Ιστορικό

Μετα Πληροφορίες

Σύνδεσμοι

Πρόσφατα άρθρα

Αναζήτηση

Προβλήματα ανάπτυξης στη Ν.Α. Ευρώπη. «Μολδαβία»

12 Απριλίου 2011 από

Προβλήματα Ανάπτυξης και Εκσυγχρονισμού

στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη

« ΜΟΛΔΑΒΙΑ

 

Ευάγγελος Αργυρόπουλος,

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Δημοκρατία της Μολδαβίας (Republica Moldova),……… σελ…3

Παλαιότερη ιστορία, ………………………………………σελ…3

Νεώτερη ιστορία,………………………………………….. σελ…3

Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μολδαβίας,…… σελ…4

Περεστρόικα, ………………………………………………σελ…5

Περίοδος  Ανεξαρτησίας,…………………………………. σελ…5

Πολιτικά κόμματα ,…………………………………………σελ…7

Οικονομία και οικονομικές μεταρρυθμίσεις, ………………σελ…8

Υπερδνειδτερία, ……………………………………………σελ…9

Γκαγκαούζ Έρι ή Γκαγκαουζία,…………………………… σελ ..10

Προσπάθειες εκδημοκρατισμού και ανάπτυξης, ……………σελ…11

Παραπομπές, ………………………………………………..σελ

ΜΟΛΔΑΒΙΑ

Δημοκρατία της Μολδαβίας (Republica Moldova)

Βρίσκεται στη Νοτιο- Ανατολική Ευρώπη. Πρωτεύουσα το Κισινάου. Συνορεύει δυτικά με την Ρουμανία και βόρεια, ανατολικά και νότια με την Ουκρανία. Έχει έκταση 33,7 χιλ. τετρ. χλμ. και 4,5 εκ. κατοίκους.  Από αυτούς είναι:  Μολδαβοί 64,5%,  Ουκρανοί 13,8%,  Ρώσοι 13%,  Γκαγκαούζοι 3,5%,  Βούλγαροι 2%,  Εβραίοι 1,5%.1

Το 27% είναι κάτω των 14 ετών.

Η μετανάστευση είναι αρνητική (-0,27 ανά χιλίους κατοίκους).2  Δηλαδή περίπου 367 χιλιάδες βρίσκονται στο εξωτερικό ως οικονομικοί μετανάστες.3

Το 98,5 % είναι ορθόδοξοι χριστιανοί.

Η Μολδαβία είναι κοινοβουλευτική Δημοκρατία και το Σύνταγμά της δημιουργήθηκε στη βάση της διάκρισης των εξουσιών.

Η Βουλή αποτελείται από 101 βουλευτές, που εκλέγονται με ελεύθερες και μυστικές εκλογές. Σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο υπάρχουν  τα εξής εκλογικά όρια:

1)      Για ένα κόμμα το 6%.

2)      Για εκλογικό συνασπισμό δύο κομμάτων το 9%.

3)      Για εκλογικό συνασπισμό τριών κομμάτων το 12%.

Η διάρκεια της Βουλής είναι 4 έτη.

Αρχηγός της Δημοκρατίας της Μολδαβίας είναι ο πρόεδρος, ο οποίος εκλέγεται για 4 έτη από τη Βουλή με μυστική ψηφοφορία.  Για την εκλογή του απαιτείται να τον ψηφίσουν τα 3/5 των βουλευτών.4

Παλαιότερη ιστορία

Στις αρχές του 16ου αι. το πριγκιπάτο της Μολδαβίας έγινε υποτελές φόρου στον Σουλτάνο.

Από το 1711 οι μολδαβοί βογιάροι έχασαν το δικαίωμα να εκλέγουν τον ηγεμόνα τους και ο Σουλτάνος διόριζε κάθε τρία χρόνια ΄Έλληνες Φαναριώτες που διοίκησαν την Μολδαβία πάνω από 100 έτη.

Με τη συνθήκη του Κιουτσούκ- Καϊναρτζί το 1774 ανάμεσα στην Τουρκία και την Ρωσία, η Ρωσία έλαβε υπό την προστασία της  τη Μολδαβία.

Μετά τον ρωσο – τουρκικό πόλεμο του 1787-1791 με τη συνθήκη του Ιασίου η Ρωσία προσαρτά  την περιοχή ανάμεσα στον Μπούγκ και τον Δνείστερο.

Μετά τον ρωσο-τουρκικό πόλεμο του 1806-1819, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου η Ρωσία προσάρτησε τα εδάφη μεταξύ Δνείστερου και Προύθου (Βεσσαραβία).5

Νεώτερη ιστορία

 

Τον Οκτώβριο του 1917 δημιουργήθηκε το Σφατούλ Τσέρι (Σοβιέτ της χώρας) και κήρυξε την αυτονομία της Μολδαβίας και αποφάσισε τη δημιουργία μολδαβικού εθνικού στρατού.  Στις 2 Δεκεμβρίου 1917  το Σφατούλ (Σοβιέτ) ανακήρυξε την κήρυξε την ανεξαρτησία της.

Με τη σύμφωνη γνώμη του Σφατούλ Τσέρι στην περιοχή της Βεσσαραβίας εισήλθε ο ρουμανικός στρατός.

Η Σοβναρκόμ (Σοβιετική Λαΐκή Επιτροπή) Ρωσίας διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με τη Ρουμανία και απέστειλε στη Βεσσαραβία τμήματα του Κόκκινου στρατού.

Η σύγκρουση προκάλεσε τον διαμελισμό της Μολδαβίας.

Στις 9 Απριλίου 1918 το Σφατούλ Τσέρι με ελάχιστη πλειοψηφία αποφάσισε την ένωση της Μολδαβικής Δημοκρατικής Ρεπούμπλικας με την Ρουμανία.

Όμως στην περιοχή της αριστερής όχθης του Δνείστερου από 1919-1921 είχε εγκαθιδρυθεί η σοβιετική εξουσία.  Το Φθινόπωρο του 1924 στην  3η  σύνοδο της Πανουκρανικής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής ψηφίσθηκε νόμος για τον σχηματισμό στην επικράτεια της Ουκρανικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας (Ρεπούμπλικας) της Αυτόνομης Μολδαβικής Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Δημοκρατίας (Ρεπούμπλικας). Στην επικράτεια της νεοσύστατης δημοκρατίας στην αριστερή όχθη του Δνείστερου εισήλθαν 11 περιοχές με πρωτεύουσα την πόλη Μπάλτα και από το 1929 την πόλη Τιρασπόλ. Άρχισε η δημιουργία βιομηχανίας κυρίως τροφίμων και οικοδομικών υλικών.  Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις κρατικοποιήθηκαν και από το 1929-1931 έγινε πλήρης κολεκτιβοποίηση των αγροτικών νοικοκυριών.6

Μετά το 1935 η ηγεσία της Αυτόνομης Μολδαβικής Σοσιαλιστικής Σοβιετικής Δημοκρατίας αλλά και απλοί άνθρωποι υπέστησαν τις σταλινικές διώξεις.  Όλοι αυτοί κατηγορήθηκαν για προδοσία της πατρίδας και κατασκοπεία «προς όφελος της βασιλικής Ρουμανίας».

Στις 26 και 27 Ιουνίου 1940 η κυβέρνηση της ΕΣΣΔ έστειλε δύο τελεσίγραφα στη Ρουμανική κυβέρνηση με τα οποία απαιτούσε την επιστροφή της Βεσσαραβίας και την εκχώρηση της Βόρειας Μπουκοβίνας στην ΕΣΣΔ ως «αποζημίωση για την τεράστια ζημιά, η οποία επήλθε στη Σοβιετική Ένωση και στον πληθυσμό της Βεσσαραβίας με την 22-ετή κυριαρχία της Ρουμανίας στη Βεσσαραβία.

Στις 28 Ιουνίου 1940 η Ρουμανία απέσυρε τον στρατό της και τη διοίκησή της από τη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Μπουκοβίνα.

Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μολδαβίας

 

Στις 2 Αυγούστου 1940 το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ ψήφισε νόμο για τη δημιουργία της ΣΣΔΜ. Όμως μόνο 6 από τις 9 επαρχίες της Βεσσαραβίας (ουγιέζντ = επαρχία) και 6 από τις 14 περιοχές (ραϊόν = περιοχή) της πρώην Αυτόνομης Μολδαβικής ΣΣΔ περιήλθαν στην επικράτεια της νέας σοβιετικής Δημοκρατίας.  Οι υπόλοιπες επαρχίες και περιοχές δόθηκαν στην ΣΣΔ της Ουκρανίας με απόφαση του Πρεζίντιουμ (Προεδρείου) του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ στις 4 Νοεμβρίου 1940.

Το 1940-41 στη Μολδαβία δεξιά του Δνείστερου έγιναν διώξεις κατά των (όπως ονομάσθηκαν) κοινωνικά ξένων στοιχείων.  Στις 13 Ιουνίου 1941 έγιναν μαζικές εκτοπίσεις με θύματα 4500 οικογένειες.

Τέλη Ιουλίου αρχές Αυγούστου 1941 η περιοχή της ΣΣΔΜ ολοκληρωτικά κατακτήθηκε από τον χιτλερικό γερμανικό στρατό.  Η Μολδαβία δεξιά του Δνείστερου ονομάσθηκε «Βεσσαραβία» και μαζί με την Μπουκοβίνα κηρύχτηκαν εδάφη της Ρουμανίας, ενώ η αριστερά του Δνείστερου Μολδαβία ονομάσθηκε Τρασνίστρια (Περαδνειστερία) και αποδόθηκε προσωρινά στο Ρουμανικό Βασίλειο.

Τον Αύγουστο του 1944 ο σοβιετικός στρατός εκδίωξε τους γερμανούς και η Μολδαβία έγινε πάλι μέρος της ΕΣΣΔ.

Το  1946-1947 λόγω ξηρασίας και λόγω του σταλινικού συστήματος κρατικής συγκέντρωσης του σιταριού και της χωρίς αντιρρήσεις υπακοής των τοπικών κομματικών και σοβιετικών οργάνων προέκυψε πείνα με αποτέλεσμα να πεθάνουν, σύμφωνα με διάφορους υπολογισμούς, 150.000 – 300.000 άνθρωποι.

Το 1949 έγινε αναγκαστική κολεκτιβοποίηση των αγροτικών νοικοκυριών, συνοδευόμενη από εκτόπιση των εύπορων αγροτών.7

Περεστρόικα

 

Το 1988 εμφανίσθηκαν δύο αντιπολιτευόμενες ομάδες: 1) Η Δημοκρατική Κίνηση που υποστήριζε την περεστρόικα και 2) η Μουσικο-λογοτεχνική Λέσχη «Αλεξέι Ματέγιεβιτς».

Στις 20 Μαΐου 1989 δημιουργήθηκε το Εθνικό Μέτωπο της Μολδαβίας που ήταν υπέρ της αυτονομίας της Μολδαβίας.

Με την αυθόρμητη συμμετοχή αυτών των οργανώσεων, το καλοκαίρι του 1989 στο Κισινάου έγιναν ογκώδεις διαδηλώσεις με το σύνθημα «Η Μολδαβία στους Μολδαβούς».  Οι διαδηλωτές απαίτησαν πολιτική και οικονομική αυτοτέλεια της Μολδαβίας, ακύρωση του γερμανο-σοβιετικού συμφώνου του 1939 και των συνεπειών του και αναγνώριση της Μολδαβικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας της Δημοκρατίας της Μολδαβίας.

Για την διεκδίκηση των πιο πάνω έγινε στις 8 Ιουλίου 1989 διαπαραταξιακό συνέδριο «Ουνιτάτε»  (Ενότητα).

Στις 31 Αυγούστου 1989 το Ανώτατο Σοβιέτ της ΣΣΔΜ ανακήρυξε την μολδαβική γλώσσα επίσημη γλώσσα «στην πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή» και τη ρωσική γλώσσα, γλώσσα των διεθνών σχέσεων και ψηφίστηκε νόμος για την επιστροφή του λατινικού αλφαβήτου στη μολδαβική γλώσσα. 

Πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ με την υποστήριξη του Εθνικού Μετώπου εκλέχτηκε ο Μιρτσέα Σνέγκουρ.

Στις 25 Φεβρουαρίου 1990 έγιναν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές στο Ανώτατο Σοβιέτ της ΣΣΔΜ. Τις περισσότερες θέσεις κατέκτησαν οι υποστηρικτές του Εθνικού Μετώπου.

Στις 27 Απριλίου 1990 άλλαξαν το κρατικό σύμβολο και εισήγαγαν την γαλάζο-κίτρινο-κόκκινη σημαία ως κρατική, που είναι ίδια με τη σημαία της Ρουμανίας, μόνο που η μολδαβική σημαία στο κέντρο έχει ως έμβλημα τον αετό και την κεφαλή ταύρου και μετονόμασαν την ΣΣΔΜ σε Δημοκρατία της Μολδαβίας.8 (βλ. Παράρτημα, σελ. 3)

Περίοδος  Ανεξαρτησίας

Στις 27 Αυγούστου 1991 η Μολδαβία κήρυξε την ανεξαρτησία της.

Στα μέσα του 1992 οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους υποστηρικτές της αυτονομίας της Υπερδνειστερίας  έφθασαν στο αποκορύφωμα και εξελίχθηκαν σε εμφύλιο πόλεμο.  Προς το τέλος του καλοκαιριού του 1992 ο αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τους 300.. Μεγάλο μέρος της πόλης Μπεντέροι, η οποία ήταν το κέντρο της σύγκρουσης, καταστράφηκε και χιλιάδες πρόσφυγες εγκατέλειψαν την περιοχή.

Η σύγκρουση στην Υπερδνειστερία ενδυνάμωσε τη συσπείρωση της μολδαβικής κοινότητας αλλά μείωσε τη δημοτικότητα του Εθνικού Μετώπου.  Η αύξηση της δυσαρέσκειας προς τους βουλευτές του Εθνικού Μετώπου, ο αριθμός των οποίων σταθερά μειωνόταν, διότι περνούσαν στα αντιπολιτευόμενα κόμματα;, ανάγκασε τη Βουλή να ψηφίσει  την αυτοδιάλυσή της και την διενέργεια εκλογών στις 27 Φεβρουαρίου 1994.

Αυτές οι εκλογές χαρακτηρίστηκαν από οξεία αλλαγή στα πολιτικά πράγματα.  Τα φιλορουμανικά εθνικιστικά κόμματα έχασαν την πολιτική επιρροή τους και αναδείχθηκαν κόμματα που υπερασπίζονταν την εθνική ανεξαρτησία.

Την μεγαλύτερη δημοτικότητα κατέκτησε το Αγροτικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο έλαβε το 43,20 % των ψήφων και στο κοινοβούλιο κατέκτησε τις 56 από τις 104 έδρες (104 με το σύνταγμα που  ίσχυε τότε)  Ο Σοσιαλιστικός Συνασπισμός, σύμμαχος των αγροτικών, έλαβε 28 έδρες.  Τα φιλορουμανικά κόμματα έλαβαν το 17% των ψήφων.

Η κυβέρνηση των Αγροτικών έχοντας την πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή γρήγορα επαναπροσανατόλισε την εξωτερική και την εσωτερική πολιτική.  Η κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με την Γκαγκαουζία, επιτρέποντας στους Γκαγκαούζους αυτονομία.  Στις 23 Δεκεμβρίου 1994 το Κοινοβούλιο της Μολδαβίας ψήφισε νόμο για την εδαφική αυτονομία της Γκαγκαουζίας (Γκαγκαούζ Έρι).

Από το 1992 μεγάλη αυτονομία προσπαθούν να πετύχουν οι κάτοικοι στη νότια Μολδαβία, στην περιοχή της Ταρακλίας, στην πλειοψηφία τους Βούλγαροι.

Επιχειρήθηκαν βήματα για την διευθέτηση των σχέσεων με την Υπερδνειστερία.

Στις 29 Ιουλίου 1994 μπήκε σε ισχύ το νέο σύνταγμα. Σ’ αυτό αντικατοπτρίζονταν ο «μολδαβικός» προσανατολισμός της νέας πολιτικής πλειοψηφίας.  Οι αναφορές στη ρουμανική γλώσσα και στον ρουμανικό λαό, οι οποίες χαρακτήριζαν τις κύριες θέσεις του προηγούμενου συντάγματος, αντικαταστάθηκαν με αναφορές στη μολδαβική γλώσσα και τον μολδαβικό λαό, συνάμα η εθνική ανεξαρτησία διατηρήθηκε ως βασική αρχή του Μολδαβικού κράτους.

Η απογοήτευση για τις αλλαγές αυτές στο σύνταγμα ξεσήκωσε διαμαρτυρίες από την πλευρά των φοιτητικών ομάδων τον Μάρτιο με Απρίλιο του 1995.  Για να κατευνάσει τις εκδηλώσεις δυσαρέσκειας ο πρόεδρος Σνέγκουρ ζήτησε χρονικό περιθώριο έξι μηνών και δημιούργησε ειδική επιτροπή για την εξέταση του ζητήματος της γλώσσας.  Το ίδιο χρονικό διάστημα η Βουλή δυο φορές  – το 1994 και το 1995 – απέρριψε πρόταση να αναγνωρίσει τη ρουμανική γλώσσα ως γλώσσα του κράτους.

Στις προεδρικές εκλογές  τον Νοέμβριο του 1996 κανένας από τους υποψηφίους δεν πήρε το 50% των ψήφων.  Στις επαναληπτικές εκλογές που έγιναν τον Δεκέμβριο, στον πρώτο γύρο ο Σνέγκουρ πήρε το 39% των ψήφων και ο υποψήφιος του Αγροτικού Δημοκρατικού Κόμματος Πιότρ Λουτσίνσκι το 28%.  Όμως ο Λουτσίνσκι νίκησε στον δεύτερο γύρο λαμβάνοντας το 54% των ψήφων και τον Ιανουάριο του 1997 ανέλαβε καθήκοντα προέδρου.

Τον πρώτο χρόνο της προεδρείας ο Λουτσίνσκι με επιμονή υποστήριξε τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Βασικός αντίπαλος στις μεταρρυθμίσεις εμφανίσθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα.  Λόγω της δυσαρέσκειας  για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις οι κομμουνιστές, στις βουλευτικές εκλογές τον Μάρτιο 1998, κατάφεραν και πήραν το 30% των ψήφων και 40 έδρες στο κοινοβούλιο.  Επειδή όμως κανένα κόμμα δεν πήρε την πλειοψηφία των εδρών, σχηματίστηκε κυβέρνηση συνεργασίας με τη συμμετοχή της Κίνησης για Δημοκρατική και Ευημερούσα Μολδαβία, της Δημοκρατικής Σύμβασης της Μολδαβίας και το Κόμμα των Δημοκρατικών Δυνάμεων.

Το νέο κοινοβούλιο αναγνώρισε τη ρουμανική γλώσσα ως κρατική γλώσσα της Μολδαβίας.

Προς το τέλος του 1998 η Μολδαβία, στα λίγα χρόνια της ανεξαρτησίας της, χτυπήθηκε από οξύτατη οικονομική κρίση, λόγω της κάθετης πτώσης των εμπορικών σχέσεων με την Ρωσία μετά την υποτίμηση της 17 Αυγούστου 1998, με αποτέλεσμα μείωση της βιομηχανικής παραγωγής μείωση του ΑΕΠ (ΑΕΠ του 1998 σε σχέση με το 1997) και αύξηση των τιμών κατά 20%-40%.  Τον Ιανουάριο του 1999 οι τιμές των υπηρεσιών και μερικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 70%.

Στην εσωτερική πολιτική, ο πρόεδρος Λουτσίνσκι προσπάθησε με δημοψήφισμα στις 23 Μαΐου 1999 ανάμεσα στα τοπικά όργανα της εξουσίας να αλλάξει το πολίτευμα σε Προεδρική Δημοκρατία  και το Σύνταγμα του 1994, αλλά η θέση του δεν έγινε δεκτή από την πλειοψηφία.

Στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές στις 25 Φεβρουαρίου 2001 νίκησαν οι κομμουνιστές λαμβάνοντας 71 έδρες.

Στις 4 Απριλίου 2001 ο αρχηγός των κομμουνιστών Βλαντίμιρ  Βορόνιν εκλέχτηκε πρόεδρος.9

 

Στις εκλογές της 6ης Μαρτίου 2005 συμμετείχαν 23 αντίπαλοι: 2 εκλογικοί συνασπισμοί, 9 κόμματα και 12 ανεξάρτητοι υποψήφιοι.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε το 45,98% των ψήφων και 56 έδρες,  το Χριστιανο- δημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα 9,07% των ψήφων και 11 έδρες και ο εκλογικός συνασπισμός «Δημοκρατική Μολδαβία» έλαβε το 28,53% των ψήφων και 34 έδρες. Η «Δημοκρατική Μολδαβία» αποτελούταν:

–         από τον Συνασπισμό «η Δική μας Μολδαβία» που κατέλαβε  23 έδρες,

–         το Δημοκρατικό Κόμμα που κατέλαβε 8 έδρες,

–         και το Σοσιαλ-Φιλεύθερο Κόμμα που κατέλαβε 3 έδρες.10

Στις προεδρικές εκλογές της 4ης Απριλίου 2005 επανεξελέγη ο Βλαντίμιρ Βορόνιν λαμβάνοντας 75 ψήφους (ο πρόεδρος εκλέγεται από τη Βουλή).11

Πολιτικά κόμματα

Κομμουνιστικό Κόμμα.

Το 1991 απαγορεύεται η ύπαρξη  του κομμουνιστικού κόμματος.12

Το 1998, πρώτη φορά μετά την απαγόρευση, λαμβάνει μέρος στις βουλευτικές εκλογές λαμβάνοντας το 30% των ψήφων και  εκλέγοντας 40 βουλευτές.

Το 1999 καταλαμβάνει πάνω από 2000 θέσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του 2001  έλαβε το 49,9% και κατέλαβε 71 έδρες.

Στις 4 Απριλίου 2001 ο αρχηγός των κομμουνιστών Βλαντίμιρ Βορόνιν εκλέγεται πρόεδρος της Μολδαβίας.

Στις 6 Μαρτίου 2005 το ΚΚΜ εκλέγει 56 βουλευτές.13

Στις 4 Απριλίου 2005 ο αρχηγός των κομμουνιστών Βλαντίμιρ Βορόνιν επανεκλέγεται πρόεδρος της Μολδαβίας.14

Χριστιανο-δημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα

Ιδρύθηκε στις 20 Μαΐου 1989 και θεωρείται ο ιδεολογικός διάδοχος του Εθνικού Μετώπου της Μολδαβίας (1989-1992) και του Χριστιανο-Δημοκρατικόυ Μετώπου (!992-1998). Είναι μέλος της Διεθνούς Ένωσης των Χριστιανοδημοκρατικών κομμάτων.

Στις βουλευτικές εκλογές του 1998 συνασπίσθηκε και κατέβηκε στις εκλογές με το Κόμμα Αναγέννησης και Ειρήνευσης και έλαβε 19,2% των ψήφων και 26 έδρες.

Στις βουλευτικές εκλογές του 2001 κατέβηκε αυτοδύναμα και έλαβε  το 8,3% των ψήφων και 11 έδρες.15

Στις εκλογές του 2005 έλαβε το 9,07% των ψήφων και 11 έδρες.16

Σοσιαλ-φιλελεύθερο Κόμμα.

Κεντροδεξιό κόμμα που ιδρύθηκε στις 9 Μαΐου 2001 (ημέρα της Ευρώπης).17

Στις εκλογές του 2005 κατέβηκε για πρώτη φορά συμμετέχοντας στον εκλογικό συνασπισμό «Δημοκρατική Μολδαβία».  Εξέλεξε 3 βουλευτές.18

Η Δική μας Μολδαβία (Moldova Noastra).

Δημιουργήθηκε στις 19 Ιουλίου 2003 από τα κόμματα: Σοσιαλ-δημοκρατικό Συνασπισμό, Φιλελεύθερο Κόμμα και Λαϊκο-δημοκρατικό Κόμμα.19

Κατέβηκε για πρώτη φορά στις εκλογές του 2005, συμμετέχοντας στον εκλογικό συνασπισμό «Δημοκρατική Μολδαβία».  Εξέλεξε 23 βουλευτές.20

Οικονομία και οικονομικές μεταρρυθμίσεις

Ο πυρήνας της Μολδαβικής οικονομίας είναι ο γεωργικός τομέας της παραγωγής και η βιομηχανία τροφίμων, που συμβάλλουν κατά 50 – 55% στη δημιουργία του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος. Σ’ αυτόν τον κλάδο απασχολούνται τα 2/3 της εργατικής δύναμης. Επίσης, τα τρόφιμα και τα ποτά αποτελούν τα 2/3 όλων των εξαγωγών.  Σε σχέση με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις η Μολδαβία (53%)καταλαμβάνει την τρίτη θέση μετά την Δανία (61%)και την Ουγγαρία (57%). Η  κτηνοτροφία καταλαμβάνει το 1/3 του αγροτικού τομέα.

Το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών κατευθύνεται στις χώρες της ΚΑΚ (58%) και στην Ευρώπη (23%). 21

Σύμφωνα με στοιχεία της Διεθνούς Τράπεζας το 1995 το ΑΕΠ ήταν 3,9 δις. Δολ. και το κατά κεφαλήν εισόδημα 920 δολ.  Το 2002 το ΑΕΠ ήταν 11,51 δις. Δολ.  και  το κατά κεφαλήν εισόδημα 2.600 δολ.22

Μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας της η Μολδαβία προσπάθησε να πετύχει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις στην οικονομία.

Στην αρχή άφησε ελεύθερες τις περισσότερες τιμές και προοδευτικά περιόρισε τις επιδοτήσεις στα προϊόντα που υπερέβαιναν τη ζήτηση.

Τον Ιανουάριο του !991 ψηφίσθηκε νόμος για την ιδιωτικοποίηση.  Τον Ιανουάριο του 1992 το κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της εξόδου από την ζώνη του ρουβλίου με  σκοπό τον πλήρη έλεγχο της οικονομίας.

Τον Μάρτιο του 1993 άρχισε η διαδικασία της ιδιωτικοποίησης. Σε κάθε πολίτη  δόθηκαν ομόλογα ανάλογα με το εργασιακό καθεστώς του, με τα οποία μπορούσε να αγοράσει μετοχές στις προς ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεις. Θεωρούσαν πως μ΄ αυτόν τον τρόπο θα μετασχημάτιζαν τα κολχόζ σε μετοχικές εταιρίες.

Νομιμοποιήθηκε η ιδιωτική ιδιοκτησία, εμφανίσθηκαν αρκετές  εταιρικές επιχειρήσεις, μεταξύ αυτών και ανώνυμες.

Τον Νοέμβριο του 1993 ως εθνικό νόμισμα εισήχθη το μολδαβικό λέι.  (1 Λέϊ  = 100 μπαν)

Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν δυσαρέσκεια.  Στις βουλευτικές εκλογές του 1998 οι κομμουνιστές, που κατέβηκαν με συνθήματα κατά των οικονομικών  μεταρρυθμίσεων,  έλαβαν 40 έδρες στη Βουλή. Δύναμη αρκετή για να παρεμποδίσουν τις μεταρρυθμίσεις.23

Η επικράτηση των κομμουνιστών στις εκλογές του 2001 και 2005 κάνει άγνωστο το μέλλον των μεταρρυθμίσεων.

Υπερδνειδτερία

(βλ. Παράρτημα, σελ. 4)

Στις 2 Αυγούστου 1990 στο 2ο έκτακτο συνέδριο των εργαζομένων της Υπερδνειστερίας αποφασίσθηκε η δημιουργία της Υπερδνειστερικής Μολδαβικής ΣΣΔ  και από 22-25 Νοεμβρίου 1990 έγιναν εκλογές στο Ανώτατο Σοβιέτ της Υπερδνειστερίας.

Από το Ανώτατο Σοβιέτ της ΣΣΔ της Μολδαβίας αυτές οι εκλογές κηρύχτηκαν άκυρες και χωρίς νομικά επακόλουθα.24

Στα μέσα του 1992 οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους αυτονομιστές της Υπερδνειστερίας εξελίχθηκαν σε εμφύλιο πόλεμο.  Ο αριθμός των νεκρών ξεπέρασε τους 300, μεγάλο μέρος της πόλης Μπεντέροι καταστράφηκε και χιλιάδες πρόσφυγες εγκατέλειψαν την περιοχή.

Στο Σύνταγμα της Μολδαβίας του 1994, επίτηδες δεν αποσιωπήθηκε το καθεστώς της Υπερδνειστερίας, αλλά έγινε η διαπίστωση ότι στους πληθυσμούς αριστερά του Δνείστερου μπορούν να υπάρξουν ειδικές μορφές και συνθήκες αυτονομίας.

Διεξοδικές συνομιλίες για το καθεστώς της Υπερδνειστερίας έγιναν το 1995.

Στα μέσα του 1996 η κυβέρνηση της Μολδαβίας και της Υπερδνειστερίας ήρθαν σε συμφωνία για το αυτόνομο καθεστώς της Υπερδνειστερίας.

Η πορεία των συνομιλιών καθυστέρησε από τις διαμάχες για τις συνθήκες εξόδου του ρωσικού στρατού και του πολεμικού του εξοπλισμού από την Υπερδνειστερία.

Το ανατολικό τμήμα της πρώην ΣΣΔ της  Μολδαβίας, η μη αναγνωρισμένη Υπερδνειστερική Μολδαβική Δημοκρατία, με πρωτεύουσα το Τιρασπόλ,  ντε-φάκτο δεν ανήκει στην επικράτεια της Δημοκρατίας της Μολδαβίας.  Η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία της  ΥΜΔ περιφρονούν τους νόμους της Μολδαβίας. Η  ΥΜΔ  έχει όλα αυτά που μπορούν να την κάνουν κράτος (σημαία, πρωτεύουσα, πρόεδρο, κοινοβούλιο, τελωνεία, αστυνομία, οικονομικές υπηρεσίες, δικό της νόμισμα).25

Η  ΥΜΔ έχει έκταση 4.163 τετρ. χλμ. (ο νομός Έβρου έχει έκταση 4.262 τ. χλμ.) και πληθυσμό περίπου 800 χιλ..  Από αυτούς είναι: Μολδαβοί 40%,  Ουκρανοί 26%,  Ρώσοι 24%  και το υπόλοιπο 10%  άλλες εθνότητες.  Συνολικά απαριθμούνται 35 εθνότητες.

Επίσημες γλώσσες είναι τρεις: η Ρωσική, η Μολδαβική και η Ουκρανική.26

Γκαγκαούζ Έρι ή Γκαγκαουζία

(αυτόνομη περιοχή στη νότια Μολδαβία

(βλ. Παράρτημα, σελ. 5)

            Η εθνική αυτοσυνειδησία των Γκαγκαούζων δημιουργείται στους κύκλους των διανοουμένων και διαδίδεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν στην Σοβιετική Ένωση άρχισαν οι δημοκρατικές αλλαγές  και υπήρχε η δυνατότητα  οι Γκαγκαούζοι να εκδηλώσουν τα πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματά τους. Τότε, το 1988, κάποιοι Γκαγκαούζοι διανοούμενοι  ένωσαν τις δυνάμεις τους με άλλες εθνότητες και ίδρυσαν  το κίνημα «Γκαγκαούζ Χαλκί» (Γκαγκαούζικος Λαός) για να διασφαλίσουν τη φυσιογνωμία τους και να αποφύγουν την αφομοίωσή τους από τους ρουμανικής καταγωγής Μολδαβούς.  Το 1989 έγινε το πρώτο συνέδριο και πάρθηκε η απόφαση δημιουργίας  αυτόνομης Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γκαγκαουζίας στη νότια Μολδαβία με πρωτεύουσα το Κομράτ.  Τον Αύγουστο του 1990 στο Κομράτ διακηρύχτηκε η δημιουργία  Δημοκρατίας της Γκαγκαουζίας, αλλά η διακήρυξη ακυρώθηκε από την κυβέρνηση της Μολδαβίας.

            Στο μεταξύ κυριαρχεί η φημολογία που προκαλεί ανησυχία για επερχόμενη γλωσσική, πολιτιστική και εθνική αφομοίωση από τους Μολδαβούς.

            Τον Ιούνιο του 1990  ανακηρύσσεται η ανεξαρτησία της Μολδαβίας και ακολουθούν κινήσεις μολδαβικών και ρουμανικών κομμάτων για την ένωση Μολδαβίας και Ρουμανίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία κλίματος αβεβαιότητας.

  Το εθνικό κίνημα πήρε παλλαϊκό χαρακτήρα όταν στην Μολδαβία αποφασίστηκε να γίνει γλώσσα του κράτους η ρουμανική γλώσσα. Ο πολυεθνικός πληθυσμός της νότιας Μολδαβίας διαφώνησε με αυτή την απόφαση και τα οξυμένα γλωσσικά, πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματα τους οδήγησαν να επιδιώξουν την ανεξαρτησία τους.27

Τον Σεπτέμβριο του 1990 οι Γκαγκαούζοι ανακηρύσσουν την αυτονομία τους ως «Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας».  Εναντίον των αυτονομιστών κινήθηκαν ένοπλα τμήματα του μολδαβικού Υπουργείου Εσωτερικών.  Στο πλευρό των αυτονομιστών τάχθηκαν σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις, που στην πραγματικότητα ήταν ρωσικές.  Τελικά η ένταση είχε μικρή διάρκεια και αποφεύχθηκε η ένοπλη σύγκρουση.

Το ενδιαφέρον της Ρωσίας θεωρείται δικαιολογημένο αφ’ ενός διότι στη Μολδαβία κατοικούν Ρώσοι (13%), οι οποίοι έχουν πετύχει τη δημιουργία της Υπερδνειστερίας και αφ’ ετέρου η δημιουργία αυτόνομων περιοχών στη Μολδαβία θα αποτελούν εμπόδιο στην ένωση Μολδαβίας και Ρουμανίας.

Το 1991 ξεκίνησαν συνομιλίες με τη βουλγαρική μειονότητα για τη δημιουργία μιας από κοινού «Βουλγαρογκαγκαουζικής Δημοκρατίας» χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Τον Αύγουστο του 1991 ο επικεφαλής της Γκαγκαουζίας ανακοινώνει την ένταξή της στη Ρωσική Ομοσπονδία, κάτι το οποίο δεν είχε συνέχεια.

            Το καλοκαίρι του 1993 η κυβέρνηση της Μολδαβίας αναλαμβάνει πρωτοβουλία και ξεκινούν συνομιλίες  για το γκαγκαούζικο πρόβλημα, με απώτερο σκοπό τον προσεταιρισμό των Γκαγκαούζων στις εθνικές εκλογές της 27 Φεβρουαρίου 1994.

            Έτσι στις 23 Δεκεμβρίου του 1994 η Βουλή της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, έπειτα από πιέσεις της Τουρκίας,  δέχτηκε τον νόμο «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος της Γκαγκαουζίας (Γκαγκαούζ Έρι)», λύνοντας την σύγκρουση με ειρηνικό τρόπο.28

Η αυτόνομη Γκαγκαούζια έχει έκταση 1831,5 τετρ. χλμ. (ο νομός Θεσσαλονίκης έχει έκταση 3.560 τετρ. χλμ.). Ο πληθυσμός της Γκαγκαούζιας είναι 172.500  εκ των οποίων 153.000 Γκαγκαούζοι.29

Σε περίπτωση που αλλάξει το καθεστώς της Μολδαβίας ως ανεξάρτητου κράτους, οι Γκαγκαούζοι έχουν το δικαίωμα για τον εξωτερικό αυτοπροσδιορισμό τους (άρθρο 1, παρ. 4 του νόμου «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος  της Γκαγκαουζίας).30

Προσπάθειες εκδημοκρατισμού και ανάπτυξης

Η Μολδαβία έκανε προσπάθειες να ξεφύγει από το πρόσφατο ολοκληρωτικό παρελθόν της και να συγκαταλεχθεί στις αναπτυγμένες δημοκρατικές χώρες της Δύσης.

Στις 2 Μαρτίου 1992 έγινε μέλος του ΟΗΕ, τον Ιούλιο του 1995 έγινε δεκτή στο Συμβούλιο της Ευρώπης και την 1η  Ιουλίου 1998 υπέγραψε Συμφωνία συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.  Το 2001 έγινε μέλος του ΠΟΕ (Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου).31

Στις 23 Φεβρουαρίου 2005 υπογράφτηκε το Eu-Moldova Action που υλοποιείται στα πλαίσια της πολιτικής του ENP (European Neighbourhood Policy).  Μέχρι το 2007 προβλέπονται οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, που θα βοηθήσουν στην ενσωμάτωση της Μολδαβίας στην ΕΕ.32

Επίσης στα πλαίσια του Οργανισμού Συνεργασίας GUUAM (Γεωργία,  Ουκρανία,  Ουζμπεκιστάν,  Αζερμπαϊτζάν, Μολδαβία) γίνεται προσπάθεια να εφοδιάζονται οι χώρες αυτές με ενέργεια και να απεγκλωβιστούν από τη Ρωσία.

Στις εκλογές του 2001 η Ρωσία υποστήριξε το ΚΚ. Όμως μετά την προσπάθεια εκσυγχρονισμού του ΚΚ και την μετεξέλιξή του σε ΚΚ ευρωπαϊκού τύπου και την απόρριψη από τον Βορόνιν το 2003 του ρωσικού σχεδίου για «ομοσπονδοποίηση της Μολδαβίας», στις εκλογές του 2005 η Ρωσία υποστήριξε τον εκλογικό συνασπισμό «Δημοκρατική Μολδαβία».33

Στις προεδρικές εκλογές του 2005 επανεξελέγη ο Βορόνιν, αρχηγός του ΚΚ.  Η επανεκλογή ήταν αποτέλεσμα των συνομιλιών ανάμεσα στον Βορόνιν και τους αρχηγούς του Χριστιανο-δημοκρατικού κόμματος, του Δημοκρατικού κόμματος και του Σοσιαλ-φιλελεύθερου κόμματος.  Η «πολιτική σύμβαση», όπως ονομάσθηκε η συμφωνία, έγινε δυνατή χάρη στην παρουσία του αμερικανού Τζών  Κόνλαν, πρώην γερουσιατή.  Εδώ επαναλήφθηκε η περίπτωση της Ουκρανίας, όπου εκεί το 2004 επενέβη η Ρωσία, ενώ στη Μολδαβία έχουμε επιρροή των δυτικών πολιτικών κύκλων.34

Η  Μολδαβία προσπαθεί να δυτικοποιηθεί χωρίς να αψηφά  τα συμφέροντα της Ρωσίας στην περιοχή.  Παρόλα αυτά η Ρωσία θεωρεί την Μολδαβία σαν πρώην σοβιετική δημοκρατία και όχι σαν κυρίαρχο κράτος.35  Παράλληλα, η Ρουμανία αμφισβητεί την ύπαρξη μολδαβικής εθνότητας και μολδαβικής γλώσσας, η Τουρκία μεσολάβησε για να δοθεί αυτονομία στους ορθόδοξους Γκαγκαούζους υποστηρίζοντας πως είναι τούρκικης καταγωγής και οι βούλγαροι διεκδικούν τη δική τους αυτονομία.

Η Μολδαβία με 2.600 δολ. κατά κεφαλήν εισόδημα είναι η πιο φτωχή χώρα στην ΕΕ. (βλ.Παράρτημα, πίνακα «Οι χώρες της Ευρώπης» σελ. 5). Για να προχωρήσει στον εκδημοκρατισμό και στην ανάπτυξη χρειάζεται χρόνος και για να καρποφορήσουν οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να τελειώσει το γεωπολιτικό παιχνίδι στην περιοχή ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις και να πάψουν, όσο αυτό είναι δυνατό, να επεμβαίνουν στα εσωτερικά της αδύνατης Μολδαβίας οι ισχυρότερες χώρες του εγγύς εξωτερικού.  Ίσως δύσκολο, που κάνει δύσκολη την ανάπτυξη και τον εκδημοκρατισμό της χώρας.

Παραπομπές:

 

  1. ИСТОРИА ВОПРОСА  (Ιστορία του Ζητήματος)

http://www.newsru.com/background/04mar2005/moldovabckg_print.html

  1. НАСЕЛЕНИЕ (Πληθυσμός) , http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a.htm

 

  1. Η Μολδαβία σε σταυροδρόμι πολιτικών επιλογών, σελ. 5, ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ, τεύχος 77, Αθήνα, 27 Μαΐου 2005, Έκδοση του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων

 

  1. ГОСУДАРСТВЕННЫЙ  СТРОЙ  И  ПОЛИТИКА (Κρατική δομή και Πολιτική)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a.htm

  1. ИСТОРИЯ  (ΙΣΤΟΡΙΑ)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a8.htm

  1. В СОСТАВЕ РОССИИ  (Στη Ρωσική επικράτεια)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a9.htm

  1. МОЛДАВКАЯ  ССР (ΜΟΛΔΑΒΙΚΗ  ΣΣΔ.)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a10.htm

  1. МОЛДАВКАЯ  ССР (ΜΟΛΔΑΒΙΚΗ  ΣΣΔ.)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a10.htm

  1. ИСТОРИА ВОПРОСА  (Ιστορία του Ζητήματος)

http://www.newsru.com/background/04mar2005/moldovabckg_print.html

10.  ИТОГИ  ПАРЛАМЕНТСКИХ  ВЫБОРОВ 6 МАРТА 2005 Г

(Αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαρτίου 2005)

            http//compass.mcc.md/ru

      11.  ПРЕЗИДЕНТСКИЕ  ВЫБОРЫ, ИГОРЬ БОЦАН, 7 АПРЕЛЯ 2005.      

      (Προεδρικές εκλογές, Ιγκόρ Μποτσάν,  7 Απριλίου 2005)

http//compass.mcc.md/ru

  1. ПОЛИТИЧЕСКИЕ ПАРТИИ  (Πολιτικά κόμματα)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a4.htm

       13. ПАРТИЯ  КОММУНИСТОВ РЕСПУБЛИКИ МОЛДОВА

            (Κόμμα Κομμουνιστών Δημοκρατίας της Μολδαβίας)

http//compass.mcc.md/ru

       14.  ПРЕЗИДЕНТСКИЕ  ВЫБОРЫ, ИГОРЬ БОЦАН, 7 АПРЕЛЯ 2005.      

      (Προεδρικές εκλογές, Ιγκόρ Μποτσάν,  7 Απριλίου 2005)

http//compass.mcc.md/ru

   15.  ПОЛИТИЧЕСКИЕ ПАРТИИ  (Πολιτικά κόμματα)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a4.htm

  16.  ИТОГИ  ПАРЛАМЕНТСКИХ  ВЫБОРОВ 6 МАРТА 2005 Г

(Αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 6ης Μαρτίου 2005)

            http//compass.mcc.md/ru

   17.  ПОЛИТИЧЕСКИЕ ПАРТИИ  (Πολιτικά κόμματα)

           http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a4.htm

   18.  ПРЕЗИДЕНТСКИЕ  ВЫБОРЫ, ИГОРЬ БОЦАН, 7 АПРЕЛЯ 2005.      

      (Προεδρικές εκλογές, Ιγκόρ Μποτσάν,  7 Απριλίου 2005)

http//compass.mcc.md/ru

   19.  ПОЛИТИЧЕСКИЕ ПАРТИИ  (Πολιτικά κόμματα)

           http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a4.htm

    20.  ПРЕЗИДЕНТСКИЕ  ВЫБОРЫ, ИГОРЬ БОЦАН, 7 АПРЕЛЯ 2005.      

      (Προεδρικές εκλογές, Ιγκόρ Μποτσάν,  7 Απριλίου 2005)

http//compass.mcc.md/ru

    21.  ЭКОНОМИКА  (Οικονομία)

http//compass.mcc.md/ru

    22,  ЭКОНОМИКА  (Οικονομία)

 http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a5.htm

    23.  ЭКОНОМИЧЕСКИ   РЕФОРМЫ   (Οικονομικές  μεταρρυθμίσεις)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a6.htm

    24.  МОЛДАВКАЯ  ССР (ΜΟΛΔΑΒΙΚΗ  ΣΣΔ.)

http://www.krugosvet.ru/articles/63/1006364/1006364a10.htm

   25.  ИСТОРИА ВОПРОСА  (Ιστορία του Ζητήματος)

http://www.newsru.com/background/04mar2005/moldovabckg_print.html

  1. О  ПРИДНЕСТРОВЬЕ  (Για τηνΥπερδνειστερία)

           http://www.tiraspol.net/republic.asp?info

27.  ИСТОРИЯ  ГАГАУЗИИ  (Ιστορία της Γκαγκαουζίας)

http://www.comrat.iatp.md/cesi/rfenomenon_ru.htm

28.  АВТОНОМИЯ  (Αυτονομία)

  http://www.iatp.md/gagauzia/RUS/avtonom.htm

     29.   ВВЕДЕНИЕ  (Εισαγωγή)

http://www.iatp.md/gagauzia/RUS/r.htm

30.  ЗАКОН  РЕСПУБЛИКИ  МОЛДОВА,(Νόμος της Δημοκρατίας της Μολδαβίας) 

        ОБ ОСОБОМ ПРАВОВОМ СТАТУСЕ  ГАГАУЗИИ (ГАГАУЗ  ЕРИ)

            (Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος της Γκαγκαουζίας)

            http://www.minelres.lv/NationalLegislation/Moldova/Moldo…

   31. КРАТКАЯ  ИСТОРИЯ  (Σύντομη Ιστορία)

         http//compass.mcc.md/ru

32.  Η Μολδαβία σε σταυροδρόμι πολιτικών επιλογών, σελ. 3, ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ, τεύχος 77, Αθήνα, 27 Μαΐου 2005, Έκδοση του Ινστιτούτου Αμυντικών Αναλύσεων

33.   ХРОНИКА  ПРЕДВЫБОРНОЙ  КАМПАНИИ В МОЛДОВЕ

       (Το χρονικό της προεκλογικής εκστρατείας στη Μολδαβία)

            http://www.regnum.ru/news/413370.html

      34.  ПРЕЗИДЕНТСКИЕ  ВЫБОРЫ, ИГОРЬ БОЦАН, 7 АПРЕЛЯ 2005.      

      (Προεδρικές εκλογές, Ιγκόρ Μποτσάν,  7 Απριλίου 2005)

http//compass.mcc.md/ru

      35.  РИА  НОВОСТИ (Πρακτορείο ειδήσεων «Νόβοστι», 7-3-05

            http://www.rian.ru/politics/20050307/39495724-print.html

 

 

 

Κατηγορία Βαλκάνια και Νοτιοανατολική Ευρώπη | 0 σχόλια »

Μίλαν Κούντερα. «Το αστείο»

7 Απριλίου 2011 από

  

Ευάγγελος Αργυρόπουλος

Κούντερα Μίλαν (Kundera Milan) 

        Τσέχος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός, από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ευρωπαίους συγγραφείς, γεννήθηκε στο Μπρνο το 1929. Γιος του διάσημου πιανίστα και μουσικολόγου Λούντβιχ Κούντερα, σπούδασε και ο ίδιος μουσική, καθώς και κινηματογράφο και φιλοσοφία στη Πράγα. Από το 1956 ως το 1970 ήταν μέλος της Ένωσης Τσεχοσλοβάκων Συγγραφέων και δίδασκε στο τμήμα δραματουργίας της Ακαδημίας Κινηματογράφου της Πράγας. Παράλληλα, από το 1963 ως το 1967, συμμετείχε στο προεδρείο του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας. Αργότερα ήρθε σε σύγκρουση με το κόμμα και το 1968 τα βιβλία του απαγορεύτηκαν και αφαιρέθηκαν από τις κρατικές βιβλιοθήκες. Από το 1975 ζει στη Γαλλία και το 1984 απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα.

            Ο Κούντερα ξεκίνησε τη συγγραφική του σταδιοδρομία με την ποιητική συλλογή  Ο άνθρωπος, αυτός ο πλατύς κήπος (1953), όπου για πρώτη φορά επισημαίνεται η ορμητική τοποθέτηση της ποιητικής γενιάς του `50 που επιθυμούσε να εκφράσει πολύπλευρα τη ζωή. Ο Κούντερα είναι ο πρώτος Τσέχος συγγραφέας που έδωσε έμφαση στη συναισθηματική και ερωτική πλευρά του ανθρώπου ως άτομο, σε αντίθεση με τους συγγραφείς της σταλινικής περιόδου που έβλεπαν τον άνθρωπο ως μια μονάδα μέσα στη σοσιαλιστική ομάδα . Το 1967 εκδόθηκε η συλλογή από νουβέλες Γελοίοι Έρωτες, που χαρακτηρίστηκε σαν έργο αντιπροσωπευτικό της «σχολής του παράδοξου». Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε το Αστείο,  το πρώτο μιας μυθιστορηματικής  τριλογίας, στην οποία επίσης ανήκουν Η ζωή είναι αλλού (1973) και Το βαλς του αποχαιρετισμού (1976). Καθένα από τα τρία  αυτά μυθιστορήματα έχει αυτόνομο μύθο και διαφορετικά πρόσωπα αλλά όλα μαζί συναποτελούν ένα τρίπτυχο. Συμπλέκοντας την ειρωνεία του Γιαροσλάβ Χάσεκ (Ο καλός στρατιώτης Σβέικ) και την αγωνία του Φραντς Κάφκα (Η Δίκη, Ο Πύργος), ο Κούντερα φέρνει στο φως την ηλιθιότητα του πολιτικού συστήματος και την ανθρώπινη ρηχότητα που προκαλείται, εγκληματική και υπόγεια, μέσα σε έναν κόσμο αριβισμού και καταστροφής αξιών. Θεωρώντας πως η Τσεχοσλοβακία (η Βοημία, όπως αρέσκεται να λέει ο συγγραφέας) βουλιάζει στην παρακμή που χαρακτηρίζει και όλη την υπόλοιπη Ευρώπη, ο Κούντερα αδίστακτα και ανελέητα φανερώνει τις ακρότητες του ρασιοναλισμού και της εμπάθειας.

            ΄Αλλα σημαντικά έργα του είναι:  Τα θεατρικά,     Οι κλειδοκράτορες (1962),  Ο Ιάκωβος και ο αφέντης (1971, γαλλικό βραβείο Πιτοέφ).  Πρόκειται για μια κωμωδία ανατροπής ρόλων, που αντλεί το θέμα της  από το μυθιστόρημα του Ντιντερό και από τις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλό.  Ο Κούντερα το έγραψε όταν οι σοβιετικοί μπήκαν στην πατρίδα του και σταμάτησαν το αυτοκίνητό του για έλεγχο.  Ήταν η αφορμή για να θυμηθεί ο Τσέχος συγγραφέας το έργο του Ντιντερό «Ζακ ο μοιρολάτρης» και να γράψει το 1971 το «Ο Ιάκωβος και ο αφέντης» με ψευδώνυμο.  Με πρόσχημα ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό, ο Ιάκωβος και ο δίχως όνομα αφέντης του αφηγούνται σπαρταριστά τις ερωτικές τους περιπέτειες και αφήνονται σε απροσδόκητες συναντήσεις με πρόσωπα του παρόντος χρόνου και του παρελθόντος.

 Τα μυθιστορήματα:

Το βιβλίο του γέλιου και της λήθης (1979),

 Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι (1984),

 Αθανασία (1990),

Βραδύτητα (1995).

  Η Βραδύτητα γράφθηκε απευθείας στα γαλλικά και συνδυάζει μυθιστορηματική πλοκή με δοκιμιακές παρεμβάσεις. Ο συγγραφέας, θέτοντας σε εφαρμογή, θα “λεγε κάποιος, ιδέες και απόψεις που διατύπωσε στο αμέσως προηγούμενο έργο του, τις Προδομένες Διαθήκες, συγκρίνει, σε ύφος μη σοβαρό και παιγνιώδες, τη γλυκύτητα της ανάμνησης μιας υπέροχης ερωτικής νύχτας στο 18ο αιώνα με τη στυφή γεύση μιας τραγελαφικής ερωτικής νύχτας σήμερα, συγκρίνει την κουφότητα μιας επιδεικτικής χαράς που υπακούει στους νόμους του θεάματος με την έξαρση μιας χαράς που δε χρειάζεται να διατυμπανιστεί προκειμένου να ολοκληρωθεί.

Η σύγκριση διαθέσεων, στάσεων ζωής και εμπειριών οδηγεί αναπόφευκτα και στη σύγκριση ρυθμών. Έτσι, το κείμενο αποδεικνύει ότι η βραδύτητα είναι ο ρυθμός της απόλαυσης και της μνήμης και ταχύτητα ο ρυθμός της μη ικανοποίησης και της λήθης. Στην Βραδύτητα ο Κούντερα μας μιλάει κυρίως για την επικούρεια στάση απέναντι στη ζωή, εκφράζοντας παράλληλα τη βαθιά του αμφιβολία ότι είναι ποτέ δυνατό να πραγματοποιηθεί το ηδονιστικό ιδεώδες. 

 Επίσης έγραψε και τη συλλογή δοκιμίων Προδομένες διαθήκες (1993).  Tο μυθιστόρημα -γράφει ο Kούντερα στις «Προδομένες διαθήκες»- κινείται σε μια «περιοχή όπου αναστέλλεται η ηθική αποτίμηση». Αυτή η αναστολή της ηθικής αποτίμησης «δεν είναι η ανηθικότητα του μυθιστορήματος, είναι η ηθική του. H ηθική που αντιτάσσεται στην ανεκρίζωτη τακτική του ανθρώπου να αποτιμά αμέσως και διαρκώς τους πάντες, να αποτιμά πριν και χωρίς να καταλάβει».

 Ο Κούντερα έχει τιμηθεί με τα βραβεία «Μοντέλο» της Ιταλίας, «Μεντισί» της Γαλλίας, με το αμερικάνικο βραβείο της πόλης του Λος Άντζελες και το 1985 με το «Βραβείο Ιερουσαλήμ», το σημαντικότερο βραβείο του Ισραήλ που απονέμεται στον καλύτερο συγγραφέα του κόσμου.

Στην Άγνοια ο Κούντερα  περιγράφει την  τυχαία συνάντηση μιας γυναίκας κι ενός άντρα στο ταξίδι του γυρισμού στη χώρα τους, έπειτα από είκοσι χρόνια ξενιτεμό. Η προσπάθεια να συνεχιστεί η ερωτική ιστορία τους, που είχε διακοπεί πριν καλά καλά αρχίσει, λίγο πριν μεταναστεύσουν, σε διαφορετική χώρα ο καθένας. Η αδυναμία να συναντηθούν οι διαφορετικές αναμνήσεις που διατηρεί ο ένας απ” τον άλλον. Ο ανέφικτος έρωτας, μαζί με την ανέφικτη επιστροφή στη γενέθλια γη. Οι πολιτικοί πρόσφυγες, οι αυτοεξόριστοι των ανατολικών χωρών, που άφηναν την πατρίδα τους χωρίς ελπίδα για τη «μεγάλη επιστροφή», μετά την απροσδόκητη κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, σε μια άγνωστη όμως πια χώρα, ανάμεσα σε άγνωστους πια ανθρώπους.

Ο Οδυσσέας, που “είκοσι ολόκληρα χρόνια μόνο την επιστροφή του σκεφτόταν. Αλλά μόλις γύρισε, κατάλαβε κατάπληκτος πως η ζωή του, όλη η ουσία της ζωής του, το κέντρο της, ο θησαυρός της, βρισκόταν εκτός Ιθάκης, στα είκοσι χρόνια της περιπλάνησής του. Και τον θησαυρό αυτόν τον είχε χάσει, και μόνο ιστορώντας θα μπορούσε να τον ξαναβρεί”. Κανείς όμως δεν ενδιαφέρεται ν” ακούσει.

Ο εκπατρισμένος που επιστρέφει και περιμένει να τον ρωτήσουν, να του πουν «λέγε», για να ιστορήσει τη ζωή του στα χρόνια της απουσίας του και να ξαναδέσει έτσι το κομμένο νήμα με το παρελθόν. Αλλά αυτό το «λέγε» δεν το ακούει από κανέναν. Το νήμα θα μείνει κομμένο. Η άγνοια, ίσως το συγκινητικότερο μυθιστόρημα του Μίλαν Κούντερα, είναι παράλληλα ένα δοκίμιο γύρω από το οντολογικό πρόβλημα της αυτοεξορίας, του εκπατρισμού, και της εσωτερικής πλέον σήμερα ξενιτιάς, ένα δοκίμιο γύρω από τη νοσταλγία και τη μνήμη, που ορίζουν την πεπερασμένη ζωή του ανθρώπου, μια ζωή παγιδευμένη για πάντα από την «ηλικία της άγνοιας».


            Στην Ταυτότητα δύο πρόσωπα  αναζητούν το ένα την ταυτότητα του άλλου, έπειτα από πολύχρονη ωστόσο συμβίωση. Που αναζητούν όμως και το καθένα τη δική του ταυτότητα, μέσα από τη σχέση με τον άλλο, και μέσα από ένα στρατήγημα που δοκιμάζει την αγάπη τους, για να την αποκαταστήσει στο τέλος. Μια διαδρομή από την πραγματικότητα στην επικράτεια του ονείρου: οι ήρωες και μαζί τους ο αναγνώστης περνούν τα αόρατα σύνορα από την πραγματική ζωή στη φανταστική, παρασυρμένοι από πρόσωπα, μοτίβα, χρώματα, τα οποία επανέρχονται από τον ένα κόσμο στον άλλο, υπονομεύοντας την πραγματικότητα και οδηγώντας ανεπαίσθητα σ” έναν εφιάλτη που θα τον καταλύσει ο έρωτας.  Ο αναγνώστης που διαβάζει Κούντερα ίσως να μην προσέξει ότι ο συγγραφέας κινείται σε μεγάλο βαθμό στο χώρο του φανταστικού.  Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς πώς ορίζεται αυτός ο χώρος, ιδιαίτερα στη λογοτεχνία, όταν έχει ήδη τεθεί το ερώτημα από τον Ντοστογιέφσκι: «Τι είναι πιο πραγματικό από τη φαντασία και τι πιο φανταστικό από την πραγματικότητα;»  Μπορούμε να πούμε ότι το φανταστικό  είναι αυτό που δεν μπορεί να συμβεί. Άλλωστε έτσι ορίζεται και από τον Κούντερα όταν, μιλώντας για την «Αμερική» του Κάφκα, λέει ότι «οι αναληθοφανείς καταστάσεις εκτίθενται με τέτοια εξονυχιστική λεπτομέρεια, με τέτοια ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, ώστε έχουμε την εντύπωση ότι μπαίνουμε σε έναν κόσμο που, αν και αναληθοφανής, είναι πιο πραγματικός από την πραγματικότητα».  Τα λόγια αυτά ισχύουν και για τον ίδιο, με τη διαφορά ότι σε αυτόν οι εξονυχιστικές λεπτομέρειες έχουν αντικατασταθεί από παρεκβάσεις που, διακόπτοντας την αφήγηση, αναφέρονται σε πραγματικότητες του εσωτερικού και εξωτερικού μας κόσμου, όπως διαρκώς τις ανακαλύπτει η ιδιότυπη και οξύτατη σκέψη του. Πολλές φορές τέτοιου είδους σκέψεις αποδίδονται στους ήρωές του, με αποτέλεσμα να διαλύεται προς στιγμήν η προσωπικότητά τους, όπως και η πλοκή του έργου. Ωστόσο η πραγματική αξία του βρίσκεται σε αυτές τις σκέψεις ακριβώς, τόσο του ίδιου όσο και των ηρώων του, που συχνά μας αφήνουν άναυδους και γυμνούς από όλους τους προσδιορισμούς με τους οποίους εύκολα έχουμε περιβάλει τον εαυτό μας και τον κόσμο.  Στην Ταυτότητα έχουμε ένα ερωτευμένο ζευγάρι που ήδη έχει ζήσει αρκετά χρόνια μαζί, τον Ζαν-Μαρκ και τη Σαντάλ. Αν και αρχικά η υπόθεση μοιάζει να προχωρεί κανονικά, γρήγορα τα πράγματα διαφοροποιούνται όταν ο Ζαν-Μαρκ, ακούγοντας τη Σαντάλ να παραπονιέται ότι οι άντρες δεν την κοιτάζουν πια, αποφασίζει να της στείλει ένα ανώνυμο γράμμα θαυμασμού με σκοπό να την παρηγορήσει. «Σας παρακολουθώ σαν κατάσκοπος», της γράφει, «είστε όμορφη, πολύ όμορφη». Το γράμμα αυτό ακολουθούν και άλλα και το παιχνίδι αρχίζει. Η Σαντάλ δεν του λέει τίποτα γι” αυτά, ενώ οι σχετικές αντιδράσεις της, τις οποίες ο Ζαν-Μαρκ αμέσως διακρίνει, τον κάνουν να αρχίσει να ζηλεύει τον ίδιο τον εαυτό του! Στο τέλος σχεδόν διαχωρίζεται σε αυτόν που γράφει τα γράμματα και σε αυτόν που ζει μαζί της. Είχε δημιουργήσει «έναν άντρα φάντασμα και, δίχως να το θέλει, υπέβαλε τη Σαντάλ σ” ένα τεστ που μετρούσε την ευαισθησία της απέναντι στη σαγήνη κάποιου άλλου». Ωστόσο κι εκείνη του είχε κάποτε ομολογήσει πως είχε δύο πρόσωπα: ένα γι” αυτόν και ένα άλλο για τον κόσμο των συναλλαγών, και είχε ήδη ζήσει στιγμές στις οποίες η Σαντάλ που ήξερε χανόταν και τη θέση της έπαιρνε κάποιο ομοίωμά της. Αλλά αν είναι ομοίωμα η Σαντάλ, σκεφτόταν, τότε είναι ένα ομοίωμα ολόκληρη η ζωή μου. Η Σαντάλ καταλαβαίνει ότι αυτός είναι ο αποστολέας των γραμμάτων όταν της λέει ότι μπορεί να έχει κάνει λάθος για την ταυτότητά της, φράση που της θυμίζει εκείνη την άλλη φράση: «Σας παρακολουθώ σαν κατάσκοπος». Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Στο τελευταίο γράμμα που είχε αποφασίσει να της στείλει της γράφει ότι φεύγει για το Λονδίνο. Η Σαντάλ αφήνοντάς τον, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, του λέει, δείχνοντάς του ότι έχει καταλάβει, πως πάει στο Λονδίνο Οταν όμως φτάνει κανείς στο τέλος, ανακαλύπτει ότι τόσο η σκηνή της αναχώρησης, όπως και όλα όσα έχουν διαδραματιστεί στο Λονδίνο, όπου τελικά πήγαν και οι δύο, και ίσως και όλα όσα συνέβησαν πριν αποτελούν απλώς ένα όνειρο της Σαντάλ το οποίο ταυτόχρονα έχει βιώσει και ο Ζαν-Μαρκ. Απροσχημάτιστα εδώ πια βρισκόμαστε στον χώρο του φανταστικού, γιατί δεν είναι δυνατόν δύο άνθρωποι να έχουν ζήσει ταυτόχρονα, ο καθένας αποκλεισμένος στον δικό του νου, την ίδια περιπέτεια.  Από ποια στιγμή κι έπειτα, αναρωτιέται και ο ίδιος ο συγγραφέας, «μεταμορφώθηκε η πραγματική ζωή τους σε αυτή την απατηλή φαντασίωση»; Και πιο κάτω λέει: «Σε ποια στιγμή ακριβώς το πραγματικό μεταμορφώθηκε σ” εξωπραγματικό, η πραγματικότητα σε ονειροπόληση;»
Το βιβλίο θέτει πολλά ερωτήματα. Κυρίαρχο είναι το ερώτημα σχετικά με την ταυτότητα των προσώπων. Ανακαλεί το διήγημά του «Το παιχνίδι του οτοστόπ», όπου ένα ζευγάρι προσποιείται ότι μόλις γνωρίζει ο ένας τον άλλον, με τον νέο να διπλαρώνει το δήθεν άγνωστό του κορίτσι. Αλλά όπως εξελίσσεται το παιχνίδι οι ταυτότητές τους συγχέονται, αλλάζουν και η σχέση καταστρέφεται.
Ο Κούντερα αρνείται ότι τα μυθιστορήματά του είναι ψυχολογικά. Το θεμελιώδες ερώτημα γι” αυτόν είναι: τι είναι το εγώ; «Συλλαμβάνω ένα εγώ, πάει να πει συλλαμβάνω την ουσία της υπαρξιακής του προβληματικής» λέει. Και ακόμη λέει: «Το μυθιστόρημα δεν εξετάζει την πραγματικότητα, αλλά την ύπαρξη». Σκοπός του είναι να απαλλάξει το μυθιστόρημα, το οποίο ορίζει ως αντι-λυρική ποίηση, από τον αυτοματισμό της μυθιστορηματικής τεχνικής. «Κάθε μυθιστόρημα», λέει, «προτείνει μια απάντηση στο ερώτημα: τι είναι η ανθρώπινη ύπαρξη και πού έγκειται η ποίησή της;». Αν και δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι πάντα βλέπει την ύπαρξη μέσα στον κόσμο του οποίου την πραγματικότητα αντιμετωπίζει.Δεν είμαι λάτρης του φανταστικού στο μυθιστόρημα. Ο Κούντερα όμως με αποζημιώνει με πολλούς τρόπους στα βιβλία του για την άλλωστε τόσο συχνά ασαφή ύπαρξή του. Τα μυθιστορήματά του παλεύουν με εκείνο το σκοτάδι που ο Χάιντεγκερ είχε αποκαλέσει «λήθη τού είναι». Φράση που επικαλείται και ο ίδιος λέγοντας ότι σε αυτό ακριβώς σκοπεύει το μυθιστόρημα: στο να μην αφήσει τη λήθη αυτή να απλωθεί και να μας καταβάλει

Τα έργα του Κούντερα, που στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν μεταφραστεί σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες και στα ελληνικά, διακρίνονται για την εκφραστική τους τόλμη, την οξύτητα και το σαρκασμό τους καθώς και για την τεχνική τους αρτιότητα. Με μια απλή και ρεαλιστική γραφή αλλά και με χιούμορ ο συγγραφέας εισάγει το συμβολισμό της ιστορίας στην καθημερινή ζωή και κάνει έκκληση για εγρήγορση ώστε να μη γίνουμε έρμαια και πιόνια των κάθε είδους σωτήρων, που με το προσωπείο της αθωότητας κατορθώνουν να γράψουν σε βάρος μας τη δική τους ιστορία.

Το Αστείο.

 

Το Αστείο γράφτηκε το 1965 και πρόλαβε να εκδοθεί στην Τσεχοσλοβακία το 1967. Την εποχή της «άνοιξης της Πράγας» και του βίαιου τερματισμού της με την εισβολή των ρωσικών τανκς  το Αστείο αποτελούσε μια ηχηρή καταγγελία του σοβιετικού σοσιαλιστικού μοντέλου, αλλά χωρίς τον στρατευμένο αντικομμουνισμό λόγου χάρη του Σολζενίτσιν. Έτσι έγινε το «ευαγγέλιο της εποχής» και γνώρισε τεράστια επιτυχία διεθνώς.

            Το Αστείο χωρίζεται σε επτά μέρη αφηγήσεις.

            Στο πρώτο μέρος ο Λούντβιχ, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, έρχεται, έπειτα από πολλά χρόνια, στην πόλη στην οποία γεννήθηκε.  Εκεί τον έφερνε ένα σχέδιό του για να πραγματοποιήσει ένα έργο κυνικό και ευτελές και το εύρισκε ελκυστικό να το πραγματοποιήσει στη γενέτειρά του.

            Έκλεισε ένα δωμάτιο σε ένα ξενοδοχείο αλλά το δωμάτιο ήταν σε άθλια κατάσταση και ακατάλληλο ώστε να διακινδυνεύεται η επιτυχία του ταξιδιού του, γι’ αυτό αποφάσισε να βρει κάποιον γνωστό του από τα νεανικά του χρόνια  και ο οποίος θα ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει, δηλαδή να του δανείσει το σπίτι του για μια ημέρα.  Επέλεξε για αυτό τον σκοπό τον Κόστκα, ένα θρησκευόμενο άτομο, που μένει μόνος του και ο οποίος δέχεται να τον εξυπηρετήσει.  Στη συνέχεια ο Λούντβιχ ζητάει να κουρευτεί και ο Κόστκα τον οδηγεί σε μια γνωστή του κομμώτρια, τη Λουτσία Σεμπέτκοβα, ένα πρόσωπο που ο Λούντβιχ είχε αγαπήσει παλιά αλλά αυτή δεν τον αναγνώρισε.

            Στο δεύτερο μέρος η Έλενα αφηγείται τη ζωή της.  Δημοσιογράφος στο επάγγελμα, είναι παντρεμένη με τον Πάβελ Ζεμάνεκ και έχουν μια κόρη, τη  Ζντενούλα. Ο γάμος τους περνάει κρίση και η Έλενα τώρα γνώρισε τον Λούντβιχ.  Ο Πάβελ έφυγε για την Μπρατισλάβα και αυτή θα φύγει για το Μπρνο της Μοραβίας. Ο Πάβελ υπόσχεται ότι θα περάσει να την πάρει από τη Μοραβία.

            Αρχίζει να θυμάται πως μεγάλωσε. Μέχρι τα δεκαοχτώ της ήταν «όλο διάβασμα, διάβασμα».  Γνώρισε τον Πάβελ όταν ήταν φοιτήτρια, στο Τραγουδιστικό και Χορευτικό Συγκρότημα Φούτσικ.  Η ιστορία της με τον Πάβελ μοιάζει με φτηνό ρομάντζο και άρχισε σε μια συγκέντρωση στην επέτειο της Απελευθέρωσης.  Εκεί μέσα στον ενθουσιασμό και τη συγκίνηση άρπαξε τον Πάβελ από το χέρι και εκείνος έσφιξε το δικό της.  Παντρεύτηκαν όχι από έρωτα αλλά από κομματική πειθαρχία, όπως της είπε ο Πάβελ.  Σήμερα ο Πάβελ παραπονιέται ότι οι σύντροφοί του δεν σεβάστηκαν την ιδιωτική του ζωή, αλλά ο ίδιος παλιά επαναλάμβανε στις ομιλίες του «πως ο καινούργιος άνθρωπος διαφέρει απ’ τον παλιό επειδή κατάργησε τη διάκριση δημόσιας και ιδιωτικής ζωής».

Όταν ήταν φοιτητές, η σχέση τους κόντευε τα δύο χρόνια  και ο Πάβελ ήταν απολύτως ικανοποιημένος, απολάμβανε αυτή την άνετη σχέση που δεν είχε υποχρεώσεις και δεν έλεγε να προχωρήσει σε γάμο.  Τότε κάποιες κοπέλες από το χορευτικό συγκρότημα κάθισαν και το κουβέντιασαν το θέμα με τους άλλους και κάποια στιγμή κάλεσαν τον Πάβελ στην επιτροπή για εξηγήσεις.  Σε δύο εβδομάδες έγινε ο γάμος τους, παρίστατο όλο το συγκρότημα, χόρευαν και τραγουδούσαν όλο το εικοσιτετράωρο και η Έλενα έλεγε συνέχεια στον Πάβελ πως αν ποτέ πρόδιδαν ο ένας τον άλλον, θα πρόδιδαν και όλους αυτούς που γιορτάζουν μαζί τους, θα πρόδιδαν και τη συγκέντρωση στην οποία συνδέθηκαν ερωτικά.  Όμως ΄Έλενα όταν τα σκέφτεται αυτά της έρχεται να βάλει τα γέλια, γιατί ο Πάβελ έχει άλλες γυναίκες αλλά και αυτή του κάνει απιστίες, και για όλα όσα πρόδωσαν εντέλει.

Η Έλενα δεν έβλαψε το Κόμμα αλλά ούτε και αυτό την έβλαψε, ακόμη και όταν όλοι ήθελαν να το εγκαταλείψουν το ’56, τότε που ξέσπασε ο θόρυβος για τα σταλινικά εγκλήματα, τότε που είχαν εξαγριωθεί οι πάντες και έφτυναν τα πάντα και έλεγαν πως οι εφημερίδες γράφουν όλο ψέματα, πως οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις δεν λειτουργούν, πως ο πολιτισμός βρίσκεται σε παρακμή, πως δεν θα έπρεπε να είχαν γίνει οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, πως η Σοβιετική Ένωση είναι ανελεύθερη χώρα, και το χειρότερο έτσι εκφράζονταν ακόμα και οι κομμουνιστές στις συνεδριάσεις τους, έτσι μιλούσε και ο Πάβελ και οι πάντες τον χειροκροτούσαν.  Όμως το κόμμα τράβηξε τα αφτιά σε όλους αυτούς που μιλούσαν και αυτοί σώπασαν, όπως σώπασε και ο Πάβελ, ο οποίος δεν θα διακινδύνευε τη θέση του στο Πανεπιστήμιο όπου δίδασκε μαρξισμό.

            Η Έλενα δεν εύρισκε την αγάπη μέσα στο σπίτι της γι’ αυτό την αναζητούσε αλλού.  Στο μεταξύ είχε προτείνει τη διαγραφή από το Κόμμα  κάποιου συναδέλφου  δημοσιογράφου στο ραδιοφωνικό σταθμό, ο οποίος ενώ ήταν παντρεμένος είχε σχέση με μια κοπέλα από το τεχνικό τμήμα.  Όταν όμως οι εξωσυζυγικές δραστηριότητες υπέπεσαν στην αντίληψη των συναδέλφων της, έπεσαν όλοι επάνω της  και της υπενθύμισαν την αντιφατική συμπεριφορά της.

            Στη συνέχεια η Έλενα αφηγείται πως γνωρίστηκε με τον Λούντβιχ, πως ήταν ένας άνθρωπος διαφορετικός από τους άλλους, πως κουβαλούσε μια ζωή γεμάτη εμπειρίες, ακόμα και σε ορυχεία είχε δουλέψει, τέτοιοι άνδρες της άρεσαν και όταν της είπε πως είναι από τη Μοραβία και πως έπαιζε σαντούρι σε παραδοσιακό συγκρότημα, τότε άρχισε να υποκύπτει στη γοητεία του.  Εκείνος της πρότεινε να πάνε μια βόλτα στη φύση μα εκείνη διαμαρτυρήθηκε ότι είναι παντρεμένη και δεν μπορεί να περπατάει στο δάσος  με έναν ξένον άνδρα. Εκείνος της απάντησε αστειευόμενος πως δεν είναι άνδρας αλλά είναι απλώς επιστήμονας και την ίδια στιγμή φαινόταν θλιμμένος σαν κάτι να τον βασάνιζε.

            Την άλλη μέρα μετά τον περίπατο στο δάσος δίπλα στον Μολδάβα  η Έλενα ανήγγειλε στον Λούντβιχ ότι σε τρεις ημέρες φεύγει για τη Μοραβία να κάνει ένα ρεπορτάζ για την Ιππασία των Βασιλέων.  Ο Λούντβιχ της λέει ότι εκεί γεννήθηκε και πως θα πάει και αυτός στη Μοραβία για να τη συναντήσει.

            Στο τρίτο μέρος ο Λούντβιχ αφηγείται τα γεγονότα που οδήγησαν σε ναυάγιο τη ζωή του.  Για όλα έφταιγε η ανόητη τάση του για αστεία και η ανικανότητα και αφέλεια μιας κοπέλας, της Μαρκέτας, να καταλάβει ένα αστείο.

            Η Μαρκέτα ήταν μια συμπαθητική κοπέλα που ο Λούντβιχ, όπως και άλλοι, προσπάθησε να την κατακτήσει, αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να την παίρνει κάπως στο ψιλό.

            Και ενώ ο Λούντβιχ περιμένει το καλοκαίρι για να το περάσει με τη Μαρκέτα στην Πράγα, εκείνη φεύγει σε κομματικό σεμινάριο στην κεντρική Βοημία.  Από το σεμινάριο η Μαρκέτα στέλνει στον Λούντβιχ ένα γράμμα γεμάτο ενθουσιασμό για όλα όσα ζούσε και του έγραφε ότι εκεί κυριαρχεί ένα «υγιές πνεύμα» και πρόσθετε ότι, κατά τη γνώμη της, δεν θα αργούσε η επανάσταση και στη Δύση.

            Ο Λούντβιχ, αν και συμφωνούσε με όσα έγραφε η Μαρκέτα, δεν μπορούσε όμως να δεχτεί ότι αυτή περνούσε ωραία, ότι ήταν ευχαριστημένη και ευτυχισμένη και για να την πληγώσει και να την σοκάρει της έγραψε: «Ο οπτιμισμός είναι το όπιο του λαού!  Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία.  Ζήτω ο Τρότσκι!  Λούντβιχ.»

            Τον Σεπτέμβριο, που άρχιζαν τα μαθήματα, κάλεσαν τον Λούντβιχ για εξηγήσεις στη Νομαρχιακή γραμματεία του κόμματος.  Και από εδώ αρχίζουν τα προβλήματα.  Ο Λούντβιχ βρίσκει τον Πάβελ Ζεμάνεκ, τον πρόεδρο της οργάνωσης, και του μιλάει για τους μπελάδες που τον βρήκαν από ένα αστείο που έκανε στη Μαρκέτα και ζητάει τη βοήθειά του, μιας και ο Ζεμάνεκ γνώριζε τόσο τον Λούντβιχ όσο και τη Μαρκέτα.  Όμως ο Ζεμάνεκ, στη γενική συνέλευση της Σχολής, πρότεινε τη διαγραφή του Λούντβιχ από το κόμμα.  Στη γενική συνέλευση κανένας δεν τον υπερασπίστηκε αλλά από τον πρώτο ως τον τελευταίο, καθηγητές και φοιτητές, ψήφισαν τη διαγραφή του από το κόμμα αλλά και την οριστική του αποβολή από το Πανεπιστήμιο.

            Χάνοντας το δικαίωμα να συνεχίσει τις σπουδές του, έχασε και το δικαίωμα της αναβολής από το στρατό και έτσι αναγκάστηκε και παρουσιάστηκε σε ένα στρατόπεδο, σε ένα άσχημο και αφιλόξενο προάστιο της Οστράβας.

            Εκεί πληροφορήθηκε ότι τον είχαν ρίξει στους «μαύρους» στρατιώτες (είχαν μαύρα διακριτικά στο χιτώνιο).  Οι στρατιώτες με τα μαύρα διακριτικά ήταν αναγκασμένοι να δουλεύουν στα ορυχεία και έκαναν μόνο τις βασικές ασκήσεις αλλά χωρίς όπλα.  Η νεαρή σοσιαλιστική Δημοκρατία αρνιόταν να τους εμπιστευτεί όπλο επειδή τους θεωρούσε εχθρούς της.  Η θητεία ήταν δυο χρόνια, όμως οι στρατιώτες με τα μαύρα διακριτικά έμεναν εκεί μέσα σύμφωνα με τις αποφάσεις των αποπάνω.

            Ο Κούντερα, με τη φωνή του Λούντβιχ, αφηγείται τα έργα και τις ημέρες του σταλινισμού μέσα από ένα στρατόπεδο ανεπιθυμήτων, με τον σχεδόν σύμφυτο παραλογισμό της στρατιωτικής ζωής και το πλήθος από τα ευτράπελα που τη συνοδεύουν, και όχι μέσα από γκουλάγκ και σκληρά βασανιστήρια.  Και προπαντός, ο Λούντβιχ, ο κεντρικός ήρωας, βρέθηκε εκεί από ένα αστείο και βλέπει τη ζωή του να ισοπεδώνεται και να ρημάζει.

            Ανάμεσα στους υπαξιωματικούς του στρατοπέδου, στο έλεος των οποίων βρίσκονταν παραδομένοι οι «μαύροι» στρατιώτες, ήταν και ένας δεκανέας με μαλακούς τρόπους, με συμπεριφορά αγαθού πλάσματος, που ποτέ δεν ύψωσε τον τόνο της φωνής του.  Μια μέρα ο δεκανέας αυτός επέστρεψε περήφανος από το πεδίο βολής, επειδή είχε έρθει πρώτος στη σκοποβολή και όλοι του έδιναν συγχαρητήρια.

            Την ίδια μέρα ο Λούντβιχ συνάντησε τυχαία τον δεκανέα και για να του πει κάτι τον ρώτησε πώς τα καταφέρνει και σκοπεύει τόσο τέλεια.  Εκείνος απάντησε: «Έχω το κόλπο μου εγώ.  Λέω στον εαυτό μου: δεν είναι στόχος από λαμαρίνα, είναι ένας ιμπεριαλιστής.  Και τότε από τη μανία μου τον πετυχαίνω διάνα!»  Και πριν προλάβει ο Λούντβιχ να τον ρωτήσει με τι έμοιαζε αυτός ο ιμπεριαλιστής, ο δεκανέας πρόσθεσε με σοβαρό και στοχαστικό ύφος πως δεν καταλαβαίνει γιατί του δίνουν συγχαρητήρια οι «μαύροι» στρατιώτες και πως αν γινόταν πόλεμος αυτός  θα έριχνε επάνω τους.  Τότε ο Λούντβιχ κατάλαβε ότι το νήμα που τον συνέδεε με το Κόμμα και τους συντρόφους είχε γλιστρήσει οριστικά και αμετάκλητα από τα χέρια του.

            Ο Κούντερα μέσα από τις ταλαιπωρίες των ανεπιθύμητων στρατιωτών διακωμωδεί το κομμουνιστικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε αυτό το σύστημα να επιβληθεί.  Όμως ο συγγραφέας αποφεύγει επιμελώς να περιγράψει τη δουλειά των στρατιωτών στα ορυχεία.  Αυτό δεν σημαίνει πως οι ταλαιπωρίες  των στρατιωτών ήταν ασήμαντες αλλά μάλλον πρέπει να το αποδώσουμε στην έλλειψη εμπειρίας του συγγραφέα από τις συνθήκες εργασίας σε αυτούς τους χώρους και προφανώς η παντελής του άγνοια τον εμπόδισε να προβεί σε οποιαδήποτε περιγραφή. Ο Κούντερα κινεί τους ήρωές του σε χώρους που γνωρίζει πολύ καλά και περιγράφει συμπεριφορές  και γεγονότα που διέπονται από ρεαλισμό και δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν μόνο φανταντικά.

            Η δύσκολη στο στρατόπεδο κάνει τους «μαύρους» στρατιώτες να θέλουν να αρπαχτούν από κάπου.  Άλλοι ξεγελούσαν τον εαυτό τους συνδυάζοντας τις εξορμήσεις τους στις πόρνες με τον πιο ρομαντικό ενθουσιασμό.  Μερικοί που είχαν αφήσει κάποια σχέση πίσω τους με τη συνεχή αναπόληση την είχαν στιλβώσει και την έκαναν να λαμποκοπάει.  Άλλοι πίστευαν στην σταθερή αφοσίωση και προσμονή. Και κάποιοι άλλοι προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό τους πως η μεθυσμένη κοπέλα που ψάρεψαν σε κάποιο μπαράκι φλεγόταν γι’ αυτούς από ιερό πάθος.

            Σε μια έξοδό του από το στρατόπεδο, και σε έναν κινηματογράφο, ο Λούντβιχ γνωρίζει τη Λουτσία, μια κοπέλα με κλειστό χαρακτήρα και απόμακρη.  Ο Λούντβιχ στις εξόδους του διάβαζε ποιήματα στη Λουτσία και όταν δεν ήταν μαζί τής έγραφε αμέτρητα γράμματα και κάρτες, αλλά εκείνη δεν του έγραφε ποτέ κανένα.  Στην αρχή η Λουτσία ευχαριστούσε τον Λούντβιχ ντροπαλά για τα γράμματά του αλλά στη συνέχεια  άρχισε να του προσφέρει λουλούδια.  Ο Λούντβιχ φεύγει κρυφά από το στρατόπεδο για να συναντήσει τη Λουτσία αντιμετωπίζοντας όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται ένα τέτοιο εγχείρημα και προσπαθεί να ολοκληρώσει την ερωτική τους σχέση αλλά εκείνη αρνείται.  Ο Λούντβιχ νομίζει πως η κοπέλα δεν θέλει να του δοθεί επειδή είναι παρθένα, αισθάνεται ταπεινωμένος, της φέρνεται βάναυσα και την διώχνει.  Έπειτα από λίγο καιρό την αναζητάει και μαθαίνει ότι έφυγε εδώ και δεκαπέντε μέρες με ένα βαλιτσάκι όπου έβαλε όλα τα πράγματά της και κανείς δεν ήξερε που πήγε, γιατί δεν είχε πει τίποτα σε κανέναν.

            Στο τέταρτο μέρος ο Γιάροσλαβ, παιδικός φίλος του Λούντβιχ, αφηγείται τις προετοιμασίες για την παραδοσιακή γιορτή της Ιππασίας των Βασιλέων και τα προβλήματα που παρουσιάζονται.  Ο Γιαροσλάβ διαπιστώνει ότι οι νέοι δεν ελκύονται πια ούτε από τις οργανώσεις του Κόμματος ούτε από εκδηλώσεις που έχουν σχέση με την παράδοση.  Η Νομαρχιακή Εθνική Επιτροπή πρότεινε τον Βλάντιμιρ, γιο του Γιάροσλαβ, για φετινό βασιλιά στην Ιππασία των Βασιλέων, όμως ο Βλάντιμιρ θέλει να πάει σε κάτι αγώνες μοτοσυκλέτας και μπροστά στην επιμονή και τα επιχειρήματα του πατέρα του, δήλωσε ότι δεν θέλει να κάνει τον βασιλιά επειδή «ήταν εντολή άνωθεν».

            Ο Γιάροσλαβ είναι μουσικός, αλλά πίσω από αυτόν υπάρχει ο Κούντερα, ο οποίος έχει σπουδάσει μουσική και κινεί με δεξιοτεχνία τον ήρωά του σε έναν χώρο που φαίνεται πως τον γνωρίζει πάρα πολύ καλά.  Συνδέει την μουσική και την παράδοση με την εθνική συνείδηση και την ύπαρξη του τσέχικου έθνους.  Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι αφηγείται με μουσικούς όρους και παραθέτει μουσικές παρτιτούρες (!) για να αποδείξει την αξία και την ιδιαιτερότητα της μοραβίτικης μουσικής.  Την καλλιτεχνική αξία των λεγομένων δεν μπορεί να ελέγξει ούτε να κρίνει ένας αναγνώστης ο οποίος  δεν έχει μουσικές σπουδές.  Για παράδειγμα:  «Η μουσική του μπαρόκ και της κλασικής εποχής έδειχνε φανατική προσήλωση στη βολική συνταγή της μείζονος εβδόμης.  Ο μόνος δρόμος που ήξερε για την τονική περνούσε από την πειθαρχία του προσαγωγέα. Η ελάσσων εβδόμη που ανέβαινε στην τονική με μια μείζονα δευτέρα της έφερνε τρόμο.  Κι εμένα στα παραδοσιακά μας τραγούδια μου αρέσει ακριβώς αυτή η ελάσσων εβδόμη, είτε ανήκει στον αιολικό είτε στον δώριο είτε στον είτε στον μιξολύδιο τρόπο.  Για τη μελαγχολία της.  Για την άρνησή της να τρέξει χαζοχαρούμενα προς τον θεμέλιο φθόγγο, με τον οποίο τελειώνουν όλα, και το τραγούδι και η ζωή.» Και για να επιβεβαιωθούν τα ανωτέρω ο Κούντερα παραθέτει μια μουσική παρτιτούρα(!).

            Ο Γιάροσλαβ αφηγείται στη συνέχεια πως ο Λούντβιχ τον παρέσυρε και έγινε κομμουνιστής.  Πως ο Λούντβιχ συνέδεσε την τύχη του μουσικοχορευτικού συγκροτήματος με την τύχη του κομμουνιστικού κόμματος, και την παραδοσιακή μουσική και τα παραδοσιακά τραγούδια με τον σοσιαλιστικό τρόπο ζωής.  Το κομμουνιστικό κόμμα επιδόθηκε με ζήλο στη δημιουργία νέου τρόπου ζωής ανατρέποντας καθετί που το θεωρούσε καπιταλιστικό.  «Βασίστηκε στον περίφημο ορισμό του Στάλιν για τη νέα τέχνη: σοσιαλιστικό περιεχόμενο σε εθνική φόρμα.»

            Ο ίδιος ο Λούντβιχ, ο οποίος έγινε αιτία να γίνει κομμουνιστής  ο Γιάροσλαβ, εμφανίζεται στο τέλος αυτού του κεφαλαίου και τα ανατρέπει όλα.  Όλα αυτά που υποστήριζε παλιά ο Λούντβιχ τα αποκαλεί ουτοπία.  Τα τραγούδια που τραγουδάει το συγκρότημα του Γιάροσλαβ δεν εκφράζουν κανέναν, γι’ αυτό και κανένας δεν τα τραγουδάει.  Δεν υπάρχει ούτε ένας αγρότης του συνεταιρισμού που να τραγουδάει για δική του ευχαρίστηση τα κολεκτιβίστικα τραγουδάκια, λέει ο Λούντβιχ.  Οι στίχοι είναι προπαγανδιστικοί και το συγκρότημα τραγουδάει «με τον τρόπο της αγκιτρόπ».

            Ο Λούντβιχ έχει απολυθεί από το στρατό και κάνει προσπάθειες να τελειώσει τη σχολή στο Πανεπιστήμιο από όπου είχε εκδιωχθεί.  Τελικά κατάφερε και τελείωσε τις σπουδές του και βρήκε μια καλή θέση σαν επιστημονικός συνεργάτης σε ένα τομέα που τον ενδιέφερε.

            Πέμπτο μέρος.  Ο Λούντβιχ ξυπνάει στο ξενοδοχείο όπου διανυκτέρευσε και όπως είναι  ξαπλωμένος αναθυμάται τη Λουτσία και μέσα στις σκέψεις του προσπαθεί να βρει κάποια άκρη, κάποιο νόημα.  Έχει την πεποίθηση ότι καθετί που του συμβαίνει στη ζωή έχει κάποιο νόημα, πως η ζωή μέσα από τη δική της ιστορία μας μιλάει, αποκαλύπτει σταδιακά ένα μυστικό και παρουσιάζεται σαν γρίφος που πρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε το νόημά του.

            Αυτές οι σκέψεις δεν απασχολούν τον Κούντερα μόνο στο παρόν κεφάλαιο, αλλά θα τις αναπτύξει περισσότερο στο επόμενο κεφάλαιο, όπου ο θρησκευόμενος Κόστκα προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τη ζωή του.

            Στη συνέχεια ο Λούντβιχ, επειδή η καφετέρια του ξενοδοχείου είναι κλειστή, βγαίνει έξω στην πόλη και προσπαθεί να βρει κάποιο μέρος για να πάρει το πρωινό του.  Βρίσκει τελικά ένα ζαχαροπλαστείο σε άσχημη κατάσταση και παίρνει βιαστικά το πρωινό του.  Στην προκειμένη περίπτωση ο Κούντερα περιγράφει την γενικευμένη αδιαφορία των υπαλλήλων για τη δουλειά τους στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και την εικόνα εγκατάλειψης που παρουσίαζαν τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία εκείνη την εποχή.

            Ο Λούντβιχ έχει άλλες δυο ώρες μπροστά του ώσπου να έρθει η ¨Έλενα και άρχισε να κόβει βόλτες στην πόλη.  Για να περάσει η ώρα αποφάσισε να επισκεφθεί την εκκλησία.  Ανέβηκε τα μεγάλα σκαλοπάτια της, πέρασε στον πρόναο και από στον κυρίως ναό συνεσταλμένα, μην τυχόν και σκανδαλιστούν οι πιστοί που ο νεοφερμένος δεν κάνει τον σταυρό του και ήρθε στην εκκλησία έτσι για βόλτα.  Και όταν μαζεύτηκε κι άλλος κόσμος, ο Λούντβιχ άρχισε να νιώθει παρείσακτος γιατί δεν ήξερε πώς να σταθεί και έφυγε.

            Μέσα σε λίγες γραμμές ο Κούντερα παρουσιάζει την αποξένωση του κόσμου από την εκκλησία, η οποία έγινε βίαια με την αθεϊστική προπαγάνδα και τις διώξεις των θρησκευόμενων από το κομμουνιστικό καθεστώς.  Ο Κούντερα δεν αφήνει πολλή ώρα τον Λούντβιχ στην εκκλησία, όχι γιατί ίσως δεν είναι αυτή η πρόθεσή του, αλλά μάλλον επειδή και ο ίδιος δεν γνωρίζει καλά τον χώρο και ούτε ίσως κατανοεί τα τελούμενα, κάτι το οποίο θα γίνει φανερό στο έκτο μέρος όπου ο θρησκευόμενος, κατά τον Κούντερα, Κόστκα δεν διάγει ζωή θρησκευόμενου.

            Στη συνέχεια ο Λούντβιχ, για να περάσει την ώρα, μπαίνει στο κτίριο της δημαρχίας, όπου τώρα είναι τα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής.  Εδώ παρίσταται σε μια τελετή που μοιάζει με βάπτιση.  Στο χώρο αυτό ο Κούντερα μπορεί και κινείται με άνεση, γι’ αυτό η περιγραφή της τελετής είναι λεπτομερής και πλούσια.  Ο συγγραφέας διακωμωδεί την προσπάθεια του κομμουνιστικού καθεστώτος να αντικαταστήσει τις θρησκευτικές τελετές της καθολικής Εκκλησίας με αντίστοιχες πολιτικές.  Έτσι γίνεται προσπάθεια ώστε οι πολιτικές τελετές να έχουν την ίδια μεγαλοπρέπεια και ομορφιά με τις θρησκευτικές τελετές ούτως ώστε ο κόσμος να πάψει να βαφτίζει τα παιδιά του και να παντρεύεται στις εκκλησίες.  Για το λόγο αυτό έγινε προσπάθεια  να πεισθούν οι καλλιτέχνες, οι οποίοι είχαν καταλάβει «πως είναι χρέος τους να δώσουν στο λαό μας πραγματικά σοσιαλιστικές κηδείες, γάμους και βαπτίσεις».

            Σ’ αυτό το κεφάλαιο (πέμπτο μέρος) ο Λούντβιχ αποκαλύπτει τον σκοπό για τον οποίο ήρθε σ΄αυτή την πόλη: Η Έλενα ήταν παντρεμμένη με τον άνθρωπο τον οποίο ο Λούντβιχ μισούσε, τον Πάβελ Ζεμάνεκ.  Τον άνθρωπο ο οποίος πρότεινε την διαγραφή του από το κόμμα και την εκδίωξή του από το Πανεπιστήμιο.  Ο Λούντβιχ έχει σκοπό να παρασύρει την Έλενα και να τιμωρήσει με μοιχεία τον εχθρό του.  Το σχέδιό του αρχίζει να στέφεται με επιτυχία, η Έλενα είναι ήδη στην πόλη.  Όμως τον Λούντβιχ τον βασανίζει έντονα η συναίσθηση πως έχει πέσει πολύ χαμηλά και προσπαθεί να δικαιολογηθεί πως και τα κίνητρα της Έλενας δεν είναι και πολύ πιο υψηλά απ’ τα δικά του.  Παρ’ όλα αυτά προχωράει στην εκπλήρωση του σκοπού του.  Αφού τελικά πετυχαίνει αυτό που επεδίωκε καταλαβαίνει ότι δεν νίκησε ούτε κατατρόπωσε κανέναν.  Η ΄Ελενα είναι εγκαταλειμμένη από τον σύζυγό της, τον Πάβελ Ζεμάνεκ, εδώ και τρία χρόνια.  Ο γάμος τους έχει διαλυθεί αλλά δεν παίρνουν διαζύγιο λόγω της μικρής κόρης τους.  Είναι μεταξύ τους πραγματικά δυο ξένοι και ο καθένας ζει τη ζωή του.  Ο Λούντβιχ τα σκέφτεται όλα αυτά και καταλαβαίνει ότι αντί να εκμεταλλευτεί αυτός την Έλενα, τον εκμεταλλεύτηκε αυτή και τώρα «απολαμβάνει αναιδώς τον θρίαμβό της, πανηγυρίζει, πηδάει από τη χαρά της».

            Στο έκτο και προτελευταίο μέρος, ένα φαινομενικά παράταιρο κεφάλαιο σημειώνεται η βασική ανατροπή.  Εδώ ένα δευτερεύον, σχεδόν περιθωριακό πρόσωπο, ο θρησκευόμενος Κόστκα, διεκδικεί ξαφνικά καθοριστικό πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς μοιάζει να αποτελεί την εκ των ένδον κριτική της ηθικής όχι μόνο του κεντρικού ήρωα, του Λούντβιχ, αλλά ολόκληρου, τρόπον τινα, του μυθιστορήματος.

            Ο Κόστκα γνωρίστηκε με τον Λούντβιχ το ’47 σε μια από τις θυελλώδεις συνεδριάσεις που συντάραζαν τα πανεπιστήμια εκείνον τον καιρό.  Ο Κόστκα έπαιρνε το μέρος της κομμουνιστικής τότε μειοψηφίας.  Κάτι που δεν του το συγχώρησαν πολλοί χριστιανοί, καθολικοί και προτεστάντες.  Το θεώρησαν προδοσία το να συντάσσεται κάποιος που πίστευε στον Θεό με ένα κίνημα το οποίο είχε έμβλημά του τον αθεϊσμό.  Αλλά που είναι οι πραγματικοί χριστιανοί, αναρωτιόταν ο Κόστκα.  Γύρω του έβλεπε μονάχα ψευτοχριστιανούς, που ζούσαν όπως οι άπιστοι.  Ο πατέρας του, που ήταν εργάτης αλλά μονίμως άνεργος, πίστευε ταπεινά στον Θεό.  Έστρεφε ευλαβικά το πρόσωπό του στον Θεό, αλλά η Εκκλησία δεν έστρεψε ποτέ σ’ αυτόν το δικό της πρόσωπο.  Ναι, ο Κόστκα συμφωνούσε ότι το σοσιαλιστικό κίνημα ήταν άθεο, αλλά το έβλεπε σαν μια θεϊκή μομφή, που απευθυνόταν στους χριστιανούς.  Μομφή για την αναλγησία τους απέναντι στους φτωχούς και τους βασανισμένους.

            Ο Κόστκα δεν ανησυχεί για την αντιθρησκευτική προπαγάνδα, διότι η πραγματική θρησκεία δεν χρειάζεται την εύνοια της κοσμικής εξουσίας.  Η δυσμένεια μάλιστα της κοσμικής εξουσίας ενδυναμώνει την πίστη.  Θρηνούσε το τραγικό σφάλμα που απομάκρυνε το σοσιαλισμό από τον Θεό και προσπαθούσε να εξηγήσει αυτό το σφάλμα και ήταν αποφασισμένος να εργασθεί για να το διορθώσει.  Εξάλλου χωρίς τη θέληση του Θεού τίποτα δεν γίνεται.  Χωρίς τη συμμετοχή του Θεού ακόμα και η πιο δίκαιη τάξη πραγμάτων αυτού του κόσμου είναι καταδικασμένη σε χρεοκοπία και διαφθορά.

            Πριν από τον Φεβρουάριο του ’48 τους κομμουνιστές τους βόλευε που ο Κόστκα ήταν χριστιανός.  Τους άρεσε που τον άκουγαν να εξηγεί το κοινωνικό περιεχόμενο του Ευαγγελίου και να καταγγέλλει τη σαπίλα του παλιού κόσμου και να αποδεικνύει τη συγγένεια του χριστιανισμού και του κομμουνισμού.  Τους κομμουνιστές τους ενδιέφερε να κερδηθούν οι πλατιές μάζες, άρα και οι πιστοί.  Αλλά μετά τον Φεβρουάριο, μετά την επικράτηση των κομμουνιστών, τα πράγματα άλλαξαν.  Ο Κόστκα, σαν βοηθός στο πανεπιστήμιο, έπαιρνε το μέρος των φοιτητών που κινδύνευαν να αποβληθούν από τη σχολή εξαιτίας των πολιτικών πεποιθήσεων των γονιών τους.  Με τη στάση του αυτή ήρθε σε σύγκρουση με τη διοίκηση του πανεπιστημίου.  Άρχισαν τότε να τον κατηγορούν ότι ένας άνθρωπος σαν κι αυτόν με τόσο ξεκάθαρες χριστιανικές πεποιθήσεις, δεν μπορεί να διαπαιδαγωγήσει τη σοσιαλιστική νεολαία.  Τότε άκουσε ότι σε μια κομματική ολομέλεια τον υποστήριξε ο Λούντβιχ που ήταν εκείνον τον καιρό φοιτητής.  Κάποτε έδιωξαν τον Λούντβιχ από το κόμμα και από το πανεπιστήμιο.  Έξι μήνες μετά ήρθε και η σειρά του Κόστκα να φύγει.  Οι αντιδράσεις κατά του Κόστκα λόγω των χριστιανικών του πεποιθήσεων πλήθαιναν και κάποιοι συνάδελφοί του, του υποδείκνυαν εμμέσως να κάνει κάποια δημόσια δήλωση αθεϊστικού περιεχομένου.  Επίσης στα μαθήματά του είχε προβλήματα από κάτι επιθετικούς κομμουνιστές φοιτητές οι οποίοι προσπαθούσαν να προσβάλουν τη θρησκευτική του πίστη.  Ανάμεσα στους κομμουνιστές ο Κόστκα είχε πολλούς φίλους που τον εκτιμούσαν για τη στάση του πριν από τον Φεβρουάριο.  Όμως ο Κόστκα δεν ήθελε να υπερασπισθεί τον εαυτό του.  Ήξερε ότι αν κάποιος ακούσει το κάλεσμα του Χριστού οφείλει να τον ακολουθήσει άνευ όρων. Όλα αυτά είναι πασίγνωστα από το Ευαγγέλιο.  Καταλάβαινε ότι οι φωνές που ξεσηκώνονταν εναντίον του στο πανεπιστήμιο ήταν ένα κάλεσμα.  Άκουγε κάποιον να τον καλεί.  Κάποιον που τον προειδοποιούσε για τον κίνδυνο από την άνετη καριέρα του, η οποία θα του αλυσόδενε τη σκέψη του, την πίστη του και τη συνείδησή του.  Οι εχθροί νόμιζαν ότι θα τον γονάτιζαν αλλά αυτός έσπευσε να προλάβει την κακία των αντιπάλων του.  Αποδέχτηκε το άδικο που του επέβαλλαν σαν να ήταν κρυπτογραφημένο κάλεσμα.  Έτσι είπε στη διεύθυνση της σχολής ότι ήθελε να φύγει από το πανεπιστήμιο και ήθελε να εργαστεί κοντά στον απλό λαό, σαν τεχνικός σύμβουλος, σε κάποιο κρατικό αγρόκτημα.  Οι κομμουνιστές συνάδελφοί του το εξέλαβαν σαν «πρωτάκουστη έκφραση αυτοκριτικής».  Εκτίμησαν την απόφασή του και του βρήκαν μια καλή θέση σε ένα κρατικό αγρόκτημα στη δυτική Βοημία, με έναν καλό διευθυντή και σε ωραία τοποθεσία, και του έδωσαν μια εξαιρετικά ευνοϊκή συστατική επιστολή.

            Η καινούργια κατάσταση γέμιζε με πραγματική χαρά τον Κόστκα σε βαθμό που ένιωθε πως έχει ξαναγεννηθεί.

            Το Φθινόπωρο του 1951 στα γύρω χωριά άρχισαν να μιλούν για κάποιο περιπλανώμενο κορίτσι.  Μια γυναίκα είπε ότι εμφανίστηκε μπροστά της και της ζήτησε, με κατεβασμένο κεφάλι, ένα κομμάτι ψωμί.  Ένας βοσκός έλεγε πως είχε αφήσει πλάι σε ένα κούτσουρο μια φέτα ψωμί με βούτυρο που έτρωγε και ένα δοχείο γάλα και όλα αυτά έγιναν άφαντα, όταν πετάχτηκε για λίγο στο κοπάδι του.  Όλες αυτές τις ιστορίες τις άρπαξαν αμέσως τα παιδιά και τις πολλαπλασίασαν με τη φαντασία τους. Η κοπέλα έγινε η προστατευόμενη νεράιδα των παιδιών.  Τα παιδιά άφηναν έξω από το χωριό κοντά στο δάσος ένα μικρό δοχείο γάλα, ψωμί και πατάτες, τα οποία έπαιρνε κρυφά την νύχτα η κοπέλα.  Όμως αυτό το ωραίο παραμύθι δεν κράτησε.  Ο διευθυντής του αγροκτήματος μαζί με τον πρόεδρο της τοπικής Εθνικής Επιτροπής βρήκαν τυχαία, σε έναν μικρό αχυρώνα, ένα βαλιτσάκι που είχε μέσα νεανικά φορέματα. Παραμόνεψαν και όταν ήρθε η κοπέλα την έπιασαν.  Η κοπέλα αυτή ήταν η Λουτσία.  Τους είπε ότι δούλευε στην Οστράβα και ότι έφυγε από εκεί γιατί δεν άντεχε άλλο.  Τελικά έμεινε στην περιοχή αυτή και της έδωσαν δουλειά στο θερμοκήπιο του κρατικού αγροκτήματος.  Προϊστάμενός της ήταν ο Κόστκα.

            Ο Κόστκα προσπαθεί να βρει τις ομοιότητες και διαφορές χριστιανισμού και κομμουνισμού.  Είναι απολύτως βέβαιος ότι ο πνευματικός κλάδος από τη διδασκαλία του χριστιανισμού οδηγεί πολύ πιο φυσιολογικά στην κοινωνική ισότητα και τον σοσιαλισμό.  Οι ένθερμοι κομμουνιστές της πρώτης περιόδου ήταν πολύ πιο κοντά στους ζηλωτές της θρησκείας παρά στους βολταιρικούς σκεπτικιστές. Η επαναστατική περίοδος από το 1948 ως το 1956 ήταν η εποχή της μεγάλης πίστης.  Οι μαρξιστικές θέσεις έχουν βεβαίως κοσμική καταγωγή, αλλά τους αποδόθηκε σημασία ανάλογη με τη σημασία του Ευαγγελίου και των εντολών της Αγίας Γραφής.  Ο κομμουνισμός λειτούργησε σαν θρησκεία, μόνο που η θρησκεία αυτή ήταν σκληρή.

            Στο αγρόκτημα, η Λουτσία έγινε αμέσως στόχος μιας περιέργειας που έκρυβε μέσα της μοχθηρία που έχουν μέσα τους οι άνθρωποι για τις νεράιδες που τις έδιωξαν από τα παραμύθια.  Τη Λουτσία δεν τη βοήθησε καθόλου ο σιωπηλός χαρακτήρας της.  Από την Οστράβα έφτασε ο φάκελός της.  Από κει έμαθαν ότι αρχικά δούλεψε μαθητευόμενη κομμώτρια στο Χεμπ.  Έπειτα από κάποιο παράπτωμα ηθικής τάξεως πέρασε ένα χρόνο σε αναμορφωτήριο, και από πήγε στην Οστράβα.  Στην Οστράβα αποδείχτηκε ικανότατη εργάτρια.  Η συμπεριφορά της στην εστία όπου έμενε ήταν υποδειγματική.  Αλλά πριν εξαφανιστεί την έπιασαν να κλέβει λουλούδια από το νεκροταφείο, ένα παράπτωμα εντελώς ασυνήθιστο.

            Οι πληροφορίες αντί να ρίξουν φως για τη Λουτσία την έκαναν ακόμα πιο αινιγματική.  Ο Κόστκα υποσχέθηκε στον διευθυντή του αγροκτήματος ότι θα ασχοληθεί μαζί της, διότι η περίπτωσή της του είχε κινήσει το ενδιαφέρον.  Η Λουτσία αφοσιωνόταν στη δουλειά της σιωπηλή.  Ήταν ήρεμη και συνεσταλμένη.  Στην αρχή ο Κόστκα απέφευγε να τη ρωτήσει οτιδήποτε για να μη νομίσει ότι ήθελε να της κάνει ανάκριση.  Άρχισε να της μιλάει αυτός για τα φυτά.  Για τα σχέδια που είχαν για να καλλιεργήσουν φαρμακευτικά φυτά στο κτήμα.  Την βοήθησε να βάλει σε τάξη τα οικονομικά της και να αγοράσει ρούχα για τον χειμώνα.

            Σαν θρησκευόμενος που ήταν τη ρώτησε μια μέρα αν πιστεύει στον Θεό. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της και του απάντησε πως δεν ξέρει.  Την ρώτησε αν ξέρει ποιος ήταν ο Χριστός.  Απάντησε ναι, αλλά δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν.  Η Λουτσία δεν είχε ιδέα από πίστη ή απιστία.  Ο Κόστκα τη ρώτησε αν θέλει να της μιλήσει για τον Χριστό και αυτή κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.  Κι αυτός άρχισε να της μιλάει και εκείνη άκουγε.  Της έλεγε να αφεθεί στον Θεό με όλο το φορτίο που κουβαλούσε.  Έτσι θα νιώσει μεγάλη ανακούφιση.  Θα νιώσει ανάλαφρη αν εξομολογηθεί και βγάλει από την ψυχή της την περασμένη της ζωή.  Και η Λουτσία άρχισε να μιλάει δειλά δειλά.  Έφυγε από την Οστράβα γιατί την συνέλαβαν που έκλεβε  λουλούδια από το νεκροταφείο.  Γιατί τα έκλεβε τα λουλούδια;  Για τον εαυτό της.  Αλλά μόνο γι’ αυτό έφυγε από την Οστράβα;  Όχι.  Θέλησε κάποιος να της κάνει κακό;  Ναι.  Ποιος ήταν αυτός;  Ένας στρατιώτης.  Ήθελε να την βιάσει, της τραβούσε τα ρούχα, αλλά αυτή του ξέφυγε και το έβαλε στα πόδια.

            Ακόμη, όταν η Λουτσία ήταν δεκάξι χρόνων έκανε παρέα με κάποιους νεαρούς οι οποίοι κάποια φορά βρήκαν την ευκαιρία και τη βίασαν ομαδικά.  Επειδή οι νεαροί λειτουργούσαν και σαν συμμορία και έκαναν κλοπές, κάποτε τους συνέλαβε η αστυνομία με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί και η Λουτσία, να γίνει ρεζίλι σε ολόκληρη την πόλη και να καταλήξει για ένα χρόνο στο αναμορφωτήριο.  Όλα αυτά τα εξομολογήθηκε η Λουτσία στον θρησκευόμενο Κόστκα και πήρε άφεση αμαρτιών από τον Θεό.  Ο Κόστκα  επαναλάμβανε συχνά στη Λουτσία ότι έχει συγχωρεθεί από τον Θεό και δεν πρέπει να αυτοβασανίζεται άλλο.  Η Λουτσία θεραπεύτηκε.  Άρχισε σιγά σιγά να χαμογελάει.  Μία ημέρα πλησίασε τον ευεργέτη της για να τον ευχαριστήσει και εκεί που ήταν ολομόναχοι στη φύση, ανάμεσα στις μηλιές, ο Κόστκα ενέδωσε στη σεξουαλικότητά του και συνέβη αυτό που δεν έπρεπε να  συμβεί.  Μετά από αυτό το γεγονός άρχισε να αισθάνεται ενοχές και ανάξιος στα μάτια του Θεού.

            Κοντά σ’ αυτές τις ενοχές ήρθαν κι άλλα γεγονότα.  Οι κεντρικές υπηρεσίες κατασκεύασαν μια πολιτική κατηγορία κατά του διευθυντή του αγροκτήματος και επιπλέον τον κατηγόρησαν ότι περιστοιχίζεται από ύποπτα στοιχεία, όπως ο Κόστκα ο οποίος, όπως έλεγαν οι κατηγορίες, διώχτηκε από το πανεπιστήμιο για απόψεις εχθρικές απέναντι στο κράτος και ήταν και κληρικόφρων αποπάνω.  Ο Κόστκα αποδέχτηκε με ανακούφιση τα γεγονότα.  Γι’ αυτόν ήταν μια σαφής οδηγία που ερχόταν άνωθεν και η οποία του έλεγε να απομακρυνθεί από την Λουτσία.  Η αποστολή του είχε εξετελεσθεί.  Ο δρόμος ο δικός του πήγαινε αλλού.  Έτσι έφυγε από το αγρόκτημα και έγινε οικοδόμος.

            Στη συνέχεια ο Κόστκα συγκρίνει τη δική του ζωή και τη ζωή του Λούντβιχ.  Μοιάζουν οι τύχες τους αλλά όμως είναι διαφορετικοί.  Είναι τόσο κοντινοί εξωτερικά, αλλά τόσο απόμακροι εσωτερικά.

            Ο Κούντερα προσπαθεί με τα λόγια ενός θρησκευόμενου να δείξει τα τρωτά του κομμουνισμού, όπως ο ίδιος προσωπικά τον έζησε. Μέσα στην ψυχή αυτών που επιχειρούν να αλλάξουν τον κόσμο (των κομμουνιστών) δεν βρίσκεται η αγάπη αλλά το μίσος.  Παρόλο που αυτό το κεφάλαιο από λογοτεχνικής πλευράς μπορεί να θεωρηθεί αριστούργημα, στερείται τις θεολογικές βάσεις τις οποίες θα έπρεπε να έχει.  Ο θρησκευόμενος Κόστκα από την αρχή μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος δεν επισκέπτεται ούτε μία φορά την εκκλησία, αλλά ούτε και εκφράζει την ανάγκη να την επισκεφθεί.  Παίρνει διαζύγιο από την γυναίκα του, που ήταν έξι χρόνια μεγαλύτερή του και την οποία δεν αγαπούσε.  Στη συνέχεια συνάπτει σχέσεις εκτός γάμου με μια δασκάλα, η οποία μένει στη διπλανή πόλη.  Όλα αυτά, τα οποία δεν στερούν τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι ο Κούντερα γνώρισε τον χριστιανισμό εξ αποστάσεως, χωρίς προσωπικά βιώματα, κάτι το πολύ σύνηθες στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.

            Στο έβδομο και τελευταίο μέρος, ο Λούντβιχ έχει ήδη εκτελέσει την καταχθόνια αποστολή του στη γενέτειρά του και έχει μάθει  από τις αποκαλύψεις του Κόστκα για τη Λουτσία, ποια ήταν στην πραγματικότητα η Λουτσία, η κοπέλα που αγαπούσε όταν ήταν στρατιώτης στη μονάδα ανεπιθυμήτων.

            Στην «Ιππασία των Βασιλέων» συναντάει τον Πάβελ Ζεμάνεκ, ο οποίος συνοδευόμενος από την ερωμένη του, μια νεαρή φοιτήτρια, περνάει να πάρει την Έλενα.  Ο Ζεμάνεκ, που έχει σπουδάσει Βιολογία, διδάσκει μαρξισμό – λενινισμό στο πανεπιστήμιο.  Ο Κούντερα το τονίζει αυτό για να δείξει τον ερασιτεχνισμό των καθηγητών του μαρξισμού, οι οποίοι είχαν αναγορευτεί σε ειδικούς όχι για την επιστημονική τους κατάρτιση αλλά για τις προπαγανδιστικές τους ικανότητες.  Ο Ζεμάνεκ, όπως και όλοι οι ήρωες στο Αστείο, είναι μετανιωμένος για το κομμουνιστικό του παρελθόν αφού ομολογεί ότι ήθελαν να σώσουν τον κόσμο αλλά με τον μεσσιανισμό τους κόντεψαν να τον καταστρέψουν.  Είναι πολύ άνετος και δείχνει ότι τα ξέρει όλα  για τη σχέση του Λούντβιχ και της Έλενας.  Ο Λούντβιχ αισθάνεται νικημένος γιατί ο Ζεμάνεκ συγχωρώντας τη μοιχεία της Έλενας εξαγόραζε τη δική του συγνώμη.  Ο Λούντβιχ έχει μπροστά του έναν άλλον Ζεμάνεκ και ότι και να του κάνει δεν έχει πια κανένα νόημα και αποφασίζει να απομακρυνθεί από την Έλενα.  Η Έλενα νιώθει απελπισμένη και κάνει απόπειρα αυτοκτονίας παίρνοντας χάπια.  Ευτυχώς τα χάπια δεν είναι παυσίπονα όπως πιστεύει αλλά καθαρτικά.

            Το ταξίδι του Λούντβιχ στην γενέτειρά του, που το έκανε για να συντρίψει τον Ζεμάνεκ, τελειώνει με το να κρατάει στα χέρια του τον φίλο του Γιάροσλαβ, ο οποίος κατέρρευσε και είναι συντρίμμια γιατί εξαπατήθηκε από το γιο του Βλάντιμιρ, οποίος δεν δέχθηκε να λάβει μέρος στην Ιππασία των Βασιλέων, διότι την αντιμετώπισε σαν μια ξεπερασμένη και αναχρονιστική γιορτή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Kundera, Milan., Zhert. (Το Αστείο). Πράγα 1967
  2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – LAROUSSE – BRITANNICA
  3. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια – Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό
  4. Ησαΐα, Νανά.: «Η ταυτότητα». ΤΟ ΒΗΜΑ 09-05-1999
  5. Χάρης, Γιάννης.:«Το υγιές πνεύμα βρομάει βλακεία». ΤΑ ΝΕΑ 20-04-2002

Κατηγορία Τσέχικη Λογοτεχνία, Χωρίς κατηγορία | 0 σχόλια »

Οι Γκαγκαούζοι στη Μολδαβία και στη Ν.Α. Ευρώπη

1 Απριλίου 2011 από

 «Οι Γκαγκαούζοι στη Μολδαβία και στη Ν.Α. Ευρώπη»

Ευάγγελος Αργυρόπουλος

 

Πίνακας Περιεχομένων

Εισαγωγή…………………………………………………………………3

Γενικά…………………………………………………………………….3

Ιστορία ……………………………………………………………………3

Οι Γκαγκαούζοι των Βαλκανίων …………………………………………5

Οι Γκαγκαούζοι στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης……………..6

Οι Γκαγκαούζοι της Μολδαβίας……………………………………….…7

Η γλώσσα…………………………………………………………………8

Λέξεις ελληνικές που δεν υπάρχουν στα ρωσικά και βουλγαρικά λεξικά……………………………………………………………………10

Επώνυμα που θυμίζουν βαλκανικό παρελθόν…………………………..10

Προσπάθειες των Γκαγκαούζων να γίνει η γλώσσα τους γραπτή………10

Γκαγκαούζοι διανοούμενοι και λογοτέχνες και τα έργα τους ………….11

Εθνική αυτοσυνειδησία…………………………………………………13

Γκαγκαούζ Έρι ή Γκαγκαουζία (αυτόνομη περιοχή στη νότια Μολδαβία)………………………………………………………………14

Σημαίες της Γκαγκαουζίας………………………………………………15

Κουλτούρα………………………………………………………………17

Δοξασίες, ήθη και έθιμα των Γκαγκαούζων  που συναντάμε και σε περιοχές της Ελλάδας……………………………………………………17

Βουλγαρική επίδραση…………………………………………………..18

Βαλκανική Κουζίνα…………………………………………………….18

Συμπεράσματα………………………………………………………….18

Πηγές…………………………………………………………………….20

 

 

 

 

Οι Γκαγκαούζοι στη Μολδαβία και στη Ν.Α. Ευρώπη

 

Εισαγωγή

 

          Η παρούσα εργασία είναι θεωρητική και σκοπό έχει να καταδείξει τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι Γκαγκαούζοι απέκτησαν αυτοσυνειδησία και εθνική συνείδηση με αποτέλεσμα την ανακήρυξη περιοχής στη νότια Μολδαβία σε αυτόνομη με την ονομασία Γκαγκαουζία ή Γκαγκαούζ Έρι, αλλά και την πολιτισμική και γλωσσική τους σχέση με τα Βαλκάνια.

 Γενικά

          Οι Γκαγκαούζοι (αυτοπροσδιορισμός) είναι ολιγάριθμος λαός, τουρκικής καταγωγής αλλά ορθόδοξοι χριστιανοί (σπάνια και μοναδική σύνθεση, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν).  Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία των Γκαγκαούζων, περίπου 250.000 ζουν στην περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.  Το βασικό και συμπαγές τμήμα, περισσότεροι από 153.000 ζουν στην περιοχή Μπουτζάκ της νότιας Μολδαβίας.  Χωριά Γκαγκαούζων υπάρχουν στην περιοχή της Οδησσού και στην Ζαπορόζια περιοχή στην Ουκρανία, στην Ρουμανία, στο Καζακστάν, στην Κιργιζία, στο Ουζμπεκιστάν, στην Καμπαρδινο-Μπαλκάρια, στην Βουλγαρία και στην Ελλάδα.

Άλλες πηγές (ρωσικές)δίνουν  πιο μικρά νούμερα, δηλαδή ο συνολικός αριθμός μειώνεται στις 220.000 και αναφέρονται και άλλες χώρες στις οποίες ζουν Γκαγκαούζοι (Λευκορωσία, Λετονία, Γεωργία, Τουρκία, Καναδάς και Βραζιλία).

Ιστορία

          Η ιστορία των Γκαγκαούζων μέχρι και την σημερινή εποχή πολύ λίγο έχει μελετηθεί. Και δεν υπάρχει, όπως και οι ίδιοι τονίζουν, μια ιστορία ιδωμένη με επιστημονική ματιά που να είναι αντικειμενική και πειστική. 

          Οι εκδοχές για την καταγωγή των Γκαγκαούζων είναι πάρα πολλές.  Άλλοι μιλάνε για εκτουρκισθέντες χριστιανούς, πιο σωστά τουρκοφωνήσαντες χριστιανούς και άλλοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για εκχριστιανισθέντες τούρκους.  Στην Τουρκία υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μικρασιάτες τούρκους από την περιοχή της Νίκαιας.

          Μία θεωρία υποστηρίζει ότι οι Γκαγκαούζοι κατάγονται από τις νομαδικές φυλές των Τούρκων Ογούζων. Διωγμένοι από τις Ταταρο- Μογγολικές επιθέσεις στην ανατολική Ευρώπη κατευθύνονται προς τα δυτικά.  Τον 11ο αι., όπως αναφέρεται σε Βυζαντινές πηγές, περνάνε τον Δούναβη και εγκαθίστανται στα Βαλκάνια.  Εκεί αναμιγνύονται με τις άλλες τούρκικες φυλές – πετσενέγκους, ούννους, κουμάνους.  Από την επιμιξία αυτών  των φυλών προέρχονται οι σημερινοί Γκαγκαούζοι. Ζώντας στην περιοχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εκχριστιανίζονται και πετυχαίνεται αυτή η σπάνια σύζευξη τούρκικης γλώσσας και ορθόδοξης πίστης.

          Η εκδοχή αυτή έχει επικρατήσει στη σοβιετική ιστοριογραφία και θέλει την καταγωγή των Γκαγκαούζων από τις  κεντροασιατικές φυλές, οι οποίες ανήκαν στη Σοβιετική Ένωση, για να αποκοπούν οι Γκαγκαούζοι από το βαλκανικό παρελθόν τους.

          Πρόβλημα στην υποστήριξη αυτής της εκδοχής είναι ο φαινότυπος των Γκαγκαούζων, οι οποίοι δεν ξεχωρίζουν από τους άλλους Βαλκάνιους, και όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν αλλά και όλες οι πηγές, οι Γκαγκαούζοι έχουν σχέση με την μεγάλη μεσογειακή ινδοευρωπαϊκή φυλή. 

Σύμφωνα με τον Μάνωφ, η σωματική διάπλαση των Γκαγκαούζων είναι κανονική, μεσαίου αναστήματος, πλατειά στήθη, δυνατά χέρια και πόδια, μελαχρινοί με μεγάλη μύτη και ευκίνητοι.

Οι κοπέλες είναι όμορφες με λευκή επιδερμίδα και στρογγυλό, γεμάτο πρόσωπο.

Μια άλλη εκδοχή είναι η λεγόμενη «Σελτζουκική θεωρία», που είναι δημοφιλής στην Τουρκία. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή τον 13ο αι.

ιδρύεται στην περιοχή της Δοβρουτσάς, στα βόρεια της Βουλγαρίας, ένα μικρό κράτος γνωστό ως «Πριγκιπάτο της Δοβρουτσάς» ή «Ούζι εγιαλέτ». Όπως αναφέρεται, ο Σελτζούκος σουλτάνος Ιζεντίν Καϋκαβούς, που η μητέρα του ήταν Ελληνίδα και ο ίδιος είχε βαπτισθεί χριστιανός, επειδή κινδύνευε από τον αδερφό του ή κατ’ άλλους κινδύνευε από τις Μογγολικές επιθέσεις στη Μικρά Ασία, κατέφυγε  το 1261 μ.Χ. μαζί με τους οπαδούς του στην Κωνσταντινούπολη στην αυλή του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Μετά από κάποιο διάστημα ο Βυζαντινός αυτοκράτορας τους επέτρεψε να εποικίσουν την περιοχή της Δοβρουτσάς στη βόρειο Βουλγαρία και της Ζίχνας στον νομό Σερρών.

Οι οπαδοί του Καϋκαβούς  έστειλαν μήνυμα στις τουρκικές φυλές που ζούσαν στην περιοχή της Νίκαιας, οι οποίες υπό την καθοδήγηση του ηγέτη τους Σαρί Σαλτούκ, που φημολογείται πως ήταν χριστιανός μοναχός, έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στη Δοβρουτσά.

          Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή οι σημερινοί Γκαγκαούζοι είναι απόγονοι των συναγωνιστών του σουλτάνου Ιζεντίν Καϋκαβούς, από τον οποίο και πήραν το προσωνύμιο Γκαγκαούζοι.

          Και οι σημερινοί Γκαγκαούζοι δέχονται ότι υπήρχε αυτό το κράτος, το οποίο ήταν και το πρώτο κράτος των Γκαγκαούζων, με κέντρο την πόλη Κορμπουνά.

          Στο «Πριγκιπάτο της Δοβρουτσάς» ή «Ούζι εγιαλέτ» υπήρχε ξεχωριστή εκκλησιαστική εξαρχία η οποία υπαγόταν πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 Σύμφωνα με τους Γκαγκαούζους το «Πριγκιπάτο της Δοβρουτσάς» επέζησε πάνω από 200 χρόνια και έπεσε κάτω από τα χτυπήματα των Οθωμανών κατακτητών το 15ο αι.  Σύμφωνα με τον Α.Ι. Μάνωφ υπήρχε μόνο για 130 έτη.

Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει πως οι Γκαγκαούζοι είναι βούλγαροι και έλληνες εκτουρκισθέντες (τουρκοφωνήσαντες).

Οι Γκαγκαούζοι των Βαλκανίων

Στη Βουλγαρία οι Γκαγκαούζοι κατοικούν στην περιοχή της Βάρνας.  Σύμφωνα με την απογραφή του 1992 ως Γκαγκαούζοι αυτοπροσδιορίστηκαν 1478 άτομα.  Σύμφωνα με εμπειρογνώμονες  οι Γκαγκαούζοι στη Βουλγαρία πρέπει να είναι περίπου 40.000.

Με το φιρμάνι του 1870 με το οποίο ιδρυόταν η Βουλγαρική Εξαρχία, εξαιρούνταν τα γκαγκαούζικα χωριά, τα οποία εκκλησιαστικά ανήκαν στη Μητρόπολη της Βάρνας και μέσω αυτής υπάγονταν πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και είχαν ελληνικά σχολεία και εκκλησίες.  Το 1906 το βουλγαρικό κράτος διέκοψε με τη βία τη σχέση των Γκαγκαούζων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

          Στην Ελλάδα οι Γκαγκαούζοι ζουν στα χωριά της Νέας Ορεστιάδας και της περιοχής του «τριγώνου» του νομού Έβρου, και στη Νέα Ζίχνα του νομού Σερρών.  Οι Γκαγκαούζοι του νομού Έβρου μετακινήθηκαν από την περιοχή της Αδριανούπολης της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα με την συνθήκη της Λωζάνης του 1923.  Οι Γκαγκαούζοι της Νέας Ζίχνης του νομού Σερρών είναι ντόπιοι.  Ο συνολικός τους αριθμός στην Ελλάδα  προσδιορίζεται περίπου από 3.000 έως 5.000.

 Κάποιοι Βούλγαροι ερευνητές ταυτίζουν τους Γκαγκαούζους με τους Καραμανλήδες, χωρίς όμως να το στηρίζουν.

          Στην Τουρκία υποστηρίζεται ότι βρίσκονται 5.000 Γκαγκαούζοι χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένη περιοχή.

          Στη Ρουμανία οι Γκαγκαούζοι ζουν στην περιοχή της Κωνστάτζας και υπολογίζονται σε 3.000.

Οι Γκαγκαούζοι στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης

Στην Ουκρανία οι Γκαγκαούζοι ζουν στην περιοχή της Οδησσού και στα παράλια της Αζοφικής Θάλασσας. Οι ίδιοι μιλούν για 40.000, ρωσικές πηγές αναφέρουν 31.900, άλλες πηγές πολύ πιο κάτω.

 Οι Γκαγκαούζοι, οι οποίοι κατοικούν στην περιοχή της Οδησσού, στην ουσία αποτελούν μία ομάδα με τους Γκαγκαούζους που κατοικούν στη Μολδαβία. Απλώς τα σύνορα Μολδαβίας-Ουκρανίας τους χωρίζουν. Οι εκπρόσωποι των γκαγκαούζικων χωριών συνεδρίασαν και σύστησαν σύλλογο με την επωνυμία «Μπουρλούκ» (Ενότητα) και εξέλεξαν επταμελές διοικητικό συμβούλιο με πρόεδρο (κεφαλή) τον Ηλία Καρακάς.

          Ρωσικές πηγές αναφέρουν ότι στη Ρωσία  ζουν 10.100 Γκαγκαούζοι και είναι απόγονοι μεταναστών από την Μολδαβία.

Οι Γκαγκαούζοι της Μολδαβίας

 

          Η Μολδαβία έχει έκταση 33.700 Km2 και πληθυσμό 4.500.000 κατοίκους. Πρωτεύουσα είναι το Κισινιόφ με πληθυσμό περίπου 700.000 κατοίκους.

 Την σημερινή Μολδαβία αποτελούν:Ρουμανικής καταγωγής 64%Ουκρανοί 14%Ρώσοι 13%

Γκαγκαούζοι 4%

Βούλγαροι 2%

Εβραίοι 2%

Άλλοι 1%

         

          Η παρουσία των Γκαγκαούζων στη Μολδαβία ξεκινά στα τέλη του 18ου αιώνα, με τους ρωσοτουρκικούς πολέμους.

Κάθε φορά που οπισθοχωρεί ο ρωσικός στρατός από τα Βαλκάνια τον ακολουθούν και χριστιανικοί πληθυσμοί, κυρίως Γκαγκαούζοι. Ζώντας οι Γκαγκαούζοι κάτω από δύσκολες συνθήκες μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και αντιμετωπίζοντας τον φόβο γενοκτονίας άρχισαν να μεταναστεύουν, περνώντας τον Δούναβη από το 1750 ως το 1846 και να εγκαθίστανται στη νότια Βεσσαραβία, στην περιοχή του Μπουτζάκ.

          Πριν  την μετοίκησή τους στη Βεσσαραβία  οι Γκαγκαούζοι διακρίνονται σε χασίλ (καθαρούς) Γκαγκαούζους ή «έλληνες», δηλαδή Γκαγκαούζους με ελληνική μόρφωση και ανατροφή και σε «βουλγάρους» Γκαγκαούζους.

          Περίπου το 1807 μέρος από τους μετανάστες Γκαγκαούζους της Βεσσαραβίας, κάτω από την πίεση της τσαρικής Ρωσίας εγκαταλείπουν το Μπουτζάκ και μετοικίζουν στην Κριμαία, την περιοχή της Αζοφικής και την Σταυρούπολη.  Στα εδάφη που αυτοί άφησαν έφθασαν και εγκαταστάθηκαν Γκαγκαούζοι και Βούλγαροι από περιοχές πέρα από τον Δούναβη.  Δηλαδή οι σημερινοί Γκαγκαούζοι στην περιοχή Μπουτζάκ της Μολδαβίας είναι απόγονοι του δευτέρου κύματος μεταναστών από την περιοχή της Βουλγαρίας.

          Το 1906 μ.Χ. οι Γκαγκαούζοι αποκτούν εφήμερη ανεξαρτησία πέντε ημερών όταν ανακηρύχτηκε η Δημοκρατία του Κομράτ, που ήταν αποτέλεσμα των αγροτικών εξεγέρσεων του 1905-1907.  Όμως η εξέγερση πατάχτηκε με ωμότητα από τους τότε κρατούντες.

          Η επανάσταση του 1917 επηρέασε βαθύτατα τους Γκαγκαούζους οι οποίοι προσπάθησαν να πετύχουν την αυτονομία τους, όμως τον Ιανουάριο του 1918 η Βεσσαραβία καταχτιέται και περιέρχεται στη Ρουμανία μέχρι και το 1944.

          Η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε ούτε και το 1944, όταν στις 2 Αυγούστου σχηματίζεται η σοβιετική Μολδαβία.  Η σταλινική εξουσία χωρίς να ρωτήσει τους Γκαγκαούζους τους χωρίζει. Το 80% θα ανήκει στη σοβιετική Μολδαβία και το 20% στη γειτονική περιοχή της σοβιετικής Ουκρανίας.  Οι Γκαγκαούζοι αναγνωρίζονται ως ξεχωριστή εθνότητα αλλά δεν τους δίδεται καμιά μορφή πολιτικής αυτοδιοίκησης.                                                                  

 Δηλαδή οι Γκαγκαούζοι στην περιοχή της Βεσσαραβίας δεν ήταν ποτέ ανεξάρτητοι, αλλά, όπως και οι ίδιοι υποστηρίζουν, ήταν πάντα μέρος  πότε της Ρωσικής αυτοκρατορίας, πότε της Ρουμανίας, είτε της Γερμανίας κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και είτε της Σοβιετικής Ένωσης.

Η γλώσσα

 

          Σύμφωνα με πηγές προερχόμενες από τους Γκαγκαούζους και οι οποίοι επιστρατεύουν διάφορους επιστήμονες που έχουν διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικά αποτελέσματα για να αποδείξουν τελικά ότι τα γκαγκαούζικα δεν είναι διάλεκτος αλλά αυτοτελής γλώσσα.

Ο Τ. Κοβάλσκι από το Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας, που μελέτησε τις τουρκικές διαλέκτους, αποφαίνεται ότι η Γκαγκαούζικη γλώσσα είναι αυτοτελής και αποτελείται από τρία στρώματα:

–         Το αρχαϊκό γλωσσολογικό στρώμα (πετσενέγκοι, ούζοι κουμάνοι) που έχει την αρχή του στον 13ο αιώνα.

–         Το στρώμα που το πήρε από τη νότιο τουρκική γλώσσα (13ο-14ο αιώνα, διάλεκτος που χρησιμοποιείται στη Συρία.

–         Στρώμα προερχόμενο από την οθωμανική τουρκική γλώσσα.

Σύμφωνα με την εργασία τους «Σε ποιες γλώσσες μιλάνε στον κόσμο;» οι Λ. Ουάλντ και Ε. Σλέιβ χώρισαν τις τουρκικές γλώσσες σε δύο κλάδους: τον ανατολικό και τον δυτικό.

Στον δυτικό κλάδο υπάγονται οι ομάδες: βουλγαρικά, ογκούζικα, κιπτσάσκικα και καρλούσκικα.

Στην ομάδα των ογκούζικων υπάγονται οι υποομάδες: ογκουζο-τουρκμενικά, ογκουζο-βουλγαρικά και ογκουζο-σελτζουκικά.

Στην υποομάδα των ογκουζο-βουλγάρικων συμπεριλαμβάνονται οι αρχαίες γλώσσες των πετσενέγκων, των ούζων και επίσης η σημερινή Γκαγκαούζικη γλώσσα.

Σύμφωνα με τον  Νίκολας Ποπ και την εργασία του Introduction to Altaic Linguistics  η Γκαγκαούζικη μαζί με την τουρκική, την τουρκμενική και την αζερμπαϊτζανική ανήκουν στην νότιο-δυτική ή ογκουζική ομάδα.

Σύμφωνα με το ρωσικό Μεγάλο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Γλωσσολογίας τα γκαγκαούζικα είναι μια από τις τούρκικες γλώσσες, που ομιλούνται από 173 χιλιάδες άτομα στην περιοχή της  Μολδαβίας. Πριν από τη μετοικεσία από τη Βουλγαρία στη Μολδαβία, η Γκαγκαούζικη γλώσσα δέχθηκε επιδράσεις από τις βαλκανικές γλώσσες, με αποτέλεσμα να αποκτήσει χαρακτηριστικά που δεν προσιδιάζουν στη φωνητική και τη γραμματική δομή των τούρκικων γλωσσών.  Στο λεξιλόγιο υπάρχουν δάνεια από τα αραβικά, τα περσικά, τα ελληνικά, τα σλαβικά και τα ρουμανικά.

Σύμφωνα με τους Ταπούρη-Λουκά τα γκαγκαούζικα είναι μια απλή τουρκική διάλεκτος, αλλά επικράτησε να θεωρούνται ξεχωριστή γλώσσα  που ανήκουν  στην αλταϊκή οικογένεια γλωσσών.

Σύμφωνα με πηγές προερχόμενες από τους Γκαγκαούζους, κάποιες μαρτυρίες για τη γλώσσα των φυλών των ογκούζων περιέχονται σε τουρκόγλωσσο λεξικό του 11ου αιώνος του φιλολόγου Μαχμούτ Άλ Κασγκαρί με τον τίτλο «Ντιβάν-ι λουγκάτ-ιτ-Τιούρκ» (Συλλογή τούρκικων γλωσσών) το οποίο γράφτηκε μεταξύ 1072 και 1074. Το λεξικό περιέχει τούρκικες λέξεις, εκφράσεις και στίχους από δημοτικά τραγούδια των τούρκικων φυλών της Κεντρικής Ασίας , ιδίως των Ιουγκούρων, με μετάφραση και ερμηνεία στα Αραβικά.  Το μοναδικό χειρόγραφο του λεξικού, που χρονολογείται στα 1266, φυλάσσεται στην Κωνσταντινούπολη.

 Αυτό, θα λέγαμε, είναι άλλη μια προσφορά των Τούρκων στους Γκαγκαούζους, ώστε οι δεύτεροι να καλύψουν τα ιστορικά κενά που αντιμετωπίζουν.  Μάλιστα, οι Γκαγκαούζοι συναριθμούν τον Μαχμούτ Άλ Κασγκαρί στους διανοούμενούς τους.

Λέξεις ελληνικές που δεν υπάρχουν στα ρωσικά και βουλγαρικά λεξικά.

Στις πηγές των Γκαγκαούζων συναντήσαμε ελληνικές λέξεις που δεν αναφέρονται στα ρωσικά και βουλγαρικά λεξικά.

Κανίσκα : κανίσκι, καλάθι που περιέχει δώρα που στέλνεται ως δώρο στις γιορτές.

Λέφτ’ : λεφτά, χρήματα

Νουνά : νουνός

Αϊάσμα : αγιασμός

Επώνυμα που θυμίζουν βαλκανικό παρελθόν.

 

Επίσης στις πηγές των Γκαγκαούζων συναντήσαμε επώνυμα που φανερώνουν το Βαλκανικό παρελθόν τους.

Τσακίρ (Τσακίρης), Τανάσογλου, Καρά Τσομπάν, Μπάμπογλου, Μαρίνογλου, Αγιόγλου, Αραμπατζή, Δούλογλου, Σιρκελή, Καρακάς (Καρακάσης), Μπουγιουκλή, Φιλιόγλου Μπουλγκάρ (Βούλγαρης), Βλάχ.

Προσπάθειες των Γκαγκαούζων να γίνει η γλώσσα τους γραπτή

Γραπτά μνημεία στα γκαγκαούζικα πριν από τον 20ο αιώνα δεν υπάρχουν. Βέβαια υπάρχει πλήθος από λαϊκά ποιήματα, τραγούδια, παροιμίες, ανέκδοτα, αινίγματα και παραμύθια που μεταδίδονταν προφορικά από γενιά σε γενιά. 

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Γκαγκαούζος πρωθιερέας Μιχαήλ Τσακίρ (1861-1938) επιχειρεί να εκδώσει βιβλία στα γκαγκαούζικα χρησιμοποιώντας τα κυριλλικά γράμματα. Από το 1907 αρχίζει να εκδίδεται θρησκευτική εφημερίδα στα γκαγκαούζικα. Από το 1907 ως το 1914 στα γκαγκαούζικα μεταφράσθηκαν και εκδόθηκαν: Ευχολόγιο , η Θεία Λειτουργία , το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο , το Ψαλτήρι , το Ωρολόγιο, Σύντομη Ιστορία της Εκκλησίας, Ιστορία νέων αγίων, Ιστορία παλαιών αγίων.

Ένας από τους πρώτους συγγραφείς και διαφωτιστές ήταν ο Νικολάι Τανάσογλου (1895-1970). Η λογοτεχνική του δραστηριότητα αρχίζει τη δεκαετία του 1940. Έγραψε μια σειρά από παραμύθια, θρύλους και μπαλάντες.

Ο Ντιονίς  Τανάσογλου(1922-    ) συγκέντρωσε τη δεκαετία του ’40 τα γκαγκαούζικα τραγούδια και τα επεξεργάστηκε.

Το 1957 με απόφαση του Ανώτατου Σοβιέτ της Μολδαβίας δημιουργείται αλφάβητο βασισμένο στα κυριλλικά το οποίο και διδάχθηκε ως το 1961, οπότε και αποσύρθηκε με απόφαση πάλι του Ανώτατου Σοβιέτ Μολδαβίας.  Από την εποχή αυτή ξεκινάει την προσπάθειά της μια ομάδα Γκαγκαούζων λογοτεχνών και λαογράφων που στο διάστημα  1960-1990 παρήγαγαν 34 έργα.  Η λιγοστή παραγωγή οφείλεται σε πολιτικούς λόγους.

Από το 1994 χρησιμοποιείται το λατινικό αλφάβητο.

Σε όλα αυτά τα χρόνια έχουν εκδοθεί περισσότερες από 60 συλλογές ποιημάτων και πεζών και κάποιες επιστημονικές εργασίες πάνω στη γλώσσα και τη λογοτεχνία.  Όμως δεν υπάρχουν μεθοδικά εγχειρίδια για τη διαδασκαλία της γλώσσας και ούτε λεξικά (ερμηνευτικά, Ετυμολογικά, Συνωνύμωνκλπ).

Μεγάλο μέρος στην προφορική λαϊκή δημιουργία των Γκαγκαούζων αποτελούν τα παραμύθια, τα οποία απεικονίζουν την κοσμοθεωρία του λαού, τα όνειρά του για το μέλλον, τον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Γκαγκαούζοι διανοούμενοι και λογοτέχνες και τα έργα τους

 

Πρώτος ο πρωθιερέας Μιχαήλ Τσακίρ (1861-1938)όπως αναφέραμε, επιχειρεί εκδόσεις εκκλησιαστικών βιβλίων στα γκαγκαούζικα με βάση την κυριλλική γραφή. 

Συνεχίζει ο Νικολάι Τανάσογλου (1895-1970) ο οποίος τη δεκαετία του ’40 καταγράφει τα παραμύθια, τους θρύλους και τις μπαλάντες.

 Ο Ντιονίς Τανάσογλου (1922-   ) που θεωρείται από τους Γκαγκαούζους «πατριάρχης» της γκαγκαούζικης λογοτεχνίας, ετοιμάζει και εκδίδει το 1959 τη Λαογραφική-Λογοτεχνική συλλογή «Μπουτζακτάν σεσλάρ» (Φωνές του Μπουτζάκ).  Η συλλογή περιλαμβάνει έργα της προφορικής λαϊκής παράδοσης: μπαλάντες, τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες, αποφθέγματα, αμανέδες κλπ.

Ο Ντμίτρι Καρά Τσομπάν (1933-1986) τελείωσε το Λογοτεχνικό Ινστιτούτο και εργάστηκε ως δάσκαλος.  Δημιούργησε στη γενέτειρά του (Μπεσάλκα) Ιστορικό-Εθνογραφικό μουσείο και διετέλεσε διευθυντής του.  Εξέδωσε πάνω από δέκα βιβλία στην Γκαγκαούζικη γλώσσα.

Ο Μηνά  Κέσια (1933-1999) θεωρείται από τους βετεράνους της γκαγκαούζικης ποίησης.  Βασική θεματολογία του: η υμνολογία της πατρικής γης και ο εγκωμιασμός  του ανθρώπου που μοχθεί για το ψωμί του.

Ο Στεπάν Κούρογλο (1940-   ) ποιητής και επιστήμων εθνογράφος.  Συγγραφέας πολλών βιβλίων ποίησης και πρόζας.  Χαρακτηριστικά του: ο ρομαντισμός, το πάθος και η εθνική του θέρμη.

Ο Πιότρ  Τσεμποτάρ (1957-   ) τελείωσε τη Φιλολογική Σχολή. Εμφανίσθηκε το 1989 με τη συλλογή  «Ζάνα ιάκιν» (Κοντά στην καρδιά).

Ο Τόντουρ Ζάνετ (1958-   ) τελείωσε το Πολυτεχνικό Ινστιτούτο.  Είναι συντάκτης στην εφημερίδα «Άνα σοζού».  Γράφει για παιδιά και για μεγάλους. Συγγραφέας δύο ποιητικών βιβλίων: «Ζαμαϊερσίν, εβίμ!» (Γειά σου, σπίτι μου.) και «Καριμζαλίκ» (Μυρμηγκοφωλιά).

Νικολάι Μπάμπογλου (1928-   ).  Κάνει τις πρώτες λογοτεχνικές προσπάθειες στη δεκαετία του ’50 μεταφράζοντας στα γκαγκαούζικα ρώσους και ρουμάνους συγγραφείς.  Το 1971 εκδίδει τα διηγήματα  «Στα ίχνη του θρύλου» τα οποία έχουν στενή σχέση με τη λαογραφία και τις διηγήσεις υπερηλίκων.  Επίσης εξέδωσε το διήγημα «Τα γαρύφαλλα άνθισαν ξανά» το οποίο χαρακτηρίζεται σαν μια πανοραμική επική οθόνη που δείχνει τους παραδοσιακούς ήρωες, τους κατοίκους του χωριού.  Στο διήγημα «Ο αυλητής» περιγράφει την παραδοσιακή κοσμοαντίληψη του Γκαγκαούζου αγρότη.  Εξέδωσε το 1988 τη συλλογή ποιημάτων «Μελωδίες της πατρίδας».  Σημαντικό θεωρείται και το θεατρικό του έργο «Κεριά υπέρ υγείας».

Γαβριήλ Γκαϊνταρζή (1937-1999). Συγγραφέας, ποιητής, παιδαγωγός, γλωσσολόγος και γκαγκαουζολόγος, ένας από τους δημιουργούς του γκαγκαουζο-μολδαβικού λεξικού.  Τα διηγήματά του, τα χρονογραφήματα, τα ποιήματά του και τα λαογραφικά κείμενα που ο ίδιος επεξεργάστηκε δημοσιεύονται στα σχολικά εγχειρίδια.

Φιοντόρ Μαρίνογλου (1955-   ). Τελείωσε τη Σχολή Δημοσιογραφίας.  Εργάζεται ως δάσκαλος και είναι συντάκτης της εφημερίδας  «Χάλκ Μπιρλίκ».  Γράφει στίχους και σύντομα διηγήματα για ενήλικες και παιδιά.  Οι στίχοι του μελοποιήθηκαν και έγιναν δημοφιλείς ανάμεσα στους νέους.

Εθνική αυτοσυνειδησία

 

          Η εθνική αυτοσυνειδησία των Γκαγκαούζων δημιουργείται στους κύκλους των διανοουμένων και διαδίδεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν στην Σοβιετική Ένωση άρχισαν οι δημοκρατικές αλλαγές  και υπήρχε η δυνατότητα  οι Γκαγκαούζοι να εκδηλώσουν τα πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματά τους. Τότε, το 1988, κάποιοι Γκαγκαούζοι διανοούμενοι  ένωσαν τις δυνάμεις τους με άλλες εθνότητες και ίδρυσαν  το κίνημα «Γκαγκαούζ Χαλκί» (Γκαγκαούζικος Λαός) για να διασφαλίσουν τη φυσιογνωμία τους και να αποφύγουν την αφομοίωσή τους από τους ρουμανικής καταγωγής Μολδαβούς.  Το 1989 έγινε το πρώτο συνέδριο και πάρθηκε η απόφαση δημιουργίας  αυτόνομης Γκαγκαουζίας Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας στη νότια Μολδαβία με πρωτεύουσα το Κομράτ.  Τον Αύγουστο του 1990 στο Κομράτ διακηρύχτηκε η δημιουργία  Δημοκρατίας της Γκαγκαουζίας, αλλά η διακήρυξη ακυρώθηκε από την κυβέρνηση της Μολδαβίας.

          Στο μεταξύ κυριαρχεί η φημολογία που προκαλεί ανησυχία για επερχόμενη γλωσσική, πολιτιστική και εθνική αφομοίωση από τους Μολδαβούς.

          Τον Ιούνιο του 1990  ανακηρύσσεται η ανεξαρτησία της Μολδαβίας και ακολουθούν κινήσεις μολδαβικών και ρουμανικών κομμάτων για την ένωση Μολδαβίας και Ρουμανίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία κλίματος αβεβαιότητας.

  Το εθνικό κίνημα πήρε παλλαϊκό χαρακτήρα όταν στην Μολδαβία αποφασίστηκε να γίνει γλώσσα του κράτους η ρουμανική

γλώσσα. Ο πολυεθνικός πληθυσμός της νότιας Μολδαβίας διαφώνησε με αυτή την απόφαση και τα οξυμένα γλωσσικά, πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματα τους οδήγησαν να επιδιώξουν την ανεξαρτησία τους.  Τον Σεπτέμβριο του 1990 οι Γκαγκαούζοι ανακηρύσσουν την αυτονομία τους ως «Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας».  Εναντίον των αυτονομιστών κινήθηκαν ένοπλα τμήματα του μολδαβικού Υπουργείου Εσωτερικών.  Στο πλευρό των αυτονομιστών τάχθηκαν σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις, που στην πραγματικότητα ήταν ρωσικές.  Τελικά η ένταση είχε μικρή διάρκεια και αποφεύχθηκε η ένοπλη σύγκρουση.

Το ενδιαφέρον της Ρωσίας θεωρείται δικαιολογημένο αφ’ ενός διότι στη Μολδαβία κατοικούν Ρώσοι (13%), οι οποίοι έχουν πετύχει τη δημιουργία της Υπερδνειστερίας και αφ’ ετέρου η δημιουργία αυτόνομων περιοχών στη Μολδαβία θα αποτελούν εμπόδιο στην ένωση Μολδαβίας και Ρουμανίας.

Το 1991 ξεκίνησαν συνομιλίες με τη βουλγαρική μειονότητα για τη δημιουργία μιας από κοινού «Βουλγαρογκαγκαουζικής Δημοκρατίας» χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Τον Αύγουστο του 1991 ο επικεφαλής της Γκαγκαουζίας ανακοινώνει την ένταξή της στη Ρωσική Ομοσπονδία, κάτι το οποίο δεν είχε συνέχεια.

          Το καλοκαίρι του 1993 η κυβέρνηση της Μολδαβίας αναλαμβάνει πρωτοβουλία και ξεκινούν συνομιλίες  για το γκαγκαούζικο πρόβλημα, με απώτερο σκοπό τον προσεταιρισμό των Γκαγκαούζων στις εθνικές εκλογές της 27-02-1994.

          Έτσι στις 23 Δεκεμβρίου του 1994 η Βουλή της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, έπειτα από πιέσεις της Τουρκίας,  δέχτηκε τον νόμο «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος της Γκαγκαουζίας (Γκαγκαούζ Έρι)», λύνοντας την σύγκρουση με ειρηνικό τρόπο.

Γκαγκαούζ Έρι ή Γκαγκαουζία

(αυτόνομη περιοχή στη νότια Μολδαβία)

Η αυτόνομη Γκαγκαουζία έχει έκταση 1831,5 τετρ. χλμ. (ο νομός Θεσσαλονίκης έχει έκταση 3.560 τετρ. χλμ.). Ο πληθυσμός της Γκαγκαουζίας είναι 172.500  εκ των οποίων 153.000 Γκαγκαούζοι.

          Η Γκαγκαουζία διοικείται με βάση:

  1. το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Μολδαβίας,
  2. τον  νόμο «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος της Γκαγκαουζίας (Γκαγκαούζ Έρι)» (Νόμος 344-ΧΙΙΙ της 23.12.94) ο οποίος αποτελείται από 27 άρθρα,
  3. άλλους νόμους της Δημοκρατίας της Μολδαβίας,
  4. από τον Κώδικα της Αυτόνομης περιοχής Γκαγκαούζ Έρι, ο οποίος είναι το Σύνταγμα της Αυτόνομης Γκαγκαούζιας και αποτελείται από 10 άρθρα,
  5. από άλλους τοπικούς νόμους.

 

Σε περίπτωση που αλλάξει το καθεστώς της Μολδαβίας ως ανεξάρτητου κράτους, οι Γκαγκαούζοι έχουν το δικαίωμα για τον εξωτερικό αυτοπροσδιορισμό τους (άρθρο 1, παρ. 4 του νόμου «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος  της Γκαγκαουζίας).

Επίσημες γλώσσες της Γκαγκαουζίας είναι η Μολδαβική, η Γκαγκαουζική και η Ρωσική. (άρθρο 3, παρ. 1 του προαναφερθέντος νόμου).

Στην Γκαγκαουζία υπάγονται τρεις πόλεις: το Κομράτ, που είναι πρωτεύουσα, το Βουλκανέστι και το Τσιαντίρ-Λουνγκά και 27 χωριά.

Η πόλη Κομράτ έκανε την εμφάνισή της στα τέλη του 18ου αιώνα. Η λέξη Κομράτ είναι σύνθετη και αποτελείται, όπως λένε οι Γκαγκαούζοι, από δύο λέξεις τούρκικης προέλευσης «κομούρ ατ» που σημαίνουν μαύρο άλογο. Σύμφωνα με έναν θρύλο στην περιοχή αυτή γινόταν εμπόριο αλόγων (ζωοπάζαρο).  Κατά τη διάρκεια του ζωοπάζαρου διεξάγονταν ιπποδρομίες.  Μια φορά νίκησε στις ιπποδρομίες  το μαύρο άλογο του τοπικού τούρκου ηγεμόνα.  Σε ανάμνηση αυτής της νίκης δημιουργείται ένα χωριό το οποίο ονομάζεται «Κομούρ ατ», που στη συνέχεια με σίγηση το «ου» θα προφέρεται Κομράτ.  Έτσι μέσα από τα τοπωνύμια νομιμοποιείται η παρουσία των Γκαγκαούζων στην περιοχή του Μπουτζάκ.

Σημαίες της Γκαγκαουζίας

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στις διαδηλώσεις οι Γκαγκαούζοι χρησιμοποιούσαν μια γαλάζια σημαία με την απεικόνιση ενός λύκου.  Το γαλάζιο είναι το παραδοσιακό χρώμα των τούρκων και ο λύκος είναι ο προπάτοράς τους.  Σύμφωνα με ένα θρύλο, μετά από μια ληστρική και φονική επιδρομή εχθρών σε ένα χωριό, ένα βρέφος σώθηκε από θαύμα και το βρήκε σώο στο δάσος μια λύκαινα και η οποία το μεγάλωσε θηλάζοντάς το.   Το βρέφος αυτό μεγαλώνοντας έγινε ο γενάρχης των τούρκων. Με τον θρύλο αυτό η ιστορία των Γκαγκαούζων αποκτά βάθος, που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Όμως αν ο θρύλος αυτός προέρχεται από την προφορική παράδοση των Γκαγκαούζων ή είναι μια προσφορά της τούρκικης διπλωματίας για να αποδείξουν το ομογάλακτο των δύο ετερόθρησκων λαών δεν μπορώ να το πω μετά βεβαιότητας. Απλώς στο μυαλό μου έρχονται οι Γκρίζοι Λύκοι.

Στις  31 Οκτωβρίου 1995 με νόμο καθορίστηκε η νέα σημαία της Γκαγκαουζίας.  Η σημαία αποτελείται από τρεις λωρίδες (κυανού, λευκού και ερυθρού χρώματος) διαφορετικού όμως πλάτους.  Στην κυανή λωρίδα βρίσκονται σε σχήμα τριγώνου τρία αστέρια, που συμβολίζουν τις τρεις πόλεις της Γκαγκαουζίας.  Με άλλα λόγια οριοθετείται συμβολικά ο χώρος που θα ονομάζεται εφεξής Γκαγκαουζία, οι τρεις πόλεις κατοχυρώνονται από τους Γκαγκαούζους και αποφεύγονται τυχόν παρερμηνείες και αμφισβητήσεις.

 

 

Κουλτούρα

Οι Γκαγκαούζοι από τους γύρω λαούς θεωρούνται ένας μικρός και αμόρφωτος λαός.

Οι Γκαγκαούζοι, από τη πλευρά τους δεν εμπιστεύονται κανέναν άλλον λαό, γιατί τους θεωρούν κατώτερούς τους.  Η έκφραση «μπάνα γκαγκαούζ ντερλέρ» (με λένε Γκαγκαούζο) σημαίνει πως δεν είμαι συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά είμαι ευγενής και ανδρείος.

Όταν συναντιούνται δυο Γκαγκαούζοι άγνωστοι μεταξύ τους, για να διαπιστώσουν αν είναι από το ίδιο γένος, ρωτάνε: «σεν μιννέτ μι σιν;» που σημαίνει «από τους δικούς μας είσαι;».  Αν πάρει την απάντηση «μιννετίμ» τότε μιλάνε μεταξύ τους ανοιχτά.

Το όνομα που δινόταν στον Γκαγκαούζο κατά το βάπτισμα, ήταν μόνο το επίσημο όνομα με το οποίο κάποιος καταγραφόταν στους επίσημους καταλόγους, ενώ στην καθημερινή ζωή τού δινόταν άλλο όνομα με το οποίο τον προσφωνούσαν και τον αναγνώριζαν στο χωριό.  Το άλλο αυτό όνομα από τον Μάνωφ χαρακτηρίζεται παρατσούκλι που έχει κάθε Γκαγκαούζος και το οποίο δεν είναι για τον Γκαγκαούζο βρισιά, αλλά αντιθέτως του προξενεί υπερηφάνεια.

Ακόμη και μέχρι σήμερα οι Γκαγκαούζοι μεταξύ τους μιλάνε ότι η γκαγκαούζικη σημαία θα στηθεί ψηλά από την Τσιαρακμάνα μέχρι την Καβάρνα (πόλεις στη Βουλγαρία, ιστορική πατρίδα των Γκαγκαούζων) όπου θα συγκεντρωθούν όλοι οι Γκαγκαούζοι.

Στον χαρακτήρα οι Γκαγκαούζοι είναι εύθυμοι και γενναιόδωροι σε βαθμό σπατάλης, δηλαδή είναι πολύ φιλόξενοι.

Είναι υπομονετικοί και άφοβοι. Για να δείξουν την αφοβία τους επιχειρούν τα πιο επικίνδυνα πράγματα. Ακόμη και με μαχαίρι καρφώνονται για να αποδείξουν ότι είναι άφοβοι.  Αυτό το έκαναν  όταν ήταν σε εύθυμη διάθεση.  Έχει συμβεί οι Γκαγκαούζοι να αποκόπτουν κρέας από τον μηρό τους για να αποδείξουν την αφοβία τους.  Επίσης έσπαζαν με τα χέρια τους τα τζάμια στα παράθυρα και με τα δόντια τους γυάλινα ποτήρια, τα οποία μας θυμίζουν τους ζεϊμπέκηδες οι οποίοι χορεύοντας έσπαζαν γυάλινα αντικείμενα πριν από τις μάχες.

Στην οικογένεια ο άνδρας είναι η κεφαλή, αυτός διατάζει. Η γυναίκα υποτάσσεται στον άνδρα.  Αν ο άνδρας άγεται από τη γυναίκα αυτό θεωρείται ταπεινωτικό.  Για τους άνδρες οι οποίοι άγονται από τις γυναίκες τους λέγεται: «σενίν μπασσινά καρά κογιόρ φέσι» (στο κεφάλι σου η γυναίκα σου μπήκε φέσι).

Ως προς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις οι Γκαγκαούζοι είναι πολύ ευσεβείς και κανείς δεν μπορεί να τους πείσει για το αντίθετο: «Μποϊλέ μπουλντούκ μποϊλέ γιαπαντάϊζ» (έτσι τα βρήκαμε έτσι θα τα αφήσουμε).

Η εθνικότητα και η πίστη είναι αναπόσπαστα.

Οι παρακάτω στίχοι που γράφτηκαν όταν οι Γκαγκαούζοι υπεράσπιζαν την πόλη Καβάρνα από τις επιθέσεις των τσερκέζων, τατάρων και τούρκων: 

«Ααλεμέ μπε νίνεμ, ααλεμέ μπιζ γκενέ γκελιρίζ.

 Χριστιανίν ογκρουνά μπιζ καν ντιοκερίζ»

(Μην κλαις, μητέρα, μην κλαις, εμείς πάλι θα ξανάρθουμε.

Για χάρη της χριστιανοσύνης  θα χύσουμε το αίμα μας).

Και στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο οι Γκαγκαούζοι έδειξαν την αφοβία τους, ιδίως στις επιθέσεις.

Δοξασίες, ήθη και έθιμα των Γκαγκαούζων  που συναντάμε και σε περιοχές της Ελλάδας.

 

Παρόλο που οι Γκαγκαούζοι αναφέρουν διάφορες δοξασίες και έθιμα για να τονίσουν την ιδιαιτερότητα της κουλτούρας τους, ίσως σε σχέση με τους λαούς που τους περιβάλλουν στη Μολδαβία, εν τούτοις όλα αυτά τα συναντάμε σχεδόν αυτούσια και σε περιοχές της Ελλάδας και δείχνουν το βαλκανικό παρελθόν τους.

Το φύλλο του μωρού που θα γεννιόταν προσπαθούσαν να το μαντέψουν από το σχήμα της κοιλιάς τη εγκύου.  Αν η κοιλιά ήταν σουβλερή το μωρό θα ήταν αγόρι, αν η κοιλιά ήταν πλατιά το μωρό θα ήταν κορίτσι.

Η κουμπαριά στους  Γκαγκαούζους συνήθως κληρονομείται από γενιά σε γενιά.  Ο κουμπάρος εκλέγεται μια για πάντα και βαφτίζει τα παιδιά όλης της οικογένειας.  Το δικαίωμά του μεταβιβάζεται σε άλλα μέλη της οικογένειας του μόνον μετά τον θάνατό του.  Η ανυπακοή ή το μάλωμα με τους κουμπάρους θεωρούνταν βαρύτατο αμάρτημα.

Όταν έπεφτε το πρώτο δόντι του μικρού παιδιού το πετούσαν στη σκεπή του σπιτιού λέγοντας: «Κόρακα, κόρακα σου δίνω κοκάλινο δόντι, δώσε μου σιδερένιο».

Οι Γκαγκαούζοι παντρεύονταν με προξενιό και τον τελικό λόγο τον είχε η κεφαλή της οικογενείας.  Πριν από τον γάμο προηγούνταν πάντα οι αρραβώνες. Η προίκα ήταν βασική προϋπόθεση για τον γάμο.  Την παραμονή του γάμου ξύριζαν τελετουργικά τον γαμπρό και έπλεκαν  κοτσίδες τα μαλλιά της νύφης. Επίσης γινόταν πολυέξοδο γλέντι Μετά το γάμο έβαζαν τον γαμπρό και τη νύφη να καθίσουν και τους έδιναν να κρατήσουν στην αγκαλιά τους παιδιά (αγόρια ή κορίτσια) που οι γονείς τους ήταν ζωντανοί.

Βουλγαρική επίδραση 

 

Οι Γκαγκαούζοι πάρα πολύ σέβονται τους μεγαλύτερούς τους. Έτσι τα μικρότερα αδέρφια δεν προσφωνούν τα μεγαλύτερα με το όνομά τους, αλλά  προσφωνούν «μπάτε»  τον μεγαλύτερο αδερφό τους  και «κάκο» την μεγαλύτερη αδερφή τους. Οι λέξεις και η παράδοση αυτή  είναι βουλγαρικά, παρόλο που από τους Γκαγκαούζους θεωρούνται αποκλειστικά και μόνο δικά τους.

Βαλκανική Κουζίνα 

 

Ένα εθνικό τους φαγητό, όπως υποστηρίζουν οι Γκαγκαούζοι, που ονομάζεται «κιρμά» και που μοιάζει όπως λένε σαν πίτσα αν και διαφέρει πάρα πολύ από αυτήν και συγχρόνως παραθέτουν τη συνταγή και τον τρόπο παρασκευής της είναι η «μπατζίνα» είδος πίτας που παρασκευάζεται και στην Ελλάδα (στα βλάχικα μπάτζιος σημαίνει στάνη και μπατζίνα η πίτα του βοσκού).

Συμπεράσματα 

 

Οι Γκαγκαούζοι με τη λήξη των ρωσο -τουρκικών πολέμων μετοικούν από τη Βουλγαρία στη σημερινή νότια Μολδαβία ακολουθώντας την πορεία του ρωσικού στρατού, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν θηριωδίες από τη μεριά των τούρκων.  Μαζί τους παίρνουν γλώσσα, δοξασίες, ήθη, έθιμα και κουζίνα από τον βαλκανικό χώρο που μάλλον τους βοηθάνε να διαφοροποιούνται από τους άλλους λαούς στην περιοχή του Μπουτζάκ της σημερινής Μολδαβίας.

Η θρησκεία τους (ορθόδοξοι χριστιανοί) που εξαιτίας της αναγκάζονται να μετοικήσουν, τους επιτρέπει να ενταχθούν στο νέο περιβάλλον χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.  Η γλώσσα τους (προφορική) τους δίνει τη δυνατότητα να ξεχωρίζουν από τους άλλους  (σλαβόφωνους ή ρουμανόφωνους) και να διατηρούν συνείδηση της ιδιαιτερότητά τους.  Συγχρόνως αυτή η γλώσσα θα λειτουργεί σαν ένα απροσπέλαστο τείχος ανάμεσα σ’ αυτούς  και στους άλλους λαούς και να παίρνει αμυντικό χαρακτήρα, αφού οι Γκαγκαούζοι δεν εμπιστεύονται τους μη Γκαγκαούζους. («Σεν μιννέτ μι σιν;» , «από τους δικούς μας είσαι;»). Συγχρόνως αισθάνονται ανωτερότητα απέναντι στους άλλους λαούς  («μπάνα γκαγκαούζ ντερλέρ» (με λένε Γκαγκαούζο), δηλαδή είμαι ευγενής και ανδρείος.  Αφού αυτοί όντας τούρκικης καταγωγής και τουρκόφωνοι αντιστάθηκαν στο Ισλάμ.

Επειδή είναι ολιγάριθμοι, αποτελούν μειονότητα, χωρίς να μπορούν να επηρεάσουν τα ιστορικά γεγονότα, ακολουθούν την τύχη της  Βεσσαραβίας (κάτω από την κυριαρχία της Ρωσίας, της Ρουμανίας, της Γερμανίας και των Σοβιετικών).

Διατηρούν πάντα τον πόθο για ελευθερία και ανεξαρτησία, ονειρευόμενοι να στήσουν τη  γκαγκαούζικη σημαία  ψηλά από την Τσιαρακμάνα μέχρι την Καβάρνα όπου θα συγκεντρωθούν όλοι οι Γκαγκαούζοι.

 Στις αρχές του 20ου αιώνα ο πρωθιερέας Μιχαήλ Τσακίρ (1861-1938) εκδίδει εκκλησιαστικά βιβλία στα γκαγκαούζικα με βάση τα κυριλλικά.  Έτσι ξεκινάει η προσπάθεια η γλώσσα να γίνει γραπτή.

Στη δεκαετία του ’40 ο Νικολάι Τανάσογλου στρέφεται στην παράδοση καταγράφοντας τα παραμύθια, τους θρύλους και τις μπαλάντες. Τη στροφή στις ρίζες συνεχίζει και ο Ντιονίς Τανάσογλου ο οποίος εκδίδει το 1959 τη Λαογραφική-Λογοτεχνική συλλογή «Μπουτζακτάν σεσλάρ» (Φωνές του Μπουτζάκ) που περιλαμβάνει μπαλάντες, τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες, αποφθέγματα κλπ. Και αυτά γίνονται σε μια ευνοϊκή συγκυρία για την Γκαγκαούζικη γλώσσα, αφού από το 1957 μέχρι το 1961 επιτρέπεται ελεύθερα η διδασκαλία της.  Ο Ντμίτρι Καρά Τσομπάν ιδρύει το Ιστορικό_-Εθνογραφικό μουσείο για να αποδειχθεί η συνέχεια μέσα στην ιστορία.  Οι ποιητές που θα ακολουθήσουν θα υμνήσουν την πατρίδα και θα εγκωμιάσουν τους ανθρώπους που μοχθούν για το ψωμί τους , θα τους διακρίνει ο ρομαντισμός, το πάθος και η εθνική θέρμη.

Δηλαδή η εθνική αυτοσυνειδησία των Γκαγκαούζων δημιουργείται στους κύκλους των διανοουμένων οι οποίοι συλλαμβάνουν την ιδέα και την προπαγανδίζουν. Οι ρομαντικές τους βλέψεις θα βρουν πρόσφορο έδαφος στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν στην Σοβιετική Ένωση άρχισαν οι δημοκρατικές αλλαγές  και υπήρχε η δυνατότητα  οι Γκαγκαούζοι να εκδηλώσουν τα πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματά τους.  Οι προσπάθειές τους θα καρποφορήσουν διότι ακολουθεί η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.  Προηγείται η ανεξαρτοποίηση της Μολδαβίας η οποία προσπαθώντας να απαγκιστρωθεί από τη Ρωσία αναζητεί ερείσματα στο εξωτερικό.  Η Τουρκία που προσφέρεται να βοηθήσει τη Μολδαβία συγχρόνως παρεμβαίνει για να δοθεί αυτονομία στους Γκαούζουζους, που τους δίδεται στις 23 Δεκεμβρίου 1994.  Συγχρόνως οι Γκαγκαούζοι εγκαταλείπουν το κυριλλικό αλφάβητο (Ρωσία) και χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο (Τουρκία).  Η Τουρκία θα είναι δίπλα στους Γκαγκαούζους για να τους προσφέρει να καλύψουν τα  κενά στην ιστορία τους και να την γράψουν από κοινού. 

Πηγές

 

  1. http://www.ato-gagauzia.narod.ru/
  2. http://www.radio.dir.bg/abroad/gagauzia/gagauz.htm
  3.  http://etheo.h10.ru/gaga001.gif/
  4.  http://www.iatp.md/gagauzia/
  5.  http://www.minelres.lv/NationalLegislation/Moldova
  6.  http://www.sos-gagauz.ru
  7.  http://www.gagauz-press.narod.ru/
  8.  http://www.vexillografy.narod.ru/
  9.  http://www.odessit.com/cgi-bin/

10.  http://www.nupi.no/cgi-win/

11.  Σταμενόβα Ζίβκα και άλλοι, Γκαγκαούζοι (ГАГАУЗИ)

 http://www.omda.bg/NAROD/gagauzi.html

12.  Μάνωβ  Ι. Α., Για τους Γκαγκαούζους (ЗА ГАГАУЗИТЕ)

http://www.varna-bg/com

13.  http://www.hrono.ru/etnosy/gagauzy.html

14.  http://www.PRIO.no

15.  http://www.kalnieciai.lt/zenius/europe/moldova/gagauzia

16.  http://www.krugosvet.ru/articles/80/1008099/1008099a1.htm

17.  http://www.encycl.accoona.ru/?id=12879

18.  http://besorabia.narod.ru

  1. 19.   http://www.comrat.iatp.md/gagauzia/tvorc.gagauz.htm

20. Κιτσίκης Δημήτρης, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1280-1924),   Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»

21. Bol’shoi Entsiklopeditsheskii Slovar’, Yazykoznanie, Moskva 1998. (Μεγάλο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, Γλωσσολογία, Μόσχα 1998.)

22. Narody Mira, istoriko-etnografitsheskii spravotshnik, Sovetskaya Entsiklopediya, Moskva 1988.

23. Παγκόσμια Γεωγραφία, Εκδοτική Αθηνών.

24. Ταπούρης Νικόλαος, Λουκά Νικόλαος, Οι Γκαγκαούζοι της Μολδαβίας, Θεσσαλονίκη 2003.

25. Βουλγαροελληνικό Λεξικό, Ακαδημία των Επιστημών της Βουλγαρίας

 «Οι Γκαγκαούζοι στη Μολδαβία και στη Ν.Α. Ευρώπη»

Ευάγγελος Αργυρόπουλος

 

Πίνακας Περιεχομένων

Εισαγωγή…………………………………………………………………3

Γενικά…………………………………………………………………….3

Ιστορία ……………………………………………………………………3

Οι Γκαγκαούζοι των Βαλκανίων …………………………………………5

Οι Γκαγκαούζοι στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης……………..6

Οι Γκαγκαούζοι της Μολδαβίας……………………………………….…7

Η γλώσσα…………………………………………………………………8

Λέξεις ελληνικές που δεν υπάρχουν στα ρωσικά και βουλγαρικά λεξικά……………………………………………………………………10

Επώνυμα που θυμίζουν βαλκανικό παρελθόν…………………………..10

Προσπάθειες των Γκαγκαούζων να γίνει η γλώσσα τους γραπτή………10

Γκαγκαούζοι διανοούμενοι και λογοτέχνες και τα έργα τους ………….11

Εθνική αυτοσυνειδησία…………………………………………………13

Γκαγκαούζ Έρι ή Γκαγκαουζία (αυτόνομη περιοχή στη νότια Μολδαβία)………………………………………………………………14

Σημαίες της Γκαγκαουζίας………………………………………………15

Κουλτούρα………………………………………………………………17

Δοξασίες, ήθη και έθιμα των Γκαγκαούζων  που συναντάμε και σε περιοχές της Ελλάδας……………………………………………………17

Βουλγαρική επίδραση…………………………………………………..18

Βαλκανική Κουζίνα…………………………………………………….18

Συμπεράσματα………………………………………………………….18

Πηγές…………………………………………………………………….20

 

 

 

 

Οι Γκαγκαούζοι στη Μολδαβία και στη Ν.Α. Ευρώπη

 

Εισαγωγή

 

          Η παρούσα εργασία είναι θεωρητική και σκοπό έχει να καταδείξει τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι Γκαγκαούζοι απέκτησαν αυτοσυνειδησία και εθνική συνείδηση με αποτέλεσμα την ανακήρυξη περιοχής στη νότια Μολδαβία σε αυτόνομη με την ονομασία Γκαγκαουζία ή Γκαγκαούζ Έρι, αλλά και την πολιτισμική και γλωσσική τους σχέση με τα Βαλκάνια.

 Γενικά

          Οι Γκαγκαούζοι (αυτοπροσδιορισμός) είναι ολιγάριθμος λαός, τουρκικής καταγωγής αλλά ορθόδοξοι χριστιανοί (σπάνια και μοναδική σύνθεση, όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν).  Σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία των Γκαγκαούζων, περίπου 250.000 ζουν στην περιοχή της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.  Το βασικό και συμπαγές τμήμα, περισσότεροι από 153.000 ζουν στην περιοχή Μπουτζάκ της νότιας Μολδαβίας.  Χωριά Γκαγκαούζων υπάρχουν στην περιοχή της Οδησσού και στην Ζαπορόζια περιοχή στην Ουκρανία, στην Ρουμανία, στο Καζακστάν, στην Κιργιζία, στο Ουζμπεκιστάν, στην Καμπαρδινο-Μπαλκάρια, στην Βουλγαρία και στην Ελλάδα.

Άλλες πηγές (ρωσικές)δίνουν  πιο μικρά νούμερα, δηλαδή ο συνολικός αριθμός μειώνεται στις 220.000 και αναφέρονται και άλλες χώρες στις οποίες ζουν Γκαγκαούζοι (Λευκορωσία, Λετονία, Γεωργία, Τουρκία, Καναδάς και Βραζιλία).

Ιστορία

          Η ιστορία των Γκαγκαούζων μέχρι και την σημερινή εποχή πολύ λίγο έχει μελετηθεί. Και δεν υπάρχει, όπως και οι ίδιοι τονίζουν, μια ιστορία ιδωμένη με επιστημονική ματιά που να είναι αντικειμενική και πειστική. 

          Οι εκδοχές για την καταγωγή των Γκαγκαούζων είναι πάρα πολλές.  Άλλοι μιλάνε για εκτουρκισθέντες χριστιανούς, πιο σωστά τουρκοφωνήσαντες χριστιανούς και άλλοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για εκχριστιανισθέντες τούρκους.  Στην Τουρκία υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μικρασιάτες τούρκους από την περιοχή της Νίκαιας.

          Μία θεωρία υποστηρίζει ότι οι Γκαγκαούζοι κατάγονται από τις νομαδικές φυλές των Τούρκων Ογούζων. Διωγμένοι από τις Ταταρο- Μογγολικές επιθέσεις στην ανατολική Ευρώπη κατευθύνονται προς τα δυτικά.  Τον 11ο αι., όπως αναφέρεται σε Βυζαντινές πηγές, περνάνε τον Δούναβη και εγκαθίστανται στα Βαλκάνια.  Εκεί αναμιγνύονται με τις άλλες τούρκικες φυλές – πετσενέγκους, ούννους, κουμάνους.  Από την επιμιξία αυτών  των φυλών προέρχονται οι σημερινοί Γκαγκαούζοι. Ζώντας στην περιοχή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εκχριστιανίζονται και πετυχαίνεται αυτή η σπάνια σύζευξη τούρκικης γλώσσας και ορθόδοξης πίστης.

          Η εκδοχή αυτή έχει επικρατήσει στη σοβιετική ιστοριογραφία και θέλει την καταγωγή των Γκαγκαούζων από τις  κεντροασιατικές φυλές, οι οποίες ανήκαν στη Σοβιετική Ένωση, για να αποκοπούν οι Γκαγκαούζοι από το βαλκανικό παρελθόν τους.

          Πρόβλημα στην υποστήριξη αυτής της εκδοχής είναι ο φαινότυπος των Γκαγκαούζων, οι οποίοι δεν ξεχωρίζουν από τους άλλους Βαλκάνιους, και όπως οι ίδιοι υποστηρίζουν αλλά και όλες οι πηγές, οι Γκαγκαούζοι έχουν σχέση με την μεγάλη μεσογειακή ινδοευρωπαϊκή φυλή. 

(Στη φωτο γνωστοί σημερινοί Γκαγκαούζοι)

Σύμφωνα με τον Μάνωφ, η σωματική διάπλαση των Γκαγκαούζων είναι κανονική, μεσαίου αναστήματος, πλατειά στήθη, δυνατά χέρια και πόδια, μελαχρινοί με μεγάλη μύτη και ευκίνητοι.

Οι κοπέλες είναι όμορφες με λευκή επιδερμίδα και στρογγυλό, γεμάτο πρόσωπο.

Μια άλλη εκδοχή είναι η λεγόμενη «Σελτζουκική θεωρία», που είναι δημοφιλής στην Τουρκία. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή τον 13ο αι.

ιδρύεται στην περιοχή της Δοβρουτσάς, στα βόρεια της Βουλγαρίας, ένα μικρό κράτος γνωστό ως «Πριγκιπάτο της Δοβρουτσάς» ή «Ούζι εγιαλέτ». Όπως αναφέρεται, ο Σελτζούκος σουλτάνος Ιζεντίν Καϋκαβούς, που η μητέρα του ήταν Ελληνίδα και ο ίδιος είχε βαπτισθεί χριστιανός, επειδή κινδύνευε από τον αδερφό του ή κατ’ άλλους κινδύνευε από τις Μογγολικές επιθέσεις στη Μικρά Ασία, κατέφυγε  το 1261 μ.Χ. μαζί με τους οπαδούς του στην Κωνσταντινούπολη στην αυλή του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Μετά από κάποιο διάστημα ο Βυζαντινός αυτοκράτορας τους επέτρεψε να εποικίσουν την περιοχή της Δοβρουτσάς στη βόρειο Βουλγαρία και της Ζίχνας στον νομό Σερρών.

Οι οπαδοί του Καϋκαβούς  έστειλαν μήνυμα στις τουρκικές φυλές που ζούσαν στην περιοχή της Νίκαιας, οι οποίες υπό την καθοδήγηση του ηγέτη τους Σαρί Σαλτούκ, που φημολογείται πως ήταν χριστιανός μοναχός, έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στη Δοβρουτσά.

          Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή οι σημερινοί Γκαγκαούζοι είναι απόγονοι των συναγωνιστών του σουλτάνου Ιζεντίν Καϋκαβούς, από τον οποίο και πήραν το προσωνύμιο Γκαγκαούζοι.

          Και οι σημερινοί Γκαγκαούζοι δέχονται ότι υπήρχε αυτό το κράτος, το οποίο ήταν και το πρώτο κράτος των Γκαγκαούζων, με κέντρο την πόλη Κορμπουνά.

          Στο «Πριγκιπάτο της Δοβρουτσάς» ή «Ούζι εγιαλέτ» υπήρχε ξεχωριστή εκκλησιαστική εξαρχία η οποία υπαγόταν πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 Σύμφωνα με τους Γκαγκαούζους το «Πριγκιπάτο της Δοβρουτσάς» επέζησε πάνω από 200 χρόνια και έπεσε κάτω από τα χτυπήματα των Οθωμανών κατακτητών το 15ο αι.  Σύμφωνα με τον Α.Ι. Μάνωφ υπήρχε μόνο για 130 έτη.

Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει πως οι Γκαγκαούζοι είναι βούλγαροι και έλληνες εκτουρκισθέντες (τουρκοφωνήσαντες).

Οι Γκαγκαούζοι των Βαλκανίων

Στη Βουλγαρία οι Γκαγκαούζοι κατοικούν στην περιοχή της Βάρνας.  Σύμφωνα με την απογραφή του 1992 ως Γκαγκαούζοι αυτοπροσδιορίστηκαν 1478 άτομα.  Σύμφωνα με εμπειρογνώμονες  οι Γκαγκαούζοι στη Βουλγαρία πρέπει να είναι περίπου 40.000.

Με το φιρμάνι του 1870 με το οποίο ιδρυόταν η Βουλγαρική Εξαρχία, εξαιρούνταν τα γκαγκαούζικα χωριά, τα οποία εκκλησιαστικά ανήκαν στη Μητρόπολη της Βάρνας και μέσω αυτής υπάγονταν πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και είχαν ελληνικά σχολεία και εκκλησίες.  Το 1906 το βουλγαρικό κράτος διέκοψε με τη βία τη σχέση των Γκαγκαούζων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

          Στην Ελλάδα οι Γκαγκαούζοι ζουν στα χωριά της Νέας Ορεστιάδας και της περιοχής του «τριγώνου» του νομού Έβρου, και στη Νέα Ζίχνα του νομού Σερρών.  Οι Γκαγκαούζοι του νομού Έβρου μετακινήθηκαν από την περιοχή της Αδριανούπολης της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα με την συνθήκη της Λωζάνης του 1923.  Οι Γκαγκαούζοι της Νέας Ζίχνης του νομού Σερρών είναι ντόπιοι.  Ο συνολικός τους αριθμός στην Ελλάδα  προσδιορίζεται περίπου από 3.000 έως 5.000.

 Κάποιοι Βούλγαροι ερευνητές ταυτίζουν τους Γκαγκαούζους με τους Καραμανλήδες, χωρίς όμως να το στηρίζουν.

          Στην Τουρκία υποστηρίζεται ότι βρίσκονται 5.000 Γκαγκαούζοι χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένη περιοχή.

          Στη Ρουμανία οι Γκαγκαούζοι ζουν στην περιοχή της Κωνστάτζας και υπολογίζονται σε 3.000.

Οι Γκαγκαούζοι στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης

Στην Ουκρανία οι Γκαγκαούζοι ζουν στην περιοχή της Οδησσού και στα παράλια της Αζοφικής Θάλασσας. Οι ίδιοι μιλούν για 40.000, ρωσικές πηγές αναφέρουν 31.900, άλλες πηγές πολύ πιο κάτω.

 Οι Γκαγκαούζοι, οι οποίοι κατοικούν στην περιοχή της Οδησσού, στην ουσία αποτελούν μία ομάδα με τους Γκαγκαούζους που κατοικούν στη Μολδαβία. Απλώς τα σύνορα Μολδαβίας-Ουκρανίας τους χωρίζουν. Οι εκπρόσωποι των γκαγκαούζικων χωριών συνεδρίασαν και σύστησαν σύλλογο με την επωνυμία «Μπουρλούκ» (Ενότητα) και εξέλεξαν επταμελές διοικητικό συμβούλιο με πρόεδρο (κεφαλή) τον Ηλία Καρακάς.

          Ρωσικές πηγές αναφέρουν ότι στη Ρωσία  ζουν 10.100 Γκαγκαούζοι και είναι απόγονοι μεταναστών από την Μολδαβία.

Οι Γκαγκαούζοι της Μολδαβίας

 

          Η Μολδαβία έχει έκταση 33.700 Km2 και πληθυσμό 4.500.000 κατοίκους. Πρωτεύουσα είναι το Κισινιόφ με πληθυσμό περίπου 700.000 κατοίκους.

 Την σημερινή Μολδαβία αποτελούν:Ρουμανικής καταγωγής 64%Ουκρανοί 14%Ρώσοι 13%

Γκαγκαούζοι 4%

Βούλγαροι 2%

Εβραίοι 2%

Άλλοι 1%

         

          Η παρουσία των Γκαγκαούζων στη Μολδαβία ξεκινά στα τέλη του 18ου αιώνα, με τους ρωσοτουρκικούς πολέμους.

Κάθε φορά που οπισθοχωρεί ο ρωσικός στρατός από τα Βαλκάνια τον ακολουθούν και χριστιανικοί πληθυσμοί, κυρίως Γκαγκαούζοι. Ζώντας οι Γκαγκαούζοι κάτω από δύσκολες συνθήκες μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και αντιμετωπίζοντας τον φόβο γενοκτονίας άρχισαν να μεταναστεύουν, περνώντας τον Δούναβη από το 1750 ως το 1846 και να εγκαθίστανται στη νότια Βεσσαραβία, στην περιοχή του Μπουτζάκ.

          Πριν  την μετοίκησή τους στη Βεσσαραβία  οι Γκαγκαούζοι διακρίνονται σε χασίλ (καθαρούς) Γκαγκαούζους ή «έλληνες», δηλαδή Γκαγκαούζους με ελληνική μόρφωση και ανατροφή και σε «βουλγάρους» Γκαγκαούζους.

          Περίπου το 1807 μέρος από τους μετανάστες Γκαγκαούζους της Βεσσαραβίας, κάτω από την πίεση της τσαρικής Ρωσίας εγκαταλείπουν το Μπουτζάκ και μετοικίζουν στην Κριμαία, την περιοχή της Αζοφικής και την Σταυρούπολη.  Στα εδάφη που αυτοί άφησαν έφθασαν και εγκαταστάθηκαν Γκαγκαούζοι και Βούλγαροι από περιοχές πέρα από τον Δούναβη.  Δηλαδή οι σημερινοί Γκαγκαούζοι στην περιοχή Μπουτζάκ της Μολδαβίας είναι απόγονοι του δευτέρου κύματος μεταναστών από την περιοχή της Βουλγαρίας.

          Το 1906 μ.Χ. οι Γκαγκαούζοι αποκτούν εφήμερη ανεξαρτησία πέντε ημερών όταν ανακηρύχτηκε η Δημοκρατία του Κομράτ, που ήταν αποτέλεσμα των αγροτικών εξεγέρσεων του 1905-1907.  Όμως η εξέγερση πατάχτηκε με ωμότητα από τους τότε κρατούντες.

          Η επανάσταση του 1917 επηρέασε βαθύτατα τους Γκαγκαούζους οι οποίοι προσπάθησαν να πετύχουν την αυτονομία τους, όμως τον Ιανουάριο του 1918 η Βεσσαραβία καταχτιέται και περιέρχεται στη Ρουμανία μέχρι και το 1944.

          Η κατάσταση αυτή δεν άλλαξε ούτε και το 1944, όταν στις 2 Αυγούστου σχηματίζεται η σοβιετική Μολδαβία.  Η σταλινική εξουσία χωρίς να ρωτήσει τους Γκαγκαούζους τους χωρίζει. Το 80% θα ανήκει στη σοβιετική Μολδαβία και το 20% στη γειτονική περιοχή της σοβιετικής Ουκρανίας.  Οι Γκαγκαούζοι αναγνωρίζονται ως ξεχωριστή εθνότητα αλλά δεν τους δίδεται καμιά μορφή πολιτικής αυτοδιοίκησης.                                                                  

 Δηλαδή οι Γκαγκαούζοι στην περιοχή της Βεσσαραβίας δεν ήταν ποτέ ανεξάρτητοι, αλλά, όπως και οι ίδιοι υποστηρίζουν, ήταν πάντα μέρος  πότε της Ρωσικής αυτοκρατορίας, πότε της Ρουμανίας, είτε της Γερμανίας κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και είτε της Σοβιετικής Ένωσης.

Η γλώσσα

 

          Σύμφωνα με πηγές προερχόμενες από τους Γκαγκαούζους και οι οποίοι επιστρατεύουν διάφορους επιστήμονες που έχουν διαφορετικές μεθόδους και διαφορετικά αποτελέσματα για να αποδείξουν τελικά ότι τα γκαγκαούζικα δεν είναι διάλεκτος αλλά αυτοτελής γλώσσα.

Ο Τ. Κοβάλσκι από το Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας, που μελέτησε τις τουρκικές διαλέκτους, αποφαίνεται ότι η Γκαγκαούζικη γλώσσα είναι αυτοτελής και αποτελείται από τρία στρώματα:

–         Το αρχαϊκό γλωσσολογικό στρώμα (πετσενέγκοι, ούζοι κουμάνοι) που έχει την αρχή του στον 13ο αιώνα.

–         Το στρώμα που το πήρε από τη νότιο τουρκική γλώσσα (13ο-14ο αιώνα, διάλεκτος που χρησιμοποιείται στη Συρία.

–         Στρώμα προερχόμενο από την οθωμανική τουρκική γλώσσα.

Σύμφωνα με την εργασία τους «Σε ποιες γλώσσες μιλάνε στον κόσμο;» οι Λ. Ουάλντ και Ε. Σλέιβ χώρισαν τις τουρκικές γλώσσες σε δύο κλάδους: τον ανατολικό και τον δυτικό.

Στον δυτικό κλάδο υπάγονται οι ομάδες: βουλγαρικά, ογκούζικα, κιπτσάσκικα και καρλούσκικα.

Στην ομάδα των ογκούζικων υπάγονται οι υποομάδες: ογκουζο-τουρκμενικά, ογκουζο-βουλγαρικά και ογκουζο-σελτζουκικά.

Στην υποομάδα των ογκουζο-βουλγάρικων συμπεριλαμβάνονται οι αρχαίες γλώσσες των πετσενέγκων, των ούζων και επίσης η σημερινή Γκαγκαούζικη γλώσσα.

Σύμφωνα με τον  Νίκολας Ποπ και την εργασία του Introduction to Altaic Linguistics  η Γκαγκαούζικη μαζί με την τουρκική, την τουρκμενική και την αζερμπαϊτζανική ανήκουν στην νότιο-δυτική ή ογκουζική ομάδα.

Σύμφωνα με το ρωσικό Μεγάλο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Γλωσσολογίας τα γκαγκαούζικα είναι μια από τις τούρκικες γλώσσες, που ομιλούνται από 173 χιλιάδες άτομα στην περιοχή της  Μολδαβίας. Πριν από τη μετοικεσία από τη Βουλγαρία στη Μολδαβία, η Γκαγκαούζικη γλώσσα δέχθηκε επιδράσεις από τις βαλκανικές γλώσσες, με αποτέλεσμα να αποκτήσει χαρακτηριστικά που δεν προσιδιάζουν στη φωνητική και τη γραμματική δομή των τούρκικων γλωσσών.  Στο λεξιλόγιο υπάρχουν δάνεια από τα αραβικά, τα περσικά, τα ελληνικά, τα σλαβικά και τα ρουμανικά.

Σύμφωνα με τους Ταπούρη-Λουκά τα γκαγκαούζικα είναι μια απλή τουρκική διάλεκτος, αλλά επικράτησε να θεωρούνται ξεχωριστή γλώσσα  που ανήκουν  στην αλταϊκή οικογένεια γλωσσών.

Σύμφωνα με πηγές προερχόμενες από τους Γκαγκαούζους, κάποιες μαρτυρίες για τη γλώσσα των φυλών των ογκούζων περιέχονται σε τουρκόγλωσσο λεξικό του 11ου αιώνος του φιλολόγου Μαχμούτ Άλ Κασγκαρί με τον τίτλο «Ντιβάν-ι λουγκάτ-ιτ-Τιούρκ» (Συλλογή τούρκικων γλωσσών) το οποίο γράφτηκε μεταξύ 1072 και 1074. Το λεξικό περιέχει τούρκικες λέξεις, εκφράσεις και στίχους από δημοτικά τραγούδια των τούρκικων φυλών της Κεντρικής Ασίας , ιδίως των Ιουγκούρων, με μετάφραση και ερμηνεία στα Αραβικά.  Το μοναδικό χειρόγραφο του λεξικού, που χρονολογείται στα 1266, φυλάσσεται στην Κωνσταντινούπολη.

 Αυτό, θα λέγαμε, είναι άλλη μια προσφορά των Τούρκων στους Γκαγκαούζους, ώστε οι δεύτεροι να καλύψουν τα ιστορικά κενά που αντιμετωπίζουν.  Μάλιστα, οι Γκαγκαούζοι συναριθμούν τον Μαχμούτ Άλ Κασγκαρί στους διανοούμενούς τους.

Λέξεις ελληνικές που δεν υπάρχουν στα ρωσικά και βουλγαρικά λεξικά.

Στις πηγές των Γκαγκαούζων συναντήσαμε ελληνικές λέξεις που δεν αναφέρονται στα ρωσικά και βουλγαρικά λεξικά.

Κανίσκα : κανίσκι, καλάθι που περιέχει δώρα που στέλνεται ως δώρο στις γιορτές.

Λέφτ’ : λεφτά, χρήματα

Νουνά : νουνός

Αϊάσμα : αγιασμός

Επώνυμα που θυμίζουν βαλκανικό παρελθόν.

 

Επίσης στις πηγές των Γκαγκαούζων συναντήσαμε επώνυμα που φανερώνουν το Βαλκανικό παρελθόν τους.

Τσακίρ (Τσακίρης), Τανάσογλου, Καρά Τσομπάν, Μπάμπογλου, Μαρίνογλου, Αγιόγλου, Αραμπατζή, Δούλογλου, Σιρκελή, Καρακάς (Καρακάσης), Μπουγιουκλή, Φιλιόγλου Μπουλγκάρ (Βούλγαρης), Βλάχ.

Προσπάθειες των Γκαγκαούζων να γίνει η γλώσσα τους γραπτή

Γραπτά μνημεία στα γκαγκαούζικα πριν από τον 20ο αιώνα δεν υπάρχουν. Βέβαια υπάρχει πλήθος από λαϊκά ποιήματα, τραγούδια, παροιμίες, ανέκδοτα, αινίγματα και παραμύθια που μεταδίδονταν προφορικά από γενιά σε γενιά. 

Στις αρχές του 20ου αιώνα ο Γκαγκαούζος πρωθιερέας Μιχαήλ Τσακίρ (1861-1938) επιχειρεί να εκδώσει βιβλία στα γκαγκαούζικα χρησιμοποιώντας τα κυριλλικά γράμματα. Από το 1907 αρχίζει να εκδίδεται θρησκευτική εφημερίδα στα γκαγκαούζικα. Από το 1907 ως το 1914 στα γκαγκαούζικα μεταφράσθηκαν και εκδόθηκαν: Ευχολόγιο , η Θεία Λειτουργία , το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο , το Ψαλτήρι , το Ωρολόγιο, Σύντομη Ιστορία της Εκκλησίας, Ιστορία νέων αγίων, Ιστορία παλαιών αγίων.

Ένας από τους πρώτους συγγραφείς και διαφωτιστές ήταν ο Νικολάι Τανάσογλου (1895-1970). Η λογοτεχνική του δραστηριότητα αρχίζει τη δεκαετία του 1940. Έγραψε μια σειρά από παραμύθια, θρύλους και μπαλάντες.

Ο Ντιονίς  Τανάσογλου(1922-    ) συγκέντρωσε τη δεκαετία του ’40 τα γκαγκαούζικα τραγούδια και τα επεξεργάστηκε.

Το 1957 με απόφαση του Ανώτατου Σοβιέτ της Μολδαβίας δημιουργείται αλφάβητο βασισμένο στα κυριλλικά το οποίο και διδάχθηκε ως το 1961, οπότε και αποσύρθηκε με απόφαση πάλι του Ανώτατου Σοβιέτ Μολδαβίας.  Από την εποχή αυτή ξεκινάει την προσπάθειά της μια ομάδα Γκαγκαούζων λογοτεχνών και λαογράφων που στο διάστημα  1960-1990 παρήγαγαν 34 έργα.  Η λιγοστή παραγωγή οφείλεται σε πολιτικούς λόγους.

Από το 1994 χρησιμοποιείται το λατινικό αλφάβητο.

Σε όλα αυτά τα χρόνια έχουν εκδοθεί περισσότερες από 60 συλλογές ποιημάτων και πεζών και κάποιες επιστημονικές εργασίες πάνω στη γλώσσα και τη λογοτεχνία.  Όμως δεν υπάρχουν μεθοδικά εγχειρίδια για τη διαδασκαλία της γλώσσας και ούτε λεξικά (ερμηνευτικά, Ετυμολογικά, Συνωνύμωνκλπ).

Μεγάλο μέρος στην προφορική λαϊκή δημιουργία των Γκαγκαούζων αποτελούν τα παραμύθια, τα οποία απεικονίζουν την κοσμοθεωρία του λαού, τα όνειρά του για το μέλλον, τον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Γκαγκαούζοι διανοούμενοι και λογοτέχνες και τα έργα τους

 

Πρώτος ο πρωθιερέας Μιχαήλ Τσακίρ (1861-1938)όπως αναφέραμε, επιχειρεί εκδόσεις εκκλησιαστικών βιβλίων στα γκαγκαούζικα με βάση την κυριλλική γραφή. 

Συνεχίζει ο Νικολάι Τανάσογλου (1895-1970) ο οποίος τη δεκαετία του ’40 καταγράφει τα παραμύθια, τους θρύλους και τις μπαλάντες.

 Ο Ντιονίς Τανάσογλου (1922-   ) που θεωρείται από τους Γκαγκαούζους «πατριάρχης» της γκαγκαούζικης λογοτεχνίας, ετοιμάζει και εκδίδει το 1959 τη Λαογραφική-Λογοτεχνική συλλογή «Μπουτζακτάν σεσλάρ» (Φωνές του Μπουτζάκ).  Η συλλογή περιλαμβάνει έργα της προφορικής λαϊκής παράδοσης: μπαλάντες, τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες, αποφθέγματα, αμανέδες κλπ.

Ο Ντμίτρι Καρά Τσομπάν (1933-1986) τελείωσε το Λογοτεχνικό Ινστιτούτο και εργάστηκε ως δάσκαλος.  Δημιούργησε στη γενέτειρά του (Μπεσάλκα) Ιστορικό-Εθνογραφικό μουσείο και διετέλεσε διευθυντής του.  Εξέδωσε πάνω από δέκα βιβλία στην Γκαγκαούζικη γλώσσα.

Ο Μηνά  Κέσια (1933-1999) θεωρείται από τους βετεράνους της γκαγκαούζικης ποίησης.  Βασική θεματολογία του: η υμνολογία της πατρικής γης και ο εγκωμιασμός  του ανθρώπου που μοχθεί για το ψωμί του.

Ο Στεπάν Κούρογλο (1940-   ) ποιητής και επιστήμων εθνογράφος.  Συγγραφέας πολλών βιβλίων ποίησης και πρόζας.  Χαρακτηριστικά του: ο ρομαντισμός, το πάθος και η εθνική του θέρμη.

Ο Πιότρ  Τσεμποτάρ (1957-   ) τελείωσε τη Φιλολογική Σχολή. Εμφανίσθηκε το 1989 με τη συλλογή  «Ζάνα ιάκιν» (Κοντά στην καρδιά).

Ο Τόντουρ Ζάνετ (1958-   ) τελείωσε το Πολυτεχνικό Ινστιτούτο.  Είναι συντάκτης στην εφημερίδα «Άνα σοζού».  Γράφει για παιδιά και για μεγάλους. Συγγραφέας δύο ποιητικών βιβλίων: «Ζαμαϊερσίν, εβίμ!» (Γειά σου, σπίτι μου.) και «Καριμζαλίκ» (Μυρμηγκοφωλιά).

Νικολάι Μπάμπογλου (1928-   ).  Κάνει τις πρώτες λογοτεχνικές προσπάθειες στη δεκαετία του ’50 μεταφράζοντας στα γκαγκαούζικα ρώσους και ρουμάνους συγγραφείς.  Το 1971 εκδίδει τα διηγήματα  «Στα ίχνη του θρύλου» τα οποία έχουν στενή σχέση με τη λαογραφία και τις διηγήσεις υπερηλίκων.  Επίσης εξέδωσε το διήγημα «Τα γαρύφαλλα άνθισαν ξανά» το οποίο χαρακτηρίζεται σαν μια πανοραμική επική οθόνη που δείχνει τους παραδοσιακούς ήρωες, τους κατοίκους του χωριού.  Στο διήγημα «Ο αυλητής» περιγράφει την παραδοσιακή κοσμοαντίληψη του Γκαγκαούζου αγρότη.  Εξέδωσε το 1988 τη συλλογή ποιημάτων «Μελωδίες της πατρίδας».  Σημαντικό θεωρείται και το θεατρικό του έργο «Κεριά υπέρ υγείας».

Γαβριήλ Γκαϊνταρζή (1937-1999). Συγγραφέας, ποιητής, παιδαγωγός, γλωσσολόγος και γκαγκαουζολόγος, ένας από τους δημιουργούς του γκαγκαουζο-μολδαβικού λεξικού.  Τα διηγήματά του, τα χρονογραφήματα, τα ποιήματά του και τα λαογραφικά κείμενα που ο ίδιος επεξεργάστηκε δημοσιεύονται στα σχολικά εγχειρίδια.

Φιοντόρ Μαρίνογλου (1955-   ). Τελείωσε τη Σχολή Δημοσιογραφίας.  Εργάζεται ως δάσκαλος και είναι συντάκτης της εφημερίδας  «Χάλκ Μπιρλίκ».  Γράφει στίχους και σύντομα διηγήματα για ενήλικες και παιδιά.  Οι στίχοι του μελοποιήθηκαν και έγιναν δημοφιλείς ανάμεσα στους νέους.

Εθνική αυτοσυνειδησία

 

          Η εθνική αυτοσυνειδησία των Γκαγκαούζων δημιουργείται στους κύκλους των διανοουμένων και διαδίδεται στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν στην Σοβιετική Ένωση άρχισαν οι δημοκρατικές αλλαγές  και υπήρχε η δυνατότητα  οι Γκαγκαούζοι να εκδηλώσουν τα πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματά τους. Τότε, το 1988, κάποιοι Γκαγκαούζοι διανοούμενοι  ένωσαν τις δυνάμεις τους με άλλες εθνότητες και ίδρυσαν  το κίνημα «Γκαγκαούζ Χαλκί» (Γκαγκαούζικος Λαός) για να διασφαλίσουν τη φυσιογνωμία τους και να αποφύγουν την αφομοίωσή τους από τους ρουμανικής καταγωγής Μολδαβούς.  Το 1989 έγινε το πρώτο συνέδριο και πάρθηκε η απόφαση δημιουργίας  αυτόνομης Γκαγκαουζίας Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας στη νότια Μολδαβία με πρωτεύουσα το Κομράτ.  Τον Αύγουστο του 1990 στο Κομράτ διακηρύχτηκε η δημιουργία  Δημοκρατίας της Γκαγκαουζίας, αλλά η διακήρυξη ακυρώθηκε από την κυβέρνηση της Μολδαβίας.

          Στο μεταξύ κυριαρχεί η φημολογία που προκαλεί ανησυχία για επερχόμενη γλωσσική, πολιτιστική και εθνική αφομοίωση από τους Μολδαβούς.

          Τον Ιούνιο του 1990  ανακηρύσσεται η ανεξαρτησία της Μολδαβίας και ακολουθούν κινήσεις μολδαβικών και ρουμανικών κομμάτων για την ένωση Μολδαβίας και Ρουμανίας με αποτέλεσμα τη δημιουργία κλίματος αβεβαιότητας.

  Το εθνικό κίνημα πήρε παλλαϊκό χαρακτήρα όταν στην Μολδαβία αποφασίστηκε να γίνει γλώσσα του κράτους η ρουμανική

γλώσσα. Ο πολυεθνικός πληθυσμός της νότιας Μολδαβίας διαφώνησε με αυτή την απόφαση και τα οξυμένα γλωσσικά, πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματα τους οδήγησαν να επιδιώξουν την ανεξαρτησία τους.  Τον Σεπτέμβριο του 1990 οι Γκαγκαούζοι ανακηρύσσουν την αυτονομία τους ως «Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας».  Εναντίον των αυτονομιστών κινήθηκαν ένοπλα τμήματα του μολδαβικού Υπουργείου Εσωτερικών.  Στο πλευρό των αυτονομιστών τάχθηκαν σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις, που στην πραγματικότητα ήταν ρωσικές.  Τελικά η ένταση είχε μικρή διάρκεια και αποφεύχθηκε η ένοπλη σύγκρουση.

Το ενδιαφέρον της Ρωσίας θεωρείται δικαιολογημένο αφ’ ενός διότι στη Μολδαβία κατοικούν Ρώσοι (13%), οι οποίοι έχουν πετύχει τη δημιουργία της Υπερδνειστερίας και αφ’ ετέρου η δημιουργία αυτόνομων περιοχών στη Μολδαβία θα αποτελούν εμπόδιο στην ένωση Μολδαβίας και Ρουμανίας.

Το 1991 ξεκίνησαν συνομιλίες με τη βουλγαρική μειονότητα για τη δημιουργία μιας από κοινού «Βουλγαρογκαγκαουζικής Δημοκρατίας» χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Τον Αύγουστο του 1991 ο επικεφαλής της Γκαγκαουζίας ανακοινώνει την ένταξή της στη Ρωσική Ομοσπονδία, κάτι το οποίο δεν είχε συνέχεια.

          Το καλοκαίρι του 1993 η κυβέρνηση της Μολδαβίας αναλαμβάνει πρωτοβουλία και ξεκινούν συνομιλίες  για το γκαγκαούζικο πρόβλημα, με απώτερο σκοπό τον προσεταιρισμό των Γκαγκαούζων στις εθνικές εκλογές της 27-02-1994.

          Έτσι στις 23 Δεκεμβρίου του 1994 η Βουλή της Δημοκρατίας της Μολδαβίας, έπειτα από πιέσεις της Τουρκίας,  δέχτηκε τον νόμο «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος της Γκαγκαουζίας (Γκαγκαούζ Έρι)», λύνοντας την σύγκρουση με ειρηνικό τρόπο.

Γκαγκαούζ Έρι ή Γκαγκαουζία

(αυτόνομη περιοχή στη νότια Μολδαβία)

Η αυτόνομη Γκαγκαουζία έχει έκταση 1831,5 τετρ. χλμ. (ο νομός Θεσσαλονίκης έχει έκταση 3.560 τετρ. χλμ.). Ο πληθυσμός της Γκαγκαουζίας είναι 172.500  εκ των οποίων 153.000 Γκαγκαούζοι.

          Η Γκαγκαουζία διοικείται με βάση:

  1. το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Μολδαβίας,
  2. τον  νόμο «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος της Γκαγκαουζίας (Γκαγκαούζ Έρι)» (Νόμος 344-ΧΙΙΙ της 23.12.94) ο οποίος αποτελείται από 27 άρθρα,
  3. άλλους νόμους της Δημοκρατίας της Μολδαβίας,
  4. από τον Κώδικα της Αυτόνομης περιοχής Γκαγκαούζ Έρι, ο οποίος είναι το Σύνταγμα της Αυτόνομης Γκαγκαούζιας και αποτελείται από 10 άρθρα,
  5. από άλλους τοπικούς νόμους.

 

Σε περίπτωση που αλλάξει το καθεστώς της Μολδαβίας ως ανεξάρτητου κράτους, οι Γκαγκαούζοι έχουν το δικαίωμα για τον εξωτερικό αυτοπροσδιορισμό τους (άρθρο 1, παρ. 4 του νόμου «Περί του ειδικού νομικού καθεστώτος  της Γκαγκαουζίας).

Επίσημες γλώσσες της Γκαγκαουζίας είναι η Μολδαβική, η Γκαγκαουζική και η Ρωσική. (άρθρο 3, παρ. 1 του προαναφερθέντος νόμου).

Στην Γκαγκαουζία υπάγονται τρεις πόλεις: το Κομράτ, που είναι πρωτεύουσα, το Βουλκανέστι και το Τσιαντίρ-Λουνγκά και 27 χωριά.

Η πόλη Κομράτ έκανε την εμφάνισή της στα τέλη του 18ου αιώνα. Η λέξη Κομράτ είναι σύνθετη και αποτελείται, όπως λένε οι Γκαγκαούζοι, από δύο λέξεις τούρκικης προέλευσης «κομούρ ατ» που σημαίνουν μαύρο άλογο. Σύμφωνα με έναν θρύλο στην περιοχή αυτή γινόταν εμπόριο αλόγων (ζωοπάζαρο).  Κατά τη διάρκεια του ζωοπάζαρου διεξάγονταν ιπποδρομίες.  Μια φορά νίκησε στις ιπποδρομίες  το μαύρο άλογο του τοπικού τούρκου ηγεμόνα.  Σε ανάμνηση αυτής της νίκης δημιουργείται ένα χωριό το οποίο ονομάζεται «Κομούρ ατ», που στη συνέχεια με σίγηση το «ου» θα προφέρεται Κομράτ.  Έτσι μέσα από τα τοπωνύμια νομιμοποιείται η παρουσία των Γκαγκαούζων στην περιοχή του Μπουτζάκ.

Σημαίες της Γκαγκαουζίας

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στις διαδηλώσεις οι Γκαγκαούζοι χρησιμοποιούσαν μια γαλάζια σημαία με την απεικόνιση ενός λύκου.  Το γαλάζιο είναι το παραδοσιακό χρώμα των τούρκων και ο λύκος είναι ο προπάτοράς τους.  Σύμφωνα με ένα θρύλο, μετά από μια ληστρική και φονική επιδρομή εχθρών σε ένα χωριό, ένα βρέφος σώθηκε από θαύμα και το βρήκε σώο στο δάσος μια λύκαινα και η οποία το μεγάλωσε θηλάζοντάς το.   Το βρέφος αυτό μεγαλώνοντας έγινε ο γενάρχης των τούρκων. Με τον θρύλο αυτό η ιστορία των Γκαγκαούζων αποκτά βάθος, που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Όμως αν ο θρύλος αυτός προέρχεται από την προφορική παράδοση των Γκαγκαούζων ή είναι μια προσφορά της τούρκικης διπλωματίας για να αποδείξουν το ομογάλακτο των δύο ετερόθρησκων λαών δεν μπορώ να το πω μετά βεβαιότητας. Απλώς στο μυαλό μου έρχονται οι Γκρίζοι Λύκοι.

Στις  31 Οκτωβρίου 1995 με νόμο καθορίστηκε η νέα σημαία της Γκαγκαουζίας.  Η σημαία αποτελείται από τρεις λωρίδες (κυανού, λευκού και ερυθρού χρώματος) διαφορετικού όμως πλάτους.  Στην κυανή λωρίδα βρίσκονται σε σχήμα τριγώνου τρία αστέρια, που συμβολίζουν τις τρεις πόλεις της Γκαγκαουζίας.  Με άλλα λόγια οριοθετείται συμβολικά ο χώρος που θα ονομάζεται εφεξής Γκαγκαουζία, οι τρεις πόλεις κατοχυρώνονται από τους Γκαγκαούζους και αποφεύγονται τυχόν παρερμηνείες και αμφισβητήσεις.

 

 

Κουλτούρα

Οι Γκαγκαούζοι από τους γύρω λαούς θεωρούνται ένας μικρός και αμόρφωτος λαός.

Οι Γκαγκαούζοι, από τη πλευρά τους δεν εμπιστεύονται κανέναν άλλον λαό, γιατί τους θεωρούν κατώτερούς τους.  Η έκφραση «μπάνα γκαγκαούζ ντερλέρ» (με λένε Γκαγκαούζο) σημαίνει πως δεν είμαι συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά είμαι ευγενής και ανδρείος.

Όταν συναντιούνται δυο Γκαγκαούζοι άγνωστοι μεταξύ τους, για να διαπιστώσουν αν είναι από το ίδιο γένος, ρωτάνε: «σεν μιννέτ μι σιν;» που σημαίνει «από τους δικούς μας είσαι;».  Αν πάρει την απάντηση «μιννετίμ» τότε μιλάνε μεταξύ τους ανοιχτά.

Το όνομα που δινόταν στον Γκαγκαούζο κατά το βάπτισμα, ήταν μόνο το επίσημο όνομα με το οποίο κάποιος καταγραφόταν στους επίσημους καταλόγους, ενώ στην καθημερινή ζωή τού δινόταν άλλο όνομα με το οποίο τον προσφωνούσαν και τον αναγνώριζαν στο χωριό.  Το άλλο αυτό όνομα από τον Μάνωφ χαρακτηρίζεται παρατσούκλι που έχει κάθε Γκαγκαούζος και το οποίο δεν είναι για τον Γκαγκαούζο βρισιά, αλλά αντιθέτως του προξενεί υπερηφάνεια.

Ακόμη και μέχρι σήμερα οι Γκαγκαούζοι μεταξύ τους μιλάνε ότι η γκαγκαούζικη σημαία θα στηθεί ψηλά από την Τσιαρακμάνα μέχρι την Καβάρνα (πόλεις στη Βουλγαρία, ιστορική πατρίδα των Γκαγκαούζων) όπου θα συγκεντρωθούν όλοι οι Γκαγκαούζοι.

Στον χαρακτήρα οι Γκαγκαούζοι είναι εύθυμοι και γενναιόδωροι σε βαθμό σπατάλης, δηλαδή είναι πολύ φιλόξενοι.

Είναι υπομονετικοί και άφοβοι. Για να δείξουν την αφοβία τους επιχειρούν τα πιο επικίνδυνα πράγματα. Ακόμη και με μαχαίρι καρφώνονται για να αποδείξουν ότι είναι άφοβοι.  Αυτό το έκαναν  όταν ήταν σε εύθυμη διάθεση.  Έχει συμβεί οι Γκαγκαούζοι να αποκόπτουν κρέας από τον μηρό τους για να αποδείξουν την αφοβία τους.  Επίσης έσπαζαν με τα χέρια τους τα τζάμια στα παράθυρα και με τα δόντια τους γυάλινα ποτήρια, τα οποία μας θυμίζουν τους ζεϊμπέκηδες οι οποίοι χορεύοντας έσπαζαν γυάλινα αντικείμενα πριν από τις μάχες.

Στην οικογένεια ο άνδρας είναι η κεφαλή, αυτός διατάζει. Η γυναίκα υποτάσσεται στον άνδρα.  Αν ο άνδρας άγεται από τη γυναίκα αυτό θεωρείται ταπεινωτικό.  Για τους άνδρες οι οποίοι άγονται από τις γυναίκες τους λέγεται: «σενίν μπασσινά καρά κογιόρ φέσι» (στο κεφάλι σου η γυναίκα σου μπήκε φέσι).

Ως προς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις οι Γκαγκαούζοι είναι πολύ ευσεβείς και κανείς δεν μπορεί να τους πείσει για το αντίθετο: «Μποϊλέ μπουλντούκ μποϊλέ γιαπαντάϊζ» (έτσι τα βρήκαμε έτσι θα τα αφήσουμε).

Η εθνικότητα και η πίστη είναι αναπόσπαστα.

Οι παρακάτω στίχοι που γράφτηκαν όταν οι Γκαγκαούζοι υπεράσπιζαν την πόλη Καβάρνα από τις επιθέσεις των τσερκέζων, τατάρων και τούρκων: 

«Ααλεμέ μπε νίνεμ, ααλεμέ μπιζ γκενέ γκελιρίζ.

 Χριστιανίν ογκρουνά μπιζ καν ντιοκερίζ»

(Μην κλαις, μητέρα, μην κλαις, εμείς πάλι θα ξανάρθουμε.

Για χάρη της χριστιανοσύνης  θα χύσουμε το αίμα μας).

Και στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο οι Γκαγκαούζοι έδειξαν την αφοβία τους, ιδίως στις επιθέσεις.

Δοξασίες, ήθη και έθιμα των Γκαγκαούζων  που συναντάμε και σε περιοχές της Ελλάδας.

 

Παρόλο που οι Γκαγκαούζοι αναφέρουν διάφορες δοξασίες και έθιμα για να τονίσουν την ιδιαιτερότητα της κουλτούρας τους, ίσως σε σχέση με τους λαούς που τους περιβάλλουν στη Μολδαβία, εν τούτοις όλα αυτά τα συναντάμε σχεδόν αυτούσια και σε περιοχές της Ελλάδας (στη Θεσσαλία τα έχω συναντήσει προσωπικά) και δείχνουν το βαλκανικό παρελθόν τους.

Το φύλλο του μωρού που θα γεννιόταν προσπαθούσαν να το μαντέψουν από το σχήμα της κοιλιάς τη εγκύου.  Αν η κοιλιά ήταν σουβλερή το μωρό θα ήταν αγόρι, αν η κοιλιά ήταν πλατιά το μωρό θα ήταν κορίτσι.

Η κουμπαριά στους  Γκαγκαούζους συνήθως κληρονομείται από γενιά σε γενιά.  Ο κουμπάρος εκλέγεται μια για πάντα και βαφτίζει τα παιδιά όλης της οικογένειας.  Το δικαίωμά του μεταβιβάζεται σε άλλα μέλη της οικογένειας του μόνον μετά τον θάνατό του.  Η ανυπακοή ή το μάλωμα με τους κουμπάρους θεωρούνταν βαρύτατο αμάρτημα.

Όταν έπεφτε το πρώτο δόντι του μικρού παιδιού το πετούσαν στη σκεπή του σπιτιού λέγοντας: «Κόρακα, κόρακα σου δίνω κοκάλινο δόντι, δώσε μου σιδερένιο».

Οι Γκαγκαούζοι παντρεύονταν με προξενιό και τον τελικό λόγο τον είχε η κεφαλή της οικογενείας.  Πριν από τον γάμο προηγούνταν πάντα οι αρραβώνες. Η προίκα ήταν βασική προϋπόθεση για τον γάμο.  Την παραμονή του γάμου ξύριζαν τελετουργικά τον γαμπρό και έπλεκαν  κοτσίδες τα μαλλιά της νύφης. Επίσης γινόταν πολυέξοδο γλέντι Μετά το γάμο έβαζαν τον γαμπρό και τη νύφη να καθίσουν και τους έδιναν να κρατήσουν στην αγκαλιά τους παιδιά (αγόρια ή κορίτσια) που οι γονείς τους ήταν ζωντανοί.

Βουλγαρική επίδραση 

 

Οι Γκαγκαούζοι πάρα πολύ σέβονται τους μεγαλύτερούς τους. Έτσι τα μικρότερα αδέρφια δεν προσφωνούν τα μεγαλύτερα με το όνομά τους, αλλά  προσφωνούν «μπάτε»  τον μεγαλύτερο αδερφό τους  και «κάκο» την μεγαλύτερη αδερφή τους. Οι λέξεις και η παράδοση αυτή  είναι βουλγαρικά, παρόλο που από τους Γκαγκαούζους θεωρούνται αποκλειστικά και μόνο δικά τους.

Βαλκανική Κουζίνα 

 

Ένα εθνικό τους φαγητό, όπως υποστηρίζουν οι Γκαγκαούζοι, που ονομάζεται «κιρμά» και που μοιάζει όπως λένε σαν πίτσα αν και διαφέρει πάρα πολύ από αυτήν και συγχρόνως παραθέτουν τη συνταγή και τον τρόπο παρασκευής της είναι η «μπατζίνα» είδος πίτας που παρασκευάζεται και στην Ελλάδα (στα βλάχικα μπάτζιος σημαίνει στάνη και μπατζίνα η πίτα του βοσκού).

Συμπεράσματα 

 

Οι Γκαγκαούζοι με τη λήξη των ρωσο -τουρκικών πολέμων μετοικούν από τη Βουλγαρία στη σημερινή νότια Μολδαβία ακολουθώντας την πορεία του ρωσικού στρατού, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν θηριωδίες από τη μεριά των τούρκων.  Μαζί τους παίρνουν γλώσσα, δοξασίες, ήθη, έθιμα και κουζίνα από τον βαλκανικό χώρο που μάλλον τους βοηθάνε να διαφοροποιούνται από τους άλλους λαούς στην περιοχή του Μπουτζάκ της σημερινής Μολδαβίας.

Η θρησκεία τους (ορθόδοξοι χριστιανοί) που εξαιτίας της αναγκάζονται να μετοικήσουν, τους επιτρέπει να ενταχθούν στο νέο περιβάλλον χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.  Η γλώσσα τους (προφορική) τους δίνει τη δυνατότητα να ξεχωρίζουν από τους άλλους  (σλαβόφωνους ή ρουμανόφωνους) και να διατηρούν συνείδηση της ιδιαιτερότητά τους.  Συγχρόνως αυτή η γλώσσα θα λειτουργεί σαν ένα απροσπέλαστο τείχος ανάμεσα σ’ αυτούς  και στους άλλους λαούς και να παίρνει αμυντικό χαρακτήρα, αφού οι Γκαγκαούζοι δεν εμπιστεύονται τους μη Γκαγκαούζους. («Σεν μιννέτ μι σιν;» , «από τους δικούς μας είσαι;»). Συγχρόνως αισθάνονται ανωτερότητα απέναντι στους άλλους λαούς  («μπάνα γκαγκαούζ ντερλέρ» (με λένε Γκαγκαούζο), δηλαδή είμαι ευγενής και ανδρείος.  Αφού αυτοί όντας τούρκικης καταγωγής και τουρκόφωνοι αντιστάθηκαν στο Ισλάμ.

Επειδή είναι ολιγάριθμοι, αποτελούν μειονότητα, χωρίς να μπορούν να επηρεάσουν τα ιστορικά γεγονότα, ακολουθούν την τύχη της  Βεσσαραβίας (κάτω από την κυριαρχία της Ρωσίας, της Ρουμανίας, της Γερμανίας και των Σοβιετικών).

Διατηρούν πάντα τον πόθο για ελευθερία και ανεξαρτησία, ονειρευόμενοι να στήσουν τη  γκαγκαούζικη σημαία  ψηλά από την Τσιαρακμάνα μέχρι την Καβάρνα όπου θα συγκεντρωθούν όλοι οι Γκαγκαούζοι.

 Στις αρχές του 20ου αιώνα ο πρωθιερέας Μιχαήλ Τσακίρ (1861-1938) εκδίδει εκκλησιαστικά βιβλία στα γκαγκαούζικα με βάση τα κυριλλικά.  Έτσι ξεκινάει η προσπάθεια η γλώσσα να γίνει γραπτή.

Στη δεκαετία του ’40 ο Νικολάι Τανάσογλου στρέφεται στην παράδοση καταγράφοντας τα παραμύθια, τους θρύλους και τις μπαλάντες. Τη στροφή στις ρίζες συνεχίζει και ο Ντιονίς Τανάσογλου ο οποίος εκδίδει το 1959 τη Λαογραφική-Λογοτεχνική συλλογή «Μπουτζακτάν σεσλάρ» (Φωνές του Μπουτζάκ) που περιλαμβάνει μπαλάντες, τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες, αποφθέγματα κλπ. Και αυτά γίνονται σε μια ευνοϊκή συγκυρία για την Γκαγκαούζικη γλώσσα, αφού από το 1957 μέχρι το 1961 επιτρέπεται ελεύθερα η διδασκαλία της.  Ο Ντμίτρι Καρά Τσομπάν ιδρύει το Ιστορικό_-Εθνογραφικό μουσείο για να αποδειχθεί η συνέχεια μέσα στην ιστορία.  Οι ποιητές που θα ακολουθήσουν θα υμνήσουν την πατρίδα και θα εγκωμιάσουν τους ανθρώπους που μοχθούν για το ψωμί τους , θα τους διακρίνει ο ρομαντισμός, το πάθος και η εθνική θέρμη.

Δηλαδή η εθνική αυτοσυνειδησία των Γκαγκαούζων δημιουργείται στους κύκλους των διανοουμένων οι οποίοι συλλαμβάνουν την ιδέα και την προπαγανδίζουν. Οι ρομαντικές τους βλέψεις θα βρουν πρόσφορο έδαφος στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν στην Σοβιετική Ένωση άρχισαν οι δημοκρατικές αλλαγές  και υπήρχε η δυνατότητα  οι Γκαγκαούζοι να εκδηλώσουν τα πολιτισμικά και οικονομικά προβλήματά τους.  Οι προσπάθειές τους θα καρποφορήσουν διότι ακολουθεί η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.  Προηγείται η ανεξαρτοποίηση της Μολδαβίας η οποία προσπαθώντας να απαγκιστρωθεί από τη Ρωσία αναζητεί ερείσματα στο εξωτερικό.  Η Τουρκία που προσφέρεται να βοηθήσει τη Μολδαβία συγχρόνως παρεμβαίνει για να δοθεί αυτονομία στους Γκαούζουζους, που τους δίδεται στις 23 Δεκεμβρίου 1994.  Συγχρόνως οι Γκαγκαούζοι εγκαταλείπουν το κυριλλικό αλφάβητο (Ρωσία) και χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο (Τουρκία).  Η Τουρκία θα είναι δίπλα στους Γκαγκαούζους για να τους προσφέρει να καλύψουν τα  κενά στην ιστορία τους και να την γράψουν από κοινού. 

Πηγές

 

  1. http://www.ato-gagauzia.narod.ru/
  2. http://www.radio.dir.bg/abroad/gagauzia/gagauz.htm
  3.  http://etheo.h10.ru/gaga001.gif/
  4.  http://www.iatp.md/gagauzia/
  5.  http://www.minelres.lv/NationalLegislation/Moldova
  6.  http://www.sos-gagauz.ru
  7.  http://www.gagauz-press.narod.ru/
  8.  http://www.vexillografy.narod.ru/
  9.  http://www.odessit.com/cgi-bin/

10.  http://www.nupi.no/cgi-win/

11.  Σταμενόβα Ζίβκα και άλλοι, Γκαγκαούζοι (ГАГАУЗИ)

 http://www.omda.bg/NAROD/gagauzi.html

12.  Μάνωβ  Ι. Α., Για τους Γκαγκαούζους (ЗА ГАГАУЗИТЕ)

http://www.varna-bg/com

13.  http://www.hrono.ru/etnosy/gagauzy.html

14.  http://www.PRIO.no

15.  http://www.kalnieciai.lt/zenius/europe/moldova/gagauzia

16.  http://www.krugosvet.ru/articles/80/1008099/1008099a1.htm

17.  http://www.encycl.accoona.ru/?id=12879

18.  http://besorabia.narod.ru

  1. 19.   http://www.comrat.iatp.md/gagauzia/tvorc.gagauz.htm

20. Κιτσίκης Δημήτρης, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1280-1924),   Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»

21. Bol’shoi Entsiklopeditsheskii Slovar’, Yazykoznanie, Moskva 1998. (Μεγάλο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό, Γλωσσολογία, Μόσχα 1998.)

22. Narody Mira, istoriko-etnografitsheskii spravotshnik, Sovetskaya Entsiklopediya, Moskva 1988.

23. Παγκόσμια Γεωγραφία, Εκδοτική Αθηνών.

24. Ταπούρης Νικόλαος, Λουκά Νικόλαος, Οι Γκαγκαούζοι της Μολδαβίας, Θεσσαλονίκη 2003.

25. Βουλγαροελληνικό Λεξικό, Ακαδημία των Επιστημών της Βουλγαρίας

Κατηγορία Βαλκάνια και Νοτιοανατολική Ευρώπη | 0 σχόλια »