kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Ο Τρισάγιος Ύμνος (+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης)

Posted by kantonopou at Μαΐου 20, 2012


«Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».

(Άγιος ο Θεός ο Πατέρας, άγιος ισχυρός ο Υιός, άγιος αθάνατος το Άγιο Πνεύμα· ελέησέ μας.)

Η πίστη της Εκκλησίας είναι θεμελιωμένη στην προσκύνηση της Αγίας Τριάδος. Μαζί με το Ευαγγέλιο, μαζί με τον Ιησού Χριστό Άγγελοι ήρθαν στη σύναξή μας· σ’ ένα χορό λοιπόν τώρα μαζί με τους Αγγέλους ψάλλουμε τον Τρισάγιο Ύμνο. Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι εκείνος που άκουσε ο προφήτης Ησαΐας να ψάλλουν ακατάπαυστα οι Άγγελοι γύρω από το θρόνο του Θεού· «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Ο ίδιος ύμνος, σε μια κάπως διαφορετική διατύπωση της Εκκλησίας, ψάλλεται τώρα, σαν ένα τέταρτο Αντίφωνο, πριν από την ανάγνωση των θείων Γραφών· «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς».

*

Ύστερα από το τελευταίο τροπάριο του τρίτου Αντιφώνου, ο λειτουργός ιερέας προσκαλεί σε προσευχή την ιερή σύναξη με  γνωστά λόγια· «Του Κυρίου δεηθώμεν». Έπειτα ακολουθεί η ευχή και μετά την εκφώνηση ψάλλεται ο Τρισάγιος Ύμνος. Αλλά εδώ, για διάφορους λόγους, συμβαίνει μια ακαταστασία, που καταστρέφει τη φυσική σειρά των πραγμάτων. Πριν να διαβάσει την ευχή, ο ιερέας λέει την εκφώνηση, οι ψάλτες αρχίζουν να ψάλλουν τον ύμνο κι ο ιερέας διαβάζει μυστικά την ευχή. Έτσι γίνεται τάχα οικονομία χρόνου, αλλ’ όμως και η εκφώνηση δεν γίνεται στη θέση της και η γεμάτη ιερά νοήματα ευχή δεν ακούεται από τους πιστούς. Και η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου, σύμφωνα με τον γενικό τύπο των ευχών χωρίζεται σε δύο μέρη· στο πρώτο μέρος υμνείται η μεγαλοσύνη του Θεού και στο δεύτερο διατυπώνονται τα αιτήματα της εκκλησιαστικής σύναξης.

«Ο Θεός ο άγιος, ο εν αγίοις αναπαυόμενος, ο τρισαγίω φωνή υπό των Σεραφείμ ανυμνούμενος και υπό των Χερουβείμ δοξολογούμενος και υπό πάσης επουρανίου δυνάμεως προσκυνούμενος· ο εκ του μη όντος εις το είναι παραγαγών τα σύμ­παντα· ο κτίσας τον ανθρωπον κατ’ εικόνα σην και ομοίωσιν και παντί σου χαρίσματι κατακοσμήσας· ο διδούς αιτούντι σοφίαν και σύνεσιν και μη παρορών αμαρτάνοντα· ο καταξιώσας ·ημάς τους ταπεινούς και αναξίους δούλους σου και εν τη ώρα ταύτη στήναι κατ ενώπιον της δόξης του αγίου σου θυσιαστηρίου και την οφειλομένην σοι προσκύνησιν και δοξολογίαν προσάγειν».  Ως εδώ είναι το πρώτο μέρος της ευχής, που θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε κάπως έτσι. «Ο άγιος Θεός, εσύ που βρίσκεις ανάπαυση στους αγίους, που σε ανυμνούν τα Σεραφείμ με τον τρισάγιο ύμνο και σε δοξολογούν τα Χερουβείμ και σε προσκυνάει κάθε επουράνια δύναμη· που από το μηδέν δημιούργησες τα σύμπαντα· που έπλασες τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική σου και τον στόλισες με κάθε χάρισμά σου· που σε όποιον ζητάει δίνεις σοφία και φρονιμάδα και δεν παραβλέπεις όποιον αμαρταίνει, αλλά έβαλες να υπάρχει μετάνοια για να σωθεί· που αξίωσες εμάς τους ταπεινούς και ανάξιους δούλους σου σ’ αυτήν εδώ την ώρα να σταθούμε μπροστά στη δόξα της αγίας σου Τράπεζας και να προσφέρουμε την προσκύνηση και τη δοξολογία που σου πρέπει».

Προχωρούμε τώρα στο δεύτερο μέρος της ευχής- «Αυτός Δέσποτα, πρόσδεξαι και εκ στόμα­τος ημών των αμαρτωλών τον Τρισάγιον Υμνον και επίσκεψαι ημάς εν τη χρηστότητί σου· συγχώρησον ημίν παν πλημμέλημα εκούσιόν τε και ακούσιον αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα· και δος ημίν εν οσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τας ημέρας της ζωής ημών πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων, των απ’ αιώνος σοι ευαρεστησάντων». Μεταφράζομε και το δεύτερο αυτό μέρος της ευχής· «Εσύ Δέσποτα, δέξου κι από μας τους αμαρτωλούς τον Τρισάγιο Ύμνο, κι έλα κοντά μας μέσα στην καλωσύνη σου· συχώρεσέ μας κάθε αμάρτημα θελημένο ή αθέλητο· αγίασέ μας τις ψυχές και τα σώματα και δώσε μας καθαροί και άγιοι να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή με τις πρεσβείες της αγίας Θεοτόκου κι όλων των Αγίων, που έκαναν το θέλημά σου από τότε που υπάρχει ο κόσμος». Ύστερα από την ευχή, φυσικά εδώ γίνεται η εκφώνηση· «Ότι άγιος ει ο Θεός ημών και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Γιατί άγιος είσαι ο Θεός μας κι εμείς εσένα δοξάζομε, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες.

*

Η ευχή του Τρισάγιου Ύμνου είναι από τις πιο χαρακτηριστικές ευχές της θείας Λειτουργίας και για το περιεχόμενό της και για την ιερότητα του λόγου. Ας επαναλάβουμε σε μια σύντομη περίληψη τα νοήματα της ευχής. Ο Θεός είναι ο άγιος, που χαίρει και βρίσκει ανάπαυση στους αγίους ανθρώπους, που τον υμνούν και τον δοξολογούν οι ουράνιοι άγγελοι. Είναι ο δημιουργός του κόσμου κι ο πλάστης του ανθρώπου· δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν κι έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» δική του, να είναι δηλαδή κι ο άνθρωπος πρόσωπο, όπως κι ο Θεός είναι πρόσωπο, και σαν πρόσωπο για να γίνει όμοιος με το Θεό. Ο Θεός στόλισε τον άνθρωπο με κάθε χάρισμα κι είναι εκείνος που μας αξίωσε και τώρα να τον δοξολογούμε. Αυτά όλα εξ’ ονόματος της σύναξης ο ιερέας τα λέει πρόσωπο προς πρόσωπο στο Θεό, για να προχωρήσει στα αιτήματα. Εσύ λοιπόν, Θεέ μας, δέξου από μας τον Τρισάγιο Ύμνο, συχώρεσέ μας τα αμαρτήματα, αγίασέ μας ψυχικά και σωματικά και αξίωσέ μας να σε λατρεύουμε σ’ όλη μας τη ζωή. Όλα τα αιτήματα αυτά η ιερή σύναξη τα ζητάει από το Θεό, προβάλλοντας όπως πάντα την πρεσβεία της Θεοτόκου κι όλων των Αγίων.

Οι χοροί των ψαλτών στην εκφώνηση του ιερέα απαντούν με το «Αμήν» κι αρχίζουν να ψάλλουν αντιφωνικά τον Τρισάγιο Ύμνο. «Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». Αυτός ο ύμνος, καθώς γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ο ουράνιος χορός των Αγγέλων και ο επίγειος χορός των ανθρώπων ενώνονται σε μια ακατάπαυστη δοξολογική ανύμνηση του Θεού». Ό,τι γίνεται στον ουρανό μιμείται η Εκκλησία στη γη· κάθε μέρα στην κάθε λειτουργική σύναξη της Εκκλησίας γίνεται η ίδια αδιάλειπτη Λειτουργία επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη.

Ο Τρισάγιος Ύμνος είναι από τους πιο γνωστούς και τους πιο αγαπητούς ύμνους της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε ποιά ήταν η «σύμφωνος ευτονία», για την οποία γράφει ο άγιος Μάξιμος, γιατί εμείς τώρα μόνο κατά παράδοση ξέρουμε τη μουσική των εκκλησιαστικών ύμνων. Τα πιο παλιά χειρόγραφα της εκκλησιαστικής μουσικής δεν είναι παραπάνω από χιλίων χρόνων, μα κι αυτά δεν μπορούμε σίγουρα να τα διαβάσουμε. Όμως αυτό το «κατά παράδοσιν» που λέμε έχει μεγάλη αξία, γιατί η παράδοση είναι ζωντανή συνέχεια στην Εκκλησία, που πάντα σώζει μέσα της πολλή αλήθεια. Μόνο που θα πρέπει να φροντίζουμε η ψαλμωδία στην Εκκλησία να είναι όσο μπορεί πιο απλή και, θα λέγαμε, δωρική. Σχετικά με τον Τρισάγιο Ύμνο θα πρέπει να λείψουν οι μακρές και ολωσδιόλου αταίριαστες στην ορθόδοξη λατρεία φωνές και μελωδίες, που δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να δείξουν την καλλιφωνία και την τέχνη των ψαλτών.

*

Με τον Τρισάγιο Ύμνο συνδέονται κάποια όχι και πολύ αρχαία τελετουργικά έθιμα, που θα πρέπει κι αυτά να λείψουν, χωρίς το πράγμα να θεωρηθεί ασέβεια. Όλα αυτά, συνδεόμενα με την παρουσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα στη θεία Λειτουργία, έκτος που δεν έχουν πια θέση, αλλά και ξοδεύουν ώρα, ώστε να μη μένει πια καιρός για το κήρυγμα και να μην υπάρχει άνεση χρόνου για τη θεία Λειτουργία. Γιατί η Λειτουργία καλά-καλά δεν άρχισε, αλλά βρισκόμαστε ακόμα στον πρόλογο. Ύστερα από την είσοδο του Ευαγγελίου με τον Τρισάγιο Ύμνο, προετοιμάζουμε την ανάγνωση των Γραφών, από την οποία αρχίζουν να κάνουν λόγο όλα τα αρχαία λειτουργικά κείμενα. Ο Τρισάγιος Ύμνος, που δεν ήταν από την αρχή, αλλά μπήκε μεταγενέστερα στη θεία Λειτουργία, είναι ο ύμνος που η Εκκλησία «κατά πάσαν έναρξιν ύμνου Θεού τούτον προ πάντων πλατεί στόματι καθηγείται». Στην αρχή κάθε Ακολουθίας, μετά το «Βασιλεύ ουράνιε…», μεγα­λόστομα υμνούμε πάντα την Αγία Τριάδα. «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος· ελέησον ημάς». Αμήν.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας) – Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | No Comments »

Πίστη και Έργα

Posted by kantonopou at Μαΐου 20, 2012

Αν ποθούμε τη βασιλεία των ουρανών, πρέπει να έχουμε πολλή προσοχή και επιμέλεια και προθυμίαστην εργασία των εντολών του Θεού. Για να σωθούμε, δε φτάνει μόνο να πιστεύουμε στον αληθινό Θεό και να είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί. Πρέπει και να αγωνιζόμαστε «τον καλό αγώνα», να ζούμε «ἀξίως τῆς κλήσεως, ἧς ἐκλήθημεν», δηλαδή να κάνουμε και έργα χριστιανικά, αφού είμαστε βαπτισμένοι χριστιανοί και τιμημένοι με το όνομα του Χριστού.

Ας μη νομίζουμε πως θα σωθούμε μόνο με την πίστη. Η πίστη χωρίς έργα δεν ωφελεί σε τίποτα. Ο Κύριος βέβαια είπε ότι «ὁ πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ὁ δε ἀπιστήσας κατακριθήσεται». Ο Ίδιος όμως είπε και τούτο: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι ‘‘Κύριε, Κύριε’’ εἰσελεύσεται εἰς την βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν το θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». και ο Απόστολος Παύλος γράφει για κείνους που δεν έχουν καλά έργα: «Θεόν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δε ἔργοις ἀρνοῦνται, βδελυκτοί ὄντες και ἀπειθεῖς και προς πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἀδόκιμοι».

Αν σωζόταν κανείς μόνο με την πίστη, τότε όλοι θα εξασφάλιζαν εύκολα τη σωτηρία. Γιατί «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι». Ας θυμηθούμε αυτό που έλεγαν οι δαίμονες με το στόμα της «μαντευομένης παιδίσκης» των Φιλίππων για τους αποστόλους Παύλο και Σίλα: «Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἴτινες καταγγέλουσιν ὑμῖν ὁδόν σωτηρίας». Αυτοί λοιπόν οι δαίμονες, που πιστεύουν, καταδικάστηκαν στη γέενα του πυρός για τα πονηρά τους έργα.

Όπως το σώμα χωρίς την ψυχή είναι ακίνητο και ανενέργητο, έτσι και η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή. Ας ακούσουμε τον Άγιο Ιάκωβο τον Αδελφόθεο, που με τόση ενάργεια τονίζει: «Τι το ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐάν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δέ μη ἔχῃ; Μη δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; Ἐάν δέ ἀδελφός ἤ ἀδελφή γυμνοί ὑπάρχωσι και λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἴπη δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ‘‘ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε’’, μη δῶτε δε αὐτοῖς τά ἔπιτήδεια τοῦ σώματος, τι το ὄφελος; Οὕτω και ἡ πίστις, ἐάν μη ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστί καθ’ ἑαυτήν».

Μετά από αυτά, είναι φανερό πως πρέπει να έχουμε και έργα μαζί με την πίστη. Και όποιος έχει, είναι καλύτερος απ’ αυτόν που κάνει θαύματα. Αλήθεια, τι ωφελείται εκείνος που κάνει θαύματα τώρα, αλλά θα χάσει τη βασιλεία των ουρανών; Πώς θα σωθεί ακόμα κι ένας θαυματουργός, αν δεν έχει έργα, που θα τον δικαιώσουν; Να γιατί ο Χριστός προειδοποίησε ρητά: «Πολλοί ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῃ ἡμέρᾳ  ‘‘ Κύριε, Κύριε, οὑ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, και τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλάς ἐποιήσαμεν;’’ Και τότε ὀμολογήσω ἀυτοῖς ὅτι ‘‘οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς × ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι την άνομίαν’’». Βλέπουμε λοιπόν, πως κι εκείνοι που έχουν χαρίσματα θαυματουργίας, προφητείας κ.ά., δε μπορούν να ωφελήσουν τον εαυτό τους χωρίς έργα.

Όποιος πιστεύει πραγματικά στο Θεό και στην πρόνοιά Του, αυτός σκορπίζει στους φτωχούς τα χρήματά του, ελπίζοντας ότι θα πάρει «μισθόν ἐκαντοταπλασίονα» και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Αυτό έκαναν οι πρώτοι χριστιανοί, όπως διαβάζουμε στις Πράξεις: «Πάντες οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί το αὐτό και εἴχον ἅπαντα κοινά, καί τά κτήματα και τάς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον και διεμέριζον αὐτά πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε».

Όποιος πιστεύει, αγωνίζεται ναταπεινωθείμετανοεί για τις αμαρτίες του, είναι πράος και ειρηνικός, μισεί την αδικία και αγαπάει τη δικαιοσύνη, γιατί θυμάται το ψαλμικό: «Ὁ ἀγαπῶν την ἀδικίαν μισεῖ την ἑαυτοῦ ψυχήν».

Όποιος πιστεύει, υπομένει αγόγγυστα κάθε πειρασμό, για να στεφανωθεί με το στεφάνι της άφθαρτης δόξας. Φυλάει τη σωφροσύνη και δε μολύνει τον εαυτό του με πορνείες και άλλες ακαθαρσίες, γνωρίζοντας πως όποιοι μολύνουν τα σώματά τους δεν θα σωθούν: «πόρνους γάρ και μοιχούς κρινεῖ ὁ Θεός».

Αυτός που πιστεύει αληθινά, δεν είναι οκνηρός και αμελής στην προσευχή, δεν κατακρίνει κανένα και δεν ακολουθεί «την εὐρύχωρον ὁδόν» , αλλά «την στενήν και τεθλιμμένην». Δεν αγαπάει τον κόσμο ούτε γονείς, ούτε αδέρφια, γυναίκα και παιδιά περισσότερο από τον Κύριο. Δεν ξεφαντώνει με μεθύσια και αμαρτωλά τραπέζια, όπου ακούγονται τραγούδια και λόγια άσεμνα, αλλά θυμάται το θάνατο και τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Γι’ αυτό προσεύχεται και νηστεύει και εγκρατεύεται καιετοιμάζεται όπως πρέπει, για να δώσει «καλήν ἀπολογίαν» στον ουράνιο Κριτή.

Όσοι πιστεύουν, αγαπούν τον Κύριο και μισούν τα πονηρά έργα. Δεν μνησικακούν εναντίον του αδελφού τους και δεν αποδίδουν κακό στο κακό. Κάνουν καλό σ’ αυτούς που τους κακομεταχειρίζονται, ευλογούν αυτούς που τους καταριώνται και υπομένουν καρτερικά αυτούς που τους κατατρέχουν. Όταν τους βρίζουν, χαίρονται. Έχουν αγάπη καθαρή, ανόθευτη και αληθινή, όπως ο Απόστολος Παύλος, που έφτασε στο σημείο να λέει: «Ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, συμμαρτυρούσης μοι τῆς συνειδήσεώς μου ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὅτι λύπη μοί ἐστί μεγάλη καί ἀδιάλειπτος ὀδύνη ἐν τῇ καρδία μου. Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου». Τέτοια αγάπη είχε και ο προφήτης Μωϋσής, που όταν οι Ισραηλίτες αρνήθηκαν το Θεό και προσκύνησαν ένα είδωλο –ένα χρσό μοσχάρι-τους είπε: «Ὑμεῖς ἡμαρτήκατε ἁμαρτίαν μεγάλην × καί νῦν ἀναβήσομαι προς τον Θεόν, ἵνα ἐξιλάσωμαι περί τῆς ἁμαρτίας ὑμῶν». Και ανέβηκε στο όρος Σινά και είπε στο Θεό: «Δέομαι, Κύριε× ἡμάρτηκεν ὁ λαός οὗτος ἁμαρτίαν μεγάλην καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς θεούς χρυσοῦς. Καί νῦν εἰ μέν άφεῖς αὐτοῖς την ἁμαρτίαν αὐτῶν, ἄφες × εἰ δέ μή, ἐξάλειψον κἀμέ ἐκ τῆς βίβλου σου, ἧς ἔγραψας». Τέτοια διάθεση είχε και ο προφήτης Δαβίδ, όταν έλεγε: «Μετά τῶν μισούντων τήν εἰρήνην ἤμην εἰρηνικός».

Όσοι πιστεύουν δεν ξέρουν τι είναι υποκρισία ή κολακεία ή προσωποληψία, γιατί σ’ όλες τους τις ενέργειες είναι ευθείς, τίμιοι και ειλικρινείς. Δεν υπερηφανεύονται και δεν υψηλοφρονούν για τους επαίνους και τις κολακείες, που τους κάνουν οι άλλοι. Αποστρέφονται τον κόσμο της αμαρτίας, ακολουθώντας την υπόδειξη του αποστόλου Παύλου: «Οὐδείς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι αρέσῃ. Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ».

Όσοι πιστεύουν, δεν λένε ποτέ ψέματα, δεν είναι πλεονέκτες, δεν κοινωνούν ανεξομολόγητοι, δεν κατακρίνουν τους άλλους. Με δύο λόγια, βαδίζουν προσεκτικά και σταθερά στο δρόμο των εντολών του Χριστού και πιστεύουν σ’ Αυτόν όχι με τα λόγια, αλλ’ «ἐν έργῳ καί ἀληθείᾳ».

Βλέπετε τώρα πώς ζουν όσοι πιστεύουν; Λοιπόν πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε κάποιον πιστό, όταν είναι φτωχός σε έργα;

Αν πιστεύουμε πραγματικά, ας πολεμήσουμε την αμαρτία και ας αφήσουμε κάθε κακό, που μέχρι τώρα κάναμε. Ας αγωνιστούμε με προθυμία, για να βρεθούμε έτοιμοι μπροστά στον Κύριο τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως. Ας ξυπνήσουμε από τον ύπνο της αμέλειας. Ας επανορθώσουμε τα σφάλματά μας και ας διώξουμε τους πονηρούς λογισμούς. Ας προσπαθούμε να εκπληρώνουμε τις εντολές του Θεού, για να στεφανωθούμε απ’ Αυτόν και να κληρονομήσουμε τη βασιλεία των ουρανών.

Απόσπασμα από το Βιβλίο  «Απόσταγμα πατερικής σοφίας» της Ιεράς Μονής Παρακλήτου Ωρωπού Αττικής

http://www.xfd.gr/

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | No Comments »

Ο άγνωστος Νεομάρτυρας άγιος Νικόλαος ο εξ Ιωαννίνων

Posted by kantonopou at Μαΐου 20, 2012

Ἀρχιμ. Θωμᾶ Ἀνδρέου

Πριν ξεκινήσω την καταγραφή του βίου του ενδόξου Νεομάρτυρος Νικολάου του Νέου, θα ήθελα να πω πως ‘’ταλαιπωρήθηκα’’ αρκετά στην αναζήτηση στοιχείων για την ζωή του. Οι Ελληνικές πηγές ήταν ανύπαρκτες, με μοναδική αναφορά για τον Άγιο στο βιβλίο του Καθηγητού Δημητρίου Γόνη [1]. Αντίθετα, υπήρχε πολύ πλούσια βιβλιογραφία στην Βουλγαρική γλώσσα, μιάς και η πρώτη καταγραφή της ζωής και του μαρτυρίου του Αγίου Νεομάρτυρος Νικολάου – εξ Ιωαννίνων λέμε εμείς, από την Σόφια λένε οι Βούλγαροι – θέλοντας να δείξουν την υπερηφάνεια και την τιμή για τον Άγιο της Σόφιας, χωρίς ασφαλώς να αμφισβητούν την Ηπειρωτική του καταγωγή. (Στή φωτογραφία εἰκόνα τοῦ Νεομάρτυρα – τοιχογραφία πάνω ἀπό τήν εἴσοδο τοῦ ναοῦ του στή Σόφια).Η Ελληνική καταγωγή του Αγίου.
Ο Νεομάρτυρας Νικόλαος γεννήθηκε το 1510 στην πόλη των Ιωαννίνων [2], από ευσεβείς γονείς, τον Μαρτίνο και την Ευφροσύνη. Στον Μέγα Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, δεν αναφέρεται καθόλου ο συγκεκριμένος Νεομάρτυρας. Η ζωή και το μαρτύριο του Αγίου κατεγράφησαν στην Βουλγαρική γλώσσα, όπως ήδη αναφέραμε, από τον Λόγιο Ματθαίο Γραμματικό [3] , Διάκονο και Λαμπαδάριο της Μητροπόλεως Σόφιας, σύγχρονο του Αγίου και το πρωτότυπο χειρόγραφο φυλάσσεται στην βιβλιοθήκη του ομώνυμου Ναού του Νεομάρτυρα, στην Σόφια της Βουλγαρίας.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος του Αγίου Ματθαίος Γραμματικός, ο Νικόλαος ήταν η απάντηση στις προσευχές των γονέων του. Η γέννηση του ήταν ευλογία για το ζευγάρι, το οποίο αφοσιώθηκε με αγάπη στην ανατροφή του και του δίδαξαν την ευσέβεια και την αληθινή Πίστη. Από μικρή ηλικία αφοσιώθηκε στην μελέτη των γραμμάτων, αλλά σύντομα τον κέρδισε η τέχνη του υποδηματοποιού. Σε όλη την διήγηση του ο Ματθαίος Γραμματικός, χρησιμοποιεί χωρία των Ψαλμών του Δαυίδ, αλλά και από την Κ.Δ. και για τον λόγο αυτό θα τα χρησιμοποιήσω αυτούσια όπως τα βρήκα.
Ο Άγιος ήταν πολύ όμορφος, έξυπνος και καλός, θέλησε να φύγει σε κάποια στιγμή από την πατρίδα του και να ακολουθήσει τα λόγια του Χριστού, ’’κανείς προφήτης δεν είναι δεκτός στην πατρίδα του’’ [4]. Όπως ο Θεός είπε τότε στον Αβραάμ «βγες από την πατρίδα σου και από την συγγένεια σου και έλα στην χώρα που θα σου δείξω» [5], έκανε το ίδιο και με τον λαμπρό Νικόλαο. Έτσι αυτός μετέβει στην Σόφια μετά τον θάνατο των γονέων του [6], όπου έγινε γνωστός λόγω της τέχνης του και της ευλαβικής ζωής του, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτός στην Σόφια με μεγάλη εγκαρδιότητα από τους Χριστιανούς κατοίκους της. Κατά τον Ματθαίο Γραμματικό ήταν τόσο αγαπητός και καλοσυνάτος, που οι Βούλγαροι της Σόφιας τον αγάπησαν τόσο πολύ, ώστε να τον νυμφεύσουν με μια κοπέλα από την Σόφια, ώστε να παραμείνει για πάντα εκεί.

Αναχωρεί από την ΣόφιαΔεν πέρασε όμως απαρατήρητος από τους Τούρκους που υπήρχαν τότε στην Σόφια, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει για κάποιο διάστημα την Σόφια και να διαφύγει στην Βλαχία, εξ’ αιτίας της παρενόχλησής του από τους Τούρκους, όπου έγινε τσαγκάρης στην Αυλή του πολέμαρχου Μίρτσο Τσομπάν. Στην Σόφια επέστρεψε το 1554, ένα χρόνο δηλαδή προ του μαρτυρικού θανάτου του. Η φυγή του στην Βλαχία (Ρουμανία) οφειλόταν στην ζήλια ενός Τούρκου, με αποτέλεσμα να φύγει κρυφά από όλους, νύχτα χωρίς να αποχαιρετίσει καν ούτε την γυναίκα του, η οποία ζούσε μέσα στην θλίψη λόγο της φυγής του.
Τα πράγματα εξελίχθηκαν εξαιρετικά για τον Νικόλαο, ο οποίος είχε την πρόθεση να κρυφτεί, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Όμως η εργατικότητα και η ικανότητα του στην τέχνη του υποδηματοποιού, τον έκαναν γνωστό σε όλη την περιοχή. Σε αυτόν πήγαιναν όλοι οι πολίτες , από τους αριστοκράτες και τους προύχοντες της περιοχής, μέχρι και τους πιο απλούς και πτωχούς ανθρώπους. Ακόμα και ο ίδιος ο Βασιλιάς βλέποντάς τον τον θαύμασε, διαπίστωσε την σύνεση του και είπε στους άλλους, «νομίζω ότι ο άνθρωπος αυτός είναι πολύτιμος».
Μετά από λίγο, τον έκανε Στρατηγό της Φρουράς, έζησε στην Βασιλική Αυλή, αλλά ποτέ δεν ξέχασε την χάρη (του Θεού) και την προσευχή, αλλά πάντα με την σκέψη του προς τον Θεό προσευχόταν: «Ημέρα και νύκτα έβλεπα και βλέπω τον Κύριο μου πάντοτε εμπρός μου. Τον βλέπω ότι είναι εις τα δεξιά μου, έτοιμος να με προστατεύση, για να μη ταραχθώ από οιονδήποτε φόβο η κίνδυνο» [7]. Επίσης όταν έτυχε να πάρει μέρος σε πολέμους, η πρώτη σκέψη του ήταν πως θα σταθεί στην ουράνια Βασιλεία, απέναντι στον Χριστό. Η σκληρότητα όμως τους πολέμου, τον έκανε να εγκαταλείψει την θέση του αυτή και να αποφασίσει να επιστρέψει πίσω στην γυναίκα και τα παιδιά του. Τότε ήταν 45 ετών. Ο χρόνος της απουσίας του κράτησε 3 χρόνια . Η σύζυγος και οι συγγενείς του είχαν ήδη απελπιστεί.
Από την στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι του, όπως είπε [8] όλοι όσοι τον αγάπησαν μαζεύτηκαν γύρω του για να τον αγκαλιάσουν και να τον δεχθούν ξανά πίσω. Και στην συνέχεια έζησε στο σπίτι, μακριά από κάθε είδους σύγχυση και θλίψη, όμως η χαρά δεν κρατάει για πάντα. Ο Νικόλαος ήταν πατέρας δύο παιδιών, αλλά ο θάνατος, με το θέλημα του Θεού, τους τα παίρνει. Και αυτός ο ευσεβής δεν θρήνησε και η σύζυγος του τον παρότρυνε να μην θρηνήσουν, αλλά να πιστεύουν στην Ανάσταση. Και πράγματι αυτή η σπουδαία γυναίκα ούτε έκλαψε, ούτε χτυπήθηκε, ούτε (θρήνησε) τραβώντας τα μαλλιά της. Μίλησε με την φωνή του ευλογημένου Ιώβ, «ο Θεός έδωσε, ο Θεός πήρε, όπως ο Θεός αποφάσισε, ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου» [9].
Οι Τούρκοι θέλησαν να τον παρασύρουν και να τον κάνουν να αλλαξοπιστήσει. Τον κάλεσε ένας Τούρκος σε γεύμα Όλοι έπιναν ένα φλιτζάνι τουρκικού σερμπετιού, αλλά στο ποτό του Νικολάου είχαν ρίξει ένα βότανο και αποκοιμήθηκε με βαθύ ύπνο. Στην συνέχεια τον μετέφεραν στον Χότζα , ο οποίος του έκανε το τελετουργικό της περιτομής των Μουσουλμάνων. Όταν ξύπνησε και κατάλαβε τι του είχε συμβεί, πήγε στο σπίτι του, φώναξε, έκλαψε και για ένα χρόνο έμεινε κλεισμένος μέσα στο σπίτι σε απομόνωση, με ασταμάτητες προσευχές [10]. Μέχρι που τελικά την ημέρα της Αναλήψεως, ο Ιμάμης τον προειδοποίησε ότι από τώρα θα πρέπει να επισκέπτεται το τζαμί τους. Ενισχυμένος από την προσευχή ο Νικόλαος σταθερά απάντησε ότι τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να αλλάξει την Χριστιανική πίστη των γονέων του. Από εκείνη την στιγμή άρχισε το μαρτύριο του.Το μαρτύριο του Αγίου.
Τον συνέλαβαν και τον φυλάκισαν. Ενώ ο Άγιος παρέμενε στην φυλακή έψαλλε : «Ο Κύριος είναι φώτιση και λυτρωτής μου, από ποιον να φοβηθώ; Ο Κύριος είναι υπερασπιστής της ζωής μου, από

ποιους θα έπρεπε να φοβάμαι; Ενώ με πλησιάζουν ορμητικοί οι κακοί άνθρωποι για να κατασπαράξουν την σάρκα μου, αυτοί που με έθλιβαν και με αυτές τις εχθρικές διαθέσεις έρχονταν εναντίων μου κλονίσθηκαν και έπεσαν κάτω. Εάν λοιπόν και παραταχθεί ολόκληρο στράτευμα εναντίων μου, δεν θα δειλιάσει καθόλου η καρδιά μου. Και εάν εξεγερθεί πόλεμος εναντίων μου, δεν θα πάψω να έχω την ελπίδα μου στον Κύριο» [11]. (Στή φωτογραφία ὁ ναός τοῦ Ἁγίου στή Σόφια). Έξω από την φυλακή είχε μαζευτεί πολύ πλήθος και ο Νικόλαος προσευχόταν για ένα θαύμα. Ο δικαστής διέταξε να φέρουν τον Άγιο από την φυλακή. Ο Νικόλαος έψαλλε συνεχώς τον ψαλμό ως εξής: “Πολλές φορές με πολέμησαν οι εχθροί μου και όμως δεν κατόρθωσαν να μου επιβληθούν και να με εξοντώσουν. Κάθισαν τυραννικά επάνω μου, σφυροκοπούσαν εις την ράχη μου οι ασεβείς και για πολύν χρόνο επεξέτειναν την παράνομο αυτήν συμπεριφορά. Αλλ’ ο δίκαιος Κύριος κατέκοψε και ταπείνωσε τους αυχένας των αλαζονικών αμαρτωλών αυτών» [12]. Έτσι στάθηκε και προσευχήθηκε στον Θεό, στον Οποίο είχε αναθέσει όλες τις ελπίδες του. Στάθηκε αμέσως ενώπιον του δικαστηρίου, σαν να στεκόταν ενώπιον του Ουρανίου Κριτή (έχοντας στην σκέψη του μόνο το Ουράνιο δικαστήριο και την Κρίση του Θεού).
Ο δικαστής του πρότεινε να αρνηθεί όλα όσα είπε και πίστευε, για να γλυτώσει τον θάνατο. Ο Άγιος του απάντησε: «Δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσω τις απειλές σας και δεν πρόκειται να καταφέρετε να με πείσετε με αυτές“. Όταν ο Μάρτυρας είπε αυτά και άλλα παρόμοια πράγματα, πολλοί άνθρωποι τον άκουγαν με προσοχή, γιατί η γλώσσα του καθοδηγούνταν από το Άγιο Πνεύμα και έκανε πολλούς να αναρωτιούνται για το θάρρος του και τις απαντήσεις του. Η δύναμη του πήγαζε από την πίστη του και την αφοσίωση του στον Χριστό. Ο Κύριος μας λέει στο Ευαγγέλιο Του: «Ὀταν σας οδηγήσουν ενώπιων Βασιλέων και Ηγεμόνων για το όνομα μου, μην σκεφτείτε τι θα πείτε και πως θα απαντήσετε, γιατί εκείνη την ώρα θα σας δοθεί τι πρέπει να πείτε. Δεν θα είστε εσείς που θα μιλάτε, αλλά το Πνεύμα του ( Ουρανίου) Πατέρα σας που θα μιλάει μέσα από εσάς» [13]. Και πάλι: « Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον Ουράνιο Πατέρα μου» [14]. Ενώ ο Άγιος είχε αυτά κατά νου και προσευχόταν, ο δικαστής άκουσε από τους ανθρώπους – που ήταν εκεί μαζεμένοι – να φιλονικούν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να γίνει μεγάλη αναταραχή και ξανά παρότρυνε τον Νικόλαο να αρνηθεί όλα όσα είπε για να γλιτώσει το θάνατο. Και ο Άγιος Νικόλαος του απάντησε:
“Έμαθα από τον Χριστό μου, να μην φοβάμαι τον θάνατο του σώματος μου, αλλά να φοβάμαι περισσότερο τον θάνατο της ψυχής ! Για εμένα ώ δικαστή, ο Χριστός είναι η ζωή και ο Θάνατος για το Χριστό κέρδος [15]. Άλλα την στιγμή που ο λόγος του Θεού ολοκληρωνόταν στα χείλη του Αγίου, ένας άνδρας από το πλήθος του κατάφερε ένα μεγάλο κτύπημα με αποτέλεσμα ο Άγιος να πέσει κάτω και ήταν τόσο σφοδρό το κτύπημα ώστε έσπασε το σαγόνι του και από το βαρύ πλήγμα ξεχύθηκε το ένα μάτι του Μάρτυρος έξω! Όχι μόνο αυτό, αλλά άρπαξε το ραβδί του αμέσως και αφού – είχε πέσει κάτω – τον ποδοπάτησε ανελέητα και του κατάφερε πολλά κτυπήματα στην πλάτη και στην κοιλιά με τα πόδια του. Ένας από το πλήθος γεμάτος λύσσα , έπιασε με το ένα χέρι σταθερά το λαιμό του Μάρτυρα και με το άλλο χέρι έσυρε ένα μεγάλο μαχαίρι για να τον σκοτώσει. Και δεν θα γλίτωνε ο Άγιος αν δεν ήταν κάποιοι από το πλήθος που όρμησαν και άρπαξαν από τα χέρια του αιμοσταγούς δολοφόνου το μαχαίρι.
Το μεγαλείο της ψυχής του Νικολάου φαίνεται από το ότι υπέμεινε τόσο αφόρητο πόνο και ενώ βρισκόταν σε αυτή την επώδυνη κατάσταση δεν έπαψε να προσεύχεται στον Κύριο «Ελέησέ με, ω Θεέ μου, διότι, άνθρωπος με ποδοπάτησε κάτω στο χώμα, σαν να είμαι σκουλήκι. Όλες τις ημέρας με κατέθλιψε με τον πόλεμο, που εξήγειρε εναντίον μου. Με καταπατούν οι εχθροί μου όλες τις ημέρες, διότι οι πολεμούντες με είναι ισχυροί και με πολεμούν από υψηλό, ασφαλές και απρόσβλητο μέρος. Εγώ όμως όλες αυτές τας ημέρας του πολέμου των δεν τους φοβούμαι, διότι εις σε έχω στηρίξει τας ελπίδας μου».[16] Ο Νικόλαος , δεν δείλιασε στιγμή και ούτε για μια στιγμή δεν σκέφτηκε να απαρνηθεί τον Χριστό και μέσα από την τόσο μεγάλη του πίστη, κέρδιζε δύναμη, αντιμετώπιζε τα βασανιστήρια, και αποτελούσε παράδειγμα προς μίμηση για τους ομοθρήσκους του, οι οποίοι αντλούσαν κουράγιο και ελπίδα από αυτόν.
Κατά την διάρκεια του δικαστηρίου, ακούστηκαν βαριές κατηγορίες για τον Νικόλαο. Τον παρουσίασαν ως αρνητή της πίστης του και ανυπάκουο στο θέλημα του Αλλάχ, καθώς είχε ‘’κάνει’’ περιτομή, και τον εμφάνιζαν σαν εχθρό της πίστεως και άλλα πολλά. Όταν ρωτήθηκε τι είχε να πει ,το μόνο που απάντησε ήταν απλά: «Είμαι Χριστιανός». Ο δικαστής όταν άκουσε αυτά τα πράγματα και δεδομένου πως δεν μπορούσε να αποφύγει τις ευθύνες που απέρρεαν από την θέση του είπε: « Ας είναι». Και επειδή τον είχαν σφικτά δεμένο με βαριές αλυσίδες ο δικαστής διέταξε να τον απελευθερώσουν. ‘’Δεν μπορεί να υπάρχει σωστή αντιμετώπιση – είπε – όταν αλυσοδεμένος έρχεται κάποιος να απολογηθεί ενώπιον του δικαστηρίου”.
Στην συνέχεια ο δικαστής, διέταξε το συγκεντρωμένο πλήθος να οπισθοχωρήσει και να περιμένει έξω από το δικαστήριο. Όμως πήρε μόνο του τον Άγιο και περπάτησε μαζί του στο εσωτερικό του δικαστηρίου. Ακολούθησαν διάφορες συνομιλίες μεταξύ τους, χωρίς κανείς να μπορεί να γνωρίζει τι ειπώθηκε. Ο δικαστής πήγε αμέσως προς την πόρτα και απευθυνόμενος στο πλήθος ,όπως ο Πιλάτος στους Εβραίους, τους είπε: ‘’Δεν βρήκα αυτόν τον άνθρωπο, άξιο ενοχής και θανάτου’’ και για αυτό δεν ήθελε να επιβάλει καμία ποινή εναντίον του. Ο όχλος ωστόσο δεν υπάκουσε στην ετυμηγορία του δικαστού. Ὁ Ἅγιος λιθοβολήθηκε στις 17 Μαΐου του 1555 στην περιοχή ‘’Γιούτς μπουνάρ’’ ( τρία πηγάδια), που βρισκόταν έξω από την πόλη [17]. (Στη φωτογραφία το σημείο που κατά τήν παράδοση μαρτύρησε ὁ Άγιος).
Οι εχθροί του Αγίου δεν σταματούσαν να τον φτύνουν και να τον κτυπούν. Μία γυναίκα έφερε ξύλα για να ανάψουν φωτιά, ώστε να μην μείνει τίποτα από τα Λείψανα του. Και αφού έβαλαν φωτιά, τέντωσαν τα χέρια και τα πόδια του Αγίου και τον έκαψαν μέχρι που τα οστά του να γίνουν στάχτη [18]. Όταν το σώμα κάηκε, πέταξαν την τέφρα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, κατ’ επιταγή του Κορανίου.
Λίγο αργότερα, μετά το μαρτύριο του Αγίου Νικολάου, ο τότε Μητροπολίτης της Σόφιας Ιακώβ, ανακοίνωσε την αγιοκατάταξη του Μάρτυρα, συγκαλώντας για το σκοπό αυτό Επαρχιακή Σύνοδο. Ο τάφος του Μάρτυρα Νικολάου της Σόφιας είναι ένας από τους λίγους γνωστούς τάφους των Αγίων της Βουλγαρίας. Σήμερα βρίσκεται στο κέντρο της πόλης στην συνοικία ‘’Τρία πηγάδια’’. Τριακόσια μέτρα από εκεί βρίσκεται ο περικαλλής Ναός του Αγίου Νεομάρτυρα Νικολάου, ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερος Ναούς στην Σόφια και κτίσθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο Ναός σχεδιάστηκε και κτίσθηκε από τον Αρχιτέκτονα Αντόν Τορνίλοβ και στις 3 Δεκεμβρίου του 1901 εγκαινιάστηκε από τον Επίσκοπο Παρθένιο. Στον Ναό δόθηκε μια Λειψανοθήκη που περιέχει ελάχιστο τμήμα Λειψάνου του Αγίου που σώθηκε και φυλάσσεται εκεί.
Τα Άγια λείψανα εκτίθενται σε προσκύνημα μια φορά το χρόνο, την 16ην και 17ην Μαΐου, στην μνήμη του Αγίου. Την παραμονή της εορτής του Νεομάρτυρος Αγίου, γίνεται Μέγας Εσπερινός και ξεκινά λιτανεία με επικεφαλής τον Επίσκοπο που κρατά το τμήμα του Αγίου Λειψάνου, με προορισμό το Παρεκκλήσι του Αγίου, όπου σύμφωνα με την παράδοση είναι ο τόπος που αποτεφρώθηκε το λείψανο του Νεομάρτυρα στην περιοχή ‘’Ταρνίτσατα’’, όπου και υπάρχει το παλαιό Παρεκκλήσι του Αγίου.

Παραπομπές:[1] Δημητρίου Γόνη, ‘’Ιστορία των Ορθοδόξων Εκκλησιών Βουλγαρίας και Σερβίας ‘’,εκδ. Αρμός, Αθήνα 2001, σελ.111.[2]ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ ,СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158.[3] Με βάση το πρωτότυπο χειρόγραφο του Ματθαίου Γραμματικού κατέγραψα τον βίο του Νεομάρτυρα Νικολάου, διότι αυτό είναι η αρχαιότερη βιβλιογραφική πηγή. Ευχαριστώ την κα. Γκένκα Παπαδοπούλου, δασκάλα μου στην Βουλγαρική γλώσσα, για την πολύτιμη βοήθεια της και συμβολή της στην επιμέρους μετάφραση του κειμένου.[4]Λουκ.4-24, ’’οὐδεὶς προφήτης δεκτός ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ’’.[5] Γεν. 12-1: ’’Καὶ εἶπε Κύριος τῷ ¨Αβραμ· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἣν ἄν σοι δείξω’’ .[6] ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ ,СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158.[7] Ψαλ. 15,8 :”Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διαπαντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μού ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ”.[8] Πάντα κατά το χειρόγραφο του Ματθαίου Γραμματικού.[9] Ιώβ 1-21: «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο, ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο, είη το όνομα του Κυρίου ευλογημένον».[10] ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ ,СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158 .[11] Ψαλμός.26: ‘’Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής της ζωής μου, από τίνος δειλιάσω; Εν τω εγγίζειν επ΄εμέ κακούντας, του φαγείν τας σάρκας μου. Οι θλίβοντες με και οι εχθροί μου, αυτοί ησθένησαν και έπεσον. Εάν παρατάξηται επ΄εμέ παρεμβολή, ού φοβηθήσεται η καρδία μου· εάν επαναστή επ΄εμέ πόλεμος, εν ταύτη εγώ ελπίζω’’.[12] Ψαλ. 128,2: ‘’Πλεονάκις ἐπολέμησάν με ἐκ νεότητός μου, καὶ γὰρ οὐκ ἠδυνήθησάν μοι. ἐπὶ τὸν νῶτόν μου ἐτέκταινον οἱ ἁμαρτωλοί, ἐμάκρυναν τὴν ἀνομίαν αὐτῶν. Κύριος δίκαιος συνέκοψεν αὐχένας ἁμαρτωλῶν.’’[13] Μτθ: 10-19: ’’Ὀταν δὲ παραδώσωσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσετε· δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε. οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν’’.[14] Μτθ. 10-32: ’’Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς’’.[15] Φιλιπ. 1-21: ’’ Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος’’ .[16] Ψαλμὸς 55: ‘’Ἐλέησόν με Κύριε ὅτι κατεπάτησέ με ἄνθρωπος ὅλην τὴν ἡμέραν πολεμῶν ἔθλιψέ με κατεπάτησάν με οἱ ἐχθροί μου ὅλην τὴν ἡμέραν ὅτι πολλοὶ οἱ πολεμοῦντές με ἀπὸ ὕψους ἡμέρας φοβηθήσομαι, ἐγὼ δὲ ἐπὶ σοὶ ἐλπιῶ“.[17] ПЛАМЕН ПАВЛОВ-ХРИСТО ТЕМЕЛСКИ, ‘’БЪЛГАРИ СВЕТЦИ ‘’ , СОФИЯ, ТАНГРА, 2010 σελ. 158 .[18] Διεσώθη ελάχιστο τμήμα από το Άγιο Λείψανο του Νεομάρτυρα, το οποίο φυλάσσεται στον ομώνυμο Ναό του στην Σόφια. Ο Ματθαίος Γραμματικός στην εκτενή βιογραφία του για τον Άγιο, αναφέρει ότι το ελάχιστο τμήμα του Λειψάνου του Αγίου το διέσωσε κάποιο αγόρι που παρευρισκόταν στο μαρτύριο του Νεομάρτυρα, πριν το σώμα του παραδοθεί στην πυρά.
ΠΗΓΗ.ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
.

http://churchsynaxarion.blogspot.com/

http://fdathanasiou.wordpress.com/

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Κυριακή του Τυφλού

Posted by kantonopou at Μαΐου 20, 2012

«Τη αυτή ημέρα, Κυριακή έκτη από του Πάσχα, το εις τον εκ γενετής τυφλόν εορτάζομεν του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού θαύμα»

Κυριακή του Τυφλού. Ευαγ. ανάγν.: Ιωάν., Θ΄, 1-38.

Φτάσαμε αισίως στην έκτη Κυριακή από του Πάσχα και συνεχίζουμε με την παράθεση του Συναξαρίου της Κυριακής.

«Κι αυτό το θαύμα του Κυρίου μας έγινε κοντά στο νερό, όπως κι εκείνα της Σαμαρείτιδος και του παραλύτου. Συνέβη δε ως εξής: Όταν ο Χριστός συνομιλούσε με τους Ιουδαίους και τους αποδείκνυε ότι είναι ίσος με τον Πατέρα κι ότι Αυτός ως Υιός του Θεού Πατρός υπήρχε πριν να γεννηθεί ο Αβραάμ, εκείνοι πήραν πέτρες και Τον λιθοβόλησαν. Ο Χριστός τότε έφυγε από ανάμεσά τους. Φεύγοντας όμως από εκεί με τους Μαθητές Του συνάντησε κάποιον που γυρνούσε εδώ κι εκεί…, γιατί είχε γεννηθεί τυφλός… Είχε τις κόγχες των ματιών του, χωρίς όμως να βλέπει. Όταν, λοιπόν, συνάντησαν τον τυφλό οι μαθητές Του, Του έθεσαν μία ερώτηση. Είχαν ακούσει αυτό που είπε στον Παράλυτο, όταν τον θεράπευσε: «Κοίταξε, έγινες καλά, πρόσεξε μην ξαναμαρτήσεις»… Ρώτησαν, λοιπόν: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί τυφλός; Αυτός ή οι γονείς του;»… Απαντά, λοιπόν, και λέει: «Δεν συμβαίνει τίποτε απ’ αυτά. Γεννήθηκε τυφλός, για να φανερωθούν τα έργα του Θεού»…

Κι αφού είπε αυτό ο Χριστός, έφτυσε κάτω, έκανε πηλό με το πτύσμα Του κι άλειψε τους τύπους των οφθαλμών του τυφλού. Στη συνέχεια του έδωσε εντολή να πάει στην κολυμπήθρα… του Σιλωάμ και να νιφτεί. Αυτό το έκανε, για να δείξει ότι Αυτός είναι Εκείνος που έπλασε στην αρχή τον άνθρωπο παίρνοντας χώμα από τη γη. Πλάθει, λοιπόν, ο Χριστός τους οφθαλμούς, οι οποίοι είναι το κυριότερο από τα όργανα που υπάρχουν στο σώμα… Δε χρησιμοποίησε νερό, αλλά το πτύσμα Του, για να κάνει σε όλους γνωστό ότι από το Θεϊκό Του στόμα επήγασε όλη η Χάρη. Κι ακόμη έφτυσε κάτω, επειδή επρόκειτο ύστερα να τον στείλει προς την κολυμπήθρα του Σιλωάμ, μην τυχόν νομίσουν ότι το νίψιμο εκείνο έκανε το θαύμα. Επί πλέον τον προτρέπει να νιφτεί, για να μην αποδώσει κανείς τη θεραπεία στο χώμα ή στον πηλό εκείνο. Και τον στέλνει προς του Σιλωάμ, για να υπάρχουν πολλοί μάρτυρες της θεραπείας του, αφού πηγαίνοντας θα συνάντησε, ασφαλώς, πολλούς, οι οποίοι θα τον είδαν με τον πηλό αλειμμένο στα μάτια του…

Η λέξη Σιλωάμ σημαίνει απεσταλμένος. Η δεξαμενή αυτή βρισκόταν έξω από την πόλη. Στα χρόνια του βασιλιά Εζεκία, όταν οι εχθροί είχαν περικυκλώσει την πόλη κι είχαν καταλάβει την περιοχή της πηγής Σιλωάμ, τότε το νερό σταμάτησε να βγαίνει. Μάλιστα, πριν ακόμα φτιάξουν πηγάδια και δεξαμενές οι πολιορκούμενοι για να συγκεντρώνουν νερό, αν κάποιος κατ’ εντολήν του προφήτη Ησαΐα πήγαινε να πάρει νερό από την πηγή του Σιλωάμ, τότε μόνο έβγαζε νερό. Αν όμως κανείς πήγαινε από μόνος του ή αν πήγαινε κάποιος απ’ τους εχθρούς σταματούσε να βγάζει νερό… Για να δείξει, λοιπόν, ο Χριστός ότι κι Αυτός προέρχε­ται εκ του Θεού, όπως ο προφήτης Ησαΐας, γι’ αυτό στέλνει εκεί τον τυφλό, κι αμέσως εκείνος αρχίζει να βλέπει…

Αποκτά, λοιπόν, μάτια ο τυφλός, με δύναμη και τρόπο ανέκφραστο. Ούτε κι ο ίδιος γνώριζε πως να εξηγήσει το μυστήριο αυτό που του συνέβη. Οι γείτονες και όσοι άλλοι τον γνώριζαν, όταν τον είδαν ξαφνικά να έχει όραση, όπως κι οι άλλοι άνθρωποι, δε μπορούσαν να το πιστέψουν και αμφέβαλλαν, αν είναι αυτός που γνώριζαν… Κι όταν τον ρωτούσαν ποιος ήταν η αιτία της θεραπείας του, διακήρυττε ξεκάθαρα ότι τον θεράπευσε ο Χριστός. Ωστόσο, όταν οι Φαρισαίοι άκουσαν το παράδοξο θαύμα, πάλι συκοφάντησαν το Χριστό ότι τάχα δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου. Γιατί και το θαύμα αυτό του τυφλού έγινε, όπως φαίνεται, ημέρα Σάββατο. Επήλθε, λοιπόν, διχασμός ανάμεσα τους γι’ αυτόν το λόγο. Άλλοι έλεγαν ότι ο Ιησούς είναι εκ Θεού, γιατί έβλεπαν τα θαυμαστά σημεία που γίνονταν από Αυτόν, κι άλλοι έλεγαν ότι δεν είναι, γιατί δεν τηρεί την αργία του Σαββάτου…

Στέλνουν, λοιπόν, και καλούν τους γονείς του, ίσως γιατί δεν πίστεψαν στη διαβεβαίωση των γειτόνων. Έτσι, λοιπόν, ενώ με όσα κάνουν θέλουν να σκεπάσουν το γεγονός, το μόνο που κατορθώνουν, είναι να το κάνουν περισσότερο φανερό. Γιατί οι γονείς του τυφλού ομολογούν τα πάντα, έστω κι αν από φόβο μήπως γίνουν αποσυνάγωγοι, αφήνουν την τελική απάντηση στο παιδί τους, λέγοντας ότι ο γιος τους έχει την κατάλληλη ηλικία, και άρα μπορούν να ρωτήσουν τον ίδιο…

Τότε οι Φαρισαίοι τον έβρισαν, επειδή ομολόγησε ότι είναι μαθητής του Χριστού… Γιατί κι άλλοι έδωσαν το φως σε ανθρώπους που είχαν τυφλωθεί…, όμως κανένας δεν έδωσε το φως σε άνθρωπο που ήταν εκ γενετής τυφλός. Οι Φαρισαίοι, λοιπόν, πρώτα τον κορόιδεψαν και μετά τον διέγραψαν και τον έδιωξαν από τη Συναγωγή. Ύστερα απ’ αυτά τον βρίσκει ο Ιησούς και του λέει: «Εσύ πιστεύεις στον Υιό του Θεού;» Κι ο πρώην τυφλός, όταν έμαθε ποιος ήταν Αυτός με τον οποίο συνομιλούσε και τον οποίο έβλεπε για πρώτη φορά…, αφού Τον προσκύνησε, έγινε μαθητής Του και διακήρυττε την ευεργεσία που του έκανε…». Αμήν.

Διαλεχτός

http://www.panagiaepiskepsi.gr/index.php?option=com_content&view=frontpage&Itemid=1

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Ο ψυχοπαθής κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας

Posted by kantonopou at Μαΐου 19, 2012

Ρωμανίδης Ιωάννης (Πρεσβύτερος(+))

Ποιός είναι ο ψυχοπαθής κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας; Ο κάθε άνθρωπος είναι ψυχοπαθής κατά την Πατερική έννοια. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος σχιζοφρενής για να είναι ψυχοπαθής. Ο ορισμός της ψυχοπάθειας από Πατερικής απόψεως είναι ότι ψυχοπάθεια υπάρχει στον άνθρωπο εκείνον που δεν λειτουργεί σωστά η νοερά ενέργεια μέσα του. Όταν δηλαδή ο νους του ανθρώπου είναι γεμάτος από λογισμούς, όχι μόνο κακούς λογισμούς, αλλά και καλούς λογισμούς.

Όποιος έχει λογισμούς, καλούς η κακούς μέσα στην καρδιά του, αυτός ο άνθρωπος από Πατερικής απόψεως είναι ψυχοπαθής. Ας είναι οι λογισμοί αυτοί ηθικοί, ακόμη και ηθικώτατοι, ανήθικοι η ο,τιδήποτε άλλο. Δηλαδή κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας όποιος δεν έχει περάσει από κάθαρσι της ψυχής από τα πάθη και δεν έχει φθάσει σε κατάστασι φωτισμού με την Χάρι του Αγίου Πνεύματος είναι ψυχοπαθής. Όχι όμως με την έννοια της Ψυχιατρικής. Ο ψυχοπαθής για τον ψυχίατρο είναι κάτι άλλο. Είναι εκείνος που πάσχει από ψύχωσι, είναι ο σχιζοφρενής. Για την Ορθοδοξία όμως ένας που δεν έχει περάσει από κάθαρσι της ψυχής από τα πάθη και δεν έχει φθάσει σε φωτισμό, είναι νορμάλ η δεν είναι νορμάλ; Αυτό είναι το θέμα.

Ποιός είναι ο νορμάλ Ορθόδοξος Χριστιανός στην Πατερική παράδοσι; Αν θέλετε να το δήτε αυτό ξεκάθαρα, διαβάστε την ακολουθία του Αγίου Βαπτίσματος, διαβάστε την ακολουθία του Αγίου Μύρου, η οποία τελείται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως την Μεγάλη Πέμπτη• διαβάστε την ακολουθία των Εγκαινίων των ιερών ναών. Εκεί θα δήτε τι σημαίνει ναός του Αγίου Πνεύματος, εκεί θα δήτε ποιός είναι ο φωτισμένος.

Όλες οι ακολουθίες καθώς και η ασκητική παράδοσις της Εκκλησίας αναφέρονται κυρίως σε τρεις πνευματικές καταστάσεις: Στην κάθαρσι από τα πάθη της ψυχής και του σώματος, στον φωτισμό του νου του ανθρώπου από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, και στην θέωσι της ψυχής και του σώματος του ανθρώπου. Κυρίως όμως μιλούν για την κάθαρσι και τον φωτισμό, επειδή οι ακολουθίες της Εκκλησίας είναι εκφράσεις της λογικής λατρείας. Οπότε ο νορμάλ Ορθόδοξος ποιός είναι; Ο βαπτισμένος, αλλά μη κεκαθαρμένος; Ο μη φωτισμένος; Η ο κεκαθαρμένος και φωτισμένος; Ο τελευταίος φυσικά. Αυτός είναι ο νορμάλ Ορθόδοξος.

Άρα σε τι διαφέρουν οι νορμάλ Ορθόδοξοι από τους άλλους Ορθοδόξους; Στο δόγμα; Όχι, βέβαια. Πάρτε τους Ορθοδόξους, γενικά. Μεταξύ τους όλοι έχουν το ίδιο δόγμα, την ίδια παράδοσι και την ίδια κοινή λατρεία. Μέσα σε έναν ιερό ναό μπορεί να υπάρχουν π.χ. τριακόσιοι Ορθόδοξοι. Από αυτούς όμως μόνο οι πέντε να είναι σε κατάστασι φωτισμού, ενώ οι άλλοι να μην είναι. Και μάλιστα οι άλλοι να μην έχουν ιδέα του τι είναι κάθαρσις. Οπότε τίθεται το ερώτημα: Οι νορμάλ Ορθόδοξοι Χριστιανοί μεταξύ αυτών πόσοι είναι; Δυστυχώς μόνο οι πέντε.

http://www.agiazoni.gr/

vatopaidi

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | No Comments »

Η απάντηση της ταπείνωσης. (Κυριακή του Τυφλού)

Posted by kantonopou at Μαΐου 19, 2012

«Ο δε έφη· Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ»

Στην ευαγγελική περικοπή της Κυριακής του Τυφλού παρουσιάζεται ένα θαυμαστό γεγονός. Ένας εκ γενετής τυφλός αποκτά με τη θαυματουργική επέμβαση του Ιησού Χριστού την όρασή του. Και το γεγονός της θεραπείας του γίνεται αφετηρία σωτηρίας, η οποία στο τέλος του ευαγγελικού αναγνώσματος εκφράζεται διά της ομολογίας της πίστεώς του. Ο Χριστός τον ρωτά: «Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού»; Και ο τυφλός τότε κατορθώνει να δει όχι μόνο το επίγειο, αλλά και το φως της Θεότητος: « Πιστεύω Κύριε· και προσεκύνησεν αυτώ».

Το γεγονός αυτό αποτελεί μια ευλογημένη ευκαιρία, έτσι ώστε και εμείς, ως ορθόδοξοι άνθρωποι, να προβληματιστούμε για την πίστη μας και να ανανεώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε κατά την ημέρα της βαπτίσεώς μας.

Πολλές φορές, απογοητευμένοι από τα ανθρώπινα και τα καθημερινά, προβληματιζόμαστε για την παρουσία του Θεού στη ζωή μας. Ζητάμε σημεία για να πιστέψουμε . Ακόμη κι όταν ο Κύριος βρισκόταν καρφωμένος επάνω στον Σταυρό, οι άνθρωποι Τον πείραζαν και Τον βλασφημούσαν λέγοντας: «Εάν είσαι υιός του Θεού, κατέβα από τον Σταυρό και θα πιστέψουμε σε Σένα». Όμως ο Κύριος δεν απάντησε. Παρέμεινε, εν σιωπή, στον Σταυρό και πέθανε, για να ζήσει ο άνθρωπος, και αναστήθηκε, για να ανοίξει τη θύρα του Παραδείσου και να οδηγήσει τον άνθρωπο στη ζωή του Θεού.

Η σιωπή του Θεού

Οι αποδείξεις που ζητάμε πολλές φορές, για να πιστέψουμε στον Θεό, τραυματίζουν την αλήθεια, την αγαπητική σχέση με το Θεό, και γι’ αυτό η άρνηση του Κυρίου είναι άμεση και κατηγορηματική (Μάρκ. 8,12).

Ο Θεός ήλθε στον κόσμο αλλά κρύβεται ακόμη και μέσα στη φανέρωσή Του. Ο Θεός αποκρίνεται με τη σιωπή, αλλά για εκείνον που μπορεί να καταλάβει, να νιώσει. μέσα σ’ αυτή τη σιωπή δηλώνει την αγάπη Του για τον άνθρωπο. Είναι η «μωρία» του Θεού, ο ακατανόητος σεβασμός στην ελευθερία μας.

Κάθε αναγκαστική απόδειξη βιάζει την ανθρώπινη συνείδηση, μεταβάλλει την πίστη σε απλή γνώση. Γι’ αυτό ο Θεός κλείνεται μέσα στη σιωπή της οδυνώμενης αγάπης Του. Ο Θεός δε δίνει διαταγές. Μας προσκαλεί σε μια σχέση αμοιβαιότητας. Ο Πατέρας είναι Πατέρας χωρίς να επιβάλει την πατρότητά του. Ο Χριστός έρχεται για να καθίσει στο «τραπέζι των αμαρτωλών», και σταυρώνεται από υπερβολή ερωτικής αγαθότητας. «Ποιός σύζυγος», ρωτά ένας ασκητικός συγγραφέας του 6ου αι., «πέθανε ποτέ για τη σύζυγό του, και ποιά σύζυγος διάλεξε ποτέ να παντρευτεί έναν εσταυρωμένο; Ο Κύριος μνηστεύθηκε την Εκκλησία, της έδωσε μια προίκα με το αίμα Του, και της σφυρηλάτησε ένα δαχτυλίδι με τα καρφιά της σταυρώσεώς Του». Τόσο μεγάλη είναι η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο.

Συ, πιστεύεις;

Ο Χριστός δεν απευθύνεται ποτέ στη λογική, δεν παραθέτει αποδείξεις, μήτε επιχειρήματα, δε ρωτά: «Ξέρεις; Πείστηκες; Νικήθηκες;». Το μόνο που ρωτά είναι: «Πιστεύεις;». Και στο ερώτημα αυτό μια καθαρή καρδιά μόνο αυτό μπορεί να απαντήσει: «Πιστεύω, κύριε, βοήθει μοι τη απιστία». Την ώρα. λοιπόν, που μας βαραίνει η αμφιβολία για την παρουσία του Θεού, την ώρα που μας βαραίνει η μοναξιά, μόνο η βαθιά ταπείνωση έρχεται σε βοήθειά μας. Αυτή, η ταπείνωση, κάνει τον άνθρωπο να καταθέτει μπροστά στον Σταυρό του Χριστού ολόκληρο το είναι του. Και τότε έξαφνα ο Χριστός σηκώνει αντί για μας αυτό το βάρος: «Μάθετε απ’ εμού… ότι ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν έστι» (Ματθ. 11, 30). Και ο λόγος αυτός δεν είναι απάτη· είναι φως μέσα στην κόλαση του σημερινού κόσμου.

(Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 136-138) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Η πρώτη χριστιανική Εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους. Ο αρχαιολογικός χώρος των Φιλίππων.

Posted by kantonopou at Μαΐου 19, 2012

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μόλις 15 χλμ. από την Καβάλα και άλλα 21 από τη Δράμα απέχουν οι Φίλιπποι, ένας από τους πιο αξιόλογους και φημισμένους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας και ο πιο σημαντικός της Ανατολικής Μακεδονίας. Τα ερείπια των μνημείων που βρίσκονταν εγκλωβισμένα στα διάφορα στρώματα του εδάφους έρχονται στο φως για να δώσουν στους ειδικούς πληροφορίες σχετικά με τη ζωή, τις συνήθειες και τις λατρείες των ανθρώπων που έζησαν εδώ σε διάφορες ιστορικές περιόδους. Οι Φίλιπποι ήταν αρχαία πόλη της Α. Μακεδονίας, που αρχικά ονομαζόταν Κρηνίδες και σήμερα βρίσκεται στο νομό Καβάλας. Η περιοχή των Φιλίππων κατοικείται από αυτόχθονες τουλάχιστον από τη Νεολιθική Εποχή αδιαλείπτως. Η αρχαία πόλη των Φιλίππων ιδρύθηκε στις παρυφές των ελών που κάλυπταν το νοτιοανατολικό τμήμα της πεδιάδας της Δράμας. Η πόλη των Φιλίππων είναι ο σημαντικότερος αρχαιολογικός χώρος της Ανατολικής Μακεδονίας. Οι πρώτοι οικιστές της ήταν άποικοι από τη Θάσο, που ίδρυσαν στα 360 π.Χ. την αποικία των Κρηνίδων. Ακμή γνώρισε η πόλη κατά τα ελληνιστικά χρόνια. Ο Απόστολος Παύλος ίδρυσε στους Φιλίππους την πρώτη χριστιανική Εκκλησία επί ευρωπαϊκού εδάφους.
ΙΣΤΟΡΙΑ

Στην περιοχή των Φιλίππων οργανωμένη ζωή υπήρξε πολύ πριν από τον βασιλιά Φίλιππο, ήδη από την προϊστορική εποχή. Αφετηρία θεωρείται το 5.000 π.Χ. και η ανθρώπινη παρουσία συνεχίστηκε αδιάλειπτα ως την πρώιμη εποχή του σιδήρου (μεταξύ 1050 και 700 π.Χ.). Ο οικισμός εκείνος εγκαταλείφθηκε για να αναπτυχθεί ένας άλλος πιο δυτικά, στην κορυφή του οχυρού λόφου.

Το 360 π.Χ., στην ακρόπολη αυτή, οι Θάσιοι με αρχηγό τον Καλλίστρατο ίδρυσαν την αποικία των Κρηνίδων, που βρισκόταν πάνω στον μόνο δρόμο που ένωνε το εσωτερικό της αρχαίας Θράκης με τα παράλια και περνούσε ανάμεσα στους πρόποδες του Όρβηλου όρους και στα έλη. Έτσι οι Θάσιοι άποικοι ίδρυσαν την αποικία γνωρίζοντας τον πλούτο της περιοχής και κατάφεραν να εξασφαλίσουν στη Θάσο πρόσβαση σε ξυλεία, γεωργικά προϊόντα και στα πολύτιμα ορυχεία του Παγγαίου.
Πολύ γρήγορα (365 π.Χ.) η νέα αποικία, φοβούμενοι τις θρακικές φυλές της περιοχής, προσέφυγαν για προστασία στον βασιλιά της Μακεδονίας, Φίλιππο Β’, πατέρα του Μ. Αλεξάνδρου. Αυτός, διαβλέποντας την οικονομική και στρατηγική σημασία της πόλης, την καταλαμβάνει, την οχυρώνει, τη μετονόμασε σε Φιλίππους και εγκαθιστά εκεί Μακεδόνες αποίκους. Χάρη στα νέα ορυχεία χρυσού που ανακαλύφθηκαν σε κοντινή περιοχή, η πόλη απέκτησε ισχυρή οικονομία. Οι πληροφορίες σχετικά με την πόλη που ίδρυσε ο Φίλιππος είναι λίγες σε σχέση με εκείνες των επόμενων περιόδων, επειδή τα μνημεία που έχουν ανασκαφεί ανήκουν κυρίως στους ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους.

Κατά την περίοδο ανάπτυξής της, στα Ελληνιστικά χρόνια, η πόλη απέκτησε το τείχος της, το θέατρο, δημόσια οικοδομήματα και ιδιωτικές κατοικίες. Η διέλευση μέσα από τους Φιλίππους της «Εγνατίας οδού», το 2ο π.Χ. αιώνα, προσέδωσε στην πόλη μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς την μετέτρεψε σε σημείο αναφοράς της περιοχής.

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ
Μετά μια περίοδο παρακμής, επανήλθε στο προσκήνιο με τη μάχη των Φιλίππων τον Οκτώβριο του 42 π.Χ., που σηματοδότησε την κατάργηση του δημοκρατικού πολιτεύματος στη Ρώμη. Ο Βρούτος και ο Κάσιος, αφού δολοφόνησαν στη Ρώμη τον Ιούλιο Καίσαρα και έθεσαν τέρμα στο μοναρχικό και απολυταρχικό πολίτευμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, βρέθηκαν μ’ ένα τμήμα του στρατού, στους Φιλίππους. Τη στρατιά αυτή οι ιστορικοί την ονόμασαν «Δημοκρατική». Υπήρχε όμως και το αντίπαλο δέος, η στρατιά της «Τριανδρίας», με αρχηγούς τους Αντώνιο και Οκταβιανό, τους συνεχιστές της πολιτικής του Ιουλίου Καίσαρα, που κατευθυνόταν στους Φιλίππους με σκοπό την πάταξη του κινήματος των Δημοκρατικών. Οι δυο στρατιές ήρθαν αντιμέτωπες στους Φιλίππους και η φονική μάχη έληξε με ήττα των Δημοκρατικών, γεγονός που είχε ως συνέπεια να καταργηθεί το δημοκρατικό πολίτευμα και στη Ρώμη να αναδειχθεί αυτοκράτορας ο Οκταβιανός Αύγουστος. Η κοσμοϊστορική αυτή μάχη, έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης, που έθεσε τις βάσεις για τη ρωμαϊκή κοσμοκρατορία, επέδρασε ριζικά και στην τύχη των μακεδονικών Φιλίππων, που στα χρόνια των διαδόχων του Αλεξάνδρου είχαν χάσει τη σημασία τους. Η πόλη άλλαξε εντελώς τον χαρακτήρα της, αφού μετά την επικράτησή του και την εγκατάσταση βετεράνων στρατιωτών της μάχης και αποίκων, ο Οκταβιανός μετέτρεψε την πόλη σε ρωμαϊκή αποικία, την ξακουστή Colonia Augusta Julia Philippensis. Ρωμαίοι άποικοι εγκαταστάθηκαν (σε μικρό χρονικό διάστημα) στους Φιλίππους και της προσέδωσαν, επί 3 αιώνες, το χαρακτήρα ρωμαϊκής πόλης. Έτσι η πόλη μεγαλώνει, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και αναδεικνύεται σε οικονομικό, διοικητικό και πολιτιστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, λόγω της θέσης της πάνω στην Εγνατία οδό.
Η ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Ένα άλλο σημαντικό γεγονός όμως έμελλε και πάλι να αλλάξει τη φυσιογνωμία της πόλης. Το πέρασμα του Αποστόλου Παύλου από τους Φιλίππους, το χειμώνα του 49 μ.Χ., αποτέλεσε καίρια τομή στην ιστορία των Φιλίππων. Την εποχή αυτή, η πόλη με τη στρατηγική θέση που έλεγχε διαβάσεις, εύφορη γη και μεταλλεία, μετρούσε ήδη έναν αιώνα ζωής ως ρωμαϊκή αποικία. Ο απόστολος και η συνοδεία του κήρυξαν τη νέα θρησκεία σ’ έναν τόπο, όπου κυριαρχούσε η λατινική γλώσσα και η ρωμαϊκή παράδοση, μ’ ένα μικτό πληθυσμό από Ρωμαίους, Εβραίους, γηγενείς Έλληνες και εξελληνισμένους Θράκες. Το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση της πρώτης χριστιανικής κοινότητας σε ευρωπαϊκό έδαφος. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, τον 4ο αιώνα μ.Χ., ως επίσημης θρησκείας της νέας οικουμενικής αυτοκρατορίας και η μεταφορά της πρωτεύουσας του ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη προσέδωσαν αίγλη στους Φιλίππους και ανέδειξε την πόλη σε μητρόπολη του Χριστιανισμού. Στα σημεία όπου βρίσκονταν κατεστραμμένα δημόσια κτίρια υψώθηκαν μεγαλόπρεποι χριστιανικοί ναοί (τρεις από τους οποίους υπάρχουν σήμερα στον αρχαιολογικό χώρο). Η ανάμνηση της επίσκεψης και της φυλάκισης του Παύλου και του Σίλα έμεινε βαθιά τυπωμένη στη μνήμη των Χριστιανών και έδωσε έναν οικουμενικό χριστιανικό προσκυνηματικό χαρακτήρα στην πόλη.

Κατά τα παλαιοχριστιανικά χρόνια (4ος-6ος μ.Χ. αιώνες), στη θέση των ρωμαϊκών κτιρίων, ιδρύθηκαν το συγκρότημα του «Οκταγώνου», με το μητροπολιτικό ναό αφιερωμένο στον Απόστολο Παύλο, καθώς και τρεις μεγαλόπρεπες βασιλικές. Τα μεγάλα θρησκευτικά οικοδομήματα και προσκυνηματικά κέντρα, λόγω θέσης και όψης, άλλαξαν τον πολεοδομικό ιστό και την εικόνα της πόλης. Ήδη όμως από τον 4ο αιώνα, οι Φίλιπποι βρέθηκαν πάνω στο δρόμο βαρβαρικών επιδρομών. Το 473 μ.Χ., οι Γότθοι έφθασαν μπροστά από τα τείχη της πόλης και πυρπόλησαν τα προάστιά της.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ
Στα τέλη του 6ου αιώνα-αρχές 7ου μ.Χ. αιώνα, η πόλη δοκιμάστηκε από μεγάλους καταστρεπτικούς σεισμούς που, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, έπληξαν ολόκληρη την Ανατολική Μακεδονία. Τα μεγάλα κτίρια καταστράφηκαν και στα ερείπιά τους ιδρύθηκαν μικρότεροι χώροι λατρείας. Την ίδια εποχή οι σλαβικές επιδρομές στην ευρύτερη περιοχή της Βαλκανικής επέτειναν τα φαινόμενα παρακμής και αποσάθρωσης του αρχαίου αστικού βίου. Η περιτειχισμένη έκταση αρχίζει σταδιακά να εγκαταλείπεται, οι κάτοικοι αποτραβήχτηκαν στα ορεινά. Η πόλη σταδιακά έχασε τη σημασία της ως διοικητικό, οικονομικό και θρησκευτικό αστικό κέντρο και μεταβλήθηκε σε οχυρωμένη ακρόπολη.

Μεταξύ 963 και 969 μ.Χ., ανοικοδομούνται τα τείχη της πόλης και κτίζονται οι πύργοι και το τείχος της ακρόπολης. Επιγραφή που αναφέρει επισκευή της οχύρωσής της στα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά (963-969) αποδίδεται στην επανοχύρωση της ακρόπολης. Δεν είναι απίθανο όμως να συνδέεται με τον περίβολο που εντοπίστηκε τελευταία γύρω από τη δυτική είσοδο του αρχικού περιβόλου, περιορίζοντας έτσι τους μεσοβυζαντινούς Φιλίππους σε τμήμα της αρχαίας και παλαιοχριστιανικής πόλης, φαινόμενο συνηθισμένο στη μεσοβυζαντινή εποχή (Αμφίπολη-Άβδηρα-Μαρώνεια). Η θέση της πάντως πάνω στη βασική οδική αρτηρία Ανατολής-Δύσης είναι ο λόγος που δεν έχασε τελείως τη σημασία της και η πόλη επιζεί ως οχυρό φρούριο.

Στα μέσα του 12ου αιώνα την επισκέφθηκε ο Άραβας γεωγράφος Ιdrisi, που την περιέγραψε ως εμπορικό κέντρο με ζωηρή κίνηση.
Στον 14ο αιώνα το όνομα των Φιλίππων αναφέρεται αρκετά συχνά σε σχέση με τις κινήσεις των αντιμαχόμενων πλευρών κατά την εμφύλια διαμάχη. Η άλωση των Σερρών στα 1383 και της Θεσσαλονίκης στα 1387 σήμανε και την οριστική ενσωμάτωση της περιοχής στο Οθωμανικό κράτος. Είναι άγνωστο πότε και γιατί ερημώθηκαν τελείως.

Στα 1546-49, που την επισκέφθηκε ο περιηγητής Belon, υπήρχαν 5-6 σπίτια. Από το λαμπρό παρελθόν της έστεκαν όρθιοι, φάροι μιας ένδοξης εποχής, οι τεράστιοι πεσσοί της Βασιλικής Β’ που έδωσαν και το τουρκικό όνομα στην περιοχή: DIRECLER, τουρκική λέξη με την οποία αποδίδεται κάθε ψηλό κατακόρυφο στήριγμα.

ΤΑ ΤΕΝΑΓΗ
Αιώνες πριν, οι απέραντες εκτάσεις που αντικρίζουμε γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων και ονομάζονται τενάγη, ήταν έλος. Η πιο αξιόλογη προσπάθεια για την αποξήρανσή τους (εκτός από αυτήν που έγινε το 1930 για να μοιραστούν αγροτικοί κλήροι στους πρόσφυγες) ανήκει στον Φίλιππο Β’ βασιλιά της Μακεδονίας, τον 4ο αιώνα π.Χ. Κι αυτό, επειδή αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι η νέα πόλη που δημιούργησε και βάφτισε δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί όσο τα έλη έφταναν στις παρυφές της και εξαφάνιζαν την καλλιεργήσιμη γη.

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ
Η ανασκαφική έρευνα άρχισε στους Φιλίππους στα 1914, από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η Αρχαιολογική Εταιρεία διενήργησαν συστηματικές ανασκαφές. Σήμερα, η Αρχαιολογική Υπηρεσία, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκη και η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συνεχίζουν την αρχαιολογική έρευνα. Τα ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Φιλίππων.
Αναστηλωτικές εργασίες έχουν γίνει στα περισσότερα μνημεία του αρχαιολογικού χώρου Φιλίππων. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη ένα πρόγραμμα στερέωσης, αναστήλωσης και ανάπλασης του αρχαίου θεάτρου, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος 1994 «Ιστορικά Κτήρια και Χώροι Θεαμάτων».

ΤΑ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ
Οι πληροφορίες σχετικά με την πόλη που ίδρυσε ο Φίλιππος είναι λίγες σε σχέση με τις πόλεις των επόμενων περιόδων, επειδή τα μνημεία που έχουν ανασκαφεί ανήκουν κυρίως στους ρωμαϊκούς και παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Ο επισκέπτης φτάνει σήμερα στον αρχαιολογικό χώρο Φιλίππων, ακολουθώντας την παλιά εθνική οδό Καβάλας-Δράμας, που αν και δε χρησιμοποιείται πια, χωρίζει τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων σχεδόν στη μέση. Οι αρχαιολόγοι έχουν διακρίνει το βόρειο από το νότιο τμήμα. Στο βόρειο τμήμα εντάσσονται:

ΤΕΙΧΗ
Ο περίβολος των τειχών ξεκινούσε από την κορυφή του λόφου, όπου ήταν η οχυρή Ακρόπολη και προχωρώντας στις απότομες κατωφέρειες της νότιας πλαγιάς περιέκλειε στους πρόποδες του λόφου ένα τμήμα της πεδιάδας, η οποία προσφερόταν για κατοίκηση και για ανάπτυξη δημόσιων χώρων. Η αρχαιότερη φάση του περιβόλου ανάγεται στην εποχή του Φιλίππου Β’ (μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.) και η νεώτερη στα χρόνια του Ιουστινιανού Α’ (527-565 μ.Χ.). Το τείχος του Φιλίππου Β’, που είναι ορατό στο ανατολικό κυρίως σκέλος και στην ακρόπολη, έχει πάχος 2,30-2,85 μ. και είναι χτισμένο από μεγάλες μαρμάρινες πλίνθους. Το συνολικό μήκος της περιμέτρου των τειχών φτάνει τα 3,5 χλμ. Το τείχος ενισχύεται κατά διαστήματα από ισχυρούς πύργους. Πύργοι πλαισιώνουν και τις 3 πύλες που εντόπισαν οι ανασκαφές. Από αυτές, οι δύο βρίσκονται στη δυτική πλευρά του τείχους και η τρίτη στην ανατολική. Σε μας σήμερα είναι προσιτή μόνο η τρίτη, που ονομάζεται συμβατικά πύλη της Νεάπολης, γιατί από αυτήν ξεκινά ο δρόμος που οδηγεί στο λιμάνι της Νεάπολης (σημερινής Καβάλας).
ΑΚΡΟΠΟΛΗ
Στην κορυφή του ισχυρού λόφου, στην ακρόπολη της αρχαίας πόλης, οδηγεί το μονοπάτι που ξεκινά λίγο πιο βόρεια από το Μουσείο. Στον περίβολο της ακρόπολης διακρίνονται οι διάφορες οικοδομικές φάσεις των τειχών της αρχαίας πόλης. Το τείχος των βυζαντινών χρόνων είναι θεμελιωμένο πάνω στο αρχαίο τείχος της εποχής του Φιλίππου Β’. Στο εσωτερικό της ακρόπολης δεσπόζει ένας μεγάλος τετράπλευρος πύργος των υστεροβυζαντινών χρόνων.  Η είσοδός του βρίσκεται στα βόρεια, σε ύψος 1,50μ. πάνω από την επιφάνεια του εδάφους, για λόγους ασφαλείας. Χαρακτηριστικά είναι δύο διακοσμητικά θέματα από πλίνθους στις εξωτερικές πλευρές του πύργου: σταυρός στη νότια και ιχθυάκανθα στη δυτική πλευρά. Επιφανειακή κεραμική που έχει βρεθεί στην ακρόπολη των Φιλίππων, βεβαιώνει ότι ο λόφος κατοικούνταν ήδη από την πρώιμη εποχή του σιδήρου. Χαράγματα στο βράχο (σχηματοποιημένοι τροχοί, πλοίο), που χρονολογήθηκαν στον 5ο αι. π.Χ., μαρτυρούν επίσης την παρουσία ζωής στο λόφο πριν από την άφιξη των Θασίων αποίκων. Για να ανέβετε εδώ από το μονοπάτι θα χρειαστείτε περίπου 45 λεπτά.
ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ

Το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων είναι αυτό που θα δείτε πρώτο μπαίνοντας στον αρχαιολογικό χώρο. Έχει γίνει ακόμη πιο διάσημο τα τελευταία χρόνια χάρη στα πολιτιστικά δρώμενα που διοργανώνονται εδώ, με σημαντικότερο το φεστιβάλ αρχαίου δράματος. Το εντυπωσιακό αυτό μνημείο είναι από τα αρχαιότερα και πιο σημαντικά οικοδομήματα της πόλης. Η σημερινή του μορφή είναι αποτέλεσμα διαδοχικών κτιριακών αλλαγών, που αντιπροσωπεύουν διάφορες φάσεις της ιστορίας της πόλης. Βρίσκεται στη ΝΑ πλαγιά του λόφου της ακρόπολης, σε επαφή με το ανατολικό τείχος της πόλης, στο οποίο και στηρίζεται.

Η αρχική φάση του, που είναι σύγχρονη με τα τείχη της πόλης, ανάγεται στα χρόνια του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’ (μέσα του 4ου αιώνα π.Χ.) και οι διαστάσεις του αποδεικνύουν ότι πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της αρχαιότητας. Από τη φάση αυτή σώζονται οι αναλημματικοί τοίχοι (κατακόρυφοι τοίχοι που στήριζαν το κοίλο του θεάτρου) του κοίλου, δηλαδή του χώρου όπου κάθονται οι θεατές, και των παρόδων, των διαδρόμων που οδηγούσαν προς την ορχήστρα του θεάτρου. Την εποχή αυτή η ορχήστρα, ο υπαίθριος κεντρικός χώρος όπου «παίζουν» οι ηθοποιοί, είχε σχήμα πετάλου. Το θέατρο αυτό, εξακολούθησε να χρησιμοποιείται κι από τους Ρωμαίους αποίκους, αφού διασκευάστηκε για να προσαρμοστεί στα νέα θεάματα της ρωμαϊκής κοινωνίας και για να δεχθεί πολυάριθμους θεατές. Τον 2ο αιώνα μ.Χ., το θέατρο αποκτά τυπική ρωμαϊκή μορφή, με μεγαλοπρεπές τριώροφο κτίριο σκηνής, ορχήστρα στρωμένη με μαρμάρινες πλάκες και κοίλο που επεκτείνεται πάνω από τις παρόδους, που καλύπτονται με θολωτές κατασκευές. Μια εικόνα της μορφής αυτής του θεάτρου μας δίνει η νότια στοά του κτιρίου της σκηνής, που αναστηλώθηκε πρόσφατα και φέρει στα μέτωπα των πεσσών ανάγλυφες πλάκες με παραστάσεις που σχετίζονται με το θεό Διόνυσο (μαινάδες κ.ά.).

Τον 3ο αιώνα μ.Χ., το θέατρο μετατρέπεται σε αρένα για τις θηριομαχίες. Κατεδαφίζεται το προσκήνιο και αφαιρούνται οι πρώτες σειρές των καθισμάτων του κοίλου. Στην περιφέρεια της ορχήστρας υψώνεται τοίχος, ύψους 1,20 μ., με κιγκλίδωμα για την προστασία των θεατών από τα θηρία. Μάλιστα για την παραμονή και την πιο εύκολη μεταφορά των θηρίων στην αρένα, δημιουργήθηκε στο νότιο άκρο της ορχήστρας, ένας μεγάλος ορθογώνιος υπόγειος χώρος. Στη φάση αυτή θα πρέπει να κατασκευάστηκε και το επιθέατρο, μία καμαροσκέπαστη κατασκευή στο ψηλότερο μέρος του κοίλου, που στήριζε νέες σειρές εδωλίων και αύξησε την χωρητικότητα του θεάτρου.

Στους ύστερους Ρωμαϊκούς χρόνους (τέλος 3ου-αρχές 4ου μ.Χ. αιώνα) πρέπει να κτίστηκαν τα δύο τόξα για την αντιστήριξη του θεάτρου στο γειτονικό τείχος.
Στα παλαιοχριστιανικά χρόνια (5ος-6ος μ.Χ. αιώνα) το θέατρο παύει να λειτουργεί ως χώρος παραστάσεων. Η εγκατάλειψή του πρέπει να σχετίζεται με την επικράτηση του Χριστιανισμού και τα νέα ήθη που δεν ήταν πια σύμφωνα με τις θηριομαχίες ή τις θεατρικές παραστάσεις. Η στοά στο πίσω μέρος του κτιρίου της σκηνής διασκευάζεται σε χώρο εργαστηρίων. Με την καταστροφή της σκηνής από πυρκαγιά, που πιθανότατα σχετίζεται με το μεγάλο σεισμό που κατέστρεψε την πόλη των Φιλίππων στις αρχές του 7ου μ.Χ. αιώνα, αρχίζει το συστηματικό γκρέμισμα του θεάτρου με σκοπό τη χρησιμοποίηση των μελών του ως οικοδομικού υλικού για την κατασκευή νέων οικοδομών.

Στη διάρκεια των πρώιμων Βυζαντινών χρόνων το κτίριο της σκηνής και η περιοχή στα ΝΑ του θεάτρου φιλοξενεί εργαστήρια. Τέλος, στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, ο λιθόστρωτος δρόμος, που ως τις αρχές του 20ου αιώνα ένωνε την Καβάλα με τη Δράμα, διασχίζοντας τον αρχαιολογικό χώρο των Φιλίππων, περνά μπροστά από το θέατρο.

Οι πρώτες πληροφορίες που έχουμε για το θέατρο στη σύγχρονη εποχή προέρχονται από τους Ευρωπαίους περιηγητές που επισκέπτονται την περιοχή από τα μέσα του 16ου αιώνα. Η συστηματική ανασκαφή του θεάτρου ξεκινά το 1921-1927 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και συνεχίζεται στο τέλος της δεκαετίας του ’50 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία με τον Δ. Λαζαρίδη. Στο διάστημα αυτό το θέατρο δέχθηκε γρήγορες και πρόχειρες επεμβάσεις για να μπορέσει να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του φεστιβάλ Φιλίππων. Κατά την αποκατάσταση του θεάτρου των Φιλίππων το 1950 έγινε εκτεταμένη χρήση τσιμέντου. Παρ’ όλα αυτά το μνημείο έχει αναστηλωθεί στο μεγαλύτερο μέρος του και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Το θέατρο Κάθε καλοκαίρι ο δήμος Καβάλας διοργανώνει εκεί το Φεστιβάλ Φιλίππων, το δεύτερο παλαιότερο φεστιβάλ της χώρας έπειτα από εκείνο της Επιδαύρου. Η ΙΗ’ ΕΠΚΑ Καβάλας ξανάρχισε το 1974 τις ανασκαφικές έρευνες και από το 1993, σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ., ξεκίνησε πρόγραμμα με ανασκαφικές έρευνες, μελέτες συντήρησης, αποκατάστασης και αναστήλωσης του θεάτρου, που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Α’
Το επόμενο αξιόλογο μνημείο μπροστά στο οποίο θα βρεθείτε είναι η Βασιλική Α’. Μεγάλη τρίκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος στην ανατολική πλευρά, που χρονολογείται στο τέλος του 5ου αιώνα και διακρίνεται για τη μεγαλοπρέπεια του γλυπτικού διακόσμου (κιονόκρανα, επίκρανα, θωράκια). Χρονολογείται γύρω στα 500 μ.Χ. Το μέγεθος και η θέση της αποτελούν στοιχεία για να αντιληφθεί κανείς πόσο πολύ σπουδαία και λαμπρή ήταν. Έχει μήκος 136 μ. και πλάτος μαζί με τα προκτίσματα της βόρειας πλευράς 50 μ. Πρόκειται δηλαδή για τη μεγαλύτερη βασιλική που έχει ανασκαφεί. Στο ιερό βήμα μετά την πελώρια αψίδα της κόγχης υπήρχε τεράστιο σύνθρονο και μπροστά του, στη θέση της Αγίας τράπεζας, αποκαλύφθηκε το εγκαίνιο με μορφή τετράγωνης τάφρου. Μέσα σε αυτήν τοποθετούσαν το μαρμάρινο ή μεταλλικό κιβώτιο που περιείχε τεμάχια ιερών λειψάνων μαρτύρων τυλιγμένα μέσα σε ύφασμα. Στον κυρίως ναό και στα δεξιά του κεντρικού κλίτους σώζεται η βάση του μεγάλου και επιβλητικού άμβωνα. Μετά το νάρθηκα ήταν η φιάλη ή κρήνη στη μέση της αυλής, που επεκτείνονταν μέχρι τον δυτικό τοίχο, στου οποίου στη μια από τις πέντε κόγχες, τη μεσαία και υπερυψωμένη στεκόταν ο Επίσκοπος κατά το προλειτουργικό στάδιο. Η φιάλη ήταν διόροφη. Κίονες βάσταζαν τόξα διακοσμημένα και έδιναν στο τεράστιο οικοδόμημα χαρακτήρα μνημειώδη και μεγαλοπρεπή. Στη βόρεια πλευρά, μεταξύ του βορείου τοίχου του ναού και του λαξευμένου βράχου του λόφου της Ακρόπολης, διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση το βαπτιστήριο και άλλοι χώροι απαραίτητοι στην τέλεση του βαπτίσματος. Το δάπεδο του βαπτιστηρίου και των προθαλάμων ήταν στρωμένο με πλάκες πολύχρωμων μαρμάρων, ενώ οι τοίχοι καλυπτόταν με τοιχογραφίες. Από τον προθάλαμο του βαπτιστηρίου ξεκινούσε το κλιμακοστάσιο, που οδηγούσε στα υπερώα της Βασιλικής. Μετά από 100 χρόνια λειτουργίας του ναού, πιθανόν το 600 μ.Χ., ο ναός ισοπεδώνεται μάλλον από σεισμό, χωρίς να ξανακτισθεί. Ο χώρος του βαπτιστηρίου διαμορφώθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους σε ναϊσκο, διατηρώντας και μαρτυρώντας την ιερότητα του χώρου.

ΦΥΛΑΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
Σύμφωνα με την παράδοση πιστεύεται ότι στο χώρο αυτό φυλακίστηκε ο Παύλος. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια ρωμαϊκή δεξαμενή, που μετατράπηκε σε λατρευτικό χώρο.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Γ’
Χρονολογικά, αποτελεί μεταγενέστερο κτίσμα, καθώς η ίδρυση της τοποθετείται στον 4ο αιώνα. Ξεχωρίζει για την εξαιρετική της διακόσμηση, που είναι εμφανής αλλά και για τα πλούσια γλυπτά που ήρθαν στο φως. Είναι μακρόστενη, με 3 κλίτη. Έχει πολυτελή μαρμαροθετήματα δαπέδου και ενδιαφέροντα γλυπτικό διάκοσμο. Στα μέσα του 6ου αιώνα το μνημείο καταστράφηκε από σεισμό. Στη Βασιλική Γ’ η ανασκαφή συνεχίζεται κι έτσι δεν είναι επισκέψιμη.
Στο νότιο τμήμα του αρχαιολογικού χώρου εντάσσονται τα εξής κτίσματα:
ΑΡΧΑΙΑ ΑΓΟΡΑ-FORUM

Κατευθυνόμενοι προς τη Βασιλική Β’, θα περπατήσετε λίγο στο χώρο της ρωμαϊκής Αγοράς (forum), που αποτελούσε το διοικητικό κέντρο των Φιλίππων στη ρωμαϊκή εποχή. Βρίσκεται στο κέντρο της αρχαίας πόλης, ανάμεσα σε δυο μεγάλους παράλληλους πλακόστρωτους δρόμους, από τους οποίους ο βόρειος έχει ταυτιστεί με την αρχαία Εγνατία οδό. Η οδός αυτή συνέδεε δύο πύλες των τειχών της πόλης και αποτελεούσε τον decumanus maximus της ρωμαϊκής αποικίας. Πρόκειται για ενιαία σχεδιασμένο συγκρότημα δημοσίων κτηρίων (ναοί, δικαστήρια, βιβλιοθήκη, καταστήματα), τα ερείπια των οποίων θα δείτε να απλώνονται γύρω από μια κεντρική πλατεία, με μνημειακά κτίσματα, τον ΒΑ αφιερωμένο στην αυτοκρατορική λατρεία και τον ΒΔ ναό ή curia. Η αρχαιότερη φάση της ρωμαϊκής αγοράς των Φιλίππων χρονολογείται στον 1ο αιώνα μ.Χ., στην ιουλιοκλαυδιανή περίοδο και έχει χτιστεί πάνω σε κτίρια της πόλης των ελληνιστικών και πρώιμων ρωμαϊκών χρόνων. Στην εποχή των Αντωνίνων, περίοδο μεγάλης άνθησης για τη ρωμαϊκή αποικία των Φιλίπων, χτίστηκε στην ίδια θέση ένα νέο forum στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου (161-187 μ.Χ.). Στο forum της εποχής των Αντωνίνων διατηρήθηκε η αρχική κεντρική πλατεία, γύρω όμως από αυτήν χτίστηκαν νέα κτίρια, πολύ πιο μνημειακά, τα ερείπια των οποίων δεσπόζουν σήμερα στον αρχαιολογικό χώρο. Η αγορά έχει αλλοιωθεί σε μεγάλο βαθμό, λόγω της ανέγερσης της Βασιλικής Β’.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ Β’
Το πιο διάσημο μνημείο του νότιου τμήματος του αρχαιολογικού χώρου είναι η επιβλητική Βασιλική Β’, που είναι χτισμένη στη νότια πλευρά της ρωμαϊκής αγοράς. Η μεγάλη και ωραία Βασιλική Β’, στο κεντρικότερο σημείο της πόλης των Φιλίππων κτίσθηκε το 550 μ.Χ περίπου. Πριν όμως ολοκληρωθούν οι εξωραϊστικές εργασίες του εσωτερικού χώρου, κατέρρευσε ο τρούλος. Μένουν επιβλητικά υψωμένοι οι παράπλευροι τοίχοι να φθείρονται από τον χρόνο και τους ανθρώπους. Η αναστήλωση του μνημείου έγινε το 1995-96. Το οικοδόμημα απομακρύνεται ως προς την αρχιτεκτονική του από τον τύπο της ελληνικής βασιλικής και πλησιάζει τον τύπο της βασιλικής με τρούλο, όπως είναι η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως. Δύο κιονοστοιχίες με 6 κολώνες η κάθε μια χώριζαν το εσωτερικό σε τρία κλίτη, με ολικό πλάτος 31 μ. Το μεσαίο κλίτος στεγαζόταν με μια μεγάλη καμάρα. Η αρχή των τόξων που την στήριζαν, φαίνεται ψηλά στους πεσσούς. Επάνω από τα πλάγια κλίτη και το νάρθηκα ήταν ο γυναικωνίτης που είχε μορφή Π. Ο μαρμάρινος στηλοβάτης του τέμπλου σώζεται στη θέση του και το ιερό στην ανατολική του πλευρά έχει μια μεγάλη ημικυκλική αψίδα. Συμμετρικά στην αψίδα του ιερού είναι κτισμένες δυο μικρές αψίδες στη ΒΑ και ΝΑ γωνία της εκκλησίας, που ανήκουν στα προκτίσματα.

Στα ΒΑ βρίσκεται το βαπτιστήριο, ένα τετράγωνο δωμάτιο (6,89Χ5,57 μ.). Το δάπεδό του πλακοστρωμένο άλλοτε, έχει στο μέσο μια τετράγωνη αβαθή λεκάνη (2,51Χ1,83 μ.), εφοδιασμένη με αγωγό για την αποχέτευση του νερού. Το βαπτιστήριο επικοινωνεί στα ανατολικά του με ένα στενόμακρο δωμάτιο που καταλήγει σε μια μικρή αψίδα. Το δωμάτιο αυτό χρησιμοποιούνταν κατά την τελετή του βαπτίσματος και ίσως ήταν κατηχουμενείο ή χρισμάριο. Στη ΒΑ γωνία υπάρχει χώρος που μάλλον ήταν το διακονικό της εκκλησίας κι όταν αυτή καταστράφηκε, τότε το δωμάτιο μεταβλήθηκε σε παρεκκλήσι. Τα τρία κλίτη του ναού επικοινωνούν με το νάρθηκα με τρεις εισόδους.

Με τη καταστροφή της Βασιλικής, ο νάρθηκάς της που έμεινε ανέπαφος μεταβλήθηκε σε μικρή εκκλησία και με το κτίσιμο της αψίδας δημιουργήθηκε ο χώρος για το ιερό. Αίθριο δεν χτίστηκε αν και ετοιμάστηκε γι’ αυτό ένας μεγάλος χώρος. Χωρίς αυτό, το μήκος του ναού είναι 62 μ. περίπου και το πλάτος του μαζί με τα προκτίσματα περίπου 47 μ. Για τον αρχιτεκτονικό τύπο και τη διακόσμησή της χρησίμευσαν σαν πρότυπα οι περίφημες εκκλησίες της Κων/πολης, Αγία Σοφία και Αγία Ειρήνη. Έξοχα δείγματα διακοσμητικής τέχνης είναι τα κιονόκρανα, τα επίκρανα και τα επιθήματα. Πλατειά φύλλα ακάνθου απλωμένα στον κάλαθο του κιονόκρανου και λογής-λογής φυλοστοιχίες είναι τα διακοσμητικά θέματα. Το τρυπάνι σκάλισε τόσο βαθειά τα περιγράμματα που έκανε το μάρμαρο να μοιάζει με δαντέλα. Πίσω από τη Βασιλική Β’ διακρίνονται ίχνη της παλαίστρας του 2ου μ.Χ αιώνα και οι βεσπασιανές (δημόσιες τουαλέτες) που σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση.

ΠΑΛΑΙΣΤΡΑ
Στα δυτικά της παλαιοχριστιανικής Βασιλικής Β’ οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει τα ερείπια της παλαίστρας που χρονολογείται στο 2ο αιώνα μ.Χ. Το κτίριο επικοινωνούσε με τη μεγάλη Εμπορική οδό. Η περίστυλη κεντρική αυλή ήταν χώρος ασκήσεων. Στα δυτικά υπήρχαν δωμάτια και στα ανατολικά ένα μικρό αμφιθέατρο με επτά σειρές εδωλίων. Ο καλύτερα διατηρημένος χώρος είναι οι βεσπασιανές στη νοτιοανατολική γωνία του κτιρίου. Με κλίμακα, από την οποία σώζονται εννέα βαθμίδες, κατεβαίνουμε σ’ έναν προθάλαμο που οδηγεί στην αίθουσα των βεσπασιανών. Στις τρεις πλευρές της αίθουσας υπάρχει συνεχόμενο έδρανο με 42 κυκλικές οπές. Κάτω από το έδρανο υπάρχει βαθιά υπόνομος με συνεχή ροή νερού, με την οποία εξασφαλιζόταν η μόνιμη καθαριότητα του χώρου. Το κτιριακό συγκρότημα της παλαίστρας χτίστηκε στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. και καταστράφηκε με το τέλος της αρχαίας πόλης και την ανέγερση της παλαιοχριστιανικής Βασιλικής Β’ στην περιοχή αυτή.

ΒΕΣΠΑΣΙΑΝΕΣ ΘΕΡΜΕΣ
Το κτιριακό αυτό συγκρότημα βρίσκεται στα ΝΑ της παλαίστρας και της Βασιλικής Β’, κοντά στο νότιο τείχος της πόλης. Είναι μια ορθογώνια οικοδομή, με μνημειακή είσοδο στα βόρεια, που χωρίζεται από μία κεντρική αυλή σε δύο πτέρυγες. Στην ανατολική υπάρχουν αίθουσες συγκεντρώσεων και αναψυχής, ενώ στη δυτική βρίσκονταν τα διαμερίσματα του λουτρού και οι εγκαταστάσεις για τη θέρμανση του νερού. Στην ανατολική ξεχωρίζουν δύο μεγάλες αίθουσες με πισίνες στο κέντρο. Το δάπεδο της αψιδωτής αίθουσας διακοσμείτο μ’ ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, τμήματα του οποίου σώζονται στο Μουσείο των Φιλίππων. Στη δυτική πτέρυγα υπήρχε μία αντίχτοιχη μεγάλη αίθουσα με δεξαμενή και κρήνη. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα, που χτίστηκε στα μέσα του 3ου αι. μ.Χ., πιστεύεται ότι στην πρώτη φάση του υπήρξε και ιερό των θεών Liber Pater, Libera και Ηρακλή. Η καταστροφή του κτιρίου πιθανότατα σχετίζεται με τις επιδρομές των Γότθων, που χρονολογούνται μετά το 378 μ.Χ. Στα ερείπια του εγκαταλειμμένου κτιρίου εγκαταστάθηκαν από τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ. τοπικά εργαστήρια (π.χ. μεταλλουργίας κ.ά.), η ζωή των οποίων συνεχίστηκε ως τις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ. Στην τελευταία φάση του κτιρίου πρέπει πιθανότατα να χρονολογηθεί και το κυκλικό κτίσμα (καμίνι;) στην εσωτερική αυλή.
ΛΟΥΤΡΑ (ΒΑΛΑΝΕΙΑ)
Ανάμεσα στην Εγνατία οδό και τα λατρευτικά κτίσματα του Οκταγώνου βρίσκεται ένα από τα Βαλανεία (λουτρά) των Φιλίππων. Η ίδρυσή του θεωρείται ότι έγινε στα χρόνια του Αυγούστου (31 π.Χ.-14 μ.Χ.). Το Βαπτιστήριο τροφοδοτούσε με ζεστό νερό το Βαλανείο, που είχε γύρω του βοηθητικά διαμερίσματα και τους τρεις οίκους: τον ψυχρό, τον μέσο θερμό και τον έσω θερμότερο.
ΟΚΤΑΓΩΝΙΚΟΣ ΝΑΟΣ

Το συγκρότημα του Οκταγώνου βρίσκεται στη νότια πλευρά του αρχαιολογικού χώρου και έχει δική του περίφραξη και φύλαξη. Ένα κίτρινο τόξο θα σας δείξει το δρόμο προς τη λεγόμενη τρίκλιτη στοά του Οκταγώνου. Ναός Παλαιοχριστιανικός οκταγωνικού τύπου, στην ανατολική πλευρά της Αγοράς, που άρχισε να ανασκάπτεται στη δεκαετία του ’60 από το Στυλιανό Πελεκανίδη, καθηγητή της Βυζαντινής αρχαιολογίας, έφερε στο φως άλλους δύο επάλληλους αρχαιότερους ναούς και καθώς συνεχίζονταν οι ανασκαφές των προκτισμάτων και κοντινών άλλων οικοδομημάτων, άρχισε να γίνεται πλέον λόγος για το συγκρότημα του Οκταγώνου. Γύρω από τον Οκταγωνικό ναό αναπτύσσονται βαπτιστήριο και άλλα προκτίσματα, δημόσιος λουτρώνας, επισκοπικό μέγαρο και αποθήκες.

Στο κέντρο του συγκροτήματος διατηρείται μεγάλος τάφος μακεδονικού τύπου της ελληνιστικής εποχής. Στο χώρο του ναού αρχικά είχε κτισθεί στα μέσα του 4ου αιώνα ο Ευκτήριος Οίκος του Πορφυρίου. Αμέσως μετά πάνω στα ερείπιά του οικοδομείται τρίκλιτος Βασιλική και τον 5ο αιώνα το Οκτάγωνο (ορισμένες οικοδομικές φάσεις χρονολογούνται στον 6ο αιώνα). Σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία ο ναός ήταν αφιερωμένος στον Απόστολο Παύλο, γεγονός που δείχνει, μαζί με τη θέση του στο κέντρο της πόλης, δίπλα στην αγορά και την ύπαρξη παραπλεύρως του επισκοπείου, ότι ήταν ο καθεδρικός ναός των Φιλιππησίων. Στα προκτίσματα του ναού διακρίνονται, η πρόθεση, το διακονικό, το βαπτιστήριο (φωτιστήριο και κολυμβήθρα), η φιάλη (κρήνη) και άλλα συνήθη στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές. Στα δυτικά προ του ναού υπήρχε μικρή τρίκλιτη στοά, που οδηγούσε στην κοντινή Εγνατία οδό που περνούσε βόρεια από το ναό.


ΒΑΠΤΙΣΤΗΡΙΟ

Στο σημείο όπου σύμφωνα με την παράδοση ο απόστολος Παύλος βάφτισε την πρώτη Χριστιανή, τη Λυδία, η τοπική εκκλησία έχτισε ένα πρότυπο βαπτιστήριο, σύμφωνα με εκείνα των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό οκτάγωνο ναό – βαπτιστήριο, διακοσμημένο με ψηφιδωτά και βιτρό, που βρίσκεται σε απόσταση 1 χλμ. περίπου από τον αρχαιολογικό χώρο.
Στο Ζυγάκτη ποταμό κατασκευάστηκε και υπαίθριο βαπτιστήριο, όπου κάθε χρόνο (στις 20 Μαΐου) τελούνται ομαδικές βαπτίσεις ενηλίκων και το επισκέπτονται χριστιανοί όλων των δογμάτων, βαδίζοντας στα βήματα του απόστολου Παύλου.
Όταν ο Απόστολος Παύλος φτάνει εδώ το χειμώνα του 49 προς 50 μ.Χ. η πόλη κατοικείται κυρίως από Έλληνες και Ρωμαίους αποίκους και βετεράνους. Λίγοι οι Ιουδαίοι, που γι’ αυτό δε διαθέτουν Συναγωγή. Τα Σάββατα μαζεύονται σε μία υπέροχη τοποθεσία μέσα στη φύση στις όχθες του Ζυγάκτη, ενός παραπόταμου του Στρυμόνα. Ένα τέτοιο Σάββατο, οι γυναίκες που έχουν συγκεντρωθεί εκεί για να δοξάσουν τον Θεό, γίνονται οι πρώτες Ευρωπαίες που θα ακούσουν την χριστιανική διδασκαλία από το στόμα του Απόστολου Παύλου. Ανάμεσά τους, η ευσεβής Λυδία, μία έμπορος πορφύρας, θα είναι η πρώτη που θα πιστέψει, θα βαφτιστεί στα νερά του ποταμού και θα γίνει Χριστιανή. Ο Απόστολος Παύλος θα διατηρήσει στενές σχέσεις με τους Φιλιππησίους και προς αυτούς θα γράψει, φυλακισμένος στη Ρώμη, τη γνωστή επιστολή του. Ο Παύλος θα επιστρέψει στους Φιλίππους δύο ακόμη φορές (το 57 και το 58 μ.Χ.).

ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟ

Στην ίδια περίπου εποχή με την ανοικοδόμηση του Οκταγώνου, χτίζεται στα ανατολικά των προκτισμάτων του και το ανεξάρτητο κτιριακό συγκρότημα του επισκοπείου, που είναι χτισμένο πάνω σε προγενέστερο κτίριο της ρωμαϊκής περίοδου και στο κέντρο του υπήρχε υπαίθρια κλειστή αυλή. Γύρω από αυτήν αναπτύσσονται τετραγωνικά πτέρυγες διαμερισμάτων, από τις οποίες η νότια και η δυτική είχαν και δεύτερο όροφο, που χρησίμευε για κατοικία του εκάστοτε επισκόπου και των άλλων κληρικών. Η ύπαρξη διαμερίσματος, εστιών, πυθώνων, δύο ληνών για το πάτημα σταφυλιών, πολλών και μεγάλων αποθηκών, αιθουσών υποδοχής και συγκεντρώσεων μαρτυρούν για την καλά οργανωμένη εκκλησία των Φιλίππων και το ενδιαφέρον της για τους αναξιοπαθούντες αδελφούς. Το διώροφο Επισκοπείο των Φιλίππων καταλάμβανε το οικοδομικό τετράγωνο ανατολικά του Οκταγώνου.
ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ
Το αρχαιολογικό μουσείο των Φιλίππων έχει ανακαινιστεί εκ βάθρων και έχει γίνει επανέκθεση των εκθεμάτων. Με τη νέα του μορφή ο επισκέπτης περνάει πρώτα από τα προϊστορικά εκθέματα και ανεβαίνοντας στον όροφο βλέπει τα παλαιοχριστιανικά, με αναφορά στις πράξεις των Αποστόλων και την εικόνα του Αποστόλου Παύλου, με επιγραφές, μαρμάρινα μέλη και εκκλησιαστικά έπιπλα.

http://history-pages.blogspot.com/2012/04/blog-post_16.html

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΙΣΤΟΡΙΚΑ | No Comments »

Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, Μυστικισμός

Posted by kantonopou at Μαΐου 18, 2012

Ορισμός – Χαρακτηριστικά

Σκοπός του Μυστικισμού είναι η βιωματική, υπαρξιακή αναζήτηση, η άμεση σχέση και η πνευματική ένωση με τον Θεό η το θείο· αυτή επιδιώκεται με αυτοσυγκέντρωση, προσευχή, απάθεια, θεωρία, έκσταση. Ο Μυστικισμός αποτελεί συνήθως το διαισθητικό στοιχείο στη θρησκευτική εμπειρία και εμφανίζεται σε όλες σχεδόν τις θρησκείες, από τις πιο πρωτόγονες έως τις πιο εξελιγμένες. Κάποτε αναπηδά μέσα από πετρώδεις περιοχές μιας εξωτερικής θρησκευτικότητας, δίνοντας νέα άνθηση στο θρησκευτικό αίσθημα.

Λόγω των ποικίλων μορφών με τις όποιες εμφανίζεται στην Ιστορία των Θρησκευμάτων και των αντιφατικών στοιχείων τα όποια κάποτε περιλαμβάνει, δεν υπάρχει γενικά αποδεκτός ορισμός. Κατά κανόνα ο Μυστικισμός, ο όποιος εκφράζει την άμεση εμπειρία και σχέση του ανθρώπου με το Άγιο, διαφέρει από την αποκρυφιστική μυστικοπάθεια και τις απόκρυφες δοξασίες και τεχνικές.

Η σχέση Μυστικισμού και οργανωμένης θρησκείας εμφανίζεται ιδιότυπη, ένα μείγμα σεβασμού και δυσπιστίας. Συνήθως, ένα αληθινά θρησκευόμενο πρόσωπο έχει φλέβα μυστική, και ένας δονούμενος από τη βίωση του Αγίου μυστικός είναι έντονα θρησκευτική προσωπικότητα. Παρά ταύτα δεν πρέπει να συγχέεται η εν γένει θρησκευτικότητα με τον Μυστικισμό. Η θρησκεία είναι ένα πολύ ευρύτερο φαινόμενο. Όπως, εξάλλου, υπάρχουν μορφές μυστικισμού μη θρησκευτικές.

Δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία ως προς τα χαρακτηριστικά του Μυστικισμού. Η W.R. Inge (1889) είχε διακρίνει: Πρώτον, την εσωτερική γνώση. Δεύτερον, την ησυχία. Τρίτον, την ενδοσκόπηση. Και τέταρτον, την περιφρόνηση και παραμέληση των υλικών πραγμάτων. Στον 20ό αι. ως χαρακτηριστικά του Μυστικισμού αναγνωρίζονται συνήθως τα επισημανθέντα από τον W. James (1902): 1. Το ανέκφραστο (ineffability). 2. Το νοητικό στοιχείο (noetic), εφόσον η μυστική εμπειρία επιζητεί μιά ολική αντίληψη του σύμπαντος, που ασφαλώς ανήκει στη νοητική σφαίρα. 3. Η παθητικότητα (passivity). 4. Η παροδικότητα (transiency). Τελευταίως, ο L. Duprey (1987) προτείνει στη θέση της παροδικότητας την έννοια της ρυθμικότητας (rythmic), διότι η εμπειρία αυτή επανέρχεται με κάποιο ρυθμό. Και ακόμη προσθέτει ως 5, την ολοκλήρωση (integration), διευκρινίζοντας ότι η μυστική συνείδηση επιτυγχάνει να υπερβεί διάφορες αντιθέσεις και με την ενόραση να τις συνθέσει.

Πολλοί υποστήριξαν ότι υπάρχει κοινός παρονομαστής κάτω από τις πιο ποικίλες μορφές Μυστικισμού. Όσο όμως και αν διαπιστώνονται κοινά γνωρίσματα στη μυστική εμπειρία διαφόρων θρησκευτικών συστημάτων, σοβαρές επίσης είναι και οι αποκλίσεις, οι ιδιαίτεροι χρωματισμοί. Η κάθε μυστική εμπειρία διατηρεί κάτι το ειδικό, το προσωπικό.

Μέσα στον θρησκευτικό μυστικισμό διακρίνονται καθαρά δύο ρεύματα: το ενα, που γενικά θα μπορούσε να ονομασθεί μονιστικής ή μονιστικιζούσης κατευθύνσεως (Νεοπλατωνισμός, ινδουιστική Αντβάιτα, Ταοϊσμός), και το άλλο το θεϊστικό, που αναπτύχθηκε στις προφητικές θρησκείες. Στο πρώτο, το μυστικό βίωμα κορυφώνεται στον πλήρη αφανισμό του ανθρώπινου εγώ μέσα στην απόλυτη Αρχή ή το θείο Πνεύμα. Στο δεύτερο, η ανθρώπινη προσωπικότητα εξυψώνεται και διατηρείται ενωμένη με τον Θεό. Ανάλογα με τον βαθμό της συμμετοχής του Μυστικού στη διαδικασία για την επιστροφή του στον Θεό, ο Μυστικισμός εμφανίζεται ως ενεργητικός, θεωρητικός ή ησυχαστικός.

Ως προς τους εξωτερικούς τύπους, διακρίνονται:

1. Θεωρητικές και διανοητικές μορφές Μυστικισμού, στις όποιες αναζητείται μια συνεκτική ενότητα. Και εδώ αναπτύχθηκαν ήπιοι η ακραίοι, εξωστρεφείς ή εσωστρεφείς, θεϊστικοί ή μη θεϊστικοί τύποι.

2. Μορφές αφοσιώσεως, που τονίζουν το συναισθηματικό στοιχείο και επιζητούν την προσέγγιση του Απολύτου με την αγάπη.

3. Εκστατικές και ερωτικές μορφές, πού προκαλούν ερωτικά αισθήματα και εξάρσεις. Μερικές φορές οι δύο τελευταίοι τύποι συγχέονται.

Η μυστική εμπειρία συχνά αναπτύσσει μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση τη συναίσθηση της παγκοσμιότητας και της ενότητας με όλους τους ανθρώπους. Συνήθως, στις πνευματικότερες μορφές μυστικισμού δεσπόζει ειρηνική, ενοποιός διάθεση. Οι μυστικές εμπνεύσεις ζωογονούν το θρησκευτικό βίωμα, κρίνουν και υπερβαίνουν τις παραδοσιακές θρησκευτικές δομές, κάποτε αμφισβητούν και σείουν τη συμβατική εξωτερική θρησκευτικότητα, ενώ δεν λείπουν και οι επικίνδυνες παρεκκλίσεις.

Ίχνη Μυστικισμού σε πρωτόγονους πολιτισμούς

Η βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος μπορεί να επικοινωνήσει με μιά υπέρτερη δύναμη, να την προσοικειωθεί, να υπερβεί τα όρια του σώματος του, να ενωθεί με μιά θεότητα, συναντάται ήδη σε πρωτογενή θρησκευτικά στάδια και πρωτόγονους πολιτισμούς. Φαινόμενα που κλίνουν προς τον Μυστικισμό διαφαίνονται σε ορισμένες πλευρές του Σαμανισμού -ο οποίος αναπτύχθηκε από λαούς της Β. Ασίας, Ευρώπης και Αμερικής-, καθώς επίσης σε θρησκευτικά έθιμα των αυτοχθόνων της Αυστραλίας, της Αμερικής, ως και στην πνευματοληψία διαφόρων αφρικανικών λαών. Ως μυστικό στοιχείο στον Σαμανισμό θα μπορούσε να θεωρηθεί η βεβαιότητα στην παρουσία του θείου στον Σαμάνα, η πίστη ότι κατά την έκσταση η ψυχή του εγκαταλείπει το σώμα, για να ενωθεί με τον Θεό η τουλάχιστο να παραμείνει μπροστά του.

Η έκσταση, εξάλλου, κατά την οποία ο άνθρωπος δεν έχει συνείδηση των εξωτερικών ερεθισμών και υπόκειται σε εξαιρετικές εμπειρίες, γνωστή ήδη στη λατρεία του Διονύσου, παρουσιάζεται σε πολλές γηγενείς θρησκείες στην Αφρική και την Αμερική. Η κατάσταση αυτή σε πρωτόγονους πολιτισμούς προκαλείται με διάφορα μέσα: ναρκωτικά, νηστείες, εκκωφαντική μουσική, οργιαστικούς χορούς. Ιδιαίτερα η όρχηση εντείνει τις ψυχοσωματικές δυνάμεις, για να οικειοποιηθεί ο άνθρωπος υπερβατική δύναμη ή να ενωθεί με ένα υπέρτερο πνεύμα. Η έκσταση συνήθως προϋποθέτει την πίστη ότι ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί και να ενωθεί με το θείο. Παραμένει βεβαίως συζητήσιμο κατά πόσον τα φαινόμενα αυτά εντάσσονται στον θρησκευτικό Μυστικισμό. Θα μπορούσαν, εντούτοις, να θεωρηθούν προστάδια, τάσεις ή ίχνη Μυστικισμού, υποδηλώνοντας τη φορά του ανθρώπου προς υπερβατικές μυστικές εμπειρίες.

Ελληνικός Μυστικισμός

Ο ελληνικός μυστικισμός πρωτοαναπτύχθηκε κυρίως φιλοσοφικά στην περί ενός και παντός διδασκαλία των προσωκρατικών φιλοσόφων και μέσα στο ευρύτερο θρησκευτικό κλίμα που είχαν δημιουργήσει η διονυσιακή λατρεία και τα ορφικά μυστήρια με τον εκστασιακό χαρακτήρα τους. οι μύστες του Διονύσου πίστευαν ότι εγίνοντο «ένθεοι», ενώ οι ορφικοί αποσκοπούσαν στην επιστροφή στη θεία ουσία με την έκσταση. Η ελληνική φιλοσοφική διανόηση εξευγένισε τις αρχικές παραστάσεις ενώσεως με το θείο των ελληνικών μυστηρίων και στη θέση των παλαιών τελετουργιών καλλιέργησε την έκσταση που προκαλείται κυρίως με διαλογισμό.

Οι Έλληνες ανέπτυξαν, μεταξύ άλλων, τον μονισμό και τον πανθεϊσμό, διδάσκοντας ότι ο κόσμος προέρχεται από μιά πρώτη Αρχή, στην οποία και επιστρέφει. Μ’ αυτήν τη σύλληψη συνδέθηκε η αντίληψη της αιώνιας ανακυκλήσεως των όντων και ακόμη η θεωρία της μετεμψυχώσεως. Ο Πλάτων (428/427-348/ 347 π.Χ.) πλούτισε περισσότερο τον ελληνικό φιλοσοφικό μυστικισμό με τη θεωρία του περί ιδεών, ενώ οι στωικοί προσέφεραν την πανθεΐζουσα φιλοσοφία περί λόγου.

Η πιο εντυπωσιακή όμως μυστική σύνθεση πραγματοποιήθηκε με τον Νεοπλατωνισμό, που συνέκρασε στοιχεία από την πλατωνική, αριστοτελική, πυθαγόρεια και στωική φιλοσοφία, συμπληρώνοντας πιθανώς το αμάλγαμα αυτό με συλλήψεις της ιουδαϊκής ερμηνευτικής παραδόσεως. Ο Νεοπλατωνισμός παρουσιάσθηκε ως καθολικό φιλοσοφικό σύστημα, ανυψωτικό πνευματικά και εδραίο διανοητικά. Ιδρυτής του θεωρείται ο Αμμώνιος Σακκάς (175-242), αλλά διαμορφωτής του υπήρξε κυρίως ο Πλωτίνος (206-269),που δίδαξε στη Ρώμη.

Στη συνέχεια αναπτύχθηκε περαιτέρω από τον Πορφύριο (232-303), τον Ιάμβλιχο (205-330) στη Συρία και τον Πρόκλο (411-485) στην Αθήνα. Για τον Νεοπλατωνισμό, αρχή και πηγή του κόσμου είναι το Εν, το Πρώτο, το Αιώνιο, το Ύψιστο, το Αγαθό, που ταυτίζεται με τον Θεό. Ο κόσμος προήλθε από το εν με απορροή, πουσυντελέσθηκε σε επάλληλες φάσεις. Πρώτη απορροή είναι ο νους, ο όποιος αποτελείται από ιδέες που αντιστοιχούν στον πλατωνικό νοητό κόσμο, δεύτερη ηψυχή του παντός, τρίτη οι επιμέρους ψυχές και τελευταία η ύλη, που είναι περισσότερο απομακρυσμένη από το Εν. Στη φιλοσοφία του Πλωτίνου κάθε απορροή από το εν αντανακλά την πρότερα της ως εικόνα. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο από εξωτερικό αντίγραφο· η κάθε σφαίρα της πραγματικότητας αναφέρεται στο βάθος της ουσίας της σε μιά ανώτερη και πρέπει να επιστρέψει σ’ αυτήν. Με τη μεταφυσική αυτή, και κυρίως με τη θεωρία της απορροής, συνάπτεται ο νεοπλατωνικός μυστικισμός.

Η ανθρώπινη ψυχή πρέπει να διαπεράσει τα σύνορα των αισθήσεων, της ύλης, και να κοινωνήσει με το Εν, το Απόλυτο. Η τελική ένωση μαζί του συντελείται με ασκητική κάθαρση και έκσταση που οδηγεί στη μυστική θεωρία του θείου. Η πλωτίνεια ένωση με το εν έχει ονομασθεί εκστατική, αλλά κυρίως είναι εισδυτική (διείσδυση εις εαυτόν). Ο Πλωτίνος ενέταξε στο σύστημα του τις τέσσερις βασικές αρετές της πλατωνικής ηθικής – σοφία, ανδρεία, σωφροσύνη, δικαιοσύνη -, απλώς ως προϋποθέσεις. Εκείνο στο όποιο κυρίως αποβλέπει ως ύψιστο σκοπό, ως ευδαιμονία και αγαθό, είναι η μυστική ένωση της ψυχής με τον Θεό. Η συγχώνευση με το εν μπορεί, κατά τον Νεοπλατωνισμό, να πραγματοποιηθεί ήδη κατά τη διάρκεια του επίγειου ανθρώπινου βίου. Ο Πλωτίνος και ο Πορφύριος υποστήριξαν ότι είχαν τέτοια εμπειρία. Γενικά, η νεοπλατωνική διδασκαλία παρουσιάζεται μάλλον ψυχρή, χωρίς συναισθηματισμό και οράματα. Ο Νεοπλατωνισμός υπήρξε ο μεγάλος αντίπαλος του Χριστιανισμού και στην αντιπαράθεση μαζί του ορισμένες ιδέες μεταπλάσθηκαν από τους χριστιανούς μυστικούς.

Κινεζικός Μυστικισμός

Στην Κίνα βλάστησε και αναπτύχθηκε ένα από τα πιο αρχαία μυστικά συστήματα. το θεωρητικό του υπόβαθρο βρίσκεται στα αρχαία φιλοσοφικά αξιώματα του Λάο-Τσέ και τα αποφθέγματα της ποιητικής δημιουργίας του Τσουάνγκ-Τσέ. Το βασικό ιερό βιβλίο του Ταόισμού Τάο-τε-Τσίνγκ (προφερόμενο Ντάου-ντα-Τσίνγκ),που αποδίδεται στον Λάο-Τσέ (6ος αι. π .Χ.), καθορίζει μιά γραμμή ασκητική με πολλές μυστικές τάσεις. Η ύψιστη πραγματικότητα, το Τάο, προσδιορίζεται με αντιφατικές φράσεις και αποφατική γλώσσα. Είναι αθέατο, ακατανόητο, άμορφο, τέλειο, αναλλοίωτο, απρόσωπο, πληροί τα πάντα, είναι πηγή των πάντων. Υπήρχε πριν από όλους τους αιώνες, πριν από τη γη και τον ουρανό. Είναι η πρώτη αρχή του σύμπαντος. Πρόκειται για μιά τάση μονιστική, που διαβλέπει απόλυτη ενότητα στο σύμπαν.

Η ταόιστική αντίληψη για τη δημιουργία είναι ότι από το Τάο προήλθε το Εν, δηλαδή η μεγάλη Μονάδα, και από αυτήν οι δύο πρώτες ουσίες, «γιάν» και «γίν », θετική και αρνητική, που αντιπροσωπεύουν και αγκαλιάζουν όλες τις μεγάλες αντινομίες: φως-σκιά, αρσενικό-θηλυκό κ.λπ. Τέλος, αυτές γέννησαν τον ουρανό, τη γη, τον άνθρωπο· από αυτές προήλθαν όλα τα δημιουργήματα. Το Τάο δεν είναι μόνο η απόλυτη πηγή κάθε υπάρξεως, αλλά συγχρόνως κρατάει σε αρμονία όλα τα φαινόμενα της φύσεως. Η ενέργεια του είναι αναγκαία και αυτόματη. Αποτελεί τον ύψιστο ανθρώπινο σκοπό. Ο άνθρωπος πρέπει να επιδιώξει την αυτοεγκατάλειψή του στο Τάο. Βασικά, τα μέσα γι’ αυτή την εναρμόνιση είναι η ησυχία, η απάθεια, η επιστροφή στην πρωτόγονη απλότητα.

Η βασική θέση που προτείνει ο Ταοϊσμός (η περίφημη «γουό γουάι») θα μπορούσε να συνοψισθεί στην παρότρυνση «μην κάνεις τίποτε» ή «κάνε το καθετί μην κάνοντας τίποτε». Για να επιτύχει ο άνθρωπος τον συντονισμό με το Τάο και να βρίσκεται σε αρμονία με τα εξωτερικά πράγματα, η ταοϊστική παράδοση καθόρισε μιά μυστική διαδικασία, με πρώτη φάση την κάθαρση, δεύτερη τον φωτισμό -όταν η αρετή δεν χρειάζεται πλέον μιά συνειδητή προσπάθεια, αλλά γίνεται αυθόρμητα- και τρίτη, την εσωτερική ενότητα. Όλοι οι άνθρωποι δυνάμει μπορούν να προχωρήσουν προς το Τάο. Ο Ταοϊσμός κήρυξε την περιφρόνηση του πλούτου, των ηδονών, της συσσωρεύσεως γνώσεως και διαμόρφωσε μιά νοοτροπία διαμετρικά αντίθετη από την αντίστοιχη του κλασικού Κομφουκιανισμού.

Αργότερα, ο Ταοϊσμός εκφυλίστηκε σ’ ένα σύστημα μαγείας, αλχημείας, αποκρυφιστικής μυστικοπάθειας. Το έργο του Τάο-Λίνγκ (1ος ή 2ος αι. μ.Χ.) έδωσε στον Ταοϊσμό σαφέστερη εξωτερική οργάνωση· ιδρύθηκαν πολλά μοναστήρια, ανδρικά και γυναικεία, που παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με τα βουδδιστικά, καθώς και ναοί, οι όποιοι στέγασαν ποικίλες εικόνες διαφόρων θεοτήτων. Ανεξάρτητα από αυτή την εξέλιξη, ο κινεζικός μυστικισμός στις βασικές του πηγές εμφανίζει χαρακτηριστικές ομοιότητες με τον Νεοπλατωνισμό, με τον όποιο συμφωνεί τόσο στο θέμα της τελικής ενότητας, που είναι απρόσιτη στη γνώση και μπορεί να επιτευχθεί με διαίσθηση, ανάταση και έκσταση, όσο και στην άποψη ότι η απόλυτη Αρχή δεν μπορεί να ταυτισθεί με το όλο ή μέρος του υλικού σύμπαντος.

Ινδουιστικός Μυστικισμός

Οι Ινδοί διακρίθηκαν σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους για έντονη μυστική διάθεση. Τον Ινδουισμό διατρέχει μιά εσωστρεφής μυστική τάση στις περισσότερες όψεις του, τόσο στις φιλοσοφικές και μεταφυσικές πτήσεις, όσο ακόμη και στις λατρευτικές εκδηλώσεις, που προσεγγίζουν τα σύνορα του Σαμανισμού και της μαγείας. Η αναζήτηση της πρώτης Αρχής πρωτοεμφανίζεται ήδη σε ορισμένα κείμενα των Βεδών (όπως στον Ύμνο της δημιουργίας). Από την έμφαση στη σπουδαιότητα της θυσίας αναδύθηκε η λέξη Μπράχμαν (Brahman), που στην αρχή δήλωνε την ιερή δύναμη που είναι παρούσα στη θυσία και αργότερα έφθασε να σημαίνει το Απόλυτο.

Κυρίως όμως οι Ουπανισάντ συγκέντρωσαν το διάσπαρτο υλικό του ινδικού διανοητικού μυστικισμού και προσέφεραν μιά πλούσια πηγή, που τον άρδευσε στους επόμενους αιώνες. Υποστήριξαν ότι το Μπράχμαν περικλείει τα πάντα -ό,τι υπάρχει και ό,τι δεν υπάρχει- και ότι είναι μέσα σε όλα και πάνω από όλα, πέρα από κάθε ορισμό: μιά ύψιστη, απρόσωπη Αρχή. Παράλληλα με την αντίληψη περί Μπράχμαν ανελίχθηκε η διδασκαλία περί άτμαν, που συνιστά το αόρατο τμήμα της ανθρώπινης υπάρξεως. Σε επόμενη φάση η ινδική σκέψη θα ταυτίσει το Ένα και μοναδικό Μπράχμαν με το Ατμαν. Η σχέση της κοσμικής ψυχής του παντός με την ατομική ψυχή κάθε ανθρώπου μοιάζει με τη σχέση που περιέγραψε αργότερα ο Πλωτίνος.

Από τις Ουπανισάντ κυρίως, πήγασε μία από τις τυπικότερες μορφές μυστικισμού, που σε πολλά συμβαδίζει με τον πανθεϊστικό μονισμό. Αναπτύχθηκε φιλοσοφικά από τη Βεντάντα, ένα από τα έξι ορθόδοξα φιλοσοφικά θρησκευτικά συστήματα του Ινδουισμού, και ιδιαίτερα από τον κλάδο της Αντβάιτα. Η μη-δυϊστική σχολή της Αντβάιτα Βεντάντα (Advaita Vedanta) διαμορφώθηκε φιλοσοφικά, όπως είδαμε, κυρίως από τον Σάνκαρα (788-820), που υποστήριξε τη μη πραγματικότητα του κόσμου, τη μη δυαδικότητα του Μπράχμαν και τη μη ύπαρξη διαφοράς ανάμεσα στο Ατμαν και το Μπράχμαν.

Σύμφωνα με αυτή, μία και μόνη σταθερή πραγματικότητα υπάρχει, το Μπράχμαν, το όποιο ενυπάρχει και στον άνθρωπο ως ατμαν. Το ατμαν δεν ταυτίζεται με αυτό που στην ελληνική ονομάζεται ψυχή. Είναι το σταθερό και αναλλοίωτο, που παραμένει όταν αφαιρεθούν αυτά που σκεπτόμαστε, που θέλουμε, που αισθανόμαστε. Με την ενόραση και την επίγνωση που μπορούν να προέλθουν από τη μυστική εμπειρία, ο άνθρωπος κατορθώνει να συνειδητοποιήσει την ταυτότητα του με το υπέρτατο Μπράχμαν, αναφωνώντας το: «συ είσαι τούτο» (τάτ τβάμ ασύ), δηλαδή το πνεύμα σου είναι ένα με το όλον, είσαι το όλον. Ο αφανισμός της ίδιας της προσωπικότητας και η ένωση του ατομικού ατμαν με το Μπράχμαν είναι η λύτρωση. Η πνευματική ύπαρξη του ανθρώπου, μιά σταγόνα από τον ωκεανό, επιστρέφει, ύστερα από ποικίλες μεταμορφώσεις και μετεμψυχώσεις, ύστερα από την περιπέτεια της σαμσάρα, στην υπέρτατη και απόλυτη πηγή της. για να προχωρήσει όμως κανείς σ’ αυτό το μυστικό μονοπάτι, απαιτείται άσκηση, παραμερισμός των επιθυμιών και κυρίως γνώση, που αποκτάται με έντονη διανοητική αυτοσυγκέντρωση.

Ο άλλος τύπος μυστικισμού που αναπτύχθηκε στην Ινδία συνδυάσθηκε με ένα δυαλισμό και στηρίχθηκε φιλοσοφικά από μιά άλλη μεγάλη ορθόδοξη Ινδουιστική σχολή, τη Σάνκυα. Αυτή υποστηρίζει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές αρχές, η «πρά-κριτι», υλική αρχή, πηγή ενέργειας, και η «πουρούσα», ξεχωριστές πνευματικές οντότητες. Οι τελευταίες μπορούν και πρέπει να ελευθερωθούν από την ύλη, με μιά συστηματική προσπάθεια αυτοσυγκεντρώσεως, σε μιά μυστική αυτομόνωση. Ο μυστικισμός αυτός δεν οδηγεί σε συγχώνευση με μιά υπερβατική οντότητα, δεν σχετίζεται με τον πανθεϊστικό μονισμό, αλλά οδηγεί σ’ έναν απόλυτο ατομικισμό.

Μιά τρίτη κατεύθυνση του ινδικού μυστικισμού έχει έντονο θεϊστικό χαρακτήρα. Οι πηγές του βρίσκονται στο περίφημο μυστικό ποίημα «Μπαγκαβάτ-γκιτά». Εδώ η διήγηση για τον Κρίσνα προϋποθέτει σαφή θεϊστική τοποθέτηση. Προτείνει μιά σύνθεση θεωρητικής και δραστήριας ζωής, ενώνοντας μονισμό και θεϊστικό ρεύμα. Παρακινεί σε νοητική πειθαρχία, ηρεμία, απάθεια, με τα όποια και ο πιο δραστήριος άνθρωπος θα κατορθώσει να ανακαλύψει την παρουσία του αιώνιου σε όλα τα πράγματα. Το ποίημα αυτό, που κορυφώνεται στο δράμα και τη θεοφάνεια του Κρίσνα, καταλήγει με τη συμβουλή να αναζητεί κανείς τον Θεό με αφοσίωση σ’ αυτόν μάλλον παρά με τον αυτοβυθισμό. Έτσι εξαίρει την μπάκτι (bhakti), την οδό της αφοσιώσεως σε προσωπική θεότητα.

Αυτός ο τύπος του αγαπητικού μυστικισμού στερεώθηκε φιλοσοφικά κυρίως από τον Ραμανουτζα (1017-1137) και τη σχολή που ίδρυσε. Κατ’ αυτήν υπάρχουν τρεις απόλυτες αρχές, ο Θεός, οι ψυχές και η ύλη, και ο Θεός αποτελεί τη μοναδική αυτόνομη πραγματικότητα, τόσο της ψυχής, όσο και της ύλης. Ο Ραμανουτζα στη θέση του απρόσωπου Απολύτου τοποθετεί και πάλι την παραδοσιακή αντίληψη περί προσωπικού Θεού, που βοηθεί την ψυχή στον δρόμο για τη λύτρωση και αντί της ψυχρής διανοητικής μεταφυσικής αναζητήσεως συνηγορεί για μιά βιωματική στάση αφοσιώσεως.

Από το γόνιμο αυτό φιλοσοφικό έδαφος άντλησε νέους χυμούς ο ερωτικός μυστικισμός, που άνθησε στην Ινδία ως αφοσίωση (μπάκτι). Ο ινδικός συγκινησιακός τύπος μυστικισμού έφθασε σε μιά υστερική φόρτιση και έξαρση στον μυστικισμό του Τσαϊτάνυα (1486-1534) και των οπαδών του, καθώς και στον αισθησιασμό ορισμένων άλλων ινδουιστικών αιρέσεων. Η μπάκτι θρησκευτικότητα παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή στη δεύτερη χιλιετία και συνεχίζει να επηρεάζει έως σήμερα την ινδική πνευματικότητα.

Βουδδιστικός Μυστικισμός

Εφόσον ο Μυστικισμός είναι η άμεση, διαισθητική σχέση με το Απόλυτο, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς, μένοντας συνεπής σ’ αυτό τον αυστηρό ορισμό, ότι δεν υφίσταται βουδδιστικός μυστικισμός, διότι στις κλασικές μορφές αυτού του θρησκεύματος δεν γίνεται δεκτό ότι υπάρχει Απόλυτο. Αντίθετα προς τις προφητικές θρησκείες, που το μήνυμα τους καθορίζεται από τον λόγο, ο Βουδδισμός, ως θρησκεία της σιωπής, αρνείται όλους τους τρόπους ονομασίας του Απολύτου, ενώ στο βάθος αφήνει να διαφαίνεται ότι δέχεται ένα άρρητο Απόλυτο, που το ταυτίζει με την κενότητα. Προβάλλοντας την ιδέα του «ανάτμαν»-«ανάττα» (μη-ψυχής), θέτει ως ιδανικό την επίτευξη της «νιρβάνα». Άλλα ενώ αρνείται ένα πραγματικό, θετικό Απόλυτο, δέχεται έναν απόλυτο σκοπό.

Η βουδδιστική κατάδυση και διάλυση στην κενότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί μία sui generis μυστική εμπειρία, που αντιστοιχεί με τη συγχώνευση στο εν της Ινδουιστικής Αντβάιτα η του Νεοπλατωνισμού. Είναι επίσης ενδεικτικό ότι ο τελικός βουδδιστικός σκοπός, η νιρβάνα, περιγράφεται με αποφατικό βέβαια τρόπο, με μυστικές όμως φράσεις, δανεισμένες από τον Ινδουισμό. Τέλος, στη λατρευτική πράξη, όταν ο βουδδιστής ευχαριστεί τη χωρίς όνομα πηγή κάθε συμπαθείας και καλοσύνης, συντονίζεται σιωπηλά, υποσυνείδητα, με μιά ανομολογούμενη πίστη στην ύπαρξη ενός ευνοϊκού Απολύτου.

Αντίστοιχα με τις ιδιαίτερες θεωρητικές αντιλήψεις, που τονίστηκαν στους τρεις κλάδους του Βουδδισμού, εξελίχθηκε και η μυστική έφεση. Στον Χιναγιάνα κλάδο τα στοιχεία του παρουσιάζονται πιο υποτονικά, γίνονται όμως εμφανή στα τρία τελευταία στάδια της οκταπλής ευγενικής οδού, που σχετίζονται με την περισυλλογή, την έντονη νοητική συγκέντρωση και τον αύτοβυθισμό («σαμάντι» -samadhi), ο όποιος στη συνέχεια επιτυγχάνεται με οκτώ άλλες διαδοχικές μορφές διανοητικής ασκήσεως («ντιάνα» -dhyana). Πρόκειται τελικά για μιά πεποίθηση, πού κατευθύνεται σε κάποια μυστική εμπειρία. Μέσα από αυτό το μονοπάτι ο βουδδιστής με τη δική του προσπάθεια οδηγείται στην επίγνωση, τόν φωτισμό, τη νιρβάνα.

Ο Μαχαγιάνα Βουδδισμός άνοιξε νέους ορίζοντες στο μυστικό αυτό βίωμα, που οδηγεί στο απέραντο κενό. Η διδασκαλία για την απόλυτη κενότητα («σουνυάτα» -sunyata), την οποία ανέπτυξε φιλοσοφικά ο Ναγκαρτζούνα (τέλος 2ου αι. μ.Χ.) καιπροώθησε η σχολή Μαντυαμίκα, υπερβαίνει όλες τις αντιλήψεις που σχετίζονται με τις έννοιες του είναι και του μη είναι. Εντούτοις, έχει σαφή σωτηριολογική πρόθεση και αποβλέπει να ξεριζώσει πλήρως τη δυνατότητα επιθυμίας και να οδηγήσει στην απόλυτη κενότητα. Ενώ η ιδέα του κενού εμφανίζεται στις Χιναγιάνα σχολές ως βασική ποιότητα του τελικού σκοπού, της νιρβάνα, στις Μαχαγιάνα η έμφαση στην κενότητα επεκτείνεται ακόμη και στα προπαρασκευαστικά στάδια. Διότι η απόλυτη πραγματικότητα είναι κενή, άδεια από κάθε διάκριση, εντελώς απροσδιόριστη. Η απελευθέρωση από την ψευδαπάτη αυτή που δημιουργεί ο κόσμος, έρχεται με το ξερίζωμα κάθε προσωπικής ιδιότητας, επιθυμίας, και με την επίγνωση, που εδώ δεν σημαίνει επιστημονική κατάρτιση και γνώση, αλλά σχεδόν το αντίθετο της αντιληπτικής ικανότητας – επίγνωση που κερδίζει κανείς με έντονη μυστικιστική σιωπή.

Στα πλαίσια του Μαχαγιάνα Βουδδισμού αναπτύχθηκαν επίσης τάσεις ενός μυστικισμού αφοσιώσεως, όπως ο Αμινταϊσμός, που μοιάζει αρκετά με την μπάκτι θρησκευτικότητα του Ινδουισμού. οι οπαδοί του Αμίντα αναζητούν τη λύτρωση προσκολλώντας τη σκέψη τους στον ουράνιο αυτό Βούδδα. Αντίθετα, ο βουδδιστικός κλάδος του Ζεν, με απόλυτη συνέπεια στην αναζήτηση της κενότητας, καλλιέργησε τον επίμονο διαλογισμό, τη νοητική εξάσκηση, για την έξοδο από τη συμβατική λογική στην άμεση εμπειρία και τον φωτισμό. Αλλ’ αυτή η κατάδυση στην κενότητα, όπως διαφαίνεται στον Ζεν Βουδδισμό, δεν καταλήγει σε μιά απόσυρση από τον παρόντα βίο, αλλά σε εξυψωμένη ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς καθετί και σαυτή τη ζωή, ελεύθερος από πάθος και προσκόλληση. Αλλά κάθε μορφή Ζεν στον Βουδδισμό, όπως και κάθε μορφή γιόγκας στην ινδική θρησκευτικότητα ή άσκηση στον Νεοπλατωνισμό δεν είναι κατ’ ανάγκη μυστική.

Στον Βατζραγιάνα Βουδδισμό, που ονομάσθηκε και εσωτερικός, όπως εξελίχθηκε στο Θιβέτ, αναπτύχθηκαν περίπλοκες διδασκαλίες αποκρυφισμού και μυστικοπαθών ροπών. Ιδιαίτερα για την επίτευξη του φωτισμού καλλιεργήθηκαν σύνθετη μυστική γνώση, έντονη περισυλλογή, γιογκική άσκηση, ερωτικοί συμβολισμοί και κυρίως η έκσταση με απόκρυφες πλευρές και ψυχοσωματικές διεγέρσεις. Γενικά, μέσα στις διάφορες πολυδαίδαλες κατευθύνσεις και διδασκαλίες που αναπτύχθηκαν στον Βουδδισμό, διαφαίνεται η δυνατότητα μιας άμεσης επαφής με το Άρρητο, ενώ προσδιορίσθηκαν μεθοδικά δρόμοι, στη σύσταση τους μυστικοί, που οδηγούν στη συγχώνευση, στην απόλυτη σιωπή της νιρβάνα.

Ιουδαϊκός Μυστικισμός

Από την ποικιλία μορφών μυστικισμού που παρήγαγε ο Ιουδαϊσμός, άλλες ανέπτυξαν βαθιά διαλογιστικά συστήματα, άλλες καλλιέργησαν έντονες συναισθηματικές μορφές μυστικής εμπειρίας, γενικά όμως ο ιουδαϊκός μυστικισμός διακρίνεται για τον ζωηρό εσχατολογικό προσανατολισμό του. Ήδη στον 1ο αι. μ.Χ. εισέδυσαν στην ιουδαϊκή σκέψη πολλά στοιχεία του ελληνικού φιλοσοφικού μυστικισμού με την αλληγορική ερμηνεία που καλλιέργησε ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς (περίπου 15/10 π .Χ.-50 μ.Χ.).

Η πρώιμη φάση του ιουδαϊκού μυστικισμού, η Μερκαβά (Merkavah) έχει κέντρο της το δράμα του Ιεζεκιήλ, περί του θρόνου άρματος. Άρχισε τον 1ο αι. μ.Χ., υιοθετώντας ένα σύστημα πνευματικών ασκήσεων που οδηγούσαν στο δράμα της δόξας του Θεού καθήμενου σε ουράνιο θρόνο. Στη μορφή αυτή μυστικισμού διαφαίνονται επιδράσεις γνωστικών αντιλήψεων, σχετικά με το «πλήρωμα», και ακόμη ελληνιστικών συνδυασμών μαγείας και μυστικισμού. Ο τύπος αυτός, ονομαζόμενος και νοτιοϊουδαϊκός, έδινε έμφαση στη θεωρία και την περισυλλογή. Παρήκμασε μετά τον 7ο αι., αλλά είχε μιά αναζωογόνηση στην Ιταλία, στους 9ο και 10ο αί.

Ο μεσαιωνικός Χασιδισμός, δηλαδή εύσεβισμός (χασίδ = ευσεβής), που συχνά αναφέρεται και ως βόρειος, άρχισε τον 12ο αι. στη Γερμανία, ως λαϊκή κίνηση στενά συνδεδεμένη με τον νόμο (χαλακά). Χαρακτηρίζεται από ζωηρή εσχατολογική συναίσθηση, που γίνεται πιο έντονη στην εξέλιξη της, έμφαση στην απλότητα, την απάθεια, τις ψυχικές αξίες, την προσευχή, την πνευματική άσκηση και το βύθισμα στη θεία αγάπη. Η χασιδική θεολογία εμφανίζει μερικές κοινές γραμμές με τον Νεοπλατωνισμό και ασχολήθηκε στο διανοητικό επίπεδο με τη δόξα του Θεού (καμπόθ), τονίζοντας ότι η δόξα είναι διαφορετική από την ουσία, τη βασιλεία και την κεκρυμμένη παρουσία του Θεού.

Το πιο σημαντικό μυστικό ιουδαϊκό ρεύμα υπήρξε η Καββάλα (ή Καμπάλα -qabbala), που αναπτύχθηκε στην Ισπανία τον 13ο αι. σαν ιδιαίτερη εσωτερική διδασκαλία, και στη συνέχεια, με την εκτόπιση των Ιουδαίων από εκεί (1392), διαδόθηκε σε μεγάλα τμήματα του ιουδαϊκού κόσμου. Το θεωρητικό σύστημα της έχει επηρεασθεί από θεολογικές και κοσμολογικές συλλήψεις γνωστικού τύπου, ενώ συγχρόνως απορρόφησε νεοπλατωνικές ιδέες, που είχαν διαχυθεί στον ιουδαϊκό και αραβικό πολιτισμό της ‘Ισπανίας του 12ου και 13ου αί.

Το βασικό έργο της Καββάλα, ή Ζωχάρ (Βίβλος Λαμπρότητας), που γράφηκε στην Ισπανία στην προσπάθεια να αναχαιτίσει το ορθολογιστικό ρεύμα, έδωσε στον παραδοσιακό Ιουδαϊσμό μιά κρυφή, μυστική ενέργεια. Κεντρική διδασκαλία της είναι η θεωρία περί 10 «σεφιρότ», που υπάρχουν ανάμεσα στον αΐδιο Θεό και στα δημιουργήματα του, των 10 περιοχών, στις όποιες η θεία απόρροια εκτείνει εαυτήν. Το «πλήρωμα» αυτών των σεφιρότ δεν απορρέει από τον Θεό, αλλά παραμένει εν τω Θεώ. Η Ζωχάρ τόνισε τον τελετουργικό συμβολισμό, ερμηνεύοντας τις ιεροτελεστίες ως μυστικά σημεία επαφής μεταξύ θείου και ανθρώπου, και γενικά ενίσχυσε την ιουδαϊκή αυτοσυνειδησία, φθάνοντας στο σημείο να διδάσκει ότι ο Ιουδαίος κατέχει μία ποιότητα ψυχής που λείπει από τον μη ‘Ιουδαίο.

Στην Καββάλα αναπτύχθηκε επίσης και μιά περισσότερο προφητική ροπή, με κύριο εκφραστή τον Αβραάμ Μπέν Σεμουέλ Άμπουλάφια (1240-1291), ο οποίος, συνδυάζοντας πολλά στοιχεία φιλοσοφικών θεωριών του Μαϊμονίδη (1135/8-1204), αποσκοπεί να βοηθήσει την ψυχή να λύσει τα δεσμά που τη συγκρατούν στον κόσμο της πολλαπλότητας και να διευκολύνει την επιστροφή της στην πρωταρχική ενότητα. για την επίτευξη αυτού του σκοπού συνιστάται ιδιαίτερα η ενατένιση, ή θεωρία ενός αφηρημένου αντικειμένου, π .χ. τα γράμματα του εβραϊκού αλφαβήτου. Η ανύψωση της συνειδήσεως σε μιά υψηλότερη κατάσταση ενότητας με τον Θεό αναπτύσσει και την ανθρώπινη προφητική ικανότητα.

Τον 16ο αι. στην Παλαιστίνη ορισμένοι Ιουδαίοι μυστικοί, εξόριστοι από την Ισπανία, έδωσαν στην Καββάλα μεσσιανική εσχατολογική κατεύθυνση. Μία από τις διδασκαλίες αυτής της σχολής, της οποίας σημαντικότερος εκπρόσωπος είναι ο Ισαάκ Λούρια (1534-1572), υπογραμμίζει ότι με την προσευχή και την εν γένει ευσέβεια του ο Μυστικός συμβάλλει ενεργώς στην αποκατάσταση της αρχικής τάξεως του σύμπαντος.

Τον 18ο αι. αναπτύχθηκε στην Πολωνία ένας νέος Χασιδισμός, περισσότερο συναισθηματικός παρά διανοητικός, που υπήρξε μάλλον ανανεωτική κίνηση παρά νέα θεολογική σχολή. Άρχισε με τον Μπέστ (Ίσραέλ μπέν Έλιέζερ, 1700-1760) και τον μαθητή του Ντόβ Μπαέρ. Απορρίπτοντας τις μεσσιανικές υπερβολές υιοθέτησε πολλά στοιχεία της μυστικής ευσέβειας της Καββάλα. Πιο πρακτικός και κοινωνικός, τόνισε τον ηθικό βίο, το χαρούμενο πνεύμα που πηγάζει από μιά μυστική εσωτερική εμπειρία. Αντιδρώντας στις τάσεις των διανοουμένων της ραββινικής ηγεσίας στην Ουκρανία και τη Ν. Πολωνία, τόνιζε την αξία του άπλού Ιουδαίου. Με αφετηρία καββαλιστικές διδασκαλίες σχετικά με τις θείες απορροές μέσα στη δημιουργία, έδινε περισσότερη έμφαση στην εσωτερική στάση του ανθρώπου, στην προσκόλληση στον Θεό παρά στη διανοητική επεξεργασία και κατανόηση της παραδόσεως. Σταδιακά ο Χασιδισμός, ενώ κράτησε την ιδιαίτερη ταυτότητα του διαμορφώνοντας αυτοτελείς κοινότητες, απομακρύνθηκε από την καββαλιστική επίδραση και έγινε μέλος της ιουδαϊκής ορθοδοξίας (Ασκενάζι) των Ιουδαίων της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο χασιδικές ομάδες κατέφυγαν στην Αμερική.

Παρά την πολυμορφία και τις εξωτερικές επιδράσεις που τον επηρέασαν κατά καιρούς, ο ιουδαϊκός μυστικισμός κράτησε μιά δική του δυναμική ενότητα, με άξονα την Παλαιά Διαθήκη, την κυριαρχία του λόγου και την εσχατολογική προσδοκία.

Ισλαμικός Μυστικισμός – Σουφισμός

Σκοπός και προσπάθεια των μουσουλμάνων μυστικών, των σούφι, υπήρξε η υπέρβαση της ατομικότητας, ο εκμηδενισμός του εγώ, η πλήρης παράδοση στον Αλλάχ, η αγαπητική προσκόλληση στον Θεό. (Για τις πηγές, την ιστορική διαδρομή, βλ. Ισλάμ.Πνευματικά ρεύματα. Σουφισμός.) Οι πρώιμοι «σούφι» (sufi) υιοθέτησαν τα πρότυπα ασκητισμού και την πνευματικότητα των χριστιανών αναχωρητών της ερήμου. Το μάλλινο ένδυμα «σούφ», από το όποιο μάλλον προήλθε το όνομά τους, υπενθυμίζει αυτή την επίδραση. Στο μεγαλύτερο ποσοστό του ο ισλαμικός μυστικισμός θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ερωτικός. Πολλά κείμενα των σούφι φανερώνουν εκπληκτική ομοιότητα στο πνεύμα, ακόμα και στην έκφραση, συγχρόνων τους μυστικών της δυτικής Χριστιανοσύνης.

Κατά την πρώτη περίοδο του Σουφισμού η έκφραση του θείου έρωτα είχε χαρακτήρα συγκρατημένο και εναρμονιζόταν με την ατμόσφαιρα του Κορανίου και των Χαντίθ. Αργότερα απέκτησε δική του ορμή και πάθος. Στον πρώτο αυτό ερωτικό μυστικισμό δεσπόζει η ευγενική μορφή της Rabic al-cAdawiya (θάν. 801 μ.Χ.). Με ερωτική αφοσίωση στον Θεό, αδιαφορεί για κάθε ανταμοιβή, ανησυχία η φόβο. Από τις ωραιότερες προσευχές των μυστικών παραμένει η περίφημη δέηση της: «Αν σε λατρεύω από τον φόβο της Κολάσεως, ρίξε με στο πυρ της Κολάσεως. Κι αν σε λατρεύω με την ελπίδα του Παραδείσου, απόκλεισε με από τον Παράδεισο. Αλλ’ αν σε λατρεύω μόνο για χάρη Σου, μη μου στερήσεις το αιώνιο κάλλος Σου!».

Οι νεοπλατωνικές κατηγορίες, πού υιοθέτησαν μερικοί πρωταγωνιστές του Σουφισμού, δυνάμωσαν θεωρητικά τη μυστική κίνηση μέσα στο Ισλάμ, αλλά ευνόησαν και την ανάπτυξη στους κόλπους της ενός είδους μονισμού. Απόψεις του Πλωτίνου υιοθέτησε ο al-Junaid (θαν. 910 μ.Χ.),όμως με την ευφυΐα και τη σύνεση του παρέμεινε μέσα στην ισλαμική ορθοδοξία. Στον κόσμο αυτό, εφόσον βρίσκεται σε μεταρσίωση και ένωση με τον Θεό, ο μυστικός είναι γεμάτος χαρά. Με τον Τζουνάιντ, η μυστική θεολογία των σούφι έφθασε σε ωριμότητα και συστηματική ενότητα.

Τα καθιερωμένα σύνορα της μουσουλμανικής θρησκευτικότητας ξεπέρασε σε μιά έκρηξη εκστατικής βιωματικής εμπειρίας ο al-Hallaj (θάν. 922 μ.Χ.). Ξεκινώντας από τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι αγάπη και ότι δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Του, τόνισε ότι ο άνθρωπος πρέπει να ανακαλύψει μέσα του τη θεία εικόνα και να φθάσει στην ένωση με τον Θεό. Μερικές από τις ιδέες του, όπως η φράση «Είμαι η αλήθεια» (πού μάλλον εκφράζει μιά παροδική συναίσθηση της ταυτότητας με τον Θεό, η οποία χαρίσθηκε άνωθεν), προκάλεσαν την αγανάκτηση των ορθοδόξων μουσουλμάνων, που τον καταδίκασαν σε σταύρωση. Ύστερα από την καταδίκη αυτή, οι σούφι έγιναν πιο προσεκτικοί στις διατυπώσεις και αινιγματικοτεροι στις εκφράσεις τους. Η ερωτική ορολογία αποτέλεσε το δυναμικότερο εκφραστικό τους μέσο. Με τη βοήθεια σειράς ασκήσεων, που οδηγούν σε εκστασιακές καταστάσεις, η αγάπη αυτή φθάνει στη βεβαιότητα της ενώσεως με τον Θεό, τόσο που οι μουσουλμάνοι μυστικοί να ζητούν να λειώσουν μέσα στη θεία αγάπη.

Στην πλειοψηφία τους οι μουσουλμάνοι ασκητές έδειξαν σεβασμό στις βασικές ισλαμικές αρχές. Ορισμένες όμως ακραίες διατυπώσεις και πρακτικές των σούφι δημιούργησαν μεγάλη καχυποψία στους εκπροσώπους του παραδοσιακού Ισλάμ. Η αντίθεση έφθασε κατά τον 10ο αι. σε έντονη αντιπαράθεση. τη γεφύρωση του χάσματος ανάμεσα στο σουννιτικό Ισλάμ και τον Σουφισμό πέτυχε ο al-Ghazali (θαν. 1111 μ.Χ.). Αφού αναζήτησε μέσα στην άσκηση και τη μυστική εμπειρία το Απόλυτο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό δεν αποκτάται με θεωρητική ενασχόληση, αλλά βιώνεται μέσα σε προσωπική αλλαγή και έκσταση. Έθεσε την εμπειρία πάνω από το γράμμα του νόμου και εδραίωσε τον ισλαμικό ορθόδοξο μυστικισμό, παλινορθώνοντας στο κέντρο της ισλαμικής ευσέβειας το δέος ενώπιον του Θεού και εναρμονίζοντας θεολογία και μυστικό βίωμα.

Από τα πιο αγαπητά βιβλία των σούφι παραμένουν τα δίστιχα του Jalal al-din al-Rumi (θάν. 1273 μ.Χ.). Οι δερβίσηδες θεωρούν το βιβλίο αυτό ιερό και το τοποθετούν κοντά στο Κοράνιο. Τα κείμενα του, γεμάτα από εικόνες και δυνατές ιδέες, διατυπωμένα με έξοχο ποιητικό τρόπο, καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία του ισλαμικού μυστικισμού.

Με τον Ibn cArabi (θάν. 1240 μ.Χ.) έγινε ζωηρότερη η εξάρτηση από τον Νεοπλατωνισμό και η κίνηση προς τον μονισμό. Ο αλ-Άραμπι, που μαζί με τον αλ-Γαζάλι θεωρούνται οι φιλοσοφικότεροι των σούφι, δεν εγκατέλειψε την εικονική ερωτική γλώσσα και προσπάθησε να ολοκληρώσει το νεοπλατωνικό του δράμα με την κορανική διδασκαλία περί ανθρώπου και Θεού. Ο Θεός πάντοτε υπερβαίνει τη δημιουργία, αλλά με τη μεσολάβηση του ανθρώπου ο δημιουργημένος κόσμος επιστρέφει στην πρωταρχική του ενότητα. Οι διδασκαλίες του τελικά μαρτυρούν δογματική αδιαφορία, αποκλίνοντας σε πανθεϊστικές αντιλήψεις.

Στην κατά συνθήκη ευσέβεια των κρατούντων, οι σούφι αντιδρούσαν με τρόπο σιωπηλό, βιωματικό και συχνά συγκλονιστικό. Μετά τον 12ο αί., το σουφικό μυστικό ρεύμα οδήγησε στη δημιουργία των μουσουλμανικών μοναχικών κοινοτήτων (ταρίκα). Πολλοί, αναζητώντας τη μυστική εμπειρία, κατέφευγαν σ’ ένα γέροντα που ανελάμβανε την καθοδήγηση τους με βασικό στοιχείο αυτής της μαθητείας όχι τόσο τη γνωσιολογική κατάρτιση, όσο την πνευματική και ψυχική ανάπτυξη τους. Η διαδικασία αυτή απαιτούσε οργανωμένη κοινότητα, και καθεμιά από αυτές ανέπτυσσε τα δικά της κέντρα, όπου διαβίωναν τα μέλη της, τους δικούς της κανόνες, αρχές, τελετές, μυστικά, πνευματική ατμόσφαιρα. Δεν σημαίνει ότι όλα τα μέλη τους θα μπορούσαν να θεωρηθούν μυστικοί. Εντούτοις, μέσα στην ατμόσφαιρα τους καλλιεργήθηκε, με επιμέλεια και προσδοκία, το μυστικό βίωμα. Από τις πιο γνωστές περιπτώσεις είναι οι δερβίσηδες, που με τελετουργικούς χορούς και με άλλα μέσα επιδίωκαν την έκσταση, για να πλησιάσουν τον Θεό. Καθώς τα τάγματα των δερβίσηδων εξαπλώνονταν σε διάφορα μέρη, η μυστική διάθεση και ζωή έφθανε σε όλα τα στρώματα του ισλαμικού κόσμου και η αναζήτηση μυστικών εξάρσεων και οραμάτων πήρε μεγάλες διαστάσεις. Στις μέρες μας παρουσιάζεται και πάλι νέα αναζωπύρωση του σουφικού ενδιαφέροντος.

Χριστιανικός Μυστικισμός

Γενικά

Ο Χριστιανισμός δεν ταύτισε την αγιότητα και το ιδανικό του με την επίτευξη μυστικής εξάρσεως. Αλλά το γεγονός της σαρκώσεως του Θείου Λόγου κάνει οντολογικά και υπαρξιακά δυνατή την κοινωνία και ένωση του ανθρώπου με τον απρόσιτο Θεό. Οι ρίζες του χριστιανικού μυστικισμού βρίσκονται στην Καινή Διαθήκη και προπαντός στα κείμενα του ευαγγελιστή Ιωάννη και του αποστόλου Παύλου. Η χριστιανική εμπειρία είχε πάντοτε αφετηρία, κινητήρια δύναμη και κριτήριο την Αγία Γραφή. Από την Ιωάννεια θεολογία πήγασαν τα βασικά μυστικά χριστιανικά ρεύματα: ο μυστικισμός της θείας «εικόνας» που τείνει προς το «καθ’ ομοίωσιν» και ο μυστικισμός της αγάπης. Ο ίδιος ο Χριστός, μετά την υπογράμμιση του γεγονότος, ότι «εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί έστιν» (Ίω. 14:11),τόνισε στους μαθητές του «μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν» και «ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ» (15:4-5). Υπογράμμισε όμως συγχρόνως ότι ο δρόμος γι’ αυτή την αγαπητική ένωση δεν είναι μιά συναισθηματική ή, πολύ περισσότερο, μιά μυστικοπαθής φυγή, αλλά συντονισμός με τη δική του ζωή. «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστίν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, καγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (14:21). Πολλά χωρία της Καινής Διαθήκης αναφέρονται στην ανάγκη και τη σημασία του «εν Χριστώ» είναι. Στις επιστολές του αποστόλου Παύλου είναι διάχυτη η μυστική εμπειρία που στρέφεται γύρω από τον άξονα, «ζω δε ουκέτι εγώ, ζή δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2:20).

Μαθητής του Ιωάννη ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (+113/4) εκφράζει βαθύ μυστικό βίωμα γράφοντας στους Ρωμαίους, «ο εμός έρως εσταύρωται». Η πρώτη απόπειρα για θεωρητική συστηματοποίηση του χριστιανικού μυστικισμού έγινε από τον Ωριγένη (185-254), ο όποιος ανέπτυξε τη θεολογία της εικόνας του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Η έμφαση στον οντολογικό χαρακτήρα αυτής της εικόνας (που δεν είναι απλό εξωτερικό αντίγραφο) παραμένει σε όλη τη χριστιανική παράδοση και της προσφέρει σταθερά τη μυστική της δύναμη. Μολονότι όμως ο Ωριγένης, ως απώτατη βαθμίδα της πνευματικής τελειώσεως έβλεπε τη θεωρία και τη γνώση, η θεολογία του διακρίνεται από τη νεοπλατωνική με την προνομιακή θέση που έδωσε στην αγάπη. Πρώτος αυτός μίλησε επίσης για τον θείο ερωτά: «Νύμφη ψυχή γαμουμένη Λόγω».

Στην πάροδο των αιώνων ο χριστιανικός μυστικισμός πήρε διάφορες μορφές, από τις όποιες εμφανέστερες είναι: 1. Η ησυχαστική «θεωρία» (Ησυχασμός Ανατολικής Εκκλησίας). 2. Η συναισθηματική ερωτική αφοσίωση, επικεντρωμένη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού (διάφοροι μυστικοί της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας). 3. Η επαγωγική περισυλλογή και θεωρία (contemplation), που τονίζει την ενατενιστική προσευχή (Καρμελίτες, Ίγνατιανοί κ.ά.). 4. Η λατρευτική, που προβάλλει τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή για την ανάβαση και ένωση με τον Θεό. Σε πολλές περιπτώσεις δεσπόζει το ένα στοιχείο χωρίς όμως να απουσιάζουν και τα άλλα και συχνά εμφανίζονται συνδυαστικές μορφές.

Κατά καιρούς γίνεται λόγος για επιδράσεις του νεοπλατωνικού μυστικισμού στον χριστιανικό. Οι διαφορές όμως παραμένουν καθοριστικές, π.χ.: 1. Η χριστιανική Εκκλησία επιμένει , και ο μυστικισμός που αναπτύχθηκε στα πλαίσια της το υιοθετεί πλήρως, ότι ο κόσμος, οι ψυχές, ή ύλη, είναι δημιουργήματα του Θεού και όχι απορροές του Θεού. 2. Ο χριστιανικός μυστικισμός απορρίπτει πλήρως την ένωση της ανθρώπινης ψυχής με τον Θεό σε μιά έννοια πανθεϊστική. 3. Αντιλαμβάνεται τον μυστικισμό όχι ως ένωση με τη θεία ουσία, αλλά ως θέα της θείας δόξας, ως ένωση αγάπης, ως μετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, με τις όποιες ο άνθρωπος φθάνει στη «θέωση», γίνεται «κατά χάριν Θεός». 4. Ενώ στον νεοπλατωνικό μυστικισμό τονίζεται η ένωση της ψυχής με το απόλυτο Εν, κυρίως μέσω ασκητικής καθάρσεως και εκστάσεως, στον χριστιανικό δεσπόζει η συναίσθηση ότι, εφόσον ο Θεός είναι αγάπη, ο μόνος επιτυχής δρόμος για την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό είναι η αγάπη. Το μυστικό χριστιανικό ρεύμα αναβλύζει από τις πηγές της θείας αποκαλύψεως και αδιάκοπα ανανεώνεται από αυτές.

Μετά τις γενικές αυτές παρατηρήσεις θα χαραχθεί αδρά η πορεία του χριστιανικού μυστικισμού στον δυτικό κόσμο και, τέλος, η εξέλιξη του Ορθόδοξου μυστικισμού, που μας αφορά περισσότερο, με επισήμανση των βασικών θεμάτων και χαρακτηριστικών του.

Δυτικός χριστιανικός μυστικισμός

Τη δυτική Χριστιανοσύνη επηρέασε προπαντός ο Αυγουστίνος (354-430), ο οποίοςμίλησε για τη θεία εικόνα κυρίως με ψυχολογικούς όρους, αρχίζοντας από τη σχέση Δημιουργού -δημιουργήματος, την οποία η θεία έλξη και η ανταπόκριση του ανθρώπου σ’ αυτήν μεταμορφώνει σε ταυτότητα. Αργότερα ο Johannes Scotus Eriugena (810-877), υιοθετώντας τη νεοπλατωνική φιλοσοφία και μεταφράζοντας τα συγγράματα που φέρουν το όνομα του Διονυσίου Αρεοπαγίτου, έδωσε νέους χυμούς στον πρώιμο μεσαιωνικό μυστικισμό. Οι μυστικοί της Δύσεως παραμέρισαν τον μυστικισμό της εικόνας και στράφηκαν περισσότερο σ’ έναν ιδιωτικό και συναισθηματικό μυστικισμό, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό τον ερωτικό χριστιανικό μυστικισμό.

Από τους διαπρεπέστερους υμνητές του πνευματικού ερωτά υπήρξε ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ (1090-1153). Η αγάπη του ήταν χριστοκεντρική, ενατενίζουσα τον εσταυρωμένο Χριστό. τον 13ο αι. αναπτύχθηκε μιά νέα αντίληψη της σημασίας της σαρκώσεως του Λόγου και της σπουδαιότητας που έχει μετά από αυτήν όλη η δημιουργία. Έκτοτε η παρουσία του Θεού αναζητείται περισσότερο μέσα στη δημιουργία παρά έξω από αυτήν.

Ο Φραγκίσκος της Ασίζης (1182-1226) δίδαξε τους συγχρόνους του να αντιμετωπίζουν τη φύση με σεβασμό και αγάπη, καθώς επίσης τον άρρωστο και τον φτωχό άνθρωπο. Η ζωηρή συνείδηση της μοναδικής σημασίας που έχει το γεγονός ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος χάρισε στον χριστιανικό ερωτικό μυστικισμό ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο και ενδιαφέρον για το κοινωνικό γίγνεσθαι. Πολλοί δυτικοί μυστικοί, όπως η Αικατερίνα της Σιέννας (1347-1380) και ο Ιγνάτιος Λογιόλα (1491-1556), έζησαν δραστήριο βίο και επηρέασαν ευρύτερα την κοινωνία.

Ο μεσαιωνικός μυστικισμός έφθασε σε μεγάλα ύψη με τον Έκαρτ  (Johannes Eckhart, 1260-1327), που θεωρείται ο σημαντικότερος μυστικός θεολόγος της Δύσεως. Συνύφανε αυγουστίνειες και ελληνικές θεωρίες με μιά τολμηρή αποφατική θεολογία και δημιούργησε ένα επιβλητικό σύστημα, με κέντρο της θεολογικής του οντολογίας την εικόνα, οδηγώντας τον μυστικισμό της εικόνας στα απώτατα όρια. Ο άνθρωπος καλείται να αποκτήσει συνείδηση του θείου στοιχείου που υπάρχει μέσα του. Η νέα γέννηση του Χριστού στα μύχια της ψυχής αποτελεί τον σκοπό της ιστορίας της σωτηρίας. Ο Έκαρτ επιμένει ότι η μυστική ένωση δεν αποτελεί προνόμιο ορισμένων, αλλά βασική κλήση και τελικό σκοπό της ανθρωπότητας. Για να επιτύχει όμως αυτό ο άνθρωπος, δεν φθάνει μιά διανοητική διαδικασία· απαιτείται απόσυρση από τα εγκόσμια και απάρνησή τους. Τις ιδέες αυτές απλοποίησε ο J. Tauler (;1300-1361), κηρύττοντας έναν προσωπικό, βιωματικό Χριστιανισμό. Αργότερα ο Ολλανδός Jan van Ruysbroek (1293-1381) συμπεριέλαβε στον μυστικισμό της εικόνας ένα μυστικισμό της κτίσεως.

Από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του ερωτικού μυστικισμού της Δύσεως υπήρξαν οι Ισπανοί, Θηρεσία της Άβιλλας (1515-1582) και Ιωάννης του Σταυρού (1542-1591). Ο τελευταίος, που υπήρξε και πνευματικός της Θηρεσίας, περιέγραψε την πνευματική ζωή ως αυξάνουσα κάθαρση – μιά πορεία που αρχίζει με τη νύκτα των αισθήσεων, προχωρεί στη νόηση και καταλήγει στον γνόφο της ενώσεως με τον Θεό. Άλλοι μυστικοί αποκάλεσαν τη δεύτερη και τρίτη φάση, φωτισμό και ένωση αντίστοιχα. η Θηρεσία αναφέρθηκε στη μυστική αγαπητική ένωση ως «γάμο» και περιέγραψε τέσσερις βαθμίδες που οδηγούν στον Θεό: Αυτοσυγκέντρωση, συνδυασμένη με προσευχή. Προσευχή της ησυχίας. Συνενωτική προσευχή, στην οποία βούληση και νους βρίσκονται ενωμένα με τον Θεό. Εκστατική ένωση (unio mystica). Οι διδασκαλίες αυτές επηρέασαν ευρύτερα τον ρομαντικό μυστικισμό των νεοτέρων χρόνων και καλλιέργησαν μιά μυστική διάθεση στοχαστικής, συναισθηματικής και εκστατικής προσευχής.

Μυστικά ρεύματα διαχύθηκαν και στον χώρο των προτεσταντικών κοινοτήτων, που διαμορφώθηκαν από τη μεταρρύθμιση. Το πρώτο εκπροσωπούν ο V. Weigel (1533-1588), που συνέθεσε παραδοσιακές ιδέες από τον Γνωστικισμό και τον Παράκελσο, σ’ ένα απαρτισμένο σύστημα. Το δεύτερο ρεύμα πήγασε από τον J. Bohme (1575-1624), το οποίο, στην αρχή μεν συνάντησε σοβαρές αντιδράσεις, αργότερα όμως επηρέασε τη γερμανική πνευματικότητα, όταν αναπτύχθηκε ο μυστικοπαθής ευσεβισμός. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο διακεκριμένος μυστικός υπήρξε ο G. Fox (1624-1691), ιδρυτής των Κουάκερων. Με την ανάπτυξη του γερμανικού ιδεαλισμού και με τον F. Schleiermacher ο μυστικισμός προσείλκυσε το ενδιαφέρον της θεολογίας. Αργότερα ο R. Otto επισήμανε τη βαθιά σχέση του μυστικού βιώματος με την ουσία της θρησκείας.

Ανατολικός Ορθόδοξος μυστικισμός

Δύο μεγάλα αρτεσιανά φρέατα μυστικής εμπειρίας, από τα όποια άντλησε ο Ορθόδοξος βυζαντινός μυστικισμός στην πρώτη του φάση, υπήρξαν ο αγ. Γρηγόριος Νύσσης (335/340-394;) και ο μοναχός Ευάγριος ο Ποντικός (345-399). Ο πρώτος τόνισε ότι η ψυχή μπορεί να φθάσει Εκείνον, ο οποίος βρίσκεται πέρα από οποιαδήποτε διανοητική σύλληψη, μέσα στον «φωτεινό γνόφο», και ακόμη καθόρισε τη μυστική εμπειρία ως εν αγάπη ένωση μετά του Θεού. Ο Ευάγριος έθεσε ως κέντρο του μυστικισμού τον νου.

Τον 5ο αι. έργα αποδιδόμενα στον Μακάριο διαμορφώνουν μιά νέα πηγή εμπνεύσεως του Ορθόδοξου χριστιανικού μυστικισμού, υπογραμμίζοντας την αντίληψη ότι το κέντρο του ανθρώπινου προσώπου βρίσκεται εις την καρδίαν. Ο Ευάγριος, επηρεασμένος από τη νεοπλατωνική φιλοσοφία, έβλεπε τον άνθρωπο ως νουν αιχμαλωτισμένο στην ύλη και συνεπώς το σώμα χωρίς μετοχή στην πνευματική ζωή. Τα «Μακαριακά κείμενα», ποτισμένα από τη βιβλική σκέψη, αντικρίζουν τον άνθρωπο ως ένα ενιαίο σύνολο. Βάση του μυστικισμού που αντιπροσωπεύουν αποτελεί η σάρκωση του Λόγου. Η αδιάλειπτη προσευχή δεν οδηγεί έτσι στην απελευθέρωση του πνεύματος από τα δεσμά της σάρκας, αλλά εισάγει τον άνθρωπο στην εσχατολογική πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού με όλη την ύπαρξη -πνεύμα και σώμα.

Τα κείμενα που φέρουν το όνομα του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου , υπογραμμίζοντας έντονα την αποφατικότητα στη θεολογία, αναπτύσσουν τη θεωρία της «θέας του Θεού», της ενώσεως με τον Θεό και παρακινούν τον άνθρωπο να απαλλαγεί από τις αισθήσεις και τις νοητικές λειτουργίες, για να συναντήσει τον Θεό μέσα στον θείο γνόφο, για να απολαύσει τη χαρά της θέας Του, μολονότι και αυτή θα παραμένει ασαφής. Τα «Αρεοπαγιτικά» κείμενα κάνουν λόγο για μιά κλιμακωτή ανάβαση. Σ’ ένα σύστημα «προόδων» αντιστοιχούν ποικίλοι βαθμοί ελλάμψεως. Ο σκοπός είναι να υψωθεί ο άνθρωπος και να φθάσει τον Μοναδικό. Τελικά, αυτή η άνοδος είναι χάρισμα Θεού.

Στον μυστικισμό που αναπτύσσεται με κέντρο τη Μονή Σινά, η «προσευχή του Ιησού» αποκτά ήδη στον 7ο αι. έναν κεντρικό ρόλο ως προσευχή διανοίας και καρδίας. Στην τελευταία φάση της πρώτης περιόδου του βυζαντινού μυστικισμού δεσπόζουν ο αγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης, συγγραφέας της Κλίμακος (580-670 η μάλλον 525-600) και ο αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662). Το έργο του πρώτου κινείται στη γραμμή ενός μυστικισμού του γίγνεσθαι κατά το θέλημα του Θεού. Στην κορυφή τοποθετούνται οι τρεις αρετές -της πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης- και η έμφαση δίνεται στην «προσευχή του Ιησού», που τοποθετείται στο κέντρο της ησυχαστικής πνευματικότητας, στη συνένωση του ονόματος του σαρκωμένου Λόγου με την αναπνοή.

Ο αγ. Μάξιμος, που αποτελεί σπουδαίο ορόσημο στην εξέλιξη του βυζαντινού μυστικισμού, ανέπτυξε το θέμα της θεώσεως, εφαρμόζοντας το χριστολογικό δόγμα στην πορεία της εσωτερικής ζωής. Επισήμανε τις σχέσεις των επί μέρους σταδίων της μυστικής εμπειρίας μεταξύ τους και διευκρίνισε ότι, έως την ολοκλήρωση της, τη «θεωρία» πρέπει να συνοδεύει σύνολο το ήθος με οδηγό την αγάπη. Ο μυστικισμός του Μαξίμου επεκτείνεται και αγκαλιάζει οργανικά το όλον. Ο χριστοποιημένος άνθρωπος ανεβαίνει προς τον Θεό μαζί με το σώμα σε σύνδεσμο με τον ορατό κόσμο και ακόμη υψώνει μαζί του όλη τη δημιουργία, διότι αυτός είναι ο κεντρικός κρίκος που ενώνει τα διαφοροποιημένα μέρη του κόσμου.

Στους επόμενους αιώνες εμπεδώνονται τα επιτεύγματα της μυστικής παραδόσεως της Ανατολής. Στην καμπή της χιλιετηρίδας υψώνεται μιά μεγαλειώδης κορυφή του βυζαντινού μυστικισμού, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος (949-1022; -κατ’ άλλους 957-1035) με τους μαθητές του, μεταξύ των οποίων διακρίνεται ο Νικήτας Στηθάτος. Η μυστική εμπειρία του Συμεών χαρακτηρίζεται από ένταση, θέρμη, τόνο απόλυτα προσωπικό. Πρωτοτυπεί ιδιαίτερα στη διδασκαλία περί φωτός, περιγράφοντας βαθιές και συνεχείς προσωπικές εμπειρίες. Σχεδόν σε κάθε σελίδα των έργων του απαντούν αναφορές στο «φως», στην «έλλαμψη» και σε άλλες παρόμοιες λέξεις. ο μυστικισμός του όμως αναπνέει έντονα σε μιά ατμόσφαιρα χριστολογική, αναστάσιμη, αγιοπνευματική, εσχατολογική.

Νέα άνθηση του βυζαντινού μυστικισμού εμφανίζεται από τα μέσα του 13ου αι. έως το τέλος του 14ου, με την ησυχαστική κίνηση. Σ’ αυτή την περίοδο κέντρο δεν είναι πλέον το Σινά ή οι κύκλοι της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά ο Άθως και η γειτονική Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικό του ησυχασμού αποτελεί η προσπάθεια για την απόκτηση μιας καταστάσεως απόλυτης ηρεμίας και ησυχίας, η όποια παραμερίζει ψαλμωδίες, μελέτη, καθαρά διανοητική ενασχόληση. Στην προσπάθεια αυτή, που έχει κέντρο της την καρδιά του ανθρώπου, συμβάλλουν η επανάληψη της προσευχής του Ιησού και άλλες πρακτικές ενέργειες που βοηθούν στη συγκέντρωση του νου.

Αποφασιστική για τη θεολογική θεμελίωση του ησυχασμού υπήρξε η συμβολή του αγ. Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1359), που αρχικά μόνασε στο Αγιον Όρος και αργότερα έγινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Ο Παλαμάς τοποθέτησε τον χριστιανικό μυστικισμό μέσα στο γενικότερο θείο σχέδιο της σωτηρίας. Η βασική διάκριση γίνεται μεταξύ κτιστού και ακτίστου· του κτιστού σύμπαντος και των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Ο «υπερούσιος» Θεός δεν μπορεί να ταυτισθεί με οποιαδήποτε κτιστή αντίληψη και ιδέα, πολύ περισσότερο με τη φιλοσοφική έννοια της ουσίας. Ο άνθρωπος κατά την έλλαμψη μετέχει στις άκτιστες θείες ενέργειες. «Η θεία και θεοποιός έλλαμψις και χάρις ουκ ουσία, αλλ’ ενέργεια εστί του Θεού». Η παλαμική σκέψη, υψώνοντας την αυθεντία των Γραφών, αποκαθιστά την αξία της ύλης, την οποία ο ελληνικός ιδεαλισμός έτεινε να αρνηθεί. Το ανθρώπινο πνεύμα είναι στην πραγματικότητα εξίσου ριζικά διάφορο από τον Θεό, όσο και το σώμα. Και ο Θεός, δίνοντας τη χάρη Του, σώζει τον όλο άνθρωπο, το σώμα και το πνεύμα Του.

Στην ίδια γεωγραφική περιοχή και περίπου στην ίδια εποχή με τον Παλαμά ο Νικόλαος Καβάσιλας (1322-1391), αναπτύσσοντας τη διδασκαλία του για τα Μυστήρια, αναφέρθηκε στα θέματα της σωτηρίας και της ενώσεως με τον Θεό. Ούτε οι ναοί, δίδαξε, ούτε οποιοσδήποτε άλλος ιερός χώρος είναι τόσο άγιος, όσο ο άνθρωπος, με τη φύση του οποίου κοινωνεί ο ίδιος ο Χριστός. Ο μυστικισμός του Καβάσιλα χαρακτηρίζεται από βαθιά χριστολογική αίσθηση και προσήλωση στην οντολογική πραγματικότητα του Σώματος του Χριστού, «ο εστίν η Εκκλησία».

Η βυζαντινή παράδοση συνέχισε να επηρεάζει τις τουρκοκρατούμενες Ορθόδοξες χώρες. από τα τέλη του 18 αι. η Φιλοκαλία του αγ. Νικόδημου του Αγιορείτου (εκδ. 1782) αποτέλεσε τη χρηστομάθεια του Ορθόδοξου μυστικισμού, αρδεύοντας το νεότερο Ορθόδοξο ήθος*.

Βασικά θέματα του βυζαντινού μυστικισμού

Οι όροι-κλειδιά, γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα βυζαντινά μυστικά κείμενα, είναι: «γνώσις», «ησυχία», «νήψις», «προσευχή», «απάθεια», «κάθαρσις του νοός», «άσκησις», «πράξις», «θεωρία», «έκστασις», «έλλαμψις», «μνήμη Θεού»,«θεατού Θεού»,«θείο φως», «μέθεξις», «θείος έρως», «θέωσις». Την ιδιοτυπία του μυστικού βιώματος εκφράζουν επίσης οι αντινομικοί συνδυασμοί που αγκαλιάζουν διαλεκτικά τη χριστιανική εμπειρία: «λαμπρός γνόφος», «ευφρόσυνο πένθος», «νηφαλία μέθη» κ.α. Ενώ όμως την προσοχή πολλών μελετητών ελκύει η ιδιοτυπία ορισμένων από τους ανωτέρω όρους της Ορθόδοξης μυστικής θεολογίας, εντούτοις δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι από τις περισσότερο επαναλαμβανόμενες έννοιες στους Ορθόδοξους μυστικούς είναι οι όροι: «Θεός»,«Ιησούς», «Χριστός», «Πνεύμα», «Αγία Τριάς», «χάρις», «εντολαί», «Σταυρός», «Ανάστασις», «αγάπη».

Τα τυπικότερα στοιχεία του βυζαντινού μυστικισμού είναι:

α) Η ήρεμη έκσταση, στην οποία συμβάλλει η αδιάλειπτη νοερά προσευχή και ο νους με τη συμμετοχή των αρετών. Ο βυζαντινός μυστικισμός δεν γνωρίζει τους τύπους εκείνους εκστάσεως που συναντούμε σε άλλα θρησκεύματα (Σαμανισμό, αφρικανική πνευματοληψία, διονυσιακή έκσταση, δερβίσηδες κ.λπ.), η οποία σχετίζεται με τεχνικές ψυχοσωματικών διεγέρσεων, χορούς, ναρκωτικά κ.λπ. Ούτε ακόμη ταυτίζεται με την έκσταση των μυστηριακών θρησκειών ή τη φιλοσοφική λεγόμενη έκσταση των πλατωνικών και νεοπλατωνικών, με την έξοδο δηλαδή του νου από το σώμα, από τον χρόνο, για να λειτουργήσει δήθεν καθαρά.

β) Γνώση – αγνωσία. Όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον Θεό, τόσο περισσότερο συνειδητοποιεί το ακατάληπτο της ουσίας Του. Συχνότατες είναι οι αποφατικές διατυπώσεις, όπως «υπερούσιος αοριστία» (Διονύσιος Αεροπαγίτης), «υπερ-άρρητος», «υπεράγνωστος» (Μάξιμος).

γ) Έλλαμψη και θέρμη. η πολυδιάστατη εμπειρία του φωτός έχει άμεσες χριστολογικές, πνευματολογικές και εσχατολογικές συναρτήσεις. Η μυστική θεωρία προεκτείνεται σε θέα εσχατολογική, έξοδο από την Ιστορία προς το αιώνιο φως της Δευτέρας Παρουσίας. Παρά τη συχνότητα όμως και τη σημασία του φωτός, ποτέ δεν δόθηκε το βάρος σε εξωτερικά φαινόμενα. Αυτά θεωρήθηκαν μόνο μιά πλευρά της θέας του Θεού. ο ουσιαστικός σκοπός παρέμεινε η συνάντηση του προσώπου του Χριστού.

δ) «Θείος έρως». Ενώ η λέξη «έρως» επανέρχεται στα κείμενα των βυζαντινών μυστικών, οι ερωτικές περιγραφές είναι λιτές και διαφοροποιούνται σαφώς από ανάλογες σελίδες του μουσουλμανικού ή του ινδουιστικού μυστικισμού. Ακόμα και σε σχέση με τους δυτικούς μυστικούς, οι όποιοι συχνά χρησιμοποιούν ρομαντικές και ρεαλιστικές περιγραφές, οι Βυζαντινοί διαφέρουν όταν μιλούν για τον έρωτα του Θεού – όπως οι αποπνευματοποιημένες βυζαντινές εικόνες από τα δυτικοχριστιανικά αγάλματα. «Ο θείος έρως», «ο μακάριος έρως», δεν νοείται σαν μιά συναισθηματική διέγερση. Δένεται άμεσα με την αγάπη στην καθολική της μορφή, στην οποία δίνεται σταθερά το πρωτείο.

ε) Μία διαλεκτική τάση μεταξύ «έχειν» και «μη έχειν», μεταξύ στάσεως και συνεχούς κινήσεως, συνεχούς επεκτάσεως σε νέες εμπειρίες «από δόξης εις δόξαν», δεσπόζει στον βυζαντινό μυστικισμό. Η ανέλιξη αυτή συνδυάζεται με βαθιά ταπείνωση, ευγνώμονη εξάρτηση από τη θεία χάρη και ανοικτή συνείδηση στην ιστορική, εσχατολογική προοπτική.

στ) «Θέωσις». Οι βυζαντινοί θεολόγοι, στηριγμένοι βιωματικά στη θεολογία της σαρκώσεως, οδηγούνται σταθερά σε μιά θεολογία της θεώσεως. Ο αγ. Μάξιμος, ο όποιος ιδιαίτερα επιμένει σ’ αυτήν τη διδασκαλία, τονίζει ότι το δράμα του Θεού στον γνόφο είναι ήδη μετοχή στον Θεό. στη θέωση τελικά οδηγεί η μετοχή και η μέθεξη των ενεργειών του Θεού. Γινόμαστε «θεοί κατά χάριν», θεοί, «άνευ της κατ’ ουσίαν ταυτότητος». Πρόκειται για ένα τολμηρό δράμα, γεμάτο εμπιστοσύνη στη δύναμη της θείας χάριτος, πίστη στην οντολογική αλλοίωση που συντελείται στον κόσμο με τη σάρκωση του Χριστού και τη συνεχή δράση του Αγίου Πνεύματος, πλημμυρισμένο από ανεκλάλητη αισιοδοξία για τον τελικό σκοπό του ανθρώπου.

(Σχετικά με τα χαρακτηριστικά του Ορθόδοξου μυστικισμού βλ. κατωτέρω: Γιόγκα και Ορθόδοξος Ησυχασμός.)

Γενικά, ο Ορθόδοξος μυστικισμός παρουσιάζει ήρεμη νηφαλιότητα και ανάταση, σε ριζική αντίθεση προς μυστικίζουσες θεοσοφικές ή απόκρυφες θεωρίες και ψυχοσωματικές τεχνικές. Όλα είναι δώρα της χάριτος του Θεού. Εκείνο που κυρίως καταθέτει ο άνθρωπος είναι η προαίρεση, το μόνο ουσιαστικό που έχει δικό του. Ιδιαίτερα εξωτερικά φαινόμενα -όπως τα στίγματα, που είναι τόσο συχνά στους μυστικούς της Δύσεως- δεν αναφέρονται στους μυστικούς της Ανατολής. Πολλοί από τους τελευταίους προειδοποιούν ιδιαίτερα για τον κίνδυνο των σωματικών οραμάτων ή φαντασιώσεων. Διότι και τα δύο καταστρέφουν την ενότητα του ανθρώπου, την οποία ο Χριστός ήρθε να αναστηλώσει.

Η μυστική εμπειρία στην Ανατολική Εκκλησία διαμορφώνει το ήθος, την εν γένει πνευματικότητα και λατρευτική ζωή της. Είναι τόσο ευρεία η ακτινοβολία του μυστικού βιώματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος γενικότερα για μυστική θεολογία και πνευματικότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι κάθε τύπος μυστικισμού βρίσκεται σε οργανική σχέση με το ευρύτερο πλαίσιο, τις δοξασίες και τις βασικές αρχές της θρησκείας, μέσα στην οποία αναπτύχθηκε. Επηρεάζεται από τις αφετηριακές θρησκευτικές της συλλήψεις, τον γενικότερο προσανατολισμό και αντίστοιχα τις επαναπροσδιορίζει και τις διαμορφώνει.

Βιβλιογραφία κατ’ επιλογήν

Arberry, A.J., Sufism;An Account of the Mystics of Islam, G. Allen and Unwin, London 1950.

Blyth, R.H., Zen and Zen Classics, The Hokuseido Press, Tokyo 19703. Butler, C, Western Mysticism, Constable, London 19673. Dasgupta, S., Hindu Mysticism, Open Court, London 1927. Dupre, L., «Mysticism», The Encyclopaedia of Religion, (ed. M. Eliade):

Macmillan, New York, τομ. 10 (1987),pp. 245-261. Fedopov, G.P. (ed.), A Treasury of Russian Spirituality, Belmont, Mass, Nordlund 19752. [...]

* Ρωσικός μυστικισμός. Στην Ορθόδοξη Ρωσία αναπτύχθηκαν δύο ρεύματα μυστικισμού. Το ένα υπήρξε άμεση συνέχεια της βυζαντινής και γενικά της Ορθόδοξης παραδόσεως. Τροφοδοτήθηκε σταθερά από τη λειτουργική ζωή και τις μεταφράσεις βυζαντινών μυστικών, όπως της Φιλοκαλίας, που κυκλοφόρησε αρχικά στη σλάβονική και αργότερα (1894) στη ρωσική γλώσσα. Ασκητικές μορφές, όπως ο Παΐσιος Βελιτσκόβσκυ (1-1794), ο Σεραφείμ του Σάρωφ (1754-1833) και πολλοί άλλοι είχαν στη ζωή τους ζωηρά μυστικά βιώματα.

Το άλλο ρεύμα προήλθε από μεταφράσεις διαφόρων γνωστών και αγνώστων μυστικών συγγραφέων της δυτικής Χριστιανοσύνης, συνήθως ευσεβιστικών τάσεων, και παρουσίασε επικίνδυνες εξάρσεις και αιρετικές αποκλίσεις. Χαρακτηριστικές μορφές στη δεύτερη αυτή τάση υπήρξαν οι: Γρ. Σ. Σκοβορόντα (1722-1794), Ν.Ι. Νοβικώφ και Α.Φ. Λά-μπσιν. Τον 19ο αι. εμφανίσθηκαν στη Ρωσία διάφορες μυστικοπαθείς ομάδες, με πρωταγωνιστές την Ταταρίνοβα, τον Α .Π. Ντουμποβίσκυ, τον Κοτέλνικωφ (του οποίου οι οπαδοί ονομάσθηκαν «οχήματα του Πνεύματος» -«ντουχονόστσι»), οι όποιες προκάλεσαν την αντίδραση της Εκκλησίας.

Σημαντικότερος εκπρόσωπος του ρωσικού μυστικισμού υπήρξε ο Βλ. Σολοβιώφ (1853-1900). Με σαφείς επιδράσεις από τον Νεοπλατωνισμό και τους μυστικούς της χριστιανικής Δύσης, όπως τους Eriugena, Bohme κ.α., ο Σολοβιώφ, έχοντας ο ίδιος έντονες προσωπικές μυστικές εμπειρίες, ανέπτυξε τις απόψεις του για τη μυστική πίστη, την «πανενότητα» του Θεού με το κοσμικό και ιστορικό σύμπαν κ.λπ. Αρχικά σλαβόφιλος, δέχθηκε 4 χρόνια πριν πεθάνει τη ρωμαιοκαθολική ομολογία. Κάπως πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση, ο θεολόγος και φιλόσοφος Α.Σ. Χομιάκωφ (1804-1860) πλούτισε τον ρωσικό μυστικό στοχασμό. Ξεκινώντας από τη μυστική εμπειρία της Εκκλησίας και στρεφόμενος γύρω από αυτήν, ανέπτυξε ένα μυστικισμό της ολοκληρώσεως και συναδελφότητας, που κέντρο του έχει το Πνεύμα του Χρίστου. Το έργο του άσκησε μεγάλη επίδραση στη μετέπειτα ρωσική θεολογική σκέψη.

Πηγή: Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου (Γιαννουλάτου), Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού, εκδ. Ακρίτας, σ. 319-355.

http://www.pemptousia.gr/

Posted in ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΜΟΣ, ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | No Comments »

Εξήλθεν η ελπίς της εργασίας αυτής

Posted by kantonopou at Μαΐου 18, 2012

Στα χρόνια της πρώτης χριστιανικής Εκκλησίας, οι Απόστολοι Παύλος και Σίλας, καθώς πέρασαν από την μικρασιατική ακτή στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, βρέθηκαν τους Φιλίππους, την σημερινή Καβάλα. Εκεί συνάντησαν μία κοπέλα που είχε μέσα της πνεύμα μαντείας, πρόλεγε τι επρόκειτο να συμβεί. Η κοπέλα ήταν δούλη και τα αφεντικά της έβγαζαν πολλά χρήματα από την μαντική της «εργασία», καθώς αρκετοί φαίνεται ότι πήγαιναν και ρωτούσαν την κοπέλα για το τι επρόκειτο να τους συμβεί. Όταν είδε τους δύο αποστόλους, η κοπέλα φώναξε προς όσους ήταν μαζί της ότι ο Παύλος και ο Σίλας ήταν οι απεσταλμένοι του ύψιστου Θεού για να διακηρύξουν σε όλους την οδό της σωτηρίας. Ο Παύλος αγανάκτησε και διέταξε το πνεύμα της μαντείας που βρίσκονταν στην κοπέλα να βγει από αυτήν στο όνομα του Ιησού Χριστού. Έτσι και έγινε. Όταν είδαν τα αφεντικά της ότι μαζί με το πνεύμα της μαντείας «χάθηκε και η ελπίδα του κέρδους που είχαν από την εργασία» που έκανε η κοπέλα, δηλαδή από την μαντεία, οργίστηκαν με τους αποστόλους, τους κατήγγειλαν, οι άρχοντες τους βασάνισαν και τους έκλεισαν στη φυλακή, από όπου απελευθερώθηκαν αφού έγινε σεισμός που άνοιξε τις πόρτες και έκανε τα δεσμά όλων των φυλακισμένων να πέσουν από τα χέρια τους. Ο Παύλος γλίτωσε τον δεσμοφύλακα από την αυτοκτονία που ετοίμαζε για τον εαυτό του, φοβισμένος καθώς ήταν από το γεγονός ότι νόμιζε πως θα έφευγαν οι κρατούμενοι και εκείνος θα τιμωρούνταν και τελικά οι απόστολοι θα βαπτίσουν τον δεσμοφύλακα και την οικογένειά του, φέρνοντας το φως του Χριστού σε πλήθος ανθρώπων.
Αυτό το απόσπασμα από τις Πράξεις των Αποστόλων (Πράξ. 16, 16-34), διαβάζουμε την Κυριακή του Τυφλού. Από την μία το ευαγγελικό ανάγνωσμα με την αναδημιουργία του φωτός στα μάτια ενός εκ γενετής τυφλού και η σύγκρουση του φωτός και του σκοταδιού ανάμεσα σε κείνους που πίστεψαν στο Χριστό και σε κείνους που παρέμειναν τυφλωμένοι από το μίσος και την απόρριψη του Θεού και από την άλλη ένα αποστολικό ανάγνωσμα που δείχνει πώς ένας άνθρωπος καλής προαίρεσης που ζει στο σκοτάδι, βλέπει το φως (ο δεσμοφύλακας) και πώς άλλοι άνθρωποι, που όχι μόνο ζούνε από το σκοτάδι, αλλά το εκμεταλλεύονται, κρατώντας και τους άλλους βυθισμένους σ’ αυτό χάριν της ιδιοτέλειάς τους, παραμένουν τυφλοί.
Για ποιους λόγους οι άνθρωποι παραμένουμε στο σκοτάδι, δεν θέλουμε να δούμε την αλήθεια, εμμένουμε στην άρνηση ή την αδιαφορία για την σχέση μας με το Θεό;
«Εξήλθεν η ελπίς της εργασίας αυτής», μας λένε οι Πράξεις. Το σκοτάδι γίνεται για τους ανθρώπους ο τόπος και ο τρόπος της ζωής τους. Ο άνθρωπος που επιλέγει την ζωή μακριά από τον Θεό οργανώνει την πορεία της ύπαρξής του με τέτοιο τρόπο, που δεν αφήνει περιθώρια στο φως να τον αγγίξει και να του δώσει μία άλλη πνοή. Κερδίζει από το σκοτάδι, γιατί εργάζεται σ’ αυτό. Και ποια είναι τα έργα του σκότους; Είναι τα πάθη, η ιδιοτέλεια και το παρόν. Τα πάθη προκαλούν ευχαρίστηση στον άνθρωπο. Τον παραδίδουν σε μία ηδονιστική κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διακρίνει το νόημα της αληθινής χαράς. Γιατί η χαρά έχει διάρκεια, ενώ η ηδονή λειτουργεί στιγμιαία, πρόσκαιρα και ο άνθρωπος ζητά την επανάληψή της. Όμως η ηδονή γίνεται στρώμα που καλύπτει την ανθρώπινη καρδιά, με αποτέλεσμα να μην μπορεί όποιος της έχει παραδοθεί να της ξεφύγει εύκολα. Ο υπερήφανος άνθρωπος ταυτίζεται με την υπερηφάνεια και την αλαζονεία του. Θεωρεί πως έχει αξία όταν επιδεικνύει τις ικανότητές του, όταν όχι απλώς εξισώνει, αλλά και ανεβάζει τον εαυτό του πιο πάνω από τους άλλους και δε νοεί την ζωή του χωρίς να επιδεικνύει τις ικανότητές του. Έχοντας παραδοθεί στο πάθος του, αναζητεί την ηδονή του να το φανερώνει και να το απολαμβάνει και γι’ αυτό χρειάζεται τους άλλους ως ακροατές του, ως θεατές της πορείας του, ως υπαλλήλους του, ως κόλακές του, ως υπηρέτες του. Και όταν απουσιάζουν οι άλλοι, κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να τους ελκύσει ώστε να αυτοβεβαιωθεί για το πάθος του. Η ιδιοτέλεια αυτή συνδέεται με την αίσθηση ότι ο χρόνος της ζωής μας είναι το παρόν, με την έννοια ότι δεν υπάρχει αιωνιότητα, ανάσταση, βασιλεία Θεού. Επομένως, ο άνθρωπος σ’ αυτή τη ζωή και μόνο μπορεί να κερδίσει και να χαρεί, διότι αύριο αποθνήσκει.
Έτσι, ο άνθρωπος συνεργάζεται ακόμη και με το πνεύμα του κακού, με τον διάβολο. Αξιοποιεί ακόμη και κείνον και τις δυνατότητες που η σχέση μαζί του μπορεί να του προσφέρει, αφήνοντας το κακό να κυριεύσει την ὐπαρξή του. «Η ελπίς της εργασίας του» γίνεται το πνεύμα της πονηρίας. Η εργασία, από μέσο για να ζήσει ο άνθρωπος, να βγάλει το ψωμί του και να μπορεί να στηρίξει τους γύρω του, γίνεται αφορμή ο άνθρωπος να μη νοιάζεται για τίποτε άλλο παρά για να βγάλει χρήματα και μάλιστα με κάθε τρόπο και μέσο. Το αποτέλεσμα της εργασίας γίνεται ο σκοπός του ανθρώπου και έτσι δεν βλέπει αν μέσα από αυτήν βλάπτει τον εαυτό του και τους άλλους, αλλά κοιτάζει τι τον ωφελεί. Έχει παραδοθεί στο πάθος της απληστίας και αισθάνεται ηδονή εξ αυτού, με αποτέλεσμα να εκμεταλλεύεται το καθετί. Οι άλλοι γίνονται αντικείμενα χρήσης. Και με την συνέργεια του διαβόλου, ο άνθρωπος απολαμβάνει το κέρδος του, χωρίς να αισθάνεται ότι έτσι δεν έχει αιωνιότητα, αλλά και μη βλέποντας την ματαιότητα αυτού του είδους εργασίας.
Ανάλογη είναι η κατάσταση που βιώνουμε στην εποχή μας. Χωρίς να το καταλαβαίνουμε επιλέξαμε τα έργα του σκότους, το οποίο μάλιστα βαφτίσαμε ως φως. Θεωρήσαμε τα πάθη δικαίωμά μας. Εργαστήκαμε την ιδιοτέλεια, θεοποιώντας την ελπίδα της εργασίας μας και ζήσαμε με γνώμονα τον παρόντα κόσμο και χρόνο. Συνεργαστήκαμε με το πνεύμα της πονηρίας, χωριζόμενοι από τον Θεό. Και χτίσαμε έναν πολιτισμό που καταρρέει, διότι ό,τι δεν έχει Θεό, αγάπη, φως και καθαρότητα, αλλά και ανάσταση, δεν μπορεί να δώσει αληθινή χαρά, μόνο πρόσκαιρη ηδονή.
Ο Παύλος αγανάκτησε με το πνεύμα της μαντείας που κατείχε την κοπέλα, παρότι το πνεύμα έλεγε την αλήθεια για τους αποστόλους. Κι εμείς καλούμαστε να αγανακτήσουμε, να θυμώσουμε για τον πολιτισμό και τον τρόπο στον οποίο παγιδευθήκαμε και η απάντηση που πρέπει να δώσουμε είναι αυτή του Παύλου. Στο όνομα του Χριστού να φύγει από τη ζωή μας το πνεύμα που μας ωθεί στα έργα του σκότους, είτε προέρχεται από εμάς είτε από την παρουσία του διαβόλου. Και επειδή δεν είναι δυνατόν να γκρεμίσουμε τον πολιτισμό στον οποίο ζούμε, η λύση είναι αφού αποδιώξουμε κάθε τι που μας χωρίζει από το φως, να επαναβαπτιστούμε στην αγάπη, στην ανάσταση, στη γνήσια σχέση με το Θεό και τον συνάνθρωπο, όπου προτεραιότητά μας δεν θα είναι η ιδιοτέλεια και η επίδειξη ή ο πρόσκαιρος πλουτισμός, αλλά η συνύπαρξη με έγνοια για τον άλλο, με έγνοια για την εύρεση του αληθινού νοήματος της ύπαρξης και της ευτυχίας και η τοποθέτηση της ελπίδος της εργασίας όχι στην ηδονή, αλλά στην θέση του μέσου για να ασχοληθούμε με τα ουσιώδη που είναι το φως της ψυχής χάρις στον αναστημένο Χριστό.
Αυτός άλλωστε είναι ο δρόμος και ο λόγος της αληθείας που καλούμαστε τόσο ως Εκκλησία όσο και ως χριστιανοί να ορθοτομήσουμε χωρίς φόβο και συμβιβασμό στη ζωή μας. Κι ακόμη κι αν μας περιμένει η φυλακή της απόρριψης και της περιθωριοποίησης, ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψει.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 20 Μαΐου 2012

http://themistoklismourtzanos.blogspot.com/2012/05/blog-post_18.html

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Μια κοπέλα με τεράστια θέληση

Posted by kantonopou at Μαΐου 17, 2012

Η συγκεκριμένη κοπέλα δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τα χέρια της, αλλά αυτό δεν μπόρεσε να της σταθεί εμπόδιο, αφού κάνει τα πάντα με τα πόδια της. Η νεαρή ζωγράφος είναι πάντα χαμογελαστή και έχει απίστευτη θέληση για ζωή!

http://www.otherside.gr/2011/03/mia-kopela-me-terastia-thelisi-photos/

Posted in ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | No Comments »

Μια μέρα με τον Στεπάν. Όταν θα ξανα-γκρινιάζετε για σκεφτείτε το 2η φορά καλύτερα…

Posted by kantonopou at Μαΐου 16, 2012

Ουκρανία σε ένα ορφανοτροφείο στη Μονή Αναλήψεως Banchenskom
κοντά στο χωριό Molnitsa.
Συνήθως, η ζωή εδώ….
ξεκινά από τις 7 το πρωί…..

Ο Στεπάν δεν μπορεί να ντυθεί, και τον φροντίζει η μητέρα του.
Ο Στεπάν γεννήθηκε χωρίς χέρια.
Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο ορφανοτροφείο.

Κάθε μέρα η μητέρα του τον πλένει και τον βοηθάει να περιποιείται τον εαυτό του.

Έμαθε να ανοίγει τη βαλβίδα, με το πηγούνι του.

Ο Στεπάν βάζει στο αγαπημένο πουλόβερ του, το οποίο του χάρισαν οι ενορίτες της εκκλησίας.

Για λόγους ευκολίας, τα μανίκια του πουλόβερ είναι πιο κοντά.

Έχει έλλειψη ασβεστίου και κάθε μέρα πίνει ένα ειδικό χάπι.

Ο Στεπάν αγαπά το διάβασμα.
Περισσότερο του αρέσουν τα βιβλία με ζώα.
Αυτή την εγκυκλοπαίδεια την ξέρει σχεδόν απ ‘έξω.

Η αλλαγή της σελίδας γίνεται με δυσκολία.
Αλλά ο Στεπάν έμαθε να την γυρίζει με το πρόσωπο

Ήρθε η στιγμή για βόλτα και τον Στεπάν βοηθά η μητέρα Ελισάβετ.

Όπως όλα τα αγόρια, ο Στεπάν δεν θέλει να φορέσει το καπέλο, αλλά η μητέρα Ελισάβετ επιμένει

Στην είσοδο του ορφανοτροφείου όπου ζουν τα παιδιά. Λέγεται «Η πίστη, ελπίδα και αγάπη.»

Η ισορροπία, χωρίς χέρια, είναι πολύ δύσκολη.
Ακόμη περισσότερο όταν κατεβαίνει τις σκάλες.
Γι ‘αυτό ο Στεπάν προσπαθεί να κατέβει πολύ προσεκτικά.

Τελικά, η μεγάλη σκάλα ξεπεράστηκε.

Εκτός από τον Στέπα, μένουν άλλα 109 άτομα στο ορφανοτροφείο

Κάνει την βόλτα του και αυτό το κτίριο του θυμίζει πύραυλο.

Επικρατεί στον χώρο του μοναστηριού , καθαριότητα και τάξη  και κάθε χρόνο προσελκύει πολλούς τουρίστες.

Διασχίζει το προαύλιο

Συναντά άλλα παιδιά από το ορφανοτροφείο. Βλέποντας την κάμερα, καθίσαν να βγάλουν φωτογραφία

Και εδώ είναι το τέλος της διαδρομής του. Η πισίνα

Αυτή η φωτογραφία μπορεί να σας προκαλέσει σοκ αλλά ο Στεπάν είναι εξαιρετικός κολυμβητής

και βουτάει

Στην αρχή τρομάζεις. Φοβάσαι ότι δεν θα φανεί

Αλλά με δεξιοτεχνία καταφέρνει να έρθει στην επιφάνεια

Λόγω του προβλήματός του ο Στεπάν κολυμπάει προς τα πίσω και κατά διαστήματα σταματάει να ξεκουραστεί

Όταν ξεκίνησε να κολυμπά χρησιμοποιούσε σωσίβιο,

Τώρα όμως έμαθε να κολυμπά χωρίς αυτά

βγαίνει από την πισίνα

Κατά την επιστροφή του σταματά στον ναό

Στο μοναστήρι φυλάσσονται τα σωματίδια του Δέντρου της Ζωοποιού Σταυρού και τα λείψανα του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ.
Παρά το γεγονός ότι ο ναός χτίστηκε μόλις το 1996, έχει το μεγαλείο ακόμη και από τις αρχαίες εκκλησίες.

Αυτή η εικόνα είναι η αγαπημένη του
Συχνά σταματά μπροστά της και προσεύχεται στον Θεό.

Του αρέσει να ζωγραφίζει. Σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα.
Ο Στεπάν αποφάσισε να ζωγραφίσει μια κάρτα για τον πατριάρχη Κυρίλλου, να τον ευχηθεί για τα 65α γενέθλιά του.

Πριν από λίγο καιρό, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία επισκέφθηκε το μοναστήρι και έγινε προσωπική γνωριμία με τον Στεπάν.
Το αγόρι λέει με ένα περήφανο χαμόγελο, αναφερόμενος στον άγιο Πατριάρχη, «δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη μέρα.
Όταν η Αγιότητά Του ήρθε σε μας, ήταν μια πραγματική απόλαυση.
Βλέποντας πως κολυμπώ, με φίλησε και είπε:. «θα γίνεις ένας μεγάλος κολυμβητής,»
Τώρα ο Στεπάν ονειρεύεται να γίνει ένας πρωταθλητής στην κολύμβηση στους Παραολυμπιακούς.

Αν Στεπάν είχε την ευκαιρία να ευχηθεί τον πατριάρχη, θα του ευχόταν μια μακρά ζωή, με υγεία και δύναμη για μεγαλύτερα επιτεύγματα. «Αγιώτατο Πατριάρχη, σας ευχαριστώ για την ευλογία σας. Ελάτε, ελάτε πάλι πίσω. Θα σας περιμένω »

Στην κάρτα απεικονίζει ένα κίτρινο ήλιο, τα σύννεφα μπλε και το πράσινο γρασίδι.

Πριν πάει για ύπνο προσεύχεται κι ευχαριστεί το Θεό για την δύναμη που του έδωσε και σήμερα να περάσει μια όμορφη μέρα……

Όταν θα ξανα-γκρινιάζετε για σκεφτείτε το 2η φορά καλύτερα……

http://agioritis.pblogs.gr/2012/05/mia-mera-me-ton-stepan.html

Posted in ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | No Comments »

Schmemann Alexander, Το αίτημα της ισότητας

Posted by kantonopou at Μαΐου 16, 2012

Schmemann Alexander (Protopresbyter (1921-1983))
Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου, 1976

Γιατί μία γυναίκα δεν μπορεί να γίνει ιερέας; Μακρά συζήτηση με τον πατέρα Θωμά, που δέχεται επιθέσεις από Ορθόδοξες γυναίκες καθώς και από πολλούς άλλους για το άρθρο του στην Τριμηνιαία Επιθεώρηση του Σεμιναρίου του αγίου Βλαδιμήρου (St Vladimir’s Seminary Quarterly).

Από την εποχή που άρχισε η θύελλα σχετικά με τη χειροτονία των γυναικών, εκπλήσσομαι όλο και περισσότερο, όχι από το θέμα της συζήτησης, αλλά απ’ αυτό που βγαίνει στο φως σχετικά με τη θεολογία. Είναι αδύνατο να βρεθούν αποφασιστικά επιχειρήματα είτε υπέρ είτε κατά της χειροτονίας – αποφασιστικά, με την έννοια πως είναι αντικειμενικά πειστικά και προς τις δυό πλευρές. Κάθε πλευρά έχει δίκιο ως προς τον εαυτό της, δηλαδή μέσα από τις δικές της προοπτικές, από τη λογική των δικών της επιχειρημάτων.

Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης έλεγε για τις αιρέσεις του Λέοντα Τολστόι: «Ε, παράφρονα Κόμη! Δεν πιστεύεις στους αγίους Αποστόλους;» Αλλά οι αιρέσεις του Τολστόι αρχίζουν ακριβώς από τη δυσπιστία του προς τους Αποστόλους! Γι’ αυτό δεν έχει νόημα να βρούμε επιχειρήματα ex Traditione (από την παράδοση). Η αίρεση αποτελείται πάντα από «ένα κομμάτι», είναι ενιαία, ολόκληρη, δεν είναι φτιαγμένη από άλλα στοιχεία. Αποτελεί περισσότερο μια συνειδητή επιλογή, παρά ένα επανορθώσιμο λάθος που έγινε σε κάποιες λεπτομέρειες. Εξ ου και το αδιέξοδο των θεολογικών διαλόγων. Όλα τα θεολογικά επιχειρήματα έρχονται post factum – μετά το γεγονός. Ριζώνουν στην εμπειρία, αλλά αν η εμπειρία είναι διαφορετική, δεν έχουν εφαρμογή.

Τι είναι αυτό που έχει γίνει τόσο προφανές στη συζήτηση για τη χειροτονία των γυναικών; Λέγει ο Θωμάς : «Πως μπορεί κάποιος να εξηγήσει γιατί μια γυναίκα μπορεί να γίνει πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά όχι ιερέας;» Μου φαίνεται (λέγω) πως δεν θα έπρεπε να γίνει ούτε πρόεδρος των ΗΠΑ. Αλλά κανείς δεν μπορεί να το ισχυρισθεί αυτό σήμερα, και αν το έλεγε, θα ήταν προσβλητικό. Και δεν πρέπει να προσβάλλουμε.

Έτσι βρισκόμαστε σ’ ένα φαύλο κύκλο -έναν αναπόφευκτο φαύλο κύκλο, όπου διασπάται μια οργανική, πρωταρχική και αιώνια εμπειρία. Ο σύγχρονος πολιτισμός μας συνίσταται από την άρνηση και τη διάσπαση αυτής της εμπειρίας. Η ίδια η ουσία του είναι η αυτοαναίρεσή του. Είναι μια εμπειρία άρνησης, εξέγερσης, διαμαρτυρίας.

Η όλη ιδέα της απελευθέρωσης είναι εντελώς αρνητική. Η ιδέα «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι» είναι a priori μια από τις πλέον εσφαλμένες ρίζες. Κατόπιν ακολουθεί το: «όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι», «η αγάπη είναι πάντα θετική» (εξ ου, παραδείγματος χάριν, και η δικαίωση της ομοφυλοφιλίας), κάθε περιορισμός είναι καταπιεστικός. Όσο οι ίδιοι οι Χριστιανοί αποδέχονται αυτές τις «αρχές», όσο αποδέχονται τον πολιτισμό που έχει χτιστεί πάνω σ’ αυτές τις αρχές, κανένα επιχείρημα για την αδυναμία της γυναίκας να γίνεται ιερέας δεν θα ηχεί ως βάσιμο. Θα φαίνονται όλα υποκριτικά και απατηλά.

Αν αρχίσουμε τη συζήτηση με μια αφηρημένη, φανταστική, αφύσικη «ισότητα» ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες, τότε δεν θα είναι δυνατό κανένα επιχείρημα. Πρέπει ν’ αρχίσουμε εκθέτοντας και αποκαλύπτοντας αυτή την αρχή ως ψευδή, επειδή είναι ένα αφηρημένο εφεύρημα. Πρέπει ν’ απορριφθεί ολόκληρος ο σύγχρονος πολιτισμός, μ’ όλες τις ψευδείς, ακόμη και δαιμονικές, πνευματικές προϋποθέσεις του.

Υπάρχει ένα βαθύ ψεύδος στην αρχή (principle) της σύγκρισης, η οποία βρίσκεται στη βάση του πάθους για ισότητα. Δεν πετυχαίνεις τίποτε με τη σύγκριση -που αποτελεί πηγή φθόνου (γιατί αυτός κι όχι εγώ;), διαμαρτυρίας (πρέπει να είμαστε ίσοι), έπειτα οργής, εξέγερσης και διαίρεσης. Είναι ουσιαστικά η γενεαλογία του Διαβόλου. Δεν υπάρχει σ’ αυτήν τίποτε το θετικό. Όλα είναι αρνητικά από την αρχή μέχρι το τέλος.

Υπ’ αυτή την έννοια, ο πολιτισμός μας είναι δαιμονικός, επειδή στα θεμέλιά του βρίσκεται η σύγκριση. Εφόσον η σύγκριση οδηγεί πάντοτε και μαθηματικά στην εμπειρία και στη γνώση της ανισότητας, οδηγεί πάντα στη διαμαρτυρία. Η ισότητα βασίζεται στην άρνηση κάθε διαφοράς, αλλά από τη στιγμή που υπάρχουν διαφορές, η επιθυμία για ισότητα ζητά ν’ αγωνιστείς γι’ αυτήν, να επιβάλεις την εξίσωση των ανθρώπων, και το ακόμη χειρότερο, ν’ αρνηθείς αυτές τις διαφορές, που είναι η ουσία της ζωής.

Το πρόσωπο -άνδρας και γυναίκα -, που πεινά για ισότητα, είναι ήδη άδειο και απρόσωπο, επειδή η προσωπικότητα είναι φτιαγμένη απ’ αυτό που τη διακρίνει από τους άλλους και το οποίο δεν υποκύπτει στον παράλογο νόμο της ισότητας.

Ο Χριστιανισμός αντιπαραθέτει την αγάπη στη δαιμονική αρχή της σύγκρισης. Ουσία της αγάπης είναι η ολοκληρωτική απουσία «σύγκρισης». Δεν μπορεί να υπάρχει ισότητα σ’ αυτόν τον κόσμο, επειδή ο κόσμος δημιουργήθηκε από την αγάπη και όχι από αρχές (principles). Και ο κόσμος διψά για αγάπη και όχι για ισότητα. Τίποτε -και το γνωρίζουμε -δεν σκοτώνει τόσο την αγάπη, δεν την αντικαθιστά με το μίσος, όσο η ισότητα που επιβάλλεται στον κόσμο ως σκοπός και αξία. Η διπολικότητα ακριβώς του ανθρώπου, ως άνδρα και γυναίκας, δεν ριζώνει σε τίποτε άλλο παρά στην αγάπη.

Δεν είναι λάθος λοιπόν, που η ανθρωπότητα πρέπει να επανορθώσει με την «ισότητα», όχι ένα ψεγάδι, ούτε ένα ατύχημα – είναι η πρώτη και πιο οντολογική έκφραση της ίδιας της ουσίας της ζωής. Εδώ η προσωπική ολοκλήρωση επιτυγχάνεται με την αυτοθυσία, εδώ βρίσκεται η νίκη πάνω στον «νόμο», εδώ είναι ο θάνατος της αυτοδικαίωσης του άνδρα ως άνδρα και της γυναίκας ως γυναίκας, και ούτω καθεξής.

Όλα αυτά σημαίνουν πως δεν υπάρχει ισότητα αλλά μια οντολογική διαφορά που κάνει δυνατή την αγάπη, δηλαδή υπάρχει ενότητα, όχι ισότητα. Η ισότητα προϋποθέτει πολλούς ίσους, που ποτέ δεν αποκτούν ενότητα, επειδή η ουσία της ισότητας αποτελείται από την προσεκτική εξασφάλισή της. Στην ενότητα, οι διαφορές δεν εξαφανίζονται αλλά γίνονται ενότητα, ζωή, δημιουργικότητα. Το άρσεν και θήλυ είναι μέρος της φύσης του κόσμου, αλλά μόνο ένα ανθρώπινο ον τα μεταμορφώνει στην ενότητα της οικογένειας.

Η αντιπάθεια του πολιτισμού μας προς την οικογένεια βασίζεται στο γεγονός ότι η οικογένεια έχει απομείνει το τελευταίο οχυρό, απ’ όπου ξεγυμνώνεται το κακό της ισότητας.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=66739011557947929116

vatopaidi.wordpress.com/

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | No Comments »

Η στάση των γυναικών στα Πάθη και τον Σταυρό του Χριστού

Posted by kantonopou at Μαΐου 15, 2012

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία στήν Αποκαθήλωση, στόν Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Ναυπάκτου.

Η στάση τών γυναικών στά Πάθη καί τόν Σταυρό τού Χριστού

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Αυτές τίς μέρες, αγαπητοί μου αδελφοί, τής Αγίας καί Μεγάλης Εβδομάδος παρακολουθούμε όλα αυτά τά γεγονότα τά οποία έγιναν στήν ζωή τού Χριστού –χθές τήν Μ. Πέμπτη τό βράδυ παρακολουθήσαμε τά Πάθη τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού καί σήμερα, Μ. Παρασκευή, τήν ιερά Αποκαθήλωση– τά οποία γεγονότα είναι τραγικά από τήν μιά πλευρά, αλλά καί σωστικά από τήν άλλη.

Βεβαίως, όταν διαβάζουμε καί παρακολουθούμε αυτά τά γεγονότα στήν Εκκλησία μας, μέ τήν όλη λατρεία της καί τά ιερά τροπάρια τά οποία είναι θαυμάσια καί καταπληκτικά, τά οποία συνέγραψαν ιεροί υμνογράφοι διά μέσου τών αιώνων, συνήθως επικεντρώνουμε τήν προσοχή μας πάνω σέ μερικά συγκεκριμένα γεγονότα, όπως, γιά παράδειγμα, τήν υποκρισία τών Φαρισαίων καί τών Γραμματέων, τήν προδοσία τού Ιούδα, τήν άρνηση τού Πέτρου, τήν αδικία τήν οποία διέπραξε ο Πιλάτος, τήν αδικία τήν οποία έκαναν οι Αρχιερείς τής εποχής εκείνης, ο Άννας καί ο Καϊάφας. Ακόμη παρακολουθούμε τήν βαρβαρότητα τών στρατιωτών εναντίον τού Χριστού μέσα στήν προσπάθειά τους νά τηρήσουν τόν νόμο. Καί επί πλέον παραμένουμε στήν αχαριστία τού λαού, ο οποίος ενώ τήν μία ημέρα φώναζε «Ωσαννά τώ Υιώ τού Δαυίδ», μετά από λίγες μέρες εφώναζε «Άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν!».

Παραμένουμε στά γεγονότα αυτά, τά οποία όντως είναι τραγικά, αλλά παραθεωρούμε μιά πλευρά τών Παθών, δηλαδή ποιά ήταν η στάση τήν οποία τήρησαν οι γυναίκες τήν εποχή εκείνη απέναντι στόν Χριστό. Συνήθως περιορίζουμε τήν προσοχή καί τό ενδιαφέρον μας μόνο στήν στάση τήν οποία έδειξαν απέναντι στόν Χριστό οι άρχοντες, οι άνδρες τής εποχής εκείνης καί ο λαός γενικότερα, καί δέν δίνουμε σημασία στήν διάθεση τών γυναικών πού έδειξαν άλλη συμπεριφορά, από τήν άποψη ότι έδειξαν συμπάθεια καί αγάπη στόν Χριστό.

Θά ήθελα στήν ομιλία μου αυτή σήμερα νά παρουσιάσω τέσσερεις τέτοιες περιπτώσεις γυναικών, πού δέν συμμετείχαν αρνητικά στό Πάθος τού Χριστού, αλλά πολύ θετικά. Εκτός από τήν Μαρία, τήν αδελφή τού Λαζάρου, η οποία ήλειψε τά πόδια τού Χριστού λίγο πρίν από τό Πάθος, καί ο Χριστός δέχθηκε αυτήν τήν πράξη μέ τήν ερμηνεία ότι τό έκανε γιά τήν ημέρα τού ενταφιασμού, κατά τήν διάρκεια τών Παθών έχουμε τέσσερεις περιπτώσεις γυναικών πού συμπεριφέρθηκαν θετικά απέναντι στόν Χριστό.

Η πρώτη περίπτωση αναφέρεται στήν θυρωρό, η οποία ήταν στήν αυλή τού Αρχιερέως Άννα. Όταν πήγαν τόν Χριστό στόν Άννα γιά νά Τόν δικάσουν, εισήλθε μέσα στήν αυλή τού Αρχιερέως ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής, ο οποίος ήταν γνωστός στόν Αρχιερέα, καί στήν συνέχεια, όπως λέγει ο ίδιος ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στό Ευαγγέλιό του καί αυτός διασώζει αυτήν τήν πληροφορία, είπε στήν θυρωρό καί εκείνη εισήγαγε τόν Πέτρο μέσα στήν αυλή. Τότε η θυρωρός είπε στόν Πέτρο: «Μή καί σύ εκ τών μαθητών εί τού ανθρώπου εκείνου;» (Ιω. ιη’, 16-17). Οι ερμηνευτές εδώ σημειώνουν τήν καλή διάθεση αυτής τής γυναίκας, η οποία ήταν θυρωρός καί παιδίσκη, γιατί έδειξε αυτήν τήν καλωσύνη μέ τό νά επιτρέψη νά εισέλθη καί ο Απόστολος Πέτρος μέσα στήν αυλή. Δέν τόν επιτιμά καθόλου, όπως εξηγούν οι άγιοι ερμηνευτές. Γιά παράδειγμα, ο ιερός Θεοφύλακτος μάς λέγει ότι τό ερώτημα τό οποίο υπέβαλε η θυρωρός στόν Πέτρο, «μή καί σύ εκ τών μαθητών τού ανθρώπου αυτού εί;», ήταν ευγενικό, δέν απεκάλεσε τόν Χριστό πλάνο, δέν τόν απεκάλεσε μέ κάποια άλλη προσβλητική φράση, τόν ερώτησε «ου θρασέως, ουδ’ αποτόμως, αλλά λίαν πραέως». Δηλαδή, τόν ερώτησε χωρίς θράσος, χωρίς αποτομία, αλλά μέ πολλή πραότητα. Καί αυτήν τήν ερμηνεία δίνει καί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν λέγη ότι «προσηνώς διελέγετο η γυνή» καί η ερώτηση δέν ήταν «θρασεία». Άρα εδώ βλέπουμε τήν καλωσύνη, τήν οποία έδειξε η θυρωρός στόν Απόστολο Πέτρο.

Η δεύτερη περίπτωση αναφέρεται στήν γυναίκα τού Πιλάτου, η οποία σύμφωνα μέ τήν παράδοση ονομαζόταν Πρόκλα. Τήν ώρα πού δίκαζε ο Πιλάτος τόν Χριστό, «καθημένου δέ αυτού επί τού βήματος», όπως λέγει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, τού έστειλε μήνυμα η γυναίκα του καί τού είπε: «Μηδέν σοι καί τώ δικαίω εκείνω». Πρόσεξε πάρα πολύ τί θά κάνης μέ τόν δίκαιο αυτόν άνθρωπο! Γιατί; «Πολλά γάρ κατ’ όναρ έπαθον δι’ αυτόν» (Ματθ. κζ’, 19). Τό βράδυ είδε όνειρα καί έπαθε πολλά, καί μάλιστα, όπως εξηγούν οι ερμηνευτές, ήταν όνειρα τά οποία προέρχονται από τόν Θεό, από τήν πρόνοια τού Θεού. Δέν ήταν απλώς όνειρα από τήν φαντασία της ή από μιά διαβολική ενέργεια. Λέγει, γιά παράδειγμα ο Ζιγαβηνός, ότι μέ αυτόν τόν λόγο πού είπε η γυναίκα στόν Πιλάτο, ήταν σάν νά τού έλεγε: «Απέχου αυτού!» Σέ παρακαλώ πάρα πολύ μήν κάνης αυτήν τήν μεγάλη αδικία στόν άνθρωπο αυτό! Καί ο ιερός Θεοφύλακτος θά πή ότι αυτός ο λόγος, καί κυρίως τά όνειρα τά οποία έβλεπε η γυναίκα τού Πιλάτου, ήταν από τήν πρόνοια τού Θεού, όχι βέβαια γιά νά ελευθερωθή ο Χριστός, γιατί έπρεπε ο Χριστός νά σταυρωθή, αλλά γιά νά σωθή η γυναίκα. «Προνοίας δέ έργον τό όναρ ούχ ίνα απολυθή ο Χριστός, διά τούτο γενόμενον, αλλ’ ίνα σωθή η γυνή». Τήν ίδια ερμηνεία δίνει καί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφερόμενος στόν λόγο καί στά όνειρα τά οποία είδε η γυναίκα τού Πιλάτου. «Ότι εκείνη αξία ήν μάλλον». Είχε μεγάλη αξία η γυναίκα αυτή. Πάντως, είναι πάρα πολύ σημαντικό, ότι αυτήν τήν συγκεκριμένη στιγμή πού γινόταν η μεγάλη αδικία στόν Χριστό μέ τίς συκοφαντίες οι οποίες εκπορεύονταν πρός τόν Χριστό από διάφορες κατευθύνσεις καί ο Πιλάτος φοβήθηκε τόν όχλο, γιά νά μήν έχη κάποια συνέπεια στήν εξουσία του καί τελικά παρέδωκε τόν Χριστό στόν σταυρό, η γυναίκα τού Πιλάτου στάθηκε μέ δικαιοσύνη απέναντι στόν Χριστό καί προσπάθησε νά πείση τόν Πιλάτο νά μήν διαπράξη αυτήν τήν μεγάλη αδικία.

Η τρίτη περίπτωση ήταν οι γυναίκες πού ακολουθούσαν τόν Χριστό καί δέν ξέρουμε ποιά είναι τά ονόματά τους. Καθώς ο Χριστός ανέβαινε επάνω στόν Γολγοθά, τήν οδό τού μαρτυρίου δηλαδή, ακολουθούσε πολύς όχλος καί πολλές γυναίκες, οι οποίες «εκόπτοντο καί εθρήνουν αυτόν». Θρηνούσαν καί έκλαιγαν γοερώς, σέ σημείο πού εστράφη ο Χριστός στίς γυναίκες καί τίς είπε: «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μή κλαίετε επ’ εμέ, πλήν εφ’ εαυτάς κλαίετε καί επί τά τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’, 27). Μή κλαίτε γιά μένα, αλλά νά κλαίτε γιά τόν εαυτό σας καί γιά τά παιδιά σας, γιά ό,τι συνέπεια θά έχη αυτή η σταύρωσή μου. Άρα, λοιπόν, έχουμε τίς γυναίκες οι οποίες τήν ώρα πού οι άνδρες δείχνουν βαρβαρότητα, δήθεν γιά νά τηρήσουν τόν νόμο, εκείνες στέκονται μέ πολύ μεγάλη αγάπη στόν Χριστό. Ο ιερός Θεοφύλακτος θά πή: «Φιλόδακρυ γάρ τό γένος καί πολύθρηνον», δηλαδή, οι γυναίκες αγαπούν νά κλαίνε καί νά θρηνούν, «θρηνούσι τό συμπαθές ενδεικνύμεναι». Τήν ώρα εκείνη θρηνούσαν, έκλαιγαν καί έδειχναν τήν συμπάθεια τους πρός τόν Χριστό.

Καί η τέταρτη περίπτωση αναφέρεται στήν Παναγία καί στίς γυναίκες, οι οποίες παρευρέθηκαν κατά τήν διάρκεια τής Σταυρώσεως επάνω στόν Γολγοθά, δίπλα στόν εσταυρωμένο Χριστό. Ενώ όλοι οι Μαθητές Τόν εγκατέλειψαν, εκτός από τόν Ιωάννη, «διά τόν φόβον τών Ιουδαίων», εκείνες έμειναν κοντά Του. Λέει ο ιερός Ευαγγελιστής: «ειστήκεισαν παρά τώ Σταυρώ τού Ιησού η Μήτηρ αυτού καί η αδελφή τής Μητρός αυτού, Μαρία η τού Κλωπά καί Μαρία η Μαγδαληνή». (Ιω. ιθ’, 25). Τρείς γυναίκες στάθηκαν στόν Σταυρό καί οι άλλες στέκονταν από μακριά καί θεωρούσαν στήν συνέχεια τά γενόμενα καί έβλεπαν πώς αποκαθηλώθηκε ο Χριστός καί πού ακριβώς τόν τοποθέτησαν, ώστε κατά τήν ημέρα «τή μιά τών Σαββάτων», Κυριακή τό πρωΐ, χαράματα, μέ τήν ανδρεία τήν οποίαν είχαν, νά πάνε στό μνημείο γιά νά αλείψουν μέ αρώματα τόν Χριστό καί αξιώθηκαν νά δούν τόν Αναστάντα Χριστό καί νά γίνουν οι ευαγγελίστριες τών Ευαγγελιστών καί οι απόστολοι τών Αποστόλων. Εδώ βλέπουμε τήν ανδρεία τήν οποίαν είχαν καί τήν εξεδήλωσαν τότε οι γυναίκες αυτές.

Οπότε, αγαπητοί μου αδελφοί, στίς τέσσερεις αυτές περιπτώσεις φαίνεται η διάθεση τών γυναικών απέναντι στά Πάθη καί τόν Σταυρό τού Χριστού, πού δείχνουν καλωσύνη καί ευγένεια, όπως η θυρωρός, δικαιοσύνη, όπως η γυναίκα τού Πιλάτου, συμπάθεια καί αγάπη, όπως οι γυναίκες πού θρηνούσαν κατά τήν διάρκεια τής πορείας τού Χριστού στόν Γολγοθά, καί ανδρεία, όπως η Παναγία καί οι άλλες δύο γυναίκες, καί γενικότερα ο όμιλος τών γυναικών.

Η στάση αυτή τών γυναικών πού χαρακτηρίζεται από τήν καλωσύνη, τήν δικαιοσύνη, τήν αγάπη καί τήν ανδρεία, πρέπει νά χαρακτηρίζη όλους μας, αφ’ ενός μέν όταν στεκόμαστε απέναντι στά Πάθη καί τόν Σταυρό τού Χριστού, αφ’ ετέρου δέ στήν πνευματική μας ζωή μέσα στόν χώρο τής Εκκλησίας.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν δύο τρόποι γιά νά βλέπουμε καί νά ερμηνεύουμε τά Πάθη τού Χριστού. Ο ένας τρόπος είναι νά τά προσεγγίζουμε μέ τήν σκληρότητα τής λογικής, τήν ενέργεια τών παθών καί τήν συμφεροντολογική μας διάθεση, δηλαδή νά τά βλέπουμε εξωτερικά καί εμπορικά. Ο άλλος τρόπος είναι η καρδιακή ζωή, η ευγένεια τής ψυχής, η δικαιοσύνη καί η πνευματική ανδρεία. Δέν πρέπει νά βλέπουμε τά γεγονότα αυτά μηχανικά, μόνον ιστορικά, αλλά νά προχωρούμε στό βάθος καί νά βλέπουμε τήν σωτηριώδη τους σημασία γιά τήν ζωή μας, νά μάς αγγίξουν μέσα στό βάθος τής καρδιάς καί νά γίνουν πηγή αναγεννήσεως.

Επίσης, αυτοί οι δύο τρόποι αντιμετωπίσεως τών πραγμάτων αναφέρονται καί στήν ζωή μας μέσα στήν Εκκλησία. Ο ένας τρόπος είναι αυτός πού έδειξαν οι θρησκευτικοί καί πολιτικοί ηγέτες απέναντι στόν Χριστό, αλλά καί ο λαός, πού είναι η λογικοκρατία, η εξουσιολαγνεία, η συμφεροντολογία καί η χρησιμοθηρία. Αυτό συμβαίνει όταν τήν ζωή στήν Εκκλησία τήν εκλαμβάνουμε ως ευκαιρία γιά νά καλλιεργούμε τά πάθη καί όχι γιά νά μεταμορφωνόμαστε εσωτερικά. Ο άλλος τρόπος είναι νά ζούμε σύμφωνα μέ τό Ευαγγέλιο τού Χριστού πού αποβλέπει στήν πνευματική μας αναγέννηση, δηλαδή νά θεωρούμε τήν Εκκλησία ως χώρο μεταμορφώσεως, ως εργαστήριο αγιότητος, ως πνευματικό θεραπευτήριο.

Όποιος πλησιάζει τόν Χριστό μέ τήν καρδιακή διάθεση, μέ τό κλάμα, μέ τήν αγάπη, μέ τήν ευαισθησία, χωρίς τήν τυραννία τής λογικής καί τής εξουσίας, αυτός είναι σίγουρο ότι θά αισθανθή τήν αγάπη τού Χριστού καί θά ζήση τόν Σταυρό από κοντά τού Χριστού καί θά δή τόν Αναστάντα Χριστό νά λέγη «Χαίρετε» καί νά λέγη «Ειρήνη υμίν» καί νά δημιουργήται ειρήνη καί χαρά μέσα στήν ύπαρξή μας.

Σήμερα, αυτήν τήν ημέρα τής Μ. Παρασκευής άς εμπνευστούμε από τήν στάση τών γυναικών απέναντι στόν Χριστό, άς τίς μιμηθούμε στήν καλωσύνη-ευγένεια, τήν δικαιοσύνη, τήν αγάπη καί τήν ανδρεία καί τότε θά αποκτήσουμε έναν άλλον προσανατολισμό πού θά είναι πιό αληθινός, μιά άλλη διάσταση τών πραγμάτων, η οποία θά είναι η αληθινότερη καί η πιό σωστική. Αμήν.–

Εκκλησιαστική Παρέμβαση ,Απρίλιος 2012

http://www.parembasis.gr/2012/12_04_12.htm

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | No Comments »

Γιατί να πονώ τόσο;

Posted by kantonopou at Μαΐου 15, 2012

  • Ο πόνος και ο Σταυρός φέρνει την Ανάσταση στη ζωή μας
  • Αυτό που μας ενώνει με τους άλλους είναι ο πόνος
  • «Στο υπόγειο απογειώθηκα!»
  • Τι θα πει πίστη στην πράξη;
  • Η αληθινή πίστη είναι βόμβα στην ψυχή!
  • Ζωή χωρίς Χριστό δεν αντέχεται!
  • Με τον Χριστό όλα τα ερωτηματικά γίνονται θαυμαστικά!
  • Η παραμυθία και η παραμύθα
  • Νόημα της ζωής: τι μας θα μας κρατήσει όρθιους την ώρα του μεγάλου πόνου;
  • Μελαγχολία είναι η αξόδευτη αγάπη
  • Όταν αγαπάς, πονάς αλλιώς και μεταμορφώνεσαι
  • Αγαπώ θα πει βγαίνω έξω από τον εαυτό μου και σκέφτομαι τους άλλους
  • Πλούτος ψυχής και πόνος
  • Πονάς; Προσευχήσου!
    Δε μπορείς να προσευχηθείς;
    Κλάψε!
    Δε μπορείς να κλάψεις;
    Ε, φώναξε!
  • Το κέντημα του Θεού
  • Ο ταπεινός είναι αλλιώς!
  • Η ευτυχία δεν είναι δικαίωμα, είναι δωρεά. Γιατί λοιπόν όχι δυσκολίες σε μένα;
  • Ταπείνωση θα πει υγεία ψυχής

Εκπομπή Αθέατα Περάσματα με τον π. Ανδρέα Κονάνο στον ραδιοφωνικό σταθμό Πειραϊκή Εκκλησία.

Πηγή: Ελληνικοί Παλμοί

Φωτογραφία: Josh Sommers

http://istologio.org/?p=3662

Posted in ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | No Comments »

Οι ερημίτες του Ακάμα

Posted by kantonopou at Μαΐου 14, 2012

του Άντρου Παυλίδη Ιστορικού-Ερευνητή

Η χερσόνησος του Ακάμα υπήρξε κατοικημένη κατά την Αρχαιότητα και πολύ αργότερα, τουλάχιστον μέχρι και τον 16ο μ.Χ. αιώνα. Υπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι στην έκταση της, που όμως δεν έχουν ανασκαφεί και συνεπώς δεν έχουμε τελεσίδικα συμπεράσματα. Ένας των χώρων αυτών, κοντά στην τοποθεσία Λουτρά της Αφροδίτης, πιθανώς να ανήκει στη Νεολιθική περίοδο. Η δε θρυλούμενη πόλη Ακαμαντίς δεν έχει επιβεβαιωθεί με αρχαιολογική ανασκαφή. Κατά μία ερμηνεία, αυτή είναι η αρχαιότατη πόλη που αναφέρεται σε αιγυπτιακή επιγραφή του 12ου π.Χ. αιώνα (επιγραφή της Medinet Habu που μεταξύ άλλων μνημονεύει και 8 κυπριακές πόλεις εκ των οποίων μία διαβάστηκε ως Ακάμας).

Εξάλλου η Ακαμαντίς αναφέρεται και ως μία των διαφόρων αρχαίων ονομασιών της ίδιας της Κύπρου. Αυτή τούτη η ονομασία της χερσονήσου παραπέμπει στην Αρχαιότητα και μάλιστα απευθείας στον Ακάμαντα, γιο του Θησέως. Η αρχαία παράδοση σχετίζει άμεσα τον Αθηναίο Ακάμαντα με τον ελληνικό εποικισμό της Κύπρου και την ίδρυση πόλεων στο νησί μετά τα Τρωικά. Αναφέρεται μάλιστα και ότι ο Ακάμας είχε πεθάνει στην Κύπρο σε δυστύχημα, πέφτοντας πάνω στο σπαθί του. Κατά τον Στράβωνα ο Ακάμας και ο αδελφός του Φάληρος υπήρξαν οι ιδρυτές της πόλης των Σόλων.

Πάντως ανατολικότερα, στην κοντινή τοποθεσία Μάα, έχει ανασκαφεί μικρός οχυρωμένος οικισμός του 13ου – 12ου π.Χ. αιώνα, της περιόδου δηλαδή του ελληνικού εποικισμού. Αλλά και στην περιοχή της Λάρας (περί το 1 χλμ. από την ακτή) η επιφανειακή εξέταση δείχνει σαφώς την ύπαρξη αρχαιολογικού χώρου. Εξάλλου και στον κοντινό Άγιο Γεώργιο Πέγειας υπάρχει μεταγενέστερος αρχαιολογικός χώρος, με αρχαία νεκρόπολη, ενώ περιλαμβάνει και πρωτοχριστιανικές βασιλικές. Αρχαιολογικός χώρος υπάρχει και στο απέναντι νησάκι, που κάποτε θα πρέπει να ήταν ενωμένο με την κοντινή του ακτή.

Κατά τα Βυζαντινά χρόνια στον Ακάμα υπήρχε ένας τουλάχιστον κύριος οικισμός με την ονομασία Αρά. Με την αυτή ονομασία σημειώνεται σε παλαιούς χάρτες και οικισμός βόρεια της Λευκωσίας. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας η Αρά του Ακάμα, με την προσθήκη του γαλλικού άρθρου, έγινε Λάρα, γνωστή πανέμορφη τοποθεσία που φέρει και σήμερα το όνομα αυτό. Στην αμμώδη ακτή της γεννούν χελώνες. Η Αρά αναφέρεται ως χωριό από τον ιερωμένο Άντζελο Καλλέπιο που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του πολέμου του 1570 και της κατάληψης της Κύπρου από τους Οθωμανούς. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι στο χωριό Λάρα είχαν πλησιάσει, στις 20 Ιουνίου 1570, 6 τουρκικές γαλέρες που είχαν σταλεί για συλλογή πληροφοριών. Ακόμη, στον Ακάμα υπάρχουν κατάλοιπα παλαιών μεταλλείων, συνεπώς θα πρέπει να υπήρχαν κοντά και οικισμοί ανθρώπων που εργάζονταν σ’ αυτά. Επίσης, μέσα σε μία (άγνωστη στους πολλούς) εντυπωσιακή σπηλιά του Ακάμα την κοσμημένη με σταλακτίτες, υπάρχουν ενδείξεις αρχαίας κατοίκησης. Πιθανότατα η τεράστια αυτή σπηλιά εχρησιμοποιείτο από κατοίκους του Ακάμα ως μυστικό καταφύγιο σε περιπτώσεις επιδρομών και εισβολών.

Στο άρθρο αυτό επικεντρώνομαι ειδικότερα στο βυζαντινό παρελθόν του Ακάμα. Μία περίοδο 8 τόσων αιώνων κατά την οποία στη χερσόνησο είχε ακμάσει ο ασκητισμός. Το ειρηνικό τοπίο του Ακάμα προσφερόταν προς τούτο. Στον χώρο της χερσονήσου είχαν ακμάσει μοναστήρια αλλά είχαν διαβιώσει και ερημίτες ζώντας σε λαξευμένα σπήλαια.

Διατρέχοντας τη νοτιοδυτική πλευρά της χερσονήσου, συναντούμε αρκετά ρυάκια με πρώτο και γνωστότερο εκείνο του Άβακα με το εντυπωσιακό φαράγγι. Ταξιδεύοντας προς τα δυτικά συναντούμε τα ρυάκια του Κόρακα, του Γιουσούφη, των Θορακείων, του Κουδουνά. Ακόμη δυτικότερα, εκείνα των Καβουρότρυπων, του Κουντουρόκαμπου, του Αγίου Κόνωνος, των Καννουδκιών, του Μουζούρη, της Ασπρόβρυοης και άλλα. Μία άλλη σειρά από ρυάκια βρίσκεται και στην αντίθετη πλευρά, προς τον κόλπο της Χρυσοχούς.

Με ενδιαφέρουν μερικά εκείνων της δυτικής πλευράς, στων οποίων τις περιοχές είχε ακμάσει ο ασκητισμός. Ειδικότερα στην περιοχή μεταξύ των ρυακιών Θορακείων και Κουδουνά, όπου προβάλλει στο τοπίο ένας βραχώδης λόφος και απαντάται το πολύ χαρακτηριστικό τοπωνύμιο Ερημίτες. Πράγματι, στο λόφο υπάρχουν ολόγυρα αρκετά αβαθή λαξευμένα σπήλαια. Δεν φαίνεται να επρόκειτο για αρχαίους λαξευτούς τάφους αλλά για κατοικίες ερημιτών. Άλλα τέτοια λαξευμένα σπήλαια – κελιά υπάρχουν κατά μήκος του φαραγγιού του ρυακιού των Θεορακείων, σκαρφαλωμένα στις κάθετες πλαγιές. Η οργιαστική βλάστηση στο φαράγγι αυτό κρύβει τα περισσότερα σπήλαια και η προσέγγιση είναι δύσκολη. Μία τρίτη σειρά παρόμοιων λαξευμένων κελιών υπάρχει στην απότομη πλαγιά άλλου βραχώδους λόφου προς τα ενδότερα, όχι πολύ μακριά από το εκκλησάκι (κάποτε μοναστήρι) του Αγίου Κόνωνος και στα ανατολικά του. Λαξευμένα σπήλαια φαίνεται να υπήρχαν και στην απότομη πλαγιά που ορθώνεται στην έκταση από το στόμιο του φαραγγιού του Άβακα και προς τα δυτικά. Σε παλαιότερες εποχές η θάλασσα έφθανε μέχρι τη ρίζα των βράχων, αλλά την απομάκρυναν οι κατολισθήσεις και προσχώσεις. Στην περιοχή αυτή η κατάρρευση των βράχων έχει αφήσει πολύ ελάχιστα ίχνη σπηλαίων και την προσπερνώ.

Θα πρέπει επίσης να τονιστεί και η χαρακτηριστική ονομασία Γερόνησος ( = Ιερά νήσος) την οποία φέρει μικρό ακρωτήριο πολύ δυτικότερα. Απέναντι, στα ενδότερα, απαντώνται κατάσπαρτα ξωκλήσια, όπως εκείνο της Αγίας Παρασκευής (1 χλμ. ανατολικά της γνωστής τοποθεσίας Σμιγιές), δυτικότερα εκείνο της Οσίας Μαρίας, ακόμη πιο πέρα το εκκλησάκι (κάποτε μοναστήρι) του Αγίου Κόνωνος, και κοντά εκείνο του Αγίου Γεωργίου. Στην άλλη πλευρά απαντάται παρά τις Σμιγιές το εκκλησάκι του Αγίου Μηνά ενώ περί τα 2 χλμ. δυτικά του Νέου Χωριού βρίσκεται το ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας. Προς το άκρο της χερσονήσου απαντώνται τα ξωκλήσια του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Επιφανίου που έχει δώσει και την ονομασία του ακρωτηρίου του Ακάμα. Από όλους αυτούς τους ναούς οι περισσότεροι είναι ερειπωμένοι. Στα ενδότερα επίσης, σε λοφώδη έκταση σχεδόν απέναντι από την ακτή της Λάρας, βρίσκεται το εκκλησάκι της Παναγίας του Βλού.

Η ύπαρξη των ναών αυτών, μόνων στην ερημιά, σημαίνει δύο πράγματα: Πρώτον, ότι κάποιοι από αυτούς ήσαν κάποτε μικρά απομονωμένα μοναστήρια. Και δεύτερον, ότι ήσαν κάποιες ενοριακοί ναοί οικισμών που διαλύθηκαν και εξαφανίστηκαν. (Ονομασίες οικισμών, όπως το Νέο Χωριό του Ακάμα, υποδηλώνουν και ύπαρξη κάποτε κάποιου Παλαιού Χωριού το οποίο και αντικατέστησε).

Το φαινόμενο ύπαρξης πολλών ναών κατάμονων σε ερημικές τοποθεσίες είναι πολύ σύνηθες σε ολόκληρη την Κύπρο. Πώς προέκυψαν αυτοί οι (παλαιοί κατά κανόνα) ναοί να στέκουν μόνοι στην απομόνωση; Οι περισσότεροι ανήκαν σε χωριά που για κάποιους λόγους είχαν κάποτε εγκαταλειφθεί και ερημωθεί. Δύο ήσαν οι κύριοι λόγοι αυτής της εγκατάλειψης:

Πρώτον, οι συχνές επιδρομές, που ανάγκασαν τους κατοίκους των παράκτιων και πεδινών περιοχών να μετακινηθούν, ιδρύοντας νέους οικισμούς σε ασφαλέστερες τοποθεσίες. Μάλιστα πίσω από λόφους και μέσα σε κοιλάδες, που δεν φαίνονταν από τη θάλασσα. Πράγματι, παραπλέοντας κανείς το νησί, εάν αφαιρέσει τους παράκτιους οικισμούς που κτίστηκαν στα νεότερα χρόνια, θα έχει την εντύπωση (όπως την είχανε κάποτε οι πειρατές) ότι το νησί ήταν έρημο. Εκτός από τις πόλεις που είχανε φρούρια και φρουρές, κανένας άλλος οικισμός δεν ήταν ορατός από τη θάλασσα.

Ο δεύτερος λόγος εγκατάλειψης χωριών και ίδρυσης νέων αλλού, ήσαν οι συχνές θανατηφόρες επιδημίες, για τις οποίες δεν υπήρχε θεραπεία. Εάν ένας χώρος μολυνόταν, η μόνη λύση για όσους των κατοίκων του δεν είχαν ακόμη ασθενήσει ήτανε να φύγουν και να κατοικήσουν αλλού.

Τα εγκαταλειμμένα είτε για τον ένα λόγο είτε για τον άλλο χωριά, σταδιακά εξαφανίζονταν καθώς οι άνθρωποι αφαιρούσαν από αυτά κάθε οικοδομικό ή άλλο υλικό, για χρήση αλλού. Το μόνο που απέμενε τελικά ήταν η εκκλησία, αφού η πίστη των ανθρώπων δεν τους επέτρεπε να τη χαλάσουν κι αυτή για να πάρουν και εκείνης τα υλικά, αντίθετα τη συντηρούσαν όσο τους ήταν δυνατό. Έτσι παρέμειναν στο τέλος πολλοί ναοί, σε ολόκληρο το νησί, μόνοι σε έρημα μέρη. Σε αρκετές περιπτώσεις σε τέτοιους ναούς κατεφευγαν αργότερα λίγοι μοναχοί, οπότε μετατρέπονταν σε μικρά μοναστήρια, που ήσαν κατά κανόνα βραχύβια.

Στην έκταση του Ακάμα υπήρξαν κάποτε κάποια χωριά που δεν υπάρχουν σήμερα. Σε παλαιούς χάρτες (όπως λ.χ. εκείνος του Abraham Ortelius του 1573) σημειώνονται οικισμοί με ονομασίες όπως Ara (Αρά), Guardia (Καρδία;), Potanios (Ποτάμιος;), Merouile (Μαρούλι;). Πιθανότατα υπήρχανε και άλλα μικρότερα χωριά. Συνεπώς κάποιοι από τους ναούς του Ακάμα ήσαν ενοριακοί τέτοιων χωριών. Άλλοι υπήρξανε καθολικά μικρών μοναστηριών.

Πάντως στους χώρους όπου απαντώνται λαξευμένα κελιά ερημιτών δεν σώζονται ίχνη από κτιστούς ναούς. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι και οι ναοί σε τέτοιες περιπτώσεις ήσαν λαξευμένοι στους βράχους και μπορούμε να κάνουμε λόγο για πολύ μικρά τρωγλοδυτικά μοναστήρια, όπως εκείνο της Παναγίας Στάζουσας πάνω από το χωρίο Καραβάς και εκείνο σε γκρεμό στον κόλπο της Επισκοπής (Λεμεσού). Αλλά σε κάποιες περιπτώσεις τα λαξευμένα κελιά των ερημιτών πιθανώς να συνδέονταν με κοντινά μοναστήρια, όπως στην περίπτωση των κελιών ανατολικά του μοναστηριού του Αγίου Κόνωνος, Στην περίπτωση αυτή έχουμε ερημίτες που όμως υπάγονταν σε κάποιο μοναστήρι, όπως και στο Άγιο Όρος, στο Σινά και αλλού. Δεν ημπορεί ακόμη να αποκλειστεί η πιθανότητα ερημίτες του Ακάμα να είχανε διαβιώσει και σε προϋπήρξαντες αρχαίους λαξευτούς τάφους που τους μετέτρεψαν σε ασκητήρια, όπως είναι γνωστό ότι είχε συμβεί σε άλλες περιπτώσεις (λ.χ. Ελληνόσπηλιοι κοντά στην Πάφο, τάφοι στην ακτή του Αγίου Γεωργίου Πέγειας, ασκητήριο Αγίας Θέκλας στη Σωτήρα, Τσάμπρες στην Καρπασία, Άγιος Ρηγίνος στη Φασούλα Λεμεσού κ.α.).

Τα λαξευτά σπήλαια του Ακάμα έχουν όλα πάθει πολύ μεγάλη φθορά από καταρρεύσεις, ενώ σε νεότερα χρόνια αρκετά χρησιμοποιήθηκαν για μεγάλα διαστήματα και ως μάντρες κοπαδιών. Έτσι, έχουν εξαφανιστεί τα όποια στοιχεία θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα. Πάντως το βάθος τους κυμαίνεται μεταξύ 2-5 μέτρων, αλλά θα πρέπει να ήταν αρκετά μεγαλύτερο αφού το μπροστινό τους μέρος έχει καταρρεύσει, όπως έχει συμβεί και στην Παλαιά Εγκλείστρα στη Σουσκιού. Η οποία πάντως, θεωρώ ότι σε κάποια φάση θα πρέπει να ήταν συνδεδεμένη με το απέναντι εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου.

Πολύ ευδιάκριτα χαλάσματα, ιδίως στα δυτικά του ναού αυτού, δηλώνουν την ύπαρξη και άλλων κτισμάτων κάποτε, και φαίνεται ότι είχε λειτουργήσει και εδώ μικρό μοναστήρι.

Το ύψος των λαξευμένων σπηλαίων του Ακάμα ποικίλλει επίσης, όπως και το πλάτος. Υπήρχανε, δηλαδή, σπήλαια διαφόρων μεγεθών. Εάν κάποια από αυτά είχαν λειτουργήσει ως ναοί, δεν ημπορούμε, δυστυχώς, να το ξέρουμε, αφού στο εσωτερικό τους δεν σώθηκε κανένα στοιχείο που να υποδεικνύει κάτι τέτοιο. Πολύ περισσότερο, δεν σώθηκε (τουλάχιστον σε όσα έχω ερευνήσει) ούτε και κάποιο ίχνος από τοιχογραφίες. Πάντως σε τέτοιες περιπτώσεις τοιχογραφίες κοσμούσαν όχι μόνο τους ναούς αλλά και άλλες λαξευμένες αίθουσες, όπως γνωρίζουμε από αλλού (όπως Εγκλείστρα αγίου Νεοφύτου, Παλαιά Εγκλείστρα στη Σουσκιού, Σπήλαιο Αγίων Πατέρων στην Πάνω Αρχιμανδρίτα, Παναγία Χρυσοσπηλιώτισσα στις Πάνω Αρόδες κ.α.).

Εκτός από τους ερημίτες των λαξευμένων σπηλαίων, στον Ακάμα λειτούργησαν σε παλαιότερες εποχές και κάποια μοναστήρια. Αρχαιότερο τούτων φαίνεται να υπήρξε εκείνο του Αγίου Κόνωνος, που βρισκόταν σε απόσταση από την ακτή, σε μία εξαίρετης ομορφιάς κοιλάδα στην οποία, μεταξύ άλλων, αυτοφύονται και οι σπάνιες ενδημικές τουλίπες (Tulipa cypria). Το μοναστήρι ήταν παλαιότατο και πιθανότατα εδώ είχε λειτουργήσει και το «πτωχείον» (πτωχοκομείο) που μνημονεύεται από τον Προκόπιο (στο έργο του «Περί Κτισμάτων») ότι είχε βοηθηθεί από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον Μέγα. Ο αυτοκράτορας αναφέρεται ότι είχε διαθέσει χρηματικό ποσόν για βελτίωση του εκεί υδραγωγείου. Εάν λοιπόν είχε λειτουργήσει και «πτωχείον», σημαίνει ότι υπήρχανε και πολλοί πτωχοί στην περιοχή, που βοηθούνταν από το μοναστήρι. Αλλη μία ένδειξη για σημαντική κατοίκηση της χερσονήσου, στην περίπτωση αυτή κατά τον 6ο αιώνα, πριν δηλαδή τις αραβικές επιδρομές (μέσα 7ου – μέσα 10ου αιώνα) που ερήμωσαν τα κυπριακά παράλια μέρη.

Από το παλαιότατο αυτό μοναστήρι δεν σώζεται τίποτα. Ο ναός του ήταν ήδη ερειπωμένος το 1888 όταν τον είχε δει ο επισκέπτης Hogarth. Στον χώρο υπάρχει σήμερα ένας νεότερος μικρός μονόκλιτος ναός που, κατά παράδοξο τρόπο, οι κτήτορές του πολύ πρακτικά τον στέγασαν με μία επίπεδη ταράτσα(!), πράγμα εντελώς έξω από τους κανόνες της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. (Με παρόμοια ταράτσα στεγάστηκε περιέργως και ο μικρός ναός του άλλοτε Αγιοταφίτικου μοναστηριού της Αγίας Βαρβάρας στο χωριό Αργάκα).

Αξιόλογο φαίνεται να υπήρξε στον Ακάμα και το μοναστήρι του οποίου τα κατάλοιπα είναι γνωστά ως «Πύργος της Ρήγαινας». Είχε ακμάσει σε μία μαγευτική κοιλάδα, αθέατη από τη θάλασσα, περί το ένα χιλιόμετρο (σε ευθεία γραμμή) δυτικά της γνωστής παράκτιας τοποθεσίας Λουτρά της Αφροδίτης. Για πολύ καιρό τα λίγα ορατά του ίχνη εθεωρείτο ότι ανήκαν σε κάποιο μεσαιωνικό πύργο. Η αρχαιολογική έρευνα που έγινε τη δεκαετία του 1980 αποκάλυψε ότι επρόκειτο για ένα μοναστήρι.

Το όλο οικοδομικό σύμπλεγμα, κτισμένο με πέτρινους χοντρούς τοίχους, είχε σχήμα ορθογώνιο με πτέρυγες σε όλες τις πλευρές, κάποιες διώροφες. Στο μέσον της εσωτερικής αυλής βρισκόταν ο μικρός ναός, μονόκλιτος, με μικρή αψίδα και εσωτερικές διαστάσεις περίπου 6X3 μέτρα. Σε μερικά σημεία διακρίνονται ίχνη τοιχογραφιών.Το μοναστήρι αυτό είχε ιδρυθεί τον 11ο η 12ο αιώνα, περίοδο ακμής του μοναχισμού στην Κύπρο και ίδρυσης στο νησί πολλών μοναστηριών. Επιβίωσε και κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, όπως φαίνεται και από ενδείξεις κάποιων πρόσθετων κτισμάτων η ανακαινίσεων αυτής της εποχής.

Είναι άγνωστο σε ποίον άγιο ήταν αφιερωμένο. Η ονομασία, ωστόσο, Πύργος της Ρήγαινας, ίσως οδηγεί στο ότι είχε αφιερωθεί στην ίδια την Παναγία. Η οποία, ας σημειωθεί, απαντάται μεταξύ πολλών άλλων και με το επίθετο Ρήγαινα ( = Βασίλισσα, Άνασσα – Παντάνασσα).

Επίσης, ως μοναστήρι φαίνεται να είχε λειτουργήσει για κάποιο ακαθόριστο χρόνο και ο μικρός, μονόκλιτος και καμαροσκέπαστος ναός της Παναγίας του Βλου ή Φλου. Του Τυφλού κατά μία άποψη (ίσως λόγω κάποιου θαύματος). Ή, κατά τον Ν.Γ.Κυριαζή («Τα Μοναστήρια εν Κύπρω», 1950, σ. 131 – 2) από ονομασία παλαιού χωριού που ονομαζόταν Βλου – Φλου – Φλούδιν. Πάντως στο ναό σώζεται και μία λαϊκής τέχνης εικόνα της Παναγίας με επιγραφή «του Τυφλού». Δεν είναι όμως τίποτα γνωστό ούτε για το πιθανό χωριό ούτε και για το μοναστήρι. Πιθανώς στην τοποθεσία αυτή έχουμε ακριβώς περίπτωση μικρού χωριού που διαλύθηκε σε άγνωστο χρόνο και στον εναπομείναντα ναό του κατέφυγαν αργότερα για κάποιο διάστημα λίγοι μοναχοί. Πάντως στην δυσπρόσιτη περιοχή όπου βρίσκεται ο ναός είναι ευδιάκριτα αρκετά χαλάσματα από παλαιά πέτρινα κτίσματα. Στον κτηματικό κώδικα της Εκκλησίας της Πάφου αναγράφονται απλώς τα λίγα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού που περιελάμβαναν 53 συνολικά σκάλες γης σε διάφορα μέρη της περιοχής, καθώς και 17 ελαιόδεντρα εκ των οποίων τα 5 γύρω από το ναό, όπου σήμερα απαντώνται σποραδικά μερικές άγριες ελιές, απόγονοι προφανώς των παλαιοτέρων.

Επανέρχομαι στο ζήτημα των ερημιτών του Ακάμα. Όπως ήδη σημείωσα, τα λαξευμένα σπήλαια έχουν πάθει ανεπανόρθωτη ζημιά, πράγμα που δεν επιτρέπει λεπτομερή εξέταση τους για ανεύρεση στοιχείων τα οποία θα βοηθούσαν, όπως για παράδειγμα στη χρονολόγηση. Δηλαδή στον καθορισμό της χρονικής περιόδου κατοίκησης τους από μοναχούς. Λογικά θα πρέπει να ανατρέξουμε στη μακρά Βυζαντινή περίοδο της ιστορίας της Κύπρου, αλλά πιθανώς ασκητές να υπήρξαν στην περιοχή και αργότερα.

Πάντως η διαβίωση ερημιτών στον Ακάμα ήταν ήδη παλαιά ανάμνηση κατά τον 18ο αιώνα. Επί του προκειμένου, ενδιαφέρουσα είναι και μία αναφορά του Ρώσου μοναχού Βασιλείου Μπάρσκι που είχε περιηγηθεί τα μοναστήρια της Κύπρου. Στην εκτενέστερη των περιηγήσεών του, κατά το έτος 1735, ο Μπάρσκι γράφει ότι είχε πάει και στον Ακάμα μαζί με μοναχούς από τη μονή της Παναγίας των Ζαλακίων, κοντά στην Πέγεια. Είχε δει τότε και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στον Ακάμα που ήταν, λέει, εξάρτημα της μονής. Ίσως να επρόκειτο για την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεσαι λίγο περισσότερο από ένα χιλιόμετρο βορειοδυτικά εκείνης του Αγίου Κόνωνος. Δεν αναφέρει όμως αυτό τούτο τον Άγιο Κόνωνα, που φαίνεται να ήταν ήδη από τότε ερειπωμένος και εγκαταλειμμένος, ένα και μισό αιώνα πριν τον δει ο επισκέπτης Hogarth.

Ο Μπάρσκι αναφέρει ακόμη ότι κατά την οδοιπορία του στον Ακάμα είχε δει «και μερικά σπήλαια στα οποία, όπως άκουσα, διέμεναν κάποτε ερημίτες…» (Α. Παυλίδης, «Η Κύπρος ανά τους Αιώνες…», τ. Bee , 1994, σ. 700). Δηλαδή τότε, το έτος 1735, υπήρχε μόνο η προφορική μαρτυρία ότι κάποτε ζούσαν στην περιοχή ερημίτες. Προφανώς ο Ρώσος περιηγητής είχε πάρει την πληροφορία από τους μοναχούς της Παναγίας των Ζαλακίων με τους οποίους είχε οδοιπορήσει. Παρεμπιπτόντως, το μοναστήρι της Παναγίας των Ζαλακίων (ή Ζαλακιώτισσας), κάποτε κοντά στο χωριό Πέγεια, ενώ σήμερα στο μέσον πολλών νέων κατοικιών, είχε και αυτό διαλυθεί νωρίς. Στον χώρο υπάρχει σήμερα μόνο έναςνεότεροςναός.

Πιθανότερο θεωρώ πάντως το ότι ο Μπάρσκι δεν είχε καν εισέλθει στην όλη έκταση που σήμερα λογίζεται ως Ακάμας, γι’ αυτό και δεν αναφέρει κανένα από τα εκεί μοναστήρια, έστω και ερειπωμένο. Θεωρώ ότι η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που είχε επισκεφθεί δεν ήτανε άλλη από τη μικρή, λιθόκτιστη, μονόκλιτη καμαροσκέπαστη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Πέγειας, σε ύψωμα παρά την ακτή, κτίσμα του 12ου η 13ου αιώνα. Κοντά υπάρχει και δεύτερη πολύ νεότερη εκκλησία, ενώ λίγο πάρα πέρα, προς τα ανατολικά, η αρχαιολογική έρευνα έχει φέρει στο φως και τα κατάλοιπα τριών παλαιοχριστιανικών βασιλικών με ψηφιδωτά δάπεδα. Στην περίπτωση αυτή τα σπήλαια που είχε δει ο Μπάρσκι θα πρέπει να είναι εκείνα που βρίσκονται όχι στην έκταση που σήμερα θεωρείται ως Ακάμας, αλλά επί της πλαγιάς απόκρημνου βραχώδους χαμηλού λόφου νοτιοδυτικά της Πέγειας και στο μέσον περίπου της απόστασης μεταξύ Πέγειας και Αγίου Γεωργίου Πέγειας, δεξιά του κεντρικού αυτοκινητόδρομου.

Τα λαξευμένα σπήλαια του Ακάμα αποτελούν «ομάδες», αφού απαντώνται αρκετά μαζί σε κάθε μία από τις τρεις τοποθεσίες του Ακάμα (Ερημίτες, Κόρακας – Θεοράκεια και περιοχή ανατολικά του Αγίου Κόνωνος). Τέσσερις, εάν λογαριάσουμε και εκείνα μεταξύ Πέγειας και Αγίου Γεωργίου Πέγειας. Τούτο σημαίνει ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένους ερημίτες αλλά για μικρές κοινότητες ερημιτών. Ωστόσο σημειώνω ότι σε κάποιες απομονωμένες τοποθεσίες στο εσωτερικό της χερσονήσου ανευρίσκονται και λίγα λαξευμένα αβαθή σπήλαια, το κάθε ένα εντελώς μόνο του σε απομόνωση. Εάν επρόκειτο για αρχαίους τάφους, λογικά στην περιοχή θα πρέπει να βρίσκονταν μαζί περισσότερα του ενός και κοντά θα πρέπει να υπήρχαν και οικισμοί. Διότι τα νεκροταφεία δεν ήσαν ποτέ ανεξάρτητα και αποκομμένα από τους οικισμούς. Από την άλλη, κάποια τούτων ήσαν δημιουργήματα της έρευνας για εντοπισμό μεταλλεύματος. Όμως υπάρχουν και κάποια που διαφέρουν.

Συγκεκριμένα αναφέρω την περίπτωση ενός λαξευμένου σπηλαίου, βάθους 4 μέτρων περίπου, πλάτους 1.5 και ιδίου περίπου ύψους. Στην περιοχή του ανευρίσκονται και θραύσματα αγγείων. Το σπήλαιο αυτό είχε λαξευτεί με αρκετή φροντίδα και επιμέλεια, ενώ φαίνεται ότι δίπλα του υπήρξαν και κάποια βοηθητικά, πρόσθετα και πρόχειρα κτίσματα. Ίσως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, στην περίπτωση αυτή, ότι υπήρξαν και ερημίτες που είχανε ζήσει εντελώς μόνοι και όχι σε ομάδες. Όχι απλώς μοναχοί αλλά ολομόναχοι στην ερημιά.

του Άντρου Παυλίδη Ιστορικού-Ερευνητή
Πηγή: Περιοδικό «Ενατενίσεις», Ιερά Μητρόπολις Κύκκου & Τηλλυρίας, Λευκωσία, Μάιος-Αύγουστος 2011

http://www.pemptousia.gr/

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Η Μικρά Είσοδος (+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης)

Posted by kantonopou at Μαΐου 13, 2012

«Δεύτε   προσκυνήσωμεν   και   προσπέσωμεν Χριστώ»

(Ελάτε, ας προσκυνήσουμε κι ας λατρεύσουμε το Χριστό.)

Όταν ψάλλεται το τρίτο Αντίφωνο, τότε γίνεται και η Μικρά Είσοδος. Η Μικρά Είσοδος, σε αντίθεση προς τη Μεγάλη, που γίνεται παρακάτω στη θεία Λειτουργία, είναι η επίσημη μεταφορά του Ευαγγελίου από το Σκευοφυλάκιο, στην αγία Τράπεζα. Στην αρχαία εποχή το Ευαγγέλιο φυλαγόταν στο Σκευοφυλάκιο, που ήταν έξω στην είσοδο του ναού. Τώρα λοιπόν που πλησιάζει η ώρα για να αναγνωσθεί, μεταφέρεται το Ευαγγέλιο, αν και δεν φυλάγεται πια στο Σκευοφυλάκιο, αλλά μένει πάντα επάνω στην αγία Τράπεζα. Συγχρόνως όμως αυτή την ώρα μπαίνει επίσημα στο ναό και στο ιερό Βήμα για τη θεία Λειτουργία ο επίσκοπος. Η Μικρά Είσοδος λοιπόν είναι μια τελετή με διπλό νόημα· τη μεταφορά του Ευαγγελίου και την είσοδο του επισκόπου. Το Ευαγγέλιο είναι το κήρυγμα του Χριστού και ο επίσκοπος στην Εκκλησία είναι «εις τόπον Χριστού». Με τα ίδια λοιπόν αισθήματα και με τον ίδιο ύμνο χαιρετίζει και υποδέχεται στην ιερή σύναξη ο λαός το Ευαγγέλιο και τον επίσκοπο, ψάλλοντας· «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ…».

*

Οι αρχαίοι ερμηνευτές της θείας Λειτουργίας σε κάθε πράξη, που γίνεται στην ιερουργία, ανακαλύπτουν κάποιον συμβολισμό, κάτι δηλαδή βαθύτερο που υπάρχει κάτω από τα τελούμενα. Δεν θα θέλαμε να τους ακολουθήσουμε, όχι πως δεν έχουν δίκιο, αλλά γιατί δεν είναι αυτός ο σκοπός μας. Εμείς θέλουμε να εξηγήσουμε πολύ απλά αυτό που γίνεται στη θεία Λειτουργία, χωρίς να επιμένουμε ούτε στην ιστορική του εξέλιξη ούτε στη συμβολική του σημασία. Είναι χαρακτηριστικό κάτι που λέει εδώ, σχετικά με την είσοδο του Ευαγγελίου ο Νικόλαος ο Καβάσιλας· «γίνεται μεν έκαστον της χρείας ένεκα της ενισταμένης, σημαίνει δε καίτι των τον Χριστού έργων ή πράξεων ή παθών»· δηλαδή στην ιερουργία γίνεται το κάθε τι για να εξυπηρετηθεί κάθε φορά κάποια παρούσα ανάγκη, αλλά σημαίνει και κάτι από τα έργα ή τις πράξεις ή τα πάθη του Ιησού Χριστού.

Το Ευαγγέλιο είναι ο Χριστός και, καθώς μπαίνει υψωμένο στα χέρια του λειτουργού ιερέα, δείχνει τη φανέρωση του Ιησού Χριστού στον κόσμο, καθώς με αυτά τα λόγια εξηγεί το πράγμα ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής· «τελούμενης της αγίας συνάξεως, η μεν πρώτη είσοδος γενικώς μεν δηλοί την πρώτην του Θεού ημών παρουσίαν». Ο ίδιος ερμηνευτής αλλού, συνδυάζοντας την είσοδο του Ευαγγελίου με την είσοδο του επισκόπου, λέει τα εξής· «Την μεν ουν πρώτην εις την αγίαν Εκκλησίαν του αρχιερέως κατά την ιεράν σύναξιν της πρώτης του Υιού του Θεού και του Σωτήρος ημών Χριστού διά σαρκός εις τον κόσμον τούτον παρουσίας τύπον και εικόνα φέρειν εδίδασκε». Κάποιος παλαιότερος δηλαδή, από τον οποίον ο άγιος Μάξιμος το παίρνει, εδίδασκε ότι η πρώτη είσοδος του επισκόπου στην ιερή σύναξη είναι η εικόνα της πρώτης παρουσίας στον κόσμο του σαρκωθέντος θείου Λόγου. Αλλά είπαμε πως δεν θα σταματήσουμε περισσότερο στις αλληγορικές αυτές και συμβολικές ερμηνείες των αρχαίων εξηγητών της θείας Λειτουργίας.

Θα πρέπει να εξηγήσουμε και να πούμε ότι οι ερμηνείες αυτές, πολύ επιτυχημένες όλες και ιερές, έγιναν βέβαια ύστερα από τα πράγματα. Η ευσέβεια και η πίστη των ερμηνευτών ζητάει κάτω από τα πράγματα μια βαθύτερη πάντα σημασία, που εμείς χωρίς να μην την παραδεχόμαστε, δεν μένουμε όμως σ’ αυτήν, γιατί θαρρούμε πως δεν είναι λίγο να εξηγήσουμε τα πράγματα, καθώς τα βλέπουμε και τα ακούμε, αφήνοντας τις βαθύτερες ερμηνείες για τους πνευματικά τελειότερους. Ό,τι γίνεται κι ό,τι λέγεται στην Εκκλησία είναι πράξη και λόγος ιερός· αυτό μας είναι αρκετό. Ας βλέπουμε λοιπόν κι ας ακούμε με μια απόλυτη ευλάβεια όσα γίνονται και λέγονται μέσα στην Εκκλησία κι ας αφήνουμε ο καθένας τη σκέψη του και την ψυχή του να βαθαίνει όσο μπορεί πιο πολύ και να πετάει ψηλότερα. Εδώ δεν υπάρχει περιορισμός, γιατί το περιεχόμενο της πίστεως είναι μεν για όλους το ίδιο, μα ο καθένας ζει την πίστη του κατά δικό του και προσωπικό τρόπο. Το τι αισθάνεται και ζει μέσα του ο κάθε πιστός μόνο ο Θεός το ξέρει.

*

Φέρνοντας λοιπόν ο λειτουργός ιερέας το άγιο Ευαγγέλιο και κρατώντας το ψηλά, προχωρεί στη μέση του ναού. Μπροστά, όπως γίνεται σε κάθε λιτανεία, πηγαίνει αναμμένη λαμπάδα, ο τίμιος Σταυρός και τα εξαπτέρυγα. Στη μέση του ναού και στο ύψος του επισκοπικού θρόνου η λιτανεία σταματά. Σταματούν και οι ψάλτες την ψαλμωδία, και ο λειτουργός ιερέας, όπως πάντα όταν πρόκειται να διαβάσει ευχή, λέει· «Του Κυρίου δεηθώμεν». Και πάντα οι ψάλτες απαντούν «Κύριε ελέησον». Ύστερα ο ιερέας διαβάζει την ευχή της εισόδου, έτσι που να την ακούν όλοι· «Δέσποτα Κύριε ο Θεός ημών, ο καταστήσας εν ουρανοίς τάγματα και στρατιάς αγγέλων και αρχαγγέλων εις λειτουργίαν της σης δόξης, ποίησον συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι, συλλειτουργούντων ημίν και συνδοξολογούντων την σην αγαθότητα». Δέσποτα Κύριε Θεέ μας, που έβαλες στους ουρανούς τάγματα και στρατιές αγγέλων και αρχαγγέλων για να υπηρετούν τη δόξα σου, κάνε τώρα με την είσοδό μας να μπουν και άγιοι άγγελοι, για να λειτουργούν μαζί μας και να δοξάζουν την καλωσύνη σου.

Στο τέλος ακολουθεί η εκφώνηση· «Ότι πρέπει σοι πάσα δόξα…». Είναι η πρώτη εκφώνηση που ακούσαμε στη θεία Λειτουργία και την εξηγήσαμε. Ύστερα ο ιερέας ευλογεί την είσοδο, με τη χαρακτηριστική χειρονομία της ιερατικής ευλογίας· «Ευλογημένη η είσοδος των αγίων σου· πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων». Ό,τι γίνεται στην Εκκλησία σφραγίζεται με το σημείο του σταυρού και κάθε ιερατική ευλογία παρέχεται με τον τύπο του Σταύρου. Παντού στη ζωή των πιστών, αλλά πολύ περισσότερο μέσα στο ναό την ώρα της θείας λατρείας, ξεχωρίζει ο τίμιος σταυρός· ο ιερέας κάθε πράξη τη σφραγίζει με το σημείο του σταυρού και κάθε πιστός μέσα στη σύναξη, σε κάθε δοξολογία της Αγίας Τριάδος, κάνει το σημείο του σταυρού. Με το σημείο του σταυρού «οι πιστοί των απίστων αποδιϊστάμεθα και γνωριζόμεθα», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός· ο σταυρός είναι το σημείο που σημαδεύει και ξεχωρίζει τους χριστιανούς.

Ύστερα ο ιερέας υψώνει το άγιο Ευαγγέλιο και λέει με δυνατή φωνή· «Σοφία! Ορθοί!». Το «σοφία» λέγεται για το Ευαγγέλιο· το Ευαγγέλιο, είναι ο Ιησούς Χριστός, η αληθινή σοφία, η «άνωθεν κατερχόμενη». Και το «ορθοί» λέγεται για τους πιστούς, για να σηκωθούν ορθοί όχι μόνο να δείξουν εξωτερική ευλάβεια, αλλά και να υψώσουν την διάνοια και την καρδιά τους και να προσέξουν τι γίνεται τώρα· ότι ο Ιησούς Χριστός μαζί με τους αγγέλους ήρθαν στη σύναξη και μπαίνουν στο ιερό Βήμα, για να γίνει η θεία Λειτουργία. Τότε η σύναξη μ’ ένα στόμα ψάλλει πανηγυρικά το Εισοδικό· «Δεύτε προσκυνησωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ»· είναι ο ύμνος, με τον οποίο υποδέχεται και χαιρετίζει την είσοδο του Ευαγγελίου και του επισκόπου. Πρέπει να εξηγήσουμε εδώ ότι αντιπροσωπευτικά είπαμε για το Εισοδικό μόνο της Κυριακής, γιατί βέβαια τα Εισοδικά των Δεσποτικών εορτών είναι κάθε φορά άλλα. Καθώς επίσης ότι μιλάμε για ένα μόνο λειτουργό ιερέα, ενώ η θεία Λειτουργία μπορεί να γίνεται από τον επίσκοπο με πολλούς ιερείς και με διάκονο. Πρέπει όμως να ξέρουμε ότι και όταν γίνεται συλλείτουργο, ένας είναι που λειτουργεί, ο επίσκοπος ή ο πρώτος των ιερέων. Όταν λειτουργεί επίσκοπος, καθώς μπαίνει στο ιερό Βήμα ευλογεί το λαό. Επάνω σ’ αυτό λέει ο άγιος Χρυσόστομος ότι «μπαίνοντας ο επίσκοπος δεν ανεβαίνει στο θρόνο, αν δεν ευλογήσει πρώτα το λαό». Ο θρόνος του επισκόπου δεν ήταν τότε έξω στο ναό, αλλά μέσα στο ιερό Βήμα, εκεί που είναι και τώρα το «σύνθρονον».

*

Πριν κλείσουμε τη σημερινή ομιλία, πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην ευχή της εισόδου. Το αίτημα της ευχής είναι να έλθουν στη σύναξη της Εκκλησίας Άγγελοι συλλειτουργοί μαζί με τους ανθρώπους· «ποίησον συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι». Μαζί με τον Βασιλέα Χριστό παρόντες στη θεία Λειτουργία, σαν τιμητική φρουρά, είναι άγγελοι και αρχάγγελοι. Σ’ έναν από τους περίφημους λόγους του «Περί ιεροσύνης» ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει· «Εγώ ήκουσα κάποιον να διηγείται ότι ένας αξιοσέβαστος γέροντας, που είχε το χάρισμα να δέχεται αποκαλύψεις, έλεγε ότι αξιώθηκε κάποτε την ώρα της θείας Λειτουργίας να δει ξαφνικά πλήθος από αγγέλους ντυμένους με λαμπρές στολές, να περικυκλώνουν την αγία Τράπεζα και να βλέπουν προς τα κάτω, σαν που θα έβλεπε κανείς στρατιώτες να στέκουν μπροστά στο βασιλέα. Η ευχή του ιερέα και το αίτημα της σύναξης είναι πραγματικότητα. Και ο εισοδικός ύμνος είναι λόγος αληθινός- «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ…». Αμήν.

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | No Comments »

Η αγία Γλυκερία (13 Μαϊου)

Posted by kantonopou at Μαΐου 13, 2012

Saint_Glyceria

Η Αγία Μάρτυς Γλυκερία γεννήθηκε στην Τραϊανούπολη τον 2ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161 μ.Χ.). Ο πατέρας της ονομαζόταν Μακάριος και είχε διατελέσει ύπατος. Σε μικρή ηλικία ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό και ανέπτυξε έντονη χριστιανική και κατηχητική δράση. Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο ηγεμόνας Σαβίνος, την κάλεσε να παρουσιασθεί μπροστά του. Με μεγάλη προθυμία η Αγία εμφανίσθηκε σε εκείνον, έχοντας σημειώσει στο μέτωπό της τον Τίμιο Σταυρό και δεν δίστασε να ομολογήσει με παρρησία και σθένος την πίστη της στον Σωτήρα και Λυτρωτή Ιησού Χριστό.

Όταν ο ηγεμόνας κάλεσε την Αγία να θυσιάσει στα είδωλα, αυτή αρνήθηκε και ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό. Ακολούθως προσευχήθηκε στον Θεό λέγοντας: «Ο Θεός, ο Παντοκράτορας, Σύ πού δοξάζεσαι με το Σταυρό του Χριστού Σου από τους δούλους Σου, Σύ πού εμφανίσθηκες στους Οσίους Σου παίδες και τους γλύτωσες από αναμμένο καμίνι, Σύ πού έκλεισες τα στόματα των λιονταριών και ανέδειξες νικητή τον δούλο Σου Δανιήλ, Σύ πού κατέστρεψες τον Βάαλ και εξόντωσες τον δράκοντα και συνέτριψες τη διαβολική εικόνα (τού βασιλέως Ναβουχοδονόσορ), Ιησού Χριστέ, το άμωμο και άκακο αρνίον του Θεού, έλα σε εμένα την ταπεινή και συνέτριψε τον δαίμονα (τόν Δία) πού δημιουργήθηκε με την ανθρώπινη τέχνη και διασκόρπισε την κακή τους θυσία». Αμέσως μετά την προσευχή έγινε βροντή μεγάλη και έπεσε το άγαλμα του Δία και συντρίφθηκε, γιατί ήταν πέτρινο.

Όταν ο ηγεμόνας και οι ειδωλολάτρες ιερείς είδαν να συντρίβεται το άγαλμα του θεού τους, γεμάτοι από οργή, έδωσαν την εντολή να πεθάνει η Γλυκερία με λιθοβολισμό. Αμέσως τα πλήθη των ειδωλολατρών όρμησαν μανιασμένα και άρχισαν να λιθοβολούν την Αγία. Οι πέτρες όμως έπεφταν δίπλα της χωρίς καθόλου να την αγγίζουν. Οι ειδωλολάτρες βλέποντας το φαινόμενο και μή αντιλαμβανόμενοι αυτή τη δωρεά και ευεργεσία του Θεού, νόμισαν ότι η Αγία είναι μάγισσα και γι’ αυτό δεν την άγγιζαν οι πέτρες. Αρχισαν λοιπόν να την βρίζουν.

Ο ηγεμόνας παρεμβαίνοντας διέταξε να την βάλουν μέχρι το πρωί της επόμενης ημέρας στη φυλακή και να την ασφαλίσουν καλά, μήπως κάνοντας χρήση των μαγικών της ικανοτήτων κατορθώσει να φύγει και έπειτα διαδώσει ότι την βοήθησε ο Θεός της με συνέπεια να εξαπατήσει πολλούς.

Εκεί στην φυλακή, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, επισκέφθηκε την Αγία ο Χριστιανός ιερέας της πόλεως, Φιλοκράτης, τον οποίο η Αγία παρακάλεσε να τη σφραγίσει με το σημείο του Σταυρού.

Το πρωί της επόμενης ημέρας ο ηγεμόνας ήλθε στο δικαστήριο, για να δικάσει και τιμωρήσει παραδειγματικά την Αγία Γλυκερία. Διέταξε λοιπόν να την οδηγήσουν μπροστά του και την ρώτησε, εάν θέλει να θυσιάσει στον Δία. Της επέστησε δε την προσοχή ότι σε περίπτωση πού δεν επείθετο και δεν υπάκουε θα έδινε την εντολή να την σκοτώσουν. Η Αγία αρνήθηκε. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την κρεμάσουν από τα μαλλιά και να της γδάρουν την κεφαλή. Η Αγία, καθώς ήταν κρεμασμένη, ευχαριστούσε τον Θεό.

Όταν ο ηγεμόνας αντιλήφθηκε ότι δεν μπορεί να κατισχύσει της Αγίας Γλυκερίας, διέταξε να ξεκρεμάσουν την Μάρτυρα και να της συντρίψουν το πρόσωπο. Μόλις τελείωσε την προσευχή της, οι υπηρέτες άρχισαν να την χτυπούν. Ξαφνικά όμως εμφανίσθηκε Αγγελος Κυρίου και παρέλυσε αυτούς, οι οποίοι έμειναν αποσβολωμένοι σαν νεκροί. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να μεταφερθεί η Αγία και πάλι στη φυλακή και έδωσε την εντολή, κανένας να μην της δώσει τροφή. Η Αγία Γλυκερία γεμάτη χαρά και δοξάζοντας τον Θεό επανήλθε στην φυλακή. Ο δεσμοφύλακάς της με πολύ σεβασμό και φόβο την κλείδωσε στο κελλί της. Η Μεγαλομάρτυς ευχαρίστησε τον Θεό.

Από τότε πέρασε ικανός χρόνος κατά τον οποίο η Αγία ήταν πάντα κλεισμένη μέσα στη φυλακή και δοξολογούσε τον Θεό, ενώ Αγγελοι έφερναν τροφή σε αυτήν.

Κάποτε ο ηγεμόνας επρόκειτο να μεταβεί στην Ηράκλεια. Τότε σκέφθηκε να περάσει και από την φυλακή, για να δεί τί γίνεται η Γλυκερία και αν είναι σε θέση να τον ακολουθήσει στην Ηράκλεια. Όταν όμως έφθασε στη φυλακή και είδε την πόρτα σφραγισμένη, νόμισε ότι είχε ήδη πεθάνει η Αγία. Αλλά μόλις άνοιξε η πόρτα διαπίστωσε ότι η Αγία ήταν λυμένη και δίπλα της υπήρχε ένα πινάκιο με γάλα και ψωμί και ένα δοχείο με νερό. Γεμάτος έκπληξη ο ηγεμόνας και μή γνωρίζοντας ότι ο Θεός έτρεφε την Αγία, την έβγαλε από την φυλακή.

Μετά από αυτά, πήρε ο ηγεμόνας την Αγία και κατευθύνθηκε προς την Ηράκλεια. Όταν οι Χριστιανοί της Ηράκλειας άκουσαν για την αθληφόρο του Χριστού και ότι την έφερναν στην πόλη τους, έτρεξαν όλοι να την προϋπαντήσουν έχοντας επικεφαλής τους τον Επίσκοπο της πόλεως, Δομίτιο.

Το πρωί της επομένης ημέρας η ηγεμόνας διέταξε να προσαχθεί σε δίκη η Αγία και σε περίπτωση πού και πάλι θα αρνιόταν να υπακούσει, να την έριχναν στη φωτιά. Η Αγία και πάλι ομολόγησε την πίστη της στον Χριστό. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να ρίξουν την Αγία μέσα σε καμίνι. Όταν ετοιμάσθηκε η φωτιά μέσα στο καμίνι, ώστε να μην μπορεί να το πλησιάσει άνθρωπος, η Αγία κάνοντας το σημείο του Σταυρού σφράγισε τον εαυτό της και προσευχήθηκε προς τον Θεό. Μόλις την έριξαν μέσα στο καμίνι, ήλθε ουράνια δροσιά και έσβησε τη φλόγα της φωτιάς.

Μετά από αυτά, ο ηγεμόνας θυμωμένος διέταξε να της γδάρουν το κεφάλι μέχρι το μέτωπο και αφού έδεσαν οι υπηρέτες χειροπόδαρα την Αγία, έπρατταν κατά της διαταγές του ηγεμόνος. Ο ηγεμόνας, μή υποφέροντας την ψυχική και πνευματική αντοχή της Αγίας, διέταξε να την κλείσουν πάλι στην φυλακή. Εκεί διέταξε να την δέσουν χειροπόδαρα και να την ξαπλώσουν πάνω σε κοφτερές πέτρες, για να υποφέρει αφόρητα όταν ήθελε να μετακινηθεί δεξιά και αριστερά. Και οι υπηρέτες έκαναν ότι τους διέταξε ο ηγεμόνας. Κατά το μεσονύκτιο όμως Αγγελος Κυρίου ήλθε και έλυσε τη Μάρτυρα από τα δεσμά της και επούλωσε τα τραύματα του προσώπου της, ώστε να καταστεί απόλυτα υγιείς, χωρίς κανένα σημάδι ή ουλή, όπως δηλαδή της το είχε χαρίσει ο Θεός.

Το επόμενο πρωί ήλθε ο ηγεμόνας στο δικαστήριο και διέταξε να φέρουν μπροστά του την Αγία. Όταν ο δεσμοφύλακας, ονόματι Λαοδίκιος, άνοιξε την πόρτα της φυλακής, βρήκε την Γλυκερία λυμένη και υγιή, ώστε δεν την αναγνώρισε. Η Αγία όμως του είπε: «Μην κάνεις τίποτε και λυπήσου τον εαυτό σου, εγώ είμαι εκείνη πού ζητάς».

Ο δεσμοφύλακας γεμάτος έκπληξη και έντρομος έβγαλε την Αγία από την φυλακή και αφού δέθηκε ο ίδιος με τα δεσμά της Μάρτυρος την ακολούθησε στο βήμα του ηγεμόνα. Αντικρίζοντας αυτό το θέαμα ο ηγεμόνας ρώτησε τον δεσμοφύλακα. Εκείνος του είπε τί ακριβώς συνέβη. Ο άρχοντας έδωσε αμέσως εντολή και οι στρατιώτες αποκεφάλισαν τον Μάρτυρα. Το λείψανό του το πήραν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν.

Στη συνέχεια ο ηγεμόνας διέταξε να ριχθεί η Γλυκερία στα θηρία. Αλλά η Μάρτυς ακούγοντας την απόφαση του ηγεμόνα αντί να πανικοβληθεί χάρηκε ως να της συνέβη κάτι το ευχάριστο.

Αφού λοιπόν ο ηγεμόνας και ο λαός πήραν τις θέσεις τους στο στάδιο, έριξαν μέσα στον στίβο την Αγία, η οποία εισήλθε χαρούμενη και στάθηκε γαλήνια στην μέση του σταδίου περιμένοντας και πάλι τον Χριστό ως βοηθό της. Ετσι ολοκληρώθηκε το μαρτύριο της Αγίας Γλυκερίας στο οποίο αναδείχθηκε τέλεια στην ομολογία της αλήθειας.

Το ιερό λείψανό της παρέλαβε ο Επίσκοπος της Ηρακλείας Δομίτιος και το τοποθέτησε σε ευπρεπή τόπο κοντά στην πόλη.

Απολυτίκιον. Ήχος γ’. Την ωραιότητα.

Την καλλιπάρθενον, Χριστού τιμήσωμεν, την αριστεύσασαν πόνοις αθλήσεως, και ασθένεια της σαρκός, τον όφιν καταβαλούσαν πόθω γάρ του Κτίσαντος, των βασάνων την έφοδον, παρ’ ουδέν ηγήσατο, και θεόθεν δεδόξασται προς ην αναβοήσωμεν πάντες, χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

Εγκαίνια ναού της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Παντανάσσης στη νήσο της Αγίας Γλυκερίας

Η μικρή νήσος της Αγίας Γλυκερίας κείται προ του Νικητιάτου, δηλαδή προ της σημερινής πόλεως των Τούζλων. Η μονή σωζόταν το 1158 και υπέρ αυτής εξέδωσε χρυσόβουλλο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Κομνηνός.

http://vatopaidi.wordpress.com/

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Φωτό: Πάσχα στην Κολομβία

Posted by kantonopou at Μαΐου 12, 2012

Cucuta11

Cucuta9

Φωτό: Πάσχα στην Κολομβία.  Ένα Ορθόδοξο Πάσχα στην καρδιά της Κούκουτα

http://ierapostoles.gr/2012/04/%CF%86%CF%89%CF%84%CF%8C-%CF%80%CE%AC%CF%83%CF%87%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%B2%CE%AF%CE%B1/

Posted in ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ | No Comments »

Κυριακή της Σαμαρείτιδος – Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Anthony (Bloom), Metropolitan of Sourozh

Posted by kantonopou at Μαΐου 12, 2012

Η Κυριακή της Σαμαρείτιδος
Anthony (Bloom), Metropolitan of Sourozh
„Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες  τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογία. Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής.“ – από μια ομιλία του Μητροπολίτη Αντωνίου Σούροζ (Μπλούμ) για την Κυριακή της ΣαμαρείτιδοςΌταν η Σαμαρείτης βιάστηκε για να γυρίσει στο χωριό της και άρχισε να καλεί τους γείτονές της για να έρθουν και να δουν το Χριστό, είπε: Ελάτε! Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος μου τα είπε όλα όσα έκανα! Και ο κόσμος μαζεύτηκε και άκουγε όσα ο Χριστός είχε να τους πει.
Καμιά φορά σκεφτόμαστε: Τί απλά ήτανε τότε! Πόσο εύκολα η γυναίκα μπόρεσε να πιστέψει, και τί εύκολο ήταν για αυτήν, αφού μόλις είχε εντυπωσιαστεί από την θαυμάσια συνάντηση, στράφηκε στους άλλους για να τους πει: „Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μιλάει, όπως δεν μίλησε ποτέ ένας άνθρωπος. Να δείτε τον άνθρωπο ο οποίος χωρίς να πω καμία λέξη, με κοίταξε και είδε το βάθος της καρδιάς μου και το σκοτάδι της ζωής μου. Είδε και τα κατάλαβε όλα!“. Άραγε δεν συμβαίνει αυτό με καθέναν από μας?  Ο Χριστός δεν της είχε πει κάτι πολύ ιδιαίτερο. Της είπε μόνο, ποια είναι, πώς είναι η ζωή της, πώς τη βλέπει ο Θεός. Αυτό μπορεί να μας το πει κάθε μέρα και όχι μέσα από ένα μυστηριώδες βίωμα, όπως έχει συμβεί σε μερικούς αγίους, άλλα με πιο απλό τρόπο.
Αν στραφούμε στο Ευαγγέλιο και το διαβάζουμε κάθε μέρα ή το διαβάζουμε από καιρό σε καιρό με μια ανοιχτή καρδιά – την οποία δεν έχουμε πάντα – μπορούμε να φανταστούμε, πως ο Χριστός κρατάει μπροστά μας έναν καθρέπτη, στον οποίον βλέπουμε τον εαυτό μας, „ποιός είμαι“. Μπορούμε να χαιρόμαστε με αυτό που βλέπουμε ή,  αντίθετα, να τρομάξουμε, πόσο διαφορετικοί είμαστε από ότι φαινόμαστε ή από τις δικές μας αυταπάτες για τον εαυτό μας. Ο Χριστός είπε στη γυναίκα: „Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου!“ Εκείνη αποκρίθηκε: „Δεν έχω άντρα.“ Και ο Χριστός της τότε απάντησε: «Σωστά είπες, γιατί πέντε άντρες πήρες, και αυτός που μαζί του τώρα ζεις, δεν είναι άντρας σου.» …
Μερικοί πατέρες σχολίαζαν αυτή την κουβέντα με τα εξής: Ο Χριστός της είπε μεταφορικά: Ναι, ήσουν παντρεμένη με όλα όσα μπορούσαν να σου προσφέρουν οι πέντε αισθήσεις και έχεις καταλάβει ότι δεν μπορείς να βρεις ολοκληρωμένη ικανοποίηση από καμία από αυτές. Τώρα απόμεινες μόνο εσύ η ίδια: το σώμα σου και ο νους σου. Και αυτά δεν μπορούν να σε χορτάσουν περισσότερο από τις πέντε αισθήσεις, ούτε να σου δώσουν εκείνη την πληρότητα, που χωρίς αυτή δεν μπορείς να ζεις. …
Άραγε, δεν μας λέει ο Χριστός αυτό, όταν διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, όταν βάζει μπροστά μας την εικόνα, ποιός θα μπορούσαμε να είμαστε, όταν μας καλεί σ΄ εκείνο το μεγαλείο, για το οποίο μας προόρισε? Για εκείνο το μεγαλείο, το οποίο ο απόστολος Παύλος περιγράφει σαν ώριμη ηλικία του Χριστού: Να είμαστε ανθρώπινοι, όπως Εκείνος. Επειδή είναι γνήσιος άνθρωπος που έφτασε την πληρότητα της ολόκληρης, ατελείωτης κοινότητας με το Θεό.
Ας διδαχτούμε από αυτή την γυναίκα! Γιατί κι εμείς στρεφόμαστε προς όλες  τις κατευθύνσεις, για να πάρουμε τροφή τούτου του κόσμου, για να χορτάσουμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να χορτάσουμε από τίποτα, γιατί ο άνθρωπος είναι πιο βαθύς από τον υλιστικό κόσμο, είναι αρκετά φαρδύς για την ψυχολογία. Μόνο ο Θεός μπορεί να γεμίσει αυτό το πλάτος και βάθος. Αν μόνο μπορούσαμε να το καταλάβουμε, θα βρισκόμασταν ακριβώς στην ίδια κατάσταση με τη γυναίκα. Δεν χρειάζεται, όμως, να συναντήσουμε τον Χριστό σ΄ένα πηγάδι. Επειδή το πηγάδι είναι το Ευαγγέλιο, μια πηγή από όπου κυλάει το νερό της ζωής. Το Ευαγγέλιο δεν είναι υλιστικό πηγάδι. Είναι πηγάδι για το άλλο νερό, το οποίο πρέπει να πίνουμε.
Ας ακολουθήσουμε αυτή τη γυναίκα! Ας συνειδητοποιήσουμε και ας καταλάβουμε, ότι όλα αυτά με τα οποία είμαστε δεμένοι σαν να τα είχαμε παντρευτεί, δεν μπορούν να μας ικανοποιήσουν. Ας αναρωτηθούμε: Ποιός είμαι μέσα σε εκείνη τη εικόνα, όπου με βλέπει ο Θεός? Και τότε μπορούμε να πάμε στους άλλους για να τους πούμε: „Συνάντησα έναν άνθρωπο που έβαλε έναν καθρέπτη μπροστά μου, και είδα τον εαυτό μου, όπως είμαι. Μου έχει πει τα πάντα για μένα. Έλα να δεις! Πάμε να τον ακούσεις!“  Και οι άνθρωποι θα έρθουν και θα ακούσουν και τότε θα στραφούν σε μας και θα πουν: „Η πίστη μας δεν στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια, γιατί εμείς οι ίδιοι Τον έχουμε τώρα ακούσει, και ξέρουμε πως πραγματικά Αυτός είναι ο Χριστός και σ΄Αυτόν πιστεύουμε.“
Αμήν

http://apantaortodoxias.blogspot.com/2012/05/anthony-bloom-metropolitan-of-sourozh.html

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Αρχιμ. Ανανίας Κουστένης, Όποιος ζητάει όντως τον Χριστό σίγουρα θα Τον βρει. (Κυριακή της Σαμαρείτιδος)

Posted by kantonopou at Μαΐου 12, 2012

Χριστός Ανέστη! Αγαπητοί. Πέμπτη Κυριακή  από το Πάσχα, Κυριακή της Σαμαρείτιδος, και το άγιο Ευαγγέλιο περιέχει τον μοναδικό και ανεπανάληπτο διάλογο του Ιησού Χριστού με τη Σαμαρείτιδα γυναίκα.

Πήγαινε για τη Γαλιλαία ο Κύριος και πέρασε από τη Σαμάρεια για να βρει τη μεγάλη αυτή ψυχή, που ζούσε στο σκοτάδι αλλά έψαχνε με την ίδια και μεγαλύτερη ορμή και το φως. Μυστήριο ο άνθρωπος. Άβυσσος ο άνθρωπος. Ποιός να κρίνει ποιόν και τί να πει; Ο μεγάλος, λοιπόν, σαγηνευτής κάθησε στο πηγάδι του Ιακώβ, κοντά στην πόλη Συχάρ -οι μαθηταί πήγαν στην πόλη να αγοράσουν ψωμί και τροφές- και εκείνος περίμενε το θήραμα, τη μεγάλη γυναίκα της Σαμά­ρειας. Και ήλθε, στο καταμεσήμερο. Κι ο Κύριος την πήρε με το καλό. Της φέρθηκε ως αναγκεμένος, ζητώντας της νερό. Και εκείνη απόρησε: πώς ενώ ήταν Ιουδαίος ζητούσε απ’ αυτήν νερό; Μα ο Κύριος ήθελε να την κάνει να ζητήσει το δικό Του νερό, το Αθάνατο Νερό, τη θεία Του χάρη, και τη θεία Του σωτηρία, γιατί ο Ιησούς είναι η Πηγή της Ζωής και παρέχει το ύδωρ το ζων. Και τα κατάφερε και την έκανε να ζητήσει το Αθάνατο Νερό. Ο Κύριος την έφερε λίγο-λίγο στη θεογνωσία και στο φως Του. Ο Θεός δεν βιάζεται, ο διάβολος βιάζεται.

Κι όταν έλαμψε στη ψυχή της το φως του Ιησού Χριστού, τότε εκείνη θέλησε να το μεταδώσει και στους δικούς της. Άφησε τη στάμνα της εκεί, δεν χρειαζόταν πια, κι έτρεξε στην πόλη. Ο Ιησούς της είχε αποκαλύψει την ιδιότητά Του ως Μεσσίου, και της είχε μιλήσει για την αληθινή λατρεία του Θεού, και τη δρόσισε με τη θεία Του χάρη, την ουράνια δροσιά. Και εκείνη επί το έργον.

Καταπληττόμεθα και συγκινούμεθα πώς ο Θεός διάλεξε μια πόρνη, μια αμαρτωλή, μια σκοτεινή, μια ταλαίπωρη γυναίκα που κανένας δεν την είχε σε υπόληψη, διάλεξε αυτή να γίνει κήρυκας και απόστολος του Ευαγγελίου Του; Γι’ αυτό είναι και ισαπόστολος η μεγαλομάρτυς Φωτεινή. Και φώτισε και τις καρδιές των ανθρώπων, των συμπατριωτών της που την ήξεραν, και δέχτηκαν το μήνυμά της, κι έτρεξαν όλοι μαζί, εν αντιθέσει προς τους Ιουδαίους, που μεμψιμοιρούσαν και γκρίνιαζαν με τον Χριστό και δεν ήθελαν να δεχτούν τη θεία Του χάρη, επιστρατεύοντας τάχα διάφορα επιχειρήματα, οι Σαμαρείτες σαν ένας ποταμός, σαν λευκές χώρες, έτρεξαν κοντά στο Μεγάλο θεριστή. Κι είχαν μόνο ακούσει αυτά που τους είπε η Σαμαρείτιδα γυναίκα. Και Τον πήραν στα χέρια, Τον σήκωσαν και Τον αποθέωσαν κυριολεκτικά τον Ιησού, και Τον πήγαν στη Συχάρ, στην πόλη τους, και Τον παρεκάλεσαν να μείνει εκεί. Και έμεινε δυό μέρες. Και τότε λέγαν στη γυναίκα: «Δεν πιστεύομε μόνο στα λόγια σου, αλλά πιστεύομε πια σ’ αυτά που βλέπουμε».

Αυτή είναι η αποστολή των ποιμένων και των πατέρων και των κηρύκων της πίστεως αλλά και όλων των χριστιανών να φέρουμε κοντά στο Χριστό όλες εκείνες τις ψυχές που όντως Τον ψάχνουν, κι από κει και πέρα ο Χριστός ορίζει τα υπόλοιπα. Στη Σαμάρεια ο Χριστός μας ωφέλησε τόσο πολύ τους Σαμαρείτες, που όλοι στο τέλος είπανε ότι ο Ιησούς είναι ο Σωτήρ του κόσμου, όχι μόνο των Σαμαρειτών και των Ιουδαίων αλλά όλου του κόσμου.

Με τις ευχές της αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος ας φωτίσει και μας ο Χριστός μας να ερχόμαστε κοντά Του και να λαβαίναμε τη Χάρη Του την αγία και σωστική, και να τη μεταδίδουμε και στους άλλους. Τότε ο Χριστός θα κάνει μεγάλη χαρά αλλά και μείς και οι άλλοι θα σωζόμεθα.

Χριστός Ανέστη!

(Αρχιμ. Ανανία Κουστένη, «Το Κήρυγμα της Κυριακής», τ. Α΄, εκδ. Αρμός.) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Posted by kantonopou at Μαΐου 12, 2012

SAMAREITIDA

Κυριακή της Σαμαρείτιδος. Ευαγ. ανάγν.: Ιωάν., Δ΄, 5-42.

«Η σημερινή εορτή ορίστηκε να εορτάζεται στην εβδομάδα αυτή της Μεσοπεντηκοστής, επειδή ο Χριστός και στην παρούσα εορτή, όπως και κατά τη Μεσοπεντηκοστή, ξεκάθαρα ονομάζει τον εαυτό Του Μεσσία. Η λέξη Μεσσίας σημαίνει Χριστός (δηλ. χρισμένος ή αλειμμένος με λάδι). Στα εβραϊκά η λέξη Μεσσά σημαίνει το λάδι.

Ακόμη θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σημερινή εορτή έχει κάποια σχέση και με την εορτή της περασμένης Κυριακής: Σ’ εκείνη ο Χριστός θαυματούργησε μπροστά στην κολυμπήθρα. Στη σημερινή ο Χριστός ενεργεί δίπλα στο πηγάδι που έφτιαξε ο Ιακώβ και το χάρισε σαν κληρονομιά στο γιο του, τον Ιωσήφ. Εκείνη η περιοχή ήταν πραγματικά εξαιρετική. Εκεί κοντά βρισκόταν το όρος Σομώρ, όπου οι Σαμαρείτες είχαν χτίσει πολλές πόλεις.

Ο Χριστός, λοιπόν, έφθασε στην πόλη Συχάρ, εκεί όπου είχε κατοικήσει παλιά ο Ιακώβ μαζί με τη θυγατέρα του Δείνα και τα άλλα παιδιά του. Εκεί ο Συχέμ, ο γιος του Εμμώρ, ο Χορραίος γοητεύτηκε από τη Δείνα και την βίασε. Εξ αιτίας της προσβολής αυτής κατά της τιμής της αδελφής τους, τ’ αδέλφια της αγανάκτησαν. Μπήκαν ξαφνικά μέσα στην πόλη και σκότωσαν όλους τους κατοίκους, μαζί με το Συχέμ και τον πατέρα του τον Εμμώρ. Εκεί, λοιπόν, κατοίκησε ο Ιακώβ κι άνοιξε το πηγάδι αυτό.

Αυτό το όρος στην αρχή το κατοικούσαν οι Ισραηλίτες κι όχι οι Σαμαρείτες. Οι Ισραηλίτες όμως αυτοί απομακρύνθηκαν απ’ τον αληθινό Θεό, όταν ήταν βασιλιάς τους ο Φακεέ. Τότε τους επιτέθηκαν δυο φορές οι Ασσύριοι, τους νίκησαν κι αναγκάσθηκαν να πληρώνουν φόρους.

Όταν ήταν βασιλιάς τους ο Ωσηέ… συμμάχησαν με τους Αιγυπτίους και δεν έδωσαν τους φόρους στους Ασσυρίους. Όταν το έμαθε αυτό ο βασιλιάς των Ασσυρίων…, πολιόρκησε πάλι τις πόλεις τους, τους νίκησε και τους υποχρέωσε να κατοικήσουν στη Βαβυλώνα. Στην περιοχή που κατοικούσαν αυτοί οι Ισραηλίτες έβαλε να κατοικήσουν άλλα έθνη που λάτρευαν τα είδωλα. Τότε ο Θεός έστειλε λιοντάρια που θανάτωναν τους νέους αλλοεθνείς κατοίκους. Όταν το έμαθε αυτό ο βασιλιάς των Ασσυρίων, ζήτησε να μάθει την αιτία. Του είπαν, λοιπόν, ότι συμβαίνει το μεγάλο αυτό κακό, επειδή οι νέοι κάτοικοι δε σέβονται τον αληθινό Θεό.

Έστειλε τότε ο βασιλιάς των Ασσυρίων κι έφεραν από την εξορία έναν από τους ιερείς των Εβραίων, για να διδάξει τους νόμους του Θεού στους κατοίκους που είχε εγκαταστήσει στα περίχωρα του όρους Σομώρ… Εκείνοι τότε αμέσως εγκατέλειψαν την ειδωλολατρία, αν και κράτησαν ορισμένα στοιχεία της: Συγκεκριμένα, δέχτηκαν απ’ τη θρησκεία των Εβραίων μόνο τα βιβλία του Μωϋσή, δηλαδή την Πεντάτευχο… κι απέρριψαν τους Προφήτες και τα υπόλοιπα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτοί, λοιπόν, οι πρώην ειδωλολάτρες, ονομάσθηκαν Σαμαρείτες από το βουνό Σομώρ.

Οι Ιουδαίοι, όταν επέστρεψαν από την αιχμαλωσία, προσπάθησαν να πείσουν τους Σαμαρείτες να δεχτούν όλα τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά οι Σαμαρείτες αρνήθηκαν. Για το λόγο αυτό, επειδή δηλαδή κρατούσαν μερικά ειδωλολατρικά στοιχεία κι επειδή δεν παραδέχονταν ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη, οι Ιουδαίοι τους θεωρούσαν μολυσμένους… Γι’ αυτό και το Χριστό πολλές φορές Τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη, επειδή τάχα όπως εκείνοι, έτσι κι Αυτός, άλλα δεχόταν και άλλα απέρριπτε από το Νόμο.

Έρχεται, λοιπόν, ο Χριστός στην κώμη Συχάρ και, επειδή ήταν κουρασμένος απ’ την πεζοπορία, κάθισε να ξεκουραστεί… Οι Μαθητές είχαν πάει στην πόλη ν’ αγοράσουν κάτι για φαγητό. Εκείνη την ώρα, λοιπόν, έρχεται μία γυναίκα απ’ την κωμόπολη, για να βγάλει νερό απ’ το πηγάδι. Ο Ιησούς της ζητάει να πιει λίγο νερό. Αυτή αμέσως Τον γνώρισε και από τη φωνή και από τα ρούχα που φορούσε ότι ήταν Ιουδαίος. Του απαντάει, λοιπόν, ότι δεν έχουν καμιά επικοινωνία οι Σαμαρείτες με τους Ιουδαίους. Ο Χριστός με τη συζήτηση οδηγεί τη σκέψη της σε ανώτερο πνευματικό επίπεδο, κάνοντας λόγο για το πνευματικό νερό που έχει στη διάθεσή Του… Η γυναίκα χωρίς να έχει εννοήσει τα λόγια Του, του ζητάει λίγο απ’ αυτό το παράξενο νερό. Τότε ο Χριστός της λέει να φωνάξει τον άνδρα της, θέλοντας να της δείξει ότι τα λόγια Του, για να γίνουν κατανοητά, χρειάζονται περισσότερη φρόνηση (ανδρικό φρόνημα). Αυτή απαντά ότι δεν έχει άνδρα… Εν τω μεταξύ η γυναίκα… Τον ονομάζει προφήτη. Αρχίζει σιγά-σιγά να Τον εμπιστεύεται…

Όταν τελείωσε η συζήτηση ήλθαν οι Μαθητές κι απόρησαν με την συγκατάβαση του Διδασκάλου να ομιλεί με μία γυναίκα. Κι επειδή ήταν κουρασμένος από την οδοιπορία και τον καύσωνα, Τον παρακαλούσαν να φάγει. Αυτός όμως άρχισε να συνομιλεί μαζί τους για μία αλλιώτικη τροφή, για το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων…

Αυτή η γυναίκα ύστερα απ’ την συνάντησή της με το Χριστό ονομάστηκε Φωτεινή. Έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου επί Νέρωνος… μαζί με τα επτά παιδιά της…

Το στόμιο εκείνου του πηγαδιού ο μεγάλος βασιλιάς και άγιος, ο Ιουστινιανός, το μετέφερε απ’ τη Συχάρ στην Κωνσταντινούπολη στο ναό του Θεού Λόγου, στην Αγία Σοφία, και το έβαλε στο πηγάδι που υπήρχε στην αυλή της. Επίσης μετέφερε και την πέτρα όπου κάθισε ο Χριστός και συνομιλούσε με τη Σαμαρείτιδα… Αυτά θεράπευσαν πλήθος ασθένειες…». Αμήν.

Διαλεχτός

http://www.panagiaepiskepsi.gr/index.php?option=com_content&view=frontpage&Itemid=1

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | No Comments »

Οι σχετικές με το πρόσωπο του Αποστόλου Ιωάννου πληροφορίες των βιβλίων της Καινής Διαθήκης

Posted by kantonopou at Μαΐου 12, 2012

Βασίλειος Δ. Τζέρπος , Δρ. Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών

Οι αναφορές των βιβλίων της Καινής Διαθήκης στο πρόσωπο του αποστόλου Ιωάννου δεν είναι πολλές. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι με μοναδική ίσως εξαίρεση το βιβλίο της Αποκαλύψεως[1], το όνομα του εν λόγω αποστόλου (αν όντως πρόκειται γι’ αυτόν) απουσιάζει εντελώς από τα αποδιδόμενα βάσει της εκκλησιαστικής παραδόσεως σε αυτόν έργα του Κανόνος της Καινής Διαθήκης (Δ’ Ευαγγέλιο, τρεις επ’ ονόματι Ιωάννου Καθολικές Επιστολές, βιβλίο Αποκαλύψεως), ενώ μόλις που απαντά στα πλαίσια ένδεκα παραλλήλων η μη περικοπών της Συνοπτικής παραδόσεως[2], πέντε του βιβλίου των Πράξεων[3] και μιας της προς Γαλάτας επιστολής του αποστόλου Παύλου[4].

Ειδικότερα, και σε ο,τι αφορά στις διηγήσεις των Συνοπτικών Ευαγγελίων, το όνομα του απ. Ιωάννου μνημονεύεται στα πλαίσια των διηγήσεων α) της κλήσης των πρώτων μαθητών (Μτ. 4,21. Μκ. 1,19-20. Λκ. 5,10), β) της θεραπείας της πενθεράς του Σιμωνα (Μκ. 1,29), γ) της εκλογής των δώδεκα αποστόλων από τον Ιησού (Μτ. 10,2. Μκ. 3,16-17. Λκ. 6,14), δ) της ανάστασης της κόρης του Ιαείρου (Μκ. 5,37. Λκ. 8,51), ε) της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Μτ. 17,1. Μκ. 9,2. Λκ. 9,28), στ) της κυριακής ρήσεως «ος γαρ ουκ έστι καθ’ ημών, υπέρ ημών εστιν» (Μκ. 9,38. Λκ. 9,49), ζ) της αφιλοξενίας των Σαμαρειτών κατά το ταξίδι του Ιησού για την πόλη της Ιερουσαλήμ (Λκ. 9,54), η) του αιτήματος των υιών Ζεβεδαίου «ίνα καθίσωσιν … εις εκ δεξιών και εις εξ ευωνύμων εν τη βασιλεία» του Ιησού (Μκ. 10,35.41), θ) της κυριακής προρρήσεως των δεινών πριν από το τέλος του κόσμου (Μκ. 13,3), ι) του τελευταίου (μυστικού) δείπνου (Λκ. 22,8), και ια) της προσευχής του Ιησού στον κήπο της Γεθσημανή (Μτ. 26,36-46. Μκ. 14,32-42. Λκ. 22,39-46.)

Από το σύνολο των προαναφερθεισών συνοπτικών διηγήσεων πληροφορούμαστε ότι ο απόστολος Ιωάννης ήταν υιός του Ζεβεδαίου και αδελφός του επίσης μαθητού και αποστόλου του Κυρίου, Ιακώβου[5]. Σε ό,τι αφορά στη μητέρα του δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου «η μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου» εμφανίζεται δύο φορές· την πρώτη στα πλαίσια της διήγησης του αιτήματος των υιών Ζεβεδαίου, όταν η ίδια φέρεται να ζητά από τον Ιησού «ίνα» οι δύο υιοί της«καθίσωσιν … εις εκ δεξιών … και εις εξ ευωνύμων» του «εν τη βασιλεία» του (Μτ. 20,20-28), και τη δεύτερη, ως μία από τις γυναίκες εκείνες που παρακολουθούσαν από μακρυά τη Σταύρωση του Ιησού στο Μτ. 27,56: «ην Μαρία η Μαγδαληνή, και Μαρία η του Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ, και η μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου». Η αντιπαραβολή του τελευταίου αυτού χωρίου με το παράλληλό του στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (Μκ. 15,40: «Ήσαν δε και γυναίκες από μακρόθεν θεωρούσαι, εν αις Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η του Ιακώβου του μικρού και Ιωσή μήτηρ, και Σαλώμη») ήταν και ο λόγος που πολλοί υποστήριξαν ότι το όνομά της ήταν Σαλώμη, ενώ βάσει του Ιω. 19,25 («ειστήκεσαν … παρά τω σταυρώ του Ιησού η μήτηρ αυτού και η αδελφή της μητρός αυτού, Μαρία η του Κλωπά και Μαρία η Μαγδαληνή») υποστηρίχθηκε και η άποψη ότι ήταν αδελφή της Παναγίας. Γεγονός, που αν όντως ισχύει, θα καθιστούσε τον Ιησού και τον Ιωάννη πρώτα ξαδέλφια[6].

Η οικογένεια του Ιωάννη θα πρέπει να διέμενε στην πόλη της Καπερναούμ της Γαλιλαίας, η τουλάχιστον κοντά σε αυτήν[7], «παρά την Γεννησαρίτιν λίμνην»[8],όπου σύμφωνα με τις ευαγγελικές διηγήσεις ο Ιωάννης μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του ασχολούνταν επαγγελματικά με την αλιεία[9], όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος του παρόχθιου πληθυσμού της περιοχής εκείνη την εποχή[10]. Οι αλιείς των χρόνων του Ιησού αποτελούσαν μία από τις πλέον γνωστές και δημοφιλείς κατηγορίες επαγγελματιών σε ολόκληρη την Παλαιστίνη[11]. Και αυτό, προφανώς διότι προμήθευαν τον πληθυσμό της με ένα από τα βασικότερα και καθημερινά είδη διατροφής του[12].

Η ευρύτερη περιοχή της Γαλιλαίας ήταν από πολύ παλιά γνωστή στον ιουδαϊκό κόσμο ως «Γαλιλαία των Εθνών» (Galil ha-Goyim)[13], λόγω του ότι για πολλά χρόνια υπήρξε κοινός χώρος διαμονής και δράσης Εβραίων και Εθνικών[14]. Ειδικά μάλιστα κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, την περίοδο  δηλαδή που εδραιώνεται σε ολόκληρη την περιοχή της Παλαιστίνης η παρουσία του ελληνικού πολιτισμού, το ιουδαϊκό στοιχείο της Γαλιλαίας αποτελούσε ένα μόνο μέρος του γενικού πληθυσμού της περιοχής, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι το ειδωλολατρικό στοιχείο θα πρέπει να ήταν το πληθυσμιακά κυρίαρχο[15]. Οι προσπάθειες των Ασμοναίων βασιλέων Υρκανού (135-105 π.Χ.) και Αριστόβουλου Α’ (104 π.Χ.) να εξιουδαΐσουν βίαια τον ντόπιο ειδωλολατρικό πληθυσμό δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, γεγονός που σε συνδυασμό με την ολοένα και πιο έντονη παρουσία του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή είχε ως συνέπεια η Γαλιλαία των ρωμαϊκών χρόνων, και κατά συνέπεια των χρόνων της εποχής της Καινής Διαθήκης να χαρακτηρίζεται από τον κατεξοχήν ελληνικό χαρακτήρα της. Έτσι, δεδομένης της μεγάλης επίδρασης του ελληνικού πολιτισμού στην εν λόγω περιοχή, δεν θα πρέπει να προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι το όνομα του αποστόλου Ιωάννη αποτελούσε εξελληνισμένη μορφή του εβραϊκού ονόματος Ιωανάν[16], που σήμαινε στα ελληνικά «εκείνον που ελέησε ο Κυριος»[17] και που αποτελούσε ένα ιδιαίτερα διαδεδομένο στον ιουδαϊκό κόσμο της εποχής όνομα[18]. Είναι άλλωστε γνωστό ότι τέτοια φαινόμενα ήταν ιδιαίτερα συνήθη όχι μόνο στην περιοχή της Γαλιλαίας, αλλά και σε ολόκληρη την Παλαιστίνη των χρόνων της Κ.Δ[19]. Εξελληνισμένη άλλωστε μορφή εμφανίζονται να έχουν και τα ιουδαϊκά ονόματα που έφεραν τόσο ο αδελφός του Ιωάννη Ιακωβος, όσο και ο πατέρας του Ζεβεδαίος, καθώς το μεν πρώτο ήταν απλός εξελληνισμός του ιδιαίτερα διαδεδομένου εβραϊκού ονόματος Ιακώβ[20], το δε δεύτερο εξελληνισμένη μορφή του επίσης εβραϊκού ονόματος Ζαβαδίας[21], που σήμαινε μάλιστα στα ελληνικά «δώρο Θεού/Ιεχωβά», ήτοι Θεόδωρος[22].

Η οικογένεια του Ζεβεδαίου, σύμφωνα με τις διηγήσεις και των τριών Συνοπτικών Ευαγγελίων, είχε στην κατοχή της αλιευτικό «πλοίο» (Μτ. 4,22. Μκ. 1,20. Λκ. 5,11). Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη πληροφορία του Ευαγγελιστή Λουκά ότι ο Ζεβεδαίος με τα παιδιά του «ήσαν κοινωνοί Σίμωνι», ότι συνεργάζονταν δηλαδή επαγγελματικά με τον Πέτρο (Λκ. 5,10), αλλά και με εκείνη του Μαρκου, ότι είχαν «μισθωτούς» στην υπηρεσία τους (Μκ. 1,20), επιτρέπει την υπόθεση ότι η οικογένειά του Ζεβεδαίου ήταν σχετικά εύπορη[23]. Υπόθεση που επιβεβαιώνεται και από μία άλλη σειρά σχετικών αναφορών των Ευαγγελίων, όπως π.χ. τη δυνατότητα της επί μεγάλα χρονικά διαστήματα συναναστροφής και μαθητείας των υιών Ζεβεδαίου κοντά στον Ιησού[24].

Ο Ιωάννης, βάσει των ευαγγελικών διηγήσεων, κλήθηκε στο αποστολικό αξίωμα από τον ίδιο τον Ιησού[25], από τον οποίο μάλιστα από κοινού με τον αδελφό του Ιακωβο ονομάστηκαν «Βοηνεργές» (Μκ. 1,19-20), δηλ. «υιοί βροντής» (Μκ. 3,17), προφανώς λόγω της «θυελλώδους ιδιοσυγκρασίας» τους[26]. Μαζί με τον Πετρο, οι δύο υιοί Ζεβεδαίου ανήκαν στο στενότερο κύκλο των μαθητών του Κυρίου, δεδομένου ότι μόνο αυτοί από τους δώδεκα μαθητές ήταν παρόντες στα γεγονότα της αναστάσεως της κόρης του Ιαείρου (Μκ. 5,37. Λκ. 8,51) και της Μεταμορφώσεως (Μτ. 17,1. Μκ. 9,2. Λκ. 9,28), ενώ μόνο αυτοί ήταν και οι μαθητές εκείνοι που ο Ιησούς πήρε μαζί του κατ’ ιδίαν, όταν λίγο πριν τη σύλληψή του προσευχήθηκε στον κήπο της Γεθσημανή (Μτ. 27,37. Μκ. 14,33).

Πέρα όμως από τα Συνοπτικά Ευαγγέλια, όπου και οι σχετικές με το πρόσωπο του Ιωάννου πληροφορίες για την προ της Αναστάσεως του Κυρίου περίοδο, το όνομα του αποστόλου Ιωάννου απαντά επίσης, όπως άλλωστε έχουμε αναφέρει και προηγουμένως, και στο βιβλίο των Πράξεων, αλλά και στην προς Γαλάτας επιστολή του αποστόλου Παύλου. Σε ο,τι αφορά ειδικά στο βιβλίο των Πράξεων, το όνομα του Ιωάννου απαντά στα πλαίσια πέντε διηγήσεων, ήτοι εκείνων α) της εκλογής του Ματθίου ως διαδόχου του Ιούδα (1,13), β) της θεραπείας του χωλού μπροστά στην πύλη του Ναού των Ιεροσολύμων και της εκεί ομιλίας του Πετρου (3,1.4.11), γ) της ανάκρισης του Πετρου και του Ιωάννου από το Ιουδαϊκό Συνέδριο (4,13.19), δ) της δράσης του μάγου Σιμωνος στην περιοχή της Σαμάρειας (8,14.25), και ε) της περί του θανάτου του αδελφού του Ιωάννου Ιακώβου και της φυλακίσεως του Πετρου από τον Ηρώδη διηγήσεως (12,1-2). Η σημασία των παρεχομένων στις διηγήσεις αυτές πληροφοριών είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς μαζί με τη μαρτυρία του Γαλ. 2,9 συνιστούν τις μοναδικές από τις προερχόμενες από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης πηγές πληροφόρησης σχετικά με τον μετά την Ανάληψη του Κυρίου βίο και δράση του αποστόλου Ιωάννου.

Σύμφωνα λοιπόν με το βιβλίο των Πράξεων, μετά την Ανάληψη του Κυρίου ο απόστολος Ιωάννης διέμενε στην πόλη των Ιεροσολύμων. Κατόπιν σχετικής εντολής της εκεί τοπικής Εκκλησίας μετέβη για κάποιο χρονικό διάστημα μαζί με τον Πετρο στην περιοχή της Σαμάρειας για να επιβλέψει μαζί του την πρόοδο της εκεί νέας τοπικής Εκκλησίας (8,14-25). Ωστόσο, ο Ιωάννης φαίνεται ότι επανήλθε αργότερα στα Ιεροσόλυμα, δεδομένου ότι ο Παύλος κατά την παραμονή του στην πόλη αυτή για την εκεί συγκλιθείσα, όπως αποκαλείται, Αποστολική Συνοδο (48 μ.Χ.[27]) μνημονεύει το όνομα του αποστόλου Ιωάννου, για τον οποίο μάλιστα και αναφέρει ότι μαζί με τον Πετρο και τον Ιακωβο τον αδελφόθεο θεωρούνταν ως οι «στύλοι» της ιεροσολυμιτικής Εκκλησίας, προβάλλοντας έτσι την ιδιαίτερα σημαντική τους θέση σε αυτήν (Γαλ. 2,9).

Εκείνο που προκαλεί όμως ιδιαίτερη εντύπωση στις εν λόγω μαρτυρίες των Πράξεων και της προς Γαλάτας επιστολής, είναι το γεγονός ότι το όνομα του αποστόλου Ιωάννου βρίσκεται, σχεδόν πάντοτε, σε άμεση συνάρτηση με το πρόσωπο του αποστόλου Πετρου. Στο α’ κεφάλαιο των Πράξεων το όνομα του Ιωάννη ακολουθεί αυτό του Πετρου στον κατάλογο των ονομάτων των ένδεκα μαθητών στο υπερώο των Ιεροσολύμων (1,13). Στο γ’ και δ’ κεφάλαιο ο Ιωάννης συνοδεύει τον Πέτρο στο Ναό, όπου στη λεγόμενη Ωραία Πυλη ο τελευταίος θεραπεύει το χωλό και στη συνέχεια κηρύττει στο συγκεντρωμένο πλήθος, με αποτέλεσμα τη σύλληψη, τη φυλάκιση και την ανάκρισή τους από το Ιουδαϊκό Συνέδριο, και εν τέλει την απελευθέρωσή τους. Ενώ, τέλος, στο η’ κεφάλαιο, ο Ιωάννης, και πάλι μαζί με τον Πετρο, φαίνεται να μεταβαίνει στην περιοχή της Σαμάρειας για να επιβλέψει μαζί του την πρόοδο της εκεί νέας τοπικής Εκκλησίας, εξέχουσα προσωπικότητα της οποίας αποτελούσε ο Διάκονος Φιλιππος (8,14-25). Ωστόσο, το πλέον αξιοπρόσεκτο στοιχείο των διηγήσεων αυτών είναι το γεγονός ότι σε όλα αυτά τα περιστατικά ο Πετρος είναι πάντα εκείνος που φαίνεται να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων και τον κατεξοχήν πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς οι όποιες αναφορές του Λουκά στο βιβλίο των Πράξεων σχετικά με τον απόστολο Ιωάννη περιορίζονται στην απλή αναφορά του ονόματός του και μόνο[28]. Αίσθηση που αποκομίζει κανείς και από τα όσα σχετικά αναφέρει και ο Παύλος στην προς Γαλάτας επιστολή του[29].

Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης δεν διασώζουν άλλες πληροφορίες σχετικά με το πρόσωπο του αποστόλου Ιωάννου. Το γεγονός ότι το όνομα του συγγραφέα του βιβλίου της Αποκαλύψεως είναι, σύμφωνα άλλωστε και με την αυτομαρτυρία του, το Ιωάννης (1,1.4.9. 22,8), δεν φαίνεται να συνιστά απαραίτητα και αναφορά του εν λόγω βιβλίου στο πρόσωπο του ομωνύμου αποστόλου, δεδομένου ότι οι όποιες περί του εν λόγω Ιωάννη πληροφορίες του βιβλίου αυτού συνίστανται στον ασαφή και μόνο χαρακτηρισμό του τελευταίου ως «δούλου του Θεού» (1,1) και «συγκοινωνού εν τη θλίψει και βασιλεία και υπομονή εν Ιησού» των χριστιανών των τοπικών Εκκλησιών της ευρύτερης περιοχής της Μικράς Ασίας (1,9).

[1] Απ. 1,1.4.9. 22,8.

[2] Μτ. 4,21. 10,2. 17,1. Μκ. 1,19-20.29. 3,16-17. 5,37. 9,2.38. 10,35.41. 13,3, 14,33. Λκ. 5,10. 6,14. 8,51. 9,28.49. 54. 22,8.

[3] Πράξ. 1,13. 3,1.4.11. 4,13.19. 8,14.25. 12,1-2.

[4] Γαλ. 2,9.

[5] Ο Ιάκωβος πρέπει να ήταν μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Ιωάννη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγουμε βάσει της ομοιομορφίας στη σειρά των ονομάτων των δύο αδελφών, όποτε αυτά μνημονεύονται, όπου το όνομα του Ιακώβου προηγείται πάντοτε αυτού του Ιωάννη. Μοναδικές εξαιρέσεις αποτελούν τέσσερα χωρία από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και το βιβλίο των Πράξεων (Λκ. 8,51. 9,28. Πραξ. 1,13. 12,2), όπου το όνομα του Ιωάννη προτίθεται εκείνου του αδελφού του Ιακώβου, προφανώς λόγω του ότι για το συγγραφέα των δύο αυτών βιβλίων Λουκά ο Ιωάννης ήταν ο πιο γνωστός από τους δύο αδελφούς. CULPEPPER, John, σελ. 8. Πρβλ. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Εισαγωγή, σελ. 143. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ιωάννης, σελ. 5. FICSON,John, σελ. 953. ΖΟΛΩΤΑΣ, Ευαγγέλιον, σελ. 29.

[6] ΠΑΤΡΩΝΟΣ, Ιστ. Πορεία, σελ. 180. ΒERNARD, Gospel, σελ. xxxv. Ωστόσο το συμπέρασμα αυτό βασιζόμενο σε αγιογραφικές και μόνο μαρτυρίες, όσο εύλογο και αν φαίνεται, στερείται ουσιαστικής και αναντίρρητης αποδείξεως. Κατι, ωστόσο, που δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα. Η δυσκολία εξαγωγής του συμπέρασματος ότι το όνομα της μητέρας των υιών Ζεβεδαίου είναι πράγματι Σαλώμη, ξεκινά από τους ίδιους ακριβώς στίχους από τους οποίους φαίνεται και ότι προκύπτει. Όταν οι δύο Ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος μνημονεύουν ο μεν ένας τη «μητέρα των υιών Ζεβεδαίου» (Μτ. 27,56), ο δε δεύτερος τη «Σαλώμη» (Μκ. 15,40), αναφέρονται σε μία από τις τρεις επωνύμως μνημονευόμενες – μέλη μίας ευρύτερης ομάδας γυναικών που παρακολουθούσαν από μακρυά τη Σταύρωση του Ιησού. Έτσι, και μολονότι αμφότεροι οι δύο αυτοί Ευαγγελιστές μνημονεύουν από κοινού τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τη Μαρία, τη μητέρα του Ιακώβου και του Ιωσή, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να μας αποδεικνύει ότι και οι δύο τους αναφέρουν ως τρίτο επώνυμο μέλος της ως άνω ομάδος το αυτό πρόσωπο. Γεγονός, που μπορεί να ακυρώσει και κάθε προσπάθεια ταύτισης της Σαλώμης, ως μητέρας των δύο υιών Ζεβεδαίου, με την ανώνυμη αδελφή της μητέρας του Ιησού του Ιω. 19,25. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό, ότι πουθενά αλλού στα Συνοπτικά Ευαγγέλια η στο κατά Ιωάννην δεν γίνεται λόγος για μία τέτοιου είδους σχέση Μαρίας και Σαλώμης. Αξίζει να σημειωθεί ότι προς την κατεύθυνση αυτή φαίνεται να συμβάλλει και η σχετική μαρτυρία του Ευαγγελίου του Λουκά, καθώς σύμφωνα με τα όσα αυτό αναφέρει, συγκεντρωμένες κάτω από τον σταυρό την ώρα του θείου Παθους ήταν οι«Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα και Μαρία Ιακώβου και αι λοιπαί συν αυταίς» (Λκ. 24,10), γεγονός που διαφοροποιεί τον συγγραφέα του Γ’ Ευαγγελίου έναντι των δύο άλλων Συνοπτικών συγγραφέων ως προς την ταυτότητα του τρίτου επωνύμου προσώπου, καθώς πέρα από τη Μαρία τη Μαγδαληνή και τη Μαρία του Ιακώβου μνημονεύει επωνύμως κάποια Ιωάννα, γνωστή στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο και από τον στίχο 8,3 ως «γυνή Χουζά επιτρόπου Ηρώδου«. Πρόσωπο, που σε κάθε περίπτωση διακρίνεται από αυτό της Σαλώμης – μητέρας των υιών Ζεβεδαίου. Ως εκ τούτου, και βάσει αγιογραφικών και μόνο στοιχείων, η άποψη που θέλει τη Σαλώμη μητέρα του αποστόλου Ιωάννου τίθεται εν αμφιβόλω, καθώς η δια αντιπαραβολής των όποιων παραλλήλων συνοπτικών χωρίων μέθοδος είναι καταδικασμένη να οδηγηθεί σε αδιέξοδο, δεδομένου ότι σύμφωνα με αυτήν η Σαλώμη του Μκ. 15,40 παρουσιάζει τόσες πιθανότητες να είναι μητέρα του αποστόλου Ιωάννου, όσες και η Ιωάννα του Ευαγγελίου του Λουκά (24,10). Πρβλ. CULPEPPER, John, σελ. 8-9. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ,Εισαγωγή, σελ. 143. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ιωάννης, σελ. 5. FICSON, John, σελ. 5. ΖΟΛΩΤΑΣ,Ευαγγέλιον, σελ. 29.

[7] Μκ. 1,21. Ο ΖΟΛΩΤΑΣ (Ευαγγέλιον, σελ. 28) εκτιμά βάσει συνδυασμού των χωρίων Λκ. 5,10 και Ιω. 1,44 ότι η πόλη καταγωγής του Ιωάννη ήταν η Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας, πόλη στη δυτική όχθη της θάλασσας της Γαλιλαίας.

[8] ΕΥΣΕΒΙΟΣ, Περί των τοπικών ονομάτων, ΒΕΠΕΣ 24, 51,29.

[9] Μτ. 4,21-22. Μκ. 1,19-20.

[10] ΡΟΠΣ, Καθημερινή Ζωη, σελ. 284.

[11] Όπ.π.

[12] Όπ.π. Ο Ντάνιελ Ροπς σε άλλο σημείο του ίδιου αυτού βιβλίου (σελ. 242) αναφέρει σχετικά πολύ χαρακτηριστικά ότι «πολύ περισσότερο και από το κρέας, ήταν το ψάρι, εκείνο που αποτελούσε την τροφή του κοσμάκη. Ψωμί και ψάρι ήταν το πιο κοινό φαγητό», σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που όταν οι αλιείς της περιοχής της λίμνης της Γεννησαρέτ αποφάσισαν να μην εργάζονται στις ημέρες των εορτών, έγιναν αποδέκτες έντονων διαμαρτυριών από την πλευρά των συμπολιτών τους (σελ. 283). Βλ. και Μτ. 7,10. Μκ. 6,38. Λκ. 11,11. 24,42. Ιω. 21,13). Πρβλ. CULPEPPER, John, σελ. 10.

[13] Βλ. ενδεικτικά Ησ. 8,23 εε. Α’ Μακ. 5,15. Μτ. 4,21. Μκ. 1,19. Λκ. 5,10. Ιω. 21,1.

[14] Η Γαλιλαία, ως η βορειότερη περιοχή της Παλαιστίνης, υπήρξε ανέκαθεν το σύνορο του ιουδαϊκού κόσμου με την ειδωλολατρία, που σε συνδυασμό με τη μεγάλη απόσταση από το εθνικό και θρησκευτικό κέντρο των Ιεροσολύμων, είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοί της να ήσαν πάντοτε επιρρεπείς στην υιοθέτηση ξένων προς τον ιουδαϊσμό στοιχείων, προερχομένων από τους γειτονικούς ειδωλολατρικούς πληθυσμούς. Το γεγονός όμως εκείνο που επέτεινε ακόμα περισσότερο την ήδη συντελεσθείσα κατά τα προηγούμενα χρόνια εθνική και θρησκευτική διάβρωση του ισραηλιτικού πληθυσμού της Γαλιλαίας ήταν η υποχρεωτική συνύπαρξη και ανάμειξή του με τους επίσης ειδωλολάτρες Ασσυρίους, όταν αυτοί υπό τον Tiglath Pileser III κατέλαβαν το 732 π.Χ. το Βορειο Βασίλειο του Ισραήλ, στην εδαφική κυριότητα του οποίου ανήκε και η Γαλιλαία. Έκτοτε η περιοχή πέρασε στον έλεγχο πολλών ξένων, ειδωλολατρών στο θρήσκευμα, κατακτητών, όπως οι Βαβυλώνιοι, οι Περσες, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, η παρουσία των οποίων είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη στην περιοχή του φαινομένου του θρησκευτικού συγκρητισμού.

[15] ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Ιστορία, σελ. 402. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ιστορία, σελ. 292.

[16] Α’ Πρλ. 26,3. Β’ Εσδ. 10,6. CULPEPPER, John, σελ. 7.

[17] ΔΕΡΒΟΣ, Γραμματολογία, σελ. 118.

[18] Ας σημειωθεί ότι στην Καινή Διαθήκη, και πλην του εν λόγω αποστόλου, απαντούν με το όνομα Ιωάννης τρία η τέσσερα ακόμα πρόσωπα. Πρόκειται για τους α) Ιωάννη τον Βαπτιστή (Μκ. 1,4. Λκ. 1,13.60. 3,2.15.16.20), β) Ιωάννη Μάρκο (Πραξ. 12,12.25. 13,5.13. 15,37), καθώς επίσης γ) και το ομώνυμο, αλλά άγνωστο κατά τα λοιπά μέλος της ιουδαϊκής ιερατικής οικογένειας του Πραξ. 4,6. Σύμφωνα με την 27η έκδοση του κριτικού κειμένου της Κ.Δ. των Nestle-Aland ως φέρων το όνομα Ιωάννης μαρτυρείται και ένα τέταρτο πρόσωπο, ο πατέρας του Σίμωνος Πέτρου (Ιω. 1,42. 21,15-17), που στο Βυζαντινό όμως κείμενο απαντά με το όνομα Ιωνάς, γραφή που θα πρέπει και να προτιμάται ως πιο κοντινή στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι στο Μτ. 16,17 (τόσο στο Βυζαντινό, όσο και στο κριτικό κείμενο) ο Πετρος παρουσιάζεται ως «Σίμων Βαριωνά» (=αραμ. υιός Ιωνά). Πρβλ. HENGEL, Joh. Question, σελ. 109-110.

[19] Η παρουσία της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού στην ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης ήταν παρά τα όποια πρώτα προβλήματα και εμπόδια (π.χ. Μακκαβαϊκή επανάσταση, Φαρισαϊσμός) ιδιαίτερα έντονη, κυρίως στα ανώτερα μορφωτικά και πιο αριστοκρατικά στρώματα της τότε ιουδαϊκής κοινωνίας. Ειδικά δε σε ο,τι αφορά στην περιοχή της Γαλιλαίας η εκεί διείσδυση του ελληνικού πολιτισμού ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε πολλοί να θεωρούν ότι είχε πλήρως εξελληνισθεί και πολλοί από τους κατοίκους της να είναι δίγλωσσοι. Παραδείγματα Ιουδαίων εκείνης της εποχής με εξελληνισμένα, η ακόμα και με αμιγώς ελληνικά ονόματα, είναι πολλά, κρίνουμε δε ως άξια ιδιαίτερης αναφοράς εκείνα των μαθητών του Ιησού Ανδρέα και Φιλίππου, καθώς επίσης και εκείνα των ιουδαίων αρχιερέων Ιασωνος, Μενελάου (Μακκαβαϊκή περίοδος), Βοηθού και Θεοφίλου (Ηρωδιανή περίοδος), των Ασμοναίων και Ηρωδιανών αρχόντων Αλεξάνδρου, Αριστοβούλου, Αντιγόνου, Φιλίππου, Αντίπα, Αγρίππα, των ραββίνων Δοσιθέου, Τρύφωνα, Συμμάχου και Αντιγόνου κ.α. Πρβλ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ, Ιστορία, σελ. 406-414. ΓΑΛΙΤΗΣ, Ιστορία, σελ. 97-105. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ιστορία, σελ. 293-295.

[20] CULPEPPER, John, σελ. 7.

[21] ΔΑΜΑΛΑΣ, Εισαγωγή, σελ. 139. CULPEPPER, John, σελ. 7-8.

[22] ΔΕΡΒΟΣ, Γραμματολογία, σελ. 118. ΔΑΜΑΛΑΣ, Εισαγωγή, σελ. 139. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ, Εισαγωγή, σελ. 29. CULPEPPER, John, σελ. 7-8.

[23] Πρβλ. ΠΑΤΡΩΝΟΣ, Ιστ. Πορεία, σελ. 277. CULPEPPER, John, σελ. 14-15. ΡΟΠΣ,Καθ. Ζωη, σελ. 283-284.

[24] Πρβλ. ΖΟΛΩΤΑΣ, Ευαγγέλιον, σελ. 29. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ, Εισαγωγή, σελ. 30.

[25] Μτ. 4,21.22. 10,2. Μκ. 1,19.20. 3,17. Λκ. 5, 18. 6,14. [Ιω. 1,41].

[26] ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Εισαγωγή, σελ. 143. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ιωάννης, σελ. 6. WESTCOTT,Gospel, σελ. lxix. STRONG, John, σελ. 681.

[27] ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ, Χρονολογία, σελ. 52.

[28] Βλ. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Εισαγωγή, σελ. 145. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ιωάννης, σελ. 7.

[29] Όπ.π.

Πηγή: Βασίλειος Δ. Τζέρπος, Το Ιωάννειο Πρόβλημα, εκδ. Π. Πουρναρά (Θεσ/νίκη) 2009, σελ. 109-118.

http://www.pemptousia.gr/

Posted in ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | No Comments »