kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

O φόβος και η θεραπεία του…

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 24, 2018

Ο φόβος

Οι Πατέρες συμπεριλαμβάνουν στα πάθη το φόβο και τις συγγενείς προς αυτόν καταστάσεις, που συνιστούν μορφές ή διαβαθμίσεις του, όπως τη φοβία, το δέος, τον τρόμο και επι­πλέον το άγχος, την αγωνία, την αδημονία. Γενικά, ο φόβος προκαλείται από τον κίνδυνο στέρησης ή πόνου/δοκιμασίας, μέσω της ιδέας ή του αισθήματος ότι θα χάσουμε ή ενδεχομένως θα χάσουμε αυτό, που επιθυμούμε ή αυτό στο οποίο είμαστε προσκολλημένοι.

Ωστόσο, ο φόβος, -που ορίζεται κατ’ αυτό τον τρόπο- είναι δυνατόν ν’ αποτελεί αρετή παρά πάθος. Σημειώνει σχε­τικά ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας: «Ει και πάθος ο φόβος, ως βούλονταί τινες, ότι φόβος εστί πάθος, ουχ ο πας φόβος πά­θος». Πρέπει λοιπόν να διακρίνουμε δύο είδη φόβου.
1) Το πρώτο είδος φόβου, που ο Θεός ενέβαλε στον άν­θρωπο κατά τη δημιουργία του, -συνεπώς ανήκει στην αν­θρώπινη φύση-, έχει διπλή μορφή.

α) Η πρώτη του μορφή είναι μια δύναμη, που συνδέει τον άνθρωπο με την ίδια την ύπαρξή του και τον κάνει να φο­βάται για την απώλεια της ίδιας της ψυχής και του σώματός του. Μέσω αυτού του φόβου στις στοιχειωδέστερες εκδηλώσεις του, ο άνθρωπος προσαρμόζεται στη ζωή και το είναι, ενώ φοβάται ο,τιδήποτε θα ήταν δυνατόν να τα διαβρώσει και να τα καταστρέψει [Σ.τ.μ.: Τη ζωή και το είναι].  Mε την έκφραση «δύναμιν κατά συστολήν του όντος ανθεκτικήν», χαρακτηρίζει το φόβο, ο Αγιος Ιω­άννης Δαμασκηνός και συμπληρώνει ότι θα μπορούσαμε να πούμε, ότι αντιστοιχεί στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης, την ορμή της ζωής, την έμφυτη ροπή ότι οφείλουμε να παρα­μείνουμε στο είναι και να διαιωνίσουμε την ύπαρξή μας. Ιδι­αίτερα εκδηλώνεται ως φόβος του θανάτου που συνιστά φυ­σική ροπή, καθώς ο Δημιουργός μάς έδωσε τη ζωή για να τη διατηρήσουμε και η φθορά και ο θάνατος αποτελούν φαινό­μενα αντίθετα στη φύση.

β) Η δεύτερή του μορφή είναι ο «φόβος του Θεού», που στην αρχική βαθμίδα του είναι ο φόβος της θείας τιμωρίας και στην ανώτερη βαθμίδα του ο φόβος της απομάκρυνσης και του αποχωρισμού από το Θεό. Η δεύτερη μορφή φόβου συνδέεται φυσικά με την προηγούμενη: ο προσκολλημένος στη ζωή και το είναι του άνθρωπος, φοβούμενος την απώλειά τους, εάν γνωρίζει την πραγματική φύση τους, τρέμει πιθα­νόν τον χωρισμό από το Θεό, που είναι η αρχή και το τέλος τους, η πηγή και το νόημά τους. Ακόμη υψηλότερα από τη βιολογική ζωή, για τον άνθρωπο που συνειδητοποιεί το θεμέ­λιο της πραγματικότητας, βρίσκεται η εν Χριστώ ζωή, για την απώλεια της οποίας φοβάται. Να γιατί στον πνευματικό άνθρωπο, ο φόβος του Θεού και ο φόβος αυτών που είναι δυ­νατόν να τον χωρίσουν από τον Θεό, -της αμαρτίας και του Πονηροΰ, που οδηγούν στο θάνατο της ψυχής (πρβλ. Ματθ. 10, 28. Λουκ. 12, 5)-, εξαφανίζουν το φόβο του θανάτου. Ο θάνατος της ψυχής είναι ο μόνος, που οφείλει να φοβάται ο άνθρωπος, καθώς του στερεί οριστικά όλη τη ζωή, ενώ ο βιο­λογικός θάνατος μόνο πρόσκαιρα χωρίζει την ψυχή από το σώμα και αποσυνθέτει μόνο τη γήινη και φθαρτή μορφή της ύπαρξης.

2) Το δεύτερο είδος φόβου, το οποίο οι Πατέρες θεωρούν ως πάθος, αποτελεί συνέπεια του προπατορικού αμαρτήμα­τος. Εκδηλώνεται πάντα με τη μορφή αποστροφής, που νιώθει ο άνθρωπος έναντι αυτού που είναι δυνατόν να φθεί­ρει και να καταστρέφει την ύπαρξή του· ο όρος ύπαρξη δεν αναφέρεται όμως στο κατά Θεόν είναι του ανθρώπου, αλλά στο πεπτωκός είναι του, στο οποίο προσκολλάται με τη φι­λαυτία. Εμφανίζεται πάντα πριν από κάθε φόβο θανάτου, αλλά πλέον για διαφορετικό λόγο σε σχέση με την πρώτη μορφή. Λαμβάνει πολυποίκιλες μορφές, και θα ήταν κουρα­στικό να τις απαριθμήσουμε στο σημείο αυτό. Θ’ αναφέρου­με μαζί με τον Αγιο Μάξιμο, για να χαρακτηρίσουμε το συγκεκριμένο φόβο ότι συμμετέχει στα πάθη που οφείλονται στη στέρηση της ηδονής και έρχεται όπως εκείνα ως αποτέ­λεσμα αυτού που η φιλαυτία κατεργάζεται μέσω της οδύνης ψυχής και σώματος: ο άνθρωπος φοβάται μήπως χάσει ένα αισθητό αντικείμενο, η κατοχή του οποίου (πραγματική ή φανταστικά πρόωρη) του παρέχει συγκεκριμένη αισθητή απόλαυση. Φοβάται επίσης και την αιτία της πιθανής απώ­λειας του αντικειμένου. Η ιδέα ή η αίσθηση της πιθανής αυτής απώλειας γεννά στην ψυχή του κατάσταση δυσφορίας και ταραχής, των οποίων τις συνέπειες υφίσταται και στο σω­ματικό πεδίο εξίσου.

Σε όλες τις περιπτώσεις ο φόβος-πάθος αποκαλύπτει πρόσδεση και αγάπη στον κόσμο τούτο: στα αγαθά του, στην αισθητή ηδονή τους, καθώς επίσης και στο συγκεκριμένο τρόπο ζωής, καθώς αυτή η ζωή κατανοείται ως προϋπηρεσία για να φτάσει κάποιος στην απόλαυση. Από τότε είναι δυνα­τόν να επανασυνδέσουμε στη συγκεκριμένη μορφή φόβου, κάθε φόβο θανάτου, που δεν υπήρχε πριν για παράδειγμα, όπως στο πλαίσιο του φυσικού φόβου μπορούμε να συνά­ψουμε το φόβο απώλειας της ζωής, ο οποίος αναγνωρίζεται: α) ως αγαθό που προσφέρεται από το Θεό και προϋπηρεσία για να ενωθούμε μαζί Του, β) ως απώλεια των αισθητών ηδονών του κόσμου, τις οποίες η ζωή επιτρέπει ν’ απολαύ­σουμε. Η βασική αυτή σχέση του πάθους του φόβου και της κοσμικής ζωής, -που κατανοείται και βιώνεται σαρκικά-, αξιολογείται συχνά στο πλαίσιο της διδασκαλίας των ατέ­ρων. Ο Αγιος Ισαάκ γράφει: «Ότε [άνθρωπος] εν τη γνώ­σει και τη πολιτεία του σώματος ίσταται, εκ του θανάτου πτο­είται». Ένα απόφθεγμα αναφέρει: «Ρωτήθηκε ένας Γέρο­ντας: «Γιατί φοβάμαι όταν περπατώ στην έρημο;» Και απάντησε: «Γιατί εξακολουθείς να ζεις»!». Και ένα ακόμη: «Αδελφός ρώτησε ένα Γέροντα: «Γιατί με καταλαμβάνει φό­βος όταν μου τυχαίνει να βγαίνω μόνος τη νύκτα;» Και ο Γέ­ροντας απαντά: «Γιατί η ζωή τού κόσμου εξακολουθεί να έχει αξία για σένα»».
Στο σημείο αυτό φαίνεται ότι ο κατά Θεόν φόβος και ο «κοσμικός» φόβος δε συνιστούν δύο διαφορετικές στάσεις εκ φύσεως, αλλά ουσιαστικά την ίδια διάθεση και στάση, προσανατολισμένη προς δύο διαφορετικούς σκοπούς. Τούτο προκύπτει από τις πατερικές διδασκαλίες, όπου οι δύο σκοποί παρουσιάζονται ως αποκλείοντες ο ένας τον άλλο: αν φο­βόμαστε κάποιο πράγμα του κόσμου αυτού, τούτο συμβαίνει γιατί δε φοβόμαστε το Θεό· αντίστροφα, όποιος φοβάται το Θεό, δεν έχει τίποτε να φοβηθεί: «ο δούλος Κυρίου γενόμενος τον οικείον Δεσπότην και μόνον φοβηθήσεται· ο δε τούτον ούπω φοβούμενος, την εαυτού σκιάν πολλάκις πεφόβηται», γράφει για παράδειγμα ο Αγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Για το λόγο αυτό εξάλλου οι Πατέρες αναφέρουν ότι ο φόβος-πάθος ευνοείται από την ακαρπία της ψυχής, εξαι­τίας της απώλειας της θείας παρουσίας σ’ αυτήν: «Εφοβήθην ότι γυμνός ειμί», εξομολογείται ο Αδάμ, μετά το αμάρτη­μά του (Γεν. 3, 10).

Όπως όλα τα υπόλοιπα πάθη, ο φόβος παρουσιάζεται από τους Πατέρες ως νόσος. Κύριος λόγος, που μόλις πα­ρουσιάσαμε είναι η διαστροφή της ενάρετης φυσικής διάθε­σης και στάσης σε παρά φύση πάθος. Δευτερεύοντα λόγο συνιστούν οι ταραχές που γεννά ο φόβος.

Κατά πρώτον, ο φόβος αποκαλύπτει παθολογική σχέση του ανθρώπου προς το Θεό. Ο άνθρωπος αποστρέφεται το Θεό, την πηγή της ζωής του, την αρχή και το τέλος τού είναι του, το νόημα της ύπαρξής του και τοποθετεί το κέντρο των μερίμνων του στην αισθητή πραγματικότητα που γίνεται γι’ αυτόν το Απόλυτο: φοβούμενος την απώλεια κάποιου αγαθού του κόσμου και κάποιας αισθητής ηδονής, αντί να φοβάται την απώλεια του Θεού και συνεπώς του ίδιου του εαυτού του, απομακρύνεται τελικά από το Θεό. Όλη η διαδι­κασία του προπατορικού αμαρτήματος, εντοπίζεται και πάλι στη συγκεκριμένη στάση, όπως βλέπουμε μαζί με όλες τις συ­νέπειές της προφανώς.

Ο έμφοβος, όμως δεν έχει λησμονήσει το Θεό μόνο ως αρχή και τέλος τού είναι και του βίου, αλλά και ως νόημα και κέντρο της ύπαρξης: Τον έχει εξίσου απαρνηθεί και αγνοή­σει· έχει αρνηθεί την Πρόνοια και την προστασία, με την οποία περιβάλλει κάθε ύπαρξη. Ο φόβος αποκαλύπτει την παραίσθηση, την οποία έχει ο παραδομένος στον εαυτό του άνθρωπος: να μη μπορεί ή να μη πρέπει να βασίζεται στις δι­κές του δυνάμεις, να αποστερείται της βοήθειας του Θεού. «Ρώτησαν ένα Γέροντα: «Γιατί φοβάμαι διασχίζοντας την έρημο;» Και αυτός απάντησε: «Γιατί νομίζεις ότι είσαι μόνος και δε βλέπεις το Θεό δίπλα σου». Η διδασκαλία του ίδιου του Χριστού έρχεται ν’ ακυρώσει και να διαλύσει την ψευδαίσθηση, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι ο Θεός προνοεί αδιάκοπα γι’ αυτόν (Ματθ. 10, 29-31. Λουκ. 12, 6-7). Ακόμη ο φόβος είναι τεκμήριο και σημείο απώλειας της πίστης στη Θεία Πρόνοια: «Τί δειλοί εστε ούτω; πώς ουκ έχετε πίστιν;» λέγει ο Χριστός στους κατατρομαγμένους από τη θύελλα μα­θητές του (Μάρκ. 4, 36-40). Επιπλέον, ο φόβος εκφράζει απώλεια πίστης και στα πνευματικά αγαθά. Διότι αν ο άνθρωπος είχε συνδεθεί μ’ αυτά, μόνο αυτά θα φοβόταν μή­πως χάσει: «μίαν οδύνην ειδώς, την τούτων [θείων] αποτυχίαν», αναφέρει σχετικά ο Αγιος Μάξιμος. Τα θεία αγαθά είναι πραγματικά τα μόνα, τα οποία έχουν για τον άνθρωπο απόλυτη αξία και ζωτική σημασία. Ο άνθρωπος, που έχει εμπιστοσύνη στο Θεό, γενόμενος μέτοχος της Αναστάσεως του Χριστού και της θείας ζωής, οφείλει να μη φοβάται καμιά επίθεση κατά της ψυχής ή κατά του σώματός του, ούτε ακόμη την επίθεση του θανάτου που σκοτώνει προσωρινά το σώμα, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτε περισσότερο (Ματθ. 10, 28. Λουκ. 12, 4). Όποιος ενώνεται με το Θεό, βρίσκει σ’ Αυτόν την πληρότητα των αγαθών και δε φοβάται μήπως στερηθεί κάποιου αισθητού αγαθού.

Βεβαίως, ο φόβος δεν αφορά μόνο στην έλλειψη πίστης προς τα πνευματικά αγαθά, τα μόνα αληθινά. Ο ίδιος αποδίδει μάταιη πίστη στα αισθητά αγαθά, των οποίων η πραγμα­τικότητα είναι απατηλή και η παρουσία σύντομη όπως του άνθους και της χλόης. Αποτελούν θησαυρούς, που αφανί­ζουν η αποσύνθεση και ο σκόρος και κλέβουν οι κλέφτες (Ματθ. 6, 19. Λουκ. 12, 33). Ο άνθρωπος, αργά ή γρήγορα, χάνει τα αισθητά αγαθά, εξαιτίας του πρόσκαιρου και παρο­δικού χαρακτήρα τους ή λόγω του θανάτου του. Μαζί τους χάνεται και η συνδεδεμένη μ’ αυτά ηδονή, η οποία άλλωστε όπως έχουμε δει, είναι πενιχρή σε σύγκριση με την απόλαυση των αγαθών της Βασιλείας του Θεού. Για το λόγο αυτό ο πεπτωκώς άνθρωπος σφάλλει ως προς την αληθινή ουσία των πραγμάτων και των αισθητών ηδονών στις οποίες προσκολ­λάται. Μάλιστα είναι δυνατόν ο ίδιος να κατέχεται από φό­βο: αν γνώριζε τη φύση των αγαθών, η ενδεχόμενη απώλειά τους θα του ήταν αδιάφορη.

Το γεγονός ότι συνολικά ο φόβος είναι ανωφελής συνιστά ένα ακόμη λόγο εξαιτίας του οποίου παρουσιάζεται ως ασύ­νετη και παράλογη στάση. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να εμπο­δίσει με το φόβο ο,τιδήποτε του συμβαίνει ούτε ν’ αποφύγει τον κίνδυνο ή τη στέρηση που φοβάται, αν υποθέσουμε ότι πράγματι θα επισυμβούν: «Τις εξ υμών μερίμνων δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» (Ματθ. 6, 27). Ο Αγιος Ιωάννης Δαμασκηνός στον αναποτελεσματικό φό­βο και την ατελέσφορη μέριμνα, τους οποίους ο Χριστός κατηγορεί με τους λόγους Του, αντιπαραθέτει την ενεργή [Σ.τ.μ.: Ή αποτελεσματική] αμεριμνησία αυτού, που αποθέ­τει τον εαυτό του για τα πάντα στη θεία Πρόνοια.
Η παθολογία του φόβου εμφανίζεται και στο, περισσότε­ρο ή λιγότερο σημαντικό, τμήμα της φαντασίας, το οποίο τον δέχεται γενικά. Με τη φαντασία του ο άνθρωπος παραμορ­φώνει την πραγματικότητα, της αποδίδει διαστάσεις που δεν έχει, μεγεθύνοντας για παράδειγμα τους κινδύνους ή θεωρώ­ντας επικείμενη την απώλεια κάποιου αντικειμένου. Η φα­ντασία όμως προβάλλει και ανύπαρκτες πραγματικότητες: κατασκευάζει, προδικάζει ή και οδηγεί στην αποδοχή ως βέβαιον, -στο παρόν ή το εγγύς μέλλον- γεγονότων που δεν έχουν συμβεί και για τα οποία κανένας αντικειμενικός λόγος δεν εγγυάται την πραγματοποίησή τους.

Ενδεχομένως, η γέννηση και η ανάπτυξη του φόβου, να υπο­κινούνται ή εννοούνται από διάφορα πάθη. Στην πρώτη θέ­ση, η υπερηφανία, η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με το φό­βο. Ο Αγιος Συ­μεών ο Νέος Θεολόγος υπενθυμίζει ότι ο φόβος συνδέεται προφανέστατα και με το πάθος τής δειλίας.

Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ο φόβος είναι δυνατόν να γεννάται από την αμαρτία: «Θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν» (Ρωμ. 2, 9). Οι συγκε­κριμένες θέσεις φαίνεται ότι δεν πρέπει να αναφέρονται μό­νο σ’ όσους υποκρίνονται ότι ζουν σύμφωνα με τις εντολές ή ότι τουλάχιστον τις γνωρίζουν, ενώ τις έχουν παραβεί και κα­τά συνέπεια υφίστανται τον έλεγχο της συνείδησής τους. Πρέπει να εφαρμόζονται και σε όσους, ενώ ζουν έξω από την πίστη, αγνοώντας τους κανόνες και τις εντολές της, έχουν εντούτοις κάποια αόριστη και ασαφή αίσθηση της αμαρτωλότητάς τους. Φαίνεται ακόμη ότι η ισχύς της αμαρτητικής κατάστασης που υποκινεί το φόβο με τη μορφή του άγχους και της αγωνίας είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο το υποκείμενο δεν έχει συνειδητοποιήσει σαφώς το ελάττωμα και το σφάλ­μα του.

Όπως και τα υπόλοιπα πάθη, ο φόβος έχει άμεσα μερίδιο στη δαιμονική ενέργεια, συνδεδεμένος με τους δαίμονες, οι οποίοι συμβάλλουν στην εμφάνισή του, και επωφελούνται πολύ από την παρουσία του, καθώς συνιστά ιδιαίτερα ευνοϊ­κό έδαφος για τη δράση τους. Βρίσκουν στο φόβο το σύμμα­χό τους, παρατηρεί ο Αγιος Διάδοχος υπενθυμίζοντας σύνδεση φόβου και αμαρτίας.

Η θεραπευτική του φόβου: Ο φόβος του Θεού

Ο φόβος και οι καταστάσεις που συνδέονται ενδεχομένως μ’ αυτόν, όπως η δειλία, η ανησυχία, το άγχος, η αγωνία, η φο­βία, έχουν ουσιαστική σχέση, όπως είδαμε, με την προσκόλ­ληση στα αισθητά αγαθά. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να θερα­πευτεί ο άνθρωπος απ’ αυτόν παρά μόνο αν (απο)χωριστεί από τον κόσμο τούτο (Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ομιλία-ανδριάντες), αν αποθέσει όλη του τη μέριμνα στο Θεό, με σταθερή την ελπίδα, ότι μέσω της Πρόνοιάς Του, θα φροντίσει για όλες του τις ανάγκες.
Αυτό διδάσκει και ο ίδιος ο Χριστός: «Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταύτα τα έθνη επιζη­τεί· οίδε γαρ ο Πατήρ ημών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. Ζητείτε δε πρώτον την Βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν. Μή ουν μερμνήσητε εις την αύριον» (Ματθ. 6, 31-34). Στην ίδια προοπτική ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος συμβουλεύει: «Εάν πιστεύης, ότι ο Θεός πρόνοιάν σου ποιήται, τί μεριμνάς και φροντίζεις περί προσκαίρων, και των της σαρκός σου χρειών; […]. Επίρριψον επί Κύριον την μέριμνάν σου, και Αυτός σε διαθρέψει. Και ου μη πτοηθής πτόησιν επερχομένην σοι», «έγγισον, φησίν, εις το ελπίσας εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου».

Η έλλειψη πίστης είναι, όπως είδαμε, η πρώτη πηγή του φόβου· αυτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ανθρώπου κατά το μέτρο της πίστης του στο Θεό. Μόνη της η πίστη δεν απελευθερώνει τον άνθρωπο από το φόβο· ο Θεός είναι εκείνος που απαντώντας στην πίστη του, του προσφέρει τη βοήθειά Του και την αρωγή Του.
Ο άνθρωπος οφείλει να ζητήσει τη βοήθεια τούτη μέσω της προσευχής, με την πίστη ότι ο Θεός μπορεί να του την πα­ράσχει και με την ελπίδα ότι θα του την προσφέρει. Πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο δραστικό και αποτελεσματικό φάρ­μακο είναι η «προσευχή του Ιησού» που στρέφεται εναντίον του φόβου και όλων των συγγενών παθών (δειλίας, τρόμου, άγχους, αγωνίας).

Η καρδιακή προσευχή δίνει πραγματικά τη δυνατότητα στον άνθρωπο να παραμένει μόνιμα ενωμένος με το Θεό και ν’ αποκομίζει διαρκώς οφέλη από τη βοήθειά Του· οπότε πλέον καμιά αιτία φόβου δεν μπορεί να τον αιφνιδιάζει. Όσο μάλιστα η προ­σευχή του είναι καθαρότερη, τόσο λιγότερο βιώνει ο άνθρω­πος το φόβο. Η εξαφάνιση του φόβου και των συναφών παθών προκύπτει στην περίπτωση τούτη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρου­σίας της θείας δύναμης στον άνθρωπο χάρη στην αδιάλειπτη προσευχή.
Αντίστοιχα, η θεραπευτική του φόβου προϋποθέτει την απάρνηση του ιδίου θελήματος εκ μέρους του ανθρώπου και την ταπεινόφρονα συμπεριφορά. Ο φόβος, όπως είδαμε, συνδέεται με την υπερηφανία· όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τις δυνάμεις του, τόσο υποδουλώνεται στο συγκεκριμένο πάθος. Για να καταφέρει να το νικήσει με τη δύ­ναμη του Θεού, για να πάρει τη δύναμη αυτή και να την κρα­τήσει, ο άνθρωπος οφείλει ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του, ν’ αναγνωρίσει την ανεπάρκειά του, αλλιώς η ενέργεια του Θε­ού δεν θα μπορέσει να βρεί πεδίο δράσης μέσα του.

Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να νικήσει το φόβο και με την αγάπη, η οποία τον εκδιώκει, σύμφωνα με το λόγο του Αγίου Αποστόλου Ιωάννου: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη αλλά η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον» (Α’ Ιωάν. 4, 18). Μετά τη διαπίστωση ότι «κατά το μέτρον της ελλείψεως [της αγά­πης], ενυπάρχει φόβος», ο Αγιος Ιωάννης Σιναΐτης διδά­σκει σε συμφωνία με τον Αγιο Ιωάννη ότι «ο φόβου χωρίς, αγάπης πεπλήρωται» (Κλίμαξ). Αυτό έχει εφαρμογή στην αγάπη προς τον πλησίον: όποιος αγαπά τον αδελφό του δεν τον φοβάται πλέον. Αφορά όμως ουσιαστικότερα την προς τον Θεό αγάπη που αποκλείει όλες τις μορφές του εγκόσμιου φό­βου και ιδιαίτερα το φόβο του θανάτου, που συχνά βρίσκεται στην κορυφαία θέση (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Μέσω της αγάπης του Θεού, ο άνθρω­πος δέχεται «δύναμιν τινά πεποιθήσεως», που νικά κάθε φό­βο (Πρβλ. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος). Ενώνεται μ’ Αυτόν στον Οποίο υποτάσσονται τα πάντα και τίποτε δεν μπορεί να τον βλάψει (Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή). Από τώρα και στο εξής, με την αγάπη, ο άνθρωπος ζει, σε στενή σχέση με το Θεό, απομακρυσμένος απ’ όλα τα γήϊνα, τα εξωτερικά ή τα εσωτερικά, – που μπορεί να υποδαυλίσουν το φόβο -, και απολαμβάνει τα πνευματικά αγαθά, τα οποία δεν είναι δυνα­τόν να του τα λεηλατήσει ή να του αφαρπάσει κάποιος.
Πρέπει να υπογραμμιστεί, ωστόσο, ότι αν ο άνθρωπος οφείλει να τείνει στη θεραπεία του πάθους του φόβου, δεν πρέπει πάντως ν’ απορρίπτει κάθε φόβο από την ψυχή του, διότι «ουχ ο πας φόβος πάθος» (ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματείς). Υπάρχει, όπως είδαμε, ο ενάρετος φόβος, τον οποίο ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ως μέσο σωτηρίας, και τον οποίο οι Πατέρες ονομάζουν για το λόγο τούτο «σωτήριον φόβον»· χρησιμοποιούν ακόμη και άλλες παρόμοιες εκφράσεις. Ο συγκεκριμένος φόβος συνι­στά αυτό που η ασκητική παράδοση ονομάζει «φόβον Θε­ού». Ο φόβος-πάθος πρέπει να εξαφανίζεται και να παρα­χωρεί τη θέση του στον ενάρετο φόβο.

Oι δύο μορφές του φόβου του Θεού:
α) Η πρώτη μορφή πηγάζει από το φόβο της θείας κρίσης, τόσο της παρούσας όσο και της μέλλουσας Περιγρά­φεται συχνά από τους Πατέρες με τη χρήση της λέξης «κόλασις». Ο ίδιος ο άνθρωπος καταδικάζει τον εαυτό του, με την αμαρτία, στα βάσανα αυτά· η θεία κρίση απλώς αποκαλύπτει το εύρος της αμαρτίας.
Η πρώτη αυτή μορφή είναι ο «εισαγωγικός φόβος», που χαρακτηρίζει τους αρχάριους. Οι Πατέρες αναφέρουν ότι τρεις αιτίες είναι δυνατόν ν’ αποστρέψουν τον άνθρωπο από το πονηρό και να τον ενώ­σουν με το Θεό: ο φόβος της τιμωρίας, η ελπίδα των μελλό­ντων αγαθών και η αγάπη προς το Θεό. Η τρίτη είναι ίδιον του Θεού και όσων έχουν φθάσει στην ομοίωσή Του· χαρακτηρίζει τους τελείους στους οποίους συγκαταλέγονται όχι πλέον οι δούλοι Του, αλλά οι φίλοι Του και οι υιοί Του (πρβλ. Γαλ. 4, 7). Γράφει ο Αγιος Ιωάννης ο Κασσιανός: Αν λοιπόν κά­ποιος θέλει να φτάσει στην τελειότητα, ξεκινώντας από την πρώτη βαθμίδα, αυτή του φόβου, όντας κυριολεκτικά δουλοπρεπής, […] θ’ ανέλθει προοδεύοντας συνεχώς μέχρι τις υψη­λότερες οδούς της ελπίδας και κατόπιν από εκεί στην τρίτη βαθμίδα, αυτή της αγάπης […]. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν με ζήλο ν’ ανέβουμε από το φόβο στην ελπίδα και από την ελπίδα στην αγάπη του Θεού και των αρετών.
Βλέπουμε ότι όταν οι Πατέρες επιβεβαιώνουν ότι η πρώτη μορφή του φόβου χαρακτηρίζει τους αρχάριους, εννοούν όσους δεν έχουν φτάσει ακόμη στην τελειότητα και δεν είναι ακόμη υγιείς. Επομένως τούτο το φόβο, ακόμη και όσοι έχουν προχωρήσει πνευματικά είναι δυνατόν και οφείλουν να τον δοκιμάζουν (Ο Αγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΉΣ το επιβεβαιώνει συχνά και με ζωντανή ορολογία. Βλ. Κλίμαξ). Χωρίς δισταγμό, ο Αγιος Δωρόθεος Γάζης λέγει προς τους μοναχούς του: «Ο εισαγωγικός φόβος της καταστάσεως ημών εστίν» (Διδασκαλία).
Πρέπει να σημειωθεί ότι μόνο με την τέλεια αγάπη, όπως υπογραμμίζουν σκόπιμα ο Απόστολος Αγιος Ιωάννης και οι Πατέρες, οδηγεί το φόβο αυτό στην υποχώρηση [Σ.τ.μ.: Και τελικά στην εξαφάνιση]. Όσο ο άνθρωπος δεν καθαρί­ζεται εντελώς από τα πάθη του, δεν αποκτά την απάθεια και δεν φθάνει στο πλήρωμα της αγάπης, ο φόβος διατηρεί το λό­γο της ύπαρξής του και αποδεικνύεται χρήσιμος.

Όσο η αγάπη δεν έχει φτάσει στην τελείωσή της, ο φόβος έχει λόγο ύπαρξης: συμβάλλει κατά μεγάλο μέρος στην κά­θαρση του ανθρώπου και στην εν συνεχεία απόκτηση της απάθειας, η οποία προϋποθέτει την τελείωση τούτη. Τούτο συμβαίνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι χωρίς προηγουμένως να έχει αποκτήσει το συγκεκριμένο φό­βο (η απόκτησή του εξάλλου αφεαυτής συνεπάγεται την κά­θαρση σε κάποιο βαθμό), ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να φτάσει στην τέλεια αγάπη. Κατηγορηματική είναι η διαβε­βαίωση του Αγίου Ισαάκ, που εντοπίζει ιδιαίτερα στο φόβο το δείκτη και τον οδηγό της μετάνοιας, το κυριότερο όργανο της κάθαρσης της ψυχής.
β) Η δεύτερη μορφή του φόβου είναι σύμφυτη με την τέ­λεια αγάπη. Απορρέει από την αγάπη του Θεού, ενώ το πρώτο είδος του φόβου εκτοπίζεται από αυτή. Είναι ο φόβος της αποκοπής ή της απομάκρυνσης από το Θεό, ο φόβος της στέρησης της «δια την αγάπην παρρησίας». Όπως προσ­διορίζει ακριβέστατα ο Κλήμης Αλεξανδρέας «φοβείται τις ου τον Θεόν, αλλά το αποπεσείν του Θεού» (Στρωματείς). Ο Αγιος Ιωάννης Κασσιανός περιγράφει διεξοδικότατα το φόβο, αναφέροντας τα χωρία της Αγίας Γραφής που κάνουν σχετική μνεία αυτού: Θεμελιωμένος στην τελειότητα της αγά­πης, θ’ ανέλθει στην αμέσως υψηλότερη και ανώτερη βαθμίδα, το φόβο της αγάπης. Αυτός δεν γεννάται από τη φρίκη ή τον τρόμο της κόλασης ούτε από την επιθυμία της ανταμοι­βής, αλλά από το ίδιο το μεγαλείο της αγάπης. Πρόκειται για το φόβο που προκύπτει ως κράμα του σεβασμού και της τρυ­φερής αγάπης που εκδηλώνει ο γιος για τον πατέρα τον γεμάτο επιείκεια, ο αδελφός για τον αδελφό του, ο φίλος για το φίλο του, η σύζυγος για το σύζυγό της. Δεν υποχωρεί ούτε στα κτυπήματα ούτε στις κατηγορίες· φοβάται μόνο να μη πληγώσει την αγάπη, μη προκαλέσει ακόμη και το μικρότερο και πιο επιπόλαιο τραύμα. Σε κάθε πράξη, ακόμη και σε κά­θε λόγο, τον βλέπουμε σταθερά έκπληκτο από στοργή και ευαισθησία, με τρόμο μήπως η θέρμη και ο ζήλος της αγάπης χλιαρύνουν, έστω και ελάχιστα.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ: Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας», JEAN CLAUDE LARCHET (*), ΤΟΜΟΣ Β’, Εκδόσεις «Αποστολική Διακονία», Μετάφραση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΟΥΛΑΣ)  orthognosia.blogspot.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Μέγιστη η ωφέλεια από τα μνημόσυνα! Πότε όμως και πώς και σε ποιούς!

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 24, 2018

Μέγιστη η ωφέλεια από τα μνημόσυνα! Πότε όμως και πώς και σε ποιούς!

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας). 

«Μεγίστην όνησιν πιστεύοντες έσεσθαι…». 

Το λέει γενικά ο θείος Κύριλλος Ιεροσολύμων. Βεβαιώνει δηλαδή ότι προσφέρουμε τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας για όλους τους προκεκοιμημένους, πιστεύοντας ότι πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια κερδίζουν οι ψυχές υπέρ των οποίων «η δέησις αναφέρεται της αγίας και φρικωδεστάτης προκειμένης θυσίας». Λοιπόν και των Αγίων και των Προφητών και των Αποστόλων και των Μαρτύρων οι ψυχές αποκομίζουν ωφέλεια από τη θυσία της Ευχαριστίας, αφού και υπέρ αυτών αυτή προσφέρεται;

Των αδελφών μου και των συγγενών μου και των φίλων μου οι ψυχές, με τους οποίους έζησα μαζί και οι οποίοι πέθαναν πριν από μένα, έχοντας όλοι τις ατέλειες και ελλείψεις τους και τα ψεγάδια από τα ακούσια και τα εκ συναρπαγής αμαρτήματα, το καταλαβαίνω να καρπώνονται οι ψυχές αυτές βοήθεια και έλεος από την ατίμητη θυσία που προσφέρεται γι’ αυτούς. Αλλά να ωφελούνται και οι ψυχές εκείνων οι οποίοι αναμφισβήτητα ευαρέστησαν στον Κύριο και τιμήθηκαν από αυτόν, όπως είναι οι Απόστολοι και οι Προφήτες και οι Μάρτυρες, των οποίων μάλιστα τις πρεσβείες επικαλούμαστε την ίδια στιγμή που τους μνημονεύουμε, αυτό παρουσιάζει ακατανόητο.
Πρέπει όμως να γίνει κατανοητό. Γι’ αυτό λοιπόν αναφερόμαστε και πάλι στο ωραίο παράδειγμα που μας δίνει ο ιερός Χρυσόστομος, για το οποίο μιλήσαμε και άλλοτε. Όταν δηλαδή ένας βασιλιάς επανέρχεται θριαμβευτής από κάποιον πόλεμο τον οποίο διεξήγαγε νικηφόρα, στη λαμπρή υποδοχή που του γίνεται στην πρωτεύουσα του βασιλείου του από τον λαό που τον επευφημεί, μνημονεύονται τα ονόματα των στρατηγών και των αξιωματούχων που συναγωνίστηκαν μαζί του και συμμετείχαν στα ένδοξα κατορθώματά του. Αναφέρονται όμως και μερικά άλλα ονόματα, αιχμαλώτων αυτά και δεσμίων, που για ορισμένους λόγους προσείλκυσαν τη συμπάθεια και τον οίκτο των νικητών.

Για άλλο σκοπό, λέει ο ιερός Πατήρ, μνημονεύονται τα ονόματα εκείνων που συμπολέμησαν και συναγωνίσθηκαν με τον ένδοξο και νικητή βασιλιά· και με άλλο, τελείως διαφορετικό πνεύμα, μνημονεύονται οι δέσμιοι και οι αιχμάλωτοι. Οι πρώτοι, οι οποίοι διέπρεψαν στο πεδίο της μάχης, μνημονεύονται για να επευφημηθούν άλλη μια φορά και για να αποδοθεί και πάλι δίκαιος έπαινος και τιμή σ’ αυτούς. Οι δεύτεροι, οι οποίοι έχουν ανάγκη της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών του μεγάλου βασιλιά, μνημονεύονται για να κερδίσουν την εύνοια και τη χάρη του. Αξιώματα και τιμές ζητούνται από τους πρώτους, έλεος και χάρη για τους δεύτερους.
Μην ξεχνάς, αδελφέ μου, τη θεόπνευστη διαβεβαίωση της προς Εβραίους επιστολής, που μας πληροφορεί για το ότι οι άγιοι Πάντες, μολονότι μέχρι την τελευταία τους πνοή ομολόγησαν την αληθινή πίστη και έλαβαν εγκωμιαστική μαρτυρία γι’ αυτήν ότι ευαρέστησαν στο Θεό, παρ’ όλα αυτά, «ουκ εκομίσαντο την επαγγελίαν» (Εβρ. ια’ 39). Δεν απόλαυσαν ακόμη πλήρη και ολοκληρωμένη την αμοιβή που τους ανήκει. Διότι ο Θεός προέβλεψε όλα μαζί τα μέλη της Εκκλησίας, στη συντέλεια του κόσμου και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, στην κρίση και ανταπόδοση που θα κάνει ο ίδιος, να απολαύσουν το τέλειο και ολοκληρωμένο βραβείο της νίκης τους εναντίον της αμαρτίας. Όλα μαζί τα μέλη ως μια οικογένεια που τιμάται μαζί, και ως ένα αδιαίρετο όλοι Σώμα.

Και στο μεταξύ διάστημα; Έως ότου όλα τα μέλη της Εκκλησίας επισυναχθούν και η στρατευομένη Εκκλησία παύσει να υπάρχει, αφού θα έχει μετατεθεί ολόκληρη στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, τι γίνεται; Ο καθένας από τους δικαίους προαπολαμβάνει μόνο και προγεύεται τα μέλλοντα αγαθά. Και δεν παύει βέβαια η θριαμβεύουσα Εκκλησία να είναι «πανήγυρις πρωτοτόκων», πανηγυρική σύναξη των εκλεκτών παιδιών του Θεού. Ε λοιπόν! Στη χαρά την οποία προαπολαμβάνουν οι εκλεκτοί αυτοί στρατιώτες του Θεού, προστίθεται και άλλη χαρά, όταν προσφέρεται και υπέρ αυτών η Θεία Ευχαριστία. Και η πανηγυρική εκείνη σύναξη, παρά το ότι είναι εξολοκλήρου χαρμόσυνη, ανασκιρτά και συναγάλλεται χτυπώντας τα χέρια της. Και αναπέμπει μαζί με την στρατευομένη Εκκλησία τον επινίκιο ύμνο στο Αρνίο το «ως εσφαγμένον», που στέκεται πάνω στο θρόνο του Θεού. Στην ήδη προϋπάρχουσα χαρά προστίθενται και νέα σκιρτήματα αγαλλιάσεως. Και στις πολλές επευφημίες του ουρανίου κόσμου για τη στρατιά του Χριστού που θριαμβεύει στον ουρανό, ακολουθούν και νέα ενθουσιώδη χειροκροτήματα για τη νίκη που έχει συντελεσθεί.

Σε ποιό βαθμό «μεγίστη»;

Πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια πιστεύουμε ότι θα αποκομίσουν οι κεκοιμημένοι αδελφοί μας από τη θυσία της Ευχαριστίας που προσφέρουμε. «Μεγίστην όνησιν», λέει ο θεοφώτιστος Κύριλλος. Κάτι παρόμοιο διακηρύττει και ο ιερός Χρυσόστομος. Αλλά και η πράξη της Εκκλησίας από παλιά αυτό επιβεβαιώνει. Διότι ακόμη και στις πολύ παλιές Λειτουργίες, οι οποίες ανάγονται στις αρχές του τετάρτου χριστιανικού αιώνα, δεν παραλείπεται το μνημόσυνο αυτό των κεκοιμημένων.

Δημιουργείται όμως το ερώτημα: Σε ποιό βαθμό εκτείνεται η «όνησις» και ωφέλεια αυτή;
Θα έχουμε πάντοτε υπ’ όψιν μας τους θεόπνευστους λόγους του ευαγγελιστού Ιωάννου στους οποίους γίνεται διάκριση μεταξύ «αμαρτίας προς θάνατον» και «αμαρτίας μη προς θάνατον» (Α’ Ιω. ε’ 16) · μεταξύ αμαρτίας δηλαδή που οδηγεί στον πνευματικό θάνατο και αμαρτίας μη θανάσιμης. Κάνοντας τη διάκριση αυτή ο αγαπημένος μαθητής, συνιστά σε κάθε χριστιανό που είδε τον αδελφό του «αμαρτάνοντα αμαρτίαν μη προς θάνατον», να παρακαλεί τον Θεό για χάρη του, με την πεποίθηση ότι ο πανάγαθος Κύριος «δώσει αυτώ ζωήν». Τονίζει όμως στη συνέχεια ο άγιος Ιωάννης ότι «έστιν αμαρτίαν προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».

Θεωρεί με άλλα λόγια όχι απλώς ανώφελο αλλά και από κάποια άποψη απαγορευμένο, για ανθρώπους που έχουν παρεκκλίνει σε αμαρτίες θανάσιμες και εμμένουν συστηματικά σε αυτές χωρίς να εκδηλώνουν κάποιες ενδείξεις μετάνοιας, να προσευχόμαστε να τους δοθεί άφεση γι’ αυτές.
Αυτά βέβαια λέγονται από τον θείο Ευαγγελιστή για αδελφούς που βρίσκονται στη ζωή, τους οποίους ακόμη δεν πήρε ο θάνατος και για τους οποίους συνεπώς υπάρχει η δυνατότητα να μετανοήσουν και επιστρέφοντας με συντριβή στον Κύριο να συγχωρηθούν από αυτόν. Για μια τέτοια επιστροφή αναμφίβολα επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να ικετεύουμε τον Κύριο και για χάρη αυτών που αμαρτάνουν θανάσιμα. Την άφεση όμως αυτών των αμαρτιών τους δεν επιτρέπει ο άγιος Ιωάννης να ζητούμε στις προσευχές μας γι’ αυτούς.

Άλλωστε το να προσευχόμαστε και υπέρ των ειδωλολατρών ακόμη, παρακαλώντας τον Θεό να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει σε επιστροφή, μας το ζητά ρητώς ο απόστολος Παύλος, όταν συνιστά στον Τιμόθεο να κάνουμε «δεήσεις, προσευχάς, εντεύξεις υπέρ πάντων ανθρώπων», ακόμη και υπέρ των τότε ειδωλολατρών «βασιλέων και πάντων των εν υπεροχή όντων», των βασιλιάδων και όλων των αρχόντων, οι οποίοι είχαν στάση δυσμενή και εχθρική απέναντι στο χριστιανισμό. Και το δικαιολογεί αυτό ο θεόπνευστος Απόστολος υπενθυμίζοντας ότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 1-4).
Από τους κεκοιμημένους βέβαια αποκλείεται η δυνατότητα επιστροφής και μετάνοιας. Ό,τι συναποκόμισαν μαζί τους φεύγοντας απ’ αυτή τη ζωή, θα τους ακολουθεί σε όλους τους αιώνες. Γι’ αυτό ακριβώς και η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται υπέρ αυτών που πέθαναν ενώ ήταν ειδωλολάτρες· αλλ’ ούτε και υπέρ χριστιανών οι οποίοι πέθαναν αποδεδειγμένα μένοντας προσκολλημένοι στην αμαρτία, και η τελευταία πράξη της ζωής τους, που επισφράγισε ολόκληρο τον βίο τους, υπήρξε ολοφάνερη παράβαση του νόμου του Θεού. Ανέκαθεν δηλαδή η Εκκλησία ούτε κήδευσε με εκκλησιαστικές δεήσεις και τιμές, ούτε τέλεσε μνημόσυνα, ούτε ανέγραψε στα δίπτυχα που διαβάζονται κατά τη Θεία Ευχαριστία, χριστιανούς που αυτοκτόνησαν. Ούτε επίσης αυτούς που πέθαναν σε μονομαχία ή ξιφομαχία ή αυτούς που παρεξέκλιναν σε κάποια αίρεση και ανάθεμα και δεν εκδήλωσαν στις τελευταίες τουλάχιστον στιγμές της ζωής τους κάποια διάθεση για μετάνοια. Παραμένει σ’ αυτό το σημείο πιστή στην αποστολική εντολή: «Έστιν αμαρτία προς θάνατον· ου περί εκείνης λέγω ίνα ερωτήση».
Ποιό συμπέρασμα λοιπόν συνάγεται απ’ όλα αυτά; Ότι η θυσία της Θείας Ευχαριστίας μόνο όταν προσφέρεται για ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα, παρέχει την ωφέλεια για την οποία κάνει λόγο ο θείος Κύριλλος. Για ανθρώπους όμως οι οποίοι αμάρτησαν θανάσιμα και πέθαναν χωρίς να μετανοήσουν και επομένως βρίσκονται στην κρίση και καταδίκη του Θεού, γι’ αυτούς ας μην περιμένουμε ποτέ ότι είναι δυνατόν με τη θυσία της Ευχαριστίας να τους μεταθέσουμε από τον Άδη, όπου βρίσκονται, στον Παράδεισο. Παράδεισος και Άδης χωρίζονται μεταξύ τους με χάσμα ανυπέρβλητο. Το βεβαίωσε ο Κύριος ρητώς στη γνωστή παραβολή του όπου παρουσιάζει τον Αβραάμ να λέει στον πλούσιο που βασανιζόταν φοβερά στον Άδη: «Μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσι» (Λουκ. ις’ 26). Ανάμεσά μας υπάρχει μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι βρίσκονται εκεί, να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας.

Πραγματικά πάρα πολύ μεγάλη η ωφέλεια

Υπάρχουν αμαρτήματα τα οποία διαπράττουμε από άγνοια ή από συναρπαγή, χωρίς δηλαδή να τα έχουμε προμελετήσει. Και ενώ είμαστε ένοχοι γι’ αυτά, άλλα από αυτά έχουν διαφύγει τελείως την προσοχή μας και ούτε καν έχουμε συνείδηση και καμία ιδέα γι’ αυτά, ενώ άλλα τα ξεχάσαμε εντελώς. Και υπάρχουν ακόμη και άλλα τα οποία αγνοούμε ολοκληρωτικά. Διαπράξαμε δηλαδή κάτι ή συνεργήσαμε άμεσα ή έμμεσα στο να γίνει, χωρίς να ξέρουμε ότι γι’ αυτό είμαστε ένοχοι και θα δώσουμε λόγο. Και οι κατηγορίες αυτών των αμαρτημάτων συναπαρτίζουν όλες μαζί βουνά ολόκληρα, κάτω από τα οποία κινδυνεύουμε να ταφούμε και να εξαφανισθούμε, χωρίς να φανεί ούτε ίχνος από εμάς. Είναι πολλά, πάρα πολλά τα αμαρτήματα αυτά. Κάθε ημέρα, κάθε ώρα της ζωής μας έχει τα δικά της, ώστε αν τα δούμε όλα μαζί, όλης της ζωής, να μην είναι εύκολο να αριθμηθούν. Ένα μόνο είναι το ελαφρυντικό για το πλήθος αυτό των αμαρτιών μας που δεν μπορούμε να το αριθμήσουμε. Το ότι οι αμαρτίες αυτές δεν γίνονται με πλήρη τη συμμετοχή της θελήσεώς μας, η οποία όταν πρόκειται για κάποια σοβαρή παράβαση, αντιστέκεται και αντιδρά. Αυτή η αντίδραση και αντίσταση που αντιτάσσει η θέλησή μας απέναντι στα θανάσιμα αμαρτήματα, αποτελεί απόδειξη ότι στο βάθος μας αποστέργουμε την αμαρτία και θα θέλαμε να ήμασταν ελεύθεροι και απαλλαγμένοι από αυτήν.
Αυτό όμως αποτελεί μόνο ελαφρυντικό, όχι όμως και κάτι που φθάνει και είναι αρκετό για να εξαλείψει την ενοχή μας. Είναι θετικό στοιχείο βέβαια για μας και ελκύει την επιείκεια και το έλεος του Θεού. Αλλά αν ο δίκαιος Θεός μας έκρινε σύμφωνα με το νόμο του, ποιος θα μπορούσε να σταθεί όρθιος ενώπιόν του; Αν εκδήλωνε γι’ αυτά τα αμαρτήματα αποστροφή και μίσος, ποιος δεν θα αποστελλόταν από αυτόν στον κατασκότεινο πυθμένα της αβύσσου; Ποιος; Διότι, αδελφέ μου, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει στη ράχη του βαρύ, βαρύτατο φορτίο τέτοιων αμαρτημάτων. Και αυτοί ακόμη που αναγεννήθηκαν και ανακαινίσθηκαν πλήρως από τον Χριστό μέχρι το σημείο να καταλήξουν σε σχετική αναμαρτησία, πέρασαν στην πρώτη περίοδο της ζωής τους από τον δρόμο αυτό των ατελειών και των μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Και τώρα, στην κατάσταση αυτή της τελειότητας που τους ανύψωσε η θεία χάρις, θυμούνται τις ατέλειες του παρελθόντος. Και γι’ αυτό ακριβώς και τους ακούμε να παραπονούνται και να ταλανίζουν τους εαυτούς τους· και ένας που αναμφισβήτητα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μεταξύ αυτών, ο απόστολος Παύλος δηλαδή, να φρονεί για τον εαυτό του ότι είναι ο «πρώτος των αμαρτωλών» (Α’ Τιμ. α’ 15).
Και αυτοί μεν που έφθασαν στην κατά το δυνατόν τέλεια αναγέννηση, αυτοί με την ταπείνωση και τη μετάνοιά τους προσείλκυσαν άφθονο το έλεος του Θεού ήδη από την παρούσα ζωή. Και φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να φέρουν μαζί τους καμιά κληρονομιά από τον παλαιό άνθρωπο της αμαρτίας. Εμείς όμως; Τα τόσα πλήθη ακόμη των χριστιανών που πεθαίνουν κάθε μέρα; Πόσοι από αυτούς είναι ολοκληρωτικά αναγεννημένοι; Και για πόσους θα μπορούσε να παρασχεθεί η βεβαίωση ότι από τον όγκο αυτό των αμαρτημάτων που έγιναν από άγνοια και συναρπαγή και από το πλήθος των λησμονημένων αμαρτημάτων πέτυχαν να καθαρισθούν και να εξαγνισθούν ήδη απ’ αυτή τη ζωή και πριν να πεθάνουν;
Μεγάλο πλήθος από αυτούς, αγαπητέ μου αναγνώστη, μετενόησε βέβαια και επικαλέσθηκε με πίστη το έλεος του Θεού, δεν πρόφθασε όμως να παραγάγει «καρπούς αξίους της μετανοίας». Δεν πρόφθασε να αποβάλει τελείως τον παλαιό άνθρωπο. Όχι· δεν είναι κατόρθωμα της μιας στιγμής η νέκρωση και η αποβολή του ανθρώπου αυτού, που είναι ζυμωμένος με ολόκληρη την ύπαρξή μας, από τη σύλληψη ακόμη και τη γέννησή μας. Είναι έργο μεγάλο, που απαιτεί αγώνες και προσπάθειες συνεχείς και μακρές· και η μετάνοια αποτελεί μόνο τα πρώτα βήματα και τις πρώτες απόπειρες για την έναρξη του έργου αυτού, στο οποίο η θεία χάρις μας ενδυναμώνει και μας ενισχύει.
Ποιο λοιπόν συμπέρασμα συνάγεται από όλα αυτά; Ότι όλοι μας έχουμε ανάγκη του θείου ελέους και της θείας επιείκειας. Και όσο ετοιμασμένος κι αν φεύγει κανείς από τον κόσμο αυτό, δεν μπορεί να πει ότι δεν χρειάζεται την κάθαρση την οποία παρέχει η θυσία της Ευχαριστίας όταν προσφέρεται υπέρ αυτού. Λοιπόν αυτό ακριβώς είχε υπ’ όψιν του ο θεοφώτιστος Κύριλλος, όταν βεβαίωνε ότι πιστεύουμε «μεγίστην όνησιν έσεσθαι ταις ψυχαίς», ότι δηλαδή πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια θα έλθει στις ψυχές υπέρ των οποίων προσφέρεται η δέηση «της αγίας και φρικωδεστάτης προκείμενης θυσίας».

Ωφέλεια για αμαρτίες μη θανάσιμες

Μόνο λοιπόν σε ανθρώπους που δεν αμάρτησαν θανάσιμα εξασφαλίζει η θυσία της Ευχαριστίας πάρα πολύ μεγάλη ωφέλεια. Από τον Άδη στον Παράδεισο, όπως ήδη είπαμε, δεν μετατίθενται ψυχές που βαρύνονται με αμαρτήματα θανάσιμα, ούτε επιτρέπεται γι’ αυτές να προσφέρεται η άμωμη, η αγνή και άχραντη θυσία του Κυρίου που σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Ποιες όμως είναι για τον καθένα μας θανάσιμες αμαρτίες, μόνο ο Θεός το γνωρίζει επακριβώς. Διότι μόνο αυτός εξετάζει και διερευνά τα βάθη των ανθρώπινων καρδιών, τα οποία είναι άγνωστα και καλυμμένα για μας.
Υπάρχουν βέβαια κάποιες ολοφάνερες και χονδροειδείς παραβάσεις του θείου νόμου για τις οποίες εξανίσταται η συνείδηση κάθε μη πωρωμένου ανθρώπου και των οποίων το βάρος δεν δυσκολεύεται να αντιληφθεί και ο πλέον αδαής. Από την άλλη πλευρά πάλι, είναι εξίσου βέβαιο ότι εξαρτάται και από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντελέσθηκε μια παράβαση, αν θα αποβεί ανεπανόρθωτα θανάσιμη γι’ αυτόν που υπέπεσε σ’ αυτήν.
Δεν βεβαίωσε ο Κύριος σαφώς ότι σε όποιον «εδόθη πολύ, πολύ ζητηθήσεται παρ’ αυτού»; Και δεν πρόσθεσε, για να το κάνει ζωηρότερο και παραστατικότερο, ότι ο δούλος «ο μη γνους το θέλημα του κυρίου εαυτού, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας»; (Λουκ. ιβ’ 48). Ότι δηλαδή ο δούλος που δεν γνώρισε το θέλημα του κυρίου του, αλλά οι πράξεις του είναι άξιες τιμωρίας, θα δεχθεί λίγες μαστιγώσεις; Εξαρτάται επομένως και από τη γνώση την οποία ο καθένας μας έλαβε, σύμφωνα με τις ευνοϊκές περιστάσεις τις οποίες για τον φωτισμό και την πνευματική του καλλιέργεια έφερε σ’ αυτόν ο Θεός. Εξαρτάται και από τις ευμενείς συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε και ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε ο καθένας μας. Εξαρτάται και από τον βαθμό της χάριτος ο οποίος του δόθηκε, και από τις θείες δωρεές τις οποίες γεύθηκε και από την πρόοδο στη χριστιανική ζωή την οποία τον αξίωσε η χάρις να πραγματοποιήσει και από την οποία ξέπεσε.
Με άλλα λόγια αλλιώς θα κριθεί ένας χριστιανός και διαφορετικά θα κριθεί ένας άγριος που δεν γνώρισε Χριστό ούτε διδάχθηκε ποτέ την αλήθεια την οποία ο Θεός αποκάλυψε σε μας. Και η ίδια παράβαση και αμαρτία η οποία για τον χριστιανό είναι θανάσιμη, για τον βάρβαρο ενδέχεται να κριθεί από τον Θεό συγγνωστή και άξια συγχωρήσεως. Σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα, και ο Φαρισαίος που δεν είχε υποπέσει σε κάποια παράβαση του μωσαϊκού νόμου, κατακρίνεται, ενώ ο τελώνης που ήταν δακτυλοδεικτούμενος από αυτόν και τους ομοίους του ως ένοχος, δικαιώνεται.

Και ο Δημάς, που σε μια περίοδο της ζωής του αξιώθηκε να είναι συνεργάτης του αποστόλου Παύλου, ξεπέφτει και κατακρίνεται μόνο και μόνο διότι σε ημέρες διωγμού δείλιασε και εγκατέλειψε τον Απόστολο για να μην κινδυνεύσει και η δική του ζωή. Και όπως διακηρύττει θεόπνευστα η προς Εβραίους επιστολή, εκείνους οι οποίοι προόδευσαν σε κάποιο βαθμό στην πνευματική ζωή και γεύθηκαν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και φωτίσθηκαν από το κήρυγμα του θείου λόγου, είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε μετάνοια, αν παρεκτραπούν σε κάποια σοβαρή αμαρτία. Διότι αυτοί με την παρεκτροπή τους αυτή ξανασταυρώνουν και περιφρονούν τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έχει μορφωθεί στό εσωτερικό τους από τη θεία χάρη· ήδη μάλιστα με την παρεκτροπή τους αυτή τον αποδιώχνουν από τις καρδιές τους και τον διαπομπεύουν. (Εβρ. ς’ 4-6).
Τι σημαίνουν όλα αυτά, αγαπητέ μου αναγνώστη; Ότι εκτός από ορισμένες σαφείς και ευδιάκριτες περιπτώσεις, δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για το ποιοι από τους αδελφούς μας που απέρχονται από τον κόσμο αυτό συναποκομίζουν μαζί τους αμαρτίες που έχουν ως συνέπεια τον πνευματικό θάνατο και ποιοι φέρουν το σχετικά ελαφρό φορτίο των οπωσδήποτε συγγνωστών και μη θανάσιμων αμαρτημάτων. Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει λοιπόν η Εκκλησία που τελεί και αναφέρει τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας; Ποια στάση θα έπρεπε να λάβει προκειμένου να δεηθεί για προκεκοιμημένα μέλη της για τα οποία δεν είναι μεν απόλυτα βέβαιη ότι έφυγαν από τον κόσμο αυτό με συντριβή και με συναισθήματα ειλικρινούς μετανοίας, δεν έχει όμως και ενδείξεις ότι με κάποια παράβαση θανάσιμη αποξένωσαν τους εαυτούς τους πλήρως από το θείο έλεος; Τη στάση της επιείκειας και της ελπίδας.

Προσφέρει λοιπόν και γι’ αυτούς τη θυσία της Ευχαριστίας, αρκούμενη στο ότι πέθαναν «εν πίστει» προς τον Χριστό και δεν απαρνήθηκαν το όνομα του χριστιανού που τους δόθηκε, το όνομα του μαθητή που εξάρτησε τη σωτηρία του από τον μεγάλο Θεό και Σωτήρα, τον Κύριο Ιησού. Παρακαλεί η Εκκλησία και δέεται και ικετεύει και υπέρ αυτών, προσφέροντας την ατίμητη θυσία της Θείας Ευχαριστίας, που έχει άπειρη ισχύ, «υπέρ πάντων των εν πίστει κεκοιμημένων». Και ρίχνοντας τους πάντες στους οικτιρμούς, στην ευσπλαχνία και στο έλεος του Θεού, αφήνει στην άπειρη φιλανθρωπία του να ενεργήσει για τον διαχωρισμό που από τη δικαιοσύνη και αγιότητά του επιβάλλεται να γίνει. Με αυτό το πνεύμα και με αυτή την ελπίδα δέχεται η Εκκλησία προσφορές και επιτελεί τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας «υπέρ πάντων των εν πίστει αποθανόντων». Με αυτό λοιπόν το πνεύμα· και ποτέ με το πλανεμένο φρόνημα ότι με τις προσφορές και τις Λειτουργίες αυτές επιτυγχάνεται μετάθεση ψυχών που βαρύνονται με θανάσιμα αμαρτήματα, από τον Άδη στους κόλπους του Αβραάμ.

(Παναγιώτου Τρεμπέλα, Από την Ορθόδοξη Λατρεία μας, εκδ. ο Σωτήρ, 2016, σελ. 368-378)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η τιμή στα λείψανα των αγίων! Ιστορική & Δογματική ανασκόπηση.

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 24, 2018

Από την Δογματική του Π.Ν. Τρεμπέλα (στη νέα ελληνική γλώσσα).  

1)   Η τιμή προς τους μάρτυρες και τους αγίους εκδηλώθηκε ιδιαιτέρως στα λείψανά τους και σε οποιαδήποτε αντικείμενα ή είδη ρούχων που χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς.
Έτσι αναφέρεται στο Μαρτύριο του Πολυκάρπου, ότι ο ιερός αυτός άνδρας ανέβαλε να βγάλει τα ρούχα του μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία ετοιμάστηκε η φωτιά που επρόκειτο να τον δεχτεί, αποφεύγοντας να πράξει αυτό πιο πριν «επειδή πάντοτε καθένας από τους πιστούς βιαζόταν, ποιος θα ακουμπήσει γρηγορότερα το σώμα του». Όταν λοιπόν το τίμιο σώμα του μάρτυρα κάηκε τελείως, οι πιστοί μάζεψαν «τα τιμιότερα και από πολύτιμους λίθους και δοκιμασμένα περισσότερο από χρυσάφι οστά του και τα απόθεσαν όπου ήταν φυσικό», έτσι ώστε συναθροιζόμενοι κατά την επέτειο του θανάτου του να επιτελούν «τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του».
Για τον Ιγνάτιο το Θεοφόρο επίσης εξιστορείται ότι όταν ρίχτηκε για τροφή στα θηρία, «μόνο τα πιο σκληρά από τα άγια λείψανά του απέμειναν, τα οποία μεταφέρθηκαν στην Αντιόχεια και κατατέθηκαν σε λινό (=λειψανοθήκη κατασκευασμένη από λινάρι), θησαυρός ανεκτίμητος».
Και σύμφωνα με την μαρτυρία του Χρυσοστόμου τα άγια αυτά λείψανα τα δέχτηκαν οι Αντιοχείς «με στεφάνια», και όχι μόνο αυτοί, «αλλά και όλες οι ενδιάμεσες πόλεις από τη Ρώμη» μέχρι την Αντιόχεια «προέπεμπαν εγκωμιάζοντας τον στεφανωμένο, ανυμνώντας τον αγωνοθέτη, περιγελώντας τον διάβολο».
Από την άλλη ο μεν Ευσέβιος μάς πληροφορεί ότι τον του αδελφοθέου «Ιακώβου θρόνο» φύλαγαν με επιμέλεια οι διάδοχοί του, αποδεικνύοντας έτσι «τι σεβασμό διατηρούσαν και διατηρούν οι παλαιοί και οι σύγχρονοί μας προς τους αγίους άνδρες για την προς αυτούς εύνοια εκ μέρους του Θεού».
Αλλά και ο Αμβρόσιος μαρτυρεί για το ότι οι Χριστιανοί μάζευαν ευλαβικά μαζί με το αίμα και τα καρφιά και τα τιμωρητικά όργανα, που χρησιμοποιήθηκαν από τους δημίους για τελείωση των μαρτύρων (16).
2)  Αυτού του είδους οι εκδηλώσεις, που σημειώθηκαν και σε πολυάριθμες άλλες περιστάσεις, θα έπρεπε να χαρακτηριστούν ως τελείως φυσικές, διότι έχουν τα προηγούμενά τους στη Βίβλο, από τα οποία και ενθαρρύνθηκαν σε αυτές οι αρχαίοι Χριστιανοί. Για αυτό λοιπόν και χρονολογούνται όχι μόνο από τα νεώτερα αλλά και από τα παλαιότατα χριστιανικά χρόνια. Τα από τη Γραφή ερείσματα και προηγούμενα των εκδηλώσεων αυτών προς τα ιερά λείψανα απαριθμούνται και εκτίθενται τόσο στις Αποστολικές Διαταγές, όσο και από τους Πατέρες Μ. Βασίλειο και Κύριλλο Ιεροσολύμων.
Έτσι σύμφωνα με τις Αποστολικές Διαταγές, των πεθαμένων «που ζουν κοντά στο Θεό, ούτε τα λείψανα δεν είναι άτιμα» όπως φαίνεται αυτό από το ότι «ο Ελισαίος ο προφήτης ανέστησε νεκρό μετά το θάνατό του κάποιον που είχε σκοτωθεί από πειρατές της Συρίας. Διότι ήρθε σε επαφή το σώμα του με τα οστά του Ελισαίου και αφού αναστήθηκε έζησε».
Έγινε όμως αυτό, όπως παρατηρεί ο Κύριλλος Ιεροσολύμων«έτσι ώστε να μην τιμηθούν μόνο οι ψυχές των δικαίων», αλλά και τα σώματά τους· επιπλέον επίσης για «να πιστευτεί ότι υπάρχει δύναμη μέσα στα σώματα των δικαίων», αφού «το νεκρό σώμα του προφήτη επιτέλεσε έργο ψυχής και αυτό που πέθανε και κειτόταν έδωσε ζωή στον πεθαμένο και ενώ έδωσε ζωή, αυτό έμεινε ομοίως στους νεκρούς». Προχωρώντας όμως οι Αποστολικές Διαταγές και σε άλλη περίπτωση από τη Γραφή που δείχνει, ότι παρά τις διατάξεις του Μωϋσή σχετικά με λείψανα και νεκρά σώματα που κάνουν ακάθαρτους αυτούς που τα αγγίζουν, των δικαίων τα λείψανα κανένα και σε αυτήν την Π.Δ. δεν μετέδιδαν μολυσμό, σημειώνουν: «Και ο Μωϋσής και ο Ιησούς του Ναυή περιέφεραν τα λείψανα του Ιωσήφ, χωρίς να το θεωρούν αυτό μολυσμό».
Προσθέτει μάλιστα σχετικά και ο Μ. Βασίλειος, ότι, «όταν πέθαιναν ιουδαϊκά, ήταν βδελυκτά τα θνησιμαία· όταν όμως ο θάνατος είναι για το Χριστό είναι τίμια τα λείψανα των οσίων του». Και από μεν τη μωσαϊκή νομοθεσία «λεγόταν στους ιερείς και στους Ναζωραίους το, Δεν θα μιανθείτε με τίποτα που έχει πεθάνει· και το, Εάν κάποιος αγγίξει νεκρό, θα είναι ακάθαρτος έως το απόγευμα, και το, Θα πλύνει τα ρούχα του. Τώρα όμως αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρα παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε στο σώμα» (17).
(3)   Ο Ιεροσολύμων Κύριλλος φέρνει και κάποια εξήγηση αυτής της χάρης, η οποία βγαίνει από τα λείψανα των αγίων, παρατηρώντας, ότι «βρίσκεται κάποια δύναμη μέσα στο σώμα των αγίων λόγω της ενάρετης ψυχής που για τόσα χρόνια κατοίκησε μέσα σε αυτό, της οποίας έγινε το σώμα υπηρέτης», το οποίο ακριβώς υπενθυμίζει και τη βεβαίωση του θείου Παύλου, σύμφωνα με την οποία και «τα σώματά μας είναι μέλη Χριστού» και «είναι ναός του Αγίου Πνεύματος μέσα μας» (18).

Επιπλέον ο Κύριλλος αναφέρεται και στα «μαντήλια του κεφαλιού ή του λαιμού» των Αποστόλων, «που ήταν έξω» από το σώμα τους και μόνο άγγιζαν αυτό, τα οποία από την επαφή αυτή έπαιρναν τόσο μεγάλη δύναμη και χάρη, ώστε «όταν άγγιζαν τα σώματα των αρρώστων σήκωναν τους ασθενείς».
Ο θείος Χρυσόστομος από την άλλη υπενθυμίζοντας την ίδια του Ελισαίου αφήγηση της Γραφής, παρατηρεί σχετικά, ότι όχι μόνο τα σώματα, «αλλά και οι ίδιες οι λάρνακες των αγίων είναι γεμάτες από πνευματική χάρη». Διότι, εάν πριν ακόμη το Άγιο Πνεύμα επισκηνώσει στην Εκκλησία του Χριστού, σε αυτά τα χρόνια της Π.Δ., στην περίπτωση του Ελισαίου «συνέβαινε τούτο και νεκρός που άγγιξε τη λάρνακα έσπασε τα δεσμά του θανάτου και επανήλθε πάλι στη ζωή, πολύ περισσότερο τώρα που είναι αφθονότερη η χάρη, τώρα που είναι περισσότερη η ενέργεια του Πνεύματος», επόμενο είναι εκείνος, ο οποίος «με πίστη» θα απλώσει το χέρι, για να έλθει σε επαφή με θήκη (λάρνακα) που περιέχει άγια λείψανα «θα κερδίσει πολλή δύναμη από εκεί» (19).
(4)  Αυτής άλλωστε της δύναμης και χάρης η εκπόρευση διαπιστωνόταν και επιβεβαιωνόταν από το πλήθος των θαυμάτων, τα οποία λάμβαναν χώρα από την με πίστη προσέλευση στους τάφους των μαρτύρων και αγίων και την ευλαβική επαφή και προσκύνησή τους. Για τα θαύματα αυτά έχουμε αυθεντικές μαρτυρίες που παρέχονται από επίσημους και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Αμβρόσιος, ο Αυγουστίνος, οι Καππαδόκες και ο Χρυσόστομος.
α)  Έτσι ο μεν Αμβρόσιος σε κάποια επιστολή του (20) επικαλείται την πείρα αυτών που τους στέλνει την επιστολή σχετικά με τα θαύματα, ότι

«γνωρίσατε πάρα πολλούς, ακόμα όμως και με τα ίδια σας τα μάτια είδατε πολλούς, οι οποίοι ελευθερώθηκαν από τους δαίμονες, και επιπλέον οι οποίοι ερχόμενοι να αγγίξουν τα ρούχα των αγίων, αιφνίδια θεραπεύτηκαν από όλα τα δεινά που τους κατείχαν. Τα θαύματα των παλαιών καιρών ανανεώθηκαν, αφότου με την έλευση του Κυρίου Ιησού ξεχύθηκε στη γη αφθονότερη χάρη. Έχετε δει πάρα πολλούς που θεραπεύτηκαν από μόνη τη σκιά των αγίων που έπεσε πάνω τους. Πόσα πανιά κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι! Πόσα ρούχα που τοποθετήθηκαν πάνω σε άγια λείψανα, δεν απέβησαν ιαματικά με μόνη την επαφή και περιζήτητα από όλους. Όλοι ζητούν να αγγίξουν αυτά, έστω και ελαφρά, και όποιος το πέτυχε αυτό, θεραπεύτηκε αμέσως».
β)   Επιβεβαιώνοντας τη μαρτυρία αυτή του Αμβροσίου, που δόθηκε με αφορμή το άνοιγμα των λειψάνων των αγίων Γερβασίου και Προτασίου, αναφέρει και ο Αυγουστίνος διάφορα θαύματα που έγιναν από τη χάρη των παραπάνω αγίων λειψάνων, ένα από τα οποία υπήρξε και η θεραπεία κάποιου τυφλού, που έγινε στα Μεδιόλανα (Μιλάνο) «κατά τη συρροή των πιστών στα σώματα των μαρτύρων Προτασίου και Γερβασίου» (21).
γ)   Από την άλλη ο Γρηγόριος ο Νανζιανζηνός αναφερόμενος στην πείρα, την οποία είχαν οι ακροατές του για τη δύναμη, που έβγαινε από τα άγια λείψανα του Κυπριανού, παρατηρεί: «Τα υπόλοιπα ας προστεθούν από εσάς τους ίδιους, την καθαίρεση των δαιμόνων, την θεραπεία των ασθενειών, την πρόγνωση του μέλλοντος, τα οποία όλα μπορεί και το λείψανο του Κυπριανού όταν υπάρχει η πίστη, όπως γνωρίζουν όσοι έλαβαν πείρα και έχουν μεταδώσει το θαύμα και σε εμάς και θα το παραδώσουν και στο μέλλον».

Και αλλού πάλι μιλώντας για τους αποστόλους και τα υπόλοιπα «υπέρ του Χριστού θύματα, οι οποίοι πρόθυμα αγωνίστηκαν εναντίον φωτιάς και σιδήρου και θηρίων και τυράννων», διακηρύττει ότι από αυτούς «δαίμονες διώχνονται και ασθένειες θεραπεύονται» «και αυτών και τα σώματα μόνα έχουν την ίδια δύναμη με τις άγιες ψυχές τους, είτε αγγίζονται είτε τιμώνται. Αυτών και σταγόνες μόνο αίματος και μικρά αντικείμενα του πάθους τους ενεργούν όσα και τα σώματα» (22).
δ)  Ο Γρηγόριος ο Νύσσης επίσης για επικύρωση της βεβαίωσής του, ότι γνώριζε, «ότι έχουν δύναμη τα λείψανα» των μαρτύρων, και ότι αυτός είδε «τις σαφείς αποδείξεις της παρρησίας τους προς το Θεό», αφηγείται τη θεραπεία στρατιώτη κουτσού από τα άγια λείψανα των αγίων Τεσσαράκοντα (23).
ε)   Αλλά αυτός που ιδιαιτέρως τόνισε τις χάριτες και δυνάμεις που ξεχύνονται από τα άγια λείψανα και τις λάρνακές τους, υπήρξε ο θείος Χρυσόστομος. Έτσι ο θείος πατέρας διακηρύττει, ότι «όχι μόνο τα οστά των μαρτύρων, αλλά και οι τάφοι τους και οι λάρνακες πολλή αναβλύζουν την ευλογία». Αλλού πάλι χαρακτηρίζει τα σώματα των αγίων ως ασφαλέστερο οχύρωμα από αδαμάντινο τείχος που τειχίζει την πόλη και «σαν να προβάλλουν από παντού σαν κάποιοι υψηλοί σκόπελοι αποκρούουν όχι τις επιθέσεις αυτών των αισθητών και ορατών εχθρών μόνο, αλλά και τις επιβουλές των αοράτων δαιμόνων και τόσο εύκολα ανατρέπουν και διαλύουν όλη την πανουργία του διαβόλου». Επιπλέον «και αν ακόμη ο κοινός μας δεσπότης οργίζεται για το πλήθος των αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε, προβάλλοντας αυτά τα σώματα, να τον κάνουμε γρήγορα σπλαγχνικό για την πόλη».

Και σε άλλη πάλι περίπτωση τονίζοντας τη δύναμη, την οποία έχουν τα οστά των αγίων παρατηρεί, ότι αυτή «δαίμονες υποτάσσει και βασανίζει και ελευθερώνει όσους έχουν δεθεί από τα πικρότατα εκείνα δεσμά». Και την ώρα που κανένα από τα ορατά και αισθητά δεν βρίσκεται πάνω «στις πλευρές του δαίμονα, φωνές και σπαραγμοί, μαστιγώματα, βάσανα» ακούγονται και σημειώνονται, «επειδή ο δαίμονας δεν αντέχει την θαυμαστή εκείνη δύναμη». Έτσι οι άγιοι «που φόρεσαν τα σώματα» «επικρατούν των ασωμάτων δυνάμεων, και η σκόνη και τα οστά και η τέφρα εξοντώνει τις αόρατες εκείνες φύσεις»(24).
στ)  Τέλος ο Μ. Βασίλειος, πεπεισμένος για το ότι «αυτός που άγγιξε οστά μάρτυρος παίρνει κάποια μετάληψη αγιασμού από τη χάρη που παραμένει πάντοτε μέσα στο σώμα», στο λόγο του στη μάρτυρα Ιουλίττα διακηρύττει για «το τίμιο σώμα» της, ότι «τοποθετημένο στο ωραιότατο προπύλαιο του ναού της πόλης, αγιάζει μεν τον τόπο, αγιάζει όμως και αυτούς που προσέρχονται σε αυτόν» (25)

Παραπομπές
(16) Μαρτύριο Πολυκ.13 και 18 ΒΕΠ.3,24 και 26. Μαρτύρ. Ιγνατίου στο τέλος ΒΕΠ. 2,341.Χρυσοστόμου εις τον Θεοφόρον Ιγνάτιον § 5 Μ. 50,594. Ευσεβ. Εκκλ. Ιστ. 7,19 Μ. 20,681, Αμβροσίου, Exhort. Virginit κεφ. 2 § 9 M.L. 16,354
(17) Αποστ. Διαταγ. ΣΤ 30,5, Β.Ε.Π. 2,116, Δ΄Βασιλ. Ιγ 21, Κυρίλλου Ιεροσ. Κατήχ. 18, § 16, Μ. 33,1036,1037, Εξόδου ιγ 19, Λευϊτ. ια 39,40, Μ. Βασιλείου ομιλία εις τον Ψαλμό ριε § 4, Μ. 30,112.
(18) Κυρίλ. Ιεροσ. Ο.π. . Α΄Κορινθ. Στ 15 και 19.
(19) Κυρίλ. Ιεροσολ. Ο.π. Χρυσοστόμου Εγκώμ εις Ιγνάτιον Θεοφόρον § 5, Μ. 50. 595
(20) ΧΧΙΙ § 9, P.L. 16, 1064.
(21) De civit. XXII 8 § 2. M.L. 41,701
(22) Γρηγορίου Ναζ. Λόγος 24, εις ιερομ. Κυπριανόν § 18, Μ. 35, 1192. Του ιδίου λόγος 4 κατά Ιουλιανού Α § 69, Μ. 35,589.
(23) Λόγος Α εις τους Τεσσαράκοντα μάρτυρας, Μ. 46,784
(24) Χρυσοστόμου Εις μάρτυρας ομιλία, Μ. 50,664, εις μάρτυρας Αιγυπτίους § 1, Μ. 50,694,695. Ομιλία 26 εις την Β΄Κορ. § 5, Μ. 61,583.
(25) Μ. Βασιλ. Ομιλία εις Ψαλμόν ριε § 4, Μ. 30,112. Του ιδίου εις την μάρτυρα Ιουλίττα § 2, Μ. 31,241

(Π.Ν. Τρεμπέλα, Δογματική τόμος 3, εκδ. ο Σωτήρ, 1979, σελ. 399-402 η μετάφραση στα νέα Ελληνικά έγινε από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ελληνική παιδεία και ο πολιτισμός στο Βυζάντιο

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 10, 2018

ἀρχιμ. Κύριλλου Κεφαλόπουλου

Στὴ βυζαντινὴ παιδεία ἡ Ἐκκλησία κατεῖχε σημαντικὸ ρόλο. Τὰ πρῶτα γράμματα τὰ μικρὰ παιδιὰ τὰ μάθαιναν σὲ σχολεῖα ποὺ διατηροῦσε ἡ Ἐκκλησία (ἀνάγνωση, γραφή, γραμματική, ψαλμούς, μουσική, ἱερὰ ἱστορία). Μετὰ τὴ βασικὴ αὐτὴ ἐκπαίδευση ἀκολουθοῦσε ἡ γενικὴ ἐγκύκλιος παιδεία, ὅπου τὰ μεγαλύτερα παιδιὰ διδάσκονταν γραμματική, ρητορική, ποιητική, ἱστορία, φιλοσοφία καὶ μαθηματικά. Ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς διδάσκονταν Ὅμηρο, Ἡσίοδο, Πίνδαρο, κείμενα τοῦ Δημοσθένους, τοῦ Λυσίου, βασικὲς φιλοσοφικὲς ἀρχὲς τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους, παράλληλα μὲ κείμενα ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ (Ψαλτήριο, Παροιμίαι Σολομῶντος κ.ἄ.) καὶ τοὺς Πατέρες. Ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν ἀνώτερες σπουδὲς μποροῦσαν νὰ φοιτήσουν σὲ πανεπιστημιακὰ ἱδρύματα ποὺ διατηροῦσαν τὸ κράτος καὶ ἡ Ἐκκλησία. Οἱ αὐτοκράτορες μερίμνησαν ἰδιαιτέρως γιὰ τὶς ἀνώτερες σπουδές. Ἤδη ἀπὸ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο εἶχε ἱδρυθεῖ καὶ λειτουργοῦσε στὴν Κων/πολη ἀνώτερο ἐκπαιδευτήριο, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Θεοδοσίου Β’ (425) ἀναδιοργανώθηκε καὶ ἔμελλε νὰ ἀποτελέσει κορυφαῖο ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα πανεπιστημιακοῦ ἐπιπέδου, γνωστὸ ὡς Πανδιδακτήριον, μὲ συνεχῆ λειτουργία ὣς τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι πρὶν ἀπὸ τὴν ἵδρυση τοῦ Πανδιδακτηρίου ὑπῆρχαν σὲ ἄλλες πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας ἀνώτερες σχολὲς φημισμένες, ὅπως οἱ σχολὲς Φιλοσοφίας καὶ Ρητορικῆς στὴν Ἀθῆνα, τὸ «Μουσεῖον» τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἡ Νομικὴ Σχολὴ τῆς Βηρυττοῦ, ἡ Ἀντιόχεια, ὅπου δίδασκε ὁ μέγας διδάσκαλος τῆς ρητορικῆς Λιβάνιος.

Διδασκόταν στὸ Πανδιδακτήριον ἑλληνικὴ καὶ λατινικὴ ρητορική, γραμματικὴ καὶ φιλολογία, ἡ νομικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ φιλοσοφία (στὰ πλαίσια τῆς ὁποίας ἐντασσόταν καὶ ἡ ἰατρική, οἱ ἰατροφιλόσοφοι). Ἡ νομοθεσία προέβλεπε κτηριακὴ ὑποδομή, κρατικὴ μισθοδοσία τῶν καθηγητῶν, τίτλους καὶ προνόμια κοινωνικά. Ἡ ἐπιλογὴ τῶν καθηγητῶν γινόταν μὲ αὐστηρὰ κριτήρια ἐπιστημονικῆς γνώσης καὶ ἤθους. Μεγάλες μορφὲς σπούδασαν καὶ ἐδίδαξαν ὡς καθηγητὲς τοῦ Πανδιδακτηρίου, ὅπως ὁ Μέγας Φώτιος, ὁ Λέων ὁ Φιλόσοφος καὶ Μαθηματικὸς (9ος αἰ), ὁ Μιχαὴλ Ψελλός, ὁ μετέπειτα Πατριάρχης Ἰω. Ξιφιλίνος (11ος αἰ), ὁ Εὐστάθιος, μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (12ος αἰ), οἱ Γεώργιος ὁ Ἀκροπολίτης καὶ Θεόδωρος Μετοχίτης, ἀμφότεροι Μεγάγοι Λογοθέτες τοῦ κράτους, ὁ Γεώργιος Σχολάριος, γιὰ νὰ ἀναφέρουμε μερικὰ ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ ὀνόματα.

Ἡ μέριμνα τῶν αὐτοκρατόρων γιὰ τὴ διαρκῆ ἀναβάθμιση τοῦ Πανδιδακτηρίου, ποὺ μὲ τὴν ἀδιάκοπη λειτουργία του ἀπὸ τὸν 4ο ὣς τὸν 15ο αἰ. ἐλάμπρυνε τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ Βυζαντίου, ὑπῆρξε συνεχής. Προστίθενται καὶ νέες ἕδρες. Τὸν 9ο αἰ. τὸ Πανδιδακτήριο μεταφέρεται στὸ ἀνάκτορο τῆς Μαγναύρας καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτεία τοῦ Λέοντος τοῦ Μαθηματικοῦ δίδεται νέα ὤθηση στὴ διδασκαλία τῶν μαθηματικῶν, τῆς γεωμετρίας, τῆς ἀστρονομίας. Τὸν 11ο αἰ. ἱδρύεται ἰδιαίτερη Νομικὴ Σχολὴ στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Μαγναύρας. Παράλληλα, μὲ τὴν παρότρυνση καὶ τὴν ἐνίσχυση τῶν αὐτοκρατόρων ἱδρύονται δημόσιες βιβλιοθῆκες στὶς μεγάλες πόλεις τῆς αὐτοκρατορίας. Τὸ ἐπίπεδο τῆς μόρφωσης στὸ Βυζάντιο παρέμεινε πάντοτε ὑψηλό. Ἡ φήμη τοῦ Πανδιδακτηρίου ὡς ἀνωτέρου μορφωτικοῦ ἱδρύματος ξεπερνοῦσε τὰ ὅρια τῆς αὐτοκρατορίας. Στὴν ὕστερη περίοδο τοῦ Βυζαντίου πολλοὶ Δυτικοευρωπαίοι, κυρίως Ἰταλοί, ἔρχονται στὴν Κων/πολη γιὰ νὰ συμπληρώσουν τὶς σπουδές τους, ἐνῷ πολλοὶ λόγιοι τοῦ Βυζαντίου, καθηγητὲς καὶ δάσκαλοι πανεπιστημιακοί, καταφεύγουν στὴν Δύση καὶ διδάσκουν στὶς ἀκαδημῖες τῆς Ρώμης, τῆς Φλωρεντίας, τῆς Πάδοβας, τοῦ Παρισίου. Ἔτσι, λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση, τὸ Πανδιδακτήριο καθίσταται γέφυρα γνώσεως καὶ ἀνθρωπιστικῆς παιδείας μεταξὺ Δύσεως καὶ Ἀνατολῆς.

Αὐτὴ ἡ γόνιμη σύζευξη ἑλληνισμοῦ καὶ χριστιανισμοῦ ὑπῆρξε μία εὐτυχὴς συνάντηση γιὰ τὸν πολιτισμὸ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διαμόρφωση μίας νέας ἑλληνικότητας τῶν Μέσων Χρόνων. Οἱ Μεγάλοι Καππαδόκες Πατέρες τοῦ 4ου αἰ. εἶχαν φοιτήσει στὶς περίφημες ἐθνικὲς σχολὲς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὰ ἔργα τους εἶναι γεμάτα ἀπὸ παραπομπὲς σὲ κλασσικοὺς συγγραφεῖς. Μάλιστα, ὁ Μέγας Βασίλειος ἔγραψε εἰδικὴ πραγματεία γιὰ τὴν ὠφέλεια τὴν προερχόμενη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γραμματεία («Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο γραμμάτων», P.G. 31, 564-589).

Ἡ ἐκτίμηση τῆς παιδείας καὶ ἡ ἐνασχόληση μὲ αὐτὴν ἦταν φυσικὸ νὰ ὁδηγήσει σὲ μία τεράστια παραγωγὴ ἔργων θεολογικῶν, φιλοσοφικῶν, λογοτεχνικῶν, μὲ πηγὴ ἐμπνεύσεως τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία καὶ πρότυπο φιλολογικὸ τὴν ἀρχαιοελληνικὴ γραμματεία. Μπροστὰ στὴν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν ὀρθὴ πίστη ἀπὸ τὶς αἱρετικὲς κακοδοξίες καὶ τὶς κατηγορίες τῶν ἐθνικῶν, ἀναπτύχθηκε μία ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία ποὺ κάλυπτε πολλοὺς τομεῖς: ἀπολογητική, ἀντιρρητική, ἀντιαιρετική, δογματική, ἑρμηνευτικὴ τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ὁμιλητική, κηρυγματική, ρητορική, ὑμνολογία, ποιητική, ἁγιολογική, συναξαριακή, λόγοι ἐπίσημοι, ἐγκωμιαστικοί, πανηγυρικοί, ποιμαντικὲς ἐπιστολὲς κ.ἄ.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν εὐρεῖα μόρφωση, θεολογικὴ καὶ φιλοσοφική, εὐρύτερα ἀνθρωπιστική, καὶ αὐτὸ φαίνεται τόσο ἀπὸ τὶς σπουδές τους ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ γραφόμενά τους. Εἶναι γνωστὸν π.χ. ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος εἶχαν φοιτήσει στὴν Ἀθῆνα, καὶ εἶχαν διδάσκαλο τὸν φημισμένο ρήτορα καὶ φιλόσοφο Λιβάνιο, καὶ παράλληλα εἶχαν γνώσεις ἰατρικῆς, ἀστρονομίας, γεωμετρίας. Στὰ κείμενά τους ὑπάρχει πλῆθος παραπομπῶν σὲ ἀρχαίους συγγραφεῖς, ἡ δομή τους θυμίζει ρητορικὰ σχήματα τῶν ρητόρων τῆς ἀρχαιότητας (ὄχι τυχαίως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπεκλήθη ὡς «ὁ χριστιανὸς Δημοσθένης»). Ὁ Μέγας Βασίλειος «Εἰς τὴν Ἑξαήμερον» περιέχει πολλὰ στοιχεῖα ποὺ φανερώνουν βαθειὰ ἐπιστημονικὴ γνώση τῆς κοσμολογίας καὶ τῆς ἀστρονομίας. Ὁ Συνέσιος, ἐπίσκοπος Πτολεμαΐδος τῆς Κυρήνης, βαθὺς γνώστης τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας, τῆς ἀριθμητικῆς καὶ τῆς γεωμετρίας, διατηροῦσε ἐπαφὴ καὶ ἀντήλλασσε ἀπόψεις μὲ τὴν ἐθνικὴ Ὑπατία, τὴ μεγάλη μαθηματικὸ τῆς Ἀλεξάνδρειας.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνὸς ἔγραψε χιλιάδες στίχους σὲ ἄπταιστη ὁμηρικὴ γλῶσσα καὶ σὲ ὁμηρικὸ δακτυλικὸ ἑξάμετρο, ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης στὰ ἔργα του φανερώνεται βαθὺς γνώστης τῆς φιλοσοφικῆς καὶ ἀνθρωπολογικῆς ὑποστάσεως τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας στὰ δογματικὰ καὶ ἑρμηνευτικά του ὑπομνήματα χρησιμοποιεῖ πλῆθος παραπομπῶν σὲ Ἕλληνες συγγραφεῖς. Μορφωμένοι καὶ λόγιοι ἱεράρχες μερίμνησαν ἰδιαιτέρως γιὰ τὴ διάσωση καὶ τὴ διάδοση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας. Μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε τὸν πατριάρχη Μέγα Φώτιο, τὸν πανεπιστήμονα αὐτόν, τὸν βυζαντινὸν Ἀριστοτέλη, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ὁ Krumbacher, ὁ ὀποῖος μὲ τὴ «Μυριόβιβλό» του διασώζει ἀποσπάσματα ἀπωλεσθέντων ἔργων κλασσικῶν συγγραφέων, ποὺ τὰ παρουσιάζει καὶ τὰ ἀξιολογεῖ φιλολογικά, καὶ μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὸν κάθε συγγραφέα.

Τὸ ἔργο τοῦ Φωτίου συνέχισε ὁ μαθητής του Ἀρέθας, ἐπίσκοπος Καισαρείας (9ος αἰ), ὁ ὁποῖος ὀργάνωσε εἰδικὸ ἐπιτελεῖο καὶ μὲ συνεργάτες του ἐπιδόθηκε στὴ συλλογὴ ἑλληνικῶν χειρογράφων, τὴν ἀντιγραφή τους καὶ παράλληλα τὸν ὑπομνηματισμὸ καὶ τὴν φιλολογικὴ κριτικὴ τῶν κειμένων. Κώδικες μὲ σχόλια τοῦ Ἀρέθα ἀναφερόμενα στὸ σύνολο σχεδὸν τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας καὶ οἱ σημειώσεις του στὰ χειρόγραφα ἀποδεικνύουν τὴν εὐρεῖα κλασσικὴ παιδεία καὶ τὸ γνήσιο φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες συγγραφεῖς. Τὴν ἴδια ἐποχὴ (9ος αἰ) στὴν Μονὴ Στουδίου ὁ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὀργανώνει εἰδικὸ ἐργαστήριο περισυλλογῆς καὶ ἀντιγραφῆς ἀρχαίων χειρογράφων (βιβλιοθήκη, scriptorium) καὶ τὸ ἴδιο συμβαίνει σὲ πολλὲς μονὲς (Πάτμου, Ἁγίου Ὄρους, Μετεώρων, Ἁγίας Αἰκατερίνης Σινᾶ, μονὲς ποὺ σήμερα κατέχουν τὶς μεγαλύτερες διασωθεῖσες συλλογὲς ἑλληνικῶν χειρογράφων).

Τὸν 12ο αἰ. δεσπόζει ἡ μορφὴ τοῦ ἁγίου Εὐσταθίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Κάτοχος σὲ βάθος τῆς κλασσικῆς παιδείας, συνεχίζει τὴ φιλολογικὴ παράδοση τῶν προκατόχων του λογίων ἱεραρχῶν. Τὰ σχόλιά του, τὰ προλεγόμενα καὶ οἱ παρεκβολές του στὰ ὁμηρικὰ ἔπη διατηροῦν τὴν ἐπιστημονική τους ἀξία ὣς τὶς μέρες μας καὶ μελετῶνται ἀπὸ τοὺς σύγχρονους φιλολόγους, ἐνῷ σημαντικὸ γιὰ φιλολογικὴ ἐπιστήμη εἶναι τὸ λεξικογραφικὸ ἔργο τοῦ Σουΐδα (10ος αἰ). Ἀλλὰ καὶ οἱ μεγάλες πόλεις διαθέτουν δημόσιες βιβλιοθῆκες.

Γεώργιος Παχυμέρης, λόγιος κληρικός, θεολόγος, φιλόσοφος, ἱστορικός καὶ μαθηματικός. 1242-131

Ἡ μεγαλύτερη καὶ πλουσιότερη ἦταν αὐτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀξιόλογες ἀτομικὲς συλλογὲς χειρογράφων διέθεταν καὶ οἱ λόγιοι τῆς ἐποχῆς. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι πολλὰ ἑλληνικὰ χειρόγραφα καταστράφηκαν μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους (1204). Ἀλλὰ καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου εἶχαν ἀξιόλογη παιδεία καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν συνέγραψαν δικά τους ἔργα. Ὁ Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις, αὐτοκράτωρ τῆς Νικαίας (1254-1258), συνέγραψε θεολογικὲς καὶ φιλοσοφικὲς μελέτες, ἐνῷ τὸ ἀριστούργημά του εἶναι ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανὼν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Ὁ Ἰωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνὸς (1341-1355) συμμετεῖχε ἐνεργὰ στὴν ἡσυχαστικὴ ἔριδα τῆς ἐποχῆς, στὶς θεολογικὲς συζητήσεις ποὺ ἐγίνοντο, ἐνῷ συνέγραψε πραγματεία ὑπὲρ τῶν ἡσυχαστικῶν ἀπόψεων καὶ κατὰ τῆς κακοδοξίας τοῦ Βαρλαάμ, λόγους ἀντιρρητικοὺς κατὰ Ἰουδαίων καὶ Μωαμεθανῶν, Βυζαντινὴ Ἱστορία σὲ 4 βιβλία. Ἐγκατέλειψε τὸν αὐτοκρατορικὸ μανδύα γιὰ νὰ ἐνδυθεῖ τὸ μοναχικὸ ράσο. Θεωρεῖται ὁ θεολογικότερος τῶν αὐτοκρατόρων.

Ὁ Μανουὴλ Β’ Παλαιολόγος (1391-1425) συνέγραψε καὶ αὐτὸς θεολογικὲς πραγματεῖες (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος) καὶ ἀντιρρητικοὺς κατὰ τοῦ μωαμεθανισμοῦ, καθὼς καὶ ὕμνους, τροπάρια, προσευχές. Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι στὸ Βυζάντιο ἐπικρατεῖ τὸ πρότυπο τοῦ πεπαιδευμένου βασιλέως, τοῦ αὐτοκράτορος φιλοσόφου, τοῦ ἡγεμόνος ποὺ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ διοικητικά του καθήκοντα ἔχει καὶ ἄλλα ἐνδιαφέροντα κοινωνικὰ καὶ ἀνθρωπιστικά. Δίπλα στοὺς αὐτοκράτορες στέκονται ἰσότιμα στὸ πλευρό τους ἀξιόλογες αὐτοκράτειρες μὲ ἀνάλογα πνευματικὰ ἐνδιαφέροντα. Ἀκόμη καὶ λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση, ὑπάρχουν αὐτοκράτορες Παλαιολόγοι μὲ ἀνθρωπιστικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ θεολογικὲς προσεγγίσεις διαλεγόμενοι μὲ τὴ δυτικὴ σκέψη καὶ τὸ Ἰσλάμ. Τὸ πρότυπο τοῦ ἡγεμόνος ἀνθρωπιστῆ, προστάτη τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων, ποὺ θὰ ἐπικρατήσει στὴν Ἰταλικὴ Ἀναγέννηση μὲ τοὺς Μεδίκους, Σφόρτσα κ.ἄ., ἔχει προηγηθεῖ ἱστορικὰ κατὰ πολλοὺς αἰῶνες ἐνσαρκούμενο στοὺς βυζαντινοὺς Ρωμαίους αὐτοκράτορες καὶ μάλιστα σὲ δύσκολες ἱστορικὰ περιόδους.

Νικήτας Χωνιάτης ἤ Ἀκομινᾶτος (περ.1155-1216), ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους ἱστορικοὺς, ὄντας αὐτόπτης μάρτυρας τῆς κατάληψης τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους στὶς 13 Ἀπριλίου 1204.

Νὰ ὑπενθυμίζουμε ἁπλῶς συγκριτικὰ ὅτι στὴ Δύση ἡγεμόνες καὶ βασιλεῖς μεγάλων κρατῶν μετὰ δυσκολίας ἤξεραν πολλὲς φορὲς γραφὴ καὶ ἀνάγνωση. Ὅταν στὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρχαν πεπαιδευμένοι λόγιοι αὐτοκράτορες, στὴ Δύση ἐπικρατοῦσε τὸ πυκνὸ σκοτάδι, κοινωνικὸ καὶ πνευματικό, τῶν μαύρων χρόνων τοῦ Μεσαίωνα. Στὴν ἕως τώρα παρουσίαση διαφόρων τομέων τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας, διαπιστώσαμε ὅτι αὐτὴ διακρινόταν ἀπὸ ἀξιοζήλευτικη πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ ζωτικότητα καὶ δημιουργικότητα σὲ ὁλόκληρο τὸ φάσμα της. Ἀκόμη καὶ στὴν ὕστερη φάση τῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ ἐδαφικά, οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ ἦταν ἐξασθενημένη, ἐμφάνιζε ἀξιόλογη πνευματικὴ ἰκμάδα, μία τελευταία Παλαιολόγεια ἀναγέννηση. Μὲ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλεως (1453), ποὺ σηματοδότησε τὸν θάνατο τῆς Αὐτοκρατορίας, δὲν σήμανε ταυτόχρονα καὶ τὸ τέλος τοῦ πολιτισμοῦ της. Τὸ Πατριαρχεῖο Κων/πόλεως καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπετέλεσαν τὸ συνεκτικὸ σημεῖο ἀναφορᾶς τῶν ὑπόδουλων , ποὺ μὲ τὸ θρησκευτικό τους κῦρος καὶ τὴν πνευματική τους ἀκτινοβολία ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπηρεάζουν τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Τὸ Βυζάντιο ἐξακολούθησε νὰ ὑπάρχει καὶ μετὰ τὴν Ἅλωση ὡς πολιτισμός, ὡς πίστη, ὡς τρόπος ζωῆς, ὥστε δικαίως ὁ Ρουμάνος ἱστορικὸς N. Iorga νὰ μιλάει γιὰ «τὸ Βυζάντιο μετὰ τὸ Βυζάντιο» ( Byzance apres Byzance).

Ἀλλὰ καὶ στὴ Δύση τὸ ὕστερο Βυζάντιο μετέδωσε τὴν τελευταία του πνευματικὴ ἀναλαμπή. Λόγιοι λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση κατέφυγαν φυγάδες στὴ Δύση μεταφέροντας μαζί τους χειρόγραφα μὲ ἀρχαιοελληνικὰ κείμενα, ἀναζωπυρώνοντας τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Δυτικῶν γιὰ τὴν μελέτη τῶν κλασσικῶν συγγραφέων τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας στὴν σκέψη τοῦ Πλάτωνος καὶ τὴν ἐκμάθηση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Λόγιοι ὅπως οἱ Μανουὴλ Χρυσολωρᾶς, Πλήθων Γεμιστός, Βησσαρίων, Δήμ. Χαλκοκονδύλης, Ἰω. Ἀργυροπουλος, Ἰανὸς Λάσκαρις, δίδαξαν σὲ Πανεπιστήμια τῆς Ρώμης, τῆς Πάδοβας, τῆς Φλωρεντίας, τοῦ Παρισίου, τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ φιλοσοφία, συνέβαλαν στὴν ἵδρυση τῆς Πλατωνικῆς Ἀκαδημίας τῆς Φλωρεντίας, συμμετεῖχαν στὴ συγκέντρωση χειρογράφων, τὴν ἀντιγραφή τους καὶ τὴν μετάφραση σὲ ἄλλες γλῶσσες.

Ἔτσι λοιπὸν οἱ λόγιοι αὐτοὶ «φυγάδες», καθὼς σκορπίσθηκαν στὶς χῶρες τῆς Δύσεως, ἔγιναν οἱ φορεῖς τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος καὶ οἱ πρόδρομοι τοῦ κοσμοπολίτικου ἰδεώδους. «Στὴν εὐρωπαϊκὴ σύνθεση τὸ Βυζάντιο, πραγματικὴ «Πρωτο Εὐρώπη», προσέφερε στὴ Δύση μὲ τὸν θάνατό του τὰ ἀνθρωπιστικὰ ἐκεῖνα στοιχεῖα ποὺ διαμόρφωσαν τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ νεότερου κόσμου (Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, τομ. Ι΄, σελ. 357), βοηθῶντας τὴ Δύση νὰ ἀνακαλύψει ξανὰ τὴν πολιτιστική της ταυτότητα στὴν κληρονομιὰ τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ ἀνθρωπισμοῦ καὶ νὰ προχωρήσει στὴν Ἀναγέννηση τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν ἀφήνοντας πίσω της τὸν σκοτεινὸ Μεσαίωνα.

Ἀναδημοσίευση ἀπό 11-4-2017  Από enromiosini.gr

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άλλο θάνατος για μία ιδεολογία και άλλο θάνατος για το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού!

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 10, 2018

Άλλο θάνατος για μία ιδεολογία και άλλο θάνατος για το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού!(μέρος Α)

Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλά πιστεύουν ότι είναι αλήθεια. Κανείς δεν πέθανε για κάτι που και γνωρίζει και πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια!
Ως επιχείρημα για την Ανάσταση του Χριστού λέμε οι Χριστιανοί ότι κανείς δεν θα έδινε τη ζωή του για ένα ψέμα. Οι Απόστολοι όμως έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό.

Πολλοί άπιστοι απαντούν ότι και άλλοι έδωσαν και δίνουν τη ζωή τους για μία πίστη, ιδεολογία, ιδανικό κλπ. Οπότε το επιχείρημα της αυτοθυσίας, μας λένε, δεν έχει δύναμη. Μπορούν να το επικαλεστούν οι πάντες!
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά. Ένας μουσουλμάνος κλπ, πεθαίνει για το Ισλάμ διότι πιστεύει ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια. Δεν το ξέρει ως αυτόπτης και αυτήκοος με αποδείξεις διότι δεν ήταν εκεί στη σπηλιά που ο Μωάμεθ είδε το πρώτο «όραμα» όπως είπε εκ των υστέρων ο ίδιος. Απλώς το πιστεύει. Του το κήρυξαν και αυτός το πιστεύει. Και για αυτήν την αλήθεια που πιστεύει πεθαίνει.

Αλλά μπορεί κάποιος να αυταπατάται ή να έχει παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί κλπ. Άρα η αυτοθυσία του όντως δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ίδιο για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες.

Άλλο οι ιδρυτές, άλλο οι οπαδοί! Οι πρώτοι ερευνώνται ιστορικά, όχι οι δεύτεροι!
Οι Απόστολοι όμως είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πέθαναν για κάτι που πίστεψαν ως αλήθεια. Αλλά για κάτι που ήξεραν! Για ένα γεγονός!
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που «πιστεύουν» ότι είναι αλήθεια. Κανείς όμως δεν πεθαίνει για κάτι που «γνωρίζει», όχι πιστεύει, γνωρίζει ότι δεν είναι αλήθεια. 
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που είναι ψέμα αλλά το πιστεύουν ως αλήθεια. Κανείς δεν πεθαίνει για κάτι που είναι ψέμα και το γνωρίζει καλά ότι είναι ψέμα!
Αν η Ανάσταση δεν είχε γίνει τότε οι μαθητές θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν καλά ότι είναι ψέμα. Αυτό είναι η ύψιστη ανοησία και δεν συνέβη ποτέ εκτός αν κάποιος είναι παράφρων ή πλανήθηκε. Αν οι Απόστολοι ήταν παράφρονες ή πλανήθηκαν είναι βεβαίως ένα επόμενο θέμα προς διερεύνηση.
Άρα δεν μας ενδιαφέρει η αυτοθυσία των οπαδών μιας θρησκείας μέσα στους αιώνες, ούτε καν των πρώτων μαθητών της, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Αυτοί μπορεί κάλλιστα να παραπλανήθηκαν και παρασύρθηκαν από τους ιδρυτές μιας θρησκείας και να την πίστεψαν ως αληθινή έστω και αν δεν είναι.
Μας ενδιαφέρει ο θάνατος των πρώτων αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων μιας θρησκείας, των ιδρυτών της! Αυτοί οι πρώτοι πέθαναν για την πίστη τους; Και εννοούμε θάνατο που θα μπορούσαν να αποφύγουν, όχι θάνατο αναγκαστικό! Αν επέλεξαν οι ίδιοι και μάλιστα με χαρά να υποστούν φρικτά βασανιστήρια ενώ είχαν την επιλογή να τα γλιτώσουν, για τέτοιο θάνατο μιλάμε! Πέθαναν για αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα που βεβαίωναν; Διότι μόνο αυτοί γνώριζαν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Όχι οι μαθητές τους. Αλλά αυτοί οι δάσκαλοι!
Άρα ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία εκατομμυρίων μαρτύρων Χριστιανών, κατ’ ουσίαν και αντικειμενικά, όντως δεν είναι αποδεικτικό επιχείρημα της Ανάστασης του Χριστού!
Αντιθέτως, ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία των αυτοπτών Αποστόλων για το γεγονός της Ανάστασης είναι αποδεικτικό επιχείρημα, διότι μόνο αυτοί ήξεραν ακριβώς αυτό για το οποίο πέθαιναν. Όχι πίστευαν, αλλά ήξεραν από πρώτο χέρι. Δεν θα πέθαιναν, αυτοί και μόνο αυτοί, για κάτι που, αυτοί και μόνο αυτοί, ήξεραν καλά ότι είναι μύθος, ότι είναι ψέμα, ότι δεν έγινε ποτέ!

(παρακάτω ένας διάλογος του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου με άπιστο νέο)
– (π. Επιφάνιος) Μείζων δέ πάντων των γεγονότων τούτων, ή Ανάστασίς Του. Όλο τό οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στό γεγονός τής Αναστάσεως. Αυτό δεν τό λέω εγώ. Τό λέγει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών». Άν ό Χριστός δέν αναστήθηκε, Όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, που σημαίνει ότι είναι Κύριος τής Ζωής καί του Θανάτου, άρα Θεός.
– Εσείς τά είδατε όλα αυτά; Πώς τά πιστεύτετε;
– Όχι, εγώ δέν τά είδα. Αλλ’ αυτοί που τά είδαν, δηλ. οι Απόστολοι, τά εβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αυτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αίμα τους. Ή μαρτυρία της θυσίας της ζωής είναι ή ύψιστη μαρτυρία.
Φέρε μου και σύ κάποιον, πού νά μου πή ότι ό Μαρξ πέθανε και ανέστη και νά πεθάνη γι’ αυτό πού λέει και εγώ θά τόν πιστέψω, ως τίμιος άνθρωπος.
–  Νά σάς πω. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Γιατί δέν ασπάζεσθε και σεις τόν μαρξισμό;
–  Τό είπες και μόνος σου. Οι μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μιά ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο νά υπεισέλθη πλάνη. Επειδή δέ είναι ίδιον τής ανθρώπινης ψυχής νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Αυτό δέν μάς υποχρεώνει νά τήν δεχθούμε σάν σωστή. Άλλο νά πεθαίνης γιά ιδέες και άλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οι Απόστολοι όμως δέν πέθαναν γιά ιδέες. Ούτε γιά τό «αγαπάτε αλλήλους», ούτε γιά τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα.

Και όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό απ’ αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν «δι’ ά ακηκόασι και εθεάσαντο και αί χείρες αυτών εψηλάφησαν». Και ό Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό ακριβώς λέγει: «ό εωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλ. εγώ ό ίδιος πού γράφω αυτά, εγώ ό ίδιος είδα τόν εκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του και νά εξέρχεται αίμα και νερό από αυτήν.
Ό Πασκάλ κάμνει έναν πολύ ωραίο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ότι μέ τους Αποστόλους συνέβη εν εκ τών τριών: Ή ηπατήθησαν ή μάς εξηπάτησαν ή μάς είπαν τήν αλήθεια….  (βιβλίο: Υποθήκες Ζωής, σελ. 203-206)

Η απαίτηση της Κριτικής για να αναγνωρίσει την εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού ως αναντίρρητο ιστορικό γεγονός είναι, καθώς ήδη είπαμε, η εξής:
«Να θυσίαζαν οι πρώτοι κήρυκες της Ανάστασης κι αυτή τη ζωή τους, υποστηρίζοντας με το αίμα τους τη μαρτυρία τους».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Εδώ πρέπει τώρα να μελετήσουμε διάφορες περιπτώσεις θανάτου για να ξεχωρίσουμε τη μοναδική κι αξιοθαύμαστη περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού.
1.Θάνατος για ιδεολογία
Μπορεί να θανατωθεί ένας άνθρωπος για τις αρχές και την ιδεολογία του, χωρίς με τούτο να συμβαίνει ώστε, κατ’ ανάγκη, οι αρχές κι ιδέες του να είναι αγαθές κι αληθινές. Η ιστορία μας το διδάσκει αυτό, φέρνοντας αρκετά παραδείγματα μαρτύρων, για πολλαπλές αρχές και ιδέες – πολιτειακές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές, – που δεν ήσαν ούτε αγαθές ούτε και αληθινές.
Στην περίπτωση μάλιστα που η θανάτωση είναι αναγκαστική – κατόπιν δικαστικής απόφασης ανέκκλητης – το να δεχθεί ένας το θάνατο, για τις αρχές και τις ιδέες του, δεν προσθέτει με το θάνατό του αυτόν κανένα κύρος σ’ αυτές· γιατί, εφόσον ο θάνατος είναι υποχρεωτικός και με το να τις αρνιόταν δεν θα ξέφευγε τη θανάτωσή του, είναι φυσικό – καθιερωμένο από τον ανθρώπινο εγωισμό – να τις κρατήσει μέχρι θανάτου.
Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση όταν ανοίγεται στον μελλοθάνατο η πόρτα να ξεφύγει τον θάνατο εάν θα αρνιόταν τις αρχές αυτές και τις ιδέες του. Εδώ, με το να προτιμήσει αυτός το θάνατο, αποδείχνει ότι σοβαρά τις πιστεύει και μάλιστα τις εκτιμάει περισσότερο απ’ τη ζωή του: Αλλά, και πάλι, εδώ δεν αποδείχνεται με τούτο ότι οι αρχές κι ιδέες του είναι αντικειμενικά αγαθές κι αληθινές. Έχουμε παραδείγματα ανθρώπων ενθουσιαστών ή φανατικών. Έχει κι η πλάνη τους μάρτυρές της, καθώς τους έχει κι η αλήθεια, μας διδάσκει πάλι η Ιστορία· η Βίβλος, μάλιστα, προχωρεί ακόμα πιο πέρα, και μας λέει ότι κι ο σατάν έχει τα θαυματουργά όργανά του, καθώς τα έχει κι ο Θεός (Έξοδος 7/10-12, 20-22, 8/5-7, 17-18. Δευτερονόμιο 13/1-3. 2 Θεσσαλονικείς 2/9-10).
2.Θάνατος για εξωτερικό γεγονός
Προχωρώντας τώρα πιο πέρα, πρέπει να κάνουμε και μια άλλη ακόμα διάκριση· πρέπει να ξεχωρίσουμε μεταξύ «Ιδέας» (φρονήματος) και «Γεγονότος» (εξωτερικού). Διαφέρει η Ιδέα από το Γεγονός· η Ιδέα γεννιέται μες στη Διάνοια, ενώ το γεγονός γεννιέται έξω απ’ τη Διάνοια, κι έρχεται μέσα από τα αισθητήρια του σώματος. Η πρώτη είναι κυρίως υποκειμενική, το δεύτερο είναι κυρίως αντικειμενικό.
Έτσι, ας θεωρήσουμε την περίπτωση ενός μάρτυρα, που προτιμάει να πεθάνει βεβαιώνοντας ένα Γεγονός (όχι Ιδέα), παρά να ξεφύγει το θάνατο με το να το αρνηθεί. Ο θάνατος αυτός έχει αποδεικτική δύναμη για το μαρτυρούμενο γεγονός, μεγαλύτερη από όση θα είχε με ίσους όρους για υποστήριξη μιας Ιδέας· γιατί, καθώς είπαμε, η Ιδέα έχει μέσα της πολλά υποκειμενικά στοιχεία, που μπορεί να γεννήσουν την προκατάληψη, ενώ το εξωτερικό Γεγονός, – όταν αποκλειστεί η περίπτωση ψευδαίσθησης – είναι αντικειμενικό.
Και, αν πολλοί, περισσότεροι από έναν μάρτυρες, προτιμήσουν ελεύθερα το θάνατο για να βεβαιώσουν το ίδιο Γεγονός – όχι όλοι μαζί, αλλά χωριστά σε διάφορους τόπους και διάφορες χρονικές στιγμές – οι θάνατοι αυτοί στο σύνολό τους έχουν πολύ περισσότερη αποδεικτική δύναμη από όση ένας απ’ αυτούς.
Και, εάν επί πλέον ακόμα βεβαιωθεί ότι, όλοι αυτοί προτού χύσουν το αίμα τους ζούσαν επί χρόνια σταθερά κάτω από την επίδραση του Γεγονότος εκείνου, μια καινούρια ζωή που είχε αλλάξει ριζικά την προηγούμενη ζωή τους, μια ζωή αφιερωμένη εξολοκλήρου στο να σώσουν τους συνανθρώπους τους από την πλάνη και την κακία, ανακοινώνοντας σ’ αυτούς για να πιστέψουν το μέγα και σωτήριο Γεγονός, που αυτοί είδαν, άκουσαν και ψηλάφησαν, και γι’ αυτό δούλεψαν αδιάκοπα με ζήλο κι αυταπάρνηση απόλυτη, με σταθερότητα και θάρρος, με μια γαλήνη ενωμένη με δύναμη που ξετύλιξαν μέσα στους ακατάπαυστους και τρομερούς κινδύνους, μ’ ένα ανώτερο και απόλυτα ισορροπημένο πνεύμα, που διαλάμπει από τις λίγες σελίδες που μας άφησαν, απαλλαγμένοι από μυστική έξαρση και φανατισμό, αφιερώνοντας ακόμα και την τελευταία στιγμή προτού χυθεί το αίμα τους για να βεβαιώσουν το Γεγονός· κατόπι από μια τέτοια μεταβολή ζωής, ο εκούσιος θάνατος των μαρτύρων τούτων έχει, για την αμερόληπτη Κριτική – έστω και μόνος του χωρίς άλλες συνοδευτικές αποδείξεις – ένα άπειρο βάρος που δικιολογεί την πλήρη πίστη στο μαρτυρούμενο γεγονός.
3.Μοναδικότητα της μαρτυρίας των αποστόλων
Λοιπόν, τέτοια περίπτωση εκουσίων θανάτων, ανθρώπων μοναδικής ηθικής τελειότητας, για να βεβαιώσουν ένα Γεγονός παγκόσμιας σημασίας, είναι μοναδική στην Παγκόσμια Ιστορία, κι είναι η περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού που βεβαιώνουν την Ανάστασή του από τους νεκρούς.

(βιβλίο: Οι αρνητές του υπερφυσικού, Κ. Μεταλληνός, εκδ. Πέργαμος 1987, σελ.104-107)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι απόψεις του Αϊνστάιν για το Θεό και τη θρησκεία

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 10, 2018

Οι απόψεις του Αϊνστάιν για το Θεό και τη θρησκεία

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169). 

Για τον Αϊνστάιν, όπως συχνά το είχε διευκρινίσει ο ίδιος, η «θρησκεία» ήταν μάλλον μια στάση δέους και θαυμασμού απέναντι στο σύμπαν, γνήσια ταπεινότητα απέναντι στην αρμονία της φύσης, και όχι πίστη σ’ έναν Θεό προσωπικό που μπορεί να κατευθύνει τις ζωές των ανθρώπων.

Γιατί μου γράφεις «ο Θεός πρέπει να τιμωρήσει τους Άγγλους»; Δεν διατηρώ στενές σχέσεις ούτε με τον έναν ούτε με τους άλλους. Βλέπω απλώς με μεγάλη λύπη ότι ο Θεός τιμωρεί τόσο πολλά παιδιά Του για τις πολυάριθμες ανοησίες τους, για τις οποίες όμως μόνο Αυτός ο Ίδιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Κατά τη γνώμη μου, μόνο η ανυπαρξία Του μπορεί να τον δικαιολογήσει.
Επιστολή στον ελβετό συνάδελφό του Edgar Meyer, 2 Ιανουάριου 1915. Προσφέρθηκε από τον Robert Schulmann. Αναφέρεται επίσης στο CPAE Τόμ. 8 (υπό έκδοση).

Κάθε αληθινός ερευνητής της φύσης νιώθει κάποιου είδους θρησκευτική ευλάβεια, επειδή είναι αδύνατον να φανταστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος που μελέτησε τα λεπτεπίλεπτα νήματα που συνδέουν όσα αντιλαμβάνεται.
1920. Αναφέρεται στο βιβλίο του Moszkowski, Conversations with Einstein, σελ. 46.

Εφόσον οι ψυχικές μας εμπειρίες συνίστανται από αναπαραγωγές και συνδυασμούς των αισθητηριακών εντυπώσεων, θεωρώ κενή και άνευ νοήματος την έννοια μια ψυχής χωρίς σώμα.
Επιστολή σε κάποια Βιεννέζα, 5 Φεβρουάριου 1921. Αρχείο Αϊνστάιν 43-847. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 40.

Δεν μπορώ να συλλάβω την έννοια ενός προσωπικού Θεού που κατευθύνει άμεσα τις πράξεις των ανθρώπων… Η θρησκευτικότητά μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό μπροστά στο άπειρα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται μέσα από το μικρό κομμάτι της πραγματικότητας… το οποίο είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
Επιστολή σε τραπεζίτη του Κολοράντο, Αύγουστος 1927. Αρχείο Αϊνστάιν 48-380. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 66.

Όλα είναι καθορισμένα… από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη —όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής.
Στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, 26 Οκτωβρίου 1929. Αναφέρεται στο βιβλίο του Clark, Einstein, σελ. 346-347.

Πιστεύω στο Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτεται μέσα στην αρμονία του όλου, και όχι σ’ ένα Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Τηλεγράφημα σε εβραϊκή εφημερίδα, 1929. Αρχείο Αϊνστάιν 33-272. (Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα, Θεός και υλικός κόσμος είναι αδιάσπαστα. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς το σύμπαν τόσο πλησιάζει το Θεό.)

Όποιος έχει πειστεί απόλυτα για την παγκόσμια ισχύ της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδεχθεί την ιδέα ενός όντος που παρεμβαίνει στη ροή των γεγονότων… Δεν δέχεται ούτε τη θρησκεία του φόβου ούτε την κοινωνική και ηθική θρησκεία. Δεν μπορεί να συλλάβει ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί˙ κι αυτό για τον απλό λόγο ότι οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από εσωτερική και εξωτερική αναγκαιότητα, ώστε, στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περισσότερο υπεύθυνος απ’ όσο ένα άψυχο αντικείμενο για τις κινήσεις που εκτελεί… Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να βασιστεί αποτελεσματικά στη σύμπνοια, τη μόρφωση, τους δεσμούς και τις ανάγκες της κοινωνίας˙ η θρησκευτική βάση δεν είναι απαραίτητη. Η ανθρώπινη κατάσταση θα ήταν αξιολύπητη αν η αυτοσυγκράτηση οφειλόταν στο φόβο της μετά θάνατον τιμωρίας ή στην ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής.
Από το «Θρησκεία και Επιστήμη», The New York Times Magazine, 9 Νοεμβρίου 1930, σελ. 1-4. Στα γερμανικά, στην Berliner Tageblatt, 11 Νοεμβρίου 1930.

Κάθε πράξη και σκέψη του ανθρώπινου γένους σχετίζεται με την ικανοποίηση των εσώτατων αναγκών και με την ανακούφιση του πόνου. Αυτό πρέπει να το έχει κανείς συνεχώς κατά νουν, αν θέλει να κατανοήσει τα πνευματιστικά κινήματα και την ανάπτυξή τους. Το συναίσθημα και η επιθυμία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.
Όπ.π.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτό το [κοσμικό θρησκευτικό] συναίσθημα σε κάποιον που δεν το έχει ποτέ αισθανθεί… Οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες όλων των εποχών διακρίθηκαν από αυτό ακριβώς το είδος του θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν γνωρίζει ούτε δόγματα ούτε τη σύλληψη του Θεού κατ’ εικόνα του ανθρώπου˙ γι’ αυτό και δεν υπάρχει εκκλησία η οποία να βασίζει την κεντρική διδασκαλία της στο συναίσθημα αυτό… Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη αποστολή της τέχνης και της επιστήμης είναι να αφυπνίσει αυτό το συναίσθημα και να το κρατήσει ζωντανό σε όσους είναι δεκτικοί.
Για την «κοσμική θρησκεία», ένας ύμνος στην ομορφιά και την αρμονία της φυσικής που έγινε κοινή πεποίθηση των φυσικών.
‘Οπ.π.

Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας.
‘Οπ.π.

Κατά τη γνώμη μου, οι ωραιότερες υποθέσεις στο βασίλειο της επιστήμης πηγάζουν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα… Πιστεύω επίσης ότι αυτό το είδος θρησκευτικότητας… είναι η μόνη δημιουργική θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής μας.
Στο Forum 83 (1930), σελ. 373.

Δεν μπορώ να συλλάβω την ιδέα ενός Θεού που ανταμείβει και τιμωρεί τα πλάσματά του, ή διαθέτει θέληση σαν τη δική μας. Δεν μπορώ και ούτε θα ’θελα να διανοηθώ έναν άνθρωπο που επιβιώνει του φυσικού του θανάτου. Ας αφήσουμε τις αδύνατες ψυχές να τρέφουν τέτοιες σκέψεις, από φόβο ή παράλογο εγωισμό.
Από το «Τι πιστεύω», Forum and Century 84 (1930), σελ. 193-194. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 8-11.

Οι πράξεις μας πρέπει να βασίζονται στην —πάντα παρούσα— επίγνωση ότι οι άνθρωποι στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους δεν είναι ελεύθεροι αλλά κατευθυνόμενοι από την αιτιότητα τόσο όσο η κίνηση των άστρων.
Δήλωση στην Αμερικανική Εταιρεία Σπινόζα, 22 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 33-291.

Η φιλοσοφία είναι σαν μια μητέρα που γέννησε και προίκισε όλες τις άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει λοιπόν να γκρινιάζουμε για τη γύμνια και τη φτώχεια της, αλλά μάλλον να ελπίζουμε ότι κάτι από το δικό της δονκιχωτικό ιδανικό θα επιζήσει και μέσα στα παιδιά της, ώστε να μη βυθιστούν στη βαρβαρότητα.
Επιστολή στον Bruno Winawer, 8 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 36-532. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 106.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματά του, που οι προθέσεις του μιμούνται τις δικές μας —με λίγα λόγια, ένα Θεό που είναι απλώς η αντανάκλαση των ανθρώπινων αδυναμιών… Μου φτάνει να ατενίζω το μυστήριο της συνειδητής ζωής που διαιωνίζεται, να συλλογίζομαι τη θαυμαστή δομή του σύμπαντος που αντιλαμβανόμαστε αμυδρά, και να προσπαθώ ταπεινά να κατανοήσω έστω και ένα απειροελάχιστο κλάσμα της ευφυΐας που εκδηλώνεται στη φύση.
Από «Το πιστεύω μου» για τη Γερμανική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1932. Αναφέρεται στο βιβλίο του Leach, Living Philosophies, σε λ. 3.

Η οργανωμένη θρησκεία ίσως μπορέσει να ξανακερδίσει ένα μέρος του σεβασμού που έχασε στον τελευταίο πόλεμο, αν αφιερωθεί στην ενεργοποίηση της καλής θέλησης και της ενέργειας των οπαδών της ενάντια στο ανερχόμενο ρεύμα της ανελευθερίας.
The New York Times, 30 Απριλίου 1934. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 205.

Δύσκολα θα βρει κανείς ανάμεσα στα πιο βαθυστόχαστα επιστημονικά πνεύματα κάποιον που να μην διαθέτει το δικό του θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα του αφελούς ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο Θεός είναι ένα ον από τη φροντίδα του οποίου ελπίζει να ωφεληθεί και του οποίου φοβάται την τιμωρία˙ η εξιδανίκευση του συναισθήματος που νιώθει το παιδί για τον πατέρα του.
Από «Το θρησκευτικό πνεύμα της επιστήμης». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 40.

Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας… Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού νόμου, όπου αποκαλύπτεται μια ευφυΐα τόσο ανώτερη ώστε, σε σύγκριση μ’ αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρώπινων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα… Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο μ ε εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών.
Όπ.π.

Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 11.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου… Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου.
Επιστολή σε κάποιο παιδί που τον είχε ρωτήσει αν οι επιστήμονες προσεύχονται˙ 24 Ιανουαρίου 1936. Αρχείο Αϊνστάιν 42-601.

Οτιδήποτε θεϊκό και καλό υπάρχει στο σύμπαν πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εκφράσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς και να το περιμένουμε από το Θεό.
Συζήτηση καταγεγραμμένη από τον Algernon Black, φθινόπωρο του 1940. Αρχείο Αϊνστάιν 54-834.

Ένας θρησκευόμενος άνθρωπος είναι ευσεβής υπό την έννοια ότι δεν αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα αυτών των υπερπροσωπικών στόχων και σκοπών οι οποίοι δεν απαιτείται ούτε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ορθολογικά.
Nature 146 (1940), σελ. 605.

Η πίστη στο ενδεχόμενο οι κανόνες που ισχύουν στον υπαρκτό κόσμο να είναι ορθολογικοί, δηλαδή κατανοητοί από τη λογική, ανήκει στη σφαίρα [της θρησκείας]. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό επιστήμονα χωρίς αυτή τη βαθιά πίστη.
Από το «Επιστήμη και Θρησκεία», γραπτή συμμετοχή σε συμπόσιο που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1941 με θέμα τη συμβολή της επιστήμης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας στην υπόθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αρχείο Αϊνστάιν 28-523. Στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 41-49.

Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή.
Όπ.π., σελ. 46. (Η ρήση αυτή ίσως αποτελεί λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με τη ρήση του Καντ «Η αντίληψη χωρίς την ενόραση είναι κενή, η ενόραση χωρίς την αντίληψη είναι τυφλή».)

Κυρία πηγή των σημερινών συγκρούσεων ανάμεσα στη σφαίρα της θρησκείας και τη σφαίρα της επιστήμης είναι η έννοια του προσωπικού Θεού.
Όπ.π., σελ. 47.

Στον αγώνα τους για το ηθικό καλό οι θρησκευτικοί δάσκαλοι πρέπει να έχουν το ανάστημα να παραιτηθούν από το δόγμα του προσωπικού Θεού, να παραιτηθούν δηλαδή από αυτή την πηγή φόβου και ελπίδας η οποία στο παρελθόν έδωσε τόση δύναμη στα χέρια των ιερέων.
Όπ.π., σελ. 48.

Όσο περισσότερο εξελίσσεται πνευματικά η ανθρωπότητα, τόσο πιο πολύ βεβαιώνομαι ότι ο δρόμος για την αληθινή θρησκευτικότητα δεν περνάει από το φόβο της ζωής, το φόβο του θανάτου και την τυφλή πίστη, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ορθολογικής γνώσης.
Όπ.π. σελ. 49.

Είναι αρκετά πιθανό ότι μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα από τον Ιησού, επειδή όσα είναι γραμμένα γι’ αυτόν στη Βίβλο είναι ποιητικά ωραιοποιημένα.
Αναφέρεται στο άρθρο του W. Hermanns, «Μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν», Οκτώβριος 1943. Αρχείο Αϊνστάιν 55-285.

Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει καμία ιδέα ανεξάρτητη από τις πέντε μας αισθήσεις [δηλαδή ουδεμία ιδέα οφείλεται σε θεϊκή επιφοίτηση].
Όπ.π.

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία και η λογική θα αποτελέσουν οδηγούς του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον. Θα παραμείνουν όμως το ωραιότερο ιερό καταφύγιο των ολίγων εκλεκτών.
Επιστολή στον Benedetto Croce, 7 Ιουνίου 1944. Αρχείο Αϊνστάιν 34-075. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 122.

Διαβάζω συχνά τη Βίβλο, ωστόσο το αυθεντικό κείμενο μου είναι απρόσιτο.
Επιστολή στον Η. Friedmann, 2 Σεπτεμβρίου 1945, αναφερόμενος στο γεγονός ότι δεν γνώριζε την εβραϊκή γλώσσα. Αναφέρεται στο βιβλίο του Pais, Subtle Is the Lord, σελ. 38.

Είναι αυτό… το συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων που πιθανότατα έρχεται σε σύγκρουση με την επιστήμη… Έχει επομένως ζωτική σημασία για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, όταν προκύπτουν από ζητήματα που δεν είναι πράγματι καθοριστικά για την επιδίωξη των θρησκευτικών στόχων.
Δήλωση στη Λέσχη Λιμπεραλιστών Ιερέων, Νέα Υόρκη. Δημοσιεύτηκε στο The Christian Register, Ιούνιος 1948.

Η στάση μου απέναντι στο Θεό είναι η στάση ενός αγνωστικιστή. Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος που γνωρίζει την πρωταρχική σημασία των ηθικών αρχών για τη βελτίωση και τον εξευγενισμό της ζωής δεν χρειάζεται την ιδέα ενός νομοθέτη, ειδικά ενός νομοθέτη που βασίζεται στην ανταμοιβή και την τιμωρία.
Επιστολή στον M. Berkowitz, 25 Οκτωβρίου 1950. Αρχείο Αϊνστάιν 59-215.

Μόνο «θρησκευτική» μπορώ να χαρακτηρίσω την εμπιστοσύνη στην ορθολογική φύση της πραγματικότητας —ορθολογική στο μέτρο που είναι προσιτή στην ανθρώπινη λογική. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα αυτό, η επιστήμη εκφυλίζεται σε πεζό εμπειρισμό.
Επιστολή στον Maurice Solovine, 1 Ιανουάριου 1951. Αρχείο Αϊνστάιν 21-474,80-871. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Letters to Solovine, σελ. 119.

Η απλή έλλειψη πίστης σ’ έναν προσωπικό Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφία.
Επιστολή στον V.T. Aaltonen, 7 Μαΐου 1952, σχετικά με τη γνώμη του ότι η πίστη σ’ έναν προσωπικά Θεό είναι καλύτερη από τον αθεϊσμό. Αρχείο Αϊνστάιν 59-059.

Το συναίσθημά μου είναι θρησκευτικό στο βαθμό που με διαποτίζει η επίγνωση ότι το ανθρώπινο πνεύμα αδυνατεί να κατανοήσει βαθύτερα την αρμονία του σύμπαντος˙ αρμονία που εμείς προσπαθούμε να τη διατυπώσουμε με «νόμους της φύσης».
Επιστολή στην Beatrice Frohlich, 17 Δεκεμβρίου 1952. Αρχείο Αϊνστάιν 59-797.

Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μου είναι εντελώς ξένη και τη θεωρώ ακόμη και αφελή.
Όπ.π.

Η υπόθεση της ύπαρξης ενός αθέατου όντος… δεν διευκολύνει να κατανοήσουμε την ευταξία που συναντάται στον αισθητό κόσμο.
Επιστολή σε φοιτητή από την Αϊόβα, που τον είχε ρωτήσει «Τι είναι Θεός;»˙ Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 59-085.

Δεν πιστεύω στην αθανασία του ατόμου και θεωρώ ότι η ηθική είναι αποκλειστικά ανθρώπινο μέλημα που δεν υποκινείται από κάποια υπεράνθρωπη αρχή.
Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 36-553. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Αν ο Θεός δημιούργησε όντως τον κόσμο, σίγουρα η πρωταρχική του έγνοια δεν ήταν να κάνει το δημιούργημά του εύκολα κατανοητό σε μας.
Επιστολή στον David Bohm, 10 Φεβρουάριον 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 8-041.

Θεωρώ ότι η Κοινωνία των Φίλων είναι η θρησκευτική κοινότητα με τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Όσο γνωρίζω, δεν έκαναν ποτέ ανήθικους συμβιβασμούς και πάντοτε καθοδηγούνται από τη συνείδησή τους. Νομίζω δε ότι η επιρροή τους, ιδιαίτερα στα διεθνή πράγματα, είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική.
Επιστολή στον A. Chappie. Αυστραλία 23 Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 59-405. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Nathan και Norden. Einstein on Peace, σελ. 510.

Δεν πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό˙ ποτέ δεν το αρνήθηκα, πάντοτε το εξέφραζα με σαφήνεια. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός για τη συγκρότηση του κόσμου όπως αποκαλύπτεται από την επιστήμη.
Επιστολή σε θαυμαστή, 22 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 39-525. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 43.

Είμαι βαθιά θρησκευόμενος μη πιστός… Τούτο εκφράζει ένα μάλλον νέο είδος θρησκείας.
Επιστολή στον Hans Muesham, 30 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 38-434.

Δεν προσπαθώ να φανταστώ το Θεό. Μου αρκεί να στέκομαι με δέος μπροστά στη συγκρότηση του κόσμου, στο βαθμό που μπορούμε να την εκτιμήσουμε, βασιζόμενοι στις ανεπαρκείς αισθήσεις μας.
Επιστολή στον S. Flesh, 16 Απριλίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 30-1154.

Ουδέποτε απέδωσα στη φύση πρόθεση, σκοπό ή οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρωπομορφικό. Αυτό που βλέπω στη φύση είναι μια μεγαλόπρεπη κατασκευή που μόνο με πολύ ατελή τρόπο μπορούμε να την κατανοήσουμε και η οποία πρέπει να γεμίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Πρόκειται για ένα συναίσθημα γνήσια θρησκευτικό που δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό.
1954 ή 1955. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Η ηθική αξία του ανθρώπου δεν μετριέται από το ποιες είναι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά μάλλον από το ποια συγκινησιακά ερεθίσματα δέχθηκε από τη φύση κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στην Αδελφή Margrit Goehner, Φεβρουάριος 1955. Αρχείο Αϊνστάιν 59-831.

Η επιστημολογία χωρίς επαφή με την επιστήμη καταλήγει να είναι σχήμα κενό. Η επιστήμη χωρίς επιστημολογία είναι —αν μπορεί να διανοηθεί κανείς κάτι τέτοιο— πρωτόγονη και θολή.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Schilpp, Albert Einstein: Philosopher- Scientist, σελ. 5.

Έτσι ανέπτυξα… μια βαθιά θρησκευτικότητα που όμως τελείωσε απότομα στην ηλικία των δώδεκα ετών. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία απέκτησα σύντομα τη βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινό… Η δυσπιστία μου απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία μεγάλωσε μέσα απ’ αυτή την εμπειρία… κι αυτή τη στάση δεν την εγκατέλειψα ποτέ.
Όπ.π., σελ. 9.

Εκεί πάνω βρισκόταν αυτός ο τεράστιος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τα ανθρώπινα όντα, και στέκεται μπροστά μας σαν ένας μεγάλος, αιώνιος γρίφος, ο οποίος, μερικώς τουλάχιστον, είναι προσιτός στην παρατήρηση και τη σκέψη μας. Η ενατένιση αυτού του κόσμου μου έγνεψε σαν απελευθέρωση, και σύντομα παρατήρησα ότι πολλοί άνθρωποι που είχα μάθει να τους εκτιμώ και να τους θαυμάζω είχαν βρει εσωτερική ελευθερία και ασφάλεια στην αφοσιωμένη ενασχόλησή τους μ’ αυτόν.
Όπ.π., σελ. 95.

Δεν είναι όλα στη φιλοσοφία τόσο μελιστάλαχτα γραμμένα; Ίσως κάτι στην αρχή φαίνεται σαφές, όταν όμως το ξανακοιτάξεις, έχει εξαφανιστεί. Απομένει μόνο το χαρτί.
Αναφέρεται στο βιβλίο των Rosenthal-Schneider, Reality and Scientific Truth, σελ. 90.

Οι απόψεις μου συγγενεύουν με του Σπινόζα: θαυμασμός για την ομορφιά και πίστη στη λογική απλότητα της τάξης και της αρμονίας που μπορούμε να αντιληφθούμε με τρόπο ταπεινό και ατελή μόνο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την ατελή μας γνώση και κατανόηση και ότι πρέπει να θεωρούμε τις αξίες και τις ηθικές υποχρεώσεις αποκλειστικά ανθρώπινα προβλήματα.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Hoffmann, Albert Einstein: Creator and Rebel, σελ. 95.

Η θρησκεία μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό προς το απεριόριστα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται στις μικρότατες λεπτομέρειες τις οποίες είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε με την εύθραυστη και αδύναμη νόησή μας. Αυτή η βαθιά συναισθηματική βεβαιότητα για την παρουσία μιας ανώτερης λογικής δύναμης, που αποκαλύπτεται στο ακατανόητο σύμπαν, συνιστά τη δική μου ιδέα του Θεού.
Αναφέρεται στη νεκρολογία της εφημερίδας The New York Times, 19 Απριλίου 1955.

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστημονική Ημερίδα της ΠΕΘ στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα: «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά: Νέα δεδομένα – προοπτικές»

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 9, 2018

Η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων διοργανώνει την Κυριακή 10 Ιουνίου 2018 και ώρα 18:00 στην Ακαδημία Αθηνών, Επιστημονική Ημερίδα με θέμα: «Οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα Θρησκευτικά: Νέα δεδομένα – προοπτικές».

http://www.petheol.gr/nea/programma-prosklesetesepistemonikesemeridastespethmethemaoiapophaseistousymboulioutesepikrateiasgiatathreskeutikaneadedomenaprooptikes

Κατηγορία ΜΑΘΗΜΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Μεγάλοι Επιστήμονες μιλούν για το Θεό

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 9, 2018

Σημείωση: Όλες οι πηγές και οι ακριβείς παραπομπές σε αυτές παρατίθενται στα βιβλία που αναφέρονται στη Βιβλιογραφία στο τέλος.

Πλάτων
«Ο Θεός αεί γεωμετρεί»
«Ο Θεός έπλασε τον κόσμο κατά θεία αρμονία, όπως αυτή εκφράζεται με την μουσική κλίμακα»

Νικόλαος Κοπέρνικος, 1473-1543
(ιερέας, υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος)

– «Η αστρονομία είναι η κορυφή όλων των πνευματικών τεχνών και πρέπει να θεωρείται η περισσότερο ευγενής ενασχόληση του ελεύθερου ανθρώπου, από όλους τους κλάδους των μαθηματικών. Όπως είναι ίδιον όλων των ευγενών τεχνών να προφυλαχτούν από την κακία, το δε ανθρώπινο πνεύμα να ασχολείται με καλύτερα πράγματα, αυτό η αστρονομία πρέπει να το πραγματοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό. Και τούτο διότι δίδει μεγάλη απόλαυση στο πνεύμα. Διότι ποιος δεν διαβλέπει την εσωτερική και πληρεστάτη τάξη, που κατευθύνεται από τη θεία σοφία και δεν ωθείται προς τα υψηλά και δεν οφείλει να θαυμάζει τον Αρχιτέκτονα όλων των πραγμάτων, στον οποίο υπάρχει η ύψιστη μακαριότης και κάθε καλό;»

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

– «μικρή μόνον πόσις από το ποτήριο της φιλοσοφίας οδηγεί ίσως στην αθεΐα· ισχυρότερες όμως ροφήσεις επανάγουν στη θρησκεία»

– «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

– «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

– «Ότι υπάρχει Θεός και κυβερνά πάντα, ότι είναι παντοδύναμος και σοφός και αγαθός (πάντων προνοητής, ότι αμείβει τις πράξεις εκάστου και προσήκει να λατρεύεται, όλα αυτά εννοούνται από τον φυσικό νου και αποτελούν το περιεχόμενο της φυσικής θεολογίας»

– «Του όλου βίου πρέπει να δεσπόζει η αγάπη, η μετά προθυμίας αφοσίωση στο κοινό αγαθό, που επιτάσσεται και από το φυσικό νόμο και από το Ευαγγέλιο· αυτή ανυψώνει τον άνθρωπο στο Θεό και πορίζει στην ψυχή την υπέρτατη ευγένεια»

– «Οι ανακαλύψεις είναι κατά κάποιο τρόπο νέες δημιουργίες και απομιμήσεις των θείων έργων»

Κέπλερ Ιωάννης, 1571-1630,
(ονομάστηκε ο «Νομοθέτης του Ουρανού»)

– «Θεωρώ ως διάταξη της θείας Πρόνοιας το ότι ακριβώς κατά την άφιξή μου (πλησίον του Τύχωνος Μπράχε) είχε ερευνηθεί ο Άρης. Δια της κινήσεως του αστέρος τούτου οφείλουμε να φθάσουμε στα απόρρητα της αστρονομίας ή να μείνουμε σε διαρκή άγνοια» (έγραψε το 1609)

– «Θεωρώ ως δικαίωμα, μάλιστα ως καθήκον να ερευνώ κατά τρόπο προσεκτικό τους αριθμούς τις μάζες, τα βάρη και τον κανόνα, κατά τον οποίο ο πάνσοφος Δημιουργός δημιούργησε τα πάντα. Διότι τα μυστικά του σχεδίου του δεν είναι τέτοια, ώστε να είναι απαγορευμένη η έρευνά τους, αλλά πολύ περισσότερο μας παρουσιάζονται ως ένα κάτοπτρο εμπρός στους οφθαλμούς μας, εις τρόπον ώστε, όταν τα εξετάζουμε, να διαβλέπουμε κάπως την καλωσύνη και την σοφία του Δημιουργού».

– «Έχασα πολύ χρόνο σ’ αυτή την αναζήτηση, σ’ αυτό το παιχνίδι με τους αριθμούς, αλλά δεν μπορούσα να βρω μία τάξη ούτε στις αριθμητικές αναλογίες ούτε στις αποκλίσεις αυτών των αναλογιών. Τελικά σε μία τελείως ασήμαντη ευκαιρία πλησίασα στην πραγματικότητα(…). Προσευχόμουν πάντοτε στο Θεό να κάνει να πετύχουν τα σχέδιά μου, αν αυτό που είχε πει ο Κοπέρνικος ήταν αληθινό» (στον Πρόλογο του Mysterium Cosmographicum 1597)

– «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς αυτού και της συνέσεως αυτού ουκ έστιν αριθμός. Αινείτε αυτόν οι ουρανοί, αινείτε αυτόν ήλιος, σελήνη και πλανήται, εν πάση αισθήση προς το κατανοείν, εν πάση γλώσση προς το προσφωνείν τον Δημιουργόν σας. Αινείτε αυτόν ουράνιαι αρμονίαι, αινείτε αυτόν οι αυτήκοοι των εξαιρέτων αρμονιών. Αίνει και συ ψυχή μου, Κύριον τον Δημιουργόν σου, έως υπάρχω. Ότι εξ’ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα, και τα αισθητά και τα νοερά· τόσο εκείνα τα οποία αγνοούμε, όσο και εκείνα τα οποία γνωρίζουμε-ελαχίστη μερίς εκείνων. Διότι μέχρι τώρα τα περισσότερα είναι επέκεινα. Ατώ ο αίνος, η τιμή και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμην» (επίλογος στο έργο του «Αρμονία του Κόσμου»)

– «Οι ουράνιες κινήσεις δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αιώνιο τραγούδι για πολλές φωνές. Δεν πρέπει να απορούμε λοιπόν αν ο άνθρωπος, μιμούμενος τον Δημιουργό του, ανακάλυψε επί τέλους την τέχνη του άσματος, που δεν γνώριζαν οι αρχαίοι» (στο βιβλίο Η αρμονία του Κόσμου 1618)

– «Μέχρις εδώ φθάνει ό,τι μπόρεσα να νοήσω περί του δημιουργικού έργου του Θεού. Τώρα δε έχω καθήκον να απομακρύνω οφθαλμούς και χείρας από το χειρόγραφον, να τα υψώσω εις τον ουρανόν για να ικετεύσω ευλαβώς και ταπεινώς τον Πατέρα των ουρανίων φώτων. Ω Συ, ο οποίος διεγείρεις εις ημάς τον πόθο προς το φυσικό φως της γνώσεως· Συ, ο οποίος στρέφεις ημάς προς το φως των αστέρων, για να μας βοηθήσεις και οδηγήσεις εις το κράτος της δόξης σου. Σε ευχαριστώ, Κύριε Θεέ μου, διότι με αναζωογονείς δια των θαυμασίων έργων σου και διότι αγάλλομαι από τα έργα των χειρών σου»

– «Είμαι Χριστιανός· διδάχτηκα την πίστη από τους γονείς μου. Την ενστερνίστηκα ερευνώντας συνεχώς και με καθημερινά ερωτήματα τα θεμέλιά της και κρατώ σ’ αυτήν. Δεν έμαθα ποτέ να υποκρίνομαι. Παίρνω την πίστη στα σοβαρά και δεν παίζω μαζί της» (επιστολή του 1598)

– «Όλοι είμεθα (και μάλιστα εγώ) εφήμεροι. Εγώ, πράγματι, σπεύδω δια να δημοσιεύονται αυτά όσο το δυνατόν ταχύτερα, προς δόξαν Θεού, δι όποιον θέλει εκ τους βιβλίου της φύσεως να γνωρίζει τον εαυτό του. Όσο περισσότερο μετά ταύτα οι άλλοι ήθελον οικοδομήσει επ’ αυτών, τοσούτω μάλλον θα χαίρω· διόλου δεν θα φθονώ. Αυτά ηυχήθην εις τον Θεόν. Αυτήν την βεβαίων γνώμην έχω. Ήθελον να ήμην θεολόγος. Επί πολύ ελυπούμην δι’ αυτό. Ιδού όμως ότι ο Θεός δοξάζεται πλέον εις την αστονομίαν δι’ εμού. Τέλος δε μετά του Πέτρου αναφωνώ:»Έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί εγώ»» (επιστολή στον Μαίστλιν)

– «(να πετύχω) ώστε η πίστη περί της δημιουργίας των πραγμάτων στερεώνεται με αυτό το εξωτερικό στήριγμα, ώστε να γίνεται γνωστή η φύση του δημιουργικού νου και αποδεικνύεται σε μας καθημερινά μεγαλύτερη η ανεξάντλητη Εκείνου σοφία. Εις τρόπον ώστε ο άνθρωπος να μετρά τις δυνάμεις του νου του και να νοεί με τον ακριβή κανόνα, αφού ο Θεός έχει κτίσει τα πάντα εις όλον τον κόσμο με γνώμονας ποσότητας, και αυτόν ακόμη τον νου, ο οποίος εδόθη εις τον άνθρωπον και ο οποίος τοιαύτα συλλαμβάνει» (επιστολή)

– «Όταν εργάζομαι μέσα στην δημιουργία, είναι σαν να αγγίζω τον Θεό με τα χέρια μου»

– «Οι αστρονόμοι ως ιερείς του Θεού εις το βιβλίον της επιστήμης, πρέπει να έχουν σταθερώς στο νου τους όχι τη δόξα του δικού τους λογικού, αλλά πέρα από κάθε τι άλλο την δόξα του Θεού» (επιστολή στον Herwart)

– «Εάν ο νους γυμνωθεί από τις ιδέες των θείων πραγμάτων, καταλήγει σε απλές αρνήσεις»

– «Η επιθυμία μου είναι να δυνηθώ να διακρίνω το Θεό, τον οποίο ευρίσκω παντού εις τον εξωτερικόν κόσμον, κατά τον ίδιο τρόπο και εντός του εαυτού μου» (στο Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, W.Durant τόμος Ζ σελ. 658-659)

– «Η αστρονομία έχει μία νόθο θυγατέρα, την αστρολογία, αλλά αυτή οφείλει να τρέφει τη μητέρα της!». «(η αστρολογία) είναι το μωρόν (ανόητο) θυγάτριον της ευϋπολήπτου και γνωστικής μητρός αστρονομίας»

– «Όταν ζούσα μετρούσα τα ουράνια, τώρα τα έρημα σκοτάδια.
Από το Θεό ήλθε το πνεύμα, δεν το σκιάζει η μαύρη γη»
(επίγραμμα στον τάφο του, το οποίο συνέταξε ο ίδιος)

Γαλιλαίος 1564-1642

– «Ο θείος αρχιτέκτων εδημιούργησε πρώτον τον Ήλιον και επόρισε σε αυτόν θέση πάγια, έπειτα δεν εσχημάτισε πόρρω εν τω χώρω τους πλανήτες και αφήκεν αυτούς από της θέσεώς τους εκείνης να φέρωνται περί τον έλκοντα Ήλιον… Ούτω πίπτοντας τους πλανήτας απεμάκρυνεν εν τινί στιγμή ο Θεός, έκαστον αυτων, από της τοιαύτης κινήσεως και έδωκε τροχιά κυκλική»

– «Πρέπει να σας πω κάτι, το οποίο άκουσα από έναν διάσημο εκκλησιαστικό άνδρα της εποχής μου, τον Καρδινάλιο Βαρόνιο: «Πρόθεση του Αγίου Πνεύματος είναι να μας διδάξει πώς πηγαίνει ένας προς τον ουρανό, και όχι πώς κινούνται οι ουρανοί»

– «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το μεγάλο βιβλίο, το οποίο βρίσκεται αδιαλείπτως μπροστά στα μάτια μας (εννοώ το Σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε, αν δεν μάθουμε πρώτα τη γλώσσα και αν δεν συλλάβουμε τους χαρακτήρες, με τους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία είναι ανθρωπίνως αδύνατον να κατανοήσουμε έστω και μια λέξη από αυτό και χωρίς αυτά κάποιος περιπλανιέται άσκοπα μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο» (στο έργο του Il Saggiatore 1623)

– «Τείνω να πιστεύω πως η αυθεντία της Αγίας Γραφής έχει στόχο να πείσει τους ανθρώπους για αυτές τις αλήθειες, που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία τους και οι οποίες, απέχοντας πολύ από το να κατανοηθούν από τον άνθρωπο, δεν μπορούν να γίνουν αξιόπιστες με κάθε μάθηση ή οποιοδήποτε άλλο μέσο, παρά με την αποκάλυψη από το άγιο Πνεύμα. Όμως το να λένε πως ο Θεός, που μας προίκισε με αισθήσεις, λογική και κατανόηση, δεν μας επιτρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε και επιθυμεί να μας γνωστοποιήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τούτη τη γνώση, την οποία είμαστε σε θέση να αποκτήσουμε από μόνοι μας μέσω αυτών των δυνατοτήτων, αυτό μου φαίνεται αδύνατο να το πιστέψω, ιδιαίτερα όσον αφορά εκείνες τις επιστήμες, για τις οποίες η Αγία Γραφή περιέχει ελάχιστα αποσπάσματα και ποικίλα συμπεράσματα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με την αστρονομία, για την οποία αναφέρονται τόσο λίγα, που ακόμη και οι πλανήτες δεν απαριθμούνται όλοι» (Επιστολή προς τον Καστέλι)

– «Δεν αισθάνομαι υποχρεωμένος να πιστεύω ότι, ο ίδιος εκείνος Θεός, ο οποίος μας επροίκισε με νόηση, λογική και διάνοια θέλησε να παραιτηθούμε από τη χρήση του» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 666)

– «Η Αγία Γραφή και τα φαινόμενα της φύσης προχωρούν ομοίως από τον ιερό Λόγο, η πρώτη ως υπαγόρευση του Αγίου Πνεύματος και τα δεύτερα ως ο παρατηρητικός εκτελεστής των εντολών του Θεού» (Letter to the Grand Duchess)

– «(μετά την καταστροφή της όρασής του το 1638). Αυτό το σύμπαν, το οποίο έχω διατρέξει χίλιες φορές,… έχει περιοριστεί τώρα στον ελάχιστο χώρο του σώματός μου. Έτσι το θέλησε ο Θεός· για αυτό πρέπει να το αποδεχτώ και εγώ» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 671)

Καρτέσιος 1596-1650
(μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος)

– «Εκ του ότι υπάρχω και έχω την παράστασιν όντος τελειοτάτου, συνάγω εναργέστατα (=ξεκάθαρα) την ύπαρξη του Θεού».

– «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω».
«Σκέπτομαι, άρα υπάρχει Θεός»

– «Εάν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, που δεν είναι αρκετά πεπεισμένοι για την ύπαρξη του Θεού και της ψυχής τους, ας μάθουν ότι όλα τα άλλα πράγματα, για τα οποία νομίζουν ίσως ότι είναι βεβαιότεροι, όπως ότι έχουν σώμα και ότι υπάρχει η Γη και οι αστέρες και τα παρόμοια, είναι λιγότερο βέβαια».

– «Ο Θεός όταν με δημιούργησε έθεσε μέσα μου αυτήν την ιδέα, για να είναι αυτή, ωσάν το σήμα του Δημιουργού, χαραγμένη επί του έργου του… Θέλω να εξετάσω, εάν εγώ ο ίδιος που έχω αυτήν την ιδέα του Θεού, θα μπορούσα να υπάρχω, εάν δεν υπήρχε Θεός. Και διερωτώμαι, πόθεν θα είχα την ύπαρξή μου; Είναι φανερό ότι δεν οφείλω την ύπαρξή μου εις τον εαυτόν μου, διότι εάν ήμουν ικανός να δώσω εις τον εαυτόν μου ύπαρξιν, θα έδινα ταυτόχρονα όλες τις τελειότητες που μου λείπουν… Μήπως προέρχομαι από τους γονείς μου; Αλλά δεν είναι αυτοί που με διατηρούν ή με καθιστούν ον σκεπτόμενο. Εάν εξακολουθήσω έτσι σκεπτόμενος, από αιτίας εις αιτίαν, θα βρω την τελευταία αιτία· και η αιτία αυτή είναι ο Θεός»

– «Το γενικό αίτιο της κινήσεως δεν δύναται να είναι κανένα άλλο προφανώς, παρά ο Θεός, ο οποίος εις την αρχή εδημιούργησε ταυτοχρόνως ύλη και κίνηση και ηρεμία αυτής, ώστε να διατηρούνται εις τον κόσμον τόσο πολλές καταστάσεις κινήσεως και ηρεμίας, όπως αρχικώς τις είχε δημιουργήσει».

– «Ο Θεός υπάρχει· και το συμπέρασμα αυτό δεν είναι λιγότερο σαφές και προφανές από το ότι ο αριθμός δύο είναι άρτιος. Αλλά εις την περίπτωσιν αυτήν πρέπει να είμαστε απαλλαγμένοι από κάθε προκατάληψη, να έχουμε τη δύναμη να αποσπάσουμε το πνεύμα μας από τις αισθήσεις μας, και την δύναμη να απαλλαγούμε από την αλαζονεία και από το πνεύμα της αντιφάσεως»

– «Η ύπαρξη δεν μπορεί πλέον να διαχωρίζεται από την έννοια του Θεού, όπως δεν μπορεί να διαχωριστεί από την έννοια του τριγώνου το γεγονός, πως οι γωνίες του τριγώνου ισούνται με δύο ορθές γωνίες»

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

– «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

– «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

Πασκάλ Βλάσιος, Blaise Pascal 1623-1662,
(μέγας μαθηματικός και φιλόσοφος)

– «Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε το Θεό παρά μόνο δια του Ιησού Χριστού, αλλά ούτε και τον εαυτό μας γνωρίζουμε χωρίς τον Ιησού. Δεν γνωρίζουμε τη ζωή, τον θάνατο, παρά μόνο δια του Ιησού. Μακράν του Ιησού δεν γνωρίζουμε ούτε τι είναι η ζωή μας, ούτε ο θάνατος, ούτε ο Θεός, ούτε ο εαυτός μας. Χωρίς την Γραφή, η οποία έχει τον Ιησού Χριστό ως αντικείμενο, δεν γνωρίζουμε τίποτα και δεν βλέπουμε παρά σκότος και σύγχυση εις την φύσιν του Θεού και εις την ιδίαν μας φύσιν».

– «Κανείς δεν είναι ευτυχής σαν τον αληθινό Χριστιανό, ούτε λογικός, ούτε ενάρετος, ούτε αγαπητός»

– «Υψώνω τα χέρια προς τον ελευθερωτή μου, ο οποίος αφού προφητεύτηκε επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια, ήλθε να πεθάνει και να πεθάνει για μένα στη γη, στο χρόνο και υπό τις συνθήκες που είχαν προφητευτεί· και με την χάρη του περιμένω τον θάνατο με ειρήνη, με την ελπίδα ότι θα ενωθώ μαζί του αιωνίως. Αλλά και ζω παρόλ’ αυτά με χαρά, είτε μέσα στα αγαθά που ευαρεστείται να μου δίνει, είτε μέσα στα δυσάρεστα που μου στέλνει για το καλό μου και που με έμαθε να υποφέρω με το παράδειγμά Του»

– «Η φύση παρουσιάζει τελειότητες, για να δείξει ότι είναι εικόνα Θεού, και ελαττώματα, για να δείξει ότι δεν είναι παρά μονάχα εικόνα του»
(Σκέψεις (416) σελ. 162, εκδ. Καστανιώτη)

Μπόϋλε, R. Boyle, 1627-1691
(ο πατήρ της αναλυτικής χημείας)
– «Το Ευαγγέλιο περιλαμβάνει πράγματι και αναπτύσσει ολόκληρο το μυστήριο της λυτρώσεως του ανθρώπου, τόσο, όσο είναι αναγκαίο να γνωρίσουμε για να σωθούμε».

– «Όλα τα βιβλία του κόσμου, ακόμη και τα άριστα μεταξύ αυτών, συγκρινόμενα με την Αγία Γραφή, δεν είναι παρά πλανήτες, που έχουν όλο το φως και όλη την αίγλη τους από τον Ήλιο».

– «Η γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων γίνεται με το φως της φύσεως και τελειοποιείται από την πληροφορία των Γραφών»

– «Όση θαυμαστή καλλιτεχνία και αν έχει επιδείξει ο Θεός ανά το σύμπαν, δεν μπορούν να την κατανοήσουν τα μάτια που κλείνουν πεισμόνως και την προσβάλλον με το να μην κρίνουν αξίως αυτό που βλέπουν. Τα ζώα κατοικούν εις τον κόσμον και τον απολαμβάνουν· ο άνθρωπος, να θέλει να κάνει κάτι περισσότερο, οφείλει να τον μελετά και να τον αποπνευματώνει»

– «Ο Θεός έχοντας άπειρη γνώση και δημιουργός όντας του λογικού μας είναι αδύνατον να υποθέσουμε ότι μας αναγκάζει να παραδεχτούμε αντιφάσεις».

– «Είναι δύσκολο να δώσουμε μία ικανοποιητική έκθεση των φυσικών φαινομένων, χωρίς να παραδεχτούμε έναν Δημιουργό Νουν»

– «Η θεώρηση του μεγέθους, του κάλλους και των κανονικών κινήσεων των ουρανίων σωμάτων· η εξαιρετική κατασκευή των ζώων και των φυτών· προς τούτοις ένα πλήθος άλλων φαινομένων της φύσεως και η υποταγή των περισσότέρων εξ’ αυτών εις τον άνθρωπον οδηγούν αυτόν ως λογικό πλάσμα να συμπεράνει ότι αυτό το μεγάλο, ωραίο, κανονικό και από πολλών απόψεων θαυμαστόν σύστημα πραγμάτων, το οποίο ονομάζουμε κόσμο, κατασκευάστηκε από έναν Δημιουργό εις ύψιστον βαθμόν ισχυρόν, σοφόν και αγαθόν· αυτό δύσκολα μπορεί να το αρνηθεί ένας νοήμων και απροκατάληπτος μελετητής»

Λάϊμπνιτς 1646-1716
(φυσικομαθηματικός και φιλόσοφος)

– «Ο Θεός ευχαριστείται εις τους περιττούς αριθμούς»

– «Ο Ιησούς Χριστός, ο θείος Ιδρυτής της καθαροτέρας και φωτισμένης θρησκείας… τελειώνων εκείνο το οποίο είχε αρχίσει ο Μωϋσής, θέλησε να μην είναι η θεότης το αντικείμενο μόνο του φόβου και του σεβασμού μας, αλλά ακόμη της αγάπης μας και της στοργής μας. Έτσι έκανε τους ανθρώπους ευτυχείς εκ των προτέρων και τους έδινε εδώ, εις την γη μία πρόγευση της μελλούσης μακαριότητας. Διότι δεν υπάρχει τίποτα τόσο ευχάριστο, όσο το να αγαπά κανείς κάτι που είναι άξιο αγάπης. Αγάπη είναι η ψυχική διάθεση, που μας κάνει να βρίσκουμε ευχαρίστηση στις τελειότητες εκείνου που αγαπάμε. Δεν υπάρχει δε τίποτα τελειότερο από τον Θεόν, τίποτε πλέον αξιαγάπητο. Για να τον αγαπήσεις, αρκεί να ατενίζεις τις τελειότητές του· πράγμα εύκολο, διότι βρίσκουμε μέσα μας τις ιδέες εκείνου. Οι τελειότητες του Θεού είναι εκείνες της ψυχής μας, αλλά εκείνος τις κατέχει χωρίς όρια. Είναι ένας ωκεανός, από τον οποίο δεν έχουμε πάρει παρά σταγόνες. Υπάρχει μέσα μας κάποια δύναμη, κάποια γνώση, κάποια αγαθότης· αλλά υπάρχουν αυτές ολόκληρες στο Θεό. Η τάξις, οι αναλογίες, η αρμονία μάς ενθουσιάζουν· δείγματα αυτών είναι η ζωγραφική και η μουσική· ο Θεός είναι η πάσα τάξις, τηρεί πάντοτε την ακρίβεια των αναλογιών, κάνει την παγκόσμια αρμονία· όλη η ωραιότης είναι μία έκχυσις των ακτίνων του» (Πρόλογος στο Δοκίμιον Θεοδικίας)

– «Λόγος περί συμφωνίας πίστεως και λογικής. …. Την διάκρισιν μεταξύ εκείνου που είναι υ π έ ρ  λ ό γ ο ν (υπέρλογο) και εκείνου που είναι π α ρ ά  λ ό γ ο ν (παράλογο)… Διότι εκείνο που είναι παρά λόγον είναι εναντίον προς τις αλήθειες τις απολύτως βέβαιες και αναγκαίες· και εκείνο που είναι υπέρ λόγον είναι αντίθετο μόνο με τα συνήθη δεδομένα της πείρας ή της αντίληψης. Δια τούτο εκπλήσσομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι του πνεύματος, οι οποίοι πολεμούν αυτήν την διάκριση… Είναι ασφαλώς πολύ καλά θεμελειωμένη. Μία αλήθεια είναι υπέρ λόγον, όταν ο νους μας (ή και κάθε νους δημιουργημένος)δεν μπορεί να την κατανοήσει· και τέτοια είναι κατά τη γνώμη μου, η Αγία Τριάς, τέτοια είναι τα θαύματα που είναι έργα μόνου του Θεού, όπως επί παραδείγματι η Δημιουργία… Αλλά μία αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ αντίθετη με τη λογική… Δεν υπάρχουν λόγοι, όσο και αν φαίνονται τέτοιοι, οι οποίοι να αντιτίθενται κατά της πίστεως, δηλαδή κατά της βεβαιότητος ή εναντίον της εμπιστοσύνης εις τον Θεόν, με την οποία μπορούμε και πρέπει να πούμε ότι ο Θεός έπλασε τα πάντα όπως πρέπει. Οι ενστάσεις δεν είναι διόλου άλυτες. Δεν περιέχουν παρά προκαταλήψεις και αληθοφάνειες, οι οποίες αναιρούνται από λόγους ασυγκρίτως ισχυρότερους.. Δεν έχουμε ανάγκη να απαρνηθούμε τη λογική για να ακούσουμε την πίστη, ούτε να βγάλουμε τα μάτια μας για να δούμε καθαρά, όπως έλεγε η βασίλισσα Χριστίνα· αρκεί να απορρίψουμε τις συνήθεις επιπόλαιες και επιφανειακές γνώσεις μας, όταν αυτές είναι αντίθετες προς τα μυστήρια. Μία τέτοια απόρριψη δεν είναι διόλου αντίθετη  στη λογική, εφόσον και εις τα φυσικά κόμη πράγματα βγαίνουμε πολύ συχνά από την απάτη των εξωτερικών δια της εμπειρίας ή δια λόγων ανωτέρων… Η πίστη θριαμβεύει εναντίον των ψευδών λόγων με λόγους ισχυρούς και ανώτερους, οι οποίοι μας κάνουν να την εγκολπωθούμε»

 – «Από την υπέρτατη τελειότητα του Θεού συνάγεται ότι, όταν δημιούργησε το σύμπαν, διάλεξε το καλύτερο δυνατό σχέδιο, που περιλάμβανε την μεγαλύτερη ποικιλία, σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη δυνατή τάξη· την καλύτερη ρύθμιση ως προς την κατάσταση, τον τόπο και τον χρόνο· το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τα απλούστερα μέσα· την περισσότερη δύναμη, γνώση, ευτυχία και καλοσύνη στα δημιουργήματα, που ήταν δυνατόν να χωρέσει το σύμπαν. Διότι, αφού όλα τα δυνατά πράγματα έχουν δικαίωμα στην κατανόηση του Θεού να υπάρχουν, αναλόγως του βαθμού τελειότητάς τους, αποτέλεσμα όλων αυτών των δικαιωμάτων πρέπει να είναι αυτός ο τελειότερος δυνατός υπάρχων κόσμος» Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, Will Durant τόμος Η σελ. 753)

– «Αρχίζω πάντοτε ως φιλόσοφος, αλλά τελειώνω πάντοτε ως θεολόγος» (ο.π. σελ. 757)

– «Πιστεύω ότι ακριβώς εκεί πρέπει να αναζητήσουμε την αρχή όλων των υπάρξεων και των νόμων της φύσης· επειδή ο Θεός μας προτείνει πάντα το καλύτερο και το πιο τέλειο. Εκείνος δεν κάνει τίποτα τυχαία και δεν μοιάζει με μας, στους οποίους μερικές φορές διαφεύγει αυτό που είναι το καλύτερο. Όλοι εκείνοι που βλέπουν τη θαυμαστή δομή των ζώων καταλήγουν να γνωρίσουν τη σοφία του δημιουργού των πραγμάτων· και εκείνους που έχουν κάποιο συναίσθημα ελέους και μια κάποια ευαισθησία για την αληθινή φιλοσοφία, εγώ τους συμβουλεύω να μην ακούνε τις θεωρίες κάποιων υποτιθέμενων δυνατών πνευμάτων, σύμφωνα με τα οποία βλέπουμε γιατί έχουμε μάτια, χωρίς τα μάτια να έχουν γίνει για να βλέπουμε» (στο «Μεταφυσικός Διάλογος»)

– «Και ο Θεός είναι ένας τεχνίτης, ο οποίος διαθέτει επαρκείς ικανότητες για να δημιουργήσει μια μηχανή χίλιες φορές πιο ευφυή από εκείνη του σώματός μας, χωρίς να χρησιμοποιήσει τίποτα άλλο παρά κάποιο αρκετά απλό υγρό, το οποίο θα έχει δημιουργηθεί έτσι ώστε να αρκούν οι συνήθεις νόμοι της φύσεως για να το αναπτύξουν όπως πρέπει, με σκοπό να παράγουν ένα αποτέλεσμα τόσο θαυμαστό· αλλά είναι αλήθεια, επίσης, ότι αυτό δεν θα συνέβαινε αν ο δημιουργός της φύσης δεν ήταν Θεός» (ο.π.)

– «Έτσι το σύμπαν είναι με κάποιο τρόπο πολλαπλασιασμένο τόσες φορές όσες είναι και οι ουσίες και η δόξα του Θεού πολλαπλασιάζεται και αυτή με τον ίδιο τρόπο από τις τόσες παραστάσεις –όλες διαφορετικές- του έργου του. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι κάθε ουσία με κάποιο τρόπο φέρει μέσα της τον χαρακτήρα της άπειρης σοφίας και της παντοδυναμίας του Θεού και ότι τον μιμείται όσο μπορεί» (ο.π.)

Νεύτων Ισαάκ 1643-1727
(ο «πατήρ της φυσικής και της ουρανίου μηχανικής»)

– «Είναι τυφλός εκείνος που δεν βλέπει αμέσως στην αρίστη και σοφοτάτη διάταξη των όντων, την άπειρη σοφία και αγαθότητα του παντοδυνάμου Δημιουργού, μωρός δε (=ανόητος) εκείνος που δεν τον ομολογεί»

– «Ο Θεός κυβερνά όλα τα πράγματα και γνωρίζει όλα τα πράγματα, που υπάρχουν και εκείνα που μπορεί να υπάρξουν… Είναι παρών σε όλους τους τόπους, είναι περισσότερο ικανός με τη θέλησή του να κινήσει τα σώματα δια του απεριορίστου και ομοιομόρφου αισθητηρίου του και δια του τρόπου αυτού να διαμορφώσει και αναμορφώσει τα μέρη του σύμπαντος, παρ’ όσον εμείς με τη θέλησή μας μπορούμε να κινούμε τα μέρη του δικού μας σώματος» (στο έργο του Οπτικά)

– «Γιατί εκείνος ήταν [ο Θεός], που τα δημιούργησε [τα άτομα] για να τα θέσει σε τάξη. Και, εφ’ όσον το έκανε αυτό, δεν είναι φιλοσοφικό να αναζητούμε οποιαδήποτε άλλη Προέλευση του Κόσμου ή να παριστάνουμε πως προέκυψε από το Χάος με τους Νόμους της Φύσης μόνο» (στο έργο του Οπτικά)

– «Το εξαιρετικώς ωραίο αυτό σύστημα του Ηλίου, των πλανητών και των κομητών, είναι δυνατόν να προέλθει μόνο από τη σκέψη και την κυριαρχία μίας σκεπτομένης και παντοδυνάμου Yπάρξεως. Και αν τα σταθερά άστρα αποτελούν κέντρα άλλων, παρόμοιων συστημάτων, τότε πρέπει όλα αυτά, αφού δημιουργήθηκαν από έναν σοφό συμβουλάτορα, να υπόκεινται στην κυριαρχία του Ενός…Το Ον αυτό κυβερνά τα πάντα, όχι ως ψυχή του κόσμου, αλλά ως Κύριος επί πάντων… Ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών και δια της υπάρξεώς του παντού και πάντοτε δημιουργεί τον χρόνο και τον χώρο» (στο έργο Principia)

– «Σίγουρα ανήκει στη φυσική φιλοσοφία, το να πραγματευόμαστε το Θεό από τα φαινόμενα της φύσης» (στο έργο Principia)

– «Το Σύμπαν υπάρχει. Δια της υπάρξεως αυτής παρουσιάζεται ως γεγονός θαυμαστόν, το οποίο προϋποθέτει μίαν άπειρον δύναμιν μέσα εις αυτό. Μία ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους. Μία ενότητα διατηρούσα και συνθέτουσα όλους τους κόσμους εις ένα. Το θαύμα δεν συνίσταται εις την έλλειψιν συνδετικών κρίκων από αιτίου εις αίτιον, αλλ’ εις αυτήν ταύτην  την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αδιαμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού» (στο έργο του «Principia» Αρχαί)

– «Εις την κανονικήν κίνηση των πλανητών και των δορυφόρων τους, εις την κατεύθυνση αυτών, εις το σχέδιό τους, εις τον βαθμόν της ταχύτητας ενός εκάστου εξ’ αυτών υπάρχει η σφραγίδα κάποιου σκοπού η μαρτυρία της ενεργείας μιας αιτίας, η οποία δεν είναι ούτε τυφλή ούτε τυχαία, αλλά εξόχως επιδέξια στην μηχανική και την γεωμετρία Μη αμφιβάλλετε περί τούτου. Είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι η τυφλή ανάγκη δεσπόζει εις το σύμπαν, διότι η τυφλή ανάγκη, πάντοτε η ίδια, δεν είναι δυνατόν να παραγάγει την ποικιλία τω πραγμάτων, την οποία βλέπουμε. Είναι βέβαιο ότι οι παρούσαι κινήσεις των πλανητών δεν είναι δυνατόν να προέρχονται εκ μόνης της ενεργείας της έλξεως. Δια να λάβουν κίνησην περιστροφικήν περί τον ήλιον, χρειάζεται θείος βραχίων να ωθήσει αυτούς επί της εφαπτομένης της τροχιάς τους» ( επιστολή στον Bentley)

– «Υπό την άποψιν αυτήν, δύναται κανείς να πει ότι ο Θεός κατά τη δημιουργία του κόσμου ήταν πάντοτε παρών και του έδωσε μία ορισμένη διάταξη. Πράγματι ο Θεός εξέλεξε τον τελειότερον κόσμο, δηλαδή εκείνον ο οποίος συγχρόνως παρουσίαζε την μεγαλυτέρα απλότητα και με τις προϋποθέσεις πλουσιοτέρων εν αυτώ φαινομένων, όπως θα είχε μία γεωμετρική γραμμή, την οποία ευκόλως θα κατασκεύαζε και της οποίας οι ιδιότητες θα ήταν πολλές και αξιοθαύμαστες. Με την παρομοίωση αυτή δεν θέλω να παρουσιάσω μία εικόνα της θείας σοφίας, η οποία δεν μπορεί να περιγραφεί πλήρως και να υποδείξω, τι δύναται να προσφέρει το πνεύμα μας εις την μεγάλη αυτήν αλήθεια».

– «Η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι μία γιγάντια μηχανή, που προχωρεί χωρίς την παρέμβαση του Θεού, όπως ένα ρολόι που συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς του ωρολογοποιού τη συμβολή, είναι η αντίληψη του υλισμού και της μοιρολατρίας, και τείνει (υπό το πρόσχημα ότι καθιστά το Θεό μια υπερκόσμια διάνοια) να αποκλείσει στην πραγματικότητα τη Θεία Πρόνοια και την κυριαρχία του Θεού στον κόσμο»

– «Δεν γνωρίζω πώς μπορεί να φαίνομαι εις τον κόσμον. Εγώ όμως βλέπω τον εαυτό μου ως ένα παιδί, που παίζει εις την παραλία και διασκεδάζει βρίσκοντας πότε-πότε ένα περισσότερο λείο βότσαλο ή ένα όστρακο ωραιότερο από τα συνηθισμένα, ενώ ο μέγας ωκεανός της αλήθειας εκτείνεται εντελώς ανεξερεύνητος μπροστά μου»

– «Εάν είδα μακρύτερα από άλλους άνδρες, αυτό οφείλεται στο ότι στάθηκα επάνω εις τους ώμους γιγάντων»

– «Φυσική, φυλάξου από την Μεταφυσική»

– «Εδώ κείται ο Ισαάκ Νεύτων,- που με το μέγα πνεύμα του ερεύνησε πλανήτες, – των κομητών τις τροχιές, των θαλασσών πλημμύρες. – Πρώτος αυτός ανέλυσε τις φωτεινές ακτίνες – και των χρωμάτων έδωσε εικόνες εξαίσιες. – Την Φύσιν εμελέτησε και αρχαίες συγγραφές – και επιμελώς εισέδυσε σε Ιερές Γραφές. – Με τη ζωή, τα έργα του μάς έδειξε το δρόμο, – πώς να τιμάμε και εμείς τον θείο πλαστουργό – πιστοί στο Ευαγγέλιο, βιβλίο ιερό. – Χαρά στο γένος των θνητών τέτοια στολίδια να έχει»
(Επιγραφή στον τάφο του Νεύτωνος)

Λινναίος Κάρολος, Linnaeus, 1707-1778
(ο πατήρ της συστηματικής Βοτανικής)

– «Σκοπός της δημιουργίας του κόσμου είναι η θαυμαστή γνώσις του Θεού, όπως αυτός αποκαλύπτεται εις τα έργα της φύσεως γνωριζόμενος μόνον υπό του ανθρώπου».

– «Είδα πάρα πολλά από τα θαυμάσια έργα του Δημιουργού, εις τα οποία ευρήκα την μεγαλυτέραν χαράν μου, όσον κανείς θνητός πριν από εμέ».

 – «Όταν παρατηρούμε το πτέρωμα των πτηνών και την απαράμιλλη κατασκευή τους, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει φτερό που να μην μαρτυρεί ότι κατασκευάστηκε από τον μεγάλο Καλλιτέχνη με εξαιρετική τέχνη. Ολόκληρη η σύντομη ζωή μας δεν φτάνει για να ερευνήσουμε τον μηχανισμό τους και να αποκαλύψουμε τη σοφία που κρύβουν».

– «Η φυσική ιστορία είναι μία θεία επιστήμη. Αποκαλύπτει όχι μόνο την αιτία της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά ακόμη του υποδεικνύει τον ορθό δρόμο προς την γνώση της μεγαλειότητος του Δημιουργού, της πανσοφίας του, της παντοδυναμίας του, της παγγνωσίας και ευσπλαγχνίας του, χωρίς την οποία γνώση δεν θα απολάμβανε ο άνθρωπος τα προνόμια, για τα οποία τον δημιούργησε ο Θεός… Ας μην κλείνουμε λοιπόν τα μάτια της ψυχής εμπρός εις το έργο του Θεού, αλλά ας οδηγούμεθα από αυτά στο να θαυμάζουμε τον Τεχνίτη! Δια τούτο θέλουμε να αναγγέλλουμε τα θαυμάσιά σου, ω Κύριε, και είθε το ανθρώπινο γένος να διηγείται την θαυμαστή δύναμή σου! Η θεώρηση της φύσεως χαρίζει μία πρόγευση της ουρανίου ευδαιμονίας, μία διαρκή χαρά της ψυχής και μία αρχή για το πλήρες ξεδίψασμά της, που θα είναι η υψηλότερη κορυφή της ανθρώπινης ευτυχίας».

– «Ο ήλιος φωτίζει τα σώματα, η σοφία τις ψυχές. Ο κόσμος είναι ένα ανάκτορο της σοφίας του Υψίστου. Ο Θεός άναψε κάθε μία ψυχή με το δικό του πυρ. Έτσι λάμπουν όλοι οι άνθρωποι με την σοφία του εις αυτό το θέατρο, όπως ο Θεός τους έπλασε. Μερικούς τους έκανε μεγάλα φώτα, άλλους μικρά»

– «Τι το ιδιαίτερον έχει ο άνθρωπος; Μάλιστα, έχει κάτι το ιδιαίτερο· δεν είναι εις θέσιν μόνο να ακούει, να βλέπει, να οσφραίνεται, να γεύεται και να αισθάνεται, όπως τα ζώα, αλλά είναι ικανός να συλλαμβάνει την θαυμαστή σχέση όλων των φυσικών πραγμάτων, να παρατηρεί τις ιδιαίτερες ιδιότητές τους και από εκεί να υψώνεται προς τον υψηλό και αξιοθαύμαστο Τεχνίτη τους».

– «Ήλθα εις αυτόν τον κόσμον για να θαυμάζω τον Θεό, τον παντογνώστη και παντοδύναμο εν τη μεγαλειότητί του»

Ούλερ Λεονάρδος- Euler 1707-1783
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός της εποχής του)

– «Η τελειότης της διανοίας έγκειται εις την γνώσιν της αλήθειας… που έχει ως κύριο θέμα τον Θεό. Και όπως η διάνοια δεν θα μπορούσε να είναι εις ευτυχεστέραν κατάσταση παρά μόνο όταν κάνει συνεχείς προόδους εις την γνώσιν του Θεού και των έργων του, κατά παρόμοιο τρόπο και η θέληση δεν θα μπορούσε να βρεθεί εις ευτυχεστέραν διάθεση παρά όταν φτάσει εις απεριόριστη υποταγή εις το θείον θέλημα»

– «Όλη μας η ευτυχία καταλήγει εις τον Θεόν· η παραβίαση του νόμου του αναγκαστικώς θα μας σπρώξει εις το κακόν… Δεν υπάρχει τίποτε, το οποίο να είναι ικανό να κάνει τον άνθρωπο τελείως ευτυχισμένο, παρά μόνον: πρώτον μία επαρκής γνώση του θελήματος του Θεού και δεύτερον μία τελεία υποταγή της θελήσεως του ανθρώπου εις την θείαν θέλησιν».

– «Η ανάσταση του Ιησού Χριστού, είναι ένα αδιαφιλονείκητο γεγονός, και ένα παρόμοιο θαύμα δεν μπορεί να είναι παρά έργο του Θεού και μόνον, έπειτα δεν από αυτό είναι αδύνατον να υπάρχουν αμφιβολίες για την θεότητα της αποστολής του Σωτήρος. Κατ’ ακολουθίαν η διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων του είναι θεία. Και επειδή ο σκοπός της τείνει προς την αληθινή μας ευτυχία, μπορούμε να πιστέψουμε με τη σταθερότερη πεποίθηση όλες τις υποσχέσεις, τις οποίες μας δίνει το Ευαγγέλιο, τόσο για αυτήν τη ζωή, όσο και για τη μέλλουσα και να θεωρήσουμε τη χριστιανική θρησκεία έργο του Θεού που σχετίζεται με τη σωτηρία μας. Δεν είναι ανάγκη να δώσουμε περισσότερη έκταση εις αυτές τις σκέψεις, αφού είναι αδύνατον, εις όποιον έχει άπαξ πεισθεί δια την ανάσταση του Χριστού, να διατηρήσει την παραμικρή αμφιβολία για την θειότητα της Αγίας Γραφής»

Βενιαμίν Φραγκλίνος 1706-1790
(εφευρέτης του αλεξικέραυνου και Αμερικανός πολιτικός)

– «Με τη βοήθεια του Θεού εφέρθην κατά το μακρό διάστημα της ζωής μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς δεν έχει το διακαίωμα να πει: ο Βενιαμίν Φραγκλίνος με αδίκησε»

– «Χάσαμε έναν γονέα, φίλο ανεκτίμητο και προσφιλή. Αλλά αυτή είναι η θέληση του Θεού· τα σώματά μας να απορρίπτονται, όταν η ψυχή πρόκειται να εισέλθει στην αληθινή ζωή. Η ύπαρξή μας επί της γης μόλις αξίζει το όνομα ζωή… Γιατί λοιπόν να μην χαίρουμε, όταν ένα νέο άτομο καλείται στην αιωνιότητα, να γίνει μέλος της ευτυχισμένης κοινωνίας των αθανάτων;»

– «Ενθάδε κείται το σώμα του Βενιαμίν Φραγκλίνου, τυπογράφου, ως περικάλυμμα παλαιού βιβλίου, με σχισμένα τα φύλλα, με σβησμένα τα γράμματα και το επιχρύσωμά του, βορά των σκωλήκων. Δεν θα χαθεί όμως το κείμενο του βιβλίου, διότι θα αναφανεί, όπως πιστεύει, εις νέαν έκδοση, ωραιότερη, διορθωμένη και αναθεωρημένη από τον Ποιητή» (λόγια στην επιτάφια πλάκα του τα οποια συνέταξε ο ίδιος)

– «Νέε, σε συμβουλεύω να καλλιεργήσεις τη γνωριμία σου με την Αγία Γραφή και να πιστεύεις αδίστακτα στα διδάγματά της. Αυτό αποτελεί το ασφαλές συμφέρον σου»

– «Κύριοι! Ας προσευχόμαστε. Έφθασα σε μια μεγάλη ηλικία, και όσο περισσότερο ζω, τόσο καθαρότερα βλέπω ότι η υπόθεση της ανθρωπότητας διευθύνεται από τον Θεό… Πώς μπορεί μια χώρα να στηριχτεί και να ενισχυθεί χωρίς τη βοήθειά Του; Η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει ότι, εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες»

Lavoisier 1743-1794
(ο πατήρ της νεώτερης Χημείας)

«Ερωτούμε τη φύση σε κάθε στιγμή και αυτή μας απαντά μία φορά τον αιώνα και με μία μόνο λέξη»

Έρσελ Β. Herschel William 1738-1822
(αστρονόμος που ανακάλυψε πολλούς δορυφόρους πλανητών)

«Όσο περισσότερο ευρύνεται το πεδίο της επιστήμης, τόσο πολυαριθμότερες γίνονται οι αποδείξεις περί υπάρξεως παντοδύναμης δημιουργικής Πανσοφίας»

Λαεννέκ, Laennec Rene 1781-1826
(ο διασημότερος γιατρός του ΙΘ αιώνος)

– «Οι φιλοδοξίες μου είναι ελάχιστες. Αρκεί να μπορώ να ζήσω, για να γίνω ωφέλιμος εις τους άλλους. Όλα τα άλλα είμαι βέβαιος πως δεν έχουν καμία αξία. Η περιουσία, η δόξα, οι πλέον λαμπρές επιτυχίες δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την καρδιά του ανθρώπου. Επέστρεψα εις Εκείνον, ο οποίος μόνος μπορεί να δώσει την αληθινή ευτυχία. Η δόξα του κόσμου χάνεται, η αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα».

– «Είθε ο Θεός της ευσπλαγχνίας εμπρός εις τον οποίον θα παρουσιαστώ μετ’ ολίγον, να σας ευλογεί, αγαπητέ μου πατέρα. Ολοένα και περισσότερο προσπαθώ να καθαρίσω την ψυχή μου και με τη χάρη του Κυρίου επιθυμώ να βρεθώ την στιγμή αυτή κοντά του»

Βόλτα Αλέξανδρος, Volta Α. 1745-1827
(μεγάλος εφευρέτης στον τομέα του ηλεκτρισμού).

– «Πάντοτε εκράτησα και κρατώ ως μοναδική, αληθινή και αλάθητη την αγία χριστιανική θρησκεία και ευχαριστώ το Θεό παντοτινά που μου έδωσε αυτήν την υπερφυσική πίστη… Παρόλ’ αυτά, δεν παραμέλησα να χρησιμοποιήσω τα μέσα, έστω τα ανθρώπινα, που θα μου στερέωναν αυτήν την πίστη και να απομακρύνω όλες τις αμφιβολίες που προβάλλουν και θέτουν εις πειρασμόν. Ούτω πως εμελέτησα προσεκτικά τα θεμέλιά της και αναζήτησα εις την μελέτη βιβλίων, τόσο απολογητικών, όσο και αντιθέτων, τα υπέρ και τα κατά. Από όλα αυτά πηγάζουν τα επιχειρήματα τα πλέον ισχυρά, που την καθιστούν πολύ πιστευτή, ακόμη και εις την ανθρώπινη λογική, εις τρόπον ώστε κάθε σώος νους δεν μπορεί παρά να την εγκολπωθεί και να την αγαπήσει. Είθε μία τοιαύτη ομολογία, που επιθυμώ να γνωσθεί από όλους- διότι «ουκ επαισχύνομαι το Ευαγγέλιον»- να παράγει καλούς καρπούς!»

Λαπλάς Π. Laplace P, 1749-1827
(Γάλλος αστρονόμος και μαθηματικός)

– «Αυτό που γνωρίζουμε είναι ένα κάτι το πολύ μικρό, αλλά εκείνο, που αγνοούμε, είναι μέγιστο!» (το έγραψε πάνω από το κρεββάτι του)

– «όσο μεγαλύτερη και ευρύτερη γίνεται η περιοχή των εξερευνήσεων, τόσο περισσότερο μεγαλώνουν τα σύνορα του αγνώστου» (παρατίθεται από τον G. Gamow)

– «Προσεύχομαι εις τον Θεόν, δια να φρουρεί την ζωήν σου. Έχε Τον πάντοτε παρόντα εις τον νου σου, όπως τον πατέρα σου και την μητέρα σου…» (επιστολή στο γιο του 17/7/1809)

– «Η πιθανότης ενός τοιούτου γεγονότος (=δημιουργίας από τύχη) είναι μία στα τρισεκατομμύρια των δυνατών περιπτώσεων. Το ηλιακό σύστημα δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων».

– «Τέτοια φαινόμενα, τόσο έκτακτα, δεν είναι δυνατόν να προέκυψαν κατά τύχη. Υπολογίζοντες μαθηματικώς την πιθανότητα αυτών βρίσκουμε ότι η πιθανότης αυτή είναι μία στις 200 τρισεκατομμύρια δυνατές περιπτώσεις τουλάχιστον. Επομένως αυτά δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα κατά πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων για τα οποία κανείς δεν αμφιβάλλει. Επομένως οφείλουμε να πιστεύουμε, τουλάχιστον με την ίδια πεποίθηση, ότι κάποια αιτία διηύθυνε τις κινήσεις των πλανητών» (Exposition du systeme du Monde, 1796 σ. 449)

Νταίβυ, Davy Humphry 1778-1829
(μεγάλος Άγγλος χημικός και φυσικός, ο πατήρ της ηλεκτροχημείας).

– «Κατά τη νεότητά μου ήμουν σκεπτικιστής. Νομίζω δ ότι αυτή είναι η περίπτωση των περισσοτέρων νέων που σπούδασαν και συζήτησαν λίγο και συνήθισαν να θέτουν κάποια μαθηματική στρυφνότητα εις τον τρόπο της σκέψεώς τους. Αλλά παρατηρώντας την φύση των νοητικών ιδιοτήτων των ζώων εν συγκρίσει με αυτές του ανθρώπου και εξετάζοντας τα θαυμάσια του ενστίκτου έγινα πιστός. Μου ήλθε μία ημέρα η ιδέα ότι το ένστικτο έχει αντικατασταθεί εις τον άνθρωπον από την ενέργεια του Θεού εις τας ψυχάς μας και με αυτήν την πεποίθηση η πίστη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο… Ο αληθής χημικός βλέπει την ενέργεια του Θεού σε όλες τις ποικίλες μορφές του εξωτερικού κόσμου».

– «Δεν φθονώ κανέναν δι’ οιονδήποτε δώρο της καρδιάς ή του νου, είτε αυτό ονομάζεται μεγαλοφυΐα, είτε ικανότης και φαντασία. Εάν όμως επρόκειτο να εκλέξω, θα προτιμούσα από όλα τα άλλα δώρα την πίστη ευσεβούς καρδιάς. Αυτή κάνει τον βίο σχολή αγιότητας, πλάττει νέες ελπίδες, και όταν χαθεί κάθε γήινη ελπίς, διαχύνει τις λαμπρές της ακτίνες επάνω εις τον μαρασμό και την καταστροφή της επιγείου ύπαρξης. Η πίστη είναι εκείνη που προκαλεί ζωή από τον θάνατο και ύμνο ανάμεσα από τα ερείπια. Αυτή μπορεί να κάνει τα βασανιστήρια και το σταυρό της αισχύνης ουρανίους οδηγούς προς τον παράδεισο· ακόμη και εκεί όπου ο άνθρωπος των αισθήσεων και ο δειλός βλέπει μόνο σκοτάδι, καταστροφή και απόγνωση, η πίστη μπορεί να γεμίσει το πνεύμα με την πρόγευση ενός κόσμου ειρήνης και αιώνιας χαράς, προς τον οποίο κάτω από φοίνικες και αμαράντους βαδίζει η φάλαγγα των νικητών και των μακάρων»»

Λαμάρκ, J.B Lamarck 1744-1829

– «Ο άνθρωπος, αν θεωρήσουμε μόνο το σώμα του, θα ήταν δυνατόν να κατάγεται από τους ανωτέρους πίθηκους, τους ονομασθέντας δια τούτο ανθρωποειδείς, αλλά το λογικό του τον ανεβάζει πολύ υψηλότερα από τα νοήμονα ζώα, του δίδει μία θέση ξεχωριστή και αποδεικνύει ότι η καταγωγή του είναι διαφορετική από εκείνη των ζώων».

– «Είπαν ότι η φύση είναι ο Θεός. Παράξενο πράγμα! Έκαναν σύγχυση μεταξύ του ωρολογίου και του ωρολογοποιού, του έργου και του τεχνίτου. Ασφαλώς η ιδέα αυτή είναι συνεπής και δεν έχει κανένα βάθος. Η δύναμη που δημιούργησε τη φύση δεν έχει αναμφιβόλως όρια, δεν μπορεί να υποταχτεί στο θέλημά της και είναι ανεξάρτητη από κάθε νόμο. Μόνη αυτή μπορεί να μεταβάλλει την φύση και τους νόμους της· μόνη αυτή μπορεί να τους εκμηδενίσει».

– «Η φύση χωρίς να είναι μία διάνοια, χωρίς να είναι ένα ον, αλλά μία τάξις πραγμάτων που αποτελούν μία δύναμη παντού υποταγμένη εις νόμους, η φύσις, λέγω, δεν είναι Θεός. Είναι το υπέροχο προϊόν της παντοδυνάμου θελήσεώς του… Ο άνθρωπος που μελετά το παιχνίδι των φυσικών δυνάμεων θαυμάζει, ας πω μεν, τις θείες κινήσεις, διότι η θέληση του Θεού εκφράζεται παντού με την εκτέλεση των νόμων της φύσεως, εφ’ όσον αυτοί οι νόμοι προέρχονται από αυτόν»

Cuvier Γεώργιος, 1769-1832
(ο πατήρ της Παλαιοντολογίας)

– «Τα τελειότερα ζώα είναι απείρως κατώτερα του ανθρώπου ως προς τις νοητικές ικανότητες».

– «Ας αφήσουμε την ειδωλολατρική αρχαιότητα και ας ανοίξουμε το Ευαγγέλιο… Ιδού τι διαβάζουμε εις το ιερόν Βιβλίον: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται»

Αμπέρ Ανδρέας, Ampere 1775-1836
(διάσημος Γάλλος φυσικός)

– «Πόσο δυστυχής είμαι!… Εάν όμως διατηρούσα ακέραιες τις χριστιανικές μου πεποιθήσεις, ω! τότε δεν θα είχα πέσει μέσα εις αυτό το βάραθρον» (επιστολή στον J. Bredin)

– «Προσεύχου δι’ εμέ, ζήτησε δι’ εμέ την δύναμη να προσευχηθώ. Προσπάθησε, αγαπητέ μου, να μου δείξεις την αλήθεια. Προσπάθησε να με σηκώσεις από το βάραθρο στο οποίο πίπτω» (επιστολή στον J. Bredin)

– «Μέσα στη φύση, μπορούμε να βλέπουμε τα έργα του Δημιουργού και από αυτά να φτάνουμε στην γνώση Αυτού και στις θείες του ιδιότητες. Ο Θεός κρύπτεται στα «έργα των χειρών του» σαν τις πραγματικές κινήσεις των άστρων, οι οποίες κρύβονται πίσω από τις φαινομενικές»

– «Η πίστη είναι ένα δώρο του Θεού, στηρίζεται όμως και πάνω εις την θέληση του ανθρώπου προς επιστροφήν εις την Εκκλησία του Σωτήρος. Η θύρα είναι πάντοτε ανοικτή εις τους «ταπεινούς τη καρδία»… Και εν τούτοις εκλήθης, όπως και εγώ. Ηρνήθης όμως. Ανέβαλες και ο Κύριος επέρασε. Μα είσαι λοιπόν Χριστιανός ή εχωρίσθης από το σώμα της Εκκλησίας, η οποία είναι ο θεματοφύλαξ της Αληθείας επί της γης… Σε χαιρετώ και είθε ο Κύριος να σε επαναφέρει εις τους ώμους του, όπως το απολωλός πρόβατον» (επιστολή στον Οζανάμ)

– «Να εργάζεσαι εν πνεύματι προσευχής. Να ερευνάς πάντοτε με το ένα μάτι, ώστε το άλλο να καταγοητεύεται διαρκώς από το αιώνιο φως. Να ακούς μόνο με το ένα αυτί, για να είναι το άλλο πάντοτε έτοιμο να υποδέχεται τους γλυκείς και μελωδικούς ήχους του ουρανίου σου Φίλου…»

– «Θεέ μου, όλες οι επιστήμες, όλες οι ανακαλύψεις, όλα αυτά που ο κόσμος θαυμάζει, δεν είναι τίποτα. Η μόνη και αιώνια αλήθεια είναι η αλήθεια του Θεού… Ω, πόσο η ψυχή μου είναι τώρα πλέον ενωμένη με το Θεό και με το Χριστό. Ευλόγησέ με, Θεέ μου!»

– «Αντιλαμβάνομαι τώρα περισσότερο από άλλοτε τον Χριστιανισμό ως θρησκεία αφιερώσεως, θρησκεία αγάπης, θρησκεία εις την οποίαν οφείλουμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις» (στο τέλος της ζωής του)

Γκάους, K. Gauss 1777-1855
(κατά κάποιους ο μεγαλύτερος μαθηματικός όλων των αιώνων)
.
– «Υπάρχει εις τον κόσμον αυτόν απόλαυση του νου, ο οποίος ικανοποιείται εις την επιστήμην, και απόλαυση της καρδιάς, η οποία ανακουφίζει τον άνθρωπο από τους μόχθους και τις ταλαιπωρίες. Εάν όμως υποτεθεί ότι το έργο του υπερτάτου Όντος είναι να φέρει εις την ζωήν πλάσματα, δια να καλλιεργούν τις απολαύσεις αυτές και να εξαφανιστούν έπειτα από 80 ή 90 χρόνια, το σχέδιο θα ήταν ελεεινό. Ας υποτεθεί ότι η ψυχή ζούσε 80 ή 90 χιλιάδες χρόνια. Εάν επρόκειτο κάποτε να εξαφανιστεί, το χρονικό αυτό διάστημα είναι απλή στιγμή, αφού επι τέλους θα περάσει. Και όμως η ψυχή μας τείνει προς την αθανασία και το άπειρο. Από αυτό πρέπει να δεχτεί κανείς την γνώμη υπέρ της οποίας, εκτός από την αυστηρή επιστημονική θεμελίωση, τόσο πολλά άλλα συνηγορούν· ότι δηλαδή εκτός από τον υλικό αυτό κόσμο, υπάρχει και καθαρώς πνευματικός κόσμος, προορισμένος να μας παράσχει την ικανοποίηση των ευγενεστάτων και ισχυροτάτων εφέσεών μας. Του κόσμου δε αυτού θα γίνουμε μέτοχοι».

– «Σου εύχομαι να είσαι καλά, αγαπητέ μου. Πρέπει το όνειρο που ονομάζουμε ζωή να σού είναι γλυκύτερο. Να είναι πρόγευση της αληθινής ζωής εις την καθαυτό πατρίδα μας, εις την οποία το ζων πνεύμα δεν θα φέρει την αλυσίδα του σώματος, την σκευοθήκη του χώρου, την μάστιγα των γηίνων πόνων και όπου δεν θα το πιέζουν οι πειρασμοί των μικροτάτων μας αναγκών και επιθυμιών. Ας φέρουμε με θάρρος και χωρίς γογγυσμό το φορτίο μέχρι τέλους, χωρίς να λησμονούμε καθόλου εκείνον τον υψηλότερο σκοπό. Θα είμεθα γεμάτοι χαρά, όταν θα σημαίνουν οι τελευταίες ώρες της ζωής μας, για να αποθέσουμε το φορτίο, και θα βλέπουμε να φεύγει από πάνω μας κάθε τι το φθαρτό»

Κωσύ Αυγουστίνος, A. Cauchy 1789-1857
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός 19ου αιώνος και κατηχητής νέων).

– «Είμαι Χριστιανός· δηλαδή πιστεύω εις την θεότητα του Ιησού Χριστού, μαζί με τους Μπραγιέ (T.Brahe), Καρτέσιο, Κοπέρνικο, Νεύτωνα, Φερμά, Λάϊμπνιτς, Πασκάλ, Ούλερ (Euler)…, μαζί με όλους τους μεγάλους γεωμέτρες, φυσικούς και αστρονόμους των περασμένων αιώνων… που τίμησαν περισσότερο από κάθε άλλον την επιστήμη, την φιλοσοφία, την φιλολογία και οι οποίοι ελάμπρυναν τις ακαδημίες μας».

– «Οι πεποιθήσεις μου είναι αποτέλεσμα όχι παιδικών προλήψεων, αλλά μιας βαθύτερης μελέτης»

– «Δεν βλέπω εις τι θα με έβλαπταν οι πεποιθήσεις μου αυτές. Απ’ εναντίας αισθάνομαι ότι, αν έχανα το άγιο δώρο της πίστεως, η ψυχή μου, η οποία δεν θα ήξερε πλέον τι να πιστεύει και τι να φοβάται, θα ήταν ανήσυχη και ταραγμένη από την σκέψη της υπάρξεως μιας μελλούσης ζωής και θα εκυμαίνετο εις μάτην εδώ και εκεί, χωρίς να βρίσκει εις το μέλλον ούτε την ελαχίστη γαλήνη. Και η ανησυχία αυτή της ψυχής και η αβεβαιότης της σκέψεως είναι εκείνη που προκαλεί την αηδία προς την ζωή, που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και εις την αυτοκτονία»

– «Δεν φοβάμαι μήπως θορυβηθώ από τις αναζητήσεις σας. Θα τις προκαλώ αδιακόπως, θα τις ενθαρρύνω με τις προσπάθειές μου και τις προσυχές μου· δεν θα φοβηθώ μήπως η αλήθεια αντιτίθεται προς τον εαυτό της, ούτε ότι τα γεγονότα και τα δεδομένα, που μαζεύετε, μπορούν να είναι αντίθετα προς την Αγία Γραφή (…). Είμαι βυθισμένος στη μελέτη της ανθρώπινης επιστήμης και ιδιαιτέρως εκείνης που λέγεται θετική επιστήμη, και αναγνωρίζω διαρκώς και περισσότερο την αλήθεια των λόγων του Βάκωνος: ότι, αν ολίγη φιλοσοφία μας κάνει απίστους, πολλή φιλοσοφία μας οδηγεί να γίνουμε Χριστιανοί. Είδα ότι όλες οι επιθέσεις εναντίον της αλήθειας που αποκάλυψε  ο Θεός, έδωσαν νέες αποδείξεις υπέρ της αλήθειας»

Φαρανταίυ Μιχαήλ, Faraday,1791-1867
(ένας από τους διασημότερους φυσικούς)

– «Όταν το πνευματικώς και το ηθικώς καλόν υπάρχει συνηνωμένον σε ένα ον, ομολογώ ότι το ον αυτό επλάσθη κατ’ εξοχήν για να εμφανίζει και να δείχνει την δόξα του Θεού εις την δημιουργία»

– «Η έννοια και ο σεβασμός του Θεού φθάνουν εις το πνεύμα μου δια μέσου οδών τόσο ασφαλών, όσο εκείνες που μας οδηγούν σε αλήθειες του φυσικού κόσμου»

Sir James Simpson 1811-1870
(εφεύρεση χλωροφορμίου)

– «Η μεγίστη ανακάλυψη, την οποία επραγματοποίησα ποτέ, ήταν ότι υπήρξα ένας μεγάλος αμαρτωλός και ο Ιησούς Χριστός ένας θαυμάσιος Σωτήρ και λυτρωτής»

Μάγερ Ιούλιος, Mayer 1814-1878,
(μέγας φυσικός του ΙΘ΄αιώνος)

– «Ο Έλλην σοφός Αναξαγόρας εδέχθη ως την τελικήν αιτίαν όλων των φαινομένων της κινήσεως μία ανωτέρα οντότητα, η οποία γνωρίζει τα πάντα, τον Νουν, ο οποίος κατά βάσιν συμπίπτει με τον Λόγον του ευαγγελιστού Ιωάννου… Τον αιώνιον αυτόν Λόγον ουδέποτε θα εμπιστευόμην να υποβληθεί εις μίαν κριτικήν έρευναν, για να κριθεί με ανθρώπινα μέτρα».

– «Το πρώτον και βασικόν αίτιον των πραγμάτων είναι μία ουσία, η οποία θα μένει αιωνίως ανεξερεύνητος από την ανθρωπίνη νόηση- και αυτή είναι η Θεότης».

– «Από τα βάθη της καρδιάς μου αναφωνώ: μία ορθή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά προπαίδεια για τη χριστιανική θρησκεία».

– «Με όλη μου την ψυχή βεβαιώνω ότι η αληθινή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά μόνο προπαρασκευαστική για τη χριστιανική θρησκεία. Οι φυσικές αλήθειες έχουν τέτοια σχέση με τη χριστιανική αλήθεια, οποίαν τα ρυάκια και οι ποταμοί προς τον ωκεανόν».

– «Η αλήθεια είναι καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν αιώνια και το Αιώνιον ούτε να οριστεί δύναται ούτε και να αποδειχτεί… Ο Θεός όμως έχει ως γνωστόν εις το πρόσωπον της ανθρωπότητος ένα πολύ βραδυπορούντα μαθητήν!»

Τζ. Μάξουελ, J. Maxwell 1831-1879
(μεγαλοφυής Σκώτος φυσικός)

– «Θεέ παντοδύναμε, Συ που δημιούργησες τον άνθρωπο κατά την δική σου εικόνα και του έδωσες την ζώσα λογική ψυχή, ώστε να Σε αναζητεί και να στέκεται υπεράνω των δημιουργημάτων σου, δίδαξέ μας να ερευνούμε τα έργα των χειρών σου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υποτάσσουμε τα επίγεια προς ιδικήν μας χρήση και να ενισχύουμε το λογικό μας, δια να το θέτουμε εις την δική σου υπηρεσία. Βοήθησέ μας να δεχώμεθα τους λόγους σου και να πιστεύουμε εις Εκείνον, τον Οποίον έστειλες για να μας δώσει την επιστήμη του ελέους και την άφεση των αμαρτιών μας»

– «Η ανθρωπίνη προσωπικότης και κατά την φύσιν και κατά τον προορισμό της βρίσκεται πολύ πέραν των ορίων της επιστημονικής σφαίρας».

– «Εις τας ημέρας μας τα ηλιακά συστήματα είναι τόσο τέλεια κατά τον αριθμό, τια διαστάσεις και το βάρος, όσο ήταν και κατά τη στιγμή της δημιουργίας. Οι αναλοίωτες ιδιότητές τους μας διδάσκουν ότι η ακρίβεια των υπολογισμών μας, η αλήθεια των κρίσεών μας και η εντιμότης των πράξεών μας, τα οποία θεωρούμε ως τα ευγενέστερα ιδιώματα του ανθρώπου, μας ταιριάζουν, διότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του Όντος, το οποίο εις την αρχή εδημιούργησε όχι μόνο τον ουρανό και τη γη, αλλά και την ύλη, από την οποία έλαβαν αυτά υπόσταση»

Δαρβίνος Κάρολος 1809-1882

– «Το ζήτημα εάν υπάρχει Δημιουργός Κυβερνήτης  του Σύμπαντος είναι εντελώς ξεχωριστό. Και εις το ερώτημα αυτό απαντούν καταφατικώς τα μεγάλα πνεύματα, τα οποία έζησαν ανά τους αιώνας» (στο «Περί της καταγωγής του Ανθρώπου»)

– «Και οι δύο (πράξεις) της γενέσεως, τόσο του είδους, όσον και των ατόμων, είναι, εντελώς κατά τον ίδιο τρόπο, μέρη εκείνης της μεγάλης λογικής σειράς των γεγονότων, τα οποία με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δεχτεί το πνεύμα μας ως αποτέλεσμα τυφλής τύχης» (στο Η Καταγωγή του ανθρώπου)

– «…οι μορφές οι ολοένα πιο ωραίες και πιο θαυμαστές [ως προϊόν] διαφόρων δυνάμεων… που εμφυσήθηκαν αρχικά από τον Δημιουργό σε λίγες μορφές ή μόνον σε μία» (Η Καταγωγή των Ειδών, τόμος 2, σελ. 207)

– «Το περί θρησκευτικών πεποιθήσεών μου ζήτημα σπουδαίο είναι μόνον για μένα τον ίδιο. Επειδή όμως με ερωτάτε, απαντώ, ότι στο ζήτημα αυτό οι γνώμες μου μεταβάλλονται πολλές φορές. Αν κάποιος πρέπει να ονομάζεται θεϊστής, εξαρτάται από τη σημασία που δίνουμε σε αυτήν τη λέξη· αλλά ούτε και κατά την εποχή των πιο μεγάλων μου ταλαντεύσεων υπήρξα άθεος, δηλαδή άνθρωπος που αρνείται την ύπαρξη του Θεού» (γραπτή απάντηση στην Εφημερίδα της Αυγούστης το 1883)

Κρόνεκερ Λέοπολντ 1823-1891
(Γερμανός μαθηματικός)

– «Ο Θεός δημιούργησε τους ακέραιους αριθμούς· όλα τα άλλα είναι έργα του ανθρώπου»

Κούμερ Ε., Kummer, 1810-1893
(μεγάλος Γερμανός μαθηματικός)

– «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλον χώρο, παρά εκείνον τον οποίο μας έδωσε ο αγαπητός Θεός»

– «Η φράση του Λάιμπνιτς «ότι ο Θεός αρέσκεται εις τους περιττούς αριθμούς» εκφράζει την συνείδηση του ότι, το κράτος των μαθηματικών με την εντελώς άπειρη πολλαπλότητα του περιεχομένου του, δεν είναι ανθρώπινο έργο, αλλά παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως δημιουργία του Θεού τόσο αντικειμενική, όσο και η εξωτερική φύση»

Παστέρ Λουδοβίκος, Pasteur L. 1822-1895
(μέγας χημικός και βιολόγος)

– «Ο Θεός θέλησε, όπως δια των επιμόνων εργασιών μου προσθέσω ένα λιθαράκι εις το οικοδόμημα των γνώσεών μας επί των βαθέων μυστηρίων της ζωής και του θανάτου» (γράμμα στον πατέρα του)

– «Όσο περισσότερο ασχολούμαι με την σπουδή της φύσεως, τόσο περισσότερο εκπλήττομαι με τα έργα του Δημιουργού. Κατά τας εν τω εργαστηρίω μου εργασίας προσεύχομαι»

– «Η επιστήμη οφείλει να περιορίζεται στην παρατήρηση των γεγονότων και να μην υπερπηδά τον κύκλο της πραγματικότητας· αλλά δεν δύναμαι να εννοήσω, για ποιο λόγο οι οπαδοί της θετικής φιλοσοφίας αγωνίζονται να αποκλείσουν από τη μελέτη της ανθρώπινης διάνοιας, το σπουδαιότερο όλων των γεγονότων, την θετικοτέραν όλων των γνώσεων, την ιδέα του Απείρου… Το ύψος των ανθρωπίνων πράξεων εξαρτάται από τις ιδέες, από τις οποίες αυτές εμπνεύστηκαν. Ευτυχής εκείνος, ο οποίος φέρει μέσα του το θείον, την ιδέα του καλού, το ιδεώδες της τέχνης, της επιστήμης, της πατρίδος, το ιδεώδες των αρετών του Ευαγγελίου. Αυταί είναι αι ζώσαι πηγές των μεγάλων έργων, οι οποίες φωτίζονται από τις ακτίνες του Απείρου… Διερωτώμαι εν ονόματι ποίας νέας φιλοσοφικής ή επιστημονικής ανακάλυψης δυνάμεθα να εκριζώσωμεν από την ανθρώπινη ψυχή αυτές τις υψηλές ενασχολήσεις; Τις θεωρώ αιώνιες» ( στις 27-4-1882)

– «Θα έλθει ημέρα που θα γελούν δια την βλακείαν της συγχρόνου φιλοσοφίας»

– «Η αυτόματη γένεση των μικροσκοπικών όντων αποτελεί χίμαιρα. Όχι! Σήμερα δεν υπάρχει καμία γνωστή περίπτωση κατά την οποία μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι μικροσκοπικά όντα ήλθαν στον κόσμο χωρίς σπέρματα και γονείς που να ήταν όμοια με τα όντα αυτά. Αυτοί που διατείνονται την ύπαρξη της αυτομάτου γενέσεως, τούς έχει περιπαίξει η φαντασία τους ή εξαπατήθηκαν από κακώς επιχειρηθέντα πειράματα, στα οποία υπήρχαν σφάλματα που δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ή τα οποία δεν μπόρεσαν να αποφύγουν». «Παν ζων εκ ζώντος»

– «Η επιστήμη δεν πρέπει να ανησυχεί καθόλου για τις φιλοσοφικές συνέπειες των εργασιών της. Αν με την πρόοδο των πειραματικών ερευνών μου επετύγχανα να αποδείξω ότι η ύλη μπορεί να οργανωθεί μόνη της σε κύτταρο ή σε έμβρυο ον θα το διεκήρυσσα αμέσως με την δικαιολογημένη υπερηφάνεια ενός εφευρέτου, ο οποίος έχει τη συνείδησή του ήσυχη, ότι έκαμε μία σπουδαιοτάτη ανακάλυψη. Και αν με προκαλούσαν θα προσέθετα: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι αρχές, οι θεωρίες και τα συστήματά τους δεν συμφωνούν με την αλήθεια των φυσικών γεγονότων! Με την ίδια αυτή υπερηφάνεια σας είπα και προ ολίγου, απορρίπτοντας τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι αντίπαλοί μου στο να καταρρίψουν τα συμπεράσματά μου: Στη σημερινή κατάσταση της επιστήμης η θεωρία της αυτομάτου γενέσεως είναι μία χίμαιρα. Και με την ίδια ανεξαρτησία της γνώμης μου προσθέτω: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι φιλοσοφικές ή πολιτικές τους αρχές παρεμποδίζονται αό τις μελέτες μου!»

– « «Η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα» επιγραφή για την οποία ο Παστέρ ειπε: «Αν η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα, οι επιστήμονες όμως έχουν και θρησκεία και πατρίδα»

– «Θα έδινα ευχαρίστως όλη μου τη δόξα ως επιστήμονας για ένα ψίχουλο από τη δόξα του Μεγάλου Αντωνίου, ο οποίος δεν ήξερε ούτε να διαβάζει».

Lapparent 1839-1908
(Γάλλος γωολόγος και ακαδημαϊκός)

– «Εάν έπρεπε να συνοψίσω σε σαράντα γραμμές τα πορίσματα της γεωλογίας, θα αντέγραφα το κείμενο της Γενέσεως, δηλαδή την ιστορία της Δημιουργίας όπως την έγραψε ο Μωϋσής»

Λίστερ Ιωσήφ, Lister, 1827-1912
(ο πατήρ της χειρουργικής)

– «Δεν διστάζω διόλου να είπω ότι κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ της θρησκείας του Ιησού Χριστού και οποιουδήποτε γεγονότος επιστημονικώς αποδεδειγμένου»

Πουανκαρέ Ερρίκος, H. Poincare 1854-1912
(μέγας Γάλλος μαθηματικός και φυσικός, χαρακτηρίστηκε ο «ζων εγκέφαλος των θετικών επιστημών»)

– «Δεν γνωρίζω να έχει ποτέ στεγνώσει η επιστήμη ένα δάκρυ από αυτά που έρχονται από την καρδιά… Πώς να κατευνάσει την απέραντη δίψα για ασφάλεια και δικαιοσύνη, που η ανθρωπότης λαχταρά; Η μόνη φωνή που την έχει ειρηνεύσει είναι εκείνη, που κατέβηκε μία ημέρα από το Όρος και ξεχύθηκε σε όλο τον κόσμο λέγοντας: «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται»

Thomas Edison 1847-1931
(Αμερικανός εφευρέτης και επιχειρηματίας. Από τις γνωστότερες εφευρέσεις του είναι το μικρόφωνο, ο φωνόγραφος και ο ηλεκτρικός λαμπτήρας)

– «Δεν έχουμε καν αρχίσει να καταλαβαίνουμε ούτε το ένα τοις εκατό για το ενενήντα εννέα τοις εκατό από οτιδήποτε»

Ντε Λωναίη Λουδοβίκος, Louis de Launey,1860-1936,
(ένας από τους μεγαλύτερους γεωλόγους του κόσμο)

– «Ο Ιησούς είναι ο Θεός της αγάπης, ο Σωτήρ. Ο Εσταυρωμένος. Πέρασε πια η εποχή που οι έξυπνοι περιγελούσα τη Βίβλο, τον Χριστιανισμό, διότι δεν δεχόταν να ντυθεί την περούκα του ψευδοπολιτισμού. Δεν ζούμε πλέον στους χρόνους που νόμιζαν ότι όλα μπορούν να τα εξηγήσουν με τις αλγεβρικές εξισώσεις… Δεν ζούμε πλέον στην εποχή που επειδή η μεταφυσική δεν ήταν προσιτή στον ορθολογισμό, έπρεπε να ξεχάσουμε τη μεταφυσική… Ο Χριστός δίδει τη νίκη και τη χαρά στους πιστούς, μάλιστα δε σε όσους τον δέχονται με πίστη και ζητούν από αυτόν παρηγοριά… Χαίρονται τη λύτρωση που τους χάρισε ο μεγάλος Ελευθερωτής τους: ο Εσταυρωμένος Ιησούς, ο Σωτήρ τους, ο Αδελφός τους»

– «Η συνετή και ορθοφρονούσα επιστήμη σταματά ευσεβώς εις την σφαίρα της πίστεως»

G. Marconi 1874-1937
(βραβείο Νόμπελ 1909 για την ασύρματη τηλεγραφία)

– «Η επιστήμη μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει πολλά πράγματα, και προ πάντων το μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια, το μυστήριο της υπάρξεώς μας. Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Για ποιο σκοπό ερχόμαστε στη ζωή; Από τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται, επεδόθη εις την έρευνα των προβλημάτων αυτών, και όμως αυτά μέχρι σήμερα μένουν άλυτα. Διακηρύττω με υπερηφάνεια ότι είμαι πιστός. Πιστεύω στη δύναμη της προσευχής. Πιστεύω σε αυτό όχι μόνο ως πιστός Χριστιανός, αλλά συγχρόνως και ως επιστήμων»

– «Κάθε άνθρωπος της επιστήμης γνωρίζει ότι υπάρχουν μυστήρια άλυτα. Μόνο η πίστη σε μία Ανώτερη Ύπαρξη, πίστη η οποία ζητά την υπακοή μας, μας δίνει θάρρος να αναλαμβάνουμε με γενναιότητα την σπουδή των μυστικών της ζωής. Με τη βοήθεια του Θεού, ο οποίος θέτει τόσο τις μυστηριώδεις δυνάμεις της φύσης στη διάθεση της ανθρωπότητας, μπόρεσα να ετοιμάσω αυτό το όργανο, το οποίο δίνει στους πιστούς όλου του κόσμου την ευκαιρία να ακούσουν τους λόγους του Αγίου Πατρός (=του Πάπα)» (κατά την εγκατάσταση Ραδιοφωνικού σταθμού στο Βατικανό στις 12-2-1931)

– «Όταν ο Μαρκόνι εισήγαγε εις την ραδιοφωνία τα βραχέα κύματα, οι πρώτες φράσεις που εξέπεμψεν ήταν: «Γενηθήτω το θέλημά σου-ρύσαι ημας από του πονηρού».

Καρρέλ Αλέξης, Carrel A, 1873-1944,
(Γάλλος βιολόγος και φυσιολόγος παγκοσμίου φήμης, Νόμπελ 1912, συγγραφέας του «Ο άνθρωπος, αυτός ο άγνωστος»)

– «Οι τεχνικές μέθοδοι συλλαμβάνουν μόνο εκείνο που έχει διαστάσεις και βάρος. Δεν καταλαβαίνουν παρά μόνο τα πράγματα που είναι τοποθετημένα μέσα στο χώρο και τον χρόνο. Είναι ανίκανες να καταμετρήσουν την ματαιότητα, το μίσος, τον έρωτα, την ωραιότητα, την ανάταση της θρησκευτικής ψυχής προς τον Θεό, τις ονειροπολήσεις του σοφού και του καλλιτέχνη»

– «Η αληθινή προσευχή, μακράν του να είναι ξερή απαγγελία τυπικών ευχών, εκδηλώνεται με κάποια διάθεση μυστική, όπου η συνείδησή μας, το εγώ μας, συγχωνεύεται με το Θεό. Η κατάσταση αυτή δεν είναι φύσεως διανοητικής. Και για αυτό παραμένει απρόσιτη και ακατάληπτη στους φιλοσόφους και επιστήμονες. Έτσι και το αίσθημα του ωραίου και της αγάπης δεν κατανοούνται με την αναδίφηση των βιβλίων και με μελέτες θεωρητικές. Οι απλοί άνθρωποι αισθάνονται τον Θεό τόσο φυσικά, όσο και τη θερμότητα του ήλιου ή το άρωμα του άνθους. Αλλά ο Θεός, που είναι τόσο προσιτός στον άνθρωπο, που ξέρει να αγαπά, είναι απρόσιτος σε εκείνον, ο οποίος ξέρει μόνο να κατανοεί».

– «Δια της προσευχής ο άνθρωπος συναντά τον Θεό και ο Θεός ενοικεί εις τον άνθρωπο. Η προσευχή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του κρατίστου μέρους της οντότητάς μας. Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούμε την προσευχή σαν μία πράξη, στην οποία επιδίδονται μόνο οι αδύνατοι κατά το πνεύμα, οι πτωχοί και οι άνανδροι. «Είναι ντροπή να προσευχόμαστε», έλεγε ο Νίτσε. Στην πραγματικότητα δεν είναι περισσότερο ντροπή να προσευχόμαστε από το να τρώμε, να πίνουμε, να αναπνέουμε. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη του Θεού, όπως έχει ανάγκη από το νερό και το οξυγόνο»

Sir Arthur Eddington (1882-1944)
(μεγάλος Άγγλος αστροφυσικός)

– «Συμφωνήσαμε να λέμε ότι οι σχέσεις των φυσικών φαινομένων οφείλονται σε ένα άγνωστο σε μας υπόστρωμα. Αλλά γιατί να μην λέμε ότι το σύνολο των αποτελεσμάτων των συναγομένων εκ των μετρήσεων, αναφέρεται σε κάτι που έχει πνευματική φύση και του οποίου εμείς γνωρίζουμε την χαρακτηριστική ιδιότητα του σκέπτεσθαι; Μου φαίνεται ότι κάθε άλλη εξήγηση είναι παράλογη».

– «Απαλλαγείτε από την ιδέα, ότι οι νόμοι της φύσης μπορούν να καταργήσουν τη θρησκεία. Η επιστήμη σήμερα διακηρύττει ότι ο Θεός είναι πραγματικότης. Αλλά με αυτό δεν περιορίζουμε την σημασία της πραγματικότητας στην έννοια, υπό την οποία λέγομεν, ότι τα άτομα της ύλης είναι πραγματικότης. Η περί της πραγματικότητος του Θεού βεβαιότης μας είναι συναίσθηση της αναγκαίας σχέσεως του Θεού προς το σύμπαν».

– «Δεν είναι καθόλου ορθό να υποστηρίξουμε με υποθέσεις την Θρησκεία, απέναντι της Φυσικής, διότι η επιστήμη μπορεί να πλανάται. Τούτο εξηγεί, γιατί εγώ δέχομαι την ουσιώδη αλήθεια της Θρησκείας, επειδή παρέχει εχέγγυα»

– «Εκείνο που μας απομένει πραγματικά να κάνουμε, είναι μία αντίθετη επέκταση προς τα οπίσω, προς το παρελθόν, για να διαισθανθούμε και να φανταστούμε μία αμυδρή εικόνα που μας δίνουν οι τωρινές αντιλήψεις της Φυσικής. Η εξέταση της αρχής του κόσμου μάς παρέχει ανυπέρβλητες δυσκολίες σε περίπτωση που δεν θα συμφωνήσουμε να την θεωρήσουμε ειλικρινά ως υπερφυσική. Και ίσως πρέπει σε αυτό να περιοριστούμε» (The Expanding Universe,1944 p. 126)

J.A Fleming 1849-1945
(διάσημος Άγγλος ηλεκτρολόγος μηχανικός και μεγάλος εφευρέτης)

– «Το να λέμε ότι μόνη της η εξέλιξη παρήγαγε ή κατεύθυνε το σύμπαν προς την σημερινή του κατάσταση, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίσουμε στην ύλη δύναμη αυτορρυθμίσεως, να της αποδώσουμε τις ιδιότητες Διάνοιας και να την κάνουμε δημιουργό θεότητα έξω από αυτό που απλώς είναι, δηλαδή έξω από το όνομα μιας λειτουργίας, που παρακολουθούμε, ή ενός γεγονότος. Η βιβλική ιδέα είναι πολύ περισσότερο ικανοποιητική και επαρκής. Σε αυτήν, η πηγή της δυνάμεως, η οποία διεγείρει και παράγει την σκέψη με την επίδραση και του εξωτερικού κόσμου, τοποθετείται σε μία υπέρτατη και ανεξάρτητη Διάνοια, που δεν ταυτίζεται ούτε με τις δικές μας δυνάμεις ούτε με τον εξωτερικό κόσμο υπό πανθεϊστική έννοια»

– «Η βασική αλήθεια της εξ’ αποκαλύψεως θρησκείας, είναι σαν μία ανακοίνωση που έχει γίνει σε μας και λέγεται στη φιλολογία Βίβλος. Θα ήταν αδύνατον να συλλέξουμε μαζί 66 βιβλία (το σύνολο δηλαδή των βιβλίων της Αγίας Γραφής) από μία άλλη κλασική κοσμική φιλοσοφία, που να έχουν τόσο αξιοσημείωτη σχέση, και αυτό αποδεικνύει ότι ο πραγματικός συγγραφέας τους δεν ήταν απλώς ο επί μέρους συγγραφέας, αλλά κάποια Υπέρτατη Λογική ή Διάνοια που οδηγεί τους συγγραφείς αυτούς προς ένα ορισμένο σκοπό»

– «Εν ολίγοις το φυσικό Σύμπαν είναι μάλλον μία Σκέψη παρά ένα Πράγμα· και η Σκέψη προϋποθέτει και απαιτεί Ένα που Σκέπτεται».

σερ Τζαίιμς Τζηνς J. Jeans 1877-1946
(από τους διασημότερους φυσικομαθηματικούς όλων των εποχών)

– «Από την εσωτερική μαρτυρία της αρμονίας της Δημιουργίας του, ο Δημιουργός του Σύμπαντος φαίνεται ότι είναι τέλειος μαθηματικός»

– «… Ο μαθηματικός Kronecker ήταν νομίζω εκείνος που είπε, ότι στην αριθμητική ο Θεός έκανε τους ακέραιους αριθμούς, ενώ ο άνθρωπος όλα τα άλλα· υπό το ίδιο πνεύμα μπορούμε να προσθέσουμε, ότι στη φυσική ο Θεός δημιούργησε τα μαθηματικά και ο άνθρωπος έκανε όλα τα άλλα»

– «Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι η επιστήμη δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα πει τίποτα το οριστικό για τα ζητήματα της ανθρωπίνης υπάρξεως και του ανθρωπίνου προορισμού».

– «Η σύγχρονη επιστήμη μας αναγκάζει να θεωρήσουμε ότι ο Δημιουργός εργάζεται εκτός χρόνου και χώρου, που είναι μέρος της δημιουργίας του, ακριβώς όπως και ο ζωγράφος είναι έξω από τον μουσαμά τον οποίο ζωγραφίζει. Η αντίληψη αυτή είναι σύμφωνη με το συμπέρασμα του Αυγουστίνου. «Όχι εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου (=μαζί με το χρόνο) έπλασε ο Θεός τον κόσμο»

– «Τους φυσικούς Νόμους μπορούμε να τους κατανοήσουμε ως ιδέες ενός παγκοσμίου Πνεύματος. Η ομοιομορφία της Φύσεως αποκαλύπτει την εσωτερική συνέπεια του Πνεύματος τούτου… Το Σύμπαν είναι μία όχι-μηχανική πραγματικότητα. Το Σύμπαν μοιάζει με μια μεγάλη Σκέψη μάλλον παρά με μια μεγάλη μηχανή… Η αισθητή ύλη παρουσιάζεται ως δημιουργία και αποκάλυψη του Πνεύματος. Διαπιστώνουμε, ότι το Σύμπαν εμφανίζει ίχνη μιας σχεδιαζούσης ή ελεγχούσης Δυνάμεως» (In Unerforschtes Gebiet (1986)

Μαξ Πλάνκ, Max Planck, 1858-1947
(«ο θεμελιωτής της συγχρόνου φυσικής» βραβείο Νόμπελ(1918)

– «Οπουδήποτε και οσοδήποτε βαθειά και αν προσηλώσουμε τα βλέμματά μας, πουθενά δεν βρίσκουμε καμία αντίφαση μεταξύ της θρησκείας και των φυσικών επιστημών· αντίθετα μάλιστα, στα κρισιμότερα ακριβώς σημεία βρίσκουμε πλήρη συμφωνία. Θρησκεία και φυσικές επιστήμες δεν αποκλείουν η μία την άλλη, όπως φοβούνται μερικοί, αλλά συμπληρώνουν και καθορίζουν η μία την άλλη. Την πλέον χειροπιαστή απόδειξη δια το ευσυμβίβαστο θρησκείας και φυσικής μάς δίδει, και κριτικώς ακόμη εξεταζόμενον, το ιστορικό γεγονός, ότι οι μεγαλύτεροι φυσιοδίφες όλων των εποχών, άνδρες όπως ο Κέπλερ, ο Νεύτων, ο Λάιμπνιτς, ήταν εμποτισμένοι από βαθειά θρησκευτική πίστη»

– «Μόνο ένα ιδεώδες Πνεύμα είναι σε θέση να επισκοπεί επάνω σε όλους τους φυσικούς παράγοντες και έχει την ικανότητα να γνωρίζει και να μπορεί να προβλέπει όλα τα φυσικά φαινόμενα. Αυτό το Πνεύμα δεν πρέπει να το ταυτίζουμε με τον εαυτό μας, αλλά οφείλουμε να υποτασσόμαστε σε Αυτό και να πιστεύουμε σε Αυτό. Επιστημονικώς η ύπαρξή του ούτε αποδεικνύεται ούτε απορρίπτεται, αλλά από την παραδοχή της υπάρξεώς του πρακτικώς πηγάζει η πραγματοποίηση αυστηράς ετεραρχίας σε όλα τα γεγονότα του φυσικού και πνευματικού κόσμου. Υπό το φως της παγγνωσίας του σκεπτόμαστε και ενεργούμε εμείς οι άνθρωποι κατά ορισμένους νόμους πάντοτε, που είναι σε Αυτό μόνον γνωστοί. Τούτο δε δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνείδηση της δικής μας ελεύθερης βούλησης»

– «Η θρησκεία μαζί με τις φυσικές επιστήμες διεξάγουν από κοινού αγώνα εναντίον του σκεπτικισμού αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου εναντίον του δογματισμού, εναντίον της απιστίας και της δεισιδαιμονίας. Και το σύνθημα εις αυτόν τον αγώνα τους υπήρξε πάντοτε και θα είναι: Προς τον Θεόν».

«Η νεώτερη Φυσική έχει τώρα σε μεγάλη υπόληψη αυτή την παλαιά αλήθεια: Υπάρχουν πραγματικότητες, που είναι ανεξάρτητες από τις αισθήσεις μας και υπάρχουν προβλήματα και επίμαχα ζητήματα για τα οποία οι πραγματικότητες αυτές έχουν για εμάς αξία πολύ μεγαλύτερη από όση έχει ο πλούσιος θησαυρός ολόκληρου του αισθητού σε μας κόσμου (1932)»

Lecomte Du Nouy 1883-1947
(Διακεκριμένος Γάλλος φυσικοχημικός και βιολόγος)

– «Δυστυχώς πολλοί εκπρόσωποι της επιστήμης που κάνουν επάγγελμα το να περιφρονούν την φιλοσοφία και να υποβιβάζουν τη μεταφυσική, νομίζουν ότι μπορούν να καταργήσουν τα αντικείμενα της μεταφυσικής δείχνοντας ότι αυτά τα αντικείμενα –Θεός, ψυχή κλπ.- δεν έχουν θέση μέσα στο μαθηματικό πρότυπο ενός ζητήματος… Ο άνθρωπος έχει μόνο ορέξεις, ένστικτα, πάθη, περιέργεια. Και όμως ούτε τα μεν ούτε τα δε μπορούν να εξηγήσουν τις μεγάλες πράξεις του ανθρώπου, τια αρετές, τις θυσίες, τους μάρτυρες. Υπάρχει στους μεγαλύτερους θεόπνευστους, στους αγίους, στους προφήτες, των οποίων η επίδραση εξακολουθεί από αιώνων να είναι αισθητή, υπάρχει σε όλους αυτούς ένα στοιχείο που διαφεύγει την αντίληψή μας. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από την επιστήμη να υψώσει την ηθική στάθμη της ανθρωπότητας»

– «Πρέπει όμως να ενθυμούμεθα ότι αγνοούμε, και ίσως θα αγνοούμε πάντοτε, κάθετί το οποίο έχει σχέση μεταξύ του μυστηριώδους και υποθετικού σύμπαντος»

Edward Milne 1896-1950
(Άγγλος  θεωρητικός αστροφυσικός και μαθηματικός)

– «Ο κόσμος έχει αρχή, αλλά της στιγμής εκείνης δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία. Εκεί εάν θέλουμε, μπορούμε να εξιχνιάσουμε τον δάκτυλο του Θεού στην θεία πράξη της δημιουργίας»

– «Η δική μας προσπάθεια αν και δίνει απάντηση (υποκειμενική) στις ερωτήσεις «πώς», «πού», «πότε», δεν δίνει καμία απάντηση στο «γιατί». Δεν γνωρίζω εάν έχουμε την άδεια να ρωτήσουμε, «γιατί έγινε το σύμπαν;». Αλλά εκείνος που αισθάνεται ότι επιτρέπεται να τίθεται η ερώτηση αυτή, μπορεί νομίμως να απαντήσει στο «γιατί», θέτοντας το όνομα του Θεού. Ο φυσικός και ο κοσμολόγος χρειάζονται το Θεό, για να τον θέσουν ως δημιουργό του κόσμου, ενώ στον βιολόγο ο κόσμος παρουσιάζεται ότι έγινε επί τη βάσει θείου σχεδίου. Για τον άνθρωπο όμως, που είναι πολύ περισσότερο ή βιολόγος ή κοσμολόγος, τον προικισμένο με νου και αθάνατη ψυχή, ο Θεός είναι εκείνος τον οποίο χρειάζεται πάντοτε σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του»

– «Δεν μπορούμε να κάνουμε προτάσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στην αρχή· στη θεία πράξη της δημιουργίας ο Θεός είναι απαρατήρητος και αμάρτυρος»

A. C Morrison 1888-1951
(ακαδημαϊκός αμερικανός χημικός. Διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας των Θετικών Επιστημών της Νέας Υόρκης)

– «Το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως περιέχει την πραγματική ιστορία της Δημιουργίας και η ουσία του δεν μεταβλήθηκε με τις γνώσεις που απέκτησαν οι άνθρωποι από τότε… Οι διαφορές παρουσιάζονται επάνω σε λεπτομέρειες, οι οποίες δεν είναι άξιες λογομαχίας… Μπορεί η επιστήμη να προσάψει κανένα ψεγάδι στη σύντομη αυτή ιστορία της δημιουργίας (όπως εκτίθεται στη Γένεση); Η ιστορία του κόσμου τυπωμένη σε λίγες γραμμές! Το υπόλοιπο είναι λεπτομέρειες. Αντιμετωπίζοντας την απλότητα της αλήθειας την οποία εκθέσαμε, ας μην ερίζουμε πάνω σε λεπτομέρειες σχετικές με την μετάφραση ή την ανθρώπινη παρεμβολή ή με το ερώτημα πώς ο Θεός έκανε το έργο του ή πώς έλαβε αρχή ο χρόνος. Ποιος γνωρίζει; Τα γεγονότα έγιναν δια μέσου των αιώνων και είναι γεγονότα».

– «Υποθέστε ότι παίρνετε 10 δεκάρες και τις σημειώνετε με τους αριθμούς από το 1 έως το 10. Τις ρίχνετε στην τσέπη σας και τις ανακατεύετε για πολύ ώρα. Τώρα δοκιμάστε να τις ανασύρετε κατά συνέχεια από το 1 έως το 10, επαναφέροντας και πάλι κάθε κέρμα στην τσέπη σας. Η πιθανότητα να βγάλετε τον αριθμό 1, είναι 1 στις 10 περιπτώσεις. Η πιθανότης να βγάλετε το 1 και το 2, κατά σειρά, θα ήταν 1 προς 100. Η πιθανότης να βγάλετε το 1,2 και το 3, κατά συνέχεια, θα ήταν μία στις χίλιες. Η πιθανότης να ανασύρετε 1,2,3 και 4, κατά σειρά, θα ήταν μία στις 10.000 και ούτω καθεξής μέχρις ότου η πιθανότης να ανασύρετε από το 1 έως το 10, κατά σειρά, θα έφτανε τον απίστευτο μαθηματικό τύπο 1 επί 10  δισεκατομμύρια!»

R. Millikan 1868-1953
(Διάσημος Αμερικανός φυσικός, βραβείο Νόμπελ 1923)

 – «Υποθέτω ότι η μέλλουσα πρόοδος του ανθρωπίνου γένους θα παρουσιάσει κάποια στενή αναλογία με τη μέλλουσα κυκλοφορία της Βίβλου»

– «Θρησκεία και επιστήμη είναι (…) οι δύο μεγάλες αδελφές, οι οποίες έχουν σύρει και διαρκώς έλκουν το ανθρώπινο γένος προς τα εμπρός και τα επάνω. Και οι δύο είναι αναγκαίως στενώς συνδεδεμένες (…). Οι δύο λέξεις συνείδηση και γνώση συνδέονται με τις λέξεις θρησκεία και επιστήμη» »

Άλμπερτ Αϊνστάιν 1879-1955
στο βιβλίο Εγώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν,Alice Calaprice, σελ. 158 εκδ. Κάτοπτρο όπου και οι ακριβείς πηγές.
Σημείωση: Ο Αϊνστάιν δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν πιστεύει σε προσωπικό Θεό με την έννοια της χριστιανικής πίστης)

– «Όλα είναι καθορισμένα… από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη- όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής»

– «Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας» (οπ.π. σελ. 159)

– «Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας… Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού κόσμου, όπου αποκαλύπτεται μία ευφυΐα τόσο ανώτερη, ώστε, σε σύγκριση με αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρωπίνων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα… Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο με εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών» (οπ.π. σελ. 161)

– «Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή» (οπ.π. σελ. 162)

– «Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου… Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου» (οπ.π. σελ. 162)

– «Η σχετικότητα είναι καθαρά επιστημονικό ζήτημα και δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία» (οπ.π. σελ. 177)

– «Είναι δύσκολο να κρυφοκοιτάξεις τα τραπουλόχαρτα του Θεού. Μα ούτε για μια στιγμή δεν μπορώ να πιστέψω ότι… θα διάλεγε να παίξει ζάρια με τον κόσμο» (οπ.π. σελ. 182)

– «Ένα πράγμα διδάχτηκα στη μακρόχρονη ζωή μου: ολόκληρη η επιστήμη μας, όταν συγκριθεί με την πραγματικότητα, μοιάζει πρωτόγονη και παιδιάστικη- και όμως, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε» (οπ.π. σελ. 187)

– «Οι φυσικές έννοιες είναι ελεύθερες δημιουργίες του πνεύματος και δεν προκύπτουν, όπως συχνά νομίζεται, αναγκαίως από τις σχέσεις μας με τον έξω κόσμο. Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε την πραγματικότητα μοιάζουμε με κάποιον, που προσπαθεί να καταλάβει τον μηχανισμό ενός κλειστού ρολογιού. Αυτός βλέπει το απέξω: την πλάκα, τους δείχτες που κινούνται, ακούει το τικ-τακ, αλλά στο εσωτερικό του δεν μπορεί να εισέλθει. Εάν έχει κάποια ικανότητα θα επινοήσει, ίσως, κάποιο μηχανισμό, με τον οποίο λειτουργεί το ρολόι, που βλέπει, αλλά ποτέ δεν θα είναι βέβαιος, ότι οι ιδέες του είναι μοναδικές, με τις οποίες εξηγούνται οι παρατηρήσεις του. Διότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ελέγξει τις ιδέες του με βάση τους πραγματικούς μηχανισμούς» (Αϊνστάιν, L.Infeld,Die Evolution der Physik (1987),40))

– «Ποτέ δεν βρήκα τίποτα στην επιστήμη μου, που να μπορώ να αντιτάξω στη Θρησκεία».

– «Όσο οι νόμοι των Μαθηματικών αναφέρονται στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαιοι, και όσο είναι βέβαιοι δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα»

– «Οι σοβαροί διάκονοι της επιστήμης είναι οι μόνοι βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι» (στο Religion and Science p. 40)

G.G Abbot,
(διάσημος Αμερικανός αστροφυσικός και γεωφυσικός)

– «Ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί ένα ρολόι εφοδιασμένο με μικρούς τροχούς, με ελατήρια, με δείκτες, που σημειώνουν τις ώρες, και με όλα τα άλλα πολύπλοκα μέρη, τα οποία τόσο καλά γνωρίζουμε. Μολονότι στο ρολόι δεν γίνεται πουθενά αισθητή η παρουσία του ανθρώπου, ούτε σε πολλά μίλια μακριά δεν σημειώνεται η ύπαρξη κάποιας κατοικίας, δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα: Η σαφής μαρτυρία του πολυπλόκου μηχανισμού, που αποβλέπει σε έναν ευφυή και μεγαλειώδη σκοπό, απαιτεί δε την προγενεστέρα ύπαρξη μιας Υπέρτατης Διάνοιας, η οποία σκέφτεται, σχεδιάζει και δημιουργεί τον μηχανισμό αυτόν. Το ρολόι δεν θα μπορούσε με άλλο τρόπο να έλθει εις ύπαρξιν χωρίς αυτή την Διάνοια».

– «Την αιώνια ζωή δεν είναι περισσότερο δύσκολο να την παραδεχτούμε, παρ’ ότι αισθανόμαστε για τα μυστήρια που βλέπουμε σε όλα τα γύρω μας πράγματα. Αλήθεια, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό, όπως το κάνουμε για τους αστέρες, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη (κανένας λόγος) για να αρνηθεί κανείς αυτό. Έστω και αν ακόμη ένας από τους πεθαμένους θα ερχόταν για να μας πει, ότι δεν υπάρχει μία τέτοια πραγματικότητα – η πέραν του τάφου ζωή»

Carl Jung,1875-1961
(Ελβετός ψυχίατρος)

– «Το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά συγκρίτως ανώτερον λόγον ανήκει εις τον πνευματικόν, παρά εις τον ιατρόν. Αλλά ο άρρωστος επισκέπτεται τις περισσότερες περιπτώσεις πρώτα τον ιατρόν, διότι νομίζει ότι είναι σωματικά ασθενής και επειδή ορισμένα συμπτώματα νευρώσεως μπορούν τουλάχιστον να κατευναστούν με φάρμακα… Από 30 χρόνια τώρα έχω πελατεία από όλες τις πολιτισμένες χώρες της γης… Από όλους τους ασθενείς μου που δεν υπερέβησαν την μέση ηλικία δηλ. το 35ο έτος, δεν υπάρχει ούτε ένας του οποίου το τελικό πρόβλημα δεν ήταν η θρησκευτική του τακτοποίηση. Ναι, καθένας τελικά πάσχει, διότι έχασε εκείνο που όλες οι ζωντανές θρησκείες όλων των εποχών έδωσαν στους πιστούς τους. Και κανείς δεν θεραπεύτηκε πραγματικά, αν δεν πέτυχε πάλι την θρησκευτική του τακτοποίηση… Είναι επείγουσα ανάγκη να δώσουν τα χέρια ο πνευματικός και ο ψυχίατρος, για να υπερνικήσουν το γιγαντιαίο αυτό πνευματικό πρόβλημα»(1937)

Κόντον Αρθούρος, A. Compton 1892-1962
(Αμερικανός φυσικός βραβείο Νόμπελ 1927)

– «Αξίζει περισσότερο ο άνθρωπος από τα αστέρια και τους γαλαξίες; Το σπουδαίο και το σοβαρό οποιουδήποτε πράγματος εξαρτάται από το ενδιαφέρον του ενός, που κρίνει και αποφασίζει για αυτό. Ρωτήστε μία μητέρα, εάν θα ήθελε να ανταλλάξει το νεογέννητο παιδί της με το λαμπρότερο αστέρι του ουρανού. Επίσης, εάν το παιδί αυτό συνέβαινε να είναι ένας Νεύτων (ο Νεύτων είναι ο πατήρ της Ουρανίου Μηχανικής), αυτό θα άξιζε για τους αστρονόμους περισσότερο από πολλούς γαλαξίες αστέρων. Κατόπιν αυτών, ποιός είναι εκείνος ο οποίος θα πει ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα που δεν ελκύει το ενδιαφέρον του Θεού; Δεν είναι λογικό να παραδεχτούμε, ότι ο σκεπτόμενος Δημιουργός πρέπει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σκεπτόμενα δημιουργήματα;»

– «Ο καταπληκτικός κόσμος του ατόμου δείχνει… προς την ιδέα ότι υπάρχει Θεός» (New York Times, 27-3-1931,p. 27)

Lemaitre Georges abbe 1894-1966
(Βέλγος ιερέας κοσμολόγος και αστρονόμος εισηγητής της θεωρίας της μεγάλης έκρηξης)

– «Η θεωρία (της μεγάλης έκρηξης) αφήνει ελεύθερο τον υλιστή να αρνηθεί κάθετί το υπερβατικό… Για τον πιστό αποκλείει αυτή κάθε απόπειρα να την οικειοποιηθεί για τον Θεό, ακριβώς όπως το «κτύπημα δακτύλου» του Laplace ή το «δάκτυλον του Θεού που θέτει εις κίνηση τον αιθέρα» του Jeans. Αυτό συμφωνεί με το του Ησαΐου, ο οποίος λέει ότι « ο Θεός κρύπτεται», κρύπτει τον εαυτό του μέσα εις την έναρξη της δημιουργίας»

Duhamel Georges, Ντυαμέλ Γ. 1884-1966
(Διάσημος Γάλλος γιατρός πρόεδρος της ιατρικής Ακαδημίας 1960)

– «Όλοι οι άνθρωποι ζητούν στα σκοτεινά το Θεό, την αιώνια ζωή, έστω και αν είναι κυνικοί, σκεπτικιστές, ανάγωγοι, αναίσθητοι»

Φοχτ, Vogt H 1890- 1968
(Γερμανός αστροφυσικός καθηγητής)

– «Τα αστρικά συστήματα και ο κόσμος ολόκληρος έχουν την ιστορία τους. Δεν προήλθαν από την αιωνιότητα, αλλά δημιουργήθηκαν και ακολουθούν μία ορισμένη εξέλιξη… Ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει αφ’ εαυτού. Έχει ανάγκη ενός αιτίου, το οποίο δεν χρειάζεται άλλο αίτιο… Ο σύνδεσμος του ανθρώπου με την υπερφυσική Δύναμη αποτελεί την ουσία της θρησκείας και για αυτό, το χαρακτηριστικότερο διακριτικό σημείο ενός θρησκεύοντος ανθρώπου είναι, ότι πιστεύει εις μία υπερκόσμια Δύναμη, εις έναν παντοδύναμο Θεόν… Φυσική και αληθής Θρησκεία εις ουδεμίαν περίπτωσιν ευρίσκονται εις αντίθεσιν, αλλά συμπληρώνουν η μία την άλλη» »

Gamow G, Γκάμοβ Γεώργιος, 1904-1968
(διάσημος φυσικός-κοσμολόγος)

– «Στο σκοτεινό προγαλαξιακό παρελθόν διαπιστώνουμε μία ανάλαμψη μεταφυσικής προελεύσεως»

Κ. Κιπενχόϋερ, Kiepenheuer 1910-1975
(διάσημος Γερμανός αστρονόμος)

–  «Κάθε αστρονομική εικόνα του κόσμου, όταν αυτή είναι αποτέλεσμα ειλικρινούς πράγματι κόπου και μόχθου, διηγείται υπό μίαν γενική έννοια, τόσο ακριβώς το έργο του Θεού, όπως η ιστορία της Γενέσεως της Αγίας Γραφής, η οποία εγράφη δι ανθρωπίνης χειρός»

Χάϊζενμπεργκ Β, Heisenberg Werner 1901-1975,
(από τους μεγαλύτερους συγχρόνους φυσικούς όλου του κόσμου εισηγητής της «αρχής της αβεβαιότητας». Νόμπελ 1932 για την δημιουργία της Κβαντομηχανικής)

– «Από την εποχή της περίφημης δίκης του Γαλιλαίου διατυπωνόταν συνεχώς η αντίληψη, ότι η επιστημονική αλήθεια που προκύπτει από τις φυσικές επιστήμες, δεν μπορεί να συνδυαστεί με τη θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου. Μολονότι όμως εγώ είμαι πλήρως πεπεισμένος περί του ότι δεν μπορεί να προσβληθεί η αλήθεια, την οποία εις την σφαίρα της διατυπώνει η φυσική επιστήμη, ποτέ εν τούτοις δεν μπόρεσα να απορρίψω την θρησκευτική πίστη, τάχα ως ένα μέρος μιας ξεπερασμένης πεποιθήσεως της ανθρωπότητας, ένα μέρος από το οποίο πρέπει να παραιτηθούμε για το μέλλον. Έτσι, κατά τη διάρκεια της ζωής μου, χρειάστηκε πάντοτε να σκεφτώ περί της σχέσεως των δύο τούτων πνευματικών κόσμων της Πίστεως και της Επιστήμης. Διότι περί της αλήθειας εκείνου, το οποίο οι δύο αυτοί κόσμοι μάς δείχνουν, δεν μπόρεσα ποτέ να αμφιβάλλω…
Ο Θεός, περί του οποίου κάνουμε τώρα λόγο, είναι Θεός της τάξης και δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μόνο ο Θεός προς τον οποίο απευθυνόμαστε στις θλίψεις μας και στον οποίο στηρίζουμε τη ζωή μας. Ή, ίσως μπορούμε να πούμε, ότι η επιστημονική μέθοδος κατευθύνει την προσοχή μας προς το ένα μέρος της θείας δραστηριότητας και για αυτό υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουμε τη μεγάλη συνοχή του όλου, της εικόνας της ολότητας του Σύμπαντος (σε ομιλία του το 1973)»

– «Η πρώτη γεύση από το ποτήρι της Φυσικής ομοιάζει με αθεΐα, αλλά στο βάθος του ποτηριού περιμένει ο Θεός»

Βέρνερ φον Μπράουν 1912-1977
(ο διάσημος κατασκευαστής πυραύλων)

– «Και ο ωραίος αυτός πλανήτης, η Γη, είναι εξίσου μέρος της βασιλείας του Θεού, όπως και οι κενές εκτάσεις γύρω μας, όπως και όλοι οι άλλοι αστέρες και πλανήτες του σύμπαντος. Αυτός ενεφύσησε εις τις καρδιές μας την περιέργεια περί των γύρω μας κόσμων και Αυτός μάς κατέστησε ικανούς να αποκτήσουμε την επιστημονική γνώση και τεχνική ικανότητα προς ικανοποίησιν αυτής. Εάν ο Θεός ήθελε πραγματικά να παραμείνουμε επί της γης, είμαι βέβαιος, ότι θα είχε θέσει έναν ανυπέρβλητο φραγμό και θα είχε αποθαρρύνει όλες μας τις προσπάθειες να τον υπερβούμε. Αλλά δεν υπάρχει απόδειξη περί φραγμού… Εμπιστεύθηκε στον άνθρωπο ολόκληρη την δημιουργία»

– «Πιστεύω ότι η εξερεύνηση του Διαστήματος θα βελτιώσει την ύπαρξη του ανθρώπου επί της γης, ηθικώς και πνευματικώς. Όσο περισσότερα μαθαίνουμε περί της Δημιουργίας, τόσο περισσότερα θα γνωρίζουμε για τον Δημιουργό. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι εμποτισμένο με την δίψα για την τελική αλήθεια και η εξερεύνηση του Διαστήματος αντιπροσωπεύει τον ανθρώπινο νουν, που εργάζεται στο ζενίθ των γνώσεών του. Καθ’ όσον οι γνώσεις μας για τη λειτουργία του απέραντου και μεγαλειώδους Σύμπαντος αυξάνουν, δεν είναι δυνατόν παρά να αυξάνεται και ο σεβασμός μας για τον Δημιουργό του», (συνέντευξη 1967 στην Ελλάδα)

– «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν είναι ανταγωνίστριες, αλλά αδελφές. Και οι δύο εμβαθύνουν στην υψίστη αλήθεια. Η επιστήμη βοηθά στο να αποκαλύψει περισσότερα περί του Δημιουργού δια μέσου της Δημιουργίας του… Όσο περισσότερο εμβαθύνουμε στην έρευνα του Διαστήματος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίστη μας…»

«Οσονδήποτε και αν εργάζεται ο άνθρωπος στον επιστημονικό κόσμο, τίποτα δεν μπορεί να πετύχει άνευ της πίστεως. Εάν η πίστη προώθησε και βοήθησε κάποιον στην ζωή, κυττάξετε εμένα». «Βέβαια έρχονται περίοδοι αμφιβολίας αι αμηχανίας και διερωτώμαι εάν βρίσκομαι στο σωστό δρόμο. Στις περιπτώσει αυτές αντλώ δυνάμεις καθώς ζητώ και παίρνω βοήθεια από το Θεό»

– «Γνωρίζω ότι καμμία επιστημονική εφεύρεση δεν θα φέρει αναγκαστικά μία αλλαγή στη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ένας επιστήμων βλέπει τη σφραγίδα του Θεού παντού όπου και αν κυττάξει»

– «Ο λόγος για τον οποίο πιστεύω στο Θεό, είναι σαφής. Το κάθε τι στον κόσμο είναι κατασκευασμένο με τάξη και οργάνωση και προϋποθέτει έναν κατασκευαστή, ένα σχεδιαστή. Το Σύμπαν περικλείει τόση τάξη, τόση τελειότητα και ακρίβεια, ώστε δεν μπορεί παρά να ναι αποτέλεσμα θεϊκού σχεδίου. Πρέπει να υπάρχει πίσω του σίγουρα, ένας Δημιουργός. Για μένα δεν υπάρχει άλλος δρόμος» (σε ερώτηση της New York Journal American)

Paul Dirac 1902-1984,
(βραβείο Νόμπελ 1933, διάσημος Άγγλος θεωρητικός φυσικός)

– «Αν οι πιθανότητες για την εμφάνιση της ζωής εκ του μηδενός ήταν ελάχιστες, μηδαμινές, τι άλλο μπορεί να είναι παρά μία απόδειξη του ότι έπρεπε να υπάρχει ένας Δημιουργός, που από το τίποτα κατασκεύασε το Σύμπαν; Αν η πιθανότητα για την εμφάνιση της ζωής επί του πλανήτου μας ήταν 1: 10 εις την εκατοστήν, τότε είναι εντελώς απίθανο το ότι θα μπορούσε ποτέ να προκύψει ζωή, χωρίς να υπάρχει Θεός (ομιλία το 1972)»

A. Kastler 1902-1984
(Γάλλος φυσικός βραβείο Νόμπελ, γράφει το 1976 δεν δηλώνει πιστός)

– «Ας υποθέσουμε ότι ανακαλύπτουμε ένα αυτόματο εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου στην αδιόρατη πλευρά της Σελήνης. Τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε; Θα ήταν λογικό να σκεφτούμε, ότι η τύχη έχει μαζέψει τα μόρια με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν ένα τέτοιο αυτόματο εργοστάσιο; Κανένα πνεύμα δεν θα δεχόταν αυτην την ερμηνεία. Λοιπόν μέσα σε ένα ζωντανό οργανισμό βρίσκουμε ένα σύστημα απείρως πιο πολύπλοκο από ένα αυτόματο εργοστάσιο. Το να θέλουμε να δεχτούμε, ότι η τύχη δημιούργησε αυτόν τον οργανισμό μού φαίνεται παράλογο. Εάν υπάρχει ένα πρόγραμμα, δεν καταλαβαίνω πρόγραμμα χωρίς προγραμματιστή…»

Γκρασσέ Πέτρος, P. Crasse, 1895-1985
(Γάλλος βιολόγος)

– «Το ανθρώπινο Σύμπαν περιέχει πραγματικότητες στις οποίες ο επιστήμων δεν έχει, και μάλλον δεν θα έχει ποτέ, σημεία αμέσου προσπελάσεως… Πιστεύω στο μη επιστητό (σε εκείνο που δεν καταλαβαίνω) σημαίνει ότι αναγνωρίζω την ατέλεια του ανθρώπου, σημαίνει ότι αποδέχομαι με ταπεινωσύνη την ύπαρξή μου, σημαίνει δεν αμαρτάνω από περίσσεια εμπιστοσύνης στα δεδομένα των αισθήσεων και της συνειδήσεως. Σημαίνει ίσως ακόμη, ότι ελπίζω σε έναν κόσμο καλύτερο, που δεν είναι ο δικός μας και όπου το πνεύμα υπάρχει και ενεργεί κατά κυρίαρχο τρόπο»

– «Είμαι αισιόδοξος και πιστεύω ότι ο άνθρωπος θα προχωρήσει καλά. Διότι αλλιώς θα κατασκευάσουμε τέρατα… Είναι εντελώς βέβαιο, ότι αύριο θα παραγάγουμε ανθρώπινα τέρατα… Αυτό είναι εντελώς ανήθικο… Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πειραματίζεται με το ενδεχόμενο της δημιουργίας τεράτων… Αποκλείεται να κάνουμε τον πειραματισμό αυτόν (=εξωτερική βιοχημική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό), δια διαφόρους λόγους. Ο πρώτος εξ’ όλων, που αποκλείει να υποστηρίξω τούτο, είναι ότι είμαι Χριστιανός. Αυτό σημαίνει ότι πιστεύω εις την αξίαν του ανθρώπου και για αυτό δεν πιστεύω στο ανακάτωμα του ανθρώπου» (σε δημόσια συζήτηση στο Παρίσι 1974)

– «Η τύχη είναι το μέτρο της αγνοίας μας!» (διάλεξη στην Αθήνα 1-4-1975)

– «Η ζωή απορρέει από μία οργάνωση, μία ισορροπία… Τάξη σε όλα τα επίπεδα, άτομα, μόρια, μικρομόρια, οργανίδια, όργανα. Αληθινά η ζωή είναι ο θρίαμβος της αρμονίας»

Lecomte Henri
(Γάλλος βοτανολόγος μέλος της Παρισινής Ακαδημίας των Επιστημών)

– «Ο ανταγωνισμός μεταξύ επιστήμης και θρησκείας υπάρχει μόνο στο πνεύμα εκείνων, που επιμόνως το θέλουν. Εις την πραγματικότητα η επιστήμη και η θρησκεία εξελίσσονται με τα ίδιά των μέσα εις εδάφη, τα οποία είναι ουσιωδώς διαφορετικά. Το να θέλει κανείς να αντιτάσσει την μία κατά της άλλης, αποδεικνύει απλώς ότι τις παραγνωρίζει»

Τουρνιέ Παύλος, Paul Tournier 1898-1986
(διάσημος Ελβετός γιατρός)

– «Και εμείς οι γιατροί έχουμε δύο χέρια. Το δυνατό χέρι της τεχνικής, του χειρουργού, του καρδιολόγου, που σώζει τη ζωή δια της τεχνικής. Αλλά έχουμε και ένα χέρι αριστερό για να παρηγορούμε τους ανθρώπους στις δοκιμασίες τους. Πάντοτε τείνουμε να φέρουμε σε αντίθεση το ένα χέρι απέναντι στο άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι θρησκευόμενοι, που αρνούνται την επιστήμη εν ονόματι της πίστης. Και υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν την δύναμη της τεχνικής και απορρίπτουν το Θεό εν ονόματι της δυνάμεως. Όλη μου την ζωή την αφιέρωσα στο να ενώσω αυτά που φέρουν σε αντίθεση. Και να δείξω στους πιστούς ότι από τον Θεό έρχεται η τεχνική δύναμη των σοφών ιατρών. Και να δείξω στους ιατρούς, ότι δεν θα ήταν δυνατοί αν ο Θεός δεν τους έδινε τη δύναμη. Έτσι δεν κληθήκαμε να θέσουμε σε αντίθεση το δεξί χέρι απέναντι στο αριστερό, αλλά να τα ενώσουμε. Και όταν ενώσουμε τα δύο χέρια, αυτό είναι το σημείον προσευχής»

– «Γιατί λοιπόν η Βίβλος ομιλεί πάντοτε περί Θεού «ζώντος»; Ακριβώς διότι ο Θεός τον Οποίο μας αποκαλύπτει δεν είναι ο Θεός των φιλοσόφων· είναι έξω χρόνου και τόπου, αρχή όλων των πραγμάτων, η υψίστη έννοια του λογισμού μας. Είναι μία ζώσα προσωπικότης, η οποία επερωτά, η οποία εισέρχεται στον άνθρωπο δια του Αγίου Πνεύματος. Ταυτοχρόνως η Βίβλος μας αποκαλύπτει τι είναι η προσωπικότης, ο άνθρωπος· είναι η ύπαρξη με την οποία ο Θεός ομιλεί, με την οποία ο Θεός με τον τρόπο αυτόν εισέρχεται σε προσωπική σχέση»

Sir Eccles John, Έκλες Ιωάννης,1903-1997
(Νόμπελ νευροψυχοφυσιολογίας)

– «Οι πιθανότητες να έγινε ο κόσμος από μόνος του είναι 400 χιλιάδες τρισεκατομμύρια προς μία».

– «Αγωνίστηκα όλη μου τη ζωή να καταλάβω τη φύση της υπάρξεως, τη φύση του ιδίου του εαυτού μου και αυτό είναι η πρώτη μου πραγματικότητα… Δεν πήρα όμως καμία σαφή απάντηση, αλλά το μυστήριο, ο θαυμασμός αυξήθηκε, εάν οι άνθρωποι ήθελαν να πάρουν μία απάντηση του μυστηρίου του εαυτού τους, αυτή θα είναι η απάντηση της θρησκείας (γράφει το 1979)».

– «Εάν κυττάξετε τα περισσότερα σύγχρονα βιβλία που γράφουν περί εξελίξεως δεν θα βρείτε τίποτα περί της σκέψεως και της συνειδήσεως. Οι συγγραφείς τους υποθέτουν ότι όλα αυτά ήλθαν αυτομάτως με την εξέλιξη του εγκεφάλου. Αλλά αυτό δεν είναι απάντηση (γράφει το 1981)»

– «Εγώ ο ίδιος έχω την ζωντανή και ισχυρή πίστη, ότι είναι ανοικτό εμπρός μας το μέλλον. Αυτός, ο όλος κόσμος δεν είναι ακριβώς το πεδίο, στο οποίο τρέχουμε και δεν τρέχουμε χωρίς σκοπό… Ο καθένας μας μπορεί να εργάζεται με πίστη για μερικά αφαντάστως υπερφυσικά ζητήματα. Οφείλουμε να δώσουμε όλα όσα μπορούμε, για να παίξουμε το μέρος μας στο υπέροχο αυτό δράμα. Έπειτα θα περιμένουμε με γαλήνη και χαρά για τις μελλοντικές αποκαλύψεις όλων εκείνων των πραγμάτων και των αγαθών, που επιφυλάσσονται μετά τον θάνατο (γράφει το 1981)»

Sir Fred Hoyle 1915-2001
(διάσημος Άγγλος αστρονόμος, δεν ήταν θρησκευόμενος)

– «Για να αποφύγουμε το ζήτημα της δημιουργίας θα ήταν απαραίτητο να είναι όλη η ύλη του Σύμπαντος άπειρης ηλικίας, πράγμα που δεν μπορεί να συμβαίνει… Το υδρογόνο μετατρέπεται σταθερά σε ήλιο και σε άλλα στοιχεία… Πώς γίνεται, λοιπόν, να αποτελείται το Σύμπαν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από υδρογόνο; Αν η ύλη ήταν άπειρης ηλικίας, αυτό θα ήταν εντελώς αδύνατον. Συνεπώς διαπιστώνουμε ότι, εφόσον το Σύμπαν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί το ζήτημα της δημιουργίας» (στο «Η Φύση του Σύμπαντος»)

– «Μια ερμηνεία των δεδομένων βάσει κοινής λογικής, υποδηλώνει πως κάποια υπέρ-διάνοια έχει παίξει με την φυσική, καθώς και την χημεία και την βιολογία, και πως δεν υφίστανται τυφλές δυνάμεις στην φύση που να είναι αξιόλογες. Οι αριθμοί που προκύπτουν από τον υπολογισμό των δεδομένων, μου φαίνονται τόσο συγκλονιστικοί, ώστε να τοποθετούν αυτό το ενδεχόμενο σχεδόν εκτός έρευνας.» (Hoyle, F. 1982. The Universe: Past and Present Reflections. Annual Review of Astronomy and Astrophysics: 20:16.)

– «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει επιστήμονας, ο οποίος θα ερευνούσε τις ενδείξεις σχετικά με τις συνέπειες που έχουν οι νόμοι της πυρηνικής φυσικής πάνω στη διαμόρφωση του εσωτερικού του αστέρων, και δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι σχεδιάστηκαν εκ προθέσεως. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε τα φαινομενικά τυχαία τεχνάσματά μου αποτελούν μέρος ενός βαθύτερου σχεδίου. Εάν όχι, τότε έχουμε επιστρέψει και πάλι στην αρχή μιας τερατώδους ακολουθίας τυχαίων γεγονότων» (αναφέρεται στο Barrow and Tipler, Principle, σελ. 22)

Gould Stephen Jay, 1941-2002
(διάσημος παλαιοντολόγος βιολόγος, δήλωνε άθεος)

– «Να το πω για όλους τους συναδέλφους μου για εκατομμυριοστή φορά: Η επιστήμη δεν μπορεί με τις νόμιμες μεθόδους της να κρίνει το θέμα της εποπτείας της φύσης από το Θεό. Δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το αρνηθούμε αυτό. Αν κάποιοι από το σινάφι μας (εννοεί και τον Richard Dawkins, αθεϊστή)  κάνουν δηλώσεις ότι ο Δαρβινισμός καταργεί το Θεό θα βρω την κ. McInerney (δασκάλα του Gould) να τους δώσει με τη βέργα στα δάχτυλα. Η επιστήμη μπορεί να δουλέψει μόνο με νατουραλιστικές εξηγήσεις. Δεν μπορεί ούτε να βεβαιώσει ούτε να αρνηθεί άλλου είδους ενεργούντες (όπως ο Θεός) σε άλλες σφαίρες (το βασίλειο της ηθικής, για παράδειγμα). Ξεχάστε τη φιλοσοφία για ένα λεπτό. Η απλή εμπειρία των τελευταίων 100 ετών θα αρκούσε. Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής (έχοντας χάσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης του κόρης), αλλά η μεγάλη Αμερικανίδα Βοτανολόγος Asa Gray, που ευνοούσε τη φυσική επιλογή και έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο Darwiniana, ήταν μία αφοσιωμένη Χριστιανή. Προχωρήστε 50 χρόνια μπροστά: ο Charles D. Walcott που ανακάλυψε τα απολιθώματα των Burges Shale ήταν ένας πεπεισμένος δαρβινιστής και εξίσου σταθερός Χριστιανός που πίστευε ότι ο Θεός είχε ορίσει τη φυσική επιλογή για να οικοδομήσει την ιστορία της ζωής σύμφωνα με τα σχέδια και τις προθέσεις Του. Προχωρήστε για άλλα 50 χρόνια στους δύο μεγαλύτερους εξελικτικούς της γενιάς μας: ο G.G. Simpson ήταν ένας ανθρωπιστής αγνωστικιστής, ο Theodosius Dobzhansky είναι ένας πιστός Ρώσος Ορθόδοξος. Ή οι μισοί από τους συναδέλφους μου είναι φοβερά βλάκες ή αλλιώς ο δαρβινισμός είναι πλήρως συμβατός με τις παραδοσιακές θρησκευτικές πίστεις- και εξίσου συμβατός με την αθεΐα».
(στο  Η Γλώσσα του Θεού, Francis S. Colins, εκδ. Παπαζήση 2009 σελ. 148 όπου και η παραπομπή)

Francis Crick 1916-2004
(Άγγλος βιολόγος βραβείο Νόμπελ 1962, δήλωνε άθεος)
– «Υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη, που κατευθύνει τη ζωή και τη συμπεριφορά των ζωϊκών συστημάτων και που δεν μπορεί να εξηγηθεί με τις επιστημονικές δοξασίες μας»

Peacock Arthur, Πίκοκ Άρθουρ 1924-2006
(βιοχημικός και αγγλικανός ιερέας)

– «από την ύπαρξη του είδους του σύμπαντος που στην πραγματικότητα έχουμε, στο φως των φυσικών επιστημών, [είναι προσήκον] να συναγάγουμε την ύπαρξη ενός Δημιουργού Θεού ως της πιο καλής εξήγησης για πάντα τα υπάρχοντα» (Theory for a Scientific Age… p. 134)

Rοbert Jastrow, 1925-2008
(Αστρονόμος φυσικός κοσμολόγος)

– «Δεν είναι ζήτημα ενός άλλου έτους, μιας άλλης δεκαετίας εργασίας, μιας άλλης μετρήσεως ή μιας άλλης θεωρίας. Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι η Επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να ανασύρει τον πέπλο του μυστηρίου της δημιουργίας»

– «Για τον επιστήμονα που έχει ζήσει με πίστη στη δύναμη της αιτίας, η ιστορία τελειώνει όπως ένα κακό όνειρο.
Έχει αναρριχηθεί στο όρος της αγνοίας.
Είναι έτοιμος να κατακτήσει την υψηλότερη κορυφή.
Και καθώς σκαρφαλώνει στον τελευταίο βράχο, τον υποδέχεται μια ομάδα θεολόγων, που είναι καθισμένοι εκεί από αιώνες»!
(Robert Jastrow,Cod and the Astronomers, Warner books,April 1980, σ. 105)

Weizsaecker C, Βάϊτσζαίκερ Κάρολος, 1920-2015,
(αστροφυσικός)

– «…Αγωνιζόμεθα, διότι έχουμε όλοι αγωνίες και ανησυχίες. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αγωνία. Όταν θα έλθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας, θα μας οδηγήσει όλους εις πάσαν την αλήθειαν. Αυτό γίνεται κάθε ημέρα αναμεταξύ μας· μπορεί να γίνεται, αν εμείς ανοίξουμε. Και γίνεται. Στον κόσμο αυτόν θα έχετε αγωνία, αλλά θα παρηγορηθείτε, διότι εγώ νίκησα τον κόσμο. Αυτό είναι γεγονός» (σε ομιλία του σε Ναό το 1974)

– «Η σημερινή επιστήμη, ως επιστήμη, γνωρίζει τι δεν γνωρίζει. Για αυτό η επιστήμη είναι συγκρατημένη και επιφυλακτική ενώπιον γενικών απόψεων αναφερομένων εις την ουσίαν όλων των όντων… Έχουμε ενώπιόν μας μία ύψιστη επιστημονική θέση, κατά την οποία, να το ομολογήσουμε ειλικρινά, επιστήμη σημαίνει επίσης, ό,τι δεν γνωρίζει κανείς. Θέτουμε ερωτήματα, στα οποία πρέπει να παραδεχτούμε, ότι, όπως σήμερα σκεπτόμαστε επιστημονικώς, δεν δυνάμεθα να απαντήσουμε»

– «Για μένα πραγματικά ο Χριστιανισμός δεν είναι μια διδασκαλία περί θεϊσμού, ή κάτι παρόμοιο, αλλά κατά πρώτο και κύριο λόγο είναι η επι του Όρους ομιλία του Κυρίου. Εάν ένας στραφεί προς το κήρυγμα αυτό, ίσως να πει, ότι προσπαθεί να είναι Χριστιανός»

A. Penzias 1933-…
(διάσημος ραδιοαστρονόμος ραδιοφυσικός, Νόμπελ 1978 για την ανακάλυψη της ακτινοβολίας του υποβάθρου, του «απόηχου» της αρχικής «μεγάλης έκρηξης»)

– «Εκείνο που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, αν συνεχώς διαστέλλεται ή αν αιωνίως θα υφίσταται διαστολές και συστολές, αν με άλλα λόγια το σύμπαν δεν έχει σκοπό, αν έγινε τυχαία, όπως πέφτουν τα ζάρια. Αλλά νομίζω ότι τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας τώρα δείχνουν σαφώς ότι η ύλη του σύμπαντος δεν είναι αρκετή για να υπόκειται αιωνίως σε αναπάλσεις. Το επιχείρημά μου και η θέση μου είναι ότι, από τα ακριβή και καλά δεδομένα που έχουμε, δεν θα ήθελα τίποτα άλλο να πω, παρά ό,τι αναφέρεται στα πέντε βιβλία της Γενέσεως του Μωϋσέως, τους Ψαλμούς και τη Βίβλο στο σύνολό της» (A. Penzias ραδιοαστρονόμος Νόμπελ 1978)

Stephen Hawking

– «Η αρχική κατάσταση του σύμπαντος πρέπει να είχε πράγματι πολύ προσεκτικά επιλεγεί, αν το μοντέλο της θερμής μεγάλης εκρήξεως ήταν σωστό ως την αρχή του χρόνου. Θα ήταν πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς γιατί το σύμπαν έπρεπε να είχε αρχίσει τη ζωή του μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο, εκτός αν το θεωρήσει σαν έργο ενός Θεού, ο οποίος ήθελε να ημιουργήσει όντα σαν κι εμάς»

– «Η επιστήμη, εφ’ όσον η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας είναι ορθή, μπορεί να προβλέψει ότι το Σύμπαν πρέπει να είχε μία αρχή, αλλά δεν μπορεί να προβλέψει πώς το σύμπαν άρχισε. Γι’ αυτό κάποιος θα έπρεπε να επικαλεστεί τον Θεό» (Black Holes… 1994)

– «Πάνω στο ερώτημα· πώς συμβαίνει ώστε εμείς και το σύμπαν να υπάρχουμε; Αν βρούμε την απάντηση στο ερώτημα, αυτό θα είναι ο τελικός θρίαμβος του ανθρωπίνου λογικού. Διότι τότε θα γνωρίσουμε τον νου του Θεού» (A brief History… 1989)

– «Οι φυσικοί νόμοι μπορεί να είχαν θεσπιστεί αρχικά από τον Θεό. Φαίνεται όμως, ότι ο Θεός άφησε το Σύμπαν να αναπτύσσεται σύμφωνα με αυτούς και δεν παρεμβάλλεται πια στην εξέλιξή του. Αλλά πώς επέλεξε την αρχική κατάσταση, το αρχικό σύνολο των χαρακτηριστικών του Σύμπαντος; Ποιες ήταν οι οριακές συνθήκες στην αρχή του χρόνου; Μια πιθανή απάντηση είναι, ότι ο Θεός επέλεξε το αρχικό σύνολο χαρακτηριστικών του Σύμπαντος για κάποιους λόγους, που δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα τους καταλάβουμε ποτέ» (Το χρονικό του χρόνου σελ. 187)

– «Εάν είχε το Σύμπαν κάποια αρχή, θα έπρεπε και να παραδεχτούμε ότι εδημιουργήθη από κάποιον Δημιουργό» (A brief History… 1988)

– «Μία θεωρία υπάρχει μόνο στη σκέψη μας και δεν έχει καμμία άλλη υπόσταση… Συνεπώς, η κάθε θεωρία της Φυσικής είναι προσωρινή, διότι παριστάνει μόνο μία υπόθεση: ουδείς δε μπορεί ποτέ να την αποδείξει»

M. Rees 1942-…
(κοσμολόγος άρθρο του το 1981)

– «Το γεγονός ότι από τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες της δομής του αρχικού Σύμπαντος μπόρεσε να προκύψει τελικά η ζωή, μόνο σαν τύχη η θεία Πρόνοια μπορεί να χαρακτηριστεί»

Paul Davies, 1946-….
(Άγγλος φυσικός)

– «Οι αριθμητικές συμπτώσεις, θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν απόδειξη ενός σχεδίου. Ο λεπτός και επακριβής καθορισμός των τιμών των φυσικών σταθερών, που είναι αναγκαίος, ώστε οι ποικίλοι και διάφοροι κλάδοι της φυσικής να μπορούν να συνταιριάζονται με τόση επιτυχία, θα μπορούσε να αποδοθεί στο Θεό»

– «Αν οι νόμοι της Φυσικής καταργούνται στη μαθηματική ανωμαλία, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εξήγηση με τους όρους αυτών των νόμων. Για τον λόγο αυτό, αν κάποιος επιμένει να αναζητεί την αιτία της Μεγάλης Εκρήξεως, η αιτία αυτή πρέπει να βρίσκεται πέρα από τη Φυσική» (The Mind of God 1993)

– «Η σύγχρονη φυσική και η σύγχρονη κοσμολογία αντέχουν μία βασανιστική υπόθεση: ότι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε πώς όλες οι φυσικές δομές μέσα στο σύμπαν έχουν έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως, σαν ένα αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών. Δεν έχουμε πλέον ανάγκη για έναν Δημιουργό με την παραδοσιακή έννοια. Όμως, αν και η επιστήμη είναι πιθανόν να εξηγήσει τον κόσμο, σε μας μένει ακόμη να εξηγήσουμε την επιστήμη. Οι νόμοι που δίνουν στο σύμπαν τη δυνατότητα να έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως παρουσιάζονται να είναι το προϊόν ενός υπερβολικά ευφυούς σχεδίου» (Superforce 1990)

– «Σημαίνουν αυτές οι απόψεις (=για αυτογένεση του Σύμπαντος) ότι η ύπαρξη του Σύμπαντος μπορεί επιστημονικά να «εξηγηθεί», χωρίς να είναι αναγκαίος ένας Θεός;».

– «Μπορούμε να θεωρήσουμε το Σύμπαν σαν ένα κλειστό σύστημα, που έχει την αιτία της υπάρξεώς του μόνο στον εαυτό του;… Πόθεν προέρχονται, όμως, οι Νόμοι, δια των οποίων το Σύμπαν φροντίζει δι’ εαυτό, αλλά και για τη δική του γένεση;» (Der Plan Gottes, ss. 78-79)

– «Πολλοί επιστήμονες, και αυτοί οι εισηγητές της Θεωρίας της Σταθεράς Καταστάσεως (του σύμπαντος), αισθάνονται ότι καταργώντας τη μεγάλη έκρηξη θα είχαν μια για πάντα απορρίψει την ανάγκη κάθε είδους υπερφυσικής ερμηνείας για το σύμπαν. Σε ένα σύμπαν που δεν έχει καμιά αρχή, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για ένα γεγονός δημιουργίας ή για έναν δημιουργό» (The Mind of God 1993,Penguin Books, Λονδίνο 1984, σελ. 56 )

– «Το ίδιο το γεγονός ότι το σύμπαν είναι δημιουργικό και ότι οι νόμοι έχουν επιτρέψει να αναδυθούν πολύπλοκες δομές και να αναπτυχθούν μέχρι το σημείο σχηματισμού συνείδησης- με άλλα λόγια, ότι το σύμπαν έχει οργανώσει την ίδια την αυτεπίγνωσή του- αποτελεί για μένα ισχυρή ένδειξη ότι κάτι συμβαίνει πίσω απ’ όλα αυτά… Μοιάζει σαν κάποιος να έχει ρυθμίσει λεπτομερώς τους αριθμούς της φύσης, προκειμένου να συνθέσει το Σύμπαν… Η εντύπωση (ύπαρξης) σχεδιασμού είναι συντριπτική.» (Davies, P. 1988. The Cosmic Blueprint: New Discoveries in Nature’s Creative Ability To Order the Universe. New York: Simon and Schuster, p.203.)

Φρέντκιν Έντουαρντ 1934-…
(ηλεκτρονικός επιστήμων)

– «Το σύμπαν αποτελεί ενσάρκωση προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, που έχει σχεδιαστεί έτσι, ώστε να μπορεί να εξασφαλίσει την απάντηση στο ερώτημα για την ίδια του τη δημιουργία… Τι μπορούμε να πούμε για τον ίδιο τον υπολογιστή; Από τι αποτελείται αυτός; Τι τον ενεργοποιεί; Ποιος, ή τι, τον κινεί; Πώς και γιατί άρχισε να κινείται;… Δεν έχω θρησκευτικές πεποιθήσεις. Δεν ξέρω τι υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει. Μου φαίνεται όμως, πως το συγκεκριμένο σύμπαν, όπου ζούμε, έχει δημιουργηθεί από κάποια διάνοια (1990)»

H. Reeves, Ρήβς 1932-…
(διευθυντής Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Γαλλίας)

– «Βλέπουμε και διαπιστώνουμε στο Σύμπαν να υπάρχει μία αρμονία. Να εξελίσσονται τα γεγονότα του Σύμπαντος και να παρουσιάζονται σαν ένα κομμάτι κλασσικής μουσικής».

– «Δεν πρέπει να ζητάμε πολλά από την επιστήμη. Όταν περιμένουμε πολλά από αυτήν, συχνά είναι απατηλή. Είναι το πρόβλημα του όλου πολιτισμού της Δύσεως από τον 16ο αιώνα, όταν σκεφτεί κανείς πάνω στα ίχνη του Καρτεσίου και του Γαλιλαίου, ότι η επιστήμη θα φέρει την ευτυχία του ανθρώπου. Αυτό το πίστευαν για πολύ χρονικό διάστημα. Όλος ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την ιδέα της προόδου. Επιστεύετο ότι η πρόοδος ήταν συνυφασμένη με την επιστήμη. Θα είχαμε τότε το τέλος του σκοταδισμού. Επίστευαν επίσης ότι πέρασε η περίοδος της θρησκείας και ήλθαμε στην περίοδο της επιστήμης… Ότι η επιστήμη ξεπέρασε τη θρησκεία. Καταλάβαμε όμως καλά ότι η επιστήμη δεν αντικατέστησε τίποτα· σήμερα η θρησκεία είναι πιο ζωντανή παρά ποτέ άλλοτε. Εξάλλου η επιστήμη παρουσίασε τόσα πολλά προβλήματα που βρίσκονται προς λύση· παράδειγμα η περίπτωση του πυρήνα του ατόμου (σε συνέντευξη στο περιοδικό Construit 25-8-1982)»

Schopper H. Σόπερ,
(καθηγητής Γενικός Διυθυντής στο CERN στη Γενεύη)

– «Ένας τέτοιος διάλογος θρησκείας και επιστήμης είναι δυνατόν να γίνει σήμερα, διότι διαρκώς και περισσότερο παρουσιάζεται ότι η αντικειμενική πραγματικότητα (όπως την παρουσίασαν ο Γαλιλαίος και ο Νεύτων ως βάση των θετικών επιστημών) δεν αποκλείει καθόλου την υπερβατική πραγματικότητα της πίστεως. Ακόμη περισσότερο. Οι ανακαλύψεις οι σχετικές με τα φαινόμενα των σωματίων της πλοκής της ύλης, οι νόμοι της φύσεως και η τάξις που κυβερνά το υλικό σύμπαν αποκαλύπτουν πολύ περισσότερο μία ερμηνεία του ανωτάτου και υπερβατικού Όντος, παρά εκείνη την οποία μας δίνει η καθαρά υλιστική θεώρηση του κόσμου (1982)»

St. Weinberg, 1933-…
(διάσημος Αμερικανός θεωρητικός φυσικός Νόμπελ 1979)

– «Είναι σχεδόν αναγκαστικό για τους ανθρώπους να πιστεύουμε ότι έχουμε κάποια ειδική σχέση με το σύμπαν, ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ακριβώς ένα λίγο ή πολύ κωμικό αποτέλεσμα μιας αλυσίδας τυχαίων συμβάντων, που φθάνουν πίσω στα πρώτα τρία λεπτά, αλλά ότι έχουμε κατά κάποιο τρόπο δημιουργηθεί από την αρχή»

– «Μερικοί κοσμολόγοι ελκύονται φιλοσοφικά από το πρότυπο του παλλομένου σύμπαντος, ειδικά διότι, όπως και το πρότυπο της σταθεράς καταστάσεως, αποφεύγει με ωραίο τρόπο το πρόβλημα της Γενέσεως» (The first three minutes, σελ. 148, 1984)

Μιχαήλ Παπαγιάννης
(Κοσμήτωρ Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Boston)

– «Πόσο ένδοξο τέλος μιας μακράς για τα ανθρώπινα δεδομένα πορείας, που άρχισε σαν μία εκρηγνυόμενη πύρινη σφαίρα φωτονίων και στοιχειωδών σωματιδίων, επειδή όμως ήταν προικισμένη από τον Δημιουργό με τους κατάλληλους θεμελιώδεις νόμους, οδήγησε στη ζωή και είναι προορισμένη να οδηγήσει τελικά στη θέωση των κατοίκων της!»

J. Polkinghorne 1930-…
(Άγγλος Θεωρητικός φυσικός στοιχειωδών σωματιδίων, μέλος Βασιλικής Εταιρείας, καθηγητής Μαθηματικής Φυσικής του Κέμπριτζ 1968-1979, πρόεδρος του Κολεγίου της Βασίλισσας στο Κέμπριτζ από το 1989, χειροτονήθηκε ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας το 1982)

– «Επομένως, πιστεύω πως με την ακριβή ρύθμιση των φυσικών νόμων, η οποία κατέστησε δυνατή την εξέλιξη συνειδητών όντων, λαμβάνουμε από την επιστήμη έναν πολύτιμο, αν και έμμεσο, υπαινιγμό, πως πίσω από την κοσμική ιστορία υπάρχει κάποιο θεϊκό νόημα και κάποιος θεϊκός σκοπός. Κατά τη γνώμη μου, η επιστήμη είναι δυνατή και η κοσμική ιστορία υπήρξε γόνιμη, επειδή το σύμπαν στο οποίο κατοικούμε είναι αποτέλεσμα δημιουργίας. Επί της ουσίας, περί αυτού πρόκειται (Επιστήμη ή Θεός, εκδ. Τραυλός σελ.126,1997)»

– «Οι δαρβινικές ιδέες παρέχουν μία γενική εποπτεία της εξελισσόμενης ιστορίας ενός γόνιμου κόσμου, αλλά παραμένει βεβαίως άγνωστο το κατά πόσο θα μας πουν ολόκληρη την ιστορία. Αντί να επαναλάβω αυτές τις υποθέσεις άλλη μια φορά, προτιμώ να στραφώ σε άλλες, πιο διαδεδομένες, επιστημονικές απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η σύγχρονη επιστήμη δεν είναι καθόλου απρόθυμη να προβεί σε μια μεταφυσική αναγνώριση της ύπαρξης νοήματος και σκοπού πίσω από την συμπαντική ιστορία» (Επιστήμη ή Θεός σελ.109,1997)

– «Το «λογισμικό» της ζωής δεν μπορεί να «τρέξει» σε κανέναν παλαιού τύπου «υπολογιστή» (πιστεύω πως υπάρχει κάτι το ουσιαστικό στην ιδιαίτερή μας ενσάρκωση και απορρίπτω οποιαδήποτε αυστηρή αναλογία με υπολογιστές), ασφαλώς όμως υπάρχει η δυνατότητα ύπαρξης μιας νέας «ύλης», στην οποία μπορούμε να μετενσαρκωθούμε κατά την ανάστασή μας. Από πού θα προέλθει αυτή η «ύλη»; Νομίζω ότι θα είναι η μετασχηματισμένη ύλη του παρόντος κόσμου, την οποία ο Θεός θα διασώσει από τη μοίρα της αποσύνθεσης. Το σύμπαν θα πεθάνει, αλλά επειδή ο Θεός ενδιαφέρεται για αυτό, θα αναστηθεί ακριβώς όπως και εμείς θα αναστηθούμε εκ νεκρών. Ουσιαστικά, οι δύο μοίρες αποτελούν μία. Αυτή η Χριστιανική ελπίδα, όπως εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο, είναι ότι θα υπάρξει μια νέα δημιουργία μαζί με τη λύτρωση της παλαιάς δημιουργίας από την απογοήτευση και τη ματαιότητα (Ρωμαίους η 18-25,Β Κορινθίους ε 17), στην οποία μετέχουμε όλοι» (ο.π. σελ. 135)

– «Τελικά, όσο περισσότερο κατανοούμε το σύμπαν, τόσο πιο άσκοπο αποδεικνύεται (φράση του Steven Weinberg στο The First three Minutes: όσο πιο κατανοητό φαίνεται το σύμπαν, τόσο περισσότερο μοιάζει να στερείται σκοπού) ή μήπως αποκτά ολοένα και περισσότερο τον χαρακτήρα ενός κόσμου πραγματικού, τόσο γεμάτου σημασία για μας που μέσα του αισθανόμαστε σαν στο «σπίτι μας» και όχι μοναχικά πλάσματα που θλίβονται για τον παραλογισμό του; Το ένστικτό μου ως επιστήμονα μου υπαγορεύει να αναζητήσω μια εύλογη κατανόηση και πιστεύω ότι είναι η θρησκευτική μου πίστη εκείνη η οποία με καθιστά ικανό να τη βρω… Η αλήθεια της ανάστασης του Χριστού αποτελεί, για μένα, ένα πραγματικό έσχατο ζήτημα» (ο.π. σελ. 135-136)

– «Το μυστήριο της πολλαπλώς διαστρωματωμένης πραγματικότητας ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από τάξη, ομορφιά και ηθική, παραμένει. Τι είναι αυτό που συνενώνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά; Μια πιθανή απάντηση, συνεκτική και ικανοποιητική από διανοητική άποψη -και δεν λέω τίποτα περισσότερο απ’ αυτό- μας παρέχεται από την πίστη στο Θεό. Η πραγματικότητα είναι πολλαπλώς διαστρωματωμένη επειδή είναι δημιουργία. Πίσω από την επιστημονική τάξη του σύμπαντος βρίσκεται η Νόηση του Δημιουργού. Πίσω από την ανθρώπινη εμπειρία της ομορφιάς βρίσκεται η χαρά του Δημιουργού στη δημιουργία. Πίσω από τις ηθικές μας ενοράσεις βρίσκεται η κρίση της καλής και τέλειας βούλησης του Δημιουργού.
Ουσιαστικά, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη όλων των Ενοποιημένων Θεωριών, η πραγματική Θεωρία του Παντός, παρέχεται από την πίστη στο Θεό» (ο.π. σελ. 149)

Richard Dawkins,
(βιολόγος αθεϊστής)

– «…Εκείνο που θέλω κυρίως από μια θεωρία της εξέλιξης είναι να εξηγεί το σχηματισμό των πολύπλοκων, καλοσχεδιασμένων μηχανισμών, όπως η καρδιά, τα χέρια, τα μάτια και ο ηχοεντοπισμός. Κανείς, ούτε ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της επιλογής ειδών, δεν πιστεύει ότι αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει τον παραπάνω σκοπό» (Ο τυφλός Ωρολογοποιός σελ. 413)

Frank J. Tipler 1947-…
(Φυσικομαθηματικός κοσμολόγος)
– «…Ποτέ δεν φαντάστηκα όταν άρχισα την καριέρα μου ως φυσικός, ότι κάποια μέρα θα έγραφα, ως φυσικός, ότι οι ουρανοί υπάρχουν και ότι ο καθένας από εμάς θα απολάμβανε ζωή μετά το θάνατο. Αλλά εδώ γράφω ό,τι ο νεαρός εαυτός μου θα θεωρούσε ως επιστημονική ανοησία. Εδώ στέκομαι σαν ένας φυσικός, δεν μπορώ να κάμω άλλο». (The Physics of Immorality σελ. 11.)

Gunter Ewald 1929-…
(φυσικομαθηματικός Γερμανός)

– «Η διαπίστωση του Hawking καταλήγει σε μια ταυτολογία: Το Σύμπαν υπάρχει, διότι υπάρχει. Έτσι όμως ελάχιστα βοηθούμαστε. Το ερώτημα, διατί με τη γένεση των Κβάντων του Κόσμου μας γεννήθηκαν και οι Νόμοι της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας, παραμένει αναπάντητο (1998)»

Francis S. Collins, 1950-…
(εξέχων γενετιστής, επικεφαλής του Σχεδίου Ανθρώπινου Γονιδιώματος, στο βιβλίο του «η Γλώσσα του Θεού»)

– «Λοιπόν εδώ είναι το κεντρικό θέμα αυτού του βιβλίου: Σε αυτή τη σύγχρονη ανάπτυξη της κοσμολογίας, της εξέλιξης και του ανθρώπινου γονιδιώματος, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα μιας απόλυτα ικανοποιητικής αρμονίας ανάμεσα στην επιστημονική και τη θρησκευτική αντίληψη για τον κόσμο; Απαντώ με ένα ηχηρό ΝΑΙ. Κατά την αντίληψή μου δεν υπάρχει καμία αντίφαση στο να είναι κανείς γνήσιος επιστήμονας και άνθρωπος που πιστεύει σ’ ένα Θεό, ο οποίος ενδιαφέρεται προσωπικά για τον καθένα μας. Η δικαιοδοσία της επιστήμης είναι να ερευνά την φύση. Του Θεού η δικαιοδοσία βρίσκεται στον πνευματικό κόσμο, ένα βασίλειο που δεν μπορεί να εξερευνηθεί με τα εργαλεία και τη διάλεκτο της επιστήμης. Πρέπει να εξεταστεί με την καρδιά, με το νου και την ψυχή. Και ο νους πρέπει να βρει τρόπο να συμπεριλάβει και τα δύο βασίλεια» (σελ. 20-21)

– «… Σε άλλο μέρος του προκλητικού του βιβλίου (=ο Θεός και οι αστρονόμοι), ο Jastrow γράφει: «Τώρα βλέπουμε πως η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου. Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στο χρόνο, με μια λάμψη φωτός και ενέργειας». Οφείλω να συμφωνήσω. Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση. Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δω πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον εαυτό της. Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από το χώρο και το χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό» (σελ. 68)

– «… Ένας άλλος διακεκριμένος Φυσικός, ο Freeman Dyson, αφού ανασκοπήσει αυτή τη σειρά των «αριθμητικών τυχαίων συμπτώσεων»  συμπεραίνει: «Όσο πιο πολύ εξετάζω το σύμπαν και τις λεπτομέρειες της αρχιτεκτονικής του, τόσο περισσότερες ενδείξεις βρίσκω ότι το σύμπαν κατά κάποιο τρόπο γνώριζε ότι θα έλθουμε» (σελ. 75)

– «Για μένα ως πιστό, η ανακάλυψη της σειράς του ανθρώπινου γονιδιώματος είχε μία πρόσθετη σημασία. Αυτό το βιβλίο ήταν γραμμένο στη γλώσσα του DNA με την οποία ο Θεός μίλησε στη ζωή για να υπάρξει. Αισθάνθηκα μια επιβλητική αίσθηση δέους αναδιφώντας αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα βιολογικά κείμενα» (σελ. 112)

– «Η επιστήμη δεν απειλείται από το Θεό, ενθαρρύνεται. Ο Θεός με κάθε βεβαιότητα δεν απειλείται από την επιστήμη. Αυτός την έκανε δυνατή» (σελ. 201)

Άρης Πατρινός,
(βιολόγος που βοήθησε στην αποκρυπτογράφηση του DNA το 2000)

– «Είμαι απλώς ένας από τους πολλούς εργάτες, που κατάφεραν αυτό το εκπληκτικό επίτευγμα. Αισθανθήκαμε όλοι την ώρα εκείνη, ότι βαδίζαμε στα ίχνη του Θεού. Ήταν μια μοναδική στιγμή, γιατί ανοίξαμε το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου της ζωής» (στην εφημεριδα Αδέσμευτος Τύπος 29-6-2000 σελ 13)

Gingerich Owen, Όουεν Γκινγκεριχ 1930-…,
(διάσημος αστρονόμος του Χάρβαρντ, συγγραφέας του «Το Σύμπαν του Θεού» 2006)

– «Το Σύμπαν δημιουργήθηκε ηθελημένα και με σκοπό και αυτή η πεποίθηση δεν παρεμβαίνει στις υποθέσεις της επιστήμης»

Άρθουρ Λ. Σάβλοφ
(Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, 1981 Βραβείο Νόμπελ Φυσικής)

– «Μου φαίνεται πως, όταν είμαστε αντιμέτωποι με τα θαύματα της ζωής και του σύμπαντος, πρέπει να αναρωτηθούμε «γιατί» και όχι μόνο «πώς». Οι μόνες δυνατές απαντήσεις είναι θρησκευτικές… Εντοπίζω μια ανάγκη για Θεό μέσα στο σύμπαν και μέσα στην ίδια την ζωή μου…»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Οι θεμελιωταί των επιστημών, αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου, εκδ. «Ζωή» 1962
2) Το σύμπαν η ζωή και ο άνθρωπος, Κωτσάκη Δημητρίου, Ομοτίμου Καθηγητού πανεπιστημίου Αθηνών, εκδ. «Ζωή» 1986
3) Η προέλευση της Ζωής και η επιστήμητου ιδίου
4) Οι πρωτοπόροι της Επιστήμης και η Γένεσις του κόσμου, του ιδίου
5) Η κοσμοθεωρία του Υλισμούτου ιδίου
6) Είμαστε μόνοι στο διάστημα; του ιδίου
7) Το μεγάλο πρόβλημα Θεός και κόσμοςτου ιδίου
8) Το αστρονομικό σύμπαν, Δημιουργία ή Τύχητου ιδίου
9) Πώς βλέπει σήμερα η επιστήμη το Σύμπαντου ιδίου
10) Η συγκρότηση του Σύμπαντοςτου ιδίου
11) Η επιστήμη ομιλεί, εκδ. «Ζωή», 1979
12) Ομιλούν οι σοφοί περί Θεού, εκδ. «Ζωή» 1980
13) Ομιλούν οι σοφοί περί Χριστιανισμού, εκδ. «Ζωή» 1979
14) Ομιλούν οι σοφοί περί Ψυχής, εκδ. «Ζωή» 1982
15) Οι μεγάλοι μπροστά στον πόνο, εκδ. Ζωή 1987
16) Γιατί δεν είμαι άθεος, Γεωργίου Μελέτη, εκδ. «Ζωή» 1994
17) Η Χριστιανική Πίστις εις τον αιώνα της ΕπιστήμηςΝ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1982
18) Αρχή και τέλος του Κόσμου, Κοσμολογία και Αγία Γραφή, αρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 2001,
19) Ο άνθρωπος μέσα στο σύμπαναρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 1996
20) Ο Δαρβίνος και η θεωρία της εξελίξεωςΝ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1995
21) Θεός και Θρησκεία στις Φυσικές ΕπιστήμεςΜέγας Λ. Φαράντος, εκδ. Έννοια,2008
22) Εγώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν… Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο 1998
23) Η Γλώσσα του ΘεούFrancis S. Collins, εκδ. Παπαζήση 2009
24) Η αυταπάτη του Dawkins ;, AlisterMc Grath, εκδ. Ουρανός 2008
25) Πασκάλ ΜπλέζΣκέψεις, εκδ. Καστανιώτη
26) Επιστήμη ή ΘεόςJ. Polkinghorne, εκδ. Τραυλός,
27) Ο Γαλιλαίος στη φυλακή, Μύθοι για την επιστήμη και τη θρησκεία, επιμέλεια Ronald L. Numbers, εκδ. Λογείον2011
28) Είναι ο Θεός μαθηματικός; Μάριο Λίβιο, εκδ. Ενάλιος 2014
29) Παγκόσμιος Ιστορία του ΠολιτισμούWill Durant τόμος Ζ σελ.
30) Παγκόσμιος Ιστορία του ΠολιτισμούWill Durant τόμος Η
31) Ανθολογία της ΦιλοσοφίαςUbaldo Nicola, εκδ. Ενάλιος 2007
32) Η Φιλοσοφία της Αναγεννήσεως και η θεμελίωσις της Νεωτέρας ΦυσικήςΛογοθέτου Κ. ΟΕΣΒ, 1955

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 9, 2018

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ

(Αποσπάσματα από τα ερμηνευτικά Υπομνήματα στα Ευαγγέλια του Π.Ν. Τρεμπέλα.
Τα αποσπάσματα μεταφράστηκαν και μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική γλώσσα από τον π. Νικόλαο Πουλάδα)
Α.  Η ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ  κδ 1-44 – κε 31-46
(Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον, Π.Ν.Τρεμπέλα σελ. 421-436 και 447-452 εκδόσεις «ο Σωτήρ», μεταφρασμένο & μεταγλωττισμένο στη δημοτική γλώσσα!
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους)
ΣΥΝΤΜΗΣΕΙΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
(Πατέρες Εκκλησίας & Εκκλησιαστικοί συγγραφείς)
Α = Αθανάσιος ο Μέγας                 Ζ = Ζιγαβηνός Ευθύμιος
Απ = Απολλινάριος                       Θφ = Θεοφύλακτος Βουλγαρίας
Αυ = Αυγουστίνος                        Ιε = Ιερώνυμος
Β = Βασίλειος ο Μέγας                  Κ = Κύριλλος Αλεξανδρείας
Γ = Γρηγόριος Ναζιανζηνός            Χ = Χρυσόστομος Ιωάννης
Γν = Γρηγόριος Νύσσης                Ω = Ωριγένης
Δ = Δαμασκηνός Ιωάννης             DB=Dict. Of the Bible,Hastings
Ε = Ευσέβιος Καισαρείας

(Σύγχρονοι Θεολόγοι ερμηνευτές)
The New-Century Bible, St Matthew Edited by G.H. Box on the basis of the earlier edition by Prof  W.F. Slater, Edirburgh 1922 (σημειώνεται με το S)
M.J. Lagrange.   Evangile selon s. Matthieu, Deuxieme edition      Paris 1923 (σημειώνεται με το L.)
Alf. Plummer.   An exegetical commentary on the Gospel according to S. Matthew, London 1911 (σημειώνεται με το p).
W. Allen    A critical and exegetical Commentary on the Gospel according to S. Matthew Third edition 1922 (σημειώνεται με το a).
A. Commentary critical, expository and practical κ.λ.π by I. Owen, New York 1864 (σημειώνεται με το ο).
L. Cl. Fillion    La sainte Bible commentee VII (σημειώνεται με το F).
J.A. Bengel      Gnomon of the N.T. Testament translated by I. Bryce. Τόμ. Α (σημειώνεται με το b).
C.L. W. Grimm  Lexicon Graeco-Latinum in libros N. Lipsiae 1903. (σημειώνεται με το g).
Ν. Δαμαλά  Ερμηνεία εις την Κ.Δ. τόμ. Β και Γ. Αθηναι 1892. (σημειώνεται με το δ)

ΚΕΙΜΕΝΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ.
Οι αριθμοί στις λέξεις του αρχαίου κειμένου παραπέμπουν στην αντίστοιχη ερμηνεία και ανάλυσή τους

Ματθ. 24,1        Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ(1)· καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ(2).
Ματθ. 24,1        Και καθώς εξήλθεν ο Ιησούς και έφευγεν οριστικώς πλέον από τον ναόν, τον επλησίασαν οι μαθηταί δια να του δείξουν τας ωραίας οικοδομάς του ναού.
Τα δύο αυτά κεφάλαια περιλαμβάνουν τον μεγάλο εσχατολογικό λόγο του Κυρίου, ο οποίος μπορεί να διαιρεθεί όπως ακολούθως: 1) κδ 1-3 αφορμή του λόγου, 2) 4-14, συμβάντα που θα προηγηθούν από την τελική αποστασία, 3) 15-28, η θλίψη που θα προηγηθεί από την δεύτερη έλευση, 4) 29-31 η δεύτερη έλευση, 5) 32-51 προτροπές για εγρήγορση, 6) κε 1-46 τρεις παραβολές που διεγείρουν την προσοχή για εγρήγορση και επιμέλεια, όπου στην τρίτη περιγράφεται η τελική κρίση (a.S).
Η γραμματεία της εποχής που προηγήθηκε και επακολούθησε στη γέννηση του Χριστού δείχνει, ότι οι διάνοιες πολλών Ιουδαίων ασχολούνταν με ενδιαφέρον για το τέλος του κόσμου, το οποίο πιστευόταν ότι πλησίαζε. Το ενδιαφέρον αυτό είχε δύο πηγές: από τη μία τις παρερμηνευόμενες προφητείες των ψαλμωδών και των προφητών και ειδικά του Δανιήλ και του Ιεζεκιήλ, και από την άλλη κάποια στοιχεία εθνικών θρησκειών και ειδικά της θρησκείας των Περσών. Τις αντιλήψεις αυτές των συγχρόνων του ο Κύριος είχε υπ’ όψη, όταν δίδασκε για τις έσχατες ημέρες τους μαθητές. Και βεβαίως δεν ήταν δυνατόν παρά να υιοθετήσει τη διδασκαλία που απέρρεε από τους ψαλμούς και τους προφήτες.
Για αυτό λοιπόν την αποκαλυπτική παράδοση περί εσχάτων χρόνων, την καθάρισε και την κατέστησε πνευματική, αφού την απάλλαξε από τα παχυλά στοιχεία, με τα οποία οι σύγχρονες ιουδαϊκές αντιλήψεις είχαν παραμορφώσει αυτήν, προσδίδοντας χρωματισμό πολιτικό και σαρκικό στις λεπτομέρειες της κρίσης που πλησίαζε. Σύμφωνα με τις επικρατούσες τότε αντιλήψεις ο Μεσσίας ως πράκτορας του Ιεχωβά θα εμφανιζόταν πάνω στα σύννεφα επικεφαλής θριαμβευτικού πλήθους, για να καταρρίψει τις ρωμαϊκές αρχές και να ιδρύσει το βασίλειό του, ένα από τα χαρακτηριστικά του οποίου θα ήταν ένα αδιάκοπο δείπνο, στο οποίο θα παρακάθονταν οι απόγονοι του Αβραάμ πάνω σε θρόνους δόξας. Από τις σαρκικές αυτές αντιλήψεις είναι απαλλαγμένα τα αποκαλυπτικά χωρία των ευαγγελίων. Η χρησιμοποιούμενη όμως σε αυτά γλώσσα είναι συμβολική σε μεγάλο μέρος και δεν πρέπει να εκληφθεί κατά γράμμα (p)

1) Προφητεία της καταστροφής του ναού (κδ 1-3)

(1)   Αυθεντική γραφή: ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ ἐπορεύετο, οπότε το «από του ιερού» εξαρτάται από το εξελθών και μένει το επορεύετο αόριστο· βάδιζε κατ’ ευθείαν προς το όρος των ελαιών. Ιερόν= ο ναός και ο περίβολός του με όλα τα υπόλοιπα κτίσματα (L).
(2)   «Επειδή δηλαδή είπε ότι «ο οίκος σας θα ερημωθεί» και προφήτευσε σε αυτούς προηγουμένως πάρα πολλές συμφορές, ακολούθως οι μαθητές όταν άκουσαν αυτά, από έκπληξη μάλλον, τον πλησίασαν για να του δείξουν το κάλλος του ναού, και επειδή απορούσαν, εάν πράγματι θα εξαφανιστούν τόσο ωραία πράγματα και πολυτελή υλικά και ποικίλα απερίγραπτα καλλιτεχνήματα» (Χ).

Ματθ. 24,2        ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ βλέπετε(1) ταῦτα πάντα(2); ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ᾧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται(3).
Ματθ. 24,2        Ο δε Ιησούς τους είπεν• “δεν βλέπετε με θαυμασμόν όλα τα ωραία αυτά κτίρια; Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν θα μείνη εδώ πέτρα επάνω στην πέτρα, που να μη μεταβληθή εις συντρίμματα”.
(1)   «Δεν τα βλέπετε όλα αυτά και θαυμάζετε και μένετε κατάπληκτοι;» (Χ). «Ρωτά πρώτα αυτούς, δεν βλέπετε όλα αυτά τα θαυμαστά;» (Ζ).
(2)   Οι οικοδομές του ιερού ως σύνολο δεν ήταν δυνατόν να φανούν παρά από κάποιο ύψος του όρους των Ελαιών και από κάποια τοποθεσία αυτού, από την οποία έβλεπαν συγχρόνως ολόκληρη την πόλη (L).
(3)   «Δεν τους μιλά πλέον απλώς για ερήμωση, αλλά προφητεύει ολοκληρωτικό τον αφανισμό» (Χ). «Λένε όμως κάποιοι, ότι και όμως, σε κάποια μέρη, αφέθηκε λίθος πάνω σε λίθο ο οποίος δεν γκρεμίστηκε. Προς τους οποίους λέμε και εμείς με τη σειρά μας, ότι όλα αυτά τα αξιοθαύμαστα που τους έδειξε ο Κύριος γκρεμίστηκαν μέχρι θεμελίων σύμφωνα με την δεσποτική απόφαση. Αλλά και αν έμεινε κάποιο λείψανο από τους Ρωμαίους, και αυτό από τους επόμενους γκρεμίστηκε, για να μεταφερθεί σε άλλες οικοδομές» (Ζ).
Άλλωστε ο Κύριος «το είπε αυτό υπαινισσόμενος την ολοκληρωτική καταστροφή του οικοδομήματος και κάνοντας το λόγο υπερβολικό» (Θφ).

Ματθ. 24,3        καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους(1) τῶν ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ κατ᾿ ἰδίαν(2) λέγοντες· εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται(3), καὶ τί τὸ σημεῖον(4) τῆς σῆς παρουσίας(5) καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος(6);
Ματθ. 24,3        Και ενώ αυτός εκάθητο στον όρος των Ελαιών, τον επλησίασαν οι μαθηταί ιδιαιτέρως και του είπαν• “πες μας, πότε θα γίνουν αυτά και ποιό θα είναι το σημείον, που θα προαναγγέλη την ένδοξον παρουσίαν σου και το τέλος του κόσμου;”
(1)   Από όπου ο ναός ήταν ορατός και όπου ήταν προορισμένο να αρχίσουν οι κατά της Ιερουσαλήμ πολιορκητικές επιχειρήσεις (b). Οι προηγούμενοι λοιπόν λόγοι ειπώθηκαν τη στιγμή που ο Κύριός μας απομακρυνόταν από το ναό. Υπερπηδώντας ο Κύριος τον χείμαρρο Κεδρών και ανεβαίνοντας πάνω στο όρος των ελαιών, κάθισε (F).
(2)   «Πλησίασαν ιδιαιτέρως, για να μην γίνει αυτό γνωστό στους Ιουδαίους» (Ζ).
(3)   «Ρωτούν επιθυμώντας πολύ να μάθουν όχι τόσο για τον αφανισμό του ναού, όσο για τον καιρό της δευτέρας παρουσίας του» (Ζ). Η ερώτηση των μαθητών κατ’ ουσίαν είναι αυτή: Πότε η Ιερουσαλήμ και ο ναός της θα καταστραφεί και ποια σημεία θα προηγηθούν της έλευσής σου η οποία θα γίνει για τελική αποκατάσταση των πραγμάτων, η οποία μπορεί να αποκληθεί το τέλος του παρόντος κόσμου; (ο).
(4)   Το σημάδι με το οποίο θα γνωρίσουμε την επικείμενη αμέσως παρουσία σου (δ). Σημάδια συχνά προστέθηκαν σε προφητείες σπουδαίων συμβάντων. Για αυτό και η ερώτηση των μαθητών, που αφορούσε στο σημάδι του καιρού εκείνου (b).
(5)   Εδώ για πρώτη φορά στο ευαγγέλιο συναντιέται η λέξη, η οποία μόνο στον Ματθαίο από τους ευαγγελιστές βρίσκεται και μόνο στο κεφάλαιο αυτό, όπου 4 φορές χρησιμοποιείται (στίχοι 3,27,37,39). Συναντιέται σε όλες τις επιστολές του Παύλου, εκτός από τις ποιμαντικές. Φαίνεται να ήταν σχεδόν τεχνικός όρος για δήλωση της έλευσης του Χριστού με δόξα, που εισήχθη σε κοινή χρήση, κάποιο χρόνο πριν ακόμη τα 4 ευαγγέλια συγγραφούν. Υπονοεί, ότι η επάνοδος του Μεσσία με δόξα δεν θα είναι όπως η πρώτη, μεταβατική και προσωρινή, αλλά θα εγκαινιάσει μόνιμη και διαρκή παρουσία. Η φράση δευτέρα παρουσία δεν συναντιέται στη Γραφή, αλλά βρίσκεται στον Ιουστίνο (p).
(6)   Δες ιγ 40,49. «Επειδή νόμισαν, ότι η καταστροφή του ναού και η δευτέρα παρουσία του Χριστού θα γίνουν και τα δύο μαζί ταυτόχρονα, έκαναν την ερώτηση και για τα δύο» (Ζ).

2) Συμβάντα που θα προηγηθούν του τέλους (κδ 4-14)

Ματθ. 24,4  καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς(1)· βλέπετε μή τις ὑμᾶς(2) πλανήσῃ.
Ματθ. 24,4  Και απεκρίθη ο Ιησούς και τους είπε• “προσέχετε μήπως τυχόν σας πλανήση κανείς.
(1)   «Δεν απάντησε τίποτα σε αυτές τις ερωτήσεις, αλλά προηγουμένως τούς λέει εκείνα, τα οποία πρώτα έπρεπε αυτοί να μάθουν, διότι αυτά επρόκειτο να τους συναντήσουν πριν από εκείνα που ρωτούσαν» (Ζ).
(2)   Αυτό λέχθηκε όχι τόσο προς τους Αποστόλους, οι οποίοι εντός ολίγου θα έπαιρναν το Άγιο Πνεύμα, όσο προς ολόκληρο το ποίμνιο των πιστών, τους οποίους εκείνη την στιγμή εκπροσωπούσαν οι Απόστολοι, έτσι ώστε οι πιστοί αυτοί να μην παραπλανηθούν από τους μέγιστους κινδύνους, στους οποίους θα ήταν εκτεθειμένοι (b).
«Διότι, λέει, θα είναι διπλός ο πόλεμος, και ο εκ μέρους των απατεώνων και ο εκ μέρους των εχθρών» (Χ).

Ματθ. 24,5  πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται(1) ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου(2) λέγοντες(3), ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι(4).
Ματθ. 24,5  Διότι πολλοί θα έρθουν με το ιδικόν μου όνομα και θα λέγουν• εγώ είμαι ο Χριστός και θα παρασύρουν πολλούς στον δρόμον της πλάνης.
(1)   Στην αρχή θα έλθουν ψευδόχριστοι· στο μέσο θα έλθουν ψευδοπροφήτες (σ.11) και στο τέλος και οι δύο (σ. 22,24). Διπλό κλιμακωτό (b). Ο Ιώσηπος μιλά για κάποιον Αιγύπτιο ψευδοπροφήτη, ο οποίος στην ηγεμονία του Φήλικος παρέσυρε 30.000 προς το όρος των Ελαιών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατασφάχτηκε ή αιχμαλωτίστηκε κατά την σύγκρουση με τους Ρωμαίους στρατιώτες. Μιλά επίσης για τον Θευδά. Ο Σίμων ο μάγος, ο Δοσίθεος και άλλοι μπορούν να μνημονευτούν μεταξύ των συγχρόνων (εκείνη την εποχή) απατεώνων (ο).
(2)   Δεν θα λένε ότι στάλθηκαν από εμένα, αλλά ότι ο καθένας από αυτούς είναι ο Μεσσίας (b). Θα έλθουν αξιώνοντας τον τίτλο του Μεσσία (p), φέροντας το όνομα του Μεσσία (δ).
(3)   «Και λέγοντας ο καθένας ότι εγώ είμαι ο Χριστός» (Ζ).
(4)   Το κύριο σημείο δεν είναι τόσο η μέθοδός τους, με την οποία θα απατούν, όσο η μεγάλη τους επιτυχία, διότι θα πλανήσουν πολλούς (p).

Ματθ. 24,6  μελλήσετε(1) δὲ ἀκούειν πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων(2)· ὁρᾶτε μὴ θροεῖσθε(3)· δεῖ(4) γὰρ πάντα γενέσθαι(5), ἀλλ᾿ οὔπω ἐστὶ τὸ τέλος(6).
Ματθ. 24,6  Θα ακούσετε δε πολέμους και φήμες περί πολέμων, που γίνονται μακράν. Προσέχετε, μη ταράσσεσθε, νομίζοντες ότι αυτά είναι σημεία του τέλους. Διότι πρέπει όλα να πραγματοποιηθούν, αλλά ακόμα δεν θα έλθη το τέλος.
(1)   Ή, η προφητεία αυτή αναφέρεται σε ολόκληρη την εποχή την μετά Χριστόν (δ).
Ή, «νόμιζαν οι μαθητές ότι μαζί με την καταστροφή (των Ιεροσολύμων) θα συμβεί και η συντέλεια… Διότι το ότι έτσι σκέπτονταν, μάθε το από την ερώτησή τους. Τι δηλαδή ρώτησαν; Πότε θα γίνουν αυτά; Δηλαδή, πότε θα καταστραφούν τα Ιεροσόλυμα; Και ποιο είναι το σημάδι της παρουσίας σου και της συντέλειας του αιώνα; Αυτός όμως δεν απάντησε τίποτα αμέσως στην ερώτησή τους αυτή, αλλά προηγουμένως λέει εκείνα τα κατεπείγοντα και τα οποία έπρεπε πρώτα να μάθουν. Διότι ούτε για τα Ιεροσόλυμα είπε κάτι αμέσως, ούτε για τη δευτέρα παρουσία του, αλλά για τα κακά που θα συναντούσαν ευθύς αμέσως» (Χ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2)   Ή, «πολέμους λέει αυτούς που θα γίνονταν στα Ιεροσόλυμα» (Χ), «ενώ ακοές πολέμων εννοεί αυτές που ακούγονταν στις άλλες πόλεις των Ιουδαίων, τους οποίους πολέμους εξιστορεί ο Ιώσηπος ότι έγιναν πριν την άλωση των Ιεροσολύμων» (Ζ).
Ή, αναφέρεται γενικώς στους πολέμους που θα συμβούν σε ολόκληρη την μετά Χριστόν εποχή. Διότι αυτή είναι η παντοτινή κατάσταση της ανθρωπότητας που ζει μέσα στην αμαρτία και την αδικία· διότι ο πόλεμος είναι παιδί της αδικίας (δ).
(3)   Το ρήμα θροέομαι είναι ιδιαιτέρως εύστοχο εδώ, διότι το θρόος παράγεται από το θρέω, το οποίο σημαίνει φωνάζω ή μιλώ με θόρυβο (b). «Μην πτοηθείτε σαν να έφτασε ήδη το τέλος» (Ζ).
(4)   Στα Ευαγγέλια και τις Πράξεις το «δεῖ (=πρέπει)» χρησιμοποιείται συχνά για αυτό που αποφασίστηκε από το Θεό (p). Πρέπει να εκπληρωθούν όλες οι αποφάσεις του Θεού για τιμωρία των αμαρτωλών (δ).
(5)   Ή, «πρόκειται να γίνουν όλα τα σχετικά με αυτούς τους πολέμους» (Ζ).
Ή, «πρέπει να γίνουν όλα, όσα προείπα εγώ, και η έφοδος των πειρασμών σε τίποτα δεν θα διακόψει τα όσα ειπώθηκαν από εμένα· αλλά θα συμβεί μεν θόρυβος και ταραχή, τίποτα όμως δεν θα διασαλεύσει τα προφητικά λόγια μου» (Χ). Μάλλον η πρώτη ερμηνεία πιο σωστή.
(6)   Ή, το τέλος του κόσμου (δ)= «διότι δεν θα συμβεί ταυτόχρονα μαζί με την κατασκαφή της Ιερουσαλήμ και η κοινή συντέλεια» (Θφ) ή, «η καταστροφή του ναού και της πόλης» (Ζ).

Ματθ. 24,7  ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν(1), καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ λοιμοὶ καὶ σεισμοὶ κατὰ τόπους(2)·
Ματθ. 24,7  Διότι θα ξεσηκωθή το ένα έθνος ενάντιον του άλλου έθνους, και το ένα βασίλειον εναντίον του άλλου βασιλείου και θα συμβούν στερήσεις και πείνες και επιδημικές αρρώστιες και σεισμοί εις διαφόρους τόπους.
(1)   Ή, «τα έθνη που συμμαχούν με τους Ρωμαίους εναντίον των εθνών που συμμαχούν με τους Ιουδαίους και οι βασιλείες που συμπράττουν με τους Ρωμαίους εναντίον αυτών που συμπράττουν με τους Ιουδαίους. Και για αυτό θα γίνουν δυνατοί πόλεμοι ανάμεσά τους» (Ζ).
Ο Alford από πληροφορίες του Ιώσηπου και του Φίλωνα αναφέρεται στις ταραχές των Ιουδαίων στην Αλεξάνδρεια, την σφαγή 50.000 Ιουδαίων στην Σελεύκια και κάποια παρόμοια επανάσταση κοντά στην Ιόππη (ο).
Ή, αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό των εσχατολογικών περιγραφών το ότι ο παγκόσμιος πόλεμος θα προαναγγείλει το τέλος (S) και συνεπώς οι πόλεμοι αυτοί δεν είναι μόνο αυτοί που θα προηγηθούν από την καταστροφή των Ιεροσολύμων, αλλά και οι προ του τέλους του κόσμου. Δες Αποκ. κεφάλαια στ και η (δ).
(2)   Υπήρξαν πάντοτε λιμοί (=πείνες) και λοιμοί (=επιδημίες) και σεισμοί, αλλά όχι τόσο πυκνοί όπως τώρα (b). Ή, «στα μέρη των Ιουδαίων» (Ζ), ή απλώς τοπικούς, διότι εάν είχαν γενικό χαρακτήρα, μπορούσαν να καταστρέψουν τον κόσμο (δ).
Η επί Καίσαρος Κλαυδίου πείνα, που διήρκεσε αρκετά χρόνια, υπήρξε ένας από τους λιμούς αυτούς που έπληξε όχι μόνο την Ιουδαία αλλά και τις γειτονικές χώρες. Και επιδημίες σημειώθηκαν, μία από τις οποίες κατά τον Ιώσηπο ερήμωσε την Βαβυλώνα επί Καλιγούλα και άλλη που αναφέρεται από τον Τάκιτο έπληξε την Ιταλία γύρω στο 66 μ.Χ. Αλλά και σεισμοί αναφέρονται. Ένας κατά τον Τάκιτο έγινε στα χρόνια του Κλαυδίου. Στη Μ. Ασία άλλος στα χρόνια του Νέρωνα κατέστρεψε πολλές πόλεις. Η Πομπηΐα επίσης καταστράφηκε από παρόμοια φυσική έκρηξη (ο).

Ματθ. 24,8   πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων(1).
Ματθ. 24,8  Όλα όμως αυτά θα είναι αρχή των ταλαιπωριών και πόνων.
(1)   Ή, παριστάνει την εποχή της παρουσίας του σαν τη γέννηση του νέου κόσμου, ενώ τις πληγές και τιμωρίες αυτές σαν αρχή των πόνων του τοκετού, οι οποίοι θα εξακολουθήσουν μέχρις ότου συμπληρωθεί το μέτρο της οργής του Θεού (δ).
«Όπως ακριβώς δηλαδή οι πόνοι έρχονται στην έγκυο και έτσι γεννάει, έτσι και ο τωρινός αιώνας μετά τις συγχύσεις και τους πολέμους θα γεννήσει τα μελλοντικά» (Θφ).
Ή, «αυτά θα είναι αρχή των κακών, προοίμια των συμφορών, που θα έλθουν στους Ιουδαίους» (Ζ). Το ωδίνων ίσως να μην κρύβει την ιδέα των πόνων του τοκετού, οι οποίοι προηγούνται μιας ευτυχέστερης εποχής. Η λέξη μπορεί να σημαίνει απλώς πόνους χωρίς την ιδέα του τοκετού. Πράγματι μερικές φορές χρησιμοποιείται για δήλωση των αγωνιών του θανάτου, όπως στο Ψαλμ. ιζ 5, ριδ 3 (p). Μπορεί λοιπόν εδώ να σημαίνει δεινά βιαιότατα (F).

Ματθ. 24,9  τότε(1) παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν(2) καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς(3), καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν(4) διὰ τὸ ὄνομά μου(5).
Ματθ. 24,9 Τότε θα σας παραδώσουν εις θλίψεις και βασανιστήρια και θα σας φονεύσουν, και θα είσθε οι μισούμενοι από όλα τα έθνη, διότι θα πιστεύετε και θα κηρύττετε το όνομά μου.
(1)   Ο Κύριος προχωρά ήδη από τα φυσικά σημάδια στα σημάδια του ηθικού κόσμου (ο). «Τότε. Πότε; Πριν την αποστασία… Διότι πολλά δεινά προκάλεσαν τότε μετά την ανάληψη του Σωτήρα οι Ιουδαίοι στους Αποστόλους· άλλοτε μεν τους παρέδιδαν στους αρχισυναγώγους για να τους βασανίσουν, άλλοτε πάλι τους οδηγούσαν στους βασιλιάδες, όπως στον Ηρώδη και στον Αγρίππα και στους ηγεμόνες και στους στρατηγούς των πόλεων» (Ζ).
Αλλά η αποστολική εποχή χρησιμεύει ως τύπος και σύμβολο και εικόνα όλων όσων θα συμβούν μετά από αυτά μέχρι την παρουσία του Σωτήρα μας, και για αυτό σε αυτήν την εποχή αποκαλυπτικά αποδίδονται όλα όσα θα γίνουν μέχρι την φανέρωση του Σωτήρα (δ).
(2)   Λέξη που έχει ευρεία σημασία και χρησιμοποιείται συχνά στους ψαλμούς για να δηλώσει τις δοκιμασίες των δούλων του Θεού (L).
(3)   Μερικούς από εσάς (b). «Αυτό το λέει για μόνους όσους πρόκειται να φονευτούν εξ’ αιτίας της κακεντρέχειας των Ιουδαίων, όπως ήταν ο Στέφανος και ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιωάννου και όποιος άλλος τυχόν» (Ζ). Αναφέρεται σε κάποιους από τους Αποστόλους, αλλά και από τους μελλοντικούς κήρυκες και πιστούς γενικά (δ).
(4)   Υπονοεί την μετέπειτα ανάπτυξη και διάδοση του Χριστιανισμού (S). Θα είστε μισητοί «από συγγενείς, από φίλους, από ομόφυλους, από γνωστούς, από ξένους, από άρχοντες, από αρχομένους, και για να μιλήσουμε απλά από όλους όσους είναι ξένοι με το κήρυγμα» (Ζ). «Προλέγει τα κακά που θα συμβούν, δίνοντας θάρρος στους μαθητές με το να τα προλέγει. Διότι το απροσδόκητο συνηθίζει να φοβίζει και να ταράζει. Εξομαλύνει λοιπόν από πριν τον φόβο με το να προφητεύει τα μελλοντικά δεινά» (Θφ).
Η χριστιανική θρησκεία έχει κάτι το ιδιαίτερο· μισείται από τον διεφθαρμένο κόσμο, ο οποίος ανέχεται όλες τις άλλες θρησκείες και συστήματα (b).
(5)   «Εξ’ αιτίας μου» (Ζ).

Ματθ. 24,10 καὶ τότε σκανδαλισθήσονται(1) πολλοὶ(2) καὶ ἀλλήλους(3) παραδώσουσι καὶ μισήσουσιν ἀλλήλους(3).
Ματθ. 24,10  Και τότε θα κλονισθούν πολλοί εις την πίστιν και θα παραδώσουν στους διώκτας ο ένας τον άλλον και θα μισηθούν μεταξύ των.
(1)   Θα υποστούν ναυάγιο στην πίστη τους (b).
(2)   Θα αποστατήσουν.
(3)   Αυτό είναι το πιο δυσάρεστο από όλα (b).
«Αυτό είναι μεγαλύτερο κακό, όταν ο πόλεμος είναι και εμφύλιος· διότι πολλοί ψευδάδελφοι παρουσιάστηκαν. Είδες που είναι τριπλός ο πόλεμος, από τους πλάνους, από τους εχθρούς, από τους ψευδαδέλφους» (Χ).
Δεν εννοεί, ότι τα θύματα θα ανταποδώσουν κακό αντί κακού (L).

Ματθ. 24,11 καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται(1) ἐγερθήσονται(2) καὶ πλανήσουσι πολλούς(3),
Ματθ. 24,11 Και πολλοί ψευδοπροφήται θα ξεπροβάλλουν και θα παρασύρουν εις την πλάνην πολλούς.
(1)   Δηλαδή ψευδοδιδάσκαλοι. Δες Α΄ Ιω. δ 1 και Διδαχή κεφ. VI,ΧΙ 8 (S).
(2)   Ο χρόνος Μέλλοντας είναι αποκαλυπτικός και δεν σημαίνει ότι θα παρουσιαστούν από το Θεό (L).
(3)   «Διότι οι παρόμοιοι άνθρωποι είναι ψευδαπόστολοι, εργάτες δόλιοι, που μετασχηματίζονται σε Αποστόλους Χριστού» (Χ).

Ματθ. 24,12  καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν(1) ψυγήσεται(2) ἡ ἀγάπη(3) τῶν πολλῶν(4).
Ματθ. 24,12  Και επειδή θα έχη πληθυνθή η αμαρτία και η κακία, θα κρυώση η αγάπη των πολλών.
(1)   Η περιφρόνηση και παράβαση του νόμου, η κακότητα, η διαφθορά (g).
(2)   Χαρακτηριστικό της αγάπης είναι η θερμότητα και η φλόγα (b). Αυτό δεν σημαίνει απροκάλυπτη αποστασία, αλλά απλώς κατάπτωση της πνευματικότητας, ψυχρότητα και σχετική αδιαφορία για τα θρησκευτικά καθήκοντα (ο).
(3)   Πρέπει να είναι η προς τον Θεό αγάπη, η μεγάλη εντολή που περιλαμβάνει και την προς τον πλησίον αγάπη (L). Η ψύξη της προς το Θεό αγάπης θα επιφέρει και την επικράτηση της ιδιοτέλειας και του εγωισμού. Για αυτό λοιπόν «δεν θα έχουν ούτε την παρηγοριά που προέρχεται από την αγάπη» (Χ).
«Θα γίνουν σαν θηρία οι άνθρωποι, ώστε δεν θα τους απομένει κάποια ικμάδα αγάπης ούτε για τους πολύ δικούς τους» (Θφ).
Ανομία και αγάπη δύο αντίθετα. Διότι πλήρωμα του νόμου είναι η αγάπη (b).
(4)   Του πλήθους των κοινών και συνηθισμένων και κατ’ όνομα Χριστιανών (δ).

Ματθ. 24,13 ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος(1), οὗτος σωθήσεται.
Ματθ. 24,13  Εκείνος όμως, ο οποίος κατά το διάστημα των δοκιμασιών αυτών θα δείξη μέχρι τέλους υπομονήν, αυτός θα σωθή.
(1)   Έως ότου μπει τέλος στα δεινά αυτά (g). Μέχρι τέλους του πειρασμού (b). «Αυτός που μέχρι τέλους υπομένει και καρτερικά αντέχει και δεν υποχωρεί μπροστά σε αυτά που του έρχονται» (Θφ). Ή, και πιθανότερο αναφέρεται στο πλήρες της υπομονής.

Ματθ. 24,14 καὶ κηρυχθήσεται(1) τοῦτο(2) τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ(3) εἰς μαρτύριον(4) πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος.
Ματθ. 24,14   Και θα κηρυχθή αυτό το Ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού εις όλην την οικουμένην, ώστε να είναι η καλή μαρτυρία προς σωτηρίαν δι’ όλα τα έθνη, και τότε θα έλθη το τέλος.
(1)   «Από εδώ δίδαξε, ότι κανένα από τα δεινά δεν θα νικήσει το κήρυγμα» (Ζ). Παρά τους εξωτερικούς διωγμούς και τις εσωτερικές προδοσίες το ευαγγέλιο εξακολουθεί να διαδίδεται (p).
(2)   Ή, το ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού, του οποίου δηλαδή μέρος αποτελεί και η εσχατολογική αυτή προφητεία (δ). Ή, το ευαγγέλιο, το οποίο ο Ιησούς τότε κήρυττε (b), το ευαγγέλιο, όπως σας αναγγέλλω αυτό τη στιγμή αυτή δηλαδή την προσεχή εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού πάνω στα ερείπια του παλαιού ιουδαϊκού καθεστώτος (L).
(3)   Ή, σε όλο τον κόσμο γενικά και τα έθνη και όχι μόνο το ρωμαϊκό κράτος (δ).
Ή, σε όλο τον ρωμαϊκό κόσμο (L). Εξαρτάται από την έννοια την οποία θα αποδώσουμε στο «θα έλθει το τέλος». Εάν πάρουμε αυτό ως «το τέλος όχι της συντέλειας αλλά των Ιεροσολύμων» (Χ), τότε το σε όλη την οικουμένη= σε όλο το ρωμαϊκό κράτος.
«Για το ότι πριν την άλωση των Ιεροσολύμων κηρύχτηκε το ευαγγέλιο, άκουσε τι λέει ο Παύλος· «σε όλη τη γη έφθασε η φωνή τους»· και πάλι «του ευαγγελίου που κηρύχτηκε σε όλη την κτίση κάτω από τον ουρανό»»(Χ).
(4)   Για μαρτυρία της απολύτρωσης που έγινε από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό έτσι ώστε εάν τα έθνη δεν πιστέψουν, να είναι αναπολόγητα (F).
«Θα είναι για μαρτυρία εκείνων που δεν πίστεψαν· δηλαδή για έλεγχο, για κατηγορία. Διότι εκείνοι που πίστεψαν θα είναι μάρτυρες κατηγορίας εναντίον εκείνων που δεν πίστεψαν και θα τους καταδικάσουν» (Χ).
«Για να μην μπορούν να λένε την ημέρα της κρίσεως, ότι δεν άκουσαν το κήρυγμα» (Ζ).
«Για αυτό λοιπόν μετά την κήρυξη του ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη καταστρέφονται τα Ιεροσόλυμα, ώστε να μην έχουν ούτε σκιά απολογίας όσοι ήταν αχάριστοι. Διότι αυτοί που είδαν τη δύναμή του να λάμπει παντού και να κατακυριεύει αστραπιαία την οικουμένη, ποια συγχώρηση θα ήταν δυνατόν να έχουν πλέον, παραμένοντας στην ίδια αχαριστία τους;» (Χ).

3) Η ερήμωση της Ιουδαίας (κδ 15-28)

Ματθ. 24,15 Ὅταν οὖν(1) ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως(2) τὸ ῥηθὲν διὰ Διανιὴλ τοῦ προφήτου(3) ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ -ὁ ἀναγινώσκων νοείτω(4)-
Ματθ. 24,15   Όταν λοιπόν θα ιδήτε το μισητόν και αηδές σύχαμα, που θα επιφέρη την ερήμωσιν και τον όλεθρον της Ιερουσαλήμ, όπως έχει προφητευθή από τον Δανιήλ, να στέκεται στον άγιον τόπον-κάθε αναγνώστης ας καταλάβη καλά αυτό•
(1)   Αναφέρεται στο «θα έλθει το τέλος» που είναι αμέσως παραπάνω (δ). Εάν το τέλος= «θα έλθει στους Ιουδαίους ο παντελής αφανισμός» (Ζ), με το ακόλουθο οὖν (=λοιπόν) έρχεται ο Κύριος να δώσει τα σημάδια με τα οποία θα προειδοποιηθούν οι πιστοί για τον χρόνο της έλευσης του τέλους αυτού. Εάν όμως το τέλος= το τέλος του κόσμου, του οποίου τύπος είναι το τέλος των Ιεροσολύμων, τότε το οὖν= επειδή αργεί ακόμη το τέλος του κόσμου, δίνω σε σας τώρα σημάδια του για εσάς μερικού τέλους, της καταστροφής των Ιεροσολύμων (δ).
(2)   Κάτι βδελυκτό (μισητό, σιχαμερό), το οποίο προκαλεί την ερήμωση. Το βδέλυγμα της βεβήλωσης επακολουθήθηκε από το βδέλυγμα της ερήμωσης (b). Η φράση στο Δανιήλ ια 31,ιβ 11 και θ 27. Σύμφωνα με κάποιους ερμηνευτές βδέλυγμα ερημώσεως = οι ζηλωτές και σικάριοι που κυρίευσαν το ιερό (66 μ.Χ.) με αρχηγό τον Ελεάζαρο και το καταμόλυναν όπως κανείς ποτέ εθνικός δεν έκανε (δ). Για αυτούς ο Ιώσηπος (Ιουδ. Πολ. IV,6,3) γράφει: «αυτά αφού τα παρέβησαν οι ζηλωτές έκαναν να εκπληρωθεί η προφητεία εναντίον της πατρίδας» (L). Σύμφωνα με άλλους ερμηνευτές «βδέλυγμα είναι ο ανδριάντας του Τίτου, τον οποίο αφού κυρίευσε την πόλη, έστησε στα άδυτα του ναού» (Ζ).
Αλλά ο μεν ναός αμέσως μετά την άλωση της πόλης κατακάηκε (δ), και δεν συμβιβάζονται επίσης με την εκδοχή αυτή όσα λέγονται στους στίχους 16-18. Σύμφωνα με άλλους, τόπος άγιος = η Ιουδαία και η Παλαιστίνη ως σύνολο (p), και όχι ο ναός ή τα άγια των αγίων, διότι θα ήταν πολύ αργά πλέον να φύγουν οι κάτοικοι της Ιουδαίας μετά την βεβήλωση του ναού. Τόπος άγιος = μία ορισμένη θέση έξω και κοντά στην αγία Πόλη, και ακριβώς η θέση εκείνη, την οποία ο Κύριος τη στιγμή αυτή αγίαζε λέγοντας τους λόγους του εκείνους. Και βδέλυγμα της ερημώσεως είναι το ρωμαϊκό στράτευμα, το αποτελούμενο από όλα τα έθνη και η σημαία του οποίου θεωρούνταν ως είδωλο (b).
Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή η φράση πρέπει να ερμηνευτεί = όταν δείτε τα ρωμαϊκά στρατεύματα, τα οποία θα φέρουν την ερήμωση, να στέκονται στον άγιο τόπο του όρους των Ελαιών. Η πρώτη και η τρίτη εκδοχή είναι πιο σοβαρές.
(3)   «Τους παρέπεμψε στον Δανιήλ» (Χ), «που προφήτευσε για αυτού του είδους το βδέλυγμα» (Ζ). Οι λόγοι αυτοί του Δανιήλ αναφέρονταν κατά τους Αλεξανδρινούς Ιουδαίους στον Αντίοχο τον Επιφανή που βεβήλωσε το ναό. Δες Α΄ Μακ. α 54. Εάν δεχτούμε αυτό, τότε ο Κύριος προλέγει εδώ και δεύτερη εκπλήρωση του προφητικού αυτού λόγου. Η από τον Αντίοχο βεβήλωση ήταν κάποια προτύπωση της από τους Ρωμαίους σιχαμερής βεβήλωσης (ο).
(4)   Το «ἀναγινώσκων νοείτω» είναι προσθήκη στα λόγια του Σωτήρα· είτε του Ματθαίου είτε του μεταφραστή που αποσκοπεί να καταδείξει, ότι το σημάδι αυτό του Σωτήρα, το βδέλυγμα της ερήμωσης στεκόταν ήδη σε τόπο άγιο (δ). = Όλοι οι αναγνώστες πρέπει ήδη να είναι άγρυπνοι, διότι η από τον Κύριο προφητευμένη καταστροφή είναι κοντά (p).

Ματθ. 24,16  τότε(1) οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ(2) φευγέτωσαν(3) ἐπὶ τὰ ὄρη(4),
Ματθ. 24,16  Τότε, όταν θα δήτε αυτήν την βεβήλωσιν του ιερού, όσοι ευρίσκονται εις την Ιουδαίαν, ας φύγουν εις τα βουνά, δια να κρυβούν.
(1)   «Τότε, όταν το βδέλυγμα στηθεί» (Ζ). «Για αυτό μου φαίνεται ότι εννοεί τα στρατόπεδα (των Ρωμαίων)» (Χ).
(2)   Όσοι είναι στην Ιουδαία χώρα, αυτοί δηλαδή που κατοικούν στις πόλεις της (δ).
(3)   «Αφού δεν θα έχουν καμία ελπίδα σωτηρίας με το να περιμένουν» (Ζ).
(4)   Τα όρη στην Ιουδαία παρείχαν πολλά σπήλαια και τόπους για απόκρυψη. Δες Α΄Μακ. β 28 (S).

Ματθ. 24,17   (1)ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβαινέτω ἆραι(2) τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ(3),
Ματθ. 24,17  Όποιος είναι επάνω εις την ταράτσα, ας μη κατεβή στο σπίτι, δια να πάρη τα πράγματά του, αλλά ας φύγη αμέσως.
(1)   Ο τρομερός κίνδυνος από την εισβολή των εθνικών θα είναι τόσο μεγάλος, ώστε ούτε στιγμή δεν πρέπει να χάνεται, όταν δοθεί το σύνθημα του κινδύνου (p).
(2)   Διότι αν θελήσει να σώσει αυτά κινδυνεύει μαζί τους να χαθεί (δ).
(3)   Δεν υπάρχει καιρός να σώσει τα υπάρχοντά του (S). Ας φεύγει και αυτός από το δώμα ή από την εξωτερική σκάλα ή από τις στέγες (δ), χωρίς να κατέβει καθόλου από το δώμα, αλλά από εκεί να μεταπηδά στα γειτονικά δώματα και από αυτά στα άλλα που βρίσκονται κοντά έως ότου φθάσει στα τείχη της πόλης (ο).

Ματθ. 24,18  καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω(1) ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια(2) αὐτοῦ(3).
Ματθ. 24,18 Και εκείνος που με το πουκάμισο εργάζεται στο χωράφι, ας μη γυρίση πίσω να πάρη τα ενδύματά του.
(1)   «Διότι εάν αυτοί που είναι μέσα φεύγουν, πολύ περισσότερο οι έξω δεν πρέπει να καταφεύγουν εκεί» (Σχ).
(2)   Αυθεντική γραφή το ιμάτιον= αναφέρεται στην εργασία στον αγρό με μόνο τον χιτώνα. Έχει λοιπόν ανάγκη αυτός, προκειμένου να φύγει την απειλή του κινδύνου, να πάρει και το ιμάτιό του (δ). «Είναι προτιμότερο να σωθούν με γυμνό το σώμα λοιπόν» (Χ).
(3)   «Υπαινισσόμενος την αναπόφευκτη υπερβολή των συμφορών, λέει, ότι πρέπει να φεύγουν χωρίς επιστροφή, χωρίς να φροντίζουν για κανένα από τα υπάρχοντα της οικίας, ούτε ρούχα ούτε άλλα σκεύη» (Θφ).

Ματθ. 24,19   οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις(1) ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Ματθ. 24,19  Αλλοίμονο δε εις τας εγκύους και εις όσας θα θηλάζουν μικρά παιδιά κατά τας ημέρας εκείνας, διότι δεν θα τους είναι εύκολον να τρέξουν να σωθούν.
(1)   «Στις μεν έγκυες διότι θα είναι βραδυκίνητες και δεν θα μπορούν να φύγουν εύκολα, επειδή θα κουβαλάνε το φορτίο του εμβρύου» (Χ)· «διότι είναι επιβαρυμένες από το βάρος των εμβρύων» (Ζ).
«Στις άλλες που θηλάζουν, διότι θα κατέχονται από τον δεσμό της συμπάθειας προς τα παιδιά τους, αλλά δεν θα μπορούν να διασώσουν μαζί με τον εαυτό τους και εκείνα. Διότι τα χρήματα και τα ρούχα είναι εύκολο να τα καταφρονήσουν και να προνοήσουν για αυτά» (Χ)·
«το να γίνει όμως η έγκυος ανάλαφρη και αυτή που θηλάζει να απορρίψει το παιδί της που θηλάζει, είναι εντελώς αδύνατον λόγω του δεσμού της φύσης. Αλίμονο λοιπόν σε αυτές που εύκολα θα τις πιάσουν και θα τις σκοτώσουν μαζί με τα έμβρυα και τα παιδιά που θηλάζουν» (Ζ). Με το ουαί δεν εκφέρει απαγόρευση κατά της γεννήσεως τέκνων, αλλά προφητεία αθλιότητας (b).

Ματθ. 24,20  προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος(1) μηδὲ σαββάτῳ(2).
Ματθ. 24,20  Προσεύχεσθε δε να μη γίνη η φυγή σας αυτή εις καιρόν χειμώνος ούτε εις ημέραν Σαββάτου.
(1)   Με αυτό σημαίνεται όχι απλώς η εποχή τους έτους, αλλά η κατάσταση του καιρού (b). «Γιατί όχι σε χειμώνα; Λόγω της δυσκολίας από τον καιρό» (Χ). Βεβαίως ο χρόνος και η εποχή, κατά την οποία θα συνέβαιναν αυτά, ήταν ήδη καθορισμένα από το Θεό, πάντοτε όμως τακτοποιήθηκαν αυτά όχι άσχετα με τις προσευχές των πιστών, τις οποίες τώρα ο Κύριος παραγγέλλει και τις οποίες ο Θεός είχε προΐδει. Οι προσευχές αυτές προγνώστηκαν πριν από όλους τους αιώνες από τον Θεό και επέδρασαν στο θείο σχέδιο (ο).
(2)   «Όχι το Σάββατο λόγω του νόμου που δεν επέτρεπε να βαδίζουν το Σάββατο παραπάνω από τα καθορισμένα βήματα» (Ζ). Μεταγενέστερες παραδόσεις επέτρεπαν μόνο 2.000 πήχεις, πέντε ή έξι στάδια κατά τον Ιώσηπο (Ιουδ. Πολιτ. 5,2,3, Αρχαιολ. 20,8,6) (δ).
«Είναι φανερό και από εδώ, ότι αν και τα λόγια αυτά τα απηύθυνε προς τους Αποστόλους, αλλά βεβαίως προς τους Ιουδαίους απέβλεπαν αυτά» (Ζ).
Οι πρώτοι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων, πιστοί ακόμη στο νόμο, τηρούσαν το Σάββατο (L). Υποδηλώνουν τα λόγια αυτά ότι το ευαγγέλιο γράφτηκε σε χρόνο, κατά τον οποίο το Σάββατο τηρούνταν ακόμη από τους εξ’ Ιουδαίων Χριστιανούς (p).

Ματθ. 24,21 ἔσται(1) γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη(2), οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾿ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ᾿ οὐ μὴ γένηται(3).
Ματθ. 24,21  Και θα φύγετε τότε με μεγάλην βίαν και τρόμον, διότι θα συμβή θλίψις τόσον μεγάλη, ομοία προς την οποίαν ούτε έχει γίνει από την αρχήν του κόσμου έως τώρα ούτε και θα γίνη.
(1)  Ο Σωτήρας εδώ αποκαλυπτικά μιλώντας, μιλά για την τότε μερική θλίψη ως τύπο της γενικής μεγάλης θλίψης που θα προηγηθεί από την παρουσία του (δ). Η άμεση επαλήθευση των λόγων αυτών έγινε στην άλωση των Ιεροσολύμων από τον Τίτο.
(2)   «Όποιος βρει τα συγγράμματα του Ιωσήπου θα πληροφορηθεί» (Ζ).
«Ούτε μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι επειδή ήταν χριστιανός ο άνθρωπος (ο Ιώσηπος) εξόγκωσε την τραγωδία· διότι ήταν Ιουδαίος και μάλιστα κατ’ εξοχήν Ιουδαίος και ζηλωτής… Τι λέει λοιπόν αυτός; Ότι τα δεινά εκείνου του πολέμου υπερέβαλαν κάθε προηγούμενη τραγωδία και ότι ποτέ δεν είχε βρει το έθνος παρόμοιος πόλεμος. Διότι τόσο μεγάλη ήταν η πείνα, ώστε και οι ίδιες οι μητέρες να φθάνουν να τρώνε τα παιδιά τους, και να γίνονται μάχες για αυτό» (Χ).
(3)   «Πρόσεξε την υπερβολή των κακών, όταν τα κακά εκείνα είναι χειρότερα όταν συγκριθούν όχι μόνο με τα δεινά του προηγούμενου χρόνου, αλλά και με όλο τον χρόνο που ακολουθεί. Διότι ούτε σε ολόκληρη την οικουμένη, ούτε σε όλους τους αιώνες, αυτούς που πέρασαν και αυτούς που θα έλθουν, θα μπορέσει κανείς να ισχυριστεί ότι συνέβησαν τόσο μεγάλα δεινά» (Χ). Αυτό αληθεύει για μεν την Ιουδαία τοπικά, γενικά όμως και καθολικά για τον κόσμο κατά την εποχή την προ της δευτέρας παρουσίας (δ).

Ματθ. 24,22  καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν(1) αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι(2), οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ(3)· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς(4) κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι(5) ἐκεῖναι.
Ματθ. 24,22  Και εάν δεν ωλιγόστευαν αι ημέραι εκείναι, δεν θα εσώζετο κανένας άνθρωπος εις την περιοχήν εκείνην. Αλλά χάριν των εκλεκτών θα περιορισθή ο αριθμός των ημερών εκείνων της τρομεράς θλίψεως.
(1)   «Αν δεν ελαττώνονταν οι ημέρες εκείνες κατ’ οικονομίαν από το Θεό» (Ζ).
(2)   «Ημέρες εννοεί τις ημέρες του πολέμου και της πολιορκίας εκείνης» (Ζ).
«Αν κρατούσε παραπάνω, λέει, ο πόλεμος των Ρωμαίων κατά της πόλης, όλοι οι Ιουδαίοι θα αφανίζονταν» (Χ). Μπορεί να αναφέρεται και στον περιορισμό της περιόδου του κράτους του αντιχρίστου (S).
(3)   «Λέει κάθε σάρκα αντί να πει καμία» (Ζ). «κάθε σάρκα εννοεί ιουδαϊκή. Και οι εντός και οι εκτός της πόλεως» (Χ).
«Δεν θα ξέφευγε τον θάνατο καμία ιουδαϊκή σάρκα. Διότι όλοι θα φονεύονταν και οι εντός και οι εκτός· οι μεν από την πείνα, οι δε από την επιδημία· άλλοι πάλι από ξίφος και από κάθε είδους τρόπους θανάτου» (Ζ).
(4)   «Εκλεκτούς ονομάζει τους εξ’ Ιουδαίων πιστούς» (Ζ), «αυτούς που ξεχώρισαν ανάμεσα σε αυτούς» (Ζ). Δεν θα κατέστη δυνατόν όλοι οι Χριστιανοί να διαφύγουν από τα Ιεροσόλυμα. Όπως μπορεί κάποιος να εικάσει, πολλοί ασθενείς, γέροντες και φτωχοί θα έμειναν από ανάγκη. Κάποιοι επίσης θα έμειναν από ζήλο, για να κηρύξουν κατά την κρίσιμη αυτή στιγμή το ευαγγέλιο στους συμπολίτες τους (ο). Οι εκλεκτοί, είτε αυτοί που ήδη επέστρεψαν (στο Θεό) είτε αυτοί που θα επιστρέψουν στο μέλλον, είτε και αυτοί που δεν γεννήθηκαν ακόμη, είναι αναμιγμένοι με το υπόλοιπο της ανθρωπότητας (b).
(5)   Για τους εκλεκτούς «ταχύτερα έπαυσε τον πόλεμο, για να μην χαθούν μαζί με τους απίστους, αλλά μάλλον έτσι ώστε και κάποιοι από τους απίστους να σωθούν μαζί με αυτούς» (Ζ).

Ματθ. 24,23  τότε(1) ἐάν τις ὑμῖν(2) εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστὸς ἢ ὧδε, μὴ πιστεύσητε(3)·
Ματθ. 24,23  Τότε εάν κανείς σας πη• Ιδού ο Χριστός είναι εδώ η εκεί, μη πιστεύσετε.
(1)   Ή, κατά τον χρόνο της πτώσης της Ιερουσαλήμ (b). Κατά την εποχή εκείνη της μεγάλης θλίψης, δηλαδή της μερικής και της γενικής που προτυπώνεται από αυτήν (δ).
Ή, «με το «τότε» δηλώνει όχι όσα θα συμβούν αμέσως μετά από αυτά, αλλά εκείνα που θα συμβούν στον καιρό κατά τον οποίο πρόκειται να γίνουν, όσα θα πει… Αφού προσπέρασε όλο το χρόνο που θα μεσολαβήσει από την άλωση των Ιεροσολύμων μέχρι τις αρχές της συντέλειας του κόσμου, αναφέρεται στον λίγο πριν τη συντέλεια χρόνο» (Χ).
«Επομένως αυτό που λέει σημαίνει το εξής· Τότε, δηλαδή όταν πρόκειται να έλθει ο αντίχριστος» (Θφ). Και οι δύο εκδοχές σοβαρές.
(2)   «Φαίνονται και αυτά ότι ειπώθηκαν προς τους Αποστόλους, επαληθεύονται όμως στους Χριστιανούς που θα ζουν τότε» (Ζ).
(3)   Διότι από τον χρόνο εκείνο ο υιός του ανθρώπου δεν θα φανεί μέχρι την δεύτερη έλευσή του (b). Πιστευόταν γενικώς, ότι ο Μεσσίας θα εμφανιζόταν κατά τον καιρό της έσχατης συμφοράς, για αυτό και ο λαός παρείχε ευκολόπιστο το αυτί του σε αγύρτες και απατεώνες (ο).

Ματθ. 24,24 ἐγερθήσονται(1) γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται(2) καὶ δώσουσι σημεῖα(3) μεγάλα καὶ τέρατα(4), ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν(5), καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Ματθ. 24,24  Διότι θα αναφανούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θα δώσουν μεγάλα σημεία και θα κάμουν καταπληκτικά έργα, ώστε να πλανήσουν, εάν είναι δυνατόν, και αυτούς ακόμη τους εκλεκτούς.
(1)   «Αντί να πει θα έλθουν» (Ζ). Λέει τον λόγο για τον οποίο δεν πρέπει να πιστέψουν.
(2)   Ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες δεν πρέπει να μπερδεύονται (S). Οι ψευδομεσσίες αυτοί θα συνοδεύονται από ψευδοπροφήτες, οι οποίοι θα είναι μαθητές τους και απόστολοί τους (L). «Και πριν την άλωση των Ιεροσολύμων είπε ότι θα υπάρξουν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήτες, αλλά αυτοί, οι πριν τη δευτέρα παρουσία του θα είναι πολύ χειρότεροι από αυτούς τους πριν την άλωση των Ιεροσολύμων» (Ζ).
(3)   Αναφέρεται στην αιτία που προκαλεί αυτό, την υπερφυσική δύναμη= σημάδι που μαρτυρεί θεία δύναμη.
(4)   Δηλώνει την προκαλούμενη στους ανθρώπους εντύπωση και τον φόβο που τους εμπνέει το σημάδι. Τα θαύματα αυτά θα μπορούσαν μάλλον ως ψευδή να χαρακτηριστούν. Είναι ξεκάθαρος ο χαρακτήρας τους σε σχέση με τα αληθινά θαύματα, των οποίων εκείνα θα είναι χονδροειδής και γελοία απομίμηση (ο).
(5)   «Αν θα μπορούσε να γίνει δυνατόν σε αυτούς. Από αυτούς τους ψευδόχριστους ένας είναι και ο λεγόμενος αντίχριστος, του οποίου προφήτες θα είναι οι αναφερόμενοι αυτοί ψευδοπροφήτες» (Ζ).

Ματθ. 24,25   Ἰδοὺ(1) προείρηκα(2) ὑμῖν.
Ματθ. 24,25   Ιδού σας τα προείπα, ώστε να λάβετε τα μέτρα σας.
(1)   «Δίνει μαρτυρία για να τους ασφαλίσει» (Ζ).
(2)   Ο παρακείμενος δηλώνει την εξακολούθηση του αποτελέσματος· τα προείπα έτσι ώστε, όταν γίνουν, κανείς από σας να μην εξαπατηθεί από αυτά (δ).

Ματθ. 24,26   ἐὰν οὖν εἴπωσιν(1) ὑμῖν, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ(2) ἐστί, μὴ ἐξέλθητε, ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις(3), μὴ πιστεύσητε·
Ματθ. 24,26    Εάν λοιπόν σας πουν• Ιδού εις την έρημον ευρίσκεται ο Χριστός, μη βγήτε• η εάν σας πουν ότι ο Χριστός ευρίσκεται εις τα πλέον απόμερα και ασφαλή δωμάτια, μη πιστεύσετε.
(1)   «Οι προπομποί και υπηρέτες του αντιχρίστου» (Ζ) και γενικά κάθε ψευδόχριστου.
(2)   Ώστε να πορευθείτε αρκετό δρόμο για να τον συναντήσετε (δ). Εφαρμόζεται σε εκείνους, οι οποίοι σύρουν όχλους με θόρυβο πίσω τους (b).
(3)   «Ταμεία να εννοήσεις εδώ τα πιο εσωτερικά δωμάτια των σπιτιών» (Ζ), τους ενδότερους θαλάμους οποιασδήποτε οικίας, όπου κατ’ ιδίαν και εύκολα μπορείτε να τον συναντήσετε (δ). Έρημος-ταμεία, αντίθεση= είτε δημόσια ανακηρύσσεται ο Μεσσίας αυτός είτε κρυφά και κατ’ ιδίαν αποκαλύπτεται (S).

Ματθ. 24,27  ὥσπερ γὰρ(1) ἡ ἀστραπὴ(2) ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν(3), οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία(4) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(5)·
Ματθ. 24,27 Διότι όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και αμέσως φαίνεται έως την δύσιν, έτσι αμέσως αισθητή εις όλους θα γίνη και η ένδοξος παρουσία του Υιού του ανθρώπου.
(1)   Εξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν πρέπει να βγουν ούτε να πιστέψουν.
«Διότι όχι όπως ακριβώς στην προηγούμενη παρουσία στη Βηθλεέμ φάνηκε και σε μια μικρή γωνία της οικουμένης και χωρίς κανείς να το ξέρει από την αρχή, έτσι και τότε θα γίνει, λέει, αλλά θα έλθει φανερά και με κάθε δόξα και δεν θα χρειαστεί κάποιος να τον εξαγγείλει» (Χ).
(2)   «Πώς λοιπόν φαίνεται η αστραπή; Δεν χρειάζεται κάποιον να την εξαγγείλει, δεν έχει ανάγκη κήρυκα, αλλά και σε αυτούς που κάθονται στα σπίτια, και σε αυτούς που είναι στα δωμάτια, φαίνεται ακαριαία σε ολόκληρη την οικουμένη» (Χ).
(3)   Με τη φράση από ανατολών έως δυσμών δείχνει τα δύο αντίθετα σημεία του ορίζοντα, στο ένα από τα οποία αφού γεννιέται η αστραπή αμέσως και ακαριαία φαίνεται και στο άλλο = με τη μία φωτίζει όλο τον ορίζοντα από τη μία άκρη στην άλλη (δ). Η ιδέα που εκφράζεται με την εικόνα φαίνεται να είναι, ότι η παρουσία του υιού του ανθρώπου δεν θα είναι τοπική, αλλά ορατή παντού (a).
(4)   «Έτσι θα είναι και η παρουσία εκείνου, θα φαίνεται σε όλους ταυτόχρονα λόγω της υπερβολικής λαμπρότητας που έχει, και η ίδια θα εξαγγείλει τον εαυτό της στους ανθρώπους» (Ζ). Ο Μεσσίας δεν θα παραμένει κρυμμένος ώστε να γίνεται σιγά σιγά γνωστός. Η εμφάνισή του με τη μία θα προκαλέσει σε όλους πληροφορία για το ποιος είναι ο Μεσσίας και δεν θα είναι ανάγκη να μάθει κάποιος αυτό από άλλους (p).
(5)   Από το χωρίο αυτό μέχρι το στίχο 44 ειδικά αποκαλείται συχνά υιός του ανθρώπου (b). Η έλευση αυτή αναφέρεται πρώτον μεν στην έλευση για εκδίκηση του ιουδαϊκού έθνους, και έπειτα και με κυριότερη έννοια στην τελική έλευση για να κρίνει τον κόσμο (ο).

Ματθ. 24,28  ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί(1).
Ματθ. 24,28   Διότι όπου είναι το πτώμα, εκεί θα μαζευτούν αετοί• 
(1)   Παροιμιακός λόγος. Ίσως μία φράση που χρησιμοποιούνταν τότε. Εκφράζει εδώ το αναπόφευκτο (S). Διάφοροι με διάφορους τρόπους ερμήνευσαν.
Ή, παρομοίασε «με πτώμα τον εαυτό του επειδή μαζεύει τους αετούς και επειδή είναι τροφή πνευματική τους και ζωή αιώνια. Ο Λουκάς ονόμασε σώμα το πτώμα» (Ζ), και αετοί είναι «το πλήθος των αγγέλων, των μαρτύρων, των αγίων όλων» (Χ).
Ή, όπως όταν η ζωή εγκαταλείπει το σώμα γίνεται αυτό πτώμα και οι αετοί αμέσως πέφτουν εναντίον του, έτσι όταν ο κόσμος σαπίσει από το κακό, ο Υιός του ανθρώπου θα έλθει μαζί με τους αγγέλους του να επιφέρει την κρίση (a).
Ή, ο παροιμιακός λόγος επιδέχεται διάφορες εφαρμογές, αλλά εδώ φαίνεται να αναφέρεται στους ψευδόχριστους και ψευδοπροφήτες. Καιρός μεγάλης κρίσης ηθικής είναι κατάλληλη ευκαιρία για απατεώνες. Όταν ο φανατισμός αντικαταστήσει τη θρησκεία, θα είναι πάντοτε απατεώνες έτοιμοι να εκμεταλλευτούν για όφελός τους την διαφθορά του αρίστου. Αλλά μπορεί να εφαρμοστεί και στην κρίση του Θεού που έρχεται σε διεφθαρμένη κατάσταση της κοινωνίας και ως ειδικό παράδειγμα επαλήθευσης της αρχής αυτής, εφαρμόζεται στους Ρωμαίους που επέλασαν κατά της ιουδαϊκής συναγωγής και του ιουδαϊκού έθνους (p).
Οι τελευταίες αυτές ερμηνείες είναι πιθανότερες.

4) Προφητεία για τη συντέλεια των αιώνων (κδ 29-31)

Ματθ. 24,29 Εὐθέως(1) δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων(2) ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται(3) καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται(4) ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν(5) σαλευθήσονται(6).
Ματθ. 24,29  Αμέσως δε, έπειτα από την θλίψιν των ημερών εκείνων ο ήλιος θα σκοτισθή και το φεγγάρι δεν θα δώση το φως του και τα άστρα θα πέσουν από τον ουρανόν και αι ουράνιαι δυνάμεις, αι συγκρατούσαι την αρμονίαν του σύμπαντος, θα σαλευθούν.
(1)   Το ευθέως ή λέγεται κατά το ύφος των αποκαλυπτικών συγγραφέων, οι οποίοι χρησιμοποιούν το ταχύ ή ευθύς ή ιδού αίφνης, για να εκφράσουν τις μεταβολές καθώς εμφανίζονται αυτές στις διαδοχικές εικόνες των οπτασιών τους (L) ή αναφέρεται σε αυτά που ακολουθούν μετά την θλίψη… = «Αμέσως μετά την θλίψη των ημερών εκείνων. Θλίψη λέει των ημερών του αντιχρίστου και των ψευδοπροφητών» (Χ).
Αναφέρεται αυτό στην τέλεια μεγάλη και γενική θλίψη, της οποίας τύπος μόνο ήταν η τότε μερική των Ιεροσολύμων (δ). «Διότι αν ο ιουδαϊκός πόλεμος περιορίστηκε σε χρόνο για τους εκλεκτούς, πολύ περισσότερο αυτός ο πειρασμός θα περιοριστεί για αυτούς τους ίδιους» (Χ), «τους εκλεκτούς που θα υπάρχουν στον τότε καιρό της συντέλειας του κόσμου» (Σχ).
(2)   Δεν αποκλείεται και αυτοί οι Απόστολοι να παρανόησαν τα λόγια του Σωτήρα νομίζοντας, ότι μετά την θλίψη της πολιορκίας και άλωσης των Ιεροσολύμων θα επακολουθούσε αμέσως η δευτέρα παρουσία (δ,a).
(3)   Ή «θα αμαυρωθεί» (Θφ), «δεν θα αφανιστεί αλλά θα νικηθεί από το φως της παρουσίας του Χριστού» (Ζ), ή, πιο σωστά «θα μετασχηματιστεί λοιπόν αυτή η κτίση» (Χ)· θα επέλθει το τέλος του κόσμου με την καταστροφή των στοιχείων και τη μεταβολή του κόσμου αυτού του παλαιού σε καινούργιο (δ).
(4)   «Διότι τι ανάγκη θα υπάρχει για αυτά (τη σελήνη και τα αστέρια), αφού δεν θα υπάρχει νύχτα;» (Χ). Διαταραχή των ουρανίων σωμάτων είναι μόνιμο χαρακτηριστικό των ιουδαϊκών εσχατολογικών περιγραφών για το τέλος των καιρών. Δες Ησ. ιγ 10,κδ 21,23,λδ 4,Ιεζ. λβ 7,Ιωήλ δ 15,Αποκ. στ 12 (S).
(5)   Οι από τον Θεό τοποθετημένες αγγελικές δυνάμεις, με τις οποίες συγκρατείται και διατηρείται ο κόσμος (δ).
(6)   «Και πολύ λογικά· αφού θα δουν να γίνεται τέτοια μεταβολή. Διότι αν όταν έγιναν τα άστρα, τόσο πολύ έφριξαν και θαύμασαν· (διότι, λέει, όταν γεννήθηκαν τα άστρα, με δόξασαν με φωνή μεγάλη όλοι οι άγγελοι)· πολύ περισσότερο όταν θα βλέπουν όλα να μεταρρυθμίζονται και τους συνδούλους τους να απολογούνται και την οικουμένη όλη να στέκεται σε φοβερό δικαστήριο» (Χ).

Ματθ. 24,30 καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον(1) τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς(2) καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ(3) μετὰ δυνάμεως(4) καὶ δόξης πολλῆς(5).
Ματθ. 24,30  Και τότε θα φανή στον ουρανόν το σημείον του υιού του ανθρώπου, και τότε όλαι αι φυλαί της γης, που δεν επίστευσαν, θα οδύρωνται σπαρακτικά, και θα ίδουν τον υιόν του ανθρώπου να έρχεται επάνω εις τας νεφέλας του ουρανού με δύναμιν μεγάλην και δόξαν πολλήν.
(1)   Το σημάδι, με το οποίο δείχνεται, ότι ο Μεσσίας μετά από λίγο ή αμέσως θα έλθει και στα μάτια όλων θα φανερωθεί (g). Το σημάδι φαίνεται να είναι ξεχωριστό από την παρουσία και να προηγείται αυτής (a).
Τι είναι το σημάδι αυτό; Είναι αμφίβολο. Μπορεί η φράση να σημαίνει το σημάδι ότι ο υιός του ανθρώπου πρόκειται να φανεί, οπότε οι λόγοι θα ήταν απάντηση στην ερώτηση των μαθητών. Ποιο είναι το σημάδι της παρουσίας σου;
Ή, είναι δυνατόν αυτός ο ίδιος ο Υιός του ανθρώπου να είναι το σημάδι ότι η συντέλεια των αιώνων ήλθε, οπότε αναφέρεται άμεσα στο Δανιήλ ζ 13: «Και να μαζί με τα σύννεφα του ουρανού ερχόταν ως υιός ανθρώπου» (p). Σημάδι είναι η θριαμβευτική συνοδεία του Υιού του ανθρώπου που έρχεται μέσα στη δόξα του (b).
Ή, «σημάδι του λέει τον σταυρό, που θα λάμπει τότε πολύ πιο λαμπρά από τον ήλιο» (Ζ)· «αφού βεβαίως εκείνος μεν (ο ήλιος) θα σκοτιστεί και θα κρυφτεί, ενώ αυτός θα φαίνεται· δεν θα φαινόταν, εάν δεν ήταν πολύ πιο λαμπερός από τις ακτίνες του ηλίου» (Χ).
(2)   «Θα θρηνήσει όλο το γένος των απίστων· οι μεν επειδή σταύρωσαν το Χριστό, οι δε επειδή τιμώρησαν τους Χριστιανούς, και οι άλλοι επειδή δεν πίστεψαν. Θα είναι όμως ανώφελος σε αυτούς ο τότε θρήνος» (Ζ). Παράλληλο χωρίο το Ζαχαρίου ιβ 12 «και θα θρηνήσει η γη κατά φυλές», μόνο που το πένθος της γης Ιερουσαλήμ θα επεκταθεί τώρα σε όλη τη γη (L).
(3)   «Θα έρθει σε σύννεφο όπως αναλήφθηκε» (Χ), όπως στο Δανιήλ ζ 13 σύμφωνα με τους Ο΄ (L).
(4)   Με μεγάλο σμήνος αγγέλων (S). Η θεία του δύναμη φανερώνεται και με την παρουσία όλων των μύριων μυριάδων αγγέλων που έρχονται μαζί του για την κρίση (δ).
(5)   Η εξωτερική λαμπρότητα και μεγαλειότητα της θείας του φύσης (δ).

Ματθ. 24,31 καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους(1) αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος φωνῆς μεγάλης(2), καὶ ἐπισυνάξουσι(3) τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων(4) ἀπ᾿ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν(5).
Ματθ. 24,31  Και θα στείλη τους αγγέλους του, οι οποίοι με φωνήν μεγάλην, σαν από ισχυράν σάλπιγγα, θα συγκεντρώσουν τους εκλεκτούς του από τα τέσσαρα σημεία του ορίζοντος, από την μίαν άκρην του ουρανού έως την άλλην.
(1)   Εδώ οι άγγελοι στέλνονται για να μαζέψουν τους εκλεκτούς. «Και για ποιο λόγο τους καλεί μέσω αγγέλων, αφού έρχεται ο ίδιος τόσο φανερά; Τιμώντας τους και με αυτόν τον τρόπο» (Χ). Στο Ματθ. ιγ 41 οι άγγελοι εξαποστέλλονται για όλεθρο των κακών, ενώ εδώ για να μαζέψουν τους εκλεκτούς (S).
(2)   Με σάλπιγγα μεγαλόφωνη (δ). Δες Α΄Θεσ. δ 16, Α΄Κορ. ιε 52 και Αποκ. α 10. «Και τι χρειάζονται οι σάλπιγγες και ο ήχος; Για ξεσήκωμα, για ευφροσύνη, για την εμφανή παρουσίαση του εκπληκτικού γεγονότος, για την οδύνη αυτών που θα απομείνουν πίσω» (Χ).
(3)   «Πρόσεξε όμως, ότι η μεν σάλπιγγα θα αναστήσει τους νεκρούς· έπειτα αφού αναστηθούν, θα τους μαζέψουν οι άγγελοι και αφού μαζευτούν, θα τους αρπάξουν τα σύννεφα, όπως είπε ο Παύλος» (Α΄Θεσ. δ 17) (Ζ).
(4)   «Με τους τέσσερεις ανέμους δήλωσε τα τέσσερα πέρατα της οικουμένης, ανατολή δύση βορρά και νότο· διότι από κάθε πέρας πνέει ιδιαίτερος άνεμος και αυτοί οι τέσσερεις είναι οι κυρίως άνεμοι. Με τα πέρατα όμως δήλωσε μαζί και τα ενδιάμεσα» (Ζ).
(5)   «Είναι ερμηνευτικό της φράσης «από τους τέσσερεις ανέμους», και σημαίνει ότι δηλώνουν τα άκρα και άκρα είναι τα πέρατα που αναφέρθηκαν» (Ζ)= από το ένα άκρο του ορίζοντα, όπου ακουμπά ο ουρανός τη γη, δηλαδή από τη μία εσχατιά της γης στην άλλη (δ).

5) Το από τη συκιά μάθημα και το αβέβαιο του χρόνου της παρουσίας (κδ 32-41)

Ματθ. 24,32 Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς(1) μάθετε τὴν παραβολήν(2). ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος(3)·
Ματθ. 24,32 Από την συκήν δε μάθετε την παρομοίωσιν• όταν πλέον ο κλάδος της γίνη μαλακός και αναβλαστάνη τα φύλλα, γνωρίζετε ότι πλησιάζει το θέρος.
(1)   Ίσως κάποια συκιά ήταν εκεί που και χρησίμευσε αυτή σαν παράδειγμα. Ή, και οποιοδήποτε άλλο δέντρο μπορούσε να δώσει αφορμή για χρήση του παραδείγματος (S).
(2)   Εδώ σημαίνει την σύγκριση, την ομοιότητα του ενός πράγματος με το άλλο (g).
«Παραβολή λέει το παράδειγμα, το οποίο πρόκειται να πει για να αποδείξει ότι δεν είναι μεγάλο το διάστημα μεταξύ του σημαδιού της δευτέρας παρουσίας που δηλώθηκε και αυτής της ίδιας της παρουσίας» (Ζ).
(3)   «Εδώ προφητεύει και κάτι άλλο, καλοκαίρι πνευματικό, και ότι εκείνη την ημέρα από τον χειμώνα του παρόντος θα επικρατήσει γαλήνη χάριν των δικαίων… Δεν ανέφερε όμως την παραβολή της συκιάς μόνο για αυτό, για να φανερώσει το χρόνο… αλλά για να επιβεβαιώσει και με αυτόν τον τρόπο όσα είπε, ότι οπωσδήποτε θα συμβούν. Διότι όπως αυτό είναι αναγκαίο επακόλουθο, έτσι και εκείνο. Γιατί πράγματι όπου τυχόν θέλει να τονίσει ότι αυτό που λέει θα συμβεί οπωσδήποτε, φέρνει στη μέση φυσικές αναγκαιότητες» (Χ).

Ματθ. 24,33  οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα(1), γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις(2).
Ματθ. 24,33 Έτσι και σεις, όταν ίδετε όλα αυτά, μάθετε ότι έφθασε ο καιρός της κρίσεως του Θεού, που θα τιμωρήση τους Ιουδαίους με καταστροφήν.
(1)   Όλα αυτά τα σημάδια, τα οποία προανέφερα για την καταστροφή των Ιεροσολύμων (δ).
(2)   Να γνωρίζετε, ότι είναι κοντά η κρίση του Θεού η μερική. Το εγγύς εστίν αναφέρεται άμεσα μεν στην κρίση του Θεού στα Ιεροσόλυμα, εμμέσως δε στην μεγάλη κρίση, το αντίτυπο της μικρής (δ).

Ματθ. 24,34 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη(1) ἕως ἂν πάντα ταῦτα(2) γένηται.
Ματθ. 24,34 Σας διαβεβαιώνω, ότι δεν θα περάση η γενεά αυτή, έως ότου γίνουν όλα όσα σας προείπα δια την καταστροφήν της Ιερουσαλήμ.
(1)   Η γενεά προς την οποία μιλούσε· αυτό έγινε, διότι και Απόστολοι και πιστοί και Ιουδαίοι είδαν και επέζησαν της καταστροφής των Ιεροσολύμων (δ).
Λιγότερο πιθανή ερμηνεία: «γενεά δεν εννοεί την τότε, αλλά αυτήν των πιστών· διότι συνηθίζει να χαρακτηρίζει την γενιά όχι μόνο από τους χρόνους, αλλά και από το είδος της θρησκείας και του τρόπου ζωής, όπως όταν λέει· «Αυτή η γενιά εκείνων που ζητούν τον Κύριο»»(Χ).
«Για να μην θεωρήσουν δηλαδή οι Απόστολοι, ότι τα αναφερθέντα δεινά θα εξαφανίσουν από τη ρίζα του το κήρυγμα και τους πιστούς, πληροφορεί αυτούς, ότι δεν θα αφανιστεί η θρησκεία των πιστών, μέχρι τη δευτέρα παρουσία, αλλά θα διαμείνει μέχρι τη συντέλεια του κόσμου» (Ζ).
(2)   Κυρίως «όσα προείπε για την άλωση των Ιεροσολύμων» (Ζ). Πολλοί από τους τότε ζωντανούς θα έβλεπαν το βδέλυγμα της ερήμωσης και την καταστροφή των Ιεροσολύμων που θα ακολουθούσε αυτό.

Ματθ. 24,35  (1)ὁ οὐρανὸς(2) καὶ ἡ γῆ(3) παρελεύσονται(4), οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι(5).
Ματθ. 24,35  Ο ουρανός και η γη θα παρέλθουν, οι λόγοι μου όμως δεν θα παρέλθουν, αλλά θα πραγματοποιηθούν εξ ολοκλήρου.
(1)   Η έννοια του όλου στίχου: «αυτά τα στερεοποιημένα και τα ακίνητα ευκολότερα θα αφανιστούν, παρά θα διαψευστεί κάτι από τα λόγια μου» (Χ).
(2)   Του οποίου η κίνηση κανονίζεται από τους πλέον αλάνθαστους νόμους (b).
(3)   Η οποία είναι αμετακίνητα θεμελιωμένη (b). «Τα στοιχεία του κόσμου τα παρενέβαλε στο λόγο, αφ’ ενός για να δηλώσει ότι η Εκκλησία είναι προτιμότερη και του ουρανού και της γης, αφ’ ετέρου για να δείξει και από εδώ ότι είναι δημιουργός του παντός» (Χ).
(4)   Θα εξαφανιστούν, θα καταστραφούν, θα εκλείψουν (δ).
(5)   Θα επαληθευτούν επακριβώς με τα γεγονότα που θα γίνουν. Ο ουρανός και η γη θα αντικατασταθούν από νέο ουρανό και νέα γη, τα οποία περιγράφτηκαν με τα λόγια μου (b).

Ματθ. 24,36 Περὶ δὲ(1) τῆς ἡμέρας ἐκείνης(2) καὶ ὥρας(3) οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν(4), εἰ μὴ ὁ πατήρ μου μόνος(5).
Ματθ. 24,36  Ως προς δε την ημέραν εκείνην και την ώραν της δευτέρας παρουσίας και της μεγάλης κρίσεως κανείς δεν γνωρίζει τόποτε, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, ει μη μόνον ο Πατήρ.
(1)   Ο σύνδεσμος «δε» είναι αντιθετικός. Ο Κύριος δείχνει το χρόνο της καταστροφής του ναού και της πόλης των Ιεροσολύμων στους στίχους 32-34, αρνείται όμως στον στίχο αυτό, ότι η ώρα και η ημέρα της συντέλειας του κόσμου είναι γνωστή (b).
(2)   Την γνωστή, την μεγάλη και φοβερή ημέρα της φανέρωσης του Σωτήρα (δ). Μερικοί από εκείνους, οι οποίοι άκουγαν τα λόγια του Σωτήρα θα ζούσαν, για να δουν ένα τρομακτικό παράδειγμα που πείθει για το τι είναι η κρίση του Θεού· αλλά όλοι πρέπει να θυμούνται ότι απομένει κάτι τρομακτικότερο, που αφορά στην όλη ανθρωπότητα, η χρονολογία όμως του οποίου είναι μόνο στο Θεό γνωστή (p).
(3)   Ημέρα είναι το σύνολο, ώρα είναι ένα τμήμα αυτής (b).
(4)   «Εάν οι άγγελοι οι ουράνιοι αγνοούν αυτές, πολύ περισσότερο οι άνθρωποι οι γήινοι δεν πρέπει να γνωρίζουν αυτές» (Ζ).
(5)   Οι κώδικες σιναϊτικός και βατικανός και κάποιοι άλλοι έχουν: ουδέ ο υιός ει μη ο πατήρ μόνος. Οποιαδήποτε και αν είναι η αυθεντική γραφή, εφ’ όσον προστίθεται η λέξη «μόνος», η έννοια του χωρίου παραμένει ούτως ή άλλως η ίδια. = «Ούτε ο υιός δεν ξέρει την ημέρα εκείνη και ώρα ως άνθρωπος· διότι ως Θεός γνωρίζει ακριβώς το ίδιο με τον Πατέρα» (Ζ).
«Διότι όλα όσα έχει ο Πατέρας είναι του Υιού· και την γνώση όμως έχει της ημέρας ο Πατέρας. Και ο Υιός άρα έχει αυτήν» (Θφ).
«Διότι αν γνωρίζει καλά τον Πατέρα (ο Υιός), πώς αγνοεί την έσχατη ημέρα; Διότι κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνο ο Υιός… Και αν το Πνεύμα το Άγιο γνωρίζει όλα τα του Θεού, πώς ο Υιός αγνοεί την ημέρα την οποία δημιούργησε; Και αν οι αιώνες από αυτόν έγιναν και οι χρόνοι, είναι φανερό ότι και η έσχατη ημέρα βρίσκεται στους αιώνες και τους χρόνους και είναι αδύνατον να την αγνοεί αυτός» (Α).
«Αλλά, αν και ο ίδιος, μολονότι είναι Θεός Λόγος, έγινε και χρημάτισε άνθρωπος, ο οποίος αγνοεί αυτά που θα γίνουν σύμφωνα με τη δική του φύση και το μέτρο της ανθρωπότητας, αλλά δέχεται πολλές φορές τη γνώση με αποκάλυψη του Θεού. Και να μην απορήσεις αν καταδέχεται την μικροπρέπεια της άγνοιας. Γιατί, αν και είναι δεσπότης, ονομάζεται δούλος ως άνθρωπος, και ενώ είναι Κύριος της δόξας, ζητά δόξα από τον Πατέρα σαν να μην έχει δόξα, και ενώ ο ίδιος είναι πραγματικά η ζωή και ζωογονεί τα πάντα, λέγεται ότι αναστήθηκε με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος… τι το παράδοξο αν και αυτό που υπάρχει κατά φύση, δηλαδή το να αγνοήσει κάτι από αυτά που υπάρχουν, θεώρησε άξιο ενδεχομένως να το οικειωθεί και αυτό μαζί με τα άλλα ιδιώματα;… Σκεπτόμενοι λοιπόν σωστά, θα πούμε ότι γνωρίζει ο Υιός κατά το ότι είναι και νοείται Θεός, όσον αφορά όμως την ανθρώπινη φύση του, επειδή έγινε και άνθρωπος, δεν ψεύδεται καθόλου όταν λέει, ότι δεν γνωρίζει, και να μην αποδώσουμε το πράγμα στα ιδιώματα της θεότητας, αλλά στη μορφή του δούλου και στη δική μας πτωχεία. … Διότι δεν ήρθε και εγκαταστάθηκε σε κάποιον άνθρωπο, σύμφωνα με την ανοησία κάποιων, αλλά έγινε ο ίδιος αληθινά άνθρωπος, μαζί με το ότι είναι και από τη φύση του Θεός» (Κ).
Μιλά σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση στην κατάσταση της ταπείνωσης και αποδίδει στη θεία φύση και θεότητα, και κατά συνέπεια στον Πατέρα που έχει την πρωτοβουλία σε κάθε έργο της θεότητας, την εξουσία του να ορίσει την μεγάλη εκείνη ημέρα, όπως και την γνώση αυτής (δ). Προβλήθηκε το χωρίο αυτό για άρνηση του δόγματος της θεότητας του Χριστού. Καμία σημασία όμως δεν έχει αυτό, όταν κάποιος έχει την αληθινή έννοια για τις δύο φύσεις στον Χριστό που ενώθηκαν στον Θεάνθρωπο κατά τρόπο ασύγχυτο. Κατά την ανθρώπινη φύση του ο Κύριος αγνοούσε, αυτό όμως δεν είναι περισσότερο εκπληκτικό από την βεβαίωση, ότι ο Ιησούς αύξανε κατά την σοφία (Λουκ. β 52) ή είχε ψυχή που ταραζόταν και κυριευόταν από αγωνία (Ματθ. κστ 38,Μάρκ. ιδ 34,Ιω. ιβ 27,ιγ 31)(ο).

Ματθ. 24,37 (1)ὥσπερ(2) δὲ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(3).
Ματθ. 24,37  Όπως δε υπήρξαν αι ημέραι του Νώε, έτσι θα είναι και η παρουσία του υιού του ανθρώπου.
(1)   Με τον στίχο αυτόν «φανερώνει με το παράδειγμα το αιφνίδιο και απροσδόκητο της παρουσίας» (Ζ), «δηλώνοντας ότι θα έλθει αστραπιαία και απροσδόκητα και ενώ οι περισσότεροι θα επιδίδονται σε απολαύσεις» (Χ).
(2)   Οι συνθήκες θα είναι ανάλογες με αυτές προ του κατακλυσμού. Εξηγεί αυτό αμέσως στον επόμενο στίχο.
(3)   Το σημείο που τονίζεται είναι το απροετοίμαστο των ανθρώπων. Η παρουσία εδώ εκλαμβάνεται ότι έρχεται απροειδοποίητα, χωρίς να προηγηθούν σημάδια (S).

Ματθ. 24,38 ὥσπερ γὰρ(1) ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες(2), γαμοῦντες καὶ ἐκγαμίζοντες(3), ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν,
Ματθ. 24,38 Διότι, όπως κατά τας ημέρας που προηγήθησαν από τον κατακλυσμό οι άνθρωποι έτρωγαν και έπιναν ασυλλόγιστοι, ενυμφεύοντο και υπάνδρευαν τα παιδιά των μέχρι της ημέρας, που μπήκε ο Νώε εις την κιβωτόν,
(1)   «Κάνοντας πιο σαφές το παράδειγμα, δίδαξε, ότι θα έλθει ενώ οι πολλοί θα τρυφούν και θα είναι αμέριμνοι» (Ζ).
(2)   «Αν όμως τότε θα υπάρχει απόλαυση, πώς είπε «μετά την θλίψη των ημερών εκείνων»; Θλίψη μεν θα είναι για τους ευσεβείς και δίκαιους· ενώ απόλαυση για τους πονηρούς και αναίσθητους» (Ζ).
«Με αυτά δείχνει, ότι όταν έλθει ο αντίχριστος, θα αυξηθούν οι ανάρμοστες ηδονές μεταξύ εκείνων οι οποίοι είναι παράνομοι και έχουν χάσει την ελπίδα της σωτηρίας τους. Τότε θα υπάρχει γαστριμαργία, διασκεδάσεις και μεθύσια» (Χ).
(3)   Αυθεντική γραφή γαμίζοντες. «Εκγαμίζω» και γαμίζω «σημαίνει παντρεύω την κόρη με άνδρα» (Ζ). Αυτά που απαριθμούνται εδώ (τρώγοντες, πίνοντες, γαμούντες, εκγαμίζοντες) δεν είναι από μόνα τους κακά. Αλλά οι άνθρωποι της εποχής εκείνης βρισκόμενοι σε αμέριμνη ασφάλεια ζούσαν βίο παχυλής σαρκικότητας και δεν απασχολούνταν με τίποτα πνευματικότερο παρά μόνο πώς να υπηρετήσουν την σάρκα (ο).

Ματθ. 24,39 καὶ οὐκ ἔγνωσαν(1) ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἦρεν ἅπαντας, οὕτως(2) ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Ματθ. 24,39 και δεν κατάλαβαν, έως ότου ήλθε ο κατακλυσμός και τους παρέσυρε όλους, έτσι έξαφνα και απροσδόκητα θα γίνη και η παρουσία του υιού του ανθρώπου.
(1)   «Διότι όπως δεν πίστευαν όταν κατασκευαζόταν η κιβωτός, και ενώ βρισκόταν ανάμεσά τους προαναγγέλλοντας τα δεινά που επρόκειτο να συμβούν» (Χ), «και η οποία προμήνυε την εντός ολίγου καταστροφή» (Ζ), «εκείνοι όμως βλέποντας αυτήν, σαν να μην επρόκειτο να συμβεί κανένα κακό, έτσι τρυφούσαν» (Χ), και «δεν αισθάνονταν» (Ζ), δεν κατάλαβαν· «κυριευμένοι από τη μέθη της κακίας δεν καταλάβαιναν τον φόβο όσον θα γίνονταν» (Χ). Η άγνοιά τους ήταν θεληματική (b).
(2)   «Έτσι και αυτοί, ενώ θα βλέπουν τον αντίχριστο να ενεργεί και τα σημάδια της συντέλειας, δεν θα δείχνουν καμία φροντίδα» (Ζ).

Ματθ. 24,40 τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ(1), ὁ εἷς παραλαμβάνεται(2) καὶ ὁ εἷς ἀφίεται(3)·
Ματθ. 24,40 Τότε δύο θα είναι στον αγρόν, ο ένας, ο δίκαιος, παραλαμβάνεται από τους αγγέλους στον ουρανόν και ο άλλος αφήνεται, δια να τιμωρηθή.
(1)   Επιτελώντας την καθημερινή τους εργασία (ο).
Ή, «με αυτούς μεν που είναι στους αγρούς δηλώνει τους πλούσιους, ενώ με αυτές που θα αλέθουν στο μύλο τους φτωχούς, και διδάσκει ότι και από τους πλούσιους και από τους φτωχούς κάποιοι μεν σώζονται κάποιοι πάλι χάνονται» (Ζ).
Ή, πιο σωστά «για αυτό είπε και δύο στον αγρό, για να δηλώσει αυτό, ότι δηλαδή θα έλθει τόσο απροσδόκητα και ενώ θα είναι αυτοί τόσο αμέριμνοι· και το «δύο που αλέθουν», το οποίο και αυτό είναι δείγμα αμεριμνησίας» (Χ).
(2)   Με ασφάλεια και με προστασία (b). Αναφέρεται στο παραπάνω λεγόμενο «θα μαζέψουν τους εκλεκτούς του» (σ. 31)(δ).
«Θα τους πάρουν για να συναντήσουν τον Κύριο, επειδή είναι γνωστοί σε αυτόν» (Ζ). Όσοι αναφέρουν και τα λόγια αυτά στην άλωση της Ιερουσαλήμ ερμηνεύουν= Ο ένας συλλαμβάνεται και παραδίδεται σε θάνατο ή σε αιχμαλωσία (ο).
(3)   Αφήνεται μέσα στους κινδύνους οσοιδήποτε θα συμβούν (b), «Αφήνονται κάτω ως ανάξιοι περιμένοντας εδώ τον δικαστή» (Ζ).
Ή, σύμφωνα με αυτούς που αναφέρουν τα λόγια στην άλωση των Ιεροσολύμων: διαφεύγει σώος και αβλαβής. Σημαίνεται λοιπόν με αυτά η εξόχως ευεργετική παρέμβαση της θείας πρόνοιας, που λυτρώνει με θαυμαστό τρόπο από τον βέβαιο κίνδυνο αυτούς που προστατεύει (ο).

Ματθ. 24,41 δύο ἀλήθουσαι(1) ἐν τῷ μυλῶνι(2), μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται.
Ματθ. 24,41  Δυο αλέθουν στον μύλον, η μία παραλαμβάνεται και η άλλη αφίνεται.
(1)   Το άλεσμα του σίτου ήταν έργο των γυναικών (b).
(2)   Ο τόπος, στον οποίο ο μύλος στρέφεται (g). Δες ιη 6, όπου ερμηνεύεται το ρήμα. Το οικοδόμημα στο οποίο είναι ο μύλος, Ιερεμία νβ 11. Όπως δύο άνδρες θα είναι στον αγρό εργαζόμενοι, έτσι και δύο γυναίκες θα αλέθουν (δ).

6) Δύο παρομοιώσεις για την ανάγκη της εγρήγορσης (κδ 42-51)

Ματθ. 24,42  γρηγορεῖτε οὖν(1), ὅτι οὐκ οἴδατε(2) ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται(3).
Ματθ. 24,42 Να είσθε λοιπόν άγρυπνοι και προσεκτικοί και πάντοτε έτοιμοι, διότι δεν γνωρίζετε την ώρα κατά την οποίαν ο υιός του ανθρώπου έρχεται.
(1)   Συμπέρασμα των στίχων 36-41= Επειδή λοιπόν κανείς δεν ξέρει την ημέρα ούτε την ώρα, και η παρουσία θα γίνει  σε ημέρες αφρόντιστης ασφάλειας και ο χωρισμός των πιστών και απίστων, που θα ασχολούνται στα συνηθισμένα τους έργα θα είναι τελείως αιφνίδιος, για αυτό να είστε άγρυπνοι (δ). «Εγρήγορση και αγρυπνία να εννοήσεις, όχι μόνο την εγκράτεια από τον ύπνο, αλλά και την κάθε είδους προσοχή και εξέταση» (Ζ).
(2)   «Δεν είπε δεν ξέρω, αλλά δεν ξέρετε». Ένα πράγμα είναι βέβαιο, ότι δεν γνωρίζουμε το χρόνο της έλευσης του Κυρίου· το μόνο λοιπόν, το οποίο μπορεί να μας ασφαλίσει είναι η διαρκής εγρήγορση. «Διότι θα κατέβει από τον ουρανό και θα είναι σαν ο κόσμος να κοιμάται τη νύχτα κατά κάποιο τρόπο και να ροχαλίζει μέσα σε πολλή αμαρτία» (Κ).
(3)   Μπορεί κάποιος να ρωτήσει, γιατί αυτοί που ζουν τόσο μακριά από την έσχατη ημέρα, προτρέπονται για την έσχατη αυτή ημέρα να είναι άγρυπνοι; Απαντώ. Αυτοί που ζουν σε ένα ορισμένο χρόνο εκπροσωπούν εκείνους, οι οποίοι θα ζουν κατά το τέλος του κόσμου. Τα στοιχεία της θείας κρίσης και της αβεβαιότητας της ώρας του θανάτου μοιάζουν σε κάθε εποχή με την έσχατη ημέρα· και η ώρα του θανάτου ισοδυναμεί με την ώρα της ανάστασης και της κρίσης, σαν να μην παρεμβαλλόταν κάποιος χρόνος. Το συναίσθημα των αγαθών, που βιάζονται να συναντήσουν τον Κύριο, είναι το ίδιο είτε σε μακρά είτε σε σύντομη αναμονή (b).

Ματθ. 24,43 Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε(1) ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ(2) ὁ κλέπτης ἔρχεται(3), ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν εἴασε(4) διορυγῆναι(5) τὴν οἰκίαν αὐτοῦ(6).
Ματθ. 24,43  Γνωρίζετε δε από την πείρα σας και τούτο• ότι δηλαδή, εάν ήξερε ο οικοδεσπότης, ποία ώρα έρχεται ο κλέπτης, θα αγρυπνούσε και δεν θα άφινε να διαρρήξουν το σπίτι του.
(1)   Αντιτίθεται στο «δεν ξέρετε» του προηγούμενου στίχου. Για αυτό μάλλον ως οριστική πτώση πρέπει να το πάρουμε.= Τουλάχιστον όμως γνωρίζετε αυτό. Συνήθως όμως αποδίδεται ως προστακτική.
(2)   «Φυλακή είναι το ένα τέταρτο μέρος της νύχτας» (Ζ).
(3)   Υποτίθεται ότι ο οικοδεσπότης έχει ειδοποιηθεί ότι πρόκειται κλέφτης να επιτεθεί στο σπίτι του (b). Ο υιός του ανθρώπου συγκρίνεται με κλέφτη μόνο και μόνο ως προς το απροσδόκητο της έλευσής του. Ποιος από τους μαθητές θα τολμούσε να επινοήσει τέτοια σύγκριση ή να κάνει λόγο για αυτήν, εάν ο ίδιος ο Κύριος δεν χρησιμοποιούσε αυτήν; (L).
(4)   Με το να παραδοθεί στον ύπνο (b).
(5)   Το οποίο θα απαιτούσε κάποιο χρόνο για να συντελεστεί (b).
(6)   Ένας τρόπος λοιπόν απομένει για ασφαλή φρούρηση της οικίας: η συνεχής φύλαξη.
«Εδώ λοιπόν νομίζω ότι μαλώνει τους ράθυμους, διότι δεν δείχνουν τόσο ενδιαφέρον για την ψυχή τους, όσο ενδιαφέρον δείχνουν για τα χρήματά τους εκείνοι που περιμένουν κλέφτη. Διότι εκείνοι μεν όταν περιμένουν κλέφτη αγρυπνούν και δεν αφήνουν τίποτα από όσα υπάρχουν μέσα να αρπαχτεί· ενώ εσείς, αν και γνωρίζετε ότι θα έλθει, και θα έλθει οπωσδήποτε, δεν μένετε άγρυπνοι, λέει, και προετοιμασμένοι, ώστε να μην αρπαχτείτε από εδώ ανέτοιμοι» (Χ).

Ματθ. 24,44  διὰ τοῦτο(1) καὶ ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι(2), ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται(3).
Ματθ. 24,44  Δια τούτο και σεις πρέπει να γίνεσθε πάντοτε έτοιμοι, διότι εις ώραν που δεν φαντάζεσθε έρχεται ο υιός του ανθρώπου.
(1)   «Για ποιό; Για το ότι δεν ξέρετε τον καιρό» (Ζ).
(2)   «Τους λέει να είναι ξάγρυπνοι, για να είναι πάντα έτοιμοι. Για αυτό λέει, όταν δεν το περιμένετε, τότε θα έλθει, επειδή θέλει να βρίσκονται σε διαρκή αγωνία και πάντοτε στην αρετή» (Χ).
(3)   «Στο μεν παγκόσμιο τέλος είναι φανερό, ότι ο Κύριος έρχεται» (Ζ). Για την έλευση του Κυρίου ειδικά για τον καθένα από εμάς «αυτό που λέει σημαίνει το εξής· εάν γνώριζαν οι πολλοί πότε θα πεθάνουν, οπωσδήποτε θα έδειχναν φροντίδα κατά την ημέρα εκείνη» (Χ). Για τον καθένα από εμάς ο Κύριος έρχεται κατά την ώρα, κατά την οποία ο καθένας θα πεθάνει.

Η έσχατη κρίση (κε 31-46)

Δεν πρόκειται κυριολεκτικά για παραβολή, αλλά για εικόνα της κρίσης, η οποία σχηματίζει μεγαλοπρεπή κλίμακα στην τελευταία από τις πέντε μεγάλες εκθέσεις των διδασκαλιών του Κυρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στο κατά Ματθαίον (S).

Ματθ. 25,31 Ὅταν δὲ(1) ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου(2) ἐν τῇ δόξῃ(3) αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι(4) μετ᾿ αὐτοῦ, τότε(5) καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ(6),
Ματθ. 25,31 Όταν δε έλθη ο υιός του ανθρώπου με όλην την δόξαν αυτού και μαζή με αυτόν όλοι οι άγγελοί του, τότε θα καθίση στον θρόνον του, τον λαμπρόν και ένδοξον.
(1)   «Στη συνέχεια διηγείται και τα σχετικά με την δευτέρα του παρουσία, για φόβο και διόρθωση των ακροατών» (Ζ).
(2)   Όχι με μόνη τη θεία του φύση θα ενεργήσει την τελική κρίση, αλλά ως ο Θεός που φάνηκε με σάρκα, στο πρόσωπο του ταπεινού και άσημου Ιησού του Ναζωραίου (ο). Είναι βάσιμο να δεχτούμε, ότι ένας από τους λόγους, οι οποίοι οδήγησαν τον Κύριο να πάρει τον τίτλο «υιός του ανθρώπου» ήταν και το ότι θεωρούσε τον εαυτό του κατά μοναδικό τρόπο ως αντιπρόσωπο της ανθρωπότητας.
Ό,τι ενεργούσε και έπασχε ενεργούσε και έπασχε ως αρχηγός του ανθρωπίνου γένους και θα μπορούσε να θεωρηθεί σε κάποιο μέτρο ως έργο της ανθρωπότητας. Εδώ έχουμε την άλλη πλευρά της μυστηριώδους ενότητας ανάμεσα στον Μεσσία και την ανθρωπότητα. Ό,τι οι άνθρωποι πράττουν ή παραλείπουν να πράξουν μεταξύ τους, το πράττουν ή το παραλείπουν προς τον Χριστό.
(3)   «Διότι τώρα ήλθε περιφρονημένος και μέσα σε ύβρεις και προσβολές· τότε όμως θα κάτσει πάνω στο θρόνο της δόξας του» (Χ). «Δόξα του λέει αυτήν που του πρέπει πάρα πολύ ως Θεός» (Ζ).
(4)   Δεν πρέπει να υπονοήσουμε από έξω το «έλθουν». Η ονομαστική πρέπει να εκληφθεί απόλυτα σύμφωνα με το εβραϊκό ιδίωμα και πρέπει να ερμηνευτεί= όλοι οι άγιοι άγγελοι συνοδεύοντας αυτόν (b).
«Όλοι οι άγγελοι θα παραβρίσκονται μαζί του και θα μαρτυρούν και αυτοί όσα έκαναν, όταν στέλνονταν από τον Δεσπότη για τη σωτηρία των ανθρώπων» (Χ).
(5)   Τότε, όπως προλέχθηκε. Οι μαθητές νόμισαν ότι αυτό θα γινόταν αμέσως (b).
(6)   «Θρόνος δόξας είναι ο ένδοξος, ο βασιλικός» (Ζ).

Ματθ. 25,32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη(1), καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων(2) ὥσπερ ὁ ποιμὴν(3) ἀφορίζει(4) τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων,
Ματθ. 25,32 Και θα συναχθούν εμπρός του όλα τα έθνη της γης από της δημιουργίας του Αδάμ μέχρι της συντελείας του κόσμου και θα χωρίση αυτούς μεταξύ των με όσην ευκολίαν χωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από τα ερίφια.
(1)   «Δηλαδή όλη η φύση των ανθρώπων». «Παρουσιάζει όλη την οικουμένη» (Χ). «Όλα τα έθνη, αφού θα έχουν αναστηθεί, εννοείται, από τους νεκρούς» (Ζ).
(2)   «Διότι τώρα μεν δεν είναι χωρισμένοι αλλά ανακατεμένοι όλοι· ο διαχωρισμός όμως τότε θα γίνει με κάθε ακρίβεια» (Χ). «Ο λόγος λοιπόν εδώ είναι για τους Χριστιανούς» (Ζ).
(3)   Ο χωρισμός θα συντελεστεί τόσο εύκολα και με ασφάλεια όπως και στην περίπτωση του ποιμνίου. Τα πρόβατα στην Παλαιστίνη συνήθως θα ήταν λευκά και τα γίδια μαύρα. Δες Άσμα δ 1,στ 5 (S).
(4)   «Διαχωρίζει αυτούς, χωρίς να χρειάζεται μάρτυρες, αλλά ο ίδιος είναι και μάρτυρας και κριτής» (Ζ).

Ματθ. 25,33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα(1) ἐκ δεξιῶν(2) αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια(1) ἐξ εὐωνύμων(2).
Ματθ. 25,33 Και θα θέση τα μεν πρόβατα εις τα δεξιά του τα δε ερίφια εις τα αριστερά.
(1)   «Οι δίκαιοι παρομοιάζονται με πρόβατα, λόγω της πραότητας και της ευταξίας και για το ότι καρποφορούν στις αρετές όπως εκείνα στο γάλα και στο μαλλί» (Ζ).
«Διότι πράγματι τα έσοδα των προβάτων είναι πολλά και από το μαλλί και από το γάλα και από αυτά που γεννούν» (Χ).
«Με τα πρόβατα δηλώνεται το πλήθος όσων ζουν με ευσέβεια, που είναι καταφορτωμένος σαν με κάποιο μαλλί με τον καρπό της δικαιοσύνης» (Κ).
«Με γίδια από την άλλη (παρομοιάζονται) οι αμαρτωλοί, διότι είναι άγριοι και άτακτοι και άκαρποι, θα μπορούσες όμως να πεις και για τη δυσωδία της αμαρτίας και επειδή δεν πορεύονται ευθεία αλλά παρεκκλίνουν και επειδή βαδίζουν στους γκρεμούς» (Ζ).
«Αλλά τα μεν άλογα ζώα από τη φύση τους έχουν την ακαρπία ή την καρποφορία, ενώ εκείνοι από ελεύθερη επιλογή. Για αυτό και εκείνοι μεν τιμωρούνται ενώ αυτοί στεφανώνονται» (Χ).
(2)   Δεξιά και αριστερά ήταν θέσεις τιμής και παραγκωνισμού σύμφωνα με τις αντιλήψεις των αρχαίων (S).

Ματθ. 25,34 τότε(1) ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς(2) τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε(3) οἱ εὐλογημένοι(4) τοῦ πατρός(5) μου, κληρονομήσατε(6) τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου(7).
Ματθ. 25,34 Τότε θα στραφή ο βασιλεύς εις εκείνους που θα ευρίσκωνται εις τα δεξιά του και θα πη• “ελάτε σεις οι ευλογημένοι του Πατρός μου και κληρονομήσατε την βασιλείαν των ουρανών, η οποία έχει ετοιμασθή για σας από τότε που εθεμελιώνετο ο κόσμος.
(1)   «Δεν τους τιμωρεί από την αρχή, μέχρις ότου τους δικάσει. Για αυτό αφού τους τοποθέτησε στη θέση τους, λέει τις κατηγορίες» (Χ).
(2)   Δεν υπάρχει τίποτα το εκπληκτικό στη μεταβολή από το «ο υιός του ανθρώπου» στο «ο βασιλιάς». Ο υιός του ανθρώπου έρχεται στη δόξα του, καθισμένος πάνω στο θρόνο του και όλα τα έθνη συγκεντρώνονται μπροστά του (p).
(3)   «Εγκωμιάζοντας αυτούς που κατόρθωσαν την αρετή, δείχνει πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του για αυτούς ανέκαθεν. Διότι ελάτε, λέει, οι ευλογημένοι του Πατέρα μου» (Χ).
(4)   «Οι επαινετοί, οι εκλεκτοί» (Ζ). «Με πόσα αγαθά είναι αντάξιος ο χαρακτηρισμός αυτός, το να είναι ευλογημένοι, και από τον πατέρα ευλογημένοι;» (Χ).
(5)   Εκλέχτηκαν εν Χριστώ (b). Και δόθηκαν στο Χριστό από τον Πατέρα του (Ιω. στ 37)(ο).
(6)   «Δεν είπε πάρτε, αλλά κληρονομήστε, ως οικογενειακά, ως πατρικά, ως δικά σας, ως κάτι που σας οφείλεται από παλιά» (Χ).
(7)   «Ετοιμάστηκε για σας από τότε που φτιάχτηκε ο κόσμος» (Ζ). «Διότι πριν ακόμη γεννηθείτε, λέει, εσείς, αυτά είχαν ετοιμαστεί και τακτοποιηθεί για χάρη σας, επειδή γνώριζα ότι θα γίνεται τέτοιοι (δίκαιοι)» (Χ). «Η φράση από καταβολής κόσμου ή προ καταβολής κόσμου, δηλώνει αυτό που έχει καθοριστεί από την πρόγνωση» (Ω).

Ματθ. 25,35  (1)ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με(2), ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με(3),
Ματθ. 25,35  Διότι πείνασα και μου δώσατε να φάγω, δίψασα και με ποτίσατε, ήμουν ξένος που δεν είχα τόπον να μείνω, και με επήρατε στο σπίτι σας.
(1)   Οτιδήποτε που είναι το ευγενέστερο στον χριστιανικό πολιτισμό –η πρόνοια για τον ασθενή και τον δυστυχή, η συμπάθεια σε αυτόν που ατύχησε- απηχείται σε αυτούς τους στίχους (S).
(2)   Στις χώρες της Ανατολής, όπου το νερό συμβαίνει να είναι σπάνιο, ήταν ευεργετική και μερικές φορές ουσιώδης πράξη αγάπης το να δώσει κάποιος ποτήρι δροσερού νερού στον διψασμένο διαβάτη. Δες Ιω. δ 7 (ο).
(3)   Ήμουν ξένος, προερχόμενος από άλλη χώρα, και με οδηγήσατε στο σπίτι σας (ο).
«Μιλά για μόνη τη φιλανθρωπία… όχι επειδή τα υπόλοιπα, των δικαίων μεν κατορθώματα και των αμαρτωλών αμαρτήματα, πρόκειται να τα αφήσει χωρίς εξέταση· διότι σε όλους θα τα εξετάσει όλα… Αλλά τώρα μιλά μόνο για αυτήν, επειδή θέλει να βεβαιώσει ότι αυτήν κατ’ εξοχήν ζητά και αυτήν απαιτεί πριν από όλα, μιας και είναι αναγκαιότατη στους Χριστιανούς. Διότι χαρακτηριστικό κάθε Χριστιανού είναι η αγάπη. Διότι από αυτό, λέει, θα γνωρίσουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, εάν έχετε αγάπη μεταξύ σας… Κατά τρόπο εξαιρετικό λοιπόν ασχολείται με το εξαιρετικό για τους Χριστιανούς κατόρθωμα, εκφοβίζοντας έτσι και πείθοντάς μας, μιας και είμαστε άνθρωποι, να γίνουμε φιλάνθρωποι, αφού τότε θα χρειαστούμε την φιλανθρωπία από αυτόν» (Ζ).

Ματθ. 25,36 γυμνός(1), καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με(2).
Ματθ. 25,36 Ημουν γυμνός και με ενεδύσατε, αρρώστησα και με επισκεφθήκατε, εις την φυλακήν ήμουν και ήλθατε να με ιδήτε”.
(1)   Όχι με την έννοια της πλήρους γυμνότητας, αλλά σημαίνει τον ημίγυμνο ή τον πενιχρά ντυμένο (ο).
(2)   Ήλθατε για να με συντρέξετε στις ανάγκες μου και να με ενισχύσετε με την εκδήλωση της συμπάθειάς σας (ο). «Λέει με τη σειρά διάφορα μέρη της φιλανθρωπίας, ώστε, αν μεν είναι δυνατόν, όλα να τα κατορθώσουμε, αν όμως όχι, έστω αυτά που μπορούμε» (Ζ).

Ματθ. 25,37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες(1)· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν;
Ματθ. 25,37 Τότε θα αποκριθούν προς αυτόν οι δίκαιοι και θα πουν• “Κυριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον και σε εθρέψαμε η διψασμένον και σου εδώσαμε νερό;
(1)   Η αλήθεια που διακηρύσσεται στο Ησ. νε 8-9 δηλώνεται φανερά στη σκηνή αυτή:
«Διότι δεν είναι οι βουλές μου όπως είναι οι βουλές σας, ούτε οι δρόμοι μου όπως είναι οι δρόμοι σας, λέει ο Κύριος· αλλά όπως απέχει ο ουρανός από τη γη, έτσι απέχει ο δρόμος μου από τους δρόμους σας και οι σκέψεις σας από την σκέψη μου».
Τόσο οι δίκαιοι, όσο και οι πονηροί βρίσκουν ότι η θεία εκτίμηση της διαγωγής τους είναι διαφορετική από τη δική τους, και εκπλήσσονται μπροστά στην άποψη που μπαίνει μπροστά τους. Οι δίκαιοι δεν θεωρούν ότι οι αγαθοεργίες τους γίνονταν στους αδελφούς του Μεσσία, πολύ δε περισσότερο στον ίδιο τον Μεσσία. Ούτε οι κακοί φαντάζονται, ότι επέδειξαν αμέλεια ή σκληροκαρδία στον Μεσσία (p). Αξιοσημείωτη η ταπεινοφροσύνη των δικαίων, οι οποίοι καμία ιδέα δεν έχουν ότι υποχρέωσαν τον Σωτήρα, παρόλο που τους θλιμμένους τούς βοήθησαν για την αγάπη του (L).

Ματθ. 25,38 πότε(1) δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν;
Ματθ. 25,38 Ποτε δε σε είδαμεν ξένον και σε περιμαζέψαμε η γυμνόν και σε ενεδύσαμεν;
(1)   Επαναλαμβάνουν το πότε τρεις φορές για μεγαλύτερη έμφαση και για να δείξουν την απορία τους για αυτό που άκουσαν (δ).

Ματθ. 25,39       πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ(1), καὶ ἤλθομεν πρός σε;
Ματθ. 25,39       Ποτε δε σε είδαμε ασθενή η φυλακισμένον και ήλθαμε εις επίσκεψίν σου;”
(1)   Ενώνουν οι δίκαιοι τα δύο (ασθενή-σε φυλακή) σε ένα, διότι πρόκειται για έλευση και επίσκεψη και στις δύο περιπτώσεις (δ).

Ματθ. 25,40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς(1) ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον(2) ἐποιήσατε ἑνὶ(3) τούτων(4) τῶν ἀδελφῶν μου(5) τῶν ἐλαχίστων(6), ἐμοὶ(7) ἐποιήσατε.
Ματθ. 25,40 Και θα αποκριθή εις αυτούς ο βασιλεύς• “Αληθινά σας λέγω, κάθε τι που εκάματε, δια να εξυπηρετήσετε ένα από τους αδελφούς μου, που φαίνονται άσημοι και ελάχιστοι μέσα εις την κοινωνίαν, το εκάματε εις εμέ” 
(1)   «Ονόμασε βασιλιά τον εαυτό του, επειδή όλοι είναι υποταγμένοι σε αυτόν» (Ζ).
(2)   «Λέει «εφ’ όσον» αντί να πει «καθ’ όσον(=επειδή)»» (Ζ). Λείπει η φράση «σε τέτοιο βαθμό» (g).
(3)   Τίποτα δεν παραλείπεται αλλά όλα καταλογίζονται με ακρίβεια. Και μια μεμονωμένη περίπτωση συχνά είναι μεγάλης σημασίας (b).
(4)   Δείχνει αυτούς με το δάχτυλο (δ).
(5)   Το ότι ο Χριστός τους φτωχούς και πάσχοντας θεωρεί αδελφούς του είναι τελείως σύμφωνο με τον χαρακτήρα του ως Υιού του ανθρώπου και ως Υιού του Θεού. Ο Θεός είναι πατέρας του και πατέρας τους (p). Ως υιός του ανθρώπου συνδυάζει μαζί με τη δόξα και τον ανθρώπινο χαρακτήρα ως πρόσωπο τρυφερής αγάπης και συμπάθειας προς την ανθρωπότητα στην ασθένειά της (S). «Διότι για αυτό είναι αδελφοί μου, επειδή είναι ταπεινοί, επειδή είναι φτωχοί, επειδή είναι περιφρονημένοι» (Χ).
(6)   Αυτούς που ο κόσμος θεωρεί ελάχιστους (δ). Στην εκτίμηση των ανθρώπων ελαχίστων (g), αυτών που είναι πάρα πολύ ταπεινοί και μέσα σε ανάγκες και περιφρονούνται από τους ομοίους τους (ο).
(7)   «Διότι αυτός που έπαιρνε μέσω των φτωχών ήταν ο Θεός» (Χ). Βρίσκει κανείς στην Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, καθώς και στους Έλληνες και Λατίνους φιλοσόφους πολλά ρητά, τα οποία εκθειάζουν τις διάφορες εκδηλώσεις της αγαθοεργίας ως αρεστές στους θεούς. Το πρωτότυπο εδώ είναι, ότι οι εκδηλώσεις αυτές παρουσιάζονται ως πράξεις αγάπης προς τον Θεό, προς τον Χριστό που έπαθε και πέθανε υπέρ των ανθρώπων, τον Σωτήρα και Κύριο, έτσι ώστε ο ευεργετούμενος από εμάς δεν είναι μόνο πρόσωπο της συμπάθειάς μας αλλά και του σεβασμού μας (L).

Ματθ. 25,41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι(1) εἰς τὸ πῦρ(2) τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ(3) καὶ τοῖς ἀγγέλοις(4) αὐτοῦ.
Ματθ. 25,41 Τότε θα πη και εις εκείνους, που στέκονται εις τα αριστερά του• “φύγετε μακρυά από εμέ σεις οι καταράμενοι και πηγαίνετε στο αιώνιον πυρ, που έχει ετοιμασθή δια τον διάβολον και τους πονηρούς αγγέλους του.
(1)   Δεν λέει καταραμένοι από τον Πατέρα, όπως είπε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου. Δεν καταριέται ο Θεός κανέναν (L).
«Φύγετε από εμένα οι καταραμένοι· δεν λέει πλέον από τον Πατέρα· διότι δεν καταράστηκε αυτός αυτούς, αλλά τα δικά τους έργα» (Χ). Η καταδίκη και η κατάρα των αμαρτωλών προέρχεται από τις κακές τους πράξεις, ενώ η σωτηρία των δικαίων είναι έργο της χάρης, για αυτό και προστίθεται το «του Πατέρα μου» στο ευλογημένοι (ο). Το αντίθετο του ευλογώ. Επικαλούμαι κακά πάνω σε κάποιον (g).
(2)   Αυτό δεν υπονοεί φωτιά υλική, αλλά επειδή η φωτιά είναι η πηγή των πιο δυνατών πόνων των θνητών σωμάτων μας, εκλέχτηκε σαν το σύμβολο των φοβερών δεινών, τα οποία επιφυλάσσονται στους αμαρτωλούς και τα οποία υπερβαίνουν την αντίληψή μας. Από όσα βλέπουμε μερικές φορές στον κόσμο αυτόν και από όσα συμπεραίνουμε από την ίδια τη φύση της αμαρτίας, μπορούμε να συμπεράνουμε, ότι το σώμα και η ψυχή ενωμένα στην ανάσταση θα έχουν φλογερές επιθυμίες, πάθη και ορέξεις, οι οποίες ουδέποτε θα ικανοποιούνται. Επιπλέον θα έχουν οι αμαρτωλοί κακεντρεχή πόθο να κακοποιούν ο ένας τον άλλον και επιπροσθέτως θα έχουν και την άμεση έλευση της οργής του Θεού (ο).
(3)   «Το ετοιμασμένο όχι για σας, αλλά για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Διότι για μεν την βασιλεία όταν έλεγε, Ελάτε οι ευλογημένοι κληρονομήστε τη βασιλεία, πρόσθεσε, την ετοιμασμένη για σας πριν τη δημιουργία του κόσμου· για τη φωτιά όμως δεν λέει πλέον το ίδιο, αλλά λέει την ετοιμασμένη για τον διάβολο. Εγώ δηλαδή την βασιλεία μεν την ετοίμασα για σας, τη φωτιά όμως όχι πλέον για σας, αλλά για τον διάβολο και τους αγγέλους του· επειδή όμως εσείς περιελάβατε και τους εαυτούς σας, υπολογίζετε και τους εαυτούς σας» (Χ).
(4)   Όσοι από τους αγγέλους εξέπεσαν από το αξίωμά τους και παραδόθηκαν στο να αμαρτάνουν και τώρα πείθονται στον διάβολο (g).

Ματθ. 25,42 ἐπείνασα γάρ(1), καὶ οὐκ(2) ἐδώκατέ μοι φαγεῖν(3), ἐδίψησα, καὶ οὐκ(2) ἐποτίσατέ με,
Ματθ. 25,42  Διότι επείνασα και δεν μου εδώσατε να φάγω, εδίψασα και δεν με εποτίσατε.
(1)   «Με τα επόμενα λόγια, σαν κατά κάποιο τρόπο να απολογείται σε αυτούς, αναφέρει και τις αιτίες» (Χ).
(2)   Όλες οι απαριθμούμενες αμαρτίες είναι αμαρτίες από παράλειψη. Είναι ένοχοι διότι δεν έπραξαν το αγαθό. «Διότι δεν κατηγορείται ο άρπαγας εκεί, αλλά ο ακοινώνητος (=δεν κοινωνεί(συμμετέχει) στις ανάγκες των άλλων) κατακρίνεται» (Β). «Όχι επειδή φονεύσατε, λέει, ή πορνεύσατε ή είπατε ψέμματα ή κάποιον αδικήσατε ή πράξατε κάτι άλλο από τα απαγορευμένα, έστω και το πιο μικρό, αλλά τι; Επειδή αμελήσατε τα αγαθά έργα» (Β).
(3)   «Δεν ζητούσε πολυτελή τράπεζα, αλλά την απαραίτητη μόνο και την αναγκαία τροφή» (Χ).

Ματθ. 25,43  ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με(1), ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με(2).
Ματθ. 25,43  Ξένος ήμουν και δεν με επήρατε στο σπίτι σας, γυμνός και δεν με ενεδύσατε, άρρωστος και φυλακισμένος και δεν με επισκεφθήκατε”.
(1)   Δεν είπε ότι δεν με απαλλάξατε από τη φτώχεια και την ασθένεια και την φυλακή, αλλά ότι δεν δείξατε τα αναγκαία, ότι δεν πράξατε τα εύκολα» (Ζ).
(2)   «Και δες πώς διατάζει εύκολα. Δεν είπε ήμουν στη φυλακή και με απαλλάξατε, ήμουν άρρωστος και με σηκώσατε· αλλά με επισκεφτήκατε και ήλθατε σε μένα» (Χ).

Ματθ. 25,44 τότε ἀποκριθήσονται(1) αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι(2);
Ματθ. 25,44 Τότε θα αποκριθούν και αυτοί λέγοντες, “Κυριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο η διψασμένον η ξένον η γυμνόν η ασθενή η φυλακισμένον και δεν σε υπηρετήσαμεν;”
(1)   Είτε όλοι μαζί είτε με έναν που εκπροσωπεί όλους (b).
(2)   Πόσο διαφορετικό είναι το πνεύμα της δικαιολογίας τους από την ταπεινοφροσύνη και την συναίσθηση της αναξιότητας, τα οποία εκδηλώνουν οι δίκαιοι! (ο). Η άγνοια των πονηρών και η προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τους εαυτούς τους θα εξακολουθήσει έως τότε να παραμένει (b).

Ματθ. 25,45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων(1), οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε(2).
Ματθ. 25,45 Τότε θα αποκριθή εις αυτούς και θα είπη• “αλήθεια σας λέγω• εφ’ όσον δεν εκάματε τα καλά αυτά εις ένα από αυτούς, που ο κόσμος θεωρεί πολύ μικρούς, ούτε εις εμέ εκάματε”.
(1)   Ο Κύριός μας δεν προσθέτει «των αδελφών μου», όπως στο στίχο 40. Οι πονηροί αγνοούν τη σχέση, την οποία ο δίκαιος έχει με το Χριστό, και θα εξακολουθήσουν να αγνοούν αυτήν (b).
(2)   Στην κατηγορία ότι παραμέλησαν τον φτωχό και αδιαφόρησαν για κάθε ακόλουθο του Χριστού, τίποτα δεν απαντούν οι αμαρτωλοί. Κάθε στόμα φράχτηκε (Ρωμ. γ 19) και το δίκαιο της απόφασης αναγνωρίστηκε (ο).

Ματθ. 25,46 καὶ ἀπελεύσονται(1) οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον(2), οἱ δὲ δίκαιοι(3) εἰς ζωὴν αἰώνιον(4).
Ματθ. 25,46 Και θα απέλθουν αυτοί μεν εις την αιωνίαν κόλασιν μαζή με τον διάβολον, οι δε δίκαιοι εις την αιωνίαν ζωήν μαζή με τον Θεόν.
(1)   Ο τόπος, όπου θα γίνει η κρίση, διακρίνεται από τους τόπους, στους οποίους οι δύο τάξεις χωριστά θα μεταβούν (b).
(2)   Αιώνιο είναι αυτό που υπερβαίνει τα όρια του πεπερασμένου χρόνου (b). Οτιδήποτε και αν λεχθεί για την λέξη αιώνιον, πρέπει σύμφωνα με όλους τους νόμους της ερμηνευτικής να έχει αυτή την ίδια σημασία, την οποία έχει και στη φράση του ίδιου στίχου «εις ζωήν αιώνιον». Εάν λοιπόν η κόλαση θα έχει τέλος, τότε πρέπει και η ζωή να έχει τέλος. Κανείς όμως δεν αρνείται το ατελείωτο της ουράνιας ζωής των δικαίων. Άρα και η κόλαση θα είναι ατελείωτη (ο).
(3)   Ο βασιλιάς Χριστός θα απευθυνθεί κατ’ αρχάς στους δίκαιους πρώτα, για να ακούσουν οι αμαρτωλοί· αλλά πρώτοι θα φύγουν οι αμαρτωλοί. Έτσι οι κατάδικοι δεν θα δουν τίποτα από την αιώνια ζωή, παρόλο που οι δίκαιοι θα δουν την εκδίκηση, η οποία θα έλθει στους καταδικασμένους (b).
(4)   Η λέξη αιώνιος χρησιμοποιείται 66 φορές στην Καινή Διαθήκη. Από αυτές 51 φορές χρησιμοποιείται για την ευτυχία των δικαίων, 2 φορές για την ύπαρξη του Θεού, 6 φορές για την Εκκλησία και την βασιλεία του Μεσσία και στις υπόλοιπες 7 για την μελλοντική τιμωρία των αμαρτωλών. Εάν στις 7 αυτές περιπτώσεις αποδώσουμε στην λέξη την έννοια της περιορισμένης διάρκειας, τότε και τις υπόλοιπες 55 περιπτώσεις με την ίδια έννοια πρέπει να τις δεχτούμε. Κανείς όμως δεν μπορεί να αρνηθεί ότι στις τελευταίες αυτές βρίσκεται η λέξη με τη σημασία της ατελείωτης διάρκειας (ο).
«Εάν θα υπάρξει κάποτε τέλος της αιώνιας κόλασης, τότε οπωσδήποτε θα έχει τέλος και η αιώνια ζωή. Εάν όμως δεν δεχόμαστε να σκεφτούμε αυτό για την ζωή, ποια λογική έχει το να δώσουμε τέλος στην αιώνια κόλαση; Διότι η προσθήκη της λέξης αιώνιος αναφέρεται εξίσου και στα δύο» (Β όροι κατ’ επιτομήν 267).    sostis.gr

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

«Η προσωπική μας έρημος μέσα στα σπιτικά μας…»

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιούνιος 9, 2018

agia anna kiriako

«…Σε αυτό το σπίτι που δεν ακούγονται προσευχές, που δεν υπάρχει η νηστεία, οι βίοι των Αγίων, ένα πνευματικό πρόγραμμα, μένει το φρόνημα του »κόσμου», δεν κατοικούμε εμείς. Να κάνουμε το σπίτι μας ένα μικρό μοναστηράκι…
Άσκηση δεν είναι μόνο το να πάμε στην έρημο, είναι μια προσευχή που θα πεις από αγάπη για τον Χριστό, η υπομονή στο σύζυγό σου, η φροντίδα μέχρι αργά στα παιδιά σου, όλα να γίνονται μέσα στην εν Χριστώ αγάπη… η αγιότητα είναι για όλους.Που είμαστε σήμερα; Από εκεί να ξεκινήσουμε, δεν θα γίνουμε »ασκητές στο Άγιον Όρος» ξαφνικά αύριο, δεν διαβάζουμε σήμερα βίους Αγίων; Αύριο, βάλε στόχο… Βλέπουμε τηλεόραση; Να βλέπουμε λιγότερο, και αν μπορούμε να την πετάξουμε κιόλας…»

π. Πέτρος Χιρς: Η Εκκοσμίκευση στην Εκκλησία ΠΗΓΗ

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ἅγιον Πνεῦμα καί Χριστιανική ἑνότης

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 22, 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για πεντηκοστη αγιο πνευμα

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

   1. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν

Ἕνα εὔκολο –καὶ πρόχειρο– ἐπιχείρημα, γιὰ νὰ ὑποστηριχθεῖ ἡ συγγένεια τῶν Μεγάλων Θρησκειῶν (Θρησκευμάτων ὀρθότερα), εἶναι ἡ ἀναφορὰ σὲ ἕνα Θεό, πού ἀπὸ κοινοῦ ἀποδέχονται. Καὶ βέβαια ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας.

Ὁ ἕνας ὅμως Θεὸς θεωρεῖται ἀπὸ τὰ διάφορα θρησκεύματα μέσα ἀπὸ εἰδικὴ προοπτική, ὥστε τελικὰ νὰ διαφέρει ὁ Θεὸς ἀπὸ θρησκεία σὲ θρησκεία, καὶ τελικὰ νὰ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἴδιος Θεός, στὸν ὁποῖο ἀναφέρονται, ἀκόμη καὶ οἱ λεγόμενες μονοθεϊστικὲς θρησκεῖες, ἀλλὰ καὶ οἱ χριστιανικὲς «Ὁμολογίες».
Ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν εἶναι μὲν ἕνας, ἀλλὰ διακρίνεται σὲ Τρία Θεῖα Πρόσωπα, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ Ὁποῖα ἔχει τὸ πλήρωμα τῆς θεότητας, χωρὶς ὅμως νὰ γίνεται λόγος γιὰ «τρεῖς θεούς», ἀλλὰ γιὰ Ἕνα, ὅπως ὁμολογοῦμε καὶ στὸ «σύμβολο τῆς πίστεως, («Πιστεύω εἰς ΕΝΑ Θεόν…»). Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι «ὁ Θεὸς ποὺ ἀποκαλύπτεται στὴν ἱστορία, δὲν εἶναι μία μοναχικὴ ὕπαρξη, αὐτόνομη Μονάδα ἢ ἀτομικὴ Οὐσία. Εἶναι Τριάδα ὑποστάσεων, τρία Πρόσωπα μὲ ἀπόλυτη ὑπαρκτικὴ ἑτερότητα, ἀλλὰ καὶ κοινότητα Οὐσίας, Θέλησης καὶ Ἐνέργειας»1.

Συνοψίζοντας τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ παράδοση καὶ διδασκαλία γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα ὁ νεώτερος πατέρας τῆς Ὀρθοδοξίας ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης (†1809) καὶ ἐπαναδιατυπώνοντας τὴ μακραίωνη πατερικὴ διδασκαλία, γράφει: «Κοντά εἰς ἡμᾶς τους Ὀρθοδόξους σέβεται καί λατρεύεται εἷς Θεός τρισυπόστατος, ὃστις εἶναι μονάς ἐν ταυτῷ καί τριάς. Μονάς μέν κατά τήν οὐσίαν καί φύσιν, τριάς δέ κατά τάς ὑποστάσεις καί πρόσωπα· μονάς μέν ἀσύγχυτος καί τριάς ἀδιαίρετος· οὒτε διά τήν Μονάδα συγχεόμενος…, οὒτε διά τήν Τριάδα διαιρούμενος…»2.

Ὁ ἕνας Θεός, συνεπῶς, τῆς χριστιανικῆς ὀρθοδόξου πίστεως εἶναι τριαδικός: Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Τὸ Πνεῦμα στὴ Γραφὴ ὀνομάζεται καὶ Παράκλητος (Ἰω. 14,16· 15,26 κ.ἄ), ὁδηγός, παρήγορος. Τὸ ὄνομα, βέβαια, κάθε θείου Προσώπου δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν ἕνα Θεὸ καὶ τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα. Ἡ δογματικὴ διδασκαλία δὲν ἀπορρέει ἀπὸ κάποιο φιλοσοφικὸ στοχασμὸ καὶ διανοητικὴ ἀναφορὰ στὸ Θεό. Ἀκόμη καὶ ἡ χρησιμοποιούμενη θεολογικὴ γλώσσα, παρόλο ποὺ ἔχει προέλευση φιλοσοφική, συχνὰ ἀποφορτίζεται καὶ ἀναφορτίζεται ἐννοιολογικά, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πλησιάσει τὸ θεῖο μυστήριο, χωρὶς βέβαια τὴν κατανόησή (κατάληψη) του3.

Τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα τῆς χριστιανικῆς Πίστης εἶναι τρεῖς ἄναρχοι τρόποι ὕπαρξης τῶν ἁγιοτριαδικῶν θείων Προσώπων καὶ τῆς σχέσης μεταξύ τους. Ἑνώνονται ἀδιαίρετα στὴ μία θεία Οὐσία, ἀλλὰ ὄχι ὡς μέρη τῆς μίας θεότητας, ἀφοῦ καὶ τὰ τρία ἔχουν «ὁμοῦ», καὶ τὸ καθένα χωριστά, ὁλόκληρη τὴ μία θεία οὐσία καὶ γι’ αὐτὸ λέγονται «ὁμοούσια» μεταξύ τους. Πάλι θὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὸν ὅσιο Νικόδημο: «Εἷς Θεός ἐστιν ἡ Τριάς, μιᾷ προσκυνήσει καί λατρείᾳ προσκυνούμενος καί λατρευόμενος ὑπό πάσης κτίσεως αἰσθητῆς καί νοουμένης». Ἡ ἁγία Τριάδα εἶναι «ὁμοούσιος και ὁμοφυής καί ταυτενεργής καί παντοδύναμιος καί ἡνωμένη πρός ἑαυτήν»4. Τὰ τρία θεῖα Πρόσωπα «ἒχουσι τάς φυσικάς ἐνεργείας τῆς θεότητος… Μᾶλλον δέ καί ἀκριβέστερον εἰπεῖν μίαν καί τήν αὐτήν ἐνέργειαν ἒχουσι καί τά τρία»5.

Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Σύμφωνα μὲ ὅσα ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικὸς Θεὸς ἀποκάλυψε στοὺς Προφῆτες καὶ Ἀποστόλους, μέσα ἀπὸ τὴ θέωση, τὴν ἕνωσή τους μαζί Του, δὲν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε ἢ νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μόνο τὸν τρόπο ὕπαρξής Του καὶ τὶς σχέσεις τῶν ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνὸ (†πρὶν ἀπὸ τὸ 754), ὁ Θεὸς μᾶς ἀποκάλυψε «ὃ,τι ἦν δυνατόν ἡμῖν γνῶναι καί ἐδυνάμεθα φέρειν»6. Ἔτσι, γνωρίζουμε μὲν τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὄχι τὴν οὐσία Του (τί δηλαδὴ ΕΙΝΑΙ ὁ Θεός). Τὰ ὀνόματα, συνεπῶς: Πατήρ, Υἱός, Ἅγιο Πνεῦμα δὲν δηλώνουν τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸν τρόπο ὕπαρξής του. Ἡ μία θεία Οὐσία παραμένει ἀδιαίρετη καὶ ἀμέριστη, παρὰ τὴ διάκριση τῶν τριῶν Προσώπων στὴν ἁγία Τριάδα.

Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ αἰώνια σχέση τῶν τριῶν Προσώπων; Ὁ Πατέρας εἶναι ἀγέννητος καὶ «φύσει καὶ ἀϊδίως» (αἰώνια) γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Υἱός, συνεπῶς, γεννᾶται καὶ τὸ Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Ὁ Πατὴρ εἶναι ρίζα καὶ ἀρχὴ-πηγὴ τῶν δύο ἄλλων Προσώπων καὶ ὁ μόνος αἴτιος τῆς ὕπαρξής τους. Γέννηση (τοῦ Υἱοῦ) καὶ Ἐκπόρευση (τοῦ Πνεύματος) διαφέρουν μεταξύ τους. Διαφορετικὰ θὰ χρησιμοποιεῖτο ὁ ἴδιος ὅρος. Ποιὰ εἶναι ὅμως ἡ οὐσία τῆς διαφορᾶς δὲν γνωρίζουμε, διότι ὑπερβαίνει τὴν ἀντιληπτικὴ δύναμη κάθε ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι θέμα ἀνθρώπινης σοφίας, ἀλλὰ ἀποκάλυψης τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.

Ἂς θυμηθοῦμε τὸν παραπάνω λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, ὁ ὁποῖος συμπληρώνει: «Καί ὃτι μέν ἐστι διαφορά γεννήσεως και ἐκπορεύσεως μεμαθήκαμεν, τίς δέ ὁ τρόπος τῆς διαφορᾶς οὐδαμῶς»7.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ πεῖ στοὺς διανοούμενους τῆς ἐποχῆς του (Εὐνομιανούς), ποὺ ἐκαυχῶντο γιὰ τὴ σοφία τους: «Εἰπέ σύ τήν ἀγεννησίαν τοῦ Πατρός, κἀγώ τήν γέννησιν τοῦ Υἱοῦ φυσιολογήσω, καί τήν ἐκπόρευσιν τοῦ Πνεύματος, καί παραπληκτίσομεν ἂμφω εἰς Θεοῦ μυστήρια παρακύπτοντες» (Λόγος Θεολογικὸς Ε΄,8: «Πές μου ἐσὺ τί εἶναι ἡ ἀγεννησία τοῦ Πατρὸς καὶ ἐγὼ θὰ μιλήσω γιὰ τὸ τί εἶναι ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ ἡ ἐκπόρευση τοῦ Πνεύματος, καὶ θὰ τρελαθοῦμε καὶ οἱ δύο μὲ τὸ νὰ σκύψουμε στὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ»). Κάθε ἀθέτηση ἢ παραχάραξη ὅσων ὁ Θεὸς ἔχει ἀποκαλύψει εἶναι βλασφημία καὶ ἀπόρριψη τῆς θείας ἀποκάλυψης.

Ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα δὲν διακρίνονται μόνο ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ καὶ μεταξύ τους, διότι ἄλλος εἶναι ὁ τρόπος ὕπαρξης τοῦ Υἱοῦ καὶ ἄλλος ἐκεῖνος τοῦ Πνεύματος. Στὴν Ἁγία Τριάδα ὑπάρχουν «κοινὰ» καὶ «ἀκοινώνητα». Κάποιες «ἰδιότητες» ἀποδίδονται καὶ στὰ τρία Πρόσωπα λόγῳ τῆς κοινῆς οὐσίας τους. Τὰ κοινὰ στὰ τρία Πρόσωπα εἶναι ἡ οὐσία, ἡ ἐνέργεια, ἡ βασιλεία, ἡ θέληση, ἡ δόξα, ἡ θεότης, τὸ ἄκτιστο, τὸ ἀγέννητο, τὸ ἀπερίγραπτο, τὸ ἀνείδεο, τὸ ἀσχημάτιστο, τὸ προνοητικό, τὸ δημιουργικὸ κ.λπ. Τὸ ἀγέννητο τοῦ Πατέρα, τὸ γεννητὸ τοῦ Υἱοῦ καὶ τὸ ἐκπορευτὸ τοῦ Πνεύματος-Παρακλήτου ἀνήκουν στὰ «ἀκοινώνητα»8. Κάθε σύγχυση στὰ ἀκοινώνητα εἶναι, πάλι, βλασφημία κατὰ τῆς ἁγίας Τριάδος. Στὴν Καινὴ Διαθήκη γίνεται σαφὴς διάκριση τοῦ ἔργου τοῦ Υἱοῦ καὶ ἐκείνου τοῦ Πνεύματος. Ὅπως εἶπε ὁ Υἱὸς (Ἰησοῦς Χριστός), ὁ Παράκλητος θὰ μαρτυρήσει γι’ Αὐτὸν (Ἰω. 15, 26), θὰ «διδάξει (τοὺς Μαθητὲς Του) πάντα» (14, 26), θὰ τοὺς ὁδηγήσει «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (16, 23). Δὲν θὰ μιλήσει «ἀφ’ ἑαυτοῦ» (16, 23), ἀλλά, ὅπως λέγει ὁ Χριστός, «ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν» (16, 14). Αὐτὴ εἶναι ἡ σχέση καὶ συμμετοχὴ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας.

2. Ἅγιο Πνεῦμα καὶ Ἐκκλησία

Τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν ἀποστολή της στὸν κόσμο. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «σῶμα Χριστοῦ» (Α΄ Κορ., κεφ. 12), ἡ ἕνωση καὶ ἑνότητα τῶν Πιστῶν στὴ «δοξασμένη»-θεωμένη ἀνθρώπινη φύση (ἀνθρωπότητα) τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Χριστὸς καὶ Ἐκκλησία εἶναι ἑνότητα ἀδιάσπαστη καὶ ἀδιαίρετη, κατὰ τὸν ἱ. Χρυσόστομο: «Γένος ἓν Θεοῦ καί ἀνθρώπων»9. Αὐτὴ ἡ σχέση ὅμως πραγματώθηκε «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἡ «δοξασμένη» (κατὰ φύση ἑνωμένη μὲ τὴ θεότητα) ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ ἐπανέρχεται στὸν κόσμο, μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του, γιὰ νὰ συνεχιστεῖ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο (βλ. Ματθ. 28, 20: «καί ἰδού ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας, ἓως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»). Μία παρουσία ὅμως μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Αὐτὸ δηλώνει ἡ φράση «ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Ὁ Παράκλητος, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, στέλνεται ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό, γιὰ νὰ γίνει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ πραγματικότητα στὸ σῶμα Του, τὴν Ἐκκλησία, καὶ σὲ κάθε πιστὸ σ’ Αὐτὸν ἄνθρωπο. Ὁ Χριστὸς μίλησε γιὰ ὅλα αὐτὰ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, δίνοντας στοὺς Μαθητὲς του κάποιες περίεργες φαινομενικὰ ὑποσχέσεις. «Μικρόν καί οὐ θεωρεῖτέ με, καί πάλιν μικρόν καί ὂψεσθέ με» (Ἰω. 16, 16: Γιὰ λίγο χρόνο δὲν θὰ μὲ βλέπετε, ἀλλὰ καὶ πάλι μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο θὰ μὲ δεῖτε). Αὐτὸ πραγματοποιήθηκε μετὰ τὴν ἀνάστασή Του μὲ τὶς ἐμφανίσεις Του. «Πάλιν ἒρχομαι καί παραλήψομαι ὑμᾶς πρός ἐμαυτόν, ἳνα ὃπου εἰμι ἐγώ καί ἡμεῖς ἦτε» (Ἰω. 14, 3: Πάλι θὰ ἔλθω καὶ θὰ σᾶς παραλάβω κοντά μου, διὰ νὰ εἶσθε καὶ σεῖς, ὅπου εἶμαι ἐγώ). Ὁ Χριστός, ἀκόμη, ἀναφέρθηκε στὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία οἱ Μαθητὲς θὰ γνωρίσουν ὅτι Αὐτὸς εἶναι «ἐν τῷ Πατρί», οἱ Μαθητὲς στὸν Χριστό, καὶ ὁ Χριστὸς μέσα σ’ αὐτοὺς (Ἰω. 14, 20). Οἱ Μαθητές, συνεπῶς, καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ (οἱ Ἅγιοι), φθάνοντας στὴ θέωση (τὴν Πεντηκοστή), θὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ μέσα τους, βλέποντας τὸν Χριστὸ μέσα στὸ ἄκτιστο φῶς Του. Ἀκόμη ὁ Χριστὸς ὑποσχέθηκε νὰ ἐμφανιστεῖ σ’ ὅποιον τὸν ἀγαπᾶ καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς Του (Ἰω. 14, 21) καὶ θὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει μέσα του, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα (14, 23). Ὅλα αὐτὰ πραγματοποιοῦνται ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, μὲ τὴν ἔλευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος10. Ὅποιος φθάσει στὴ θέωση, μετέχει στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ποὺ μένει μόνιμα ἀνοικτὸ στὴν ἱστορία. Ἡ ἑνότητα τοῦ σώματός Του, ποὺ ἀναφέρει ὁ Χριστὸς στὴν ἀρχιερατικὴ Προσευχὴ Του («ἳνα ὦσιν ἓν», Ἰω. 17, 11), δὲν εἶναι κάποια συμβατική, κοσμικὴ-πολιτικὴ ἑνότητα, ὅπως ὁ ἴδιος διευκρινίζει: «Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω, ἳνα ὃπου εἰμί ἐγώ, κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἳνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν» (Ἰω. 17,24). Τότε εἶναι ἑνωμένος ὁ πιστὸς μὲ τὸν Χριστό, ὅταν βλέπει τὴν ἄκτιστη δόξα Του, τὸ ἄκτιστο φῶς τῆς θεότητάς Του. Ἡ θέωση εἶναι τὸ θεμέλιο τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμός μας. Ἄλλου εἴδους ἑνότητα δὲν ὑπάρχει, μὲ συμβατικὲς συμφωνίες καὶ φραστικὲς ὑποσχέσεις.

Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς δὲν «ἱδρύεται» ἡ Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι προαιώνια στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ καὶ συνδεδεμένη μὲ τὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ-Λόγου, τοῦ Υἱοῦ. Κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ «συγκροτεῖται» ἁγιοπνευματικὰ καὶ φανερώνεται στὸν κόσμο («γεννᾶται») ὡς σῶμα Χριστοῦ ἡ Ἐκκλησία, ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ἁγιοτριαδικοῦ Προσώπου.

3. Πνευματομαχία

Ἡ προσπάθεια ὅμως λογικῆς κατανόησης τῆς Ἁγίας Τριάδας μὲ τὶς προϋποθέσεις τῆς (ἑλληνικῆς) φιλοσοφίας, ὁδήγησε σὲ αἱρετικὲς (δηλ. αὐθαίρετες) ἐκδοχὲς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὶς σχέσεις τῶν ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων. Ἡ στοχαστικὴ-φιλοσοφικὴ ἀναφορὰ στὸ Θεὸ ὁδηγεῖ στὴν εἰδωλολατρία, τὴν κατασκευὴ δηλαδὴ Θεοῦ φανταστικοῦ. Ὄχι, ὅπως Ἐκεῖνος ἀποκαλύφθηκε στὴν ἱστορία, ἀλλὰ ὅπως τὸν γεννᾶ καὶ τὸν δέχεται ὁ στοχασμός μας. Στὸ χῶρο τοῦ Θεοῦ ὁ στοχασμὸς ἀποδεικνύεται ὄχι μόνο ἀνίσχυρος, ἀλλὰ καὶ διαστροφικός, διότι τὸ μόνο, ποὺ μπορεῖ νὰ κάμει εἶναι ἡ προβολὴ τῶν προλήψεών μας στὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ μιλοῦμε γιὰ εἰδωλολατρία, γιὰ «κατασκευὴ» Θεοῦ ἀνύπαρκτου, ποὺ λαμβάνει ὑπόσταση μόνο στὴ φαντασία μας.

Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν γιὰ τὸ Πνεῦμα καὶ τὴν ὁμοουσιότητά του μὲ τὸν Πατέρα τὴν ὁρολογία, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, ποὺ χρησιμοποιοῦν καὶ γιὰ τὴ σχέση τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα, ἀποδεικνύοντας ἔτσι τὴν ταυτότητα τῆς φύσεώς τους. Μία στοχαστικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ὅμως θεώρηση τῆς σχέσης τῶν θείων ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων ὁδήγησε σὲ πλάνες, ὅπως π.χ. τοῦ Σαβελλίου (2ος -3ος αἰ.). Ὁ Θεὸς κατ’ αὐτὸν γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας, παρουσιάστηκε διαδοχικὰ στὸν κόσμο μὲ τρεῖς διάφορους τρόπους ἐνέργειας. Τὰ τρία πρόσωπα εἶναι τρεῖς διαδοχικοὶ τρόποι ἐνέργειας, τρία πρόσωπα (προσωπεῖα), τρεῖς ρόλοι τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, ποὺ ἐμφανίστηκε ὡς Πατέρας στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὡς Υἱὸς στὴν Καινὴ καὶ ὡς Πνεῦμα στὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ ὁ Παῦλος Σαμοσατέας (3ος αἰ.) κήρυττε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνα πρόσωπο, ὁ Υἱὸς δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα ἁπλὲς ἀπρόσωπες δυνάμεις11. Οὐσιαστικὴ ὅμως διαστρέβλωση τῆς ταυτότητας τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἔδωσε ἡ μεγάλη αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ (4ος αἰ.)12. Ὁ Ἄρειος καὶ οἱ ὀπαδοὶ του προσέβαλαν πρῶτα τὴ θεότητα τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποκαλώντας Τον «κτίσμα» (δημιούργημα), «πρὸ πάντων τῶν αἰώνων», μὲ βάση τὴν ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία. Ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (325) ἔδωσε ἀπάντηση στὸ πρόβλημα μὲ τὴν ὁμολογία τῶν ἁγίων Πατέρων, ποὺ διακήρυξαν στὴ Σύνοδο, ὅπως γίνεται σὲ ὅλες τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους, τὴν πίστη ὅλων τῶν Ἁγίων, στὴν ἰσότητα καὶ ὁμοουσιότητα τοῦ Υἱοῦ μὲ τὸν Πατέρα. Μετὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο διαμορφώθηκαν οἱ ἀκόλουθες ὁμάδες: Οἱ Ὁμοουσιανοὶ (ὀπαδοὶ τοῦ «ὁμοουσίου», δηλαδὴ οἱ Ὀρθόδοξοι), οἱ Ὁμοιουσιανοί, οἱ Ὅμοιοι καὶ οἱ ἀκραῖοι Ἀρειανοί, οἱ Ἀνόμοιοι. Οἱ ὀνομασίες ἔχουν σχέση μὲ τοὺς χαρακτηρισμούς, ποὺ χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὸν Χριστὸ (ὁμοιούσιος, ὅμοιος, ἀνόμοιος –πάντα σὲ σχέση μὲ τὸν Πατέρα).

Παράλληλα ὅμως μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς αἱρετικῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀρειανισμοῦ γιὰ τὸν Υἱὸ διατυπώθηκαν ἀνάλογες θέσεις καὶ γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτοὶ ὀνομάστηκαν Πνευματομάχοι. Βέβαια ὅλοι οἱ Ἀρειανοὶ ἦταν Πνευματομάχοι. Δεχόμενοι τὸν Υἱὸ ὡς κτίσμα, δέχονταν καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὡς κτίσμα13. Οἱ ἀκραῖοι Ἀρειανοὶ λ.χ., οἱ ὀνομαζόμενοι Ἀνόμοιοι, ὀνόμαζαν τὸ ἅγιο Πνεῦμα «κτίσμα κτίσματος»14. Κυρίως Πνευματομάχοι ἦταν οἱ Ὁμοιουσιανοί15. Οἱ Πνευματομάχοι16 ὅμως ὀνομάζονταν καὶ Μακεδονιανοὶ ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τους Μακεδόνιο, ἐπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Ἦταν μία πτέρυγα τῶν Ὁμοιουσιανῶν. Στὴν Κωνσταντινούπολη οἱ Πνευματομάχοι εἶχαν ἰδιαίτερη καὶ ἰσχυρὴ ὁμάδα. Ἀπάντηση σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιπνευματικὲς διδασκαλίες ἔδωσε ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τὸ 381 [17] στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ τὴ συμμετοχὴ μεγάλων Πατέρων ἢ μὲ βάση τὴ διδασκαλία τους, ὅπως λ.χ. τοῦ Μ. Βασιλείου, ποὺ εἶχε «κοιμηθεῖ» τὸ 379. Τὸ Σύμβολο τῆς Συνόδου αὐτῆς, ποὺ ἀπαγγέλλεται στὶς Ἀκολουθίες μας καὶ ἰδιαίτερα στὴ Θεία Λειτουργία («Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν …») εἶναι μία εὐρύτερη ὁμολογία τῆς πίστεως ἀπὸ ἐκείνη τῆς συνόδου τῆς Νικαίας18. Τὶς θέσεις τῶν Πνευματομάχων ἀπέκρουσαν καὶ ἀνέτρεψαν οἱ Καππαδόκες Πατέρες (Μ. Βασίλειος, Γρηγόριος Θεολόγος, Γρηγόριος Νύσσης) καὶ ὁ ἐπίσκοπος Κωνσταντίας Κύπρου Ἐπιφάνιος. Ἡ Θεολογία τους βγαλμένη μέσα ἀπὸ τὴν θεοπτικὴ ἐμπειρία τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων καὶ τὴ δική τους, ἀπέδειξε τὴν αἱρετικὴ κακοδοξία καὶ τὴν ἀρνητική της ἐπιρροὴ στὴν εὐστάθεια τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ παραπάνω Πατέρες συνέβαλαν θεολογικὰ στὴν τελικὴ διατύπωση τῆς διδασκαλίας γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα19 καὶ τὴν ἀναίρεση τῆς διδασκαλίας τῶν Εὐνομιανῶν. Ἡ τριαδολογία τους ἔγινε πανηγυρικὰ δεκτὴ στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση. Ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἔθεσε τέρμα στὶς ἀρειανικὲς ἔριδες.

Τὸ Σύμβολό της προσφέρει «μία εἰδικότερη θεολογικὴ ἀνάπτυξη τῆς πίστεως γιὰ τὴ φυσικὴ θεότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος»20, ἀφοῦ τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας (325) τελειώνει μὲ τὴ φράση: «Καὶ εἰς τὸ ἅγιον Πνεῦμα», χωρὶς περαιτέρω ἀνάπτυξη. Τὰ περὶ ἁγίου Πνεύματος ἦταν, συνεπῶς, ἔργο τῶν Πατέρων τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς, ποὺ προσέθεσαν τὶς φράσεις: «τὸ Κύριον, τὸ ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον, τὸ σὺν Πατρὶ καὶ Υἱῷ συμπροσκυνούμενον καὶ συνδοξαζόμενον, τὸ λαλῆσαν διὰ τῶν Προφητῶν», ποὺ δείχνουν τὴν ὁμοουσιότητα τοῦ Πνεύματος μὲ τὰ ἄλλα δύο Πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα «συμπροσκυνεῖται καὶ συνδοξάζεται».

4. «Ζωῆς χορηγὸς»

Ποιὸ ὅμως εἶναι τὸ ἔργο καὶ ἡ σημασία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν καὶ τὴ θέση τους στὸν κόσμο; Θὰ ἐπικαλεσθοῦμε τὴ συναφῆ διδασκαλία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου21, ποὺ συνοψίζει τὴ διδασκαλία τῶν ἀρχαιοτέρων Πατέρων. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἡ πηγὴ (χορηγός) τῆς ζωῆς, κάθε μορφῆς ζωῆς, διότι εἶναι «ζωὴ καὶ αὐτοζωή», ὅπως καὶ ὁ Υἱός. Διὰ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πραγματοποιήθηκε ἡ «οὐσίωσις τῶν πάντων», ἦλθαν δηλαδὴ τὰ πάντα στὴν ὕπαρξη22. Ὁ Πατέρας δημιούργησε τὰ πάντα «δι’ Υἱοῦ, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηρίζονται «βραχίονες» (χέρια) τοῦ Πατρός. Εἶναι χαρακτηριστική, ὅσο καὶ εὔστοχη, ἡ φράση τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου (Ἰωσὴφ Ὑμνογράφος): «δακτύλῳ ἐγγέγραπται Πατρὸς ὁ Λόγος» στὴν ἄχραντη κοιλία τῆς Θεοτόκου. «Δάκτυλος» ἐδῶ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα (πρβλ. Λουκ. 11, 20), ποὺ «ἐπεσκίασε» (σκέπασε προστατευτικά), κατὰ τὸ λόγο τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, τὴν Παναγία (Λουκ. 1, 35).

Τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι κυρίως ἡ πηγὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς (ἁγιοπνευματικῆς, ὅπως ὀνομάζεται), διότι εἶναι ἡ ζωὴ ἡ αἰώνια, ποὺ κερδίζει ὁ πιστὸς μὲ τὴ συνέργειά του μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ὡς χορηγός τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὁ Παράκλητος εἶναι «πηγὴ τῶν χαρισμάτων»23.

Τὰ χαρίσματα, ποὺ χορηγεῖ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι «ἄπειρα, καὶ ἀπειράκις ἄπειρα», κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο24, «διαιροῦνται δὲ ἀδιαιρέτως καὶ διὰ τοῦτο γίνονται χωρητὰ εἰς τὴν κτίσιν»25, «διαμοιράζονται δὲ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸ μέτρον τῆς πίστεως»26, ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὴ δεκτικότητα τοῦ ἀνθρώπου.

Ἐξ ἄλλου, τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ὁ κύριος συντελεστὴς τῆς ἀληθινῆς θεογνωσίας. Γνώση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ «θεωρία», ἡ «θεοπτία», ἡ θέα τοῦ ἀκτίστου φωτὸς τῆς Θεότητος, ποὺ φέρεται καὶ μὲ τὰ ὀνόματα «δοξασμὸς» καὶ «θέωση»27. Ἡ γνώση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ, ὁμολογεῖ ὁ Νικόδημος, εἶναι τὸ «μεγαλύτερον καὶ τελειότερον» ἀπὸ τὰ ἀγαθά, ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεός. Χωρὶς αὐτὴ τὴ γνώση «ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθὰ εἶναι οὐδὲν»28. Μένουν δηλαδὴ χωρὶς σημασία. Ἡ γνώση ὅμως τοῦ Θεοῦ (θεογνωσία) τότε εἶναι δυνατή, ὅταν ὁ πιστὸς μὲ τὸν πνευματικό του ἀγώνα (ἄσκηση τῶν ἀρετῶν) ἀναδειχθεῖ σὲ «κατοικητήριον τοῦ ἁγίου Πνεύματος», μιμούμενος τὸν τρόπο ζωῆς τῶν Ἁγίων. Αὐτὸ σημαίνει συνέργεια μὲ τὸν Θεό, ἀρχὴ τῆς ὁποίας εἶναι «ἡ κάθαρση τῆς καρδίας» ἀπὸ πάθη καὶ λογισμούς, ποὺ «ὡσὰν νέφαλα σκοτίζουσι τὸν νοῦν (=τὸν ὀφθαλμὸ τῆς ψυχῆς, ὄχι τὴ διάνοια) καὶ δὲν ἀφήνουν νὰ λάμψη εἰς αὐτὸν ἡ ἀκτὶς τοῦ φωτιστικοῦ Παναγίου Πνεύματος»29. Ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ὡς ἀπόλυτη προϋπόθεση τῆς θεογνωσίας, ἀποκτᾶται «διὰ τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν, καὶ μάλιστα τῆς ἀγάπης»30. Αὐτὴ εἶναι κατὰ τὸν Νικόδημο, ἡ μοναδικὴ σωτηριολογικὴ βάση σύνολης τῆς ὀρθοδοξοπατερικῆς παράδοσης. Ἡ καρδιὰ γίνεται ἔτσι κατοικητήριο («ναός», Α΄ Κορ. 3, 16) τοῦ ἁγίου Πνεύματος, «μὲ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐν καρδίᾳ ἐπιστροφὴν τοῦ νοὸς καὶ μὲ τὴν «νοεράν προσευχὴν» («Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με»). Ἡ προσευχὴ αὐτή, μὲ τὴν ἄσκηση, γίνεται «ἀδιάλειπτη», μέσα στὴν καρδιὰ (Α΄ Θεσσ. 5,17).

Ἡ διδασκαλία αὐτὴ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου εἶναι ὁ ἀκατάλυτος σύνδεσμος πνευματικότητας καὶ σωτηρίας. Χωρὶς τὴν «μυστικὴν ἐνέργειαν καὶ λατρείαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ καρδίᾳ», μένουν «ἐλλειπεῖς ὅλαι αἱ ἀρεταὶ καὶ τὰ ἔργα τοῦ ἀνθρώπου»31. Ἡ παρουσία καὶ προσευχητικὴ ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιὰ τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ βεβαίωση τῆς χριστιανικότητάς του. Τότε ὁ χριστιανὸς εἶναι πραγματικὰ «πιστός». Αὐτὴ εἶναι ἡ «τελεία» ἢ «ἐνδιάθετος» πίστη, διότι τὸ «ἐλπιζομένον» (ἡ ἄκτιστη χάρη) ἐνοικεῖ μέσα στὴν καρδιά, κατὰ τὸ λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «πίστις ἐστὶν ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11, 1). Γι’ αὐτὸ συμπληρώνει ὁ Νικόδημος: «Ὅποιος δὲν ἔχει εἰς τὴν καρδίαν του τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐνεργητικῶς καὶ ἐμφανῶς, αὐτὸς δὲν εἶναι μαθητὴς καὶ οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ»32. Ὁ Νικόδημος ἐπαναλαμβάνει ἐδῶ τὸν Παῦλο (Ρωμ. 8, 9): «Εἴ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἒχει, οὗτος οὐκ ἒστιν αὐτοῦ», δὲν ἀνήκει στὸν Χριστό.

Τὸ ὑψηλότερο καὶ πλατύτερο ἀπὸ τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, λέγει ὁ Νικόδημος, εἶναι «τὸ χάρισμα τῆς ἱερᾶς θεολογίας»33, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὴν «θεοπτία». Μόνον ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει τὴν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴν καρδιά του, «αὐτὸς εὐθὺς εἶναι καὶ θεολόγος, καὶ θεολόγος ἀπλανὴς καὶ ἀσφαλέστατος. Ὁ δὲ μὴ ἐνεργηθείς ἐν τῇ καρδίᾳ ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, αὐτὸς ὅσα θεολογεῖ εἶναι λόγοι ἔξωθεν ἐρχόμενοι, ἐξ ἀκοῆς καὶ οὐχὶ ἐκ καρδίας ἐνεργουμένης ὑπὸ τοῦ Πνεύματος»34. Θὰ μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ παρατηρήσω ἐδῶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς ἀκαδημαϊκοῦ διδασκάλου τῆς Θεολογίας, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τραγωδία ἐκείνων ποὺ πιστεύουμε, ὅτι τὸ πτυχίο καὶ οἱ τίτλοι τῆς σχολικῆς παιδείας ἀναδεικνύουν κάποιον Θεολόγο καὶ ὄχι ἡ ἁγιοπνευματικὴ Χάρη, ποὺ ἀποκτᾶται μὲ τὴν πνευματικὴ ζωή. Ἐμεῖς, στὴν καλύτερη περίπτωση, εἴμαστε θεολόγοι «ἀπὸ δεύτερο καὶ τρίτο χέρι», μὲ τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνουμε καὶ σχολιάζουμε τὶς μαρτυρίες γιὰ τὶς πνευματικὲς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων, ποὺ ἔχουν κατατεθεῖ στὴν ἁγία Γραφὴ καὶ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἡ παιδεία καὶ ἡ φιλοσοφία (ἡ σχολικὴ κατάρτιση) δίνουν, στὴν καλύτερη περίπτωση, τὴ δυνατότητα ἔκφρασης καὶ χρήσης τους στὴ γλώσσα τοῦ περιβάλλοντός μας, μὲ ὑπαρκτὸ πάντα τὸν κίνδυνο διολίσθησης σὲ αἵρεση ἢ ἀκόμη καὶ στὴν ἀθεΐα.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἔχει μία βασικὴ προσευχὴ γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶναι ὕμνος τῆς Ἀκολουθίας τῆς Πεντηκοστῆς. Εἶναι τὸ γνωστό: «Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας. Ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός. Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος, καί σῶσον, Ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν». (Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ εἶσαι βασιλιὰς τοῦ οὐρανοῦ, παρηγορητής, πηγὴ καὶ διδάσκαλε τῆς ἀλήθειας. Σὺ ποὺ (ὡς Θεὸς) εἶσαι παντοῦ παρὼν καὶ γεμίζεις μὲ τὴν παρουσία σου τὰ πάντα· σὺ ποὺ εἶσαι ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ χαρίζεις τὴ ζωὴ· ἔλα νὰ κατοικήσεις μέσα στὴν καρδιά μας καὶ καθάρισέ μας ἀπὸ κάθε κηλίδα ἁμαρτίας, καὶ σῶσε, Ἀγαθέ, τὴν ψυχή μας). Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ προσεύχεται ὁ Ὀρθόδοξος πιστὸς καὶ ἀρχίζει κάθε λειτουργική του πράξη (Ἀκολουθία).

5. Ἡ κακοδοξία τοῦ “Filioque” καὶ τὸ σχίσμα

Μεγάλη διαμάχη στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ προκάλεσε ἡ προσθήκη στὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς φράσης “Filioque” (φιλιόκβε=καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ) στὴ Δύση. Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ τὴν πίστη, ὡς Ὀρθοδοξία, μπορεῖ νὰ κατανοήσει τὴ σημασία τῆς μικρῆς αὐτῆς φράσης καὶ τοῦ θορύβου, ποὺ ἔχει προκαλέσει ἡ προσθήκη της στὴ βασικὴ ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς Πίστης, τὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς Β΄ Οἰκου μενικῆς Συνόδου (381). Τὸ ἄρθρο του γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει τὴ μορφή: «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον (…), τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον», σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, στὸ Ἰω. 15, 26: «… τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται». Καμιὰ μεταβολὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ διανοηθεῖ. Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο στὴν Ἀνατολή, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὴ τὴ Δύση τῶν πρώτων αἰώνων, δὲν ἀποτολμήθηκε μία παρόμοια ἐνέργεια.

Ὁ ἅγιος Ἀμβρόσιος Μεδιολάνων (4ος αἰ.) λ.χ., ὅπως καὶ οἱ Καππαδόκες Πατέρες στὴν Ἀνατολὴ δὲν ταύτισαν τὸν ὅρο «ἐκπόρευσις» μὲ τὸν ὅρο «γέννησις», ποὺ σχετίζεται μὲ τὸν Υἱό. Οἱ δύο αὐτοὶ ὅροι, ὅπως ἔχει λεχθεῖ, ἐκφράζουν τὸν αἰώνιο τρόπο ὕπαρξης τῶν δύο ἁγιοτριαδικῶν Προσώπων. Ἡ μόνη ἐξαίρεση στὴ Δύση ὑπῆρξε ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος (†430), λόγω τῶν διαφορετικῶν θεολογικῶν προϋποθέσεών του (φιλοσοφικὴ θεολόγηση).

Ὁ Αὐγουστῖνος, χωρὶς τὴ θέλησή του, ἔγινε ἡ ἀρχὴ καὶ πηγὴ αὐτῆς τῆς πλάνης. Θεωρεῖ τὸ Πνεῦμα «κοινὸ ἔρωτα (amor) Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, διότι εἶναι ἔρως, φιλία καὶ ἀγάπη Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Ὁ Πατὴρ εἶναι ὁ ἀγαπῶν τὸν Υἱόν, ὁ Υἱὸς ὁ ἀγαπώμενος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀγαπῶν τὸν Πατέρα, καὶ τὸ Πνεῦμα ἡ ἀμοιβαία ἀγάπη, σύνδεσμος, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, πού ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τοὺς δύο». Αὐτὸ εἶναι τὸ φιλοσοφικὸ συμπέρασμα τοῦ Αὐγουστίνου, ποὺ προϋποθέτει τὴν (ἀνύπαρκτη) ἀναλογία Θεοῦ καὶ τοῦ ψυχικοῦ κόσμου τοῦ ἀνθρώπου. Σημασία ὅμως ἔχει ὅτι μὲ βάση τὴ δική του διδασκαλία προωθήθηκε τὸ «φιλιόκβε» στὴ Δύση.

Ὁ Αὐγουστῖνος προσπαθοῦσε νὰ ἐξηγήσει, γιατί τὸ Πνεῦμα δὲν εἶναι ἀδελφός τοῦ Λόγου (Υἱοῦ). Βέβαια τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶχε λυθεῖ ἤδη στὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Ἡ ἄγνοια ὅμως τῆς Ἑλληνικῆς ἐμπόδισε τὸν ἱερὸ Πατέρα νὰ φθάσει σὲ ὀρθὰ συμπεράσματα. Ὑποστήριξε δέ, ὅτι τὸ θέμα θὰ βρεῖ ἀπάντηση στὴν ἄλλη ζωή! Μὴ ἐννοώντας τὴ σημασία τῆς διάκρισης οὐσίας καὶ ὑποστάσεως στὸ Θεὸ καὶ πιστεύοντας ὅτι καὶ μετὰ τὴ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τὸ θέμα «περὶ ὑποστατικῆς ἰδιότητος τοῦ Πνεύματος» παρέμενε ἐκκρεμές, πέθανε τὸ 430 μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν εἶχε δοθεῖ ἀπάντηση, στὸ γιατί τὸ Πνεῦμα δὲν εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Ἀδελφός τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ὅπως ὀρθὰ παρατηρεῖ ὁ π. Ἰω. Ρωμανίδης35: «Ταῦτα πάντα, διότι κατ’ αὐτὸν σκοπὸς τῆς Θεολογίας εἶναι ἡ ἔρευνα περὶ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἀνίχνευσις τοῦ τί εἶναι γέννησις καὶ ἐκπόρευσις»36. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶχε ἀπορρίψει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅπως εἴδαμε. Ἂν ὅμως ὁ Αὐγουστῖνος ὑπῆρξε ὁ αἴτιος τοῦ «Filioque», ὁ μεγάλος σχολαστικὸς θεολόγος Θωμᾶς Ἀκινάτης (†1274) ἔγινε ὁ κύριος ὑποστηρικτής του στὴ Δύση.

Στὴ Δύση τὸ Filioque, μὲ βάση τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο, ἐπεκτάθηκε ἀρχικὰ στὴν Ἱσπανία, γιὰ τὴν ἰσχυροποίηση τῆς θέσης τοῦ Υἱοῦ στὴν ἁγία Τριάδα καὶ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐκεῖ Ἀρειανῶν. Τὸ 547 ἔγινε ἡ προσθήκη στὸ σύμβολο τῆς τοπικῆς συνόδου τοῦ Τολέδο καὶ τὸ 589, ἴσως, καὶ στὸ σύμβολο τῆς Κωνσταντινουπόλεως37. Κατὰ τὶς φραγκικὲς πηγὲς ζήτημα προκλήθηκε ἀπὸ κάποιο Φράγκο μοναχὸ Ἰωάννη στὰ Ἱεροσόλυμα, σὲ φραγκικὸ μοναστήρι στὸ Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν. Τὸ 808, μὲ βάση τὸ «φραγκικὸ ἔθιμο», ἔψαλαν τὸ σύμβολο μὲ τὴν προσθήκη. Οἱ Ρωμαῖοι (ἑλληνορθόδοξοι) μοναχοὶ κατηγόρησαν τοὺς Φράγκους ὡς αἱρετικούς. Τὸ 809 ὅμως ὁ Καρλομάγνος (†814) συνεκάλεσε σύνοδο τῆς φραγκικῆς Ἱεραρχίας στὸ Ἀκυΐσγρανον (Ἄαχεν-Aix la Chapelle) καὶ θέσπισε ὡς δόγμα πίστεως τὴν προσθήκη, ποὺ εἶχε γίνει ἤδη περὶ τὸ 780, ἀφορίζοντας τούς μὴ συμφωνοῦντες. «Παραδόξως τὰ Πρακτικὰ δὲν σώζονται» παρατηρεῖ ὁ π. Ρωμανίδης38.

Κύριο ἐπιχείρημα τῶν Λατίνων ἦταν –καὶ εἶναι– ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι «ἐκ τοῦ Πατρὸς» καὶ ἔχει πάντα τὰ τοῦ Πατρὸς καί, «ὡς ἀρχὴ ἐκ τῆς ἀρχῆς», ἐκπορεύει, «ὡς μία μετὰ τοῦ Πατρὸς οὐσία» καὶ αὐτὸς τὸ ἅγιον Πνεῦμα39. Συγχέεται ὅμως ἔτσι ἡ αἰώνια ἐκπόρευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν «ἐν χρόνῳ» ἀποστολὴ καὶ πέμψη Του ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ (Ἰω. 15, 26). Ἡ φτώχεια, μάλιστα, τῆς λατινικῆς γλώσσας ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς, ὅπως θὰ τονίσει ὁ πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (†1472), ἐπέτρεπε στὴ Δύση διπλὴ χρήση τοῦ ρήματος procedere, καὶ γιὰ τὴν αἰώνια ἐκπόρευση καὶ γιὰ τὴ χρονικὴ πέμψη τοῦ Πνεύματος.

Βέβαια ὁ Καρλομάγνος στὴν ἀποδοχὴ καὶ δογματοποίηση τοῦ «φιλιόκβε» εἶχε καὶ μία σοβαρὴ πολιτικὴ σκοπιμότητα. Τὴ χρήση τῆς προσθήκης ἀπὸ τοὺς Φράγκους ἐναντίον τῶν «Γραικῶν», τῶν Ἀνατολικῶν Ὀρθοδόξων, καὶ τὴ διευκόλυνση τῆς ἐπεκτατικῆς του πολιτικῆς. Μὴ ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Καρλομάγνος πρῶτος σχεδίασε μία «Ἑνωμένη Εὐρώπη» ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῶν Φράγκων. Συνεχιστὴς τοῦ σχεδίου αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀργότερα ὁ Ναπολέων. Τὰ ἔργα «contra Graecos» (Κατὰ Γραικῶν), ποὺ ἐμφανίσθηκαν αὐτὴ τὴν περίοδο προωθοῦσαν τὸ σχέδιο τοῦ Καρλομάγνου γιὰ τὴν ἀποστασιοποίηση τῶν Ρωμαίων (Ὀρθοδόξων) τῆς Δύσης ἀπὸ ἐκείνους τῆς Ἀνατολῆς.

Ἡ προσθήκη τοῦ «Φιλιόκβε» στὸ ἱερὸ Σύμβολο τὸ 809 εἶναι αἵρεση καὶ βλασφημία κατὰ τῆς ἁγίας Τριάδος, ὡς καὶ ἀθέτηση τοῦ λόγου τοῦ
ἴδιου τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο οἱ Δυτικοὶ Ρωμαῖοι (Ὀρθόδοξοι) οὐδέποτε δέχθηκαν τὴν προσθήκη. Παράδειγμα κλασικὸ ὁ πάπας Λέων Γ΄(†816), ὁ ὁποῖος, μετὰ τὴν δογματοποίηση τοῦ «Φιλιόκ βε», τοποθέτησε δύο ἀργυρὲς πλάκες στὴ θύρα τοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης μὲ τὸ Σύμβολο στὸ πρωτότυπο ἑλληνικὸ (Β΄ Οἰκουμενικὴ) καὶ στὴ λατινικὴ μετάφρασή του χωρὶς τὴν προσθήκη, μὲ τὴν ἐπιγραφή: «Ταῦτα Λέων ἒθηκα δι’ ἀγάπην και  φύλαξιν τῆς ὀρθοδόξου πίστεως»40. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἡ ἀποδοκιμασία ἀπὸ τὸν Λέοντα Γ΄ τῆς προσθήκης παρὰ τὸ ὅτι ὑπῆρχε ἡ συνείδηση τοῦ τελεσίδικου τοῦ Συμβόλου τῆς Β΄ Οἰκουμενικῆς καὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἀθέτησής του; Ἀλλὰ καὶ ἡ Η΄ (γιὰ τὴν Ἀνατολὴ) Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τοῦ ἔτους 879 ἐπὶ Μ. Φωτίου καταδίκασε πανηγυρικὰ τὴν αἵρεση τοῦ «φιλιόκβε», δηλώνοντας ἔτσι τὴ συνεχιζόμενη ταύτιση καὶ συμφωνία τῶν Ὀρθοδόξων Ἀνατολῆς καὶ Δύσης41. Ὁ ὀρθόδοξος Πάπας Ἰωάννης Η΄(†882) μὲ ἐπιστολή του καὶ διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του καταδίκασε τὴν προσθήκη ὡς αἱρετική, σὲ συμφωνία μὲ τὸν Μ. Φώτιο καὶ τὴν Ἀνατολή. Ἐνῶ ὅμως στὴ Δύση ἡ προσθήκη ἐπιβλήθηκε ὡς δόγμα πίστεως, στὴν Ἀνατολὴ οὐδέποτε ἔγινε δεκτὸ τὸ «φιλιόκβε». Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὸν 18ο αἰώνα ὁ ἐπίσκοπος Ἠλίας Μηνιάτης (†1714), ὁ ὁποῖος διερωτᾶται γιὰ τὸν λόγο τῆς προσθήκης: «Ποία ἀνάγκη ἦταν καὶ ἐσάλευσαν τὸ ἅγιον σύμβολον, τὸ ὁποῖον διὰ τόσους αἰῶνας ἐφύλαξεν εὐλαβῶς ἀσάλευτον καὶ ἀπαράλλακτον ἡ Ἐκ κλησία τοῦ Χριστοῦ;»42. Καὶ συμπληρώνει: «Τὸ ἅγιον Σύμβολον εἶναι καὶ κανὼν καὶ γνώμων τῆς πίστεως, ἀλλ’ ὁ κανὼν καὶ γνώμων πρέπει νὰ εἶναι ἀσάλευτος», ἐπαναλαμβάνοντας κατὰ λέξη τὸν Μ. Βασίλειο (Λόγος Κατ’ Εὐνομίου). Μὲ τὰ λόγια του αὐτὰ ὁ μεγαλύτερος ἐκκλησιαστικὸς ρήτορας τῆς περιόδου τῆς δουλείας διατυπώνει τὴ μόνιμη πίστη καὶ θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς.

Τὸ «φιλιόκβε» μαζὶ μὲ τὸ «παπικὸ πρωτεῖο ἐξουσίας» ὑπῆρξαν τὰ κύρια αἴτια τοῦ σχίσματος Ἀνατολῆς καὶ Δύσης (867 καὶ ὁριστικὰ τὸ 1054)43. Ὁ Μ. Φώτιος, ποὺ πρῶτος ἀντιμετώπισε στὴν Ἀνατολὴ τὸ ζήτημα τῆς προσθήκης καὶ διδασκαλίας τοῦ φιλιόκβε στὸ κλασικὸ ἔργο του «Περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας»44, τὸ χαρακτηρίζει «ἄθεον γνώμην», «κιβδήλευμα τοῦ ἱεροῦ Συμβόλου», «καινὴν δυσσέβειαν», «ὑπερβολὴν βλασφημίας» κ.λπ. Ὁ πατριάρχης Φώτιος συνέλαβε τὴ βαρύτητα τῆς βλασφημίας καὶ τῆς πρωτοφανοῦς θρασύτητας στὴν ἀθέτηση τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ (Ἰω. 15, 26). Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Μ. Φωτίου παραμένει γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἡ πηγὴ κάθε θεολογικῆς ἀντιμετώπισης τῆς κακοδοξίας αὐτῆς μέχρι σήμερα. Καὶ δὲν ἔλειψαν, βέβαια, οἱ λατινόφρονες (φιλενωτικοὶ) καὶ στὴν Ἀνατολή, ποὺ προσπαθοῦν νὰ ἀμβλύνουν τὴ σημασία τοῦ φραγκικοῦ δόγματος, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν, βάσει ἑνὸς δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ, σὲ συμβιβαστικὲς λύσεις. Τὴν ἀπάντηση ὅμως ἔχει δώσει ὁ μεγαλύτερος δογματολόγος μας τοῦ 20οῦ αἰ. π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Τὸ λατινικὸ Filioque –γράφει– εἶναι ὄχι μόνον σοφιστεία, ἀλλὰ καὶ σαφὴς αἵρεσις καὶ ἀνατροπὴ τῆς διδασκαλίας τῆς Α΄ καὶ Β΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τῶν Πατέρων αὐτῶν»45.

6. Τὸ «φιλιόκβε» καὶ ὁ ἑνωτικὸς Διάλογος

Τὸ «Φιλιόκβε» εἶναι τὸ βασικὸ θέμα, αἰῶνες τώρα, τῶν ἑνωτικῶν Διαλόγων τοῦ φθίνοντος Βυζαντίου, ὅσο καὶ τῶν θεολογικῶν Διαλόγων τῆς ἐποχῆς μας46. Στὶς ἑνωτικὲς συνόδους μετὰ τὸ σχίσμα (11ος-15ος αἰ.) ἡ λατινοφραγκικὴ κακοδοξία εἶχε πάντα ἀπόλυτη προτεραιότητα, συνδεόμενη πάντα μὲ τὸ παπικὸ πρωτεῖο, ποὺ παράγει μόνιμα τὴν αὐθαιρεσία καὶ ἀδιαλλαξία τῆς παπικῆς πλευρᾶς. Καὶ στὴν τελευταία σύνοδο τῆς περιόδου αὐτῆς (1438/39, Φερράρας-Φλωρεντίας) τὸ φιλιόκβε καὶ τὸ πρωτεῖο ἦταν τὰ κύρια θέματα, ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλύτερο ἐμπόδιο στὴν πραγματοποίηση τῆς ἑνώσεως.

Τὸ δόγμα τοῦ «φιλιόκβε» μένει, ὅπως εἶναι εὐνόητο, τὸ μεγάλο πρόβλημα, καὶ ἡ ἀπόρριψή του βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐπανένωση τοῦ διαιρεμένου χριστιανικοῦ κόσμου. Εἶναι δὲ περίεργο, ὅτι ἡ Διαμαρτύρηση (Προτεσταντισμός), ἐνῶ ἀπέρριψε τὸ παπικὸ πρωτεῖο, κρατεῖ μέχρι σήμερα τὴν πλάνη τοῦ «φιλιόκβε», ὡς ἕνα εἶδος «προπατορικοῦ ἁμαρτήματος» τοῦ Προτεσταντισμοῦ. Ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός, ἐξ ἄλλου, ἐπιμένει στὸ δόγμα αὐτό, ἀνυποχώρητα, ἐνῶ ἤδη ὁ ἀείμνηστος οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας τὸ χαρακτήρισε «μὴ κώλυμα» στὴν πορεία τῆς ἑνότητας. Κανεὶς διάλογος ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ἀναμένει ἐπιτυχῆ ἔκβαση, ἂν δὲν ὑπάρξει ὁμοφωνία, στὴ βάση τῆς ἁγιογραφικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως, στὸ ζήτημα τοῦ «φιλιόκβε», ποὺ ἀποτελεῖ βλασφημία, ὡς ἀλλοίωση τοῦ ἀπολύτου θεμελίου τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ πίστη στὴν Ἁγία Τριάδα.

Βέβαια, τὸ ἐρώτημα εἶναι: Γιατί ἡ ἐπιμονὴ αὐτὴ ἐκ μέρους τοῦ Παπισμοῦ, ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ ἀπαράβατο θεμέλιο τῆς Ἀλήθειας ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ στὸ Ἰω.15,26: «Τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται»; Στὸ σημεῖο αὐτὸ εἶναι σημαντικὴ μία ἐπισήμανση τοῦ Ἠλία Μηνιάτη: «Ἐρωτηθέντες εἰς τὴν ἐν Φλωρεντίᾳ σύνοδον οἱ Δυτικοὶ περὶ τῆς προσθήκης ταύτης, οἰκονομικῶς (=κατ’ οἰκονομίαν) ἀπεκρίθησαν πώς τὴν ἔκαμαν· καὶ οἰκονομικῶς τοὺς ἀνταπεκρίθη ὁ Ἐφέσου ἔπρεπε νὰ τὴν ἐβγάλωσιν, ἐπειδὴ καὶ προξενεῖ τόσον σκάνδαλον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν»47. Ἡ εὐκταία καὶ εὐλογημένη ἕνωση μπορεῖ νὰ καταστεῖ δυνατή, ὅταν ὁ Χριστιανικὸς κόσμος ἐπιστρέψει στὴ βάση, ποὺ ἔθεσε γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἑνότητα ὁ Ἀπ. Παῦλος: «Εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν Βάπτισμα» (Ἐφεσ. 4,5). Μόνο οἱ λατινόφρονες τοῦ Βυζαντίου καὶ οἱ φιλενωτικοὶ-λατινίζοντες τῆς ἐποχῆς μας τάσσονται ὑπὲρ τοῦ «φιλιόκβε» ἢ προσπαθοῦν νὰ ἀποδυναμώσουν τὴ σημασία του, γιὰ νὰ διευκολύνουν τὸν Διάλογο.

Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης προσφυέστατα θεωρεῖ, ὅτι «ὑπάρχει κάτι τὸ δαιμονικὸν εἰς τὴν ψυχοσύνθεσιν τῶν ἀπογόνων τῶν Φραγκολατίνων ἔναντι τῶν Ρωμαίων Ὀρθοδόξων Πατέρων». Χαρακτηρίζει δὲ «παράδοξον» τὸ ὅτι «οἱ σημερινοὶ Δυτικοὶ δέχονται, ὅτι οἱ ἀγράμματοι Φράγκοι ἐγνώριζαν καλύτερα ἀπὸ τοὺς Ἑλληνορωμαίους τοὺς Ρωμαίους Πατέρας, ὡς καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων»48. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι σπουδαῖοι σύγχρονοι ὀρθόδοξοι Θεολόγοι θεωροῦν τὴν προσθήκη κύρια αἰτία τοῦ σχίσματος, ὅπως λ.χ. ὁ σέρβος ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς (†1979), ὁ ρουμάνος καθηγητὴς π. Δημήτριος Στανιλοάε, ὁ ρῶσος πρωτοπρεσβύτερος Καθηγητὴς π. Γεώργιος Φλορόφσκυ (†1977), ὁ Βλαδίμηρος Λόσκυ, ὁ καθηγητὴς Ἰωάννης Καρμίρης κ.π.ἄ. Χωρὶς λοιπὸν τὴν ἀπόρριψη τοῦ «φιλιόκβε» καὶ τοῦ παπικοῦ πρωτείου καὶ ἀλαθήτου, ποὺ συμπορεύονται, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει λόγος γιὰ ἀληθινὴ καὶ βιώσιμη ἕνωση.

Βέβαια καὶ σήμερα χρησιμοποιεῖται στὸ Διάλογο ἡ παλαιὰ μέθοδος τῆς σχετικοποίησης τῶν προβλημάτων καὶ τῆς διὰ τεχνασμάτων παράκαμψής τους. Οἱ σημερινοὶ Οἰκουμενιστὲς εἶναι πρόθυμοι, ὅπως δηλώνεται καὶ ἐφαρμόζεται συχνά, νὰ δεχθοῦν καὶ τὰ δύο σύμβολα, σὲ μία συμπληρωματικὴ σχέση μεταξύ τους, γιὰ τὴν ἐξασφάλιση μίας συμβιβαστικῆς λύσης. Ὁ «διάλογος τῆς ἀγάπης» ἄλλωστε, μετὰ τὴ Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο (1962-1965) καὶ τὴν ἀποδοχή του ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀθηναγόρα, ἐπεκτεινόμενος καὶ στὸν Διάλογο τῆς πίστεως, ἐπιτρέπει κάθε εἴδους ὑποχωρήσεις (ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων) γιὰ τὴν διευκόλυνση τῆς ἑνωτικῆς πορείας, κάτι ποὺ κατὰ κόρον ζοῦμε στὶς μέρες μας, στὰ ὅρια τῆς νεοεποχίτικης εἰρηνολογίας. Ἔτσι, δὲν εἶναι περίεργο γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστὲς (ἀνατολικοὺς καὶ δυτικοὺς) νὰ ἀπαγγέλλεται τὸ ἱερὸ Σύμβολο ἑλληνικὰ χωρὶς τὴν προσθήκη καὶ λατινικὰ μὲ τὸ «φιλιόκβε». Αὐτὸ σημαίνει κατὰ τὸ λαϊκὸ θέατρο: «Καὶ σὺ ἔχεις δίκιο, καὶ αὐτὸς δὲν ἔχει ἄδικο»!

Ὁ θεολογικὸς διάλογος μὲ τὴ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία ἄρχισε ἐπίσημα τὸ 1980. Τὸ 1982 (Μόναχο) βασικὸ θέμα τοῦ διαλόγου ἦταν: «Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Εὐχαριστίας ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος».

Κατὰ τὸν καθηγητὴ Ἀντώνιο Παπαδόπουλο: «Ἡ περὶ ἁγίου Πνεύματος διδασκαλία διατυπώθηκε ὀρθοδόξως χωρὶς περαιτέρω ἀνάπτυξη. Ἀφέθηκε γιὰ τὸ μέλλον, μὲ πολλὰ σχόλια ἀπὸ Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ ἀπὸ Ὀρθοδόξους, κυρίως ἀπὸ τοὺς δεύτερους, ἀρνητικὰ»49. Ὁ πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β΄ σὲ λόγο του (29 Ἰουνίου 1995) στὴ Ρώμη, ἐνώπιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ζήτησε νὰ ἀποσαφηνισθεῖ ἡ «περὶ τοῦ Filioque πατροπαράδοτος διδασκαλία, ἡ περιεχομένη εἰς τὴν λειτουργικὴν διατύπωσιν τοῦ λατινικοῦ «Πιστεύω», ὥστε νὰ φωτισθεῖ ἐντελῶς ἡ τελεία ἁρμονία πρὸς ὅσα ἡ συνελθοῦσα ἐν Κων/λει τὸ 381 Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁμολογεῖ εἰς τὸ σύμβολον αὐτῆς…»50. Ὁ πολὺ καλὸς
γνώστης ὅμως τῶν πραγμάτων τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, π. Νεῖλος Βατοπαιδινός, καθηγητὴς Πανεπιστημίου (νομικός), διακρίνει μία τάση ὑπέρβασης τῆς ἀρχαίας πολεμικῆς γιὰ τὸ «φιλιόκβε». «Οἱ παπικοὶ δηλώνουν ἐπίσημα, ὅτι ἡ ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου μὲ ἢ χωρὶς τὸ «φιλιόκβε» σημαίνει ὅτι ὁμολογεῖται ἡ ἴδια ὀρθόδοξη πίστη» (!). Εὔστοχα ὅμως ὁ π. Νεῖλος ἐπισημαίνει: «Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ τείνουν νὰ παρακάμψουν τὸ ζήτημα τοῦ Filioque, ἀνατρέχοντας στὴν πιὸ σύντομη ἀναφορὰ στὸ ἀποστολικὸ σύμβολο»51. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὸ γνωστὸ «καὶ ἡ πίττα ἀφάγωτη καὶ ὁ σκύλος χορτάτος»!

Ἀνάλογη μεθόδευση γίνεται καὶ στὸ ζήτημα τοῦ παπικοῦ πρωτείου, ποὺ ἀναζητεῖται κατάλληλη «φόρμουλα», γιὰ νὰ γίνει δεκτὸ ἀπὸ τὶς κατὰ τόπους ὀρθόδοξες συνόδους γιὰ τὴν ἐπιβολή του καὶ στὴν Ὀρθοδοξία. Κάθε «ἕνωση» ὅμως, ποὺ θὰ παραθεωρήσει ἢ θὰ ἀποδυναμώσει τὴν Πίστη, θὰ εἶναι ψευδένωση, καταδικασμένη σὲ ἀποτυχία. Καὶ ἐνῶ ἡ ἕνωση στὸ θεμέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων πρέπει νὰ εἶναι τὸ κύριο μέλημα τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου, μὲ τὴν ἐφαρμοζόμενη σήμερα μεθόδευση γιὰ τὴν ἐπίτευξη τῆς νεοεποχίτικης πανθρησκείας, θὰ ἀναγκάζονται παπικοὶ καὶ σύγχρονοι λατινόφρονες νὰ θέτουν τὸ κρίσιμο ἐρώτημα: «Ὁ Μάρκος (Εὐγενικὸς) ὑπέγραψε;». Διότι χωρὶς τοὺς «Μάρκους», τοὺς ἀληθεῖς φορεῖς τῆς Πίστεως, θὰ συνεχίζεται, δυστυχῶς, ἡ φενάκη τῆς Ψευδοσυνόδου Φερράρας – Φλωρεντίας (1438/39).

Παραπομπές:

1. Χρήστου Γανναρᾶ, Ἀλφαβητάρι τῆς Πίστης, Δόμος, Ἀθήνα 1983, σ. 39.

2. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Νέα Κλῖμαξ…, Ἐν Βόλῳ 19562, σ. 41 (Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, Πνευματολογικὲς Ἐπισημάνσεις, εἰς τὴν «Νέα Κλίμακα» τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου, στὸ: π. Γ.Δ.Μ. Λόγος ὡς Ἀντίλογος – Θεολογικὰ δοκίμια, Ἁρμός, Ἀθήνα 1992, σ. 61-69).

3. Παρατηρεῖ καὶ ὁ Χρ. Γιανναρᾶς γιὰ τὰ «δόγματα» (διδασκαλία) τῆς Ἐκκλησίας: «Δὲν ἔχουν σχέση μὲ φιλοσοφικὰ προβλήματα, δὲν φιλοδοξοῦν νὰ ἀπαντήσουν σὲ θεωρητικὰ ἐρωτήματα, οὔτε ἀντλοῦν ὅρους καὶ ἔννοιες ἀπὸ τὴ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας». Ὅπ. π., σ. 42.

4.Ὅπ. π., σ. 29.

5. Στό ἴδιο, σ. 245.

6. Βλ. Ἰω. Ν. Καρμίρη, Σύνοψις τῆς Δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, Ἀθῆναι 1957, σ. 15 ἑπ.

7. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως Ι,8 (PG 94.824).

8. Ἰω. Σ. Ρωμανίδου, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α´, Θεσσαλονίκη 20096, σ. 292.

9. PG 52, 789.

10. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνοῦ, ΕΝΟΡΙΑ: Ὁ Χριστὸς ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, Ἐκδ.: Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 20113, σ. 13 ἑπ.

11. Ἀρχιμ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ἀθήνα 19592, σ. 167 ἑπ.

12. Γιὰ τὸν Ἄρειο καὶ τὸν Ἀρειανισμὸ (4ος αἱ.) βλ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, ὅπ. π., σ. 172 ἑπ. καὶ Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, τ. Α´, Ἀθήνα 1992, σ. 470 ἑπ.

13. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ὅπ. π., σ. 200.

14. Κατὰ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο, PG 69, 56.

15. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, ὅπ. π., σ. 200.

16. Βλ. Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ αἱ προϋποθέσεις τῆς Πνευματολογίας αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1980, σ. 15 ἑπ. , σ. 29 ἑπ. Γιὰ τὴν ἀντιπνευματομαχικὴ γραμματεία βλ. σ. 64 ἑπ .

17. Γιὰ τὴν Β´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο ἐκτενῆ ἀναφορὰ βλ. στοῦ Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, ὅπ. π., σ. 518 ἑπ. καὶ γιὰ τὸ Σύμβολὸ της, σ. 532 ἑπ.

18. Βλ. Βλασίου Ἰ. Φειδᾶ, ὅπ.π., σ. 539.

19. Στό ἴδιο, σ. 512 ἑπ.

20. Στὸ ἴδιο, σ. 537.

21. Βλ. παραπάνω, σημ. 2.

22. Νέα κλῖμαξ , σ. 132 ἐπ.

23. Στὸ ἴδιο, σ. 169 ἑπ.

24. Σ. 268.

25. Σ. 171.

26. Σ. 174.

27. Σ. 189.

28. Σ. 183.

29. Σ. 188.

30. Σ. 189.

31. Σ. 136.

32. Στό ἴδιο.

33. Σ. 332, 335.

34. Σ. 335.

35. Ὅπου π., σ. 305, 339 ἑπ.

36. Στὸ ἴδιο. Καὶ ὁ (καὶ) Θεολόγος τοῦ 18ου αἰ. Βικέντιος Δαμοδὸς θεωρεῖ τὸν ἱ. Αὐγουστῖνο πηγὴ τῶν κακοδοξιῶν τοῦ «Φιλιόκβε» καὶ τοῦ «Προορισμοῦ» (praedestinatio), τὸν δικαιολογεῖ ὅμως: «Οὐ διὰ τοῦτο ἦν αἱρετικὸς ὁ Αὐγουστῖνος, διότι οὐκ εἶπεν ἐκεῖνα ἀντιμαχόμενος τῇ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ …» (Χειρόγραφο Βατοπαιδίου, 99, σ. 286β).

37. Βλ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, σ. 309, 344, 779. Ἡ
λατινικὴ μορφὴ τοῦ Συμβόλου μὲ τὴν προσθήκη εἶναι: “procedit ex Patre filioque”.

38. π. Ἰ. Σ. Ρωμανίδου, ὅπ. π. σ. 317.

39. Στό ἴδιο, σ. 296.

40. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου, ὅπ. π., σ. 299.

41. π. Ἰ. Σ. Ρωμανίδου, Ὅπ. π., σ. 314.

42. Ἠλία Μηνιάτη, Πέτρα σκανδάλου, Ἀθῆναι 1969, (Ἐπιμέλεια π. Κ. Γκέλη), σ. 138.

43. Βλ. Ἀρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, Ἡ αἵρεσις τοῦ Filioque, τ. Α´, Ἀθῆναι 1972, σ. 211-215.

44. PG 102, 280 ἑπ. Βλ. Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη, Ἀναφορὰ εἰς τὴν πνευματολογία τοῦ Μ. Φωτίου, στὸ Τόμο: «Ἡ προσωπικότητα καὶ ἡ Θεολογία τοῦ Μ. Φωτίου», ἐκδ. Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2011, σ. 125-133.

45. Ὅπ. π., σ. 296.

46. Βλ. π. Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Ἑνωτικὲς προσπάθειες μετὰ τὸ Σχίσμα καὶ ὁ σημερινὸς Διάλογος τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Λατινικὴ Ἐκκλησία, στὸ βιβλίο τοῦ Ἰδίου: Ὁ Ῥωμηὸς καὶ τὸ θαῦμα, Ἁρμός, Ἀθήνα 2011, σ. 57-92.

47. Ὅπ. π. , σ. 141. Καί προσθέτει σὲ ἄλλο σημεῖο (σ. 138): «Ἂς μὴ εἶναι προσθήκη, ἂς εἶναι ἐξήγησις, καθὼς αὐτοὶ λέγουσι».

48. Ὅπ. π., σ. 314.

49. Ἀντωνίου Παπαδοπούλου, Ὁ Διάλογος μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικούς. Νεώτερες ἐξελίξεις σχετικῶς μὲ τὴν Οὐνία, στὰ Πρακτικὰ Διορθοδόξου Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου: Οἰκουμενισμός. Γένεση-Προσδοκίες-Διαψεύσεις, τ. Β´ Διαψεύσεις, Θεσσαλονίκη 2008, σ. 557-564 (ἐδῶ: σ. 559).

50. Στὸ ἴδιο.

51. Ἱερομονάχου Νείλου Βατοπαιδινοῦ, Παπισμὸς καὶ Οἰκουμενισμός, στὰ προηγούμενα Πρακτικὰ…, σ. 149-156, (ἐδῶ: σ. 153). Τὸ λεγόμενο «Ἀποστολικὸ» εἶναι σύμβολο ἀπὸ τὸν 6ο -7ο αἰ. στὴ Δύση μὲ εὐρεῖα χρήση ἐκεῖ. Βλ. Ἰω. Ν. Καρμίρη, Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τ. Α´ Ἐκκλησίας , Ἀθῆναι 19602, σ. 35 ἑπ.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί γονατίζουμε τρεῖς φορές στόν Ἐσπερινό τῆς Πεντηκοστῆς (Ἁγίου Πνεύματος); – Οἱ εὐχές τῆς γονυκλισίας

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 22, 2018

«Θεέ μου…Εἶμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ἀνάστησέ με. Σῶσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού. του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά.

Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: «Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται«ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.
Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο.
σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον(που καθαρίζει)  τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος·· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς».(Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας).  Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε! Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά! Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός»( που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω»(αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: «Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα  πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν»(την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε. Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο  Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό ». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».
Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…
«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει:. Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: «Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!
Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων(όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: «Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!
Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε  ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας  το τέλος της ζωής μας  καλό και ειρηνικό».
Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! Για το λόγο αυτό , αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»
Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την  ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:
«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».
(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εἰς τήν Πεντηκοστήν. (Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου)

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 22, 2018

Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κατερέλος, Η Πεντηκοστή

Α´. Μεταβολήν τοῦ νοῦ.
Β´. Μεταβολήν τῆς καρδίας.
Γ´. Μεταβολήν τῆς γλώσσης.
Συλλογίσου ἀγαπητέ, πῶς τό Πανάγιον Πνεῦμα ὅταν κατέβη εἰς τό ὑπερῷον ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, ὡσάν ἕνας σφοδρότατος ἄνεμος καί βροντή, ἐγέμισεν ὅλον τόν οἶκον, εἰς τόν ὁποῖον ἦσαν καθήμενοι οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καί ἐπροσηύχοντο· «καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι» (Πραξ. β´. 2)· καί τόν ἔκαμεν ὡσάν μίαν κολυμβήθραν, ὡς λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, διά νά βαπτίσῃ τούς Ἀποστόλους μέ τήν θείαν χάριν του, περί τοῦ ὁποίου τούτου βαπτίσματος προεῖπεν εἰς αὐτούς ὁ Κύριος· «ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας (Πράξ. α´ 5).
Ἐπλήρωσε δέ τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι, κολυμβήθραν αὐτόν ἀπεργαζομένη πνευματικήν, καί πληροῦσα τήν τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν, ἥν καί αὐτήν ἀναλαμβανόμενος πρός αὐτούς ἔλεγεν, ὅτι Ἰωάννης μέν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ…ἀλλά καί τήν κλῆσιν ἥν αὐτοῖς ἐπέθηκεν, ἐπαληθεύουσαν ἔδειξε· διά γάρ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ τούτου ἤχου, ὄντως υἱοί βροντῆς γεγόνασιν οἱ Ἀπόστολοι» (Λόγος εἰς τήν Πεντηκ.)
Τότε δή τότε αὐτό τό Πανάγιον Πνεῦμα ἐνήργησεν εἰς τούς Ἀποστόλους τρεῖς μεταβολάς (καί αὐταί αἱ μεταβολαί εἶναι κυρίως ὁ καρπός καί τῶν παρόντων πνευματικῶν γυμνασμάτων).

Ἡ α´ μεταβολή ἦτο τοῦ νοός τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία μετέβαλεν εἰς αὐτούς ἐκείνας τάς πρώτας ἰδέας ὅπου εἶχον περί τῶν πράγματων τοῦ κόσμου τούτου καί τούς ἔκαμε νά γνωρίσουν καθαρά τό ταπεινόν καί μάταιον τῶν παρόντων ἀγαθῶν, καί ἐξεναντίας νά γνωρίσουν τό μεγαλεῖον καί αἰώνιον τῶν μελλόντων, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὅπου ὀλίγον προτήτερα φιλονικοῦσαν ἀναμεταξύ τους ποῖος ἀπό αὐτούς νά ἦτο ὁ πρῶτος καί μεγαλύτερος· «ἐγένετο δέ καί φιλονικία ἐν αὐτοῖς τό τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» (Λουκ. κβ´ 24). Ὕστερα ἀφ᾿ οὗ ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐμετροῦσαν διά μεγάλην εὐτυχίαν, τό νά εἶναι μικρότεροι ἀπό ὅλους· τό νά καταφρονοῦνται ἀπό ὅλους διά τόν Χριστόν καί τό νά λογίζωνται ἀσθενεῖς, μωροί, ἄτιμοι, ὄνειδος, σκύβαλα καί σκουπίδια τοῦ κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων· «ἡμεῖς μωροί διά Χριστόν, ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ἡμεῖς ἄτιμοι, ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγεννήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α´ Κορ. δ´ 10).

Τώρα ἀδελφέ στοχάσου ἀνίσως ἔγινε καί εἰς ἐσέ αὐτή ἡ μεταβολή τοῦ νοός διά μέσου τούτων τῶν πνευματικῶν γυμνασμάτων ὅπου ἀνάγνωσες καί ἕως εἰς ποῖον βαθμόν ἔφθασες, διότι ἀνίσως καί ἕως τώρα ἐνόμισες ἕνα μεγάλον καλόν, τό νά σέ τιμοῦν καί νά σέ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ὑπόληψιν, τό νά ζῇς εἰς τήν καρδίαν πάντων, ἤγουν τό νά σέ ἀγαποῦν ὅλοι, τό νά γυρεύης πάντοτε καινούργιαις ἡδοναῖς καί νά ἐξοδεύης εἰς αὐταῖς τόν καιρόν ὅπου σοῦ ἐδόθη διά νά κερδίσης τά αἰώνια ἀγαθά καί τό νά ζῇς μέ τέλη καί ἀντιρρήσεις κοσμικάς, φανερόν εἶναι ὅτι ὁ νοῦς σου ὡδηγεῖτο ἕως τώρα ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ὄχι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί πρέπει διά τοῦτο νά λυπῆσαι καί νά μετανοῇς διότι ἀπέθανεν ὁ Χριστός καί ἀνέστη καί ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ὄχι διά νά σοῦ δώσῃ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου.’Aλλά διά νά σοῦ δώσῃ τό Πνεῦμα τό ἰδικόν του καί ἐσύ μέ τήν κακήν ζωήν ὅπου ἔζησες δέν ἔγινες δεκτικός τοῦ θείου του Πνεύματος· «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. β´ 12).

Πρέπει ὅμως ἀπό τώρα καί ὕστερα νά εἶσαι ἀποφασισμένος νά κάμνης ὅλα τά ἐναντία, ἤγουν νά ὁδηγῆσαι μέ τάς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί νά μή λογιάζῃς ἄλλην τιμήν, παρά ἐκείνην ὅπου σέ μεγαλύνει ἐμπρός εἰς τόν Θεόν καί νά μή ψηφᾷς ἄλλο καλόν, παρά ἐκεῖνο ὅπου σοῦ προξενεῖ τήν ἀπόλαυσιν τοῦ Παραδείσου.

Εἶναι καλόν σημάδι πῶς ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἄρχισε νά φωτίζῃ τόν νοῦν σου καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό ἐκεῖνον ὅπου ἤσουν εἰς ἄνδρα ἄλλον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ· «καί ἐφαλεῖται ἐπί σέ Πνεῦμα Κυρίου, καί στραφήσῃ εἰς ἄνδρα ἄλλον» (Α´. Βασιλ. ι´. 6) καί πρέπει διά τοῦτο νά χαίρῃς καί νά εὐχαριστῇς τόν Κύριον ὅπου σέ ἐφώτισε μέ τό Ἅγιόν του Πνεῦμα, διά νά μή περιπατῇς πλέον ὡσάν νήπιος, ἀλλά ὡσάν ἄνδρας τέλειος· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐφρόνουν ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δέ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τά τοῦ νηπίου» (Α´. Κορ. ιγ´ 11)· καί διά νά μή ἀκολουθῇς πλέον τό φρόνημα τῆς σαρκός ὅπου εἶναι θάνατος ἀλλά τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος ὅπου εἶναι ζωή· «τό γάρ φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος· τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ζωή καί εἰρήνη» (Ρωμ. η´. 6).

Αἰσχύνθητι λοιπόν διά τήν περασμένην ζωήν ὅπου ἔζησες ὄχι ὡσάν οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὡσάν ξένος καί ἀλλότριος, μέ τό νά μή εἶχες τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή κατά τόν Ἀπόστολον· «εἴ τις Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔχει οὗτος, οὐκ ἔστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. η´ 9). Καί παρακάλεσαι ταπεινῶς τό Ἅγιον Πνεῦμα νά μεταβάλη τελείως τόν νοῦν σου εἰς τό θεῖον του θέλημα, φωτίζωντάς τον μέ τήν χάριν του. Ὄχι κατά τήν ἐπιφάνειαν ἀλλά κατά βάθος διά νά μή ὑστερηθῇς καί ἐσύ τόν φωτισμόν καί τήν χάριν του καί νά λέγῃς μέ τόν Δαβίδ· «καί τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καί αὐτό οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ» (Ψαλμ. λζ´ 10)· ἀλλά μᾶλλον νά λαμβάνης ἐπάνω εἰς τόν ἁμυδρότερον φωτισμόν, ἄλλον καθαρώτερον καί λαμπρότερον φωτισμόν καί νά λέγῃς· «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).

Πῶς δέ νά συγκρατῇς τόν φωτισμόν τοῦτον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τόν νοῦν σου καί πῶς νά μή τόν ἀφήσῃς νά σβύσῃ; Ἄκουσον τί σοῦ λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος· καθώς τό φῶς τοῦ λύχνου μέ τό λάδι ἀνάπτει καί συγκρατεῖται, καί ὅταν σωθῇ τό λάδι τότε σβύνει καί αὐτό, ἔτσι καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάπτει καί μᾶς φωτίζει, ὅταν ἔχωμεν καλά ἔργα, καί ἐλεημοσύνην εἰς τήν ψυχήν μας. Ὅταν δέ τά καλά ἔργα λείψουν καί ἡ ἐλεημοσύνη, ἀναχωρεῖ ἀπό ἡμᾶς καί τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «καθάπερ γάρ τό λυχνιαῖον φῶς ἐλαίῳ κατέχεται καί ἀναλωθέντος τούτου, κᾀκεῖνο σβέννυται, οὕτω δή καί ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, παρόντων μέν ἡμῖν ἔργων ἀγαθῶν, καί ἐλεημοσύνης πολλῆς ἐπιχεομένης τῇ ψυχῇ, μένει καθάπερ ἐλαίῳ κατεχομένη ἡ φλόξ· ταύτης δέ οὐκ οὔσης, ἄπεισι καί ἀναχωρεῖ» (Τόμ. Θ´ λόγος 55). Καθώς καί τό Πνεῦμα Κυρίου ὅπου ἐδόθη εἰς τόν Σαούλ, ἀνεχώρησεν ἀπό λόγου του μέ τό νά μή εἶχε γνώμην ὀρθήν καί ἔργα θεάρεστα· «Πνεῦμα Κυρίου ἀπέστη ἀπό Σαούλ» (Α´. Βασιλ. ις´ 14· διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος παραγγέλει γράφων· «τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α´. Θεσσ. ε´ 19).

Λέγει γάρ ὁ μέγας Βασίλειος καί καθώς ἄλλη μέν θερμότης εὑρίσκεται εἰς τά σώματα καθ᾿ ἕξιν πολυχρόνιος, ἄλλη δέ κατά διάθεσιν ὀλιγοχρόνιος, ἔτσι καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, εἰς ἄλλους μέν παραμένει καθ᾿ ἕξιν διά τήν στρεότητα τῆς καλῆς των γνώμης, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Ἐλδάδ καί Μωδάδ, περί τῶν ὁποίων γράφουσιν οἱ ἀριθμοί, ὅτι ἐπροφήτευον πάντοτε· εἰς ἄλλους δέ μόνον εὑρίσκεται ὡς διάθεσις, καί γρήγορα ἀναχωρεῖ διά τό ἀστερέωτον τῆς γνώμης των, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Σαούλ καί εἰς τούς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι μίαν φοράν μόνον ἐπροφήτευσαν, καί ὕστερον ἔχασαν τῆς προφητείας τό χάρισμα. Ὡς ἐν σώμασιν ὑγίεια, ἤ θερμότης, ἤ ὅλως εὐκίνητοι διαθέσεις, οὕτω καί ἐν ψυχῇ πολλάκις ὑπάρχει τό πνεῦμα, τοῖς διά τό τῆς γνώμης ἀνίδρυτον εὐκόλως ἥν ἐδέξατο χάριν ἀπωθουμένοις οἷος ὁ Σαούλ καί οἱ πρεσβύτεροι οἱ ἑβδομήκοντα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, πλήν τοῦ Ἐλδάδ καί Μωδάδ· «τούτοις γάρ μόνοις ἐκ πάντων φαίνεται παραμεῖναν τό Πνεῦμα· καί ὅλως εἴ τις τούτοις τήν προαίρεσιν παραπλήσιος» (Κεφ. κς´. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).

Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν β´. μεταβολήν ὅπου ἔκαμε τό Πανάγιον Πνεῦμα εἰς τήν καρδίαν τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι εἰς τήν ἀρχήν ἦσαν τόσον φιλόζωοι, τόσον φιλόσαρκοι, τόσον δειλοί, ὅπου διά νά φυλάξουν τήν ζωήν τους, ὁ ἕνας ἄφησε τόν διδάσκαλόν του εἰς τό πάθος καί ἔφυγε γυμνός· «καί εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθει αὐτῷ περιβεβλημένος σινδόνα ἐπί γυμνοῦ… ὁ δέ καταλιπών τήν συνδόνα γυμνός ἔφυγεν ἀπ᾿ αὐτῶν» (Μαρκ. Ιδ´ 51. (Οὗτος ἦτο ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, ὅστις ἐφόρει ἕνα μόνον ἱμάτιον εἰς ὅλην του τήν ζωήν, ὡς λέγει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος), ὁ ἄλλος τόν ἠρνήθη καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνεχώρησαν· «καί ἀφέντες αὐτόν πάντες ἔφυγον». (Μαρκ. ιδ´. 51). Καί τόσον ἦσαν τρομαγμένοι ὡσάν λαγωοί ὅπου ἔστεκαν κεκλεισμένοι ἀπό τόν φόβον τους μέσα εἰς τό ὑπερῶον καί δέν ἐτόλμων νά εὔγουν ἔξω σχεδόν εἰς ὅλον τό διάστημα τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν ὅπου ἐπέρασαν μετά τήν Ἀνάστασιν ἀλλ᾿ ἀφ᾿ οὗ κατέβη εἰς αὐτούς τό Ἅγιον Πνεῦμα, μετέβαλε τήν ἀσθένειαν τῆς καρδίας των εἰς ἀνδρείαν καί γενναιότητα.

Ὅθεν εὐγῆκαν ἔξω ὡσάν τόσοι ἄφοβοι λέοντες καί ἐκήρυττον τόν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν ἐμπρός εἰς ὅλον τό πλῆθος τοῦ λαοῦ μέ μέτωπον ἀνοικτόν, μέ στῆθος ἀνδρειωμένον καί μέ τόλμην καί παρρησίαν χωρίς νά δειλιάσουν οὔτε ἀπό φοβερισμούς, οὔτε ἀπό δαρμούς, οὔτε ἀπό βάσανα καί μαρτύρια, οὔτε ἀπό τόν ἴδιον θάνατον· ἀλλ᾿ ἐπεθύμουν ταῦτα πάντα ὡς τρυφάς καί ξεφαντώματα καί ἔχαιρον ὑπερβολικά ὅταν τά ἐλάμβανον· «οἱ μέν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὅτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πραξ. ε´. 41).

Τότε ἤθελες ἰδεῖ ἐκεῖνον τόν δειλότατον καί φιλόζωον Πέτρον, ὅπου πρότερον δέν ἠδυνήθη νά ἀκούσῃ χωρίς φόβον οὔτε ἕνα ψιλόν λόγον ἑνός δυστυχισμένου κορασίου, πῶς ἐστάθη μέ τόσην ἀφοβίαν καί τόλμην καί ἐδημηγόρησε μεγαλοφώνως ἔμπροσθεν εἰς ἕνα μυριάριθμον πλῆθος ἀνθρώπων, χωρίς νά στοχάζεται πῶς εἶναι ὁλότελα ἄνθρωποι ἀλλά πῶς εἶναι κνώδαλα καί φυτά ἤ λίθοι, καί μέ τήν δημηγορίαν του εἵλκυσεν εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ τρεῖς χιλιάδας λαοῦ· «σταθείς δέ Πέτρος σύν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τήν φωνήν αὐτοῦ, καί ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς» (Πράξ. β´. 14).

Τότε ἤθελες ἰδῇ ἐκείνους τούς ἁλιεῖς καί ἀγραμμάτους πλουτισμένους ἀπό τόσην σοφίαν καί σύνεσιν, ὥστε νά κάμνουν τούς σοφούς καί γραμματισμένους νά ἐξίστανται καί νά ἀποροῦν· «καί καταλαβόμενοι, ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καί ἰδιῶται ἐθαύμαζον». (Πράξ. δ´ 13). Καί τοῦτο διατί; διότι ἔδωκεν εἰς τήν καρδίαν αὐτῶν χῦμα γνώσεως τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σολομῶντος· «καί ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σολομών καί χῦμα καρδίας» (Γ´ Βασιλ. δ´ 29)· καί διότι » ἥψατο Κύριος καρδίας αὐτῶν ὡς γέγραπται» (Α´ Βασιλ. ι´ 26).

Ὤ χάρις! ὤ ἐνέργεια! ὤ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ὅταν μίαν φοράν ἀνάψῃ τήν καρδίαν, τούς λαγῳούς κάμνει λέοντας, τούς ἀδυνάτους δυνατούς, τούς ἀσόφους σοφούς, τούς πηλίνους κατασκευάζει πυρίνους καί τούς πρῴην ἀνδριάντας μεταβάλλει εἰς ἄνδρας τελείους. Καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὅπου ὁ Θεός ὑπεσχέθη νά δώσῃ διά τοῦ Προφήτου Μιχαίου λέγων· «οὐκ ἔσται ὁ ἐπακούων αὐτῶν, ἐάν μή ἐγώ ἐμπλήσω ἰσχύν ἐκ Πνεύματος Κυρίου» (Μιχ. γ´ 8).

Τώρα καί ἐσύ ἀδελφέ ὅπου ἀναγινώκεις ταῦτα, στοχάσου, ἐάν ἔλαβες αὐτήν τήν γενναιότητα καί θέρμην εἰς τήν καρδίαν σου διά νά μή φοβῆσαι σάρκα, κόσμον καί κοσμοκράτορα, τοῦτο εἶναι σημεῖον πῶς μετεβλήθης ἀπό τό Πνεῦμα Κυρίου, καθώς εἶναι γεγραμμένον· «τότε μεταβαλεῖ τό Πνεῦμα καί διελεύσεται, καί ἐξιλάσεται· αὕτη ἡ ἰσχύς τῷ Θεῷ μου» (Ἀββακ. α´ 11).

Στοχάσου, καί ἐάν ἐσύ προτήτερα ἐγύρευες μέ ὅλην τήν ὁρμήν τῶν ἐπιθυμιῶν σου τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, τά πλούτη, τάς δόξας, τάς ἡδονάς καί ἐλόγιαζες ὅτι ἦτο μακαριώτερος ὅποιος εἶχεν ἀπό αὐτά τά ἀγαθά περισσότερα, ἤξευρε ὅτι ἕως τώρα ἦτο ἡ καρδία σου πεπαλαιωμένη, ἀναίσθητος καί πεπωρωμένη ὡσάν πέτρα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τῆς σαρκός. Καί λυπήσου διά τοῦτο καί μετανόησον, πώς εἰς τόσους χρόνους τῆς ζωῆς σου, δέν ἔγινες ἄξιος νά λάβῃς διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μίαν καινούργιαν καρδίαν αἰσθητικήν τοῦ συμφέροντός σου, τήν ὁποίαν ὑπεσχέθη νά σοῦ δώσῃ ὁ Θεός· «καί δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν καί πνεῦμα καινόν δώσω ὑμῖν· καί ἀφελῶ τήν καρδίαν τήν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκός ὑμῶν καί δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην καί τό πνεῦμά μου δώσω ἐν ὑμῖν» (Ἰεζεκ. λς´. 26).

Ἐάν δέ τώρα γυρεύῃς ὅλα τά ἐναντία καί ἀντί νά ὑπερηφανεύεσαι διά τά πλούτη, ἐσύ περισσότερον ταπεινώνεσαι καί χαίρεις εἰς τήν πτωχείαν· ἀντί νά θέλῃς τάς τρυφάς καί τά ξεφαντώματα, ἐσύ ἀγαπᾷς τήν ὀλιγάρκειαν καί ἐγκράτειαν, ἤξευρε, ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἄρχισε νά μεταβάλῃ τήν καρδίαν σου εἰς ἄλλην καρδίαν, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ. «Καί ἐγενήθη ὥστε ἐπιστραφῆναι τῷ ὤμῳ αὐτοῦ ἀπελθεῖν ἀπό Σαμουήλ, μετέστρεψεν αὐτῷ ὁ Θεός καρδίαν ἄλλην». (Α´. Βασίλ. ι´. 9)

Ὅθεν εὐφράνθητι καί εὐχαρίστησαι τόν Κύριον, ὅπου διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι μόνο σοῦ ἐκαθάρισε τόν νοῦν, ἀλλά καί σοῦ ἐθέρμανε τήν καρδίαν καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό σαρκικόν εἰς πνευματικόν· ἀπό νήπιον μωρόν, εἰς ἄνδρα σοφόν· καί ἀπό κοσμικόν καί ἐθνικόν, εἰς ἀληθινόν χριστιανόν. Τοιαύτας γάρ θεοπρεπεῖς καί παραδόξους μεταβολάς συνειθίζει νά ἐνεργῇ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς θεολογεῖ περί αὐτοῦ ὁ Μέγας Θεολόγος Γρηγόριος· «τοῦτο τό Πνεῦμα (σοφώτατον γάρ καί φιλανθρωπότατον) ἄν ποιμένα λάβῃ, ψάλτην ποιεῖ πνευμάτων πονηρῶν κατεπᾴδοντα καί βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ ἀναδείκνυσιν· ἐάν αἰπόλον συκάμινα κνίζοντα, προφήτην ἐργάζεται· τόν Δαβίδ καί τόν Ἀμώς ἐνθυμήθητι· ἐάν μειράκιον εὐφυές λάβῃ πρεσβυτέρων ποιεῖ κριτήν καί παρ᾿ ἡλικίαν· μαρτυρεῖ Δανιήλ ὁ νικήσας ἐν λάκκῳ λέοντας· ἐάν ἁλιέας εὕρῃ, σαγηνεύει Χριστῷ, κόσμον ὅλον τῇ τοῦ λόγου πλοκῇ συλλαμβάνοντας. Πέτρον λάβε μοι καί Ἀνδρέαν καί τούς τῆς βροντῆς υἱούς τά πνευματικά βροντήσαντας· ἐάν τελώνας, εἰς μαθητείαν κερδαίνει καί ψυχῶν ἐμπόρους δημιουργεῖ· φησί Ματθαῖος, ὁ χθές τελώνης, καί σήμερον εὐαγγελιστής· ἐάν διώκτας θερμούς, τόν ζῆλον μετατίθησι, καί ποιεῖ Παύλους ἀντί Σαύλων καί τοσοῦτον εἰς εὐσέβειαν, ὅσον εἰς κακίαν κατέλαβε». (λογ. Εἰς τήν Πεντηκοστήν).

Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, διότι ἕως τώρα ἤσουν μακράν ἀπό τέτοιους συλλογισμούς, πορευόμενος ἐν τοῖς κακοῖς θελήμασι τῆς καρδίας σου καί μή δίδωντας τόπον εἰς αὐτήν, διά νά κατοικήσῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· καί συντόμως εἰπεῖν, διότι ἔζησες ὡσάν ἕνας ψυχικός μόνον ἄνθρωπος, ὅς οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος· «μωρία γάρ αὐτῷ ἐστι καί οὐ δύναται γνῶναι» (Α´. Κορ. β´ 14). Κάμε ἀπόφασιν εἰς τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς σου, νά μή λυπήσης πλέον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ καμμίαν ἄτακτον καί κακήν ὄρεξιν τῆς καρδίας σου, κατά τήν παραγγελίαν ὅπου σοῦ δίδει ὁ Ἀπόστολος· «καί μή λυπῆτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. δ´. 30)· μηδέ νά ἐναντιωθῇς ὡς σκληροκάρδιος εἰς τό Ἅγιον αὐτοῦ θέλημα, κατά τούς σκληροκαρδίους ἐκείνους Ἑβραίους, πρός τούς ὁποίους εἶπεν ὁ Στέφανος· «σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καί τοῖς ὠσίν· ὑμεῖς ᾀεί τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε» (Πράξ. ζ´. 51)· ἀλλά νά δώσῃς ὅλην τήν καρδίαν σου εἰς αὐτό μέ ὅλας της τάς ἐπιθυμίας διά νά ἐνοικήσῃ καθώς αὐτό τό ἴδιον πνεῦμα σέ προστάζει λέγον· «υἱέ δός μοι τήν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´. 26).

Θέλεις δέ δώσει τήν καρδίαν σου εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐάν μελετᾷς πάντοτε εἰς αὐτήν τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μέ μίαν ἀδιάλειπτον προσευχήν. Ἐπειδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μολονότι καί ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ὅμως εἶναι καί λέγεται καί Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ διά τήν ὁμοουσιότητα καί ἐν τῷ Υἱῷ ἀναπαύεται καί χαίρει ὅταν αὐτός ὀνομάζεται· «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις, κράζον ἀββᾶ ὁ Πατήρ»· (Γαλ. δ´. 6)·» ἵνα διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς καί πνευματικῆς προσευχῆς , ἐν μέν τῷ Πνεύματι θεωρῇς τόν Υἱόν, ἐν δέ τῷ Υἱῳ θεωρῇς τόν Πατέρα», ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· καί ἵνα καταξιωθῇς διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς ἐργασίας, νά εὕρῃς καί νά ἰδῇς νοερῶς τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποίαν ἔλαβες μέν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τήν ἔχωσες δέ ὡσάν σπινθῆρα μέσα εἰς τά πάθη καί ἁμαρτίας.

Καί τέλος πάντων, ἐπειδή καί τό Πανάγιον Πνεῦμα· ὁ ἄλλος παράκλητος, τό συμπληρωτικόν πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος· ὁ χορηγός πάντων τῶν χαρισμάτων ἡ ζωή τῶν ζώντων· ἡ κίνησις τῶν κινουμένων· καί ἡ τελειότης ἁπάντων τῶν ὄντων, ἠθέλησεν ἐκ μόνης τῆς φιλανθρωπίας του νά εἰδοποιήσῃ εἰς τήν καρδίαν σου τάς πρώτας γραμμάς καί τό πρῶτον σχέδιον τῆς χάριτός του, παρακάλεσαί τον νά μή σέ ἀφήσῃ ἀτελῆ ἀλλά νά φέρῃ εἰς τελειότητα αὐτήν τήν εἰδοποίησιν καί τό ἔργον ὅπου ἄρχισεν εἰς ἐσέ, χαρίζωντάς σου τό χάρισμα τῆς διαμονῆς καί τῆς μέχρι τέλους ὑπομονῆς ἐν τῇ αὐτοῦ χάριτι, τό ὁποῖον χάρισμα εἶναι τό μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά χαρίσματα καί αὐτό μόνον συνιστᾷ καί ἐπισφραγίζει τόν ἑκάστου προορισμόν κατά τούς θεολόγους καί διά τοῦ χαρίσματος τούτου νά σέ ἀξιώσῃ ἀπό ἐδῶ ἀκόμη, νά γίνῃς ὅλος πνευματικός, ὅλος ἀγγελοειδής, ὅλος ἅγιος καί υἱός Θεοῦ, καί Θεός κατά χάριν, ἀπ᾿ ἐκεῖ ὅπου εἶσαι τώρα γῆ καί σποδός· καθώς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελθόν εἰς ψυχήν ἀνθρώπου, ἔδωκε μέν ζωήν, ἔδωκε δέ ἀθανασίαν· ἤγειρε κείμενον· τό δέ κινηθέν κίνησιν ἀΐδιον ὑπό Πνεύματος Ἁγίον, ζῶον ἅγιου ἐγένετο· ἔσχε δέ ἄνθρωπος ἀξίαν πνεύματος εἰσοικισθέντος ἐν αὐτῷ προφήτου, ἀποστόλου, ἀγγέλου Θεοῦ, ὤν πρό τοῦ, γῆ καί σποδός»· (ὁμιλ. Περί τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, ἧς ἡ ἀρχή, ἐνθυμηθῶμεν πᾶσα ψυχή).

Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν γ´. μεταβολήν ὅπου ἐνήργησε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰς τήν γλῶσσαν τῶν Ἀποστόλων· διότι ἐκεῖνοι ὅπου προτήτερα δέν ἐλαλοῦσαν ἄλλο παρά γήϊνα καί χαμερπῆ διά δόξας καί τιμάς προσωρινάς καί ματαίας· «δός ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. ι´. 37)· ἐκεῖνοι ὅπου ἐλάλουν περί τοῦ Χριστοῦ ταπεινά καί εὐτελῆ· «ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὦδε εἶναι καί ποιήσωμεν σκηνάς τρεῖς, μίαν σοί καί Μωσεῖ μίαν καί μίαν Ἠλίᾳ» (Λουκ. θ´. 33).

Ἐκεῖνοι ὅπου πρότερον ἔφθασαν ἕως καί νά συμφωνήσουν μέ τόν Ἰούδαν καί νά κατηγορήσουν τήν εὐλογημένην ἐκείνην Μαρίαν καί νά θυμωθοῦν καταπάνω της, διότι ἄλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ μέ τόσον πολυέξοδον μῦρον, λέγοντες μέ ἀγανάκτησιν· «εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; ἠδύνατο γάρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καί δοθῆναι πτωχοῖς καί ἐνεβριμῶντο αὐτῇ» (Μάρκ. ιδ´. 4) Αὐτοί λέγω οἱ ἴδιοι, ὕστερα ἀπό τόν ἐρχομόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ἐλαλοῦσαν πλέον δι᾿ ἄλλο, παρά διά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, διά ὑψηλά καί μεγάλα πράγματα διά τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, διά τήν θεολογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος, διά τό ἀκατανόητον μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας· διότι εἶναι Θεός ἀληθινός ὁ Χριστός· μέ ρητορικήν ἀνήκουστον, μέ ἐλευθεροστομίαν ἀσύγκριτον καί μέ γλῶσσας διαφόρους· «ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ». (Πράξ. β´ 11).

Τώρα στοχάσου ἐσύ ἀγαπητέ τά λόγια ὅπου ὡμιλοῦσες προτήτερα ἀπό τά παρόντα γυμνάσματα, καί τά λόγια ὅπου πρέπει τώρα νά λαλῇς, διά νά λάβῃς καί ἐσύ τήν μεταβολήν αὐτήν τῆς γλώσσης ἀπό τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τήν γλῶσσαν σοῦ τήν ἔδωκεν ὁ Θεός ἀδελφέ ὄργανον διά νά λαλῇς ὅλα τά καλά ὄχι τά κακά. Ὅθεν πρέπει νά τήν μεταχειρίζεσαι καί ἐσύ κατά τόν σκοπόν ὅπου ὁ Θεός σοῦ τήν ἔδωκεν· ἤγουν εἰς τό νά δοξολογῇς καί νά αἰνῇς μέ αὐτήν πάντοτε τόν Θεόν, καί νά μελετᾷς τά θεῖα του λόγια καθώς γέγραπται· «πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β´ 11).

Καί πάλιν «καί ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τήν δικαιοσύνην σου, ὅλην τήν ἡμέραν τόν ἔπαινόν σου»· (Ψαλμ. λδ´. 32)· καί ὄχι εἰς τό νά λαλῇς λόγια ἀνευλαβῆ κατά τοῦ Θεοῦ καί εἰς τό νά ὀνομάζῃς τό θεῖον του ὄνομα εἰς πράγματα μάταια· «οὐ λήψῃ γάρ φησι τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ» (Ἐξοδ. κ´. 7) εἰς τό νά κατηγορῇς καί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτόν σου καί ὄχι εἰς τό νά τόν ἐπαινῇς μόνος σου «ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καί μή τό σόν στόμα· ἀλλότριος, καί μή τά σά χείλη» (Παροιμ. κζ´. 2).

Εἰς τό νά συμβουλεύῃς τόν ἀδελφόν σου ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶναι συμφέροντα εἰς τήν σωτηρίαν του καί νά στερεώνῃς εἰς τό καλόν καί τήν ἀρετήν, καί ὄχι εἰς τό νά ἀκονᾷς ὡς μάχαιραν τήν γλῶσσάν σου κατ᾿ αὐτοῦ περιπαίζωντάς τον, κατηγορῶντάς τον καί ὑβρίζωντάς τον καταφρονητικῶς μέ θυμόν· «ἠκόνησαν ὡς ραμφαίαν τήν γλῶσσαν αὐτῶν» (Ψαλμ. ξγ´. 30) ἤ καί δίδωντάς του κακάς συμβουλάς μέ λόγια ἁπαλά μέν καί φιλικά, ἐπίβουλα δέ καί ἐχθρικά, διά νά τόν κακοποιήσῃς καί νά τόν βλάψῃς· «ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπέρ ἔλαιον καί αὐτοί εἰσι βολίδες» (Ψαλμ. νδ´. 24).

Καί διά νά εἰπῶ μέ ἕνα λόγον, εἰς τήν γλῶσσάν σου πρέπει νά ἔχῃς τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τῆς παλαιᾶς καί νέας Γραφῆς· τά περί τῆς θείας προνοίας· τά περί τῆς κρίσεως· καί τά περί τῆς ἀγαθότητός του· καί ὅλαι αἱ συνομιλίαι σου νά ᾖναι περί πνευματικῶν καί θείων πραγμάτων καί περί ὠφελείας ψυχικῆς. Ἐάν περί τοιούτων μεταχειρίζεσαι τήν γλῶσσάν σου, ἤξευρε, ὅτι ὁ Κύριος ἔπλασε νοερῶς τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καθώς ἔπλασε ποτέ καί τοῦ κωφοῦ καί μογιλάλου· «καί πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ… καί ἐλύθη ὁ δεσμός τῆς γλώσσης αὐτοῦ». (Μάρκ. ζ´ 33). Καί εἶναι καλόν σημάδι, ὅτι ἄρχισε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά μεταβάλῃ καί τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καί νά λαλῇ αὐτό δι᾿ αὐτῆς, ὡς ποτέ ἐλάλει καί διά τῶν Ἀποστόλων καί διά τοῦ Δαβίδ «Πνεῦμα Κυρίου ἐλάλησεν ἐν ἐμοί καί ὁ λόγος αὐτοῦ ἐπί γλώσσης μου» (Β´. Βασιλ. κγ´. 2).

Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, πῶς ἕως τώρα ἐλάλεις ὡσάν ἕνας σαρκικός καί νήπιος καί ὄχι ὡσάν πνευματικός καί τέλειος ἄνδρας· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν» (Α´. Κορ. ιγ´ 11) καί ἡ γλῶσσά σου ἐμελέτα τήν ἀδικίαν, καθώς λέγει ὁ Ἡσαΐας· «ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀδικίαν μελετᾷ» (νθ´. 3).

Ἀποφάσισαι εἰς τό ἑξῆς νά μή ἀφήνῃς νά εὔγουν ἀπό τό στόμα σου λόγια σαπρά, λόγια γελοιώδη καί μάταια, ἀλλά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη πρός οἰκοδομήν τῶν ἀκουόντων, καθώς σοῦ παραγγέλει ὁ Ἀπόστολος· «πᾶς λόγος σαπρός ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν μή ἐκπορευέσθω, ἀλλ᾿ εἴτις ἀγαθός πρός οἰκοδομήν ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσιν» (Ἐφέσ. δ´ 29)· διότι ὁ λόγος εἶναι σκιά τοῦ ἔργου, καθώς εἶπεν ἕνας σοφός (Οὗτος ἐστίν ὁ Δημόκριτος εἰπών· «λόγος ἔργου σκιή»)· καί οἱ λόγοι οἱ κακοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά κακά, καθώς καί ἐκ τοῦ ἐναντίου οἱ λόγοι οἱ καλοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά καλά. Διά τοῦτο εἶπε καί ὁ Σολομῶν, ὅτι εἰς τό χέρι τῆς γλώσσης στέκεται ἡ ζωή καί ὁ θάνατος· «θάνατος καί ζωή ἐν χειρί γλώσσης» (Παροιμ. ιη´. 21). Καί καθώς ὅποιος βαστᾷ μυρωδικά καί τόν ἑαυτόν του εὐωδιάζει καί τούς ἄλλους ὁμοίως καί ὅποιος βαστᾷ βρωμερά καί τόν ἑαυτόν βρωμίζει καί τούς ἄλλους· τοιουτοτρόπως καί ὅποιος λαλεῖ τά καλά λόγια, ἤ τά κακά καί τόν ἑαυτόν του ὠφελεῖ, ἤ βλάπτει καί τούς ἀκούοντάς του.

Καί τέλος πάντων, παρακάλεσαι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά δυναμώσῃ τοῦτο ὅπου ἄρχισε νά ἐνεργῇ εἰς ἐσέ· «δυνάμωσον ὁ Θεός τοῦτο, ὅ κατειργάσω ἐν ἡμῖν» (Ψαλμ. ξζ´. 31)· καί νά δείξῃς μίαν τελείαν μεταβολήν εἰς τήν γλῶσσάν σου διά τῆς χάριτός του, ὥστε νά μή σέ ἀφήσῃ νά σφάλῃς πλέον μέ αὐτήν εἰς κανένα λόγον ἄπρεπον· «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ (Ἰακώβ. γ´. 2)· ἀλλά νά μεταχειρισθῇ τήν γλῶσσάν σου ὡσάν ἕνα κονδύλι, διά νά τήν κινῇ μέ τήν δεξιάν του εἰς τό νά λαλῇς ἐκεῖνα μόνον ὅπου αὐτό θέλει καί βούλεται· ὥστε ὅπου, σύ μέν νά λέγῃς· «ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου» (Ψαλμ. μδ´ 2)· ἐκεῖνοι δέ ὅπου σέ βλέπουν καί σοῦ ἀκούουν, νά λέγουν· «αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ὑψίστου». (Ψαλμ. ος´ 10).

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΟΓΓΥΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 22, 2018

agios loukas

Την προηγούμενη Κυριακή προσπάθησα να αποκαλύψω το μεγαλείο και το βάθος του λόγου του αποστόλου Παύλου που τον εαυτό του ονομάζει σπονδή στη Θυσία. Σας έλεγα για τις αμέτρητες συμφορές και τα βάσανα που υπόφερε σ’ όλη τη ζωή του για τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος προσφέρθηκε Θυσία για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Συμπληρώνοντας αυτά που σας έλεγα τότε, για τα παθήματα του μεγάλου αυτού αποστόλου, θα σας πω τώρα και τι υπέφερε σε μία πόλη της Μακεδονίας, στους Φιλίππους, για το κήρυγμά του. Με την καταγγελία κάποιων, που δεν τους άρεσε το κήρυγμά του, οι άρχοντες της πόλης έδωσαν διαταγή να τον ραβδίσουν και μετά τον έριξαν στη φυλακή και έσφιξαν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο. Έχασε τότε το θάρρος του ο απόστολος; Άρχισε να κλαίει; Ασφαλώς όχι. Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος μαζί με το συνεργάτη του, το Σίλα, έψαλαν ψαλμούς, δοξολογώντας το Θεό. Θα μπορούσε ο Παύλος με μία μόνο λέξη να αποφύγει τους ραβδισμούς, να βγει από τη φυλακή και ακόμα και να τρομάξει τους άρχοντες, αρκεί να τους έλεγε ότι είναι Ρωμαίος πολίτης. Όμως δεν το έκανε. Προτίμησε τον εξευτελισμό για το όνομα του Χριστού και χαιρόταν με όλη την καρδιά του για τις μαστιγώσεις και τις πληγές, διότι αυτά συνέβαλαν στην επιστροφή του δεσμοφύλακα και της οικογένειάς του στην πίστη στο Χριστό. Να θυμόμαστε πάντα πόσο εμείς φοβόμαστε τις μαστιγώσεις και τις πληγές ενώ, αντίθετα, πόσο ο μεγάλος αυτός διάκονος του Θεού χαιρόταν γι’ αυτά. Χαιρόταν κάθε φορά που μπορούσε να γίνει σπονδή στη Θυσία.

Και στη σημερινή αποστολική περικοπή διαβάζουμε ακόμα πιο παράξενο λόγο του αποστόλου Παύλου από την επιστολή του Προς Κολοσσαείς; «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο έστιν η εκκλησία» (Κολ. 1, 24).

Ακούτε πώς χτυπά ή καρδιά του μεγάλου αποστόλου; Ακούτε πώς αυτός θεωρεί ότι υστερεί σε παθήματα που υπομένει για την Εκκλησία του Χριστού, που είναι το Σώμα Του. Όχι μόνο χωρίς καθόλου να γογγύζει, υπομένει όλα τα αμέτρητα παθήματα αλλά διψά και για περισσότερα. Ω, Κύριε! Και εμείς, οι αδύνατοι χριστιανοί, πόσο φοβόμαστε τους ονειδισμούς, τις θλίψεις και τα παθήματα! Είναι δυνατόν να βρεθεί έστω και ένας μεταξύ μας που θα ζητούσε να πληθυνθούν αυτά; Εκείνος, όμως, διψούσε γι’ αυτά τα παθήματα, για να μορφωθεί ο Χριστός στις καρδιές των εθνικών, στους οποίους κήρυττε ακούραστα το Ευαγγέλιο.

Ας θυμηθούμε και έναν άλλο λόγο του μεγάλου Παύλου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. 11, 1). Να μιμηθούν τον απόστολο Παύλο στη δίψα του για τα παθήματα του Χριστού μπορούν, βέβαια, πολύ λίγοι άνθρωποι, αυτοί που έλαβαν τα πλούσια χαρίσματα του αγίου Πνεύματος. Οι απλοί όμως χριστιανοί μπορούν να ευαρεστήσουν και αυτοί το Θεό και να έχουν μισθό απ’ Αυτόν αλλά μόνο με την αγόγγυστη υπομονή των θλίψεων που τους στέλνονται από το Θεό. Να θυμόμαστε όλοι μας τα λόγια του μεγάλου αποστόλου Παύλου από την επιστολή του προς Εβραίους: «Υιέ μου, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ΄ αυτού ελεγχόμενος, ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται, ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ εστίν υιός ον ου παιδεύει πατήρ; ει δε χωρίς εστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί.» (Έβρ. 12, 5-8).

Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί, για ποιο λόγο, Κύριος ο Θεός τους στέλνει θλίψεις και πολλές φορές και πολύ σοβαρές δοκιμασίες; Είναι πολύ σημαντικό για τον κάθε χριστιανό να καταλάβει ότι οι θλίψεις μάς αποστέλλονται κατά το θέλημα του Θεού, το πάντοτε αγαθό και σωτήριο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα στέλνονται όχι σαν τιμωρίες, για τις αμαρτίες μας, αλλά για να επαναπροσδιορίσουμε τους δρόμους μας και τις καρδιές μας ή σαν απάντηση στα αιτήματα που απευθύνουμε στο Θεό. Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από το Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με ένα τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος. Ο Θεός, όμως, συχνά άπαντα στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι μ’ αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.

Αν ζητάνε, για παράδειγμα, να τους χαρίσει ο Θεός ταπείνωση, φαντάζονται ότι σιγά-σιγά μέρα με τη μέρα η ταπείνωση υπό την ευεργετική επίδραση του Θεού θα μεγαλώνει στις καρδιές τους. Ο Κύριος όμως συχνά το κάνει με έναν διαφορετικό τρόπο• τους στέλνει ένα απροσδόκητο σκληρό χτύπημα το οποίο πληγώνει την υπερηφάνεια και τον εγωισμό τους και τους ταπεινώνει. Συχνά ο Θεός μάς στέλνει κάποια ασθένεια και εμείς παραπονιόμαστε και καθόλου δεν σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι μια μεγάλη ευεργεσία του Θεού, είναι ίσως η απάντηση του Θεού στις προσευχές μας, με τις οποίες τον παρακαλούμε να δυναμώσει την πίστη μας.

Δεν γνωρίζετε ότι πολλές φορές ο Κύριος μάς στέλνει φοβερές σωματικές ασθένειες και πληγώνει το σώμα μας για να μας δυναμώσει πνευματικά; Αυτό έγινε και με τον όσιο Ποιμένα τον Πολύαθλο, ο οποίος ασκήτευε στη μονή των Σπηλαίων και όλη τη ζωή του βρισκόταν στο κρεββάτι του πόνου υποφέροντας από μία αθεράπευτη ασθένεια και μ’ αυτό τον τρόπο έφτασε στην αγιότητα. Άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δίνουν μεγάλη σημασία στα γήινα αγαθά, ζητάνε από τον Κύριο να αυξηθούν τα πλούτη τους. Και ο Κύριος τους απαντά με την καταστροφή των κτημάτων τους ή με πυρκαγιές και μ’ αυτόν τον τρόπο τους αποστρέφει από την προσκόλληση στα γήινα και από τη φιλαργυρία και έτσι διορθώνει τις αποκλίσεις τους από τη σωστή οδό, την οποία μας διδάσκουν οι μακαρισμοί.

Ο Θεός φέρεται σε μας σαν σε πραγματικούς υιούς Του, τους οποίους τιμωρεί για το καλό τους. Τις θλίψεις που μας στέλνει ο Κύριος εμείς πρέπει να τις υποδεχόμαστε έτσι όπως μας το λέει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Ταπεινώθητε ουν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ.» (Α’ Πετρ. 5, 6). Αν δεν μπορούμε, παρ’ όλες τις προσπάθειές μας, να κατανοήσουμε για ποιο λόγο μάς στέλνονται από το Θεό οι θλίψεις, τότε ας ταπεινωθούμε κάτω από το δυνατό χέρι του Θεού και θα μας ανυψώσει στον κατάλληλο καιρό, για να καταλάβουμε τους δρόμους Του με τους οποίους μας οδηγεί σ’ αυτόν το σκοπό. Πρέπει με πολλή ταπείνωση και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό να δεχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις θλίψεις, που μας στέλνονται από το Θεό, έχοντας την ταπεινή πεποίθηση ότι μ’ αυτά ο Θεός μας κατευθύνει και όχι ότι ξεσπά επάνω μας την οργή Του. Διότι ο ίδιος διά του στόματος του προφήτη Ησαΐα είπε: «Δεν είμαι πια μ’ αυτό οργισμένος» (Ήσ. 27, 4). Ενώ εμείς, συνήθως, νομίζουμε ότι ο Κύριος είναι οργισμένος μαζί μας και γι’ αυτό μας στέλνει τις θλίψεις. Όχι. Πάντοτε να θυμάστε ότι στο Θεό δεν υπάρχει οργή. «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ίω. 4, 8). Και η τέλεια αγάπη είναι ξένη προς την οποιαδήποτε αδικία.

Αλλά πολλές φορές, όταν ο Θεός μάς δίνει ένα σοβαρό χτύπημα, διά του οποίου μάς ταπεινώνει για να μάς υψώσει αργότερα, εμείς γογγύζουμε κατά του Θεού. Καταλαβαίνετε, όμως, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού; Όταν γογγύζουμε κατά του Θεού, αυτό σημαίνει ότι Τον θεωρούμε άδικο, θεωρούμε ότι Αυτός δεν μάς φέρεται σωστά και θα έπρεπε να μάς φερθεί κατά έναν διαφορετικό τρόπο. Όμως δεν είναι βαριά αμαρτία να κατηγορούμε το Θεό για αδικία και να Τον συκοφαντούμε; Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού. Γι’ αυτό «εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α’ Πέτρ. 1, 17). Πρέπει να προσέχουμε πολύ τα λάθη και τα εμπόδια στην πορεία μας προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Αλλά περισσότερο απ’ όλα τα άλλα πρέπει να φοβόμαστε να μην παραβαίνουμε τη μεγάλη εντολή του Χριστού: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» (Μτ. 7, 1). Και γογγυσμός κατά του Θεού δεν είναι μόνο κρίση του Θεού αλλά και κατάκρισή Του.

Ας αφήσουμε την κρίση αυτή σ’ εκείνους τους δυστυχείς ανθρώπους που εκούσια καταστρέφουν τον εαυτό τους. Τους οποίους ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δεν τους διορθώνει ούτε τους τιμωρεί, επειδή είναι αδιόρθωτοι και αθεράπευτοι. Εμείς μόνο να ζητάμε την βοήθειά Του για το δρόμο της σωτηρίας μας, να Τον δοξολογούμε και να Τον τιμούμε πάντοτε μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα. Αμήν.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Παιδευτικοί Λόγοι του Μεγάλου Κωνσταντίνου

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 22, 2018

Constantine I Agia Sofia

Σ’ εμένα εμπιστεύτηκε ο Ύψιστος Θεός την επίγεια βασιλεία καί εγώ ανέθεσα σ’ εσάς τις επιμέρους διοικήσεις. Προσέχετε, μην κάνετε κατάχρηση της εξουσίας. Μην αρπάζετε από το φτωχό, μην κλέβετε τον ξένο πλούτο. Μην αδικείτε τους ταπεινούς. Μη συσσωρεύετε αγαθά για τον εαυτό σας, στερώντας τα από κάποιους άλλους. Θα δώσετε λόγο στο βασιλέα Χριστό, καί αν ακόμα δε θα σας αντιληφθεί ο επίγειος βασιλεύς»…
Έπειτα πήρε ένα δόρυ καί χάραξε στη γη τα μέτρα του αναστήματος ενός ανδρός καί είπε: «Καί όλο τον πλούτο του κόσμου αν κερδίσομε, καί ολόκληρη τη γη αν αποκτήσομε, δε θα πάρομε μαζί μας τίποτε περισσότερο από αυτό το τεμάχιο της γης. Αν το πάρομε καί αυτό».
Έτσι μιλούσε ο Κωνσταντίνος στο λαό καί στις συνεδριάσεις. Όμως οι περισσότεροι κωφοί καί αμελείς δεν συμμορφώνονταν. Τον χειροκροτούσαν, χωρίς να συμφωνούν με τις αυστηρές νουθεσίες του. Εκείνος, όταν άκουγε τις εγκωμιαστικές φωνές, τους έκανε νεύμα να κοιτάζουν μόνο στον ουρανό καί μόνο τον Ύψιστο Βασιλέα να τιμούν καί να θαυμάζουν. Επίσης, οπουδήποτε μιλούσε, όταν άγγιζε θεολογικό θέμα ο ίδιος ή άκουγε από άλλους ιερό λόγο, σηκωνόταν οπωσδήποτε όρθιος από υπερβολικό σεβασμό στα θεία λόγια.
Μέσα στο παλάτι είχε ξεχωρίσει έναν ιερό τόπο, που διαμόρφωσε σε ναό. Εκεί απομονωνόταν πολλές ώρες την ημέρα καί προσευχόταν. Κάθε ημέρα συγκέντρωνε όλους τους αυλικούς, τους συγγενείς καί τους φίλους του παλατιού καί μελετούσαν όρθιοι αποσπάσματα από την Καινή καί από την Παλαιά Διαθήκη.

Έλεγε επίσης ότι, Δημιουργός όλων είναι ο Θεός και όχι η τύχη: «Είναι επιπόλαιοι και παράλογοι οι άνθρωποι, που αποδίδουν στην τύχη, όσα δεν μπορούν να κατανοήσουν. Η ακριβής και αρμονική πρόνοια του Θεού είναι, που ρυθμίζει τα πάντα, ώστε να είναι εξαίσιο θαύμα όλη η κτίση …; Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως του Χριστού ήταν η σωτηρία των ανθρώπων και η απόδειξη της φροντίδας και της αγάπης του Δημιουργού για τα δημιουργήματά του. Τα ευεργετήματα του Σωτήρος είναι μέγιστα. Η όραση αντί της τυφλότητος, η ευρωστία αντί της ασθενείας, η ζωή αντί του θανάτου; Οι δίκαιοι και οι σώφρονες οδηγούνται στον Όσιο Δικαστή όχι για να κριθούν, αλλά για να απολαύσουν τις τιμές, που τους υποσχέθηκε. Οι ακάθαρτοι και οι άδικοι θα προσαχθούν βίαια και οδυρόμενοι στη δίκη, όπου θα ακούσουν την καταδικαστική απόφαση του Θεού. Εκεί τους περιμένει άσβεστο πυρ και ακατάπαυστο, απότομο και κατηφορικό βάραθρο».
Είναι θαυμαστό και μεγαλειώδες και ασύλληπτο ο Μέγας κοσμοκράτωρ, Κωνσταντίνος, ευρισκόμενος στο απόγειο της δόξης, να μετανοιώνει, να ταπεινώνεται και να χαμηλώνει, για να περάσει τις πύλες του ουρανού. Διότι οι πύλες του ουρανού μόνο για τους ταπεινούς ανοίγουν. Αυτό το χαμήλωμα του Μεγάλου απαιτούσε πίστη ακράδαντη. Προϋπόθετε ανδρεία ψυχής. Ενείχε σύνεση και αγιότητα. Φανέρωνε μεγαλείο ψυχής. Όλα αυτά τα είχε ο Κωνσταντίνος. Γι’ αυτό κοντά στα επίγεια μεγαλουργήματά του, ενήργησε και τα «ουράνια έργα», ασφαλή ελπίδα για την Αιώνια Βασιλεία.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 22, 2018

megas kon

Ο Κυβερνήτης που θα έπρεπε να θυμούνται οι σημερινοί πολιτικοί και ή να προσπαθούν να του μοιάσουν ή να κρύβονται

Κι όταν ακούσουν την λέξη Άγιος, αρχίζουν να διαμαρτύρονται οι κράχτες της αθεΐας και της απιστίας.

Είναι Άγιος;

Στρατηγός, ναι είναι, Βασιλιάς και Αυτοκράτορας ναι. Μέγας ναι είναι, αλλά Άγιος; Όχι, δεν είναι Άγιος λένε. Γιατί δεν είναι Άγιος; Διότι, λέ­νε, ότι ο Μ. Κωνσταντίνοςέκανε εγκλήματα, ότι σκότωσε τον γιο του τον Κρίσπο, ότι σκότωσε την δεύτερη γυναίκα του την Φαύστα, και συνεπώς δεν πρέπει να ονομάζεται Άγιος.

***

Τί έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτούς, που πολεμούν τον Μ. Κωνσταντίνο, μόνο και μόνο επειδή υπήρξε Χριστιανός; Αν δεν ήταν Χριστιανός, αλλ’ ήταν ειδωλολάτρης, όπως οΙουλιανός ο παραβά­της, που πρόδωσε την Εκκλησία, τότε θα τον δόξαζαν. Ενώ ο Κωνσταντίνος, που υποστήριξε την πίστη την Ορθόδοξη και έθεσε γερά θεμέλια, μισείται και συκοφαντείται από τους εχθρούς του Χριστού.

Απαντάμε: Λησμονούν ή αγνοούν αυτοί, ότι στην πίστη μας υπάρ­χει ένα μεγάλο πράγμα, που λέγεται: Μετάνοια. Ένα δάκρυ του αμαρτωλού ο,τιδήποτε κι αν έχει διαπράξει, ένα δάκρυ στο μυστήριο της Εξομολόγησης συγχωρεί όλα τα αμαρτήματα. Αν δεν υπήρχε η μετάνοια, άδειος θα ήταν ο Παράδεισος, δεν θα είχαμε εορτολόγιο, δεν θα είχαμε Αγίους, διότι δεν υπάρχει άγιος που δεν έκλαψε και δεν μετανόησε για τα αμαρτήματά του. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τον Παράδεισο, αγαπητοί, παρά μόνο η θύρα της μετανοίας. Και ο αγ. Κωνσταντίνος δεν γεννήθηκε Άγιος, έγινε Άγιος. Διέπραξε σφάλματα, ναι, αλλά μετανόησε. Μην ξεχνάτε, ότι ανατράφηκε μέσα στο περιβάλλον των απανθρώπων Διοκλητιανού και Γαλέριου, κι όμως διαφωνούσε με όλους αυτούς.

Είναι Άγιος, διότι η παρουσία του μέσα στον κόσμο είναι φως Χριστού. Φως είναι η κλήση του, η οποία μοιάζει καταπληκτικά με την κλήση του απ. Παύλου γι’ αυτό κι αναφέρεται στο Απολυτίκιό του. Όπως ο απ. Παύλος κλήθηκε από τον Χριστό δι’ οράματος όταν βάδιζε την οδό της Δαμασκού και είδε φως υπέρλαμπρο και άκουσε φωνή:Σαούλ-Σαούλ τί με διώκεις;Έτσι και τον άγιο Κωνσταντίνο τον εκάλεσε δι’ οράματος. Οράματος ιστορικού που αναφέρουν οι σύγχρονοί του ιστορικοί1. Ποιό είναι το όραμα; Όταν έφθασε έξω από την Ρώμη την 28ηΟκτωβρίου του έτους 312 και ο στρατός του αντιπάλου του ήταν τριπλάσιος και η ήττα του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν βεβαία, εκεί όπως καθόταν στενοχωρημένος, είδε μέρα μεση­μέρι σημείο μέγα: Είδε τα άστρα του ουρανού να σχηματίζουν Σταυ­ρό, και κάτω από τον Σταυρό είδε σύνθημα: «Εν Τούτω Νίκα» (In hoc vinca). Και από την ώρα εκείνη πείσθηκε πως το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκει στο Χριστό. Τότε θέσπισε το λάβαρο που προηγείτο της στρατειάς του και με το σήμα αυτό, το «Εν Τούτω νί­κα», νίκησε τον Μαξέντιο και εισήλθε στη Ρώμη και διεκήρυξε σε όλη την πόλη, ότι η νίκη αυτή δεν ανήκει στις λεγεώνες του αλλά ανήκει στον Τίμιο Σταυρό.

Φως είναι τα Διατάγματά του. Το πρώτο διάταγμα τον Φεβρουά­ριο του 313 ήταν να σταματήσει τουςδιωγμούς. Για φανταστείτε, 300 χρόνια κράτησε ο διωγμός εναντίον των Χριστιανών. Απαγορευόταν να είναι κάποιος Χριστιανός. Και μόνον η λέξη Χριστιανός ήταν αιτία καταδίκης, δεν εξέταζαν τίποτε άλλο, είσαι Χριστιανός; Τελεί­ωσε, δήμευση περιουσίας, μαρτύρια αφάνταστα, φρικτά βασανιστή­ρια. Πόσοι μάρτυρες; 12 εκατομμύρια μάρτυρες. Για 300 χρόνια παρακαλούσαν οι χριστιανοί: Κύριε, δος μας ειρήνη, και έδωσε, και η ειρήνη ήρθε στον κόσμο μέσω του εκλεκτού οργάνου της θείας Προνοίας2, ο οποίος ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Πώς λοιπόν να μην τον τιμήσουμε;Και μόνο για το διάταγμα αυτό που υπέγραψε με τα άγια του χέρια, έπρεπε να τον τιμήσουμε. Φως ακόμη είναι η ευγένεια της ψυχής του και η αμνησικακία του. Λένε, πως κάποτε εχθροί του ειδωλολάτρες, αποκεφάλισαν ένα άγαλ­μά του. Όταν του το κατήγγειλαν σήκωσε τα χέρια του, έπιασε το κεφάλι του και είπε, εδώ είναι το κεφάλι μου, δεν μου λείπει τίποτα, μη τους τιμωρήσετε. Άλλοτε έλεγε:εάν δω ένα κληρικό να αμαρτάνει, εγώ θα τον σκεπάσω με την χλαμύδα μου για να μη βλέπουν οι άνθρωποι τα αμαρτήματά τουκαι αυτό δείχνει τον πόθο του για την Εκκλησία ώστε να μην υπάρχουν σκάνδαλα.

Κατήργησετην λατρευτικήπροσκύνηση του εκάστοτε Ρωμαίου αυτοκράτορα, ο οποίος εθεωρείτο και ελατρεύετο ως ο επί γης Θεός.

Φως ακόμη είναι η Νομοθεσία του. Για πρώτη φορά παρουσιάσθη­κε νομοθεσία χριστιανική. Το όραμά του ήταν σπάνιο, τί όραμα; Να φτιάξει κράτος χριστιανικό, παγκόσμιο και να το προσφέρει ως προσφορά – ευχαριστία στο Χριστό για να το αγιάσει και να το θεώσει, γι’ αυτό και εικονίζεται κρατώντας στο χέρι του μία σφαίρα, τον κό­σμο δηλαδή. Κι όπως ο πατριάρχης Αβραάμ άκουσε τη φωνή του Θε­ού που του είπε, έξελθε εκ της χώρας σου και να εγκατασταθείς σε χώρα μακριά που θα σου δείξω (Γένεσις 12, 1), έτσι κι ο άγ. Κωνσταντίνος εξήλθε εκ της αρχαίας Ρώμης, της πόλης του εγκλήματος της βαμμένης με τα αίματα των αθώων Χριστιανών και έχτισε νέα Ρώμη στον Βόσπορο, που αργότερα, μετά την αγία Κοίμησή του αξίως και δικαίως ονομάσθηκε Κωνσταντινούπολις. Και από εκεί έλαβε μέτρα που απέβλεπαν στην ανύψωση της πνευματικής στάθμης και τον αγιασμό του λαού.

Ποιά μέτρα;Έκλεισε όλα τα νυχτερινά κέντρα διαφθοράς. Υ­πήρχαν κέντρα που μαζευόντουσαν γυναίκες κάτω από την προστα­σία των αισχρών θεοτήτων,κέντρα της Αφροδίτης, κέντρα του Βάκ­χου, τα έκλεισε όλα. Έκλεισε ταμαντεία, κατήργησε τουςμάγουςπου εκμεταλεύοντο τον λαό και τον απατούσαν.Απαγόρευσε την βλαστήμια. Όλα τα συγχωρώ είπε, ένα όμως δεν το συγχωρώ, την βλαστήμια. Όποιος βλαστημήσει το όνομα του Χριστού, αυτός αμέσως θα συλλαμβάνεται και θα εξορίζεται.

Ετίμησε με διάταγμα την Κυριακή ημέρα. Την ανακήρυξε ημέρα λαμπρή και μεγάλη, απαγόρευσε να υπάρχουν καταστήματα ανοιχτά. Ιπποδρόμια, κέντρα διασκέδασης κλειστά,αργία τα πάντα.

Υποστήριξε τους μικροκτηματίες, τους εργάτες, έλαβε μέτρα κα­τά της τοκογλυφίαςκαι κάθεαδικίας, ήταν ο πρώτος που υποστήριξε τα ανθρώπινα δικαιώματα, προστάτεψε τις χήρεςκαι τα ορφανά, έδειξε ειδικό ενδιαφέρον για την κοινωνική πρόνοια.

Προστάτεψε την Ορθόδοξη Πίστη. Κι όταν παρουσιάσθηκε ο αιρεσιάρχης Άρειος και άνοιξε το βρωμερό του στόμα εναντίον του Κυ­ρίου μας Ιησού Χριστού, για να πει, ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αληθινός ομοούσιος με τον Πατέρα, τότε ο άγ. Κωνσταντίνος έδωσε εντολή να συγκληθεί η Α’ Οικουμενική Σύνοδοςστη Νίκαια της Βιθυνίας για να συντάξουν το Πιστεύω, και παρουσιάσθηκε και ο ίδιος εκεί στην συνέλευση των Ιεραρχών, όχι ως Αυτοκράτωρ – Πλανητάρ­χης Ανατολής και Δύσης, με εγωισμό, αλλά με ταπείνωση και ασπα­ζόταν τα χέρια των Αγίων Αρχιερέωνπολλοί των οποίων είχαν πά­νω στα σώματά τους νωπά τα στίγματα του μαρτυρίου. Ερωτηθείς για το θέμα, μη γνωρίζοντας όμως θεολογία είπε το εξής ωραίο:Σέβο­μαι αυτό που δεν γνωρίζω.

Ενίσχυσε τις ιεραποστολές, επί των ημερών του οι Αρμένιοι έγι­ναν χριστιανοί, οι Ίβηρες επίσης, το φως του Χριστού έφθασε μέχρι την Ινδία.

Με εντολή του βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρόςκαι χτίστηκαν οι πρώτοι Ναοί στα Ιεροσόλυμα.
Υπήρξε ιδρυτής και θεμελιωτής μιας Αυτοκρατορίας Χριστια­νικής που κράτησε χίλια εκατό χρόνια.

Τέλος, αγαπητοί, όταν κατάλαβε πως πλησιάζει το επίγειο τέλος του, ενώπιον μιας ομηγύρεως Επισκόπωνεξομολογήθηκετα αμαρτήματά του και έκλαψε, και μετά βαπτίσθηκεσε ηλικία περίπου 63 ετών και δεν φόρεσε πια την αυτοκρατορική χλαμύδα, τα βασιλικά και λαμπρά ενδύ­ματα, αλλά μόνο την λευκή στολή του βαπτίσματος και ομολόγησε, πως τώρα αισθάνεται όντως Αυτοκράτωρ.Κοινώνησε τα άχραντα Μυστή­ρια, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αγνός και καθαρός, χαίρων και προσευχόμενος επορεύθη στην ουράνια Βασιλεία.

Αγαπητοί, κι αν ακόμη αγνοήσουμε όλα τα παραπάνω, τα κριτή­ρια της Αγιότητός του για την Εκκλησία μας είναι τα εξής δύο: α)Η θεοπτία και η Χάρις που είχε ο Άγιος, όπως προαναφέραμε και β)Η μετά θάνατον θαυματουργία του.

Είναι αλήθεια πως μετά την αγία κοίμησή του, το ιερό λείψανο ενταφιάσθηκε με βασιλικές τιμές στο νάρθηκα του Ναού των Αγίων Αποστόλων, όπου ευωδίασε και μυρόβλυσεκαι πολλά θαύματα ετέλεσε3. Ίσως πουν μερικοί, αυτά τα λέ­νε οι χριστιανοί δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια. Αγαπητοί, έστω και αν κάποιοι δεν πιστεύουν, τα κριτήρια της αγιότητός του είναι αυτά τα δύο και μόνον αυτά. Έτσι με την σφραγίδα του Θεού ο άγιος Κων­σταντίνος είναι Άγιος και Ισαπόστολος.

Η ιστορία τον ανέδειξε Μέγα και η Εκκλησία Άγιο.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΘΕΟΣΤΕΠΤΩΝ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Μάιος 22, 2018

agia eleni

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Είναι γνωστό πως λίγα πρόσωπα στη μακραίωνη πορεία της ανθρωπότητας τιμήθηκαν από την Ιστορία με τον τίτλο του Μεγάλου. Εξέχουσα ανάμεσά τους μορφή αποτελεί αναμφίβολα ο Μέγας Κωνσταντίνος. Κι αναδείχτηκε πραγματικά Μεγάλος, όχι μόνο σε έργα πολιτικής σύνεσης, οικονομικής διαχείρισης, διοικητικής μεταρρύθμισης, στρατιωτικής δεξιοτεχνίας, φρόνησης και ανδρείας, αλλά, με άριστο συνδυασμό, Μεγάλος και σε έργα μεγάλα, στερέωσης του μέχρι τότε χειμαζομένου Χριστιανισμού, ενίσχυσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αποκατάστασης της εσωτερικής της ενότητας, τιμής των αγίων Μαρτύρων, ανέγερσης ναών, σύγκλησης Συνόδων…

Και μαζί του ασφαλώς μεγαλύνεται η Αγία μητέρα του Ελένη, παιδαγωγός, και συμβοηθός, και συντελεστής στα θεία έργα, στη φιλανθρωπία, στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού και ανάδειξη των Αγίων Τόπων, στη στήριξη των πιστών, στον εκχριστιανισμό των απίστων…

Πόσα άραγε δεν οφείλει σήμερα ο χριστιανικός κόσμος στη βασιλική τούτη δυάδα, την οποία, δίκαια και θεόπνευστα, η Εκκλησία μας κατέταξε στον χορό των Αγίων, απονέμοντάς τους επάξια και τον τίτλο των ισαποστόλων;

Αλλά και σύμφωνα με παλαιά βυζαντινή παράδοση, για την οποία θα μιλήσουμε στη συνέχεια, η ιστορική πορεία της μεγαλονήσου μας Κύπρου σηματοδοτήθηκε ανεξίτηλα από την εδώ παρουσία της βασιλομήτορος Ελένης, κατά την επιστροφή της από τους Αγίους Τόπους, όπου, ως γνωστό, είχε σταλεί απ’ τον Μεγάλο βλαστό της κατά θεία υπόδειξη. Η ίδια παράδοση αποδίδει στην Αγία Ελένη, και άρα έμμεσα και στον υιό της, την ίδρυση της καθ’ ημάς Μονής του Τιμίου Σταυρού, την οποία τότε προικοδότησε με τα άγια Σύμβολα του Δεσποτικού Πάθους (τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου, ένα από τους αγίους Ήλους και τον Σταυρό του Καλού Ληστού).

Είναι για τους λόγους αυτούς, που η Μονή μας, αποτίουσα χρέος υιικό και φιλάγιο στους Αγίους της Κτήτορες, οδηγήθηκε στην απόφαση να εκδώσει τον παρόντα Βίο τους. Ένα Βίο σε συνοπτική βεβαίως μορφή, για την ωφέλεια των εν Κυρίω αδελφών μας. Μα κι ένας λόγος παραπάνω: Η από καιρού επιχειρουμένη συστηματική αλλοίωση και παραποίηση του προσώπου και του έργου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τόσο από ορθολογιστές ιστορικούς, όσο και από αιρετικές ομάδες, αλλά και από έργα φθηνής φιλολογικής παραγωγής, με οπωσδήποτε υστερόβουλες αντιχριστιανικές ή και αντορθόδοξες διαθέσεις.

Στον Βίο αυτό επισυνάπτεται η παλαιότερη έκδοσή μας, «Το Σημείο του Σταυρού», του ιερού Σημείου, που στάθηκε η έμπνευση, ενίσχυση και παρηγορία των Αγίων τούτων, που τόσο άμεσα συνδέθηκε μαζί τους και στήριξε την άνωθεν δεδομένη σ’ αυτούς βασιλική εξουσία, το Σημείο, που αποτελεί το καύχημα και τη δόξα όλων των απ’ αιώνος πιστών.

Γέννηση και καταγωγή των Αγίων

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο ενδοξότατος πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, ο ιδρυτής της βασιλεύουσας Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στην πόλη Ναϊσσό, τη σημερινή Νίσσα της κεντρικής Σερβίας, γύρω στο έτος 275.

Πατέρας του ήταν ο ελληνοϊλλυρικής καταγωγής Κωνστάντιος ο Χλωρός, αξιωματούχος τότε του ρωμαϊκού κράτους, ο οποίος κατόπιν, όπως θα δούμε, ανακηρύχθηκε Καίσαρας και Αύγουστος των δυτικών επαρχιών.

Μητέρα του υπήρξε η πολύ ευσεβής και ενάρετη Ελένη, που γεννήθηκε στην πόλη Δρέπανο της Βιθυνίας (Μικράς Ασίας) περί το έτος 247, από πατέρα ξενοδόχο. Την πόλη αυτή ο Μ. Κωνσταντίνος μετονόμασε αργότερα Ελενόπολη, προς τιμή της μητέρας του.

Ο Κωνστάντιος νυμφεύθηκε την Ελένη γύρω στο 273. Ο Μέγας Κωνσταντίνος υπήρξε ο πρωτότοκος από τα παιδιά που απέκτησαν.

Η τότε κατάσταση του κράτους

Την εποχή εκείνη της γέννησης του Κωνσταντίνου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε περιέλθει σε χαώδη κατάσταση. Οι βασιλείς, ο ένας μετά τον άλλο, φονεύονταν, και ανερχόταν ο εκάστοτε επικρατέστερος στον θρόνο. Το 284, μετά τη δολοφονία του Νουμεριανού, ανακηρύχθηκε στη Χαλκηδόνα ως νέος αυτοκράτορας ο Διοκλητιανός, που καταγόταν από τη Δαλματία, και έγινε αργότερα μεγάλος διώκτης των χριστιανών. Βασίλευσε για 21 έτη (μέχρι το 305), δύο όμως έτη μετά (286) διαίρεσε το Ρωμαϊκό κράτος σε δύο τμήματα, το Ανατολικό ή Ιλλυρικό και το Δυτικό τμήμα. Το Ανατολικό τμήμα περιλάμβανε την Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο, και είχε πρωτεύουσα τη Νικομήδεια, όπου εγκαταστάθηκε ο ίδιος και απ’ όπου διεύθυνε την όλη αυτοκρατορία. Στο Δυτικό τμήμα, που περιλάμβανε την Ιταλία, τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Βρεταννία και τη Βόρεια Αφρική, με έδρα τα Μεδιόλανα (Μιλάνο της Ιταλίας) εγκατέστησε αυτοκράτορα τον έμπιστο φίλο του Μαξιμιανό τον Ερκούλιο (Ηρακλή).

Προχωρώντας στη διοικητική μεταρρύθμισή του ο Διοκλητιανός, το 293 διόρισε άλλους δύο βοηθούς στην ενάσκηση της εξουσίας, τους οποίους ονόμασε Καίσαρες, ενώ ο ίδιος και ο Μαξιμιανός διατήρησαν τον τίτλο του Αυγούστου (Σεβαστού). Οι Καίσαρες θα ήσαν συμβασιλείς, βοηθοί και διάδοχοι των Αυγούστων. Στην Ανατολή ο Διοκλητιανός προσέλαβε ως Καίσαρα τον γαμβρό του Γαλέριο, ενώ στη Δύση όρισε τον Κωνστάντιο Α’ τον Χλωρό, υπό την εξουσία του Μαξιμιανού.

Ο Κωνστάντιος με την ανακήρυξή του σε Καίσαρα (το 293) αναγκάσθη­κε να διαζευχθεί την Ελένη, λόγω της ταπεινής καταγωγής της, την οποία η ρωμαϊκή νομοθεσία θεωρούσε ασυμβίβαστη για την άνοδο σε υψηλά αξιώματα του κράτους. Η Ελένη έδειξε απόλυτη κατανόηση στο δίλημμα του Κωνσταντίου, ο οποίος υποχρεώθηκε να νυμφευθεί τη θετή θυγατέρα του Αυγούστου της Δύσης Μαξιμιανού Θεοδώρα. Αποσύρθηκε τότε η Ελένη από τον δημόσιο βίο και επιδόθηκε σε ποικίλα έργα φιλανθρωπίας, είχε δε τη συμπαράσταση του υιού της Κωνσταντίνου σε όλους τους σταθμούς της εξέλιξής του (Καίσαρ, Αύγουστος, Αυτοκράτορας). Αλλά στο έργο της Ελένης θα επανέλθουμε αργότερα.

Ο Κωνσταντίνος όμηρος στους Διοκλητιανό και Γαλέριο. Ο Θεός τον διασώζει
Τότε (293) ο Διοκλητιανός, για περισσότερη ακόμη ασφάλειά του, κράτησε όμηρο κοντά του τον Κωνσταντίνο, ως εγγυητή της πιστότητας του πατέρα του. Στην αυτοκρατορική αυλή της Ανατολής παρέμεινε ο Κωνσταντίνος μέχρι και που βασίλευσε ο Γαλέριος (έτος 305), συναναστρεφόμενος με ασεβείς και τυράννους. Δεν εξομοιώθηκε όμως στα ήθη και τις πράξεις με αυτούς, γιατί η αγία του μητέρα Ελένη φρόντισε να του δώσει ορθή ανατροφή. Κατ’ αυτό το διάστημα είχε την ευχέρεια να μαθητεύσει σε πολύ αξιόλογους διδασκάλους. Παράλληλα εντάχθηκε στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού και έλαβε μέρος σε εκστρατείες με το υψηλό αξίωμα του τριβούνου.

Ο νεαρός Κωνσταντίνος διακρινόταν για την ωραιότητα του σώματος, το εντυπωσιακό παράστημα, τη μεγάλη του δύναμη και τις φυσικές δεξιότητες, αλλά και τα έξοχα πνευματικά του χαρίσματα, τη σωφροσύνη, τη φρόνηση, τη σοφία και ευγένεια των τρόπων, που καθιστούσαν παντού αισθητή την παρουσία του.

Οι ειδωλολάτρες τύραννοι τον ζήλευαν τρομερά για τα ποικίλα του χαρίσματα, και σχεδίαζαν να τον θανατώσουν με τρόπο πονηρό και μυστικό. Ο Πανάγαθος όμως Θεός, που γνωρίζει τα μέλλοντα να συμβούν, διαφύλαξε αβλαβή τον Κωνσταντίνο από τις δολοπλοκίες και πανουργίες τους και, τελικά, εξολόθρευσε τους φθονερούς εχθρούς του.

Το έτος 305, κατόπιν συμφωνίας, οι δύο Αύγουστοι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός παραιτήθηκαν από κοινού και αποσύρθηκαν από την εξουσία. Τότε στη θέση τους ανακηρύχθηκαν Αύγουστοι, στη Δύση μεν ο πατέρας του Κωνσταντίνου Κωνστάντιος και στην Ανατολή ο γαμβρός του Διοκλητιανού Γαλέριος. Ο Κωνσταντίνος όμως κρατήθηκε στην αυλή του Γαλερίου, που φθονούσε τα εξαίρετα προτερήματά του, και προσπάθησε κι αυτός με δολιότητα να τον εξοντώσει. Με τη βοήθεια όμως του Κυρίου διέμεινε και πάλιν αβλαβής και, με έγκριση τελικά του Γαλερίου, αφού ο ίδιος ο Κωνστάντιος το είχε ζητήσει, έσπευσε στα Τρέβηρα της Γαλατίας το ίδιο έτος (305) να συναντήσει τον ασθενή πατέρα του, που είχε αναλάβει εκστρατεία για τη Μεγάλη Βρεταννία.

Ο Κωνσταντίνος ανακηρύσσεται βασιλέας

Μόλις ο Κωνστάντιος είδε τον υιό του, χάρηκε υπερβολικά, γιατί τον δέχθηκε στην πιο κατάλληλη στιγμή, αφού επιθυμούσε να τον αφήσει διάδοχο του θρόνου του. Και είχε μεν ο Κωνστάντιος άλλους τρεις υιούς από τη σύζυγό του Θεοδώρα, αλλ’ ο Κωνσταντίνος κέρδισε αμέσως την πλήρη εμπιστοσύνη του πατέρα του, καθώς και τον θαυμασμό του στρατού, για τα έξοχα διοικητικά και στρατηγικά του προσόντα. Για τούτο και πριν αποθάνει, διόρισε τον Κωνσταντίνο βασιλέα. Έτσι ο θάνατος του Κωνστάντιου στις 7 Ιουλίου του 306 στην πόλη Εβόρακο (Υόρκη) της Βρεταννίας δεν δημιούργησε προβλήματα διαδοχής, γιατί ο στρατός με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις ανακήρυξε ως διάδοχό του τον Κωνσταντίνο, ο οποίος νυμφεύθηκε τη Μινερβίνα, απ’ την οποία απέκτησε υιό τον Κρίσπο. Ο Κωνσταντίνος λοιπόν στέφθηκε Καίσαρας στις 24 Ιουλίου του 306.

Εδώ πρέπει να τονίσουμε και τις αρετές του Κωνσταντίου. Αυτός, αν και δεν ήταν χριστιανός, αγαπούσε όμως και τιμούσε πολύ τους χριστιανούς. Και ήταν ο μόνος ηγεμόνας, που δεν άσκησε διωγμούς στις επαρχίες που εξουσίαζε, όταν οι άλλοι τρεις (Διοκλητιανός, Γαλέριος και Μαξιμιανός) είχαν κινήσει τους γνωστούς μεγάλους διωγμούς, κατά τους οποίους αναδείχτηκαν πλήθη Μαρτύρων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τίμησε τους πιστούς χριστιανούς της αυλής του με υψηλά αξιώματα. Ήταν ακόμη πολύ ελεήμονας και φιλάνθρωπος, γιατί ποτέ δεν θησαύρισε χρυσάφι ή ασήμι πέρα από τις ανάγκες που είχε, και βοηθούσε πάντοτε τους πτωχούς. Και ο σεπτός υιός του κληρονόμησε τις πατρικές αυτές αρετές, επαυξάνοντάς τες.

Στο διάστημα αυτό ο Διοκλητιανός είχε ορίσει Καίσαρα της Ανατολής τον Μαξιμίνο Δαΐα, ενώ στη Δύση τον στρατηγό Σεβήρο, που έστειλε στη Ρώμη. Αυτός, με τον θάνατο του Κωνσταντίου του Χλωρού, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας στη Δύση. Τότε όμως ο υιός του παραιτηθέντος αυτοκράτορος Μαξιμιανού, ο Μαξέντιος, που ήταν και γαμβρός του Γαλερίου, ανάγκασε τον πατέρα του να επανέλθει στον θρόνο, και οι δύο κατανίκησαν στη συνέχεια τον Σεβήρο, τον φόνευσαν και ανακηρύχθηκαν αυτοί αυτοκράτορες στη Ρώμη (28.10.306). Κατόπιν συνήψαν συμμαχία με τον Κωνσταντίνο, ο οποίος και διαζεύχθηκε την πρώτη σύζυγό του Μινερβίνα, νυμφεύθηκε δε με την κόρη του Μαξιμιανού και αδελφή του Μαξεντίου Φαύστα (31 Μαρτίου 307), νέα περίφημη για την ομορφιά της, αλλά πονηρή και κακότροπη, όμοια στον χαρακτήρα με τον πατέρα της.

Θάνατος των Μαξιμιανού και Γαλερίου

Αποκαταστάθηκε τότε προσωρινά η ειρήνη στα πολιτικά πράγματα της αυτοκρατορίας, κι ο Κωνσταντίνος εγκατέστησε την έδρα του στην πόλη Αρελάτη της νότιας Γαλλίας, απ’ όπου διακυβερνούσε το βασίλειό του με κάθε δικαιοσύνη, γι’ αυτό και αγαπήθηκε πολύ απ’ τον λαό.

Ενωρίς ο Μαξιμιανός ήλθε σε ρήξη προς τον υιό του Μαξέντιο, και επιχείρησε να του αφαιρέσει τον θρόνο. Νικήθηκε όμως απ’ αυτόν, και κατέφυγε στον γαμβρό του Κωνσταντίνο, που τον δέχθηκε με πραγματική καλωσύνη. Επειδή όμως κι εκεί επιδόθηκε σε μηχανορραφίες και συνωμοσία εναντίον του Κωνσταντίνου, αυτός διέταξε τη φυλάκισή του. Τελικά, απελπισμένος, ο Μαξιμιανός αυτοκτόνησε (Ιούλιος του 310), κι αυτοτιμωρήθηκε έτσι για όσα κακά είχε διαπράξει.

Ο Γαλέριος, σκοπεύοντας να κυριαρχήσει και στη Δύση, συγκέντρωσε πολυάριθμο στρατό και εκστράτευσε εναντίον των Μαξεντίου και Κωνσταντίνου. Καθ’ οδόν προς τη Ρώμη έπεσε σε παγίδα του Μαξεντίου και έπαθε μεγάλη καταστροφή. Φοβήθηκε λοιπόν, υποχώρησε, και στράφηκε κατά του Κωνσταντίνου. Αλλά και στη μάχη μ’ αυτόν έπαθε τέτοια πανωλεθρία, ώστε σε λίγο διάστημα το στράτευμά του αφανίστηκε τελειωτικά. Τότε αφαίρεσε τη βασιλική στολή και φόρεσε πτωχική, για να μην αναγνωρίζεται και, μαζί με λίγους έμπιστους στρατιώτες του, διέφυγε και κρυβόταν από χώρα σε χώρα. Ο Κωνσταντίνος έστειλε παντού ανθρώπους να τον βρουν και να τον θανατώσουν, αλλ’ η θεία Δίκη πρόλαβε και τον βρήκε πιο πριν, γιατί περιέπεσε σε φοβερή ασθένεια και απέθανε (Μάιος 311).

Η εμφάνιση του Τιμίου Σταύρου στον ουρανό
και του Χριστού στον ύπνο του Κωνσταντίνου

Μετά τον θάνατο του Γαλερίου οι αυτοκράτορες της Ανατολής Αύγουστος Λικίνιος και Καίσαρας Μαξιμίνος ήλθαν σε ρήξη. Τότε ο Μαξιμίνος συνήψε συμμαχία με τον Μαξέντιο, ο δε Λικίνιος με τον Κωνσταντίνο, και, ως εχέγγυο, νυμφεύθηκε την Κωνσταντία, θετή αδελφή του Κωνσταντίνου.

Ο Μαξέντιος τότε άρχισε να συγκεντρώνει πολυάριθμο στρατό από την Ιταλία και Αφρική, με σαφή προοπτική την εξουδετέρωση της απειλής του Κωνσταντίνου στη Δύση, και σκόπευε να κάμει αιφνιδιαστική εισβολή στη Γαλατία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν είχε άλλη επιλογή, ακούοντας μάλιστα τις αισχρουργίες και την τυραννία του Μαξεντίου στους Ρωμαίους, γι’ αυτό και ανέλαβε με αποφασιστικότητα την πρώτη κίνηση, αν και διέθετε πολύ μικρότερες δυνάμεις. Αφού διαπέρασε με τον στρατό του τις Άλπεις, κατέλαβε με αστραπιαία προέλαση, τη μια μετά την άλλη, τις πόλεις της βόρειας Ιταλίας μέχρι τον Ηριδανό (Πάδο) ποταμό (Σεπτέμβριος 312). Η θριαμβευτική είσοδός του στα Μεδιόλανα άνοιξε τον δρόμο προς τη Ρώμη, την οποία ο Μαξέντιος επέλεξε ως τόπο της αναμέτρησής του. Έτσι λοιπόν ο Κωνσταντίνος, προελαύνοντας αήττητος, έφθασε στα πρόθυρα της Ρώμης, όπου τον περίμενε ο Μαξέντιος με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις. Τα δύο στρατεύματα αντιπαρατάχθηκαν τότε, έτοιμα για την τελική μάχη. Ενώ λοιπόν ο Κωνσταντίνος παρατηρούσε περίλυπος τα εχθρικά στρατεύματα και συλλογιζόταν πώς θα μπορούσε να επιτύχει τη νίκη, κατά τις πρώτες απογευματινές ώρες της ημέρας εκείνης είδε στον ουρανό φωτεινό το σημείο του Τιμίου Σταύρου και γύρω του την επιγραφή, «Εν τούτω νίκα». Μάρτυρας της θαυμαστής αυτής θεοσημίας υπήρξε όλο το στράτευμα του Κωνσταντίνου! Απορούσε δε ο ευσεβής βασιλέας για το νόημα του οράματος.

Γι’ αυτό τη νύχτα φάνηκε στον ύπνο του και ο ίδιος ο Χριστός με το σημείο του Σταυρού, ερμηνεύοντάς το σ’ αυτόν και τον προέτρεψε να κατασκευάσει ένα σταυρικό λάβαρο, σαν εκείνο που είδε, να το φέρει με πίστη ως φυλακτήριο στους πολέμους, και θα νικούσε με τη δύναμή Του πάντοτε τους εχθρούς του.

Πράγματι την επομένη το πρωί κάλεσε τεχνίτες και διέταξε και κατασκεύασαν το λάβαρο του Σταυρού, το οποίο επιχρυσώθηκε και στολίσθηκε στο άνω μέρος με στεφάνι από πολύτιμους λίθους, που έφερε στο μέσο το χριστόγραμμα. Από το εγκάρσιο κέρας κρεμόταν ύφασμα, επίσης στολισμένο με πολύτιμους λίθους. Τούτο το θείο λάβαρο πρόσταξε πενήντα εκλεκτούς στρατιώτες να το μεταφέρουν εναλλάξ μπροστά απ’ όλο το στράτευμα.

Το ιερό λάβαρο θριαμβεύει

Ο Μαξέντιος, έχοντας βεβαιότητα ότι θα νικήσει τον Κωνσταντίνο, κατασκεύασε κάτω από την παλαιά γέφυρα του Τίβερη ποταμού Μουλβία άλλη, χαμηλότερη και εύθραυστη. Με την πανουργία του αυτή έλπιζε πως ο Κωνσταντίνος, σαν θα νικόταν και θα προσπαθούσε να διαφύγει, θα περνούσε απ’ αυτή τη δόλια γέφυρα με το στράτευμά του. Αλλ’ ο Θεός οικονόμησε πολύ διαφορετικά τα πράγματα!

Πραγματικά, όταν συγκροτήθηκε η τελική μάχη στους Κόκκινους Βράχους (28 Οκτωβρίου 312), νίκησε ο Σταυρός, το ανίκητο σύμβολο, που προπορευόταν του στρατεύματος του Κωνσταντίνου! Τόσος φόβος κατέλαβε τότε τον Μαξέντιο, που τα έχασε, και δεν έβλεπε προς τα πού πήγαινε! Καταδιωγμένος, όρμησε απερίσκεπτα να περάσει από τη δόλια εκείνη γέφυρα. όχι μόνο ο ίδιος, αλλά και ανώτεροι αξιωματικοί και αρκετοί στρατιώτες του. Αμέσως όμως αποκόπηκε η γέφυρα και, αφού πέσανε όλοι μέσα στον Τίβερη ποταμό, πνίγηκαν! Ο Κωνσταντίνος τότε δόξασε τον Θεό, και θαύμασε τη δύναμη του Σταυρού, βλέποντας τέτοιο θαύμα. Σε λίγο ο υπόλοιπος στρατός του Μαξεντίου αποδεκατίσθηκε και διαλύθηκε.

Τον θρίαμβο του Κωνσταντίνου γιόρτασαν με μεγάλη χαρά όλοι οι πολίτες της Ρώμης. Στόλισαν μεγαλόπρεπα την πόλη και υποδέχτηκαν συγκινημένοι τον μεγάλο νικητή με κραυγές ευφημικές. Αλλ’ ο Κωνσταντίνος απέδωσε μεγαλόφωνα τη νίκη στον Θεό, και πρόσταξε να στήσουν αναμνηστικές στήλες με τον Τίμιο Σταυρό στα κυριώτερα μέρη της πόλης. Ακόμη να ερευνήσουν προσεκτικά για την ανεύρεση των ιερών λειψάνων των αγίων Μαρτύρων, που είχανε χύσει το αίμα τους για την αγάπη του Χριστού, και να τα ενταφιάσουν με την πρέπουσα τιμή και ευλάβεια. Αλλά συνεχίστηκαν οι ευεργεσίες του θεοπρόβλητου βασιλέα: Ανακάλεσε από την εξορία τους εξορίστους, απελευθέρωσε τους κρατουμένους από τις φυλακές, απέδωσε τιμές στον κλήρο, ανήγειρε ναούς του αληθινού Θεού, σκόρπισε πλουσιοπάροχη ελεημοσύνη προς τους ενδεείς και πένητες!

Αλλά και μετά το διπλό πιο πάνω όραμα (του Σταυρού και του Χριστού) και τη θαυμαστή νίκη με τη βοήθειά Τους, ο Κωνσταντίνος, που ήταν ήδη ευνοϊκά προδιατεθειμένος προς τον Χριστιανισμό, ζήτησε ιερωμένους ευλαβείς, οι, οποίοι τον κατήχησαν και τον δίδαξαν ποιος ήταν ακριβώς ο Θεός, που του εμφανίσθηκε και το βαθύτερο νόημα του οράματός του, καθώς και τα κύρια δόγματα της χριστιανικής πίστης. Κι αυτός μαθήτευσε ταπεινά κοντά τους. Έκτοτε επιδόθηκε σε ιερά αναγνώσματα και κατέστησε εναρέ­τους ιερείς ως συμβούλους του.

Το Διάταγμα των Μεδιολάνων

Λίγους μήνες μετά τη μεγάλη αυτή νίκη (στις αρχές Φεβρουαρίου του 313) οι δύο νικητές και σύμμαχοι αυτοκράτορες, ο Αύγουστος της Δύσης Κωνσταντίνος και ο Αύγουστος της Ανατολής Λικίνιος, συναντήθηκαν στα Μεδιόλανα (σημερινό Μιλάνο) της Ιταλίας, όπου εξέδωσαν και υπέγραψαν μαζί τις περίφημες Αποφάσεις των Μεδιολάνων, ευρύτερα γνωστές ως Διάταγμα των Μεδιολάνων. Με αυτές καθιερώθηκε η γενική αρχή της ανεξιθρησκίας, με κύριο στόχο την κατοχύρωση και αναγνώριση της θρησκευτικής ελευθερίας για τον Χριστιανισμό. Με τις πρόνοιες του Διατάγματος αυτού έμμεσα κατηργείτο η εθνική λατρεία (ειδωλολατρία). Οι Αποφάσεις αυτές δημοσιεύτηκαν και στην Ανατολή, με σχετικό διάταγμα του Λικινίου.

Ο Κωνσταντίνος γίνεται μονοκράτορας

Ενόσω ζούσε στην Ανατολή ο Καίσαρας Μαξιμίνος Δαΐας, πολλοί Χριστιανοί βρήκαν επώδυνο θάνατο απ’ αυτόν στον διωγμό, που κήρυξε εναντίον τους. Ο Μαξιμίνος, έχοντας επιθυμία να κυριαρχήσει σ’ όλη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, μάζεψε στρατό και κίνησε πόλεμο κατά του Λικινίου. Αφού λοιπόν πέρασε τον Βόσπορο και συγκρότησε μάχη με τον Λικίνιο στην Πέρινθο (313), έπαθε πανωλεθρία. Κατέφυγε ύστερα στην Ταρσό, όπου απέθανε από θεήλατη φοβερή ασθένεια.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Μαξιμίνου τελέστηκε ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για να επισφραγιστεί η συμμαχία των δύο αυτοκρατόρων. Αλλ’ η συμμαχία αυτή δεν διάρ­κεσε για πολύ.

Ήδη από το 314 αρχίζουν οι συγκρούσεις των δύο μοναρχών στο Ιλλυρικό, το μεγαλύτερο τμήμα του οποίου κατέκτησε ο Μέγας Κωνσταντίνος, και την 1η Μαρτίου 317 εισήλθε θριαμβευτικά στη Σαρδική (Σόφια). Από τότε άρχισε προοδευτικά η στροφή των χριστιανών της Ανατολής προς τον Μέγα Κωνσταντίνο, που έγινε ιδιαίτερα αισθητή το 322, όταν αυτός νίκησε τους Σαρμάτες και κατέβηκε ανεμπόδιστος μέχρι τη Μακεδονία. Ο ενθουσιασμός των πιστών προκάλεσε τον φθόνο του Λικινίου, τόσο, που λησμονώντας τους όρκους που έδωσε, άρχισε να κακοποιεί τους πιστούς στις ανατολικές επαρχίες. Αρχικά έλαβε μέτρα κατά των επισκόπων, και απαγόρευσε τη συνάθροισή τους σε συνόδους, καθώς και τον εκκλησιασμό των γυναικών (322), και, τέλος, κίνησε φανερό διωγμό κατά των πιστών, αναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων.

Το 323 ο Κωνσταντίνος, οπλισμένος με νηστεία, αγνότητα και προσευχή, εισέβαλε στη Θράκη, με την πρόφαση της εξουδετέρωσης των Γότθων. Ύστερα προχώρησε στην τελική αναμέτρηση με τον Λικίνιο. Η πρώτη μάχη έγινε κοντά στην Αδριανούπολη (Ιούλιος 324). Τα στρατεύματα του Κωνσταντίνου προέλαυναν, έχοντας πάντοτε μπροστά το ιερό λάβαρο του Σταυρού, που έτρεπε τους αντιπάλους σε άτακτη φυγή. Νικημένος ο Λικίνιος, αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει και οχυρώθηκε στο Βυζάντιο. Αλλά κι εκεί νικήθηκε από τον στρατό του Κωνσταντίνου και τον στόλο του, που είχε ως αρχηγό τον υιό του Κρίσπο. Γι’ αυτό και διαπεραιώθηκε στη Μικρά Ασία, στη Χρυσόπολη (το σημ. Σκουτάρι). Στην εκεί μεγάλη τελική μάχη νικήθηκε και πάλιν ο Λικίνιος, και, φεύγοντας, συνελήφθη στη Νικομήδεια. Ο Κωνσταντίνος, με τις παρακλήσεις της αδελφής του, του χάρισε τη ζωή και τον περιόρισε μόνο στη Θεσσαλονίκη, παραχωρώντας του εκεί πλούσια εισοδήματα, για να συντηρείται. Αλλ’ όταν και πάλιν ο Λικίνιος αθέτησε τις υποσχέσεις του, και άρχισε να οργανώνει συνωμοσίες εναντίον του ευεργέτη του Κωνσταντίνου, τότε αυτός διέταξε και τον αποκεφάλισαν. Εκριζώθηκε έτσι και το τελευταίο ζιζάνιο της ειδωλολατρίας και αναταραχής, και ο Μεγάλος νικητής Κωνσταντίνος παρέμεινε πλέον μονοκράτορας σ’ όλο το Ρωμαϊκό κράτος, εξασφαλίζοντας στην αυτοκρατορία του την πολυπόθητη ομόνοια και ειρήνη.

Τα Θεάρεστα έργα του μονοκράτορα Κωνσταντίνου

Ο ένδοξος νικητής Κωνσταντίνος δεν κενοδόξησε για τα πολεμικά και άλλα κατορθώματά του! Αντίθετα, απέστειλε σ’ όλες τις επαρχίες του κράτους του επιστολές, στα ελληνικά και λατινικά, άλλες προς τις κατά τόπους Εκκλησίες, κι άλλες προς τους εκτός Εκκλησίας εθνικούς κατά πόλη, όπου, μεταξύ άλλων, διακήρυττε τον Θεό ως αίτιο της νίκης του, αλλά και όλων των αγαθών γενικά.

Απαλλαγμένος πια απ’ τους πολέμους, ο ευσεβής βασιλέας επιδόθηκε σε έργα Θεάρεστα. Καταρχήν θέσπισε ευεργετικές νομοθεσίες για ανάκληση των εξορίστων και απελευθέρωση των καταδικασμένων για την πίστη τους στους προηγουμένους διωγμούς, καθώς και για την τιμή των Αγίων Μαρτύρων και την απόδοση των κατασχεθέντων εκκλησιαστικών κτημάτων στους νομίμους κατόχους τους (τις τοπικές Εκκλησίες). Ακόμη, με σχετικούς νόμους προήγαγε τους Χριστιανούς στα ποικίλα αξιώματα, έπαυσε τις ειδωλικές θυσίες και επιχορήγησε την ανοικοδόμηση νέων ναών, καθώς και τη διεύρυνση και συντήρηση παλαιοτέρων. Περαιτέρω, με σχετικό του διάταγμα, όπου αναφέρεται εκτενώς στους παρελθόντες διωγμούς και το φοβερό τέλος όλων των διωκτών, προτρέπει, αλλά δεν εξαναγκάζει, τους παραμένοντες στην απιστία να γίνουν Χριστιανοί, και τέλος προστάζει να μην ενοχλεί πλέον κανείς κανένα για την πίστη του. Οι ελεημοσύνες και ευεργεσίες του Κωνσταντίνου έρρεαν ως ακένωτος κρουνός προς τους πάντες, προκαλώντας τον σεβασμό και την άμετρη εκτίμηση στο πρόσωπό του.

Πέραν απ’ αυτά, θα αναφερθούμε πιο συγκεκριμένα και με συντομία και στα εξής σπουδαιότατα έργα του, που απαθανάτισαν στους αιώνες τη μνήμη του. Αυτά ήσαν: (α) Η σύγκληση της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, (β) η αποστολή της μητέρας του, της Αγίας Ελένης, στα Ιεροσόλυμα για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, (γ) η ανοικοδόμηση της Κωνσταντινούπολης, και (δ) η ολοκλήρωσή του στην Χριστιανική Πίστη με τη βάπτισή του.

Η Α’ Οικουμενική Σύνοδος

Την ειρήνη της Εκκλησίας, που πέτυχε με τόσους αγώνες ο Μ. Κωνσταντίνος, καταπαύοντας τους διωγμούς των χριστιανών, ήλθε να διασαλεύσει ο αιρετικός Άρειος, πρωτοπρεσβύτερος και δάσκαλος σχολής στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Αυτός άρχισε να κηρύττει βλάσφημα πως ο Υιός του Θεού δεν είναι Ομοούσιος (της ίδιας ουσίας) με τον Πατέρα Του, αλλά δημιούργημα του Θεού, άρα όχι αληθινός Θεός. Πατριάρχης τότε στην Αλεξάνδρεια ήταν ο αγιώτατος Πέτρος, που, μετά από θεϊκή οπτασία, στην οποία ο Χριστός του αποκάλυψε το βέβηλο της διδασκαλίας του Αρείου, καθαίρεσε της ιερωσύνης τον Άρειο.

Μετά τον θάνατο του Πέτρου ο νέος πατριάρχης Αχιλλάς κατόρθωσε με τις συμβουλές του να επαναφέρει τον Άρειο στην ευσέβεια. Και όσο καιρό ζούσε ο Αχιλλάς, ο Άρειος σιωπούσε και δεν κήρυττε τις αιρετικές του δοξασίες. Αφού όμως έγινε πατριάρχης ο Άγιος Αλέξανδρος, άρχισε και πάλιν ο Άρειος να διδάσκει τα αιρετικά φρονήματά του, και παρέσυρε μάλιστα μαζί του πολλούς λαϊκούς και κληρικούς, όπως τους επισκόπους Ευσέβιο της Νικομηδείας, Παυλίνο της Τύρου, Θεωνά και Σεκούνδο κ.ά. Τότε ο πατριάρχης Αλέξανδρος συγκάλεσε τοπική Σύνοδο, η οποία καθαίρεσε και πάλιν τον Άρειο και τους οπαδούς του.

Ο ευσεβής αυτοκράτορας Κωνσταντίνος παρακολουθούσε με μεγάλη του λύπη τα έκτροπα του Αρείου και των οπαδών του, καθώς και τη μεγάλη σύγχυση, που προκαλούσαν σ’ όλες τις τοπικές Εκκλησίες. Επιθυμώντας λοιπόν να επαναφέρει την ομόνοια και ειρήνη στην Εκκλησία του Χριστού, προσέταξε να συγκεντρωθούν στη μεγαλούπολη Νίκαια της Βιθυνίας επίσκοποι από όλες τις τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, για να μελετήσουν το όλο ζήτημα. Πράγματι τον Μάιο του έτους 325 συναθροίστηκαν εκεί 318 θεοφόροι Πατέρες και συγκρότησαν Σύνοδο, η οποία αναγνωρίσθηκε στη συνέχεια ως η Πρώτη Οικουμενική, στην οποία παρακάθισε προσωπικά και ο ίδιος ο φιλόχριστος βασιλέας.

Αφού λοιπόν ο Κωνσταντίνος προέτρεψε τους Επισκόπους να μελετήσουν το θεολογικό ζήτημα, κάλεσε τον Άρειο να παρουσιασθεί με τους ακολούθους του, για να εκθέσει τις απόψεις του και ν’ ακούσει για το θέμα αυτό τις αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου. Παρουσιάσθηκε πράγματι ο Άρειος, ακολουθούμενος από πολλούς φιλοσόφους και ρήτορες, που οι Άγιοι Πατέρες νίκησαν κατά τη γενόμενη συζήτηση καθ’ ολοκληρία, αφού εξήγησαν σ’ αυτούς τις αλήθειες της αγίας Πίστεώς μας με ταπεινό πνεύμα. Κατόρθωσαν έτσι να επαναφέρουν πολλούς στον ορθό δρόμο με τα θεόπνευστα λόγια τους και τα θαύματα, που επετέλεσαν. Τέτοια θαύματα γίνανε μπροστά στην αγία Σύνοδο απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα (θαύμα του κεραμιδιού) κι απ’ τον Άγιο Αχίλλειο (θαύμα πέτρας, που με την προσευχή του ανάβλυσε λάδι). Άλλοι ακόμη Πατέρες συντάραξαν τους φιλοσόφους, και επανέφεραν πολλούς απ’ αυτούς στην αλήθεια, με την απλότητα της συμπεριφοράς τους και τη θεοπνευστία των επιχειρημάτων τους. Ο Άρειος όμως και πάλιν δεν θέλησε να παραδεχθεί το λάθος του. Τότε η αγία Σύνοδος καθαίρεσε και αναθεμάτισε αυτόν και τη διδασκαλία του και όσους μείνανε προσκολλημένοι στην πλάνη του.

Η αγία αυτή Σύνοδος συνέταξε και τα πρώτα επτά άρθρα του Συμβόλου της Πίστεώς μας (δηλαδή του «Πιστεύω»), και εξέδωσε επίσης ορισμένους Κανόνες για την καλύτερη λειτουργία και διακυβέρνηση των Εκκλησιών. Μεταξύ άλλων ρύθμισε και το πότε πρέπει να γιορτάζεται το άγιο Πάσχα σ’ όλο τον κόσμο. Όρισε δηλαδή να τελείται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή, ύστερα απ’ την πρώτη πανσέληνο της εαρινής (ανοιξιάτικης) ισημερίας, και οπωσδήποτε μετά από το Πάσχα των Εβραίων. Τον Τόμο των Πρακτικών της Συνόδου με τις σχετικές αποφάσεις υπέγραψαν όλοι οι Αρχιερείς και τελευταίος απ’ όλους υπέγραψε ο φιλόχριστος βασιλέας με ερυθρά γράμματα, επισημοποιώντας έτσι τις αποφάσεις της Συνόδου.

Ύστερα απ’ όλα αυτά ο Μ. Κωνσταντίνος ευχαρίστησε πάλιν τον Θεό, διότι τον καταξίωσε να καταπολεμήσει και να εξαλείψει, παλαιότερα μεν την ειδωλολατρία, τώρα δε και τις αιρέσεις.

Μετά το πέρας της Συνόδου, άρχισαν στις 25 Ιουλίου του 325 οι εορτασμοί για τα εικοσάχρονα της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου, στους οποίους, μεταξύ άλλων, ο αυτοκράτορας κάλεσε και όλους τους Πατέρες της Συνόδου, και απένειμε σ’ αυτούς πλούσια δώρα. Καταφιλούσε τότε τα βγαλμένα μάτια του Αγίου Παφνουτίου και των λοιπών Αγίων Ομολογητών, καθώς και τα παραμορφωμένα και πληγωμένα μέλη τους, στα οποία τα σημάδια των πληγών παρέμειναν ανεξίτηλα απ’ την εποχή των διωγμών. Αυτά όλα τα έκαμνε με μεγάλη ταπείνωση, ζητώντας απ’ αυτούς συγχώρεση των αμαρτιών του!

Συμβούλευσε τέλος όλους τους επισκόπους να έχουν μεταξύ τους ειρήνη κι ομόνοια στην Πίστη, να δείχνουν αγάπη στους πάσχοντες και να μην υβρίζουν ή να προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των αδελφών τους. Όταν μερικοί του ανέφεραν κατηγορίες για κάποιους επισκόπους, αυτές τις αναφορές δεν δέχτηκε να τις εξετάσει, ούτε τις υποθέσεις των κατηγορουμένων επισκόπων διερεύνησε, αλλά μπροστά σε όλους έσχισε όλες τις κατηγορίες, λέγοντας τα ακόλουθα βαρυσήμαντα λόγια: «Αν εγώ ο ίδιος προσωπικά τύγχαινε να έβλεπα αρχιερέα να παρανομεί, εξάπαντος θα τον σκέπαζα με την βασιλική πορφύρα μου»!

Αφού λοιπόν οι Άγιοι Πατέρες αποχαιρέτισαν τον βασιλέα και τον πατριάρχη Αλέξανδρο, τον οποίο αυτοί είχαν χειροτονήσει ως διάδοχο του Αγίου Μητροφάνη, που εκοιμήθη κατά τη διάρκεια της Συνόδου (4.6.325), επέστρεψαν στις επαρχίες τους, όπου κήρυτταν τα δόγματα της αγίας Συνόδου.

Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης

Το άλλο πρωταρχικής σημασίας έργο του Κωνσταντίνου υπήρξε η ίδρυση μιας νέας πρωτεύουσας του κράτους στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου και στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων του 7ου αι. π.Χ.

Όταν ο Κωνσταντίνος πήρε τη σχετική απόφαση, δεν επέλεξε αμέσως το Βυζάντιο, αλλά σκέφθηκε αρχικά τη γενέτειρά του Ναϊσσό, τη Σαρδική (Σόφια) και τη Θεσσαλονίκη στη συνέχεια. Απ’ τα εμπόδια όμως που προέκυψαν, εννόησε ότι δεν ήταν θέλημα Θεού να προχωρήσει εκεί και μετέβη στο αρχαίο Ίλιο, όπου λέγεται πως είχαν στρατοπεδεύσει οι Αχαιοί στον πόλεμο κατά της Τροίας. Εκεί σχεδίασε την πόλη όσο μεγάλη έπρεπε να γίνει και κατασκεύασε ακόμη και τις πύλες της. Αλλά κάποιο βράδυ παρου­σιάσθηκε ο Κύριος στον ευσεβή βασιλέα, προτρέποντάς τον να επιλέξει άλλη τοποθεσία για πρωτεύουσά του. Υπακούοντας στο θείο κέλευσμα, ο Κωνσταντίνος κατέληξε τελικά στο Βυζάντιο, του οποίου τη θέση θεώρησε ως την πλέον κατάλληλη για τον σκοπό του και αρεστή στον Θεό.

Κατά τη χάραξη των ορίων της νέας πόλης από τον Κωνσταντίνο, Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε σ’ αυτόν μόνο και τον καθοδηγούσε, προπορευόμενός του, μέχρι που σημείωσαν όλο τον χώρο, μέσα στον οποίο ήταν θέλημα Θεού να κτισθεί η πρωτεύουσα.

Η τελετή για τη θεμελίωση της πόλης έγινε στις 8 Νοεμβρίου του 324, και για τα έργα ανοικοδόμησης, που άρχισαν στη συνέχεια, μαζεύτηκαν εργάτες και υλικά από παντού, ενώ πολλά αρχαία προχριστιανικά μνημεία της Ρώμης, της Αθήνας, της Αντιόχειας, της Αλεξάνδρειας, της Εφέσου κ.ά. πόλεων χρησιμοποιήθηκαν κατάλληλα για τη διακόσμηση της βασιλεύουσας. Αλλά και λείψανα Αγίων και Μαρτύρων μετέφερε ο Κωνσταντίνος, για τον εξαγιασμό της. Και δεν κόσμησε την πόλη ο ευσεβής βασιλέας μόνο με ιππόδρομο, κρήνες, στοές και άλλα λαμπρά οικοδομήματα, αλλά και με περικαλλείς ναούς, όπως αυτούς των Αγίων Αποστόλων, της Αγίας Ειρήνης, του Αγίου Μωκίου και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Τίμησε ακόμη την πόλη με Σύγκλητο, αφού κάλεσε από τη Ρώμη και αλλού ευγενείς και λογίους άρχοντες, για τη διαμονή των οποίων έκτισε κατάλληλες οικοδομές, και συνέστησε ιεραρχία βασιλικών αξιωματούχων, κατά την τάξη, που επικρατούσε και στη Ρώμη.

Μετονόμασε λοιπόν τη νέα πρωτεύουσα Κωνσταντινούπολη, την οποία αφιέρωσε στην Υπεραγία Θεοτόκο (26 Νοεμβρίου του 328) και της οποίας τα εγκαίνια τελέστηκαν πανηγυρικά στις 11 Μαΐου του 330. Βεβαίως τα οικοδομικά έργα συνεχίστηκαν και αργότερα. Η Κωνσταντινούπολη κατέστη σύντομα το πολιτικό, εκκλησιαστικό, οικονομικό και πνευματικό κέντρο της μεγάλης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η εύρεση του Τιμίου Σταυρού

Μέσα στα μεγαλόπνοα σχέδια του Μ. Κωνσταντίνου για την εδραίωση του Χριστιανισμού εντάσσεται και η απόφασή του να αποστείλει τη μητέρα του Ελένη στα Ιεροσόλυμα, για την αναζήτηση και εύρεση του Τιμίου Ξύλου του Σταυρού, και, ευρύτερα, για την ανάδειξη των Αγίων Τόπων, όπου έζησε, μαρτύρησε, σταυρώθηκε, τάφηκε και αναστήθηκε ο Χριστός, και τους οποίους οι καταστροφές από τον χρόνο, τους πολέμους, αλλά και η ζηλοφθονία των Εβραίων, είχαν σκεπάσει και αποκρύψει ολότελα.

Η ιεραποδημία αυτή της Αγίας Ελένης έλαβε χώρα μετά την ανάδειξή της από τον υιό της σε Αυγούστα (περί τον Οκτώβριο του 324), γύρω στα έτη 325/326. Παράλληλα προς τη σχετική επιθυμία του Κωνσταντίνου, και η ίδια η Αγία Ελένη είχε δει οπτασία, που την παρακινούσε προς την ιερή της αυτή αποστολή. Εφοδιασμένη λοιπόν με βασιλικά γράμματα προς τον τότε αρχιεπίσκοπο Ιεροσολύμων Άγιο Μακάριο, με αφθονία χρημάτων, καθώς και με την αρμόζουσα συνοδία στρατού και επισήμων αρχόντων, φθάνει «με σπουδή και νεανική δύναμη η ηλικιωμένη (ήταν τότε περίπου 78 ετών) και γεμάτη φρόνηση (Ελένη), να επισκεφθεί την αξιοσέβαστη γη και συγχρόνως να δει τις επαρχίες, τους δήμους, και τους λαούς της Ανατολής με βασιλική αξιοπρέπεια». Ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Ευσέβιος μας φανερώνει στο χωρίο του αυτό και τον ευρύτερο ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό χαρακτήρα της ιεραποδημίας της Αγίας.

Στην αναζήτηση του Τιμίου Σταυρού η τιμία βασίλισσα συναντά αρκετές δυσχέρειες. Σύμφωνα με αρχαιότατη παράδοση, η εύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Αγία είναι συνυφασμένη με το πρόσωπο του Αγίου Ιερομάρτυρος Κυριακού, επισκόπου στα Ιεροσόλυμα. Ο Άγιος Κυριακός, Εβραίος στην καταγωγή, με το αρχικό όνομα Ιούδας, ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε από τους προγόνους του το μέρος, όπου ήταν κρυμμένος ο Σταυρός του Κυρίου, αλλά δεν ήθελε να το αποκαλύψει στην Αγία Ελένη. Αυτή τότε πρόσταξε να τον βάλουν σε ξεροπήγαδο για μια εβδομάδα, οπότε αναγκάστηκε από την πείνα και δίψα να υποδείξει τον χώρο του Γολγοθά και του Μνήματος του Χριστού. Ο τόπος είχε καταχωσθεί από τους Εβραίους, ένεκα φθόνου, οι δε ειδωλολάτρες, βλέποντας να προσκυνείται από τους Χριστιανούς με ευλάβεια για τα εκεί τελούμενα θαύματα, είχαν ανεγείρει στον χώρο αυτό τέμενος της θεάς Αφροδίτης. Με προσταγή της Αγίας το τέμενος κρημνίζεται και ανασκάπτεται ο χώρος, οπότε ανευρέθηκαν ο Γολγοθάς, το Πανάγιο Μνήμα, οι τρεις Σταυροί, του Χριστού και των δύο ληστών και οι άγιοι Ήλοι (καρφιά) της Σταύρωσης.

Η αναγνώριση του Τιμίου Σταυρού έγινε με το εξής θαύμα: Μία νεκρή γυναίκα οδηγείτο προς ενταφιασμό. Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος είπε να σταματήσει η νεκρική πομπή. Μετά από θερμή προσευχή και τοποθετώντας διαδοχικά και χωριστά τους τρεις Σταυρούς πάνω στη νεκρή, ω του θαύματος! Αυτή αναστήθηκε, όταν την άγγιξε ο τρίτος Σταυρός, ο Σταυρός του Κυρίου! Τότε η Αγία διέταξε και διαιρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός. Και το μεν ένα τμήμα τοποθέτησε σε αργυρή πολύτιμη θήκη και το άφησε στα Ιεροσόλυμα, το δε άλλο μετέφερε σε ταξίδι της από τα Ιεροσόλυμα στην Κωνσταντινούπολη. Είναι απ’ αυτό το δεύτερο τμήμα, που άφησε κατά τόπους τεμάχια, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, για την οποία θα μιλήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Την εύρεση του Τιμίου Ξύλου και των αγίων Ήλων τιμά η Εκκλησία μας στις 6 Μαρτίου.

Με το θαύμα της αναστάσεως της νεκρής γυναίκας από τον Σταυρό πιστεύει ο πιο πάνω Εβραίος Ιούδας, βαπτίζεται και μετονομάζεται Κυριακός, χειροτονείται αργότερα επίσκοπος (μάλλον χωρεπίσκοπος) στα Ιεροσόλυμα, και μαρτυρεί επί Ιουλιανού του Παραβάτου (361-363). Η Εκκλησία μας τελεί τη μνήμη του στις 28 Οκτωβρίου.

Αναφορικά με τους δύο άλλους Σταυρούς των ληστών, επειδή η Αγία αδυνατούσε να διακρίνει ποιος ανήκε στον «εκ δεξιών» Καλό Ληστή και ποιος στον «εξ αριστερών» και επειδή από την άλλη σκέφθηκε πως τόσα χρόνια θαμμένοι με τον Σταυρό του Χριστού είχαν πάρει κι αυτοί ευλογία, και δεν έπρεπε να παραμεληθούν, πρόσταξε να αποσυναρμολογηθούν, και με την εναλλαγή των οριζοντίων ξύλων τους να σχηματισθούν δύο νέοι Σταυροί. Έτσι ο καθένας τους περιείχε τεμάχιο του Σταύρου του Καλού Ληστή.

Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Μ. Κωνσταντίνος, χάρηκε ιδιαίτερα και με επιστολή του προς τον Άγιο Μακάριο όρισε να ανεγερθεί στον χώρο του Παναγίου Τάφου ναός λαμπρός και περικαλλής, παρέχοντας ο ίδιος ο αυτοκράτορας τα μέσα προς τούτο. Η Αγία Ελένη, εκτός από την επίβλεψη στην ανέγερση του ναού τούτου, ανήγειρε θαυμάσιο ναό στη Βηθλεέμ (στο άγιο Σπήλαιο της Γεννήσεως του Κυρίου) και άλλον εφάμιλλο της Αναλήψεως στο όρος των Ελαιών.

Στη συνέχεια η ευσεβής βασίλισσα περιήλθε όλες τις χώρες της Ανατολικής αυτοκρατορίας, στολίζοντας τους ναούς του Θεού με λαμπρά κειμήλια και κάνοντας ποικίλα έργα φιλανθρωπίας: Ελεούσε αφθονοπάροχα κατοίκους πόλεων συλλογικά, αλλά κι όσους την πλησίαζαν ατομικά, στρατιώτες, πένητες, γυμνούς και απροστάτευτους, παρέχοντας όλα τα αναγκαία του σώματος. Αλλά και από τα δεσμά, την καταπίεση και την εξορία απάλλαξε πολλούς καταδίκους, από μεγάλη φιλανθρωπία κινούμενη.

Το θαυμαστό έργο της Αγίας Ελένης στα Ιεροσόλυμα και την Παλαιστίνη και η ιεραποστολική και πλούσια φιλανθρωπική της περιοδεία στις πέριξ επαρχίες της Ανατολής διήρκεσε γύρω στα δύο με τρία χρόνια (325/326-328/329).

Η έλευση της Αγίας Ελένης στην Κύπρο

Στα πλαίσια της ως άνω μακρόχρονης αγαθοεργούς δράσης της Αγίας βασίλισσας εντάσσεται βεβαίως και η διέλευσή της από την Κύπρο. Συγκεκριμένες αναφορές των παλαιών ιστορικών για το γεγονός τούτο δεν υπάρχουν, όπως ασφαλώς δεν υπάρχουν και για άλλα πολλά σημαντικά έργα της Αγίας. Οι σωζόμενες σήμερα γραπτές πηγές, από τον 12ο αιώνα κ.ε. (πρώτη γνωστή αναφορά αυτή του Ηγουμένου Δανιήλ το 1106) καταγράφουν την παράδοση, που από στόμα σε στόμα και από γενεά σε γενεά διασώθηκε μέχρι τότε. Ακριβώς και σ’ αυτή την περίπτωση λειτούργησε ο παράγοντας της παράδοσης, για να διασώσει ό,τι δεν ήταν δυνατό να περισωθεί με άλλο τρόπο, και μάλιστα εξαιτίας των πολλών περιπετειών και συμφορών της Κύπρου, που τη στέρησαν από σπουδαίους θησαυρούς, μνημεία των παλαιών εκείνων γεγονότων.

Σύμφωνα λοιπόν με την παράδοση αυτή, πολύ ισχυρή μέχρι και σήμερα, η ευλογημένη βασίλισσα σε ταξίδι με πλοία από την Παλαιστίνη προς την Κωνσταντινούπολη, όπου μετέφερε τα άγια Σύμβολα του Πάθους του Κυρίου και τους Σταυρούς των ληστών, αναγκάστηκε από θαλασσοταραχή να προσορμισθεί στα νότια παράλια της Κύπρου, στις εκβολές του αρχαίου χειμάρρου Τετίου, που από τότε μετονομάστηκε προς τιμήν της Βασιλοπόταμος. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση η Κύπρος μαστιζόταν τότε από φοβερή ανομβρία (δεν είχε βρέξει για πολλά συνεχή έτη), που προκάλεσε λοιμικές ασθένειες, το δε νησί είχε γεμίσει από θανατηφόρα φίδια. Η θεομηνία αυτή οδήγησε πολλούς κατοίκους να μεταναστεύσουν σε άλλα μέρη, για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Η ίδρυση της Μονής του Τιμίου Σταύρου (Σταυροβουνίου) στην Κύπρο

Εκεί λοιπόν στην περιοχή του Βασιλικού, όπου προσάραξε η βασίλισσα Ελένη, άγγελος Κυρίου φάνηκε στον ύπνο της και της είπε ότι ήταν θέλημα Θεού να ανεγείρει ναούς και στην Κύπρο, όπως και στην Αγία Γη, στους οποίους να αφιερώσει τεμάχια του Τιμίου Ξύλου, για να τιμάται και εδώ ο Σταυρός του Κυρίου. Άλλο θαύμα τότε ακολούθησε, γιατί ο Τίμιος Σταυρός μεταφέρθηκε από θεία δύναμη στην κορυφή του όρους Ολύμπου, του σημερινού Σταυροβουνίου, υποδεικνύοντας στην Αγία τη θέση, όπου έπρεπε να ανεγείρει ναό προς τιμή Του.

Η ταπεινή αυτοκράτειρα ήλθε πράγματι προσωπικά στη βουνοκορφή του Ολύμπου και με τη βοήθεια κάποιων κατοίκων των γύρω περιοχών, καθώς και των ανθρώπων της, καταργεί τον προϋπάρχοντα εδώ ειδωλολατρικό ναό (που ήταν αφιερωμένος στον Ολύμπιο Δία) και ανεγείρει ναό προς δόξαν του αληθινού Θεού. Στον αρχικό τούτο ναό αφιέρωσε τον ένα από τους δύο Σταυρούς των ληστών, όπως και πιο πάνω αναφέραμε, τοποθετώντας στο κέντρο του τεμάχιο από το Τίμιο Ξύλο, καθώς επίσης και ένα αγιασμένο Ήλο (καρφί). Με το τέλος του έργου της ανέπεμψε δοξολογία και ευχαριστία στον Κύριο.

Κατά την ίδια παράδοση η Αγία Ελένη ανεγείρει και στην Τόχνη ναό, προικίζοντάς τον κι εκείνο με τεμάχια των αγιασμένων Συμβόλων του Πάθους του Κυρίου. Μεταφέρει επίσης με ενέργειές της ένα πλοίο γεμάτο γάτες από τη Μικρά Ασία (ο όρμος, που προσορμίστηκε το πλοίο ονομάστηκε έκτοτε Ακρωτήριο των Γάτων ή Κάβο Γάτα), που αφέθηκαν στην ξηραμμένη γη, για να εξαλείψουν τα πολλά φίδια. Και αργότερα, από την Κωνσταντινούπολη, μερίμνησε και πέτυχε την επιστροφή των Κυπρίων στο νησί τους, που είχαν ξενιτευθεί ένεκα της ανομβρίας.

Η παλαιά αυτή παράδοση είχε ήδη κωδικοποιηθεί στην Κύπρο κατά τους βυζαντινούς χρόνους (12ο-13ο αι.) και διασώθηκε από τους μεσαιωνικούς τοπικούς χρονογράφους (με αρχαιότερο τον Λεόντιο Μαχαιρά [15ος αι.]), οι οποίοι και την περιέλαβαν στα σχετικά ιστορικά τους έργα.

Η Κύπρος έτσι αναγεννάται αισθητά και πνευματικά. Αισθητά, γιατί με τη Χάρη του Τιμίου Σταυρού ξανάρχισαν οι βροχές, και ήλθε πάλιν η ευλογία του Θεού στον τόπο. Και πνευματικά, γιατί ο ταλαιπωρημένος Κυπριακός λαός στερεώθηκε με τη Χάρη του εσταυρωμένου στον δρόμο της πίστης Του.

Έτσι λοιπόν διαθρυλούνται τα γεγονότα σχετικά με τη διέλευση της Αγίας Ελένης στη συνείδηση του λαού της Κύπρου, στη ζωντανή του παράδοση! Και η μνήμη των Αγίων Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, κτητόρων του ιερού ναού του Σταυροβουνίου, τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα σ’ όλο το νησί. Τα δε ονόματά τους κοσμούν πλήθος των κατοίκων του. Είκοσι τουλάχιστο ναοί, παλαιοί και νεώτεροι, είναι αφιερωμένοι στην Κύπρο στους Αγίους αυτούς, καθώς και πολλά τοπωνύμια, όπου προφανώς βρίσκονταν παλαιότερα ναοί τους.

Η ανάμνηση της διέλευσης της Βασιλομήτορος Αγίας Ελένης από την Κύπρο και της ίδρυσης απ’ αυτήν της Μονής του Τιμίου Σταυρού στο Σταυροβούνι διαιωνίζεται και με την επιγραφή πάνω σε πέτρινη πλάκα, που σήμερα βρίσκεται εντοιχισμένη στον διάδρομο στα βόρεια του Καθολικού (κεντρικού ναού) της Μονής. Η πλάκα αυτή ανακαλύφθηκε κατά την διάρκεια των εργασιών για επισκευή του Καθολικού, μετά την πυρκαγιά κατά τον Ιούλιο του 1888, και χρονολογείται από ειδικούς στους μεσαιωνικούς χρόνους, είναι δε πιθανό να αποτελεί αντίγραφο πρωτοτύπου της βυζαντινής εποχής.

Η κοίμηση της Αγίας Ελένης

Ο Μ. Κωνσταντίνος υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, που μετέφερε με μεγάλη ευλάβεια η μητέρα του στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά και τους αγίους Ήλους ο ευσεβής αυτοκράτορας αναφέρεται πως τοποθέτησε στην περικεφαλαία και τα χαλινάρια του αλόγου του, για προστασία και ευλογία στους πολέμους.

Αφού λοιπόν διήλθε η μακαρία Ελένη τη ζωή της με προσευχή, ταπείνωση και τόσα θαυμαστά έργα και αγαθοεργίες, ανεπαύθη εν Κυρίω πιθανώτατα στην Κωνσταντινούπολη περί τα έτη 328/329, σε ηλικία ογδόντα περίπου ετών. Το άγιο σκήνος της μεταφέρθηκε στη Ρώμη από τον υιό της και κατατέθηκε στο μαυσωλείο (ροτόντα) γνωστό με το όνομα Tor Pignattara, μέσα σε μεγαλοπρεπή σαρκοφάγο από πορφυρίτη λίθο. Η σαρκοφάγος αυτή φυλάσσεται σήμερα στο Βατικανό Μουσείο.

Θανάτωση του Κρίσπου και της Φαύστας

Ο Κρίσπος ήταν υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου από την πρώτη του γυναίκα, τη Μινερβίνα. Με τη δεύτερή του γυναίκα, τη Φαύστα, ο Μ. Κωνσταντίνος απόκτησε άλλους τρεις υιούς, τον Κωνσταντίνο, τον Κωνστάντιο και τον Κώνσταντα.

Η εκτίμηση του Μ. Κωνσταντίνου προς τον υιό του Κρίσπο ήταν πολύ μεγάλη, ιδίως μετά τη συμβολή του Κρίσπου στο να κατατροπωθεί ο Λικί­νιος, όπως πιο πάνω ήδη αναφέραμε. Τούτο όμως στάθηκε αιτία να φθονήσει θανάσιμα τον Κρίσπο η Φαύστα, γιατί φοβόταν πως η δόξα του Κρίσπου θα επεσκίαζε τα δικά της παιδιά. Συνέλαβε λοιπόν η πανούργα το εξής δαιμονικό σχέδιο: Κατηγόρησε έντεχνα τον Κρίσπο στον πατέρα του με ψεύτικες και ασύστολες κατηγορίες. Ότι δηλαδή επεχείρησε δήθεν ο Κρίσπος να την ατιμάσει, και στη συνέχεια να φονεύσει τον πατέρα του, για ν’ αρπάξει, και τον θρόνο, και τη γυναίκα του! Δυστυχώς ο Κωνσταντίνος έπεσε στην παγίδα. Παρασύρθηκε και πίστεψε τη συκοφαντία, ώστε διάταξε τη θανάτωση του Κρίσπου (326).

Η Αγία Ελένη λυπήθηκε βαθύτατα για το θλιβερό αυτό γεγονός. Έλεγξε δριμύτατα τον αυτοκράτορα υιό της για το θανάσιμο σφάλμα του. Εκείνος, μετανοιωμένος και συντετριμμένος, διέταξε ξανά νέες ανακρίσεις. Αποδείχθηκε η φοβερή πλεκτάνη και η Φαύστα τιμωρήθηκε με θάνατο (326).

Τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα της προσωπικής ζωής του Μ. Κωνσταντίνου τον λυπούν βαθύτατα. Τον κάνουν να θρηνεί σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του και να ζητεί συγχώρηση από τον Θεό. Προς τιμή του αδικοσκοτωμένου υιού του Κρίσπου ο Μ. Κωνσταντίνος έστησε αργυρό ανδριάντα, με την επιγραφή· «Τω ηδικημένω υιώ μου».

Πολλοί είναι οι επικριτές του Αγίου για τα δυσάρεστα αυτά γεγονότα. Πρέπει όμως να γνωρίζουν ότι:

(1) Όταν συνέβησαν τα θλιβερά αυτά γεγονότα, ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν ήταν ακόμη Χριστιανός. Πώς μπορούμε να απαιτούμε χριστιανική συνέπεια από κάποιον, που δεν ήταν βαπτισμένος χριστιανός;

(2) Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος δεν ενέργησε με κακία και με εμπάθεια, αλλά έπεσε θύμα καλά στημένης ραδιουργίας και συκοφαντίας.

(3) Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ακόμη δικαστήρια για την απονομή δικαιοσύνης. Η δικαστική εξουσία ήταν στα χέρια των αυτοκρατόρων, που δίκαζαν σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων. Αυτή τη διαδικασία πρόβλεπε ο νόμος της εποχής εκείνης, και έτσι εύκολα γίνονταν και λάθη.

(4) Άγιος δεν είναι μόνον ο αναμάρτητος. Αλλά Άγιος είναι εκείνος που επιδεικνύει πραγματική μετάνοια για τις αμαρτίες που έπραξε, αλλάζει ζωή, και αγωνίζεται έπειτα να συμμορφώνεται προς το θέλημα του Θεού.

Ας μη μας διαφεύγει πως πολλοί Άγιοι ήσαν προηγουμένως μεγάλοι αμαρτωλοί, οι οποίοι όμως αργότερα μετανόησαν, άλλαξαν ζωή, ευαρέστησαν τον Θεό, και ο Θεός όχι μόνο τους συγχώρησε, αλλά και τους δόξασε, αναδεικνύοντάς τους Αγίους θαυματουργούς. Ο προφήτης και βασιλέας Δαβίδ έπεσε π.χ. στο αμάρτημα του φόνου και της μοιχείας. Ο βασιλέας και ισαπόστολος Κωνσταντίνος έπεσε και αυτός στο αμάρτημα του φόνου. Αλλά και οι δύο μετανόησαν πικρά. Έπραξαν έργα γνήσιας μετάνοιας, συγχωρέθηκαν, ευαρέστησαν τον Θεό, και τελικά αναδείχθηκαν και οι δύο μεγάλοι Άγιοι!

Τα τελευταία έργα του Μ. Κωνσταντίνου

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ιστορικές μαρτυρίες, και μάλιστα του συγχρόνου του Μ. Κωνσταντίνου ιστορικού Ευσεβίου, επισκόπου Καισαρείας, εκτός των καλών έργων, που αναφέραμε ήδη πιο πάνω, ο ευσεβής αυτοκράτορας επιδόθηκε σε πλείστα άλλα αξιομνημόνευτα θεάρεστα έργα κατά το υπόλοιπο της ζωής του.

Μεταξύ άλλων, προνοώντας για τους Χριστιανούς στην Περσία, έγραψε επιστολή προς τον βασιλέα των Περσών Σαβώρ Β’ (310-381), όπου με λόγους κατάλληλους τον παρακινεί να φροντίζει, ώστε οι εκεί πιστοί να διάγουν ειρηνικά, και όπου ομολογεί ξεκάθαρα την πίστη του στον Χριστό. Δυστυχώς ο Σαβώρ δεν τήρησε τις υποσχέσεις του, και γι’ αυτό ο Κωνσταντίνος, όπως θα δούμε, ανέλαβε εκστρατεία εναντίον του.

Ο Μ. Κωνσταντίνος αγαπούσε ιδιαίτερα τη μελέτη της αγίας Γραφής, αλλά και την προσευχή, προσευχόμενος στον αληθινό Θεό κατά μόνας, καθώς και με όλα τα μέλη του βασιλικού οίκου στα ανάκτορα. Γι’ αυτό και σε ορισμένα από τα χρυσά νομίσματα που έκοψε αποτυπώνεται, έχοντας το βλέμμα στραμμένο προς τα άνω, σε σχήμα προσευχομένου. Θεσμοθέτησε μάλιστα πρώτος αυτός την Κυριακή, ως την κατεξοχήν ημέρα προσευχής, και την καθιέρωσε με νόμο ως ημέρα αργίας. Επιπρόσθετα δίδασκε τους στρατιώτες του να τιμούν την Κυριακή και να προσεύχονται κατ’ αυτήν, όχι μόνο οι πιστοί Χριστιανοί, αλλά και οι εθνικοί, και έγραψε για όλους τους στρατιωτικούς (στα λατινικά) την εξής προσευχή:

«Σε μόνον γνωρίζουμε Θεόν, εσέ αναγνωρίζουμε βασιλέα, σε επικαλούμαστε βοηθό, από ‘σένα τις νίκες κατορθώσαμε, με τη βοήθειά σου γίναμε ανώτεροι των εχθρών, σε ευχαριστούμε για τα αγαθά, τα οποία ήδη μας χορήγησες, από σένα ελπίζουμε (να λάβουμε) τα μέλλοντα (αγαθά), σου γινόμαστε όλοι ικέτες, παρακαλώντας να διαφυλάσσεται για χάρη μας σώος και νικητής ο βασιλέας μας Κωνσταντίνος και οι θεοφιλείς υιοί του.»

Περαιτέρω πρόσταξε και χαράχτηκε ο Σταυρός στα όπλα των στρατιωτών του.

Πόσο λοιπόν τιμούσε την προσευχή ο Άγιος! Ιδιαίτερα, μετείχε με λαμπρότητα στην εορτή και αγρυπνία του Πάσχα, παρέχοντας τότε και πλούσια ελεημοσύνη. Με εντολή του ακόμη τιμώνταν χαρμόσυνα οι ημέρες του μαρτυρίου των Αγίων Μαρτύρων, καθώς και οι λοιπές εορτές της Εκκλησίας μας. Αντίθετα, θέσπισε νόμους εναντίον των θυσιών και των ειδωλικών τελετών.

Καθώς ήταν και καλά καταρτισμένος ο Άγιος, έγινε άριστος λογογράφος για τα θεία σε ομιλίες, που έγραφε ο ίδιος και απεύθυνε προς τα πλήθη, μιλώντας εναντίον των παθών και της απληστίας και ελέγχοντας τους ανόμους! Ο ίδιος δε, τιμώντας τον Θεό, ακροαζόταν πάντοτε όρθιος τα θεία λόγια. Μάλιστα πρόσταξε τον πιο πάνω επίσκοπο Ευσέβιο να φροντίσει για την καλλιγράφηση 50 τόμων της αγίας Γραφής για τις ανάγκες του διδακτικού έργου της Εκκλησίας, παρέχοντας όλα τα αναγκαία σχετικά έξοδα, τους οποίους τόμους πράγματι απέστειλε ο Ευσέβιος στην Κωνσταντινούπολη.

Μέχρι τέλους φιλοσοφούσε άριστα ο καλός Κωνσταντίνος, και μάλιστα περί θανάτου, όπως αποδεικνύει επικήδειος λόγος, που εκφώνησε ο ίδιος. Είδαμε δε ότι στην Κωνσταντινούπολη ανήγειρε μεταξύ άλλων και τον ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου διέταξε και κατασκευάστηκαν δώδεκα λάρνακες (θήκες) προς τιμή των Αποστόλων, σκοπεύοντας να μεταφέρει εκεί τα τίμια λείψανά τους. Στο μέσο τους λοιπόν κατασκεύασε και τη δική του λάρνακα, τόσο για μνήμη θανάτου, όσο και ωφέλεια της ψυχής του, αφού η επιθυμία του ήταν να ταφεί εκεί.

Ακόμη, στις 13 Σεπτεμβρίου του 335, σύμφωνα με εντολή του, τελέστηκαν με λαμπρότητα τα εγκαίνια του πανιέρου ναού της Αναστάσεως, που είχε ανεγερθεί, όπως είπαμε, με δική του επιχορήγηση και τις οδηγίες του στον χώρο του Τάφου του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα.

Πρέπει επίσης να μνημονεύσουμε εδώ και τον εκχριστιανισμό διαφόρων εθνών κατά την εποχή εκείνη, όπως των Ινδών, όταν τους κήρυξαν το Ευαγγέλιο ο φιλόσοφος Μερόπιος από την Τύρο με τους μαθητές του Αιδέσιο και Φρουμέντιο. Ο τελευταίος μάλιστα χειροτονήθηκε επίσκοπος Ινδίας από τον Άγιο Αθανάσιο τον Μεγάλο, αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας. Πίστευσαν ακόμη στον Χριστό και οι Ίβηρες (Γεωργιανοί), που διδάχθηκαν την Πίστη από μία αιχμάλωτη χριστιανή, την Αγία Νίνα, που τέλεσε μεγάλα θαύματα με τη δύναμη του Χριστού. Η Αγία Νίνα θεράπευσε μάλιστα, τόσο την βασίλισσα Νάνα από ανίατη ασθένεια, όσο και τον βασιλέα Μιριάν (265-342), όταν αυτός επέστρεψε τυφλός από το κυνήγι. Τότε ο Μιριάν έστειλε πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη προς τον Μ. Κωνσταντίνο, ζητώντας τη βοήθειά του για τον εκχριστιανισμό της Γεωργίας. Ανταποκρινόμενος ο φιλόθεος Κωνσταντίνος, του έστειλε ιερείς μαζί με εικόνες, άγια λείψανα και τεμάχιο του Τιμίου Σταυρού. Σε λίγο διάστημα, όχι μόνο οι βασιλείς, αλλά και πλήθη λαού βαπτίστηκαν Χριστιανοί.

Την ίδια εποχή πίστεψαν στον Χριστό και οι Αρμένιοι, και πάλιν με τις ενέργειες του Μ. Κωνσταντίνου και την αποστολική δράση του Αγίου Γρηγορίου, επισκόπου και φωτιστού της Μεγάλης Αρμενίας.

Εκστρατεία κατά των Περσών και ασθένεια του Μ. Κωνσταντίνου

Στα τέλη της βασιλείας του Μ. Κωνσταντίνου παρατηρήθηκαν εχθρικές προετοιμασίες των Περσών κατά των Ρωμαίων. Ο Κωνσταντίνος ανησύχησε, όχι μόνο για τον πόλεμο, αλλά και την τύχη των χριστιανών στην Περσία, για τους οποίους, όπως είδαμε, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον (οι ανησυχίες του δικαιώθηκαν, καθώς από το 343 περίπου ο Σαβώρ εξαπέλυσε εκτεταμένους διωγμούς σ’ όλη την Περσία, αναδεικνύοντας πλήθη Μαρτύρων). Ετοιμάστηκε λοιπόν για εκστρατεία εναντίον των Περσών, επικαλούμενος τον Θεό και παραλαμβάνοντας ως συνοδούς και μερικούς επισκόπους, για να τον ενισχύουν με τις ευχές τους. Ακόμη και η σκηνή του σ’ αυτή την εκστρατεία είχε σχήμα σταυροειδές. Περνώντας όμως από τη Νίκαια ασθένησε και κατέφυγε στην Ελενόπολη για θεραπεία, καθώς εκεί υπήρχαν θερμά ιαματικά λουτρά. Επειδή όμως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, μεταφέρθηκε στη Νικομήδεια κι απ’ εκεί σε προάστιό της, καλούμενο «Αχυρών», που ήταν τόπος κατάλληλος για ανάπαυση και ανακούφιση.

Η βάπτιση και η κοίμηση του Αγίου Κωνσταντίνου

Ο μέχρι τότε κατηχούμενος στη Χριστιανική Πίστη βασιλέας, αφού διέμεινε εκεί για λίγο διάστημα και είδε πως η κατάστασή του δεν βελτιωνόταν, κάλεσε κοντά του τους Ορθοδόξους επισκόπους, που τον συνόδευαν, και εξέφρασε σ’ αυτούς την επιθυμία του να λάβει επιτέλους το άγιο Βάπτισμα, λέγοντας τα ακόλουθα αξιομνημόνευτα λόγια: «Αυτός είναι ο καιρός, που περίμενα από χρόνια με πόθο και προσευχή, ελπίζοντας να αξιωθώ της σωτηρίας από τον Θεό. Είναι πια καιρός να απολαύσω κι εγώ την αθανατοποιό σφραγίδα (έτσι ονόμασε το Βάπτισμα και το Χρίσμα)… κάτι το οποίο σκεπτόμουν να λάβω στα ρείθρα του Ιορδάνη ποταμού, στον οποίο, όπως αναφέρεται (στην Αγία Γραφή), μετέσχε του λουτρού του Βαπτίσματος και ο Χριστός, ως πρότυπο (παράδειγμα) για μας. Αλλ’ ο Θεός, που γνωρίζει το συμφέρον μας, με αξιώνει να το λάβω εδώ. Ας τελεσθεί λοιπόν τούτο χωρίς αναβολή…».

Τότε οι αρχιερείς βάπτισαν τον μακάριο Κωνσταντίνο και τον μετέλαβαν τα άχραντα Μυστήρια. Κι αυτός, σαν βγήκε από την αγία κολυμβήθρα, φόρεσε τα λευκά ενδύματα του Βαπτίσματος, τα οποία και δεν απέβαλε μέχρι την κοίμησή του! Δεν θέλησε πια να περιβληθεί τη βασιλική πορφύρα! Ανέπεμψε δε αμέσως μετά τη βάπτισή του ευχαριστήρια προσευχή προς τον Θεό, επιλέγοντας τα εξής: «Τώρα γνωρίζω ότι είμαι πράγματι μακάριος. Τώρα γνωρίζω ότι δείχθηκα άξιος της αθάνατης ζωής. Τώρα γνωρίζω ότι έγινα μέτοχος του θείου φωτός»!

Έτσι λοιπόν, ευτυχής και ευχόμενος, αφού τακτοποίησε τα της διαδοχής και διαθήκης του, κοιμήθηκε εν Κυρίω στις 22 Μαΐου του 337, ημέρα της Πεντηκοστής, κατά τις μεσημβρινές ώρες, αφού διετέλεσε τεσσαρακοστός τέταρτος αυτοκράτορας μετά τον Καίσαρα Οκταβιανό Αύγουστο (27 π.Χ. -14 μ.Χ.). Έζησε δε γύρω στα εξήντα τρία χρόνια, αφού βασίλευσε για περίπου τριάντα ένα χρόνια.

Στη διαθήκη του ο Κωνσταντίνος άφησε ως διαδόχους του τους τρεις υιούς του, παραχωρώντας στον Κωνστάντιο όλη την Ανατολή και την Κωνσταντινούπολη, στον Κώνσταντα τη Ρώμη και όλη την Ιταλία και στον Κωνσταντίνο τη Γαλλία και τις Βρεταννικές νήσους.

Το λείψανο του Κωνσταντίνου τοποθετήθηκε σε χρυσή λάρνακα και μεταφέρθηκε στα ανάκτορα στην Κωνσταντινούπολη, μέχρις ότου αφίχθηκε ο υιός του Κωνστάντιος, οπότε τελέστηκε μεγαλοπρεπής η κηδεία του και κατετέθη η σορός του στη λάρνακα, που είχε ο ίδιος προετοιμάσει, όπως είδαμε, στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Και εκεί ευρισκόμενο το τίμιο λείψανό του, επετέλεσε πολλά θαύματα!

Αντί Επιλόγου

Αυτά ήταν, αγαπητέ αναγνώστη, σε γενικές γραμμές τα σπουδαιότερα γεγονότα και θαυμαστά έργα των αοιδίμων Μεγάλων Βασιλέων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, όπως τα παρουσιάσαμε στο συνοπτικό αυτό και λιτό Συναξάριο.

Ειδικώτερα για το πρόσωπο του Μ. Κωνσταντίνου, που για ορισμένους είναι δυστυχώς «σημείο αντιλεγόμενο», πρέπει να πούμε πως ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης και μελετητής του βίου του δεν μπορεί, παρά να δοξάσει τον θεό, που τον ανέδειξε αυτοκράτορα σε μια εποχή κρίσεως θεσμών και αξιών, και μάλιστα μετά από τρεις αιώνες σκληρών διωγμών και φρικτών θανατώσεων εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων, μόνο και μόνο για την πίστη και αγάπη τους στον Χριστό! Μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε σήμερα αυτή τη μεγίστη του προσφορά στη Χριστιανική οικουμένη; Και να ήταν μόνη αυτή; Αναφέρθηκαν ήδη πιο πάνω οι πολυάριθμες θεάρεστες νομοθεσίες και ενέργειες του φιλοθέου αυτοκράτορα, με τις οποίες, οδηγούμενος από τον Θεό, εξάπλωσε και στερέωσε τη μέχρι τότε διωκόμενη χριστιανική πίστη σε πλείστα μέρη της οικουμένης.

Αντίθετα, οι γνωστές πράξεις βίας απέρρεαν από την ευθύνη της εξουσίας του αυτοκράτορα, και όχι από προσωπική του ευθύνη. Ας μη ξεχνούμε ακόμη ότι ο Κωνσταντίνος ήταν τότε και αβάπτιστος! Και η θεμελιώδης διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία ο βαπτιζόμενος καθαρίζεται, τόσο από το προπατορικό αμάρτημα, όσο και από κάθε άλλο προσωπικό αμάρτημα (σε περίπτωση που είναι μεγάλης ηλικίας), ίσχυσε αναμφίβολα και στην περίπτωση του Μ. Κωνσταντίνου.

Ο Μ. Κωνσταντίνος βρέθηκε λοιπόν με την Πρόνοια του Θεού πνευματικά έτοιμος και πολιτικά ώριμος στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, για να πραγματοποιήσει το μεγάλο όραμα ενός βαθύτερου μετασχηματισμού των δομών της καταρρέουσας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Και ασπάσθηκε τον χριστιανισμό, όχι μόνο ως ένας απλός πολίτης της, αλλ’ ως ο αυτοκράτορας και μονοκράτοράς της! Αυτό μάλιστα, το ότι βαπτίσθηκε στο τέλος της ζωής του για τους λόγους, που προεκθέσαμε, αποδεικνύει περίτρανα πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε σκοπιμότητα στην επιλογή του αυτή, αλλά προερχόταν ξεκάθαρα από τη γνήσια εσωτερική παρόρμησή του. Μπορούμε άραγε να αντιληφθούμε αληθινά τί σήμαινε ένας Ρωμαίος μονοκράτορας, μετά από τόσες νίκες και δόξα, και ο οποίος δεν ήταν μόνο ο ύψιστος πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της εποχής, αλλά και ο pontifex maximus (ο μέγιστος δηλαδή αρχιερέας της ειδωλολατρικής θρησκείας, που στη Ρώμη του αποδίδονταν τιμές λατρείας, αν και ο ίδιος κατήργησε με νόμους τη λατρεία αυτή στο πρόσωπό του), να βαπτισθεί Χριστιανός; Πράγματι η εξέχουσα θέση του Μ. Κωνσταντίνου στη συνείδηση της Εκκλησίας δεν είναι άσχετη προς το βάπτισμά του κατά το τέλος της ζωής του.

Και, τέλος, πρέπει να διευκρινιστεί πως η αναγνώριση της αγιότητας ενός κεκοιμημένου ορθοδόξου χριστιανού δεν είναι προϊόν ανθρώπινης αυθαιρεσίας ή καρπός οποιασδήποτε ανθρωπαρέσκειας! «Τους δοξάζοντάς με, δοξάσω», λέγει ο ίδιος ο Θεός. Μόνο ο Θεός στην πραγματικότητα ανακηρύσσει και δοξάζει τους Αγίους Του! Και πράγματι! Δεν είδαμε πόσης Θείας Χάρης αξιώθηκε ο Κωνσταντίνος, ενόσω ακόμη ζούσε; Την άμεση με οράματα θεϊκή καθοδήγηση, που είχε καθόλες τις μεγάλες στιγμές της ζωής του; Πως στάθηκε μοναδικό όργανο στα χέρια της θείας Προνοίας για τη στερέωση και επικράτηση της λατρείας του μόνου Αληθινού Θεού στον κόσμο; Αλλά και μετά θάνατο τον δόξασε ο Κύριος! Καθότι δεν πρέπει να παραβλέπεται το ότι και μετά την κοίμησή του οι προσευχές και μεσιτείες του προς τον Θεό θαυματουργούν, όπως εξάλλου αναφέρουν και αρχαία τροπάρια προς τιμή του: «..Ορθοδόξων βασιλέων πατήρ, ου και η λάρναξ ιάσεις βρύει…»(= εσύ που είσαι πατέρας, απαρχή των ορθοδόξων βασιλέων, του οποίου και η λάρνακα [ο τάφος] πηγάζει θεραπείες) (Δοξαστικό αποστίχων Εσπερινού). και αλλού: «Ο τάφος ένθα κείται το ιερόν, Κωνσταντίνε, και τίμιον σώμα σου, μαρμαρυγάς θείας και ακτίνας φωτολαμπείς, τοις προσιούσι πάντοτε βλύζει ιαμάτων παντοδαπών…» (= Ο τάφος, όπου βρίσκεται το ιερό και τίμιο σώμα σου, ω Κωνσταντίνε, πάντοτε αναβλύζει σ’ αυτούς που προσέρχονται [σ’ αυτό, για να το προσκυνήσουν] θείες ελλάμψεις και φωτοειδείς ακτίνες κάθε είδους θεραπείας) (τροπάριο θ’ ωδής Κανόνος του Όρθρου). Και έμπρακτη έκφραση της εξέχουσας θέσης του στη συνείδηση του πληρώματος της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούν οι πολυάριθμοι ναοί και οι εικόνες, που έγιναν από τη βυζαντινή εποχή και γίνονται μέχρι σήμερα προς τιμή του ιδίου και της Αγίας μητέρας του Ελένης!

Των Μεγάλων τούτων Θεοστέπτων Βασιλέων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης ας επικαλούμαστε κι εμείς οι χριστιανοί των εσχάτων αυτών χρόνων τις πρεσβείες και ικεσίες προς τον μεγαλοδύναμο Θεό, να ειρηνεύσει τον κόσμο, να εξαλείψει τα σκάνδαλα και τις αιρέσεις, να φέρει την ομόνοια και αγάπη, να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας και να μας αξιώσει μαζί τους της αιωνίου βασιλείας των ουρανών με τη Χάρη του Τριαδικού Θεού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν!

* Πηγές για τον παρόντα Βίο είχαμε τα σχετικά κλασσικά έργα του πατέρα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας Ευσεβίου, επισκόπου Καισαρείας, και μάλιστα το, «Εις τον Βίον Κωνσταντίνου Βασιλέως», καθώς και άλλων μεταγενεστέρων Ιστορικών (όπως των Σωκράτους Κωνσταντινουπόλεως και Σαλαμινίου Σωζομενού), που βασικά ακολουθούν τον Ευσέβιο, σε συνδυασμό με νεώτερη υπεύθυνη βιβλιογραφία.

Κατηγορία ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η επιστήμη μπροστά στη Σταύρωση και στην Ανάσταση του Ιησού Χριστού

Συγγραφέας: kantonopou στις Απρίλιος 14, 2018

† ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΚΡΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ.

Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η διάλεξις δόθηκε στο παλιό Αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. στο πλαίσιο του κύκλου διαλέξεων «Πνευματικοί Προβληματισμοί» τον Απρίλιο του 1978.

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Το κείμενο της διάλεξης αυτής δεν συντάχθηκε σε γραπτό κείμενο από τον ομιλητή. Απομαγνητοφωνήθηκε και αποτυπώθηκε όπως αποδόθηκε στο ρέοντα γραπτό λόγο.
Το γεγονός αυτό οφείλεται σε δύο αιτίες. Η πρώτη είναι ότι τέσσερις μήνες μετά τη διάλεξη ο ομιλητής απεβίωσε.

Η δεύτερη είναι ότι σε πρόταση των τότε τηλεοπτικών μέσων να δοθεί η διάλεξη και τηλεοπτικά, η θέση του ήταν ότι θα έπρεπε να συγκροτηθεί μία ομάδα επιστημόνων των αρμοδίων ως προς το θέμα ειδικοτήτων, ώστε να διεξαχθεί η συζήτηση με την απαιτούμενη ανάπτυξη και επιστημονική πληρότητα. Ο χρόνος δεν επέτρεψε την πραγματοποίηση της πρότασης αυτής.
Για τους λόγους αυτούς, ζητείται από τους αναγνώστες η κατανόησή τους.

Αγαπητοί μου φίλοι,

Είναι πραγματικά ένα μεγάλο προνόμιο το ότι δίνεται η ευκαιρία να συναντηθούμε σ’ ένα αμφιθέατρο πανεπιστημιακό, όχι μ’ εκείνο το στεγνό και στενό, αν και απαραίτητο περιεχόμενο της μεταδόσεως ορισμένων επιστημονικών γνώσεων, αλλά σ’ εκείνη την ατμόσφαιρα και το επίπεδο της στενής και χωρίς περιορισμούς, ως προς το βάθος και το πλάτος της γνωριμίας, σε επίπεδα που έχουν σχέση με την ψυχική ζωή, τόσο των ταγμένων να διδάσκουν ορισμένες γνώσεις, όσο και των φοιτητών που έρχονται εδώ, για να οικοδομήσουν τον ψυχικό τους κόσμο· και γι’ αυτό, πρέπει να δώσω και στην ανώνυμη αυτή ομάδα των συναδέλφων σας, που σκέφθηκαν να πάρουν αυτήν την πρωτοβουλία, αλλά και σε όλους εσάς που είχατε την καλοσύνη να έλθετε απόψε, να δώσω την έκφραση της μεγάλης μου ευχαριστίας.

Θα πρέπει να σας πω πως ό,τι θα ακούσετε από δω και μπρος δεν είναι τίποτε άλλο από προσωπικά μου βιώματα. Δεν είναι τίποτε άλλο από ερωτήματα που σε ώρες, είτε που απέχουν πολύ από το σήμερα είτε, και πρόσφατες, παίδεψαν την ψυχή μου. Πράγματα που αποτελούν το τέρμα πορείας πνευματικής. Πράγματα, που μπορώ να βεβαιώσω, γι’ αυτά με την σφραγίδα της απολύτου εσωτερικής πληροφορίας· με την σφραγίδα ότι επιβεβαιώνονται από την βίωση και την παρατήρηση κάποιων δεκαετιών από τον καιρό που επέστρεψα στον Κύριο Ιησού Χριστό.

Νομίζω ότι είναι επίκαιρη η εκλογή του αποψινού θέματος που έχει σχέση με την Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού, όχι μόνο γιατί διανύουμε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που έχει ορίσει η Εκκλησία, ώστε οι ψυχές όλων των χριστιανών να στρέφονται και να προετοιμάζονται για να συμμετέχουν στα Πάθη του Χριστού, αλλά γιατί ακριβώς η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι το επίκεντρο, είναι ο πυρήνας της κατάφασης του Χριστιανισμού και του αντιλόγου στον Χριστιανισμό. Γιατί εάν η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού είναι αλήθεια, τότε όλα εκείνα τα οποία πιστεύουμε, όλα εκείνα στα οποία έχουμε προσκολληθεί, όλα εκείνα τα οποία ακολουθούμε, και που είναι ξένα ή αντίθετα προς τον Χριστό και το Ευαγγέλιό Του είναι είδωλα που πρέπει να γκρεμιστούν. Γι’ αυτό και με τόση μανία και με τέτοιο πείσμα, έχουν εγερθεί τόσες αντιρρήσεις, έχουν παρουσιαστεί τόσα πολλά επιχειρήματα, με σκοπό να πείσουν τον καθένα ότι η Ανάσταση του Χριστού δεν έγινε· γιατί αν η Ανάσταση του Χριστού έγινε, τότε ο Χριστός είναι ο Θεός· τότε όλα όσα κήρυξε ο Χριστός, όλα όσα γράφει το Ευαγγέλιο είναι αλήθεια και θα πρέπει να πεθάνουμε για όλα όσα έχουμε ζήσει, που είναι ξένα και αντίθετα προς τον Χριστό, και να ξαναζήσουμε μια νέα ζωή, σύμφωνα με όσα κήρυξε και έζησε ο Χριστός, και που εξακολουθεί να πρεσβεύει και να βιώνει η Εκκλησία.

Τα επιχειρήματα τα οποία υψώνονται για να αμφισβητήσουν την Ανάσταση του Χριστού, μπορούμε να τα κατατάξουμε σε τρεις βασικές κατηγορίες:

– Η πρώτη είναι ότι ο Κύριος δεν πέθανε πάνω στο Σταυρό και συνεπώς αφού δεν πέθανε, δεν αναστήθηκε.

– Η δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων κατά της Ανάστασης, είναι η αμφισβήτηση για τις εμφανίσεις που ρητά περιγράφουν τα Ευαγγέλια ότι συνέβησαν μετά την Ανάσταση του Χριστού.

– Η Τρίτη, περιστρέφεται γύρω από το γεγονός ότι βρέθηκε κενός ο τάφος Του.

Το εάν ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό, ασφαλώς είναι θέμα που έχει απόλυτη συνάφεια με την Ιατρική Επιστήμη, καθώς αυτή είναι η επιστήμη που μελετάει τη φύση και τις συνέπειες όλων των σωματικών κακώσεων· η επιστήμη που μελετάει όλες τις εκδηλώσεις οι οποίες σχετίζονται με την βαθμιαία κατάρρευση των ζωτικών λειτουργιών του σώματος και με την διαπίστωση ότι οι συνθήκες πλέον για την επιβίωση του οργανισμού είναι εξαντλημένες και ότι ο θάνατος έχει επέλθει.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάπτυξη του πρώτου θέματος, αξίζει την προσοχή μας το γεγονός, ότι η αμφισβήτηση γύρω από το εάν ο Χριστός πέθανε πάνω στο Σταυρό, δεν παρουσιάστηκε ποτέ κατά την εποχή της γενιάς των ανθρώπων που έζησαν όταν συνέβη η Σταύρωση του Χριστού· δεν παρουσιάστηκε ούτε κατά τους αιώνες των διωγμών· δεν παρουσιάστηκε ούτε κατά την εποχή των μεγάλων αιρέσεων, οι οποίες αμφισβήτησαν και την θεότητα του Χριστού και την Ανάστασή Του. Δεν παρουσιάστηκε παρά μόνον τον δέκατο έβδομο αιώνα μ.Χ.. Αυτό είναι πολύ χαρακτηριστικό, γιατί τότε είχαν προ πολλού εκλείψει οι άνθρωποι, που είτε οι ίδιοι είχαν παρακολουθήσει, είτε είχε φθάσει μέχρις αυτούς, μία ζωντανή περιγραφή του μαρτυρίου της σταύρωσης. Εάν οι σκεπτόμενοι άνθρωποι του δεκάτου εβδόμου αιώνα είχαν -και ευτυχώς που δεν είχαν- παρακολουθήσει μία σταύρωση δεν θα είχε -όπως θα δούμε σε λίγο- παρουσιαστεί μία τέτοια αμφισβήτηση με αξιώσεις λογικής ισορροπίας.

Το ερώτημα εάν ο Χριστός πέθανε επάνω στο Σταυρό είναι βεβαίως συνυφασμένο με τον τρόπο με τον οποίο πεθαίνει ο σταυρωμένος άνθρωπος.

Σύμφωνα με μία κοινή, διαδεδομένη αντίληψη, ο θάνατος επάνω στο σταυρό, επέρχεται από τον πόνο και την αιμορραγία που προκαλούν τα καρφιά που έχουν τρυπήσει τα χέρια και τα πέλματα του εσταυρωμένου. Όπως θα δούμε, αυτά δεν είναι παρά ένα μικρό απλώς, πολύ βασανιστικό, όπως θα αναπτύξουμε, συμπλήρωμα, αλλά όχι με πρωτεύοντα ρόλο στην πρόκληση του θανάτου. Ο θάνατος του σταυρού, ο θάνατος του Χριστού επάνω στο Σταυρό, είχε πολλά προδιαθετικά αίτια.

Ανάμεσα σ’ αυτά, θα αναφέρουμε τα κτυπήματα που δέχθηκε ο Κύριος, τον οποίον «ἐράπιζον, ἐκολάφιζον, ἔτυπτον, ἔδερον», όπως διαβάζουμε στα Ευαγγέλια, οι βάρβαροι στρατιώται της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όλη τη δύναμη η οποία, όπως γνωρίζουμε τους χαρακτήριζε, αλλά και την τραχύτητα, με την οποία ήταν συνηθισμένοι, όπως επίσης γνωρίζουμε, να εκτελούν τα μαρτύρια και τις ποινές. Αλλά ενώ ξέρουμε ότι ένα ισχυρό χτύπημα από το χέρι ενός καλά γυμνασμένου στρατιώτη στο πρόσωπο ενός απροστάτευτου ανθρώπου μπορεί να τον φέρει σε κατάσταση λιποθυμίας ή αφασίας, αυτό θα το αντιπαρέλθουμε. Θα το αντιπαρέλθουμε, για να φθάσουμε σε μία φράση, που ίσως, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή την ακούμε, διότι σαν μετοχή απλώς του αορίστου αναφέρεται στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο: «φραγγελώσας παρέδωσεν αὐτόν…» (Μάρκ. Ιε’ 15).

Τι ήταν το φραγγέλιο; Ίσως νομίζουμε ότι το φραγγέλιο ήταν μία απλή μαστίγωση. Δεν είναι καθόλου έτσι. Έδεναν αυτόν που επρόκειτο να υποστεί αυτό το μαρτύριο σε μία κολώνα και ο ειδικός δήμιος που θα εκτελούσε τη φραγγέλωση, έπαιρνε ένα βαρύ μαστίγιο το οποίο κατέληγε σε πολλές λουρίδες. Πάνω στις λωρίδες, ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή οστάρια ζώων -συνήθως κότσια από αρνί. Με όλη τη δύναμη που διέθετε, άρχιζε να χτυπάει τη ράχη του δεμένου ανθρώπου. Από τα πρώτα χτυπήματα ξεσχιζόταν το δέρμα του ανθρώπου που υφίστατο τη φραγγέλωση. Πολύ σύντομα, ύστερα από μερικά χτυπήματα, καταξεσχίζονταν και αποκολούνταν τελείως οι σάρκες της ράχης. Αναφέρονται στην Ιστορία, αρκετές περιπτώσεις καταδίκων, οι οποίοι υπέκυψαν στα τραύματά τους κατά τη διάρκεια της φραγγέλωσης.

Αφού τελείωνε η διαδικασία της φραγγέλωσης, όπως την περιγράψαμε, πάνω σ’ αυτήν την καταξεσχισμένη, καταματωμένη και καταπονεμένη ράχη, σήκωσε ο Χριστός τον Σταυρό Του, κατασκευασμένον από ξύλο βαρύτατο, ώστε να μπορέσει να σηκώσει επάνω του το βάρος ενός ανθρώπου, χωρίς να θραυσθεί. Όπως είναι πολύ φυσικό και απολύτως αναμενόμενο να συμβεί, ο Χριστός λύγισε κάτω από το βάρος του Σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία τέτοια, που του είχε και που συνέχιζε να του στοιχίζει, απώλεια δυνάμεων. Λύγισε κάτω από το βάρος του Σταυρού και έπεσε, όπως υποστηρίζουν οι παραδόσεις, με το πρόσωπο πάνω στη γη. Με το πρόσωπο, χωρίς καν να μπορέσει να προστατεύσει το σώμα του από τις συνέπειες της πτώσης, εξαιτίας του Σταυρού, ο οποίος έπεσε με όλο του το βάρος επάνω στο κατατραυματισμένο σώμα Του. Για να μην πεθάνει πριν φθάσει καν στο ύψωμα του Γολγοθά, ανέθεσαν, όπως είναι γνωστό, στο Σίμωνα τον Κυρηναίο να σηκώσει τον Σταυρό για τον υπόλοιπο δρόμο. Στην παράθεση των κακώσεων που υπέστη ο Χριστός και τις συνέπειές τους πριν καν ανεβεί στο Σταυρό, θα αναφέρουμε τον ακάνθινο στέφανο, τα αγκάθια του οποίου είχαν τραυματίσει σε πολλά σημεία το κεφάλι Του. Όλοι όσοι έχουν μία πείρα από θάλαμο ατυχημάτων του Νοσοκομείου, σαφώς γνωρίζουν την ιδιαίτερη τάση που έχουν να αιμορραγούν τα τραύματα στο τριχωτό της κεφαλής.

Αυτό λοιπόν το έξαιμο, το άκρως καταπονημένο σώμα, καρφώθηκε πάνω στο Σταυρό.
Ας περάσουμε τώρα στο θέμα της ηλώσεως (του καρφώματος) των άκρων επάνω στο Σταυρό. Από μία κοινή εντύπωση, πιστεύεται ότι τα καρφιά διαπέρασαν τις παλάμες του Χριστού. Από πειράματα που έκανε ο Γάλλος χειρουργός και διδάκτορας της Ανατομίας Pierre Barbet πάνω σε πτώματα, παρατήρησε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί που περνάει ανάμεσα από τα οστά της παλάμης, να συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και εάν αυτό στηρίζεται στα πόδια με καρφιά. Αντίθετα. Εάν τα καρφιά διαπερνούσαν τις παλάμες, κάτω από το βάρος του εξαρτημένου σώματος, θα έσχιζαν το δέρμα της πρόσθιας και οπίσθιας επιφάνειας της παλάμης, θα την έτεμναν διαμπερώς στο ύψος των δακτύλων, και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω προς τη γη, ενώ θα των συγκρατούσαν μόνο τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός, έδειξε, ότι το μόνο σημείο που μπορεί να στηρίξει τα χέρια του σταυρωμένου ανθρώπου, εάν τα διαπεράσει ένα καρφί, είναι ο καρπός. Σε επανειλημμένα πειράματά του έδειξε, ότι σε όποιο σημείο του καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τους συνδέσμους, θα περάσει από έναν ανατομικό χώρο, γνωστό ως ο χώρος του destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια του καρπού. Εκείνο που είναι χαρακτηριστικό από μία σειρά δώδεκα παρόμοιων πειραμάτων που πραγματοποίησε ο Barbet, είναι δύο παρατηρήσεις του: Πρώτη, ότι και στα δώδεκα χέρια κανένα οστούν δεν τραυματίσθηκε και πολλώ μάλλον δεν έσπασε κατά την ήλωση του χεριού. Αυτό το πόρισμα, βεβαιώνει και αυτό που είχε γραφτεί για τον Κύριο: «καί ὀστοῦν οὐ συντριβήσεται αὐτοῦ».

Δεύτερη παρατήρηση του Barbet, ότι στο χώρο του destot, ακριβώς σε επαφή με το καρφί το οποίο τον έχει διαπεράσει, βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο του χεριού, το μέσο νεύρο. Αυτό, σε όλες τις κακώσεις που θα υποστεί το χέρι του σταυρωμένου ανθρώπου επάνω στο σταυρό, θα υφίσταται την αδιάκοπη επαφή, τριβή και τον τραυματισμό από το καρφί. Τώρα, το τι σημαίνει να δέχεται κι ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν συνέβη να δεχθούμε σ’ ένα σημείο, εδώ στον αγκώνα, ένα χτύπημα. Είναι εκείνο το αφόρητο αίσθημα της ηλεκτρικής εκκένωσης και της στιγμιαίας παράλυσης που δοκιμάζουμε και που κάνει να επαναστατεί όλο μας το είναι. Ας συμπεράνουμε λοιπόν, τι συνέβαινε όταν ένα πολλαπλάσιο και διαρκές ερέθισμα τέτοιας φύσεως πόνου, συνοδεύει το μαρτύριο του σταυρωμένου. Ας σκεφτούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα της σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο της σταυρώσεως.

Όσον αφορά το καρφί που διαπερνούσε τα πόδια του σταυρωμένου ανθρώπου, βρέθηκε από σειρά πειραμάτων που επίσης πραγματοποίησε ο χειρουργός Barbet τον οποίο προαναφέραμε, ότι από ένα μόνο σημείο των πελμάτων πρέπει να περάσει και δεν μπορεί παρά εκεί να βρει αδιέξοδο. Αυτό είναι το σημείο ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο, μετατάρσιο.

Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα· δεν είναι παρά η αρχή του μαρτυρίου της σταύρωσης, και ακόμη δεν περάσαμε καν στο αίτιο που επιφέρει το θάνατο.

Το αίτιο που επιφέρει το θάνατο έχει ασφαλώς θεμελιώδη σημασία για τη συζήτησή μας: για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός πέθανε επάνω στο Σταυρό.

Για να αντιληφθούμε το μηχανισμό του θανάτου, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα. Σε κάποιες τοιχογραφίες παρουσιάζονται οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, όχι καρφωμένοι, αλλά με τα χέρια δεμένα με σχοινί στους σταυρούς τους. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Το ότι όμως αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι που πολλοί ιστορικοί της Ρωμαϊκής περιόδου περιγράφουν: ότι δηλαδή, μπορεί να πεθάνει ένας άνθρωπος, εάν έχει εξαρτηθεί από τον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά εάν απλώς έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στο σταυρό. Για να αποδείξουμε σήμερα το θέμα αυτό, δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε σε μια πειθαρχική ποινή, που συνηθιζόταν να εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στο γερμανικό στρατό. Η ποινή αυτή ονομαζόταν Aufbinden και συνίστατο στο ότι έδεναν τα χέρια αυτού, που είχε καταδικαστεί, ψηλά από έναν πάσαλο έτσι, ώστε να μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόταν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. Το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του· οι φλέβες του πρηζόταν, το κεφάλι γινόταν υπεραιμικό και λίγο μετά, το άτομο αυτό, έφθανε στη λιποθυμία. Αν δεν προλάβαιναν να κόψουν το σχοινί, μπορούσε να πεθάνει. Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο, ότι καθώς μαρτυρείται από το Χρονικό του Dachau (Νταχάου), θυμήθηκαν εκεί οι Nazi αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις, φρικιαστικές, όπου άνθρωποι θανατώθηκαν με το μαρτύριο του Aufbinden. Αναφέρεται επίσης, ότι σε περιπτώσεις που το απόσπασμα ήθελε να επισπεύσει την εκτέλεση του θύματος, κρεμούσε ένα μικρό βάρος στα πόδια του. Όπως περιέγραψαν κατάδικοι, οι οποίοι σύμφωνα με την τακτική του «παραδειγματισμού» και του «εκφοβισμού» του φοβερού εκείνου στρατοπέδου, ήταν παρόντες την τρομερή εκείνη ώρα, όταν το μαρτύριο του Aufbinden φθάσει στα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο του θύματος κυριολεκτικά παραμορφώνεται, όπως του απαγχονισμένου. Ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο σημείο. Το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μία βαθειά κοιλότητα. Ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, που, όπως διηγούνται οι αυτόπτες μάρτυρες, δημιουργείται ολόκληρη λίμνη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου.

Ήδη από όσα ειπώθηκαν μόλις, συμπεραίνουμε ότι η έλξη που επιβάλλεται στο εξαρτημένο από το σταυρό σώμα είναι τόσο μεγάλη, εξαιτίας του βάρους αυτού του ίδιου του σώματος, που το τραβάει διαρκώς προς τα κάτω.

Ο σταυρωμένος, καθώς ο Κύριος, άνθρωπος, υφίσταται μία μεγάλη έλξη των χεριών, των βραχιόνων, των μυών, της ωμικής ζώνης και του θωρακικού τοιχώματος. Η έλξη αυτή, κρατάει το θώρακα σε μία αναγκαστική θέση εισπνοής, καίτοι ο άνθρωπος δε μπορεί να εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις. Ξέρουμε, ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από το θώρακά μας, χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια, σαν μια αυτόματη επάνοδο του μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακα, με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορούμε αν ανανεώνουμε τον αέρα στις κυψελίδες μας, να οξυγονώνεται το αίμα μας και να συνεχίζουμε να επιβιώνουμε. Στην κατάσταση όμως της εξάρτησης από τα χέρια, στην κατάσταση της σταύρωσης, ο άνθρωπος υφίσταται έναν πολύ μεγάλο περιορισμό της αναπνοής του· σαν εκείνον που θα υφίστατο εάν είχε δεθεί με έναν πολύ στενό θώρακα ή αν είχε πλακώσει τον θώρακά του ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί να γεμίσει τον θώρακά του με αέρα, ώστε ο θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται, κατά κύριο λόγο στην ασφυξία.

Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα, είναι αδύνατο να παροχετευτεί, να κατεβεί, το αίμα που βρίσκεται στο κεφάλι προς την καρδιά· γι’ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των σταυρωμένων ανθρώπων. Εάν ο σταυρωμένος δεν εύρισκε κάποια διέξοδο, προκειμένου να απαλλάξει το κεφάλι του από την πληθώρα αυτή του αίματος, θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στο σταυρό. Όμως, βρίσκει μία διέξοδο. Και αυτή είναι να στηρίξει το σώμα του, πιέζοντας τα πόδια του στα καρφιά. Έτσι, ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση του βάρους από τα χέρια και από τους ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι προς την καρδιά, και ο άνθρωπος συνέρχεται για λίγο. Η κούραση, η εξάντληση στην οποία έχει περιέλθει, δεν του επιτρέπει να καταβάλει τη μυϊκή αυτή προσπάθεια, ώστε να στηρίξει για πολύ όλο το βάρος του σώματός του στο καρφί, το οποίο έχει διαπεράσει τα πόδια του. Εξαντλημένος λοιπόν, ξαναπέφτει στην πρώτη θέση, για να ξαναρχίσει η διαδικασία της ασφυξίας, μέχρις ότου, ύστερα από μία διαδοχική σειρά τέτοιων προσπαθειών, εξαντληθεί τελείως, μείνει στη στάση της εξάρτησης και πεθάνει από ασφυξία.

Πραγματικά είναι ένα στανικό σχέδιο θανάτωσης ο σταυρός. Γι’ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος θάνατος, οριζόταν από τη Ρωμαϊκή νομοθεσία να εφαρμόζεται μόνο σε δούλους και προδότες. Ο Κικέρωνας, ο οποίος είχε παρακολουθήσει θάνατο καταδικασμένου σε σταύρωση, τον ονομάζει: «Crudelissimum et deterimum Supplicium», δηλαδή, το σκληρότερο και τρομερότερο βασανιστήριο.

Σε περιπτώσεις όπου για κάποιους λόγους, ήθελε ο επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος να συντομεύσει την επέλευση του θανάτου, τι έκανε;
Διέταζε να σπάσουν τις κνήμες του σταυρωμένου μ’ ένα ισχυρό χτύπημα, ούτως ώστε, αφού ο σταυρωμένος άνθρωπος δε μπορούσε πια να στηρίξει το βάρος στα πόδια του και να αναπνεύσει, να πεθάνει με τη διαδικασία που προ ολίγου αναφέρθηκε, από ασφυξία. Αυτή ήταν η χαριστική βολή την οποία επεφύλασσαν οι έμπειροι Ρωμαίοι εκτελεστές στους καταδικασμένους σε σταύρωση. Γι’ αυτό, όπως γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια, στους δύο ληστές που ζούσαν ακόμη μετά το θάνατο του Χριστού, εφάρμοσαν τη χαριστική βολή: δηλαδή τους έσπασαν τα σκέλη.

Όταν πλησίασαν οι στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος τον Χριστό, είδαν πως είχε ήδη πεθάνει. Εδώ πρέπει να προσέξουμε πολύ.
Είναι δυνατόν εκείνην τη στιγμή να βρισκόταν ο Χριστός σε κατάσταση νεκροφάνειας; Είναι σε όλους γνωστό, ότι η νεκροφάνεια δε συνοδεύεται από άπνοια, αλλά από φαινομενική άπνοια. Εάν πραγματικά δεν γίνονται αναπνευστικές κινήσεις είναι αδύνατον να ζήσει ο άνθρωπος για περισσότερο από τρία με έξι λεπτά, αφού το αίμα δεν οξυγονώνεται στους πνεύμονες. Είναι όμως δυνατόν να γίνονται ανεπαίσθητες αναπνευστικές κινήσεις στο σταυρό, τη στιγμή που για να αναπνεύσει ο σταυρωμένος άνθρωπος πρέπει να κάνει μία τόσο εργώδη προσπάθεια ώστε να κινήσει λίγα εκατοστά αέρα μέσα και έξω από τους πνεύμονές του;

Είναι δυνατόν ένας αξιωματικός, επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος, που ασφαλώς είχε δει και επιβλέψει πολλές θανατώσεις καταδικασμένων σε σταύρωση να απατηθεί; Είναι δυνατόν αυτήν την αναπόφευκτα εργωδέστατη περίπτωση, να μην αντιληφθεί εκείνος, ο οποίος θα πλήρωνε με την ίδια τη ζωή του, σε περίπτωση που δήλωνε ότι ένας κατάδικος είχε πεθάνει, ενώ θα αποδεικνυόταν ότι ζούσε;
Ίσως κάποιος να εμμένει στην αμφιβολία, σε μία πεισματώδη άρνηση. Είναι δυνατόν. Προεκτείνουμε την έρευνά μας.

Ο Κεντυρίωνας, ο εκατόνταρχος στην ελληνική γλώσσα, δεν αρκέσθηκε στην πειστική γι’ αυτόν απόδειξη, αλλά εκτέλεσε πάνω στο σταυρωμένο σώμα του Χριστού την κλασσική μορφή της χαριστικής βολής, που εφάρμοζαν οι Ρωμαίοι, σε όλους τους καταδίκους, άσχετα από τον τρόπο με τον οποίον θα εκτελείτο η θανάτωσή τους: τη λόγχιση της πλευράς. Η λόγχιση είναι πραγματικά ένα θανάσιμο τραύμα. Με όλη τη δύναμη που ένας γυμνασμένος στρατιώτης μπορούσε να χτυπήσει σχεδόν εξ επαφής, με την κοφτερή λόγχη που βρισκόταν στην άκρη του δόρατός του, ένα σώμα, ο Ρωμαίος στρατιώτης βύθισε βαθειά στο θώρακα του Χριστού τη λόγχη του. «Εὐθέως ἔρρευσε ὕδωρ καί αἷμα». Το ποια είναι η μεγάλη δογματική σημασία αυτού του ύδατος και αίματος δεν θα το συζητήσουμε εδώ. Δεν είναι θέμα που αρμόζει σε μένα, σαν επιστήμονα των θετικών επιστημών να το αναλύσω. Οφείλουμε όμως να επισημάνουμε, ότι για να τρέξει αίμα, θα πρέπει η λόγχη να έτρωσε ή την καρδιά ή κάποιο μεγάλο αγγείο. Εάν ο Χριστός ζούσε, απ’ όπου και αν προερχόταν αυτό το αίμα, θα υπήρχε μια συνεχής ροή, ροή με σφύξεις, η οποία θα μαρτυρούσε την παρουσία της ζωής. Όμως  μετά από εκείνην την ροή ύδατος και αίματος δεν παρουσιάστηκε πλέον τίποτε άλλο. Ένα τόσο μεγάλο τραύμα δεν προκάλεσε καμία αντίδραση. Αντίθετα, η έλλειψη αντίδρασης, επικύρωσε στον Κεντυρίωνα την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα, ότι ο Χριστός είχε πεθάνει.

Δεν είναι λοιπόν δυνατή η νεκροφάνεια πάνω στον σταυρό. Δεν είναι δυνατή ούτε όταν προκαλείται στο σώμα ένα τόσο μεγάλο τραύμα. Πρέπει να σημειώσουμε, ότι η είσοδος της λόγχης μέσα στον θώρακα δεν προκάλεσε μονάχα την τρώση μεγάλων οργάνων της κυκλοφορίας, όπως της καρδιάς ή των μεγάλων αγγείων, καθώς προαναφέρθηκε. Προκάλεσε εξάπαντος μία κατάσταση που την γνωρίζουν όσοι έχουν κάποια σχέση με την Ιατρική: τον πνευμοθώρακα. Την είσοδο δηλαδή ατμοσφαιρικού αέρα, όχι από τη φυσική αναπνευστική οδό, αλλά έξω από τους πνεύμονες. Ένα φαινόμενο που όπως γνωρίζουμε είναι ασυμβίβαστο με την επιβίωση. Ένας ανοιχτός πνευμοθώρακας δεν επιτρέπει την αναπνοή, ακόμη και αν ο άνθρωπος βρίσκεται στο κρεββάτι του. Έτσι, ακόμη και αν δεν υπήρχε κανένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας για την αναπνοή του Εσταυρωμένου Χριστού -που όπως είδαμε ήταν πλέον ανύπαρκτη- ένα τέτοιο μεγάλο τραύμα στο θώρακα θα είχε καταργήσει την ικανότητα του αναπνευστικού Του συστήματος να εκτελεί το έργο του και θα τον είχε θανατώσει μέσα σε λίγα λεπτά.

Εάν, πράγμα λογικά αδύνατο και θετικά απαράδεκτο, οι μηχανισμοί του θανάτου που μόλις αναπτύξαμε, δεν είχαν προκαλέσει ακόμη τον θάνατο του Χριστού, το γεγονός ότι δεν έγινε η αποκαθήλωσή Του αμέσως μετά τη διαπίστωση του Κεντυρίωνα, αλλά μεσολάβησε αρκετό χρονικό διάστημα, όπως θα δούμε αμέσως, δίνει αρκετό χρόνο στους μηχανισμούς αυτούς να επιφέρουν το θάνατο.

Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, οφείλεται στις ενέργειες που έγιναν από μέρους των παρισταμένων προς τις Ρωμαϊκές αρχές. Για τη διεκπεραίωση των ενεργειών αυτών χρειάστηκαν τέσσερις διαδρομές. Όπως γνωρίζουμε από τα Ευαγγέλια, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας κατέβηκε από το Γολγοθά στο Πραιτώριο, όπου βρήκε τον Πιλάτο και του ζήτησε το σώμα του Χριστού. Ο Πιλάτος «ἐθαύμασε εἰ ἤδη ἀπέθανε», για να μας έχει κι εμάς πληροφορημένους ότι «ἀπέθανε». Αμέσως κάλεσε με αγγελιοφόρο των Κεντυρίωνα.
Ο Κεντυρίωνας με τη σειρά του, την πεποίθησή του για το τετελεσμένο γεγονός του θανάτου του Χριστού, δεν την επισφράγισε μόνον με το ότι έφυγε αφήνοντας πίσω του τον Χριστό νεκρό -δεν είχε το δικαίωμα να αποχωρήσει από το χώρο της εκτέλεσης της ποινής εάν ο καταδικασμένος δεν είχε πεθάνει. Την πεποίθησή του για το θάνατο του Χριστού, την επισφράγισε και με το ότι διαβεβαίωσε τον ίδιο τον ηγεμόνα ότι όντως ο Χριστός είχε πεθάνει.

Μετρούμε ως τώρα τρεις διαδρομές: Πρώτη του Ιωσήφ προς τον Πιλάτο· δεύτερη του αγγελιοφόρου προς τον Κεντυρίωνα· Τρίτη, αυτή του Κεντυρίωνα προς τον Πιλάτο, και η τέταρτη διαδρομή, αυτή του Ιωσήφ από το Πραιτώριο στο Γολγοθά.
Ο Ιωσήφ ανέβηκε φέρνοντας μαζί του τη σινδόνη, και τότε μονάχα έγινε η Αποκαθήλωση του Χριστού από το Σταυρό.

Την Αποκαθήλωση ακολούθησε η διαδικασία της Ταφής, η οποία έγινε, όπως γράφεται στο Ευαγγέλιο, από τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο και όσους παρευρίσκονταν, καθώς ήταν έθος στους Ιουδαίους. Στο «ταλμούδ», βρίσκεται καταγραμμένη όλη η διαδικασία της ταφής, η οποία για να αποτρέψει προφανώς το ενδεχόμενο της νεκροφάνειας, συμπεριελάμβανε και το να κρατάει κάποιος ένα φτερό μπροστά στα ρουθούνια του πεθαμένου επί δεκαπέντε λεπτά, ώστε να βεβαιωθούν οι παριστάμενοι ότι δεν κινεί η αναπνοή το φτερό.

Αφού ετοίμασαν το σώμα του Κυρίου, έβαλαν γύρω του τη σινδόνη ή τα οθόνια και τον κάλυψαν, καθώς ήταν το έθιμο στους Ιουδαίους. Πάνω σ’ αυτά τα υφάσματα, έριξαν 100 λίτρα μείγματος σμύρνας και αλόης, δύο αρωματικών ουσιών, που καθώς ανακατεύονται, παίρνουν μία κολλώδη, παχύρευστη μορφή, με την οποία διαπότισαν κατά έναν τρόπο αεροστεγή -και μάλιστα σε ποσότητα 100 λίτρων- από όλες τις πλευρές, το πτώμα που περιβαλλόταν από τα υφάσματα.

Εάν υποτεθεί ότι ένα υγιέστατο άτομο είχε περιτυλιχτεί με τη σινδόνη και τα οθόνια και είχε περιβραχεί με την κολλώδη και αδιαπέραστη αυτή ουσία που θα έπεφτε τόσο άφθονα απάνω του, το άτομο αυτό θα πέθαινε ασφαλώς από ασφυξία. Ώστε κι αν ξεχάσουμε όλες τις πολυάριθμες αιτίες, που κάθε μία από αυτές αρκεί για να προκαλέσει το θάνατο, έχουμε εδώ, κατά την ταφική διαδικασία και μέσα στον ανοικτό ακόμη τάφο, μία πρόσθετη και πολύ σοβαρή αιτία θανάτου: αυτή της ασφυξίας από την σμύρνα και την αλόη.

Θα προσθέσουμε πληροφοριακά, ότι τον δέκατο ένατο αιώνα, ο πρώτος που παρουσίασε επιχειρήματα για νεκροφάνεια ήταν ο Venturino. Οι ορθολογιστές δέχθηκαν ότι η σμύρνη και η αλόη αναζωογόνησαν τον καταπονημένο, αλλά όχι νεκρό Ιησού Χριστό. Αυτόν, ο οποίος κατατραυματισμένος, έξαιμος, αφυδατωμένος, ακίνητος, βρισκόταν σε λιποθυμική, σε κωματώδη κατάσταση, αν δεν ήταν νεκρός, πράγμα, όπως εξηγήσαμε, αδιανόητο. Εάν η σμύρνη και η αλόη είχαν τέτοιο αποτέλεσμα, εμείς οι γιατροί, αντί να χρησιμοποιούμε χίλιες δύο μεθόδους, προσπάθειες και σειρά εξετάσεων προκειμένου να σώσουμε τους βαρειά τραυματισμένους, δεν θα είχαμε παρά να τους δώσουμε να μυρίσουν σμύρνη και αλόη και αμέσως να αναζωογονούνταν. Αντίθετα, τα αποτελέσματα της χρήσης της σμύρνης και της αλόης αποτελούν, όπως μόλις είδαμε, ένα τελικό επιχείρημα για όλους εκείνους που αμφιβάλλουν.

Αλλά ας προεκτείνουμε μ’ έναν πεισματικό τρόπο την αμφιβολία μας. Ας υποθέσουμε κι εμείς ότι επρόκειτο για νεκροφάνεια. Ας υποθέσουμε ότι πράγματι ο Χριστός δεν είχε πεθάνει. Ας υποθέσουμε ότι Ανάσταση δεν συνέβη, αλλά σηκώθηκε απλά ο Χριστός την τρίτη ημέρα και άρχισε να βαδίζει.
Πώς μπόρεσε να απαλλαγεί από τον σφικτό αυτόν κλοιό των υφασμάτων που τον περιέβαλαν;

Πώς μπόρεσε να αποκυλήσει τον βαρύ λίθο με τον οποίο ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας σφράγισε τον τάφο; Τον λίθο, τον οποίο τρεις γυναίκες πηγαίνοντας εκεί την πρωία της Κυριακής, διερωτώνταν ποιος θα τις βοηθούσε να τον αποκυλήσουν;

Και τέλος, αυτό το κατατραυματισμένο, έξαιμο, αφυδατωμένο, εξουθενωμένο σώμα, έστω και αν υποτεθεί πως θα σηκωνόταν και μάλιστα θα κυλούσε τον λίθο, ασφαλώς μετά από λίγα βήματα, θα ξανάπεφτε κάτω σε μία αθλία κατάσταση. Δεν θα μπορούσε να συνέλθει και να σταθεί ξανά στα πόδια του, παρά μετά από πολύμηνη θεραπεία, ακόμη, και αν υπήρχαν τότε τα μέσα, τα οποία σήμερα διαθέτουμε για να πραγματοποιούμε την εντατική θεραπεία των ανθρώπων που βρίσκονται πάρα πολύ κοντά στο θάνατο.

Έχουν οι εμφανίσεις του Χριστού, μετά την Ανάστασή Του καμία ομοιότητα με την εικόνα που περιγράψαμε μόλις; Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι το γεγονός το ότι είδαν τον Χριστό υγιέστατο όλοι εκείνοι στους οποίους εμφανίστηκε, δεν αποτελεί απλώς πληροφορία, αλλά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρχει το Ευαγγέλιο. Από την υγεία από την οποία έσφυζε αυτό το σώμα, επείσθησαν οι δύσπιστοι, αποκαρδιωμένοι μαθητές Του, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ότι πράγματι αναστήθηκε.

Αντί για ένα σώμα που σέρνεται, που λιποθυμάει, που πραγματικά θα προκαλούσε οίκτο και φρίκη από τα βασανιστήρια που είχε περάσει, έχουμε την εμφάνιση ενός ανθρώπου που ήταν γεμάτος από σφρίγος, που ακτινοβολούσε την επιβολή, την ειρήνη, την άνεση· ένα σώμα που περπατάει τόσο γρήγορα ώστε να κατορθώνει, στην περικοπή της πορείας εις Εμμαούς, να φθάσει δύο ανθρώπους που βάδιζαν αρκετά χιλιόμετρα μακριά από τα Ιεροσόλυμα και που προπορεύονταν από αυτό. Τους έφθασε και συνοδοιπόρησε μαζί τους για μία άλλη επίσης μεγάλη απόσταση, μέχρι το σούρουπο.

Πρόκειται πραγματικά για εμφανίσεις ανθρώπου, ο οποίος βρίσκεται σε τέλεια φυσική κατάσταση.

Το ότι πέθανε ο Χριστός πάνω στο Σταυρό και το ότι είναι αδύνατον να μην παραδεχθούμε ότι οι εμφανίσεις Του είναι εμφανίσεις κάποιου, ο οποίος έχει αναστηθεί μετά από το μαρτύριο και το θάνατο στο Σταυρό, έχει πλέον θετικότατα αποδειχθεί από την Ιατρική Επιστήμη. Κλείνουμε εδώ την πρώτη κατηγορία αμφισβητήσεων, αυτήν που αφορά στο θάνατο του Χριστού επάνω στο Σταυρό.

Περνούμε στη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων: Στο ερώτημα, εάν οι εμφανίσεις του Χριστού μετά το Σταυρικό Του θάνατο είναι πραγματικές. Στο εάν οι περιγραφές και οι μαρτυρίες της Καινής Διαθήκης γύρω από τις εμφανίσεις αυτές είναι αξιόπιστες.
Εδώ χρειαζόμαστε και μπαίνουμε στην περιοχή μιας άλλης επιστήμης, της Νομικής Επιστήμης. Η Νομική είναι η Επιστήμη που με μεγάλη ακρίβεια και απόλυτα ορθολογικά κριτήρια, μελετάει την αξιοπιστία των ενδείξεων. Προκειμένου να αποδώσει ευθύνες, να απαγγείλει κατηγορίες και να εκφράσει καταδίκες, στηρίζεται αδιάκοπα σε μαρτυρίες και ενδείξεις. Κατά συνέπεια, έχει με πολύ λεπτό ηθμό και με μεγάλη λογική αυστηρότητα ξεκαθαρίσει, ποιες μαρτυρίες είναι αξιόπιστες και ποιες δεν είναι· πότε μία μαρτυρία και μία ένδειξη είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν.

Εάν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις του Χριστού που υπάρχουν στα Ευαγγέλια και στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, θα πρόκειται για ένα από τα δύο είδη παρέκκλισης από την αλήθεια. Ή θα πρόκειται περί ψευδαπάτης (ψευδαισθήσεις), ή θα πρόκειται για απάτη.
Ας εξετάσουμε μία-μία αυτές τις δύο περιπτώσεις.

Θα πάρουμε πρώτα το ενδεχόμενο των ψευδαισθήσεων. Οι ψευδαισθήσεις επιβάλλουν να ξαναγυρίσουμε πάλι στην Ιατρική Επιστήμη.

Οι ψευδαισθήσεις είναι ένα φαινόμενο το οποίο η Ιατρική έχει επί χιλιάδες περιπτώσεων μελετήσει.

Ας αναφέρουμε ευθύς εξ αρχής, ότι τα άτομα τα οποία βλέπουν οράματα και έχουν ψευδαισθήσεις, αποτελούν μία ορισμένη κατηγορία ανθρώπων, οι οποίοι έχουν την προδιάθεση γι’ αυτές. Οι ψευδαισθήσεις αποτελούν μία προέκταση των διαθέσεών τους και αφορούν σε γεγονότα, των οποίων η πραγματοποίηση επιθυμείται πολύ έντονα από αυτούς.

Εάν πολλά άτομα έχουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και χαρακτήρα, που σχετίζονται με τον ψυχικό κόσμο, τον χαρακτήρα και τις εμπειρίες που διαθέτει το κάθε ένα. Έχουν λοιπόν διαφορετική μορφή και διαφορετικό περιεχόμενο.

Το φαινόμενο των ψευδαισθήσεων λαμβάνει χώρα σε κατάλληλη ώρα και τόπο. Σε συνθήκες δηλαδή που υποβάλλουν και προδιαθέτουν τον άνθρωπο. Τέλος, εάν οι ψευδαισθήσεις έχουν την τάση να επαναλαμβάνονται, τότε η επάνοδός τους  παρουσιάζεται επί μακρό χρονικό διάστημα.

Ακολουθούν οι μαρτυρίες για τις εμφανίσεις του Χριστού έστω και έναν από τους βασικούς, προαναφερθέντες κανόνες, οι οποίοι χαρακτηρίζουν τις παθολογικές αφηγήσεις πασχόντων ανθρώπων;

Ας εξετάσουμε το πρώτιστο. Εκείνοι στους οποίους εμφανίστηκε ο Χριστός είχαν πράγματι την προδιάθεση να δουν τον Χριστό αναστημένο; Κάθε άλλο. Όχι μόνον ήταν καταπτοημένοι, όχι μόνον ήταν βέβαιοι ότι η υπόθεση τελείωσε, αλλά ακόμη όταν έφθασαν σ’ αυτούς επανειλημμένα μηνύματα από πρόσωπα αξιόπιστα, πρόσωπα που ζούσαν ανάμεσά τους -οι Μυροφόρες- και τους βεβαίωναν ότι είδαν τον Χριστό αναστημένο, εκείνοι αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι οι εμφανίσεις αυτές ήταν αληθινές· ότι πράγματι ο Χριστός είχε αναστηθεί.

Τα πρόσωπα αυτά, όπως βλέπουμε, όχι μόνον δεν ήταν προδιατεθειμένα στο να δεχθούν ότι είναι δυνατόν να δει κανείς, και συνεπώς και οι ίδιοι, τον Χριστό.
Είπαμε, ότι τα άτομα που βλέπουν ψευδαισθήσεις ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο, επιρρεπή σε τέτοιες εκδηλώσεις. Ας δούμε· ανήκουν σ’ έναν ορισμένο τύπο οι μάρτυρες των εμφανίσεων του Χριστού;
Κάποια απ’ αυτά, τα γνωρίζουμε από τα ίδια τους τα γραπτά και τις αφηγήσεις τους. Κατ’ αρχήν δεν είναι πρόσωπα ευφάνταστα, δεν έχουν φαντασιώσεις. Ας πάρουμε τον τελώνη Ματθαίο· άνθρωπο ο οποίος πέρασε όλη του τη ζωή πάνω στους λογαριασμούς. Τον Ματθαίο, που το Ευαγγέλιό του είναι γεμάτο ρεαλισμό· που δεν έχει τίποτα το ποιητικό· τίποτα το λυρικό. Που είναι αντίθετα, μια πολύ προσεκτική παράθεση γεγονότων, με λεπτομέρειες εξαιρετικά πραγματικές.
Ας πάρουμε το Θωμά. Ο Θωμάς σαφώς δεν ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που βλέπουν ψευδαισθήσεις. Είναι ο άνθρωπος που όταν οι δέκα μαθητές με τους οποίους είχε ζήσει τρία χρόνια αδιάκοπα, τον βεβαιώνουν ομόφωνα ότι είδαν τον Χριστό, αρνείται να πιστέψει και απαντάει ότι δεν θα πιστέψει ακόμη κι εάν Τον δει, αλλά μόνον εάν αγγίξει τα τραύματά Του.

Είναι αυτός ο άνθρωπος, τύπος προδιατεθειμένος σε ψευδαισθήσεις;

Ο Παύλος. Ο διώκτης Παύλος. Ο Παύλος, ο οποίος θέριζε κυριολεκτικά την εκκλησία και κάθε άνθρωπο ο οποίος ήθελε να πει ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να δει και να ακούσει τον Αναστημένο Χριστό, τη στιγμή που βρισκόταν στο αποκόρυφο της μανίας του εναντίον της ιδέας ότι ο Χριστός αναστήθηκε;

Βλέπουμε λοιπόν, δειγματοληπτικά, ότι οι άνθρωποι στους οποίους συνέβησαν οι εμφανίσεις αυτές, ήσαν άνθρωποι με διαφορετικό χαρακτήρα, με διαφορετικό τύπο -μάλιστα με τύπο ξένο προς εκείνον που ρέπει στις ψευδαισθήσεις.

Ξέρουμε από τις Πράξεις των Αποστόλων, πως ο Χριστός εμφανίστηκε σε πεντακόσιους ανθρώπους ταυτόχρονα. Είναι δυνατόν πεντακόσια πρόσωπα να ανήκουν όλα ή σχεδόν όλα, στον τύπο του ανθρώπου που βλέπει ψευδαισθήσεις; Είπαμε ότι, εάν πολλά πρόσωπα βλέπουν ψευδαισθήσεις, οι ψευδαισθήσεις αυτές έχουν χαρακτήρα και αντικείμενο ανάλογο προς την προσωπικότητα του καθενός. Γνωρίζουμε καλά, όπως θα ήταν και επόμενο να το περιμένουμε, ότι τα πρόσωπα του περιβάλλοντος του Χριστού, είχαν πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ένας με στοιχειώδη ψυχολογική αντίληψη, αντιλαμβάνεται τις θεμελιώδεις διαφορές χαρακτήρα, που υπήρχαν ανάμεσα στον Απόστολο Πέτρο, στον Απόστολο Παύλο και στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Οι διάφοροι χαρακτήρες των μαθητών του Χριστού και όσοι αναφέρονται στο Ευαγγέλιο, αποτελούν ένα φάσμα, που μπορούσαμε να πούμε ότι αντιπροσωπεύει όλους τους ανθρώπινους τύπους. Εν τούτοις, όλοι τους δέχονται και παραδέχονται, ότι ο Χριστός είχε την ίδια εμφάνιση και ο λόγος Του, όταν τους μίλησε, είχε ακριβώς το ίδιο περιεχόμενο. Όλοι συμφωνούν απολύτως για το ό,τι είδαν και για το ό,τι άκουσαν.

Το γεγονός αυτό είναι αντίθετο προς τον ισχυρισμό ότι οι εμφανίσεις του Χριστού ήταν προϊόν ψευδαισθήσεων.

Είπαμε προ ολίγου, ότι οι ψευδαισθήσεις παρουσιάζονται σε κατάλληλους υποβλητικούς τόπους και ώρες της ημέρας. Στην περίπτωση όμως των εμφανίσεων του Χριστού δεν υπάρχουν ομοιότητες, ούτε ως προς τον τόπο ούτε ως προς το χρόνο που λάμβαναν χώρα. Άλλοτε και συνηθέστερα, εμφανίζεται ο Χριστός στο φως της ημέρας. Εμφανίζεται επί πολλή ώρα. Μέρα μεσημέρι ή απόγευμα και βαδίζει στους αγρούς.

Εμφανίζεται στο Όρος των Ελαιών. Εμφανίζεται στον κήπο του νεκροταφείου της Ιερουσαλήμ. Εμφανίζεται σ’ ένα δωμάτιο που ήταν κλεισμένοι οι μαθητές. Εμφανίζεται σ’ έναν λοφίσκο, σε πολλούς ανθρώπους. Εμφανίζεται στη λίμνη της Τιβεριάδας όπου, όπως γνωρίζουμε, έγινε η δεύτερη θαυμαστή αλιεία. Καθόλου όμοιοι μεταξύ τους οι χώροι, ούτε και υποβλητικοί, ώστε να δημιουργούν το κλίμα και το περιβάλλον για ψευδαισθήσεις.

Είπαμε, πως όταν οι ψευδαισθήσεις επαναλαμβάνονται επί πολύ διάστημα, και ή τείνουν να αραιώσουν ή να ατονήσουν οπότε σιγά-σιγά εξαφανίζονται, ή τείνουν να εντείνονται να γίνουν συχνότερες, οπότε καταλήγουν σε κρίση. Αυτό το λέει η Ψυχιατρική. Εδώ δεν βλέπουμε τίποτε από αυτά. Αντίθετα, οι εμφανίσεις του Χριστού παρουσιάζονται στα Ευαγγέλια με τον ίδιο ρυθμό και μετά από σαράντα μέρες διακόπτονται χωρίς να έχουν φθάσει ούτε σε μια αραίωση ούτε σε ένα αποκόρυφο. Διακόπτονται μετά την Ανάληψή Του.

Ας σημειώσουμε ότι όταν μιλούμε για ψευδαισθήσεις, όλοι εννοούμε κυρίως οράματα: δηλαδή εμφανίσεις οι οποίες γίνονται αντιληπτές με την όραση. Στην περίπτωση των εμφανίσεων του Χριστού, όχι μόνον οι περισσότερες από αυτές συνδυάζονται και με ακουστικές εντυπώσεις και με διάλογο, ο οποίος διαμείβεται ανάμεσα στον εμφανιζόμενο και σ’ εκείνους που τον βλέπουν, αλλά επιβεβαιώνονται και με την αφή.

Βλέπουμε την διαβεβαίωση την οποία παίρνει ο Απόστολος Θωμάς με την αφή.

Βλέπουμε επίσης, ότι για  να μη μείνει αμφιβολία στους μαθητές ως προς το ότι ήταν πραγματική και όχι ψευδής εντύπωση η εμφάνισή Του, ο Χριστός όταν είδε από την ταραχή, το φόβο και τη δυσπιστία τους ότι αμφέβαλαν για ό,τι έβλεπαν, έφαγε μπροστά τους ψάρι και κηρήθρα. Έφαγε από αυτά, ώστε μετά την αποχώρησή του να έχουν την διαβεβαίωση ότι πραγματικά παρουσιάστηκε με σώμα αληθινό, από το γεγονός ότι το ψάρι και το μέλι βρισκόταν πάνω στο τραπέζι όπου και οι ίδιοι προηγουμένως έτρωγαν, αλλά επιπλέον είναι και τροφές, οι οποίες αφήνουν υπόλειμμα: το κερί από την κηρύθρα και το κόκκαλο απ’ το ψάρι. Θα προσθέσουμε την περικοπή όπου ο Χριστός μαγείρεψε. Εκεί όπου έψησε ο ίδιος το ψάρι στην όχθη της λίμνης· τόσο εκείνο το οποίο είχε ο ίδιος, όσο και το ψάρι που είχαν ψαρέψει οι μαθητές και έφαγαν όλοι μαζί.

Πώς θα ήταν δυνατόν οι μαθητές να κατείχαν και να μαρτυρούσαν και σ’ εμάς ότι υπήρξαν υλικά δείγματα από τις εμφανίσεις του Χριστού και τη συναναστροφή τους μαζί Του, εάν αυτές ήταν απλώς αποτέλεσμα ψευδαισθήσεων;

Αντίθετα, τα υλικά υπολείμματα από τις εμφανίσεις Του, διαψεύδουν και καταρρίπτουν το επιχείρημα ότι επρόκειτο για ψευδαισθήσεις.

Εάν οι εμφανίσεις του Χριστού που περιγράψαμε δεν ήταν αποτέλεσμα αυταπάτης μήπως ήταν αποτέλεσμα απάτης;
Περνούμε στο δεύτερο ενδεχόμενο· στο δεύτερο είδος παρέκκλισης από την αλήθεια. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφισβήτηση. Αυτή η διέξοδος μένει στην αμφιβολία.

Ο πρώτος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί οι εμφανίσεις αυτές να είναι αποτέλεσμα απάτης, οφείλεται στο γεγονός, ότι τα πρόσωπα από τα οποία μαρτυρείται ότι είδαν το Χριστό -και μαρτυρείται επί χρόνια, αρκετά χρόνια μετά την Ανάστασή Του ότι τον είδαν (στην Α’ προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, απαριθμούνται τα πρόσωπα αυτά και αναφέρει εκεί ο Παύλος συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται και στο Ευαγγέλιο του Μάρκου, ότι πάνω από πεντακόσιοι άνθρωποι είδαν το Χριστό)- τα πρόσωπα αυτά ήταν πάρα πολλά. Συμπερασματικά, είναι πραγματικά απίθανο, τόσα πολλά πρόσωπα, επί τόσο πολλά έτη να έκαναν μια τόσο χονδροειδή και βλάσφημη απάτη, και να μη βρέθηκε ούτε ένα από αυτά, το οποίο να συνέλθει και να μαρτυρήσει ότι το ίδιο συμμετείχε σε μία απάτη ή να διαμαρτυρηθεί ότι έπεσε θύμα της απάτης αυτής.

Για κάθε δικαστήριο, για κάθε κριτή που χρησιμοποιεί τους κανόνες περί ενδείξεων της Νομικής Επιστήμης, το γεγονός και μόνον ότι είχαν τόσους πολλούς μάρτυρες οι εμφανίσεις του Χριστού, αποκλείει το ενδεχόμενο της απάτης.

Επιπλέον, η υποψία ότι πρόκειται για απάτη, αποδεικνύεται εσφαλμένη, από το γεγονός της συμπεριφοράς των αποστόλων, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, μέχρι την τρίτη μέρα μετά τη Σταύρωση του Δασκάλου τους.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν περίτρομοι και καταπτοημένοι. Ήταν πεπεισμένοι, όπως τόσο ωραία περιγράφεται εκεί στα λόγια τους με τα οποία ανακοινώνουν στον ίδιο το Χριστό, οι δύο μαθητές προς Εμμαούς, τη Σταύρωση και τις φήμες, όπως νόμιζαν, γύρω από την Ανάσταση, ότι η υπόθεση του Χριστού έληξε άδοξα με τη Σταύρωσή Του. Ήταν οχυρωμένοι, όπως επίσης αναφέραμε, πάνω στην πεποίθηση ότι είναι αδύνατον να Τον είδαν άνθρωποι ζωντανό. Αυτή τους την πεποίθηση δε ντρέπονται να την καταθέσουν γραπτώς αυτοί οι ίδιοι. Την στροφή τους των 180˚, την έζησαν κατά την κλάση του άρτου, όπου αναγνώρισαν τον Κύριο, και πείσθηκαν ότι δεν μπορεί παρά να ήταν αληθινή παρουσία η συνάντησή τους μαζί Του.

Εάν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι ήθελαν να κάνουν απάτη, δεν θα απέφευγαν να μας φανερώσουν όλους τους ενδοιασμούς από τους οποίους πέρασαν; Δεν θα απέφευγαν να μαρτυρήσουν σε όλα τα πέρατα της γης και να γράψουν σε όλα τα Ευαγγέλια, ότι οι ίδιοι εκείνοι ήταν που αμφισβήτησαν· εκείνοι που δεν ήθελαν να πιστέψουν· εκείνοι που παρουσίασαν ενάντια επιχειρήματα· εκείνοι που αμφισβήτησαν· εκείνοι που δεν ήθελαν να πιστέψουν, εκείνοι που είπαν ότι επρόκειτο για λήρο για μία συναρπαγή, για ένα ψέμα οι διηγήσεις για την εμφάνιση του Χριστού;

Και εν τέλει, αυτοί οι έντρομοι να έρχονται, όχι μονάχα να διακηρύξουν την Ανάσταση του Χριστού ως το πλέον αληθινό γεγονός μπροστά στους ισχυρούς της γης και τους ενόπλους, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να τους συντρίψουν, αλλά να δίνουν, μετά από διωγμούς και φοβερά βασανιστήρια, άκαμπτοι όλοι, χωρίς εξαίρεση, τη ζωή τους, για μια τέτοια απάτη; Όπως γράφει ο Γάλλος στοχαστής, Maurice Goguel, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και Διευθυντής της Σχολής Ανωτάτων Σπουδών στο Παρίσι: «είναι αδύνατον για ένα ψέμα να υποβληθεί κανείς σε διωγμούς και να δώσει τη ζωή του με βασανιστήρια και οδύνες».

Το ψεύδος το χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να αποφύγει το διωγμό, όχι για να τον υποστεί.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το ενδεχόμενο της απάτης πρέπει να αποκλειστεί είναι το γεγονός ότι η πληροφορία και το κήρυγμα για την εμφάνιση του Χριστού και την Ανάστασή Του, συνοδευόταν πάντα και συνοδεύεται, από τη διακήρυξη του πιο υψηλού κηρύγματος αρετής που δέχθηκε ποτέ η ανθρωπότητα. Μιας αρετής που δεν περιορίζεται μόνον στην πραγματοποίηση ορισμένων πράξεων εναρέτων, αλλά που φθάνει με απόλυτη αυστηρότητα ακόμη και στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στις διαθέσεις του κάθε ανθρώπου. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν, άνθρωποι που όχι μόνον διέδωσαν αυτό το κήρυγμα αλλά και που κατά τη μαρτυρία των πιο άσπονδων εχθρών τους, στάθηκαν συνεπείς σε όλη τους τη ζωή στο κήρυγμα αυτό, το τόσο αυστηρό, που βασίζεται στην Ανάσταση του Χριστού, οι άνθρωποι αυτοί να στηρίξουν τον αγώνα τους πάνω σε ένα τόσο αποτρόπαιο ψέμα;

Εδώ πρέπει εξάπαντος να πούμε, και θα έπρεπε να το έχουμε ίσως πει ευθύς εξ αρχής, ότι τη διαβεβαίωση για την Ανάστασή Του, την είχε δώσει ο ίδιος ο Χριστός. Το προείπε σαφέστατα· το διεκήρυξε και το υποστήριξε επανειλημμένα στους μαθητές Του. Πώς είναι δυνατόν, Αυτόν που όχι μόνο κήρυξε, Αυτόν ο οποίος έζησε για το κήρυγμα, Αυτόν ο οποίος χωρίς καμία αντίρρηση ανέβηκε στο Σταυρό για το κήρυγμα αυτό· πώς είναι δυνατόν να Τον θεωρήσουμε απατεώνα, ο οποίος σκηνοθετεί την Ταφή και την Ανάστασή Του;

Αφού διεξήλθαμε το ζήτημα της αξιοπιστίας των εμφανίσεων του Χριστού, που αποτελεί τη δεύτερη κατηγορία αμφισβητήσεων, θα έρθουμε στην τρίτη κατηγορία. Αυτήν που αφορά τον κενό τάφο Του.

Η πρώτη πληροφορία για τον κενό τάφο είναι εκείνη, η οποία παρουσιάζεται μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο, όταν έρχεται η κουστωδία και αναγγέλλει στους αρχιερείς «πάντα τά γενόμενα». Τον σεισμό που έγινε και την ένδοξη Ανάσταση του Χριστού. Πώς αντιδρούν οι Αρχιερείς; Τους έδωσαν, όπως γράφεται στο Ευαγγέλιο, «ἀργύρια ἱκανά» και είπαν στους φύλακες να διαδώσουν, ότι «αὐτῶν κοιμωμένων ἔκλεψαν οἱ μαθηταί τό σῶμα». Η απλή βέβαια ανατροπή αυτής της εκδοχής είναι η ερώτηση: Αφού «ἐκοιμῶντο», πώς είδαν τι έγινε; Και η επόμενη ερώτηση: Αν δεν «ἐκοιμῶντο», πώς επέτρεψαν οι στρατιώτες τους μαθητές να πάρουν το σώμα του Κυρίου;

Μία άλλη εκδοχή είναι ότι το σώμα δεν το απομάκρυναν οι μαθητές, αλλά ότι το απομάκρυναν οι αρχιερείς· και αυτό, για να μη γίνει ο τάφος σημείο προσκυνήματος των οπαδών του Χριστού.

Αλλά και αυτό πάλι είναι αδιανόητο και ξένο προς τη λογική. Γιατί; Ξέρουμε ότι λίγες ημέρες μετά τη διαπραγμάτευσή τους με τα μέλη της κουστωδίας, δέχθηκαν κατά πρόσωπο, μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπων, όπως γράφεται στις Πράξεις των Αποστόλων, δέχθηκαν την αυστηρότατη κατηγορία του Πέτρου «ὅτι ἀπέκτειναν τόν ἀρχηγό τῆς ζωῆς ὅν ὁ Θεός ἤγειρε ἐκ νεκρῶν». Ο Πέτρος δημιούργησε από κείνη την ημέρα χιλιάδες οπαδών και όλοι οι απόστολοι εν συνεχεία. Πόσο εύκολο θα ήταν να πατάξουν στη γέννησή του το χριστιανικό κήρυγμα οι Αρχιερείς, παρουσιάζοντας επί τόπου το πτώμα του Χριστού το οποίο είχαν κρύψει; Θα σταματούσαν αυτή τη βλάσφημη αίρεση και θα αποδείκνυαν εύκολα, και ήταν στο χέρι τους να το κάνουν, ότι επρόκειτο για μία πλάνη. Για απάτη. Αυτό θα έπαυε μια για πάντα, στο ξεκίνημά της την κίνηση αυτή, η οποία αφαιρούσε αδιάκοπα οπαδούς από το Συνέδριο των Γραμματέων και των Φαρισαίων.

Ο λόρδος Charles Darling (1849-1936), Πρόεδρος επί σειρά ετών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μεγάλης Βρετανίας -αξίωμα αντίστοιχο με αυτό του Προέδρου του Αρείου Πάγου στην Ελλάδα- γνωστός κατά το διάστημα της δικαστικής του καριέρας από τη διαλεύκανση και επιτυχή υποστήριξη ανεξιχνίαστων και γι’ αυτό πολύκροτων δικαστικών υποθέσεων, συνόψισε το νομικό του έλεγχο πάνω στις ενδείξεις για την Ανάσταση του Χριστού με τα ακόλουθα λόγια, τα οποία είναι τόσο αυθεντικά ώστε δε χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτε άλλο: «Εμείς οι Χριστιανοί, καλούμαστε να παραδεχθούμε πολλά μόνον με την πίστη. Το βασικό θέμα, εάν δηλαδή ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς ή όχι, πάνω στο οποίο στηρίζεται ότι ο Χριστός ήταν πράγματι εκείνο που διεκήρυξε, δεν καλούμεθα να το παραδεχθούμε μόνο με την πίστη. Υπάρχουν για την πεποίθηση αυτή -ότι πρόκειται για ζωντανή αλήθεια- υπάρχουν τόσο πολυάριθμες ενδείξεις από τα γεγονότα που αφορούν σ’ αυτήν και τις περιστάσεις, ώστε κανένα σώμα από νοήμονες ενόρκους στον κόσμο δεν θα εξέφραζε άλλη απόφαση, παρά μόνον ότι η Ανάσταση είναι αληθινή».
Αλλά για να αποδειχθεί η αλήθεια της Ανάστασης παρουσιάζεται εκείνο το θετικό επιχείρημα, το οποίο πιστεύω ότι είναι πιο πειστικό για μας, τους ανθρώπους που ζούμε σε μια εποχή κατ’ εξοχήν άρνησης, σύγχυσης και αποστασίας.

Πρόκειται ακριβώς για τις απροσδόκητες και ψυχολογικά και λογικά ανεξήγητες επιστροφές ανθρώπων από την άρνηση και την πεισματική απιστία στην πίστη, χάρη στην Ανάσταση του Χριστού. Υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιων περιπτώσεων. Θα αναφέρουμε μόνο κάποιες περιπτώσεις διασήμων ανθρώπων του πνεύματος οι οποίοι διετέλεσαν άπιστοι και έγιναν πιστοί.

Όπως αναφέρθηκε, τον δέκατο όγδοο αιώνα, είχε φθάσει η άρνηση στο αποκόρυφό της. Στην Αγγλία, όπως έγραφε ο Montesqieu: «Εάν κάποιος πει σε οποιονδήποτε κύκλο μορφωμένων ανθρώπων ότι πιστεύει, δε γίνεται δεκτός παρά με γέλια και καγχασμούς».
Ακριβώς εκείνη την εποχή, δύο σοβαρά μορφωμένοι νέοι από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έβαλαν για σκοπό της ζωής τους να συγγράψουν δύο συγγράμματα για να αποδείξουν ο πρώτος ότι η μεταστροφή του Παύλου δεν οφείλεται σε αληθινή πίστη και ο δεύτερος, ότι η Ανάσταση του Χριστού ήταν ψέμα.

Ο πρώτος, ο Λόρδος Lytletton, μετά από αρκετό χρονικό διάστημα επέστρεψε με ένα κείμενο, το οποίο αποδείκνυε ότι η συνάντηση του Παύλου με τον αναστημένο Χριστό, είχε πραγματικά συμβεί στο δρόμο της Δαμασκού. Ο δεύτερος, ο Gilbert West, επέστρεψε με ένα σύγγραμμα το οποίο ονομάζει: «Παρατηρήσεις επί της ιστορίας και των ενδείξεων της Ανάστασης του Χριστού», το οποίο περιέχει μία σωρεία επιχειρημάτων, πολλά περισσότερα από όσα εγώ σας παρουσίασα εδώ, λογικότατα επιχειρήματα για την αλήθεια της Ανάστασης.

Ίσως όμως πραγματικά για κείνον που θέλει να κουράσει τη σκέψη του -κι αυτό είναι αναγκαίο γύρω από το θέμα αυτό-, ίσως το πιο χαρακτηριστικό λογικό μνημείο να είναι το έργο του νομικού Frank Morison.
Ο Morison από τη σχολική του ηλικία είχε διαβάσει από τους θετικιστές κριτικούς της Γερμανικής Σχολής, την κριτική της Αγίας Γραφής. Συγχρόνως μελέτησε τη Φυσική επιστήμη, η οποία εξ ορισμού, αποκλείει το θαύμα και βασίζεται μόνον σε πειραματικά πορίσματα. Έχοντας πλούσια οπλιστεί με επιχειρήματα κατά της χριστιανικής θρησκείας, ξεκίνησε να γράψει το 1922 ένα πόνημα που θα έπειθε λογικά τον αναγνώστη ότι η Ανάσταση δεν είχε πραγματοποιηθεί.

Καθώς άρχισε να γράφει το βιβλίο αυτό, αντιλήφθηκε ότι ήταν αδύνατο να γραφτεί.
Όχι μονάχα ήταν αδύνατο να γραφτεί, αλλά οι σκέψεις και οι φράσεις οι οποίες έγραφε οδηγούσαν στον τελείως αντίθετο στόχο. Γράφει ο ίδιος: «Η δύναμις των περιστάσεων με ανάγκαζε να γράφω κάτι το τελείως διαφορετικό· όχι γιατί τα ίδια τα γεγονότα τα οποία μελέτησα άλλαξαν, γιατί είναι οριστικά αποτυπωμένα στις σελίδες της ανθρώπινης Ιστορίας, αλλά γιατί η ερμηνεία των γεγονότων αυτών είχε μέσα μου υποστεί μία μεταβολή εξ αιτίας της επιμονής αυτών των ίδιων των γεγονότων».  Ο συγγραφέας ανακάλυψε ότι όχι μόνον δεν μπορούσε να γράψει το βιβλίο που είχε σχεδιάσει, αλλά και ότι ακόμη κι αν ήθελε, δεν θα μπορούσε.

Από την προσπάθεια αυτή, προέκυψε το ευρέως γνωστό βιβλίο του Morison: «Ποιος εκύλισε τον λίθο;», που έχει κυκλοφορήσει σε εκατομμύρια αντιτύπων και αποτελεί όπως προαναφέραμε, ένα μνημείο λογικής εργασίας. Ο συγγραφέας παίρνει όλες τις διεξόδους της αμφιβολίας και τους κόβει το δρόμο με τις μαρτυρίες της Αγίας Γραφής, πάνω στις οποίες δέχεται να ασκήσει με τη λογική το έργο της αμφισβήτησης, το οποίο αποτυγχάνει.
Ο Cyril Edwin Mitchinson Joad, ο γνωστότερος Άγγλος Καθηγητής της Φιλοσοφίας, ο οποίος σφράγισε με την εξέχουσα παρουσία του τόσο το πεδίο των θεωρητικών σπουδών όσο και ένα ευρύ πεδίο κοινωνικό-πολιτικό ζυμώσεως τις ιστορικές σε όλα τα επίπεδα δεκαετίες του ’30, ’40 και ’50. Συναρπαστικός ομιλητής και διδάσκων και εμβριθής συζητητής στα μνημειώδη φιλοσοφικά  debates του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Πολυσχιδής προσωπικότητα, συνεργάστηκε με το ραδιόφωνο του BBC, όπου τόσο με διαλέξεις του, όσο και με συζητήσεις τις οποίες συντόνιζε έθιγε βαθειά κοινωνικά και υπαρξιακά θέματα με τρόπο απολύτως κατανοητό από τον μέσο ακροατή.

Πνεύμα ανήσυχο υπήρξε δεδηλωμένος αγνωστικιστής. Ήταν δε τόσο φανατικός στην άρνηση, ώστε δεν άφηνε ευκαιρία τόσο με τον γραπτό λόγο, όσο και με μία σειρά από εβδομαδιαίες ομιλίες στο ραδιόφωνο με τίτλο: «Ο dr. Joad και ο Θεός», να παρουσιάζει την επιχειρηματολογία του μελετώντας ακριβώς το κείμενο της Αγίας Γραφής, να υποστηρίζει την ανακρίβεια του Ευαγγελίου.

Σε προχωρημένη ηλικία, κατά τη διάρκεια περισυλλογής, χωρίς καμία εξωτερική επίδραση, παρουσιάστηκε αιφνιδίως με το βαθύ και συγκλονιστικό, τελευταίο του σύγγραμμα: «Η επανάκτηση της Πίστης». Με αυτό και με κάθε τρόπο αγωνίστηκε σαν το Θωμά να διαδώσει ότι ο Χριστός είναι πραγματικά ο Κύριος και Θεός.

Θα έχετε ακούσει ότι το πλέον διάσημο σατυρικό περιοδικό από το 1841 έως και τις μέρες μας υπήρξε το περιοδικό «PUNCH». Επί τέσσερα έτη, εκδότης του Punch υπήρξε ο Malcolm Muggeridge, έγκριτος Άγγλος δημοσιογράφος, κάτοχος της κλασσικής παιδείας και πολυγραφότατος. Πνεύμα οξύ και σκωπτικό, δε δίσταζε να διακηρύττει την απιστία του. Μία επίσκεψη εντούτοις στους Αγίους Τόπους, κατέληξε σε αποτέλεσμα αντίθετο εκείνου το οποίο ανέμενε και επεδίωκε ο Muggeridge. Αντί να κομίσει αποδείξεις ότι η πεποίθηση στο θάνατο και την Ανάσταση του Ιησού Χριστού είναι ένας μύθος, επέστρεψε με την ακλόνητη πεποίθηση για την αλήθεια της Χριστιανικής πίστης και μια τέτοια ψυχική μεταστροφή, ώστε έγινε εν συνεχεία, σε ώριμη ηλικία ένα από τα κυριότερα μέλη του χριστιανικού κινήματος στη Μεγάλη Βρετανία. Στο περίφημο «Φεστιβάλ του Φωτός», στην πολυάριθμη αυτή συγκέντρωση την Πλατεία TRAFALGAR του Λονδίνου, ο Muggeridge ήταν εκείνος ο οποίος εκαυτηρίασε και κάλεσε σε αφύπνιση και αγώνα εναντίον της χυδαιότητος και της παρακμής εις την οποίαν οδηγεί η απιστία.

Δίπλα σ’ αυτούς τους διανοουμένους θα ήτανε πραγματικά πάρα πολύ τολμηρό να πω δυο λόγια για τον εαυτό μου.

Το λέω με απόλυτη συναίσθηση για τη διαφορά σε ανάστημα και τη διαφορά σε κύρος που με χωρίζει από αυτούς. Όμως το χρωστώ σε σας, και το κάνω για πρώτη φορά.

Το χρωστώ σε σας που είσαστε τα αδέλφια μου, με τα οποία ζω τόσο έντονα τη ζωή του Πανεπιστημίου, να σας μαρτυρήσω, ότι έζησα τα τελευταία χρόνια της γυμνασιακής μου ζωής και σχεδόν όλα τα χρόνια της ζωής μου σαν φοιτητής, μέσα στην άρνηση και την αμφιβολία. Και να σας πω, ότι δέχθηκα ύστερα από πάρα πολλή μελέτη, το μήνυμα της Ανάστασης σαν αληθινό· και ότι όλη μου η ζωή, δεν είναι από μία σκοπιά τίποτε άλλο παρά ένα πείραμα πάνω στην ακρίβεια του κηρύγματος της Αναστάσεως. Έχω να σας πω ότι ούτε μια στιγμή, ούτε μια παρατήρηση μέσα στη ζωή μου, δεν παρέλειψε παρά να επιβεβαιώσει την αλήθεια του κηρύγματος του Ευαγγελίου· την αλήθεια της Ανάστασης του Χριστού. Είναι αδύνατον λογικά, είναι αδύνατον ψυχολογικά να ζήσω ούτε μία στιγμή μη πιστεύοντας στην Ανάσταση του Χριστού. Και θέλω να καλέσω, σαν αδελφός προς αδελφούς, τον καθένα από σας, να πάρει τη θέση αυτή και να δεχθεί απροκάλυπτα, τίμια, την Ανάσταση του Χριστού σαν ένα γεγονός. Και να με βρει, αν θέλει, να συζητήσουμε και να χαρούμε μαζί, τα όσα θα επακολουθήσουν από αυτό το άνοιγμα της ψυχής στην Ανάσταση του Χριστού.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Βιβλιογραφία
Ι. Αγαπίδη: Ο Ιησούς ενώπιον της Ιουδαϊκής και Ρωμαϊκής Δικαιοσύνης, Θεσσαλονίκη 1969.
Ε. Θεοδώρου: Η αιώνια αλήθεια, Αθήναι 1960.
Π. Τρεμπέλα: Ιησούς από Ναζαρέτ, Αθήναι 1955.
Pr. J.N.D. Anderson: Christianity the Witness of History, Tyndole Press, London 1969.
Pr. J.N.D. Anderson: Evidence for the Resurrection, Intervarsity Press, London 1968.
P. Babet: La Passion de Jésus – Christ Selon le Chirurgien, Dillen et Cie, Issodun, France 1950.
R. Guardini: Ο Κύριος, Ελληνική Μετάφραση, Αθήναι 1956, τόμος Γ’.
M. Goguel: Jesus the Nazarien: Myth or History, Paris 1933.
C.E.M. Joad: The Recovery of Belief, London 1952.
F. Morison: Who moved the Stone, Barnes and Noble, N. York 1962.
K.N. Taylor: Is Christianity Credible, Intervarsity Press, 1970.
J. Young: The Case Against Christ, Falcon Books, London 1962.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Φεβρουάριος 19, 2018

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μία διάχυτη απαισιοδοξία. Μόνο τα παιδιά και οι έφηβοι, οι οποίοι είναι στραμμένοι στον δικό τους κόσμο, κρατούνε μία νότα ευχάριστης αφέλειας που τους οδηγεί στο να είναι ήσυχοι για το μέλλον τους. Οι υπόλοιποι έχουμε μέσα μας μία κρυφή ή μία φανερή αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι. Παρότι ο πολιτισμός μας μάς κρατά δεμένους με το σήμερα, χάρις στην δύναμη της τεχνολογίας, τις πολλαπλές επιλογές ο χρόνος μας να γεμίζει με την βοήθεια των ΜΜΕ και του Διαδικτύου, για να μην προλαβαίνουμε ούτε να βαρεθούμε ούτε να σκεφτούμε, εντούτοις στο βάθος της ύπαρξής μας μνήμες, συγκρίσεις, λογισμοί δεν μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι για το αύριο. Είτε η κρίση, είτε η ανεργία, είτε η υγεία, είτε η αγωνία για τα παιδιά μας, είτε ο θάνατος που χωρίς να το καταλαβαίνουμε πλησιάζει, φανερά ή αδιόρατα, καθώς προχωρούμε εν χρόνω, μας κάνουν να δυσκολευόμαστε να χαμογελάσουμε, να ηρεμήσουμε, να κοιμηθούμε. Η μελαγχολία επιτείνεται από το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε, με την έννοια του να βγούμε από τον εαυτό μας. Να αφεθούμε στις σχέσεις μας τόσο με τον Θεό όσο και τον πλησίον μας, μια και το πρότυπο ζωής το οποίο έχουμε υιοθετήσει είναι εγωκεντρικό. Οι άλλοι πρέπει να έρθουν σε μας. Οι άλλοι πρέπει να μας αγαπήσουν για την μοναδικότητά μας. Και όσο δεν το βλέπουμε αυτό, τόσο αρνούμαστε να τους αγαπήσουμε. Αρνούμαστε να γίνουμε «τα κορόιδα» που προσφέρουν και προσφέρονται, που κουράζονται για να μην λαμβάνουν τίποτα.

     Σ’ αυτή την περίοδο της απαισιοδοξίας έρχεται η Εκκλησία μας να αντιτάξει την ευλογία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Να ζητήσει από εμάς να αναφωνήσουμε μαζί με τον απόστολο Παύλο: «νυν εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν» (Ρωμ. 13,11). «Τώρα η τελική σωτηρία βρίσκεται πιο κοντά μας παρά τότε που πιστέψαμε». Η Εκκλησία έρχεται να μοιραστεί μαζί μας την αισιοδοξία που αυτή η περίοδος φέρνει, παρότι για πολλούς, επειδή προηγείται ο βαρύς κόπος της νηστείας, της προσευχής, της εγκράτειας, του αγώνα εναντίον της κατάκρισης, υπάρχει ένα αίσθημα πένθους και σχετικής μελαγχολίας. Δεν είναι όμως έτσι. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν είναι μόνο στροφή στον εαυτό μας, προτροπή για σχετική ησυχία μέσα από τις ωραίες ακολουθίες, στις οποίες δεν δεσπόζουν τόσο οι μελωδίες των ύμνων, αλλά ο λόγος διά των αναγνωσμάτων. Είναι και μία γλυκιά χαρά, η οποία πηγάζει και από  τον αποστολικό λόγο.

       Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας διότι αισθανόμαστε στην εκκλησιαστική ζωή ότι ο Θεός είναι Αυτός που μας μας σώζει! Αυτόν αναζητούμε στην Σαρακοστή. Αυτόν που έγινε άνθρωπος για μας και είδε τα βάσανα και τους κόπους μας, την ήττα μας από την αμαρτία, τον διάβολο, την φθορά, τον θάνατο και συνέπαθε με μας. Άφησε και Αυτός τον εαυτό Του να ηττηθεί από τον πόνο και τον θάνατο, αλλά μας έδειξε ότι πιστεύοντας δεν νικιόμαστε από την αμαρτία. Γιατί αυτή είναι που μας καταβάλλει. Το να μην πράττουμε το θέλημα του Θεού, το να μην αγαπούμε τους ανθρώπους, το να μην χαιρόμαστε που ο Θεός είναι κοντά μας, όσο βάρος κι αν προσθέτουν οι περιστάσεις της ζωής. Το να μην γευόμαστε την χάρη της μετάνοιας, που αλλάζει την ζωή μας. Το να μην είμαστε ενταγμένοι στην ζωή της Εκκλησίας, αλλά να βλέπουμε την πίστη ως μία ιδεολογική πεποίθηση, η οποία υπάρχει για το άτομό μας, όχι όμως για να μας κάνει να συναντούμε τους άλλους, για να τους αγαπήσουμε και να τους συγχωρήσουμε.

        Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν φεύγουμε από το χτες, από το «τότε που πιστέψαμε», αλλά και από κάθε χτες. Από όσα χάσαμε και θα θέλαμε να ξανα-έχουμε. Από   τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν. Από τις σχέσεις που δεν προχώρησαν. Από τα λάθη που δεν αποφύγαμε. Από τα «και αν» που μας καθηλώνουν στο παρελθόν και από τα «γιατί;»  που δεν μας αφήνουν να δούμε ότι η ζωή είναι πορεία. Ότι δεν είναι ο θάνατος στον οποίο πλησιάζουμε, αλλά ο Χριστός που μας περιμένει για να μας δώσει την ανάσταση και την ζωή. Ότι οι άλλοι δεν είναι αυτοί που μας υπονομεύουν, οι εχθροί μας, ακόμη κι αν φέρονται έτσι, αλλά αυτοί που καλούμαστε να κερδίσουμε με την αγάπη, με την καλοσύνη, με την ευγένεια, την υπομονή. Με τον τρόπο δηλαδή της αρετής και όχι την εκδίκηση και το αίσθημα της δικαιοσύνης. Ή, εκεί όπου δεν υπάρχει άλλος δρόμος, μέσα από τις δυνατότητες που η κοινωνία μας μάς δίνει, χωρίς όμως κακία και εμπάθεια. Οι εμπειρίες του χτες είναι πολύτιμη πρώτη ύλη, όχι για να μας καθηλώσουν, αλλά για να μας απελευθερώσουν. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο μέσα από την πίστη και την ζωή της Εκκλησίας.

     Σωζόμαστε από την απαισιοδοξία των καιρών μας όταν αισθανόμαστε ότι όλα είναι «εγγύτερον» στον άνθρωπο ο οποίος τα έχει βρει με τον εαυτό του, έχει βρει το νόημά του, ξέρει γιατί και προς Ποιον πορεύεται. Αν πιστέψουμε ότι ο Κύριος είναι εγγύς, αν εμείς παίρνουμε την απόφαση να Τον πλησιάσουμε μέσα από την ασκητική ζωή της πίστης μας, μέσα από το ιλαρό πρόσωπο που ξέρει να αγαπά και να χαίρεται την παρουσία των ανθρώπων, που δεν ασκημίζει την ύπαρξη του με κακίες και αμαρτίες, που δεν το τρώνε οι λογισμοί, τότε η σωτηρία έχει έρθει. Οι περιστάσεις της ζωής δεν μας γεμίζουν με αγωνία. Η κρίση των καιρών δεν μας αφήνει άπιστους στην πρόνοια και την βοήθεια τ