kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Η ζωή του αγίου Κοσμά του Αιτωλού

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ

Του Γ. Δ. Μεταλληνού [Πάπυρος]

Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, μοναχός, υπήρξε διδάσκαλος και φωτιστής του Γένους, εθνομάρτυρας και άγιος της Εκκλησίας. Καμιά προσωπικότητα των χρόνων της δουλείας δεν έχει απασχολήσει τόσο πολύ την επιστήμη, τη λογοτεχνία και τη θεολογία, όσο ο Πατροκοσμάς, όπως επικράτησε να ονομάζεται από τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Ανήκει στις φωτισμένες μορφές, που προετοίμασαν το Γένος για την παλιγγενεσία του. Η εμφάνιση του συνέπεσε με μια κρισιμότατη περίοδο της ιστορίας του δούλου Γένους. Τον 18ο αιώνα συντελείται η ανασυγκρότηση του ελληνισμού σε όλους τους τομείς. Μέσα στο προστατευτικό πλαίσιο της εθναρχούσας Εκκλησίας διατήρησε την ακεραιότητα του και μπόρεσε να επιβιώσει στους ιδιαίτερα δύσκολους 16ο και 17ο αιώνες.

Βιογραφικά

Γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο (κατ” άλλους στον Ταξιάρχη), της επαρχίας Αποκούρου της Αιτωλίας. Το Μέγα Δένδρο δέχεται ως τόπο καταγωγής του ο πρώτος βιογράφος και σύγχρονος του Νικόδημος ο Αγιορείτης. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο ιεροδιδασκαλείο του Λύτσικα στη Σιγδίτσα της Παρνασσίδος και στη μονή Αγίας Παρασκευής στα Βραγγιανά των Αγράφων. Δίδαξε ως «υποδιδάσκαλος» στη Λομποτινά Ναυπακτίας και σε άλλα χωριά. Επιθυμώντας να λά6ει μιαν ανώτερη παιδεία πήγε στην Αθωνιάδα Σχολή (μονή Βατοπεδίου) γύρω στο 1750, όπου είχε δασκάλους τον Παν. Παλαμά, τον Ευγένιο Βούλγαρη και τον Νικ. Τζαρτζούλη. Στο Άγιο Όρος επιδόθηκε στην άσκηση και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των εκκλησιαστικών Πατέρων. «Μελετώντας το άγιον και ιερόν Εύαγγέλιον -έλεγε στο κήρυγμα του-εύρον μέσα πολλά και διάφορα νοήματα, τα οποία είναι όλα μαργαριτάρια, διαμάντια, θησαυρός, πλούτος, χαρά, ευφροσύνη, ζωή αιώνιος». Μολονότι το περιεχόμενο της παιδείας του δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια, από το κήρυγμα του συνάγεται ότι είχε μια βαθιά εκκλησιαστική γνώση και μια επαρκή γενικότερη «θύραθεν» παιδεία. Γνώριζε καλά Ελληνικά, έμαθε ξένες γλώσσες («Εβραϊκά, Τουρκικά, Φράγκικα») και δείχνει κάποια άνεση στη χρήση και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Άλλωστε, και μετά τη φοίτηση του στην Αθωνιάδα, ως μοναχός μπορούσε να συνεχίσει την κατάρτιση του «κατ” ιδίαν» («… έφθειρα την ζωήν μου είς την σπουδήν σαράντα πενήντα χρόνους… τα βάθη της σοφίας ήρεύνησα» -θα ομολογήσει). Το 1759 έγινε μοναχός στη μονή Φιλόθεου. Τότε άλλαξε το κοσμικό του όνομα Κώνστας με το μοναχικό Κοσμάς.

Στον χώρο της μετανοίας του φλεγόταν από τον πόθο να βοηθήσει το υπόδουλο Γένος, συμβάλλοντας στον κατά Θεόν φωτισμό του. «Άκούοντας και εγώ, αδελφοί μου -θα πει αργότερα-τούτον τον γλυκύτατον λόγον, όπου λέγει ο Χριστός μας, να φροντίζωμεν και δια τους αδελφούς μας, μ” έτρωγεν εκείνος ο λόγος μέσα είς την καρδίαν τόσους χρόνους, ωσάν το σκουλήκι, όπου τρώγει το ξύλον… Όθεν άφησα την Ιδικήν μου προκοπήν, το ιδικόν μου καλόν, και εβγήκα να περιπατώ από τόπον είς τόπον και διδάσκω τους αδελφούς μου». Και αλλού θα συμπληρώσει: «Επειδή το Γένος μας έπεσεν εις αμάθειαν, είπα: Ας χάση ο Χριστός εμένα, ένα πρόβατον, και ας κερδίση τα άλλα. Ίσως η ευσπλαγχνία του Θεού και η ευχή σας σώση και εμένα». Στα τέλη του 1760, πιθανότατα, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε άδεια και ευλογία του οικουμενικού πατριάρχη Σωφρονίου Β”, για να αρχίσει το ιεραποστολικό του έργο, το οποίο συνέχισε για μια περίπου εικοσαετία και το επισφράγισε με το μαρτύριο του.

Ο Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερεις ή κατ” άλλους τρεις περιοδείες, σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Οι πορείες του δεν μπορούν να οριστούν με ακρίβεια. Διάφορες «ενθυμήσεις» εκκλησιαστικών βιβλίων, τοπικές παραδόσεις και οι επιστολές του βεβαιώνουν ότι περιόδευσε τα μέρη της Κωνσταντινούπολης, τη Θράκη, το Άγιο Όρος, τη Στερεά Ελλάδα, την Αχαΐα, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τα νησιά του Αιγαίου και Ιονίου, τμήμα της Σερβίας και τη Βόρειο Ήπειρο, όπου υπήρχε ελληνικό στοιχείο. Κήρυττε σε πόλεις και χωριά, σε ορεινές και απομονωμένες περιοχές, αψηφώντας μόχθο και κινδύνους. Παρά την ηπιότητα και πατρικότητα του κηρύγματος του, που έβρισκε μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση, δεν έλειψαν οι αντιδράσεις. Τους πλουσίους και κάθε είδους δυνατούς προκαλούσε ο λόγος του να δώσουν «το άδικον οπίσω»· πολλούς από τους κοτζαμπάσηδες ο λόγος του για δικαιοσύνη- τους Ενετούς και το επτανησιακό αρχοντολόι η ρωμαίικη παράδοση, που αυτός εκπροσωπούσε· και τέλος τους Εβραίους η μεταφορά, με ενέργειες του, του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο και οι λαϊκές αντιεβραϊκές παραδόσεις, που χρησιμοποιούσε. Η επιβουλή των Εβραίων εναντίον του έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος του: «Να τον παρακαλέσετε (τον Χριστό) -έλεγε-να με φυλάγη από τις παγίδες του Διαβόλου και μάλιστα των Εβραίων, όπου εξοδιάζουν χιλιάδες πουγγιά δια να με θανατώσουν». Στις 2 Μαρτίου 1779 έγραφε στον λόγιο αδελφό του Χρύσανθο: «Δέκα χιλιάδες Χριστιανοί με άγαπώσι και ένας με μισεί. Χίλιοι Τούρκοι με άγαπώσι και ένας όχι τόσον. Χιλιάδες Εβραίοι θέλουν τον θάνατον μου και ένας όχι». Οι Εβραίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήταν όργανο της Ρωσίας και υποκινούσε επανάσταση. Ενώ κήρυσσε στο χωριό Κολικόντασι του Βερατίου, συνελήφθη με εντολή του Κουρτ πασά, στις 23 Αυγούστου 1779, και την επομένη κρεμάστηκε από δέντρο στις όχθες του ποταμού Άψος, χωρίς καμιά δίκη και καταδικαστική απόφαση. Το σώμα του γυμνώθηκε και ρίχτηκε οτον ποταμό, απ” όπου το ανέσυρε ύστερα από τρεις μέρες ο εφημέριος του χωριού και το έθαψε στον ναό του.

Η δράση

Ο Κοσμάς επέλεξε τον αποστολικό τρόπο δράσης, υπακούοντας σε εντολές και ευρύτερο σχέδιο του οικουμενικού πατριαρχείου. Η έναρξη ιεραποστολικής δράσης σχεδόν ταυτόχρονα με τον Κοσμά και από τον λόγιο ιεροκήρυκα του πατριαρχείου Δωρόθεο Βουλησμά ενισχύει αυτή την εκδοχή. Οι περιοδείες του Πατροκοσμά αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της λαϊκής ενότητας μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, που ήταν και εθνική. Πρωταρχικός στόχος του ήταν η ανάσχεση των εξισλαμισμών, που είχαν πυκνωθεί τον 18ο αιώνα. Το κήρυγμα του Πατροκοσμά μπόρεσε να βρει απήχηση και συνεπώς να έχει και διάρκεια, γιατί ο Κοσμάς μπορούσε να μιλεί με τρόπο κατανοητό στον λαό, αντίθετα με άλλους λογίους ιεροκήρυκες της εποχής του. Ο λόγος του φανερώνει το λαϊκό φρόνημα του. Χρησιμοποίησε τον γλωσσικό κώδικα επικοινωνίας των λαϊκών στρωμάτων, για να μπορεί να βρει απήχηση ο λόγος του. Διάνθιζε το κήρυγμα του με ελεύθερη απόδοση αγιογραφικών και πατερικών χωρίων, με τα οποία ο λαός ήταν εξοικειωμένος στη λειτουργική ζωή του. Ο «δημοτικισμός» όμως του Πατροκοσμά δεν ήταν τεχνητός, αλλά φυσικός και αβίαστος. Δεν επεδίωκε, άλλωστε, τον εντυπωσιασμό του λαού, αλλά την πνευματική προκοπή του. Στην απλουστευμένη μορφή του λόγου του σώζεται ατόφιος ο ελληνικός γλωσσικός πλούτος, μέσα σε μια φυσική και ανεπιτήδευτη ρητορικότητα, που παρουσιάζει σε πολλά σημεία σπάνια λογοτεχνική δύναμη. Ο Πατροκοσμάς δεν κατέχεται από κάποιο γλωσσικό μονισμό. Γνωρίζει την ελληνική γλώσσα σ” όλη τη διαχρονία της. Γι” αυτό χρησιμοποιεί με άνεση διάφορες γλωσσικές μορφές, ανάλογα με τις περιστάσεις. Αρκεί να παραβάλει κανείς τη γλώσσα του κηρύγματος του με εκείνη της αλληλογραφίας του.

Η αγάπη του Κοσμά για τον λαό φανερώνεται συχνά στο κήρυγμα του. «Χρέος έχουν εκείνοι, όπου σπουδάζουν -σημειώνει-να μη τρέχουν εις αρχοντικά και αυλάς μεγάλων και να ματαιώνωσι (να χαραμίζουν) τη σπουδή τους, δια να αποκτήσουν πλούτον και αξίωμα, αλλά να διδάσκωσι μάλιστα τον κοινόν λαόν, όπου ζώσι με πολλήν απαιδευσίαν και βαρβαρότητα». Πρότυπα του σε αυτό το πλησίασμα του λαού, που επιχείρησε, είχε ασφαλώς τον Φραγκίσκο Σκούφο (1644-1697), τον Ηλία Μηνιάτη (1669-1714) και τον Βικέντιο Δαμοδό (1700-1752). Την ίδια δε παράδοση θα ακολουθήσει και ο νεώτερος του Κοσμά Νικηφόρος Θεοτόκης (1730-1800).

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά και η διδασκαλία του αποτυπώθηκαν στις περίφημες Διδαχές του, ο οποίες δείχνουν την πατερικότητα και παραδοσιακότητά τους. Στον λιτό και ανεπιτήδευτο λόγο του ανακεφαλαιώνεται όλη η πατερική παράδοση. Το φιλολογικό πρόβλημα των Διδαχών εξέτασε εκτεταμένα ο Ι. Μενούνος στη διατριβή του. Ο λόγος του Πατροκοσμά δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Είναι μια βασική διδασκαλία, που ο «σκελετός» της παρέμενε βασικά ο ίδιος, με ανάλογες προσαρμογές κατά τις περιστάσεις. Το θεολογικό του σχήμα είναι: δημιουργία από τον Θεό -πτώση- σωτηρία εν Χριστώ -μέθοδος οικειώσεως της εν Χριστώ σωτηρίας (λυτρωτικά μέσα της Εκκλησίας: άσκηση -μυστήρια). Ο Ι. Μενούνος διακρίνει πέντε τύπους Διδαχών (συνολικά 26 κείμενα) του Κοσμά, των τελευταίων ετών της δράσης του. Κανένα αυτόγραφο του δεν σώζεται. Τα κηρύγματα του καταγράφονταν από ακροατές του.

Ο Κοσμάς ακολουθούσε συγκεκριμένη πορεία στο κήρυγμα του. Σε κάθε τόπο έκανε μια πρώτη ομιλία το βράδυ, γιατί η μετακίνηση του γινόταν στη διάρκεια της ημέρας. Το πρωί έκανε μια δεύτερη ομιλία. Στην πρώτη μιλούσε για τη δημιουργία και την πτώση, στη δεύτερη για τη σωτηρία. Το δεύτερο βράδυ έκανε τρίτη ομιλία με θέμα την ανάσταση και την εξάπλωση της πίστης, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία.

Η ευρύτερη θεματική των ομιλιών του είχε στόχο την ανταπόκριση στις άμεσες ανάγκες και στους προβληματισμούς του Γένους. Θα μπορούσαν να διακριθούν εδώ τρεις άξονες:

α) Η ορθόδοξη πίστη και παράδοση

Απέβλεπε στην αναζωπύρηση του πατερικού φρονήματος, για την επανεύρεση των υπαρκτικών θεμελίων του Γένους. ΓΓ αυτό έκανε συνεχώς έκκληση στην ορθόδοξη συνείδηση του λαού: «Έμαθα -έλεγε-πώς με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χρίστου και Θεού δεν είσθενε Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες), δεν είσθενε ασεβείς αιρετικοί άθεοι, αλλ” είσθενε ευσεβείς ορθόδοξοι Χριστιανοί, πιστεύετε και είσθενε βαπτισμένοι εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και είσθενε τέκνα και θυγατέρες του Χριστού μας…». Η δική του (δια)φωτιστική προσπάθεια διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικόφρονων Διαφωτιστών της εποχής και επεδίωκε να προφυλάξει τον λαό από τη σύγχυση των διαφόρων προπαγανδών, που άρδευαν κατακλυσμικά τη συνείδηση του: «Όλες οι πίστες -ήταν το κήρυγμα του Πατροκοσμά-είναι ψεύτικες, κάλπικες, όλες του Διαβόλου. Τούτο εκατάλαβα αληθινόν, θείον, ούράνιον, σωστόν, τέλειον και δια λόγου μου και δια λόγου σας, πως μόνη η πίστις των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών είναι καλή και αγία…». Το κήρυγμα του, τριαδοκεντρικό οπωσδήποτε, εστιάζεται συχνά στο πρόσωπο του Χριστού, αφού το «κινδυνευόμενον και προκείμενον» ήταν η χριστιανική (ορθόδοξη) υπόσταση του Έθνους. Ο Χριστός είναι για τον Κοσμά «ό γλυκύτατος αύθέντης και δεσπότης». Χρυσοστομικές εξάρσεις στον λόγο του είναι συχνές: «Άνίσως, αδελφοί μου, και ήταν δυνατόν να ανεβώ εις τον ούρανόν, να φωνάξω μίαν φωνήν μεγάλην, να κηρύξω εις δλον τον κόσμον πώς μόνος ό Χριστός μου είναι Υιός και Λόγος του Θεού και Θεός αληθινός και ζωή των απάντων, ήθελα να το κάμω».

Το κήρυγμα του δεν ήταν άχρωμη ηθικολογία, αλλά θεολογία, πατερικό στην ουσία του και δογματικό παρά την απλότητα του. Προέβαλλε το ορθοδοξοπατερικό ήθος μέσα από τον ρεαλισμό της εν Χριστώ σωτηρίας. Ζητούσε καθαρότητα της καρδιάς, για να μπορεί να βλαστήσει ο Θείος σπόρος (πρβλ. Λουκ, η” 5 κ.εξ.) και μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας. Γι” αυτό έστηνε έναν ξύλινο σταυρό (πολλοί από αυτούς έχουν σωθεί) και δίδασκε στη σκιά του, καλώντας τον λαό στα μυστήρια (ευχέλαιο, εξομολόγηση, Θεία Ευχαριστία). Από την ορθόδοξη παράδοση προχωρούσε στο ορθόδοξο ήθος, προβάλλοντας την τριάδα των αρετών: ταπείνωση, συγχωρητικότητα, αγάπη, ως θεμέλιο της εκκλησιαστικής κοινωνικότητας. Ζητούσε από τον Θεό να «φύτευση και να ρίζωση εις την καρδίαν (των ακροατών του) την εϊρήνην, την άγάπην, την όμόνοιαν, την πραότητα, την θερμήν πίστιν, την όρθήν έξομολόγησιν». Οικοδομούσε, έτσι, τον σύνδεσμο ατομικότητας και κοινωνικότητας μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα.

β) Η γνήσια παιδεία

Ο Πατροκοσμάς υπήρξε απόστολος όχι μόνο της Ορθόδοξης πίστης, αλλά και της ελληνικής παιδείας. Σ” αυτό το σημείο δεν έλειψαν οι αντιφατικές κρίσεις και ιδεολογικές ακόμη χρήσεις των λόγων του. Την παιδεία συνδύαζε με τον φωτισμό του ανθρώπου και γι” αυτό θεωρούσε αμάρτημα την αδιαφορία απέναντι της: «Άμαρτάνετε πολύ να τα αφήνετε (=τα παιδιά) αγράμματα και τυφλά, και μη μόνον φροντίζετε να τους αφήσετε πλούτη καί υποστατικά, και μετά τον θάνατο σας να τα τρων και να τα πίνουν και να σας όπισολογοϋν (κατηγορούν; δυσφημούν;). Καλύτερα να τα αφήσετε φτωχά και γραμματισμένα, παρά πλούσια και αγράμματα». Η παιδεία όμως, που αυτός συνιστά, είναι η παιδεία του Γένους, ελληνική. Δεν τον κινεί κάποιος εθνικιστικός σωβινισμός στο αίτημα αυτό, αλλά η ιστορία του Γένους. Μιλεί για την παιδεία των Πατέρων, η οποία ως γνήσια ζήτηση της αλήθειας (φιλοσοφία) ανοίγει τον δρόμο προς το Ευαγγέλιο, τον λόγο της σωτηρίας. «Ή Εκκλησία μας -λέγει-είναι εις την έλληνικήν. Και αν δεν σπουδάσης τα Ελληνικά, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα πού ομολογεί η Εκκλησία μας». Για να περιορίσει και να εξαφανίσει από τους Έλληνες τη χρήση του βλάχικου ή αρβανίτικου γλωσσικού ιδιώματος, θα φθάσει σε σημείο να δηλώσει: «Όποιος χριστιανός, άνδρας ή γυναίκα, υπόσχεται μέσα είς το σπίτι του να μη κουβεντιάζη Αρβανίτικα, ας σηκωθή επάνω να μου είπη και να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν μου από τον καιρόν όπου εγεννήθηκε, έως τώρα, και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρέσουν…».

Η παιδεία που διέδιδε ο Πατροκοσμάς απέβλεπε στην αναγέννηση του Έθνους. Όπως έγραφε στους Παργίους, το ελληνικό σχολείο που θα ίδρυαν, έπρεπε να συντελέσει «εις την διαφύλαξιν της πίστεως και ελευθερίαν της πατρίδος». Ήταν μια παιδεία που ανταποκρινόταν στις άμεσες ανάγκες του δούλου Γένους και διαφοροποιούνταν ριζικά από εκείνη των δυτικοπλήκτων και τα «άθεα γράμματα» μερικών Διαφωτιστών. Το αυθεντικό πατερικό φρόνημα του αποτυπώνουν τα λόγια του: «Αι πολλαί Εκκλησίαι ούτε διατηρούν, ούτε ενισχύουν την πίστιν μας, όσον και όπως πρέπει, εάν οι εις Θεόν πιστεύοντες δεν είναι φωτισμένοι υπό των παλαιών και νέων Γραφών. Η πίστις μας δεν εστερεώθη από αμαθείς Αγίους, αλλά από σοφούς και πεπαιδευμένους, οίτινες και τας αγίας Γραφάς ακριβώς μας εξήγησαν και δια θεοπνεύστων λόγων αρκούντως μας εφώτισαν…». Πάνω σε παρόμοιες θέσεις του Πατροκοσμά, φαίνεται, στηρίχθηκε η άποψη ότι γκρέμισε στη Χειμάρρα εκκλησίες, για να γίνουν σχολεία. Δεν είναι όμως απίθανο, ερειπωμένες και εγκαταλελειμμένες εκκλησίες να όριζε να τις μετατρέψουν σε σχολεία. Το σχολείο όμως του Κοσμά ήταν προέκταση της Εκκλησίας: «Από το σχολείο μανθάνομεν, το κατά δύναμιν, τί είναι Θεός, τί είναι ή Αγία Τριάς, τί είναι άγγελοι, τί είναι αρχάγγελοι, τί είναι δαίμονες, τί είναι παράδεισος, τί είναι κόλασις, τί είναι αμαρτία, αρετή. Από το σχολείον μανθάνομεν τι είναι Αγία Κοινωνία, τι είναι Βάπτισμα, τι είναι το άγιον Εύχέλαιον, ο τίμιος γάμος, τι είναι ψυχή, τι είναι κορμί, τα πάντα από το σχολείον τα μανθάνομεν». Έβλεπε, συνεπώς, το σχολείο ως ναό της αληθινής γνώσης και θεοκεντρικής παιδείας. Ο διαφωτισμός του Πατροκοσμά ήταν ορθοδοξοκεντρικός. Το παιδευτικό του πρότυπο ήταν ο Θεάνθρωπος, όχι ο κατά κόσμον σοφός, αλλ” ο θεούμενος. Πλήρης η ταύτιση του με τους συγχρόνους του Κολυβάδες. Ως φωτιστής του Γένους δεν μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στους δυτικόφρονες, αλλά δίπλα στον Βούλγαρι και τον Νικόδημο τον Αγιορείτη. Ο ζήλος του για την παιδεία των ομοεθνών του φαίνεται από τα ίδια τα έργα του. Στον αδελφό του Χρύσανθο έγραφε (1779) ότι ίδρυσε 10 ελληνικά σχολεία και 200 για τα κοινά γράμματα (δημοτικά), στις 30 επαρχίες που είχε επισκεφθεί.

γ) Ορθόδοξη κοινωνικότητα

Ο Πατροκοσμάς απέβλεπε με το κήρυγμα του να σώσει και τα υπαρκτικά θεμέλια του Γένους στις διαστάσεις της ρωμαίικης κοινωνικότητας. Αποσκοπούσε όχι μόνο στην αναγέννηση του ανθρώπινου προσώπου, αλλά και σύνολης της κοινωνίας. Την κοινωνικότητα έβλεπε ως οριζόντια θρησκευτικότητα. Κήρυττε ισότητα και αδελφότητα όλων των ανθρώπων («από ένα άνδρα και μίαν γυναίκα εγεννήθημεν και όλοι είμεθα αδελφοί»). Δεν παρέλειπε όμως να συμπληρώνει: «Όλοι είμεθα αδελφοί, μόνον η πίστις μας χωρίζει», δείχνοντας την πατερική και εδώ θεμελίωση του. Η υπερφυλετική παναδελφοσύνη των ανθρώπων απέρρεε από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα του φρονήματος του, που θεμελιωνόταν όχι στο όμαιμο, αλλά στο ομόπιστο, στο ομόδοξο. Παράλληλα όμως κήρυττε την ισότητα ανδρών και γυναικών και την ιερότητα του γάμου, μέσα όμως στη λειτουργική ιδιαιτερότητα των φύλων και της αποστολής τους στο κοινωνικό σώμα (ήθελε τον άνδρα «ωσάν βασιλέα» στην οικογένεια και την γυναίκα «ωσάν βεζίρη»). Συνιστούσε την πρακτική δικαιοσύνη, την αποφυγή «της αρπαγής και αδικίας» και να δίνεται «το άδικον οπίσω», σ” όποιον και αν είχε γίνει η αδικία («… όσοι αδικήσατε Χριστιανούς, ή Εβραίους, ή Τούρκους»).

Ιδιαίτερα εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο Πατροκοσμάς έδειχνε σημαντικό ενδιαφέρον για τη συλλογική -κοινωνική συμπεριφορά και οργάνωση, για κοινή-κοινοτική ύπαρξη και σύμπραξη: «Άμή τί είναι ή πλερωμή μου; Να καθίστετε από πέντε-δέκα να συνομιλήσετε αυτά τα θεϊα νοήματα, να τα βάλετε μέσα είς την καρδίαν σας, δια να σας προξενήσουν την ζωήν την αίώνιον». Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, συνιστούσε στη συσσωμάτωση σε αδελφότητα, για τη συλλογική δραστηριοποίηση της κοινωνικής ομάδας, στα όρια όμως μιας κοινής και εθνωφελούς στοχοθεσίας. Όριζε εκλογή των υπευθύνων με βάση δημοκρατική («με τη γνώμη όλων των χριστιανών»). Σύμφωνα με μαρτυρία του προβλεπτή της Λευκάδας, που είχε πάρει από τον κατάσκοπο του αγίου, άρχοντα Μαμωνά, ο Πατροκοσμάς απέτρεπε τους κατοίκους της Πρέβεζας να εκκλησιάζονται στις ενορίες εκείνες που δεν είχαν συσσωματωθεί σε αδελφότητα. Είναι φανερό ότι το κοινοβιακό πρότυπο του Αγιορείτη μοναχού Πατροκοσμά μεταφυτευόταν στις κοσμικές ενορίες και κοινότητες.

Την κοινωνική ενότητα στήριζε στον αλληλοσεβασμό «αρχόντων και αρχομένων». Προέτρεπε τους πιστούς να τιμούν τους ιερείς παραπάνω από τους βασιλείς και τους αγγέλους, αλλά και τους προεστούς και τους γεροντότερους, χωρίς «να καταφρονούν κανένα… ότι ο Θεός όμοια μας έχει όλους». Τις ρωμαίικες-ορθόδοξες ρίζες της κοινωνικής του θεωρίας αποκαλύπτει η θέση του για τους προεστούς: «Ό,τι χρεία τύχη της χώρας, τους προεστούς γυρεύουν και σεις κοιμάσθε ξέγνοιαστοι…». Στη συνάφεια αυτή έχει σημασία η τοποθέτηση του Πατροκοσμά απέναντι στον κατακτητή. Συνιστά στον λαό νομιμοφροσύνη, αλλ” όχι δουλικότητα: «Περιπατώ -γράφει σε κάποιον κατή-και διδάσκω τους Χριστιανούς να φυλάγουσι τας εντολάς του Θεού και να πείθωνται (υπακούουν) εις τας κατά Θεόν βασιλικάς προσταγάς» (Πράξ. ε” 29). Συνιστούσε υπακοή σε όσα «δεν αντιστέκονται στο Ευαγγέλιο».

Στη θέση του απέναντι στους Τούρκους μένει πιστός στη χαραγμένη ήδη από τον πατριάρχη Γεννάδιο Β” τον Σχολάριο τακτική. Βραχυπρόθεσμη συνεργασία και κατευνασμός του «θηρίου» και πρόκριση του Τούρκου, ως λιγότερο επικίνδυνου για την «ψυχή», από τον Φράγκο: «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το έχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (χρήματα) δώσ” του καί καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι…». Έδινε έτσι μιαν απάντηση στους δυτικόφρονες ενωτικούς. Δεν δίσταζε όμως, όταν έπρεπε, να αποκαλύπτει τους εχθρούς της πίστεως και του Γένους: «Ό αντίχριστος ο ένας είναι ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός, που είναι εις το κεφάλι μας. Χωρίς να είπω το όνομα του, το καταλαβαίνετε…».

Ο οραματισμός

Η μεγαλόπνοη δράση του Πατροκοσμά δέχθηκε πολλές ερμηνείες, αναζητήθηκαν διάφορες σκοπιμότητες και επισημάνθηκαν ανάλογοι στόχοι. Θεωρήθηκε «εθνικιστής», «κοινωνικός επαναστάτης», «δημοτικιστής» κ.ά. Οι τοποθετήσεις όμως αυτές μάλλον τον αδικούν, διότι είναι ευδιάκριτη η πατερικότητά του. Ο άγιος Κοσμάς ανήκε ολόκληρος στην ορθόδοξη πατερική παράδοση, είχε ευρύ πατερικό πνεύμα και οι στόχοι και τα μέσα του καθορίζονταν από τη ζωή και πράξη της Εκκλησίας. Απέβλεπε στον αναβαπτισμό του Έθνους στην πατερική παράδοση, όπως αυτή σώζεται στην πραγματικότητα της Εκκλησίας. Οραματιζόταν μια ελληνική κοινωνία «κατοικία του Θεού, κατοικία των αγγέλων». Τίποτε λιγότερο, δηλαδή, ή περισσότερο από ό,τι ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έλεγε: «γήν ούρανόν ποιήσωμεν». Το κήρυγμα του, προϋποθέτοντας την ακαταστασία των καιρών, οδηγούσε σε μια χριστοκεντρική κοινωνία, σε μια αταξική αδελφοποιία, μέσα στην ελευθερία και τη δικαιοσύνη: «Να ζήσουν (οι άνθρωποι) -έλεγε-και εδώ καλά, ειρηνικά και αγαπημένα, και μετά να πηγαίνουν εις τον παράδεισον να χαίρωνται πάντοτε». Έξω από κάθε ουτοπία, κινούνταν στον πνευματοκρατικό ρεαλισμό της Ορθοδοξίας, στα όρια του -υπαρκτού Χριστιανισμού», όπως σώζεται στη μοναστική αδελφότητα-ενορία. Αδιανόητη ήταν γι” αυτόν μια Ελλάδα χωρίς Χριστό, χωρίς Ορθοδοξία. Η φιλοπατρία του διεπόταν από τη διπολικότητα πρόσκαιρου – αιωνίου, με έμφαση βέβαια στο δεύτερο:

α) «Ή πατρίδα μου η ψεύτικη, η γήινη και ματαία, είναι από του Αγίου Άρτης και από την έπαρχίαν Άπόκουρον». Αλλά συμπλήρωνε:

β) «Ήμεϊς, Χριστιανοί μου, δεν έχομεν εδώ πατρίδα (Εβρ. ιγ” 14). Δια τούτο και ό Θεός μας έβαλε τον νουν εις το επάνω μέρος, δια να στοχαζώμασθε πάντοτε την ούράνιον βασιλείαν, την αληθινήν πατρίδα μας».

Μέσα σ” αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η εθνική του προσδοκία, η οποία δεν πρέπει να χωριστεί από τη ρωμαίικη οικουμενικότητα, που, όπως στους Κολυβάδες, σωζόταν και στον Πατροκοσμά. Μιλούσε για το ρωμαίικο («αυτό μια μέρα θα γίνη ρωμαίικο»). Η ανάσταση του Γένους προσανατολιζόταν στην Πόλη και την Ελληνορθόδοξη αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Αυτή την αποκατάσταση του Γένους υπαινίσσονταν και οι σπουδαίες προφητείες του. Με υπονοούμενα και συμβολικές φράσεις, εξάλλου, προσπαθούσε να εμπνεύσει στις ψυχές των υποδούλων τον πόθο της παλιγγενεσίας και να συντηρήσει την ελπίδα για την έλευση του «ποθούμενου». Και ως μόνο μέσο γι” αυτή την ενδυνάμωση της συλλογικής συνείδησης θεωρούσε την εμμονή στην πίστη: «Το κορμί σας ας το καύσουν, ας το τηγανίσουν· τα πράγματα σας ας τα πάρουν, μη σας μέλλει. Δώσατε τα. Δεν είναι δικά σας. Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο όλος ο κόσμος να πέση δεν ημπορεί να σας τα πάρη, εκτός και τα δώσετε με το θέλημα σας. Αυτά τα δύο να τα φυλάττετε, να μη τα χάσετε». Μετά τις αποτυχίες των ρωσοτουρκικών συγκρούσεων (1774 κ.ε.) πρέπει να συνειδητοποίησε ο Κοσμάς την ανάγκη της εσωτερικής σποράς μέσα στη λαϊκή ψυχή, ώστε να βρει μόνη της τον δρόμο της ελευθερίας, με την αναζωπύρηση της αυτοσυνειδησίας της.

Η απήχηση

Το κήρυγμα του Πατροκοσμά είχε τεράστια απήχηση στον λαό. Σε κάθε τόπο, που επισκεπτόταν, προκαλούσε σεισμό στις συνειδήσεις, συνοδευόμενο από μετάνοια. Εχθροί συμφιλιώνονταν, κλέπτες επέστρεφαν τα κλοπιμαία, ληστές μεταβάλλονταν, πλούσιες γυναίκες πρόσφεραν τα χρυσάφια τους για έργα φιλανθρωπίας κ.λπ. Κατά τον βιογράφο του Νικόδημο μοίρασε συνολικά «υπέρ τα πεντακόσιας χιλιάδας σταυρούδια». Τις ομιλίες του παρακολουθούσαν χιλιάδες (τουλάχιστον 6.000 ήταν οι ακροατές του στο χωριό Μαύρο Μανδήλι κοντά στην Πρέβεζα κατά τον κατάσκοπο του Μαμωνά). Ακόμη και σήμερα όλη η βορειοδυτική Ελλάδα διατηρεί τη μνήμη της παρουσίας του. Σε πολλά μέρη της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας, των Αγράφων και της Στερεάς άρχιζε η επανάσταση με το δίστιχο: «Βοήθα μας, άγιε Γιώργη, και συ άγιε Κοσμά / να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ιδιαίτερη εκτίμηση έτρεφε για τον άγιο ο διαβόητος Αλή πασάς των Ιωαννίνων, του οποίου το μέλλον είχε προφητεύσει ο Κοσμάς. Γι” αυτό και ανήγειρε μεγαλοπρεπή ναό στον τόπο της ταφής του αγίου. Διέταξε ακόμη να κατασκευάσουν αργυρά θήκη για την κάρα του, την οποία πολλές φορές έφερε στα Γιάννινα, για να την προσκυνήσει. Όταν κάποιοι τον χλεύασαν για την πράξη του αυτή, απάντησε με οργή: «Φέρετε μου ένα μουσουλμάνο σαν κι αυτόν τον Χριστιανό και να του φιλήσω και τα πόδια».

Ο Πατροκοσμάς είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας, ευρύτατα γνωστό στον λαό, που είχε, έτσι, τη βεβαίωση του αγιοπνευματικού φωτισμού του. Δείγματα της αγιότητας του ήταν και οι προφητείες του, πολλές από τις οποίες βρήκαν την πραγμάτωση τους. Έλεγε λ.χ. «το ποθούμενο θα γίνη στην τρίτη γενεά. Θα τδ δουν τα εγγόνια σας». Πράγματι, η γενεά του 1821 ήταν η τρίτη από την εποχή του Κοσμά. «Πότε θαρθή το ποθούμενο;» -τον ρώτησαν στα Τσαραπλανά της Ηπείρου. «Όταν ενωθούν αυτά», απάντησε, δείχνοντας δύο μικρά δένδρα, τα οποία πράγματι μεγάλωσαν και ενώθηκαν το 1912. Ο λαός τον τιμούσε γι” αυτό ως άγιο ήδη πριν από το μαρτύριο του, μετά το οποίο του αποδίδονταν τιμές μάρτυρα της πίστεως. Αυτή την πράξη έλαβε υπ” όψιν το οικουμενικό πατριαρχείο, το οποίο με πράξη του τον κατέταξε μεταξύ των αγίων της Εκκλησίας, στις 20 Απριλίου 1961, υπογραμμίζοντας, ότι «άπασαν την πατρώαν γήν διέδραμε, κηρύττων ιεραποστολικώς τον λόγον του θεού, σχολεία πολλαχοϋ ιδρύων, ασθενούντας θεραπεύων, την άγίαν αυτού έκκλησίαν κρατύνων, τύπον δ” εαυτόν ταπεινώσεως, αύταπαρνήσεως, αρετής και εγκράτειας άναδείξας, έως ου και τον μαρτυρικόν ύπέμεινε θάνατον». Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου, μέρα του μαρτυρίου του.

Ο άγιος Κοσμάς ονομάστηκε «ο μεγαλύτερος μετά την άλωση Έλληνας» και πατέρας του νεοελληνικού Έθνους. Ίσως θα πρέπει να προστεθεί ότι υπήρξε πρότυπο νεοελληνικού ήθους και αναστηλωτής του αυθεντικού ελληνορθόδοξου ιδεώδους.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

kiriaki ia

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ  ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ

«οὐκ ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι τόν συνδοῦλον σου, ὡς καί ἐγὠ σέ ἐλέησα;»

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος αὐξάνει ἐν Κυρίω τόσο λιγότερο ἐπηρεάζεται ἀπό τίς ἀστοχίες τῶν ἀδελφῶν. Ολοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἕνα γένος, μέ συνδετικό ὑλικό τήν ἀγάπη μας πρός τόν Θεό καί μεταξύ μας.
Εἶναι ἀδιανόητο νά σκεφθοῦμε ὅτι οἱ ἄγγελοι ἔχουν ἐχθρότητα μεταξύ τους. Οἱ ἄγγελοι ἔχουν συναίσθηση ὅτι ὅλοι ἀποτελοῦν ἕνα γένος, αὐτό τῶν ἀγγέλων. Μάλιστα οἱ Πατέρες ἀναφέρουν ὅτι δέν κακίζουν τούς δαίμονες, ἀντίθετα λυποῦνται γι αὐτούς, μήπως ἔχει ἀπομείνει σ’αὐτούς κάποιο ἴχνος τῆς πρώην ἀγγελικῆς διαγωγῆς. Οἱ ἀριστεῖς τῶν ἀνθρώπων, οἱ Ἅγιοι, μέ παρόμοιο πρόπο προσεύχονται, δακρύζουν, ἀγωνίζονται γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἀνεξάρτητα φυλῆς ἤ γλώσσας. Ἐχουν συναίσθηση τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρώπινου γένους.
Ἡ παράβαση τοῦ Ἀδάμ εἶχε συνέπειες γιά ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος. Ὑπῆρχαν σ’αὐτόν «οἱ λόγοι τῆς κληρονομικότητας». Οἱ ἄνθρωποι κληρονομήσαμε ὄχι τήν ἐνοχή ἀλλά τίς συνέπειες τῆς παράβασης τοῦ Ἀδάμ: τήν φθορά καί τόν θάνατο. Παρόμοια, ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ἐλύτρωσε ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν κατάρα τοῦ Νόμου. Ἡ Ἐκκλησία ψάλλει ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου τήν Μεγάλη Πέμπτη τό ἑσπέρας: «ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῶ τιμίω σου αἵματι, τῶ Σταυρῶ προσηλωθείς καί τῆ λόγχη κεντηθείς, τήν ἀθανασίας ἐπήγασας ἀνθρώποις, Σωτήρ ἡμῶν δόξα σοι». Ἡ φθορά καί ὁ θάνατος ἀπό τήν μία μεριά καί ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου διά τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ἄλλη, εἶναι γεγονότα πού ἀφοροῦν τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων ἀπό Ἀδάμ ἕως τῶν ἐσχάτων. Ἡ Ἐκκλησία βοηθᾶ τόν ἄνθρωπο νά ἀντικρύσει ὅλη τήν ἀλήθεια, νά καθαρθεῖ ἀπό τά πάθη γιά νά μπορέσει νά ἀγαπήσει.
Μέ τόν τρόπο αὐτό κάθε πράξη μετανοίας, ταπείνωσης, προσευχῆς, θυσίας ὁφελεῖ ὅλη την ἀνθρωπότητα. Ὁ ἄνθρωπος ὅταν στόν μικρόκοσμό του δρᾶ ἀγαπητικά πρός ὅλους, καί ὄχι μόνο σέ ὅσους τόν ἀγαποῦν, προσφέρει εὐλογία. Ἀπό τήν μέθεξη τῆς θεοποιοῦ ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τῶν Ἁγίων ὅλοι εὐεργετοῦνται. Ὅσο ἁγιάζουμε τόν ἑαυτό μας μέ τήν παύση τῶν παθῶν, τήν προσευχή, τήν ὑπομονή, τήν μετάνοια συντελοῦμε στήν διάχυση τῆς εὐλογίας. Ἀπό αὐτήν τήν ἄποψη αὐτή «Θεοῦ συνεργοί ἐσμέν». Ἀντίθετα ἡ ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας βαραίνει σέ ὅλο τό γένος μας.
Προκειμένου νά ἀναχθεῖ ὁ ἄνθρωπος στή θεώρηση αὐτή πρέπει νά ἀπεκδυθεῖ τήν ἰδιοτέλεια, κάθε προσωπικό συμφέρον. Νά πάψει νά εἶναι ἐγωκεντρικός, νά ἔχει φοβίες ἤ δουλικό φόβο, νά μάθει νά συγχωρεῖ. Στό βιβλίο του «ἡ κλίμαξ» ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης τοποθετεῖ τήν ἀγάπη στίς ἀνώτατες βαθμίδες τῆς σκάλας πού ὁδηγεῖ στόν Χριστό. Πρέπει νά προηγηθεῖ ἡ κάθαρση ἀπό ὅλα τά πάθη προκειμένου νά εἶναι ἡ ἀγάπη ἀνιδιοτελής. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει στους Γαλάτες: «ζῶ δέ ουκέτι ἐγώ, ζεῖ ἐν ἐμοί Χριστός». Χωρίς τήν κάθαρση τῆς ψυχῆς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὑποταγμένος στήν λογική τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ. Μέ τήν ἔλευση τῆς χάριτος πληροῦται θείου φωτός, τά χαρίσματά του ἐνεργοποιοῦνται, δέν ἔχει λόγο νά εἶναι ἐξουσιαστικός, δεδομένου ὅτι αἰσθάνεται ἐνταγμένος στό ἐνιαῖο ἱεραρχικό σῶμα τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ μέ τήν κτιστή δημιουργία. Ἐδῶ ἡ τάξη εἶναι χαρισματική καί ὄχι ἐξουσιαστική καί κανένα μέλος δέν ἐξουσιάζει τό ἄλλο. Ἔχει πλέον τήν ἐπίγνωση ὅτι ὅλα οὐσιώνονται καί ζωογονοῦνται ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ παρουσία θεουμένων άνθρώπων στόν κόσμο εἶναι εὐεργετική: δέν περιγράφουν ἀλλά μέ τήν ἀλλοίωσή τους βεβαιώνουν μιάν ἄλλη πραγματικότητα μέσα στήν πραγματικότητα τοῦ κόσμου. Εἶναι μέτοχοι τῆς φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἄκτιστης ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ.
Στήν σημερινή εὐαγγελική περικοπή γίνεται ἀπό τόν Κύριο ἀναφορά στό ἔλεος. Ὁ ἀχάριστος δοῦλος ἐλεήθηκε ἀπό τόν κύριό του ἀλλά δέν ἔδειξε ἔλεος στους συνδούλους. Ἔλεος ζητᾶ ὁ κατάδικος πού ἔχει χάσει κάθε ἐλπίδα ἀπό νομική ἄποψη. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κυριαρχεῖ ἡ αἴτηση «Κύριε ἐλέησον». Προσευχόμεθα ὡς κατάδικοι τῶν ὁποίων ἡ ἔσχατη ἐλπίδα εἶναι ἡ παροχή χάριτος, ἐλέους. Αὐτή ἡ σχεδόν θρηνώδης κραυγή ἐκφράζει τόν ἄνθρωπο πού ἔχει χάσει κάθε ἐγωιστική πίστη στόν ἑαυτό του καί μετανοημένος καί ἐξουθενωμένος προσφεύγει ἐν ταπεινώσει στό ἔλεος τοῦ δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος «ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμέν». Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας περιγράφουν τήν ἐπίσκεψη τοῦ Ἅγίου Πνεύματος σάν μιά κατάσταση ὅπου ἡ προσευχή παύει πλέον, καί ὁ προσευχόμενος ἔχει δάκρυα ὄχι μετανοίας πιά ἀλλά χαρμολύπης καί αἰσθάνεται ὡς ὁ τελευταῖος τῶν ἀνθρώπων. Ἡ αἰτηση ἐλέους, λοιπόν, ταιριάζει σ’αὐτόν πού αἰσθάνεται τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Ἡ Παλαιά Διαθήκη τήν περιγράφουν ὡς τρόμο καί ἔκσταση καί συστροφή τῶν σπλάχνων ὅμως ἡ δυνατότητα θέωσης πού δόθηκε στό ἀνθρώπινο γένος μέ τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου κατεπράϋνε τήν ἐμπειρία.
Αὐτοί πού ἀγάπησαν τόν Θεό ὑπερβολικά, ἀγάπησαν καί κάθε ἄνθρωπο.

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΓΕ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΛΕΜΕ «ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ»;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

           Μερικοὶ ὀρθόδοξοι πιστοὶ ἀποφεύγουν τὴν ἐπίκληση τῆς Θεοτόκου μὲ τὴν προστακτικὴ «σῶσον ἡμᾶς», ἀποκαθιστῶντες αὐτὴ μὲ τὴν προστακτικὴ «πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν».
.               Μέχρις ἑνὸς ὁρίου βέβαια ἡ εὐαισθησία αὐτὴ εἶναι δικαιολογημένη. Ὑπάρχει φόβος μήπως ἡ σωτηρία, ποὺ εἶναι ἔργο μόνον τοῦ Θεοῦ, ἀποδοθεῖ στὴν Θεομήτορα. Γενικὰ ὅμως ἡ τοποθέτηση αὐτὴ δὲν εἶναι σωστή. Λέγοντας στὴν Θεοτόκο «σῶσον ἠμᾶς», δὲν τὴν θεωροῦμε ὡς πρωταρχικὴ αἰτία τῆς σωτηρίας μας. Ἁπλῶς ἀπευθυνόμαστε σὲ αὐτὴν καὶ τὴν παρακαλοῦμε μὲ τὴν πρεσβεία καὶ τὶς δεήσεις της πρὸς τὸν Υἱό της νὰ μᾶς σώσει Ατς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ πολλὰ κακὰ ποὺ μᾶς συνέχουν. Ἡ Θεοτόκος εἶναι ἡ μεσίτρια τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Υἱό της, χωρὶς βέβαια ἡ μεσιτεία αὐτὴ νὰ προσκρούει ἢ νὰ ἐπισκιάζει τὴν πρώτη καὶ κύρια μεγάλη μεσιτεία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεώς μας πρὸς τὸν Θεὸ ὑπὲρ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων, διότι ἡ μεσιτεία τῆς Παναγίας γίνεται πάντοτε ἐν ὀνόματι τῆς μεγάλης μεσιτείας τοῦ Χριστοῦ καὶ λαμβάνει τὴν δυναμή της ἀπὸ αὐτὸν καὶ πρὸς δόξαν τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε ἡ μεσιτεία τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ δὲν παύει νὰ εἶναι προσευχή, δέηση πρὸς τὸν Θεό, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ δραστικὴ ἐνώπιον τοῦ ἀπειράνδρου Τόκου της· «πολὺ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου».
.               Καμιὰ λοιπὸν ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη δὲν περιλαμβάνεται στὴν δέηση αὐτή, ἀρκεῖ βέβαια νὰ διαφωτίζεται ἐπαρκῶς τὸ χριστεπώνυμο πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἀνδρέου Θεοδώρου «Ἀπαντήσεις σὲ ἐρωτήματα δογματικὰ»
ἔκδ. «Ἀποστολικὴ Διακονία», ἔκδ. γ´, Ἀθῆναι 2006, σελ. 122-123 ἠλεκτρ. στοιχειοθ. «Χριστ. Βιβλιογραφία»

https://christianvivliografia.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ασκητική Ανθρωπολογία (Γερ. Σωφρόνιος)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

Ο Χριστός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, πρόσκαιρων και αιωνίων, Θείων και ανθρώπινων. Για τον λόγο αυτό όλα, όσα προτίθεμαι να γράψω εδώ, θα προέρχονται από τη θεώρηση του Χριστού ως Θεανθρώπου. Η χριστιανική ανθρωπολογία μας δεν πρέπει να έχει αφηρημένο χαρακτήρα, αλλά να προσφέρει απαραιτήτως θεμέλιο για όλη την εν τω Θεώ ζωή μας. Δεν θα δίσταζα να ονομάσω την ανθρωπολογία αυτή ασκητική. Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι πολυδιάστατη. Μία από τις διαστάσεις της είναι η δημιουργική δύναμη, που εκδηλώνεται σε ποικίλες περιοχές: σε κουλτούρες όλων των ειδών, δηλαδή πολιτισμούς, τέχνες, επιστήμες.

Στον πρωτόπλαστο δόθηκε η εντολή, με την είσοδό του στον φυσικό κόσμο, να εργάζεται σε αυτόν και να τον φυλάσσει (βλ. Γεν. 2,15). Ο φυσικός κόσμος είναι πλασμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε ο άνθρωπος βρίσκεται στην ανάγκη να λύνει δημιουργικά τα προβλήματα που αδιάκοπα αναφύονται μπροστά του. Ωστόσο αυτά που απαριθμώ δεν εξαντλούν τον όλο άνθρωπο. Παράλληλα με την παραγωγή εκείνων που χρειάζεται ο άνθρωπος για τη συντήρηση της ζωής του επάνω στη γη, ανέρχεται από τις ατελείς μορφές στις τελειότερες, τις πνευματικές, που υπερβαίνουν όλα τα ορατά και τα πρόσκαιρα. Στο επίπεδο των πρόσκαιρων, η δημιουργική ικανότητα κατευθύνεται προς τα κάτω, προς τη γη, για να οργανώσει τα ακατέργαστα δεδομένα της φύσεως, που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των αναγκών του ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή ο σκοπός κατορθώνεται στα όρια των φυσικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Στη δεύτερη περίπτωση η δημιουργία κατευθύνεται προς τον ανώτερο κόσμο, όπου τα φυσικά χαρίσματα του ανθρώπου από μόνα τους δεν επαρκούν. Ως Πρόσωπο ο άνθρωπος διαθέτει ελεύθερη βούληση που εκφράζεται, όχι με την εκ του μηδενός δημιουργία κάποιου εντελώς νέου πράγματος που δεν υπήρξε, αλλά ως συμφωνία με τη θέληση του Θεού, του αληθινά Δημιουργού, ή ως διαφωνία προς το θέλημά Του (που αποκλίνει από το θέλημά Του ή και το απορρίπτει). Μόνο εκείνη η δημιουργία που συμπίπτει με το θέλημα του Ουρανίου Πατρός παράγει καρπούς που μπορούν να περάσουν στην αιωνιότητα· οτιδήποτε άλλο καταλήγει στο μη ον: «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος εκριζωθήσεται» (Ματθ. 15,13). «Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν Εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν. Εάν μη τις μείνη εν Εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν. 15,5-6).

Για να γίνει ο άνθρωπος συνεργός του Θεού στη δημιουργία του κόσμου, πρέπει αδιάκοπα να αγωνίζεται για την κατά το δυνατόν καλύτερη γνώση του ιδίου του Θεού. Η πορεία αυτή της αναβάσεως στη γνώση του Θεού είναι επίσης δημιουργική πράξη, ιδιαίτερης όμως τάξεως· σκοπός της είναι η συμμετοχή στην αιώνια δημιουργική πράξη του Πατέρα, η απόκτηση της έσχατης τελειότητας με την παραμονή στο ρεύμα της Θείας Αιωνιότητας, όπου πρώτος εισήλθε ο Χριστός-Άνθρωπος. Ο χριστιανός στη δημιουργική αναζήτησή του εγκαταλείπει όλα όσα φέρουν σχετικό και παροδικό χαρακτήρα, για να παραμείνει στα μη παρερχόμενα. Στα όρια της γης η τελειότητα δεν είναι εντελώς πλήρης. Και όμως την αποκαλούμε τελειότητα. Μιμούμενοι τον Χριστό που είπε «Εγώ απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο Πατήρ Μου, ταύτα λαλώ» (Ιωάν. 8,28), και εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε για το ίδιο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Γέροντα Σιλουανού: «Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε αφ’ εαυτού τους… Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα».

Αυτή λοιπόν είναι η αληθινή δημιουργία, η ανώτερη από όλα εκείνα που είναι εφικτά για τον άνθρωπο. Όχι παθητικά, αλλά με δημιουργικό αγώνα βαδίζει ο άνθρωπος προς αυτό τον άγιο σκοπό, χωρίς ποτέ να λησμονεί ότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δημιουργήσει για τον εαυτό του θεό «κατ’ εικόνα του», κάτι που πολλοί φιλόσοφοι ή ακόμη και θεολόγοι κάνουν.

Όλο το παρελθόν μου με ωθούσε κατά φυσικό τρόπο στη σκέψη για τη δημιουργία στις διάφορες εκφάνσεις της, όπως επίσης και για το νόημά της. Τώρα θα ήθελα να διηγηθώ με συντομία πως η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική με οδήγησε στην προσευχή. Μιλώ για πραγματικά συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατά τις ημέρες της νεότητάς μου, κάποιος Ρώσος ζωγράφος, που έγινε στη συνέχεια διάσημος, με προσείλκυσε προς την ιδέα της καθαρής δημιουργίας, έχοντας στραφεί προς την αφηρημένη τέχνη. Δύο ή τρία χρόνια υπήρξα θύμα της έλξεως αυτής, που με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε μέσα μου. Χαρακτηριστικό κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδή κάθε εργάτη της τέχνης) είναι να προσλαμβάνει το είναι στις μορφές της τέχνης του. Έτσι και εγώ αντλούσα ιδέες για τις δικές μου αφηρημένες μελέτες από εκείνο που μου παρείχε η πραγματικότητα του περιβάλλοντός μου: οι άνθρωποι, η βλάστηση, τα κτίσματα, οι απροσδόκητα αλλόκοτοι συνδυασμοί σκιών από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές λάμπες επάνω στο πάτωμα, τους τοίχους, τις οροφές και πολλά άλλα. Με τη φαντασία μου δημιουργούσα εικόνες, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι όμοιες με τίποτε που υπάρχει πραγματικά στη φύση. Με τον τρόπο αυτό, νόμιζα ότι δεν είμαι αντιγραφέας φυσικών φαινομένων, αλλά δημιουργός νέων καλλιτεχνικών (εικαστικών) γεγονότων. Ευτυχώς αντιλήφθηκα ότι σε μένα, τον άνθρωπο, δεν δόθηκε να δημιουργώ «εκ του μηδενός», όπως ο Θεός δημιουργεί με μοναδικό τρόπο. Από την εμπειρία αυτή μου έγινε σαφές ότι κάθε ανθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ήδη προϋπάρχουσα. Δεν μπορούσα να χαράξω ούτε μία γραμμή, ούτε να δημιουργήσω κάποιο χρώμα, που πουθενά αλλού δεν υπήρχε. Ο αφηρημένος πίνακας μοιάζει με εγγραφή λέξεων που ηχούν πρωτότυπα, αλλά ποτέ δεν εκφράζουν πλήρες νόημα. Η δημιουργία παρουσιαζόταν σε μένα ως αποσύνθεση του είναι, πτώση στο κενό, στο παράλογο, επιστροφή στο «μηδέν», από το οποίο μας κάλεσε η δημιουργική πράξη του Θεού. Τότε εγκατέλειψε ο νους μου τη μάταιη απόπειρα να δημιουργήσει κάτι εντελώς νέο, καιτο πρόβλημα της δημιουργίας στη συνείδησή μου συνδέθηκε με το πρόβλημα της Γνώσεως του Είναι. Και μου συνέβη κάτι θαυμαστό· σχεδόν όλος ο κόσμος, κάθε ορατό φαινόμενο, έγινε μυστήριο, ωραίο και βαθύ. Και το φως έγινε άλλο·χάιδευε τα αντικείμενα, τα περιέβαλλε κατά κάποιον τρόπο με στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σε αυτά παλμούς ζωής που δεν απεικονίζεται με τα μέσα που διαθέτει ο καλλιτέχνης. Γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία να υποκλιθώ με ευλάβεια μπροστά στον πρώτο καλλιτέχνη, τον Δημιουργό του παντός, με τον πόθο να Τον συναντήσω, να διδαχθώ από αυτόν, να γνωρίσω πώς Αυτός δημιουργεί.

Οι συνομιλίες μου με τον Γέροντα Σιλουανό για την προσευχή και για οποιοδήποτε άλλο θέμα συγκεντρώνονταν πάντοτε στο Πρόσωπο του Χριστού, του μοναδικού Διδασκάλου με απόλυτη αυθεντία. Αυτός μας έδωσε «υπόδειγμα» για όλα (βλ. Ματθ. 23,8-10· Ιωάν. 13,13-15). Και ο Γέροντας δίδασκε να κοιτάζουμε προσεκτικά πως Εκείνος, ο Υιός του ανθρώπου, ενεργούσε. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ου δύναται ο Υιός ποιείν αφ’ Εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον Πατέρα ποιούντα· α γαρ αν Εκείνος ποιή, ταύτα και ο Υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ Πατήρ φιλεί τον Υιόν και πάντα δείκνυσιν Αυτώ α Αυτός ποιεί, και μείζονα τούτων δείξει Αυτώ έργα, ίνα υμείς θαυμάζητε» (Ιωάν. 5,19-20). Αλλά ο μονογενής Υιός, γενόμενος Υιός Ανθρώπου, ομοιώθηκε σε όλα με μας (βλ. Εβρ. 2,17· Φιλιπ. 2,7). Συνεπώς όλα, όσα Εκείνος λέει για τον Εαυτό Του ως Υιό Ανθρώπου, εφαρμόζονται στον καθένα από μας. Αν εμείς παραμένουμε στον Υιό, τον οποίο αγαπά ο Πατέρας, τότε και εμείς είμαστε υιοί Του, επίσης αγαπημένοι (βλ. Ιωάν. 16,27), και Αυτός θα μας τα δείξει όλα: τι δημιουργεί και πώς δημιουργεί. Αλήθεια, εν Χριστώ έχουμε κληθεί να γίνουμε μέτοχοι όλης της δημιουργικής Πράξεως του Θεού και Πατρός μας.

Η οδός προς την τελειότητα αυτή έχει ως εξής: Το πνεύμα του ανθρώπου αποχωρεί από την αναρίθμητη ποικιλομορφία των φαινομένων του φυσικού κόσμου, και με όλη τη δύναμή του στρέφεται προς τον Θεό. Και αυτό είναι το όριο του ανθρώπου επάνω στη γη. Όταν όμως, μετά την έξοδό της η ψυχή ανεβαίνει προς τον Θεό για αιώνια σε Αυτόν και με Αυτόν διαμονή, τότε μέσα στο «Είναι» αυτό έρχεται η γνώση και η είσοδός μας στην Πράξη δημιουργίας από τον Θεό όλων των υπαρκτών. Αρραβώνα της καταστάσεως αυτής αποτελεί το χάρισμα της θαυματουργίας. Κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ο Θεός σκέφτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει». Και οι άγιοι τελούν τα θαύματα όχι με φυσική επενέργεια επάνω στη φύση, αλλά στην προσευχή τους προς τον Θεό«σκέφτονται το ποθούμενο και αυτό πραγματοποιείται».

[Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ), «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ. 174-179. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ]

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικό και αληθινό σωματικό θάνατο της Θεοτόκου;Υμνογραφική διερεύνηση.

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

i-koimisi-tis-theotokou-tha-taksidepsei-apo-ti-suro-sto-toledo

Επειδή είναι γενικά αναγνωρισμένο  και αποδεκτό, ότι η διδασκαλία και το δόγμα εμπεριέχονται στην Λα­τρεία και, επομένως, στην Υμνογραφία της Εκκλησίας μας, θα παραθέσουμε όσον το δυ­νατόν συστηματικώς κατανεμημένα αποσπά­σματα από την Υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, για να δούμε ποια είναι η επίσημη θέση της για το θέμα»Δέχεται η Ορθόδοξος Εκκλησία τον πραγματικό  και αληθινόν σωματικό θάνατο της Θεοτόκου, δηλαδή τον χωρισμό  της αγίας ψυχής της από το πανάχραντο σώμα της, πριν απ’ την Μετάσταση στους Ουρανούς:

Πρώτον.

Η ορθόδοξος Υμνολογία, για να δηλώ­σει την αποδημίαν της Θεοτόκου, χρησιμοποιεί τους όρους: Κοίμησις, Θάνατος, Νέκρωσις: π.χ. Κοίμησις

– «Και ύμνησε θεοπρεπώς, σου την θείαν Πανάμωμε Κοίμησιν» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή στ’,).

– «τους υμνητάς της φαιδράς σου Κοιμήσεως» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’, σελ. 80).

– «οι Δίκαιοι, εν τη Κοιμήσει σου, Κόρη, υμνολογούντες σε» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή θ’).

– «Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε» (Απολυτίκιον ιε’ Αυγ.).

Επομένως, η γιορτή της ιε’ Αυγούστου δεν είναι μόνον η Μετάσταση, αλλά και η Κοί­μηση. Το Συναξάριον της ιε’ Αυγούστου λέ­γει μεν: «Τη ΙΕ’ του αυτού μηνός, Μνήμη της σεβάσμιας Μεταστάσεως…», αλλά αμέ­σως κατόπιν οι στίχοι λέγουν: «Ου θαύμα θνήσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, Του κοσμοπλάστου σαρκικώς τεθνηκότος Ζη αεί Θεομήτωρ, καν δεκάτη θάνε πέ­μπτη».

Το δε περιεχόμενο της Κοιμήσεως αναλυ­τικά έχει ως εξής:

«Την ζωήν η κυήσασα, προς ζωήν μεταβέβηκας, τη σεπτή Κοιμήσει σου την αθάνατον, δορυφορούντων Αγγέλων σοι, Αρχών και Δυνάμεων, Αποστόλων, Προ­φητών, και απάσης της κτίσεως, δεχόμενου τε, ακηράτοις παλάμαις του Υιού σου, την αμώμητον ψυχήν σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε» (Στιχηρόν προσόμοιον Αίνων ιε’ Αυγ.).

Νέκρωσις:

«Εν τη Κοιμήσει σου, νέκρωσις άφθορος» (Κάθισμα ιε’ Αυγ.) «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν» (Κοντάκιον ιε’ Αυγ.), αυτό σημαίνει ότι ετάφη, και ενεκρώθη, μεν, αλλά, τελικά, διεξέφυγεν αυτών των καταστάσεων.

– «Νέκρωσιν πως υπέστης, η τον νεκρωτήν του Άδου κυήσασα;» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή α’,).

– «Ω θαύματος καινού! ω τεραστίου ξένου! πως νέκρωσιν υπέστη, η ζωηφόρος κόρη» (Στιχηρόν προσόμοιον εσπερ. ιδ’ Αυγ.).

Θάνατος – η Παναγία θνητή: «Γυναίκα σε θνητήν, άλλ’ υπερφυές και Μητέρα Θεού είδότες…» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή γ’).

– «Δια θανάτου γαρ προς την ζωήν μεταβέ­βηκας» (Κανών Ίωάν. Δαμ. Ωδή ζ’, σελ. 86).

– «Πως ουν το άχραντον, ζωαρχικόν τε σου σκήνωμα, της του θανάτου πείρας, γέγονεν μέτοχον,» (Κανών Ίωάν. Δαμασκ. Ωδή ζ’).

– «όμως μιμούμενη δε, τον ποιητήν σου και Υίόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσε­ως νόμοις» (Κανών Α’, Ωδή α’, ιε’ Αυγ. ).

– «Νόμους της φύσεως λαθούσα, τη κυήσει σου, τω ανθρωπίνω νόμω θνήσκεις μόνη Αγνή» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’).

Δεύτερον:

Στην ορθόδοξη Υμνολογία υπογραμμί­ζεται, ότι η ψυχή της Θεοτόκου χωρίσθηκε του νεκρού σώματός της. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ορθόδοξος ορι­σμός του θανάτου. Αναφέρεται, λοιπόν, ότι η Παναγία παρέδωσε την ψυχή της «εις χείρας του Κυρίου και Υιού της». Ψυχή χωρίζεται σώματος – παραδίδεται:

– «Εν ταίς του Υιού χερσί, σήμερον την Παναγίαν παρατίθεται ψυχήν» (Δοξαστικόν αποστίχων Εσπερινού ιδ’ Αυγ., σελ. 76). -«Εξίσταντο Αγγέλων αι δυνάμεις, εν τη Σιών σκοπούμεναι, τον οικείον Δεσπότην, γυναικείαν ψυχήν χειριζόμενον» (Κανών Ιω­άν. Δαμ.,).

Προηγήθηκε ο θάνατός της ως αρραβών, δηλα­δή, προϋπόσχεση ζωής. Άρα πέρασε απ’ την φάση του θανάτου: «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοί, Παρθένε άχραντε…, και ζωήν προμνηστεύεται θάνατος… και μετά θάνατον ζώσα» (Κανών Ιωάν. Δαμασκ., σελ. 88).

– «Και συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το Πνεύμα» (Εξαποστειλάριον, σελ. 89). Σώμα άψυχον – λείψανον Παναγίας:

– «Ηλάλαζεν Αποστόλων ο δήμος, και δα­κρύων επληρώθη ηνίκα, σου την ψυχήν την αγίαν λιπούσαν, το θεοδόχον τεθέαται σκη νωμα) (Ωδή στ’).

– «Όθεν ανταπέδωκεν, τοις ανόμοις ο Κύ­ριος, δόλον γαρ ειργάσαντο τω τιμίω Λειψάνω σου» (κάθισμα Θεοτόκου του Όρθρου της ιδ’ Αυγ.).

– «Οι θεοφόροι Απόστολοι…, καταλαβόντες το πανάχραντον και ζωαρχικόν σου σκήνος, εξόχως ησπάζοντο» (Δοξαστικόν Μεγ. Ε­σπερινού ιε’ Αυγ.).

Τρίτον.

Τελείται η κηδεία της Παναγίας: – «Ήθροισται ο χορός, Μαθητών πα­ραδόξως… κηδεύσαι σου το σώμα, το θείον» (Απόστ. μικρ. Εσπερ. ιε’ Αυγ.).

– «Εκ περάτων συνέδραμον, Αποστόλων οι πρόκριτοι, θεαρχίω νεύματι του κηδεύσαι σε» (Στιχηρόν προσόμοιον των Αίνων ιε’ Αυγ.).

– «Δήμος των μαθητών αθροίζεται κηδεύσαι, Μητέρα Θεοτόκον» (Απόστιχον μικρού Εσπερ. ιε’ Αυγ.).

– «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε κηδεύσατέ μου το σώμα» (Εξαποστ.,).

– «νεφέλαι τους Αποστόλους, αιθέριους διήρπαζον και κοσμικώς διεσπαρμένους, ομοχώρους παρέστησαν, τω αχράντω σου σώματι, οι και κηδεύσαντες σεπτώς…» (Δοξαστ. Αίνων ιε’ Αυγ.).

Ακολουθεί ταφή.

Γίνεται λόγος για «τάφον» της Παναγίας: – «Ο τάφος σου κηρύττει, Πανάμωμε, την ταφήν σου» (Προεόρτ. Καν. Ωδή ε’ σελ. 77). Ενδιαφέρον τούτο. Φαίνεται ότι την εποχήν του υμνογράφου κάποιοι ηρνούντο ότι η Παναγία απέθανεν και ετάφη. Γι’ αυτό ο ποιητής επιχειρηματολογεί, ότι: η ύπαρξη του τάφου σου, ω Παρθένε, μαρτυρεί ότι έγινε και ο ενταφιασμός σου σ’ αυτόν. Απάντησις σε αρνητές της ταφής της Πα­ναγίας.

– «Ω του παραδόξου θαύματος! η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται» (Στιχηρά Προσόμοια μεγ. Εσπερ. ιε’ Αυγ.). Και εδώ ύυποδηλούται μάλλον άρνηση εκ μέρους τινών του γεγονότος του ενταφιασμού της Θεοτόκου. Ο ποιητής απορρίπτει κάθε τέ­τοια άρνηση, ακόμη και εκ μέρους της ιδίας της Θεοτόκου!

– «Ει ο ακατάληπτος ταύτης καρπός, δι’ ον ουρανός εχρημάτισεν, ταφήν υπέστη, εκου­σίως ως θνητός, πως την ταφήν αρνήσεται, η απειρογάμως κυήσασα;» (Κανών Ιωάν. Δα­μασκ., Ωδή δ’).

– «Ω των υπέρ έννοιαν θαυμάτων, της αειπαρθένου τε και θεομήτορος! τάφον γαρ οικήσασα, έδειξε Παράδεισον» (Κανών Ιωάν. Δαμ. Ωδή θ’).

– «Ήρθη το σώμα μεν του τάφου» (Ωδή ζ’).

– «Μένει κενός ο θείος τάφος, σου του σώ­ματος, της χάριτος δε πλήρης» (Προεόρτ. Κανών, Ωδή ζ’).

– «Πως… η ζωηφόρος κόρη,… τάφω νυν κα­λύπτεται;» (Στιχ. προσόμ. Εσπερ. ιδ’ Αυγ.).

Είναι ποτέ δυνατόν, μετά την ανίχνευση και διακρίβωση αυτή να υποστηρίξει κά­ποιος, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Υμνογραφίαν της, και, επομένως, στην διδασκαλίαν της δεν ομολογεί την θεοτόκον ως: «και θανούσαν και ταφείσαν»;

Επιμέλεια άρθρου.πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

https://fdathanasiou.wordpress.com/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΡΕΜΒΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

Τις ημέρες του Δεκαπενταυγούστου οι ναοί μας γεμίζουν από κόσμο. Το παρήγορο των τελευταίων χρόνων είναι ότι οικογένειες και νέοι εκκλησιάζονται, εξομολογούνται, κοινωνούν. Δίνεται έτσι μία μαρτυρία πίστης, η οποία αποτελεί σημάδι αντίστασης στην παρακμή των καιρών μας. Μπορεί να υπάρχει κόπωση και αδιαφορία από την πορεία των πραγμάτων, η αισιοδοξία να μη χαρακτηρίζει την κοινωνία μας, ωστόσο δεν έχει χαθεί η παρηγοριά, η παράκληση την οποία αναζητούμε στην πίστη. Ιδίως το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου παραμένει σημείο αναφοράς. Νεώτεροι και μεγαλύτεροι δε λησμονούμε ότι είναι η Μητέρα όλων των ανθρώπων. Αυτή η οποία όχι απλώς κυοφόρησε τον Θεό, αλλά συνεχίζει να πρεσβεύει με την προσευχή της και την αγάπη της να μη λυγίσουμε από «τα πάθια και τους καημούς» μας.

       Σε έναν από τους πιο όμορφους ύμνους της γιορτής της ψάλλουμε το «πεποικιλμένη τη θεία δόξη».  Την περιγράφουμε ως στολισμένη με το λαμπρό στολίδι της δόξας του Θεού, το οποίο της δίνει ξεχωριστή ομορφιά. Δεν την αφήνει στη συνήθεια και την μονοτονία, ούτε η δόξα της περνά, αλλά παραμένει αδιάπτωτη. Και καθώς φεύγει από τον κόσμο αυτό, δεν παραμένει στον τάφο, όπως όλοι οι άνθρωποι, αλλά σώμα και ψυχή ενώνονται και πάλι και βρίσκεται ως ακέραιος άνθρωπος δίπλα στο Υιό και Θεό της. Εμείς όταν φεύγουμε από αυτή τη ζωή, προγευόμαστε την Βασιλεία του Θεού διά των ψυχών μας. Προσδοκούμε την ανάσταση των νεκρών, για να ζήσει και το σώμα μας την ακεραιότητα και την πληρότητα της κοινωνίας με τον Χριστό. Η Παναγία όμως ζει ήδη αυτό τον τρόπο και είναι έτσι στολισμένη με την θεία δόξα.

      Οι νέοι ιδίως επιζητούν την δόξα. Στους καιρούς μας μάλιστα αυτή εύκολα αποκτιέται. Μετριέται με τα like στο Facebook ή τις καρδούλες στο Instagram. Με τον αριθμό των φίλων. Με το πόσοι ασχολούνται μ’ αυτούς, ασχέτως αν είναι για καλό ή για κακό. Με τις επιτυχίες. Με το να είναι κάποιος επίκεντρο της παρέας. Με τις ερωτικές κατακτήσεις. Με τα υλικά αγαθά. Το «έχειν» και το «φαίνεσθαι» εξασφαλίζουν την δόξα των ανθρώπων. Και οι νέοι των καιρών μας είναι αποφασισμένοι να φέροντα politically correct προκειμένου να γίνονται αποδεκτοί από τους πολλούς. Να κάνουν αυτό που η κοινωνία προσδοκά από αυτούς, για να τους ανταμείψει με την εύφημο μνεία, κυρίως της εικόνας.

       Η δόξα αυτή όμως είναι εφήμερη. Δεν είναι μόνο ότι δε νικά τον θάνατο. Είναι ότι δεν εξασφαλίζει πληρότητα στην ύπαρξη. Ότι καλλιεργεί τον εγωκεντρισμό, με αποτέλεσμα αυτός που τη βιώνει, να αισθάνεται ότι είναι το κέντρο του κόσμου και ότι όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν. Η εντυπωσιοθηρία όμως, όπως και το κυνήγι της προβολής, όση απόλαυση κι αν δίνουν, εντάσσουν τον άνθρωπο στη λογική του ανταγωνισμού. Και τότε έρχεται κάποιος ισχυρότερος. Αντίθετα, η δόξα της Παναγίας είναι αιώνια, γιατί πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό και προς τους ανθρώπους, την αρετή που έρχεται ως υπακοή στις θεϊκές εντολές, την εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν που δημιούργησε και ανέστησε τον κόσμο από το κακό. Είναι η δόξα της αγιότητας, η οποία δε νικιέται από τη φθορά και τον θάνατο.

          Αυτή τη δόξα ας ζητήσουμε, με τις πρεσβείες της, νεώτεροι και μεγαλύτεροι!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύεται στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Πέμπτης 17 Αυγούστου  2017

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΝ Η ΕΣΚΗΝΩΣΕ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΖΩΗΣ Η ΑΠΟΛΑΥΣΙΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

          Οι άνθρωποι ποθούμε την ευτυχία που θα κρατήσει για πάντα. Την ταυτίζουμε με πρόσωπα, με καταστάσεις, με αγαθά. Την ταυτίζουμε με την ευχαρίστηση που προέρχεται όταν ικανοποιούμε το θέλημά μας. Όταν αισθανόμαστε ότι υπάρχει κάτι που μας καθιστά κέντρο του κόσμου, χωρίς να μας ενδιαφέρει αν πραγματικά είμαστε. Αρκεί εμείς να αισθανόμαστε τη πληρότητα ότι δεν μας λείπει κάτι, έστω και πρόσκαιρα. Γι’ αυτό και αδυνατούμε να κατανοήσουμε γεγονότα όπως η φθορά, η ήττα, η αρρώστια, η δοκιμασία, ο θάνατος. Δεν μπορούμε να δώσουμε νόημα σε ό,τι μας ταλαιπωρεί, σε ό,τι μας στερεί τη δυνατότητα να είμαστε χαρούμενοι. Βιαζόμαστε λοιπόν να ζήσουμε. Κατά βάθος θέλουμε να ξεγελάσουμε τον χρόνο, ο οποίος λειτουργεί ως εχθρός. Κριτήριό μας είναι το νυν, το σήμερα, το τώρα. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε το αύριο, γιατί δεν είναι απτό. Φοβόμαστε ό,τι δεν είναι στα δικά μας χέρια. Φοβόμαστε την μεταβολή. Ό,τι όλοι όσοι έχουν προηγηθεί μας περιγράφουν ως αναπόφευκτο. Έτσι, δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι υπάρχει ένας δρόμος στον οποίο τα πάντα είναι γιορτή. Ακόμη και τα   πιο δύσκολα.

          Στην ακμή του θέρους η Εκκλησία μας γιορτάζει την Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου. Την αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού». Γιορτάζει έναν θάνατο, μα τίποτα σ’ αυτή τη γιορτή δεν έχει πένθος. Ο θάνατος είναι πραγματικό γεγονός. Έχει όλες τις συνέπειες, τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τον αποχωρισμό από τα οικεία πρόσωπα, το ανεπίστρεπτο, το ξόδι, την ταφή. Δε θα επανέλθει το πρόσωπο στη ζωή. Όλοι θα πρέπει να μάθουν να ζούνε χωρίς αυτό.  Κι όμως, ενώ αυτά είναι τα δεδομένα, ο θάνατος αυτός έχει τον χαρακτήρα ενός θριάμβου και μάλιστα αιώνιου. Το πρόσωπο που έφυγε, ξεπέρασε τον χρόνο. Και όχι μόνο. Όλες οι συνέπειες του θανάτου αίρονται. Το σώμα δεν παραμένει στον τάφο της Γεθσημανή, αλλά με έναν τρόπο που ξεπερνά τους όρους της φύσης μας θα ενωθεί με την ψυχή και ο θάνατος θα γίνει μετάσταση στον ουρανό.  Ο αποχωρισμός από τα οικεία πρόσωπα δεν θα κρατήσει. Αυτή που έφυγε θα είναι παρούσα όχι μόνο στην μνήμη όσων την αγάπησαν και θα την αγαπήσουν, αλλά και στις καρδιές τους. Θα παίρνει τις λύπες τους, τους φόβους, τη δική τους φθορά και θα τα αντικαθιστά με την χαρά της κοινωνίας με τον Θεό. Το ανεπίστρεπτο θα αντικατασταθεί με το συνεχές παρόν. Το ξόδι θα γίνει πάνδημο τραγούδι, μόνο που δε θα κρατά για εκείνη τη στιγμή, αλλά συνεχώς οι άνθρωποι θα υμνούν την κοίμηση με ύμνους έκπαγλης ομορφιάς. Και κανείς δε θα χρειαστεί να μάθει να ζει χωρίς αυτήν, διότι θα δίνει η ίδια σημεία της παρουσίας της με τα θαύματα, με την ψυχική ενίσχυση διά της προσευχής, με την ελπίδα και την παρηγοριά που το πρόσωπό της και μόνο θα φέρνει στον κόσμο και τους ανθρώπους. Όχι μόνο σε έναν λαό ή σε μία κοινότητα, αλλά σε όσους την επικαλούνται απανταχού της γης.

          Είναι γιορτή η κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου, διότι, όπως αναφέρεται σε έναν από τους πιο ωραίους ύμνους της εορτής αυτή είναι η γυναίκα «εν η εσκήνωσε της μελλούσης ζωής η απόλαυσις», «στην οποία εγκαταστάθηκε καταλαμβάνοντάς την οντολογικά η απόλαυση της μελλούσης ζωής» (Ιδιόμελο του Όρθρου της εορτής). Και αυτή η απόλαυση δεν είναι άλλη από το Πρόσωπο του Υιού και Θεού της, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Εκείνος είναι  που ανατρέπει όλες τις συνέπειες του θανάτου. Εκείνος είναι που δίνει διάρκεια στην ευτυχία, διότι είναι η Ευτυχία. Μέσα από την κοινωνία μαζί Του τα πάντα νοηματοδοτούνται αλλιώς. Και δεν μπορούμε να χωρίσουμε, όσο κι αν το συναίσθημα κάποτε μας κάνει να το βλέπουμε έτσι, την Υπεραγία Θεοτόκο, την γυναίκα, την μητέρα, την Παναγία, από τον Υιό και Θεό της. Δε χωρίζεται ο άνθρωπος από τον Θεό, διότι τα πάντα εντός της είναι ο Χριστός. Ζει δε ουκέτι αυτή, αλλ΄ εν εαυτή ζει Χριστός. Και γίνεται πρότυπο για όλους μας, στην πορεία της ζωής μας, στην αναζήτηση της δικής μας  προσωπικής ευτυχίας, ο δρόμος και ο τρόπος  της, για να κατανοήσουμε και να ζήσουμε το εφικτό της ευτυχίας που διαρκεί και νικά και τον θάνατο!

      «Εσκήνωσε». Η σκηνή προϋποθέτει άνθρωπο πάροικο. Όχι παραδομένο στην ασφάλεια της μόνιμης κατοικίας, του βολέματος στη ζωή, αλλά έτοιμο να φύγει και να πάει όπου θέλει ο Θεός.  Έτοιμο για το αναπάντεχο. Έτοιμο να αποδεχθεί το ανατρεπτικό. Την αγάπη, αλλά και το μίσος των ανθρώπων. Τη χαρά, αλλά και τη λύπη που ο κόσμος παρέχει. Να μην ταραχθεί από την ρομφαία των λόγων και των έργων που η ζωή, οι πειρασμοί, ο χρόνος, οι άλλοι φέρνουν στην καρδιά. Στις σκηνές ζούσαν οι Ισραηλίτες στην έρημο του Σινά, μέχρι να φτάσουν στη γη της επαγγελίας. Η μόνη βεβαιότητα που είχαν ήταν ότι ο Θεός τους αγαπά. Και αυτή είναι η μέγιστη αλήθεια που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος και που την κράτησε όρθια σε κάθε περίσταση της ζωής της.  Ότι ο Θεός την αγαπά. Και αυτό ζητά ο Χριστός για να σκηνώσει στην καρδιά του καθενός ανθρώπου. Να αποδεχθεί ότι τον αγαπά ο Θεός. Πέρα από κάθε βεβαιότητα. Ιδίως στις δυσκολίες και στους σταυρούς. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται πίστη βαθιά και καρδιακή. Και τότε κάθε τι φωτίζεται διαφορετικά. Ακόμη και ο θάνατος.

      «Της μελλούσης ζωής». Δεν αρνούμαστε το σήμερα, το νυν, το τώρα. Δεν παραπλανιόμαστε όμως από την δύναμή τους. Η Παναγία, στη βεβαιότητα της αγάπης του Χριστού, ήξερε καλά ότι τα πάντα είναι ανάσταση και αιωνιότητα. Ότι ο χρόνος δεν είναι πανδαμάτωρ, γιατί μπορούμε να τον υπερβούμε μέσα από την κοινωνία με Εκείνον που μας δίνει την μέλλουσα ζωή. Και αυτή δεν είναι απλώς ένας παράδεισος στον οποίο δεν υπάρχει πόνος, λύπη, στεναγμός, ούτε μία αιώνια ανάπαυση από τα βάρη της ζωής, αλλά κοινωνία προσώπων. Η χαρά της συνάντησης και της συνύπαρξης πέρα από κάθε αμαρτία και κακό. Πέρα από κάθε εγωκεντρισμό. Στην μέλλουσα ζωή δε θα είμαστε το κέντρο του κόσμου, δε θα είμαστε ο ήλιος, αλλά μέσα από τις ακτίνες του Ήλιου της Δικαιοσύνης, από τις λαμπηδόνες που θα προέρχονται από Αυτόν θα φωτίζεται η ύπαρξή μας, αρχικά η ψυχή και μετά την ανάσταση και το σώμα, ώστε να κρατούμε αιώνια τη χαρά του να συνυπάρχουμε με την όντως ζωή. Στον τρόπο αυτό μπροστά θα είναι η Υπεραγία Θεοτόκος και μαζί της οι άγιοι, αλλά και όλοι εμείς που θα ζούμε το «αεί». Αιώνια ζωή είναι να παίρνεις ζωή από την Ζωή. Και γι’ αυτό μεσιτεύει η Υπεραγία Θεοτόκος. Για να μην ξεχνούμε τον προορισμό μας.

        «Η απόλαυσις». Στην παρούσα ζωή απόλαυση δίνουν τα επιτεύγματα. Οι ηδονές. Η δόξα μας. Η αναγνώριση της αξίας μας. Το δίκιο μας. Η αίσθηση ότι τα χαρίσματά μας είναι μοναδικά και ότι οι άλλοι υπάρχουν για μας. Όμως στην σχέση με τον Χριστό η απόλαυση είναι το Πρόσωπό Του. Γιατί σ’ αυτό ενυπάρχει η Αγάπη. Και τα ελάχιστα ψήγματα αυτής της αγάπης  που μπορούμε να κατανοήσουμε και να ζήσουμε στην παρούσα ζωή  μάς κάνουν να  προγευτούμε τι τελικά μας κάνει αυθεντικά και διαρκώς ευτυχισμένους: η Αγάπη! Αυτήν που έζησε η Υπεραγία Θεοτόκος. Αυτήν που δείχνει στον καθέναν μας, όταν την επικαλείται, όχι ιδιοτελώς, αλλά με γνώμονα την κοινωνία με τον Υιό της. Ο Χριστός είναι η απόλαυση της αγάπης που κρατά για πάντα. Και μας κάνει να νικούμε κάθε θάνατο, σωματικό, πνευματικό, της απώλειας, της ήττας, του σταυρού, της περιθωριοποίησης. Γιατί ακόμη και στην πιο δύσκολη περίσταση, η αγάπη νοηματοδοτεί, κατανοεί, συγχωρεί, δίνει αντοχή και ανοχή.

       Να γιατί η ένδοξος κοίμηση γίνεται γιορτή. Γίνεται Πάσχα για εκείνην και την ίδια στιγμή  πρόσκληση συμπόρευσης για  τον καθέναν μας στον τρόπο και τον δρόμο της Εκκλησίας!

Κέρκυρα, 15 Αυγούστου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΑΣ (ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΠΙΠΤΕΙ ΕΙΣ ΤΟ ΠΥΡ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΚΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΥΔΩΡ)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 19, 2017

   Συχνά στη ζωή μας διαπιστώνουμε αντιφατικές συμπεριφορές. Οι άνθρωποι γινόμαστε κυκλοθυμικοί. Αλλάζει η διάθεσή μας με τέτοιον τρόπο που να μην μπορούμε ούτε εμείς να ψυχολογήσουμε τον εαυτό μας, πόσο μάλλον οι άλλοι. Κάποτε ισχύει για μας το τραγούδι «άλλα λέω, άλλα κάνω κι άλλα εννοώ». Αυτή η αντιφατική συμπεριφορά δεν μας επιτρέπει να μπορούμε ούτε τον εαυτό μας να γνωρίσουμε και να καταλάβουμε, αλλά ούτε και να βγάλουμε σαφή συμπεράσματα για τους άλλους, διότι η αντιφατικότητα χαρακτηρίζει κι εκείνους. Στην προσπάθεια για ερμηνεία του τρόπου σκέψης και  συμπεριφοράς, θεωρούμε ότι η πολλαπλότητα των επιλογών που μας δίνεται, η επιθυμία να κερδίσουμε, άλλοτε ο φόβος και η δειλία στο να κάνουμε πράξη αυτό που επιζητούμε, αλλά και η ασυνέπεια των πολλών που μας παρασύρει στην ίδια οδό, είναι λόγοι που επικαλούμαστε. Δεν περνά όμως από τον νου μας ότι η αστάθεια είναι στοιχείο επιρροής του κακού. Στοιχείο χαρακτήρα που δεν έχει ισχυρή αυτογνωσία, ούτε και θέληση να φέρει εις πέρας τις σκέψεις και επιθυμίες του, ιδίως όταν αυτές αποσκοπούν στην αυθεντική πρόοδο τα ύπαρξης, στον αγώνα για αρετή, στην οδό του Θεού.

          Ο Χριστός, μετά την μεταμόρφωσή του στο όρος Θαβώρ, βρέθηκε μπροστά σε μία τέτοια κατάσταση. Ένας πατέρας πέφτει στα πόδια Του και Τον παρακαλεί να απαλλάξει τον σεληνιαζόμενο και επιληπτικό υιό του από την δαιμονική επίδραση, την οποία οι μαθητές δεν κατάφεραν να αποτραβήξουν. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι το πνεύμα του κακού κάνει τον γιο του «πολλάκις» να  «πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ» (Ματθ. 17, 15). Το νερό και η φωτιά είναι δύο εντελώς αντίθετα στοιχεία. Όπου υπάρχει νερό, δεν υπάρχει η φωτιά και το αντίστροφο. Στην περίπτωση του παιδιού, το δαιμονικό πνεύμα το ρίχνει και στο ένα και στο άλλο στοιχείο, κάνοντάς το να συμπεριφέρεται αντιφατικά και ταυτόχρονα καταστροφικά.  Γιατί τα δύο στοιχεία από μόνα τους είναι ικανά είτε να πνίξουν είτε να κάψουν το παιδί. Η αντιφατικότητα εδώ συνεπάγεται τον θάνατο. Την ίδια στιγμή όμως μένει δυσερμήνευτη. Δε θα ήταν αρκετό μόνο το ένα από τα δύο στοιχεία;

         Ο διάβολος τρελαίνει τον άνθρωπο, όταν τον ελέγχει. Τον κάνει να μην έχει σειρά στη ζωή του. Να φάσκει και να αντιφάσκει. Να μην μπορεί να ισορροπήσει. Και ο τελικός σκοπός του διαβόλου είναι να πάρει τη ζωή του ανθρώπου, όχι κατ’ ανάγκην τη βιολογική, αλλά, κυρίως, την πνευματική, να τον απομακρύνει από τον Θεό και να μην του επιτρέψει να λειτουργήσει ισορροπημένα. Αυτή η κατάσταση προεκτείνεται σε όλες τις αντιφάσεις του ανθρώπου. Όταν ο νους και η καρδιά μας, η ύπαρξή μας δεν είναι αποφασισμένη να ακολουθεί μία σειρά, να έχει συνέπεια, να μην υποκρίνεται, αλλά να είναι ειλικρινής, τότε βαδίζει προς μία καταστροφικότητα, η οποία είναι και ψυχολογική, αλλά και κοινωνική. Ψυχολογική, διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον εαυτό του, γιατί κάνει ό,τι κάνει, όπως επίσης και γιατί δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος, καθώς η παρορμητικότητα, η αστάθεια και η ανισορροπία μόνο πρόσκαιρα μπορούν να δώσουν ευχαρίστηση. Μόλις ο άνθρωπος εκπληρώσει το άμεσο θέλημά του, θα διαπιστώσει ότι η ασυνέπεια, η απειθαρχία, η απουσία βούλησης η οποία φτάνει τις επιλογές μέσω του αγώνα στην νίκη ή, τουλάχιστον, στην ήρεμη συνείδηση, δεν του επιτρέπουν να είναι ήσυχος, να χαρεί σε διάρκεια ό,τι νομίζει ότι του αρέσει, με αποτέλεσμα να μην είναι ευτυχής. Παράλληλα, ένας ασταθής και ανισόρροπος άνθρωπος δεν γεννά εμπιστοσύνη στις σχέσεις του, με αποτέλεσμα αυτές γρήγορα να διαλύονται και τα τραύματα να γίνονται εμφανή, καθώς η αγάπη δεν είναι δυνατή.

       Ο διάβολος βεβαίως βοηθιέται από την ελευθερία μας, η οποία μας πείθει ότι δε χρειάζονται τρία πολύτιμα στοιχεία, όπως ο Χριστός επισημαίνει: η πίστη, η προσευχή και η νηστεία. Παρότι δεν φαίνεται ότι συμβάλλουν στην ισορροπία του εαυτού μας, εντούτοις αυτά τα τρία στοιχεία είναι πολυτιμότατα, για να νικήσουμε την αντιφατικότητά μας και να χτίσουμε έναν δυνατό χαρακτήρα, με νόημα και σταθερότητα. Η πίστη μας δίνει την βεβαιότητα ότι δεν είμαστε μόνοι μας στον αγώνα για βούληση προς το αγαθό, για σταθερότητα, για υπέρβαση του φόβου της ήττας ή των συνεπειών των επιλογών μας σε σχέση με τους άλλους που ζητούν ευκολία. Υπάρχει ο Θεός, ο Οποίος μας βοηθά να νικήσουμε το πειρασμό να παραδινόμαστε άλλοτε στη φωτιά και άλλοτε στο νερό και, ταυτόχρονα, να αποκτούμε ίαση στην ψυχή μας, να ξέρουμε ποιοι είμαστε και πού πορευόμαστε. Η προσευχή είναι η υπέρβαση του εγωκεντρισμού μας. Είναι η πίστη στην πράξη. Η αίσθηση ότι δεν είναι το δαιμονικό πνεύμα, το κακό, ο εγωκεντρικός τρόπος του πολιτισμού, η υπερήφανη αίσθηση της παντογνωσίας το κλειδί, αλλά η ταπεινή εναπόθεση στον Θεό των αδυναμιών μας και η εκζήτηση της βοήθειάς Του. Η νηστεία πάλι βάζει τον εαυτό μας σε πειθαρχία. Χωρίς να περιορίζει το εύρος των επιλογών μας, διότι δεν παύουμε να είμαστε ελεύθεροι, μας βάζει όρια και μέτρα επειδή εμείς το διαλέγουμε. Νικάμε το θέλημά μας και μέσα από την υπακοή στο θέλημα του Θεού δείχνουμε στο δαιμονικό πνεύμα ότι   υπάρχει αυτός ο δρόμος, τον οποίο αυτό δε θέλησε να ακολουθήσει, αλλά και στον εαυτό μας ότι μπορούμε, σε πείσμα των καιρών, να ακολουθήσουμε αυτό που αποφασίζουμε, να υπολογίσουμε τις συνέπειες της αντιφατικότητας και να κάνουμε όσα θεωρούμε σωστά, όσα λέμε, όσα εννοούμε, με σχέδιο. Με πειθαρχία στον εαυτό μας. Με επίγνωση του τι μπορούμε και τι όχι και με εμπιστοσύνη στη χάρη του Θεού που αναπληρώνει τα ελλείποντά μας.

       Οι καιροί μας επιβραβεύουν το ψέμα. Η αντιφατικότητα μας βγάζει ψεύτες. Καμαρώνουμε κάποτε γι’ αυτό ή δεν μας ενδιαφέρει, διότι έχουμε και θρασύτητα. Το να πέφτουμε στη φωτιά και στο νερό ταυτόχρονα δεν είναι πρόβλημα για μας, αρκεί να κάνουμε το θέλημά μας και μάλιστα, αυτό της στιγμής. Είτε το κατανοούμε είτε όχι, ουσιαστικά είμαστε παραδομένοι στον τρόπο του δαιμονικού πνεύματος. Ο Χριστός όμως  είναι η αλήθεια.  Είναι η ίαση της αντιφατικής ψυχής. Είναι Αυτός που εκδιώκει το κακό και μας δίνει πορεία χαράς και νοήματος που διαρκούν. Η δική μας συνεισφορά είναι η πίστη, η προσευχή, η νηστεία, για να μπορούμε να έχουμε ισχυρή βούληση, να θέλουμε και να παλεύουμε! . Ακόμη κι αν μειοψηφούμε στον κόσμο της αντίφασης, ακόμη κι αν αισθανόμαστε ότι το ψέμα μάς εμπαίζει και οι άλλοι δεν μας δίνουν περιθώρια σταθερότητας στις σχέσεις μαζί τους, εμείς ας επιμείνουμε. Ας μην ανήκουμε στην άπιστη και διεφθαρμένη γενιά, αλλά σ’ αυτήν του Κυρίου Ιησού. Την μεταμορφωμένη και αναστημένη!

Κέρκυρα, 13 Αυγούστου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Αρχιμ. Καλλίστρατου Ν. Λυράκη: Η ενδοξοτέρα θνήσκει

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 12, 2017

H ταπεινή Κόρη της Ναζαρέτ, η αειπάρθενος Μαριάμ, αξιώθηκε να ζήσει την τιμιότερη ζωή, που έζησε ποτέ άνθρωπος! Γιατί μόνη Αυτή «εν γυναιξί» εξελέγη για να προσφέρει στον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού τις μητρικές Της υπηρεσίες!
Απέβη έτσι το Πρόσωπο της ευδοκίας αυτής της Αγίας Τριάδος! Κατέστη όντως το πιο κοντινό και στενό Πρόσωπο που συνεδέθη ποτέ με τον Κύριο του παντός!

Πρώτη Αυτή πληροφορήθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ για τη θεία υπόσταση του μέλλοντος να γεννηθεί εξ αυτής υπερφυώς, ότι δηλαδή θα είναι ο Υιός του Θεού. Και πρώτη Αυτή άκουσε από το αρχαγγελικό στόμα το όνομα, το όποιο θα είχε ως άνθρωπος: «Καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν» ( Λουκ. α”, 31).

Για εννέα μήνες Τον έφερε στα σπλάγχνα Της! Και όταν « ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι καί ἔτεκεν τόν υἱόν αὐτῆς τόν πρωτότοκον» ( Λουκ. β”, 7), με πόση στοργή θα έσκυβε επάνω Του και θα ατένιζε το θείο Βρέφος! Με πόση ευλάβεια θα Το κρατούσε στην αγκάλη Της και θα Το γαλουχούσε ως νήπιο!

Και ανέθρεψε ως παιδί το δεύτερο Πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος η άσημη Κόρη της Ναζαρέτ! Παρακολούθησε κατόπιν όλη Του την άγια ζωή και δράση στον κόσμο. Έζησε την οδύνη του θείου Πάθους και του σταυρικού Του θανάτου ως ρομφαία, που διαπέρασε τα μητρικά Της σπλάγχνα! Αλλά και γεύτηκε η Παναγία μας την ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση της Ανάστασης του Υιού Της! Παραβρέθηκε στο θαύμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος και της ίδρυσης της Εκκλησίας στο υπερώο της Ιερουσαλήμ! Είδε και πληροφορήθηκε το θρίαμβο του Υιού Της με τη θαυμαστή εξάπλωση της Εκκλησίας στον κόσμο!

Τι απέμενε άραγε γι” Αυτήν πλέον; Πως μπορούσε να παραμένει ακόμα στη γη, η περισσότερο από όλους τους αγίους αγιασμένη, η Κεχαριτωμένη Μαρία; Γι” αυτό, όταν ήλθε η ώρα που ο Θεός ορίζει για κάθε άνθρωπο, το σώμα Της έμεινε χωρίς πνοή στο νεκρικό κρεβάτι! Και η Παναγία Μητέρα του Κυρίου μας παρέδωσε το πνεύμα Της στα χέρια του Υιού Της!

Ναι. Και την Παναγία την επισκέφτηκε ο θάνατος!

Ο θάνατος! Ο κοινός κλήρος όλων εκείνων που φέρουν την ανθρώπινη φύση. Δεν κάνει εξαίρεση ούτε και σ” αυτούς τους άγιους του Θεού. Πως ήταν δυνατό, επομένως να εξαιρεθεί και η Θεοτόκος, καίτοι υπήρξε των αγίων αγιωτέρα και ενδοξότερα των ουρανίων δυνάμεων και τιμιωτέρα των Χερουβίμ;

Ο ιερός Δαμασκηνός -στο σχετικό λόγο για την Παναγία- μας παρουσιάζει τη Θεοτόκο όχι μόνο να αποδέχεται το θάνατο, αλλά και να επείγεται να συναντήσει το Μονογενή Της γι” αυτό και Τον παρακαλεί να δεχθεί στα θεϊκά Του χέρια την « φίλην » σ” Αυτόν ψυχή Της. Γράφει ο άγιος Πατήρ: «Στα χέρια Σου το πνεύμα μου, τέκνο μου, παραδίδω. Δέξου μου τη δική σου φίλη ψυχή, που άμεμπτη κράτησες. Σε Σένα και όχι στη γη το σώμα μου αφήνω. Φύλαξε το σώο εκείνο, το όποιο έκανες κατοικία, το οποίο διατήρησες παρθενικό και όταν γεννήθηκες. Πλησίον Σου πάρε με, για να κατοικήσω με Σένα και εγώ, με Σένα που είσαι των σπλάγχνων μου η φύτρα. Προς Σένα βιάζομαι να έλθω. Προς Σένα, ο Όποιος ήλθες και με επισκέφθηκες, χωρίς να χωρισθείς από τον Πατέρα Σου»(1).

Πόσο εκπληκτικό! Η Μητέρα της ζωής, το σκήνωμα της δόξης του Θεού, η μεγαλώνυμη Θεοτόκος, δέχεται νέκρωση!

Αλλά, γιατί η Κοίμηση της Θεοτόκου να είναι άξια και αφορμή απορίας; Ε άν ο Κύριος Ιησούς, που έγινε άνθρωπος, γεύθηκε το ποτήριο του θανάτου, πως να μη το γευθεί η Κόρη της Ναζαρέτ, που υπήρξε γυναίκα θνητή; Υπάρχει κανείς άνθρωπος, ο όποιος θα ζήσει επάνω στη γη και δεν θα πεθάνει;»(2) αναρωτιέται ο Προφήτης. Και ο απόστολος Παύλος μας βεβαιώνει: «Επιφυλάσσεται σε κάθε άνθρωπο να πεθάνει μια φορά»(3).

Εξαιτίας των παραπάνω λόγων και η Παναγία γεύθηκε τον πικρό θάνατο. Διότι, όπως σημειώνει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης: «Εάν δεν υπάρχει, κατά το λόγιο, άνθρωπος, ο οποίος έζησε και δεν δοκίμασε θάνατο-άνθρωπος δε, και του ανθρώπου πέρα, και η υμνουμένη τώρα Παναγία, έχει δειχθεί βεβαίως τρανώς ό τι και Αυτή ξεπλήρωσε το ίδιο με μας νόμο της φύσεως, εάν όχι ίσα με μας, αλλά πάνω από μας»(4).

Αναντίρρητα, ο θάνατος είναι σκληρός. Αλλά από τη στιγμή που ο Χριστός νίκησε το θάνατο και ανέστη εκ νεκρών, ο θάνατος έπαυσε να προκαλεί τη φρίκη και την απόγνωση στους ανθρώπους. Πολύ περισσότερο ο θάνατος των αγίων δεν είναι γεγονός θλιβερό. Είναι χαρά και αγαλλίαση, διότι καταργήθηκε πλέον το κράτος του θανάτου και η ανθρώπινη φύση ντύθηκε την αθανασία. «Εγώ ο άνθρωπος θεώθηκα», γράφει ο ιερός Δαμασκηνός, «απαθανατίσθηκα εγώ ο θνητός… διότι ξεντύθηκα το ένδυμα της φθοράς και φόρεσα την αφθαρσία καθώς τυλίχθηκα την αλουργίδα της Θεότητας»(5).

Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό γιατί θ άνατος της « ζωαρχικής Μητέρας» του Κυρίου υπερβαίνει την έννοια του θανάτου, ώστε να μην ονομάζεται κάματος, αλλά «κοίμηση» και «θεία μετάσταση» και «εκδημία» ή «ενδημία» προς τον Κύριο. Και εάν ακόμη λεχθή «θάνατος», όμως είναι θάνατος ζωηφόρος και «αρχή δευτέρας υπάρξεως», της αιωνίου, κατά τον ιερό Δαμασκηνό(6).

Πότε κοιμήθηκε η Θεομήτωρ; Δεν γνωρίζομε. Η Καινή Διαθήκη δεν μας δίνει πληροφορίες για το πότε γεννήθηκε η κόρη της Ναζαρέτ, αλλ” ούτε και για το πότε απέθανε. Ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου έγραφε τα εξής σχετικά:

«Οι Γραφές δεν μας δίνουν καμιά πληροφορία για το τέλος της Θεοτόκου, ούτε εάν απέθανε, ούτε εάν δεν απέθανε ούτε εάν τάφηκε, ούτε εάν δεν τάφηκε» (7). Και προσθέτει χαρακτηριστικά ο αυτός πατήρ: «Αν απέθανε η αγία Παρθένος και τάφηκε, με τιμή η κοίμηση Της και με αγνεία η τελευτή και με παρθενία το στεφάνι. Αν δέχθηκε θάνατο μαρτυρικό, καθώς έχει γραφεί «την καρδιά σου θα διαπεράσει μεγάλο και οδυνηρό μαχαίρι» και τότε μεταξύ των μαρτύρων η δόξα Της και το άγιο Της σώμα με μακαριότητα αναπαύθηκε»(8).

Οπωσδήποτε ο θάνατος της Μητροπάρθενης Κόρης δεν υπήρξε ένα άδοξο γι” Αυτή γεγονός. Αυτός ο ίδιος ο Υιός Της και Σωτήρας, κατά την ώρα της Κοίμησης της Μητέρας Του ήλθε « πρός τήν οἰκείαν λοχεύτριαν»· και «υπηρετεί με δεσποτικές παλάμες την παναγία και θεϊκωτάτη Μητέρα και υποδέχεται την ιερή ψυχή»(9). Συνοδευόμενος δε από όλους τους αγγέλους και τους άγιους την αναφέρει όχι απλώς στον ουρανό, αλλ” έως αυτού του βασιλικού θρόνου Του, στα επουράνια “για των Αγίων.

Ο ιερός Δαμασκηνός περιγράφει με πολύ στοργικό και τρυφερό τρόπο αυτήν την υποδοχή της ψυχής της Παναγίας μας εκ μέρους του Υιού Της. Μας παρουσιάζει τον Κύριο Ιησού να προσκαλεί να έλθει κοντά Του η πάναγνη Μητέρα Του, της Όποιας η αρετή υπερβαίνει σε θελκτικότητα όλα τα αρώματα. Λέει , λοιπόν, ο Νυμφίος Χριστός στην Αειπάρθενο:

«Έλα, ευλογημένη μου Μητέρα, να ξεκουρασθείς. Σήκω, έλα κοντά Μου, η ενάρετη μεταξύ των γυναικών, διότι ο χειμώνας αφού παρήλθε, ήλθε η ώρα για να κόψουμε κλαδιά. Η ωραία κοντά Μου, και μώμος δεν υπάρχει σε Σένα. Η ευωδία των μύρων Σου ξεπερνά όλα τα αρώματα » (10) .

Και γεμάτος θαυμασμό για τη μετάσταση Της απορεί και γράφει: «Ω πως ο ουρανός υποδέχθηκε Αυτή, που υπήρξε πλατύτερη από τους ουρανούς! Πως δέχθηκε ο τάφος Αυτήν, η οποία δέχθηκε τον Θεό! Ναι, Τη δέχθηκε, και Τη χώρεσε, διότι δεν έγινε πλατύτερη από τον ουρανό με το σωματικό Της όγκο- διότι πως ένα σώμα τριών πήχεων, που όλο και φυραίνει, θα μπορούσε να ξεπεράσει το πλάτος και το μάκρος του ουρανού; Με τη θεία χάρη όμως ξεπέρασε κάθε ύψος και πλάτος, διότι το θεϊκό είναι πέραν από κάθε σύγκριση. Ω, το ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και αξιοπροσκύνητο μνήμα»(11).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν παρευρέθηκαν στην εκδημία της Παναγίας μας βασιλείς και αυτοκράτορες. Δεν συνόδευσαν την πομπή οι πρίγκιπες και οι ηγεμόνες των κοσμικών βασιλείων. Παρίσταντο όμως «οι αυτόπται του Λόγου θεράποντες», οι άγιοι Απόστολοι! Το εκφράζει ο υμνωδός, όταν ψάλλει εκ μέρους της Θεοτόκου: « Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανή τῷ χωρίω, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μον, παράλαβέ μου τό πνεῦμα » (12).

Αλλά και στους αίνους ομολογούμε: « Ἐκ περάτων, συνέδραμον, Ἀποστόλων οἱ πρόκριτοι, θεαρχίῳ νεύματι τοῦ κηδεύσαί Σε· καί ἀπό γῆς αἰρομένην Σέ πρός ὕψος θεώμενοι, τήν φωνήν τοῦ Γαβριήλ ἐν χαρά ἀνεβόων Σου, χαῖρε ὄχημα τῆς Θεότητος ὅλης, Χαῖρε, μόνη τά επίγεια τοῖς ἄνω τῷ τοκετῷ Σον συνάψασα» (13) .

Και ήταν φυσική αυτή η σύναξη -«εκ περάτων» της γης- των Αγίων Αποστόλων, με σκοπό να αποδώσουν την αρμόζουσα τιμή στην Πάναγνη Μητέρα του θείου Διδασκάλου τους. Και τούτο, διότι ο ενταφιασμός της Θεοτόκου μόνο των άξιων Αποστόλων ήταν καθήκον.

Έπρεπε να προπέμψουν οι οικείοι και οι μαθητές τη Μητέρα του Διδασκάλου. Αυτοί ενετύλιξαν το σεπτό σώμα Της με τη σινδόνα και το ενταφίασαν.

Αυτή η πράξη των αγίων Αποστόλων υπήρξε απόλυτα σύμφωνη και με την προτύπωση της Θεοτόκου με την Κιβωτό της Π. Διαθήκης και την ερμηνεία της. Γι” αυτό και ο ιερός Δαμασκηνός, υπενθυμίζοντας την προτύπωση, γράφει:

«Εσένα, την αληθινή Κιβωτό του Κυρίου και Θεού, σήκωσαν στους ώμους η σύναξη των Αποστόλων, καθώς κάποτε οι ιερείς την Κιβωτό, που ήταν η προτύπωσή Σου, Σένα ακούμπησαν στον τάφο και Σένα έστειλαν με αυτόν, σαν να ήταν κάποιος Ιορδάνης, στην αληθινή γη της επαγγελίας, ναι, την «άνω Ιερουσαλήμ», τη μητέρα όλων των πιστών, αυτήν «που τεχνούργησε και έπλασε ο Θεός» (14).

Κατά την παράδοση της Εκκλησίας μας -την οποία αναφέρει ο αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Γιουβενάλιος, όταν βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη για την Δ” Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451

μ.Χ.)- κατέφθασε στη βασίλισσα Πουλχερία, μετά την ταφή της Αειπαρθένου Μαρίας, ένας από τους αγίους Αποστόλους, που δεν κατόρθωσε να είναι παρών την ήμερα της ταφής Της, και ζήτησε να προσκυνήσει το « θεοδόχον σώμα» Της. Τότε « ἤνοιξαν τήν σορόν », αλλά « τό μέν σῶμα Αὐτῆς τό πανύμνητον οὐδαμῶς εὑρεῖν ἠδυνήθησαν »· βρήκαν μόνο « τά ἐντάφια Αυτῆς ». Και αφού δοκίμασαν « ἄφατον εὐωδίαν ἠσφαλίσαντο τήν σορόν ». Γεμάτοι έκπληξη από « τό τοῦ μυστηρίου θαῦμα » σκέπτονταν αυτό μόνο: » Ὅπως ὁ Θεός Λόγος καί Κύριος τῆς δόξης εὐδόκησε «κατ” ἰδίαν ὑπόστασιν » να σαρκωθεί και να γίνει άνθρωπος « ἐξ Αὐτῆς » και να γεννηθεί με σάρκα, και όπως «μετά τόν τόκον » διαφύλαξε άφθορη την παρθενία Της, έτσι πάλι ο Ίδιος « εὐδόκησε καί μετά τήν ἐντεῦθεν ἀποβίωσιν » της Θεοτόκου να τιμήσει « τό ἄχραντον καί ἀ μίαντον σῶμα Της» με την αφθαρσία και την μετάθεση του στη αιωνιότητα «προ της κοινής και καθολικής αναστάσεως» (15).

Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης ομιλεί όμως περί αναστάσεως της Θεοτόκου την τρίτη ημέρα μετά την Κοίμηση Της. Λέγει το εξής:

«Το να αναστηθεί από των νεκρών η Παναγία και να αναληφθεί με το σώμα και να είναι ήδη ζωντανή στους ουρανούς το δεχόμαστε, διότι αυτό είναι « ἀσυγκρίτως θεομητροπρεπέστερον τοῦ νεκράν αὐτήν εἶναι », δηλαδή από του να μένει « τό ἄχραντο σῶμα Της νεκρόν » στην γη, « ὡς χωρισμένον τῆς ζωοποιούσης αὐτό ἁγιωτάτης ψυχῆς » (16).

Σεβόμενοι βέβαια την άποψη του αγίου Νικόδημου, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία μας δεν δίδαξε ότι η Θεοτόκος ανελήφθη με το πανάσπιλο σώμα Της στον ουρανό και ότι μετέστη με αυτό στην αΐδιο δόξα και μακαριότητα. Διότι ούτε η Αγία Γραφή, ούτε η Αποστολική Παράδοση αναφέρουν το γεγονός αυτό. Για το γεγονός αυτό δίνουν διάφορες λεπτομέρειες μόνο τα Απόκρυφα, και αυτά τον τέταρτο αιώνα.

Στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία «πρώτη μνεία» περί της Μεταστάσεως της Θεοτόκου γίνεται σε κάποιο λόγο, ο όποιος αποδίδεται «ψευδώς εις το Μόδιστον των Ιεροσολύμων (700)» (17).

Η γιορτή της κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Ορθόδοξη Εκκλησία άρχισε να γιορτάζεται από τον έκτο αιώνα. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι τρεις λόγοι του ιερού Δαμασκηνού δεν αναφέρονται στη Μετάσταση, αλλά « εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Πανυμνήτου καί ὑπερενδόξου εὐλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας» (18).

Και ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου -μένοντας πιστός στη σιωπή των Γραφών ως προς το τέλος της Θεοτόκου- αφήνει μετέωρη τη σκέψη μας ως προς το θέμα αυτό, ενώ παράλληλα εξηγεί τον πιθανό λόγο για τον όποιο ο Θεός θέλησε να ταφεί στην σιωπή το μυστήριο του θανάτου της Παναγίας μας. Σημειώνει, λοιπόν, ο άγιος Επιφάνιος :

«Πέθανε η αγία Παρθένος και έχει θαφτεί, με τιμή αυτής η κοίμηση (…) με μαρτυρία η δόξα Της, και με μακαρισμούς το άγιο Της σώμα (…). Το τέλος Της κανείς δεν γνωρίζει. Αλλά και εάν νομίζουν μερικοί ότι κάνουν λάθος, να ζητήσουν μαρτυρίες από την Αγία Γραφή, και θα βρουν ότι δεν αναφέρεται ο θάνατος της Μαρίας. Ούτε εάν πέθανε, ούτε εάν δεν έχει πεθάνει· ούτε εάν έχει θαφτεί·(…) απλώς σιώπησε η Γραφή για το υπερβολικό του θαύματος, για να μην οδηγήσει σε έκπληξη τη διάνοια των ανθρώπων. Διότι εγώ δεν τολμώ να πω, αλλά σκεπτόμενος να ασκώ σιωπή(…) δεν λέω ότι έμεινε αθάνατη- αλλά δεν πείθομαι, εάν έχει πεθάνει. Διότι υπερέβαλε η Γραφή τη διάνοια την ανθρώπινη, και την άφησε μετέωρη για το σκεύος το τίμιο και εξοχότατο· για να μην υποπτευθεί κάποιος περί Αυτής σαρκικά πράγματα» (19).

Επιπλέον η Ορθόδοξη αγιογραφία εικονογραφεί την « Κοίμησιν της Θεοτόκου» και όχι την « ανάληψίν » Της. «Η Θεομήτορ ιστορείται νεκρά, εξαπλωμένη επί φερέτρου » (20).

* * *

«Τίμιος ὁ θάνατος τῶν ὁσίων ἐνώπιον τοῦ Κυρίου» ( Ψαλμ. ριε”, 6). Ομολογουμένως τιμιότατος υπήρξε ο θάνατος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το διαλαλεί η Παράδοση, η οποία παρουσιάζει την Παναγία μας να μεταβαίνει προς την πραγματική Ζωή με τη σεπτή Της Κοίμηση· και ενώ κυκλώνεται από το νέφος των ουρανίων Δυνάμεων και των αγίων Αποστόλων, παραδίδει την αγία και ακηλίδωτη ψυχή Της στον Υιό και Θεό Της. Κι οι εμπνευσμένοι υμνωδοί της Εκκλησίας μας ψάλλουν:

«Την Ζωήν ἡ κυήσασα, πρός τήν Ζωήν μεταβέβηκας, τῇ σεπτῇ Κοιμήσει Σον, τήν ἀθάνατον, δορυφορούντων ἀγγέλων Σοι, Ἀρχῶν καί Δυνάμεων, Ἀποστόλων, Προφητῶν, καί ἁπάσης τῆς κτίσεως δεχόμενου τε ἀκηράτοις παλάμαις τοῦ Υἱοῦ Σον τήν ἀμώμητον ψυχήν Σον, Παρθενομῆτορ Θεόνυμφε » (21). .

Και τα αναρίθμητα πλήθη των πιστών, που κατακλύζουν τους ιερούς Ναούς κατά την ένδοξη γιορτή της Κοιμήσεως Της, διακηρύττουν την εγκόσμιο και υπερκόσμιο δόξα της Θεοτόκου:

« Τῇ ἐνδόξω Κοιμήσει Σου οὐρανοί ἐπαγάλλονται, καί ἀγγέλων γέγηθε τά στρατεύματα· πᾶσα ἡ γῆ δέ εὐφραίνεται, ὠδήν Σοι ἐξόδιον προσφωνοῦσα τῇ Μητρί, Τοῦ τῶν ὅλων δεσπόζοντος, ἀπειρόγαμε Παναγία Παρθένε, ἡ τό γένος τῶν ἀνθρώπων ρυσαμένη προγονικῆς ἀποφάσεως » (22) .

Με πάλλουσα δε από συγκίνηση καρδιά κάθε ευσεβής πιστός μυστικά δέεται προς τη Μητέρα όλων των ανθρώπων: « Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σε ἀνατίθημι…».

—————————————–

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) « Εἰς χεῖρας σου, τέκνον, τό πνεῦμα μου παρατίθημί · δέξαι μου τήν σήν φίλην ψυχήν, ἥν ἐτήρησας ἄ μεμπτον σοι τόν ἐ μόν σῶμα καί οὐ τῇ γῇ παραδίδω· φύλαξον σῶον, ὅ κατοικῆσαι ηὐδόκησας καί γεννηθείς παρθένον ἐτήρησας · πρός σέ μέ μετάστησον , ἵ ν “ ὅπου εἶ σύ, τῶν ἐμῶν σπλάγχνων τό κύημα, ἔσομαι κἀγώ σοι συνέστιος · πρός σέ γάρ ἐπείγομαι τόν πρός ἐμέ ἀδιαστάτως τοῦ Πατρός καταφοιτήσαντα » (Ρ. G. 96, 736).

(2). « Τίς ἐστιν ἄνθρωπος, ὅς ζήσεται καί οὔκ ὄ ψεται θάνατον;» ( Ψαλμ. πη”, 49).

(3). « Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν » (Εβρ. θ΄, 27).

(4). « Εἰ γάρ οὐκ ἐστί, κατά τό λόγιον, ἄνθρωπος ὅς ζήσεται καί οὐκ ὄψεται θάνατον ἄνθρωπος δε καί ἀνθρώπου ἐ πέκεινα καί ἡ νῦν ὑμνούμένη (η Παναγία), δέδεκται δήπου τρανῶς ὡς καί αὕτη τόν ἡμῖν ἐκπεπλήρωκε νόμον τῆς φύσεως εἰ καί μή καθ” ἡμᾶς ἴσως, ἀλλ “ ὑπέρ ἡμᾶς » (Ρ G. 97, 1053).

(5). « Τεθέωμαι ὁ ἄνθρωπος, ὁ θνητός ἠ θανάτισμαι, την φθοράν ἀπημφίεσμαι, τήν ἀ φθαρσίαν περίκειμαι τῇ περιβολῇ τῆς Θεότητος » (Ρ G . 96, 725).

(6). Ρ G 96, 716 ΑΒ C.

(7). « Ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν καί εὕρωσιν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται, οὔτε εἰ μή τέθαπται » (Ρ G 42, 716).

(8). « Ἤτοι ἄν ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος, καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις, καί ἐν ἀγνεία ἡ τελευτή καί ἐν παρθενίᾳ ὁ στέφανος· ἤτοι ἄν ἀνηρέθη, καθώς γέγραπται » καί τήν ψυχήν αὐτῆς διελεύσεται ρομφαῖα » ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαριστῷ τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα » (Ρ G 43, 737).

(9). « Δεσποτικαῖς παλάμαις τῇ παναγίᾳ ταύτῃ καί θειοτάτη οἵα μητρί λειτουργῶν τήν ἱεράν ψυχήν ὑποδέχεται » (Ρ G 96, 705).

(10). « Δεῦρο, εὐλογημένη μου Μήτηρ, εἰς τήν ἀνάπαυσίν μου ἀκούσασα. Ἀνάστα, ἐλθέ, ἡ πλησίον μου, ἡ καλή μου, ἡ καλή ἐν γυναιξίν, ὅτι ἰδού ὁ χειμών παρῆλθεν, ὁ καιρός τῆς τομῆς ἔφθασε. Καλή ἡ πλησίον μου, καί μῶμος οὐκ ἐστίν ἐν σοι. Ὀσμή μύ ρων σου ὑπέρ πάντα τά ἀρώματα » (Ρ G 96, 736).

(11). «Ὤ, πῶς οὐρανός ὑπεδέξατο τήν πλατυτέρα οὐρανῶν χρηματίσασαν·πῶς δέ τάφος τό τοῦ θεοῦ δοχεῖον ἐχώρησε · καί ἐδέξατο, καί κεχώρησεν. Οὐ γάρ σω ματικοῖς ὄγκοις οὐρανοῦ πλατύτερον χωρίον ἐγένετο · πῶς γάρ τό τρίπηχον τό ἀεί λεπτυνόμενον σῶμα, εὕρεσί τε καί μήκεσιν οὐρανοῦ παραβληθῆναι δυνήσεται ; Τῇ δέ χάριτι μᾶλλον διά ὕψους καί πλάτους τό μέτρον ὑ περηκόντισε » τό γάρ θεῖον ἀσύγκριτον. «Ὤ, ἱεροῦ καί θαυμαστοῦ καί σεβασμίου καί προσκυνητοῦ μνήματος» (Ρ G 96, 720).

(12). « Oἱ Ἀπόστολοι, ἀφοῦ συναθροισθήκατε ἐδῶ στό χωρίο Γεσθημανῆ, κηδεύσατέ μου τό σῶμα. Καί σύ Υἱέ καί Θεέ μου, παράλαβε μου τήν ψυχή».

(13). «Από τα πέρατα του κόσμου έτρεξαν οι πρόκριτοι Απόστολοι, με το νεύμα του Θεού για να Σε κηδεύσουν και από τη γη υψωμένη προς τα άνω, ενώ Την έβλεπαν, με την προσφώνηση του Γαβριήλ με χαρά Σε εφώναζαν Χαίρε όχημα όλης της Θεότητας» Χαίρε, μόνη που με τον τοκετό Σου σύναψες τα επίγεια με τα ουράνια».

(14). « Σέ τῶν Ἀποστόλων ὁ δῆμος τήν ἀληθῆ κιβωτόν Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐπί τῶν ὤμων ἀράμενος, ὡς πάλαι ποτέ οἱ ἱερεῖς τήν τυπικήν κιβωτόν, καί ἐν τάφῳ θέμενοι δι” αὐτοῦ ὡς δι” Ἰορδανοῦ τινός ἐπί τήν ἀληθῆ τῆς ἐπαγγελίας παρέπεμπον γῆν, τήν ἄνω φημί Ἱερουσαλήμ, τήν πάντων τῶν πιστῶν μητέρα, ἧς τεχνίτης καί δημιουργός ὁ Θεός» (Ρ G 96, 717-720).

(15). Ρ G 96, 741 Β, 728 C .

(16). Νικόδημου Αγιορείτου : « Ἑρτοδρόμιον », σελ. 653.

(17). Π. Ν. Τρεμπέλα: Δογματική τῆς Ὀ ρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, τόμος Β” σελ. 215-216.

(18). Ρ G 96, 700, 721, 753.

(19). « Ἀπέθανεν ἡ ἁγία Παρθένος καί τέθαπται, ἐν τιμῇ αὐτῆς ἡ κοίμησις (…) ἐν μάρτυσιν αὐτῆς τό κλέος, καί ἐν μακαρισμοῖς τό ἅγιον αὐτῆς σῶμα (,..). Τό τέλος Αὐτῆς οὐδείς ἔγνω. Ἀλλά καί εἰ δοκοῦσί τίνες ἐσφάλθαι, ζητήσωσι τά ἴχνη τῶν Γραφῶν, καί εὕρωσιν ἄν οὔτε θάνατον Μαρίας, οὔτε εἰ τέθνηκεν, οὔτε εἰ μή τέθνηκεν οὔτε εἰ τέθαπται· (…) ἁπλῶς ἐσιώπησεν ἡ Γραφή, διά τό ὑπερβάλλον τοῦ θαύματος, ἵνα μή εἰς ἔκπληξιν ἀγάγῃ τήν διάνοιαν τῶν ἀνθρώπων. Ἐγώ γάρ οὐ τολμῷ λέγειν, ἀλλά διανοούμενος σιωπήν ἀσκῶ (…) οὐ λέγω ὅτι ἀθάνατος ἔμεινεν ἀλλ” οὔτε διαβεβαιοῦμαι ὅτι τέθνηκεν. Ὑπερέβαλε γάρ ἡ Γραφή τόν νοῦν τόν ἀνθρώπινον, καί ἐν μετεώρῳ εἴασε διά τό σκεῦος τό τίμιον καί ἐξοχώτατον · ἵνα μή τίς ἐν ὑπονοίᾳ γένηται περί αὐτῆς σαρκικῶν πραγμάτων» (Ρ G 42, 737 Α, 716 Β C ).

(20). Κ. Καλοκύρη : «Μαρία» (εικονογραφία) Θ.Η.Ε. τόμος 8ος, σελ. 700.

(21). «Συ η οποία γέννησες τη Ζωή (τον Χριστό), προς τη Ζωή έχεις μεταβεί, με τη σεπτή Σου Κοίμηση, την αθάνατη, ενώ δορυφορείσαι από αγγέλους. Αρχές και Δυνάμεις, Αποστόλους, Προφήτες, και όλη την κτίση που γίνεται δεκτή από τα καθαρά χέρια του Υιού σου η άμωμη ψυχή Σου, Παρθενομήτορ Θεόνυμφε ».

(22). «Με την ένδοξη Κοίμηση Σου οι ουρανοί χαίρονται, και των αγγέλων τα στρατεύματα πανηγυρίζουν και όλη η γη ευφραίνεται, με εξόδιο ύμνο στη Μητέρα Εκείνου, που δεσπόζει όλων των ανθρώπων Συ που είσαι άπειρη από γάμο, Παναγία Παρθένε, εκείνη που λυτρώνεις το ανθρώπινο γένος από την προγονική απόφαση».

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Κοίμηση της Θεοτόκου Μαρίας (Απόσπασμα ομιλίας του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 12, 2017

001

Αν <<ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια>>, πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες. Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους, όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ” αυτή θαυμασίων.
Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος, μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή, και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις, που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος, αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της, με θεολήπτους ύμνους, με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν.
Οι Απόστολοι προπέμπουν, ακολουθούν, συμπράττουν, αποκρούουν, αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα, το σωστικό φάρμακο του γένους μας, το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως.
Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης, είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή. Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα, δια του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο. Διότι μόνο αυτή, ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ” ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου, τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού, ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος. Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση. Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος.
Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο, ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη, στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11). Διάχρυσο ιματισμό, που σημαίνει στολισμένη με τις παντοειδείς αρετές. Διότι μόνο αυτή κατέχει τώρα μαζί με το θεοδόξαστο σώμα και με τον Υιό, τον ουράνιο χώρο. Δεν μπορούσε πραγματικά γη και τάφος και θάνατος να κρατεί έως το τέλος το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της και αγαπητό ενδιαίτημα ουρανού και του ουρανού των ουρανών.
Αποδεικτικό για τους μαθητές στοιχείο περί της αναστάσεώς της από τους νεκρούς γίνονται τα σινδόνια και τα εντάφια, που μόνα απέμειναν στο τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να την ζητήσουν, όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Υιό και δεσπότη. Δεν χρειάσθηκε να μείνει και αυτή επίσης για λίγο πάνω στη γη, όπως ο Υιός της και Θεός, γι” αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο.
Με την ανάληψή της η Θεομήτορ συνήψε τα κάτω με τα άνω και περιέλαβε το πάν με τα γύρω της θαυμάσια, ώστε και το ότι είναι ελαττωμένη πολύ λίγο από τους αγγέλους, γευόμενη το θάνατο, αυξάνει τη υπεροχή της σε όλα . Και έτσι είναι η μόνη από όλους τους αιώνες και από όλους τους αρίστους που διαιτάται με το σώμα στον ουρανό μαζί με τον Υιό και Θεό.
Η Θεομήτωρ είναι ο τόπος όλων των χαρίτων και πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας και εικόνα κάθε αγαθού και κάθε χρηστότητος, αφού είναι η μόνη που αξιώθηκε όλα μαζί τα χαρίσματα του Πνεύματος και μάλιστα η μόνη που έλαβε παράδοξα στα σπλάχνα της εκείνον στον οποίο βρίσκονται οι θησαυροί όλων των χαρισμάτων. Τώρα δε με το θάνατό της προχώρησε από εδώ προς την αθανασία και δίκαια μετέστη και είναι συγκάτοικος με τον Υιό στα υπερουράνια σκηνώματα και από εκεί επιστατεί με τις ακοίμητες προς αυτόν πρεσβείες εξιλεώνοντας αυτόν προς όλους μας.
Είναι τόσο πολύ πλησιέστερη από τους πλησιάζοντας το Θεό, όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από αυτές τις αγγελικές ιεραρχίες. <<Τα Σεραφίμ στέκονταν γύρω του>> (Ησαϊας 6,2) και ο Δαβίδ λέγει: <<παρέστη η βασίλισσα στα δεξιά σου>>. Βλέπετε τη διαφορά της στάσεως; Από αυτή μπορείτε να καταλάβετε και τη διαφορά της, κατά την αξία της τάξεως. Διότι τα Σεραφίμ ήταν γύρω από το Θεό, πλησίον δε στον ίδιο μόνο η βασίλισσα και μάλιστα στα δεξιά του. Όπου κάθισε ο Χριστός στον ουρανό, δηλαδή στα δεξιά της μεγαλωσύνης, εκεί στέκεται και αυτή τώρα που ανέβηκε από τη γη στον ουρανό.
Ποιός δεν γνωρίζει ότι η Παρθενομήτωρ είναι εκείνη η βάτος που ήταν αναμμένη αλλά δεν καταφλεγόταν. (Ψαλμ.44,19) Και αυτή η λαβίδα, που πήρε το Σεραφίμ, τον άνθρακα από το θυσιαστήριο, που συνέλαβε δηλαδή απυρπολήτως το θείο πυρ και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να έλθει προς το Θεό. Επομένως μόνη αυτή είναι μεθόριο της κτιστής και της άκτιστης φύσεως.
Ποιός θα αγαπούσε το Υιό και Θεό περισσότερο από τη μητέρα, η οποία όχι μόνο μονογενή τον γέννησε, αλλά και μόνη της αυτή χωρίς ανδρική ένωση, ώστε να είναι το φίλτρο διπλάσιο.
Όπως λοιπόν, αφού μόνο δι” αυτής επεδήμησε προς εμάς, φανερώθηκε και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, ενώ πρίν ήταν αθέατος, έτσι και στον μελλοντικό ατελεύτητο αιώνα κάθε πρόοδος και αποκάλυψη μυστηρίων χωρίς αυτήν θα είναι αδύνατος.
Δια μέσου της Θεομήτορος θα υμνούν το Θεό γιατί αυτή είναι η αιτία, η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων. Αυτή είναι θέμα των προφητών, αρχή των Αποστόλων, εδραίωμα των μαρτύρων, κρηπίς των διδασκάλων, η ρίζα των απορρήτων αγαθών, η κορυφή και τελείωση κάθε αγίου.
Ω Παρθένε θεία και τώρα ουρανία, πως να περιγράψω όλα σου τα προσόντα; Πως να σε δοξάσω, το θησαυρό της δόξας; Εσένα και η μνήμη μόνο αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί.
Μετάδωσε πλούσια λοιπόν τα χαρίσματά σου στο λαό σου, Δέσποινα, δώσε τη λύση των δεινών μας, μετάτρεψε όλα προς το καλύτερο με τη δύναμή σου, δίδοντας τη χάρη σου για να δοξάζουμε το προαιώνιο Λόγο που σαρκώθηκε από σένα γα μας μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους ατελευτήτους αιώνες. Γένοιτο.

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 12, 2017

Έντονη είναι η συζήτηση το τελευταίο διάστημα για τη φυγή των νέων στο εξωτερικό, προκειμένου να βρούνε εργασία και αξιοπρέπεια. Η Ελλάδα των μνημονίων διώχνει τα παιδιά της και οι πολιτικοί φαίνεται ότι θεωρούν αναπόφευκτη αυτή την εξέλιξη, με αποτέλεσμα απλώς να περιγράφουν το πρόβλημα και να μην προτείνουν ούτε να εφαρμόζουν ουσιαστικές λύσεις. Βρισκόμαστε, έτσι κι αλλιώς, σε μία εποχή παθητικότητας. Παρακολουθούμε τα γεγονότα αδιάφορα. Όταν βλέπουμε μορφωμένους νέους, πτυχιούχους, κάποτε με ειδίκευση, να αισθάνονται ότι το μέλλον τους δεν βρίσκεται στην πατρίδα μας, αλλά στο εξωτερικό, και δεν αντιδρούμε, όχι με αφορισμούς και αποδοκιμασίες, αλλά με συσστράτευση, σχεδιασμό και συγκεκριμένες πολιτικές, τότε η απραξία οδηγεί σε μαρασμό. Η ανθρώπινη ποιότητα εξωθείται σε φυγή. Το μέλλον της πατρίδας μας διαγράφεται δυσοίωνο.

                Ας μην ξεχνούμε ότι το όραμα για μία καλύτερη ποιότητα ζωής αποτελεί σημείο κλειδί για τον άνθρωπο. Δεν είναι μόνο ο καιρός της κρίσης, που εξελίσσεται σε γενικευμένη παρακμή, αυτός που οδηγεί στην ιδέα της φυγής. Είναι και το Διαδίκτυο, η επαφή με τα ξένα πανεπιστήμια μέσω της κινητικότητας των φοιτητών, είναι η αίσθηση της συνολικής απαξίωσης στην καλλιέργεια του νου, στην γνώση και την εξειδίκευση, η πρόταξη του διορισμού στο δημόσιο  ως της μόνης λύσης για μια σχετική αξιοπρέπεια, η αίσθηση ότι ακόμη κι αν αγαπά ο νέος ένα αντικείμενο, δε θα μπορέσει να το υπηρετήσει. Έτσι, οι νέοι οδηγούνται στο δρόμο της φυγής, με την ελπίδα ότι στο εξωτερικό θα ανοιχτούν καινούργιοι δρόμοι, ασχέτως αν και εκεί θα τους εκμεταλλευτούν σε σύγκριση με τους αυτόχθονες.

                Ζούμε σε μία κοινωνία με νοοτροπία αυτοκαταστροφής. Ζούμε σε μία πραγματικότητα στην οποία η εργασία έχει ταυτιστεί εκ των προτέρων με την απαίτηση για «πολλά χρήματα». Δεν είναι κακή η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, στις δυνατότητές μας, αλλά συχνά υπάρχει και μία μορφή οίησης.  Παρασυρμένοι από τον θόρυβο, αυτο-υποβαλλόμαστε ότι δε θα πετύχουμε, παρότι το αξίζουμε. Δεν αισθανόμαστε χαρούμενοι διότι μας δίδεται η ευκαιρία να κοπιάσουμε, να αγωνιστούμε. Γιατί να είναι βέβαιο πως ό,τι ισχύει για τους πολλούς, κατ’ ανάγκην θα ισχύσει για μας; Κανείς δεν έχει κερδίσει, χωρίς να κοπιάσει. Κυρίως, χωρίς να έχει αυτό το αίσθημα της ταπείνωσης που συνοδεύει τους αληθινά δημιουργικούς ανθρώπους. Αυτούς που γνωρίζουν ότι δεν εξαρτώνται όλα από τους ίδιους. Ότι υπάρχει η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, ο Οποίος προνοεί με αγάπη για τον καθένα μας και τελικά δίνει κατά το καλό μας!

                Αυτή η προσδοκία της πίστης δεν δικαιολογεί βεβαίως την αυτο-καταστροφικότητα ή την ανάγκη η πολιτεία να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να δείξει ότι νοιάζεται τους νέους.  Ας επιβραβευθεί ο κόπος, ας μείνουν οι νέοι έξω από το κομματικό παιχνίδι, ας αναλάβουν πρωτοβουλίες όσοι έχουν ιθύνουσα θέση για να δοθούν περισσότερα κίνητρα στους νέους. Οι νέοι δεν είναι υποχρεωμένοι να περιμένουν παθητικά να βρούνε ευκαιρίες στη ζωή τους. Όμως και το να ξεκινήσει κάποιος από τα λίγα, με τιμιότητα και κόπο, δεν είναι ντροπή.

Η παρακμή στην οποία έχουμε εισέλθει, απαιτεί πρωτοβουλίες. Χρειάζεται όμως και ο καθένας μας να ξαναβρεί την ελπίδα η οποία πηγάζει μέσα από τη σχέση με τον Θεό. Τον μυστικό δρόμο της προσευχής  που ενδυναμώνει αληθινά!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 9 Αυγούστου 2017

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΓΕΝΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Ιστορία των παρακλήσεων στην Υπεραγία Θεοτόκο

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 9, 2017

Η αγάπη, ο σεβασμός και η τιμή των πιστών για το πρόσωπο της Θεοτόκου Μαρίας εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς, από την αρχή της σωτηρίου οικονομίας, όπως λέγουν οι άγιοι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, και είναι τόσο μεγάλη, ώστε αδυνατεί ο ανθρώπινος λόγος να περιγράψει τα αισθήματα αυτά επαρκώς.
Από αυτήν την αγάπη, την τιμή και την ελπίδα στην μεσιτεία της προς τον μέγα και Μόνο Μεσίτη Χριστό και Υιό της, κατά το ανθρώπινον η Εκκλησία καθιέρωσε να τελείτε κατά την περίοδο της νηστείας του Δεκαπενταυγούστου, η ιερή Ακολουθία του Μικρού και του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος εναλλάξ, εκτός των εορτών της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Έτσι επ” ευκαιρίας του γεγονότος αυτού καλόν είναι να δούμε και να γνωρίσουμε μερικά πράγματα για το τι είναι κανόνας, και ποιος συνέθεσε τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό κανόνα στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Κανόνας στην εκκλησιαστική υμνογραφία είναι ύμνοι μακροσκελής, αποτελούμενοι από μικρότερες ενότητες, που ονομάζονται Ωδές. Η κάθε ωδή αποτελείτε από τον ειρμό, που είναι η πρώτη στροφή κάθε Ωδής και χρησιμεύει σαν υπόδειγμα στα τροπάρια, που τρέπονται σύμφωνα με τον ήχο του ειρμού και τέλος το εφύμνιο όπου επαναλαμβάνεται σε κάθε τροπάριο «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».

H Μεγάλη και Μικρή Παράκληση στην Ύπεραγία Θεοτόκο, είναι από τις πιο λαοφιλείς ακολουθίες της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι υμνολογικά ποιήματα του δεκάτου τρίτου αιώνα, κληρονομιές της Αυτοκρατορίας της Νικαίας και της επανασυγκροτηθείσης Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως αντίστοιχα.
Ελάχιστη έρευνα έχει γίνει πάνω στις ιστορικές συγκυρίες που οδήγησαν στην ποίηση όσο και στην τελική μορφολογία των δύο κανόνων.
Το σίγουρο γεγονός της Ιστορίας των δύο Παρακλήσεων είναι ότι ο Κανών της Μεγάλης Παρακλήσεως είναι ποίημα του Αυτοκράτορα της Νικαίας Θεοδώρου Β” Δούκα του Λασκάρεως.
Ο τίτλος του δούκα μάς δείχνει ότι συνέθεσε τον Κανόνα πριν την άνοδό του στον θρόνο της Νικαίας τον Νοέμβριο 1254.
Ο Θεόδωρος Β” Λάσκαρις ήταν προικισμένος υμνογράφος και υπήρξε συνθέτης πολλών Κανόνων και άλλων ύμνων, όμως δοκιμαζόταν από κάποια ασθένεια, η οποία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από τον θρόνο της Νικαίας και να αποσυρθεί στην Μονή των Σωσάνδρων, δυτικά της Νικαίας, όπου και εκάρη μοναχός λίγο πριν τον θάνατο του.
Ο Θεόδωρος συνέθεσε τον Κανόνα της Μεγάλης Παρακλήσεως, ενώ ακόμα ήταν δούκας, μάλλον σε κάποια ύφεση της ασθενείας του που διήρκεσε περισσότερο του συνήθους, γεγονός που αποδόθηκε σε θαύμα της Θεοτόκου προς αυτόν.
Ο Κανών γρήγορα διαδόθηκε στις Μονές της Νικαίας και κατά πάσα πιθανότητα διαμορφώθηκε σε ακολουθία από τους μοναχούς των Σωσάνδρων ή των πέριξ Μονών.
Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Θεοδώρου ο Κανών χρησιμοποιείται ήδη με την σημερινή του μορφή ως Παράκλησις σαν Βασιλική Ακολουθία και διαδίδεται σε όλη την Αυτοκρατορία της Νικαίας.
Ακόμα και κατά τις τελευταίες ώρες του Θεοδώρου η Μεγάλη Παράκλησις ετελείτο καθημερινώς προς ίασή του. Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημέρα της Κοιμήσεως τού Θεοδώρου, αλλά αφού συνέπεσε κοντά στην Κοίμηση της Θεοτόκου είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι μοναχοί των Σωσάνδρων αφιέρωσαν αυτή την ακολουθία στην μνήμη του Θεοδώρου και κατέστη συνήθεια έκτοτε να ψάλλεται η ακολουθία κάθε Αύγουστο εις μνήμην τού ποιητού της.
Βεβαίως το όνομα της ακολουθίας δεν ήτο ίδιο με το σημερινό της Μεγάλης Παρακλήσεως, αφού δεν υπήρχε ακόμα Μικρή Παράκλησις.
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε ονομαστή ευθύς εξ αρχής «Παρακλητικός Κανών», αφού αποτελούσε επίκληση προς βοήθεια και παρηγοριά άνωθεν.
Στις 25 Ιουλίου 1261 o Αλέξιος Στρατηγόπουλος καταλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη για λογαριασμό του Αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η” Παλαιολόγου τερματίζοντας έτσι την λατινική κατάληψη των Σταυροφόρων τού 1204.
Η αναίμακτη ανάκτηση της Πόλης χαρακτηρίστηκε αμέσως ως θαυματουργή παρέμβαση της Θεοτόκου. Ο Αυτοκράτωρ για να τιμήσει το θαύμα και την Θεοτόκο αποφάσισε να ηγηθεί θρησκευτικής πομπής και να εισέλθει στην Πόλη κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις τού δεκαπενταύγουστου.
Μεταξύ της 25ης Ιουλίου και 15 Αυγούστου πολλές ευχαριστήριες ακολουθίες γινόντουσαν στην Κωνσταντινούπολη και μεταξύ αυτών ήταν και ο προσφάτως εισαχθείς Παρακλητικός Κανών τού Θεοδώρου Λασκάρεως.
Η νέα Βασιλική Αυλή του Μιχαήλ,, ευρέθη προ διλήμματος. Οι δύο βασιλικές δυναστείες τού Θεοδώρου Λασκάρεως και Μιχαήλ Παλαιολόγου ευρίσκοντο σε μεγάλο μίσος μεταξύ τους. Ο Μιχαήλ είχε ήδη σφετερισθεί την εξουσία από τον νόμιμο διάδοχο και γιο τού Θεοδώρου, Ιωάννη. Ήταν δύσκολο κατά συνέπεια να δεχθεί η Βασιλική Αυλή ακολουθίες που θύμιζαν την δυναστεία τού Θεοδώρου.
Ο άγνωστος μέχρι τότε μοναχός Θεοστήρικτος έδωσε την λύση. Χρησιμοποιώντας τον ήδη γνωστό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο τού Θεοφάνους Γραπτού και άλλα λειτουργικά στοιχεία, όπως βιβλικά αναγνώσματα, ευαγγέλιο, έφτιαξε την Ακολουθία τού Μικρού Παρακλητικού Κανόνος.
Ο Κανών τού Θεοφάνους Γραπτού είχε ήδη εισαχθεί ως πρώτος κανών τού όρθρου στις εορτές μεγάλων αγίων.
Ο Θεοφάνης με την σειρά του είχε χρησιμοποιήσει, προϋπάρχοντα στοιχεία από τον Κανόνα τού Ιωάννου Δαμάσκηνου στην έγερση τού Λαζάρου. Συγκεκριμένα είχε δανειστή τους ειρμούς της α”, γ”, ζ και η” ωδής, ενώ τους υπολοίπους ή τους συνέθεσε μόνος του ή τους δανείσθηκε από προγενέστερο λειτουργικό υλικό.
Έτσι ο Μικρός Παρακλητικός Κανών πήρε ανάλογη μορφή και σχήμα με τον ήδη υπάρχοντα Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα.
Ο τελευταίος παρέμεινε εις χρήση μόνο κατά την νηστεία του δεκαπενταύγουστου αφού ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με την μνήμη τού Θεοδώρου, ενώ βαθμιαία άρχισε να εναλλάσσεται με τον Μικρό, ο όποιος διεδόθη εξ ίσου ευρέως και χρησιμοποιείτο πλέον καθ” όλη την διάρκεια τού χρόνου (εις πάσαν περίστασιν). Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς καθιερώθη η εναλλακτική χρήση των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο.
Είναι φυσικό να υποθέσουμε πως αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο τον Μιχαήλ και την λησμόνηση των διαφορών των δύο δυναστειών καθιερώθηκε η εναλλαγή των δύο Παρακλήσεων κατά το δεκαπενταύγουστο ως εναρμόνιση των δύο παραδόσεων Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως.
Έτσι σήμερα αποδίδουμε τιμή στην πρώτη πρέσβειρα και μεσίτρια, μετά τον Θεάνθρωπο Χριστόν, η Παναγία μας είναι εκείνη, που μπορεί και θέλει να μεταφέρει τις ικεσίες και τις δεήσεις μας στα πόδια του Παμβασιλέως Θεού.
Ας καταφύγουμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, με πίστη, με αληθινή ταπείνωση και με αγάπη στην φυσική μας μητέρα και ας την παρακαλούμε καθημερινά, ειλικρινά για τα προβλήματά μας, και εκείνη Πολυεύσπλαχνη, θα μας συμπαραστέκεται στις δύσκολες ώρες και θα μας ελεεί με τη μεγάλη χάρη της. Αμήν..

Κατηγορία ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο λόγος που νηστεύουμε

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 9, 2017

Ίσως να το έχετε παρατηρήσει ή ακόμη και ζήσει οι ίδιοι, οτι τις μέρες που νηστεύουμε υπάρχει μια νευρικότητα και οξυθυμία. Πολλοί το αποδίδουν στο διάβολο. Νομίζω όμως πως αυτή είναι μια εύκολη και συμφέρουσα ερμηνεία που μας αφήνει έξω από την δική μας ευθύνη.
Στην ζωή οτι κάνεις, πρέπει να έχει νόημα για σένα. Ο άνθρωπος διψάει για νόημα. Εάν λοιπόν η νηστεία είναι για μας, μονάχα ενα θρησκευτικό καθήκον, ενα «ιερό» πρέπει, μια διατροφική αλλαγή, τότε σαφέστατά δεν μπορεί να μας δώσει χαρά. Και οτι κάνουμε δίχως χαρά είναι καταδικασμένο να πεθαίνει, να μαραζώνει στην βαρεμάρα και την θλίψη.…
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ πως είναι δυνατόν τόσος κόσμος να κάνει εξαντλητικές δίαιτες για να φτιάξει ένα όμορφο καλλίγραμμο κορμί, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες και στην νηστεία να αντιδρούν τόσο πολύ ή να την κοιτούν αδιάφορα; Γιατί άραγε; Μα γιατί δεν τους λέει τίποτα. Γιατί δεν υπάρχει γι αυτούς κίνητρο. Όταν κάτι το παρουσιάζεις μονάχα ως «καθήκον» ακόμη και ιερό, το νεκρώνεις απο ζωή. Δεν πάλλεται, δεν εχει γεύση. Ο νόμος, ο τύπος, το πρέπει, είναι άνοστο, τόσο μικρό για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά.…
Λείπει αυτός ο έρωτας προς τον Χριστό που τα κάνει όλα αλλιώς. Ο έρωτας που σε κάνει για χάρη του αγαπημένου σου, να μην τρως, να μην κοιμάσαι να κάνεις θυσίες και τρέλες και όλα αυτά με πολύ χαρά. Ας μην κρυβόμαστε, η Χριστιανική ζωή ή είναι καψούρα ή βαριέσαι και πλήττεις θανάσιμα…
π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (FB)

http://www.orthmad.gr/news

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Κοίμηση και η Μετάσταση της Παναγίας. Γιατί Μετάσταση και όχι Ανάσταση;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 9, 2017

Πολλές είναι οι γιορτές της Παναγίας μέσα στον χρόνο. Όλες ονομάζονται Θεομητορικές. Όμως η πιο λαμπρή από όλες είναι το λεγόμενο «Πάσχα του καλοκαιριού», αφού έρχεται μετά από νηστεία 15 ημερών.

Η 15η Αυγούστου είναι η ημέρα που γιορτάζεται η Κοίμηση της Θεοτόκου. Όπως αναφέρει η χριστιανική παράδοση, η ψυχή της, «επτά φορές λαμπρότερη από τον ήλιο», εντυπωσίασε τους Αποστόλους καθώς εξήλθε από το σώμα της. Γιατί όλοι ήταν παρόντες στον θάνατό της, αφού μεταφέρθηκαν δίπλα της με θαυμαστό τρόπο από τα πέρατα της Γης. Ο δε τάφος της, μετά από 3 ημέρες, βρέθηκε άδειος, γι΄ αυτό και μιλάμε για Μετάσταση της Παναγίας.

Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι η ημερομηνία Κοίμησης της Παναγίας ήταν η 15η Αυγούστου. Πάντως, η συγκεκριμένη ημερομηνία καθιερώθηκε από τον 5ο μ.Χ αιώνα μάλλον με το σκεπτικό να βρίσκεται κοντά, όμως να έπεται του εορτασμού της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος (6/8). Και πιθανόν για να είναι κοινή η νηστεία για τις δύο γιορτές.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τιμώντας σωστὰ καὶ ἐπάξια τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁμολογεῖ Θεοτόκο καὶ Ἀπειπάρθενο, τὴν κηρύττει «τιμιωτέραν τῶν Χερουβεὶμ» καὶ τὴν ἐπικαλεῖται σὰν μεσίτρια ἀκοίμητη καὶ μετὰ τὸ Θεό, Θεὸ (2). Μὲ τὴν τιμὴ τῆς Θεοτόκου ἀπὸ τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ, συνδέονται δυὸ σημαντικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς της: Ἡ Κοίμηση καὶ ἡ ἔνσωμη Μετάστασή της στοὺς οὐρανούς.

Η Μητέρα του Χριστού τρεις ημέρες μετά την Κοίμηση και την Ταφή της από τους Μαθητές και τους πρώτους Αποστολικούς Πατέρες, “μετέστη” στους ουρανούς. Η “μετάσταση” της Θεοτόκου είναι ταυτόχρονα ανάσταση και ανάληψη. Δηλαδή, το νεκρό της σώμα συνδέθηκε πάλι με την ψυχή της και “ανελήφθη” από τον Υιό της στον ουρανό. Δεν ήταν δυνατόν αυτή που γέννησε τον νικητή του θανάτου να κατέχεται από τον θάνατο.

Χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη στο σώμα της Παναγίας πέραν της μεταστάσεώς του στον ουρανό και της αφθαρτοποιήσεώς του, προτιμούμε να μείνουμε χωρίς προσθήκες και επεξηγήσεις στον όρο «μετάσταση» που μας παρέδωσαν οι άγιοι Πατέρες, με δεδομένα τα λόγια της Αγίας Γραφής στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή 15,22-23: «Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται. Έκαστος δε εν τω ιδίω τάγματι· απαρχή Χριστός, έπειτα οι Χριστού εν τη παρουσία αυτού». Και μια και η ζωοποίηση των σωμάτων ακόμα δεν έχει συμβεί πέραν του Χριστού, εφ” όσον δεν έχει συμβεί ακόμα η Δευτέρα Παρουσία, δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανάσταση», αλλά απλώς για «μετάσταση». Άλλωστε κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, οι ψυχές των αγίων, ακόμα και χωρίς το σώμα τους, δεν κατέχονται εκ του θανάτου: «Λέγει αυτώ Μάρθα· οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει εν τη εσχάτη ημέρα. Είπεν αυτη ο Ιησούς· εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα.» (Ιωάννης 11,21). Άλλο πράγμα λοιπόν είναι η μετάσταση και η διαφύλαξη του σώματος της Παναγίας από τη φθορά, και άλλο η ανάσταση. Και ακόμα και αν χρησιμοποιήσουμε τη λέξη «συνανίσταται» για το σώμα της Παναγίας όπως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (PG 151,465), είναι προφανές ότι δεν πρόκειται ακριβώς για τη γενική ανάσταση που θα συμβεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία, αλλά για κάτι που μοιάζει με αυτήν.

Η Κοίμηση της Θεοτόκου υπήρξε ένδοξος και ήταν ανάλογη με την ζωή της. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μιλώντας για την Κοίμηση της Θεοτόκου, όχι μόνον την ονομάζει ένδοξη, αλλά συγχρόνως την ονομάζει μεταβίωση.

Αυτή η λεγομένη μεταβίωση είναι η ανάσταση και ανάληψη του σώματος της Παναγίας. Κατά την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως και άλλων αγίων, δεν εορτάζουμε μόνον την άνοδο της ψυχής της Θεοτόκου στον ουρανό, αλλά και του σώματος. Γράφει ότι η Θεοτόκος μετέστη στον ουρανό και παρέστη εκ δεξιών του παμβασιλέως. Έτσι, με το σώμα της ανέβηκε στον Ουρανό. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, αυτοί που αναλήφθηκαν με το σώμα τους στον ουρανό, είναι η Παναγία μαζί με τον Υιό της, καθώς ο Προφήτης Ηλίας και ο Ενώχ.

Αυτή όμως η “μετάσταση” δεν χώρισε την Θεοτόκο από τον κόσμο. Περισσότερο από όλους τους Αγίους, η Θεοτόκος, παρά την “κοίμησή” της, συνεχίζει να είναι παρούσα μέσα στο κόσμο με την άμαχη προστασία της. Αυτό μαρτυρούν τα αμέτρητα θαύματά της.

Ἡ ἀνάσταση τῆς Παρθένου καὶ ἡ Μετάστασή της στοὺς οὐρανούς, ποὺ ἀκολουθεῖ τὴ ζωηφόρο ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τῆς ἀφθαρσίας καὶ θεώσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ καθιδρύθηκε διὰ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, καὶ τὸ προοίμιο τῆς γενικῆς ἀναστάσεως στὸ τέλος τῶν αἰώνων.

Ότι συνέβη με τον Χριστό, ο οποίος πέθανε και αναστήθηκε, το ίδιο θα συμβεί και με κάθε άνθρωπο. Προς το παρόν, βέβαια, γευόμαστε μόνο το θάνατο. Βλέπουμε την κυριαρχία του πάνω σε όλη την δημιουργία. Αυτό που προσδοκούμε είναι η κοινή ανάσταση, η ζωοποίηση των νεκρών σωμάτων και η ένδυση των φθαρτών με αφθαρσία. Αυτό που αναμένουμε εμείς να συμβεί, όταν θα έλθει ο Χριστός κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας, συνέβη ήδη στην Θεοτόκο.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Ἐν τὴ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε, Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταὶς πρεσβείαις ταὶς σαὶς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’. Αὐτόμελον.
Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.

Έρευνα, συγκέντρωση, επεξεργασία και παράθεση Χώρα Του Αχωρήτου

Πηγές:

https://bimag.gr/pws-egine-h-koimish-kai-h-metastash-ths-theotokou/

http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Theotokologia/H_metastash_ths_Theotokou.htm

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=98197850470911866722

http://www.saint.gr/857/saint.aspx

http://choratouaxoritou.gr/?p=53248

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Τί σημαίνει ο χορός του Ησαΐα; Και γιατί χορεύει ο ιερέας τους νεονύμφους τρεις φορές γύρω από το τραπέζι στο κέντρο του Ναού;

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 9, 2017

Ως γνωστόν το τραπέζι που βρίσκεται στο κέντρο του ναού συμβολίζει την Αγία Τράπεζα. Για τον λόγο αυτό στο τραπέζι επάνω βρίσκεται και το ευαγγέλιο και πάνω σ” αυτό τοποθετεί ο ιερέας τα δακτυλίδια των νεονύμφων, καθώς και τα στέφανα. Ο κύκλος γύρω από το τραπέζι συμβολίζει την αιωνιότητα1 και την πρόσκληση των μελλονύμφων να εισέλθουν δια του μυστηρίου του γάμου τους στην ουράνια βασιλεία του Θεού, δηλ. στον Παράδεισο.
Κατά την τέλεση της ιερολογίας του γάμου, μετά την ευλογία και την προσφορά του κοινού ποτηρίου γίνεται ο χορός του Ησαΐα. Παρόμοιος χορός απαντάται στη λειτουργική μας Παράδοση και κατά τις χειροτονίες και των τριών βαθμών της ιεροσύνης, δηλ. του διακόνου, πρεσβυτέρου και επισκόπου. Κατά την ακολουθία του γάμου και κατά τον χορό του Ησαΐα, προηγείται ο ιερέας βαστώντας στα χέρια του το Ευαγγέλιο και δηλώνοντας διά του συμβόλου αυτού την πορεία που καλούνται να διανύσουν οι νεόνυμφοι, που είναι πορεία με γνώμονα και φαροδείκτη τον Χριστό μας.
Ο κυκλικός χορός αποτελεί έκφραση χαράς και ευφροσύνης των νεονύμφων και όλης της χριστιανικής κοινότητας. Για τον λόγο αυτό σ” αυτή τη χαρά απαραιτήτως, συμμετέχει ενεργά και μάλιστα σε πρώτη θέση ο ιερέας, για να δείξει τον τρόπο της πραγματικής πανηγυρικής ατμόσφαιρας του μυστηρίου του γάμου μέσα στην Εκκλησία. Κατά τον π. Κων/νο Καλλίνικο ο χορός αποτελεί «ζωηράν έκφρασιν πνευματικής αγαλλιάσεως επί τη άνωθεν εκχυθείση θ. δωρεά» 2 .
Ένας άλλος συμβολισμός των τριών κύκλων στο γάμο γύρω από το τραπέζι είναι η πορεία προς την αιωνιότητα και προς την ατελεύτητη χαρά της βασιλείας του Θεού.
Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει σχετικά: «Και ευθύς λαμβάνων (ο ιερεύς) αυτούς (τους νεονύμφους) εκ των χειρών, ως προς το θυσιαστήριον άγει και χορείαν ποιούμενος, άδει μετά των ψαλλόντων εν Χριστώ ευφραινόμενος το «Άγιοι Μάρτυρες», ως επί χειροτονία και το «Δόξα σοι» φησί «Χριστέ ο Θεός, αποστόλων καύχημα». Κοινωνοί γαρ Χριστού και των αγίων αυτού οι ευσεβώς και σωφρόνως ζήσαντες και ότι ου σαρκί μόνον, αλλά ψυχή μάλλον χρη συνάπτεσθαι δια τε της ορθής ημών πίστεως και των της ευσεβείιας θεοφιλών έργων, ίνα και αληθής η συζυγία και γάμος αμίαντος και κοινωνοί ώσι Χριστού και των αγίων αυτού» (Διάλογος, κεφ. 282) 3.
Για το χορό του Ησαΐα στο γάμο αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ο π. Κων/νος Καλλίνικος: «Η στιγμή αυτή είναι επισημότατη. Διότι ου μόνον διαλαλεί με τον παραστατικώτερον τρόπον την πνευματικήν και ουράνιον επιθυμίαν επί τη τελούμενη μυστική συμμίξει των ψυχών και τον σκοπόν του χριστιανικού γάμου, ερχομένου εκάστοτε όπως δια της μορφώσεως νέων αδελφών του Χριστού, συνεχίση επί γης το απολυτρωτικόν μυστήριον του Εμμανουήλ, ου μόνον διδάσκει ότι υπάρχει και εν αυτώ έτι τω γάμω, χριστιανικώς λαμβανομένω, παρθενία και εγκράτεια, καίτοι υπό άλλην έννοιαν, η δε χριστιανική παστός έχει διαγεγραμμένον σκοπόν, αλλά και επιθέτει την νομικήν σφραγίδα επί του συνοικεσίου αμετάθετον και απαράγραπτον. Αληθώς• εάν πάντα τα προηγηθέντα λάβωσι χώραν, χωρίς ακόμη να κυκλωθή τό δισκέλιον (=τραπέζι) τρίς, το νομικώς έγκυρον του γάμου δύναται να προσβληθή. Αλλ” αφ” ης εψάλη το «Ησαΐα», η ένωσις κατησφαλίσθη απόρθητος» 4 .
1 Κανάκης, σ. 10.
2 π. Κ. Καλλινίκου, Ο χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1969, Κεφ. 700, σ. 515-516.
3 Γιά περισσότερα βλέπε Ίω.Φουντούλη, τ. Ε”, έρώτ. 577, σ• 302-305 καί έρώτ. 581, σ. 319-321.
4 Κ. Καλλινίκου, Ο Χριστιανικός ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1969, Κεφ. 700, σ. 515.

http://www.orthmad.gr

Κατηγορία ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΗΔΕΝΙ ΕΙΠΗΤΕ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΕΩΣ ΟΥ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΑΝΑΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 9, 2017

       Ένα από τα κορυφαία γεγονότα στην επίγεια ζωή του Χριστού είναι η Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ, ενώπιον των τριών μαθητών Του, του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννη, αλλά και η συνομιλία Του με τους δύο προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωυσή και τον Ηλία. Κατά την Μεταμόρφωση οι μαθητές είδαν το πρόσωπο του Χριστού να λάμπει όπως ο ήλιος και τα ενδύματά Του να γίνονται άσπρα σαν το φως (Ματθ. 17, 2). Ο Χριστός φανέρωσε την δόξα Του στους μαθητές Του, κατά το μέτρο που εκείνοι μπορούσαν να την αντιληφθούν, να την κατανοήσουν, να την βιώσουν. Και έγιναν μάρτυρες και της Θεοφάνειας, της παρουσίας δηλαδή της Αγίας Τριάδος. Είδαν νεφέλη φωτεινή και άκουσαν τη φωνή του Θεού Πατρός να λέει: «ούτος εστίν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. Αυτού ακούετε» (Ματθ. 17, 5). Προγεύτηκαν τη δόξα του Παραδείσου. Πήραν το μήνυμα πως τα πάθη, ο Σταυρός, ο θάνατος, η Ταφή, όσα δηλαδή θα απογύμνωναν τον Χριστό από τη δόξα των θαυμάτων, από το βάθος της διδασκαλίας, από την ελπίδα της ζωής που έδινε στους ανθρώπους  θα ήταν πρόσκαιρα φαινόμενα. Γι’  αυτό και ο Χριστός τους επισημαίνει:  «μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου εκ νεκρών αναστή» (Ματθ. 17, 9). «Μην πείτε σε κανέναν αυτό που είδατε, ώσπου να αναστηθεί ο Υιός του Ανθρώπου από τους νεκρούς».

       Στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό συνήθως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Οι άνθρωποι ζητούμε σημεία. Θέλουμε αποδείξεις ότι ο Θεός υπάρχει. Ακόμη κι αν είμαστε κοντά Του, ακόμη κι αν ζούμε με τον τρόπο της Εκκλησίας, μέσα μας υπάρχει αυτό το «καθώς ηδύναντο»  των μαθητών. Προσευχόμαστε και περιμένουμε από τον Θεό να ακούσει την προσευχή μας. Ζητάμε ζωή και ελπίδα και περιμένουμε με κάποιον τρόπο ο Θεός γρήγορα να μας τα προσφέρει. Θέλουμε ενίσχυση να αντέξουμε τον κόπο και τη φθορά των ανθρώπινων σχέσεων και αγωνιούμε όταν οι άλλοι δεν είναι όπως τους θέλουμε και ο Θεός δε φαίνεται να ακούει τη φωνή μας και να τους οδηγεί διά του φωτισμού του στη συμπεριφορά που εμείς έχουμε επιλέξει να είναι η καλύτερη. Ζητούμε ουσιαστικά από τον Θεό να δεσμεύσει την ελευθερία των ανθρώπων και να γίνουν όπως εμείς τους θέλουμε. Θέλουμε έναν Θεό Δυνατό, Ισχυρό, Εξουσιαστή, που δε θα νικιέται από τα πάθη και την ισχύ των ανθρώπων. Γι’  αυτό και μας φαίνεται ακατανόητη η ταπείνωση του Θεού. Περιμένουμε την δόξα του και σ’  αυτή στηριζόμαστε, για να αισθανόμαστε κι εμείς δοξασμένοι, όντας πιστοί Του.

          «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Στον λόγο του Χριστού αποτυπώνεται αυτό που ο Θεός μας προσφέρει. Χαραμάδες δόξας, όχι όμως την υπερηφάνεια ότι είμαστε ικανοί να μετέχουμε από μόνοι μας σ’  αυτήν. Όχι καύχηση γι’  αυτό που βλέπουμε και πιστεύουμε, αλλά επίγνωση ότι η πνευματική ζωή κρύβει τις δυσκολίες του σταυρού και εκείνος είναι το καύχημά μας. Πιστεύουμε και περιμένουμε. Αφήνουμε τον Θεό να καθορίσει τον χρόνο που θα μας ωφελήσει να λάβουμε τα στοιχεία της παρουσίας Του. Εργαζόμαστε πνευματικά και ασκητικά, ανεβαίνοντας στο όρος Θαβώρ, δηλαδή απομακρυνόμενοι από τον θόρυβο του κόσμου και της εξωστρέφειας, και όντας έτοιμοι να χαρούμε τη βεβαιότητα της ανάστασης, ακόμη και μέσα στην προσδοκία της υπομονής. Προσευχόμαστε, μελετούμε, ησυχάζουμε, αφήνουμε κατά μέρος τις επιθέσεις του θελήματος, τόσο του δικού μας, όσο και των άλλων, και διαλέγουμε την αγάπη.

          «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Στον λόγο του Χριστού αποτυπώνεται ο πειρασμός που οι χριστιανοί αντιμετωπίζουμε. Οι άλλοι δεν είναι σε θέση να καταλάβουν το όραμα που ο Χριστός μας δίνει. Συχνά «μηδείς». Αυτό δεν πρέπει να μας απογοητεύει. Αντίθετα, χρειάζεται να τονώνει μέσα το αίσθημα ότι η πίστη είναι δρόμος πρωτίστως μοναχικός. Έχει να κάνει με την απόφασή μας να αναζητήσουμε τον Θεό «κατά μόνας». Να βρούμε τη χριστιανική μας ταυτότητα ψάχνοντας για απαντήσεις στα υπαρξιακά, αλλά και στα άλλα ερωτήματα της ζωής. Να κατανοήσουμε ότι το όραμα της πίστης είναι η μεταμόρφωση της καρδιάς, αλλά και του προσώπου μας, η εμπειρία της αγιότητας, η δύναμη της αγάπης, που δεν μπορεί να ερμηνεύσει την κακία του κόσμου, αλλά μπορεί να την απαλύνει. Και μεταμορφωμένη καρδιά σημαίνει αυτή που εμπιστεύεται τον Χριστό. Διότι Εκείνος είναι ο παντοτινός μας ακόλουθος. Αυτός που μεταμορφώνει τα βήματά μας από το «φαίνεσθαι» στο «είναι». Και μας δίνει το κουράγιο, ώστε αυτό που κρύβεται στην ψυχή μας, να μας γεμίζει χαρά και να αντανακλάται σε όποιον μπορεί να το προσεγγίσει, χωρίς να μας αποκαρδιώνουν η αδιαφορία, η άρνηση, η απόρριψη.

        «Μηδενί είπητε το όραμα έως ου ο υιός του ανθρώπου αναστή εκ νεκρών». Η πνευματική ζωή είναι στηριγμένη στη δύναμη της λαλούσης σιωπής. Οι άνθρωποι μιλούμε πολύ. Φωνάζουμε. Απαιτούμε την επικοινωνία. Χρησιμοποιούμε κάθε μέσο προκειμένου να καταστήσουμε το πρόσωπό μας επίκεντρο του κόσμου μας.  Όταν δεν μπορούμε να μιλήσουμε, αισθανόμαστε δυστυχείς. Μοναχικοί. Μελαγχολικοί. Η πνευματική ζωή όμως μιλά και διά της σιωπής. Αυτή γνωρίζει να μας κάνει να βλέπουμε τα πάθη μας και τα λάθη μας. Να προσευχόμαστε εξ όλης της καρδίας μας προς Αυτόν που μας ανεβάζει εκ γης προς ουρανόν. Να σκεφτόμαστε και να κάνουμε την αυτοκριτική μας.  Η πνευματική ζωή είναι η οδός της αυτογνωσίας, που δεν μπορεί όμως να έρθει στον θόρυβο και την κενότητα του λόγου. Στην απάντηση που θα μας αυτοδικαιώσει. Δεν είναι μόνο καιρός του λαλείν. Είναι και καιρός του σιγάν. Και αν δεν έρθει το δεύτερο, το πρώτο συχνά οδηγείται στη ρηχότητα της κατάκρισης, της φιλαυτίας, της αυτοθέωσης.

         Η εορτή της Μεταμόρφωσης μας δείχνει ότι στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο τα πράγματα δεν είναι μόνο όπως φαίνονται. Ότι υπάρχει η δόξα της αλλαγής, που ξεκινά από τον εαυτό μας και γι’  αυτό είμαστε υπεύθυνοι. Να προχωρήσουμε σύμφωνα με την οδό του σταυρού, της ταπείνωσης, της εμπιστοσύνης στον χρόνο που ο Θεός καθορίζει να λάβουμε εκείνο που ο Ίδιος γνωρίζει ότι μας χρειάζεται πραγματικά. Να καταλάβουμε ότι σημασία έχει η αλήθεια, ακόμη κι αν μηδείς την αντιλαμβάνεται και να μη φοβηθούμε τη μοναχικότητά μας. Να ζήσουμε και την οδό της σιωπής, η οποία προετοιμάζει για τον αυθεντικό λόγο της αγάπης, της ελπίδας, της παρηγορίας, τον λόγο της πίστης που χωρίς να αρνείται τη χαρά του κόσμου και της ζωής, μεταμορφώνει το πρόσκαιρο σε αιώνιο. Διότι αρνείται την αμαρτία του αυτοθεωμένου και επιλέγει την κοινωνία του προσφερόμενου «εγώ», δηλαδή την εμπιστοσύνη σ’  Αυτόν που βλέπει και παρέχει την ανάσταση!

                Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που πορεύεται μεταμορφωτικά και διδάσκει την Θεοφάνεια σε έναν κόσμο που απαιτεί αποδείξεις και σημεία. Που δεν μπορεί να κατανοήσει τι σημαίνει Θαβώρ. Που δεν αντέχει τον άλλο, όταν δεν είναι υπηρέτης του δικού μας θελήματος. Που φωνάζει, γιατί φοβάται να αντικρίσει τον αληθινό του εαυτό. Χρειαζόμαστε την Εκκλησία που διά της αγιότητας, της άλλοτε λαλούσης και της άλλοτε σιωπώσης, θα υπερβεί την νοοτροπία της υλικότητας και θα οδηγήσει στην οδό της πνευματικότητας. Αυτής που οδηγεί τον άνθρωπο από το «φαίνεσθαι»  στο «είναι», στην μετοχή στις θείες ενέργειες. Στη δόξα που νικά τον θάνατο!

Κέρκυρα, 6 Αυγούστου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγγραφέας: kantonopou στις Αυγούστου 9, 2017

     Το να κάνει κάποιος κηρύγματα στους νέους για τη σημασία της ανάγνωσης βιβλίων, ιδίως την περίοδο των διακοπών, φαίνεται μάταιος κόπος. Η δύναμη της τεχνολογίας, με όπλο της την εικόνα του κινητού και του υπολογιστή, με την ταχύτητα, την παραστατικότητα, την αμεσότητα και την ευκολία, δεν επιτρέπει στους πολλούς να κατανοήσουν τι χάνουν όταν δε διαβάζουν  όχι από υποχρέωση, αλλά από επιλογή και προς ψυχαγωγία. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, το οποίο καθιστά την μελέτη αγγαρεία ή μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, της εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, ή  κίνητρο για να βρει ο νέος εργασία όταν τελειώσει τις σπουδές του, απομακρύνει την επαφή με ό,τι δεν έχει παραγωγικό αποτέλεσμα. Έτσι η λογοτεχνία, η ψυχολογία, η φιλοσοφία, η πνευματική παράδοση της πίστης μας δεν είναι εύκολο να προσεγγισθούν από τους νεώτερους. Μένουν μόνο όσοι βρίσκουν φωτισμένους ανθρώπους, οι οποίοι διαβάζουν και μεταφέρουν την εμπειρία και το περιεχόμενο της ανάγνωσης   είτε μέσω του Διαδικτύου είτε μέσω της παρέας και της προσωπικής σχέσης με τους νέους. Κι εκεί όμως απουσιάζει το κύριο προσόν που απαιτείται για όποιον θέλει να διαβάσει: η υπομονή.

               Δεν είναι μόνο στοιχείο της νεανικής ιδιοσυγκρασίας η ανυπομονησία. Έχει να κάνει με τον τρόπο των καιρών μας. Η υπομονή απαιτεί χρόνο, απομάκρυνση από τους περισπασμούς, απόρριψη της ευκολίας ως του μοναδικού δρόμου για απόλαυση. Η υπομονή θέλει εσωτερίκευση στόχου. Σήμερα ζητά θάρρος, για να πάει κόντρα στον δρόμο και τον τρόπο των πολλών αυτός που θέλει να δει τη ζωή του διαφορετικά. Αν για τους μεγαλύτερους η υπομονή έχει συνδεθεί με την παθητικότητα, ότι δεν κάνουμε τίποτα αλλά περιμένουμε μπροστά στις περιστάσεις, ανάλογα γίνεται και με τους νέους. Όποιος επιλέγει την οδό της ανάγνωσης, φαντάζει στα μάτια των συνομηλίκων του, κάποτε και του εαυτού του, ως κάποιος που δεν γνωρίζει να αρπάζει τη ζωή «εδώ και τώρα».

            Η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου όμως δεν είναι παθητική διαδικασία. Προϋποθέτει μετοχή του αναγνώστη τόσο στο στοχασμό του συγγραφέα, όσο και στην περιπέτεια της μελέτης. Είναι συναρπαστικό να προσπαθεί κάποιος να κωδικοποιήσει με τον λόγο του τη σκέψη του και εξίσου συναρπαστικό κάποιος άλλος να αποκωδικοποιήσει λόγο και σκέψη, να κρίνει, να αποδεχθεί, να απορρίψει, να προσαρμόσει, να διαμορφώσει τελικά τον ίδιο του τον εαυτό παίρνοντας θέση πάνω στο περιεχόμενο  των όσων διαβάζει. Διότι η ίδια η ανάγνωση, ιδίως όταν γίνεται με κέφι,  αποτελεί ταξίδι δημιουργικότητας, μέσα από το οποίο ο καθένας ανακαλύπτει όψεις του «είναι» του.

         Στις περιόδους των διακοπών οι εκδοτικοί οίκοι κυκλοφορούν διαφημιστικά έντυπα με τις προτάσεις τους. Συνήθως επιλέγουν ευπώλητα και εύπεπτα βιβλία. Αστυνομικές και αισθηματικές ιστορίες, με γοργή πλοκή, περιπέτειες, μυστικά που αποκαλύπτονται, όχι όμως βιβλία τα οποία καλλιεργούν γλώσσα, σκέψη, συναισθηματικό κόσμο. Όχι τόσο βιβλία τα οποία προσπαθούν να απαντήσουν στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα της ζωής, και συνήθως ούτε βιβλία τα οποία μας κάνουν να μελετούμε την Ιστορία, για να μην ξεχνούμε.  Μέλημά τους η παραλία. Κι έτσι μας οδηγούν, αν τους ακολουθήσουμε, στο να αντιγράφουμε τον τρόπο ζωής του χειμώνα. Ταχύτητα, ευκολία, ρηχότητα.

      Ας προσπαθήσουμε οι μεγαλύτεροι να δώσουμε στους νεώτερους παράδειγμα ποιότητας, διαβάζοντας βιβλία που ανοίγουν τον νου, για να παρακινήσουμε προς το υγιές!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 2 Αυγούστου 2017

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άγιος Πορφύριος: Το μυστικό για να σου φύγει η στενοχώρια

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιουλίου 29, 2017

Κάποτε μία υποψήφια μοναχή επισκέφθηκε τον άγιο Πορφύριο στο Ησυχαστήριό του.

Ο άγιος άρχισε να της περιγράφει προβλήματα υγείας που είχε και να της τα εξηγεί με ιατρικούς όρους.

Την ρωτούσε εάν συνέβαιναν όπως της τα έλεγε.

Η κοπέλα είχε προβλήματα με το στομάχι της.

Ο άγιος της λέει:

«Το πρόβλημά σου δεν είναι στο στομάχι, αλλά στο έντερο. Όλα αυτά σου συμβαίνουν από την στενοχώρια. Είσαι πολύ ευαίσθητη. Πιστεύεις ότι κανείς δεν σε αγαπά. Θα σου πώ όμως ένα μυστικό. Μην ζητάς να σ’ αγαπούν, αλλά προσπάθησε εσύ να αγαπάς τους άλλους και τότε όλοι θα σε αγαπούν. Αυτό είναι το μυστικό. Αν το κάνεις, θα δεις ότι θα σου φύγει και η στενοχώρια».

Η υποψήφια μοναχή έφυγε άλλος άνθρωπος.

Πηγή: «Ο Όσιος Πορφύριος (μαρτυρίες-διηγήσεις-νουθεσίες)», Ενωμένη Ρωμιοσύνη, Ορθόδοξο Βίωμα 6, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 88.

http://paterikos.blogspot.gr/2017/07/blog-post_92.html

 

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | 1 σχόλιο »

Στα ηρεμιστικά και αγχολυτικά;

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιουλίου 29, 2017

Η αϋπνία κατάντησε να αποτελεί ένα από τα σοβαρά προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου. Το στρες, η ανεργία, η οικονομική κρίση γενικότερα, μα τ συνακόλουθα ψυχολογικά προβλήματα από την ανασφάλεια και το αβέβαιο μέλλον, έχουν ως πρώτο σύμπτωμα διαταραχές στον ύπνο. Όλο και περισσότεροι άνδρες και γυναίκες, καταφεύγουν στα υπνωτικά χάπια. Ωστόσο νευρολόγοι και ψυχίατροι βλέπουν με επιφύλαξη τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της αϋπνίας. Τονίζουν ότι συχνά το πρόβλημα οφείλεται σε αίτια ψυχικά. “Αυτά πρώτα πρέπει να λυθούν”, υπογραμμίζει ο καθηγητής και πρόεδρος της Ιταλικής Ιατρικής Ένωσης Ύπνου, προειδοποιώντας για την αρνητική επίδραση που μπορούν να έχουν ορισμένα ηρεμιστικά ή αγχολυτικά φάρμακα.

Ποιος αλήθεια μπορούσε να περιμένει πως ο ύπνος, το δώρο αυτό της αγάπης του Θεού για την ανάκτηση των δυνάμεών μας, θα γινόταν στην εποχή μας πρόβλημα οξύ; Και μόνο το γεγονός ότι τα φάρμακα έχουν την πρώτη κατανάλωση στο σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο είναι τα ηρεμιστικά, αυτό λέει πολλά. Ο Χριστός μας πρόσφερε την ειρήνη Του να φρουρεί την καρδιά μας και να μας στηρίζει ιδιαίτερα τις ημέρες αυτές. Κι εμείς; Το συνειδητοποιούμε; Το επιζητούμε; Εναποθέτουμε με παιδική εμπιστοσύνη τα αγωνιώδη προβλήματα της ανήσυχης ζωής μας στο Θεό; Τότε “η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν φρουρήσει τας καρδίας υμών” (Φίλιπ. Δ΄7), Απόρθητο φρούριο η καρδιά με τον Θεό, ενώ χωρίς Αυτόν;…….

Ι.Ν.ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΛΑΜΑΚΙΟΥ

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑ & ΟΙ ΝΕΟΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιουλίου 29, 2017

 

             Μία ιδιόμορφη «πολυπολιτισμικότητα» είναι εμφανής το καλοκαίρι στις περισσότερες περιοχές της πατρίδας μας. Ο τουρισμός φέρνει στον τόπο μας ανθρώπους από διάφορα μέρη του κόσμου. Συνήθως, στα τουριστικά μέρη, εκτός από τα ιστορικά και αρχαιολογικά μνημεία, τα τοπία της θάλασσας ή του βουνού, τους φέρνουν σε επαφή με τον δικό μας πολιτισμό, στη λογική του φολκλόρ όμως. Θα φάνε τυπικά ελληνικά φαγητά. Θα πάνε σε νυχτερινά κέντρα για να ακούσουν «συρτάκι» ή να δούνε χορευτές ντυμένες με τις παλιές παραδοσιακές φορεσιές να χορεύουν ελληνικούς χορούς. Θα δούνε εκκλησίες, θα συμμετάσχουν σε πανηγύρια στα χωριά, θα πάρουν μέρος σε λιτανείες. Θα έλθουν σε επαφή όμως όχι με το ήθος της πολιτιστικής μας παράδοσης, αλλά με την εξωτερική της πλευρά. Όπως εύστοχα έγραψε κάποιος διανοούμενος, «θα αναζητήσουν τον Ζορμπά» ως αυθεντικό τύπο Έλληνα.

                Αυτή η ιδιόμορφη «πολυπολιτισμικότητα» έχει επιφανειακές μόνο ομοιότητες με εκείνη την οποία η πολιτική και  «πνευματική» άρχουσα τάξη στην Ελλάδα έχει υιοθετήσει ως ιδεολόγημα και στάση ζωής, ιδίως για τους νέους ανθρώπους. Ιδίως το καλοκαίρι οι νέοι βιώνουν την πολυπολιτισμικότητα της δυτικής μουσικής, του δυτικού τρόπου διασκέδασης, του δυτικού τρόπου διατροφής διά των ταχυφαγείων, του δυτικού τρόπου προσέγγισης των διαπροσωπικών σχέσεων. Κι αυτό γίνεται εδώ και δεκαετίες. Προετοιμάστηκε έντεχνα η καθιέρωση ενός πολιτισμού: του παγκοσμιοποιημένου. Και από τη στιγμή που αυτός έγινε αποδεκτός διά της συνήθειας και της μόδας, οι νέοι φαίνεται να μην έχουν άλλη επιλογή.

 Και σα να μην έφτανε αυτό, προωθήθηκε συστηματικά η αποδόμηση και των τελευταίων στοιχείων της πολιτισμικής μας ετερότητας. Ο τρόπος ονομάζεται «αποσπασματικότητα». Η κυριαρχούσα ιδεολογία, μέσα από τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο, αλλά και την εκπαίδευση, πήρε στοιχεία της δικής μας παράδοσης, όπως οι αξίες της αγάπης, της προσφοράς, της αλληλεγγύης, του σεβασμού στον άλλο, της ανοχής, και τα απογύμνωσε από τη βάση τους, που είναι η χριστιανική πίστη. Ο χριστιανός αγαπά διότι πιστεύει στον Θεό. Η πολυπολιτισμικότητα σήμερα πείθει ότι μπορούμε αποσπασματικά, χωρίς Θεό, να αγαπούμε. Ο χριστιανός δεν απελπίζεται, διότι πιστεύει στην ανάσταση. Η πολυπολιτισμικότητα σήμερα πείθει ότι είναι αρκετή μία μεταφυσική απρόσωπη αναφορά σε κάποια ανώτερη δύναμη, που υπάρχει σε όλες τις θρησκείες, αφού η ζωή είναι υπόθεση των ανθρώπων και κανένας Θεός δεν ανακατεύεται στα δικά μας.

Ήρθε η μετανάστευση, προϊόν πολιτικής επιλογής, και η πολυπολιτισμικότητα προώθησε την νέα αξία: να μην προσβάλλουμε τον άλλον, δηλώνοντας και ζώντας σύμφωνα με αυτό που πιστεύουμε. Για να τον μάθουμε και να συνυπάρξουμε, δε μας χρειάζεται η ταυτότητά μας, αλλά μόνο ο απογυμνωμένος από στοιχεία, όπως η προτεραιότητα της γλώσσας, της θρησκείας, της ιστορίας, πολιτισμός, στη φολκλορική του φανέρωση.  Κι έτσι, ιδίως το καλοκαίρι, κυριαρχεί το δόγμα του «να περνάς καλά».

Στις καλοκαιρινές διακοπές όμως, νέοι και μεγαλύτεροι, ας σπουδάσουμε στοιχεία της εθνικής μας ταυτότητας, της ιδιοπροσωπίας και ετερότητάς μας. Υπάρχουν, αρκεί να τα αναζητήσουμε. Το πανηγύρι του νησιού. Η καμπάνα της εκκλησιάς. Η παράκληση στη Θεοτόκο. Ένα λογοτεχνικό βιβλίο της γενιάς του ’30. Η με παπαδιαμαντικό τρόπο θεία λειτουργία στο ξωκλήσι. Το τοπίο μας. Η φιλόξενη καρδιά. Το «γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα». Ας αντισταθούμε, για να μπορούμε να διαλεχθούμε αυθεντικά με την πολυφωνία των καιρών μας!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 25 Ιουλίου 2017

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΞΙΕΣ ΖΩΗΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΕΦΑΓΟΝ ΠΑΝΤΕΣ ΚΑΙ ΕΧΟΡΤΑΣΘΗΣΑΝ (ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ)

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιουλίου 29, 2017

 Ένα από τα πιο γνωστά και ξεχωριστά θαύματα του Χριστού είναι αυτό του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, διά των οποίων «έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν» (   Ματθ.  14, 20), δηλαδή έφαγαν περί τους πέντε χιλιάδες άνδρες, ξεχωριστά οι γυναίκες και τα παιδιά, χόρτασαν όλοι και περίσσεψαν δώδεκα κοφίνια γεμάτα, όσες και οι φυλές του Ισραήλ. Αφθονία αγάπης δείχνει το θαύμα αυτό. Παντοδυναμία Θεού. Έγνοια του Χριστού και για την υλική ζωή μας. Ανταμοιβή στους χιλιάδες ανθρώπους που  συγκεντρώθηκαν για να Τον ακούσουν. Απάντηση στον ορθολογισμό των μαθητών οι οποίοι δεν μπορούσαν να διανοηθούν ότι η λιγοστή τροφή που είχαν για την συντροφιά του Κυρίου θα μπορούσε να χορτάσει το πλήθος. Και την ίδια στιγμή μία υπόμνηση του Χριστού για το ποιο είναι το αυθεντικό μήνυμα του Ευαγγελίου και ποιος πρέπει να είναι ο τρόπος πορείας και μαρτυρίας της Εκκλησίας σε κάθε εποχή.

                «Έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Ο Χριστός χορταίνει όλους όσους Τον ακολουθούν. Το Ευαγγέλιο έχει πτυχές που μπορούν να αγγίξουν και την πιο δύσκολη καρδιά. Σε άλλους μιλά με τον νου. Σε άλλους με την καρδιά. Σε άλλους μιλά για το σήμερα. Σε άλλους για την αιωνιότητα. Άλλοι βρίσκουν την αγάπη. Άλλοι τη δικαιοσύνη Άλλοι την υπόσχεση της ανταμοιβής. Άλλοι την παρηγοριά για τα βάσανα της ζωής. Άλλοι την υπέρβαση της μοναξιάς. Άλλοι εκείνο το ελάχιστο φως που μπορεί να τους κάνει ευτυχισμένους. Άλλοι έναν συνολικό τρόπο σκέψης, ζωής, δράσης που μεταμορφώνει την ύπαρξη. Άλλοι μια αχτίδα ελπίδας, έστω και για λίγο. Όλοι όμως χορταίνουν από αυτό. «Είναι πολύ το λίγο» (Στ. Σπανουδάκης). Αρκεί να Τον ακολουθήσουν στην έρημο. Να αποφασίσουν να φύγουν από την καθημερινότητά τους, από τα προγράμματα, τον τρόπο ζωής, την επίδραση του πολιτισμού. Γιατί για να χορτάσουμε από τον Χριστό, χρειάζεται να πεινάσουμε για αλήθεια. Για αγάπη. Για ελπίδα. Για αιωνιότητα. Για ένα άλλο νόημα. Και να το δείξουμε, αφήνοντας κατά μέρος, έστω και για λίγο, το βόλεμα και την συνήθεια.

                « Έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Στον Χριστό βρίσκουμε το ανέφικτο και το ακατόρθωτο. Την υπέρβαση του ορθολογισμού. Το να γίνεται πράξη κατά θαυμαστό τρόπο αυτό που όλοι με τον νου και την σκέψη μας λέμε: «δεν γίνεται». Γιατί ο Χριστός μεταμορφώνει την ύπαρξή μας καρδιακά. Της δίνει έναν άλλο φωτισμό, ένα άλλο σκεπτικό. Και δεν είναι απών. Δεν μας εγκαταλείπει. Είναι παρών στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στο οποίο όλοι τρώνε και χορταίνουν Θεό. Από το μικρό ψιχίο και τη στάλα του οίνου χορταίνουν Σώμα και Αίμα Κυρίου. Και λαμβάνουν άφεση αμαρτιών. Και αποκτούν περίσσεια ζωής, διότι η χαρά και η αγάπη γίνεται κοινωνία προσώπων. Δεν αισθανόμαστε εγκλωβισμένοι στον εαυτό μας, αλλά ξεκινάμε να μοιραστούμε ό,τι πήραμε, αφού αξιωνόμαστε να γευτούμε την αγιότητα και να την προσφέρουμε ακόμη και σ’  αυτούς που δεν την γνωρίζουν. Όχι απλώς με το να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αλλά με το να καταλαγιάσει η αγωνία για το νόημα της ζωής, για τον θάνατο που μας περιμένει, για τα βιοτικά και να αντικατασταθούν όλα από το φως της αναστάσιμης πορείας, της μεταμορφωμένης καρδιάς. Ο χριστιανός που έχει φάει και έχει χορτάσει Χριστό την ώρα της Ευχαριστίας δεν μένει σε ό,τι τον χωρίζει από τον πλησίον και τον κόσμο, αλλά παλεύει για να μοιραστεί ό,τι τον ενώνει. Το νόημα που δίνει το Ευαγγέλιο. Και εδώ είναι το ανέφικτο. Είναι η βίωση μιας πορείας προς την ευτυχία, μόνο που αυτή δεν περιορίζεται στα αγαθά, στην δόξα, στη δικαίωση, αλλά απλώνεται στην ομορφιά που η αγάπη προσδίδει!

                «Έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν». Δεν είναι για λίγους αυτό το θαύμα της πίστης και της ζωής με τον Χριστό, αλλά για όλους. Δεν περιορίζεται στους εκλεκτούς, αλλά είναι μία συνεχής πρόσκληση προς όλους. Δίκαιους και αμαρτωλούς. Ευχαριστημένους και πονεμένους. Ένδοξους και ταπεινούς. Πλούσιους και φτωχούς. Και δεν είναι απλώς θαύμα χορτασμού υλικού. Είναι θαύμα συνάντησης όλων στην Εκκλησία, αρκεί να είναι έτοιμοι να καθίσουν στο χορτάρι της απλότητας και της αγάπης. Όχι ως άνθρωποι επώνυμοι, με χαρίσματα, με απαιτήσεις, με όνειρα, οραματισμούς, αλλά ως απλοί πιστοί. Εκείνοι που νιώθουν ότι ο Χριστός είναι το παν στη ζωή τους και ότι το όνομα «χριστιανός» της δίνει νόημα. Κουραστήκαμε να διακρίνουμε τους εαυτούς μας από τους άλλους. Να απαιτούμε πρωτοκαθεδρίες. Να ζητούμε να μας αναγνωριστεί το ποιοι είμαστε. Το νόημα βρίσκεται στην απλότητα και την χαρά της πίστης και στο να είμαστε ένα με Αυτόν που έγινε για μας άνθρωπος. Δεν είναι η υλική τροφή που μας ενώνει μόνο. Είναι Εκείνος που δίνει νέα ταυτότητα στον καθέναν μας. Την αναφαίρετη ιδιότητα του να είμαστε παιδιά Του.

                Σε έναν κόσμο που απαιτεί από την Εκκλησία την υλικότητα, το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων δείχνει ότι αρκεί να ακολουθήσουμε τον Χριστό και θα χορτάσουμε στην καρδιά μας νόημα, ελπίδα, ζωή. Και η αγάπη θα μας κάνει να μοιραστούμε το λίγο ή το πολύ, το υλικό και το πνευματικό, το χαμόγελο και την αγκαλιά, αλλά και την θέρμη της καρδιάς με τους συνοδοιπόρους μας στην Εκκλησία. Μ’  αυτούς που βγαίνουν από το βόλεμα και αναζητούν στο Ευαγγέλιο την καινούργια αρχή. Και ο Χριστός είναι πάντοτε παρών!

Κέρκυρα, 30 Ιουλίου 2017

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η γκρίνια στη ζωή των ανθρώπων

Συγγραφέας: kantonopou στις Ιουλίου 29, 2017

mpoynia sto nero

Πολύ συχνά καί γιά πολλούς ἀνθρώπους, ἡ γκρίνια δέν εἶναι μονάχα μιά ἰδιορρυθμία ἤ ἰδιοπροσωπία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ἀλλ᾽ εἶναι μιά νοσηρή κατάσταση, μέ ἐπικίνδυνες συνέπειες στίς διαπροσωπικές καί διανθρώπινες σχέσεις.

Εἶναι ψυχολογικό συναίσθημα, πού δέν κρύβεται. Ὁ γκρινιάρης ἤ γογγυστής καί μεμψίμοιρος – ὅπως τόν ὀνομάζει ἡ Ἁγία Γραφή – δέν κρατάει μέσα του τίς ἐσωτερικές ἀντιδράσεις, γιά ὅποιοδήποτε ζήτημα, ἀλλά καί τίς ἐξωτερικεύει κάποτε, ἔντονα καί ἐπαναστατικά.

Μετά τήν Πεντηκοστή, ὅταν οἱ χριστιανοί ἄρχισαν νά πληθαίνουν, «ἐγένετο γογγυσμὸς τῶν ῾Ελληνιστῶν πρὸς τοὺς ῾Εβραίους, ὅτι παρεθεωροῦντο ἐν τῇ διακονίᾳ τῇ καθημερινῇ αἱ χῆραι αὐτῶν» (Πράξ. ΣΤ´ 1).

Οἱ Ἑβραῖοι πού μιλοῦσαν ἑλληνικά, παραπονέθηκαν στούς ὑπεύθυνους τῆς διακονίας τῶν κοινῶν τραπεζιῶν ὅτι δέν κοίταζαν τίς δικές τους χῆρες. Στίς διαπροσωπικές σχέσεις, τά παράπονα καί οἱ μεμψιμοιρίες εἶναι συχνές καί πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις.

Οἱ γογγυσμοί αὐτοί καί οἱ γκρίνιες καί τά παράπονα, ὅταν δέν προηγεῖται αὐτογνωσία καί αὐτοσυγκράτηση, πολύ εὔκολα καί γρήγορα ξεσποῦν σέ καταιγίδες καί ἀστραπόβροντα. Καί ὄχι μόνο. Ὅταν ὁ γογγυσμός ἔχει γιά στόχο τόν ἴδιο τό Θεό, τότε κανένας δέ μπορεῖ νά κατασιγάσει τήν ὀργή Του, γιατί ὁ γογγυσμός τοῦτος, εἶναι βλασφημία καί ἀχαριστία.

Παράδειγμα, οἱ Ἑβραῖοι. Φεύγοντας ἀπό τήν Αἴγυπτο, τά ῾βαλαν μέ τόν Μωϋσῆ καί τόν Ἀαρών. Σάν τυφλωμένοι καί ἀναίσθητοι, ρωτοῦσαν εἰρωνικά καί χλευαστικά: «Ἱνατί ἀνηγάγετε τήν συναγωγήν Κυρίου εἰς τήν ἔρημον ταύτην ἀποκτεῖναι ἡμᾶς;» (Ἀριθμ. Κ´ 4). Κι αὐτό γινόταν γιά 40 χρόνια. Ὁ Μωϋσῆς τούς ἔδωσε τήν καλύτερη ἀπάντηση: «Οὐ γάρ καθ᾽ ἡμῶν ἐστιν ὁ γογγυσμός ὑμῶν, ἀλλ᾽ ἢ κατά τοῦ Θεοῦ» (Ἔξοδ. ΙΣΤ´ 8). Ὁ γογγυσμός σας δέ στρεφόταν σέ μᾶς, γιατί ὄργανα τοῦ Θεοῦ εἴμαστε. Στρεφόταν ἐνάντια στόν ἴδιο τό Θεό.

Συχνά καί οἱ ἀπόστολοι συμβουλεύουν τούς χριστιανούς νά ἀποβάλλουν τούς γογγυσμούς καί τίς μεμψιμοιρίες καί ὅ,τι παράπονα ἔχουν μέ τούς συνανθρώπους τους, γιά νά μή προκληθοῦν χειρότερα κακά. Καί ἄν στερεῖστε κάποια ἀγαθά, καί ἄν περνᾶτε οἰκονομικές κρίσεις, ν᾽ ἀγαπᾶτε τή λιτότητα «ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσι», καί «πάντα ποιεῖτε χωρίς γογγυσμῶν καί διαλογισμῶν» (Φιλιπ. Β´ 14). Οἱ συνεχεῖς μάλιστα μεμψιμοιρίες καί γκρίνιες καί τά παράπονα, ἀποδεικνύουν ἀπιστία, ἀχαριστία καί ἀσέβεια πρός τό Θεό.

Ὁ ἀδελφόθεος Ἰούδας, μεταξύ ἄλλων, χαρακτηρίζει τούς ἁμαρτωλούς «γογγυστάς, μεμψιμοίρους, πορευομένους κατά τάς ἐπιθυμίας αὐτῶν» (Ἰούδ. 16). Ὁ ἀληθινός καί πιστός χριστιανός προσπαθεῖ καί ἀγωνίζεται νά παραμένει εἰρηνικός πρός ὅλους.

Δέ γογγύζει,δέν παραπονιέται, δέ γκρινιάζει καί δέ μεμψιμοιρίζει σέ ὅποια στιγμή καί ὅποια περίσταση. Ἡ καλύτερη ἄμυνα εἶναι ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν».

Κατηγορία ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »