση· ένα σώμα που περπατάει τόσο γρήγορα ώστε να κατορθώνει, στην περικοπή της πορείας εις Εμμαούς, να φθάσει δύο ανθρώπους που βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τα Ιεροσόλυμα και που προπορεύονταν από αυτό. Τους έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για μία άλλη επίσης μεγάλη απόσταση, μέχρι το σούρουπο.

Πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται σε τέλεια φυσική κατάσταση.

Το ότι πέθανε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό και το ότι είναι αδύνατον να μην παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις Του είναι εμφανίσεις κάποιου, ο οποίος έχει αναστηθεί μετά από το μαρτύριο και το θάνατο στο Σταυρό, έχει πλέον θετικότατα αποδειχθεί από την Ιατρική Επιστήμη. Κλείνουμε εδώ την πρώτη κατηγορία αμφισβητήσεων, αυτήν που αφορά στο θάνατο του Χριστού επάνω στο Σταυρό.

Περνούμε στη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων: Στο ερώτημα, εάν οι εμφανίσεις του Χριστού μετά το Σταυρικό Του θάνατο είναι πραγματικές. Στο εάν οι περιγραφές και οι μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης γύρω από τις εμφανίσεις αυτές είναι αξιόπιστες.
Εδώ χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, της Νομικής Επιστήμης. Η Νομική είναι η Επιστήμη που με μεγάλη ακρίβεια και απόλυτα ορθολογικά κριτήρια, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Προκειμένου να αποδώσει ευθύνες, να απαγγείλει κατηγορίες και να εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε μαρτυρίες και ενδείξεις. Κατά συνέπεια, έχει με πολύ λεπτό ηθμό και με μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει, ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι· πότε μία μαρτυρία και μία ένδειξη είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν.

Εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις του Χριστού που υπάρχουν στα Ευαγγέλια και στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα πρόκειται για ένα από τα δύο είδη παρέκκλισης από την αλήθεια. Ή θα πρόκειται περί ψευδαπάτης (ψευδαισθήσεις), ή θα πρόκειται για απάτη.
Ας εξετάσουμε μία-μία αυτές τις δύο περιπτώσεις.

Θα πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις επιβάλλουν να ξαναγυρίσουμε πάλι στην Ιατρική Επιστήμη.

Οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο το οποίο η Ιατρική έχει επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει.

Ας αναφέρουμε ευθύς εξ αρχής, ότι τα άτομα τα οποία βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις, αποτελούν μία ορισμένη κατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι έχουν την προδιάθεση γι’ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μία προέκταση των διαθέσεών τους και αφορούν σε γεγονότα, των οποίων η πραγματοποίηση επιθυμείται πολύ έντονα από αυτούς.

Εάν πολλά άτομα έχουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα, που σχετίζονται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα και τις εμπειρίες που διαθέτει το κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο.

Το φαινόμενο των ψευδαισθήσεων λαμβάνει χώρα σε κατάλληλη ώρα και τόπο. Σε συνθήκες δηλαδή που υποβάλλουν και προδιαθέτουν τον άνθρωπο. Τέλος, εάν οι ψευδαισθήσεις έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται, τότε η επάνοδός τους  παρουσιάζεται επί μακρό χρονικό διάστημα.

Ακολουθούν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις του Χριστού έστω και έναν από τους βασικούς, προαναφερθέντες κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τις παθολογικές αφηγήσεις πασχόντων ανθρώπων;

Ας εξετάσουμε το πρώτιστο. Εκείνοι στους οποίους εμφανίστηκε ο Χριστός είχαν πράγματι την προδιάθεση να δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μόνον ήταν καταπτοημένοι, όχι μόνον ήταν βέβαιοι ότι η υπόθεση τελείωσε, αλλά ακόμη όταν έφθασαν σ’ αυτούς επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, πρόσωπα που ζούσαν ανάμεσά τους -οι Μυροφόρες- και τους βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι οι εμφανίσεις αυτές ήταν αληθινές· ότι πράγματι ο Χριστός είχε αναστηθεί.

Τα πρόσωπα αυτά, όπως βλέπουμε, όχι μόνον δεν ήταν προδιατεθειμένα στο να δεχθούν ότι είναι δυνατόν να δει κανείς, και συνεπώς και οι ίδιοι, τον Χριστό.
Είπαμε, ότι τα άτομα που βλέπουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο, επιρρεπή σε τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε· ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο οι μάρτυρες των εμφανίσεων του Χριστού;
Κάποια απ’ αυτά, τα γνωρίζουμε από τα ίδια τους τα γραπτά και τις αφηγήσεις τους. Κατ’ αρχήν δεν είναι πρόσωπα ευφάνταστα, δεν έχουν φαντασιώσεις. Ας πάρουμε τον τελώνη Ματθαίο· άνθρωπο ο οποίος πέρασε όλη του τη ζωή πάνω στους λογαριασμούς. Τον Ματθαίο, που το Ευαγγέλιό του είναι γεμάτο ρεαλισμό· που δεν έχει τίποτα το ποιητικό· τίποτα το λυρικό. Που είναι αντίθετα, μια πολύ προσεκτική παράθεση γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές.
Ας πάρουμε το Θωμά. Ο Θωμάς σαφώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ο άνθρωπος που όταν οι δέκα μαθητές με τους οποίους είχε ζήσει τρία χρόνια αδιάκοπα, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται να πιστέψει και απαντάει ότι δεν θα πιστέψει ακόμη κι εάν Τον δει, αλλά μόνον εάν αγγίξει τα τραύματά Του.

Είναι αυτός ο άνθρωπος, τύπος προδιατεθειμένος σε ψευδαισθήσεις;

Ο Παύλος. Ο διώκτης Παύλος. Ο Παύλος, ο οποίος θέριζε κυριολεκτικά την εκκλησία και κάθε άνθρωπο ο οποίος ήθελε να πει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να δει και να ακούσει τον Αναστημένο Χριστό, τη στιγμή που βρισκόταν στο αποκόρυφο της μανίας του εναντίον της ιδέας ότι ο Χριστός αναστήθηκε;

Βλέπουμε λοιπόν, δειγματοληπτικά, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήσαν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο -μάλιστα με τύπο ξένο προς εκείνον που ρέπει στις ψευδαισθήσεις.

Ξέρουμε από τις Πράξεις των Αποστόλων, πως ο Χριστός εμφανίστηκε σε πεντακόσιους ανθρώπους ταυτόχρονα. Είναι δυνατόν πεντακόσια πρόσωπα να ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα, στον τύπο του ανθρώπου που βλέπει ψευδαισθήσεις; Είπαμε ότι, εάν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα και αντικείμενο ανάλογο προς την προσωπικότητα του καθενός. Γνωρίζουμε καλά, όπως θα ήταν και επόμενο να το περιμένουμε, ότι τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη ψυχολογική αντίληψη, αντιλαμβάνεται τις θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρα, που υπήρχαν ανάμεσα στον Απόστολο Πέτρο, στον Απόστολο Παύλο και στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες των μαθητών του Χριστού και όσοι αναφέρονται στο Ευαγγέλιο, αποτελούν ένα φάσμα, που μπορούσαμε να πούμε ότι αντιπροσωπεύει όλους τους ανθρώπινους τύπους. Εν τούτοις, όλοι τους δέχονται και παραδέχονται, ότι ο Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και ο λόγος Του, όταν τους μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ό,τι είδαν και για το ό,τι άκουσαν.

Το γεγονός αυτό είναι αντίθετο προς τον ισχυρισμό ότι οι εμφανίσεις του Χριστού ήταν προϊόν ψευδαισθήσεων.

Είπαμε προ ολίγου, ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και ώρες της ημέρας. Στην περίπτωση όμως των εμφανίσεων του Χριστού δεν υπάρχουν ομοιότητες, ούτε ως προς τον τόπο ούτε ως προς το χρόνο που λάμβαναν χώρα. Άλλοτε και συνηθέστερα, εμφανίζεται ο Χριστός στο φως της ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα. Μέρα μεσημέρι ή απόγευμα και βαδίζει στους αγρούς.

Εμφανίζεται στο Όρος των Ελαιών. Εμφανίζεται στον κήπο του νεκροταφείου της Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται σ’ ένα δωμάτιο που ήταν κλεισμένοι οι μαθητές. Εμφανίζεται σ’ έναν λοφίσκο, σε πολλούς ανθρώπους. Εμφανίζεται στη λίμνη της Τιβεριάδας όπου, όπως γνωρίζουμε, έγινε η δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι μεταξύ τους οι χώροι, ούτε και υποβλητικοί, ώστε να δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις.

Είπαμε, πως όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα, και ή τείνουν να αραιώσουν ή να ατονήσουν οπότε σιγά-σιγά εξαφανίζονται, ή τείνουν να εντείνονται να γίνουν συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε κρίση. Αυτό το λέει η Ψυχιατρική. Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε από αυτά. Αντίθετα, οι εμφανίσεις του Χριστού παρουσιάζονται στα Ευαγγέλια με τον ίδιο ρυθμό και μετά από σαράντα μέρες διακόπτονται χωρίς να έχουν φθάσει ούτε σε μια αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο. Διακόπτονται μετά την Ανάληψή Του.

Ας σημειώσουμε ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα: δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. Στην περίπτωση των εμφανίσεων του Χριστού, όχι μόνον οι περισσότερες από αυτές συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο, ο οποίος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σ’ εκείνους που τον βλέπουν, αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή.

Βλέπουμε την διαβεβαίωση την οποία παίρνει ο Απόστολος Θωμάς με την αφή.

Βλέπουμε επίσης, ότι για  να μη μείνει αμφιβολία στους μαθητές ως προς το ότι ήταν πραγματική και όχι ψευδής εντύπωση η εμφάνισή Του, ο Χριστός όταν είδε από την ταραχή, το φόβο και τη δυσπιστία τους ότι αμφέβαλαν για ό,τι έβλεπαν, έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρήθρα. Έφαγε από αυτά, ώστε μετά την αποχώρησή του να έχουν την διαβεβαίωση ότι πραγματικά παρουσιάστηκε με σώμα αληθινό, από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι βρισκόταν πάνω στο τραπέζι όπου και οι ίδιοι προηγουμένως έτρωγαν, αλλά επιπλέον είναι και τροφές, οι οποίες αφήνουν υπόλειμμα: το κερί από την κηρύθρα και το κόκκαλο απ’ το ψάρι. Θα προσθέσουμε την περικοπή όπου ο Χριστός μαγείρεψε. Εκεί όπου έψησε ο ίδιος το ψάρι στην όχθη της λίμνης· τόσο εκείνο το οποίο είχε ο ίδιος, όσο και το ψάρι που είχαν ψαρέψει οι μαθητές και έφαγαν όλοι μαζί.

Πώς θα ήταν δυνατόν οι μαθητές να κατείχαν και να μαρτυρούσαν και σ’ εμάς ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις του Χριστού και τη συναναστροφή τους μαζί Του, εάν αυτές ήταν απλώς αποτέλεσμα ψευδαισθήσεων;

Αντίθετα, τα υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις Του, διαψεύδουν και καταρρίπτουν το επιχείρημα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.

Εάν οι εμφανίσεις του Χριστού που περιγράψαμε δεν ήταν αποτέλεσμα αυταπάτης μήπως ήταν αποτέλεσμα απάτης;
Περνούμε στο δεύτερο ενδεχόμενο· στο δεύτερο είδος παρέκκλισης από την αλήθεια. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφιβολία.

Ο πρώτος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές να είναι αποτέλεσμα απάτης, οφείλεται στο γεγονός, ότι τα πρόσωπα από τα οποία μαρτυρείται ότι είδαν το Χριστό -και μαρτυρείται επί χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάστασή Του ότι τον είδαν (στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ο Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο του Μάρκου, ότι πάνω από πεντακόσιοι άνθρωποι είδαν το Χριστό)- τα πρόσωπα αυτά ήταν πάρα πολλά. Συμπερασματικά, είναι πραγματικά απίθανο, τόσα πολλά πρόσωπα, επί τόσο πολλά έτη να έκαναν μια τόσο χονδροειδή και βλάσφημη απάτη, και να μη βρέθηκε ούτε ένα από αυτά, το οποίο να συνέλθει και να μαρτυρήσει ότι το ίδιο συμμετείχε σε μία απάτη ή να διαμαρτυρηθεί ότι έπεσε θύμα της απάτης αυτής.

Για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή που χρησιμοποιεί τους κανόνες περί ενδείξεων της Νομικής Επιστήμης, το γεγονός και μόνον ότι είχαν τόσους πολλούς μάρτυρες οι εμφανίσεις του Χριστού, αποκλείει το ενδεχόμενο της απάτης.

Επιπλέον, η υποψία ότι πρόκειται για απάτη, αποδεικνύεται εσφαλμένη, από το γεγονός της συμπεριφοράς των αποστόλων, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, μέχρι την τρίτη μέρα μετά τη Σταύρωση του Δασκάλου τους.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν περίτρομοι και καταπτοημένοι. Ήταν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα οποία ανακοινώνουν στον ίδιο το Χριστό, οι δύο μαθητές προς Εμμαούς, τη Σταύρωση και τις φήμες, όπως νόμιζαν, γύρω από την Ανάσταση, ότι η υπόθεση του Χριστού έληξε άδοξα με τη Σταύρωσή Του. Ήταν οχυρωμένοι, όπως επίσης αναφέραμε, πάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατον να Τον είδαν άνθρωποι ζωντανό. Αυτή τους την πεποίθηση δε ντρέπονται να την καταθέσουν γραπτώς αυτοί οι ίδιοι. Την στροφή τους των 180˚, την έζησαν κατά την κλάση του άρτου, όπου αναγνώρισαν τον Κύριο, και πείσθηκαν ότι δεν μπορεί παρά να ήταν αληθινή παρουσία η συνάντησή τους μαζί Του.

Εάν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι ήθελαν να κάνουν απάτη, δεν θα απέφευγαν να μας φανερώσουν όλους τους ενδοιασμούς από τους οποίους πέρασαν; Δεν θα απέφευγαν να μαρτυρήσουν σε όλα τα πέρατα της γης και να γράψουν σε όλα τα Ευαγγέλια, ότι οι ίδιοι εκείνοι ήταν που αμφισβήτησαν· εκείνοι που δεν ήθελαν να πιστέψουν· εκείνοι που παρουσίασαν ενάντια επιχειρήματα· εκείνοι που αμφισβήτησαν· εκείνοι που δεν ήθελαν να πιστέψουν, εκείνοι που είπαν ότι επρόκειτο για λήρο για μία συναρπαγή, για ένα ψέμα οι διηγήσεις για την εμφάνιση του Χριστού;

Και εν τέλει, αυτοί οι έντρομοι να έρχονται, όχι μονάχα να διακηρύξουν την Ανάσταση του Χριστού ως το πλέον αληθινό γεγονός μπροστά στους ισχυρούς της γης και τους ενόπλους, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να τους συντρίψουν, αλλά να δίνουν, μετά από διωγμούς και φοβερά βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι, χωρίς εξαίρεση, τη ζωή τους, για μια τέτοια απάτη; Όπως γράφει ο Γάλλος στοχαστής, Maurice Goguel, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και Διευθυντής της Σχολής Ανωτάτων Σπουδών στο Παρίσι: «είναι αδύνατον για ένα ψέμα να υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και να δώσει τη ζωή του με βασανιστήρια και οδύνες».

Το ψεύδος το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να αποφύγει το διωγμό, όχι για να τον υποστεί.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο της απάτης πρέπει να αποκλειστεί είναι το γεγονός ότι η πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση του Χριστού και την Ανάστασή Του, συνοδευόταν πάντα και συνοδεύεται, από τη διακήρυξη του πιο υψηλού κηρύγματος αρετής που δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότητα. Μιας αρετής που δεν περιορίζεται μόνον στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων εναρέτων, αλλά που φθάνει με απόλυτη αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις του κάθε ανθρώπου. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι που όχι μόνον διέδωσαν αυτό το κήρυγμα αλλά και που κατά τη μαρτυρία των πιο άσπονδων εχθρών τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό, το τόσο αυστηρό, που βασίζεται στην Ανάσταση του Χριστού, οι άνθρωποι αυτοί να στηρίξουν τον αγώνα τους πάνω σε ένα τόσο αποτρόπαιο ψέμα;

Εδώ πρέπει εξάπαντος να πούμε, και θα έπρεπε να το έχουμε ίσως πει ευθύς εξ αρχής, ότι τη διαβεβαίωση για την Ανάστασή Του, την είχε δώσει ο ίδιος ο Χριστός. Το προείπε σαφέστατα· το διεκήρυξε και το υποστήριξε επανειλημμένα στους μαθητές Του. Πώς είναι δυνατόν, Αυτόν που όχι μόνο κήρυξε, Αυτόν ο οποίος έζησε για το κήρυγμα, Αυτόν ο οποίος χωρίς καμία αντίρρηση ανέβηκε στο Σταυρό για το κήρυγμα αυτό· πώς είναι δυνατόν να Τον θεωρήσουμε απατεώνα, ο οποίος σκηνοθετεί την Ταφή και την Ανάστασή Του;

Αφού διεξήλθαμε το ζήτημα της αξιοπιστίας των εμφανίσεων του Χριστού, που αποτελεί τη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων, θα έρθουμε στην τρίτη κατηγορία. Αυτήν που αφορά τον κενό τάφο Του.

Η πρώτη πληροφορία για τον κενό τάφο είναι εκείνη, η οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται η κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς «πάντα τά γενόμενα». Τον σεισμό που έγινε και την ένδοξη Ανάσταση του Χριστού. Πώς αντιδρούν οι Αρχιερείς; Τους έδωσαν, όπως γράφεται στο Ευαγγέλιο, «ἀργύρια ἱκανά» και είπαν στους φύλακες να διαδώσουν, ότι «αὐτῶν κοιμωμένων ἔκλεψαν οἱ μαθηταί τό σῶμα». Η απλή βέβαια ανατροπή αυτής της εκδοχής είναι η ερώτηση: Αφού «ἐκοιμῶντο», πώς είδαν τι έγινε; Και η επόμενη ερώτηση: Αν δεν «ἐκοιμῶντο», πώς επέτρεψαν οι στρατιώτες τους μαθητές να πάρουν το σώμα του Κυρίου;

Μία άλλη εκδοχή είναι ότι το σώμα δεν το απομάκρυναν οι μαθητές, αλλά ότι το απομάκρυναν οι αρχιερείς· και αυτό, για να μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών του Χριστού.

Αλλά και αυτό πάλι είναι αδιανόητο και ξένο προς τη λογική. Γιατί; Ξέρουμε ότι λίγες ημέρες μετά τη διαπραγμάτευσή τους με τα μέλη της κουστωδίας, δέχθηκαν κατά πρόσωπο, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπων, όπως γράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων, δέχθηκαν την αυστηρότατη κατηγορία του Πέτρου «ὅτι ἀπέκτειναν τόν ἀρχηγό τῆς ζωῆς ὅν ὁ Θεός ἤγειρε ἐκ νεκρῶν». Ο Πέτρος δημιούργησε από κείνη την ημέρα χιλιάδες οπαδών και όλοι οι απόστολοι εν συνεχεία. Πόσο εύκολο θα ήταν να πατάξουν στη γέννησή του το χριστιανικό κήρυγμα οι Αρχιερείς, παρουσιάζοντας επί τόπου το πτώμα του Χριστού το οποίο είχαν κρύψει; Θα σταματούσαν αυτή τη βλάσφημη αίρεση και θα αποδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους να το κάνουν, ότι επρόκειτο για μία πλάνη. Για απάτη. Αυτό θα έπαυε μια για πάντα, στο ξεκίνημά της την κίνηση αυτή, η οποία αφαιρούσε αδιάκοπα οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων.

Ο λόρδος Charles Darling (1849-1936), Πρόεδρος επί σειρά ετών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μεγάλης Βρετανίας -αξίωμα αντίστοιχο με αυτό του Προέδρου του Αρείου Πάγου στην Ελλάδα- γνωστός κατά το διάστημα της δικαστικής του καριέρας από τη διαλεύκανση και επιτυχή υποστήριξη ανεξιχνίαστων και γι’ αυτό πολύκροτων δικαστικών υποθέσεων, συνόψισε το νομικό του έλεγχο πάνω στις ενδείξεις για την Ανάσταση του Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα οποία είναι τόσο αυθεντικά ώστε δε χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτε άλλο: «Εμείς οι Χριστιανοί, καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνον με την πίστη. Το βασικό θέμα, εάν δηλαδή ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ο Χριστός ήταν πράγματι εκείνο που διεκήρυξε, δεν καλούμεθα να το παραδεχθούμε μόνο με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή -ότι πρόκειται για ζωντανή αλήθεια- υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις από τα γεγονότα που αφορούν σ’ αυτήν και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφραζε άλλη απόφαση, παρά μόνον ότι η Ανάσταση είναι αληθινή».
Αλλά για να αποδειχθεί η αλήθεια της Ανάστασης παρουσιάζεται εκείνο το θετικό επιχείρημα, το οποίο πιστεύω ότι είναι πιο πειστικό για μας, τους ανθρώπους που ζούμε σε μια εποχή κατ’ εξοχήν άρνησης, σύγχυσης και αποστασίας.

Πρόκειται ακριβώς για τις απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη, χάρη στην Ανάσταση του Χριστού. Υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιων περιπτώσεων. Θα αναφέρουμε μόνο κάποιες περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων του πνεύματος οι οποίοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.

Όπως αναφέρθηκε, τον δέκατο όγδοο αιώνα, είχε φθάσει η άρνηση στο αποκόρυφό της. Στην Αγγλία, όπως έγραφε ο Montesqieu: «Εάν κάποιος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει, δε γίνεται δεκτός παρά με γέλια και καγχασμούς».
Ακριβώς εκείνη την εποχή, δύο σοβαρά μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έβαλαν για σκοπό της ζωής τους να συγγράψουν δύο συγγράμματα για να αποδείξουν ο πρώτος ότι η μεταστροφή του Παύλου δεν οφείλεται σε αληθινή πίστη και ο δεύτερος, ότι η Ανάσταση του Χριστού ήταν ψέμα.

Ο πρώτος, ο Λόρδος Lytletton, μετά από αρκετό χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο, το οποίο αποδείκνυε ότι η συνάντηση του Παύλου με τον αναστημένο Χριστό, είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο της Δαμασκού. Ο δεύτερος, ο Gilbert West, επέστρεψε με ένα σύγγραμμα το οποίο ονομάζει: «Παρατηρήσεις επί της ιστορίας και των ενδείξεων της Ανάστασης του Χριστού», το οποίο περιέχει μία σωρεία επιχειρημάτων, πολλά περισσότερα από όσα εγώ σας παρουσίασα εδώ, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια της Ανάστασης.

Ίσως όμως πραγματικά για κείνον που θέλει να κουράσει τη σκέψη του -κι αυτό είναι αναγκαίο γύρω από το θέμα αυτό-, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο να είναι το έργο του νομικού Frank Morison.
Ο Morison από τη σχολική του ηλικία είχε διαβάσει από τους θετικιστές κριτικούς της Γερμανικής Σχολής, την κριτική της Αγίας Γραφής. Συγχρόνως μελέτησε τη Φυσική επιστήμη, η οποία εξ ορισμού, αποκλείει το θαύμα και βασίζεται μόνον σε πειραματικά πορίσματα. Έχοντας πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά της χριστιανικής θρησκείας, ξεκίνησε να γράψει το 1922 ένα πόνημα που θα έπειθε λογικά τον αναγνώστη ότι η Ανάσταση δεν είχε πραγματοποιηθεί.

Καθώς άρχισε να γράφει το βιβλίο αυτό, αντιλήφθηκε ότι ήταν αδύνατο να γραφτεί.
Όχι μονάχα ήταν αδύνατο να γραφτεί, αλλά οι σκέψεις και οι φράσεις οι οποίες έγραφε οδηγούσαν στον τελείως αντίθετο στόχο. Γράφει ο ίδιος: «Η δύναμις των περιστάσεων με ανάγκαζε να γράφω κάτι το τελείως διαφορετικό· όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα οποία μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες της ανθρώπινης Ιστορίας, αλλά γιατί η ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μία μεταβολή εξ αιτίας της επιμονής αυτών των ίδιων των γεγονότων».  Ο συγγραφέας ανακάλυψε ότι όχι μόνον δεν μπορούσε να γράψει το βιβλίο που είχε σχεδιάσει, αλλά και ότι ακόμη κι αν ήθελε, δεν θα μπορούσε.

Από την προσπάθεια αυτή, προέκυψε το ευρέως γνωστό βιβλίο του Morison: «Ποιος εκύλισε τον λίθο;», που έχει κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί όπως προαναφέραμε, ένα μνημείο λογικής εργασίας. Ο συγγραφέας παίρνει όλες τις διεξόδους της αμφιβολίας και τους κόβει το δρόμο με τις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής, πάνω στις οποίες δέχεται να ασκήσει με τη λογική το έργο της αμφισβήτησης, το οποίο αποτυγχάνει.
Ο Cyril Edwin Mitchinson Joad, ο γνωστότερος Άγγλος Καθηγητής της Φιλοσοφίας, ο οποίος σφράγισε με την εξέχουσα παρουσία του τόσο το πεδίο των θεωρητικών σπουδών όσο και ένα ευρύ πεδίο κοινωνικό-πολιτικό ζυμώσεως τις ιστορικές σε όλα τα επίπεδα δεκαετίες του ’30, ’40 και ’50. Συναρπαστικός ομιλητής και διδάσκων και εμβριθής συζητητής στα μνημειώδη φιλοσοφικά  debates του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Πολυσχιδής προσωπικότητα, συνεργάστηκε με το ραδιόφωνο του BBC, όπου τόσο με διαλέξεις του, όσο και με συζητήσεις τις οποίες συντόνιζε έθιγε βαθειά κοινωνικά και υπαρξιακά θέματα με τρόπο απολύτως κατανοητό από τον μέσο ακροατή.

Πνεύμα ανήσυχο υπήρξε δεδηλωμένος αγνωστικιστής. Ήταν δε τόσο φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία τόσο με τον γραπτό λόγο, όσο και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο ραδιόφωνο με τίτλο: «Ο dr. Joad και ο Θεός», να παρουσιάζει την επιχειρηματολογία του μελετώντας ακριβώς το κείμενο της Αγίας Γραφής, να υποστηρίζει την ανακρίβεια του Ευαγγελίου.

Σε προχωρημένη ηλικία, κατά τη διάρκεια περισυλλογής, χωρίς καμία εξωτερική επίδραση, παρουσιάστηκε αιφνιδίως με το βαθύ και συγκλονιστικό, τελευταίο του σύγγραμμα: «Η επανάκτηση της Πίστης». Με αυτό και με κάθε τρόπο αγωνίστηκε σαν το Θωμά να διαδώσει ότι ο Χριστός είναι πραγματικά ο Κύριος και Θεός.

Θα έχετε ακούσει ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό από το 1841 έως και τις μέρες μας υπήρξε το περιοδικό «PUNCH». Επί τέσσερα έτη, εκδότης του Punch υπήρξε ο Malcolm Muggeridge, έγκριτος Άγγλος δημοσιογράφος, κάτοχος της κλασσικής παιδείας και πολυγραφότατος. Πνεύμα οξύ και σκωπτικό, δε δίσταζε να διακηρύττει την απιστία του. Μία επίσκεψη εντούτοις στους Αγίους Τόπους, κατέληξε σε αποτέλεσμα αντίθετο εκείνου το οποίο ανέμενε και επεδίωκε ο Muggeridge. Αντί να κομίσει αποδείξεις ότι η πεποίθηση στο θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητη πεποίθηση για την αλήθεια της Χριστιανικής πίστης και μια τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε εν συνεχεία, σε ώριμη ηλικία ένα από τα κυριότερα μέλη του χριστιανικού κινήματος στη Μεγάλη Βρετανία. Στο περίφημο «Φεστιβάλ του Φωτός», στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση την Πλατεία TRAFALGAR του Λονδίνου, ο Muggeridge ήταν εκείνος ο οποίος εκαυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον της χυδαιότητος και της παρακμής εις την οποίαν οδηγεί η απιστία.

Δίπλα σ’ αυτούς τους διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά πάρα πολύ τολμηρό να πω δυο λόγια για τον εαυτό μου.

Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για τη διαφορά σε ανάστημα και τη διαφορά σε κύρος που με χωρίζει από αυτούς. Όμως το χρωστώ σε σας, και το κάνω για πρώτη φορά.

Το χρωστώ σε σας που είσαστε τα αδέλφια μου, με τα οποία ζω τόσο έντονα τη ζωή του Πανεπιστημίου, να σας μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια της γυμνασιακής μου ζωής και σχεδόν όλα τα χρόνια της ζωής μου σαν φοιτητής, μέσα στην άρνηση και την αμφιβολία. Και να σας πω, ότι δέχθηκα ύστερα από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα της Ανάστασης σαν αληθινό· και ότι όλη μου η ζωή, δεν είναι από μία σκοπιά τίποτε άλλο παρά ένα πείραμα πάνω στην ακρίβεια του κηρύγματος της Αναστάσεως. Έχω να σας πω ότι ούτε μια στιγμή, ούτε μια παρατήρηση μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά να επιβεβαιώσει την αλήθεια του κηρύγματος του Ευαγγελίου· την αλήθεια της Ανάστασης του Χριστού. Είναι αδύνατον λογικά, είναι αδύνατον ψυχολογικά να ζήσω ούτε μία στιγμή μη πιστεύοντας στην Ανάσταση του Χριστού. Και θέλω να καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από σας, να πάρει τη θέση αυτή και να δεχθεί απροκάλυπτα, τίμια, την Ανάσταση του Χριστού σαν ένα γεγονός. Και να με βρει, αν θέλει, να συζητήσουμε και να χαρούμε μαζί, τα όσα θα επακολουθήσουν από αυτό το άνοιγμα της ψυχής στην Ανάσταση του Χριστού.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Βιβλιογραφία
Ι. Αγαπίδη: Ο Ιησούς ενώπιον της Ιουδαϊκής και Ρωμαϊκής Δικαιοσύνης, Θεσσαλονίκη 1969.
Ε. Θεοδώρου: Η αιώνια αλήθεια, Αθήναι 1960.
Π. Τρεμπέλα: Ιησούς από Ναζαρέτ, Αθήναι 1955.
Pr. J.N.D. Anderson: Christianity the Witness of History, Tyndole Press, London 1969.
Pr. J.N.D. Anderson: Evidence for the Resurrection, Intervarsity Press, London 1968.
P. Babet: La Passion de Jésus – Christ Selon le Chirurgien, Dillen et Cie, Issodun, France 1950.
R. Guardini: Ο Κύριος, Ελληνική Μετάφραση, Αθήναι 1956, τόμος Γ’.
M. Goguel: Jesus the Nazarien: Myth or History, Paris 1933.
C.E.M. Joad: The Recovery of Belief, London 1952.
F. Morison: Who moved the Stone, Barnes and Noble, N. York 1962.
K.N. Taylor: Is Christianity Credible, Intervarsity Press, 1970.
J. Young: The Case Against Christ, Falcon Books, London 1962.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 19, 2018

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μία διάχυτη απαισιοδοξία. Μόνο τα παιδιά και οι έφηβοι, οι οποίοι είναι στραμμένοι στον δικό τους κόσμο, κρατούνε μία νότα ευχάριστης αφέλειας που τους οδηγεί στο να είναι ήσυχοι για το μέλλον τους. Οι υπόλοιποι έχουμε μέσα μας μία κρυφή ή μία φανερή αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Παρότι ο πολιτισμός μας μάς κρατά δεμένους με το σήμερα, χάρις στην δύναμη της τεχνολογίας, τις πολλαπλές επιλογές ο χρόνος μας να γεμίζει με την βοήθεια των ΜΜΕ και του Διαδικτύου, για να μην προλαβαίνουμε ούτε να βαρεθούμε ούτε να σκεφτούμε, εντούτοις στο βάθος της ύπαρξής μας μνήμες, συγκρίσεις, λογισμοί δεν μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι για το αύριο. Είτε η κρίση, είτε η ανεργία, είτε η υγεία, είτε η αγωνία για τα παιδιά μας, είτε ο θάνατος που χωρίς να το καταλαβαίνουμε πλησιάζει, φανερά ή αδιόρατα, καθώς προχωρούμε εν χρόνω, μας κάνουν να δυσκολευόμαστε να χαμογελάσουμε, να ηρεμήσουμε, να κοιμηθούμε. Η μελαγχολία επιτείνεται από το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε, με την έννοια του να βγούμε από τον εαυτό μας. Να αφεθούμε στις σχέσεις μας τόσο με τον Θεό όσο και τον πλησίον μας, μια και το πρότυπο ζωής το οποίο έχουμε υιοθετήσει είναι εγωκεντρικό. Οι άλλοι πρέπει να έρθουν σε μας. Οι άλλοι πρέπει να μας αγαπήσουν για την μοναδικότητά μας. Και όσο δεν το βλέπουμε αυτό, τόσο αρνούμαστε να τους αγαπήσουμε. Αρνούμαστε να γίνουμε «τα κορόιδα» που προσφέρουν και προσφέρονται, που κουράζονται για να μην λαμβάνουν τίποτα.

     Σ’ αυτή την περίοδο της απαισιοδοξίας έρχεται η Εκκλησία μας να αντιτάξει την ευλογία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Να ζητήσει από εμάς να αναφωνήσουμε μαζί με τον απόστολο Παύλο: «νυν εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν» (Ρωμ. 13,11). «Τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά μας παρά τότε που πιστέψαμε». Η Εκκλησία έρχεται να μοιραστεί μαζί μας την αισιοδοξία που αυτή η περίοδος φέρνει, παρότι για πολλούς, επειδή προηγείται ο βαρύς κόπος της νηστείας, της προσευχής, της εγκράτειας, του αγώνα εναντίον της κατάκρισης, υπάρχει ένα αίσθημα πένθους και σχετικής μελαγχολίας. Δεν είναι όμως έτσι. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι μόνο στροφή στον εαυτό μας, προτροπή για σχετική ησυχία μέσα από τις ωραίες ακολουθίες, στις οποίες δεν δεσπόζουν τόσο οι μελωδίες των ύμνων, αλλά ο λόγος διά των αναγνωσμάτων. Είναι και μία γλυκιά χαρά, η οποία πηγάζει και από  τον αποστολικό λόγο.

       Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας διότι αισθανόμαστε στην εκκλησιαστική ζωή ότι ο Θεός είναι Αυτός που μας μας σώζει! Αυτόν αναζητούμε στην Σαρακοστή. Αυτόν που έγινε άνθρωπος για μας και είδε τα βάσανα και τους κόπους μας, την ήττα μας από την αμαρτία, τον διάβολο, την φθορά, τον θάνατο και συνέπαθε με μας. Άφησε και Αυτός τον εαυτό Του να ηττηθεί από τον πόνο και τον θάνατο, αλλά μας έδειξε ότι πιστεύοντας δεν νικιόμαστε από την αμαρτία. Γιατί αυτή είναι που μας καταβάλλει. Το να μην πράττουμε το θέλημα του Θεού, το να μην αγαπούμε τους ανθρώπους, το να μην χαιρόμαστε που ο Θεός είναι κοντά μας, όσο βάρος κι αν προσθέτουν οι περιστάσεις της ζωής. Το να μην γευόμαστε την χάρη της μετάνοιας, που αλλάζει την ζωή μας. Το να μην είμαστε ενταγμένοι στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά να βλέπουμε την πίστη ως μία ιδεολογική πεποίθηση, η οποία υπάρχει για το άτομό μας, όχι όμως για να μας κάνει να συναντούμε τους άλλους, για να τους αγαπήσουμε και να τους συγχωρήσουμε.

        Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν φεύγουμε από το χτες, από το «τότε που πιστέψαμε», αλλά και από κάθε χτες. Από όσα χάσαμε και θα θέλαμε να ξανα-έχουμε. Από   τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν. Από τις σχέσεις που δεν προχώρησαν. Από τα λάθη που δεν αποφύγαμε. Από τα «και αν» που μας καθηλώνουν στο παρελθόν και από τα «γιατί;»  που δεν μας αφήνουν να δούμε ότι η ζωή είναι πορεία. Ότι δεν είναι ο θάνατος στον οποίο πλησιάζουμε, αλλά ο Χριστός που μας περιμένει για να μας δώσει την ανάσταση και την ζωή. Ότι οι άλλοι δεν είναι αυτοί που μας υπονομεύουν, οι εχθροί μας, ακόμη κι αν φέρονται έτσι, αλλά αυτοί που καλούμαστε να κερδίσουμε με την αγάπη, με την καλοσύνη, με την ευγένεια, την υπομονή. Με τον τρόπο δηλαδή της αρετής και όχι την εκδίκηση και το αίσθημα της δικαιοσύνης. Ή, εκεί όπου δεν υπάρχει άλλος δρόμος, μέσα από τις δυνατότητες που η κοινωνία μας μάς δίνει, χωρίς όμως κακία και εμπάθεια. Οι εμπειρίες του χτες είναι πολύτιμη πρώτη ύλη, όχι για να μας καθηλώσουν, αλλά για να μας απελευθερώσουν. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την πίστη και την ζωή της Εκκλησίας.

     Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν αισθανόμαστε ότι όλα είναι «εγγύτερον» στον άνθρωπο ο οποίος τα έχει βρει με τον εαυτό του, έχει βρει το νόημά του, ξέρει γιατί και προς Ποιον πορεύεται. Αν πιστέψουμε ότι ο Κύριος είναι εγγύς, αν εμείς παίρνουμε την απόφαση να Τον πλησιάσουμε μέσα από την ασκητική ζωή της πίστης μας, μέσα από το ιλαρό πρόσωπο που ξέρει να αγαπά και να χαίρεται την παρουσία των ανθρώπων, που δεν ασκημίζει την ύπαρξη του με κακίες και αμαρτίες, που δεν το τρώνε οι λογισμοί, τότε η σωτηρία έχει έρθει. Οι περιστάσεις της ζωής δεν μας γεμίζουν με αγωνία. Η κρίση των καιρών δεν μας αφήνει άπιστους στην πρόνοια και την βοήθεια του Θεού. Η πίστη μας οδηγεί να σκεφτούμε και να ζήσουμε ότι μπορούμε να διαχειριστούμε οποιαδήποτε δυσκολία, προσαρμόζοντας τον εαυτό μας στις εναλλαγές, αποδεχόμενοι ταπεινά ό,τι δεν μπορούμε να αλλάξουμε, αλλά και κάνοντας καινούργιες αρχές εκεί όπου μπορούμε. Και τότε εγγύτερον η Αλήθεια, εγγύτερον η Ελπίδα, εγγύτερον η Συνάντηση με Εκείνον που μας αγαπά.

     Ο χριστιανός παλεύει διά της πίστεως και διά της ζωής της Εκκλησίας να μην καταβληθεί από την όποια απαισιοδοξία του κόσμου. Βοηθός είναι ο Θεός, αλλά και οι αδελφοί μας στην σύναξη της εκκλησιαστικής μας κοινότητας. Ας παλέψουμε πνευματικά και ας ανοιχτούμε καρδιακά τώρα που αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή και η ημέρα της ανάστασης έρχεται! Μαζί με τον Χριστό, ο Οποίος μας αγαπά και μας δίνεται κάθε στιγμή, για να μην μετράμε την ζωή μας με την κοσμική επιτυχία ή αποτυχία, αλλά με την χαρά που γεννά η δική Του αγάπη.

Κέρκυρα, 18 Φεβρουαρίου 2018

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τα παιδιά ο εκκλησιασμός και η προσευχή (Επίσκ. Ειρηναίος, Αικατερίνμπουργκ και Ιρμπίτσκ)

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 19, 2018

Πόσο εύκολο είναι να εμπνεύσει κανείς στο παιδάκι την αγάπη και την ευλάβεια στις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας! Φτάνει μόνο να του δώσουμε να καταλάβει, ότι στο ναό βρίσκεται πιο αισθητά ο «πανταχού παρών» Κύριος, ο Θεός που τόσο αγαπάει τα παιδιά, και που καλεί κι αυτό κοντά Του. Επομένως μέσα στο ναό πρέπει να στεκόμαστε ήσυχα, να κάνουμε με προσοχή το σταυρό μας και να προσευχόμαστε ευλαβικά.
Ναι, γονείς! Αν η καρδιά σας είναι πλημμυρισμένη από πίστη και αγάπη στο Θεό, θα βρείτε χίλιους δυό τρόπους να μεταδώσετε τα αισθήματα αυτά στο παιδί σας. Τη μεγαλύτερη αδικία κάνουμε στα παιδιά μας, αν τους στερήσουμε το θησαυρό της πίστεως, το θησαυρό της Ορθοδοξίας…
Είναι απόλυτα σωστό αυτό που λένε, ότι «η ψυχή του ανθρώπου -επομένως και του παιδιού- είναι από τη φύση της χριστιανική». Γι’ αυτό ο Θεός περιμένει χριστιανικές εκδηλώσεις από την παιδική ψυχή. Σωστά γράφει και ο ψαλμωδός: «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον» (Ψαλμ. 8:3).
Για το λόγο αυτό ακριβώς, για να ριζώσει και ν’ αναπτυχθεί το ορθόδοξο χριστιανικό βίωμα στις ψυχές των παιδιών, οι γονείς είναι υποχρεωμένοι να τα μαθαίνουν από μικρά να επικοινωνούν με το Θεό, να προσεύχονται. Όσο μικρό κι αν είναι το παιδί, μπορεί να προσεύχεται. Αφού ζητάει από τους γονείς κάτι που θέλει, γιατί άραγε δεν μπορεί να το ζητήσει από τον ουράνιο Πατέρα;
Μάθετε λοιπόν το παιδί σας να προσεύχεται. Αν αρχίσετε όταν ακόμα είναι μικρό, η προσευχή σιγά-σιγά θα του γίνει συνήθεια και ανάγκη! Να κάνετε συστηματικά μαζί με τα παιδιά σας πρωινή και βραδινή προσευχή, καθώς και πριν και μετά το φαγητό. Να μην πλησιάζουν στο τραπέζι όπως τ’ άλογα ζώα στο παχνί, αλλά να μάθουν ότι, όποιος θέλει ν’ απολαμβάνει τα δώρα του Θεού, πρέπει να τα ζητάει, αλλά και να ευχαριστεί όταν τα παίρνει. Το «Πάτερ ημών», το «Θεοτόκε Παρθένε» και άλλες σύντομες προσευχές πρέπει να τις γνωρίζει κάθε παιδάκι.
Είναι πολύ θλιβερό φαινόμενο το ότι, στην εποχή μας, η κοινή, οικογενειακή προσευχή χάθηκε σχεδόν από παντού. Πράγματι, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο βλέπουμε τόσες δυστυχισμένες οικογένειες και τόσες αποτυχίες στην αγωγή: Επειδή οι άνθρωποι, οι οικογένειες, έπαψαν να προσεύχονται. Αιώνιο κύρος έχουν οι λόγοι του Κυρίου: «Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν» (Ματθ. 7:7).
Ίσως αντιδράσουν μερικοί: «Μα το παιδί δεν καταλαβαίνει τις προσευχές». Ασφαλώς και δεν πολυκαταλαβαίνει τα νοήματα των προσευχών, μπαίνει όμως στο κλίμα της ευλάβειας, όσο μικρό κι αν είναι. Αυτό ακριβώς χρειάζεται! Αν και δεν μπορεί να σχηματίσει μέσα του καθαρή την εικόνα του Θεού, ωστόσο νιώθει το Θεό! Αισθάνεται πως υπάρχει κάποια ανώτερη ύπαρξη, που μας αγαπάει, και που πρέπει κι εμείς ν’ αγαπούμε. Όταν το παιδί προφέρει τα λόγια της προσευχής, σκέφτεται το Θεό, προσφέρει σ’ Αυτόν τα αισθήματά του. Μια τέτοια προσευχή, που προέρχεται από την αθώα παιδική καρδιά, είναι πολύ πιο ευάρεστη στο Θεό από την προσευχή ενός σοφού, που κατανοεί ακριβώς κάθε λέξη, προσεύχεται όμως συχνά μόνο με την ψυχρή λογική, χωρίς τη θέρμη της καρδιάς. Πόσο αρέσει στο Θεό η παιδική προσευχή, το λέει, επαναλαμβάνω, ο ψαλμωδός γράφοντας: «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον» (Ψαλμ. 8:3).
Για να εκπληρωθεί όμως το καθήκον της σωστής εκκλησιαστικής αγωγής των παιδιών, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα οι ίδιοι οι γονείς να είναι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι. Πρέπει οι ίδιοι ν’ αγαπούν την προσευχή.
Αν η μητέρα δεν είναι πιστή και ευσεβής, αν δεν βρίσκει -γιατί δεν ζητάει- χαρά και παρηγοριά στην προσευχή, τότε δεν ασκεί σωστά την αγωγή της ευσέβειας στα παιδιά της. Μόνο όταν η μητέρα έχει συνεπή πνευματική ζωή, μόνο όταν το παιδί βλέπει την ίδια να προσεύχεται συχνά και θερμά, τότε μόνο θα εγκολπωθεί τις ίδιες αρχές ζωής.
Είδατε τώρα, αγαπητοί γονείς, και κυρίως οι μητέρες, γιατί πρέπει να διδάξετε στα παιδιά σας την ορθόδοξη πίστη και ζωή από τη βρεφική ακόμα ηλικία, και γιατί πρέπει να τα μάθετε να προσεύχονται πριν πάνε στο σχολείο.
Σε σας απευθύνομαι λοιπόν, μητέρες: Την καλύτερη κληρονομιά θ’ αφήσετε στα παιδιά σας, αν τους δώσετε πραγματικά χριστιανική, ορθόδοξη αγωγή.
Να τους διδάσκετε, όπως με συντομία σας είπα, τις βασικές αλήθειες της αγίας πίστεώς μας. Να τους διδάσκετε την ευσέβεια και την προσευχή, από την πιο απαλή ηλικία, και με το λόγο σας, προπάντων όμως με το παράδειγμά σας. Μάταια θα κοπιάζουν αργότερα οι κατηχητές και οι δάσκαλοι να τα βοηθήσουν, αν εσείς δεν βάλετε τα θεμέλια στο σπίτι.
Νουθετείτε τα παιδιά σας στην ορθόδοξη ζωή και το φόβο του Θεού. Τότε μπορείτε να ελπίζετε ότι αργότερα θα τα καμαρώνετε, και δεν θα κλαίτε γι’ αυτά. Αν τα παιδιά σας είναι θεοφοβούμενα, θα είναι και σε σας υπάκουα και ευγνώμονα. Αν τα μάθετε ν’ αγαπούν το Θεό, τότε οπωσδήποτε θ’ αγαπήσουν γνήσια κι εσάς.
Αναθρέψτε λοιπόν, πατέρες και μητέρες, τα παιδιά σας για το Θεό και για τον ουρανό! Τότε θα εισπράξετε απ’ αυτά χαρά και στη γη!
(Απόπσπασμα από το βιβλίο “Μητέρα Πρόσεχε!”, Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπού Αττικής)
Πηγή: koinoniaorthodoxias.org

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αντιμετώπιση των ασθενειών, Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 19, 2018

Ὅλα δίνονται ἀπὸ τὸ Θεό. Καὶ ὅλα δίνονται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Μ’ αὐτὴ τὴ σκέψη νὰ δεχθεῖς κι ἐσὺ τὴν ἀσθένειά σου, εὐχαριστώντας τὸ Θεό, ποὺ φροντίζει γιὰ τὴ σωτηρία σου.
Τώρα, τὸ πῶς συντελεῖ στὴ σωτηρία μας ὁτιδήποτε παραχωρεῖ ὁ Κύριος, μόνο Ἐκεῖνος τὸ γνωρίζει. Ἐμεῖς συνήθως δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε.
Στέλνει λ.χ. μία συμφορὰ ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς παιδαγωγήσει, ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς ἀφυπνίσει πνευματικά, ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς γλυτώσει ἀπὸ ἕνα μεγαλύτερο κακό, ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς αὐξήσει τὸν οὐράνιο μισθό, ἄλλοτε γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ κάποιο πάθος κ.ο.κ.
Ἐσύ, λοιπόν, ν’ ἀναλογίζεσαι τὶς ἁμαρτίες σου καὶ νὰ λές: «Δόξα σ’ Ἐσένα, Κύριε, ποὺ μὲ τιμωρεῖς δίκαια!». Νὰ συλλογίζεσαι ὅτι πρωτύτερα εἶχες ξεχάσει τὸ Θεὸ καὶ νὰ λές: «Δόξα σ’ Ἐσένα, Κύριε, πού μοῦ ἔδωσες ἀφορμὴ καὶ γνώση γιὰ νὰ Σὲ θυμᾶμαι συχνά!». Νὰ σκέφτεσαι ὅτι, ἂν ἤσουν ὑγιής, πιθανότατα δὲν θὰ ἔκανες τὸ καλό, καὶ νὰ λές: «Δόξα σ’ Ἐσένα, Κύριε, ποὺ μ’ ἐμπόδισες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία!». Ἂν ἀντιμετωπίζεις μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις τὴν ἀσθένειά σου, τὸ φορτίο σου θὰ γίνει πολὺ ἐλαφρό.
Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, μολονότι οἱ ἀσθένειες παραχωροῦνται ἀπὸ τὸ Θεό, ἡ φροντίδα γιὰ τὴ θεραπεία δὲν εἶναι ἁμαρτία. Γιατί τόσο ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη ὅσο καὶ τὰ φάρμακα εἶναι δῶρα κι αὐτὰ τοῦ Θεοῦ στὸ ἀνθρώπινο γένος. Καταφεύγοντας, λοιπόν, στοὺς γιατρούς, πάλι στὸ Θεὸ καταφεύγουμε.
Μέσ’ ἀπὸ τὴν ἀρρώστια ἂς μαθαίνουμε καὶ ἂς ἀποκτοῦμε τὴν ταπείνωση, τὴν ὑπομονή, τὴ γενναιοψυχία, τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸ Θεό. Ἀνθρώπινη, βέβαια, εἶναι ἡ ἀνυπομονησία, ἡ λιποψυχία. Μόλις, ὅμως, ἐμφανιστεῖ, πρέπει νὰ τὴ διώχνουμε.
Ὅλες οἱ δύσκολες καταστάσεις ἔχουν ἕνα βάρος, αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ σηκώσουμε, αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ ὑπομείνουμε. Χωρὶς βάρος, δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ ὑπομονή. Πάντως, ἡ ἐπιθυμία ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸ βάρος δὲν εἶναι ἐφάμαρτη. Εἶναι φυσικὴ ἀνάγκη τῆς ψυχῆς. Ἁμαρτία διαπράττουμε, ὅταν, ἀπὸ τὴ φυσικὴ αὐτὴ ἀνάγκη, ὁδηγούμαστε στὴν ἀδημονία καὶ τὸν γογγυσμό. Ἂν νιώσεις μέσα σου κάτι τέτοιο, ἀπομάκρυνέ το ἀμέσως, εὐχαριστώντας τὸν Θεό.
Ἂν ἀρρωστήσατε ἀπὸ ὑπαιτιότητά σας, μετανοῆστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ζητῆστε Του συγχώρηση, ἐπειδὴ δὲν φυλάξατε τὸ δῶρο τῆς ὑγείας, τὸ δῶρο ποὺ Ἐκεῖνος σᾶς πρόσφερε. Ἂν πάλι ἡ ἀρρώστια σᾶς παραχωρήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο -γιατί τυχαία τίποτα δὲν γίνεται-, εὐχαριστῆστε Τον ἐγκάρδια. Καὶ ἡ ἀρρώστια, βλέπετε, εἶναι θεῖο δῶρο, γιατί ταπεινώνει, μαλακώνει τὴν ψυχὴ καὶ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὶς πολλὲς μέριμνες.
Πῶς νὰ προσευχόμαστε, ὅταν εἴμαστε ἄρρωστοι;
Δὲν ἁμαρτάνουμε, ὅταν ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ μᾶς θεραπεύσει. Κάθε φορὰ ποὺ τὸ ζητᾶμε, ὅμως, ἂς προσθέτουμε καὶ τὴ φράση: «ἂν εἶναι θέλημά Σου, Κύριε!». Ὅταν ὑποτασσόμαστε ὁλοκληρωτικὰ στὸ θεῖο θέλημα καὶ δεχόμαστε τὸ καθετὶ ὡς θεία εὐεργεσία, τότε καὶ ἡ ψυχὴ μας παραμένει εἰρηνικὴ καὶ ὁ Θεὸς γίνεται πιὸ ἐλεητικὸς ἀπέναντί μας. Ἔτσι μᾶς χαρίζει εἴτε τὴν ὑγεία εἴτε, τουλάχιστον, παρηγοριὰ καὶ παράκληση μέσα στὸν πόνο.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το πρόβλημα της θεοδικίας

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 19, 2018

Τὸ πρόβλημα τῆς θεοδικίας συγκλονίζει πολλούς. Γιατί ὑποφέρει ὁ δίκαιος σ’ αὐτὴ τὴ ζωή; Γιατί εὐημερεῖ ὁ ἄδικος; Γιὰ τὸν πιστὸ δὲν μπορεῖ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πραγματικὴ ἐλπίδα τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ δὲν ἀναφέρεται ἀσφαλῶς στὴν ἀντιμετώπιση τῶν δυσχεριῶν αὐτῆς τῆς ζωῆς. Τονίζοντας τὴν ἐλπίδα αὐτὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπογραμμίζει: Ἐὰν μόνον διὰ τὴν ζωὴν αὐτὴν ἔχομεν ἐλπίσει εἰς τὸν Χριστόν, τότε εἴμεθα οἱ πιὸ ἀξιολύπητοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους… ἀλλὰ ὁ Χριστὸς πραγματικὰ ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν καὶ ἔγινε ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων… ὅλοι θὰ ζωοποιηθοῦν ἐν τῷ Χριστῷ, ὁ καθένας εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν του.

Ἡ ἀρχὴ εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα, κατὰ τὴν παρουσίαν του, ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ μετὰ ἔρχεται τὸ τέλος… ὁ τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ εἶναι ὁ θάνατος (Α Κορ. ιε, 19-26).

Οἱ θλίψεις στὴ ζωή μας δὲν εἶναι ἡ τελικὴ ἔκβαση τῶν πραγμάτων, γιατί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι πραγματικότης καὶ ἡ τελικὴ νίκη κατὰ τῶν θλίψεων καὶ τοῦ θανάτου εἶναι γιὰ τὸν πιστὸ βεβαιότητα. Εἴμαστε χριστιανοὶ ὄχι ἀποβλέποντες σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ στὴν Ἀνάσταση. Ἑπομένως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῆς θεοδικίας μὲ βάση τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἐλπίδα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει πὼς μεταξὺ δύο πονηρῶν ὁ ἕνας τιμωρεῖται σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἐνῶ ὁ ἄλλος ἀντίθετα εὐδαιμονεῖ. Καὶ μεταξὺ δύο εὐσεβῶν ἀνθρώπων συμβαίνει κάτι ἀνάλογο. Ὁ ἕνας ἀπολαμβάνει πλούσια τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς, ἐνῶ ὁ ἄλλος δοκιμάζεται. Ὅλα αὐτά, λέγει, εἶναι ἔργο τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ…

Ἐὰν ἀνομίαις παρατηρήσῃς, Κύριε, Κύριε, τὶς ὑποστήσεται;, ἂν λάβεις ὑπ’ ὄψιν σου τὶς ἀνομίες, ποιὸς θὰ ἀντέξει; (Ψαλμ. ρκθ/ρλ 3). Ἂν ὁ Θεὸς τιμωροῦσε ὅλους, γιὰ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, θὰ εἶχε πρὸ πολλοῦ ἐξαφανιστεῖ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν θὰ διατηροῦσε τὴ συνέχειά του, σχολιάζει ὁ ἴδιος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ἡ ζωὴ περιοριζόταν μόνο στὸν παρόντα κόσμο, δὲν θὰ ἐπέτρεπε ὁ Θεὸς ποτέ, νὰ μὴ λάβουν ἀμοιβὴ ἐκεῖνοι ποὺ ἔπαθαν τόσο μεγάλα καὶ πολλὰ κακὰ καὶ περνοῦν ὁλόκληρον τὴν ζωὴν των μὲ πειρασμοὺς καὶ ἀναριθμήτους κινδύνους. Εἶναι φανερὸν ὅτι καλυτέραν καὶ λαμπροτέραν ἄλλην ζωὴν ἠτοίμασε, κατὰ τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ στεφανώνη καὶ νὰ ἀνακηρύττη νικητὰς τοὺς ἀθλητὰς τῆς εὐσεβείας, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔκανε τὴ ζωὴ μας κοπιαστική, γιὰ νὰ ἐπιθυμήσουμε τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ ἐξαιτίας τῶν ἐδῶ θλίψεων, λέγει σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Χρυσόστομος. Ἂν τώρα ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν τόσα δυσάρεστα εἴμαστε τόσο προσκολλημένοι σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, πότε θὰ ἐπιθυμούσαμε τὰ μέλλοντα, ἂν ἡ ζωὴ μας ἦταν χωρὶς καθόλου λύπες;…

Γιὰ ὅσους δυσανασχετοῦν γιὰ τὶς θλίψεις, οἱ πατέρες γνωρίζουν μία συνταγὴ νὰ μὴ θεωροῦν συνεχῶς τὰ λυπηρὰ καὶ νὰ μὴ ἀφοσιώνονται στὰ παροδικὰ πράγματα τῆς ζωῆς αὐτῆς νὰ περιφέρουν τὸ βλέμμα τους στὴ θεωρία τῶν ἀληθινῶν ἀγαθῶν, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι στὰ μάτια ἀποφεύγουν νὰ κοιτάζουν λαμπερὰ ἀντικείμενα (Μ. Βασίλειος). Μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο ταξείδι γιὰ τὸν οὐρανό, εἶναι ντροπὴ νὰ ἐνοχλεῖται κανεὶς μὲ τὶς δυσκολίες ποὺ ὑπάρχουν στὸ δρόμο του, λέγει ὁ Χρυσόστομος. Διότι καὶ ἐὰν συνεκεντρώνοντο ὅλα τὰ δεινὰ ποὺ ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι, εἴτε λοιδορίαι, εἴτε ὕβρεις, εἴτε ἀτιμίαι, εἴτε συκοφαντίαι, εἴτε ξίφος, εἴτε πῦρ, εἴτε ἁλυσίδες καὶ θηρία καὶ καταποντισμοὶ καὶ ὅσα ἀπὸ κτίσεως κόσμου ὁ παρὼν βίος ἐδοκίμασε κακά, δὲν θὰ περιγελάσης ὅλα αὐτά, εἰπέ μου, καὶ δὲν θὰ τὰ καταφρονήσης; Θὰ σκεφθῆς λοιπὸν αὐτά;. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπαριθμοῦν διάφορες αἰτίες, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὶς θλίψεις στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι μέσο δοκιμασίας, πειρατήριον, ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τοῦ Ἰὼβ (ζ, 1)στάδιο ἀθλήσεως γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ θλίψεις καὶ γενικὰ οἱ πειρασμοὶ στὴ ζωὴ εἶναι τὰ ὄργανα αὐτῆς τῆς ἀθλήσεως. Ἀγαθὸν μοι ὅτι ἐπείρασάς με, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου, λέγει ὁ ψαλμωδὸς (Ψαλμ. ριη/ριθ 7). Αὐτὸ εἶναι τὸ γνώρισμα τῶν συνετῶν, λέγει ἕνας πατέρας τῆς Ἐκκλησίας: λέγοντας τὴ φράση αὐτή, διαπαιδαγωγοῦνται ἀπὸ τὶς συμφορὲς καὶ καθαρίζονται ὅπως τὸ χρυσάφι, γιατί ἡ ταλαιπωρία γεννᾶ τὴν γνῶσιν τῶν προσταγμάτων τοῦ Θεοῦ. Τὰ γενναῖα φρονήματα, λέγει σὲ ἄλλο σημεῖο, συνηθίζουν νὰ ἀντιδροῦν ἐναντίον τῆς διὰ τῆς βίας ἐπιβουλῆς, ὅπως ἀντιδρᾶ ἡ φλόγα ὅταν προσβάλλεται ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ ἀνάπτει τόσο περισσότερο, ὅσο δυνατώτερα φυσᾶται.

Οἱ θλίψεις λοιπὸν εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τοὺς ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς προειδοποίησε: Στὸν κόσμο σᾶς περιμένει θλίψι, ἀλλὰ ἔχετε θάρρος, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον (Ἰω. ιστ, 33). Ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ζοῦν μὲ εὐσέβεια ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ θὰ διωχθοῦν (Β Τιμ. γ 12).Οἱ δοκιμασίες στὴ ζωή, λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, συντελοῦν στὸ νὰ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀδυναμία του καὶ νὰ ταπεινωθεῖ προφυλάσσοντας τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ λογισμὸ τῆς ὑψηλοφροσύνης. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλαβε ἰδιαίτερα χαρίσματα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅμως ἐβασανίζετο ἀπὸ ἕνα ἀγκάθι στὸ σῶμα του, γιὰ τὸ ὁποῖο τρεῖς φορὲς παρακάλεσε τὸν Θεό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρις μου, διότι ἡ δύναμίς μου φανερώνεται τέλεια ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀδυναμία· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. Ὁ ἴδιος προσθέτει: Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύομαι διὰ τὰς πολλὰς ἀποκαλύψεις, μοῦ δόθηκε σκόλοψ τὴ σαρκί μου, ἕνας ἄγγελος τοῦ Σατανᾶ, διὰ νὰ μὲ ραπίζη, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύομαι (Β Κορ. ιβ 79)…

Ὁ πιστὸς δὲν θέτει τὸ ἐρώτημα, γιατί αὐτὸς ὑποφέρει καὶ ἐκεῖνος εὐτυχεῖ στὴ ζωή, ἐπειδὴ τὸ ἀξιολογικὸ κριτήριο εἶναι διαφορετικό. Ἡ σκέψη του συγκεντρώνεται στὸ λόγο τῆς Γραφῆς: Παιδί μου μὴ περιφρονήσης τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ Κυρίου καὶ μὴ χάσης τὸ θάρρος σου, ὅταν ἐλέγχεσαι ἀπὸ αὐτόν, διότι ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τὸν παιδαγωγεῖ, καὶ μαστιγώνει κάθε παιδί, τὸ ὁποῖον δέχεται. Ὑπομείνατε τὴν διαπαιδαγώγησίν σας. Ὁ Κύριος ἀφήνει τὸν δοῦλο του νὰ παλεύη ἐνῶ τὸν προσέχει ὁ ἴδιος ἀπὸ κοντά, ὅπως πρόσεχε καὶ τὸν Μ. Ἀντώνιο, ὅταν πάλευε μὲ τὰ δαιμόνια. Κατοικοῦσε μέσα σ’ ἕνα μνῆμα κι ἐκεῖ τὸν ἔδειραν οἱ δαίμονες μέχρι ποὺ ἔμεινε ἀναίσθητος. Ὁ φίλος του ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε τὸν μετέφερε στὸ Κυριακό τοῦ χωριοῦ. Τὴν νύχτα, ὅταν ὁ Ἀντώνιος ξαναβρῆκε τὶς αἰσθήσεις του, παρακαλοῦσε τὸ φίλο του νὰ τὸν ξαναπάη πίσω στὸ μνῆμα. Ἄρρωστος βαρειὰ ὁ ὅσιος δὲν μποροῦσε νὰ σταθῆ στὰ πόδια του καὶ προσευχόταν ξαπλωμένος. Τότε δέχτηκε νέα σκληρὴ ἐπίθεση τῶν δαιμόνων καὶ ὑπέφερε πολὺ σὲ μία στιγμὴ ἀνέβλεψε, εἶδε φῶς καὶ τότε κατάλαβε πὼς εἶχε ἔλθει ὁ Κύριος μέσα στὸ φῶς, καὶ τοῦ εἶπε:

Ποῦ ἤσουν; Γιατί δὲν φάνηκες ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ πάψης τὰ βάσανά μου; Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀποκρίθηκε:

Ἐδῶ ἤμουν, Ἀντώνιε, ἀλλὰ περίμενα νὰ δῶ τὰ ἀγωνίσματά σου.

Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νὰ θυμόμαστε πάντοτε πὼς ὁ Κύριος παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα μας κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ γι’ αὐτὸ νὰ μὴ φοβόμαστε, ἔστω καὶ ἂν μᾶς ἐπιτεθῆ ὅλος ὁ Ἅδης, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε ἀνδρεῖοι (π. Σωφρόνιος).

Ταπεινώσου καὶ θὰ δῆς πὼς ὅλες οἱ δυστυχίες σου θὰ μετατραποῦν σὲ ἀνάπαυση, ἔτσι ποὺ σὺ ὁ ἴδιος ἔκπληκτος θὰ λές: Γιατί βασανιζόμουν καὶ στενοχωριόμουν τόσο πολὺ πιὸ πρίν; Τώρα ὅμως χαίρεσαι, γιατί ἔχεις ταπεινωθῆ καὶ ἦλθε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τώρα, κι ἂν ἀκόμη μείνης μόνον ἐσὺ πτωχὸς στὸν κόσμο, δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψει ἡ χαρά. Γιατί δέχθηκες στὴν ψυχή σου ἐκείνη τὴν εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία λέει ὁ Κύριος εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, (Ἰω. ιδ 27). Ἔτσι δίνει ὁ Κύριος σὲ κάθε ταπεινὴ ψυχὴ τὴν εἰρήνη Του, ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τοῦ νοῦ.Εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ποιμὴν γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ἰωάννη τὸν Κολοβό, ὅτι παρακάλεσε τὸν Θεὸ καὶ σηκώθηκαν τὰ πάθη ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἔγινε ἀμέριμνος. Καὶ πῆγε σ’ ἕνα γέροντα καὶ τοῦ εἶπε: Βλέπω τὸν ἑαυτό μου νὰ ἀναπαύεται καὶ νὰ μὴν ἔχη κανένα πόλεμο. Καὶ τοῦ λέγει ὁ γέρων: Πήγαινε παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ σοῦ ξαναφέρη τὸν πόλεμο, καθὼς καὶ τὴ συντριβὴ καὶ τὴν ταπείνωση ποὺ εἶχες πρῶτα. Γιατί μέσ’ ἀπὸ τοὺς πολέμους προοδεύει ἡ ψυχή. Παρακάλεσε λοιπὸν καὶ σὰν ἦλθε ὁ πόλεμος ποτὲ δὲν ξαναζήτησε πλέον νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπ’ αὐτόν. Ἀλλὰ ἔλεγε: Δόσε μου, Κύριε, ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς (Ἀπὸ τὸ Γεροντικό).

Ἡ διδαχὴ αὐτὴ γιὰ τοὺς γενναίους ἀθλητὲς τῶν θλίψεων κηρύττεται ὁμόφωνα ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας…

Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήση ἕνα πιστό. Ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ἀδικήσει εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός του, τονίζει ὁ Χρυσόστομος. Ἂν ὁ ἴδιος δὲν ἀδικήσει τὸν ἑαυτό του, δὲν θὰ μπορέσει κανεὶς νὰ τὸ κάνει καὶ ἂν ἀκόμη ὁλόκληρος ἡ οἰκουμένη ἐγείρη ἐναντίον του σκληρὸν πόλεμον. Ἂν κάποιος οἰκοδομήσει τὴν οἰκία του ἐπὶ τὴν πέτραν, δὲν ἔχει νὰ φοβηθῆ οὔτε τὴ βροχή, οὔτε τοὺς ποταμούς, οὔτε τοὺς σφοδροὺς ἀνέμους· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. Ἀντίθετα ἡ οἰκοδομὴ τοῦ ἄλλου γκρεμίστηκε, ὄχι ἐξαιτίας τῆς βροχῆς, τῶν ποταμῶν ἢ τῶν ἀνέμων, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος τὴν θεμελίωσε πάνω στὴν ἄμμο (Ματθ. ζ 24-27)…

Διότι τί ἐπροξένησε ἡ ἀσθένεια εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον; Τί δὲ ἡ ἔλλειψις προστατῶν; Τί ἡ ἔφοδος τῶν σκύλων; Ἡ γειτονία του πρὸς τὸν πλούσιον; Καὶ εἰς τί ἐζημίωσε τὸν ἀθλητὴν τοῦτον ἡ μεγάλη πολυτέλεια καὶ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ ἠθικὴ φαυλότης ἐκείνου; Μήπως τὸν κατέστησεν ἀσθενέστερον διὰ τοὺς ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς ἀγῶνας; Καὶ τί ἔβλαψεν τὴν ψυχικήν του δύναμιν; Πουθενὰ τίποτε. Ἀντίθετα ὅλα αὐτὰ ἦταν πρόσθετος λόγος δόξης, διότι δὲν ἐστεφανώνετο μόνον διὰ τὴν πτωχείαν του, οὔτε διὰ τὴν πεῖναν, οὔτε διὰ τὰς πληγάς, οὔτε διὰ τὰς γλῶσσας τῶν σκύλων ἀλλὰ διὰ τὸ ὅτι ἐνῶ εἶχε τοιοῦτον γείτονα, καὶ ἐνῶ κάθε ἡμέραν ἐβλέπετο ἀπὸ αὐτὸν καὶ περιφρονεῖτο διαρκῶς, μὲ γενναιότητα καὶ μὲ πολλὴν καρτερίαν ὑπέμεινε τὸν πειρασμὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος ὄχι ὀλίγον, ἀλλὰ πάρα πολὺ ἔκαιε τὴν πενίαν καὶ τὴν ἐγκατάλειψίν του. Διότι τί ἠμπορεῖ νὰ κάμη εἰς τὸν γενναῖον ἄνδρα διὰ νὰ τὸν ρίψη εἰς τὴν λύπην; θὰ τοῦ ἀφαιρέση χρήματα; Ὅμως ἔχει πλοῦτον εἰς τὸν οὐρανόν. Θὰ τὸν ἐκδιώξη ἀπὸ τὴν πατρίδα του; Ὅμως θὰ τὸν στείλη εἰς τὴν ἄνω πατρίδα. Θὰ τὸν δέση μὲ δεσμά; Ὅμως ἔχει τὴν συνείδησίν του ἐλευθέραν καὶ δὲν αἰσθάνεται τὰ ἐξωτερικὰ δεσμά. Θὰ τὸν φονεύση; Ὅμως πάλιν θ’ ἀναστηθῆ. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος ποὺ κτυπᾶ τὴν σκιὰν καὶ δέρνει ἀέρα κανένα δὲν θὰ ἠμπορέση νὰ κτυπήση, ἔτσι κι ἐκεῖνος ποὺ πολεμάει τὸν δίκαιον ἄνθρωπον ματαιοπονεῖ μόνον καὶ καταναλίσκει τὴν δύναμίν του καὶ εἰς ἐκεῖνον οὐδεμίαν πληγὴν θὰ ἠμπορέση νὰ ἐπιφέρη….

Τὴν ἴδιαν διδαχὴ προβάλλει καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἂς μὴ γίνουμε πονηροὶ δοῦλοι, λέγει, οἱ ὁποῖοι δοξολογοῦν τὸν Κύριο ὅταν τοὺς εὐεργετεῖ καὶ δὲν τὸν πλησιάζουν ὅταν τοὺς τιμωρεῖ ἂν καὶ πολλὰς φορὰς ὁ πόνος εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὴν ὑγείαν, ἡ ἐγκαρτέρησις εἰς τὰς θλίψεις ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῶν θλίψεων, ἡ ἐξονυχιστικὴ ἔρευνα ἀπὸ τὴν ἀμέλεια καὶ ἡ μετάνοια ἀπὸ τὴν συγχώρησιν. Θὰ τὸ εἴπω μὲ συντομίαν: Δὲν πρέπει οὔτε νὰ ἀπελπιζόμεθα διὰ τὰς συμφοράς, οὔτε νὰ ὑπερηφανευόμεθα διὰ τὴν ἀφθονίαν. Γιὰ τὸ ἴδιο θέμα μιλοῦν καὶ οἱ Ἀσκητικοὶ πατέρες. Ἔτσι ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἀναφέρει πὼς ἂν ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ δὲν νικᾶ μὲ τέτοιον τρόπο μέσα στὸν πιστό, ὥστε νὰ μένει ἀπαθὴς στὶς θλίψεις του, τότε πρέπει νὰ γνωρίζει πὼς ὁ πόθος τοῦ κόσμου ὑπερτερεῖ τοῦ πόθου τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅταν ἡ ἀρρώστια, ἡ φτώχεια, ὁ ἀφανισμὸς τοῦ σώματος καὶ τὰ ἄλλα κακὰ ταράσσουν τὸ λογισμό του καὶ τοῦ ἀφαιροῦν τὴ χαρὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴ φροντίδα κατὰ Θεόν, τότε πρέπει νὰ γνωρίζει πὼς μέσα του ζεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ σώματος καὶ ὄχι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ…

Γίνεσθε μιμηταί μου, καθὼς ἐγὼ εἶμαι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ, λέγει ὁ Ἀπόστολος (Α Κορ. ια 1) καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο προσθέτει: ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω (Γαλ. στ, 17)…

Σ’ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν τὸν πόθο τοῦ Χριστοῦ, λέγει ὁ Χρυσόστομος, τὸ νὰ κακοποιηθοῦν γιὰ χάρη Του θεωρεῖται τὸ πιὸ ἀξιομακάριστον ἀπὸ ὅλα…

Ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος δὲν ἀποδέχεται τὰ φάρμακα τοῦ Θεοῦ καὶ ζητάει ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἐπέμβει στὴ ζωή του, ὅπως ὁ ἴδιος θέλει καὶ ὄχι ὅπως κρίνει ὁ μεγάλος ἰατρὸς τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ὅτι συμφέρει. Γι’ αὐτὸ δείχνει ἀδιαφορία καὶ κυριεύεται ἀπὸ ἀνησυχία καὶ ἄλλοτε πολεμεῖ μὲ πεῖσμα τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλοτε δὲ βλασφημεῖ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν τρόπο λοιπὸν αὐτὸ καὶ τὴν ἀγνωμοσύνη του δείχνει, καὶ παρηγοριὰ δὲν βρίσκει (Μάξιμος ὁμολογ.). Ὅποιος σκέπτεται πὼς ὁ πειρασμὸς παρουσιάστηκε γιὰ κάτι καλό, γιὰ τὴ διαπαιδαγώγησή του, γιὰ τὴν ἐξάλειψη ἁμαρτιῶν, γιὰ νὰ ἐμποδίσει μελλοντικὰ ἁμαρτήματα, δὲν ἀγανακτεῖ, ἀλλὰ ἀποβλέπει στὸν Θεὸ καὶ τὸν εὐχαριστεῖ γιατί παρεχώρησε τὸν πειρασμό. Δέχεται πρόθυμα τὴν παιδαγωγικὴ τιμωρία, ὅπως ὁ Δαβὶδ (Β Βασιλ./Β Σαμ. ιστ 10) ἢ ὁ Ἰὼβ (Ἰὼβ β, 10).Ἂς μὴ δυσφοροῦμε λοιπὸν διὰ τὰ παρόντα κακὰ διότι ἐὰν ἔχεις ἁμαρτίας, ἐξαφανίζονται καὶ κατακαίονται εὔκολα ἀπὸ τὴν θλίψιν ἐὰν δὲ ἔχης ἀρετὴν γίνεσαι λαμπρὸς καὶ φαιδρὸς ἀπὸ αὐτήν. Διότι ἐὰν διαρκῶς ἀγρυπνῆς καὶ εἶσαι νηφάλιος θὰ εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ κάθε βλάβην. Διότι δὲν εἶναι αἰτία τῶν ἠθικῶν πτώσεων ἡ φύσις τῶν πειρασμῶν, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια αὐτῶν ποὺ πειράζονται (ἱ. Χρυσόστομος).

Συμπερασματικὰ ἀναφέρουμε πὼς οἱ δυσχέρειες σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, οἱ λεγόμενες κακώσεις ἢ τὸ φυσικὸ κακὸ δὲν ἀποτελοῦν τὴν τελικὴ ἔκβαση. Εἶναι ἁπλῶς ἐμπόδια στὸ δρόμο τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν τελικὴ πραγματικότητα, χρήσιμα νὰ τὸν γυμνάσουν καὶ νὰ τὸν ἀναδείξουν ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἂν οἱ κακώσεις ἐπιβληθοῦν στὸν πιστὸ καὶ περνώντας μέσα ἀπὸ αὐτὲς συνεχίσει ἀτάραχος τὸ δρόμο του προσηλώνοντας τὰ μάτια του στὸ σκοπό, χαρακτηρίζονται στίγματα τοῦ Κυρίου ποὺ βαστάζονται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς μὲ χαρὰ καὶ λογίζονται ἀπὸ αὐτοὺς καύχημα. Οἱ ταλαιπωρίες στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἀποτελοῦν δόξα γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀθλητὴ καὶ χαρίζουν σ αὐτὸν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἶναι καὶ μένει πάντοτε στοργικὸς πατέρας, δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ τὰ παιδιά του καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ δοκιμαστοῦν πάνω ἀπὸ τὴ δύναμή τους, ἀκόμη καὶ ἂν νομίσει κανεὶς πὼς ἐγκαταλείφθηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ… Ὁ Κύριος βρίσκεται κοντά του καὶ ἐπεμβαίνει ὅταν χρειασθεῖ. Τὸ πρόβλημα τῆς θεοδικίας δὲν ὑφίσταται γιὰ ἕνα πιστό, ποὺ βαδίζει συνειδητὰ τὸ δρόμο του, μὲ κατεύθυνση τὴν Ἀνάσταση, τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία, τὴν ἐπιστροφὴ στὴν κοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ μία φύση, δηλαδὴ στὴ βασιλεία τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἁρμονίας, τῆς Ἀγάπης στὴν ἐπιστροφὴ στὸ κατ’ εἰκόνα καὶ στὴν πραγμάτωση τοῦ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Κάθε πιστὸς γνωρίζει πὼς ἡ σημερινὴ κατάσταση, ὅσο ἀπαράδεκτη καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἀποτελεῖ τὴν τελικὴ ἔκβαση τοῦ ἀγῶνος, δὲν εἶναι ἡ αἰώνια πραγματικότης. Γιὰ τοὺς Ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ οἱ κακώσεις εἶναι πλοῦτος καὶ γιὰ τοὺς ἀμελεῖς βοηθός, ποὺ τοὺς προφυλάσσει ἀπὸ τὰ βλαβερά, ἐνῶ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται μακρυὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τοὺς διευκολύνει νὰ ἐπιστρέψουν. Σὲ κάθε λοιπὸν περίπτωση, στὸ κέντρο βρίσκεται τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐκδικητής, ἀλλὰ στοργικὸς πατέρας καὶ πνευματικὸς γιατρός. Ποτὲ κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατηγορήσει τὸ γιατρὸ γιὰ τὶς κακώσεις στὶς ὁποῖες ὑποβάλλει τὸν ἀσθενῆ του δὲν εἶναι ὁ ἀσθενὴς ὁ ἐχθρός του γιατροῦ, ἀλλὰ ἡ ἀσθένεια. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ὄχι ὁ γιατρός. Ὅπως καὶ ὅταν φυσήξει ἄνεμος, πέφτει μόνο τὸ σπίτι ποὺ θεμελιώθηκε στὴν ἄμμο, ὄχι ἐκεῖνο ποὺ κτίσθηκε πάνω στὴν πέτρα καὶ κανεὶς δὲν θὰ πεῖ πὼς φταίει ὁ ἄνεμος ποὺ ἔπεσε τὸ σπίτι. Ἡ κάκωση λοιπὸν δὲν εἶναι ὁ ἐχθρὸς καμμία κάκωση δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήσει τὸν πιστὸ χριστιανό. Μόνο ὁ ἴδιος θὰ μποροῦσε νὰ ἀδικήσει τὸν ἑαυτὸ του ἂν ἐκλάβει τὶς κακώσεις σὰν τὴν τελικὴ κατάσταση καὶ τὰ βάλει ἀκόμη καὶ μὲ τὸ Θεό!

Αγία Ζώνη

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η νηστεία και τα παιδιά: η άποψη της επιστήμης και της Ορθόδοξης Πίστης

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 19, 2018

Μπορούν να νηστέψουν τα παιδιά και από ποια ηλικία; Μήπως θέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους; Και τελικά η νηστεία μπορεί να τα ωφελήσει πνευματικά; Αυτά και άλλα σχετικά ερωτήματα μας απασχολούν και ως υπεύθυνοι γονείς και παιδαγωγοί αναζητούμε απαντήσεις.
Για το θέμα αυτό ανατρέξαμε αρχικά στους Λόγους του Γέροντος Παϊσίου, του διακριτικού γέροντος της εποχής μας που ασχολήθηκε με πολλή αγάπη και ενδιαφέρον με θέματα που απασχολούν τους γονείς, τα παιδιά και την σύγχρονη οικογένεια . Να τι λέει ο Γέροντας:
-Γέροντα, ένα παιδάκι πόσο πρέπει να νηστεύει;
-Αν το παιδί είναι γερό, έχει υγεία, μπορεί να νηστεύει. Άλλωστε τώρα υπάρχουν ένα σωρό τροφές νηστίσιμες. Παλιά τα παιδιά νήστευαν και όλη μέρα έτρεχαν και έπαιζαν, αλλά έτρωγαν πολλές φορές. Στα Φάρασα, την Μεγάλη Σαρακοστή όλοι, μικροί-μεγάλοι, έκαναν ενάτη. Μάζευαν οι γονείς τα παιδιά στο Κάστρο, τους έδιναν παιχνίδια, για να παίζουν, και στις τρεις το απόγευμα ,που χτυπούσε η καμπάνα για Προηγιασμένη, πήγαιναν και κοινωνούσαν.Έλεγε ο Άγιος Αρσένιος : « Τα παιδιά ,όταν παίζουν όλη την ημέρα, δεν θυμούνται το φαγητό. Τώρα που θα βοηθήσει και ο Χριστός, δεν θα αντέξουν; » Και οι μεγάλοι, όταν δεν νηστεύουν, ελέγχονται βλέποντας τα παιδιά να νηστεύουν. Όταν μικρός δούλευα με τον μάστορά μου για πολύ καιρό σε κάποιο σπίτι και τρώγαμε εκεί, Τετάρτη και Παρασκευή έφευγα και πήγαινα να φάω στο σπίτι μου, γιατί αυτοί δεν νήστευαν. Μια φορά, Τετάρτη ήταν. Έφεραν να με κεράσουν μπακλαβά. « Ευχαριστώ, τους είπα , αλλά νηστεύω ». « Για δες , είπαν, μικρό παιδί να νηστεύει και εμείς μεγάλοι άνθρωποι να τρώμε ! ».
-Γέροντα, παιδάκια πέντε-έξι ετών πρέπει να νηστεύουν πριν από την θεία κοινωνία;
-Τουλάχιστον το βράδυ να έχουν φάει λαδερό φαγητό. Αλλά αυτό είναι και θέμα Πνευματικού. Καλύτερα η μητέρα να ρωτήσει τον Πνευματικό, γιατί μπορεί το παιδάκι να έχει πρόβλημα με την υγεία του και να πρέπει λ.χ. να πιει γάλα.

Βλέπουμε επομένως ότι η μόνη προϋπόθεση που θέτει ο Γέροντας είναι η υγεία του παιδιού. Αναζητώντας σχετικά επιστημονικά άρθρα , διαβάσαμε ότι η νηστεία επιτρέπεται για τα παιδιά, αλλά και μπορεί να φέρει και πολύ θετικές επιπτώσεις στην υγεία τους. Παραθέτουμε ένα από τα πολλά σχετικά άρθρα , καθώς τα αποτελέσματα σχετικής έρευνας του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Πρέπει ένα παιδί να νηστεύει; από την iatropedia.gr
Της παιδιάτρου Χρυσάνθης Λαθήρα
Διανύουμε τις μέρες της σαρακοστής και πολλές ελληνικές οικογένειες νηστεύουν δηλαδή απέχουν από κρέας και οτιδήποτε προέρχεται από τα ζώα. Στην ερώτηση εάν τα παιδιά μπορούν να νηστεύουν και αν αυτή η συνήθεια προκαλεί κάποιο πρόβλημα υγείας είναι πως ναι , μπορούν να ακολουθούν τη νηστεία των γονιών τους ιδιαίτερα κατά την σχολική ηλικία δηλαδή μετά τα 5-6 χρόνια της ζωής τους.
Η νηστεία είναι μία άριστη ευκαιρία να υιοθετήσουν έστω για κάποιες ημέρες χορτοφαγική δίαιτα ,οπότε θα εισάγουν στη διατροφή τους όσπρια (πλούσια πηγή φυτικών πρωτεϊνών υψηλής βιολογικής αξίας) χορταρικά (φυτικές ίνες που βοηθούν στην ομαλή λειτουργία του εντέρου) ελαιόλαδο και όχι ζωικής προέλευσης λίπη, ωμοί ξηροί καρποί και αποξηραμένα φρούτα ,θαλασσινά (πλούσια σε πρωτείνες ,ιχνοστοιχεία) και άφθονα φρούτα (πηγή βιταμινών και αντιοξειδωτικών συστατικών).Εκτός από τα διατροφικά οφέλη με τη νηστεία ένα παιδί εξασκείται στην εγκράτεια και μαθαίνει να βάζει όρια στα θέλω του.
Πιθανότατα κάποιοι γονείς θα αναρωτηθούν για το αν το παιδί τους προσλαμβάνει αρκετή πρωτεΐνη ή ασβέστιο κατά τη διάρκεια της νηστείας. Το κρέας (κόκκινο ή λευκό) είναι η πιο πλούσια σε πρωτεΐνη τροφή όμως μπορεί να αντικατασταθεί την περίοδο της νηστείας με όσπρια (π.χ φακές) συνδιασμένα με δημητριακά (ρύζι ή κινόα) οπότε αυξάνεται η απορρόφηση του σιδήρου. Πλούσιες σε πρωτεΐνη τροφές είναι και οι ξηροί καρποί ,δημητριακά όπως η βρώμη, η ζέα και τα προϊόντα της σόγιας.Ασβέστιο προσλαμβάνεται με τα θαλασσινά, αμύγδαλα, σουσάμι ,ταχίνι και χαλβά.

Έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης δείχνει ότι οι διατροφικές επιταγές της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι άκρως ευεργετικές για την υγεία των παιδιών
Η νηστεία κάνει θαύματα
Οι ειδικοί λένε ότι η αποχή από τις ζωικές τροφές σε τακτά χρονικά διαστήματα αποτελεί λύση στο συνεχώς διογκούμενο πρόβλημα της παχυσαρκίας.
Oι διατροφικές επιταγές της Ορθόδοξης Εκκλησίας φαίνεται ότι λειτουργούν… θαυματουργά για την υγεία των παιδιών. Νέα μελέτη του Πανεπιστημίου Κρήτης καταδεικνύει ότι οι 180 με 200 ημέρες νηστείας τον χρόνο όχι μόνο δεν «φρενάρουν» την ομαλή ανάπτυξη όσων παιδιών απέχουν από την κατανάλωση ζωικών τροφίμων, αλλά βοηθούν και στη διατήρηση ενός φυσιολογικού βάρους, κόντρα στη διαρκώς αυξανόμενη παιδική παχυσαρκία. Αφότου οι οικογένειες έπαψαν να μαγειρεύουν καθημερινά, τα παιδιά άρχισαν να καταναλώνουν συχνότερα φαγητά-«σκουπίδια», με συνέπεια το βάρος τους να αυξηθεί. Την τελευταία 25ετία στην Ελλάδα τα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά διπλασιάστηκαν και υπολογίζεται ότι ζυγίζουν περίπου τρία κιλά περισσότερο από ό,τι μια δεκαετία πριν. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα στη χώρα μας το 22,5% του πληθυσμού είναι παχύσαρκο. Η νηστεία, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο της ελληνικής μεσογειακής διατροφής, μπορεί όπως λένε οι ειδικοί να δώσει λύση στο πρόβλημα της παχυσαρκίας με τον πιο υγιεινό τρόπο.Σύμφωνα με μελέτη, η οποία μόλις ολοκληρώθηκε και διεξήχθη σε 609 παιδιά ηλικίας 5 ως 15,5 ετών από τη Θεσσαλονίκη, το 12,1% των παιδιών και εφήβων ακολουθούν πλήρη νηστεία. Με άλλα λόγια, απέχουν από την κατανάλωση κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων και αβγών, και γενικά από την κατανάλωση τροφών που επιβαρύνουν τον οργανισμό, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, καθώς και στις νηστείες των Χριστουγέννων (40 ημέρες- επιτρέπεται το ψάρι) και του Πάσχα (48 ημέρες- επιτρέπεται το ψάρι την 25η Μαρτίου και την Κυριακή των Βαΐων), των Αγίων Αποστόλων (7 ως 20 ημέρες- επιτρέπεται το ψάρι) και του Δεκαπενταύγουστου (15 ημέρεςεπιτρέπεται το ψάρι στη γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος).
Οπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» ο επιστημονικός υπεύθυνος της μελέτης, καθηγητής Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Κρήτης κ. Αντ. Καφάτος, τα παιδιά που συμμετείχαν στην έρευνα και ακολουθούσαν πλήρη νηστεία τα τελευταία 3,5 χρόνια δεν βρέθηκαν να έχουν σημαντικές διαφορές στο ύψος σε σχέση με εκείνα που νήστευαν μερικώς (δηλαδή, όχι όλες τις ημέρες της νηστείας) ή με εκείνα που δεν νήστευαν ποτέ. « Η νηστεία δεν επηρεάζει τη φυσιολογικήτους ανάπτυξη, όπως πίστευαν παλαιότερα», επισημαίνει ο κ. Καφάτος.
Ενα από τα σημαντικά ευρήματα της μελέτης- για την πραγματοποίησή της συνεργάστηκαν οι Ελιάννα Χρυσοχόου, Μανόλης Λιναρδάκης , Ελπίδα Χατζηαγόρου και Ιωάννης Τσανάκας – ήταν ότι τα παιδιά που νηστεύουν, είτε όλες τις ημέρες της νηστείας είτε λιγότερες, καταναλώνουν σημαντικά περιορισμένο αριθμό θερμίδων σε σύγκριση με εκείνα που δεν νηστεύουν ποτέ. Ακόμη, στα παιδιά που νηστεύουν καταγράφηκε περιορισμένη πρόσληψη επικίνδυνων για την υγεία κορεσμένων λιπαρών οξέων και μικρότερη κατανάλωση κρέατος. Να σημειωθεί ότι κορεσμένα λιπαρά είναι όλα τα ζωικά λίπη, καθώς και τρία φυτικά λίπη: το φοινικέλαιο που χρησιμοποιείται από ορισμένες αλυσίδες φάστφουντ, το λίπος του κακάο, το οποίο βρίσκεται σε σοκολάτες, και το λίπος της ινδικής καρύδας. «Τα παιδιά που νηστεύουν φαίνεται να έχουν καλύτερες επιλογές στην κατανάλωση τροφίμων και πλησιάζουν περισσότερο τις ημερήσιες συνιστώμενες ποσότητες των περισσότερων θρεπτικών συστατικών, σε σχέση με εκείνα που δεν νηστεύουν καθόλου, ενώ δεν επηρεάζεται η σωματική τους ανάπτυξη», λέει ο καθηγητής.

Η νηστεία και τα παιδιά: η άποψη της επιστήμης και της Ορθόδοξης Πίστης

Αφού είδαμε την άποψη της επιστήμης σχετικά με την νηστεία των παιδιών, περνάμε να δούμε την πνευματική τους ωφέλεια από την ευλογημένη νηστεία. Η επιστήμη καταδεικνύει ότι μόνο οφέλη μπορεί να έχει για τον παιδικό οργανισμό, αλλά και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας αποδεικνύουν τα σημαντικά οφέλη που έχει πέρα από το σώμα και στην αθάνατη ψυχή τους. Ας δούμε λοιπόν κάποιους λόγους πατέρων και γερόντων, ξεκινώντας από τον Μέγα Βασίλειο, από όπου φαίνεται ότι η νηστεία των παδιών ήταν δεδομένη από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας.
Μέγας Βασίλειος: “είναι τόσο απαραίτητη η νηστεία για τα παιδιά, όσο το νερό για να διατηρούνται ανθηρά και καταπράσινα τα φυτά!”
Ό Μ. Βασίλειος, που δεν ήταν μόνο, μέγας άγιος και μέγας Θεολόγος αλλά και μέγας πανεπιστήμων και εγνώριζε «την φύσιν των όντων» και ιδιαιτέρως του ανθρώπου, εμβαθύνοντας στην αληθή ιατρική, μας παραγγέλλει: «Οι παίδες, ώσπερ των φυτών τα ευθαλή, τω της νηστείας ύδατι καταρδευέσθωσαν» (Περί νηστείας, Λόγος Β.’). Δηλαδή, είναι τόσο απαραίτητη ή νηστεία για τα παιδιά, όσο απαραίτητο είναι το νερό για να διατηρούνται ανθηρά και καταπράσινα τα φυτά!
Πόσο δίκιο έχει ό άγιος! “Όντως, τίποτε δεν είναι τόσο αναγκαίο για τον παιδικό οργανισμό όσο το να τον προφυλάξουμε από τις τοξίνες και τις άφθονες λιπαρές ουσίες, οι όποιες αποτελούν τροχοπέδη στην ομαλή και άνευ επιβαρύνσεων ανάπτυξη του. Και ό μόνος τρόπος να το επιτύχουμε είναι ή νηστεία.
Πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την αντικατάσταση των ζωικών πρωτεϊνών με φυτικούς συνδυασμούς θρεπτικών τροφών
Ο οργανισμός έχει πλασθεί από το Θεό να κατακρατεί τα χρήσιμα συστατικά, και κατά τις περιόδους της νηστείας να δαπανά τα πλεονάσματα, για να διατηρείται η ισορροπία του σώματος και να διασφαλίζεται η υγεία του. Ή υπερφόρτωσητου οργανισμού με συστατικά, τα όποια αδυνατεί αυτός όχι μόνο να καταναλώσει αλλά και να αποθηκεύσει, λόγω των περιορισμένων διαστάσεων των αποθηκών του, είναι ή βασική αιτία του κλονισμού της υγείας και της σταδιακής καταρρεύσεώς της, δεδομένου ότι ο οργανισμός δεν μπορεί να «οικοδόμηση μείζονας αποθήκας» κάνοντας το χατήρι στους μιμητάς του άφρονος του Ευαγγελίου, που σκέφθηκε το «καθελώ μου τάςάποθήκας», για να ικανοποιήσει το άπληστο πάθος του!
Ως προς το θέμα των ζωικών πρωτεϊνών, τις όποιες κάποιοι γιατροί χαρακτηρίζουν αναντικατάστατες ακόμη και για τις 40-50 ημέρες πού διαρκεί η νηστεία, ή σύγχρονη ιατρική μετά από πολυετείς έρευνες και μελέτες κατέληξε σε εκπληκτικά συμπεράσματα, τα όποια διαψεύδουν τους γιατρούς αυτούς και επαληθεύουν με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο ότι ή “Αγία μας Εκκλησία κατέχει όχι μόνο τη Θεία Αποκάλυψη αλλά και την τέλεια γνώση της ιδανικής λειτουργίας του ανθρωπίνου οργανισμού.
Ανατρέχοντας, λοιπόν, στα πορίσματα της συγχρόνου ιατρικής ερεύνης, διαβάζουμε: «Σχετικά με την προέλευση τους οι πρωτεΐνες διακρίνονται σε ζωικές και φυτικές, πού παλαιότερα χαρακτηρίζονταν αντίστοιχα ως πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Εν τούτοις ορισμένες φυτικές πρωτεΐνες, όπως π.χ. αυτές του ρυζιού ή της σόγιας, είναι πολύ καλής ποιότητος και ισάξιες με τις ζωικές. Μάλιστα είναι σημαντικό το γεγονός, ότι μίγμα ορισμένων φυτικών πρωτεϊνών δίνουν πρώτης κατηγορίας πρωτεΐνες, που χρησιμοποιούνται για την αύξηση ή τη διατήρηση στους ποντικούς ή στα παιδιά, περίπου τόσο καλά όσο και το γάλα, (π.χ. συνδυασμός σιτάλευρου ή ριζαλεύρου με σόγια πού χρησιμοποιείται συχνά από τούς φυτοφάγους)»!!!(Γ.Παπανικολάου, Σύγχρονη διατροφή και διαιτολόγια, Αθήνα 1993, σελ. 103)
Με άπλα λόγια, ή επιστήμη της ιατρικής μας πληροφορεί ότι είναι δυνατόν να νηστέψουν τα νήπια ακόμη και το γάλα χωρίς να ανακοπεί ή αυξητική τους πρόοδος, αρκεί να το αντικαταστήσουν με φυτικούς συνδυασμούς θρεπτικών τροφών. «Αυτό οφείλεται ατό γεγονός ότι η σύνθεση των πρωτεϊνών από αμινοξέα διαφέρει στις διάφορες πρωτεΐνες, άλλα στο πρωτεϊνικό μίγμα η συμπληρωματική άξια τους καλύπτει τις διαφορές και δίνει πρωτεΐνη καλής ποιότητος (λ.χ. μίγμα ριζαλεύρου και σόγιας, σιτάλευρου και σόγιας κ.λ.π.»)(Γ. Παπανικολάου, σελ. 115.)
Έτσι εξηγείται και το πώς κατώρθωνανοι παλαιές γυναίκες να έχουν κατά τη γαλουχία των βρεφών τους άφθονο γάλα, παρ’ ότι έκαναν αυτές αυστηρή νηστεία. Διότι έπιναν χυλό από σιτάρι και ξηρούς καρπούς αντί γάλακτος, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μη αισθάνονται ατονία και αδυναμία αλλά και να υπεραφθονεί το γάλα τους τόσο, ώστε έκτος από το δικό τους μωρό να θηλάζουν συμπληρωματικά και άλλα, συγγενικά η φιλικά τους, βρέφη.
Τα παιδιά έχουν έμφυτο τον πόθο για τη νηστεία. Τους είναι τόσο φυσική και αυθόρμητη όσο η αναπνοή τους. Δεν δυσκολεύονται καθόλου να την τηρήσουν, παρεκτός αν οι γονείς τους έχουν δυσκολία να νηστέψουν. Αν οι γονείς έχουν πρόβλημα με τη νηστεία, τότε και τα παιδιά δυσκολεύονται. Ποτέ μόνο με δική τους ευθύνη!

Όσιος Θεοφάνης: Όταν είναι υγιή τα παιδιά, γιατί να μην νηστεύουν;
Τα παιδιά, όταν είναι άρρωστα η ασθενικά, ας μη νηστεύουν. Όταν όμως είναι υγιή, γιατί όχι; Αν δεν συνηθίσουν να νηστεύουν από μικρά, ούτε όταν μεγαλώσουν θα τηρούν τις νηστείες της Εκκλησίας μας.
Με ρωτάτε, αν μπορεί να πιει γάλα κάποιος άρρωστος σε καιρό νηστείας. Όχι μόνο γάλα, μα και άλλες καταλύσιμες τροφές μπορεί να γευθεί, εφόσον αυτό απαιτεί η κατάσταση της υγείας του. από το βιβλίο του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου: Χειραγωγία στην Πνευματική ζωή, εκδ. Ι.Μ.Παρακλήτου
Γέροντας Ιάκωβος: Να νηστεύουμε, παιδιά μου!
«Η νηστεία είναι εντολή του Θεού. Γι’ αυτό και μεις να νηστεύουμε, παιδιά μου. Δε μ’ έβλαψε η νηστεία μέχρι σήμερα που είμαι 70 χρονών. Η μητέρα μου μ’ έμαθε νηστεία παιδιόθεν. Δεν κάνω τον υποκριτή ότι, παιδιά μου, νηστεύω, αλλά αυτά με δίδαξαν οι γονείς μου και μέχρι σήμερα αυτά τηρώ, τέκνα μου. Δεν με έβλαψε ποτέ η νηστεία κι ας έχω ασθένειες πάνω μου.
“Γέροντας Ιάκωβος: Να νηστεύουμε, παιδιά μου!

π.Αθανάσιος Μυτηλιναίος: Για τα παιδιά, τους εφήβους και την νηστεία
«Ἕνα σᾶς λέω, νά τό θυμᾶστε. Ἔχω καί γονεῖς ἀκροατάς ἤ μέλλοντες γονεῖς. Ἐάν τά παιδιά σας ἀπό νήπια -κατά μέτρον φυσικά, ἀλλά ἀπό νήπια- δέν τά μάθετε νά νηστεύουν, μήν περιμένετε νά γίνουν καλά τά παιδιά σας. Σᾶς τό λέγω καί σᾶς τό προσυπογράφω καί θά μέ θυμηθεῖτε. Ἤ ἔτσι, ἤ ἔτσι. Ἐάν τό κάνετε, θά μέ θυμηθεῖτε, καί ἄν δέν τό κάνετε, πάλι θά μέ θυμηθεῖτε. Τήν πρώτη φορά θά μέ θυμηθεῖτε μέ εὐτυχία καί τή δεύτερη φορά θά μέ θυμηθεῖτε μέ δυστυχία σας.
Αὐτό νά τό θυμᾶστε. Ἐάν -θά ἐπαναλάβω- τά παιδιά σας δέν τά μάθετε ἀπό νήπια νά νηστεύουν, μήν περιμένετε προκοπή ἀπό τά παιδιά σας. Καί θά στραφοῦν μάλιστα καί ἐναντίον σας! Θά γίνουν πρόστυχα παιδιά, ἀπαιτητικά παιδιά, μέ εὐτελῆ ψυχή, μέ ἀπαιτήσεις φοβερές, χωρίς προσωπικότητα πού νά εἶναι ἰσχυρή. Καί θά εἶναι ὁ καημός σας καί ἡ λύπη σας καί ἡ στεναχώρια σας καί ἡ δυστυχία σας! Σᾶς τό λέγω εἰλικρινά, προσέξατέ το».(Σειρά Β΄, ὁμιλία 44η, α΄
«Μιά φορά ἕνας κύριος μοῦ λέει: «Πῶς νά νηστέψουμε τά παιδιά;». «Τί ἡλικία εἶναι;», ρωτάω. «Εἰκοσιπέντε ἐτῶν» [γελᾶ]. Ὁρίστε, ὁρίστε! Ἄν δέν νηστέψει ἀπό μικρός, ἄν δέν ἐξομολογηθεῖ ἀπό μικρός, γίνεται θηρίο ὁ ἄνθρωπος! Γιά νά μήν στραφοῦν λοιπόν τά παιδιά σας σάν θηρία ἐναντίον σας, ἀκοῦστε αὐτά τά πραγματάκια. Εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, δέν τά λέω αὐτά μόνος μου». (Σειράχ, ὁμιλία 252η)

Σε ομιλία του π. Αθανασίου, που αναφέρεται στην νηστεία, τονίζει ότι εφόσον ένα παιδί δεν έχει μάθει να κυριαρχεί στον εαυτό του στο θέμα του φαγητού, τηρώντας τις νηστείες, πώς θα μπορέσει μεγαλώνοντας να κυριαρχήσει στα σαρκικά πάθη;…Η νηστεία του μαθαίνει την αυτοκυριαρχία και τον αυτοπεριορισμό, και βοηθάει στην ψυχική και σωματική εγκράτεια.
Στο ίδιο θέμα αναφέρεται και ο Γ. Παΐσιος στο βιβλίο του Επιστολές, όπου τονίζει την επίδραση κάποιων τροφίμων στην δημιουργία σαρκικής πύρωσης στους νέους.
Δυστυχώς, τα παιδιά στις μέρες μας μπαίνουν νωρίς στην εφηβεία και δέχονται από νωρίς πόλεμο από τον πειρασμό και το περιβάλλον στο θέμα της αγνότητας. Μαθαίνοντας από τα πρώτα παιδικά χρόνια να περιορίζουν την όρεξή τους με την νηστεία, βοηθιούνται αργότερα να διατηρήσουν την καθαρότητα του σώματος και της ψυχής τους.
******************
Συζητώντας με το παιδί μας για την νηστεία
Έχει αξία να μιλήσουμε για τη νηστεία στη ζωή μας νηστεύοντας εμείς οι ίδιοι. Στην απορία του παιδιού μας, θα εξηγήσουμε την εντολή του Χριστού, η εφαρμογή της οποίας δεν είναι στέρηση της ελευθερίας, αλλά κίνηση αγάπης του παιδιού προς τον Πατέρα.
Εξηγούμε στα παιδιά μας την αξία και των νηστίσιμων φαγητών, τα οποία εν αφθονία τα βρίσκουμε σήμερα, ακόμα και στα ταχυφαγεία. Είναι άλλωστε τέτοια η ποικιλία τροφών που ο κόσμος μας διαθέτει, ώστε υπάρχει η δυνατότητα πολλών επιλογών.
Στα μεγαλύτερα παιδιά μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα του αθλητή, ο οποίος για να πετύχει στην σταδιοδρομία του στερείται ορισμένων τροφών και απολαύσεων. Διδάσκουμε έτσι στο παιδί μας, ότι αν δεν χάσει κανείς, δεν κερδίζει και ότι αν δεν θυσιάσει, δεν μπορεί να οδηγήσει τον εαυτό του στο να ανέχεται την μη ικανοποίηση των επιθυμιών του από τον συνάνθρωπό του. Έτσι, μιλούμε και για το πνευματικό νόημα της νηστείας, που αποτελεί μέσο για τον περιορισμό των παθών και των αδυναμιών μας. Αν δεν περιορίσουμε το σώμα μας, δεν είναι εύκολο να παλέψουμε με τις αδυναμίες της ψυχής.
Στον έφηβο, πάντως, προτείνουμε και δεν επιβάλλουμε. Στο σπίτι μας βέβαια ακολουθούμε το πρόγραμμα της νηστείας. Αυτό είναι ο κανόνας. Δεν ζητούμε όμως από τον έφηβο να τηρήσει τη νηστεία και έξω από αυτό. Το αφήνουμε στην διακριτική του ευχέρεια, γιατί η εφηβεία δεν θέλει απαγορεύσεις, αλλά ενθάρρυνση για προσωπικές αποφάσεις.
Πάνω απ’ όλα, προσευχόμαστε στο Θεό ώστε τα παιδιά μας να κατανοήσουν τις αρχές που θέλουμε να τους διδάξουμε. Η τελική επιλογή τρόπου ζωής δεν είναι κατόρθωμα δικό μας, αλλά δώρο του Θεού στη ζωή των παιδιών μας. Εμείς προτείνουμε και δείχνουμε δρόμους. Ο Θεός θα είναι τελικά που θα βοηθήσει αυτοί να καρποφορήσουν και όσο τα παιδιά είναι κοντά μας, αλλά και στο μέλλον.
Αυτό άλλωστε είναι και το τελικό νόημα της άσκησης και του πνευματικού αγώνα. Να καλλιεργηθεί σε όλους μας η εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και η αγάπη προς Αυτόν. Αλλιώς, απλώς λειτουργούμε με κριτήρια ηθικιστικά, που δεν έχουν καμία σχέση μ’ αυτό που θέλουμε να περάσουμε στα παιδιά μας: την ορθόδοξη παράδοση και τις αρχές της.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός από την” Διαθήκη της Μάνας”
Μὴν ξεχνᾶτε καὶ τὶς νηστεῖες, νὰ τὶς κρατᾶτε ὅλες, ὅπως σᾶς τὶς βαστοῦσα κι ἐγώ, ἀπὸ 6 χρονῶν καὶ μετά. Ὅλα αὐτά, ἀγαπημένα μου παιδιὰ καὶ ἐγγόνια, ὅταν θὰ τὰ κρατᾶτε, θὰ εἶναι σὰν νὰ μοῦ ἀνάβετε κάθε μέρα ἕνα κεράκι. Θὰ εἶναι γιὰ μένα τὸ καλύτερο καθημερινὸ μνημόσυνο.
από την διαθήκη μιας ευλογημένης ψυχής

(παραθέτουμε το παρακάτω κείμενο της αδελφής Μαγδαληνής, μοναχής της Ι.Μονής Τιμίου Προδρόμου του Έσσεξ στην Αγγλία, πνευματικής θυγατέρας του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ. Μέσα από την πολυετή εμπειρία της που αποκόμισε από την επικοινωνία της με τα παιδιά στα κατηχητικά μαθήματα και στις συζητήσεις της με τα παιδιά που επισκέπτονται την Μονή, μεταφέρει αξιόλογες σκέψεις για την νηστεία, βλέποντάς την και από την οπτική πλευρά του παιδιού.)

H ανθρώπινη ζωή συμπεριλαμβάνει τόσο το σώμα όσο και την ψυχή. Σωτηρία σημαίνει ότι το σώμα και η ψυχή μας έχουν γίνει όμοια με το ανθρώπινο σώμα και την ψυχή του Χριστού. Ταπεινώνουμε το σώμα μας για να το ελευθερώσουμε από τα πάθη ώστε να μπορέσει να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος.
Ακόμα και τα παιδιά πολεμούνται από σωματικά πάθη ου χρειάζεται να δαμαστούν. ( «εκ νεότητός μου πολλά πολεμεί με πάθη…»). Ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς τρώνε, κινούνται και εκδηλώνουν τα συναισθήματα τους , τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά, θα είναι η ισχυρότερη επίδραση στην συμπεριφορά των παιδιών. Πρέπει να βλέπουν την προσπάθεια των γονέων να αντισταθούν στην απληστία, στην σπατάλη και στις οργισμένες χειρονομίες. Πρέπει να βλέπουν εκδηλώσεις στοργής στο σπίτι, όχι όμως ασελγή συμπεριφορά ή «ακατάλληλες στιγμές» των ενηλίκων. Πολλά θα μάθουν από την απαθή στάση των γονιών στις ακούσιες προκλήσεις που συναντούν γύρω τους.
Τα παιδιά βλέποντας τους γονείς να ευχαριστούν τον Θεό για το φαγητό και να νηστεύουν τις καθορισμένες από το ημερολόγιο της Εκκλησίας ημέρες σύμφωνα με τις συμβουλές του πνευματικού τους. Ένα υγιές παιδί, μπορεί, όταν οι άλλες προϋποθέσεις τηρούνται, να τηρήσει τις νηστείες της Εκκλησίας, αφού απογαλακτιστεί.( δικό μας σχόλιο: μάλλον αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου ένα παιδί μπορεί να απογαλακτιστεί και μετά τα δύο ή τρία χρόνια- ο Π.Ο.Υ. συνιστά τουλάχιστον δύο χρόνια μητρικό θηλασμό, δείτε εδώ και εδώ). Γνωρίζω οικογένειες που συμβαίνει αυτό. Το τετράχρονο παιδί ξέρει ότι το πρωινό είναι διαφορετικό τις Τετάρτες και τις Παρασκευές. Στα παιδιά αρέσει η ρουτίνα του προγράμματος αυτού.
Στα παιδιά παρουσιάζουμε την σωματική άσκηση με τρόπο όχι φαρισαϊκό, αλλά με τρόπο που δείχνει τον βαθύτερο σκοπό της.
Αναγνωρίζουμε ότι το μέτρο κάθε παιδιού μια δεδομένη στιγμή είναι κάτι προσωπικό. Τώρα που οι νευρώσεις σχετικά με την διατροφή είναι ευρέως διαδεδομένες χρειάζεται προσοχή , ώστε να μην κάνουμε την νηστεία ένα σύστημα» απαγορευμένων τροφών» . Η διατροφή μας, που κατά περιόδους είναι νηστήσιμη, πρέπει να συνδυάζεται με προσευχή και να έχει ως στόχο την αύξηση της προσευχής. Επιπλέον τα σχόλια μπορεί να προκαλέσουν πνευματική και ψυχολογική βλάβη. Τα παιδιά τρώγοντας απλώς μαζί με άλλους στο σπίτι ή σε συγκεντρώσεις που οργανώνει η Εκκλησία, θα μάθουν με τον καλύτερο τρόπο τον ορθόδοξο τρόπο διαίτης.
Οι νηστίσιμες τροφές πρέπει να περιέχουν αρκετά θρεπτικά συστατικά για τα παιδιά, γιατί βρίσκονται στην ανάπτυξη και δαπανούν πολλή ενέργεια. Υπάρχουν πολλά βιβλία με συνταγές για θρεπτικά και νόστιμα νηστίσιμα φαγητά. Κάποιες σαρακοστιανές λιχουδιές θα ήταν καλό να χρησιμοποιούνται μόνο κατά την διάρκεια της νηστείας, για να διασφαλίζουν θετική στάση απέναντι στην Σαρακοστή.
Η νηστεία δεν αποτελεί αυτοσκοπό (Προς Ρωμαίους, 14,13). […]Ο Κύριος είπε να μην δείχνουμε ότι νηστεύουμε, και αυτό επιτυγχάνεται με το να ακολουθούμε όλοι το ίδιο εκκλησιαστικό πρόγραμμα. Εξαιρέσεις πιθανόν να γίνονται για τα παιδιά, επειδή βρίσκονται στο στάδιο ανάπτυξης. Επιπλέον, στις κοινωνικές δραστηριότητες των παιδιών, συμπεριλαμβανομένου και του σχολείου, μπορεί να προσφέρεται μη νηστίσιμο φαγητό, και τέτοιου είδους θυσίες- που πιο εύκολα κάνουν οι ενήλικες- μπορεί να είναι αφόρητες για τα παιδιά.
Μιλώντας πιο πάνω για το φαγητό είπα ότι καλόν είναι να τρώμε ό,τι είναι αναγκαίο. Μερικές φορές πρέπει να λάβουμε υπ΄ όψην και τον ψυχολογικό παράγοντα. Γνωρίζω περιπτώσεις όπου οι γονείς ενός αντιδραστικού παιδιού ή κάποιου που περνά μια κρίση ή που βρίσκεται υπό πίεση ή στρες ( από εξετάσεις, πένθος ή άλλες αιτίες ) αφού πήραν συμβουλές για το θέμα ατό, μαγείρευαν μη νηστίσιμο φαγητό ή απόφευγαν να σχολιάζουν, όταν το παιδί τους έτρωγε μη νηστίσιμα φαγητά. Τέτοιες ποιμαντικές αποφάσεις μπορεί να ισχύουν για μικρές ή μεγάλες περιόδους.
Τα περισσότερα παιδιά εγκαταλείπουν την νηστεία από παθητική αμέλεια. Αυτή είναι που πρέπει να αντιμετωπίσουμε και όχι να κάνουμε τη νηστεία «μήλο της έριδος». Μερικές φορές χρειάζεται να εξηγήσουμε στο παιδί την έννοια της νηστείας γενικά ή της αποχής από ορισμένες τροφές για ορισμένες μέρες. Συχνά ,όμως, η θεραπεία έχει να κάνει με άλλα πράγματα , όπως η ίδια η πίστη ή η σχέση του παιδιού με τους άλλους.
Μερικά παιδιά αποκτούν φαρισαϊκή συμπεριφορά όσον αφορά τη νηστεία: γίνονται κενόδοξα και ελέγχουν με σχολαστική λεπτομέρεια τα συστατικά των τροφίμων που αναγράφονται στις ετικέτες..
Νεαρές έφηβοι συζητούν για τη νηστεία:
Κορίτσι (13 ετών) : « Οι φίλες μου στο σχολείο νομίζουν ότι είμαι παράξενη επειδή δεν τρώω κρέας και δεν μπορούν να καταλάβουν αν τελικά είμαι χορτοφάγος ή όχι».
Αδ. Μαγδαληνή:» Δεν είσαι υποχρεωμένη να τους Πεις γιατί. Στην πραγματικότητα ο Κύριος μας συνιστά να κρατάμε τη νηστεία όσο πιο μυστική γίνεται. Ίσως, αν σε ρωτούσαν αν νηστεύεις λόγω της Σαρακοστής, θα ήταν καλό να τους το φανέρωνες, διαφορετικά… Εσείς οι άλλες τι κάνετε;»
Φίλη: « Ποτέ δεν θα τους έλεγα την πραγματική αιτία. Στο προηγούμενο σχολείο με ειρωνεύονταν τόσο πολύ ,επειδή τηρούσα τη νηστεία της Σαρακοστής! Δεν ειρωνεύονταν όμως τα κορίτσια που ήταν Ινδουίστριες και νήστευαν λόγω της θρησκείας τους».
Αδ. Μαγδαληνή- κατά την διάρκεια μιας συζήτησης για την Θεία Λειτουργία: «Τι αξία έχει λίγο γουργουρητό της κοιλιάς μπροστά σε αυτό που λαμβάνουμε; Ο Ίδιος ο Θεός έρχεται μέσα στο στομάχι μας. Οι άγγελοι νιώθουν δέος και εμείς λυπόμαστε τα κορν φλέικς που χάσαμε! Σκεφτείτε: Προσφέρουμε την ζωή μας και ο Θεός μας προσφέρεται ο ίδιος. Πρέπει να βάζουμε Αυτόν πρώτα ακόμα και στο επίπεδο του στομαχιού μας».
Αποσπάσματα από το κεφάλαιο ΝΗΣΤΕΙΑ, από το βιβλίο Συνομιλίες με παιδιά- Μεταδίδοντας την πίστη, της αδ. Μαγδαληνής, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, σελ. 309-317

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αληθινή παιδεία

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 30, 2017

Η αληθινή παιδεία

Πολύς λόγος γίνεται στις μέρες μας για την Παιδεία. Ιδιωτικά Παν/μια, αξιολόγηση, αυτοδιοίκηση, οικονομική ενίσχυση, άσυλο, προγράμματα σπουδών των Παν/μίων…

Η «αγωνία» όλων των πολιτικών παρατάξεων, των ακαδημαϊκών δασκάλων, των φοιτητικών συλλόγων και όλων των «ενδιαφερομένων» πλευρών μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, είναι εμφανής. Όλοι «πάσχουν» για την παρεχόμενη εκπαίδευση, αλλά όχι για την παιδεία. Όλοι έχουν «δίκιο» σε απόλυτο βαθμό και «πείθουν» με εύλογα ή ευλογοφανή επιχειρήματα τους τηλεθεατές. Πού βρίσκεται όμως η αλήθεια: Στη δημοκρατία. Στην αρχή της πλειοψηφίας. Κι αυτό, γιατί καμιά προσέγγιση όλων σ’ ένα κοινό πρόγραμμα. Καμιά υποχώρηση κανενός. Η αλήθεια του καθενός είναι στοιχείο αναντίρρητο.

            Χωρίς να θέλουμε να μπούμε στις λεπτομέρειες αυτής της συζήτησης, σήμερα θέλουμε να επισημάνουμε μια ουσιαστική παράλειψη από  όσα λέγονται δημόσια από  όλους τους συζητητές. Να επισημάνουμε την έλλειψη λόγου για τη φύση του ανθρώπου, λόγο ανθρωπολογικό, που να αναλύει την ανθρώπινη φύση  κι έτσι να προτείνει το μοντέλο της Παιδείας με βάση αυτό το δεδομένο. Είναι λάθος να συζητάμε για την Παιδεία αγνοώντας τον κυριότερο παράγοντα, που είναι ο άνθρωπος είτε ως δάσκαλος είτε ως μαθητής ή φοιτητής.

            Άραγε είναι τυχαίο ότι οι προστάτες των Γραμμάτων στη δική μας Παράδοση είναι Τρεις Άγιοι και μάλιστα Ιεράρχες; Μια γιορτή που καθιερώθηκε τον 11ο αιώνα και θεσμοθετήθηκε το 1842 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κι όχι τυχαία. Οι Τρεις Ιεράρχες, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνδύαζαν δυο βασικά γνωρίσματα και γι’ αυτό είχαν χαρακτηρισθεί αιώνες πριν ως «οικουμενικοί διδάσκαλοι», Δάσκαλοι δηλαδή όλου του κόσμου, όλων των ανθρώπων.

            Το πρώτο γνώρισμά τους είναι η αγιότητα που διέθεταν χάρη στην πίστη του Χριστού· και το δεύτερο, η γνώση των θεμάτων του κόσμου, η κοσμική σοφία, την οποία δεν απέρριψαν στο όνομα της πίστεως, αλλά τη χρησιμοποίησαν, για να υπηρετήσουν τον άνθρωπο και την Αποκάλυψη του Θεού. Μαζί μ’ αυτά δυο γνωρίσματα είχαν αποκτήσει και μια βαθιά ανθρωπογνωσία. Γνώριζαν δηλαδή την ανθρώπινη φύση με όλες τις δυνατότητες, που αυτή έχει. Δυνατότητες προς την αρετή και το καλό, αλλά και προς το κακό. Τη ροπή, την τάση που ενυπάρχει στον άνθρωπο στο να μιμείται το κακό και τον αγώνα, που πρέπει να κάνει, για να το υπερνικήσει. Το ευμετάβολο της ανθρώπινης φύσης, και ιδιαίτερα των νέων, από τον ενθουσιασμό στην απογοήτευση, από τη χαρά στη λύπη από τα υψηλά ιδανικά στα κατώτερα ένστικτα. Κι έμαθαν αυτή την αλήθεια, γιατί αγωνίστηκαν, ασκήτεψαν κυριολεκτικά, να νικήσουν τον αμαρτωλό άνθρωπο στον εαυτό τους με τον αγώνα της πίστεως και της πνευματικής ζωής. Η αγιότητα που τους αποδίδουμε ήταν καρπός του προσωπικού τους αγώνα και της Χάριτος του Θεού. Κι έγινε αυτό πράξη, γιατί προσπάθησαν συνειδητά να ζήσουν τη ζωή του Χριστού στη ζωή τους. Όχι με λόγια, αλλά με έργα και άσκηση. Με άθληση πνευματική. Αυτό σημαίνει πως αγωνίστηκαν με την προσευχή και τη νηστεία, με την εγκράτεια και τον εσωτερικό αγώνα, με αγάπη και ταπείνωση, με θυσία και προσφορά. Βίωσαν την αρετή του Χριστού στη ζωή τους, γιατί πίστεψαν στον Χριστό και τα έδωσαν όλα σ’ Αυτόν και τελικά δια του Χριστού τα έδωσαν όλα στους αδελφούς του Χριστού, τους «ελάχιστους», στους συνανθρώπους τους.

            Αυτά τα στοιχεία τα συναντάμε «πολύ σπανίως» στους δασκάλους της οποιασδήποτε βαθμίδας. Για να υπάρξουν δάσκαλοι με αγάπη και θυσία, με ταπείνωση κι εγκράτεια, πρέπει να βρούμε δασκάλους, που να πιστεύουν στον Χριστό με όλη τους την καρδιά. Δυστυχώς εμείς φτιάχνουμε ένα δάσκαλο κομμένο-ραμμένο στα μέτρα του Γαλλικού Διαφωτισμού. Ένα δάσκαλο χωρίς Χριστό, που δεν συνδέεται με την πνευματική Παράδοση του λαού μας, τεχνοκράτη, που πιστεύει στην τεχνική του μαθήματος και που αγνοεί την ανθρώπινη φύση. Γι‘ αυτό και διδάσκει πολλά, αλλά όχι τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και έπαψε να ακούγεται η λέξη αρετή στα Σχολεία μας. Πρότυπα δεν είναι οι ενάρετοι άνθρωποι, οι Άγιοι της δικής μας Παράδοσης, αλλά οι «καλλιτέχνες» με ό,τι κάνουν στη ζωή τους. Ως επιτυχημένος άνθρωπος προβάλλεται, όποιος βγάζει πολλά χρήματα και με τον οποιοδήποτε τρόπο. Ως σημαντικό πρόσωπο στην κοινωνία θεωρείται όποιος καταφέρνει να ανελιχθεί. Ως «καλλιεργημένος», όποιος είναι αθυρόστομος και μπορεί να «εκφράζεται» ελεύθερα. Τελικά η Παιδεία έχει χαθεί από την Εκπαίδευση.

            Η οικογένεια συντηρεί τον μαθητή ή τον φοιτητή, όμως το ιδανικό ζωής το παρέχει η τηλεόραση και τα ανούσια λόγια, που δεν τρέφουν την ψυχή του νέου και δεν τον εμπνέουν να αποκτήσει αυτογνωσία και να αγωνιστεί να γίνει ολοκληρωμένος άνθρωπος με αρχές και αξίες. Ποιον να μιμηθεί ο νέος σήμερα; Η καταναλωτική νοοτροπία έχει διαβρώσει  ακόμη και την Οικογένεια και το Σχολείο. Όλα έγιναν αντικείμενα χρήσεως.

            Όσοι παραμένουν εραστές της Παιδείας, δηλαδή του ήθους, των αξιών και της  Παραδόσεως του λαού μας, εισπράττουν από τους μαθητές και τους φοιτητές τους τον χαρακτηρισμό Δάσκαλος. Κι αυτό, γιατί αναγνωρίζεται στην προσπάθειά τους ο σεβασμός στο ανθρώπινο πρόσωπο και ο αγώνας τους, ώστε οι μαθητές τους να καταξιωθούν και να ολοκληρωθούν ως άνθρωποι. Ακολουθώντας τα χνάρια των Τριών μεγάλων Δασκάλων της Εκκλησίας μας, επιμένουμε να υποστηρίζουμε μια Παιδεία «κατά Χριστόν», όπου διασώζεται το ανθρώπινο πρόσωπο και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, απέναντι στην άλλη του γυμνού ουμανιστικού ανθρώπου του Γαλλικού Διαφωτισμού.  Γράφει για το θέμα ο άγιος καθηγητής π. Ιουστίνος Πόποβιτς: «Άνευ των Αγίων δεν υπάρχουν αληθινοί δάσκαλοι και παιδαγωγοί, ούτε αληθινή παιδεία άνευ της αγιότητος. Μόνον ο Άγιος είναι αληθινός παιδαγωγός και δάσκαλος· μόνον η  αγιότης είναι αληθινόν φως. Η αληθινή παιδεία, ο αληθινός φωτισμός, δεν είναι άλλο παρά η ακτινοβολία της αγιότητος· μόνον οι Άγιοι είναι αληθώς φωτισμένοι».(Άνθρωπος και Θεάνθρωπος).

            Κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση μας οδηγεί στην εσωτερική μαρτυρία ότι ακολουθούμε τα χνάρια των μεγάλων Διδασκάλων της Εκκλησίας μας, που είναι πρότυπα για κάθε εποχή. Μάλιστα στις μέρες μας, που όλοι ψάχνουν σε  ανούσια πράγματα απαντήσεις και προτείνουν αναποτελεσματικά μέτρα, οι Τρεις Ιεράρχες με τον λόγο, τη ζωή και το παράδειγμά τους αντιπροτείνουν τη λύση και οι ίδιοι αποτελούν το αναγκαίο ζητούμενο. Χρειάζεται θάρρος και ειλικρινής διάθεση, για να βρούμε την Αλήθεια. Η Αλήθεια υπάρχει…

Απο το αρχείο του  – Στέφανου Κισσιώτης Θεολόγου

Γιάννης Κοτζάμπασης

http://euxh.gr/paidagogika/koinonia/i-alithini-paideia

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ, ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ, ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τι γιορτάζουμε το άγιο 12ήμερο;

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 30, 2017

Τι γιορτάζουμε το άγιο 12ήμερο;

«Άγιο δωδεκαήμερο» χαρακτηρίζονται οι μέρες από τις 25 Δεκεμβρίου ώς τις 6 Ιανουαρίου, δηλ. από τα Χριστούγεννα ώς τα Θεοφάνεια (αν και κανονικά είναι 13 ημέρες).

Οι ημέρες αυτές είναι γεμάτες γιορτές, που οι πατέρες και οι παππούδες μας τι ήξεραν και τις απολάμβαναν. Σήμερα, δυστυχώς, οι περισσότεροι τις αγνοούμε. Κι όμως είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι του πολιτισμού μας, που προσφέρει σπουδαία μηνύματα και δείχνει το φωτεινό μονοπάτι του ανθρώπου προς τη σοφία και την τελειότητα, που είναι η ένωση με τον Τριαδικό Θεό διά του Χριστού.

Ας επιχειρήσουμε λοιπόν ένα μικρό χριστουγεννιάτικο περίπατο σ’ αυτές:

Κατ’ αρχάς, ο εορτασμός των Χριστουγέννων έχει αρχίσει (με τα προεόρτια, την αναμονή της εορτής) από τις 15 Νοεμβρίου (αρχή της ελαφριάς – επειδή τρώγεται το ψάρι τις περισσότερες μέρες – και χαρούμενης σαρακοστής των Χριστουγέννων) και ιδιαίτερα μετά τις 21 Νοεμβρίου (εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου). Η περίοδος αυτή, εκτός από τις σταθερές γιορτές που περιλαμβάνει, μας πλησιάζει προς τα Χριστούγεννα από Κυριακή σε Κυριακή, με τους χριστουγεννιάτικους ύμνους που ψάλλονται στην εκκλησία (έργα των αγίων Κοσμά του Μελωδού και Ρωμανού του Μελωδού) και με τα ευαγγέλια που διαβάζονται στη θεία λειτουργία. Ομοίως με τα σαρανταλείτουργα που τελούνται σε ορισμένες ενορίες και ιερές μονές, με τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της εξομολόγησης και της θείας κοινωνίας κ.λ.π.

Ιδίως οι δύο Κυριακές αμέσως πριν τα Χριστούγεννα έχουν εντελώς χριστουγεννιάτικο χρώμα. Την πρώτη απ’ αυτές (Κυριακή των Προπατόρων, δηλ. των προγόνων) γιορτάζουν όλοι οι άγιοι της Παλαιάς Διαθήκης, από τον Αδάμ και την Εύα μέχρι τον άγιο Ιωσήφ το Μνήστορα, τον αρραβωνιαστικό της Παναγίας. Οι περισσότεροι από αυτούς τους αγίους («δικαίους» τους ονομάζουμε κανονικά, όχι αγίους, γιατί αγίους με όλη τη σημασία της λέξης – ενωμένους με το Θεό εν Χριστώ – έχουμε στον κόσμο μετά την Ανάσταση του Χριστού και την Κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στην Πεντηκοστή) ήταν πρόγονοι της Παναγίας και του Χριστού.

Στα ευαγγέλια κατά Ματθαίον και κατά Λουκάν αναφέρονται γενεαλογικοί κατάλογοι που ενώνουν τον Αδάμ, τον Αβραάμ και τον άγιο Ιωσήφ. Ξέρουμε όμως από την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας ότι ο Ιωσήφ ήταν συγγενής της Θεοτόκου και ότι οι ιερείς του ναού, που ανάθρεψαν την Παναγία από τριών ετών και που κάποιοι από αυτούς είχαν προφητικό χάρισμα, την αρραβώνιασαν με αυτόν για προστασία (για να ξεγελάσουν το διάβολο, ο οποίος γνώριζε την προφητεία του Ησαΐα ότι ο Χριστός θα γεννηθεί από παρθένο) και όχι για να γίνουν πραγματικό ανδρόγυνο. Συνεπώς, οι δίκαιοι που αναφέρονται στους γενεαλογικούς καταλόγους είναι και πρόγονοι της Θεοτόκου, άρα κατά σάρκα πρόγονοι του Κυρίου (σημ: για τις διαφορές ανάμεσα στις δύο γενεαλογίες, αναλυτικά εδώ: http://www.oodegr.com/oode/grafi/kd/geneal2.htm).

Ο Αδάμ και η Εύα είναι πλέον άγιοι της Εκκλησίας μας («δίκαιοι»), γιατί ο Χριστός, όταν πέθανε στο σταυρό και κατέβηκε στον άδη (τον τόπο τον νεκρών) δίδαξε τις ψυχές των αρχαίων νεκρών, τους πήρε από εκεί και τους ανέβασε «στον ουρανό», δηλ. τους πήρε από την κατάσταση του αιωνίου θανάτου και τους έφερε στην κατάσταση όπου βρίσκονται οι ψυχές τώρα, που είναι κατάσταση προσωρινού θανάτου και αναμονής της ανάστασης των νεκρών, που την περιμένουμε στη δευτέρα παρουσία του Χριστού.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι όλοι οι προ Χριστού νεκροί – όλων των λαών – είναι άγιοι; Δεν το γνωρίζουμε αυτό. Στην Εκκλησία, την Κυριακή των Προπατόρων, τιμώνται οι πρόγονοι του Χριστού και οι καταγεγραμμένοι και γνωστοί άγιοι της Παλαιάς Διαθήκης.

Η δεύτερη από τις δύο Κυριακές είναι η «Κυριακή προ των Χριστουγέννων», όπου εορτάζονται ιδιαίτερα ο προφήτης και βασιλιάς Δαβίδ [ο γεννημένος στη Βηθλεέμ, ο οποίος χαρακτηρίζεται «προφητάναξ», δηλ. προφήτης και άναξ (=βασιλιάς), και ο Χριστός είναι απόγονός του και, μεταφορικά, διάδοχός του] και ο άγιος Ιωσήφ ο Μνήστωρ. Στη θεία λειτουργία διαβάζεται η αρχή του κατά Ματθαίον ευαγγελίου, όπου κατονομάζονται οι πρόγονοι του Χριστού, εξιστορείται η αμφιβολία του αγίου Ιωσήφ για την εγκυμοσύνη της Θεοτόκου, η συνάντησή του με τον άγγελο και η ίδια η γέννηση του Χριστού (γι’ αυτό και την ημέρα των Χριστουγέννων διαβάζουμε τη συνέχεια του ευαγγελίου, που αρχίζει με την προσκύνηση των Μάγων).

Την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκ.) γιορτάζουμε την αγία Ευγενία, καθώς και άλλους αγίους φυσικά. Και κάθε μέρα, εκτός από τις 25 Δεκ., γιορτάζουν αρκετοί άγιοι, αλλά εδώ θα αναφέρουμε τη γνωστότερη γιορτή. Λεπτομέρειες για τους αγίους που γιορτάζουν κάθε μέρα αξίζει να αναζητήσετε εδώ: http://saint.gr/searchcalendar.aspx.

 Από τα Χριστούγεννα ώς το τέλος Δεκεμβρίου

 Οι τρεις μεγάλες γιορτές του 12ημέρου είναι τα Χριστούγεννα, η Περιτομή του Χριστού (1 Ιανουαρίου) και τα Θεοφάνεια, δηλ. η Βάπτισή Του (6 Ιανουαρίου).

25 Δεκεμβρίου, η γέννηση του Χριστού και η προσκύνηση των Μάγων, δηλ. ιερέων της Βαβυλώνας, που πληροφορήθηκαν από το αστέρι ότι γεννιέται ο βασιλιάς των Ιουδαίων. Πήγαν, επειδή στη βαβυλωνιακή θρησκεία (όπως και σε πολλές θρησκείες του κόσμου) περίμεναν επίσης έναν θεόσταλτο λυτρωτή. Γι’ αυτό ο Χριστός στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεσις, κεφ. 49, στίχος 10) χαρακτηρίζεται «προσδοκία των εθνών» και όχι μόνο των Εβραίων.

Στην αρχαία Ελλάδα, αντίστοιχη προφητεία καταγράφεται στην τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης» (ότι ο Προμηθέας θα μείνει καρφωμένος μέχρι ένας άλλος θεός να πάρει τη θέση του) και αλλού.

Στις 26 Δεκεμβρίου τιμάται η «Σύναξις της Θεοτόκου», μια τιμητική εορτή προς την Παναγία, λόγω της γέννησης του Χριστού.

27 Δεκ. είναι η εορτή του αγίου Στεφάνου του Πρωτομάρτυρα, που λιθοβολήθηκε από το ιουδαϊκό Μεγάλο Συνέδριο και ο θάνατός του αναφέρεται στις Πράξεις των Αποστόλων, το βιβλίο που έγραψε ο ευαγγελιστής Λουκάς, είναι συνέχεια του κατά Λουκάν ευαγγελίου και βρίσκεται μέσα στην Καινή Διαθήκη, μετά από τα 4 ευαγγέλια.

28 Δεκ. είναι η εορτή των αγίων Δισμυρίων, των αγίων μαρτύρων από τη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, που τους έκαψε ζωντανούς ο ρωμαϊκός στρατός πυρπολώντας την εκκλησία τη νύχτα των Χριστουγέννων, λίγο μετά το 300 μ.Χ.

Όταν οι χριστιανοί διαπίστωσαν ότι είναι περικυκλωμένοι (και άοπλοι βέβαια), δεν δείλιασαν. Και αν κάποιοι δείλιασαν, πήραν θάρρος από τους υπόλοιπους. Ο ηρωικός επίσκοπός τους, ο άγιος Άνθιμος, βάφτισε τους κατηχούμενους (εκείνους που ετοιμάζονταν να βαφτιστούν, που ήταν και ενήλικες και παιδιά), τους κοινώνησε όλους και έφυγαν μέσα στις φλόγες ως άγιοι μάρτυρες. Ο άγιος Άνθιμος επέζησε από τη φωτιά και λίγο καιρό αργότερα συνελήφθη και θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια. Κατά τη βιογραφία του, στο δρόμο προς τον αυτοκράτορα Μαξιμιανό, οι στρατιώτες που τον συνόδευαν δεμένο συγκινήθηκαν τόσο από τα λόγια και τη στάση του, ώστε έγιναν χριστιανοί. Ο άγιος εορτάζει 3 Σεπτεμβρίου.

«Μύριοι» = 10.000, άρα «δισμύριοι» (δύο φορές μύριοι) = 20.000. Πιθανόν η λέξη αυτή είναι σχήμα λόγου και εννοεί «πάρα πολλοί», όπως εμείς λέμε π.χ. «σου το είπα χίλιες φορές», και όχι ότι κάποιος τους μέτρησε και τους έβγαλε ακριβώς 10.000. Πάντως μεγάλος αριθμός λειψάνων τους φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους.

Στις 28 Δεκ. τιμούμε τη μνήμη των νηπίων της Βηθλεέμ, που σφαγιάστηκαν από τους στρατιώτες του Ηρώδη, στην προσπάθειά του να σκοτώσει τον νεογέννητο «βασιλιά των Ιουδαίων», τον Ιησού Χριστό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί αυτά τα βρέφη μάρτυρες  και τιμά τη μνήμη τους όπως των αγίων, με εικόνες, υμνογραφικά έργα και ιδιαίτερη εορτή.

Την ίδια μέρα τιμάται η μνήμη «πάντων των Xριστιανών των εν λιμώ και δίψη και μαχαίρα και κρύει τελειωθέντων». Πρόκειται για μια «σύναξη» που πιθανόν να μην αναφέρεται στους μάρτυρες, αλλά σε όλους τους χριστιανούς που γνώρισαν βίαιο θάνατο, και να έχει περισσότερο χαρακτήρα μνημοσύνου και όχι εορτής, σαν να πρόκειται για εορταζόμενους αγίους. Φυσικά, όλοι οι χριστιανοί είμαστε «κλητοί άγιοι» (καλεσμένοι στην αγιότητα), όπως αναφέρει ο απόστολος Παύλος (π.χ. Προς Ρωμαίους, 1, 7). Η μετοχή καθενός στην αγιότητα του Θεού είναι θέμα που ξεφεύγει κατά πολύ από τα πλαίσια του παρόντος άρθρου.

Στις 30 Δεκ. είναι της αγίας παρθενομάρτυρος Ανυσίας, μιας σπουδαίας κοπέλας από τη Θεσσαλονίκη, που έμεινε ορφανή, σύρθηκε στους βωμούς των ειδώλων από έναν Ρωμαίο στρατιώτη και, επειδή αρνιόταν να λατρέψει τα είδωλα, δολοφονήθηκε εκεί. Γιορτάζει επίσης, μεταξύ άλλων, και ο άγιος Γεδεών ο Καρακαλλινός (δηλ. μοναχός της Μονής Καρακάλλου του Αγίου Όρους), που σε ηλικία 12 χρονών έγινε μουσουλμάνος από κάποιον Τούρκο στο Βελεστίνο. Δραπέτευσε από εκεί, κατέφυγε στην Κρήτη, στη συνέχεια έγινε μοναχός στη Μονή Καρακάλλου και υπηρέτησε για ένα διάστημα στην Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στις Μαργαρίτες Ρεθύμνου (όπου πρόσφατα ιδρύθηκε ναός προς τιμήν του). Στη συνέχεια (επειδή του το επέβαλλε η συνείδησή του) επέστρεψε στο Βελεστίνο και δήλωσε ευθαρσώς στις τουρκικές αρχές ότι έχει επιστρέψει στο χριστιανισμό. Συνελήφθη και θανατώθηκε μετά από ακρωτηριασμό των χεριών και των ποδιών του το 1818.

Στις 31 Δεκ. είναι της αγίας Μελάνης της Ρωμαίας, μιας μεγάλης αγίας της φιλανθρωπίας, που, λόγω του ονόματός της, θεωρείται προστάτιδα αγία των δημοσιογράφων. Την ίδια μέρα γιορτάζει ο άγιος Ζωτικός ο Ορφανοτρόφος, που περιέθαλψε τους λεπρούς στην ΚΠολη, παρά τις αντίθετες διαταγές του σκληρού αυτοκράτορα Κωνστάντιου (γιου του αγίου Κωνσταντίνου), ο οποίος διέταξε τη βασανιστική εκτέλεσή του! Στη συνέχεια ο αυτοκράτορας μετανόησε και αναθεώρησε την πρακτική του για την τύχη των λεπρών.

Την ίδια μέρα τελείται η «απόδοση της εορτής των Χριστουγέννων», δηλ. η λήξη του εορτασμού τους, και τελείται όρθρος και θεία λειτουργία όμοια με τα χριστουγεννιάτικα. Ο εορτασμός των Χριστουγέννων λήγει αυτή την ημέρα, γιατί την επόμενη ημέρα, 1 Ιαν., έχουμε άλλη δεσποτική εορτή (δηλ. εορτή του Χριστού), για την οποία δείτε παρακάτω. Για την απόδοση των εορτών γενικά δείτε εδώ: http://orthodoxanswers.gr/%CE%A4%CE%B9-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7-%CE%B5%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%AE%CF%82/.

Την Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, όποια ημερομηνία κι αν πέσει, τιμούμε ιδιαίτερα τη μνήμη του προφήτη και βασιλιά Δαβίδ, του αγίου Ιωσήφ του Μνήστορα και του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, δηλ. του μεγάλου γιου του αγίου Ιωσήφ, που είναι θετός αδελφός του Κυρίου. Ο άγιος Ιάκωβος ήταν ο ηγέτης των χριστιανών της Ιερουσαλήμ (πρώτος επίσκοπος της πόλης), χαρακτηριζόταν «ο Δίκαιος» και λιθοβολήθηκε από τον ιουδαϊκό όχλο το 62 μ.Χ. Λεπτομέρειες γι’ αυτόν γράφει ο Ιουδαίος ιστορικός της εποχής εκείνης Φλάβιος Ιώσηπος (στο βιβλίο του Ιουδαϊκή αρχαιολογία) και ο χριστιανός ιστορικός του 4ου αιώνα μ.Χ. Ευσέβιος Καισαρείας.

Αν μέχρι τη 1 Ιανουαρίου δεν υπάρχει Κυριακή (πράγμα σπάνιο), οι άγιοι αυτοί γιορτάζονται 26 Δεκ. Άρα οι χριστιανοί που έχουν το όνομα Ιωσήφ γιορτάζουν αυτή την Κυριακή και όχι σταθερά στις 26 Δεκ., όπως από λάθος συνήθως νομίζουμε.

 

Από την 1η Ιανουαρίου

 Τη 1 Ιανουαρίου η Εκκλησία δεν έχει πρωτοχρονιά. Πρωτοχρονιά έχει 1 Σεπτεμβρίου (όπως και τα σχολεία), τότε που αλλάζει ο κύκλος των εποχών και μπαίνουμε στη νέα φθινοπωρινή και χειμερινή περίοδο. Η 1 Ιαν. είναι πολιτική πρωτοχρονιά. Βέβαια η Εκκλησία την αναγνωρίζει, αλλά την ημέρα εκείνη τιμά δύο άλλες γιορτές, την Περιτομή του Χριστού και τη μνήμη του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου.

Οκτώ ημέρες από τα Χριστούγεννα (μετρώντας και την 25η Δεκ.) τιμούμε την περιτομή του Χριστού. Η περιτομή είναι μια τελετή που καθιερώθηκε στην Παλαιά Διαθήκη, με την οποία κάποιος γίνεται μέλος της ιουδαϊκής θρησκείας (την έχουν υιοθετήσει και οι μουσουλμάνοι). Γίνεται στις εβραϊκές οικογένειες, μόνο στα αγόρια, 8 μέρες μετά τη γέννησή τους και, σε αυτήν, κόβουν ένα μικρό κομματάκι δέρμα από την άκρη του γεννητικού οργάνου τους.

Ο Χριστός, ως παιδί εβραϊκής οικογένειας, έκανε περιτομή. Η Εκκλησία, στην υμνογραφία της εορτής, λέει ότι «καταδέχτηκε» να κάνει περιτομή, ώστε να τηρήσει όλο το Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης πριν φέρει ο Ίδιος το «Νόμο της Χάριτος» με τη δική Του διδασκαλία, δηλ. την Καινή Διαθήκη.

Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους διδασκάλους της ανθρωπότητας, όχι μόνο των χριστιανών. Έζησε τα έτη 330-379 μ.Χ., σπούδασε όλες τις επιστήμες της εποχής του στην Αθήνα και μετά επέστρεψε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας (στη Μικρά Ασία). Εκεί έγινε ιερέας και στη συνέχεια επίσκοπος και πνευματικός ηγέτης του φτωχού και βασανισμένου λαού. Βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις όλους εκείνους που είχαν ανάγκη. Άσκησε κριτική στην απληστία και την αδικία των πλούσιων, ακόμη και στον αυτοκράτορα Ουάλη, ο οποίος τον εξόρισε. Ίδρυσε μοναστήρια, αλλά και πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα, έγραψε σπουδαία θεολογικά έργα και περιέθαλψε ακόμη και τους λεπρούς. Επίσης συνέγραψε τη θεία λειτουργία που φέρει το όνομά του, η οποία τελείται στις εκκλησίες μας δέκα φορές το χρόνο, ενώ τον υπόλοιπο καιρό τελείται η θεία λειτουργία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, που γράφτηκε μερικά χρόνια αργότερα.

Οι Έλληνες έχουμε παράδοση ότι τη νύχτα πριν την πρωτοχρονιά ο άγιος Βασίλειος έρχεται πεζοπόρος από την Καισάρεια, με μαύρα γένια και φτωχικά ράσα, και δίνει την ευλογία του στα νοικοκυριά (σε ανθρώπους και ζώα). Η αγιοβασιλόπιτα, ως γνωστόν, φτιάχνεται προς τιμήν του και δεν είναι «πρωτοχρονιάτικη πίτα», όπως κακώς λέμε μερικές φορές, γιατί η Εκκλησία έχει πρωτοχρονιά 1 Σεπτ.

Η παράδοση για τον άη Βασίλη μπερδεύτηκε εδώ και χρόνια με την αντίστοιχη δυτικοευρωπαϊκή παράδοση ότι ο άγιος Νικόλαος έρχεται και φέρνει δώρα τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων. Έτσι, τον άγιο με τα άσπρα γένια (Santa Claus = άγιος Νικόλαος) στην Ελλάδα τον μετονομάσαμε «άη Βασίλη».

Βέβαια η αληθινή χριστιανική παράδοση των δυτικοευρωπαίων χριστιανών για τον άγιο Νικόλαο τον παρουσιάζει ως αληθινό άγιο, όπως και ήταν, και δεν έχει καμία σχέση με το γέρο που «ζει στο Βόρειο Πόλο μαζί με ξωτικά, έχει σύζυγο και ταξιδεύει με τάρανδους που τραβούν έλκηθρο», όπως έχει καταντήσει για εμπορικούς λόγους στην εποχή μας.

Και ας πάμε στις 5 Ιανουαρίου, παραμονή των Φώτων, πρώτη μέρα νηστείας μετά τα Χριστούγεννα. Ο λαός μας τηρεί αλάδωτη νηστεία, ενώ στην Κρήτη μαγειρεύονταν τα περίφημα «φωτοκόλλυβα» ή «παλικάρια», ένα μίγμα βρασμένων οσπρίων με σιτάρι (κόλλυβα – δηλ. βρασμένο σιτάρι – των Φώτων). Από αυτά οι κάτοικοι των χωριών πρόσφεραν και στα ζώα τους (ιδιαίτερα στα «ζευτικά», βόδια και γαϊδουράκια, που δούλεψαν κι εκείνα για να παραχθούν τα όσπρια και τα σιτηρά), αλλά και στα πουλιά (κότες, περιστέρια κ.τ.λ.). Η μέρα αυτή, στη λαϊκή παράδοση, είναι κατ’ εξοχήν μια γιορτή των ζώων, που κατά το μύθο μιλούν σαν άνθρωποι τη νύχτα 5 προς 6 Ιανουαρίου.

Στις εκκλησίες γίνεται το πρωί εσπερινός μαζί με τη θεία λειτουργία του Μ. Βασιλείου (όπως γίνεται και την παραμονή των Χριστουγέννω, τη Μ. Πέμπτη και το Μ. Σάββατο) και τελείται μεγάλος αγιασμός (όχι μικρός, όπως κακώς νομίζουμε, ο οποίος τελείται κάθε πρωτομηνιά), όπως μεγάλος αγιασμός κατ’ εξοχήν γίνεται στις 6 Ιανουαρίου, εορτή της Βάπτισης του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή.

Η Βάπτιση του Χριστού εορτάζεται 6 Ιανουαρίου, και, όπως τα νερά του Ιορδάνη αγιάστηκαν με την είσοδο του Χριστού σε αυτά, έτσι και η Εκκλησία τελεία αγιασμό γενικά στα νερά, με την τελετή του αγιασμού στη θάλασσα, σε δεξαμενές κ.τ.λ.

Ο Χριστός βαπτίστηκε στον Ιορδάνη ποταμό σε ηλικία 30 ετών. Το βάπτισμά Του δεν έχει σχέση με το δικό μας βάπτισμα. Ήταν μια τελετή που έκανε ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής μετά από εξομολόγηση των αμαρτιών. Ο Χριστός δεν εξομολογήθηκε καμιά αμαρτία, επειδή ήταν αναμάρτητος, αλλά έλαβε το βάπτισμα για να επικυρώσει ότι ο άγιος Ιωάννης ήταν έγκυρος προφήτης και όχι απατεώνας. Έτσι ο Χριστός πέρασε πρώτα από όλα τα στάδια της Παλαιάς Διαθήκης (περιτομή και βάπτισμα του Ιωάννη) και μετά άρχισε να διδάσκει, φέρνοντας στον κόσμο της Καινή Διαθήκη.

Η γιορτή αυτή λέγεται «Θεοφάνεια» επειδή στον Ιορδάνη αποκαλύφθηκε η Αγία Τριάδα: ο Θεός Πατέρας μίλησε, ο Υιός (ο Χριστός) ήταν μέσα στον ποταμό και το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε «εν είδη περιστεράς» (με μορφή περιστεριού) επιβεβαιώνοντας ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, δηλ. ο πνευματικός βασιλιάς και σωτήρας των ανθρώπων.

Στις 7 Ιαν. έχουμε τη «σύναξη του Τιμίου Προδρόμου», τιμητική εορτή, λόγω της συμμετοχής του αγίου Ιωάννη στο γεγονός της 6ης Ιαν. (ενώ η κυριότερη γιορτή του Τιμίου Προδρόμου είναι η αποτομή της κεφαλής του, δηλ. η ανάμνηση του αποκεφαλισμού του, 29 Αυγούστου). Αυτή η γιορτή, ως επίλογος, κλείνει το άγιο 12ήμερο.

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

http://euxh.gr/theologia/leitourgika/ti-giortazoume-to-agio-12imero

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το Άστρο της Βηθλεέμ. (Θεολογική ερμηνεία)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 19, 2017

Θεολογική ερμηνεία του Άστρου της Βηθλεέμ

Τι ήταν το αστέρι αυτό που είδαν οι Μάγοι και τους οδήγησε τελικά στον Ιησού Χριστό;

Ήταν ένα φυσικό αστέρι ή ήταν κάτι το υπερφυσικό; Όπως και πολλοί ερμηνευτές της Εκκλησίας σε πολλές περιόδους αναφέρουν, αυτό δεν πρέπει να ήταν ένα φυσικό αστέρι, διότι πρώτον άλλοτε κινούνταν και άλλοτε σταματούσε. Επίσης, πιθανότατα φαινόταν ακόμα και κατά την ημέρα, ενώ γνωρίζουμε ότι ακόμη και η Σελήνη κρύβεται από τις ακτίνες του Ηλίου. Ένας άλλος λόγος, πολύ σημαντικός, είναι ότι καθοδηγούσε τους Μάγους και μάλιστα με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Δεν μπορεί ένα αστέρι που βρίσκεται ψηλά στο στερέωμα να υποδείξει τη θέση ενός σπιτιού και μάλιστα τον τόπο όπου βρισκόταν ένας άνθρωπος. Ο αστέρας όμως αυτός «προήγεν αυτούς έως ελθών έστη επάνω ου ήν το παιδίον» Σταμάτησε ακριβώς πάνω από το Χριστό, που σημαίνει ότι έπρεπε να έχει κατέβει πολύ χαμηλά για να μπορεί να προσδιορίσει τόπο με τόσο μεγάλη ακρίβεια.

Τι λοιπόν θα μπορούσε να είναι αυτός ο Αστέρας;

Ο πρώτος εκκλησιαστικός συγγραφεύς, ο οποίος ασχολήθηκε με το «άστρο» της Βηθλεέμ, ήταν ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (28; – 113/114 μ.Χ.). Στην προς Εφεσίους επιστολή του γράφει: «Με ποιο τρόπο έκανε φανερή την παρουσία του (ο Μεσσίας); Έλαμψε στον ουρανό ένα άστρο, του οποίου η ανείπωτη λάμψη προξένησε απορία, διότι ήταν μεγαλύτερη από των άλλων αστεριών, τα οποία παρόλο που το περιστοίχησαν, μαζί με τον Ήλιο και την Σελήνη, έλαμπαν λιγότερο από αυτό». Ο επίσκοπος Αντιοχείας και μάρτυρας της χριστιανικής πίστης υποστηρίζει, στην προαναφερθείσα επιστολή του, ότι ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο όμως, αφήνει να εννοηθεί, ότι η εμφάνισή του ήταν ένα Θεϊκό σχέδιο και όχι αποτέλεσμα φυσικών νόμων.

Ο Ωριγένης θεωρεί το άστρο «καινούργιο που δεν μοιάζει σε κανένα από τα συνηθισμένα(άστρα), ούτε τα απλανή, ούτε αυτά που βρίσκονται στις κατώτερες σφαίρες» Κατά Κέλσου, Α΄,LVIII, 15, σ.112, τόμ. Β΄, ΒΕΠΕΣ. O Ευσέβιος Καισαρείας σημειώνει, πως ήταν «ξένος και όχι συνηθισμένος (αστέρας), ούτε ένας από τους πολλούς και γνώριμους … αλλά από όλους πιο καινούργιος» Ευαγγελική Απόδειξη, Θ΄, Ι, 15 και Αποσπάσματα, τ. 28, σελ. 105. Ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης, ο οποίος έζησε τον 5οαιώνα, κάνει λόγο για την «βοήθεια του αστέρα στο οδήγημα των Μάγων», ο οποίος αστέρας «ακολουθούσε νέα παράδοξη τροχιά» ακριβώς για να επιτελέσει τον σκοπό του που ήταν η άφιξη των Μάγων στο μέρος  που βρίσκονταν ο νεογέννητος Χριστός  P.G. 78, A΄ Επιστολή, 396.

Άλλοι Πατέρες, προχωρώντας ακόμα πιο πέρα, επειδή σύμφωνα με τα όσα λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, το άστρο κινούνταν με λογικό τρόπο, αφού συγχρονίζονταν με την στάση και την πορεία των Μάγων, εκτός από την αποδοχή πως πράγματι το αστέρι αυτό ήταν κάτι το καινούργιο, το θεωρούν κατ’ ουσία μία θεία δύναμη η οποία ενδύεται την αστρική μορφή της. Η δύναμη αυτή, λένε, δεν μπορεί παρά να είναι άγγελος.

Αυτό ακριβώς  σημειώνει στα υπέροχα έπη του, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, τα οποία δυστυχώς δεν έτυχαν της αναγνώρισης που τους έπρεπε, λόγω του δύσκολου αρχαϊκού μέτρου που χρησιμοποιούσε ο μεγάλος αυτός Πατέρας:

«Ας σωπάσει για την μεγάλη δόξα του Θεού ο άγγελος αστέρας

ο οποίος οδήγησε τους μάγους από την Ανατολή στην πόλη,

όπου ο Χριστός, γιος ανθρώπου αλλά άφθαρτος στον χρόνο έλαμψε:

γιατί δεν ήταν κάποιος από αυτούς για τους οποίους μίλησαν

οι Αστρολόγοι, αλλά ξένος που δεν είχε προηγουμένως εμφανιστεί» P.G.38, 463.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (344 – 407 μ.Χ.) στην έκτη ομιλία του στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, γράφει: «Διότι βεβαίως δεν ήταν αυτό ένα από τα πολλά άστρα, μάλλον δεν ήταν καν άστρο, όπως εγώ τουλάχιστον νομίζω, αλλά κάποια αόρατη δύναμη που πήρε αυτή την μορφή».

Στη συνέχεια, αναπτύσσει τέσσερα λογικά επιχείρηματα, με τα οποία υποστηρίζει, ότι δεν επρόκειται περί άστρου, αλλά για μία υπερφυσική δύναμη: «Έδινε την εντύπωση αυτή, (ότι ήταν υπερφυσικό φαινόμενο) πρώτον, από την πορεία του. Διότι δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρχει κάποιο άστρο που να ακολουθεί αυτήν την οδό· αλλά κι αν ακόμα αναφέρεις τον Ήλιο ή την Σελήνη, ή όλα τα άστρα, τα βλέπουμε να ακολουθούν πορεία από τα ανατολικά προς τα δυτικά· αυτό όμως κατευθυνόταν από βορρά προς νότο· διότι αυτή είναι η θέση της Παλαιστίνης σε σχέση με την Περσική χώρα.

Δεύτερον, αυτό είναι δυνατόν να το αντιληφθεί κανείς και από το χρονικό διάστημα (της εμφάνισής του). Δηλαδή δεν φαινόταν κατά την νύκτα, αλλά μέρα-μεσημέρι, ενώ έλαμπε ο Ήλιος· πράγμα το οποίο δεν είναι χαρακτηριστικό της δύναμης ενός άστρου, αλλά ούτε και της Σελήνης· αυτή λοιπόν που υπερέχει τόσο πολύ απ’ όλα τα άστρα, με την εμφάνιση του ηλιακού φωτός, αμέσως κρύβεται και εξαφανίζεται. Αυτό (το άστρο) δε με την υπερβολική δική του λαμπρότητα ενίκησε ακόμη και τις ηλιακές ακτίνες, αφού αποδείχθηκε λαμπρότερο από εκείνες και έλαμψε πιο έντονα με τόσο φως.

Τρίτον, από το γεγονός ότι εμφανιζόταν και κρυβόταν ξανά. Διότι στον δρόμο προς την Παλαιστίνη φαινόταν ότι τους καθοδηγούσε· όταν όμως έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, κρύφθηκε· έπειτα πάλι όταν άφησαν τον Ηρώδη, αφού του εξήγησαν τον λόγο για τον οποίον ήρθαν και επρόκειτο να φύγουν, εμφανίστηκε ξανά· γεγονός το οποίο δεν έχει να κάνει με την κίνηση των άστρων, αλλά με κάποια έλλογη δύναμη. Ούτε βεβαίως είχε κάποια ιδιαίτερη πορεία, αλλά όταν έπρεπε να πορευτούν αυτοί τους καθοδηγούσε· όταν έπρεπε να σταματήσουν, στεκόταν, φροντίζοντας πάντα για ό,τι ήταν αναγκαίο· όπως ακριβώς και ο στύλος της νεφέλης που έστηνε και ξεσήκωνε το στρατόπεδο των Ιουδαίων (στην πορεία τους στην έρημο), όταν χρειαζόταν.

Τέταρτον, από τον τρόπο που έδειχνε θα μπορούσε να το αντιληφθεί κανείς αυτό ξεκάθαρα. Διότι δεν έδειχνε τον τόπο μένοντας επάνω· ούτε βέβαια ήταν δυνατόν σ’ αυτούς (Μάγους) έτσι να το αντιληφθούν· αλλά το έκανε αυτό κατεβαίνοντας κάτω. Μάθετε λοιπόν ότι τόπο τόσο μικρό και όσον είναι φυσικό να κατέχει μία καλύβα, πολύ περισσότερο δε όσον τόπο είναι φυσικό να κατέχει το σώμα μικρού παιδιού, δεν ήταν δυνατόν και σε άστρο ακόμη να το γνωρίζει. Επειδή βεβαίως ήταν άπειρο το ύψος, δεν μπορούσε έτσι να επισημάνει τόπο στενό και να τον κάνει γνωστό σε όσους ήθελαν να τον δουν. Και αυτό μπορεί κανείς να το αντιληφθεί και από την Σελήνη, η οποία αν και υπερτερεί τόσο από τα άστρα, σ’ όλους που κατοικούν στην οικουμένη, και που είναι διασκορπισμένοι σε τόσο μεγάλο γεωγραφικό πλάτος, σ’ όλους φαίνεται ότι είναι κοντά. Πως λοιπόν το άστρο, πες μου, έδειχνε τόπο τόσο στενό της φάτνης και της καλύβας, εάν δεν κατέβαινε κάτω, αφήνοντας το ύψος εκείνο, και δεν στεκόταν πάνω από το κεφάλι του παιδιού; Αυτό βεβαίως υπονοώντας και ο ευαγγελιστής έλεγε: «ιδού, το άστρο οδήγησε αυτούς, μέχρις ότου ήλθε και στάθηκε πάνω από το σημείο όπου ήταν το παιδί».

Την άποψη αυτή του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, περί υπερβατικότητας δηλαδή του «άστρου» της Βηθλεέμ, υπεστήριξαν ο Καισάριος (; – 365 μ.Χ.), ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (328 – 390 μ.Χ.), συμφώνως προς τον οποίο το «άστρο» ήταν άγγελος, ο επίσκοπος Ταρσού Διόδωρος (330; – 392; μ.Χ.), ο μοναχός Επιφάνιος (1015 μ.Χ.), ο άγιος Νεκτάριος μητροπολίτης Πενταπόλεως (1846 – 1920) κ.ά  Επίσης, στο σύνολο σχεδόν των αποκρύφων βιβλίων της Καινής Διαθήκης υποστηρίζεται η ως άνω ερμηνεία.

Το Αραβικό απόκρυφο Ευαγγέλιο της παιδικής ηλικίας του Ιησού, δέχεται πως ένας άγγελος πήρε την μορφή του άστρου και οδήγησε τους Μάγους:

«Eademque hora apparuit illis angelus in forma stellae illius quae

antea dux itineris ipsis fuerat».

δηλαδή

«Και εκείνη την ώρα εμφανίστηκε σ’ αυτούς άγγελος με την μορφή

εκείνου του αστεριού που νωρίτερα είχε γίνει σ’ αυτούς οδηγός».

Tischendorf, Evangel. infantiae, κεφ. VII, σελ. 174.

Όμοια διήγηση έχουμε και στο απόκρυφο Συριακό χειρόγραφο « S» που διηγείται πως:

«άγγελος στάλθηκε στην Περσία. Αυτός φάνηκε με τη μορφή

λαμπερού αστέρα και φώτισε όλη τη γη της Περσίας … και

ακολούθως οδήγησε τους βασιλείς της Περσίας στα Ιεροσόλυμα»

  1. Peeters, Apocryphes II, Evangile de l’ Enfance, redactions

Syriaques et armenienns, Παρίσι 1914, β΄ έκδ., 1924, σελ. 3

Αλλά και η υπόλοιπη Εκκλησιαστική Παράδοση δεν μένει αμέτοχη στο ασυνήθιστο και καινοφανές αυτό γεγονός, υποστηρίζοντας πως το άστρο των Χριστουγέννων που οδήγησε της Μάγους, ήταν κάτι το ξεχωριστό και καινούργιο, μη έχοντας ουδεμία σχέση με τα υπαρκτά ουράνια σώματα. Έτσι ο υμνογράφος Κοσμάς, 8ος αιώνας, βεβαιώνει σε Χριστουγεννιάτικο τροπάριο του:

«Εξαίσιο δρόμο βλέποντας οι μάγοι,

ασυνήθιστο νέο άστρο, νεοεμφανιζόμενο,

υπερλάμποντας στον ουρανό

αποδείκνυε τον Χριστό βασιλέα,

στη γη Βηθλεέμ γεννηθέντα

για την σωτηρία μας»

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω γράφει και ο Κωνσταντίνος Καλοκύρης, καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, στο βιβλίο του «Από τον κύκλο των μεγάλων εορτών», σελ. 125, που αποτέλεσε και την κύρια πηγή του παρόντος άρθρου: «Εδώ, θα έλεγε κανείς ότι, όταν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και οι Υμνογράφοι ονομάζουν τον αστέρα της Βηθλεέμ «καινόν» (Ωριγένης) ή «πάντων καινότερον» Ευσέβιος δεν υπενθυμίζουν άραγε, (προλέγουν;) τις απόψεις των αστρονόμων των τελευταίων αιώνων οι οποίοι θεωρούν τον αστέρα ως ένα «nova» ή «supernova» κ.τ.π;»

ΑΑΑ

Ο υπέροχος Ρωμανός ο Μελωδός στο Κοντάκιο «Η Παρθένος σήμερον» σημειώνει και αυτός πως κρύβεται κάποια δύναμη πίσω από το αστέρι, υπονοώντας βέβαια άγγελο: «αστήρ μεν εστίν εις το φαινόμενον, δύναμις δε τις προς το νοούμενον».

Εκτός βέβαια από τους Πατέρες, Εκκλησιαστικούς Συγγραφείς και Υμνογράφους και η Ορθόδοξη Τέχνη δέχτηκε το άστρο ως άγγελο. Από τις πολλές απεικονίσεις κυρίως την Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή περίοδο ενδεικτικά αναφέρομε μερικές. Το ψηφιδωτό του 8ου αιώνα στην Santa Maria in Cosmedin Ρώμηςόπου ο σκηπτούχος άγγελος στέκει μπροστά από την Παρθένο που κρατάει το βρέφος Χριστό και υποδεικνύει στους Μάγους την μητέρα και το τέκνο που αναζητούσαν (βλ. εικόνα).

Tέλος παραθέτουμε  την άποψη δύο (Σ. Θεοδοσίου και Μ. Δανέζης) συγχρόνων Ελλήνων καθηγητών αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο  των Αθηνών, με την οποία συνάδουμε και η οποία είναι αποδεκτή και από άλλους συγχρόνους και παλαιούς συναδέλφους τους: «Από τις μέχρι σήμερα υπάρχουσες προσπάθειες, αλλά και τις πιθανές αστρονομικές υποθέσεις για την φύση του άστρου της Βηθλεέμ, καμία εν γένει δεν φαίνεται να συμφωνεί απόλυτα με την ευαγγελική αφήγηση του Ματθαίου για το έκτακτο αυτό γεγονός. Η οποιαδήποτε προσπάθεια να δοθεί οπωσδήποτε μία επιστημονική εξήγηση δεν έχει στην ουσία κάποια σοβαρά θεμελιωμένη επιστημονική βάση και έρεισμα και σχεδόν όλες στηρίζονται σε εικασίες. Σήμερα, οι υποθέσεις για να εξηγηθεί η φύση του άστρου της Βηθλεέμ είναι πολλές και επιστημονικοφανείς, εν τούτοις μάλλον «μειώνουν» και περιθωριοποιούν τον υπερβατικό και υπερφυσικό χαρακτήρα του έκτακτου αυτού γεγονότος. Αρκετοί ορθολογιστές ερευνητές, μη θέλοντας να παραδεχθούν κατ’ ουδένα τρόπο την ύπαρξη υπερφυσικού παράγοντα στον κόσμο, καταφεύγουν σε συνδυασμούς των φυσικών-ιστορικών γεγονότων και μ’ αυτόν τον τρόπο προσπαθούν να εκβιάσουν μία φυσιοκρατική ερμηνεία σε κάποιο καθαρά υπερβατικό γεγονός».

Μπορούσε αυτό το άστρο να έχει σχέση με το άκτιστο φως, όπως αυτό εμφανίσθηκε στο όρος Σινά κατά την παράδοση του Δεκαλόγου και στη Μεταμόρφωση του Χριστού; Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός σημειώνουν πως ο αστέρας της Βηθλεέμ δεν ήταν αστέρας, αλλά άγγελος Κυρίου. Ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Ιωσήφ Βρυέννιος θεωρεί ότι ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Οι αγγελικές δυνάμεις είναι ετερόφωτες, αντανακλούν δηλαδή το άκτιστο φως με το οποίο έρχονται σε επαφή (όπως, για παράδειγμα, ο άγγελος που βρισκόταν έξω από τον τάφο του Χριστού μετά την Ανάσταση «ην δε η ιδέα αυτού ως αστραπή και το ένδυμα αυτού λευκόν ωσεί χιών (Ματθ. κη’ 3). Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ο αστέρας της Βηθλεέμ να ήταν άγγελος Κυρίου, όπως υποστηρίζουν Πατέρες της Εκκλησίας, ή απλώς να ήταν η παρουσία του άκτιστου θείου φωτός στο μοναδικό γεγονός της εναθρωπήσεως του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Υιού και Λόγου του Θεού. Ό,τι και να συνέβαινε, η παρουσία του αστέρος της Βηθλεέμ ήταν ένα υπερφυσικό γεγονός, που διηκόνησε και αυτό, όπως και όλη η κτίση, αλλά και η ανθρωπότητα το μυστήριο της Σαρκώσεως του Σωτήρος Χριστού.

Αν παρόλα αυτά κάποιος πιστός ή μη αναρωτηθεί, τι ήταν τελικά το άστρο των Χριστουγέννων που οδήγησε τους Μάγους, πιστεύουμε η καλύτερη απάντηση βρίσκεται κρυμμένη στα λόγια που χάραξε ο ποιητής μας Γιώργος Δροσίνης:

«Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη

ποιος δεν το ξέρει;

Των Μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα

λάμπει τ’ αστέρι

Κι όποιος το βρη μες στ’ άλλα αστέρια

ανάμεσα και δεν το χάση

σε μια άλλη Βηθλεέμ ακολουθώντας το

μπορεί να φθάση!»

ΠΗΓΕΣ

. 1. Από το κύκλο των μεγάλων εορτών, Κωνσταντίνου Καλοκύρη

  1. Πηγαί της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, Κωνσταντίνου Καλοκύρη

  2. Καινή Διαθήκη, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδας

  3. Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», Διονύσης Σιμόπουλος «Τι ήταν το άστρο της Βηθλεέμ»

  4. .Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ

    https://missionanatolis.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 19, 2017

Τοῦ Δηµήτρη Μαυρόπουλου

«Πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας».

  Στὴ µετάφραση τῶν Ἑβδοµήκοντα ἡ λέξη «ἐκκλησία» δηλώνει τὴν σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Ἰσραήλ), καὶ τὴν πρωτοσυναντᾶµε κατὰ τὴν περίοδο τῆς συνάψεως τῆς Διαθήκης τοῦ Σινᾶ (βλ. Δευτ. ΛΑ´ 30: «καὶ ἐλάλησε Μωυσῆς εἰς τὰ ὦτα πάσης ἐκκλησίας τὰ ρήµατα τῆς ᾠδῆς ταύτης ἕως εἰς τέλος»). Οἱ Ἑβδοµήκοντα µεταφράζουν τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «καχὰλ» (qahal), ἡ ὁποία περιγράφει τὴν συγκέντρωση τοῦ λαοῦ γιὰ λατρευτικὴ πράξη. Στὶς ἑβραϊκὲς γραφὲς χρησιµοποιεῖται καὶ ὁ ὅρος «ἐντὰχ» (édah), ἡ ὁποία µεταφράζεται μὲ τὸν ὅρο «συναγωγὴ» (βλ. Δευτ. Ε´ 22: «Ταῦτα τὰ ρήµατα ἐλάλησε Κύριος πρὸς πᾶσαν συναγωγὴν ὕµων ἐν τῷ ὄρει ἐκ μέσου τοῦ πυρός»). Αὐτοὶ οἱ δύο  ὅροι, ἐκκλησία καὶ συναγωγή, χρησιµοποιοῦνται σχεδὸν ὡς ταυτόσηµοι στὰ κείµενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
.                 Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ ὅρος ἐκκλησία, τόσο στὴν ἑλληνικὴ γραµµατεία ὅσο καὶ στὴν ἰουδαϊκή, σήµαινε συνέλευση, στὴ μὲν ἑλληνικὴ ὡς πράξη λαοῦ (τοῦ Δήµου) γιὰ νὰ ληφθοῦν ἀποφάσεις πολιτικοῦ περιεχοµένου, στὴν δὲ ἰουδαϊκὴ ὡς πράξη θρησκευτικοῦ περιεχοµένου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
.                 Στὴν Καινὴ Διαθήκη τὸ περιεχόµενο τοῦ ὅρου διαφοροποιεῖται, ἕως καὶ ἀνατρέπεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀνάγει τὴν Ἐκκλησία στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τώρα ἡ ἐκκλησία δὲν εἶναι µιὰ σύναξη, µιὰ συνέλευση, ἔστω ὅσων ἔχουν κοινὴ πίστη καὶ κοινὸ προσανατολισµό, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἐπειδὴ τὰ µέλη αὐτοῦ τοῦ σώµατος εἶναι συνδεδεµένα μὲ τὸν Χριστό, συνδεδεµένα µάλιστα μὲ ἐνέργειες ποὺ χορηγεῖ τὸ Ἅγιο Πνεύµα, γι᾽ αὐτὸ τὸ ὀνοµάζουµε µυστικὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ.
.                 Ἐνῶ λοιπὸν ὁ ὅρος “ἐκκλησία” στὴν ἑλληνικὴ καὶ ἰουδαϊκὴ παράδοση εἶναι εὔκολο νὰ προσδιοριστεῖ καὶ νὰ ὁριστεῖ (σύναξη ἢ συµβούλιο τοῦ Δήµου ἢ τοῦ λαοῦ τῶν πιστῶν), στὴ χριστιανικὴ παράδοση δὲν ὑπάρχει ὁρισµὸς ὅσον ἀφορᾶ στὸ περιεχόµενο τοῦ ὅρου, τουλάχιστον μέχρι τὴν ἐµφάνιση τοῦ σχολαστικισµοῦ (12ος αἰ.), γιατί μὲ τὴν εἴσοδο στὴν ἱστορία τοῦ γεγονότος τῆς Πεντηκοστῆς ἡ Ἐκκλησία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς βιουµένη πραγµατικότητα, ἀκριβῶς γιατί ἡ σχέση τῶν πιστῶν μὲ τὸν Χριστὸ ἐνεργεῖται σὲ ὑπαρξιακὸ (ὀντολογικὸ) ἐπίπεδο καὶ ὄχι σὲ πολιτικὸ ἢ ἠθικό.
.                 Μὲ βάση τὰ ὅσα ἀναφέρθηκαν, θὰ µπορούσαµε νὰ θέσουµε τὸ ἐρώτηµα πῶς καὶ ποῦ γίνεται ἀντιληπτὴ ἡ παρουσία τῆς Ἐκκλησίας, πῶς καὶ ποῦ γινόµαστε ἐµεῖς ἐνεργὰ µέλη τῆς θείας Βασιλείας. Τὸ ἐρώτηµα προϋποθέτει βέβαια µιὰ ἐλεύθερη ἀπόφαση (ἢ πρόθεση) ἑκάστου πιστοῦ νὰ ζήσει τὴν πραγµατικότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι γιὰ νὰ µάθει γι᾽ αὐτὴν ἀλλὰ γιὰ νὰ µετάσχει σ᾽ αὐτήν. Ἂς θυµηθοῦµε, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι γιὰ ἀρκετοὺς αἰῶνες λειτουργοῦσε µιὰ «µυστηριακὴ πειθαρχία» γιὰ ὅσους µετεῖχαν στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία ἀπαγόρευε στοὺς χριστιανοὺς νὰ µιλοῦν ἢ νὰ κοινοποιοῦν στοὺς ἐκτὸς ὅ, τι ἀφοροῦσε στὰ λεγόµενα ἢ τεκταινόµενα στὶς ἱερὲς συνάξεις (βλ. Μ. Ἀθανασίου, Ἀπολογητικὸς Β, ΙΑ 2: «οὐ χρεῖ τὰ µυστήρια ἀµυήτοις τραγῳδεῖν, ἵνα µὴ Ἕλληνες μὲν ἀγνοοῦντες γελῶσι, κατηχούµενοι δὲ περίεργοι γενόµενοι σκανδαλίζωνται».
.                 Ἡ µονοσήµαντη ἀπάντηση στὸ ἐρώτηµα δὲν εἶναι εὔκολη, γιατί ἀπὸ πολὺ νωρὶς (3ος αἰώνας) ἐµφανίστηκαν καὶ διαµορφώθηκαν δύο τάσεις, συνήθως αὐτονοµηµένες, μέσῳ τῶν ὁποίων βιώνεται τὸ µυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ μία ἀντιλαµβάνεται τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ὡς μία διαρκῆ ἄσκηση ποὺ ἀποβλέπει στὴν ἐσωτερικὴ κάθαρση τοῦ πιστοῦ καὶ ποὺ ἐπιτρέπει τὴν «καλὴν ἀλλοίωσιν» τῆς φύσεως (τὸν φωτισµὸ τοῦ νοὸς ἢ τῆς καρδίας), ἄσκηση ποὺ ἐνεργεῖται κατ᾽ ἐξοχὴν στὶς κοινότητες τῶν µοναχῶν καὶ ποὺ ἐµπεριέχει ἐπίσης ἕνα διαρκῆ πόλεµο ἐναντίον τῶν παθῶν καὶ τῶν δαιµονικῶν ἐνεργειῶν. Ἡ ἄλλη ἀντιλαµβάνεται αὐτὴ τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ὡς µετοχὴ στὴν πράξη τῆς θείας Εὐχαριστίας, πράξη στὴν ὁποία γιὰ νὰ φτάσει ὁ πιστὸς χρειάζεται ἐπίσης διαρκῆ ἄσκηση, ποὺ θὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, κατάσταση ποὺ τὴν ὀνοµάζουµε «µυστήριον τῆς υἱοθεσίας».
.                 Οἱ δύο αὐτὲς ὁδοὶ δὲν ἔπαψαν μέχρι σήµερα συχνὰ νὰ «συγκρούονται», παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐµφανίστηκαν συνθέσεις, μὲ κορυφαῖες αὐτὲς ποὺ πρότειναν ὁ ἅγιος Μάξιµος Ὁµολογητής (6ος αἰώνας) καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαµᾶς (14ος αἰώνας), οἱ ὁποῖες συµποσοῦνται στὴν ἑξῆς μία: ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας βρίσκεται στὴ σύνθεση ἀσκήσεως καὶ θείας Λειτουργίας.Ἐνδιαφέρουσα εἶναι καὶ ἡ περίπτωση τῆς συνθέσεως ποὺ ἐµφανίστηκε τὸν 11ο αἰώνα μὲ τὴν καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, σύµφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ αὐτόνοµη ἔκφραση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους μέσῳ τῆς ἄσκησης ἢ μέσῳ τῆς θεωρίας (θεολογίας) ἢ μέσῳ τῆς µετανοίας ὡς ἔµπρακτης ἀγάπης πρὸς τὸν ἑαυτό, πρὸς τὸν πλησίον καὶ πρὸς τὸν Θεό, εἰσάγει µιὰ διακινδύνευση καὶ µιὰ σύγχυση, ἐνῶ ἡ σύνθεση καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐπὶ μέρους ὁδῶν ὁδηγεῖ στὴν ἐγχρίστωση καὶ θεογνωσία.
.                 Εἶναι γνωστὸ ὅτι ναὶ μὲν δὲν µποροῦµε νὰ ὁρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κάνει περιττῶς καὶ ἐσφαλµένως ἡ σχολαστικὴ θεολογία ἔχοντας ἐπηρεάσει τὰ δογµατικά µας ἐγχειρίδια, περισσεύουν ἐν τούτοις οἱ ἀναφορὲς ποὺ τὴν περιγράφουν καὶ τὴν προσδιορίζουν. Πρόκειται γιὰ µιὰ εἰκονολογικὴ προσέγγιση βιουµένης πραγµατικότητας. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καταθέτει µερικὲς εἰκόνες ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἐκκλησία ὡς σχέση τῶν πιστῶν µαζί του:
α) ἄµπελος καὶ κλήµατα («Ἐγώ εἰµι ἡ ἄµπελος, ὑµεῖς τὰ κλήµατα» [Ἰωάν. ιε´ 5])
β) οἰκοδοµὴ («ἐπὶ ταύτην τὴν πέτραν [= τὴν ὁµολογία πίστεως] οἰκοδοµήσω µου τὴν ἐκκλησίαν» [Ματθ. ιϛ´ 18], καὶ ἐµµέσως «λίθον ὃν ἀπεδοκίµασαν οἱ οἰκοδοµοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας» [Ματθ. κα´ 42])
γ) ποίµνη («Ἐγώ εἰµι ὁ ποιµὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐµὰ καὶ γινώσκοµαι ὑπὸ τῶν ἐµῶν» [Ἰωάν. ι´ 14]) .
.               Στὴν θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου θὰ ἐπαναληφθεῖ ἡ εἰκόνα τῆς οἰκοδοµῆς, ποὺ εἰσήγαγε ὁ Χριστός, καὶ θὰ ἀναπτυχθεῖ περισσότερο («ἐποικοδοµηθέντες ἐπὶ τῷ θεµελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν, ὄντος ἀκρογωνιαίου αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ πᾶσα ἡ οἰκοδοµὴ συναρµολογουµένη αὔξει εἰς ναὸν ἅγιον ἐν Κυρίῳ ἐν ᾧ καὶ ὑµεῖς συνοικοδοµεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύµατι» [Ἐφεσ. β´ 20-22]). Κυρίως ὅμως θὰ εἰσαχθεῖ καὶ θὰ ἀναπτυχθεῖ ἡ εἰκόνα τοῦ σώµατος, τοῦ ὁποίου µέλη εἶναι οἱ πιστοὶ καὶ κεφαλὴ ὁ Χριστὸς («πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ ἥτις ἐστὶ τὸ σῶµα αὐτοῦ, τὸ πλήρωµα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουµένου [Ἐφεσ. α´ 22]), εἰκόνα ποὺ παγιώθηκε ὡς ἀκριβέστερη ὅλων καὶ ἔγινε οἰκεία στὴν πατερικὴ θεολογία, ἡ ὁποία θεµελίωσε τὴν ἀντίληψη τοῦ µυστικοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Μάλιστα, στὴν πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολή, συνδέοντας τὴν εἰκόνα τοῦ σώµατος μὲ τὴν γαµήλια σχέση στοὺς ἀνθρώπους, εἰσάγει καὶ τὴν εἰκόνα τῆς γαµήλιας σχέσης Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας («καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ρήµατι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, µὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾽ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄµωµος» [Ἐφεσ. ε´ 26-27]).
.           Σ᾽ αὐτὴ τὴν εἰκόνα τῆς γαµήλιας σχέσης Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας θὰ στηρίξει καὶ θὰ ἀναπτύξει ὁ συγγραφέας τῆς Ἀποκαλύψεως τὴν θεολογία ἑνὸς θείου ἔρωτα, σύµφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἀποστέλλει τὸν Υἱό του γιὰ νὰ λυτρώσει τὴ Γυναίκα (= Ἐκκλησία) καὶ νὰ τὴν συνάψει μὲ τὸν Νυµφίο Χριστό, ὁ ὁποῖος ὡς ἐσφαγµένο Ἀρνίο τὴν περικλείει στὴν ἀγκαλιά του καὶ ἑνώνεται µαζί της («Χαίρωµεν καὶ ἀγαλλιώµεθα καὶ δῶµεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάµος τοῦ ἀρνίου, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἡτοίµασεν ἑαυτήν» [Ἀποκ. ιθ´ 7]).

«Τί σηµαίνει ἆραγε ἡ ἔκφραση “ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ”;»

Στὸ προηγούμενο ὑπογραµµίσαµε ὅτι δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ὁλοκληρωµένος ὁρισµὸς γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας – καὶ πάντως δὲν ἔχει διατυπωθεῖ ἀπὸ τὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ παράδοση, ἀφοῦ τὸ περιεχόµενό της ἀναδυόταν µέσῳ µιᾶς βιουμένης πραγµατικότητας. Ὡστόσο, ἀναπτύχθηκε µιὰ θεολογία γιὰ τὴν προσέγγιση αὐτῆς τῆς ταυτότητας µέσῳ εἰκονολογικῆς γλώσσας ποὺ ἀντλεῖ τὸ περιεχόµενό της ἀπὸ τὸ µέλλον, ἀπὸ τὴν κατάσταση τῆς ἐρχοµένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Κυριαρχοῦσα εἰκόνα ποὺ µᾶς ἐπιτρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ «σώµατος», καὶ µάλιστα µὲ τὴν ἐξειδίκευση «σῶµα Χριστοῦ». Τί θὰ µποροῦσε, λοιπόν, νὰ σηµαίνει ἡ ἔκφραση: «ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶµα Χριστοῦ»;
.                 Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ διατύπωση αὐτὴ πρωτοεισάγεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο στὴν Α´ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ τοῦ προκειµένου νὰ καταγγείλει τὶς φυγόκεντρες τάσεις ποὺ ἐµφανίζονταν στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν, ἰδιαίτερα στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη, τονίζοντας ὅτι: «Ὑµεῖς δὲ ἐστε σῶµα Χριστοῦ καὶ µέλη ἐκ µέρους» (Α´ Κορ. ιβ´ 17), ἀφοῦ προηγουµένως ἔχει ἐπισηµάνει: «ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶµα οἱ πολλοὶ ἐσµεν οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου µετέχοµεν» (Α´ Κορ. ι´ 17). Ἕνα ἔτος ἀργότερα θὰ ἐπεξεργαστεῖ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, ὅσον ἀφορᾶ στὴν Ἐκκλησία, στὴν πρὸς Ρωµαίους ἐπιστολή: «καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι». (Ρωµ. ιβ´ 4-8), ἀναπτύσσοντας τὴν ἱεραρχικὴ καὶ χαρισµατικὴ δοµὴ τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργηµάτων, ποὺ ναὶ µὲν ἀναδεικνύουν τὴν ἑτερότητα, διασώζουν ὅμως τὴν ἑνότητα.
.             Ἡ πληρέστερη ὅμως περιγραφὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ἀναπτύσσεται στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή. Ἐκεῖ, ἀφοῦ θεµελιώσει τὴν ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος στὴ µία καὶ µοναδικὴ πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἀντλεῖται («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα, εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑµῖν»), ἀφοῦ ἐπίσης ἀναδείξει τὴν ἑτερότητα ἑνὸς ἑκάστου τῶν πιστῶν («ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡµῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ µέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ»), ἀφοῦ ἐπίσης ὑπογραµµίσει τὴ διάκριση τῶν λειτουργηµάτων («Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς µὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιµένας καὶ διδασκάλους»), κορυφώνει τὴν περιγραφὴ γιὰ νὰ δηλώσει τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας («πρὸς τὸν καταρτισµὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, µέχρι καταντήσωµεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ»). Γι᾽ αὐτὸ καὶ µπορεῖ τώρα νὰ εἰσαγάγει τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ποὺ ἀνάγει τὴν Ἐκκλησία σὲ θεῖο γεγονός, ἀφοῦ ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή της καὶ τὴν ἑνότητά της ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος τῶν πιστῶν («ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ᾽ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ» (βλ. Ἐφεσ. δ´ 4-16 passim). Στὴν ἴδια ἐπιστολὴ ἀνάγει αὐτὴ τὴ σχέση σώµατος καὶ κεφαλῆς σὲ νυµφικὴ σχέση Χριστοῦ καὶ Ἐκκλησίας: «ὡς καὶ ὁ Χριστὸς κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας, καὶ αὐτός ἐστι σωτὴρ τοῦ σώµατος» (Ἐφεσ. ε´ 23).
.                 Δύο ἀκόµη ἀναφορὲς στὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ ὑπάρχουν στὴν πρὸς Κολοσσαεῖς ἐπιστολή, οἱ ὁποῖες κατ᾽ οὐσίαν ἀποτελοῦν ἐπαναλήψεις ὅσων ἀναπτύχθηκαν στὶς προηγούµενες καταγραφές, ἴσως ἐµφαντικότερα, µιᾶς καὶ ἔχουν ἀποφθεγµατικὸ χαρακτήρα: α) «Καὶ αὐτός ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τῆς ἐκκλησίας» (Κολ. α´ 18), καὶ β) « Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία» (Κολ. ι´ 24).
.                   Σύµφωνα µὲ τὴ θεολογία τοῦ Παύλου, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα γεγονός, µιὰ κατάσταση ποὺ συµβαίνει. Ἔρχεται ἀπὸ τὴν αὐγὴ τῆς ἱστορίας, δρᾶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ πορεύεται πρὸς τὰ ἔσχατα ἔρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη βούληση τοῦ Θεοῦ («ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν», Γέν. Α´ 26) καὶ πορεύεται πρὸς τὴ Βασιλεία του, µὲ µέγα σταθµὸ τὴν παρουσία καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Μέλη της εἶναι οἱ φίλοι του, στὴ µὲν προχριστιανικὴ πορεία της οἱ δίκαιοι τῆς Π. Διαθήκης (βλ. Ἰακ. β´ 23: «ἐπίστευσε δὲ Ἀβραὰµ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος Θεοῦ ἐκλήθη», καὶ Ἔξ. ΛΓ´11 : «καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἴ τις λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον»), στὴ δὲ χριστιανικὴ πορεία της τὰ βαπτισµένα µέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες (βλ. τὴ δήλωση τοῦ Χριστοῦ: «ὑµεῖς φίλοι µού ἐστε, […] ὑµᾶς δὲ εἴρηκα φίλους» (Ἰωάν. ιε´ 14-15). Ὅλοι αὐτοὶ οἱ φίλοι τοῦ Νυµφίου ἀποτελοῦν µέλη σώµατος ποὺ κεφαλή του εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, ὡς σῶµα τῆς Ἐκκλησίας, λαµβάνει ὑπόσταση ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.
.                 Τὰ µέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἅγια, ἐπειδὴ µὲ τὸ βάπτισµα λαµβάνουν τὴ σφραγίδα τῆς θείας χάρης, καὶ ἡ ἑνότητά τους πηγάζει ἀπὸ αὐτὴ ἀκριβῶς τὴ µία θεία χάρη («εἷς Κύριος, µία πίστις, ἓν βάπτισµα»). Καὶ ἡ ζωὴ τῶν πιστῶν εἶναι µία διαρκὴς πορεία πρὸς µία ἁγιότητα ποὺ τοὺς εἶναι δοσµένη οὕτως ἢ ἄλλως, ἀλλὰ ποὺ χρειάζεται νὰ εἶναι πάντα ἐνεργός. Ἤ, ὅπως δηλώνουν τὰ ἁγιολογικά µας κείµενα, µία πορεία πτώσεων καὶ ἀναστάσεων, µὲ κυρίαρχο ὅπλο καὶ µέσο τὴν µετάνοια. Ἐνδιαφέρον καὶ σηµαντικὸ εἶναι ἐπίσης νὰ γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἑνότητα τῶν µελῶν τοῦ σώµατος δὲν αἴρει τὴ µοναδικότητα ἑνὸς ἑκάστου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μποροῦµε ἑποµένως νὰ ἀντιληφθοῦµε τὴ δυναµικὴ τῆς σχέσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν ἕνα ἕκαστο, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνάµεσα στοὺς πολλοὺς καὶ στὸν Ἕνα, τὸν Χριστό.
.                 Τὴν εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ θὰ τὴν παραλάβει ἡ πατερικὴ θεολογία καὶ θὰ οἰκοδοµήσει σ᾽ αὐτὴν τὴ διδασκαλία της γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ διατύπωση ἀπαντᾶται στοὺς ἁγίους Κλήµη Ρώµης καὶ Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας (τέλη 1ου καὶ ἀρχὲς 2ου αἰ.). Ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος (µέσα 2ου καὶ ἀρχὲς 3ου αἰ. χαρακτηρίζει τὴν Ἐκκλησία «µέγα καὶ ἔνδοξον σῶµα Χριστοῦ», ὁ Μ. Ἀθανάσιος τὴν προσδιορίζει ὡς «πνευµατικὸ σῶµα» καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος ὡς «πνευµατικὴ σάρκα». Στὰ “Ἀσκητικά” του ὁ Μ. Βασίλεως ὑπογραµµίζει τὴν ἁρµονία καὶ τὸ ἀστασίαστον αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ φυλάσσεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος: «Ταύτης τῆς τάξεως ἐν πνευµατικῷ συστήµατι φυλασσοµένης, δειχθήσεται, ὅτι ὄντως ἐσµὲν σώµα Χριστοῦ, καὶ µέλη ἐκ µέρους, τὴν ἁρµονίαν τῆς συναφείας καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους ἀστασίαστον ἕνωσιν διαπαντὸς φυλάττοντες» (Ἀσκητικά, PG 31,1421).
.             Τὸν 13ο ὅμως αἰ, ποὺ ἔχουµε τὴν εἴσοδο τοῦ σχολαστικισµοῦ (ὁ ὁποῖος µᾶς ταλαιπωρεῖ µέχρι σήµερα καὶ µᾶς σκοτεινιάζει τὴν ἀληθινὴ ἐκκλησιαστικὴ ζωή µας), εἰσάγεται τὸ ἐπίθετο «µυστικὸς» καὶ ἐµφανίζεται ἡ διατύπωση «µυστικὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysticum), ἀντὶ τῆς διατύπωσης «µυστηριακὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ» (corpus Christi mysteriacum ἢ mystericum) ποὺ εἶχε εἰσαγάγει ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (4ος αἰ.). Ἡ καινοτοµία αὐτὴ δὲν εἶναι ἀµελητέα, γιατί µετακινεῖ τὸ περιεχόµενο τῆς Ἐκκλησίας σὲ µιὰ ἀόρατη, κρυφὴ ἀντίληψη. Ἀντὶ νὰ σηµαίνει τὸ σῶµα τοῦ ὁποίου ἡ ζωὴ «κέκρυπται» σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ, εἰσάγει τὴν ἀντίληψη µιᾶς ἀτοµικιστικῆς ἑνώσεως τῶν ἀνθρώπων µὲ τὸν Θεό, εἴτε µὲ τὴν ἁγιάζουσα χάρη εἴτε µὲ τὴ χάρη τοῦ προορισµοῦ, χωρὶς δηλαδὴ τὴ σχέση καὶ τὴν ἀνάγκη µιᾶς ὁρατῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴ Μεταρρύθµιση µάλιστα ἡ Ἐκκλησία ἔγινε ἀντιληπτὴ ὡς ἄσαρκη καὶ ἀόρατη, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἱεραρχίας, δράσεως ἢ ὀργανώσεως –οὔτε κἂν µυστηρίων.
.                 Θὰ συνεχίσουµε ὅμως τὴν ἐξέταση τοῦ περιεχοµένου τῆς εἰκόνας τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ.

«Εἶναι παγίδα νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».

Στὸ παρὸν ἄρθρο θὰ προσεγγίσουµε τὶς συνέπειες ποὺ ἱδρύονται ἀπὸ τὴν ἀντίληψη τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ:
.           α) Ἡ ἑνότητα τῶν πολλῶν μὲ ἕναν ἕκαστο καὶ ἀντίστροφα: Σύµφωνα μὲ τὴν περιγραφὴ ποὺ μᾶς παρέχει ὁ ἀπόστολος Παῦλος («Ὑµεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ µέρους», Α´ Κορ. ιβ´ 27) καὶ στὴν πρὸς Ρωµαίους («καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη, Ρωμ. ιβ´ 4-5), ἡ ἔνταξη τῶν πολλῶν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ (τὴν Ἐκκλησία) ἀναδεικνύει ἑνότητα τῶν µελῶν µεταξύ τους καὶ μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος (τὸν Χριστό), διαφυλάσσοντας συγχρόνως τὴν ἑτερότητα ἑκάστου μέλους. Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι ἡ ἑτερότητα ἑκάστου πιστοῦ, τὸ µοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τοῦ προσώπου του, ἀναδύεται ἀκριβῶς λόγῳ τῆς σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Τέτοια ὑπαρξιακοῦ περιεχοµένου σχέση ἱδρύεται μὲ τὸ βάπτισµα ἑκάστου πιστοῦ, μὲ τὸ ὁποῖο καταργοῦνται οἱ φυσικὲς σχέσεις (οἰκογενειακές, φυλετικὲς ἢ κοινωνικὲς) καὶ ἐγκαινιάζονται οἱ πνευµατικές, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι µιὰ νέα, μὴ βιολογικὴ γέννηση, δι᾽ ὕδατος καὶ Πνεύµατος, μᾶς εἰσάγει σὲ νέο τρόπο ὕπαρξης. Αὐτὴ ἡ νέα πραγµατικότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴ µέλλουσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ νοηµατοδοτεῖ τὸν παρόντα βίο τῶν πιστῶν. Ψηλαφεῖται ὡς πραγµατικότητα καὶ ὡς νέα βιωτή, ναὶ µὲν στὴ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ, κυρίως ὅµως στὴν ἔκφρασή της ἐντὸς τῆς θείας Λειτουργίας.
.               Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀπὸ τὰ ἀποστολικὰ χρόνια ὣς σήµερα, στὴν θεία Λειτουργία προσερχόµαστε ἀφήνοντας πίσω τὶς µέριµνες τοῦ βίου («πᾶσαν τὴν βιωτικὴν ἀποθώµεθα µέριµναν … »), ἀλλὰ καὶ τὴν ἀτοµικότητα μας. Ὑπόβαθρο ἀλλὰ καὶ ἐνεργούµενο στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη εἶναι ἡ ἑνότητα τῶν πολλῶν στὸ ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος στὴν θεία Λειτουργία ἐκφέρεται σὲ πληθυντικὸ ἀριθµὸ (µὲ δύο ἐξαιρέσεις: α) τὴν µυστικὴ εὐχὴ τοῦ ἱερέα πρὸς τὸν Χριστό, νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ λειτουργήσει ὡς ὁ Χριστὸς ἀναµεσά μας: «ἱκάνωσόν µε […] ἱερουργῆσαι τὸ ἅγιον καὶ ἄχραντόν σου σῶµα σου καὶ τὸ τίµιον αἷµα», καὶ β) τὸ Σύµβολο τῆς Πίστεως ποὺ ἀποτελεῖ τὴν ἐγγύηση ἑνὸς ἑκάστου γιὰ τὴν ἔγκυρη παρουσία του στὸ εὐχαριστιακὸ δεῖπνο. Αὐτὸ ἐπίσης σηµαίνει ὅτι ἡ σωτηρία τοῦ πιστοῦ δὲν εἶναι ἀτοµική, ἀλλὰ ἐνεργεῖται µέσῳ σχέσης μὲ τοὺς πολλούς, καὶ βέβαια τῶν πολλῶν σὲ σχέση μὲ τὸν ἕνα Χριστό. Ἡ διατύπωση τοῦ ἀποστόλου Ἰωάννου εἶναι ἐξαιρετικὰ εὔστοχη στὸ σηµεῖο αὐτό: «Καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχοµεν ἀπ᾽ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ» (Α´ Ἰωάν. δ´ 21).

.               β) Ἡ σχέση τῶν µελῶν τοῦ σώµατος (τῶν πιστῶν) μὲ τὴν κεφαλὴ (τὸν Χριστό): Ἡ ἁγιότητα ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς πολίτες τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἀντλεῖται ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα πρὸς τοὺς πιστοὺς χαρίζεται, εἶναι δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ σὲ ὅσους ἐπιθυµοῦν νὰ Τοῦ ἀνήκουν. Πρόκειται γιὰ συνθήκη ποὺ τὴν ζοῦµε µέσα στὴ θ. Λειτουργία καὶ γνωρίζουµε τὴν σηµασία της, δεδοµένης τῆς ἁµαρτωλότητάς μας καὶ τῆς ροπῆς τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἀµαρτία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ ἱερέας ὑψώνει τὰ τίµια Δῶρα, γιὰ νὰ μᾶς προσκαλέσει στὴν κοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ἐπισηµαίνει: «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», γιὰ νὰ λάβει τὴν ἐνσυνείδητη ἀπάντησή μας ὅτι ἅγιος εἶναι ἕνας καὶ µόνον: «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Δὲν προσερχόµαστε στὴν θ. Κοινωνία μὲ ἀπαιτήσεις ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἀντικειμενικὲς πρακτικὲς εὐσέβειας καὶ ἀρετῆς, ἀλλὰ ἀποδεχόµενοι αὐτὴ τὴν δωρεὰ ποὺ μᾶς παρέχει ἡ ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ. Τὸ κρίσιμο στοιχεῖο ποὺ θὰ ἐπιτρέψει στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν θεία χάρη, τὴν θεία υἱοθεσία, εἶναι ἡ ἄσκηση τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς ἑκάστου πιστοῦ, ἔστω καὶ ὡς πρόθεση («… καὶ τὴν πρόθεσιν ἐπαινεῖ», ἐπισηµαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστοµος). Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁµολογητής (Πρὸς Θαλάσσιον, Λ´, PG 90, 369Α) ὑπογραµµίζει ὅτι «διὰ τὴν ἀλήθειαν ἐστιν ἡ ἀρετή, ἀλλ᾽ οὐ διὰ τὴν ἀρετὴν ἡ ἀλήθεια».
.                   Αὐτὰ ὅλα σηµαίνουν ὅτι μὲ τὸ βάπτισµά του κάθε πιστὸς ἐντάσσεται στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο τὸν ὁδηγεῖ ὡς μέλος του στὴν ἕνωση μὲ τὸν Χριστὸ καὶ στὸν ἁγιασµό του. Ὁ Χριστὸς ἁγιάζει τὸ σῶµα του καὶ κατὰ συνέπεια κάθε μέλος του. Στὴν πρώτη χριστιανικὴ περίοδο ἡ Ἐκκλησία ὑποδεχόταν τὸν νεοφώτιστο, τὸν ἔχριε μὲ τὶς δωρεὲς τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος (Χρῖσµα) καὶ τὸν ἕνωνε διὰ τῆς θ. Κοινωνίας μὲ τὸν Χριστό. Τὸ Βάπτισµα δηλαδὴ δὲν εἶναι ἰδιωτικὴ ὑπόθεση ποὺ ἀφορᾶ στὴ φυσικὴ οἰκογένεια (µὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους), ὅπως φαίνεται νὰ γίνεται σήµερα, ἀλλὰ ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας. Μετὰ τὴ βάπτιση κάθε πιστὸς αὐξάνει καὶ σώζεται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας ὡς μέλος τοῦ σώµατος Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν κεφαλή του, τὸν Χριστό: «Εἰς οἰκοδοµὴν τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, µέχρι καταντήσωµεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς µέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώµατος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφ. δ´ 12-13).

.              γ) Τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ λειτουργήµατα ἐντὸς αὐτοῦ: Εἶναι γνωστὴ ἡ περιγραφὴ τῶν διακονηµάτων ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ ἀναπτύξει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐντάσσοντας ἕκαστο μέλος τοῦ σώµατος Χριστοῦ σὲ συναρµογὴ μὲ τὰ ἄλλα μέλη καὶ τελικὴ ἀναφορὰ στὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό: «καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι μέλη πολλὰ ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, ὁ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι.» (Ρωµ. ιβ´ 4-8). Αὐτὴ ἡ περιγραφὴ ἐπαναλαµβάνεται, κατὰ κάποιο τρόπο, καὶ στὴν πρὸς Ἐφεσίους ἐπιστολή του, μὲ σαφῆ ἀναφορὰ στοὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκκλησίας, σ αὐτὸ ποὺ ὀνοµάζουµε «Ἱεραρχία»: «Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. [ … ] Καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους» (δ´ 7 καὶ 11). Ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας συµβάλλουν στὴν αὔξηση τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτὸ καὶ κάθε πιστὸς ἀντλεῖ ἀπὸ τοὺς ἄλλους νόηµα ὕπαρξης. Λαὸς καὶ κλῆρος συνεργάζονται σ᾽ αὐτὴ τὴν ἁγιαστικὴ αὔξηση. Εἶναι λάθος νὰ ἀποµονώνουµε τὴν Ἐκκλησία ὡς ὑπόθεση τῶν κληρικῶν καὶ µάλιστα νὰ ἀντιπαρατιθέµεθα σὲ µιὰ τέτοια Ἐκκλησία, ποὺ τὴν ἀντιλαµβανόµαστε σὰν νὰ μὴν τῆς ἀνήκουµε. Κλῆρος καὶ λαὸς εἴµαστε μέλη τοῦ ἑνὸς καὶ µόνου σώµατος τοῦ Χριστοῦ, ὅλοι ἀµαρτωλοὶ ποὺ πορευόµαστε πρὸς τὴν ἁγιότητα, ἐπειδὴ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ὁ Χριστός, εἶναι ἅγιος.

.                Ἐπίκαιρες ὡς πρὸς τὸ θέµα μας θεωρῶ δύο καταγραφὲς ποὺ παραθέτει ὁ Ζήσιµος Λορεντζάτος στὸ ἔργο του Collectanea
α) τὴν 192: «Ἡ Ἐκλησία εἶναι κλῆρος καὶ λαός. Ὅπως µέσα στὸ λαὸ ὑπάρχουν παλιάνθρωποι, ἔτσι καὶ µέσα στὸν κλῆρο ὑπάρχουν παλιάνθρωποι. Γιὰ τοῦτο βαφτιστήκαµε Χριστιανοί: γιὰ νὰ ἔχοµε τὴ δυνατότητα νὰ δοκιμάσοµε (ἂν θέλοµε) νὰ πάψοµε νὰ εἴµαστε παλιάνθρωποι ἢ µοναχὰ ἄνθρωποι ἁµαρτωλοί. Κάθε φορὰ ποὺ ἀκούω σκάνδαλα στὸν κλῆρο («τῶν ἡµετέρων ἁµαρτηµάτων») προσπαθῶ νὰ μὴν κάνω διάκριση ἀπὸ σκάνδαλα ποὺ ἀκούω στὸ λαὸ («τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοηµάτων»). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ ποὺ στεγάζει καὶ τὰ µὲν καὶ τὰ δέ, µιὰ ποὺ στὴν Ἑλλάδα ὅλοι οἱ κάτοικοι εἶναι Ὀρθόδοξοι. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μᾶς στεγάζει ὅλους, μὲ τὰ ἐλαττώµατά μας ἢ τὶς παλιανθρωπιές μας -καὶ τὰ προτερήµατά μας, ἂν ἔχοµε- ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ὑποσχεµένη δυνατότητα νὰ πάψοµε ἀποτελεσµατικὰ νὰ εἴµαστε παλιάνθρωποι ἢ µοναχὰ ἄνθρωποι ἁµαρτωλοὶ καὶ νὰ ἐπωφεληθοῦµε (ἂν θέλοµε) ἀπὸ τὸ θεοτικὸ «ἀµέτρητον ἔλεος». Τί σκάνδαλα στὸν κλῆρο, τί σκάνδαλα στὸ λαό, σκάνδαλα δικά μας εἶναι καὶ τὰ δυό, σκάνδαλα τοῦ κόσµου τούτου. Πῶς ἔλεγε ὁ Πλάτωνας; “Αἰτία ἑλοµένου, θεὸς ἀναίτιος”».
.          καὶ
β) τὴν 895: «Ἔφυγε καὶ ὁ Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς Γέροντες -πνευµατικοπαίδι μὲ τὴν ἀράδα του καὶ αὐτὸς τοῦ Ἀρσενίου ἀπὸ τὰ Φάρασα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (ἀπὸ τὰ Φάρασα καὶ αὐτὸς)- ποὺ ἀξιώθηκα νὰ διαβάσω βιβλίο του ἢ νὰ γνωρίσω στὴ ζωή µου. Νὰ ἔχει τὴν εὐχή του ὁ κόσµος ὅλος καὶ ἰδιαίτερα οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅσοι θέλουν, γιὰ τὸν ἕνα ἢ γιὰ τὸν ἄλλο λόγο, νὰ διορθώσουν ἐκεῖνοι τὴν Ἐκκλησία ἀντὶ νὰ διορθώσει ἡ Ἐκκλησία ἐκείνους. Ἀμήν!».
.         Λόγος ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ προαιώνια βουλὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι κοινωνία προσώπων ἀσυγχύτως καὶ ἀδιαιρέτως, τὸ ἴδιο τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κοινωνία προσώπων. Ἡ Ἐκκλησία σώζει τὸν κόσµο μὲ αὐτὸ ποὺ εἶναι: σῶμα Χριστοῦ. Κι ἂν δεχόµαστε ὅτι ὁ Χριστὸς σώζει τὸν κόσµο, τὸ δεχόµαστε γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι Ἐκκλησία. Εἶναι ματαιοπονία, καὶ µάλιστα παγιδευτική, νὰ νοµίζει κάποιος ὅτι µπορεῖ νὰ φτάσει στὸν Χριστό, προτοῦ ἐνταχθεῖ στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Χριστὸς τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος. Διάσταση µεταξύ τους δὲν ὑπάρχει. Ἡ κεφαλὴ «ἐκτρέφει καὶ θάλπει» τὸ σῶµα, καὶ τὸ σῶμα ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν κεφαλή. Οὔτε ἡ ἀµαρτία, ἐγγενὴς ροπὴ τῆς ἀνθρώπινης φύσης, µπορεῖ νὰ διαιρέσει τὸ σῶμα ἀπὸ τὴν κεφαλή. Ἡ θεραπεία τῆς ἁµαρτίας (ἢ ἀπὸ τὴν ἁµαρτία) συντελεῖται ἐντὸς τοῦ σώµατος, ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.

«Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ “µυστήριο” τῆς θείας Εὐχαριστίας»

Νομίζω ὅτι ἔχει γίνει κατανoητό, ἀπὸ ὅσα εἴπαµε μέχρι τώρα, ὅτι τὸ «σωµα Χριστοῦ» εἶναι τὸ σῶµα ἑνὸς λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡ ἑνότητα προκύπτει ἀπὸ τὴ σχέση τῶν µελῶν του µεταξύ τους καὶ ὅλων μὲ τὴν κεφαλὴ τοῦ σώµατος, τὸν Χριστό. Ὅταν λοιπὸν µιλᾶµε γιὰ Ἐκκλησία, ἐννοοῦµε ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θεο-ίδρυτο σῶµα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἱδρύθηκε µὲν τὴν ἡµέρα τὴ µεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς, λαµβάνει ὅμως ὑπόσταση ἀπὸ τὸ μέλλον, ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται παροῦσα ἐδῶ καὶ τώρα μέσα στὴν θεία Εὐχαριστία.
.               Ἐὰν δεχθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἁγίου Μαξίµου ὅτι «εἰκών ἐστι τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Ἐκκλησία … (Μυσταγωγία, Α´, 77), µἐ ἐξειδικευµένη μάλιστα ἀναφορὰ στὴ θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία προσεγγίζει ὡς οὐσιώδη µετοχή μας στὴ ζωὴ τῆς τριαδικῆς θεότητας, τότε δικαιούµαστε νὰ παρακολουθήσουµε τὰ τελούµενα -καλύτερα, τὰ συµβαίνοντα- στὴν εὐχαριστιακὴ μας σύναξη, καὶ νὰ ποῦµε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ὁρατὸς τόπος, στὸν ὁποῖο πραγµατοποιεῖται ἡ συναγωγὴ τῶν διεσκορπισµένων τέκνων τοῦ Θεοῦ εἰς ἓν διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἡ σύναξη αὐτὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς τῆς Ἱστορίας, ὡς πράξη ὅμως συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ θεία Βασιλεία, ξανακάνει τὴν Ἱστορία Ἱερή, συνδέοντας κατὰ συνέπεια ἕκαστο μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ μὲ τὰ ἄλλα μέλη του, καὶ συγχρόνως μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό. Τὰ συµβαίνοντα (τὸ γεγονὸς) ποὺ ἀναδεικνύει αὐτὴ τὴν κατάσταση, τὸ βιώνουµε στὴ θεία Εὐχαριστία, κατὰ τὴν ὁποία, μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Χριστό, ὁ οὐράνιος Πατέρας ἀποδέχεται τὴν προσφορὰ τῆς Δηµιουργίας ἐκ μέρους μας ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς τροφῆς μας (ψωµὶ καὶ κρασί, τὴν µεταβάλλει σὲ σῶµα καὶ αἷµα τοῦ Υἱοῦ Του καὶ µᾶς «ἀντικαταπέµπει» τὴν ἴδια τὴν Δηµιουργία του ἐγχριστωµένη, δηλαδὴ ὡς θεία Βασιλεία, καθιστώντας μας μέλη της.
.               Μιὰ τέτοια ἐπισήµανση, ποὺ ἀντιλαµβάνεται τὴ θεία Εὐχαριστία ὡς τὴν κύρια ἔκφραση τοῦ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας, παρουσιάζεται κατὰ τὸν 14ο αἰ. ἀπὸ τὸν Νικόλαο Καβάσιλα, σήµερα ἅγιο της Ἐκκλησίας. Ὁ Καβάσιλας δείχνει νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὴν σταδιακὴ εἴσοδο τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ στὴ θεολογία, ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατυπώσει ὁρισµοὺς γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ, ὅπως ἔχουµε πεῖ, ἀπουσιάζει ἀπὸ τὴν θεολογία τῶν Πατέρων ὁρισµὸς τῆς Ἐκκλησίας ὣς τὸν 13ο αἰώνα, ἀφοῦ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀντιλαµβάνονταν ὡς βιούµενη πραγµατικότητα. Πράγµατι, µετὰ τὸν 13ο αἰ. ἀρχίζει νὰ ἐπηρεάζει τὴν θεολογία τῆς Ὀρθοδοξίας ἕνα ρεῦµα σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀναπτύχθηκε στὴ δυτικὴ θεολογία, τὸ ὁποῖο, παρὰ τὶς σποραδικὲς ἀντιδράσεις καὶ ἀντιστάσεις, κατέκλυσε τελικὰ τὴ θεολογία μας, ὅπως τουλάχιστον ἐµφαίνεται στὰ ἐγχειρίδια τῶν τελευταίων αἰώνων. Γιὰ παράδειγµα, καὶ σὲ σχέση μὲ τὸ θέµα μας, ἀναφέρω ὅτι στὰ δογµατικὰ ἐγχειρίδια (περιλαµβανοµένων τῶν γνωστῶν Ὁµολογιῶν τοῦ 17ου καὶ 18ου αἰ.), ἡ θ. Εὐχαριστία γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ µυστήρια ποὺ διαµορφώνουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας, καὶ ἐξετάζεται σχεδὸν αὐτόνοµα (ὅπως καὶ καθένα ἀπὸ τὰ ἄλλα «µυστήρια»), μὲ ἔµφαση σὲ ἕναν ἀναγκαστικὸ αὐτοµατισµὸ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσµατα.
.               Ἀντιδρώντας στὸ ρεῦµα τοῦ σχολαστικισµοῦ, ὁ Καβάσιλας ἐπεχείρησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας ὡς γεγονότος ποὺ συνδέει τὴν Ἱστορία μὲ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ ἔργο του Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν συνοψίζει τὴ θεολογία τῶν Πατέρων (ὅπως ἀνάλογα ἔκανε τὸν 8ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Δαµασκηνὸς στὸ ἔργο του Ἔκθεσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως). Ἡ ἰδιάζουσα συµβολὴ τοῦ Καβάσιλα συνδέεται μὲ διατυπώσεις ποὺ ὑποκρύπτουν λανθάνουσα ἀντίδραση στὰ ρεύµατα τοῦ δυτικοῦ σχολαστικισµοῦ, ποὺ ἀπειλοῦν νὰ ἀλλοιώσουν τὸ ὀρθόδοξο ἦθος. Οἱ διατυπώσεις του, ὄχι µόνον στὸ ἔργο ποὺ ἀναφέραµε ἀλλὰ καὶ στὸ ἄλλο ἔργο του, ποὺ φέρει τὸν τίτλο Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀναδεικνύει τὴ σχέση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας μέσῳ τῶν ἑξῆς ἀναφορῶν:

α) Ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὰ «µυστήρια»: «ἡ Ἐκκλησία σηµαίνεται ἐν τοῖς µυστηρίοις» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´, 6). Ἡ διατύπωση αὐτὴ ἀπαιτεῖ µιὰ οὐσιώδη ἐπισήµανση: ἡ λέξη «µυστήρια» (στὸν πληθυντικὸ) στὴ λειτουργική μας παράδοση σηµαίνει τὸ ἕνα µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (βλ. τὴ διατύπωση στὸ κείµενο τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόµου, στὴν εὐχὴ πρὸ τοῦ χερουβικοῦ ὕµνου: « … δὸς αὐτοῖς πάντοτε µετὰ φόβου καὶ ἀγάπης λατρεύειν σοί, ἀνενόχως καὶ ἀκατακρίτως µετέχειν τῶν ἁγίων σου µυστηρίων καὶ τῆς ἐπουρανίου σου βασιλείας ἀξιωθῆναι», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς µεγάλης Εἰσόδου: «τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾽ οὓς προσήγαγον καὶ ἡµᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ Ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου µυστηρίων», στὴν εὐχὴ πρὸ τῆς Κυριακῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον ἡµᾶς µεταλαβεῖν τῶν ἐπουρανίων σου καὶ φρικτῶν µυστηρίων ταύτης τῆς ἱερᾶς καὶ πνευµατικῆς τραπέζης», στὴν ἐκφώνηση τοῦ διακόνου µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Μεταλαβόντες τῶν θείων, ἁγίων, ἀχράντων, ἀθανάτων, ἐπουρανίων καὶ ζωοποιῶν, φρικτῶν τοῦ Χριστοῦ µυστηρίων, ἀξίως εὐχαριστήσωµεν τῷ Κυρίῳ», στὴν εὐχαριστήρια εὐχὴ µετὰ τὴν θεία Κοινωνία: «Εὐχαριστουµεν σοι, Δέσποτα φιλάνθρωπε, εὐεργέτα τῶν ψυχῶν ἡµῶν, ὅτι καὶ τῇ παρούσῃ ἡµέρᾳ κατηξίωσας ἡµᾶς τῶν ἐπουρανίων σου καὶ ἀθανάτων µυστηρίων». Μποροῦµε λοιπὸν νὰ ἐπαναδιατυπώσουµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Καβάσιλα: ἡ Ἐκκλησία ἐµφαίνεται στὸ ἕνα καὶ µοναδικὸ «µυστήριο» τῆς θείας Εὐχαριστίας.

β) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι παροῦσα ὡς σῶµα Χριστοῦ, ὅπως αὐτὸ ἱερουργεῖται στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, γι᾽ αὐτὸ καὶ σηµαίνεται ὡς Κυριακὸ σωµα, σῶµα τοῦ Κυρίου, ὑπὸ διττὴ ἔννοια, ἀφ᾽ἑνὸς τὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸ ἁγιασµένο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης σῶµα Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο καλούµαστε νὰ «φᾶµε» («σῶµα Χριστοῦ µεταλάβετε … »): «Τὴν τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη [ … ] οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ µόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶµα [ … ] Διὰ ταῦτα οὐδὲν ἀπεικὸς [= τίποτε τὸ παράλογο ἢ ἀταίριαστο] ἐνταῦθα διὰ τῶν µυστηρίων τὴν ἐκκλησίαν σηµαίνεσθαι» (Ἑρµηνεία εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ΛΗ´ 2-3). Εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τὸν Καβάσιλα Ἐκκλησία καὶ θεία Λειτουργία ταυτίζονται.

γ) Ὅλα τὰ ἄλλα λεγόµενα «µυστήρια» (Βάπτισµα, Χρίσµα, Ἱερωσύνη κλπ.) συνδέονται μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι σ᾽ αὐτὴν ἀναφέρονται καὶ ἐξ αὐτῆς λαµβάνουν τὸ περιεχόµενό τους: «Διὰ ταῦτα καὶ τοῖς ἄλλοις µυστηρίοις τὸ τελείοις εἶναι παρέχεται µόνη τελετῶν ἡ Εὐχαριστία» (Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς,4). Αὐτὸ σηµαίνει ὅτι τὰ µυστήρια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τὸ ἑξῆς ἕνα: ἡ θεία Εὐχαριστία. Ἄλλες ἁγιαστικὲς ἢ θεραπευτικὲς πράξεις µποροῦν ἐπίσης νὰ ὀνοµάζονται «µυστήρια», µόνο καὶ µόνο γιατί συνδέονται μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.

.             Ἂν θελήσουµε, λοιπόν, νὰ γνωρίσουµε τὸ «εἶναι» τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώµατος Χριστοῦ, ὁ ἀσφαλέστερος δρόµος εἶναι νὰ γίνουµε μέτοχοι τῆς θείας Λειτουργίας. Νὰ γνωρίσουµε σηµαίνει νὰ σχετισθοῦµε. Ἔτσι ἀντιλαµβάνεται ἄλλωστε τὴν «γνώση» ἡ Ἁγία Γραφή, ἔτσι ἐπίσης τὴν ἀντιλαµβάνεται ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς θυµηθοῦµε τὴν ἐπισήµανση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διατυπώνεται στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο: «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάν. η´ 32), ποὺ σηµαίνει, συνδεθεῖτε μὲ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ μὲ τὸν Χριστὸ (βλ. «ἐγώ εἰµι ἡ ἀλήθεια … »), καὶ ὁ Χριστὸς θὰ σᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἀµαρτία καὶ τὸν θάνατο. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει συνδέοµαι κατὰ ὑπαρξιακὸ τρόπο μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ συνδέοµαι σηµαίνει ἐλευθερώνοµαι ἀπὸ τὰ δεσµὰ τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου.
.           Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ποῦµε ὅτι ὑπάρχει ταύτιση Ἐκκλησίας καὶ θ. Λειτουργίας, κάτι ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαµβάνεται, ὅταν λέει «πάω στὴν Ἐκκλησία», ἐννοώντας πάω στὸν ναὸ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας. Γνωρίζω τὴν Ἐκκλησία σηµαίνει παραδίδοµαι στὸ εἶναι της. Καὶ παραδίδοµαι στὸ εἶναι της σηµαίνει σχετίζοµαι μὲ τὰ μέλη της, ὅλα τὰ μέλη της, ζῶντες καὶ τεθνεῶτες, ποὺ εἶναι μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα βῆµα ἀκόµη ἂν προχωρήσουµε, µποροῦµε νὰ ποῦµε ὅτι ὡς ἐνεργὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ γινόµαστε Ἐκκλησία. Ἡ ἀληθὴς ὕπαρξή μας ἀναδύεται καὶ ἀναπαύεται στὸν τρόπο τῆς σχέσης, µίας σχέσης μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ καὶ µίας σχέσης ἐπίσης μὲ τὴν κεφαλὴ αὐτοῦ τοῦ σώµατος, ποὺ εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντιλαµβανόµαστε ὡς Ἐκκλησία, χωρὶς νὰ ἔχουµε ἀνάγκη ἑνὸς ἐξειδικευµένου ὁρισµοῦ. Εἴπαµε, ἡ Ἐκκλησία γνωρίζεται ὡς βιούµενη πραγµατικότητα.

«Πεντηκοστή: ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος».

 Ἕνα κορυφαῖο θέµα ποὺ θὰ µπορούσαµε νὰ προσεγγίσουµε, στὸ πλαίσιο τῶν ὅσων καταθέσαµε μέχρι τώρα, ὅσον ἀφορᾶ στὸ σῶµα Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου μέλη εἶναι οἱ πιστοί, εἶναι τὸ θέµα τῆς ἁγιότητας. Τί σηµαίνει «ἅγιος» στὸν ἐκκλησιαστικό μας βίο καὶ πῶς οἰκειοποιεῖται ἕνας πιστὸς τὴν ἁγιότητα;Ὅλοι γνωρίζουµε ὅτι ἡ ἁγιότητα εἶναι ὁµόλογη ἔννοια μὲ τὴ σωτηρία, δηλαδὴ ἀποτελεῖ τὸ τέλος µιᾶς ὁδοιπορίας ἑκάστου πιστοῦ, ἑνὸς τέλους ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνοµάζει «στέφανο τῆς δικαιοσύνης» («τὸν καλὸν ἀγῶνα ἠγώνισµαι, τὸν δρόµον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· λοιπὸν ἀπόκειταί µοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει µοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡµέρᾳ»«, Β´ Τιμ. δ´ 7-8).
.               Ἀλλά, τί σηµαίνει ἀκριβῶς ἁγιότητα; Ἡ ἔννοια «ἅγιος» εἰσάγεται καὶ ἀναδύεται στὴ θεολογία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, συνδεδεµένη κατ᾽ ἀρχὴν ἀποκλειστικὰ μὲ τὴν θεότητα. Ὁ μόνος καὶ ἀποκλειστικὰ ἅγιος εἶναι ὁ Θεός, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μία ἑτερότητα ὡς πρὸς τὰ ὄντα καὶ τὴν κατάσταση τοῦ πεπτωκότος κόσµου. Εἶναι κάτι τὸ ξεχωριστό, ἢ µᾶλλον κάποιος ξεχωριστὸς ἀπὸ τὰ δηµιουργήµατα. Ἡ ἴδια ἡ ἑβραϊκὴ λέξη (κοντὲς / qodes) παράγεται ἀπὸ μία ρίζα ποὺ σηµαίνει «κόβω», «χωρίζω», σηµαίνει ἐποµένως τὸν ξεχωριστό. Μὲ τὴ λέξη αὐτὴ προσδιορίζεται στὴν ἰουδαϊκὴ γραµµατεία ἡ μία καὶ μόνη ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ. Σὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα μετέχουν ὅσοι καὶ ὅσα συνδέονται μὲ τὸν Θεό, ἕνας ἄνθρωπος, ἕνας λαός, ἕνας τόπος, ἕνα ἀντικείµενο, ἢ μία ἐνέργεια. Εἶναι γνωστὸ τὸ περιστατικὸ ποὺ συνδέεται μὲ τὴ φλεγοµένη καὶ µὴ καιοµένη βάτο· ὅταν ὁ Μωυσῆς πλησιάζει νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ παράδοξο φαινόµενο, ἀκούει τὸν Θεὸ νὰ τοῦ ἐπισηµαίνει ὅτι πρέπει νὰ βγάλει τὰ ὑποδήµατά του, γιατί ὁ τόπος εἶναι ἅγιος («ὡς δὲ εἶδε Κύριος ὅτι προσάγει ἰδεῖν, ἐκάλεσεν αὐτὸν ὁ Κύριος ἐκ τοῦ βάτου λέγων· Μωυσῆ, Μωυσῆ. ὁ δὲ εἶπε· τί ἐστι; ὁ δὲ εἶπε· μή ἐγγίσῃς ὧδε. λῦσαι τὸ ὑπόδημα ἐκ τῶν ποδῶν σου· ὁ γὰρ τόπος, ἐν ᾧ σὺ ἕστηκας, γῆ ἁγία ἐστί.», Ἔξοδ. γ´4-5). Ἑποµένως ἡ ἁγιότητα λαµβάνει περιεχόµενο ἀπὸ τὴν πηγή της, τὸν Θεό, καὶ τελειοῦται στὴ σχέση μὲ τὸν Θεό, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὴ θεία ἀποκάλυψη «Καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑµῶν [ … ] Ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑµᾶς» (Λευ. κ´ 7 -8), ἀποκάλυψη τὴν ὁποία θὰ ἐπαναλάβει ὁ ἀπόστολος Πέτρος: «Ἀλλὰ κατὰ τὸν καλέσαντα ὑµᾶς ἅγιον καὶ αὐτοὶ ἅγιοι ἐν πάσῃ ἀναστροφῇ γενήθητε, διότι γέγραπται ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰµι» (Α´ Πέτρ. α´ 15-16). Ὅ,τι ἀκυρώνει αὐτὴ τὴ μετοχὴ στὴν ἁγιότητα, εἶναι ἁµαρτία.
.               Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἀποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὰ μέλη τοῦ λαοῦ του, εἴτε στὰ μέλη τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ ὡς λαοῦ τοῦ Θεοῦ (Παλαιὰ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὴν περιτοµή, εἴτε στὰ μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ (Καινὴ Διαθήκη), μὲ ἱδρυτικὴ πράξη τὸ βάπτισµα. Αὐτὴ ἡ ἱδρυτικὴ ἁγιότητα δὲν δίδεται μὲ ἀξιολογικὰ κριτήρια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέπεια ἐπιλογῆς ἑκάστου πιστοῦ νὰ ἀποτελεῖ μέλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὴν ἀποστολικὴ περίοδο ὅλοι οἱ βαπτισµένοι εἶναι ἅγιοι, ὅπως μαθαίνουµε ἀπὸ τὶς Πράξεις καὶ τὶς ἐπιστολὲς τῶν Ἀποστόλων (βλ. µεταξὺ ἄλλων· «Ἐγένετο δὲ Πέτρον διερχόµενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν», Πράξ. θ´ 32 « … πᾶσι τοῖς ἁγίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τοῖς οὖσιν ἐν Φιλίπποις», Φιλ. α´ 1 «τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ», Κολ. α´ 2).
.               Ὑπάρχει ὅμως, ἐντὸς τῆς ἱστορίας, ἕνα κεφαλαιῶδες γεγονὸς ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ περιεχόµενο τῆς ἁγιότητας τῶν πιστῶν ὡς ἁγιότητα δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος καὶ ἀναφέροµαι στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς. Ἔκτοτε, ἡ ἁγιότητα ἐγκαθίσταται ἐντὸς τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας, γίνεται κατάσταση ὑπαρξιακῆς τάξεως. Ἡ κεφαλὴ τοῦ σώµατος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ὡς ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν ἅγιος, καὶ μάλιστα κατὰ τὴ θεανθρώπινη ὑπόστασή του. Ὁ ἴδιος, στὴ λεγόµενη ἀρχιερατικὴ προσευχή Του, διατυπώνει αὐτὴ τὴ νέα κατάσταση ποὺ ἐγκαινιάζει: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐµαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασµένοι» (Ἰωάν. ιζ´ 19-24). Αὐτὴ ἡ ἁγιότητα ἐκχέεται πρὸς τὰ μέλη τοῦ σώµατός του διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Κατ᾽ ἀρχὴν μὲ αὐτὴ τὴν ἁγιότητα σφραγίζεται ἕκαστος πιστὸς μὲ τὸ Βάπτισµα καὶ τὸ Χρίσµα, συνθήκη ποὺ διατυπώνει ὁ ἱερεύς: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύµατος Ἅγιου», καὶ ἀνανεώνεται συνεχῶς γιὰ καθέναν, ποὺ παραµένει μέλος τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Θέλω νὰ πῶ, καὶ νὰ ὑπογραµµίσω μάλιστα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁγιότητα δὲν ἔχει ἠθικὸ περιεχόµενο, ἀλλὰ ὑπαρξιακό, δηλαδὴ ἀναφέρεται στὴν ἀνθρώπινη φύση. Ἐγκαινιάζει μία ὁδό, τὴν «ὁδὸ Κυρίου». Τὸ μέγα θέµα, θέµα ζωῆς, εἶναι νὰ διατηροῦµε αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ἐνεργό, παρὰ τὶς συνεχεῖς πτώσεις μας καὶ τὴν ἐγγενῆ ροπὴ τῆς φύσης μας πρὸς τὴν ἁµαρτία. Μὴν ξεχνᾶµε ὅτι ἡ ζωὴ ἑκάστου πιστοῦ διακρίνεται ἀπὸ τὴ δυναµικὴ παρουσία τῆς μετάνοιας.
.             Ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸ µυστήριο τῆς ἁγιότητας ἐνεργεῖται μέσα στὸ µυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὴν ἀπόλυση (καὶ πέραν αὐτῆς) ἀποτελεῖ φανέρωση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (βλ. τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο «Λέγω γὰρ ὑµῖν ὅτι οὐ µὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήµατος τῆς ἀµπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ» (Λουκ. κβ´ 18). Ἄλλωστε, ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατάσταση ἐντὸς τῆς θείας Βασιλείας, ὅπως ἐξαγγέλλει ἡ ἐναρκτήρια φράση «Εὐλογηµένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος». Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος συγκροτεῖ τὸ ὅλον τῆς ἱερᾶς συνάξεως καὶ διανέµει τὰ δῶρα πρὸς τὰ ἅγια μέλη τοῦ σώµατος τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτὸ κατὰ τὴν εὐχὴ τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς ζητᾶµε ἀπὸ τὸν οὐράνιο Πατέρα νὰ μᾶς ἑνώσει ἐν Ἁγίῳ Πνεύµατι: «κατάπεµψον τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾽ ἡµᾶς καὶ ἐπὶ τὰ προκείµενα δῶρα … ». Ἐὰν ἐµεῖς, ὡς λαὸς ἅγιος Θεοῦ, δὲν παραδοθοῦµε στὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος, κάθε περαιτέρω βηµατισµὸς μένει μετέωρος. Καὶ ἀκόµη πιὸ δυναµικά, ὁ ἱερέας μᾶς καλεῖ, μετὰ τὸν καθαγιασµὸ καὶ τὴ μεταβολὴ τῶν Δώρων μας σὲ σῶµα καὶ αἷµα Χριστοῦ, νὰ προσέλθουµε σὲ κοινωνία μὲ τὸν Χριστὸ ὡς ἅγιοι: «Τὰ Ἅγια τοῖς ἁγίοις». Ἀσφαλῶς γνωρίζουµε ὅτι εἴµαστε ἁµαρτωλοί, ὅτι δὲν εἴµαστε ἅγιοι, ὅτι ἕνας μόνον ἅγιος ὑπάρχει, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός, «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστὸς … ». Τὴν ἀποδεχόµαστε ὅμως αὐτὴ τὴν ἁγιότητα ποὺ μᾶς προσφέρεται ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ μᾶς σφράγισε κατὰ τὸ βάπτισµά μας, ποὺ ἀνανεώνεται διαρκῶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καὶ προσερχόµαστε στὴ θεία Κοινωνία. Ἀποδεχόµαστε δηλαδὴ τὸ µυστήριον τῆς θείας υἱοθεσίας, δυνάµει τῆς συµµετοχῆς μας στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν ξεχνᾶµε, ὅτι μὲ τὴν προσέλευσή μας στὴν εὐχαριστιακὴ σύναξη ἔχουµε καταθέσει τὴν προαίρεσή μας νὰ εἴµαστε πολίτες τῆς θείας Βασιλείας.
.             Μιλᾶµε λοιπὸν γιὰ µιὰ ἁγιότητα ποὺ μᾶς ἔχει σφραγίσει, ὅταν βαφτιστήκαµε, ὅταν δηλαδὴ προσχωρήσαµε στὴν κοινότητα ποὺ ἐγκαθιδρύθηκε τὴν ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς διὰ τῆς παρουσίας τοῦ Πνεύµατος, ἀλλὰ ἐπίσης μιλᾶµε γιὰ μιὰ ἁγιότητα ἀπὸ τὴν ὁποία συνεχῶς ἀποµακρυνόµαστε λόγῳ τῆς ἀµαρτωλότητάς μας. Γι᾽ αὐτὸ ἀντιλαµβανόµαστε τὴ ζωή μας ὡς ἕνα διαρκῆ ἀγώνα, ἤ, γιὰ νὰ χρησιµοποιήσω τὴν καταστατικὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου λέξη, ὡς διαρκῆ μετάνοια. Ἡ μετάνοια, ποὺ τόσο χαρακτηριστικὰ περιγράφεται στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἢ στὴν περίπτωση τοῦ Πέτρου (ποὺ μετὰ τὴν τριπλῆ ἄρνηση «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσεν πικρῶς»), εἶναι ἡ πιὸ «τρυφερή», ἡ πιὸ φιλάνθρωπη συνθήκη ποὺ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τὸν βίο μας. Μέσῳ αὐτῆς ἡ ἁγιότητα εἶναι διαρκῶς παροῦσα, ἀκόµη κι ὅταν τραγικὰ βιώνουµε τὴν ἀπουσία της.

« Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσεως»

Ἡ ὁδὸς Κυρίου ὡς ὁδὸς σωτηρίας (β´ μέρος)

.                 Ὁ Ψαλμικὸς στίχος: «γνώρισόν µοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσοµαι, ὅτι πρὸς σὲ ᾖρα τὴν ψυχήν µου» (Ψαλµ. ΡΜΒ, 8), ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς οὐσιώδεις διδασκαλίες τῆς Π. Διαθήκης. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας ἔχει 4-5 κεφάλαια πάνω στὴ θεολογία τῆς ὁδοῦ Κυρίου. Θὰ ἔλεγα, μάλιστα, ὅτι τὸ 35ο κεφάλαιο τοῦ Ἠσαΐα εἶναι ἡ σύνοψη ὅλης τῆς διδασκαλίας, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Π. Διαθήκης, γιὰ νὰ µὴν πῶ ἡ σύνοψη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Περιγράφει τὴ νέα δηµιουργία, αὐτὴ ποὺ καινουργεῖ τὸν κόσµο τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου, μιὰ ἄλλη μέρα, ἕναν ἄλλο καιρό, ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς: «Εὐφράνθητι, ἔρηµος διψῶσα, ἀγαλλιάσθω ἔρηµος καὶ ἀνθήτω ὡς κρίνον» – ἡ ἔρηµος νὰ γίνει ἄνθος, ὅλη ἡ ἔρηµος. Ἤ, παρακάτω λέει: «ἐκεῖ ἔσται ὁδὸς καθαρὰ καὶ ὁδὸς ἁγία κληθήσεται. Αὐτὸς ὁ δρόµος εἶναι ἅγιος, καὶ οὐ µὴ παρέλθῃ ἐκεῖ ἀκάθαρτος, οὐδὲ ἔσται ἐκεῖ ὁδὸς ἀκάθαρτος· οἱ δὲ διεσπαρµένοι πορεύσονται ἐπ᾽ αὐτῆς καὶ οὐ µὴ πλανηθῶσι» (Ἠσ. ΛΕ´1 καὶ 7-8). Τὰ διεσκορπισµένα τέκνα τοῦ Θεοῦ (αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα ποὺ παρουσιάζεται μέσα στὴν Ἁγία Γραφή), μόνον ἂν βροῦν αὐτὸν τὸν δρόµο, θὰ πάψουν νὰ εἶναι διασκορπισµένα καὶ δὲν θὰ πλανηθοῦν, ἂν ἀκολουθοῦν αὐτὸν τὸν δρόµο. Ἐκεῖ ἀπέδρα, ὀδύνη, λύπη, στεναγµός.
.                 Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ὁδὸς θεώσεως ἔχει στάδια, ἀπὸ τὴ νηπιότητα στὴν ὡριμότητα. Σύµφωνα μάλιστα μὲ μιὰ ἔξοχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Εἰρηναίου, ἔπρεπε ὁ ἄνθρωπος πρῶτα νὰ δηµιουργηθεῖ, καὶ ἐν συνεχείᾳ κατὰ στάδια νὰ αὐξηθεῖ, νὰ ἀνδρωθεῖ, νὰ πληθυνθεῖ, νὰ ἐνισχυθεῖ, νὰ δοξαστεῖ καὶ τελικὰ νὰ φτάσει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ, θέα ποὺ γεννάει τὴν ἀφθαρσία («Ἔδει δὲ τὸν ἄνθρωπον πρῶτον γενέσθαι, καὶ γενόµενον αὐξῆσαι, καὶ αὐξήσαντα ἀνδρωθῆναι, καὶ ἀνδρωθέντα πληθυνθῆναι, καὶ πληθυνθέντα ἐνισχύσαι, καὶ ἐνισχύσαντα δοξασθῆναι, καὶ δοξασθέντα ἰδεῖν τὸν ἑαυτοῦ δεσπότην. Θεὸς γὰρ ὁ μέλλων ὁρᾶσθαι, δράσις δὲ Θεοῦ περιποιητικὴ ἀφθαρσίας» (Εἰρηναίου, Κατὰ αἱρέσεων 4,38, 3, PG 7, 1108C).
.                 Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἀνοίγω παρένθεση, γιὰ νὰ ἐπισηµάνω ὅτι ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας περὶ ἀρετῆς εἶναι ἐναρµονισµένη μὲ τὴν ἀντίστοιχη θεολογία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς (Σημ. «Χρ. Βιβλ.»: στὸ περιοδ. “Ἐφημέριος” γράφεται «ἀρχαιολογικῆς») παράδοσης, ἀφοῦ τρεῖς αἰῶνες πρὶν τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ἐπιτυγχάνεται, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὄσµωση τῶν δύο προσεγγίσεων, μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σοφιολογικῆς λεγοµένης γραµµατείας (Σοφία Σολοµῶντος, Ἐκκλησιαστής, Παροιμίες, Σοφία Σειράχ).
.                 Πράγµατι, στὴν Π.Δ. ἡ τετρακτὺς τῶν ἀρετῶν ἐµφανίζεται στὰ βιβλία Σοφία Σολοµῶντος καὶ Δ´ Μακκαβαίων, ποὺ γράφτηκαν κατὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους (3ος-2ος αἰ. π.Χ.). Σοφία Σολ. η´,7: «καὶ εἰ δικαιoσύνην ἀγαπᾷ τις, οἱ πόνοι ταύτης εἰσὶν ἀρεταί· σωφρoσύνην γὰρ καὶ φρόνησιν ἐκδιδάσκει, δικαιοσύνην καὶ ἀνδρείαν, ὧν χρησιµώτερον οὐδέν ἐστιν ἐν βίῳ ἀνθρώποις». Καὶ Δ´ Μακ. α´16: «τῆς δὲ σοφίας ἰδεαι καθεστήκασιν φρόνησις καὶ δικαιοσύνη καὶ ἀνδρεία καὶ σωφροσύνη».
.                 Ὁ Ἰουδαῖος φιλόσοφος Φίλων, ποὺ ἔζησε στὰ τέλη τοῦ 1ου π.Χ. αἰ. καὶ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1ου µ.Χ. αἰ., ἀντιλαµβάνεται τὴν ἀγαθότητα ὡς τὴ γενικὴ ἀρετή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν οἱ τέσσερις συγκεκριµένες πλατωνικὲς ἀρετές. Γιὰ τὸν Φίλωνα ἡ ἀγαθότητα χαρακτηρίζει τὸν ἄνθρωπο ποὺ διασώζει τὴν εἰκόνα τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ (Φίλων, Ἀλληγοριῶν Α´, 64,1): «Διὰ τούτων βούλεται τὰς κατὰ μέρος ἀρετὰς ὑπογράφειν· εἰσὶ δὲ τὸν ἀριθµὸν τέτταρες, φρόνησις, σωφροσύνη, ἀνδρεία, δικαιοσύνη. Ὁ µὲν δὴ μέγιστος ποταµός, οὗ αἱ τέτταρες ἀπόρροιαι γεγόνασιν, ἡ γενική ἐστιν ἀρετή, ἣν ἀγαθότητα ὠνοµάσαµεν, αἱ δὲ τέτταρες ἀπόρροιαι αἱ ἰσάριθµοι ἀρεταί». Καὶ (Φίλων, Πρεσβεία πρὸς Γάιον, 128, 4): «Γενικαὶ µὲν γὰρ εἰσὶν ἀρεταὶ τέσσαρες, φρόνησις, ἀνδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη· τούτων δ᾽ ἡγεµονὶς ἑκάστη καὶ βασιλίς ἐστι, καὶ ὁ κτησάµενος αὐτὰς ἄρχων καὶ βασιλεὺς εὐθέως, κἂν µηδεµιᾶς ὕλης εὐπορῇ».
.                 Τὸν 2ο αἰ. π.Χ. παρουσιάζεται στὸ βιβλίο Δ´ Μακκαβαίων, τὸ ὁποῖο γράφτηκε κατ᾽ εὐθείαν στὰ ἑλληνικὰ καὶ ἀνήκει στὰ δευτερο-κανονικὰ βιβλία τῆς Π.Δ., τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν ὡς θεµέλιο τοῦ ἀνθρωπίνου βίου. Εἶναι ὅμως ἐνδιαφέρον νὰ ὑπογραµµίσουµε, ὅτι στὸ βιβλίο αὐτὸ γίνεται σύνδεση τῆς ὁδοῦ τῆς ἀρετῆς, ὅπως ἔχει ἀναπτυχθεῖ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση (Π. Διαθήκη) ὡς ὑπακοὴ στὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῶν ἀρετῶν, ὅπως ἔχουν ἀναπτυχθεῖ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ παράδοση. Ὁ ἄγνωστος συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου ἐντάσσει τὸ θέµα τῶν ἀρετῶν στὴν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας: «Φιλοσοφώτατον λόγον ἐπιδείκνυσθαι μέλλων, εἰ αὐτοδέσποτός ἐστι τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισµός, συµβουλεύσαιµ᾽ ἂν ὑµῖν ὀρθῶς, ὅπως προθύµως προσέχητε τῇ φιλοσοφίᾳ» (Δ´ Μακ. α´1). Στρέφεται, λοιπόν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Π.Δ. καὶ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι ἡ ἐποχὴ τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, καὶ ὅπως εἴπαµε, ἡ ὄσµωση ἑλληνισµοῦ καὶ ἑβραϊκῆς παράδοσης ἔχει ἀρχίσει. Αὐτὸ θὰ προετοιµάσει τὸ ἔδαφος, γιὰ νὰ γίνει ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἡ ἑλληνικὴ ὁρολογία βασικὸ ἐργαλεῖο στὸ κήρυγµα τῆς Ἐκκλησίας.
.                 Ὁ λόγος περὶ ἀρετῶν τοῦ Πλάτωνα θὰ ἐνσωµατωθεῖ στὴ φιλοσοφία τῶν Ἰουδαίων τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων, γιὰ νὰ προσληφθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεµελιώδης βάση, ἐπάνω στὴν ὁποία θὰ ἀναπτύξουν τὰ γνωρίσµατα καὶ τὴν πορεία τοῦ πνευµατικοῦ βίου. Κλείνει ἡ παρένθεση. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας θὰ µπορούσαµε νὰ ποῦµε ὅτι τὸ θέµα τῆς διὰ βίου ἄσκησης ἔλαβε πνευµατικὸ περιεχόµενο, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσδιόρισε πλέον τὸν πνευµατικὸ βίο τοῦ χριστιανοῦ, ὥστε νὰ µποροῦµε νὰ μιλᾶµε γιὰ πνευµατικὴ ζωὴ ἐννοώντας ἀσκητικὴ ζωὴ – καὶ ἀντίστροφα. [Ὑπενθυµίζω ὅτι στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας οἱ ὅροι «πνευµατικὸς» καὶ «πνευµατικότης», ἀναφέρονται στὴν παρουσία τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος.]
.                 Τὸ πρῶτο σηµαντικὸ στοιχεῖο, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἄσκηση, εἶναι ἡ συνεχὴς καὶ διαρκὴς μετάνοια. Ἡ μετάνοια ὄχι μὲ τὴν ἠθική της διάσταση, ἀλλὰ ὡς τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀλλάξει τὸν τρόπο τοῦ νοεῖν (θὰ λέγαµε σήµερα, νὰ ἀλλάξει νοοτροπία). Μιὰ τέτοια συνεχὴς μετάνοια προϋποθέτει καὶ μιὰ συνεχῆ ἐγρήγορση τοῦ ἀνθρώπου, μιὰ συνεχῆ προσοχή του, ὥστε νὰ βρίσκεται πάντα στὸν δρόµο πρὸς τὴ γνώση-σχέση. Τελικὰ ἡ μετάνοια (ἡ διαρκὴς μετάνοια) εἶναι μιὰ προσοχὴ (διαρκὴς προσοχὴ) τοῦ ἀνθρώπου νὰ µὴν ξεφύγει ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνοµάζαµε σπουδαῖο. Νὰ µὴν ἀφεθεῖ στὸ µὴ σπουδαῖο, στὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ µὴ σπουδαῖα τῆς ζωῆς.
.                 Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ποὺ ἀφορᾶ στὴ θεραπεία τῆς φύσης χαρακτηρίζεται ἀκριβῶς ὡς ἀσκητική, δηλαδὴ ἐµπεριέχει μιὰ διαρκῆ ἄσκηση, ἢ καλύτερα διαρκεῖς ἀσκήσεις, πνευµατικὲς καὶ σωµατικές. Μὲ τὶς ἀσκήσεις αὐτές, δηλαδὴ τὴν προσευχή, τὴ νηστεία, τὶς πράξεις ἀρετῶν, τὸν ἔλεγχο τῶν λογισµῶν, τὴ συµµετοχὴ στὶς ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες, ὅπου σπουδάζουµε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, προετοιµαζόµαστε συνεχῶς γιὰ νὰ µποροῦµε νὰ λαµβάνουµε μέρος στὴν θ. Εὐχαριστία. Ἑποµένως, μὲ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωή μας, τὴν ὁποία θὰ µπορούσαµε νὰ τὴν ὀνοµάσουµε ἠθικὸ βίο, ἢ καλύτερα χριστιανικὸ βίο, προετοιµαζόµαστε προκειµένου νὰ δεχθοῦµε ἐντός μας τὸν Χριστὸ ὥστε νὰ συντελεσθεῖ ἡ θεραπεία τῆς φύσης μας.
.                 Ἤδη, στὴ θεολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου περιγράφεται αὐτὸς ὁ χριστιανικὸς βίος ὡς διαρκὴς ἄσκηση, μὲ σκοπὸ τὸ τελικὸ κέρδος τῆς μετὰ τοῦ Χριστοῦ σχέσης: «Ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν µὴ νοµίµως ἀθλήσῃ» (Β´ Τιµ. β´ 5), μὲ τὸ «νοµίµως» νὰ προσδιορίζει τὴν παρουσία τοῦ θελήµατος τοῦ Θεοῦ. Στὴν πραγµατικὴ εὐσέβεια ὁδηγεῖ ἡ διαρκὴς ἄσκηση, ποὺ ὀνοµάζεται καὶ «γυµνασία»: «Γύµναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· ἡ γὰρ σωµατικὴ γυµνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιµος, ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιµός ἐστιν, ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς µελλούσης» (Α´ Τιµ. δ´ 7-8). Καὶ ἐπίσης, αὐτὴ ἡ γυµνασία συν-τείνει στὴ δυνατότητα διάκρισης καλοῦ καὶ κακοῦ: «Πᾶς γὰρ ὁ μετέχων γάλακτος ἄπειρος λόγου δικαιοσύνης νήπιος γάρ ἐστι· τελείων δὲ ἐστὶν ἡ στερεὰ τροφή, τῶν διὰ τὴν ἕξιν τὰ αἰσθητήρια γεγυµνασµένα ἐχόντων πρὸς διάκρισιν καλοῦ τε καὶ κακοῦ» (Ἑβρ. ε´ 13-14).
.                 Ὑπάρχει ἡ ἀντίληψη ὅτι ἡ ἀσκητικὴ παράδοση καὶ πρακτικὴ ἀναπτύχθηκε σὲ κύκλους ἀσκητῶν καὶ πέρασε στοὺς κύκλους τῶν κοινοβιατῶν, ἑποµένως ἀφορᾶ σὲ µοναχοὺς καὶ ὄχι λαϊκούς. Ἡ ἀντίληψη αὐτή, κατὰ τὴ γνώµη µου, ἑδράζεται στὴν ἀπουσία βαθιᾶς πίστης. Ἡ καλλιέργεια τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς ἀφορᾶ σὲ ὅλους. Ὁ ἔλεγχος τοῦ οἰκείου θελήµατος, ὁ ἔλεγχος τῶν παθῶν καὶ κατ᾽ ἐπέκτασιν ἡ καταπολέµηση τῶν κακῶν λογισµῶν, εἶναι ὁδὸς ποὺ ἀφορᾶ σὲ κάθε ἄνθρωπο, εἴτε µοναχὸ εἴτε κοσµικό.

«Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ».

Ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ

.                Ἡ Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο δηλώνει μιὰ σαφῆ ἀνθρωπολογία. Ἂν µάλιστα προσθέσουµε τὸν στόχο αὐτῆς τῆς ἀνθρωπολογίας, ὁ ὁποῖος δηλώνεται μὲ τὸν ὅρο «ὁµοίωσις» –«Ποιήσωµεν ἄνθρωπον κατ᾽ εἰκόνα ἡµετέραν καὶ καθ᾽ ὁµοίωσιν» (Γέν. α´ 26)– τότε ἀντιλαµβανόµαστε ὅτι ἡ σχέση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ ἀνάγεται σὲ σχέση ὑποστατική. Μὲ ἁπλουστευτικὴ διατύπωση, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ πορευθεῖ ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν. Ἡ εἰκόνα εἶναι θεµελιῶδες στοιχεῖο τῆς φύσης καὶ τῆς ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου, γι᾽ αὐτὸ δὲν µπορεῖ νὰ ἐξαφανιστεῖ. Μπορεῖ νὰ µείνει ἀδρανής, νὰ λησµονηθεῖ ἡ ὕπαρξή της, νὰ «ἀµαυρωθεῖ» κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνευτική, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ὑπάρχει. Ἀνὰ πᾶσα στιγµὴ ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὴν κάνει ἐνεργό, νὰ ἐπιστρέψει στὴ δυναµική της, νὰ τὴν κάνει παροῦσα. Ἔτσι καταλαβαίνουµε τὴν ἐπιµονὴ τῶν Προφητῶν, ποὺ καλοῦν σὲ μετάνοια, ἔτσι καταλαβαίνουµε τὸ κήρυγµα τοῦ τελευταίου Προφήτη, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. γ´ 2). Ἑποµένως, ἡ ἀπουσία τῆς εἰκόνας δηλώνει ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἐνῶ ἡ παρουσία της δηλώνει σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης φύσης.
.          Ἡ ὕπαρξη τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ποὺ φανερώθηκε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ὡς Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ καλεῖ ἕκαστο τῶν πιστῶν νὰ τὴν κάνει φανερὴ στὴ ζωή του διὰ τῆς ἐνσωµατώσεώς του στὸ σῶµα τοῦ Χριστοῦ, προσδιορίζει τὸ περιεχόµενο τοῦ ἀληθοῦς ἀνθρώπου, ὅπως αὐτὸ ἐνεργεῖται στὸν παρόντα βίο καὶ ὅπως θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὴ μέλλουσα θεία Βασιλεία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἕκαστο πιστὸ ὄχι μὲ γνωρίσµατα τοῦ παρόντος κόσµου, ἀλλὰ μὲ γνωρίσµατα τῆς θείας Βασιλείας, μὲ γνωρίσµατα ἁγιότητας. Κάθε ἄνθρωπος δυνάµει εἶναι ἅγιος, καὶ ὡς ἅγιος καλεῖται νὰ λάβει μέρος στὴ γιορτὴ τῆς Βασιλείας, στὸ γαµήλιο δεῖπνο ποὺ ἐνεργεῖται ὡς θεία Εὐχαριστία. Ὅταν ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε τὸν πλησίον μας, ἀκόµη καὶ τὸν ἐχθρό μας, μᾶς καλεῖ νὰ ἀγαπήσουµε αὐτὴ τὴν ἐν δυνάµει ἁγιότητα σὲ κάθε ἄνθρωπο, δηλαδὴ νὰ τιµήσουµε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ φέρει κάθε ἄνθρωπος ὡς δηµιούργηµά του. Ἡ ἀξιολόγηση καὶ ὁ διαχωρισµὸς τῶν ἀνθρώπων σὲ καλοὺς καὶ κακούς, σὲ ἁµαρτωλοὺς καὶ δικαίους, ἐνῶ ἐκ πρώτης ὄψεως δείχνει νὰ εἶναι εὐλογοφανής, πρέπει νὰ εἶναι συγχρόνως ἀµφισβητήσιµη, ἂν δεχθοῦµε τὴν κρίσιµη ἀξιολόγηση ποὺ ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Μποροῦµε, π.χ. νὰ θυµηθοῦµε τὴν περίπτωση τοῦ ληστῆ, ὁ ὁποῖος μὲ τὶς συνθῆκες τῆς τότε πραγµατικότητας λογίζεται ὡς κακὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ μὲ τοὺς ὅρους τῆς μετανοίας του λογίζεται ὡς ἅγιος. Αὐτὸ τὸ μαθαίνουµε μετὰ τὸν θάνατό του ἀπὸ μαρτυρία αὐτοπτῶν μαρτύρων -τῶν Ἀποστόλων- ποὺ μᾶς πληροφοροῦν γιὰ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Ἐνδιαφέρον ἔχει, στὸ σηµεῖο αὐτό, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ναὶ µὲν καταδικάζει τὴν ἁµαρτία, ἀλλὰ ἀποφεύγει νὰ καταδικάσει τὸν ἁµαρτωλό, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς δυναµικῆς ποὺ ἔχει θεµελιωθεῖ μὲ τὴ μετάνοια, μὲ ἐξαίρεση τὴν αἵρεση. Βλ. τὴν ἱστορία τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅπως περιγράφεται στὸ Γεροντικό: «Ἔλεγον περὶ τοῦ ἀββᾶ Ἀγάθωνος, ὅτι ἀπῆλθόν τινες πρὸς αὐτόν, ἀκούσαντες ὅτι μεγάλη διάκρισιν ἔχει καὶ θέλοντες δοκιµάσαι αὐτὸν εἰ ὀργίζεται, λέγουσιν αὐτῶ· σὺ εἶ Ἀγάθων; ἀκούοµεν περὶ σοῦ ὅτι πόρνος εἶ, καὶ ὑπερήφανος· ὁ δὲ εἶπεν ναί, οὕτως ἔχει καὶ λέγουσιν αὐτῷ· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ φλύαρος καὶ κατάλαλος; ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰµι· λέγουσιν πάλιν· σὺ εἶ Ἀγάθων ὁ αἱρετικός; καὶ ἀπεκρίθη· οὔκ εἰµι αἱρετικός· καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν λέγοντες· εἰπὲ ἡµῖν διατὶ τοσαῦτα εἴποµέν σοι, καὶ κατεδέξω, τὸν δὲ λόγον οὐκ ἐβάστασας; λέγει αὐτοῖς· τὰ πρῶτα, ἐµαυτῷ ἐπιγράφω· ὄφελος γάρ ἐστι τῇ ψυχῇ µου· τὸ δὲ αἱρετικός, χωρισµός ἐστιν ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, καὶ οὐ θέλω χωρισθῆναι ἀπὸ Θεοῦ· οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐθαύµασαν τὴν διάκρισιν αὐτοῦ, καὶ ἀπῆλθον οἰκοδοµηθέντες».
.                  Ἡ ἔννοια τῆς εἰκόνας εἰσάγει δρόµο σχέσης μὲ τὸν Θεό, ποὺ δὲν νοεῖται μὲ ἀντικειµενικοὺς ὅρους, ἀλλὰ μὲ βιωµατικούς. Αὐτὸ σηµαίνει τὴ λειτουργία γλώσσας, ποὺ ὀνοµάζουµε εἰκονολογική, καὶ ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἐξαντλήσει τὴν ἀλήθεια τῶν πραγµάτων καὶ τῶν προσώπων στὰ ὅρια μιᾶς λογικῆς ἢ συνωσθηµατικῆς διατύπωσης, ἀνοίγοντας οὐσιαστικὰ τὴν ἀλήθεια στὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Οὐσιαστικὰ μιλᾶµε γιὰ τὴ δυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ ὡς σχέσεως μαζί του. Ἤδη ἀπὸ τὴν Π.Δ., εἰσάγεται τὸ θέµα τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτὸ καὶ στὸν Δεκάλογο τίθεται ὡς ὅρος ἡ ἀποτροπὴ τῆς εἰδωλικῆς λατρείας: «οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁµοίωµα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καὶ ὅσα ἐν τοῖς ὕδασιν ὑποκάτω τῆς γῆς» (Ἔξ. Κ´ 4), ἐνῶ κατὰ τὴν ἀναλυτικὴ ἐπεξεργασία του ἡ ἀποτροπὴ διατυπώνεται καὶ λεπτοµερῶς: «Ἐπικατάρατος ἄνθρωπος, ὅστις ποιήσει γλυπτὸν καὶ χωνευτόν, βδέλυγµα Κυρίῳ, ἔργον χειρῶν τεχνιτῶν, καὶ θήσει αὐτὸ ἐν ἀποκρύφῳ» (Δευτ. ΚΖ´ 15). Ἔτσι θεµελιώθηκε ἡ ἀνεικονικὴ παράδοση στὴ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ.
.             Ἀκόµη καὶ στὶς θεοφάνειες ποὺ περιγράφονται στὴν Π.Δ. εἶναι ἐµφανὴς ἡ ἀδυνατότητα γνώσεως τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται ἀντιληπτὸς μέσῳ εἰκόνων: φῶς, πῦρ, αὔρα λεπτή, ἦχος. Ἀναφέρω ἰδιαίτερα τὴ θεοφάνεια τοῦ Μωυσῆ, ὅταν αὐτὸς ζήτησε νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ: «Καὶ εἶπε Μωυσῆς πρὸς Κύριον […] ἐµφάνισόν µοι σεαυτὸν γνωστῶς, ἵνα ἴδω σε […] Καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Μωυσῆν […] ἐγὼ παρελεύσοµαι πρότερός σου τῇ δόξῃ µου καὶ καλέσω τῷ ὀνόµατί µου, Κύριος ἐναντίον σου καὶ ἐλεήσω ὃν ἂν ἐλεῶ, καὶ οἰκτειρήσω ὃν ἂν οἰκτείρω. Καὶ εἶπεν οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν µου· οὐ γὰρ µὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν µου καὶ ζήσεται. Καὶ εἶπε Κύριος· ἰδοὺ τόπος παρ᾽ ἐµοί, στήσῃ ἐπὶ τῆς πέτρας· ἡνίκα δ᾿ ἂν παρέλθῃ ἡ δόξα μου, καὶ θήσω σε εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας καὶ σκεπάσω τῇ χειρί μου ἐπὶ σέ, ἕως ἂν παρέλθω· καὶ ἀφελῶ τὴν χεῖρα, καὶ τότε ὄψει τὰ ὀπίσω μου, τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ὀφθήσεταί σοι.» (Ἔξ. ΛΓ´, 12-23). Ὅµως, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσω τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, µοῦ προσφέρεται ἡ δυνατότητα νὰ γνωρίσω τὸ θεληµά Του, ἑξαιρετικῶς μέσῳ τῶν θείων ἀποκαλύψεων, ἢ νὰ παρατηρήσω τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴ Δηµιουργία καὶ νὰ ἐµβαθύνω στὸ περιεχόµενό τους. Ἡ σπουδὴ αὐτὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀποβλέπει ὄχι μόνον στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ στὴ γνώση τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἑποµένως στὴν ἐπίγνωση τῆς ὁδοῦ τῆς θεογνωσίας, μιᾶς ὁδοῦ ποὺ ἀναπτύσσει τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό.
.           Ἡ θεολογία τοῦ Ἰσραήλ, μέσῳ τοῦ Νόµου ποὺ ὑποµνηµατίζει τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ, καὶ μέσῳ τῶν Προφητῶν, ποὺ τὸ κήρυγµά τους ὁριοθετεῖ καὶ ἀξιολογεῖ τὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου καλώντας τον νὰ µείνει συνδεδεµένος μὲ τὸν Θεό, ἢ καταγγέλλοντας τὴν ἀποστασία του, προετοιµάζει τὴν ἔκπληξη ποὺ θὰ ἐµφανιστεῖ μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς θὰ ἐµφανιστεῖ ὡς ἡ ἀπάντηση τῶν δύο ἐρωτηµάτων τοῦ Μωυσῆ, τὰ ὁποῖα συγκεφαλαιώνουν ὅλα τὰ περὶ Θεοῦ ἐρωτήµατα τῶν ἀνθρώπων: α) ποιό εἶναι τὸ ὄνοµά σου, β) δεῖξε µου τὸ πρόσωπό σου. Ὡς ἑνιαῖο ἐρώτηµα διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Φίλιππο λίγο πρὶν τὸ Πάθος: «Κύριε, δεῖξον ἡµῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡµῖν». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπαντᾶ: «Τοσοῦτον χρόνον µεθ᾽ ὑµῶν εἰµι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακὼς ἐµὲ ἑώρακε τὸν πατέρα» (βλ. Ἰω. ιδ´ 8-9). Στὴν ἀρχιερατική του προσευχή, ὁ Χριστὸς θὰ συνοψίσει τὸ ἔργο του: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνοµα τοῖς ἀνθρώποις» (Ἰω. ιζ´ 6). Ἡ φανέρωση τοῦ ὀνόµατος τοῦ Πατρὸς ἔχει ὑπαρξιακὸ περιεχόµενο, ἀφοῦ ἀποκαλύπτεται ὡς σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Πατρός: «Καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνοµά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, καγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ἰω. ιζ´ 26). Τὴν θεολογία αὐτὴ περὶ γνώσεως τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς σχέσεως μὲ τὸν Χριστὸ θὰ ἀναπτύξει ἰδιαίτερα ὁ Ἀπ. Παῦλος, θεολογία ποὺ θὰ γίνει τὸ θεµέλιο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸν τὸν µὀναδικὸ Υἱό, ὡς νέο Ἀδάµ, καλούµαστε νὰ ἐνδυθοῦµε, ὥστε νὰ γνωριστοῦµε μὲ τὸν Δηµιουργό μας («… καὶ ἐνδυσάµενοι τὸν νέον τὸν ἀνακαινούµενον εἰς ἐπίγνωσιν κατ᾽ εἰκόνα τοῦ κτίσαντoς αὐτόν», Κολ. γ´ 10).
.                     Ὁ Χριστός, ὡς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ µοναδικὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ὄντων καὶ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἑνότητα τῆς θείας δηµιουργίας ἀνακαινίζοντάς την. Γνωρίζοντας τὸν Χριστὸ κατὰ τὶς μαρτυρίες τῶν Ἀποστόλων ἀναγόµαστε στὴν κατάσταση τῆς θείας υἱοθεσίας, γινόµαστε κοινωνοὶ τῆς θεότητας, κατὰ τὴν ἐπισήµανση τοῦ ἀποστόλου Πέτρου: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµία φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4), δηλαδὴ ξαναϋπάρχουµε ὡς εἰκόνα Θεοῦ.

«Ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση».

Ἀπὸ τὸ κατ᾽ εἰκόνα στὸ καθ᾽ ὁμοίωσιν

.             Στὸ περασµένο σηµείωµα ἐξετάσαµε τὴ βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ἀνθρωπολογία, ἡ ὁποία ἀντιλαµβάνεται τὸν ἄνθρωπο ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Μένει νὰ δοῦµε πῶς ἀπὸ τὸ ὑπαρκτικὸ κατ᾽ εἰκόνα θὰ φτάσουµε στὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν, αὐτὸ ποὺ μὲ ἄλλη ὁρολογία ὀνοµάζουµε θέωση, καὶ μάλιστα, κατὰ βιβλικὴ διατύπωση, ὀνοµάζουµε κοινωνία μὲ τὴ θεία φύση, ὅπως διατυπώνεται ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο: «ἵνα […] γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσµῳ ἐν ἐπιθυµίᾳ φθορᾶς» (Β´ Πέτρ. α´ 4). Διευκρινίστηκε μάλιστα ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα Θεοῦ προσδιορίζεται ἀπὸ τὸν τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ τριαδικότητα ὡς κοινωνία προσώπων, δηλαδὴ ὡς ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη ἑποµένως εἶναι συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἐνῶ κάθε διαστροφὴ ἢ ἀλλοίωση αὐτῆς τῆς θεµελιώδους συνθήκης τοῦ βίου του ὀφείλεται σὲ διαµεσολάβηση, εἴτε τὴν ἀντιλαµβανόµαστε ὡς ἐνέργεια δαιμονικῶν δυνάµεων, εἴτε ὡς ἐπήρεια τοῦ περιβάλλοντος, εἴτε ὡς ἀσθένεια τῆς φύσεως. Ἂν μάλιστα δεχτοῦµε τὸ τελευταῖο, ὅτι δηλαδὴ πρόκειται γιὰ ἀσθένεια τῆς φύσεως, τότε πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ τρόπος θεραπείας της, ὥστε ἡ ἀνθρώπινη φύση νὰ ἐπανεύρει τὴν ἀρχῆθεν συστατική της κατάσταση, ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω ἐκκλησιαστικὴ ὁρολογία, γιὰ νὰ ἐπιστρέψει στὸ ἀρχαῖο κάλλος (βλ. τὴ διατύπωση ποὺ κατατίθεται στὸ δεύτερο Εὐλογητάριο τῆς Νεκρώσιμης Ἀκολουθίας: «Ὁ πάλαι μέν, ἐκ µὴ ὄντων πλάσας με, καὶ εἰκόνι σου θείᾳ τιμήσας, παραβάσει ἐντολῆς δὲ πάλιν με ἐπιστρέψας εἰς γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθην, εἰς τὸ καθ᾽ ὁµοίωσιν ἐπανάγαγε, τὸ ἀρχαῖον κάλλος ἀναµορφώσασθαι») .
.           Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ πραγµατοποιήσει ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, τὴν ὁποία ἀνέλαβε καὶ μὲ τὴν ὁποία ἑνώθηκε ὑποστατικά, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀνθρώπινη φύση, ποὺ ὡς εἰκόνα Θεοῦ δηµιουργήθηκε, καὶ μάλιστα μὲ τὴν παγίωση τῆς ὁµοιότητας, τὸ «καθ᾽ ὁµοίωσιν». Εἶναι μιὰ θεωµένη φύση τώρα ἐν Χριστῷ, μιὰ σώα φύση, χωρὶς τὴν παρουσία ὁποιουδήποτε λάθους, δηλαδὴ ἁµαρτίας. Ὁ Χριστός, ὡς νέος Ἀδάµ, ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ τὰ Εὐαγγέλια, καινουργεῖ τὴν παλαιότητα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, τῆς ὑποχείριας στὸν θάνατο, καὶ εἰσάγει στὴν ἱστορία τὸν νέο ἄνθρωπο, τὸν ἀπαλλαγµένο ἀπὸ τὴ φθορὰ καὶ τὸν θάνατο.
.             Τὸ ἐρώτηµα, ποὺ τίθεται τώρα, εἶναι ἡ ἀναζήτηση καὶ ἡ πραγµατοποίηση ἐνσωµάτωσης ἑκάστου ἀνθρώπου σ᾽ αὐτὴ τὴ νέα πραγµατικότητα, ἑποµένως ἡ εὕρεση τῆς ὁδοῦ ποὺ θὰ ὁδηγήσει στὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, στὴ θέωση. Θὰ ἔµενε ἐλλιπὴς ἡ διαπίστωση ὅτι ὁ ἄνθρωπος φέρει στὴ φύση του ἀνεξίτηλη τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἀµαυρωµένη, ἐὰν δὲν συµπληρώναµε τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐκφραστεῖ καὶ θὰ ἐνεργηθεῖ αὐτὴ ἡ εἰκόνα, πῶς δηλαδὴ θὰ γίνει ἐνεργὸς καὶ θὰ ἀκυρώσει τὶς στρεβλώσεις καὶ τὶς συγχύσεις. Καὶ στὸ σηµεῖο αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναφερθοῦµε στὴν παρουσία τῶν θείων καὶ ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς θεότητας ἐντὸς τῆς Δηµιουργίας, ἡ πρόσκτηση τῶν ὁποίων ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου θὰ θεραπεύσει τὰ ἀσθενῆ καὶ θὰ ἀναπληρώσει τὰ ἐλλείποντα, ὁδηγώντας τὴν ἀνθρώπινη φύση σὲ ἐγχρίστωση.
.             Τί εἶναι ὅμως οἱ ἐνέργειες, ὅταν ἀναφερόµαστε σὲ θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες; Πρόκειται γιὰ δυνάµεις τῆς θεότητας, τὶς ὁποῖες ἀντιλαµβανόµαστε ἐν συνόλῳ, ἂν καὶ συχνὰ ἐµφανίζονται ἐπιµερισµένες. Προέρχονται ἀπὸ ὅλη τὴν τριαδικὴ θεότητα καὶ εἶναι μεθεκτές, δηλαδὴ µπορεῖ νὰ τὶς προσλαµβάνει ἕκαστος τῶν πιστῶν. Ὑπάρχουν οὕτως ἢ ἄλλως στὴ δηµιουργία, καὶ καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτρέψει τὴ σχέση μαζί τους. Νὰ ἐπιτρέψει σηµαίνει νὰ προετοιμάσει τὸν ἑαυτό του, ὥστε αὐτὲς οἱ ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή του. Ἔτσι θεµελιώνεται ἡ διὰ βίου ἄσκηση, πνευµατικὴ καὶ σωµατική, καὶ ἀναδύεται ἡ εὐθύνη γιὰ τὴ σωτηρία στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐν ἐλευθερίᾳ ἀναλαµβάνει τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας του. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσµα ἀντιλαµβανόµαστε τὴν πρόσκληση τοῦ Χριστοῦ: «εἴ τις θέλει ὀπίσω µου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω µοι» (Ματθ. ιϛ´ 24). Τὸ κρίσιμο ἑποµένως θέµα εἶναι νὰ ἐπιτρέψουµε στὶς θεῖες καὶ ἄκτιστες ἐνέργειες νὰ διαποτίσουν τὴν ὕπαρξή μας, ἔργο στὸ ὁποῖο ὅσοι ἐπιτυχῶς εὐδοκίµησαν, ὁδηγήθηκαν στὴν ἁγιότητα.
.                     Οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ περιγράφονται στὴ βιβλικὴ ἀποκάλυψη ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες σελίδες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, κατ᾽ ἀρχὴν ὡς θεία βούληση, ἐν συνεχείᾳ ὡς δηµιουργὸς δύναµη καὶ τελικὰ ὡς θεία Πρόνοια. Διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ὁ Θεὸς γίνεται γνωστὸς στοὺς ἀνθρώπους, στοὺς φίλους του, στὸ λαό του. Ἔχουµε μάλιστα καὶ περιγραφὲς θεοφανειῶν: λόγος, ἦχος, αὔρα, φῶς κ.λπ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐπισηµανθεῖ ὅτι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ κτιστὲς πηγές, ἀλλὰ φέρουν χαρακτήρα ὑπερβατικό. Π.χ., ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δηλώνεται ἢ ἀκούγεται ὡς ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ του –αὐτὸς εἶναι ποὺ ὁµιλεῖ στοὺς Προφῆτες. Ἀνάλογα, τὸ φῶς εἶναι ἄκτιστο, καὶ τὶς περισσότερες φορὲς δηλώνει παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος. Ἀκόµα καὶ ἡ λεπτὴ αὔρα, ποὺ ἀντιλαµβάνεται ὁ προφήτης Ἠλίας ὡς παρουσία Θεοῦ, ἔχει ἄκτιστη προέλευση. Τὶς περισσότερες μάλιστα φορὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γίνονται ἀντιληπτὲς ὡς ἐνδιάθετη αἴσθηση. Ἐπίσης, μέσῳ τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαµβανόµαστε τὰ ἀποτελέσµατα τῶν θείων ἐνεργειῶν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ προσεγγίζουµε τὶς ἐξαγγελίες τῶν Προφητῶν ἢ τῶν Ἀποστόλων, ὅπως τὴ δήλωση τῶν τελευταίων, ὅτι εἶναι μάρτυρες ὅσων εἶδαν, ὅσων ἄκουσαν καὶ ὅσων ψηλάφησαν («ὃ ἀκηκόαµεν, ὃ ἑωράκαµεν τοῖς ὀφθαλµοῖς ἡµῶν, ὃ ἐθεασάµεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡµῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ Λόγου τῆς ζωῆς», Α´ Ἰωάν. α´1).
.                     Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ περίπτωση ποὺ περιγράφει τὸ εὐαγγέλιο ὡς θεραπεία τῆς αἱµορροούσας γυναίκας, ὅπου ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δηλώνει ὅτι ἀντιλήφθηκε μιὰ δύναµη νὰ ἐξέρχεται ἀπ᾽ αὐτόν: «Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; Ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». (Λουκ. η´ 45-46).
.               Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν θείων δυνάµεων, ποὺ ὀνοµάζουµε ἄκτιστες ἐνέργειες, δηλώνονται ἐπίσης ὡς θεία Πρόνοια ἢ θεία Χάρη. Εἶναι παροῦσες καὶ στὴν ὑλικὴ δηµιουργία, ἀλλὰ καὶ στὸ λογικὸ πλήρωµα τῆς γῆς, δηλαδὴ στὸν ἄνθρωπο. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον μὲ νοητὸ τρόπο, ἀλλὰ καὶ μὲ ὁρατό. Ὄχι μόνον ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θεία Χάρη ὑπάρχει εἴτε τὸ ξέρουµε εἴτε δὲν τὸ ξέρουµε, εἴτε τὸ ἀντιλαµβανόµαστε εἴτε δὲν τὸ ἀντιλαµβανόµαστε. Δὲν γεννιέται ξαφνικά, ἀπὸ τὸ µηδέν, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ συνδράµει τοὺς εὐσεβεῖς καὶ μετὰ νὰ παύσει νὰ ὑπάρχει. Δὲν εἶναι κτιστή, γιὰ νὰ γίνεται καὶ νὰ ἀπογίνεται. Εἶναι δύναµη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ θεότητα καὶ εἶναι παροῦσα διαρκῶς. Ἐνεργεῖ στὸν ἄνθρωπο, ὅταν ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀποδέχεται, εἴτε μεµονωµένα εἴτε ὡς λαὸς τοῦ Θεοῦ.
.               Ἐὰν ἔτσι εἶναι τὰ πράγµατα, τότε καταλαβαίνουµε γιατί ὁ Ψαλµωδὸς ἀναφωνεῖ: «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώµατά σου, Κύριε τῶν δυνάµεων» (Ψαλµ. ΠΓ´ [83] 2). Ὁ τόπος τοῦ Θεοῦ, τὰ σκηνώµατά του, µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ἢ ἕνας λαός. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα µωρό, ἕνας ἐνήλικας, ἕνας πρεσβύτης. Τόπος τοῦ Θεοῦ µπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα σπουργίτι, ἕνα πετούµενο, τὰ πάντα, γιατὶ ὁ Κύριος διαποτίζει τὰ πάντα μὲ τὶς δυνάµεις του, εἶναι ὁ Κύριος τῶν δυνάµεων. Ἐνῶ ἐὰν ἡ θεία Χάρη εἶναι κτιστή, ὅπως τὴν ἑρµηνεύει ἡ δυτικὴ θεολογία, τότε ὑπάρχει μία συναλλαγὴ μὲ τὴ θεότητα. Γιὰ νὰ µπορέσω νὰ ἐπιτύχω τὴν παρουσία τῆς θείας Χάρης, πρέπει νὰ πληρώσω. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔχουµε τὴν ἀνάπτυξη τῶν συµπλεγµάτων ἐνοχῆς στὴ Δύση. Εἶµαι ἀµαρτωλός, ἄρα «πληρώνω» καὶ ἀποκαθιστῶ τὴν εὔνοια τοῦ Θεοῦ.
.               Γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Θεὸς γίνεται παρὼν ἄλλοτε ὡς «ὁ ἐνεργῶν ἐν ἡµῖν […] ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλ. β´ 13), καὶ ἄλλοτε ὡς «ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἡ ἐνεργουµένη ἐν ἐµοὶ ἐν δυνάµει» (Κολ. α´ 29). Κυρίως ὅμως, γιὰ τὸν Παῦλο, ὁ Χριστὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ συγκεφαλαιώνει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς δύναµη καὶ σοφία: «Χριστὸς Θεοῦ δύναµις καὶ Θεοῦ σοφία» (Α´ Κορ. α´ 24).

«Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας»

Τὸ Ἅγιον Πνεῦµα ἐγγυητὴς τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας (Α´)

.                 Γνωρίζουμε ὅτι ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, καὶ ὅτι ἱδρυτικὴ πράξη θεωρεῖται ἡ σταυρική Του θυσία. Νοεῖται μάλιστα ὡς σηµεῖο αὐτῆς τῆς ἱδρυτικῆς πράξης ἡ ἔκχυση ἀπὸ τὸ σῶµα τοῦ αἵµατος καὶ ὕδατος, ὅταν ὁ Ρωµαῖος στρατιώτης τοῦ τρύπησε τὴν πλευρὰ μὲ τὸ δόρυ του, γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅτι εἶναι νεκρός: «Ἀλλ᾽ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷµα καὶ ὕδωρ» (Ἰω. ιθ´ 34). Κατὰ τὴν πατερικὴ ἑρµηνεία, ἀναδύθηκαν τὰ δύο µυστήρια, ποὺ μᾶς συνδέουν μὲ τὸν Χριστό, τὸ Βάπτισµα καὶ ἡ θεία Εὐχαριστία. Αὐτὰ συνιστοῦν τὸ θεµελιῶδες κριτήριο ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀνήκουµε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Κατὰ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας γενέθλιος ἡµέρα της νοεῖται ἡ ἡµέρα τῆς Πεντηκοστῆς, ὁπότε ἐπεδήµησε τὸ Ἅγ. Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραµείνει στὴν ἱστορία ὡς συνεχιστὴς τοῦ ἔργου τῆς θείας Οἰκονοµίας ἐνεργουµένη ἀπὸ τὰ πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὴ ἡ παρουσία ἐγγυᾶται τὴν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διαφυλάττει ἀπὸ τὴν αἵρεση ἢ τὸ σχίσµα. Θὰ ἐξετάσουµε ἐδῶ τὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος μὲ βάση τὶς καταθέσεις ποὺ ὑπάρχουν στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο.
.                 Ἡ πρώτη ἀναφορὰ γίνεται στὸ 3o κεφάλαιο, ὅπου ἐκτίθεται ὁ διάλογος τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν Νικόδηµο, στὸν ὁποῖο ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ προϋποθέτει «ἄνωθεν» γέννηση «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύµατος». Στὸν στ. 8 προσδιορίζει ὅτι στοιχεῖο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος εἶναι ἡ ἐλευθερία: «Τὸ πνεῦµα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾽ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἔστι πᾶς ὁ γεγεννηµένος ἐκ τοῦ Πνεύµατος».
.                 Μὲ τὴ λέξη «πνεῦµα» οἱ Ο´ μεταφράζουν τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «ρουὰχ» ἢ «νέφες», ποὺ σηµαίνει ἀέρας, ἀναπνοή, ἄνεµος (spiritus στὰ λατινικά). Ὀνοµάζουµε λοιπὸν Πνεῦμα τὸ τρίτο πρόσωπο τῆς θεότητας, γιατί δὲν µποροῦµε νὰ προσδιορίσουµε τὴ δράση του. Ἔχει τέτοιου περιεχοµένου ἐλευθερία, ὥστε ποτὲ δὲν µπορεῖς νὰ προκαθορίσεις τὴν πορεία του. Μιλᾶµε ἑποµένως γιὰ ἐλευθερία χαοτική. Τὴν ἐλευθερία αὐτὴ προσδιορίζει μόνο ἡ σχέση, εἶναι ἐλευθερία ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴ σχέση καὶ ἀναπαύεται στὴ σχέση. Καθένας ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ἔχει ἐλευθερία νὰ ἐνεργεῖ χωρὶς προσδιορισµοὺς καὶ προκαθορισµούς. Δὲν ξέρεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει ὁ ἅγιος, διότι εἶναι παρουσία ἐλευθερίας, καὶ ἐπειδὴ σχετίζεται μὲ τὸ Πνεῦμα εἶναι παρουσία ἀγάπης. Τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη δὲν µπορεῖς νὰ τὴν προσδιορίσεις ἀπὸ ποῦ ἔρχεται καὶ ποῦ πάει, ὅταν εἶναι ἀγάπη βαθιά, πραγµατικὴ ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὀνοµάζει καὶ Παράκλητο, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ συµπαραστάτη: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (Ἰω. ιδ´ 26).
.                 Στὸ 14ο κεφάλαιο ἐπανέρχεται τὸ εὐαγγέλιο ἀναλυτικότερα στὸ ἔργο τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος. Εἶναι τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ συνεχίσει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ μετὰ τὴν ἀνάληψή του στὸν τόπο τοῦ Θεοῦ. «Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐµὰς τηρήσατε, καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑµῖν, ἵνα μένει µεθ᾽ ὑµῶν εἰς τὸν αἰῶνα, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτό· ὑµεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται» (ιδ´ 15-17). Τώρα ὁ Ἰησοῦς ἀποκαλύπτει στοὺς μαθητές του τὴν παρουσία τοῦ Πνεύµατος εἰς τὸ διηνεκές, μετὰ τὴν Ἀνάληψή του. Ἄλλες τρεῖς φορές, ἐκτὸς αὐτῆς, συν­αντῶνται ἀναφορὲς τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἅγ. Πνεῦµα: α) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ» (ιε´ 26) β) «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑµᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (ιϛ´ 13) γ) μετὰ τὴν Ἀνάσταση: «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦµα ἅγιον, ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁµαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (κ´ 22-23). Μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀναφορῶν περιγράφεται ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ θὰ γεννηθεῖ τὴν ἡµέρα τὴ μεγάλη τῆς Πεντηκοστῆς.
.                 Προϋπόθεση κοινωνίας μὲ τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τίθεται ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ ἡ βιοτὴ τῶν πιστῶν σύµφωνα μὲ τὶς ἐντολές του. Αὐτὴ ἡ προϋπόθεση ἐνιδρύει σχέση μὲ τὸν Χριστό, καὶ αὐτὴ ἡ σχέση ὑψώνεται σὲ θεία υἱοθεσία ἐξ αἰτίας τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, ποὺ τὴν τρέφει καὶ τὴν διατηρεῖ. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ διακρίνεται ἀπὸ ὅποιο ἄλλο πνεῦµα καθοδηγεῖ τὸν κόσµο («ὃ ὁ κόσµος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτὸ» ιδ´17), ὅτι δηλαδὴ ἂν δὲν εἶσαι μὲ τὸν Θεό, δὲν µπορεῖς νὰ γνωρίσεις τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ παραδοθεῖς στὶς δυνάµεις του καὶ στὶς ἐνέργειές του, καὶ μάλιστα μὲ ἐσωτερικὴ ἐµπειρία τῆς παρουσίας του («γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾽ ὑµῖν μένει καὶ ἐν ὑµῖν ἔσται»). Ὁ ἀνθρώπινος πολιτισµὸς βρίθει ἰσχυρισµῶν, ὅτι ἕνα πνεῦµα καθοδηγεῖ καὶ ἐµπνέει μεγάλους µύστες, ποὺ ἱδρύουν θρησκεῖες ἢ φιλοσοφίες, ὅπως ὁ «δαίµων» τὸν Σωκράτη ἢ ὁ «φωτισµὸς» τὸν Βούδα. Ὁ Ἰωάννης διευκρινίζει στὴν Α´ Ἐπιστολή του ὅτι πρόκειται γιὰ «πνεῦµα πλάνης»: «Ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡµῶν· ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀκούει ἡµῶν. Ἐκ τούτου γινώσκοµεν τὸ πνεῦµα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦµα τῆς πλάνης» (Α´ Ἰω. δ´6).
.                 Στὸ 15ο κεφάλαιο ὁ Εὐαγγελιστὴς παραθέτει τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ, ὅτι τὸ Πνεῦμα θὰ διδάξει καὶ θὰ ἑρµηνεύσει ὅσα ἐπὶ τρία χρόνια ἄκουγαν καὶ ἔβλεπαν οἱ μαθητές, ἀλλὰ δὲν κατανοοῦσαν: «ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦµα τὸ ἅγιον, ὃ πέµψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόµατί µου, ἐκεῖνος ὑµᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑποµνήσει ὑµᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑµῖν» (ιε´ 26). Ἡ κατανόηση τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεων τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν αὐτονόητη γιὰ τοὺς μαθητές του, κυρίως τὸ ἀποκαλυπτικό τους στοιχεῖο, διότι, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ ρήση, «οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦµα Ἅγιον» (ζ´ 39). Ἐνδεικτικὸ εἶναι τὸ κήρυγµα τοῦ ἀποστόλου Πέτρου μετὰ τὴν ἐπιδήµηση τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Τὸ περιεχόµενό του κατανόησαν ἄνθρωποι διαφορετικῶν γλωσσικῶν καὶ πολιτιστικῶν παραδόσεων. Ἐκείνη τὴν ἡµέρα μιλήθηκε ἡ γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς, στοὺς ἀντίποδες τῆς γλώσσας τῆς Βαβέλ.
.                 Τὸ «σχῆµα» ποὺ παρουσιάζει ὁ Ἰησοῦς στοὺς μαθητές του εἶναι: Θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος, αὐτὸ εἶναι τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Αὐτὸς θὰ σᾶς πεῖ ὅλη τὴν ἀλήθεια. Δὲν θὰ σᾶς τὴν πεῖ ἀπὸ μόνος του, ἀλλὰ ἐκ μέρους µου, διότι ἡ ἀλήθεια εἶµαι ἐγώ. Οὐσιαστικὰ θὰ σᾶς συνδέσει µ᾽ ἐµένα. Δίνοντάς σας ἐµένα τὸ Πνεῦμα, σᾶς δίνει τὸν Πατέρα, γιατί ἐγὼ ὑπάρχω, ἐπειδὴ ὑπάρχει ὁ Πατέρας, ἐγὼ ἀπὸ τὸν Πατέρα τὰ ἔχω πάρει ὅλα. Μιλάει γιὰ τὸ µυστήριο τῆς υἱοθεσίας ἀναφερόµενος στὸ ἔργο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἀναπτύσσεται στοὺς δύο τελευταίους στίχους τοῦ 15ου κεφαλαίου: «Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέµψω ὑµῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦµα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐµοῦ καὶ ὑµεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾽ ἀρχῆς µε᾽ ἐµοῦ ἐστε» (ιε´ 26-27). Ἀποκαλύπτονται δηλαδὴ οἱ σχέσεις Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, Χριστοῦ καὶ μαθητῶν, μαθητῶν καὶ κόσµου, εἰσάγοντας τὴ δυναµικὴ παρουσία τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος, τὸ ὁποῖο θὰ ἐπαληθεύσει τὴ δύναµη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ ἐνδυναµώσει τοὺς μαθητὲς γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἀποστολῆς τους.
.                 Ὁ Χριστὸς ὀνοµάζει τὸ Ἅγ. Πνεῦμα «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας». Στὸ κατὰ Ἰωάννην εὐαγγέλιο ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι ἀφηρηµένη ἔννοια ποὺ παραπέµπει ἁπλῶς σὲ ἀλήθεια ποὺ ἀντιτίθεται στὸ ψεῦδος. Προσδιορίζει τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴ δήλωσή του, ἄλλωστε, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἡ ἀλήθεια («Ἐγώ εἰµι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» ιδ´6). Ἑποµένως τὸ «Πνεῦμα τῆς ἀληθείας» εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀποκαλύπτει τὸν Χριστό, ποὺ μὲ τὴν Ἀνάληψή του βρίσκεται πλέον εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Πατρός, ὡς Θεάνθρωπος βέβαια, καὶ τὸν ξαναφέρνει δοξασµένο ἀναµεσά μας καὶ μᾶς συνδέει μὲ αὐτόν.
.                 Τὸ Ἅγ. Πνεῦμα τὸ λαµβάνουµε κατὰ τὸ βάπτισµά μας. Ὑπάρχει ἡ ὡραία προσευχὴ πρὸς τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ποὺ λέει: «ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡµῖν». Τὸ λαµβάνουµε σηµαίνει ὅτι τὸ Ἅγ. Πνεῦμα ἔρχεται ἐντός μας, ὅλο καὶ ὄχι ἁπλῶς οἱ δυνάµεις του ἢ οἱ δωρεές του. Ἔρχεται καὶ μᾶς «σφραγίζει», ὥστε νὰ θεραπευθεῖ ἡ φύση μας καὶ νὰ συνδεθοῦµε μὲ τὸν Υἱό, ποὺ θὰ μᾶς συνδέσει μὲ τὸν Πατέρα καὶ ἔτσι νὰ πραγµατοποιηθεῖ τὸ µυστήριο τῆς θείας υἱοθεσίας.

«Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συμπαραστάτης στὴ ζωὴ τῶν πιστῶν»

  Γνωρίζουμε (καὶ ἀποδεχόμαστε) ὅτι αἰτούμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου εἶναι ἡ σωτηρία τῆς φύσης μας ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς σύγχυσης (τοῦ θανάτου). Ἑπομένως ἀναφερόμαστε σὲ θεραπεία (ἀλλαγὴ) τῆς φύσης μας ἀπὸ ἐνδημοῦσα κατάσταση ἀσθενείας. Τέτοια θεραπεία καθίσταται δυνατὴ λόγῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεότητα συνδέθηκε μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση. Καθένας πλέον ποὺ συνδέεται μὲ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει νέα γέννηση, νὰ ὑπάρξει δηλαδὴ ὡς νέος ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς θὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι κατὰ συμβολικὸ ἢ ἠθικὸ τρόπο, ἀλλὰ κατὰ ὑπαρξιακό. Αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν περιγράφει ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ἀναλύουν οἱ Ἀπόστολοι καὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μᾶς λένε λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ παραδοθοῦμε στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ («ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ»), βαπτιστοῦμε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, λάβουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς μέλη ἑνὸς νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, «τρῶμε καὶ πίνουμε» τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε κοινωνία μαζί του, κοινωνοῦμε μὲ τὴ δική του θεωμένη ἀνθρώπινη φύση («Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» – Ἰωάν. ϛ´ 56). Στὴ θεία Λειτουργία δὲν κάνουμε ἀναπαράσταση γεγονότος, ποὺ κάποτε συνέβη καὶ τὸ θυμόμαστε, ἀλλὰ δημιουργοῦμε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἐπαναλαμβάνουμε οὐσιαστικὰ τὴν πράξη τῆς Δημιουργίας. Κάθε φορὰ ποὺ τελοῦμε τὴ θεία Εὐχαριστία, εἶναι ἀρχή. Μπορεῖ νὰ συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενη θεία Λειτουργία, γιατί καὶ σ᾽ αὐτὴν τὸ ἐπιχειρήσαμε, ἀλλὰ δὲν τὸ πετύχαμε τελειωτικά, δὲν φτάσαμε στὸ ἔσχατο τέλος. Ἡ μνήμη παραμένει, γι᾽ αὐτὸ καὶ λαχταρᾶμε νὰ πᾶμε στὴν ἑπόμενη θεία Λειτουργία. Ἡ μία Κυριακὴ διαφέρει ἀπὸ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ σ᾽ αὐτὸ τὸ ζεῦγος μνήμης καὶ λαχτάρας. Τί γίνεται ἐκεῖ στὴ θεία Λειτουργία; Μαζευόμαστε ὡς μέλη σώματος, ὄχι ὡς ἄτομα, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἀμπέλου καὶ τῶν κλημάτων, ποὺ ἀνέπτυξε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὡς τὰ κλήματα ποὺ θὰ συνδεθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο (τὸν Χριστὸ) καὶ θὰ μείνουν ζωντανὰ καὶ καρποφοροῦντα. Μαζευόμαστε κουβαλώντας ὅλη τὴ Δημιουργία μαζί μας. Ὄχι μόνο τὴ διάθεσή μας, ἀλλὰ τὴν ἴδια τὴ φύση μας. Τὴ Δημιουργία τὴν προσάγουμε μέσα ἀπὸ τὰ σύμβολα τοῦ ψωμιοῦ καὶ τοῦ κρασιοῦ. Καὶ ὅλα αὐτά, ἡμῶν συμπεριλαμβανομένων, ἀρχίζουμε νὰ τὰ ἀναγάγουμε στὸν Πατέρα, γιὰ νὰ τὰ κάνει Χριστό, νὰ ἐπαναληφθεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ καλούμαστε ἐμεῖς νὰ ἐπαναλάβουμε τὴ λέξη τῆς Θεοτόκου: γένοιτο! Ὅμως, τίποτε δὲν γίνεται ἀπ᾽ ὅλα αὐτά, ἐὰν δὲν μᾶς συγκροτεῖ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς κοινότητα, ὡς λαό, ὡς φίλους τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουμε τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐπιτύχουμε, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Πᾶμε, ὅπως λέει καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος, νὰ θεραπευτοῦμε, νὰ θεραπεύσουμε τὴ φύση μας (βλ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, ΚΔ´, PG 91, 704A: «Τῇ ἁγίᾳ τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίᾳ σχολάζειν, καὶ μὴ ἀπολιμπάνεσθαι ποτὲ τῆς ἐν αὐτῇ τελουμένης ἁγίας συνάξεως […] διὰ τὴν ἀοράτως ἀεὶ παροῦσαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος χάριν […] καὶ ἕκαστον τῶν εὑρισκομένων μεταποιοῦσαν τε καὶ μετασκευάζουσαν, καὶ ἀληθὲς μεταπλάττουσαν ἐπὶ τὸ θειότερον […] κἂν αὐτὸς μὴ αἰσθάνηται, εἴπερ τῶν ἔτι κατὰ Χριστὸν νηπίων ἐστι καὶ εἰς τὸ βάθος τῶν γενομένων ὁρᾶν ἀδυνατεῖ») Ἔχοντας αὐτὸ ὑπ᾽ ὄψη μας, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε γιατί ὁ Χριστὸς μιλεῖ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
.           Στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο προαγγέλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ (σὲ δύο χωρία) ἡ διαρκὴς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία, μετὰ ἀπὸ τὴ δική του Ἀνάληψη: στὸ ιδ´16 («Καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν Πατέρα καὶ ἄλλον Παράκλητον δώσει ἡμῖν, ἵνα μένει μεθ᾽ ἠμῶν εἰς τὸν αἰώνα, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας»), παράλληλα μὲ τὸ ιδ´ 26 («Ὁ δὲ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ἡμᾶς διδάξει πάντα»), καὶ στὸ ιε´ 26 («Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ἠμῖν παρὰ τοῦ Πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ»). Στὸ δεύτερο ἡ ἀναφορὰ εἶναι πιὸ συγκεκριμένη γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιατί περιγράφεται τὸ ἔργο ποὺ θὰ ἐπιτελέσει. Μὲ τὴν πρόταση μάλιστα «συμφέρει ἡμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ἰωάν. ιϛ´ 7), ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐπιδημία τοῦ Πνεύματος, προβάλλεται τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου ὡς ἑνιαία καὶ διαρκὴς μέριμνα τοῦ Θεοῦ: ὁ Πατὴρ ἀποστέλλει τὸν Υἱὸ νὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ νὰ τὴν καινουργήσει, ἔργο ποὺ ὁ Υἱὸς τὸ ἐπετέλεσε μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του καὶ τὴν Ἀνάσταση, καὶ ὁ Υἱὸς ἀποστέλλει τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενο Ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ παραμείνει ἐντὸς τῆς ἱστορίας καὶ νὰ βοηθήσει στὴν ἀνάπτυξη τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εἴσοδος καὶ παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴν ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ πεπραγμένα της («ἐλέγξει τὸν κόσμον»), ὄχι γιὰ νὰ τὸν βραβεύσει ἢ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν φωτίσει, ὥστε νὰ παύσει νὰ ἐναντιώνεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐναρμονίσει τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἁμαρτία, τὴν ἔλλειψη ἢ τὴν ἀπουσία πίστεως δηλαδή, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ θεραπεία τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς φθορᾶς της. Θὰ ἀποκαλύψει τὴν πραγματικὴ δικαιοσύνη ὡς κατάσταση, ἢ μᾶλλον ἀποκατάσταση τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό, τώρα ποὺ ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ Χριστὸς ὡς Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, συνέδεσε στὸ πρόσωπό του τὸ κτιστὸ μὲ τὸ ἄκτιστο καὶ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς θεραπείας καὶ ἀποκατάστασης ἑνὸς ἑκάστου, ὥστε νὰ γλυτώσει ἀπὸ τὴ δυναστεία ἑνὸς διαρκοῦς θανάτου. Θὰ ἀποκαλύψει ἐπίσης τὸ τέλος τοῦ ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου καὶ τὴν ἀνατολὴ νέας πραγματικότητας ὡς κοινωνίας ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ.
.           Συνηθίσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κρίση τοῦ κόσμου, τῆς ἱστορίας, τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅρους δικανικούς, γιὰ νὰ μὴν πῶ τιμωρητικούς. Ξεχνᾶμε ὅτι ὁ βιβλικὸς ὅρος «κρίση» ἐμπεριέχει τὴν ἔννοια τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς δικαίωσης. Ἡ πραγματικὴ κρίση ἐνεργεῖται λόγῳ τῆς παρουσίας τοῦ ἀληθοῦς – ἡ παρουσία κρίνει. Ἡ ἴδια ἡ παρουσία τοῦ Παρακλήτου κρίνει, δηλαδὴ ξεχωρίζει: εἶσαι μὲ τὴ ζωὴ ἢ εἶσαι μὲ τὸν θάνατο;Ἤδη ἔχει πεῖ ὁ Ἰησοῦς ὅτι μέχρι νὰ ἔρθει ἀνάμεσά μας ὡς Θεάνθρωπος, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἤξεραν ὅτι βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό: «Εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἶχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Ἰωάν. ιε´ 22). Τώρα εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὴ στάση τους. Τὸ ἴδιο μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρχίζει ἡ εὐθύνη. Ἔχω εὐθύνη γιὰ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ αὐτὸ λέγεται κρίση. Ὁ Χριστὸς ὑπογράμμισε: «Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ´ 47). Ἡ γνώση περὶ Θεοῦ δὲν προσεγγίζεται μὲ νοητικὲς δυνάμεις, ἀλλὰ μέσῳ σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἡ γνώση πηγάζει ἀπὸ σχέση. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι οἱ νοητικὲς δυνάμεις καὶ λειτουργίες, ἀκόμη ἀκόμη καὶ οἱ νοοτροπίες, δὲν λειτουργοῦν θετικὰ στὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας (πολλὲς φορὲς ἀρνητικά), ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε ὅτι εἶναι ὑποβοηθητικὴ ἡ λειτουργία τους· εἶναι ἡ πρώτη τροφή, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ διακρίνει μεταξὺ ἐπὶ μέρους καὶ τέλειας γνώσης «ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην», Α´ Κορ. ιγ´ 12). Τὸ Πνεῦμα θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸν πραγματικὸ Χριστό, συνδέοντάς μας μαζί Του. Τὸν Χριστὸ τὸν γνωρίζεις τρώγοντάς τον καὶ πίνοντάς τον, κοινωνώντας μαζί του. Αὐτὴ εἶναι γνώση βιούμενη, ὄχι μεταδιδόμενη. Τὰ ρήματα καὶ τὰ πράγματα ποὺ σοῦ ἀποκαλύπτει ὁ Χριστὸς ἔχουν μυσταγωγικὸ χαρακτήρα. Τελικὰ τὸν Χριστὸ τὸν «γνωρίζεις» ὄχι μὲ τὴ σπουδὴ (ἔστω τῆς Ἁγίας Γραφῆς), οὔτε μόνον χάρη σὲ εὐσεβεῖς πόθους, οὔτε μιμούμενος τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ γῆς (μίμηση Χριστοῦ), οὔτε χάρη στὶς καλὲς διαθέσεις, ἀλλὰ ἐπειδὴ παραδίδεσαι στὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Αὐτὸ σὲ συνδέει μαζί του, σὲ εἰσάγει στὴν ἀλήθεια του («ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»). Βέβαια, γιὰ νὰ σὲ ὁδηγήσει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἀποδίδεσαι σὲ διαρκῆ ἄσκηση (διὰ βίου), ὥστε νὰ εἶναι καθαρὴ ἡ ὕπαρξή σου γιὰ νὰ δεχτεῖ τὶς ἐνέργειές του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ὑπογραμμίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (βλ. Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς).

«Ὁ Θεὸς ἱδρύει καὶ συντηρεῖ τὴν Ἐκκλησία»

Ὁ Ἑρμᾶς, χριστιανὸς συγγραφέας τῶν ἀρχῶν τοῦ 2ου αἰ., παραθέτει στὸ ἔργο του Ποιμν τὴν ἑξῆς ἀποκαλυπικὴ εἰκόνα: «Ἀπεκαλύφθη δέ μοι, ἀδελφοί, κοιμωμένῳ, ὑπὸ νεανίσκου εὐειδεστέτου λέγοντός μοι· Τὴν πρεσβυτέραν, παρ᾽ ἧς ἔλαβες τὸ βιβλίδιον, τίνα δοκεῖς εἶναι; Ἐγώ φημι· Τὴν Σίβυλλαν. Πλανᾶσαι, φησίν, οὐκ ἔστιν. Τίς οὖν ἐστιν; φημί. Ἡ Ἐκκλησία, φησίν. Εἶπον αὐτῷ· Διατί οὖν πρεσβυτέρα; Ὅτι, φησίν, πάντων πρώτη ἐκτίσθη· διὰ τοῦτο πρεσβυτέρα, καὶ διὰ ταύτην ὁ κόσμος κατηρτίσθη» (Ποιμήν, Ὅρασις β´, ΙV). Ἡ διατύπωση μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὴν Ἐκκλησία ὡς πραγματικότητα ποὺ προϋπάρχει τοῦ κόσμου καὶ ἀποτελεῖ τὴ συνθήκη τοῦ κόσμου. Μ᾽ ἄλλα λόγια, ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γιὰ νὰ εἶναι Ἐκκλησία. Μᾶς ἐπιτρέπει ἐπίσης νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία, συνδεδεμένη μὲ τὴν τριαδικότητα τοῦ Θεοῦ, προσδιορίζει ἐπίσης τὴν τριαδικότητα τοῦ ἀνθρώπου, συνθήκη ποὺ διατυπώνεται μὲ τὸν ὅρο «κατ᾽ εἰκόνα καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν». Προχωρώντας ἕνα βῆμα ἀκόμα, μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν Ἐκκλησία ὡς τὸν τόπο καὶ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν ἐν Χριστῷ, ζωὴ ποὺ ὁρίζεται ὡς ἀγάπη («ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι»). Μὲ τὸ ὄνομα μάλιστα «Ἄνω Ἱερουσαλὴμ» ἀντιλαμβανόμαστε τὴν Ἐκκλησία νὰ ἔρχεται ἀπὸ τὰ ἔσχατα (βλ. Ἀποκ. κα´ 2: «Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ»), ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ μιὰ σύνδεση πρωτολογίας καὶ ἐσχατολογίας, ἢ καὶ νὰ συμπεραίνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τὸ ὅλον τοῦ κόσμου. Ἀσφαλῶς ἡ ἀνταρσία δείχνει νὰ διαταράσσει τὴν ἁρμονία τῆς δημιουργίας, σὲ σκοτεινοὺς μάλιστα αἰῶνες (αἰῶνες τῆς ἀγνωσίας καὶ τῆς σύγχυσης) δείχνει νὰ «ἀκυρώνει» τὴν παρουσία τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ μυστήριο ὅμως τῆς θείας Οἰκονομίας θὰ ξαναφέρει στὸ προσκήνιο τὴ σύνδεση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἐξαιρέτως μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ ἐμφανίσει τὴν Ἐκκλησία ὡς δυναμικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ πορεύεται πρὸς τὴν ἐσχάτη Βασιλεία, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ποὺ διαταράχθηκε (καὶ διαταράσσεται) ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ «καταντήσουν» νὰ εἶναι «τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός».
.               Ἀντιλαμβανόμαστε τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου ὡς ἀγαπητικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐκφράζει τὴν βούλησή του νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν ἄνθρωπο, στὸν ὁποῖο τὰ πάντα χαρίζονται. Πρόκειται γιὰ διαρκῆ κίνηση δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὴν δημιουργία του καὶ τὸ πλήρωμά της. Ὡς κίνηση δωρεᾶς δὲν ἐμπεριέχει συναλλαγὴ ἢ ἀνταλλαγή, δεδομένης ἄλλωστε τῆς διαφορᾶς τῶν φύσεων, τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης. Εἶναι μία κίνηση ποὺ χαρίζεται στὴν κτιστὴ φύση, στὸν ἄνθρωπο, χωρὶς ὁ Θεὸς νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο κάποιο ἀντάλλαγμα, ἐκτὸς τῆς ἐλεύθερης θέλησής του νὰ κοινωνεῖ μὲ τὸν Θεό, γιατί οὕτως ἢ ἄλλως ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ δώσει ὁποιοδήποτε ἀντάλλαγμα ἔναντι αὐτῆς τῆς δωρεᾶς. Στὴν ἱερὴ γλώσσα αὐτὴ ἡ κίνηση ὀνομάζεται θεία Χάρη. Ἑπομένως ὀνομάζουμε θεία Χάρη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Πῶς γίνεται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο, ὥστε ὁ δεύτερος νὰ γίνεται κοινωνὸς θείας φύσεως; (βλ. Β´ Πέτρ. α´ 4: «ἵνα γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως»). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμειχθεῖ ἡ φύση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν φύση τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι γιατί δὲν θέλει ἢ γιατί δὲν εἶναι σωστό, ἀλλὰ γιατί εἶναι πέραν τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἡ φύση τῆς θεότητας δὲν ἀναμειγνύεται μὲ τὴ φύση τῆς ἀνθρωπότητας, καὶ εὐρύτερα μὲ τὴν κτιστὴ φύση. Αὐτὸ λοιπὸν μὲ τὸ ὁποῖο ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ φύση τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ οἱ ἐνέργειές της, ἤ, νὰ τὸ πῶ μὲ μιὰ ἄλλη λέξη, οἱ δυνάμεις τῆς φύσεως. Ἡ φύση ἔχει δυνάμεις καὶ αὐτὲς τὶς δυνάμεις τὶς ὀνομάζουμε ἐνέργειες – ἄκτιστες ἐνέργειες. Τὸ ἄκτιστον ἐκχέει αὐτὲς τὶς ἐνέργειές του μέσα στὴν κτίση, στὸ κτιστόν. Τὸ κτιστὸν συνδέεται ἤ, ἂν θέλετε, διαποτίζεται ἀπὸ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες. Ἡ παρουσία αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν μεταποιεῖ τὸ κτιστὸν σὲ μὴ θνητόν, σὲ μὴ φθαρτόν. Τὸ ἀφθαρτοποιεῖ, τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν κίνησή του πρὸς τὴν ἀνυπαρξία, πρὸς τὸ μηδέν.
.               Αὐτὲς οἱ ἐνέργειες, ποὺ διαποτίζουν τὸ κτιστόν, δὲν εἶναι ἐνέργειες ἀφηρημένες, οὔτε εἶναι δυνάμεις κτιστές, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ μαγνητικὴ δύναμη ἢ ἡ δύναμη τοῦ ἠλεκτρισμοῦ. Ἂν ἀκουμπήσεις μία ἠλεκτρικὴ πηγὴ θὰ σὲ διαποτίσει ἡ ἐνέργεια τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, εἴτε τὸ θέλεις εἴτε δὲν τὸ θέλεις. Ἀντίθετα, οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ πηγάζουν ἀπὸ προσωπικὴ ὑπόσταση καὶ ἔχουν ἀπαραίτητο στοιχεῖο τὸν διάλογο, τὴ σχέση, τὴν ἀπόκριση. Αὐτὸ στὴν ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα τὸ ὀνομάζουμε «ἐλευθερία» ἤ, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ λειτουργικὴ ἔκφραση, «προαίρεση». Τί σημαίνει ὅτι προαιροῦμαι, ὅτι θέλω νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὲς τὶς ἐνέργειες; Τὸ «θέλω» δὲν εἶναι μιὰ παθητικὴ στάση, εἶναι μιὰ στάση ἐνεργητική. Πρέπει δηλαδὴ καὶ ἐγὼ τὶς δικές μου κτιστὲς φυσικὲς ἐνέργειες νὰ τὶς ἐνεργοποιήσω πρὸς τὰ ἔξω. Νὰ φύγω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ νὰ βρεθῶ «ἐκτὸς ἑαυτοῦ», πρὸς τὸν ἄλλον. Αὐτὸ τὸ ὀνομάζουμε στὴ νηπτική μας παράδοση ἔκσταση (ἀπὸ τὸ «ἐξίσταμαι», βγαίνω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου). Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία υἱοθετεῖ τώρα τὴν πρώτη κίνηση ποὺ ἀνέφερα, τὴν κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, ἀφοῦ τὴν «διορθώνει», δίνοντάς της ἰδιαίτερο περιεχόμενο: κίνηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ σημαίνει ἀπάντηση στὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο (βλ. Γαλ. δ´ 9: «γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ»). Κι αὐτὸ εἶναι τὸ ἰδιαίτερο χαρακτηριστικὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς.
.               Ὅταν λέμε ὅτι ἔργο τῆς θεμελιωμένης καὶ ἱδρυμένης ἀπὸ τὸν Θεὸ Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, ἀναφερόμαστε κατ᾽ οὐσίαν σὲ μία σχέση. Ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν εἶναι ἡ παρουσία μιᾶς σχέσης. Τὴ σχέση αὐτὴ οἱ νηπτικοὶ Πατέρες ὀνομάζουν «ἐρωτική». Ἡ σχέση αὐτὴ περιλαμβάνει τὴν κίνηση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀπάντηση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό. Ὑπάρχουν κείμενα ποὺ μιλοῦν γι᾽ αὐτὴ τὴ σχέση, ὅπως εἶναι ἡ Κλίμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου ἢ τὰ ποιήματα τοῦ ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου ἢ τὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Μιλᾶμε γιὰ μία διαλεκτικὴ σχέση θείου καὶ ἀνθρώπινου ἔρωτα.
.               Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φτάσει ὁ ἄνθρωπος νὰ νικήσει τὴν ἐντός του φθορά, τὴν φυσική του δηλαδὴ φθορά, ἂν δὲν ἀπαντήσει ἐνεργητικά, ἂν δηλαδὴ δὲν κινητοποιήσει μέσα του ὅλες του τὶς ἐνέργειες σὲ μία φορὰ πρὸς τὸ θεῖο. Μιὰ τέτοια κίνηση ἀσφλῶς σημαίνει μιὰ ὑπερβολικὰ ἔντονη δυναμικὴ γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Στὴν ἀνθρώπινη ὅμως καθημερινότητα ὑπάρχουν οἱ πολλὲς ἥσυχες στιγμές. Ἡ Ἐκκλησία καταφάσκει σὲ αὐτὲς τὶς πολλὲς ἥσυχες στιγμὲς καὶ τὶς ἐντάσσει μέσα στὴ δική της Λειτουργία, κατὰ τρόπο ὥστε μέσα ἀπὸ τὴν ἴδια μας αὐτὴ τὴν καθημερινότητα νὰ ψηλαφοῦμε σιγὰ-σιγὰ αὐτὸν τὸν ἁγιασμό. Μέσα στὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινότητα, μέσα δηλαδὴ στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, βαπτιζόμαστε, μυρωνόμαστε, κοινωνοῦμε, ἐνδεχομένως θεραπευόμαστε, ἐνδεχομένως παντρευόμαστε, ἐνδεχομένως ἀποφασίζουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν ἱερὸ κλῆρο. Τέτοιες πράξεις ποὺ ἁγιάζουν ὅλες τὶς πτυχὲς τῆς καθημερινότητάς μας τὶς ὀνομάζουμε καὶ «μυστήρια». Βέβαια ὅλες οἱ πράξεις τῆς Ἐκκλησίας –ὅπως π.χ. ἡ προσευχὴ τῆς κοινότητας, ἡ κατάθεση μιᾶς πράξης ἀγάπης, ἡ ἄσκηση– ὅλες αὐτὲς εἶναι ἁγιαστικὲς πράξεις, ποὺ ἐμπεριέχουν στοιχεῖα μυστηρίου. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι κι αὐτὲς οἱ πράξεις ποὺ συνηθίζουμε νὰ ὀνομάζουμε «μυστήρια» καὶ οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν στὸν ἄνθρωπο σιγά-σιγὰ νὰ μαθαίνει νὰ διαλέγεται μὲ τὸν Θεό, ὀργανώνοντας τὴ ζωή του γύρω ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό. Τὰ «μυστήρια» διδάσκουν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐνεργοποιεῖ σωστὰ τὶς ἐνέργειές του, νὰ τὶς κατευθύνει ὡς σωστὴ ἀπάντηση πρὸς τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες ποὺ ζητοῦν νὰ τὸν διαποτίσουν. Γιατί ὑπάρχει πάντα ὁ κίνδυνος ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχει ἀγαθὴ πρόθεση καὶ νὰ θέλει νὰ ἐνεργοποιεῖ τὶς ἐνέργειές του πρὸς τὸ θεῖο, ἀλλὰ ἂν δὲν διδαχθεῖ τὴν ὁδὸ τῆς θεογνωσίας, αὐτὲς νὰ μὴν κατευθύνονται πρὸς τὸ θεῖο, νὰ χάνονται, νὰ σκορπίζονται.

Περιοδ. «Ἐφημέριος», ἀρ. τ. 1, Ἰαν.- Φεβρ. 2015

Ἠλ. στοιχειοθεσία https://christianvivliografia.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η αγανάκτηση – Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 17, 2017

Η αγανάκτηση μπορεί να έχει σχέση με την οργή, τον θυμό, την κακία, τη νευρικότητα και τη δυσανασχέτηση. Υπάρχει δίκαια και δικαιολογημένη οργή, που φέρνει αγανάκτηση, κάποτε ιερή αγανάκτηση, από αναβρασμό ψυχής που εθίγη. Έξαψη φοβερή, που εκδηλώνεται δημόσια, από αγανακτισμένους, που διαμαρτύρονται με διάφορους τρόπους, μερικές φορές και ακραίους, γιατί τους ενέπαιξαν, τους είπαν ψέματα, τους ξεγέλασαν και τους απάτησαν.

Πρόκειται για αιφνίδια, αυθόρμητη, γενική εκδήλωση κατακραυγής, ξέσπασμα δυνατού θυμού, θύελλα αποδοκιμασίας, σφοδρή, παρατεινόμενη, δυνατή φούρκα. Σκάνδαλα ταγών και ισχυρών προκάλεσαν έναυσμα, οξυθυμία, παροξυσμό πείσματος αντιδραστικού, αποκορύφωση διαμαρτυριών, υπερένταση, εξαγρίωση, μένος και επιθετικότητα. Έτσι ήλθε διέγερση παθών, έξαψη απαιτήσεων. Χιλιάδες άνθρωποι ξέσπασαν σε οργή, χολώθηκαν από την ανεντιμότητα, την ιταμότητα, την κενή φλυαρία, τις ψεύτικες υποσχέσεις, τα μισόλογα, τα ανειλικρινή χαμόγελα. Η όλη αδιόρθωτη κατάσταση έφερε βίαιη αντίδραση, ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Ο τόσος βρασμός ψυχής, ο παροξυσμός του πνεύματος, το πνίξιμο από το δίκιο, το σκάσιμο από το κακό, ξεχείλισε το ποτήρι. Δυστυχώς για αρκετούς πολιτικούς ακόμη πέρα βρέχει.

Η αγανάκτηση καθημερινά φουντώνει, δεν παύει, δεν μαζεύεται πια. Ο θυμός δεν παύει. Η υπομονή εξαντλήθηκε. Δεν υπάρχει πλέον ανοχή. Δεν μπορεί άλλο να τα καταπίνει όλα. Απηύδησε και απόκαμε ο κόσμος από τα παχιά λόγια, τις πολλές υποσχέσεις, τα καμώματα των πολιτικών. Κουράστηκε, βαρέθηκε, πόνεσε, απογοητεύτηκε και απόκαμε. Μπούχτισε, σιχάθηκε, δυσφόρησε, δυσανασχέτησε και κατέβηκε στους δρόμους. Άφησε την πολυθρόνα και την τηλεόραση. Κάτι είναι κι αυτό. Αδημονεί, λαχταρά, καίγεται η καρδιά του να δει μιαν άσπρη μέρα. Δεν τον χωρά ο τόπος του. Δεν βλέπει την ώρα για μια ουσιαστική αλλαγή. Κάθεται στα κάρβουνα, τον κυνηγούν δαίμονες, σκέφτεται το μέλλον των παιδιών του, το κατάντημα της αγαπημένης του πατρίδας. Κάθεται ο νεοέλληνας σε αναμμένα κάρβουνα, σε καρφιά, τρώει τα νύχια του, παίρνει ψυχοφάρμακα. Εξαντλήθηκε το κουράγιο. Τα περιθώρια στένεψαν πολύ. Βαρέθηκαν απεριόριστα. Δεν αντέχουν άλλο. Δεν πάει άλλο πια. Κάτι σημαντικό πρέπει γρήγορα να γίνει.

Η βία δεν είναι ό,τι το καλύτερο. Ειρηνικά, προσεκτικά, με γνώση, φιλότιμο, μεράκι, ενδιαφέρον έμπνευση, μελέτη και μόχθο, θα πρέπει η Ελλάδα να οδηγηθεί σε αναγέννηση. Να μάθουμε να ζούμε και με πιο λίγα. Να διαβάσουμε το ευαγγέλιο της εγκράτειας. Να γίνουμε τις δύσκολες αυτές ώρες πιο φιλάνθρωποι. Να ακούμε και τον άλλο. Να μην καπελωθεί η διαμαρτυρία από κανέναν. Να μη πέσει η αγανάκτηση στο κενό. Να γίνει εφευρετική, δημιουργική και αποτελεσματική.

Περάσαμε και άλλες μεγάλες μπόρες και δεν χαθήκαμε. Έχουμε δώσει εξετάσεις υπομονής και ανδρείας και κερδίσαμε. Ας μην αποκάμουμε και το βάλουμε εύκολα κάτω. Η ελληνική μεγαλοψυχία και η ελληνική φερεπονία θα φέρει πλούσια και πολύτιμα δώρα για τη δόλια πατρίδα μας, που την εξαπάτησαν μερικοί και θα πρέπει να λογοδοτήσουν. Ό,τι έγινε έγινε. Ο Θεός είναι μεγάλος. Δυστυχώς, μια ώρα κατάλληλη η Εκκλησία σιωπά. Δίχως να φλυαρεί, θα μπορούσε να καταθέσει λόγο υπεύθυνο, καίριο, σημαντικό και παρήγορο. Η αγανάκτηση πάντως, πιστεύουμε και ελπίζουμε, κάτι καλό θα φέρει στον ταλαίπωρο τόπο μας. Μακάρι, άμποτε, είθε…

Πηγή:

 http://www.makthes.gr/news/opinions/76077/
http://www.pemptousia.gr/2012/06/i-aganaktisi/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΥΜΕΙΣ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΦΑΝΕΡΩΘΗΣΕΣΘΕ ΕΝ ΔΟΞΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 17, 2017

Όσοι είμαστε χριστιανοί αισθανόμαστε αρκετά έως πολύ περιθωριοποιημένοι από την πραγματικότητα της ζωής και του πολιτισμού, την στιγμή που θα θελήσουμε να κάνουμε πράξη τις εντολές του Ευαγγελίου, να φανερώσουμε την πίστη μας στον Χριστό και στις δυσκολίες της ζωής και στην  ηρεμία της.  Οι άνθρωποι θεωρούμε, και εύλογα, ότι καλούμαστε να ανήκουμε στο σύνολο στο οποίες οι συγκυρίες, ο χρόνος, ο οικείοι μας επέλεξαν να ανήκουμε. Ακόμη κι αν πάρουμε αποφάσεις δυναμικές, με περιεχόμενό τους την ριζική αλλαγή της πορείας της ζωής μας, ανατρέποντας την ένταξή μας, ηθελημένη και αθέλητη,  στις ομάδες που είχαμε μάθει να συμμετέχουμε, και πάλι θα αναγκαστούμε να συμβιβαστούμε στις νέες ομάδες που θα επιλέξουμε είτε να διαμορφώσουμε είτε να ενταχθούμε. Κανείς μας δεν μπορεί να ζήσει μόνος του. Όταν βάζουμε την χριστιανική μας ιδιότητα μπροστά, διαπιστώνουμε ότι είναι ακόμη πιο δύσκολη η ένταξη και όχι μόνο σε ομάδες εκτός της εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Και εντός της Εκκλησίας ή θα αναγκαστούμε να είμαστε όπως όλοι όσοι ακολουθούν κάποιες νόρμες, κάποια πρότυπα, κάποιες ταμπέλες, ή θα υποχρεωθούμε να παραμείνουμε μοναχικοί.

     Στα λόγια όμως όσων αγάπησαν και ακολούθησαν τον Χριστό υπάρχει μία αίσθηση δόξας εάν οικειωθούμε τον δρόμο της πίστης. Η δόξα συνοδεύεται από την υπόσχεση, την πρόγευση και την προσμονή. Έχει άμεση σύνδεση με την Βασιλεία του Θεού, στην οποία όποιος ενταχθεί έχει ήδη νικήσει την μοναχικότητα, την απόρριψη των άλλων, τους φόβους του,  έχει αποφασίσει να αγαπήσει και να αγαπηθεί και, κυρίως, να αφεθεί στην αγάπη του Θεού που είναι η μεγαλύτερη δόξα. «Όταν ο Χριστός φανερωθή, η ζωή ημών, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη» (Κολοσ. 3, 4). «Όταν ο Χριστός, που είναι η αληθινή ζωή μας, φανερωθεί, τότε κι εσείς θα φανερωθείτε μαζί Του δοξασμένοι στην παρουσία Του».

        Ο αποστολικός λόγος έχει ακριβώς αυτά τα τρία στοιχεία που συνοδεύουν την δόξα. Η δόξα δεν είναι κάτι πρόσκαιρο, αλλά αιώνιο. Δεν είναι αυτόνομη, αλλά συνδέεται άμεσα με τον Χριστό, πηγάζει από Εκείνον. Δόξα σημαίνει φως και ελπίδα. Σημαίνει ένα βήμα πιο πάνω από την έγνοια της καθημερινότητας, της αναγνώρισης από τους ανθρώπους, της κάλυψης της φιλοδοξίας, διότι αυτές είναι δόξες εφήμερες, που μας κάνουν να διατρέχουμε τον κίνδυνο να ταυτιστούμε  με το παρόν, με τις δικές μας δυνάμεις, να ξεχάσουμε ότι μόνο ο Χριστός σώζει. Η δόξα είναι άλλωστε ένας πειρασμός που μας κάνει να μετριόμαστε με την αλήθεια. Και δεν έχει να κάνει με τους υπερβολικά χαρισματικούς μόνο. Ανάγκη για δόξα, για τον έπαινο και την αναγνώριση της αξίας μας, ιδίως και σε σχέση με τους άλλους,  έχουμε όλοι οι άνθρωποι οι οποίοι παλεύουμε να πετύχουμε στην ζωή, στην οικογένεια, στις σχέσεις μας, στις ιδέες μας, στην εργασία μας, στην πολιτική, σε όλους τους τομείς της ζωής. Όμως αυτή η δόξα δεν λυτρώνει, μόνο τονώνει τον εγωισμό μας και δεν κρατά για πάντα, γρήγορα μαραίνεται και παρέρχεται. Αντίθετα, η δόξα της παρουσίας του Θεού στην ζωή μας δίνει αγάπη, φως, ελπίδα και μας κρατά χαρούμενους αληθινά. Μας κάνει να αντέχουμε την όποια περιφρόνηση και την ίδια στιγμή εργαζόμαστε το όνομα του Θεού να δοξάζεται.

       Η δόξα συνοδεύεται από την υπόσχεση. Ότι ο Χριστός δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ, αλλά θα βρίσκεται μαζί μας όλες τις ημέρες της ζωής μας. Από τη υπόσχεση ότι εφόσον τιμούμε το όνομα Του, εφόσον παλεύουμε πνευματικά, πιστεύουμε, αγωνιζόμαστε Εκείνος να φαίνεται και να είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή των ανθρώπων, τότε Αυτός θα μας δοξάσει δίνοντάς μας την χαρά της αποδοχής από εκείνους που κατανοούν τι σημαίνει να αγαπά κάποιος τον Θεό, θα μας δώσει την δωρεά της αγιότητας.  Και αποδοχή σημαίνει εμπιστοσύνη. Σημαίνει απόφαση για συνοδοιπορία. Σημαίνει πορεία αληθινή, η οποία απαλύνει την απουσία των πολλών από την ζωή μας, την ειρωνεία και το μαρτύριο που συνοδεύει την πίστη μας. Και ενώ οι πολλοί μας περιφρονούν και μας απορρίπτουν, η χαρά υπάρχει στην καρδιά μας αναλλοίωτη, γιατί ο Χριστός είναι μαζί μας και στα ευχάριστα και στα λυπηρά.

      Η δόξα συνοδεύεται από την πρόγευση. Προγευόμαστε την δόξα του Χριστού, την δόξα της αγιότητας, στην ζωή της Εκκλησίας και ιδίως στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Την στιγμή που κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Θεανθρώπου Χριστού μετέχουμε στην θεία φύση κατά χάριν. Αγιάζεται η ύπαρξή μας. Αν έχουμε επίγνωση της κλήσης μας τότε η καρδιά μας παίρνει κουράγιο και χαρά. Συνειδητοποιούμε ότι ο Χριστός δεν έγινε απλώς άνθρωπος, αλλά μας δίνεται ως αγαπημένος και μας καλεί στην αγάπη Του. Είναι μοναδική ευλογία και τιμή να αισθανόμαστε ότι ο Θεός μας αγαπά. Η θεία κοινωνία δεν είναι επιβράβευση για τη ηθική μας καθαρότητα, ούτε την προϋποθέτει, διότι δεν υπάρχει άνθρωπος καθαρός από ρύπου. Προϋποθέτει όμως την απόφαση για μετάνοια. Τον σεβασμό στον Θεό. Την χαρά να είμαστε παιδιά Του, επειδή ο Ίδιος το θέλησε. Την χαρά να συναντούμε τον πλησίον μας, που για εκείνον  Χριστός ενανθρώπισε. Γι’  αυτό και η μετοχή στο μυστήριο της Ευχαριστίας είναι πρόγευση της δόξας του Θεού. Διότι στην αιωνιότητα θα ζούμε αυτήν την χαρά όχι ως τροφή υλική, ούτε ως ευκαιρία να αλλάξουμε εντός μας, να δούμε την ζωή με τα πνευματική μάτια, αλλά ως κοινωνία πρόσωπον προς πρόσωπον με τον Χριστό και τους αγίους, δηλαδή μέσω της μετοχής μας στην μεγάλη πνευματική οικογένεια των προσώπων της Βασιλείας του Θεού.

     Η δόξα όμως είναι και προσμονή. Δεν έρχεται αμέσως, αλλά χρειάζεται την υπομονή μας και εκείνο το αίσθημα ότι ο Θεός δεν μας ξεχνά. Ότι ακόμη κι αν φαίνεται μακριά μας είναι δίπλα μας. Ότι πλησιάζει μέσα στον χρόνο η στιγμή που θα Τον συναντήσουμε ενώπιος ενωπίω. Και όπως όταν προσμένουμε κάποιον να μας επισκεφθεί, δεν μένουμε στην παθητικότητα ότι επειδή δεν μπορούμε να εκπληρώσουμε κάθε επιθυμία του, δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι, αλλά βάζουμε τα δυνατά μας να είναι όλα όσο καλύτερα γίνεται, ακόμη και φτωχικά, έτσι και στην σχέση μας με τον Χριστό η προσμονή της δόξας δεν μας κάνει παθητικούς , αλλά έτοιμους να διαθέσουμε τον χρόνο μας για Εκείνον, όσο αυτό είναι εφικτό. Χρόνος προσευχής. Χρόνος αγάπης στον πλησίον. Χρόνος εκκλησιασμού. Χρόνος κάθαρσης. Χρόνος μελέτης του λόγου Του.  Θυσία, μεγάλη ή μικρή, δεν έχει σημασία, γιατί μόνο έτσι η προσμονή της δόξας δεν μας κάνει να μελαγχολούμε και να νικιόμαστε από το ότι δεν την ορίζουμε εμείς.

       Ας είμαστε ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Ας μην φοβόμαστε την περιφρόνηση των πολλών, αλλά ας αντιτάσσουμε την προσευχή γι’  αυτούς, την δική μας άσκηση και την πίστη που γίνεται αγάπη και υπομονή. Δεν μας ζητά ο Χριστός να αποκοπούμε από τον κόσμο και τον πολιτισμό, αλλά να μην νικηθούμε από το πνεύμα του πονηρού, της άρνησης, της δικαιολογίας, της προσποίησης.  Δεν θα είμαστε μόνοι μας,  αλλά η δόξα Του, εντός της εκκλησιαστικής ζωής,  θα μας αγιάσει, θα μας φωτίσει, θα δώσει σκοπό στην ζωή μας!

Κέρκυρα, 17 Δεκεμβρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΙΜΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 17, 2017

 «Για τους μεγάλους, ούτως ειπείν τους γέροντες-ό,τι δεν είναι άνοιξη είναι γερόντιο πια-ισχύουν οι παμπάλαιες απόψεις. Ποτέ αγκαλιά. Αφήστε τους να σκάσουνε στο κλάμα μέχρι να τους κοπεί η ανάσα δυναμώνουν έτσι τα αποσιωπητικά τους. Ας κλαίνε οι μεγάλοι. Δεν έχει αγκαλιά» (Κική Δημουλά).

         Τι σημαίνει στους καιρούς μας το «τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου»; Οι μεγαλύτεροι, κάποτε φανερά, κάποτε αδιόρατα, απαιτούν από τα παιδιά τον σεβασμό της συμμόρφωσης με τις ιδέες τους, με τα θέλω τους, με έναν καθορισμό ζωής όπως οι ίδιοι, ως έμπειροι, σοφοί και με την δικαιολογία της δεδομένης αγάπης, μπορούν να διαλέξουν γι’ αυτά. Οι νεώτεροι θέλουν ελευθερία. Θέλουν από τους μεγαλύτερους στήριξη, οικονομική και ψυχολογική, χωρίς όμως οι μεγάλοι να ανακατεύονται στις αποφάσεις τους. Οι μεγάλοι επικαλούνται την αξία του σεβασμού. Οι νεώτεροι απαντούν: «τον σεβασμό δεν τον δικαιούσαι, τον κερδίζεις». Και όλα μοιάζουν δύσκολα σε τέτοιες σχέσεις.

        Άλλοτε οι μεγαλύτεροι είναι αδιάφοροι. Προσανατολισμένοι στην καριέρα τους και έτοιμοι να καλύψουν όλες τις απαιτήσεις των νεώτερων, έρχεται η στιγμή που διαπιστώνουν ότι δεν υπάρχει γέφυρα επικοινωνίας. Μόνο ένα απέραντο θέλω. Και όταν αυτό το θέλω δεν μπορεί να εκπληρωθεί, τότε έρχεται η εγκατάλειψη. Γονιός σημαίνει να είσαι χρήσιμος στο παιδί σου. Αν δεν μπορείς ή γίνεσαι βάρος γι’ αυτό, τότε το παιδί κάνει την ζωή του.

       Νεώτεροι και μεγαλύτεροι στις σχέσεις μας έχουμε να παλέψω με το θέλω μας. Δεν είναι εύκολη η ισορροπία που δίνει η αγάπη. Αυτή άλλωστε έρχεται όταν πέρα από το θέλω υπάρχει ένας δεσμός εμπιστοσύνης. Οι γονείς εμπιστεύονται τα παιδιά τους, ακόμη κι αν κάνουν λάθη, χωρίς να απεμπολούν την ευλογία της συμβουλής. Τα παιδιά εμπιστεύονται τους γονείς ως τους μόνους που μπορούν να πούνε την αλήθεια, γιατί αγαπούνε. Η αγάπη κάνει τον γονέα να μην θέλει να επιβάλλει στο παιδί «για το καλό του» ό,τι κρίνει σωστό, όταν πλέον αυτό έχει μπει σε ηλικία που η ελευθερία του προηγείται. Η αγάπη κάνει το παιδί να ακούει με προσοχή τον γονέα, διότι η πείρα της ζωής δίνει φώτιση που είναι απαραίτητη.

     Η αγάπη χαράσσει τα όρια. Ο μεγάλος καλείται να είναι πιο υπομονετικός στην δίψα του νεώτερου για έλεγχο της ζωής του. Να κάνει περισσότερη προσευχή στον Θεό και να περιμένει, όχι για να δικαιωθεί, αλλά για να πειστεί ο νεώτερος για το τι είναι πραγματικά καλό γι’  αυτόν, ίσως και μέσα από τις απαραίτητες περιπέτειες. Η αγάπη τελικά γεννά ωριμότητα.

        Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει την «αντιπελάργωση». Οι νεώτεροι πελαργοί, στην αποδημία του χειμώνα, βάζουν στα φτερά τους τους πατεράδες τους, για να ξεκουραστούν από το μακρινό ταξίδι, ανταποδίδοντας με ευγνωμοσύνη το ότι τους γέννησαν και τους έμαθαν να πετούνε. Οι γονείς ας αγκαλιάσουν τα παιδιά τους, ας τα ρωτούν για την ζωή τους, ας είναι δίπλα τους. Τα παιδιά ας ανταποδίδουν την αγκαλιά και την στοργή, μέχρι το τέλος. Γιατί οι μεγάλοι έχουν ανάγκη με την σειρά τους όχι τον σεβασμό της υποταγής, αλλά τον σεβασμό της καρδιάς που ευγνωμονεί για τα πολλά και τα λίγα, ξέρει πότε χρειάζεται να ακούει και στα «όχι» της ακόμη δεν κλείνει πόρτες.  Τιμά, όποιος αγαπά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 13 Δεκεμβρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ – ΟΘΕΝ ΝΕΚΡΑ ΣΥ ΕΝ ΤΑΦΩ ΠΡΟΣΦΩΝΕΙΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 17, 2017

   

            Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και εντυπωσιακά θαύματα που έκανε ο Άγιος Σπυρίδωνας είναι αυτό της συνομιλίας του με την νεκρή κόρη του Ειρήνη. Από την πλευρά του Αγίου ήταν μία κίνηση αγάπης, προκειμένου η κόρη του να του αποκαλύψει πού είχε φυλάξει ένα κόσμημα απαραίτητο σε μια γυναίκα που της το είχε εμπιστευθεί πριν η Ειρήνη πεθάνει.  Την κρυψώνα μόνο η νεκρή γνώριζε και το κόσμημα ήταν απαραίτητο στην φτωχή γυναίκα, για να θρέψει τα παιδιά της. Και ο Άγιος νικά την σιωπή του θανάτου, με τη αγάπη. Την ίδια ακριβώς αγάπη που αποπνέει το «αείζωο σώμα» του μέχρι τους καιρούς μας. Σιωπηλός ο Άγιος, προσφέρει νόημα και ελπίδα σε όλους όσους έχουμε ανάγκη το μυστικό όχι της υλικής φροντίδας, αλλά της όντως ζωής, αυτής που νικά το πρόσκαιρο και την αδηφαγία του θανάτου!

                Ο Άγιος μιλά στην νεκρή κόρη του και αυτή του απαντά. Η αγάπη νικά τον θάνατο. Ο Άγιος μιλά και σε μας, τους σύγχρονους νεκρωμένους από την αμαρτία, από την εκζήτηση της παραπλανητικής  αφθονίας, της ηδονής που δεν πηγάζει από την αγάπη του προσώπου, αλλά από την θέαση του άλλου ως αντικειμένου. Τους νεκρωμένους από τον εγωκεντρισμό που δεν ξέρει να υποχωρεί, να ανέχεται, να συγχωρεί. Τους νεκρωμένους από την αίσθηση ότι μπορούμε χωρίς Θεό. Άραγε, θα μπορέσουμε να του απαντήσουμε;

                Η Ειρήνη υπέδειξε στον Άγιο και πατέρα της το μυστικό, λέγοντας ΝΑΙ, ακόμη και από τον τάφο, στην αγάπη.  Έδειξε ότι η αληθινή αγάπη ουδέποτε νεκρούται. Ότι ο άνθρωπος που πιστεύει στον Χριστό, καν αποθάνη, ζήσεται. Και ο λόγος της έγινε παρηγορία στην γυναίκα που χρειαζόταν την φανέρωση του μυστικού. Η αγάπη γίνεται άνοιγμα.  Υπερβαίνει το μέτρο του εαυτού, των ορίων μας. Αρκεί να υπάρχει ο Άγιος και πατέρας στην ζωή μας. Αυτός που θα μας οδηγήσει στον Χριστό. Που θα τον εμπιστευθούμε όχι για να γίνουμε οπαδοί του ή εκζητητές δωρημάτων τα οποία δεν θα αλλάξουν ριζικά την ζωή μας, αλλά θα μας βοηθήσουν πρόσκαιρα να αισθανόμαστε ότι τα χατίρια μας γίνονται.  Γιατί μόνο η πίστη που ριζώνει στις καρδιές γίνεται αφετηρία μεταμόρφωσης.

                Μπορούμε κι εμείς να υποδείξουμε τα μυστικά μας στον Άγιο και στην Εκκλησία. Κι αυτά έχουν να κάνουν με τα πάθη και τις αμαρτίες που μας κάνουν να δείχνουμε καλοί, ενώ η καρδιά μας πάσχει. Να φαίνεται ότι πιστεύουμε, ενώ στην πρώτη  δυσκολία τα γιατί μας κυνηγούν. Μπορούμε εν μετανοία να αποκαλυφθούμε και να γίνουμε διάφανοι στο φως της ειρήνευσης και της ελπίδας. Αυτό που πηγάζει από τον λυτρωτή Χριστό. Τον Θεό του Αγίου και δικό μας. Αυτόν που διά του θανάτου Του μας έδωσε «άφεσιν αμαρτιών και ζωήν αιώνιον».

                Ας μην περιμένουμε την παγωνιά του θανάτου. Ας κάνουμε τον Άγιο οδοδείκτη, φίλο και πατέρα προς τον Χριστό. Και νεκροί μεν όντες τη  αμαρτία, ας ζωοποιηθούμε στην Εκκλησία. Στην συνάντηση των προσώπων που μέσα από την αλήθεια βρίσκουν σωτηρία.

                Πρέσβευε υπέρ ημών!

Κέρκυρα, 12 Δεκεμβρίου 2017

 π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εκκλησία και κρατική εξουσία

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

Εκκλησία και κρατική εξουσία

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Οι Χριστιανοί ως μέλη της Εκκλησίας πολιτογραφούνται στην βασιλεία του Θεού. Η βασιλεία όμως του Θεού «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου»[1]. Και οι Χριστιανοί, ενώ βρίσκονται στον κόσμο αυτόν, έχουν το πολίτευμα στους ουρανούς[2]. Εκεί είναι ο τόπος της τελικής αναφοράς τους και από εκεί προέρχονται οι αρχές της επίγειας συμπεριφοράς τους. Χωρίς να παύουν να είναι πολίτες της επίγειας πατρίδας τους και να συναναστρέφονται με όλους τους ανθρώπους, είναι «συμπολίται των αγίων και οικείοι του Θεού»[3]. Η παράδοξη αυτή κατάσταση προσδιορίζει ανάλογα και την θέση τους απέναντι στην κρατική εξουσία.

Η θέση των Χριστιανών απέναντι στην κρατική εξουσία καθορίζεται σε γενικές γραμμές με την απάντηση που έδωσε ο Χριστός στο ερώτημα των Φαρισαίων και των Ηρωδιανών, αν επιτρέπεται να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα. Ο Χριστός, πριν απαντήσει στο ερώτημα, ζήτησε να του παρουσιάσουν ένα νόμισμα. Όταν το πήρε, ρώτησε: «Τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή»; Εκείνοι απήντησαν: «Καίσαρος». Τότε τους είπε: «Απόδοτε ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ»[4].

Χαρακτηριστικό εδώ είναι ότι η απάντηση του Χριστού δεν καλύπτει μόνο την ερώτηση, αλλά επισημαίνει και κάποιο καινούργιο στοιχείο, που είναι προφανώς και το ουσιωδέστερο. Η ερώτηση που υποβλήθηκε περιοριζόταν στο θεμιτό ή μη της καταβολής φόρου στον Καίσαρα. Η απάντηση του Χριστού προχωρεί περισσότερο και επισημαίνει την υποχρέωση που υπάρχει απέναντι στον Θεό. Με τον τρόπο αυτόν προβάλλεται το ουσιωδέστερο· το «εν ου εστι χρεία»[5].

Εξετάζοντας αναλυτικότερα την απάντηση του Χριστού προς τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς παρατηρούμε τα εξής. Σε αυτήν χρησιμοποιείται το ρήμα «αποδίδωμι», που σημαίνει επιστρέφω κάτι στον κύριό του[6]. Ο άνθρωπος δηλαδή καλείται να επιστρέψει κάτι που δεν του ανήκει· κάτι που δεν είναι δικό του. Αλλά σε τελευταία ανάλυση ο άνθρωπος δεν έχει τίποτε δικό του. Ο Απόστολος Παύλος παρατηρεί: «Τι έχεις ο ουκ έλαβες; Ει δε και έλαβες, τι καυχάσαι ως μη λαβών;»[7]. Όλα όσα έχει ο άνθρωπος προέρχονται από τον Θεό. Όταν λοιπόν προσφέρει κάτι στον Θεό, δεν το «δίδει», αλλά το «αποδίδει», δηλαδή το επιστρέφει στον Κύριό του. Αυτό κάνει και όταν προσφέρει στον Θεό ολόκληρη την ύπαρξή του, που δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» του. Επιστρέφει το δημιούργημα στον Δημιουργό του. Αποδίδει την εικόνα στο αρχέτυπό της.

Στην απάντηση όμως του Χριστού γίνεται λόγος και για απόδοση πραγμάτων στον Καίσαρα. Εδώ άλλωστε αναφερόταν και η ερώτηση. Ποια είναι λοιπόν αυτά; Στην αφήγηση ως πράγματα του Καίσαρα παρουσιάζονται τα νομίσματα. Αυτά είναι που έχουν την εικόνα και την επιγραφή του. Έτσι δικαιολογείται και η καταβολή του φόρου. Αυτό όμως δεν είναι καινούργιο. Και αυτοί που ρωτούσαν τον Χριστό δεν αρνούνταν την καταβολή του φόρου. Το καινούργιο λοιπόν βρίσκεται στο «απόδοτε τα του Θεού τω Θεώ». Όλο το βάρος πέφτει στο δεύτερο αυτό σκέλος της απαντήσεως, με το οποίο και τοποθετούνται τα πράγματα στην σωστή τους θέση.

Βέβαια και το πρόβλημα της σχέσεως του ανθρώπου με την κρατική εξουσία δεν είναι ασήμαντο, ιδίως όταν πρόκειται για εξουσία που εκλέγεται και με την ψήφο του. Πρωταρχική όμως σπουδαιότητα έχει η σχέση με τον Θεό. Αυτή συνεπάγεται καθολική αυτοπροσφορά, ενώ ταυτόχρονα προσφέρει ουσιαστική ελευθερία από κάθε συμβατική αρχή και εξουσία. Έτσι οι υποχρεώσεις προς τον Καίσαρα τοποθετούνται σε δεύτερη μοίρα. Είναι συμβατικές και παροδικές, όπως και η εξουσία του Καίσαρα. Εδώ λοιπόν δεν υπάρχει μόνο αναγνώριση αλλά και άρνηση της εξουσίας. Την αναγνώρισή της μαρτυρεί η αποδοχή πραγμάτων που ανήκουν στον Καίσαρα. Και την άρνησή της φανερώνει η τελική αναφορά των πάντων στον Θεό. Όλα ανήκουν στον Θεό, από τον οποίο και προέρχονται.

Η χρησιμοποίηση του χωρίου αυτού για την υποστήριξη της υποχρεώσεως των Χριστιανών να πειθαρχούν στην κρατική εξουσία αρχίζει με τους Απολογητές[8]. Η άποψη αυτή είναι βέβαια σωστή, αλλά δεν εξαντλεί το νόημα του χωρίου, ενώ η επίκλησή του για δικαιολόγηση της υποταγής της Εκκλησίας στο κράτος το παρερμηνεύει. Εφόσον όλα ανήκουν στον Θεό, σε αυτόν ανήκει και η εξουσία του Καίσαρα, όπως και ο ίδιος ο Καίσαρας. Δεν υπάρχει τίποτε, που να προέρχεται από άλλη αρχή και να μην ανήκει δικαιωματικά στον Θεό. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, παρατηρεί ο Τερτυλλιανός, ανήκει περισσότερο στους Χριστιανούς και όχι στους ειδωλολάτρες, εφόσον ο Θεός των Χριστιανών είναι ο Κύριος όλων, και αυτός παραχωρεί την εξουσία στον κόσμο[9].

Το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί την κοινωνία και όχι για να την καταδυναστεύει

Ο Καίσαρας, δηλαδή ο φορέας της κρατικής εξουσίας, είναι κατά την χριστιανική διδασκαλία απλός διαχειριστής της εξουσίας που ανήκει στον Θεό. Αν δεν έχει την συναίσθηση αυτήν, τότε άρχει «κατά δόκησιν»[10]. Με την συναίσθηση της αναφοράς στον Θεό βοηθείται ο φορέας της κρατικής εξουσίας να παραμένει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ενώ χωρίς αυτήν οι πιθανότητες για κατάχρηση και απολυταρχική άσκηση της εξουσίας είναι προφανείς. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, το κράτος έχει πάντα την τάση να ξεπεράσει τα όριά του και να γίνει ολοκληρωτικό. Η τάση για θεοποίηση του Καίσαρα είναι αιώνια. Εκδηλώθηκε στην μοναρχία, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί εξίσου και στην δημοκρατία ή τον κομμουνισμό[11]. Οι κίνδυνοι που απορρέουν από την τάση αυτήν, όπως και οι αποπροσανατολισμοί που μπορούν να προκληθούν, είναι φανεροί.

Ξεχωρίζοντας ο Χριστός «τα του Καίσαρος» και «τα του Θεού» περιορίζει τον Καίσαρα και την εξουσία του μέσα στον κόσμο. Δηλαδή τα «εκκοσμικεύει». Με τον τρόπο αυτόν έχουμε την εκκοσμίκευση του κράτους, που έχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα για τον χριστιανικό τρόπο θεωρήσεώς του. Η εκκοσμίκευση αυτή δικαιώνει την δημοκρατία, όπως και το «κράτος δικαίου», που μετά από πολλούς αιώνες διαμορφώθηκαν στην Δύση.

Η εκκοσμίκευση του κράτους έρχεται σε αντίθεση προς κάθε απολυτοποίησή του η θεοποίηση των αρχόντων του, που επικρατούσε στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Κύριος είναι μόνο ο Θεός. Η κρατική εξουσία είναι συμβατική και ανήκει στον κόσμο που θα καταργηθεί. Το ίδιο ισχύει και για τους κοσμικούς άρχοντες. Παραταύτα και χριστιανοί άρχοντες θέλησαν σε αρκετές περιπτώσεις να επέμβουν στα εκκλησιαστικά πράγματα, προκαλώντας έτσι την αντίδραση των εκπροσώπων της Εκκλησίας. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των εικονομάχων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, που προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας απέναντί τους και την υπόμνηση των ορίων της εξουσίας τους[12]. Τέλος υπάρχουν και οι περιπτώσεις καπηλεύσεως της θρησκευτικής πίστεως για την επιβολή απολυταρχικής εξουσίας εν ονόματι του Θεού, που είναι και οι χειρότερες.

Η κρατική εξουσία παρουσιάζεται ως συνεκτικός δεσμός μέσα στην διασπασμένη ανθρωπότητα. Η άσκηση της εξουσίας προνοήθηκε από τον Θεό ως διακόνημα για τον περιορισμό του κακού και την προστασία του καλού[13]. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και οι επιμέρους άρχοντες είναι όργανα του Θεού. Το θέλημα του Θεού το εκφράζει η ύπαρξη της εξουσίας και όχι ο οποιοσδήποτε φορέας της[14]. Η θέση αυτή της Εκκλησίας στηρίζει την ελεύθερη και υπεύθυνη επιλογή των φορέων της εξουσίας, πράγμα που χαρακτηρίζει και το γενικότερο πνεύμα της δημοκρατίας, αλλά δεν τους βλέπει ως μεσσίες[15].

Το κράτος δεν ταυτίζεται με την κοινωνία. Υπάρχει ως θεσμός, για να την υπηρετεί και όχι να την καταδυναστεύει. Αυτό ισχύει ιδίως για το κράτος δικαίου, όπου κυριαρχούν το σύνταγμα και οι νόμοι. Κάθε θεσμός όμως προσλαμβάνει ως ένα βαθμό υπερβατικό χαρακτήρα. Έτσι άλλωστε λειτουργεί και ως συνεκτικός δεσμός στην κοινωνική ζωή. Η υπερβατικοποίηση μάλιστα του κράτους προβάλλεται μερικές φορές σε μεταφυσικές διαστάσεις. Αλλά και όταν αυτή περιορίζεται στην εγκοσμιότητα, δεν παύει να υπερβαίνει την κοινωνία. Και η υπεροχή του αυτή ερμηνεύει την τάση του προς απολυτοποίηση.

Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους Χριστιανούς να υποτάσσονται στην εξουσία, γιατί προέρχεται από τον Θεό[16]. Αυτό δεν σημαίνει εξαγιασμό της εξουσίας, αλλά παραδοχή της χρησιμότητάς της για την περιστολή του κακού. Όπως ο θάνατος παραχωρήθηκε από τον Θεό ως ευεργεσία, για να μη μένει ο άνθρωπος αιωνίως στην αμαρτία, έτσι παραχωρήθηκε και η εξουσία, για να μην υπάρχει αναρχία και ατομική αυθαιρεσία. Η εξουσία δεν εκχριστιανίζεται, όπως δεν εκχριστιανίζεται και ο θάνατος. Με τον Χριστό όμως νικιέται κάθε κοσμική εξουσία, όπως και ο θάνατος.

Ο Χριστός ελευθερώνει από την εξουσία, όπως και από τον θάνατο. Η ελευθερία αυτή έχει εσχατολογικό χαρακτήρα[17]. Όσο ο πιστός ξενοδοχείται στον κόσμο αυτόν που θα καταργηθεί, δεν ζεί με πληρότητα την ελευθερία, αλλά υπόκειται στην εξουσία, όπως και στον θάνατο. Ως πολίτης όμως της βασιλείας του Θεού είναι ήδη ελεύθερος από την εξουσία, όπως και από τον θάνατο. Η φύση της ελευθερίας του Χριστιανού προσδιορίζει και την φύση της υποταγής του στην κρατική εξουσία. Η υποταγή αυτή είναι σχετική. Ο Χριστιανός δεν είναι δούλος του κόσμου ή των αρχόντων του κόσμου. Είναι παιδί του Θεού και πολίτης της βασιλείας του. Τελικός κριτής του δεν είναι ο οποιοσδήποτε κοσμικός άρχοντας αλλά ο Θεός. Αυτό δεν μειώνει τις ευθύνες και υποχρεώσεις του στον κόσμο, αλλά στηρίζει την ελευθερία του. Η αναγνώριση κυριότητας ανθρώπου σε άνθρωπο είναι χριστιανικώς απαράδεκτη[18]. Οι κοσμικοί άρχοντες δεν δικαιούνται να είναι δυνάστες. Η εξουσία τους είναι περιορισμένη και συμβατική.

Οι αληθινοί Χριστιανοί «πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους»

Η πειθαρχία στην κρατική εξουσία έχει τα όριά της. Νοείται ως υποταγή στις απαιτήσεις του κοινού καλού[19]. Η πειθαρχία αυτή δεν δικαιολογεί την καταστρατήγηση του θείου θελήματος. Όταν οι απαιτήσεις των κρατούντων έρχονται σε αντίθεση προς το θέλημα του Θεού, ο Χριστιανός οφείλει να πειθαρχεί στον Θεό και όχι στους ανθρώπους[20]. Έτσι ο καθορισμός των ορίων της κρατικής εξουσίας δεν εγκαταλείπεται στην αυθαιρεσία των φορέων της, αλλά ελέγχεται από τους πιστούς εν ονόματι του Θεού.

Ο Χριστιανός δεν εγκλωβίζεται στον σεβασμό των νόμων της κοινωνικής συμβιώσεως, αλλά τους υπερβάλλει. Το ιδεώδες του δεν είναι να γίνει «καλός καγαθός» πολίτης, αλλά να τελειωθεί κατά το πρότυπο του Χριστού και να γίνει θεός κατά χάρη. Η επιδίωξη του σκοπού αυτού δεν κατορθώνεται με την συμμόρφωση προς το φυσικό ή το θετικό δίκαιο, αλλά με την τήρηση των εντολών του Χριστού, που υπερβάλλουν κάθε δίκαιο. Οι αληθινοί Χριστιανοί «πείθονται τοις ωρισμένοις νόμοις, και τοις ιδίοις βίοις νικώσι τους νόμους»[21]. Αν όμως παρόλα αυτά συμβαίνει να πολεμούνται και να διώκονται, οι διωγμοί και τα μαρτύρια γίνονται αφορμές ομολογίας και μαρτυρίας για την δόξα του Θεού[22].

Με την επικράτηση του Χριστιανισμού και την αναγνώριση της Εκκλησίας από το κράτος δόθηκαν σε αυτήν ορισμένα προνόμια και δημιουργήθηκαν ανάλογες υποχρεώσεις. Η Εκκλησία απέκτησε κεντρική θέση στην κοινωνική ζωή, πράγμα που είχε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις. Η ζωντανή παρουσία της στην δημόσια ζωή εμπλουτίζει την κοινωνία με το πνεύμα της χριστιανικής αγάπης και εμποδίζει την επικράτηση της βίας και της πολιτικής αυθαιρεσίας, πράγμα που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την πολιτική ζωή. Αλλά και η εκτροπή του πληρώματος ή των εκπροσώπων της από την αποστολή τους δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Η εκτροπή αυτή δεν πραγματοποιείται μόνο όταν η Εκκλησία συμπεριφέρεται ως όργανο της πολιτικής εξουσίας, αλλά και όταν επιχειρεί να την αντικαταστήσει, ή ακόμα και όταν εγκαταλείπει την κοινωνία στην πολιτική αυθαιρεσία.

Η αποφυγή των ακροτήτων αυτών είναι απαραίτητη και η ύπαρξή τους συχνά οδυνηρή. Όταν μάλιστα η Εκκλησία έρχεται σε αντίθεση με την εξουσία του κράτους, είτε καταγγέλλοντας άδικους νόμους είτε καυτηριάζοντας πολιτικές αυθαιρεσίες, οι εξωτερικοί όροι είναι άνισοι. Αλλά αυτό δεν πρέπει να την εμποδίζει να ελέγχει τα πράγματα, χωρίς να παύει να διακρίνει τα πρόσωπα και να τρέφει προς αυτά την χριστιανική αγάπη.

Γενική υποχρέωση των Χριστιανών είναι η υποταγή από αγάπη[23]. Αυτή πραγματοποιείται απέναντι στον Θεό, τον πλησίον και τους κοσμικούς άρχοντες. Η υποταγή στον Θεό πρέπει να είναι απόλυτη και καθολική, ενώ η υποταγή στον πλησίον και στους φορείς της κρατικής εξουσίας σχετική. Η υποταγή στον Θεό πρέπει να γίνεται για όλα. Η υποταγή αυτή βιώνεται σωστά ως υπακοή, δηλαδή ως αυτεξούσιος συντονισμός του θελήματος με το θείο θέλημα. Η υποταγή στον πλησίον χρειάζεται για την διατήρηση της αδελφικής αγάπης. Τέλος η υποταγή στους κοσμικούς άρχοντες και την κρατική εξουσία βιώνεται περισσότερο ως πειθαρχία, που έχει σκοπό την κοινωνική ευταξία[24].

Διάφορες εξάλλου είναι και οι μορφές με τις οποίες εμφανίζεται η κρατική εξουσία. Ο Max Weber διακρίνει τρεις βασικούς τύπους εξουσίας: α) Την νόμιμη ή γραφειοκρατική, β) την παραδοσιακή και γ) την χαρισματική. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της νόμιμης ή γραφειοκρατικής εξουσίας είναι ότι στηρίζεται στο θετικό δίκαιο και την γραφειοκρατία. Η διαμόρφωση της εξουσίας του τύπου αυτού συνδέεται με την εκλογίκευση της κοινωνικής ζωής και την εκβιομηχάνιση. Η παραδοσιακή εξουσία στηρίζεται στην ιερότητα του παρελθόντος. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τον τύπο αυτόν της εξουσίας έχουν τα ήθη, τα έθιμα, η ιερότητα των θρησκευτικών παραδόσεων κ.τ.λ. Τέλος η χαρισματική εξουσία στηρίζεται στο φυσικό χάρισμα που υπάρχει ή πιστεύεται ότι υπάρχει στο συγκεκριμένο πρόσωπο που ασκεί την εξουσία. Αυτονόητο βέβαια είναι ότι στην ιστορία δεν έχουμε ποτέ αμιγείς τύπους εξουσίας, αλλά επικράτηση των βασικών γνωρισμάτων του ενός ή του άλλου τύπου[25]. Οι δύο τελευταίοι τύποι εξουσίας κυριαρχούσαν στο παρελθόν, και αυτούς είχαν κυρίως υπόψη οι ιεροί συγγραφείς και οι Πατέρες της Εκκλησίας, ενώ ο πρώτος τύπος παρουσιάζεται περισσότερο κατά τους νεώτερους χρόνους. Γι’ αυτό είναι επόμενο να χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα για την ενεργοποίηση της προσωπικής ευθύνης μέσα στην σύγχρονη μορφή του κράτους.

«Όταν αφανίζεται το πρόσωπο, αφανίζεται η οικογένεια, η κοινωνία και μαζί της κάθε ηθική αρχή ή αξία»

Ο Διαφωτισμός, που επηρέασε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής, προκάλεσε και στον τρόπο θεωρήσεως της κρατικής εξουσίας βασικές αλλαγές, οι οποίες ενεργοποιήθηκαν κυρίως με την Γαλλική Επανάσταση. Έτσι καταργήθηκε η ελέω Θεού εξουσία, επικράτησε ο φιλελευθερισμός, προωθήθηκε ο αυτοπεριορισμός του κράτους και θεμελιώθηκε η έννοια του κράτους δικαίου, όπου κυριαρχεί ο νόμος και όχι το πρόσωπο που ασκεί την εξουσία. Βάσεις των νέων αυτών αντιλήψεων υπήρξαν οι χριστιανικές αρχές της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης με εκκοσμικευμένο πλέον χαρακτήρα, που είχε και σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις.

Την αναθεώρηση της κρατικής εξουσίας ώθησε στις έσχατες συνέπειές της η κομμουνιστική θεωρία, που είδε το κράτος ως εξουσιαστικό όργανο της κυρίαρχης τάξεως και θέλησε να δημιουργήσει την παγκόσμια αταξική κοινωνία, που δεν είναι τελικά τίποτε άλλο, παρά ένας εκκοσμικευμένος παράδεισος. Κι ενώ η απόλυτη αυτή αναζήτηση του κομμουνισμού οδήγησε στην δικτατορική εξουσία που τελικά κατέρρευσε, η επιδίωξη του φιλελευθερισμού, που είχε μεγαλύτερη ιστορική αντοχή, μετεξελίχθηκε στον σύγχρονο νεοφιλελευθερισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός, όπως άλλωστε και ο κομμουνισμός, δεν αποτελεί απλώς κάποια νέα οικονομική θεωρία, αλλά νέα ιδεολογία. Αυτή με την σειρά της οδήγησε σε έναν αδιόρατο απρόσωπο ολοκληρωτισμό, που διαδόθηκε με την παγκοσμιοποίηση και αποκάλυψε εξελικτικά τον απάνθρωπο χαρακτήρα της.

Ο νεοφιλελευθερισμός, παρά την δελεαστική σύνδεσή του με το όνομα της ελευθερίας, διαπνέεται από πνεύμα ανελευθερίας και πλήρους απαξιώσεως του προσώπου. Η ελευθερία που διατείνεται ότι προασπίζεται περιορίζεται στην ελευθερία της διακινήσεως του χρήματος και της λειτουργίας των αγορών. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του νεοφιλελευθερισμού είναι πρωτίστως η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου σε βάρος της παραγωγικής οικονομίας, των κρατικών κυβερνήσεων, αλλά και των διεθνών ενοτήτων που υπερκαλύπτουν τα εθνικά κράτη, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση[26].

Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση διαμορφώθηκε με την συμβολή δύο διαμετρικώς αντίθετων πολιτικών συστημάτων· του Κομμουνισμού και του Καπιταλισμού. Τα δύο αυτά συστήματα συμφωνούσαν σε κάτι· στον αφανισμό του ανθρώπου ως προσώπου. Γι’ αυτό, παρά τις διαμετρικά αντίθετες αφετηρίες τους, κατέληξαν στο ίδιο αποτέλεσμα· στην παγκοσμιοποίηση. Ήταν βεβαια αδύνατο να προσεγγίσει και πολύ περισσότερο να καταλήξει οποιοδήποτε από τα συστήματα αυτά στην παγκοσμιότητα· στην πραγματική δηλαδή ενοποίηση και συναδέλφωση των ανθρώπων.

Τελικά η παγκοσμιοποίηση της εποχής μας όχι μόνο δεν συνέβαλε στην ανοικοδόμηση μιάς πανανθρώπινης κοινωνίας, αλλά και συνετέλεσε στον ευρύτερο κατακερματισμο και την βαθύτερη αλλοτρίωσή της, γιατί προσέβαλε τον πυρήνα της, το ανθρώπινο πρόσωπο. Όταν αφανίζεται το πρόσωπο, αφανίζεται η οικογένεια, αφανίζεται η κοινωνία και μαζί της κάθε ηθική και κοινωνική αρχή ή αξία. Όλα γίνονται απρόσωπα, αυτόνομα και ανεύθυνα. Για καταστάσεις ή πράγματα που όλοι είναι συνυπεύθυνοι, κανείς δεν αναλαμβάνει ευθύνη. Και για όσα γίνονται μέσα στο σύστημα κανείς δεν μετανοεί. Η ηθική αποσπάται από το πρόσωπο και ανάγεται στις πρακτικές του συστήματος. Ακόμα περισσότερο, χρησιμοποείται ως μέσο και όργανο του συστήματος.

Με την προώθηση της παγκοσμιοποιήσεως και την εκχώρηση εθνικών δικαιωμάτων και αρμοδιοτήτων σε διεθνείς ενότητες αμβλύνοται εθνικές διαφορές, αλλά και προκαλούνται γενικότερες τριβές και αντιθέσεις. Παραμερίζονται τοπικές συνήθειες, αλλά και εισάγονται νέες άσχετες ή και αντίθετες προς τις τοπικές παραδόσεις. Το φαινόμενο αυτό δημιουργεί διπλή πρόκληση στην Εκκλησία. Την προκαλεί να μεριμνήσει από την μία μεριά για την ενότητα των ανθρώπων, και από την άλλη για την διάσωση της προσωπικής ιδιαιτερότητας και την διατήρηση της ταυτότητάς τους μέσα σε έναν κόσμο αστάθειας και αβεβαιότητας.

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

http://www.pemptousia.gr

……………………………………….

[1] Ἰω. 18, 36.
[2] Βλ. Φιλιπ. 3,20.
[3] Ἐφεσ. 2,19.
[4] Ματθ. 22,20-1. Μάρκ. 12,17. Λουκ. 20,25.
[5] Βλ. Λουκ. 10, 42.
[6] Βλ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον 70,2, PG 58,656.
[7] Α΄ Κορ. 4,7.
[8] Βλ. Ἰουστίνου, Ἀπολογία 1,17.
[9] Βλ. Τερτυλλιανοῦ, Ἀπολογητικὸς 33.

[10] Βλ. Μάρκ. 10,42.
[11] Βλ. Ν. Μπερδιάγιεφ, Βασίλειο τοῦ Πνεύματος καὶ βασίλειο τοῦ Καίσαρος (μετάφρ. Β. Γιούλτση), Θεσσαλονίκη 22002, σ. 90-91.
[12] «Οὐ βασιλέων ἐστὶ νομοθετεῖν τῇ Ἐκκλησίᾳ… Βασιλέων ἐστὶν ἡ πολιτικὴ εὐπραξία· ἡ δὲ ἐκκλησιαστικὴ κατάστασις, ποιμένων καὶ διδασκάλων». Ἰω. Δαμασκηνοῦ, Περὶ εἰκόνων 2,12, PG 94,1296CD.
[13] Βλ. Ρωμ. 13,3 κ.ἑ.
[14] «Τὸ ἀρχὰς εἶναι, καὶ τοὺς μὲν ἄρχειν, τοὺς δὲ ἄρχεσθαι, καὶ μηδὲ ἁπλῶς καὶ ἀνέδην ἅπαντα φέρεσθαι, ὥσπερ κυμάτων τῇδε κἀκεῖσε τῶν δήμων περιαγομένων, τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας ἔργον εἶναί φημι. Διὰ τοῦτο οὐκ εἶπεν· οὐ γάρ ἐστιν ἄρχων εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ πράγματος διαλέγεται». Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους 23,1, PG 60,615.
[15] «Μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπὶ υἱοὺς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία». Ψαλμ. 145,3.
[16] «Πᾶσα ψυχὴ ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτασσέσθω. Οὐ γάρ ἐστιν ἐξουσία εἰ μὴ ὑπὸ Θεοῦ· αἱ δὲ οὖσαι ἐξουσίαι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τεταγμέναι εἰσίν». Ρωμ. 13,1. Πρβλ. καὶ Α΄ Τιμ. 2,1-2. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφει: «Ὑποτάγητε οὖν πάσῃ ἀνθρωπίνῃ κτίσει διὰ τὸν Κύριον· εἴτε βασιλεῖ, ὡς ὑπερέχοντι, εἴτε ἡγεμόσιν, ὡς δι’ αὐτοῦ πεμπομένοις εἰς ἐκδίκησιν μὲν κακοποιῶν, ἔπαινον δὲ ἀγαθοποιῶν». Α΄ Πέτρ. 2,13-4.
[17] Βλ. Α΄ Κορ. 15,22-6. Πρβλ. καὶ Ματθ. 17,24-7.
[18] «Πῶς οὖν ἀλλοτρίας ζωῆς κύριος ὁ τῆς ἰδίας ἀλλότριος»; Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς Μακαρισμοὺς 1, ἔκδ. W. Jaeger, Gregorii Nysseni, Opera, τόμ. 8, 2, PG 44,1205D.

[19] Βλ. Ρωμ. 13,1 κ.ἑ.
[20] «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». Πράξ. 5,29. Καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς σημειώνει: «Οἱ ἀρχόμενοι μόνα τοῖς ἄρχουσιν ὀφείλετε πείθεσθαι, ὅσα μὴ τὴν ἐπηγγελμένην ἡμῖν ἐλπίδα τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἀφαιρεῖται». Ὁμιλία 42,8, ἔκδ. Σ. Οἰκονόμου, σ. 14.
[21] Πρὸς Διόγνητον 5,10.
[22] «Μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος· εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ». Α΄ Πέτρ. 4,15-6.
[23] Βλ. Ἐφεσ. 5,21.
[24] «Ὑποτασσώμεθα καὶ Θεῷ καὶ ἀλλήλοις καὶ τοῖς ἐπὶ γῆς ἄρχουσι· Θεῷ διὰ πάντα, διὰ τὴν φιλαδελφίαν ἀλλήλοις, δι’ εὐταξίαν τοῖς ἄρχουσι· καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳπερ ἂν ὦσιν ἡμερώτεροι καὶ χρηστότεροι». Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 17,7, PG 35,972D-73A.
[25] Βλ. M. Weber, Wirtschaft und Gesellschaft, Tübingen 51972, σ. 124 κ.ἑ.

[26] Βλ. Π. Νικολόπουλου, «Νεοφιλελευθερισμὸς καὶ πνευματικὴ ἐλευθερία», Σύναξη 131(2014), σ. 34.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (1905 – 7 Δεκεμβρίου 1991)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος (1905-1991) (Φωτογραφία: Douglas Little) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr

Κατά τον ηγούμενο της ιεράς μονής Γρηγορίου αρχιμανδρίτη Γεώργιο, ο Γέροντας Γεράσιμος υπήρξε «μοναχός ταπεινός, βιαστής της βασιλείας των ουρανών, υπερορών σαρκός και των της σαρκός, προσευχητικός, πράος, γλυκύς, προσηνής, φιλόθεος και φιλάνθρωπος, διδακτικός, συγχωρητικός, ευκατάνυκτος, άγρυπνον έχων το όμμα της ψυχής, αυστηρός στον εαυτό του και συγκαταβατικός στους συνανθρώπους του».

 Γεννήθηκε το 1905 στη Δρόβιανη της Β. Ηπείρου. Από τον πα­τέρα του πήρε την αυστηρότητα προς τον εαυτό του και από τη μητέρα του τη βαθιά, άδολη και ανυπόκριτη θρησκευτική ευλάβεια. Σύχναζε στην εκκλησία του χωριού του και στα εξωκλήσια των βουνών. Είχε επίδοση στα γράμματα, γιατί ήταν ευφυής και είχε καλή μνήμη. Τη βασική του μόρφωση έλαβε στον Πειραιά και την Αθήνα, όπου γνώρισε και τον άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως. Από τον Πειραιά έφυγε με πλοίο για το Άγιον Όρος το 1923.

Μετέβη στην Καλύβη του Τί­μιου Προδρόμου στη σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης υπό τον Γέ­ροντα Μελέτιο. Περί του τόπου μονασμού του γράφει αργότερα ο ίδιος: «Εις την ΒΑ υπώρειαν του αγιωνύμου και ουρανογείτονος Άθωνος, εν τη ηγιασμένη τούτου ερήμω επί φαραγγώδους κλιτύος, ευρίσκεται η Ιερά Σκήτη της Μικράς Αγίας Άννης. Αύτη αποτελείται εκ δέκα ασκητικών καλυβών ή ησυχαστηρίων, ένθα αρνησίκοσμοι και λιτοδίαιτοι μονασταί, ασκούμενοι τον καλόν της κατά Χριστόν ζωής αγώνα, καλλιεργούσιν εμπόνως το γλυκύτατον μέλι της ασκητικής αρετής και ουρανίου φιλοσοφίας». Μετά ένα έτος ευδό­κιμης δοκιμής κείρεται μοναχός.

Μετά μία πενταετία αναχωρεί ο Γέροντάς του για τον κόσμο και μένει μόνος στην έρημο. Η παρουσία του Θεού τού γίνεται πιο αισθητή τότε. Μόνη παρηγοριά του η προσευχή και η μελέτη. Μελετούσε συνέχεια, αχόρταγα, προσεκτικά. Μετά μία εικοσαετία απέκτησε μία μικρή συνοδεία καλών πατέρων. Ο μακάριος Γέρο­ντας δίδασκε και με τη σιωπή και με τον λόγο του. Τη σιωπή θεωρούσε «μητέρα σοφωτάτων εννοιών». Ο λόγος ήταν πάντα προσεγμένος, ωραίος, διδακτι­κός και ψυχωφελής. Οι φιλοξε­νούμενοι κατεγοητεύοντο από τη συνομιλία μαζί του. Θυμάμαι κι εγώ ο αρχάριος τις συζητή­σεις μας και ως λαϊκός και ως μοναχός, στο μπαλκόνι του, στο γραφείο του, στο πλοίο, στο ναό. Έλεγε: «Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει ότι το μό­νον το οποίον αδυνατεί να πράξει ο Παντοδύναμος Θεός είναι το να ενωθεί με τον ακάθαρτον άνθρωπον. Εις αυτό αδυνατεί».

Γεράσιμος μοναχός Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος (1905-1991) Πηγή: athosprosopography.blogspot.gr

Εκεί όμως που αναδείχθηκε κι έγινε παντού γνωστός είναι η υμνογραφία του. Να πως περι­γράφει την αρχή του έργου του περί το 1926: «Όταν συνέταξα τον πρώτο κανόνα της Πανα­γίας, τον είδε ο μακαρίτης ο Γέ­ροντας ο δικός μου· ήξερε λίγα γράμματα. Πολύ ωραίος είπε. Τον πήγα στον Καλλίνικο στα Κατουνάκια. Ήταν έγκλειστος σαράντα χρόνια, με νοερά προσευχή, με θείο φωτισμό και τον συμβουλευόμουν. Λίγα γράμματα γνώριζε, αλλά είχε πείρα μεγάλη και χάρη Θεού. Άλλωστε «ερώτησον τους πρεσβυτέρους σου και ερούσι σε». Λέει ο Καλλίνικος, «είναι άριστος ο κανών, αλλά ένα σου λέω: ταπείνωση, τα­πεινοφροσύνη. Πρόσεχε καλά μην σε πολεμήσει ο διάβολος». Υμνογραφεί κατόπιν επισταμένης μελέτης και πολλής προσευχής. Λέγει πάλι ο ίδιος: «Ό,τι κάνω το οφείλω εις την προσευχήν. Προ της εργασίας θα κάνω μίαν προσευχήν ένθερμον, αυτοσχέδιον μεν, αλλά θερμοτάτην, η οποία ενεργεί και επενεργεί και φέρει ό,τι αποτέλεσμα ωραίον φέρνει. Προσευχή, το παν. Μη στηριζόμαστε στην εξωτερικήν σοφίαν· στα μέ­τρα. Είναι ένας ψυχρός λόγος. Ο ψυχρός αυτός λόγος πρέπει να γίνει ζωντανός. Και ζωντανός θα γίνει μόνον διά της προσευχής». Το πλούσιο υμνογραφικό του έργο υπολογίζεται σε περισσότερες από 2000 ιερές ακολουθίες. Πολλοί πολλά έγραψαν περί αυτού και του έργου του και πολλοί τον τίμησαν και τον βράβευσαν γι’ αυτό, τον σπουδαίο αυτόν Υμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Όπως διηγούνται οι υποτακτικοί του είχε παρακαλέσει την Παναγία

να έχει τα λογικά του έως τέλους για να μην κουράσει κανένα. Πράγ­ματι είχε διαύγεια μέχρι την τελευταία αναπνοή του. Είπε τρεις φορές: «Άγιε Νεκτάριε, βοήθει μοι» και εξέπνευσε. Μία γλυκύτητα ήταν ζω­γραφισμένη στο πρόσωπό του, νόμιζες πως κοιμόταν γαληνά. Ανεπαύθη στις 7.12.1991. Ο βιογράφος του Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης τον χαρακτηρίζει· σεμνό και άριστο υμνογράφο, σπάνια προσωπικότητα και αληθινό άνθρωπο του Θεού. Ο αρχιμανδρίτης Γεώργιος Χρυσοστό­μου λέει ότι ο Γέροντας ήταν εξέχουσα μορφή τού αγιορειτικού μονα­χισμού, κορυφαία, διάσημη, χαρισματική και μοναδική. Έφυγε με τ’ όνομα του θαυματουργού αγίου Νεκταρίου στα χείλη του, στον οποίο είχε συνθέσει μία από τις ωραιότερες ιερές ακολουθίες του.

Πήγες – Βιβλιογραφία:
Πάσχου Β. Π., «Υμνηπόλος εράσμιος», Ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης, Άγιον Όρος 1992. Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού, Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης Υμνογράφος της Με­γάλης του Χριστού Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1997. Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, Υμνήτωρ, Βέροια 2001. Χρυσοστόμου Γεωργίου αρχιμ., Ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μοναχός Μικραγιαννανίτης και οι Ακολουθίες του σε Αγίους της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1995. Του αυτού, Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Μία σύγχρονη μορφή του Αγίου Όρους, Βέροια 2002.

Πηγή: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων αγιορειτών του εικοστού αιώνος Τόμος Γ΄1984-2000 , σελ.1315-1323 , Εκδόσεις Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτέμβριος 2011.

http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Αμβρόσιος, επίσκοπος Μεδιολάνων [Μιλάνου], (7 Δεκεμβρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

Του Πρωτοπρ. Π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

Ο άγιος Αμβρόσιος γεννήθηκε στα Μεδιόλανα γύρω στο 340 μ.Χ. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία και νομικά. Ήταν άνθρωπος ενάρετος και δίκαιος και είχε συμπεριφορά άμεμπτη, ακόμη και πριν την βάπτισή του. Εξασκώντας δε το επάγγελμα του δικαστή προσπαθούσε να αποδίδη δικαιοσύνη χωρίς διακρίσεις σε πρόσωπα και αξιώματα. Η αξιοθαύμαστη και θεάρεστη ζωή και πολιτεία του ήλκυσε το έλεος του Θεού, το οποίο τον «κατεδίωξε» και τον αξίωσε να βαπτισθή και να γίνη ζωντανό μέλος της Εκκλησίας Του. Σε σύντομο, σχετικά, χρονικό διάστημα έλαβε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης, ήτοι έγινε Διάκονος, Πρεσβύτερος και Επίσκοπος Μεδιολάνων. Ως Επίσκοπος διακρίθηκε για την θυσιαστική του αγάπη προς το ποίμνιό του, αλλά και για τους αγώνες του εναντίον των αιρέσεων. Το γνωστό από την ιστορία περιστατικό, που έλαβε χώραν ανάμεσα στον άγιο Αμβρόσιο και τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, αναδεικνύει την πνευματική ανδρεία του αγίου και την προσήλωσή του στην πίστη των Πατέρων του. Δεν επέτρεψε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να εισέλθη στον Ιερό Ναό, παρά μόνον όταν εκείνος μετάνιωσε ειλικρινά για τους φόνους τους οποίους έκανε στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης.

Ο άγιος Αμβρόσιος είχε ειρηνικό τέλος. «Ετελειώθη εν ειρήνη» το έτος 397, σε ηλικία 57 ετών. Ο βίος και η πολιτεία του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:

Πρώτον. Η απονομή δικαιοσύνης, από τα εντεταλμένα από την νόμιμη πολιτεία όργανα, είναι κάτι το πολύ σημαντικό για την εύρυθμη λειτουργία των ανθρωπίνων κοινωνιών. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη, όμως, αν και είναι απαραίτητη, εν τούτοις διαφέρει κατά πολύ από την δικαιοσύνη του Θεού, η οποία ταυτίζεται με την αγάπη Του και σκοπόν έχει την διόρθωση και σωτηρία του ανθρώπου και όχι την τιμωρία του. Ο ιερός Χρυσόστομος μιλώντας για την δικαιοσύνη του Θεού λέγει ότι αυτή είναι η αγάπη Του, που «εποίησε τον Υιό του αμαρτία και εδικαίωσε τους αμαρτωλούς ανθρώπους. Ενώ η δικαιοσύνη των ανθρώπων ενώπιον του Θεού είναι «ως ράκος αποκαθημένης»». Έπειτα ο Θεός, επειδή είναι απαθής (=χωρίς πάθη), δεν είναι προσωπολήπτης, δηλαδή δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, ανάλογα με τα υλικά αγαθά η τα αξιώματα που έχουν, αλλά ενώπιόν Του είναι όλοι ίσοι. Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρονται και όλοι εκείνοι που αγαπούν τον Θεόν και προσπαθούν να πολιτεύονται σύμφωνα με το θέλημά Του.

Για να είναι κανείς σε θέση να κρίνη και να δικάζη δίκαια, θα πρέπη να είναι ο ίδιος ελεύθερος από τα πάθη, τα οποία προξενούν τις κοινωνικές ανωμαλίες και παρανομίες, και έτσι να μπορή να αγαπά αληθινά. Επειδή όμως αυτό είναι, σίγουρα, δύσκολο, καλόν θα είναι, τουλάχιστον, ο δικάζων, προκειμένου να κρίνη και να αποφασίζη κατά το δυνατόν δικαιότερα, να σκέπτεται και τα δικά του πάθη και λάθη και να τοποθετή τον εαυτό του στην θέση αυτού που δικάζεται. Παράλληλα, θα πρέπη να προσπαθή να τον κρίνη σύμφωνα με το πνεύμα, και όχι με το γράμμα του νόμου.

Η απόδοση δικαιοσύνης είναι δύσκολο και υπεύθυνο έργο και θα πρέπη να γίνεται με σοβαρότητα, φόβο Θεού, προσευχή και προσοχή, για να αποφεύγονται μεγάλα και σοβαρά λάθη. Η ανθρώπινη ζωή είναι δώρο του Θεού και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να την καταστρέφη με την επιπολαιότητα, τα πάθη και τα λάθη του. Η προτροπή της Αγίας Γραφής «δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης», προς εκείνους που έχουν επωμισθή το σοβαρό και υπεύθυνο έργο της απονομής δικαιοσύνης, παραμένει πάντοτε επίκαιρη.

Δεύτερον. Στο Απολυτίκιο του αγίου Αμβροσίου αναγράφονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «δογμάτων ακρίβειαν μυσταγωγείς τους πιστούς…». Δηλαδή διδάσκεις τους πιστούς να τηρούν τα δόγματα της Εκκλησίας με ακρίβεια.

Τα δόγματα της Εκκλησίας είναι οι αλήθειες της πίστεως, όπως αποκαλύφθηκαν από τον Τριαδικό Θεό και διατυπώθηκαν από τους αγίους Πατέρας στις Οικουμενικές Συνόδους. «Ονομάζονται δε και όροι, επειδή αποτελούν τα όρια μεταξύ αληθείας και πλάνης» (Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος). Η διδασκαλία των αληθειών της πίστεως είναι ιερουργία και μυσταγωγία, όπως ακριβώς είναι και η ακριβής τήρηση των δογμάτων, αφού συνδέονται άμεσα με την αληθινή λατρεία του Τριαδικού Θεού. Παράλληλα προφυλάσσουν τον πιστό από την πλάνη των αιρέσεων και τον βοηθούν να παραμένη μέσα στην Εκκλησία και επομένως να ευρίσκεται στην σωστή προοπτική για την απόκτηση ζωντανής κοινωνίας με τον Τριαδικό Θεό. Οι άγιοι γνωρίζουν από την πείρα τους ότι κάθε περέκκλιση από τα δόγματα σημαίνει απώλεια της οδού της Θεοκοινωνίας, καθώς και της υπαρξιακής ελευθερίας, ήτοι της κυριαρχίας επί των παθών, που επιτυγχάνεται με την βίωση του τρόπου ζωής που προσφέρει η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Το δόγμα συνδέεται άμεσα με το ήθος και τον τρόπο ζωής του καθενός, ο οποίος ζη και πολιτεύεται σύμφωνα με αυτά που πιστεύει. Τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ο τρόπος ζωής όλων εκείνων, οι οποίοι αγωνίζονται να επιτύχουν τον προσωπικό τους αγιασμό. Αποτελούν δε πηγή έμπνευσης και αιτία της αυθεντικής αγάπης, η οποία συνδέεται άμεσα με την ακρίβεια των δογμάτων. Γι’ αυτό και σε θέματα πίστεως και λατρευτικής ζωής δεν χωρούν συναισθηματισμοί και διάφορες άλλες αρρωστημένες καταστάσεις, επειδή άλλο πράγμα είναι η αγάπη προς τους αιρετικούς, που πρέπει να υπάρχη, αφού δεν μισεί κανείς τους ασθενείς, αλλά την ασθένειά τους, και άλλο η μετοχή στην λατρεία και την θεία Κοινωνία, που προϋποθέτει το να είναι κανείς μέλος της Εκκλησίας.

Τα δόγματα είναι πηγή ζωής και μεταγγίζουν την ζωή εκείνη που νικά τον θάνατο και γεννά την αυθεντική αγάπη, την υπαρξιακή ελευθερία και την αληθινή δικαιοσύνη. Όταν κανείς χάνη τα τρία αυτά μεγάλα αγαθά και κυρίως την αγάπη, τότε ψάχνει να βρη το δίκαιό του, αγνοώντας, βέβαια, ότι το βρίσκει αληθινά, όταν το θυσιάζη χάριν του «πλησίον».

Πηγή: http://www.egolpio.com/AGIOLOGIO/amvrosios.htm
http://www.diakonima.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΑ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

          Οι μαθητές που ετοιμάζονται για τις Πανελλήνιες σχεδόν κάθε Κυριακή γράφουν διαγώνισμα. Τα φροντιστήρια και όσοι κάνουν ιδιαίτερα «σέβονται» τον εαυτό τους και δεν μπορούν να αφήσουν την Κυριακή εκτός του προγράμματος των μαθητών. Αλλά και όσοι ασχολούνται με την διασκέδαση των ανθρώπων, με την έξοδό τους, τον καφέ, το φαγητό, το ποτό τους είναι αυτονόητο ότι την Κυριακή περιμένουν. Τώρα πλέον έχει καταργηθεί και η κυριακάτικη αργία των εμπορικών καταστημάτων. Η μισή κοινωνία περιμένει την άλλη μισή την Κυριακή για να της προσφέρει υπηρεσίες, να ζήσει, να κερδίσει…

                Η γενιά των γονέων των σημερινών υποψηφίων, όταν έδινε Πανελλήνιες, θεωρούσε αδιανόητο η Κυριακή να μην είναι ελεύθερη. Τα διαγωνίσματα γράφονταν το Σάββατο, εναλλάξ με την Έκθεση. Η Κυριακή είχε ιερότητα. Ακόμη κι αν δεν πήγαινες εκκλησία, ήταν μέρα αλλαγής ρυθμού. Ακόμη κι αν το απόγευμα ήταν αφιερωμένο στο διάβασμα, έφτανε το αλλιώτικο κυριακάτικο πρωινό ώστε η ημέρα να είναι γιορτή. Σήμερα είναι ευκαιρία εργασίας και κατανάλωσης. Σημεία των καιρών.

                Έχουμε συμβιβαστεί ως κοινωνία με το γεγονός ότι το ήμισυ των συνανθρώπων μας δεν τηρεί την εντολή της Γραφής «μία ημέρα να είναι αφιερωμένη στον Κύριο τον Θεό σου». Βοηθούμε μάλιστα αποφασιστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Απέχουμε από τον εκκλησιασμό κανονίζοντας άλλες δραστηριότητες, αθλητικές, πολιτισμικές, εκδρομικές, κοινωνικές, φυσιολατρικές. Έχουμε ήσυχη την συνείδησή μας όταν χτυπά η καμπάνα, διότι  νιώθουμε τόσο κουρασμένοι και δικαιούμαστε την συνέχεια του ύπνου. Δεν καταλαβαίνουμε ότι αν η Κυριακή δεν ξεκινά από τον ναό, τότε ήδη έχει απο-ιεροποιηθεί. Γιατί να μην πάμε για ψώνια μετά; Γιατί να μην πιούμε έξω τον καφέ μας ή να μην φάμε το φαγητό μας εκτός του σπιτιού μας; Γιατί να μη είναι η πιο εκκοσμικευμένη ημέρα της εβδομάδας, η οποία ξεκινά από το Σαββατόβραδο του ξενυχτιού, ενίοτε και της αμαρτίας;

                Η οικονομία ζητά η Κυριακή να είναι ημέρα κατανάλωσης. Θεωρεί υποκρισία να ανοίγουν τα μαγαζιά μετά την ώρα του εκκλησιασμού. Κι αν τηρήσει την ρήτρα αυτή, οι εργαζόμενοι είναι από νωρίς εκεί.  Η Κυριακή είναι η ευκαιρία να κάνουμε τις δουλειές που δεν προλάβαμε την εβδομάδα, όχι η ημέρα που μαζευόμαστε στο τραπέζι ως οικογένεια, η μέρα της συνάντησης και της ενότητας, αλλά μία ακόμη συνέχεια του τρόπου ζωής που ξεχνά Θεό και πλησίον.

                Η Εκκλησία δεν αντέδρασε ιδιαίτερα στο άνοιγμα των καταστημάτων και τις Κυριακές. Δεν αντιδρά όταν τα παιδιά κάνουν μάθημα την Κυριακή, ούτε φωνάζει, έστω και βοώσα εν ερήμω, στους γονείς ότι χωρίς ιερή μέρα, δεν υπάρχει ζωή που να γίνεται ιερή. Καταλαβαίνει το άγχος των παιδιών που πρέπει να προετοιμασθούν για τις εξετάσεις. Το άγχος των οικογενειών που πρέπει να συμπληρώσουν τα ψώνια που δεν έκαναν την εβδομάδα. Το άγχος των ανθρώπων να κάνουν κάτι διαφορετικό τις Κυριακές. Δεν τόνισε ότι ο μόνος λόγος εργασίας της Κυριακής είναι η ανάγκη της αγάπης. Η μάνα που μαγειρεύει. Ο εργαζόμενος στα νοσοκομεία, στην συγκοινωνία, όπου υπάρχει ωφέλεια. Δεν επέμεινε, αν δε γίνεται αλλιώς, όλα να ξεκινούν μετά την λειτουργία. Τουλάχιστον να λειτουργούνται μικροί και μεγάλοι, να ανταλλάσσουν το άγχος με την εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού. Την μόνη που σε κάνει να νικάς τον χρόνο!

 Η ευθύνη και πάλι είναι προσωπική…

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 6 Δεκεμβρίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΣΧΟΛΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΙ ΗΜΕΡΑΙ ΠΟΝΗΡΑΙ ΕΙΣΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

«Είναι πονηρές οι μέρες» (Εφεσ. 5, 16). Αυτός ο αποστολικός λόγος δεν φαίνεται να έχει χάσει το περιεχόμενό του, παρότι πέρασαν περίπου δύο χιλιάδες χρόνια από την στιγμή που γράφτηκε. Είναι πονηρές οι μέρες  διότι οι άνθρωποι παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι». Οι άνθρωποι κάνουμε τις μέρες και τους καιρούς να είναι πονηροί. Δεν μας φταίνε οι εποχές. Ίσως ούτε και ο πολιτισμός καθαυτός, διότι εμείς τον δημιουργούμε και, κυρίως, εμείς τον ακολουθούμε. Ίσως δεν μας φταίει και ο ίδιος ο πονηρός, από τον οποίο παρακαλούμε, κάθε φορά που αναφωνούμε την Κυριακή Προσευχή, να μας γλιτώσει ο Θεός. Να μην μας κάνει όπως εκείνος και να μην του επιτρέπει να μας ταλαιπωρεί, συναντώντας τον χαρακτήρα μας και ενισχύοντάς μας να παραμένουμε «άσοφοι», «άφρονες» και «άσωτοι».  Ο λόγος της πίστης δεν έχει να κάνει με τα όρια του χρόνου. Οι άνθρωποι, ενώ καλούμαστε να προχωρούμε προς τα μπρός, εντούτοις γυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας και γι’ αυτό ο πονηρός, επειδή δεν βρίσκει τον άνθρωπο σε κίνηση προς τον Θεό, τον καταβάλλει. Ο πολιτισμός και το περιβάλλον μας στην ουσία συνδράμουν αυτό που ο χαρακτήρας μας επιζητεί. Μεθούμε με το κρασί της ευχαρίστησης και ξεχνούμε την χαρά που δίνει το Άγιο Πνεύμα. Μένουμε στο πρόσκαιρο και αδιαφορούμε για το αιώνιο, είτε θεωρούμε ότι πιστεύουμε στον Θεό είτε όχι.

         «Άσοφοι» οι άνθρωποι. Ο σοφός δεν μόνο ο μορφωμένος ή ο έμπειρος της ζωής. Είναι αυτός που αναζητεί τον Θεό και με την καρδιά και με την διάνοια, δηλαδή με όλη του την ύπαρξη. Είναι αυτός που προσπαθεί να ζήσει και όχι απλώς να ανακαλύψει το νόημα του χρόνου, το νόημα της ύπαρξης, κυρίως την συνέχειά της μετά τον θάνατο. Είναι αυτός που πίσω από κάθε γεγονός, πίσω από κάθε πρόσωπο, πίσω από την επιτυχία ή την αποτυχία, ακόμη και τον καιρό στον οποίο ζει και που δεν διάλεξε ο ίδιος, καθώς δεν ρωτήθηκε από τους γεννήτορές του αν ήθελε να γεννηθεί ή όχι και να μεγαλώσει σε τέτοιο περιβάλλον, βλέπει την πρόνοια του Θεού. Την αγάπη του Θεού και στα ευχάριστα και στα λυπηρά, ιδίως στα δεύτερα.  Σοφός είναι αυτός που ξέρει ότι όσο χρόνο κι αν του δώσει ο Θεός, δεν φτάνει για να τον ανακαλύψει, διότι οι δυνάμεις μας είναι πεπερασμένες. Μπορεί όμως να κάνει αρχή αγάπης τόσο προς τον ουρανό όσο και προς την γη, τόσο προς τον Θεό όσο και προς τον πλησίον. Να λύσει τα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων μέσα από το πρίσμα του Ευαγγελίου, μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας, από την οδό της αγιότητας, διότι με αυτόν τον τρόπο επικοινωνεί ο Θεός με τον καθέναν μας. Μέσα από την Εκκλησία και όχι μέσα από το ατομικό μας θέλημα. Οι σοφοί του κόσμου τούτου, όταν δεν πιστεύουν, όταν δηλαδή δεν εμπιστεύονται την αγάπη του Θεού και το Πρόσωπό Του, φανερώνονται άσοφοι. Ακόμη κι αν το συνειδητοποιούν, το νόημα του χρόνου είναι σισύφειο γι’ αυτούς. Μοιάζει με εκείνον τον αρχαίο ήρωα που κουβαλούσε μία πέτρα στην κορυφή ενός βουνού και πάνω που πίστευε ότι έχει εκπληρώσει την αποστολή του, η πέτρα ξανακυλούσε και έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Έτσι μοιάζουν και οι άσοφοι αυτού του κόσμου. Επενδύουν στην γνώση, στην πρόοδο, στην επιστήμη, στα επιτεύγματα, κυρίως στο «εγώ», διαπιστώνουν όμως ότι όλα αυτά είναι τόσο μάταια, που πάνω που ευχαριστιούνται τις νίκες, τις δόξες, τις ανακαλύψεις τους, πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή, διότι όλα αυτά είναι μάταια, πεπερασμένα και αλλάζουν. Κυρίως, δεν νοηματοδοτούν το τέλος και δεν βοηθούν στο να είναι όλα μία νέα αρχή, όχι αγωνίας, αλλά χαράς κι αγάπης διότι στο κουβάλημα της πέτρας δεν είμαστε μόνοι μας, καθώς υπάρχει Θεός!

         «Άφρονες» οι άνθρωποι, χωρίς σωφροσύνη. Δεν είναι μόνο η ηθική φθορά που μας διακατέχει. Το ότι θέλουμε να κάνουμε ό,τι μας δικαιώνει. Είναι και ότι επενδύουμε στην ύλη. Ότι δεν βλέπουμε την αλήθεια που είναι ο Χριστός και νομίζουμε πως ό,τι χτίζουμε με τις δικές μας αλήθειες είναι αρκετό. Δεν είναι μόνο τα απότομα τινάγματα που κάνουμε, οι διακυμάνσεις εξαιτίας της δίψας μας για ηδονή. Η αστάθειά μας. Το ότι δεν έχουμε ελεύθερη προσωπικότητα αλλά συχνά αγόμαστε και φερόμαστε από τα θέλω μας. Είναι και το γεγονός ότι αν διαγράψουμε τον Θεό από την ζωή μας ή Τον αφήσουμε στην άκρη, τότε φαινομενικά το «εγώ» μας ελευθερώνεται, όμως η αμαρτία που συνοδεύει αυτή την ελευθερία μας παγιδεύει και μας καταστρέφει. Διότι γεννά μία ασυνείδητη ύβρη εντός μας, ότι είμαστε μόνοι μας θεοί. Ότι έχουμε σ’ όλα δίκιο. Ότι οι άλλοι οφείλουν να δούνε την ζωή όπως εμείς την βλέπουμε. Ύλη και δικαιώματα μας κάνουν να ξεχνούμε τα όρια της ζωής. Παλεύουμε  να είμαστε αυτό που θέλουμε, αλλά λησμονούμε ότι χωρίς Θεό πάντοτε κάτι θα μας λείπει.

         «Άσωτοι» οι άνθρωποι. Διαγράφουμε από την ζωή την ηθική και τη αρετή. Τους κανόνες και τα όρια. Την επίγνωση ότι ο εαυτός μας δεν είναι αυτάρκης. Προχωρούμε σα να ζούμε για πάντα. Μακριά από το σπίτι του Θεού-Πατέρα που είναι η Εκκλησία. Αλλοτριώνοντας το περιεχόμενο της περιουσίας που μας εμπιστεύθηκε. Μετατρέποντας την αγάπη προς Εκείνον και προς τον πλησίον σε αγάπη μόνο για το εγώ μας. Την ελευθερία από το κακό και τα πάθη σε δόξα των παθών. Τον νου μας από ευλογία για να παρατηρούμε τον κόσμο και να δοξάζουμε τον Θεό για την ομορφιά της ζωής, σε όργανο ανταρσίας εναντίον του Θεού και απόρριψής Του. Την συνείδηση της ύπαρξης και της φωνής του Θεού εντός μας σε φίμωση του αγαθού και παράδοση στο θέλημά μας. Υπάρχω για μένα. Οι άλλοι είναι οι υπηρέτες μου. Η αμαρτία είναι δικαίωμα και η διάπραξή της ευχαρίστηση. Όποιος θέλει να μας περιορίσει, δεν ξέρει τι είναι καλό για μας.

       «Αι ημέραι πονηραί εισί». Η απουσία του Θεού, το έλλειμμα πίστης και ελπίδας είναι σημάδι της πονηρότητας των καιρών. Μόνο που η επιλογή είναι δική μας, εάν θα παραμείνουμε σ’ αυτή την κατάσταση ή με την παρουσία του Χριστού στις καρδιές μας θα γίνουμε «τέκνα φωτός». Ο δρόμος περνά και πάλι μέσα από την Εκκλησία.

Κέρκυρα, 3 Δεκεμβρίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ζώντας ανάμεσα σε normies

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 7, 2017

«Normies» είναι τα άτομα που χρησιμοποιούν δημοφιλή μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social) και πιστεύουν τις απόψεις που είναι «δημοφιλείς». Δεν σκέφτονται οι ίδιοι για τον εαυτό τους, απλά, αν κάτι θεωρείται «ok», το δέχονται. Οι normies ενδιαφέρονται περισσότερο για την γνώμη του «προτύπου» της κοινωνίας απ’ ό, τι για τις πραγματικές αξίες ή πεποιθήσεις. Οι normies είναι βασικά οι «κανονικοί» (normal), μέσοι, καθημερινοί, “social” άνθρωποι. Ο όρος έγινε δημοφιλής από ακτιβιστές της alt-Right και διαδικτυακούς οπαδούς του Trump, που έφτιαξαν και ολόκληρο «κράτος» (Kekistan) και ολόκληρη «θρησκεία» (του «θεού» Kek) για να τρολάρουν τους liberal και να γελοιοποιήσουν την πολιτική ορθότητα. «Ο λαός του Kekistan ζητεί να απελευθερωθεί από την μακροχρόνια καταπίεση των normies!», φώναζαν σε διαδήλωση.

Του Silas Reynolds (Identity Dixie) / ΚΟ

Πολύ συχνά περιβάλλομαι από normies. Είμαι τρομερά συγκλονισμένος από την απόλυτη ηλιθιότητά τους σε καθημερινή βάση. Και μιλώ για σοβαρή έλλειψη γνώσης για τα πιο βασικά θέματα και έννοιες. Για να είμαι δίκαιος, για πολλά από αυτά τα θέματα έχουν χειραγωγηθεί σχολαστικά από τους ινστρούχτορες της εποχής, αλλά χρειάζονται κυριολεκτικά λίγα δευτερόλεπτα για να επιβεβαιώσουν την βασική κοινή λογική. Ο Αιώνιος Normie είναι τόσο αποβλακωμένος και κοιμισμένος που δεν θα μου προξενούσε εντύπωση αν κάποιος ξεκινούσε συζήτηση μαζί μου για το αν ο ουρανός είναι γαλανός. Μερικά παραδείγματα από τις τελευταίες ημέρες.

Τώρα, πριν παραθέσω κάποια παραδείγματα της normie ανοησίας, επιτρέψτε μου να σας πω ότι οι normies μου δεν είναι τα τυπικά πλάσματα που θα συναντήσεις σε ένα πολυκατάστημα Wal-Mart. Οι περισσότεροι είναι εκπαιδευμένοι σε κολέγια ή τουλάχιστον έχουν λάβει ιδιωτική σχολική εκπαίδευση (για να ξεφύγουν από τις χαρές της «διαφορετικότητας», αν και δεν θα το παραδεχτούν ποτέ). Έχουν δουλειές μεσαίας κατηγορίας, το δικό τους όχημα και μια στέγη πάνω από το κεφάλι τους (μερικοί είναι αιώνιοι ενοικιαστές). Κάποιοι είναι ακόμη και στρατιωτικοί και επιχειρηματίες. Είναι είτε οι κλασσικοί κεντροδεξιοί είτε οι τυπικοί κεντροαριστεροί. Είναι, ουσιαστικά, οι τυπικοί «προοδευτικοί» αστοί λευκοί της μεσαίας τάξης. Οι εργάτες είναι πολύ πιο ξύπνιοι από αυτούς.

Όπως όλοι οι normies, δεν ανησυχούν τρομερά για το τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω τους. Δεν δίνουν μεγάλη προσοχή στις ειδήσεις, εκτός και αν υπάρχει κάτι που έχει γίνει trendy στο Facebook. Σίγουρα δεν παρακολουθούν τις τοπικές ειδήσεις ούτε διαβάζουν εφημερίδα. Μπορούν να διαβάσουν διάφορες «ειδησεογραφικές» ιστοσελίδες, αλλά για λίγο. Πιθανότερο είναι να διαβάσουν το σατιρικό The Onion παρά «σοβαρή» δημοσιογραφία. Για να είμαι ειλικρινής, οι περισσότεροι δεν διαβάζουν ούτως ή άλλως, εκτός εάν απαιτείται για την δουλειά τους. Ρωτήστε ένα normie κάτω των 30, ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που διάβασε και περιμένετε την απάντηση. Θα δείτε ένα κενό βλέμμα που ακολουθείται από ένα «Δεν την βρίσκω πραγματικά να διαβάζω».

Αν ψάχνουν κάτι που έχει «νόημα», συνήθως σχετίζεται με τα ακόλουθα έξι θέματα: τηλεόραση, ταινίες, gaming, τα παιδιά τους (άνθρωποι ή κατοικίδια), τη δουλειά τους ή την «αθλητική» τους ομάδα. Μόνο ένα από αυτά τα πράγματα έχει πραγματικά νόημα. Δεν χρειάζεται να τους ρωτήσετε για να τους ελέγξετε, μπορείτε απλά να ακολουθήσετε τα σχόλιά τους και τι ακολουθούν στο Facebook.

Το καλοκαίρι βρέθηκα σε μια παραλία με κάποιους normies. Θα παραδεχτώ ότι μου αρέσουν και εμένα κάποιες τηλεοπτικές σειρές. Πείτε με cuck, αλλά βλέπω Game of Thrones. Ποία είναι όμως η διαφορά μεταξύ εμένα και ενός normie; Δεν μπορώ να περάσω έξι ώρες να μιλάω γι’ αυτό. Αυτοί όλο για αυτό ήθελαν να μιλάνε. Μετά θα μιλάνε για άλλες εκπομπές του Netflix. Και μόλις τελειώσουν από την τηλεόραση θα αρχίσουν να μιλάνε για ταινίες. Αν μείνει χρόνος θα πούνε και για ό,τι «κουραστικό» και αληθινό έχει απομείνει.

Το αντιλαμβάνομαι. Η τηλεόραση είναι μια μορφή διαφυγής, δεν αποτελεί έκπληξη το να κλειδώνεις τον εαυτό σου στο διαμέρισμά σου και να παρακολουθείς τηλεόραση όλο το Σαββατοκύριακο. Βέβαια, ο εγκέφαλός σου αρχίζει και σαπίζει, γεγονός που εξηγεί γιατί οι normies αποδεικνύονται πρακτικά καθυστερημένοι όταν πρόκειται για πράγματα που έχουν να κάνουν με λογική κρίση.

Για παράδειγμα, μιλούσα με κάποιους normies σχετικά με τα βασικά δεδομένα της ζωής, συγκεκριμένα, για την εγκυμοσύνη των γυναικών. Και συγκεκριμένα για μια φίλη μου (που δεν ήταν παρούσα), που έφτανε την ηλικία των 35 ετών. Συνηθίζω να λέω, περισσότερο ως προειδοποίηση για τις νεότερες θηλυκές normies, ότι η ικανότητα της γυναίκας να μείνει έγκυος γίνεται πιο δύσκολη μετά από τα 35, και υπάρχουν περισσότεροι κίνδυνοι στην μεγαλύτερη γυναίκα. Θεωρώ ότι αυτά είναι αρκετά βασικά πράγματα. Σκέφτηκα ότι διδάσκουν το βιολογικό ρολόι στο σχολείο. Υπέθεσα ότι οι normies μου θα συμφωνούσαν τουλάχιστον με αυτό.

Αλλά είχα λάθος.

«Αυτό δεν είναι αλήθεια. Οι μεγαλύτερες γυναίκες μπορούν να κάνουν παιδιά. Ήξερα μια γυναίκα που έκανε ένα παιδί στα 50 της», πετάχτηκε μια normie.

Απάντησα, «ακούγεται σαν μια απόκλιση, είναι πολύ δύσκολο να κάνεις παιδιά στη μέση ηλικία. Και αν το κάνεις, μπορεί να υπάρχουν προβλήματα με το παιδί».

«Διαφωνώ, στην πραγματικότητα, είναι πολύ πιο δύσκολο για τις γυναίκες στα 20 να μείνουν έγκυες σε σύγκριση με τις γυναίκες στα 40. Μου αρέσει να υποστηρίζω αυτά τα πράγματα», είπε με χαμόγελο.

Τους είπα απλώς πηγαίνετε στο Google και ελάτε να τα ξαναπούμε. Ποτέ δεν το έκαναν, αλλά θεώρησαν ότι αυτές βγήκαν νικήτριες από την συζήτηση. Δεν ήθελα να γίνω σπαστικός και τις παράτησα. Προηγουμένως μου είπαν ότι πιθανότατα δεν θα παντρευτούν ποτέ ούτε θα κάνουν παιδιά.

Δεν είναι απλώς η ανθρώπινη αναπαραγωγική φύση που δεν ταιριάζει σε ένα normie, είναι και η βασική ιστορία. Κάποτε τέθηκαν βασικά ερωτήματα (που μερικές φορές σχετίζονταν με την αμερικάνικη ιστορία) σε normies. Μερικές από τις απαντήσεις ήταν οι εξής:

     Οι Ρωμαίοι ήταν Έλληνες.

     Σίγουρα ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος ήταν μαύρος. Αφού ήταν από την Αφρική.

     Δεν ήξερα ότι οι Βρετανοί υποστήριζαν την δουλεία.

     Οι ΗΠΑ δεν βασίστηκαν ποτέ στη δουλεία.

     Ο Thomas Jefferson δεν είχε δούλους, ούτε και ο George Washington.

     Οι Νότιοι δολοφόνησαν έξι εκατομμύρια σκλάβους.

     Πότε τελείωσε ο Β΄ ΠΠ;

     Ο Χίτλερ ήθελε να εισβάλει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

     Θα μιλούσαμε γερμανικά αν είχαν κερδίσει τον πόλεμο.

     Από τους νόμους Jim Crow σκοτώθηκαν έξι εκατομμύρια μαύροι.

     Πολεμήσαμε στην Κορέα;

Πλήρης ιστορικός αναλφαβητισμός και κολοσσιαία παρανόηση. Ναι, αυτός είναι normie. Επιθετικός και υπερήφανος, ο normie θα ορμήσει σε μια συζήτηση με τις γνώσεις και την αξιοπρέπεια ενός μαθητή τρίτης δημοτικού. Δεν θα με πείραζε τόσο πολύ, αν δεν ήταν τόσο προκλητικοί.

Τελικά, η δουλειά μας είναι να ξυπνήσουμε τον Αιώνιο Normie πριν η χώρα μας καταντήσει σαν το Λος Άντζελες στο Blade Runner. Δεν είναι εύκολη δουλειά. Οι σημερινοί normies είναιχαζοί και είναι εθισμένοι στην πολιτική ορθότητα (πρόσφατα ένας μου είπε να μην χρησιμοποιήσω τον όρο «πόρνη», αλλά «εργάτρια του σεξ», γιατί δεν είναι «επικριτικός»).

Όπως είπε ο γέρος μου, «Αν ήταν εύκολο, ο καθένας θα μπορούσε να το κάνει». Γι’ αυτό είμαστε εδώ, μάγκες. Είμαστε οι μόνοι που μπορούν να το κάνουν.

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / πηγή

http://redskywarning.blogspot.gr/2017/11/normies.html

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μνήμη κοιμήσεως 4 σύγχρονων γερόντων (2 Δεκεμβρίου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το μεγαλύτερο καύχημα και ο πιο πολύτιμος θησαυρός της είναι οι Άγιοί Της. Δεν υπάρχει περίοδος στην ανθρώπινη ιστορία που να μην υπάρχουν άγιοι. Οι άγιοι πιστοποιούν στο πρόσωπό τους ενσάρκως την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε κάθε γενεά. Έτσι, σήμερα ξημερώνει για την Ορθοδοξία μας μία μεγάλη μέρα. Κατά συγκυρία ευτυχή, η Εκκλησία μας τιμά την ημέρα κοίμησης 4 σύγχρονων οσιακών μορφών. Ας δούμε εν συντομία τα κεντρικότερα σημεία της αγίας βιοτής των:

1. Γέρων Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Ο Γέροντας Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στον Άγιο Ιωάννη Καρυστίας Ευβοίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ευάγγελος. Στο σχολείο φοίτησε μόνον δύο χρόνια. Η ασθένεια του δασκάλου και η φτώχεια της οικογένειάς του τον έσπρωξαν να εργασθεί βόσκοντας τα λίγα ζώα της. Λίγο αργότερα, περίπου εννέα χρονών παιδάκι, εργάστηκε στο ανθρακωρυχείο της περιοχής και μετά στο παντοπωλείο ενός γνωστού της οικογένειας, στον Πειραιά. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Όταν ήταν 8 ετών, βρήκε ένα φυλλάδιο με το βίο του Αγίου Ιωάννη του Καλυβίτη, το οποίο διάβαζε συλλαβιστά. Ο βίος του αγίου συγκίνησε το μικρό βοσκό και θέλησε να τον μιμηθεί. Έτσι, γύρω στα δώδεκα χρόνια του, ξεκίνησε μόνος του κρυφά για το Άγιο Όρος και στο πλοίο συνάντησε τον μετέπειτα Γέροντά του, ιερομόναχο Παντελεήμονα, τον πνευματικό, που ασκήτευε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους.

Σ΄ αυτόν τον Γέροντα και τον αυτάδελφό του μοναχό Ιωαννίκιο, ο νεαρός δόκιμος έκανε χαρούμενη και άκρα υπακοή και έτσι σε λίγα χρόνια αξιώθηκε να καρεί μοναχός. Λόγω της θερμής πίστης του, της υπακοής και της άσκησής του, τον επισκέφθηκε η θεία Χάρη και απέκτησε σε νεαρή ηλικία το χάρισμα της διοράσεως.

Στο Άγιον Όρος ασθένησε από πλευρίτιδα γύρω στα 18 του χρόνια και οι γέροντές του τον έστειλαν σε μοναστήρι στην Εύβοια για θεραπεία. Εκεί τον γνώρισε ο Αρχιεπίσκοπος Σινά Πορφύριος και αφού διαπίστωσε την πνευματική του προκοπή, τον χειροτόνησε ιερέα σε ηλικία 20 ετών. Μετά από ένα μικρό διάστημα ο Μητροπολίτης της περιοχής τον κατέστησε πνευματικό και έτσι έθεσε στην υπηρεσία των πιστών το χάρισμα της διοράσεως. Με το χάρισμα αυτό, ο νεαρός ιερομόναχος και πνευματικός Πορφύριος βοηθούσε τους ανθρώπους να γλιτώσουν από διάφορες πλεκτάνες του πονηρού, να καταλάβουν τί γίνεται στην ψυχή τους και να εργασθούν για τη σωτηρία τους.

Το 1940 διορίστηκε εφημέριος στην Πολυκλινική Αθηνών, στην οδό Σωκράτους, κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Σ΄ αυτή τη θέση παρέμεινε συνολικά 33 χρόνια, εξομολογώντας τους ασθενείς και άλλους, προσευχόμενος, συμβουλεύοντας και συχνά θεραπεύοντας με την προσευχή και τη Χάρη του Θεού ασθενείς που ζητούσαν τη βοήθεια του.

Το 1950 νοίκιασε το εγκαταλελειμμένο μοναστηράκι του Αγίου Νικολάου Καλλισίων στην Πεντέλη και μέχρι το 1978 καλλιεργούσε την περιοχή του. Το 1979 εγκατεστάθηκε στο Μήλεσι Αττικής, κοντά στον Ωρωπό, όπου άρχισε, αφού έλαβε τις νόμιμες άδειες, να κτίζει το Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Σ΄ αυτό δεχόταν επισκέπτες κάθε κατηγορίας και τηλεφωνήματα από όλα τα μέρη του κόσμου, για διάφορα προβλήματα και συμβούλευε, ευχόταν, εξομολογούσε και θεράπευε τις ψυχές και πολλές φορές και τα σώματα των ανθρώπων.

Τον Ιούνιο του 1991, προαισθανόμενος το τέλος του, και μή θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 2 Δεκεμβρίου παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο.

Οι διδαχές του παραμένουν πολύτιμες παρακαταθήκες για τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο της εποχής μας. Με τη βαθιά αγάπη και τη διάκριση που τον χαρακτήριζε, τα λόγια του αποτελούν αληθινές σανίδες παρηγοριάς στις μέρες μας. Η διεισδυτική του ματιά και η μεγάλη του φιλανθρωπία προσφέρουν ξεχωριστές διαστάσεις στη σύγχρονη Ποιμαντική.

2. Γέρων Αμβρόσιος, πνευματικός μονής Δαδίου

Γεννήθηκε στο χωριό Λαζαράτα της Λευκάδος το 1914. Το κοσμικό του όνομα ήταν Σπυρίδων Λάζαρης. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και η οικογένειά του πολύτεκνη. Από μικρός ο ίδιος χαρακτηριζόταν για την ηρεμία του χαρακτήρα του και την αγάπη του προς την Εκκλησία. Δεν μπόρεσε να μορφωθεί γιατί ο πατέρας του έλειπε στον πόλεμο και ο ίδιος βοηθούσε τη μητέρα του στις αγροτικές δουλειές του σπιτιού.

Όταν εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, θέλησε να πάει στο Άγιο Όρος, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Με την καθοδήγηση, όμως, ενός νέου έφτασε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί ο συνοδός του τού είπε: “Εδώ, θα μείνεις, Σπύρο. θα γίνεις μοναχός, θα κάνεις υπομονή και υπακοή στο γέροντα” κι αμἐσως εξαφανίστηκε. Ο Σπύρος κατάλαβε ότι επρόκειτο για άγγελο Κυρίου, παρέμεινε στο μοναστήρι και σε ηλικία 25 ετών έγινε μοναχός με το όνομα Χαρίτων.

Ένα βράδυ ο ηγούμενος λέει στο μοναχό Χαρίτωνα να διαβάσει την Ενάτη. Εκείνος, καθώς ήταν αγράμματος, προσπάθησε να διαβάσει, αλλά είχε μεγάλη δυσκολία. Ο ηγούμενος αγανάκτησε και τον έδιωξε λέγοντάς του επιτιμητικά να πάει στο κελλί του. Το ίδιο βράδυ, ενώ προσευχόταν, εμφανίστηκε η Παναγία και τον βοήθησε να μάθει το ψαλτήρι από μνήμης.

Ένα καλοκαίρι εργαζόταν στον κήπο της Μονής. Βλέποντας μία συκιά και επειδή πεινούσε, ανέβηκε στο δένδρο, για να φάει σύκα. Στο Άγιο Όρος οι μοναχοί δεν επιτρέπεται να τρώνε τίποτε εκτός τραπέζης, γιατί θεωρείται λαθροφαγία. Έφαγε μερικά σύκα, αλλά γλίστρησε και έπεσε από το δέντρο. Αν και είχε πέσει από το πρωί, οι άλλοι μοναχοί αφού τον αναζήτησαν, τον βρήκαν μόνο το απόγευμα στο περιβόλι πεσμένο κάτω να πονάει πολύ. Τον έβαλαν πάνω σε μια πόρτα και τέσσερα άτομα μαζί – καθώς ήταν σωματώδης – τον μετέφεραν στο κελλί του. Όπως διηγείται ο ίδιος: «Ενώ βρισκόμουν στο κρεβάτι και πονούσα, απέναντι έβλεπα το παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων και τους παρακαλούσα να με βοηθήσουν. Εμφανίζονται τότε δύο γιατροί με λευκές μπλούζες και προσπάθησαν να βάλουν το πόδι μου στην θέση του. “-Τράβα Κοσμά”, έλεγε ο ένας. “-Κράτα από εδώ Δαμιανέ”, έλεγε ο άλλος. Και σε πέντε λεπτά οι πόνοι εξαφανίστηκαν και έγινα καλά»!

Στο μοναστήρι βρίσκονταν τότε πέντε νέοι μοναχοί και ένας ηλικιωμένος γέροντας. Κάποιοι από αυτούς σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλό να αλλάξουν τον γέροντα. Το έμαθε ο γέροντας και ζήτησε την απομάκρυνσή τους. Με τη συνοδεία της αστυνομίας ο μοναχός Χαρίτων εκδιώχθηκε στη Μονή Χιλανδαρίου. Εκεί είχε πάρα πολλές δυσκολίες και πέρασε αρρώστιες, που τον ανάγκασαν να έρθει στον κόσμο. Πήγε, λοιπόν, στον Γέροντα Πορφύριο, ο οποίος τον συμβούλευσε να πάει στην ερειπωμένη Μονή Δαδίου στη Φθιώτιδα. Εκεί βρήκε μόνο αρουραίους, φίδια και άγρια ζώα. Ο Γέροντας Πορφύριος του υπέδειξε: «Κάθισε εδώ, κάνε υπομονή και υπακοή και ο Θεός θα σε βοηθήσει».

Αμέσως επιδόθηκε στην ανασύσταση της Μονής, η οποία έγινε στη συνέχεια γυναικεία. Ο τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδος Αμβρόσιος εξετίμησε τον γέροντα και τον έκανε ιερομόναχο, δίνοντάς του, μάλιστα, το δικό του όνομα.

Κάποτε χτύπησε το πόδι του, πήγε στο νοσοκομείο, όπου του έβαλαν πλατίνα στο γοφό. Πονούσε, όμως, πολύ. Ο τότε Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός τον πήρε στην Ελβετία να τον δούνε εκεί οι γιατροί. Εκεί διαπιστώθηκε ότι στην πρώτη επέμβαση, του έβαλαν 1 εκατοστό πλατίνα μεγαλύτερη με αποτέλεσμα να χρειαστεί νέο χειρουργείο, για να μειώσουν την πλατίνα. Όταν έγινε αυτό και ετοιμαζόταν για εξιτήριο, του ζητήθηκαν γενικές εξετάσεις, τις οποίες έκανε. Τότε, βρέθηκε στον αριστερό του νεφρό πέτρα μεγάλη όσο ένα πορτοκάλι και έτσι παρέμεινε για νέα εγχείριση.

Διηγείται ο Γέροντας: «Ενώ ήμουν μόνος στο δωμάτιο, εμφανίστηκε ένας μοναχός. Βγήκαμε, λοιπόν, μαζί στο μπαλκόνι και καθίσαμε για να μιλήσουμε. Κάπου 15 λεπτά μιλούσαμε και του είπα για τα χειρουργεία και για τον λίθο στο νεφρό. Τότε ο μοναχός μου είπε: ’’Είμαι ο Άγιος Νεκτάριος και ήρθα να σε δω. Ήμουν και εγώ φιλάσθενος και παρέδωσα την ψυχή μου στο «Αρεταίειο» νοσοκομείο. Άντεξα τις συκοφαντίες και την ασθένεια, κάνοντας υπομονή. Ο Θεός μου έδωσε χάρη μεγάλη για την υπομονή που έκανα’’. Μετά με άγγιξε και έφυγε. Όταν έφυγε ο Άγιος Νεκτάριος μου ήρθε διάθεση ούρησης και ούρησα σε ένα μικρό λεκανάκι Τότε βγήκε μαζί με τα ούρα και μία πέτρα σε μέγεθος μικρού πορτοκαλιού. Τότε με μία χαρτοπετσέτα την πήρα και την έβαλα στο συρτάρι του κομοδίνου.

Την επόμενη θα γινόταν η εγχείριση. Έρχεται ο Ελβετός γιατρός και μου λέει: «Ετοιμάσου για το χειρουργείο». Εγώ του απάντησα ότι δεν χρειάζομαι χειρουργείο. Άνοιξα το συρτάρι και του έδειξα την πέτρα. Όταν την είδε ο γιατρός, είπε· «Εσείς οι Ορθόδοξοι έχετε ζωντανή πίστη, εμείς την νοθεύσαμε”. Το χειρουργείο δεν έγινε και ή πέτρα παρέμεινε στο γραφείο του Ελβετού γιατρού, για χρόνια πολλά».

Του άρεζε η ησυχία και η αφάνεια, γι’ αυτό και δεν απέκτησε μεγάλη συνοδεία από μοναχές. Μάλιστα, ούτε στο χωριό, στο Δαδί, τον ήξεραν καλά καλά. Και εκεί δεν κατέβαινε παρά σπάνια. Ήταν στο Μοναστήρι, έκανε πρακτικές εργασίες, ήταν ο εφημέριος της Μονής και ασχολήθηκε πολύ με την ευχή. Είχε όμως μεγάλη χάρη. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Εγώ αγράμματος άνθρωπος είμαι και έρχονται εδώ τόσοι άνθρωποι μορφωμένοι, καθηγητές πανεπιστημίου, και ανοίγει ο νους μου και τους λέω τόσα πράγματα, που απορώ πως τα λέω».

Κοιμήθηκε την ίδια μέρα, ακριβώς 15 χρόνια μετά, που κοιμήθηκε ο Γέροντας Πορφύριος, στις 2 Δεκεμβρίου 2006, σε ηλικία 92 ετών.

3. Γέρων Κλεόπα Ηλίε

Γεννήθηκε στο χωριό Σούλιτσα του νομού Botosani της Ρουμανίας στις 10 Απριλίου του 1912 και βαπτίσθηκε Κωνσταντίνος. Όπως ανέφερε ο ίδιος, οι γονείς του ήταν ζωντανό παράδειγμα χριστιανικής ζωής και το σπίτι τους ήταν μια κατ΄ οίκον εκκλησία. Έτσι, τα πέντε από τα δέκα παιδιά της οικογένειάς του ακολούθησαν το μοναχικό βίο.

Όταν ήταν νεογέννητος, αρρώστησε σοβαρά. Επειδή δύο άλλα αδέλφια του είχαν ήδη πεθάνει σε νηπιακή ηλικία, η μητέρα του τον πήγε στον ερημίτη Κόνωνα Georgescu, πνευματικό στην Cozancea και με τη βοήθειά του η Παναγία θεράπευσε τον μικρό Κωνσταντίνο.

Το 1929 εισήλθε μαζί με έναν ακόμη αδελφό του στην Ιερά Σκήτη Sihastria, όπου μόναζε ήδη ένας μεγαλύτερος αδελφός τους. Αρχικά στάλθηκε στη βοσκή των προβάτων της σκήτης, διακόνημα που τον γέμιζε με μεγάλη πνευματική χαρά. Αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία (1935-1937), εκάρη μοναχός στην ίδια σκήτη.

Ο ζήλος του στις εργασίες της σκήτης οδήγησε το γηραιό ηγούμενό της να τον διορίσει αναπληρωτή ηγούμενο το 1942, ενώ το 1944 εξελέγη ηγούμενος. Στα τέλη του ίδιου έτους χειροτονήθηκε διάκονος και στις αρχές του επόμενου, πρεσβύτερος. Αμέσως επιδόθηκε στην ανακαίνιση της σκήτης και το 1947 μόλις, πέτυχε την ανύψωσή της από εξαρτηματική σε ανεξάρτητη Μονή.

Με την άνοδο των κομμουνιστών στην εξουσία, συνελήφθη και ανακρίθηκε για 5 ημέρες στο Targu Neamt, αλλά πολύ σύντομα αφέθηκε ελεύθερος. Για να αποφύγει τα προβλήματα με τις αρχές κρύφτηκε σε μια ξύλινη καλύβα βαθιά στο δάσος, 6 χλμ. μακριά από το μοναστήρι. Σε 6 μήνες όμως επανήλθε στη θέση του.

Με απόφαση του Πατριάρχη Ιουστινιανού μεταφέρεται στις 30 Αυγούστου 1949 μαζί με 30 μοναχούς από τη Μονή Sihastria στη Μονή Slatina-Suceava και γίνεται ηγούμενός της, καθιστώντας τη σύντομα στο πιο οργανωμένο μοναστήρι της Ρουμανίας. Τα προβλήματα με το καθεστώς όμως δεν έλειψαν. Αντιμετωπίζοντας διαρκείς έρευνες και συλλήψεις, αναγκάστηκε  να ζήσει σε σκληρές συνθήκες στα βουνά Stânişoarei μαζί με τον ιερομόναχος Αρσένιο Papacioc. Τελικά θα επιστρέψει το 1956 στη Sihastria.

Το 1959 ψηφίστηκε ειδικό διάταγμα, με το οποίο εκδιώχθηκαν από τα μοναστήρια πάνω από 4000 μοναχοί και μοναχές. Ο ίδιος πιέστηκε από τις αρχές να αποβάλει το μοναχικό σχήμα και να περιοριστεί στο σπίτι του. Όπως πολλοί άλλοι μοναχοί, αρνήθηκε και αποσύρθηκε -για τρίτη φορά- στα βουνά της Μολδαβίας.

Το 1964 η πολιτική απέναντι στην Εκκλησία έγινε ηπιότερη, οπότε μπόρεσε να επιστρέψει στη Μονή. Παρέμεινε εκεί για 34 χρόνια ως πνευματικός των μοναχών και πολλών λαϊκών που έρχονταν από όλη τη χώρα και το εξωτερικό, για πνευματική καθοδήγηση.

Κοιμήθηκε οσιακά στις 2 Δεκεμβρίου 1998. Στα τέλη του 2005, η Ιερά Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρουμανίας πληροφόρησε τους πιστούς ότι έχει αρχίσει να μαζεύει στοιχεία για την επίσημη αγιοκατάταξη του μακαρίου Γέροντος Κλεόπα – ήδη αγίου στην συνείδηση πάρα πολλών πιστών.

4. Γέρων Ελπίδιος Νεοσκητιώτης

Γεννήθηκε το 1913 στη Λευκωσία και το κοσμικό του όνομα ήταν Αλέξανδρος. Ήταν δίδυμος αδελφός του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου, που μαρτύρησε το 1979 στην Παλαιστίνη.

Τα δύο αδέλφια είχαν μάθει από νωρίς την προσευχή και τη μελέτη πατερικών βιβλί­ων. Κάποτε εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από το βίο του οσίου Ιωάννου του Καλυβίτου και σε ηλικία μό­λις 14 ετών έφυγαν κρυφά από τους γονείς τους για την Ιερά Μονή Σταυροβουνίου. Μέσα στο πνευματικά ανθηρό κλίμα της Μονής και υπό τη φωτισμένη καθοδήγηση του πνευματικού π. Κυπριανού, μυήθηκαν στο πνεύμα της ανατολικής μοναστικής παράδοσης.

Το αυστηρό πρόγραμμα της Μονής κλόνισε όμως επικίνδυνα την υγεία τους και μετά από 6 χρόνια πήγαν στην Παλαιστίνη και έγιναν τακτικά μέλη της Αγιοταφιτικής Αδελφότητος. Το 1937 ο π. Ελπίδιος χειροτονήθηκε διάκονος και το 1940 πρεσβύτερος, ενώ το ίδιο διάστημα ολοκλήρωσε την εγκύκλιο παιδεία του. Υπηρέτησε σε πολλές θέσεις του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων (Ηγούμενος της Μονής του Προδρόμου, Τιβεριάδα, Πατριαρχικός Έξαρχος στη Ναζαρέτ, όπου έλαβε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου).

Τό 1947 προσελήφθη στην υπηρεσία του Πατρι­αρχείου Αλεξανδρείας και απεστάλη για μια πενταετία στη Μοζαμβίκη. Κατόπιν έζησε στην Αθή­να, όπου και έλαβε το Πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Πα­νεπιστημίου (1952-1956). Από το επόμενο έτος υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Ι.Ν. Αγίων Πάντων Λονδίνου, ενώ συγχρόνως παρακολούθησε μα­θήματα Ερμηνείας Καινής Διαθήκης και Εκκλησια­στικής Ιστορίας στο Βασιλικό Κολλέγιο. Το 1959 διορίσθηκε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας Έξαρχος του Θρόνου, πρώτα στην Οδησσό και κατόπιν στην Ελλάδα. Ύστερα από πολλές παρακλήσεις και προτροπές, επανήλθε στην πατρίδα του ως ιεροκήρυκας της Επαρχίας Πάφου και μετά Ηγούμενος της Μο­νής Μαχαιρά.

Δεν έμεινε όμως και εκεί για πολύ. Έτσι, επέ­στρεψε εις την Ελλάδα και ανέλαβε την εφημερία του θεραπευτηρίου του Ερυθρού Σταυρού για 6 χρόνια. Ο ζήλος και η διακονία του παρέμειναν για πολλά χρόνια στη μνήμη των ασθενών και του προσωπικού.  Το βαθύ πνευματικό του έργο συνεχίστηκε κατόπιν στον Ι.Ν. Αγίας Τριάδος Αμπελοκήπων όπου μετετέθη. Στο μεταξύ, σπούδασε και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου.

Όταν, τέλος, αποσύρθηκε από την ενεργό υπηρεσία, πραγματοποίησε αυτό που για δεκαετίες διακαώς επιθυμούσε: την αμεριμνησία της ησυχαστικής ζωής. Ασκήτευσε, έτσι, στη Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους, ύστερα από ενύπνια υπόδειξη της Παναγίας.

Η αλήθεια είναι πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν παρέλειψε ποτέ τα μοναχικά του καθήκοντα. Από μαθητής ακόμα, συνήθιζε να απομονώνεται τελώντας τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Κάποτε, μάλιστα, όταν στο νοσοκομείο διογκώθηκαν οι υποχρεώσεις του, ζητούσε μέσα στην απλότητά του από την αδελφή του και τους ανεψιούς του να διαβάζουν από ένα μικρό κομμάτι της ακολουθίας του, ενώ από τα πνευματικά του τέκνα (ιδίως τις αδελφές νοσοκόμες), να κάνουν λίγες μετάνοιες, για να συμπληρωθεί ο κα­νόνας του.

Στο αγιορείτικο κελλί του, πάλι, συνήθιζε να διαβάζει παρακλή­σεις για όλο τον κόσμο, και εξορκισμούς και ευχές για ό­λους τους μοναχούς της Σκήτης και του Αγίου Όρους. Στις μετακινήσεις του ήθελε να ταξιδεύει μόνος του για να λέει απερίσπαστος την ευχή.

Οι συνασκητές του διηγούνται ότι γνώριζε με λεπτο­μέρειες το μαρτύριο του αδελφού του Φιλουμένου εις την Παλαιστίνην, καθώς άκουγε τούς δαρμούς του και τον ίδιο να του φωνάζει, «αδελφέ μου, με σκοτώ­νουν!». Άλλοτε ευλόγησε το λιγοστό φαγητό μιας φτωχής οικογένειας και αυτό υπερπερίσσευσε. Θαύματα διηγούνται, ακόμη, και κατά τη θητεία του στον Ερυθρό Σταυρό.

Προτίμησε πάντοτε τη ζωή της αφάνειας και της διάκρισης και ποτέ δεν προκάλεσε κανέναν. Όταν στο τέλος της επίγειας ζωής του αρρώστησε βαριά, ήταν εκείνος που ανέπαυε όσους αδελφούς τον επισκέπτονταν για να τον αναπαύσουν. Κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1983.

Ας έχουμε την ευχή όλων τους!

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Συγγραφέας: kantonopou στις Δεκέμβριος 2, 2017

Σήμερα, 2 Δεκεμβρίου, η Εκκλησία μας τιμά έναν όσιο ο οποίος ζούσε ανάμεσά μας πριν από τρεις δεκαετίες· είναι ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης.

Ο άγιος αυτός γέροντας φανερώνει σε όλους μας ότι κάθε εποχή η Εκκλησία έχει μέσα της ξεχωριστούς ανθρώπους και διαψεύδει εκείνους που θεωρούν ότι μόνο τα παλιά χρόνια ζούσαν άγιοι. Ο άγιος Πορφύριος έζησε μέσα στον κόσμο και σήμερα ζουν και μιλούν γι΄ αυτόν πολλοί άνθρωποι που τον γνώρισαν από κοντά. Έτσι, γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή τους μέσα στον κόσμο, που είναι γραμμένα σε βιβλία. Πρέπει να γνωρίζεις ότι κάθε άγιος που έχει την προσωνυμία «όσιος», ήταν στη ζωή του μοναχός, καλόγερος. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως και του αγίου που γιορτάζουμε σήμερα, ήταν και ιερομόναχος, δηλαδή είχε δεχθεί το μυστήριο της ιεροσύνης.

Όπως ακόμη, πιθανόν, πρόσεξες, δίπλα στο όνομά του υπάρχει η διευκρίνιση «Καυσοκαλυβίτης». Δεν πρόκειται για το επίθετό του, αλλά προσδιορίζει το μέρος εκείνο στο οποίο έγινε μοναχός, αλλά και έφυγε από τον κόσμο αυτό. Τα Καυσοκαλύβια είναι μια περιοχή στα νότια του Αγίου Όρους. Ακόμα, η Εκκλησία μας αποκαλεί τον Άγιο με τα προσωνύμια «διορατικό» αλλά και «θαυματουργό». Για να δούμε με συντομία γιατί συμβαίνει αυτό.

Ο άγιος Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στην Εύβοια και στο βάπτισμα του δόθηκε το όνομα Ευάγγελος. Ήταν περίπου 16 χρονών όταν πήγε στα Καυσοκαλύβια, και άρχισε την υπακοή της μοναχικής ζωής κοντά σε δύο γέροντες. Δέχτηκε τη μοναχική κουρά και άλλαξε το όνομά του, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλους τους νέους μοναχούς , που αφήνουν τον κόσμο και εγκαθίστανται στο Άγιο Όρος· τώρα ονομαζόταν Νικήτας.

Μια μέρα, που οι γεροντάδες του έλειπαν, βγήκε από την εκκλησιά και κάθισε να τους περιμένει. Πήγε και κάθισε στην πεζούλα κι αγνάντευε από κει τη θάλασσα. Ήταν η ώρα που συνήθως έρχονταν κι ο πάτερ Νικήτας άρχισε να τους γυρεύει με το βλέμμα του. ψάχνοντας τις φιγούρες τους ανάμεσα στων μονοπατιών τα βράχια.

Στην πρώτη κιόλας ματιά τους είδε. Ήταν φορτωμένοι και οι δυο τους και κατέβαιναν τα «Μαρμαρένια τα σκαλιά», πηγαίνοντας προς το κελί τους. Ο πάτερ Νικήτας πετάχτηκε πάνω απ΄ τη χαρά του.

 – Έρχονται στα «Μαρμαρένια τα σκαλιά», φώναξε κι έκαμε να φύγει τρέχοντας για να τους ανταμώσει, για να τους ξεκουράσει από το βάρος που κουβαλούσαν, μα δεν πρόλαβε δυο βήματα να κάνει και, σαστισμένος, στάθηκε εκεί που ήταν.

– Στα «Μαρμαρένια τα σκαλιά»; αναρωτήθηκε μονάχος. Μα τούτα βρίσκονται πίσω από το βουνό κι εγώ τα βλέπω μπρος μου ολοκάθαρα, λες και γίνηκαν οι βράχοι διάφανοι σαν τζάμι.

Ο πάτερ Νικήτας άλλη σκέψη δεν έκανε, άλλη λέξη δεν είπε, παρά άρχισε να τρέχει όσο μπορούσε πιο γρήγορα, για να τους ανταμώσει. Μια κοίταζε ζαλισμένος τα πόδια του, να δει αν πατούνε στου μονοπατιού τον δρόμο, και την άλλη, όταν σήκωνε το κεφάλι, έβλεπε τους γέροντές του πού ακριβώς ήταν.

Πρώτος τον είδε να έρχεται από μακριά ο παπα-Ιωαννίκιος.

– Με τη μυρωδιά μάς κατάλαβε ότι ερχόμαστε κι άνοιξε τα φτερά του να μας προλάβει; είπε ξαφνιασμένος.

Ο πάτερ Νικήτας έσκυψε λαχανιασμένος και πήρε την ευχή τους και μεμιάς φορτώθηκε στους δυο του ώμους τα δισάκια τους. Άρχισαν οι τρεις τους να προχωρούν στο στενό το μονοπάτι.

– Πώς το ήξερες ότι ερχόμαστε, του λέει ψιθυριστά ο παπα-Παντελεήμων.

– Γέροντα, δεν ξέρω πώς α σου το εξηγήσω. Ενώ ήσασταν πίσω από το βουνό, εγώ σας είδα φορτωμένους να κατεβαίνετε στα «Μαρμαρένια σκαλοπάτια» κι έτρεξα. Το βουνό ήταν σαν τζάμι κι έβλεπα από πίσω.

Ο πνευματικός, δίχως να σηκώσει το κεφάλι του από το μονοπάτι και δίχως το βήμα του να χαλάσει, του απάντησε:

– Καλά, καλά, μη δίνει σημασία σ΄ αυτά. Ούτε και να το πεις πουθενά.

Κι άλλα τέτοια «διορατικά» φαινόμενα φαίνεται πως του συνέβαιναν.

Κατά την προσταγή του γέροντα ο πάτερ Νικήτας δεν τα έδινε σημασία. Μονάχα έμαθε σιγά-σιγά να ζει μ΄ αυτά κι όλα να του φαίνονται απλά και φυσικά όσο απλή και φυσική ήταν η παρουσία του Θεού στη ζωή του. Κι ας νικούσε με τούτα τα χαρίσματα τη φύση, τον χρόνο, τα γεγονότα του σήμερα, του χθες , του αύριο.

Αλλά ο νεαρός μοναχός αρρώστησε κι οι γέροντες τον έστειλαν πίσω στην πατρίδα του. Εκεί, στην Εύβοια, ήταν 21 ετών όταν χειροτονήθηκε ιερέας και πήρε το όνομα με το οποίο έγινε γνωστός· Πορφύριος. Τα πνευματικά του χαρίσματα άρχισαν να αποκαλύπτονται γρήγορα και πολύς κόσμος ερχόταν να εξομολογηθεί σ΄ αυτόν.

Ο γιος μου γεννήθηκε πρόωρα και είχε σοβαρό αναπνευστικό πρόβλημα. Έτρεξα αμέσως στον Γέροντα, για τον οποίο είχα ακούσει τόσα και τόσα εκπληκτικά πράγματα και του ζήτησα να μεσιτεύσει στον Θεό να δοθεί μια λύση στο πρόβλημα του παιδιού μου. Μπαίνοντας στο δωμάτιο όπου βρισκόταν, ένιωσα ότι βρισκόμουν μπροστά σ΄ έναν άνθρωπο ο οποίος ζούσε κατά Θεόν. Του είπα το πρόβλημα κι αυτός αμέσως μου είπε:

– Να πας αυτή τη στιγμή να βρεις τους γιατρούς και να τους πεις ν΄ αφήσουν το οξυγόνο στο παιδί σου, να μην του το αφαιρέσουν. Πάντως το παιδί σου θα γίνει καλά, δεν θα πάθει απολύτως τίποτε.

Πράγματι, είπα στην προϊσταμένη ν΄ αφήσουν το οξυγόνο. Η απάντησή της ήταν:

– Αυτό είναι δουλειά δική μας. Εμείς γνωρίζουμε πόσο πρέπει ν΄ αφήσουμε το οξυγόνο στο παιδί και πότε πρέπει να το αφαιρέσουμε.

Το είπα και στον γιατρό, ο οποίος συμφώνησε με την προϊσταμένη. Πήγα σπίτι μου και στις δωδεκάμισι το βράδυ με ειδοποίησαν να πάω επειγόντως στο νοσοκομείο, γιατί η κατάσταση της υγείας του παιδιού μου ήταν πολύ σοβαρή. Εκεί μου ανακοίνωσαν ότι το παιδί μου είχε αιμορραγία στους πνεύμονες κι ότι οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε. Κι αυτό έγινε διότι είχαν αφαιρέσει το οξυγόνο από το παιδί, παρά το ότι τους είχα παρακαλέσει για το αντίθετο. Έτρεξαν τότε οι συγγενείς μου, που ήταν εκεί, έφεραν έναν ιερέα, βαπτίσαμε στο παιδί στον αέρα και του δώσαμε το όνομα του αγίου Στυλιανού.

Τότε έγινε το δεύτερο θαύμα. Από εκείνη τη στιγμή το παιδί μου έγινε τελείως καλά· δηλαδή, πραγματοποιήθηκε και το δεύτερο, που μου είπε ο Γέροντας: «Το παιδί σου θα γίνει τελείως καλά, δε θα πάθει τίποτε».

Ο Άγιος τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα έζησε με πολλές ασθένειες. Αλλά πάντα ήταν στη διάθεση όσων έρχονταν και ζητούσαν τη βοήθειά του. Να πώς μας μεταφέρεται μια διήγηση του Οσίου:

Ήλθε και με συνάντησε μια άγνωστη, ευγενική κυρία. Μόλις με είδε με ρώτησε: «Εσείς είστε ο πατέρας Πορφύριος;». Και με το «ναι» που της είπα, έπεσε τα πόδια μου, τα αγκάλιασε σφιχτά και άρχισε να τα φιλάει! Και με κλάματα και ικετευτικές φωνές, που ακούγονταν σε μεγάλη απόσταση, ζητούσε να της κάνω καλά το ετοιμοθάνατο παιδί της! Ήταν τέτοιες οι φωνές της γυναίκας, που ράισαν την καρδιά μου! Η πίστη της ήταν τόσο μεγάλη, που με έκανε να δακρύσω από τη συγκίνηση! Έτσι αυθόρμητα, χωρίς καν να το σκεφτώ, σήκωσα ψηλά τα χέρια μου και ζήτησα από τον Κύριο να τη λυπηθεί και να θεραπεύσει το παιδί της. Η απάντηση ήταν άμεση και θετική! «Σήκω»,  της λέω. «Μην κλαις. Το παιδί σου έγινε καλά! ». Εκείνη όμως εξακολουθούσε να φιλά τα πόδια μου και να με ικετεύει να θεραπεύσω το παιδί της. Δεν εννοούσε να σταματήσει με τίποτε. Κατέβαλα μεγάλες προσπάθειες να την πείσω ότι το παιδί της είχε γίνει καλά, αλλά του κάκου… Εκείνη φώναζε πιο δυνατά:  «Άγιε πατέρα, σώσε το παιδί μου! Το πήγα σε όλα τα κράτη του κόσμου, στους καλύτερους καθηγητές, στα μεγαλύτερα νοσοκομεία και κανείς δεν μπόρεσε να το γιατρέψει. Κανείς δεν μπόρεσε να μου δώσει ίχνος ελπίδας για ζωή! Όλοι μου είπαν ότι σύντομα θα πεθάνει… Το παιδί μου πεθαίνει!  Βοήθησέ το, Άγιε του Θεού!».

Όταν την είδα σ΄ αυτήν την κατάσταση, τη λυπήθηκε η ψυχή μου. Έσκυψα και την έπιασα από τους ώμους και με όλη μου τη δύναμη προσπάθησα να τη σηκώσω όρθια, μα στάθηκε αδύνατο. Στο μεταξύ της επαναλάμβανα ότι το παιδί της έγινε καλά. Εκείνη δεν άκουγε, επειδή έκλαιγε και φώναζε συνεχώς. Ίσως και να μην πίστευε ότι της έλεγα αλήθεια. Και μάλλον το δεύτερο συνέβαινε. Γιατί όταν με τη φώτιση του Θεού ανέφερα και το όνομα του παιδιού της, που ούτε το γνώριζα ούτε μου το είπε κανείς, τότε σηκώθηκε αμέσως επάνω και μου φιλούσε τα χέρια και συνεχώς με ευχαριστούσε με δάκρυα που έτρεχαν ποτάμι από τα κατακόκκινα μάτια της.

Πράγματι, το θαύμα έγινε! Το παιδί της είχε γίνει καλά. Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, βρήκε το παιδί της υγιές! Οι γιατροί που το εξέτασαν, το βρήκαν εντελώς καλά! Η ασθένειά του είχε εξαφανιστεί. Το παιδί έζησε! Οι γιατροί παραδέχτηκαν ότι είχε γίνει μεγάλο θαύμα.

Εκατοντάδες είναι τα περιστατικά θεραπείας που είναι καταγεγραμμένα από αυτούς που ευεργετήθηκαν και θεραπεύτηκαν από την ενέργεια της Χάριτος που ενεργούσε μέσα από αυτόν τον Άγιο Γέροντα. Κι όμως, αυτός που βοηθούσε όλους αυτούς που προσέτρεχαν δεν θέλησε να προσευχηθεί ποτέ για την θεραπεία των δικών του ασθενειών. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν τυφλός.

Το 1991, ίσως προγνωρίζοντας ότι έφτανε το τέλος της επίγειας ζωής του, θέλησε να μεταφερθεί στα Καυσοκαλύβια, εκεί όπου είχε αρχίσει τη μοναχική ζωή του. Σύμφωνα με την επιθυμία του η κοίμησή του ανακοινώθηκε μετά την ταφή του. Έφυγε από τον κόσμο αυτόν ψιθυρίζοντας: «Ἳνα ὧσιν ἕν», που θα πει «να είναι όλοι ένα».  Ήταν 2 Δεκεμβρίου του 1991.

http://www.pemptousia.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »