A poem concerning the coronavirus pandemic and its effect on the United States.
The Miracle of Morning
I thought I’d awaken to a world in mourning.
Heavy clouds crowding, a society storming.
But there’s something different on this golden morning.
Something magical in the sunlight, wide and warming.
I see a dad with a stroller taking a jog.
Across the street, a bright-eyed girl chases her dog.
A grandma on a porch fingers her rosaries.
She grins as her young neighbor brings her groceries.
While we might feel small, separate, and all alone,
Our people have never been more closely tethered.
Because the question isn’t if we can weather this unknown,
But how we will weather this unknown together.
So on this meaningful morn, we mourn and we mend.
Like light, we can’t be broken, even when we bend.
As one, we will defeat both despair and disease.
We stand with healthcare heroes and all employees;
With families, libraries, waiters, schools, artists;
Businesses, restaurants, and hospitals hit hardest.
We ignite not in the light, but in lack thereof,
For it is in loss that we truly learn to love.
In this chaos, we will discover clarity.
In suffering, we must find solidarity.
For it’s our grief that gives us our gratitude,
Shows us how to find hope, if we ever shall lose it.
So ensure that this ache wasn’t endured in vain:
Do not ignore the pain. Give it purpose. Use it.
Read children’s books, dance alone to DJ music.
Know that this distance will make our hearts grow fonder.
From a wave of woes our world will emerge stronger.
We’ll observe how the burdens braved by humankind
Are also the moments that make us humans kind;
Let each dawn find us courageous, brought closer;
Heeding the light before the fight is over.
When this ends, we’ll smile sweetly, finally seeing
In testing times, we became the best of beings.
Το πρωινό θαύμα
Νόμιζα πως θα ξυπνήσω σε έναν κόσμο που θα πενθούσε.
Με σύννεφα βαριά να συνωστίζονται, με μια κοινωνία σε καταιγίδα.
Υπάρχει όμως κάτι αλλιώτικο σ’ αυτό το χρυσαφένιο πρωινό.
Κάτι μαγικό στο φως του ήλιου, κάτι άπλετο που με ζεσταίνει.
Βλέπω έναν μπαμπά με ένα καρότσι να κάνει τζόγκιν.
Στο δρόμο, απέναντι, ένα κορίτσι με λαμπερά μάτια κυνηγά το σκύλο της.
Μία γιαγιά στη βεράντα της προσεύχεται με τα κομποσχοίνια της.
Χαμογελά πλατιά καθώς ο νεαρός γείτονάς της τής φέρνει τα ψώνια από το μπακάλη.
Ενώ μπορεί να νοιώθουμε μικροί, αποκομμένοι και μόνοι,
ο λαός μας δεν είχε ποτέ μεγαλύτερη συνοχή.
Επειδή το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να αντέξουμε αυτό το άγνωστο,
αλλά πώς θα το αντέξουμε αυτό το άγνωστο μαζί.
Έτσι, σε αυτό εδώ το πρωινό, το γεμάτο νόημα, εμείς θρηνούμε και θεραπεύουμε.
Όπως το φως, δεν σπάμε, ακόμα κι όταν λυγίζουμε.
Ενωμένοι, θα νικήσουμε και την απόγνωση και την ασθένεια.
Στεκόμαστε δίπλα στους ήρωες της υγειονομικής περίθαλψης και σε όλους τους εργαζομένους.
Στις οικογένειες, τις βιβλιοθήκες, τους σερβιτόρους, τα σχολεία, τους καλλιτέχνες.
Τις επιχειρήσεις, τα εστιατόρια και τα νοσοκομεία που επλήγησαν περισσότερο.
Δεν παίρνουμε φωτιά μέσα στο φως, αλλά στην απουσία του,
γιατί με την απώλεια μαθαίνουμε πραγματικά να αγαπάμε.
Σε αυτό το χάος, θα ανακαλύψουμε τη διαύγεια.
Στα βάσανα, πρέπει να βρούμε την αλληλεγγύη.
Διότι είναι η θλίψη μας που μας δίνει την ευγνωμοσύνη μας,
μας δείχνει πώς να βρούμε την ελπίδα, εάν τυχόν κάποτε τη χάσουμε.
Βεβαιωθείτε λοιπόν ότι αυτόν τον πόνο δεν τον υποφέραμε μάταια:
Μην αγνοείτε τον πόνο. Δώστε του σκοπό. Αξιοποιήστε τον.
Διαβάστε παιδικά βιβλία, χορέψτε μόνοι σας με τη μουσική του DJ.
Να ξέρετε ότι αυτή η απόσταση θα κάνει τις καρδιές μας να αγαπήσουν περισσότερο.
Από ένα κύμα συμφορών, ο κόσμος μας θα βγει πιο δυνατός.
Θα παρατηρήσουμε ότι τα βάρη που άντεξε η ανθρωπότητα
είναι ταυτόχρονα κι οι στιγμές που κάνουν εμάς τους ανθρώπους καλόκαρδους.
Κάθε αυγή ας μας βρίσκει γενναίους, φερμένους πιο κοντά μεταξύ μας.
Ακολουθώντας το φως, πριν σταματήσει η μάχη.
Όταν τελειώσει όλο αυτό, θα χαμογελάμε γλυκά, βλέποντας επιτέλους
ότι, σε χαλεπούς καιρούς, γίναμε καλύτερα πλάσματα.