kantonopou’s blog

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ

Αρχεία για 'ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ'

Ιδρυτές Θρησκειών. Ο Ζωροάστρης

Συγγραφέας: kantonopou στις 14 Μαρτίου 2019

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζωροάστρης

(Αναστασίου αρχιεπισκόπου Αλβανίας). 

Βίος. Τα στοιχεία για τη ζωή του μεγάλου πέρση προφήτη του αρχαίου κόσμου είναι λίγα και αποσπασματικά. Η προσωπικότητά του εξακολουθεί να κρύβεται σε ομίχλη. Παλαιότεροι ερευνητές τον τοποθετούν στον 7ο ή τον 6ο αι. π.Χ. νεότεροι προτιμούν την εποχή μεταξύ 140Ο και 10ΟΟ π.Χ. Το όνομα Ζωροάστρης είναι η εξελληνισμένη μορφή του αρχαιοπερσικού «Ζαρατούστρα», που σημαίνει «αυτός με τις ανοιχτόχρωμες καφέ καμήλες» ή, πιθανότερα, «εκείνος ο οποίος κατευθύνει καμήλες». Μέλος της υποφυλής Σπιτάμα, γεννήθηκε μάλλον στη Βακτριανή, στα σύνορα Αφγανισταν-Τουρκεστάν. Ο Ζωροάστρης ανήκε στο ινδοϊρανικό κύμα που έφθασε στην Περσία στα μέσα της 2ης χιλιετηρίδας π .X. Έδρασε στη μεταβατική περίοδο, από τον νομαδικό στον αγροτικό βίο. Ο ίδιος ονομάζει τον εαυτό του «Ζαουτάρ», δηλαδή «Ιερέα» εκστατικού τύπου. Σύμφωνα με την παράδοση, νυμφεύθηκε τρεις φορές και απέκτησε συνολικά τρεις γιούς και τρεις κόρες.

Στα τριάντα του χρόνια έλαβε την κλήση στο προφητικό έργο με ένα όραμα. Ακολούθησαν κι άλλα, που τον βεβαίωσαν ότι όφειλε να μεταδώσει τη θρησκευτική αποκάλυψη για τη μοναδικότητα Του Αχούρα Μάζδα. Αυστηρός κριτής του παραδοσιακού θρησκευτικού κατεστημένου, ο Ζωροάστρης προκάλεσε θερμή αφοσίωση, αλλά και βίαιη αντίδραση. Αποδοκίμασε ορισμένες αιματηρές θυσίες και παραδοσιακά τελετουργικά, ενώ αντίθετα επέμεινε στην καθαρότητα της ψυχής. Κράτησε όμως τον σεβασμό στη φωτιά, που θεωρούσε ότι εκφράζει συμβολικά τη λαμπρότητα του Αχούρα Μάζδα. Χρειάσθηκε να περάσουν δέκα χρόνια για να αποκτήσει -στο πρόσωπο του εξαδέλφου του- τον πρώτο οπαδό. Αναγκασμένος να απομακρυνθεί από τη φυλή του, βρήκε τελικά, στα 42 του χρόνια, καταφύγιο και υποστήριξη στην αυλή του βασιλιά Βιστάσπα, ο οποίος ανακήρυξε τη διδασκαλία του Ζωροάστρη επίσημη θρησκεία. Οι μαθητές του Ζωροάστρη είναι γνωστοί με διάφορα ονόματα όπως: «πτωχοί, «φίλοι», «γνώστες», «σύντροφοι στον όρκο», τα οποία προσδιορίζουν και τον χαρακτήρα τους.
Οι πηγές συμφωνούν ότι ο Ζωροάστρης πέθανε 77 ετών. Σύμφωνα με μεταγενέστερη πληροφορία, φονεύθηκε από Ιερέα της παλαιάς θρησκείας μπροστά σε ένα βωμό, σε μια επιδρομή εναντίον της πρωτεύουσας Του Βιστάσπα.
Διδασκαλία

Αποτέλεσμα εικόνας για Ζωροάστρης

Ο Ζωροάστρης δίδαξε σχεδόν μισό αιώνα. Από τη διδασκαλία του σώθηκαν μερικά μόνο αποσπάσματα, στους 17 ύμνους των Γκάθα, που καταγράφηκαν και εντάχθηκαν στη ζωροαστρική βίβλο «Αβέστα» και στην Ιερή περσική γραμματεία, τη γνωστή ως «Παχλαβί», που βασίζεται σε παλαιότερα κείμενα που έχουν χαθεί. Σκόρπιες πληροφορίες για τον Ζωροάστρη δίνουν επίσης έλληνες, ρωμαίοι και άραβες συγγραφείς. Βασικές γραμμές του ζωροαστρικού κηρύγματος είναι ότι ο Αχούρα Μάζδα («Σοφός Κύριος») δημιούργησε το σύμπαν, τον πνευματικό και υλικό κόσμο και είναι κύριος και φίλος όλων των ανθρώπων. Η πηγή του κακού είναι το καταστρεπτικό πνεύμα (Άνγκρα Μαϊνιού). Βίαιο και πονηρό, δημιούργησε τους δαίμονες και κυριαρχεί στον άδη, δρώντας πάντοτε αντίθετα προς τον «Σοφό Κύριο». Δεν πρόκειται όμως για ακραιφνή δυϊσμό. Όλοι οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, ανεξάρτητα από κοινωνική κατάσταση, είναι ελεύθεροι να διαλέξουν ανάμεσα στο καλό και το κακό. Με βάση αυτή την εκλογή, τις σκέψεις, τα λόγια, τις πράξεις, θα κριθούν στο επέκεινα.
Στο ζωροαστρικό σύστημα κεντρική θέση κατέχουν και οι «Αμέσα Σπέντα», οι «γενναιόδωροι» ή «σωτήριοι αθάνατοι», επίσης δημιουργήματα του Αχούρα Μάζδα, των οποίων η φύση, όπως αποκαλύπτουν τα ονόματά τους, έχει έντονα αφηρημένο και καθοδηγητικό χαρακτήρα: «Βόχου-μανα» (καλή σκέψη), Άσα Βαχίστα» (δικαιοσύνη), «Ξάθρα Βαΐρια» (επιθυμητή κυριαρχία ή βασιλεία), «Σπέντα Αρμαΐτι» (αφοσίωση, υπακοή), «Χαουρβατάτ» (υγεία) και «Αμερετάτ» (ζωή, αθανασία). Στους έξι «γενναιόδωρους αθάνατους» αντιστοιχούν οι έξι δημιουργίες: βοοειδή, φωτιά, γη, μέταλλα, νερό, φυτά. Ως έβδομη δημιουργία θεωρείται ο άνθρωπος και συναρτάται αμεσότερα με τον Αχούρα Μάζδα.
Η θρησκευτική διδασκαλία του Ζωροάστρη, με σαφή μονοθεϊστική χροιά, επιβλήθηκε αργότερα σ’ ολόκληρη την Περσία και επί αιώνες δέσποζε σ΄ αυτήν. Ο σπουδαίος αυτός θρησκευτικός ηγέτης είναι ο μόνος με ιερατική Ιδιότητα ανάμεσα στους Ιδρυτές των μεγάλων θρησκειών και η μορφή του διατηρήθηκε διαυγής χωρίς ποτέ να θεοποιηθεί. Η ζωροαστρική σύλληψη είναι βασικά αισιόδοξη και προσανατολίζεται στην αποκατάσταση της παγκόσμιας αρμονίας. Εκφράζει μια συγκεντρωτική θεώρηση του κόσμου, διατυπώνει μια άποψη παγκοσμιότητας, εισηγείται σοβαρές ηθικές αρχές. Η συμβολή του Ζωροάστρη στη σκέψη και την ανάπτυξη των λαών που επηρέασε υπήρξε σημαντική και θυμίζει λάμψη ήρεμης φωτιάς, η οποία μέχρι σήμερα παραμένει το βασικό σύμβολο της ζωροαστρικής θρησκείας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΙΛΟΓΗΝ
Boyce, Μ., A History of Zoroastrianism, 2 vols, Leiden, Koln, vol.Ι 1975, vol.ΙΙ 1982.
Breuil, P. du, Zarathoustra et la transfiguration du monde, Paris 1978. Duchesne-Guillemin, J., Zoroastre, Paris 1948.
— , La religion de l’ Iran ancien, Paris 1962.
Gnoli, Gh., Zoroaster’ s Time and Homeland, Napoli 1980.
Lommel, H., Die Yast ’s des Awesta, Gottingen, Leipzig 1927.
Widengren, G., Die Religionen Irans, Stuttgart 1965.
Zahner, R.C., The Dawn and Twilight of Zoroastrianism, London 1961, 1975.
(βιβλίο: Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού.εκδ. Ακρίτας σελ.61-64)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Επιστήμη και Βιβλική Κοσμογονία

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Ιανουαρίου 2019

1)   Αν ρίξουμε ένα βλέμμα στον τρόπο της έκθεσης της εξαημέρου θα δούμε, ότι δεν πρόκειται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για γεωλογικές περιόδους, όπως νόμισαν κάποιοι, διότι το κείμενο μιλά ρητά «και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί». Άρα μιλά για ημερονύκτιο. Ούτε όμως και για πραγματικά εικοσιτετράωρα ημερονύκτια πρόκειται, διότι ο ήλιος ο οποίος καθορίζει τα ημερονύκτια έγινε την τέταρτη ημέρα. Επομένως ο τόνος δεν πρέπει να δοθεί στη σειρά των δημιουργημάτων, αλλά στον αριθμό έξι. Η Βιβλική δηλαδή διήγηση της εξαημέρου είναι έξι οράματα, με τα οποία ο Θεός αποκάλυψε στους πρωτοπλάστους την δημιουργία του κόσμου.

Για καμία άλλη εποχή η αποκάλυψη υπήρξε αναγκαιότερη όσο για την αρχή της ανθρωπότητας. Η αποκάλυψη θα γινόταν με έκσταση όπως έγινε στον Αδάμ η αποκάλυψη της δημιουργίας της γυναίκας όπως ρητά αναφέρει η Αγία Γραφή (2,21). Επομένως η εξαήμερη δημιουργία είναι έξι οράματα εγκλειόμενα σε εικοσιτετράωρα χρονικά διαστήματα, με τα οποία ο Αδάμ είδε την εν χρόνω ενέργεια του Θεού. Η πρωταρχική αυτή παράδοση υπήρξε εν πρώτοις υποκείμενο προφορικής παράδοσης, η οποία καταγράφηκε ίσως πολύ πριν τον Μωϋσή.

2)   Εάν ρίξουμε προσεκτικότερο βλέμμα στο περιεχόμενο της εξαημέρου θα παρατηρήσουμε, ότι αυτή διαιρείται σε δύο αντίστοιχες τριάδες (στιχ. 3-13 και στιχ. 14-25) και έπειτα έρχεται η δημιουργία του ανθρώπου (στιχ. 26-29). Οι αντίστοιχες αυτές τριάδες έχουν σχέση μεταξύ τους και προς αλλήλας. Έχουν σχέση μεταξύ τους, διότι οι ημέρες της πρώτης τριάδος είναι χωρίσματα, ενώ οι μέρες της δεύτερης τριάδος είναι συμπληρώματα.

Και συγκεκριμένα: κατά την πρώτη ημέρα χωρίζεται το φως από το σκότος, την δεύτερη ημέρα χωρίζεται ο ουρανός από την θάλασσα, την τρίτη ημέρα χωρίζεται η θάλασσα από την ξηρά.

Στην δεύτερη τριάδα έχουμε τα συμπληρώματα ως εξής: Κατά την τέταρτη ημέρα έχουμε τον ήλιο για συμπλήρωση του φωτός της πρώτης ημέρας. Κατά την πέμπτη ημέρα έχουμε τα συμπληρώματα ουρανού και θάλασσας, δηλαδή τα πτηνά του ουρανού και τα ψάρια της θάλασσας. Κατά την έκτη ημέρα έχουμε τα χερσαία ζώα και τον άνθρωπο το συμπλήρωμα της ξηράς και των φυτών της τρίτης ημέρας, διότι πάνω στην ξηρά και δια των φυτών θα ζήσουν άνθρωποι και ζώα.

3)   Ο σκοπός: Αυτός είναι θρησκευτικός και παιδαγωγικός. Επομένως τα κοσμικά γεγονότα θίγει εν παρόδω και μιλά για την δημιουργία όπως εμφανίζεται αυτή στα μάτια μας. Αφήνει την επιστημονική έρευνα αυτών στην ανθρώπινη οξυδέρκεια όπως βεβαιώνουν Βασίλειος, Χρυσόστομος, Αυγουστίνος. Σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν η αποκάλυψη κατέρχεται στην αντιληπτική ικανότητα κάθε ηλικίας και όλων των αιώνων, έτσι ώστε το αόρατο και πνευματικό να είναι ευκρινές και σαφές στους αδύνατους. Για αυτό η δημιουργική ενέργεια του Θεού εκθέτει αυτά με εικόνες ανθρώπινης ενέργειας (ομιλία του Θεού, έργο εξαήμερο, ανάπαυση κλπ.) τονίζει δε στα θεία αυτά έργα εκείνο το οποίο υποπίπτει στην άμεση αντίληψη και είναι δυνατόν να κατανοηθεί από τους απλούς ανθρώπους.

4)   Το κείμενο: Είναι απλό, φωτεινό και στα παιδιά αντιληπτό και η ερμηνεία δεν έχει κανένα δικαίωμα να απομακρυνθεί από την κυριολεξία, εφ’ όσον δεν παρίσταται επιτακτική ανάγκη για αυτό. Οι λέξεις «ημέρα, φως, πρωΐ, εσπέρα κλπ.» πρέπει να ληφθούν στη συνηθισμένη κυριολεξία τους. Η δε ομιλία του Θεού ως ανθρώπινη είναι ανθρωποπαθής Βιβλική έκφραση, η οποία δηλώνει, ότι στη δημιουργία πραγματοποιήθηκαν οι θείες σκέψεις και ότι τα δημιουργήματα είναι η φυσική αποκάλυψη της δύναμης, της σοφίας και της αγαθότητας του Θεού. Για αυτό η δημιουργία εκτίθεται ως έργο που έγινε σε έξι ημέρες μαζί με την ημέρα της ανάπαυσης της εβδόμης που ακολούθησε αυτές για συμβολισμό των έξι εργάσιμων ημερών, κατά τις οποίες ο άνθρωπος οφείλει να εργάζεται, και της έβδομης, του Σαββάτου, κατά την οποία υποχρεούται να αναπαύεται.

Συμπέρασμα: Από αυτά συνάγεται ότι η Βιβλική κοσμογονία δεν είναι επιστημονική, αστρονομική έκθεση της δημιουργίας, αλλά σχηματική ταξινόμηση των δημιουργημάτων για σκοπό θρησκευτικό ότι αυτά έγιναν από το Θεό, και έχουν σκοπό παιδαγωγικό, για να μας διδάξει, ότι πρέπει τις 6 ημέρες να εργαζόμαστε και την έβδομη να αναπαυόμαστε.

Κατά συνέπεια σε καμία αντίφαση δεν μπορεί να έλθει η βιβλική κοσμογονία με τις επιστημονικές παρούσες ή μεταγενέστερες αντιλήψεις, περί δημιουργίας του κόσμου.

(Η Παλαιά Διαθήκη, αρχιμ. Ιωήλ Γιαννακόπουλου, τόμος Α, έκδοσις «Λυδία» 1986, σελ. 408-410)

………………………………………………………

«καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία» (Γένεσις 1,5)

«Ημέρα μία». Ο όρος yom στην εβραϊκή δηλώνει την ημέρα, νοούμενη ως ημερονύκτιο ή νυχθήμερο, το έτος, τον καιρό, μια χρονική περίοδο της ζωής και επιρρηματικά το σήμερα. Στη βιβλική του χρήση η έννοιά του ως «ημέρα», με την οποία προσδιορίζεται συνήθως στους Ο΄(μετάφραση των 70), προσδιορίζει μια χρονική περίοδο άλλοτε περιορισμένης και άλλοτε ακαθόριστης ή μακράς διάρκειας.

Στον παρόντα στίχο, ειδικά, η χρονική διάρκεια της yom-ημέρας υπολογίζεται, όπως ήδη ελέχθη, από πρωί σε πρωί και όχι από βράδυ σε βράδυ, όπως είχε καθιερωθεί στη θρησκευτική παράδοση των ιουδαϊκών εορτών και του Σαββάτου και θεσμοθετηθεί στο μωσαϊκό νόμο. Αυτός ο υπολογισμός δεν έχει βέβαια σχέση με ό,τι ακριβώς ισχύει σήμερα επιστημονικώς, δηλ. με το χρόνο των 24 ωρών, που απαιτείται για μια πλήρη περιστροφή της γης περί τον άξονά της. Σχετίζεται όμως με τη χρονική περίοδο μεταξύ φωτός-σκότους (πρωί) και σκότους-φωτός (εσπέρα), η οποία κατά τον ιερό συγγραφέα ορίζεται από την διαδοχική εναλλαγή των δύο αυτών φαινομένων. Ως εκ τούτου η ημέρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αορίστου, αλλά ορισμένης διάρκειας χρονική περίοδος.

Σ’ αυτήν την πραγματικότητα, της οποίας εμπειρία μάς επιτρέπει να αποκτήσουμε η φυσική παρατήρηση και οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις που έχουμε από αυτήν, προσκρούει κάθε αντίθετη άποψη, η οποία επεκτείνει το όριο της δημιουργικής ημέρας σε μακρά χρονική περίοδο, ετών ή αιώνων, ή την εκλαμβάνει ως ισοδύναμη με γεωλογικές περιόδους (146) (Δες και D.Gowan, «From Eden to Babel.A commentary on the book of Genesis 1-11», σ.22.Το θέμα της δημιουργικής ημέρας διαπραγματεύεται ο J.E. Young στη μελέτη του «the days of Genesis», WTS 25 (1962), 1-24).

Προσκρούει δε επειδή εισηγείται αμέσως την εξέλιξη των διαφόρων στρωμάτων της δημιουργίας μέχρι τον άνθρωπο και οδηγεί κατ’ επέκταση στη θεωρία της εξέλιξης των ειδών, εισάγοντας έτσι ξένα κοσμολογικά στοιχεία στη βιβλική διήγηση της Γενέσεως και νοθεύοντας το θρησκευτικό της νόημα. Βεβαίως δια μέσου των αιώνων υφίσταται κάποια φυσική εξέλιξη στην κτίση, αλλά αυτή –πρέπει να διευκρινήσουμε- έχει άμεση σχέση με την επισυμβάσα στο μεταξύ πτώση του ανθρώπου και την ως εκ τούτου διατάραξη της ισορροπίας και της τάξης σε αυτήν. Για αυτό δεν επιτρέπεται, για λόγους απολογητικούς, η μετατροπή των έξι ημερών σε έξι μακρές χρονικές περιόδους, κατά τη διάρκεια των οποίων συντελέστηκε η δημιουργία. Γιατί μια τέτοια αντίληψη καταστρέφει την αναλογία πάνω στην οποία βασίζεται η καθιέρωση του Σαββάτου ως της εβδόμης ημέρας με τη θεολογική της βαρύτητα, και η διαδοχή των έξι ημερών, που καταλήγουν στο Σάββατο, χάνουν τη σημασία τους. Συνάμα δε αντιστρατεύεται και στην απλή έννοια του στίχου, ο οποίος, όπως ελέχθη, χρησιμοποιεί εδώ την ημέρα, όπως χρησιμοποιείται και στη λαϊκή γλώσσα, ως περίοδο δηλ. φωτός και σκότους, που αργότερα θα προσδιοριστεί ως εικοσιτετράωρη.

Συνεπώς, ό,τι πρέπει να γνωρίζουμε εν αναφορά γενικά με τις ημέρες της δημιουργίας είναι ότι ο ιερός συγγραφέας περιγράφοντας το δημιουργικό έργο του Θεού κινείται σε σχηματικά πλαίσια. Εντάσσει δηλ. την έκφραση της δημιουργικής ενέργειας του Θεού σε δικά του χρονικά καλούπια. Το κατανέμει έτσι σε έξι εργάσιμες ημέρες, που καταλήγουν στην εβδόμη, την ημέρα της ανάπαυσης, για να συμμορφωθεί με τη διαίρεση του χρόνου, που ήδη ίσχυε για τους Εβραίους. Με άλλα λόγια η αποκάλυψη του θείου έργου γίνεται με αυτόν τον τρόπο των έξι ημερών κατά συγκατάβαση προς το «ατελές» της αντιληπτικής ικανότητας του ανθρώπου, προκειμένου να τον βοηθήσει να στοχαστεί το υπέροχο και θαυμαστό έργο της δημιουργίας (147)(«ινα μαθης ότι δια το ατελές της ημετερας διανοίας ταύτη εχρήσατο τη συγκαταβάσει της διηγήσεως»(Ιω. Χρυσοστόμου, Εις την Γένεσιν, ομιλ Γ΄, σ. 34).

Στην πραγματικότητα βέβαια ο κόσμος δημιουργήθηκε αμέσως και στο σύνολό του χωρίς χρονικές διακοπές, όπως εύστοχα ερμηνεύει ο Μ. Βασίλειος· «εν κεφαλαίω (στο σύνολό τους) εποίησεν ο Θεός, τουτέστιν αθρόως (με τη μία) και εν ολίγω (χωρίς διακοπή)»(148)(Εις την Εξαήμερον, Α΄,6,σ. 17Α).

Ή, όπως εξηγεί ο Γρηγόριος Νύσσης, «συλλήβδην και εν ακαρεί»(149)(Περί της Εξαημέρου, σ. 72Β), δηλαδή στο σύνολό του και σε βραχύτατο χρόνο. Αυτό κατανοείται κατά τη διδασκαλία του Νύσσης ως εξής: Στην αρχή δημιουργήθηκαν τα πάντα με τη θεία βούληση αμέσως και στο σύνολό τους ως καταβολές. Στη συνέχεια επέρχεται στα πλαίσια της αναγκαίας τάξης και αλληλουχίας η δια της θείας δυνάμεως και σοφίας τελείωση των επί μέρους κτισμάτων. Ομοίως και ο Μ. Αθανάσιος αποφαίνεται ότι τα κτίσματα δεν δημιουργήθηκαν σε διαδοχικές περιόδους, αλλά «σε μία ημέρα και με το ίδιο πρόσταγμα κλήθηκαν στο είναι»(150)(Κατά Αρειανών, 2,48,PG 26,249B).

Επ’ αυτού είναι σαφής η Π. Διαθήκη, όταν στη Γένεση (2,5), μετά την απαρίθμηση των έξι δημιουργικών ημερών, μιλά για μια ημέρα κατά την οποία δημιουργήθηκε ολόκληρο το σύμπαν. Όταν επίσης δια στόματος του σοφού Σειράχ βεβαιώνει· «ο ζων εις τον αιώνα έκτισεν τα πάντα κοινή (αμέσως)» (Σοφ. Σειρ. 18,1). Περαιτέρω η Αγ. Γραφή προσδιορίζει στα πλαίσια των σχέσεων του Θεού με το χρόνο, τη διάρκεια και την έννοια της δημιουργικής ημέρας, η οποία δεν έχει ανθρώπινες αναλογίες, όπως υποστηρίζουν οι Ωριγένης (151)(Περί Αρρχών, 4,7,PG 11,353B) και Αυγουστίνος(152)(De Civitate Dei,11,6,PL 11,278), καθόσον «χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου ως η ημέρα η εχθές, ήτις διήλθεν»(153)(Ψαλμ. 89,4, δες «μία ημέρα παρά Κυρίω ως χίλια έτη και χίλια έτη ως ημέρα μία»(Β΄Πέτρ. 3,8)). Διευκρινίζει ότι το άμεσο και ακαριαίο της δημιουργίας εννοείται μόνο σε σχέση με το δημιουργό Θεό, ο οποίος, ως κείμενος πέραν του χρόνου, αχρόνως δημιούργησε τον κόσμο. Σε σχέση όμως με τα δημιουργήματα απαιτείται χρόνος για τη μορφοποίησή τους. Άρα, ενώ ο Θεός υπέρκειται του χρόνου, ο χρόνος εξαρτάται από αυτόν.

Η πατερική θεολογία ερμηνεύει εσχατολογικά τη δημιουργική ημέρα. Σύμφωνα με αυτήν οι έξι ημέρες αντιστοιχούν σε ισάριθμες φάσεις εντός των οποίων πραγματώνεται η δημιουργία. Αυτές οι φάσεις-ημέρες της δημιουργίας είναι σύμβολα. Διότι δεν εξαντλούνται στον αριθμό έξι, αλλά στον αριθμό οκτώ. Η εβδόμη ημέρα, το Σάββατο, συμβολίζει το διάστημα από την πραγματοποίηση της δημιουργίας μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Η ογδόη ημέρα, η Κυριακή, «ημέρα Κυρίου ανέσπερος, αδιάδοχος και ατελεύτητος», συμβολίζει τη Δευτέρα παρουσία, τη μέλλουσα κρίση, τη βασιλεία του Θεού και την αιωνιότητα. Τα σύμβολα αυτά, επομένως, δεν σημαίνουν ούτε ελάχιστο χρόνο, ούτε εκατομμύρια χρόνια· είναι απλώς συμβολικές παραστάσεις των οκτώ φάσεων.(155)(N. Ματσούκα,Δογματική και Συμβολική Θεολογία,Γ,σ.177)

Λόγω της συμβολικότητάς της η δημιουργική ημέρα αποκτά επίσης την έννοια της περιόδου ή ορθότερα του αιώνα. Ο αιώνας στην Π. Διαθήκη δηλώνει χρονικό διάστημα ακαθόριστης διάρκειας, εκτεινόμενο από το παρελθόν στο μέλλον. Το διάστημα αυτό σε σχέση με το Θεό εκφράζει την αιωνιότητα, η οποία δεν έχει αρχή και τέλος και δε σχετίζεται με τη μεταβολή και διαδοχή των γεγονότων και φαινομένων. Σε σχέση με την κτίση νοείται ως προς τα όντα φαινόμενα, που διαδέχονται το ένα το άλλο και έχουν αρχή και τέλος, και συνδέεται πάντοτε με αυτά.

Εν προκειμένω λοιπόν η ημέρα ταυτίζεται κατά την πατερική θεολογική σκέψη με τον αιώνα· «ώστε καν ημέραν είπης, καν αιώνα, την αυτήν ερείς έννοιαν»(158)(Μ.Βασιλείου, ο.π. Β΄,8,σ. 52Α.). Ταυτίζεται δε υπό την έννοια ότι, αν και τα πάντα δημιουργούνται μέσα στο χρόνο, εντούτοις κατατείνουν στην αιωνιότητα του Θεού. Ενώ η δημιουργία όλη κινείται σε χρονικά όρια, κατά τις ανθρώπινες αναλογίες, η χρονική κίνησή της εκτείνεται στον άπειρο χρόνο του Θεού, κατά τους θείους όρους. Έτσι κατανοείται θεολογικά και η σύμπτωση του αιώνα με την ογδόη ημέρα.

(στο: Εν αρχή εποίησεν ο Θεός, Σταύρου Καλαντζάκη, Δρ. Θ. Καθηγητού Πανεπιστημίου, εκδ. Πουρναρα,2001, σελ. 123-128)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η θεωρία του Δαρβίνου για τους χιονάνθρωπους

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Ιανουαρίου 2019

xionanthropos

Η θεωρία του Δαρβίνου για τους χιονάνθρωπους

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Δεκεμβρίου 2018

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, άρθρο Στυλιανού Παπαδοπούλου, τόμος Α, σελ. 464-472, Αθήνα 1962).

Αειπαρθενία της Θεοτόκου. Το αφηρημένον ουσιαστικόν «αειπαρθενία» δηλοί την κατάστασιν ανδρός ή γυναικός, κατά την οποίαν ούτοι ουδέποτε εγνώρισαν γαμιαίας σχέσεις και διετήρησαν ούτω την παρθενίαν των ες αεί.
Η λέξις Αειπαρθενία και Αειπάρθενος απεδόθη από των πρώτων ήδη αιώνων εις την Παναγίαν Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μαζί με πολλάς άλλας λέξεις, ακτινοβολούσας τον μέγαν σεβασμόν των πιστών προς την Κυρίαν Θεοτόκον.
Αντίστοιχος λέξις εις την λατινικήν και τας ευρωπαϊκάς γλώσσας δεν υπάρχει και δια τον λόγον τούτον δεν απαντά μονολεκτικός τύπος δια την δήλωσιν του «αειπάρθενου» της Θεοτόκου εις τους Λατίνους Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Η πίστις εις την αλήθειαν της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου ήτο κοινή συνείδησις των αποστολικών χρόνων και διήκει δι’ όλης της χριστιανικής παραδόσεως μέχρι σήμερον, δια τους ορθοδόξους καί τους ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς.
Ας ίδωμεν, όμως, συστηματικώς διατυπουμένην την περί Αειπαρθενίας της Θεοτόκου διδασκαλίαν: α) εις τήν Αγίαν Γραφήν, β) τους αποστολικούς Πατέρας, γ) τους μετέπειτα Πατέρας, δ) την Ορθόδοξον Υμνολογίαν και ε) τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων.
1. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας Γραφάς.
α) Π. Διαθήκη. Η εκ παρθένου γέννησις του Σωτήρος εξαγγέλλεται καί προφητεύεται σαφώς εις την Π. Διαθήκην. Κλασσική κατέστη η προφητεία του Ησαΐου (ζ 14), την οποίαν αναφέρει και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (α 23): «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει καί τέξεται υιόν καί καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ». Η παρθένος θα τέξη, κατά τον προφήτην, υιόν (η παρθένος… τέξεται). Κατά την έκφρασιν ταύτην του Ησαΐου, επομένως, η τίκτουσα, θα είναι παρθένος καί κατά την στιγμήν, την οποίαν θα τίκτη. Εάν η γεννώσα κατά τον τόκον δεν θα ήτο παρθένος, δεν θα έλεγεν ο Ησαΐας: «ή παρθένος τέξεται», αλλ’ η γυνή τέξεται, διότι μόνον η γυνή τίκτει φυσιολογικώς και ουδέποτε η παρθένος. Ούτω, συμφώνως προς τον Ησαΐαν, η Μαρία θα παραμείνη παρθένος κατά τον τόκον. Με την ερμηνείαν αυτήν της προφητείας συμφωνούν οι αποστολικοί καί μετέπειτα Πατέρες. (Πρβλ. Ιουστίνου, PG 673 και 676. Πλείονα διά την υπό το πνεύμα τούτο ερμηνείαν της προφητείας, όρα Μ. Schmans, Katholische Dogmatik. V, (Mariologie). Munchen 1955, σ. 122- 123.
Πλην της σαφούς ταύτης προφητείας περί της διαφυλάξεως της παρθενίας της Θεοτόκου κατά τον τόκον υπάρχουν καί άλλα χωρία της Π. Διαθήκης εκληφθέντα καί ερμηνευθέντα υπό τών Πατέρων, ως αφορώντα εις τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου κατά καί μετά τόκον. Τοιαύτα είναι:
Το Ησ. «καί εξελεύσεται ράβδος εκ τής ρίζης Ιεσσαί καί άνθος εκ τής ρίζης αναβήσεται καί αναπαύσεται επ’ αυτόν Πνεύμα Θεού…» (ια 1 – 2).

Το Ιεζεκ. «καί η πύλη αύτη κεκλεισμένη έσται, ουκ ανοιχθήσεται, καί ουδείς μη διέλθη δι’ αυτής. Ότι Κύριος ο Θεός Ισραήλ εισελεύσεται δι’ αυτής καί έσται κεκλεισμένη». (Υπό την φράσιν «πύλη κεκλεισμένη» νοείται η Παρθένος Μαρία). Το Εξ. γ 2 κ. εξ. περί τής φλεγομένης καί μή καιομένης βάτου. Το Γέν. κη 12-13, περί τής κλίμακος τού Ιακώβ. Το Εξ. ιστ’ 33. Το Κριτ. στ’ 37 κ. εξ. Το Ψαλμ. οε’ 3 και το πστ 5. Το Αριθ. ιζ’ 8 κ.ά.
β) Κ. Διαθήκη.
Ουδείς των ιερών Ευαγγελιστών ασχολείται ειδικώς περί τό αειπάρθενον της Θεοτόκου. Ούτοι, αρκούνται να δηλώσουν την δια Πνεύματος Αγίου σύλληψιν του Υιού του Θεού (Λουκ. α’ 35, Ματθ. α’ 18) καί την εκ παρθένου γέννησιν αυτού (Ματθ. α’ 23, Λουκ. α’ 26, 27 καί 31).

Πρώτον, λοιπόν, βεβαιούται η διά Πνεύματος Αγίου σύλληψις υπό του Ματθαίου. «Του δε Ιησού Χριστού η γέννησις ούτως ήν. Μνηστευθείσης γάρ τής μητρός αυτού Μαρίας τώ Ιωσήφ, πριν ή συνελθείν αυτούς, ευρέθη εν γαστρί έχουσα εκ Πνεύματος Αγίου.α’ 18). και υπό του Λουκά: «Πώς έσται μοι τούτο, επεί άνδρα ού γινώσκω; Καί αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή· Πνεύμα Αγιον επελεύσεται επί σέ καί δύναμις Υψίστου επισκιάσει σοι» (Λουκ. α 35). Η Παρθένος δεν θα χρειασθή να πληρώση τον φυσικόν νόμον της αναπαραγωγής· μένει ξένη πρός ό,τι συμβαίνει με τούς λοιπούς ανθρώπους καί μάλιστα απορούσα πώς, παρθένος αύτη ούσα, θα γεννήση υιόν, λαμβάνει την απάντησιν, ότι δι’ υπερφυσικού τρόπου καταλύοντος κατ’ ανάγκην τόν φυσικόν νόμον, θα πραγματοποιηθή η γέννησις: «διά Πνεύματος Αγίου».
Δεύτερον, δείκνυται ότι η τίκτουσα, κατά τόν τόκον θα είναι παρθένος. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος αναφέρων την προφητείαν τού Ησαΐου (ζ 14), λέγει «η Παρθένος… έξει καί τέξεται υιόν» (α 23)· ό Λουκάς απηχών καί ούτος τήν προφητείαν τού Ησαΐου, λέγει· «καί ιδού συλλήψη εν γαστρί καί τέξη υιόν» (α 31). Ποία «συλλήψει καί τέξη»; Η παρθένος, η μεμνηστευμένη ανδρί (Λουκ. α 27′). Κατά τα χωρία ταύτα, η Παρθένος εκ Πνεύματος Αγίου θα συλλάβη καί η ίδια Παρθένος θα τέξη, χωρίς να μεταβληθή τι ως προς τήν παρθενίαν αυτής. Η παράταξις των ρημάτων «έξει καί τέξεται» καί συλλήψη καί τέξη», χωρίς διάκρισιν του τρόπου πραγματοποιήσεώς των, σημαίνει ακριβώς τον ταυτόσημον τρόπον πραγματοποιήσεως του «συλλήψη» καί του «τέξη», δηλ. «διά Πνεύματος Αγίου» γίνεται καί η σύλληψις καί ο τοκετός. Όπως επομένως είς τήν πρώτην περίπτωσιν, της συλλήψεως δηλαδή, η Μαρία παραμένει παρθένος, ούτω και εις τήν δευτέραν, τήν γέννησιν ή τόν τοκετόν, διατηρεί τήν παρθενίαν της, αφού υπερφυσικώς τίκτει.

Διά το πώς συμβαίνει τούτο, απαντά θαυμασίως ό Ζιγαβηνός, λέγων «Τούτο γάρ ούτε ο Ευαγγελιστής εδίδαξεν, ούτε πρό αυτού ο άγγελος, ο ευαγγελισάμενος τη Θεοτόκω τήν σύλληψιν. Ηγνόησαν γάρ τούτο καί αυτοί, διά τό είναι πάσιν ακατάληπτον, καί μόνη τη μακαρία Τριάδι γνωστόν. Τούτο δέ γίνωσκε μόνον, ότι σεσάρκωται ο Υιός ευδοκία του Πατρός, καί συνεργία τού Αγίου Πνεύματος» (Ερμηνεία είς τό Ματθ. α 18, έκδοσις Θ. Φαρμακίδου, Αθήναι 1942, Α’, σ. 14- 15).
Δια το παράδοξον της διατηρήσεως της παρθενίας καί κατά τόκον ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «ως ούτε του τόκου την παρθενίαν λύσαντος, ούτε της παρθενίας τη τοιαύτη κυοφορία εμποδών γενομένης. Όπου γάρ πνεύμα σωτηρίας γεννάται… άχρηστα πάντως της σαρκός θελήματα» (PG 46, 396). Πλήν των ανωτέρω, όμως, χωρίων τα οποία εξητάσαμεν καί είδομεν, ότι μας πληροφορούν —χωρίς να το λέγουν απ’ ευθείας, διότι δεν το αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα— δια την διατήρησιν της παρθενίας της Θεοτόκου πρό καί κατά τόκον, υπάρχουν και άλλα, πρό παντός δέ φράσεις καί λέξεις μεμονωμέναι, τά οποία χρησιμοποιούν οι εκάστοτε αιρετικοί διά να προσβάλλουν τήν αλήθειαν τού Αειπαρθένου της Θεοτόκου. Τα χωρία καί αι λέξεις, αι σκανδαλίζουσαι τους αιρετικούς είναι τα έξής:
1)  «Καί ουκ εγίνωσκεν αυτήν (ο Ιωσήφ) έως ου (έως ότου) έτεκε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον» (Ματθ. α’ 25). Βάσει τού «έως ού» λέγουν, ότι ο Ιωσήφ δεν εγνώριζε την Παρθένον μόνον μέχρι της γεννήσεως του Ιησού.
2)  Εις το αυτό χωρίον και εις Λουκ. β 7 υπάρχει η λέξις «πρωτότοκος» και υποστηρίζουν ότι ο Ιησούς υπήρξεν απλώς ό πρώτος γεννηθείς και εν συνεχεία ηκολούθησαν άλλοι υιοί ή τέκνα γενικώς.
3) Ενίοτε το θεόπνευστον κείμενον αποκαλεί τον Ιωσήφ «άνδρα της Μαρίας» (Ματθ. α 16) καί την Παρθένον «γυναίκα τού Ιωσήφ» (Ματθ. α’ 20 καί 24). Το «άνδρα» και «γυναίκα» σημαίνει κατ ά τούς αιρετικούς, ότι η Μαρία, μετά την γέννησιν του Ιησού, εγέννησε καί άλλα τέκνα μετά του Ιωσήφ, ως ανδρός αυτής.

4) υπάρχει το περίφημον πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου.

Ας εξετάσωμεν, όμως, κατά σειράν τα προαναφερθέντα χωρία και τας φράσεις ή τας λέξεις.

1. Πράγματι ο Ματθαίος (α 25) λέγει· «καί ούκ εγίνωσκεν αυτήν έως ου έτεκεν…». Με το «έως ου» ο ευαγγελιστής θέλει απλώς να δηλώση το γεγονός της παρθενίας της Θεοτόκου έως την στιγμήν της γεννήσεως. Δεν ενδιαφέρεται διά τον περαιτέρω χρόνον. Η έκφρασις αύτη «ορίζει μόνον το χρονικόν όριον, μέχρι του οποίου ενδιαφέρεται να τονίση ο εξιστορών ότι συνέβη ή δέν συνέβη τι, χωρίς να δηλοί κατ’ ανάγκην την μετά το όριον τούτο αλλαγήν της καταστάσεως, ούσα ούτως ειπείν σχήμα τονισμού της πραγματικότητος καί της διάρκειας του πρό του ορίου, προ του «έως ου» συμβαίνοντος· ούτω το «έως ου» καταλήγει εις την σημασίαν του διηνεκώς, λέγει ο Ι. Καλογήρου (Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την ορθόδοξον πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 19, σημ. 1), αναλύων τα περί τού θέματος λεγόμενα του ιερού Χρυσοστόμου (PG 78, 102).

Την αποστομωτικήν απάντησιν εις τους ισχυριζομένους, ότι μόνον έως την γέννησιν του Ιησού η Θεοτόκος ήτο παρθένος συμφώνως πρός το «έως ου» δίδει η ιδία η Αγία Γραφή. Όντως, εις αυτήν εύρηνται πολλά παράλληλα προς το Ματθ. α’ 25 χωρία, βοηθούντα ημάς να κατανοήσωμεν ορθώς το «έως ου»… Πρώτος ο Ιερώνυμος συνεκέντρωσε τοιαύτα παράλληλα χωρία εκ της Γραφής και είτα ο Ι. Χρυσόστομος τον συνεπλήρωσε (PG 57, 58). Ο Ιερώνυμος τα χωρία ταύτα εχρησιμοποίησεν είς τον αγώνα του κατά του αιρετικού Ελβιδίου, γράψας κατ’ αυτού ολόκληρον έργον (Adv. Helv.. PL 23). Ο Ελβίδιος (Δ’ αιών), σημειωθήτω, υπήρξεν εκ των πρώτων αρνητών της αειπαρθενίας της Θεοτόκου. Ιδού, λοιπόν, μερικά παράλληλα χωρία:
«Από του αιώνος καί έως του αιώνος Σύ εί, Κύριε» (Ψαλμ. πθ’ 2). Εάν το «έως ου» του Ματθ. (α’ 25) εσήμαινεν ότι μετά την γέννησιν του Ιησού ο Ιωσήφ εγνώρισε την Παρθένον, τότε καί κατά το προκείμενον χωρίον δεν θα υπάρχη ο Κύριος πέραν του αιώνος, όπερ αντιβαίνει εις την διδασκαλίαν των Γραφών.
Το Πράξ. β’ 34 «Είπεν ο Κύριος τώ Κυρίω μου, κάθου εκ δεξιών μου, έως αν θώ τούς εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου». Εάν οι εχθροί τεθούν υποπόδιον των ποδών του Κυρίου, θα παύση ούτος να κάθηται εις τα δεξιά του Πατρός; Βεβαίως δεν θα παύση να κάθηται εις τα δεξιά, αλλ’ εδώ ο συγγραφεύς ενδιαφέρεται μόνον διά τόν συγκεκριμένον χρόνον, καθ’ όν θα ηττηθούν οι εχθροί.
Το Γέν. η 1 «Ούχ υπέστρεψεν ο κόραξ έως ου εξηράνθη η γή». Ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Καίτοι γε ουδέ μετά ταύτα υπέστρεψε» (PG 57, 58).
Επίσης το Β’ Βασιλ. στ’ 23 «Τη δε Μελχάλ ουκ εγίνετο παιδίον έως τής ημέρας του αποθανείν αυτήν». Κατά τους αρνητάς της αειπαρθενίας της Θεοτόκου, δια την έκφρασιν «έως ου» η Μελχάλ θα έπρεπε να έκαμε παιδίον μετά τον θάνατον αυτής.

Αλλά και αυτός ούτος ο Κύριος εχρησιμοποίησε παράλληλον έκφρασιν υπό την έννοιαν, καθ’ ήν και η Ορθόδοξος Εκκλησία εννοεί το «έως ου», λέγων προς τους μαθητάς του· «’Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη’ 20). Μετά την συντέλειαν του αιώνος, δεν θα ευρίσκεται ο Κύριος μετά των μαθητών του; Το «έως ου» λοιπόν, ως φαίνεται μετά την παράθεσιν των ανωτέρω χωρίων καθαρότατα, «είρηκεν ούχ ίνα υποπτεύσης ότι μετά ταύτα αυτήν έγνω, αλλ’ ίνα μάθης ότι πρό των ωδίνων πάντως ανέπαφος ήν η Παρθένος» (Χρυσ. PG 57, 58). Και ο Ζιγαβηνός προσθέτει «Το έως τίθεμεν… επεί εκ πορνείας γεγεννήσθαι τον Χριστόν εφλυάρουν Ιουδαίοι» (Ερμην. Ματθ. α 25, έκδ. Θ. Φαρμακίδου, Άθήναι 1842, Α’, σ. 20).
2. Η λέξις «πρωτότοκος» των χωρίων Ματθ. α 25 και Λουκ. β’ 7 ηρμηνεύθη, ως εάν είχον ακολουθήση καί άλλα τέκνα, του Ιησού όντος πρωτοτόκου κατά σειράν γεννήσεως. Τούτο, όμως, δέν είναι ορθόν, διότι η λέξις εις την Γραφήν δηλώνει:
α) τον πρώτον τεχθέντα μεταξύ αδελφών (Γέν. λε’ 23),
β) τον μονογενή, τον μη ακολουθούμενον υπ’ άλλου αδελφού (ως χρησιμοποιείται ενταύθα, Ματθ. α’ 25 καί Λουκ. β’ 7)·
γ) τον εξαίρετον καί τίμιον υπέρ πάντας τους άλλους (Έβρ. ιβ’ 23)·
δ) και τον «πρωτότοκον πάσης κτίσεως» (Κολοσ. α’ 15). Πρβλ. καί Ζιγαβηνού, έκδ. Φαρμακίδου, Α, σ. 20-21.
Άπασα η παράδοσις ερμηνεύει τον «πρωτότοκον» όχι ως πρώτον μεταξύ πολλών, αλλ’ως τον μόνον, τον Μονογενή, ο οποίος εξήλθεν εκ της κοιλίας της Θεοτόκου (Μ. Βασιλείου, PG 31, 1468). Ο δε Θεοφύλακτος λέγει, ότι «πρωτότοκος λέγεται ο πρώτος τεχθείς κάν μη δεύτερος ετέχθη» (PG 123, 721). Πρβλ. καί Μ. Σιώτου, Το πρόβλημα των αδελφών του Ιησού, Αθήναι 1950, σ. 78. Την αυτήν ερμηνείαν δίδει καί ο Δίδυμος ο Τυφλός εις το «πρωτότοκος» (Περί Τριάδος, GP 39, 832c).
Πρέπει να παρατηρηθή προσέτι, ότι η Κ. Διαθήκη ουδαμού ονομάζει τέκνα Μαρίας, δια να δεχθώμεν, ότι ο Ιησούς ήτο πρωτότοκος μεταξύ πολλών τέκνων της Μαρίας.
3. Ο ευαγγελιστής Ματθαίος ονομάζει τον δίκαιον Ιωσήφ άνδρα της Μαρίας,«Ιακώβ δε εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα Μαρίας» (α 16) και «Ιωσήφ δέ ο ανήρ αυτής» (α 19). Την δε Παρθένον ο αυτός ευαγγελιστής ονομάζει γυναίκα του Ιωσήφ, «μή φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου» (α 20) καί «καί παρέλαβε τήν γυναίκα αυτού» (α 24). Δια να ίδωμεν ακριβέστερον υπό ποίαν έννοιαν χρησιμοποιούνται εδώ το «ανήρ» καί «γυνή», θα παραθέσωμεν δύο παράλληλα χωρία εκ της Κ. Διαθήκης: «ητοιμασμένην ως νύμφην κεκοσμημένην τω ανδρί αυτής» (Αποκ. κα’ 2) και «απογράψασθαι συν Μαριάμ τη μεμνηστευμένη αυτω γυναικί, ούση εγκύω» (Λουκ. β’ 5).
Εις την πρώτην περίπτωσιν, ονομάζεται «ανήρ αυτής» ο μη εισέτι νυμφευθείς, ο μη γνωρίζων ακόμη συνάφειαν. Εις την δευτέραν περίπτωσιν, η Μαριάμ ονομάζεται γυνή του Ιωσήφ παρά την δήλωσιν, ότι αύτη είναι μόνον «μεμνηστευμένη αυτω». Χρησιμοποιούνται κατά ταύτα εις την Κ. Διαθήκην το ανήρ και γυνή και δια τον χρόνον της μνηστείας.Όρα και Ζιγαβηνόν «Άνδρα δε αυτής είπε τόν Ιωσήφ ως μνηστήρα. Καί γάρ καί γυναίκα ταύτην αυτού καλεί προϊών, ως μνηστήν. Ούτω γάρ ήν έθος καλείσθαι καί πρό τής συναφείας» (Έργ. μν., Α’, σ. 13).
4. Οι ευαγγελισταί Ματθαίος (ιβ’ 46-49), Λουκάς (η’ 19-20) καί Μάρκος (γ- 32-34) κατονομάζουν «αδελφούς Κυρίου» ορισμένα πρόσωπα σχέσιν έχοντα με τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Εάν δεχθώμεν, ότι πρόκειται περί πραγματικών αδελφών του Κυρίου, τότε καταρρίπτεται το αειπάρθενον της Θεοτόκου. Αλλ’ ερωτώμεν μετά του Επιφανίου (PG 42, 715, 716), εάν η Παρθένος είχε και άλλα τέκνα, διατί να εμπιστευθή ο επί του σταυρού αποθνήσκων Ιησούς την μητέρα του εις τον Ιωάννην; (Ίω. ιθ’ 26, 27).
«Ει δε είχεν άνδρα, ει είχεν οίκον, ει είχε τέκνα, είς τα ίδια ανεχώρει, ού πρός τον αλλότριον». Ουδαμού παρατηρείται το φαινόμενον να εγκαταλείπη η μήτηρ τον οίκον της και τα τέκνα της, όταν συμβαίνη να αποθάνη ο πρωτότοκος υιός της. Και κατά την προκειμένην περίπτωσιν, «έλαβεν ο μαθητής (ο Ιωάννης) αυτήν (την Θεοτόκον) είς τα ίδια» (Ίω. ιθ’ 27), δια τον απλούστατον λόγον, ότι η Θεοτόκος δεν είχεν υιούς, διότι ο Ιησούς δεν είχεν αδελφούς.
Τας πρώτας ορθάς ειδήσεις περί των λεγομένων «αδελφών του Κυρίου» ευρίσκομεν εις τα απόκρυφα Ευαγγέλια του Πέτρου καί του Ιακώβου, το δεύτερον των οποίων μάλιστα ονομάζεται καί «πρωτευαγγέλιον». Το πρώτον εγράφη ίσως πρό του 150 είς την Συρίαν και το δεύτερον οπωσδήποτε πρό του 200 (Β. Altaner, Patrologie, Freiburg 1958, σ. 56).
Πρώτος δε εκ των εκκλησιαστικών ανδρών, ο οποίος έθεσεν ορθώς το πρόβλημα των αδελφών του Κυρίου, ίσως κατ’ επίδρασιν των προαναφερθέντων αποκρύφων εαγγελίων και μάλιστα του Ιακώβου, είναι ο Ωριγένης (253/4). Δεν πρέπει δε να σκανδαλίζη το γεγονός, ότι εκκλησιαστικοί άνδρες ως ο Ωριγένης και ο Επιφάνιος αργότερον εδέχθησαν επίδρασιν εκ των αποκρύφων ευαγγελίων, διότι τούτο δεν θα συνέβαινεν, εάν αι παραληφθείσαι ιδέαι δεν ήσαν κοινώς παραδεδεγμέναι υπό της συνειδήσεως της Εκκλησίας. (Πρβλ. Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 17-18). Σημειωθήτω δε, ότι ο πυρήν του πρωτευαγγελίου είναι ιστορικός και διασώζει την παράδοσιν και ως εκ τούτου έχει σχέσιν με τα κανονικά Ευαγγέλια (Μ. Σιώτη, μν. έργ., σ. 12, σημ. I).

Οι λεγόμενοι «αδελφοί του Κυρίου» είναι υιοί του Ιωσήφ εκ της γυναικός του, της αποθανούσης ήδη προ της μνηστείας του μετά της Παρθένου Μαρίας. Επειδή δε η Παρθένος ήτο νόμω γυνή τού Ιωσήφ, καλούνται αδελφοί Κυρίου οι νόμω υιοί τής μητρός του Κυρίου. Πρβλ. Ωριγένη:

«Ζητείται παρά πολλοίς περί των αδελφών Ιησού… αδελφούς μεν ουκ είχε φύσει, ούτε της Παρθένου τεκούσης ύστερον… νόμω τοιγαρούν εχρημάτισαν αυτού αδελφοί, υιοί Ιωσήφ όντες εκ προτεθνηκυίας γυναικός και επεί καθ’ ομολογίαν γυνή αυτού η Μαρία εχρημάτισεν… Ακολούθως τη τοιαύτη διατάξει (αναφέρει διάταξιν του Μωσαϊκού νόμου) αδελφοί του Ιησού είρηνται οι εκ του Ιωσήφ, ει καί αυτός εξ’ αυτού μή τυγχάνει» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, 6, 506 κ.έξ.). Όρα επίσης καί Ί. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 22. Κ. Δρατσέλλα, Η Θεοτόκος και ο Ακάθιστος Ύμνος, Τρίκαλα 1957, σ. 41, 42 και την μνημονευθείσαν σπουδαιοτάτην μονογραφίαν του Μ. Σιώτη, σ. 59 κ. αλλαχού.

Την γραμμήν του Ωριγένους ακολουθεί όλη η μετέπειτα εκκλησιαστική γραμματεία, πλήν εξαιρέσεων, ως του Ιερωνύμου λ.χ., αντεπεξερχομένου κατά του αιρετικού Ελβιδίου (De perpelua virginitatae Mariae, Adversus Helvidium, Liber unus, PL 23, 194-215). Μάλιστα ο Επιφάνιος Κύπρου, εξ αφορμής εν Αραβία κυκλοφορουσών κακοδοξιών σχετικών προς το πρόσωπον της Παρθένου γενικώς, έγραψεν, εκθέτων την ορθόδοξον διδασκαλίαν επί του θέματος των «αδελφών του Κυρίου» και της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου, εις το έργον του Πανάριον ή κατά Αιρέσεων (PG 42, 699-740).

Κατά τα ανωτέρω, λοιπόν, οι «αδελφοί τού Κυρίου» καταχρηστικώς ονομάζονται ούτω, όντες υιοί τού Ιωσήφ, καί δεν πρέπει η έκφρασις αύτη τών Ευαγγελίων να χρησιμοποιήται υπό των εκάστοτε αιρετικών ως όπλον κατά τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου. Μέχρι τούδε εξητάσαμεν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου κατά την Π. καί τήν Κ. Διαθήκην. Έκ τής εξετάσεως ταύτης προκύπτει, ότι :
α) η Παρθένος Μαρία συνέλαβεν εκ Πνεύματος Αγίου, καταργήσασα επομένως τόν φυσικόν νόμον
β) κατά τόν τόκον της παρέμεινε παρθένος, όπως παρθένος παρέμεινε καί μετά τήν σύλληψιν, αφού καί η σύλληψις καί ο τόκος κατά συνέπειαν έγιναν κατά τρόπον υπερφυσικόν καί
γ) ωρισμέναι φράσεις ή χωρία τής Κ. Διαθήκης, χρησιμοποιούμενα κατά της Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ορθώς εξηγούμενα δέν προσβάλλουν το Αειπάρθενον τής Θεοτόκου. Πρέπει να είπωμεν, ότι είς τήν Κ. Διαθήκην δεν ευρίσκομεν μαρτυρίαν άμεσον περί τής μετά τόν τόκον παρθενίας της Θεοτόκου, περί τού Αειπαρθένου δηλαδή. Η παντελής, όμως, έλλειψις μαρτυριών διά το αντίθετον αποκλείει πάσαν συνάφειαν τής Παρθένου μετά τού Ιωσήφ μετά τήν γέννησιν τού Ιησού. Η δημιουργουμένη αύτη συνείδησις καί η βέβαια γνώσις των πραγμάτων διά της παραδόσεως ωδήγησε τους αποστολικούς Πατέρας καί είτα τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς συγγραφείς να εκφρασθούν ποικιλοτρόπως υπέρ τής Αειπαρθενίας τής Θεοτόκου, ως θα ίδωμεν εν τοις εξής.
2. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τους αποστολικούς Πατέρας καί τους απολογητάς.
α)  Είς τα έργα Ιγνατίου του Θεοφόρου (+110) ευρίσκομεν μαρτυρίας διά την πρό καί την κατά τόκον παρθενίαν τής Θεοτόκου. Εις τήν προς Σμυρν. I, 1 (ΒΕΠ Β’, σ. 280) απαντά περί του Ιησού η έκφρασις «γεγενημένον αληθώς εκ Παρθένου» και εις τήν πρός Εφεσ. XVII αναγιγνώσκομεν «ο γάρ τού Θεού υιός… εκυοφορήθη εκ Μαρίας κατ’ οικονομίαν Θεού, εκ σπέρματος μέν Δαβίδ, διά Πνεύματος δέ αγίου» (σ. 291). Πρβλ.Ι. Καλογήρου, μν. έργ., σ. 10-11. Αλλά και εις την πρός Εφεσίους XIX διακηρύττεται η παρθενία της Μαρίας καί ο υπεφυσικός της τόκος (ΒΕΠ Β’ σ. 291)· «καί έλαθε τόν άρχοντα τού αιώνος τούτου η παρθενία Μαρίας, καί ο τοκετός αυτής».
β)  Εις τον Ιουστίνον, ευρίσκομεν σαφείς μαρτυρίας περί τής παρθενικής καί άρα υπερφυσικής γεννήσεως τού Κυρίου, χωρίς να μας ομιλή ο ιερός Πατήρ διά την μετά τήν γέννησιν κατάστασιν, αφου οι σύγχρονοί του χριστιανοί και μή θα εγνώριζον προφανώς καί εξ’ ιδίας ακόμη αντιλήψεως —ο Ιουστίνος απέθανε περί το 160— ότι η Παρθένος δέν ήλθεν εις πραγματικήν κοινωνίαν γάμου μετά τού Ιωσήφ, διατηρήσασα ούτω τήν παρθενίαν της ες αεί. Αναφερόμενος εις τήν γέννησιν τού Κυρίου, γράφει ο Ιουστίνος· «τουτέστι διά παρθενικής μήτρας τον πρωτότοκον των πάντων ποιημάτων σαρκοποιηθέντα αληθώς παιδίον γενέσθαι, προλαβών αυτό δια τού προφητικού Πνεύματος» (PG 6. 673β). Πρβλ. επίσης καί πολλούς διαλόγους του ως τους 43, 45, 48, 54, 71, 100 κ.ά. Εκ των ανωτέρω φαίνεται, ότι οι αποστολικοί Πατέρες δεν εκφράζονται διά τήν διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου μετά τόκον, αλλ’ ούτε καί διά το αντίθετον γίνεται η παραμικρά νύξις, ενώ εκ τού τρόπου του εκφράζεσθαι περί τής Θεοτόκου εις τα έργα των μάς αφήνουν να πιστεύσωμεν, ότι υπό το επίθετον «Παρθένος», όπως αποκαλούν τήν Θεοτόκον, νοείται το «Αειπάρθενος». Πρβλ. καί Μ. Σιώτη. μν. έργ., σ. 95.
3. Η Αειπαρθενία τής Θεοτόκου κατά τους Πατέρας και τους έκκλησιαστικούς συγγραφείς,
α)  Πρώτος ο Ωριγένης (+253/54) σαφώς και απεριφράστως εκφράζεται και διά την μετά τον τόκον διατήρησιν τής παρθενίας τής Θεοτόκου, αν και δεν χρησιμοποιεί τον όρον «Αειπάρθενος». Εξηγών, διατί οι λεγόμενοι «αδελφοί τού Κυρίου» δεν είναι πραγματικοί του αδελφοί, γράφει·

«Ζητείται παρά πολλοίς περί τών αδελφών Ιησού, πώς είχε τούτους, της Μαρίας μέχρι τελευτής παρθένου διαμεινάσης» (Ε. Preuschen, Origenes Werke, IV, σ. 506, 90 κ.έξ.). Καί αλλαχού· «το αξίωμα της Μαρίας εν παρθενία τηρείν μέχρι τέλους βούλονται…»(ένθ. αν., X, σ. 21). Καί εις άλλο σημείον ο κριτικώτατος ούτος εκκλησιαστικός συγγραφεύς γράφει, ότι δεν δύνανται (οι πολέμιοι της Αειπαρθενίας της Θεοτόκου) να αποδείξουν, «ότι συνουσία εχρήσατο μετά την απότευξιν του Σωτήρος». Κέκτηται δε η μαρτυρία αύτη ιδιαιτέραν σημασίαν, καθότι ο Ωριγένης γράφει κατά το α’ ήμισυ του Γ’ αιώνος, οπότε —εάν πράγματι η Θεοτόκος δεν διετήρησε τήν παρθενίαν της μέχρι τέλους της ζωής της— τα γεγονότα καί η παράδοσις ήσαν πολύ πρόσφατα, ώστε να δύνανται ευχερώς να αποδείξουν τον ισχυρισμόν των οι εχθροί του «Αειπαρθένου». Εν τούτοις όμως δεν ηδυνήθησαν να το πράξουν.
β)  Γρηγόριος ο Θαυματουργός (+270), μαθητής του Ωριγένους, εις την εν αρμενική μεταφράσει διασωθείσαν ομιλίαν του «εις την Γέννησιν» υποστηρίζει, ότι η Θεοτόκος υπήρξε παρθένος πρό, κατά καί μετά τόκον (Pitra, Analecta Sancta, Paris 1883, IV, σ. 383 κ.έξ. καί 392).
γ)  Δια πρώτην φοράν απαντώμεν τον όρον «Αειπάρθενος» εις τον β’ Λόγον του Μ. Αθανασίου (+373) κατά Αρειανών.

«Ουκούν οι αρνούμενοι εκ τού Πατρός είναι φύσει καί ίδιον αυτού τής ουσίας τόν Υιόν αρνείσθωσαν καί αληθινήν σάρκα ανθρωπίνην αυτόν ειληφέναι εκ Μαρίας της αειπαρθένου» (PG 26, 296β). Καί αλλαχού «καί αύτη δε η Κυριότοκος Μαρία και αειπάρθενος» (PG 27, 1393C). Ο όρος απαντά ακόμη μίαν φοράν εις τήν ερμηνείαν του συμβόλου τής πίστεως· «ενανθρωπήσαντα, τουτέστιν γεννηθέντα τελείως εκ Μαρίας της Αειπαρθένου δια Πνεύματος Αγίου» (PG 26, 1232 Α). Ο Μ. Αθανάσιος, λοιπόν, εισήγαγε τον όρον «Αειπάρθενος» εις την γραμματείαν της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας και έκτοτε χρησιμοποιείται ούτος συχνάκις υπό των Πατέρων καί δη των μεταγενεστέρων αιώνων, αν καί κατά το πλείστον ούτοι χρησιμοποιούν τον όρον «Παρθένος», εκφράζοντες διά τούτου το Αειπάρθενο της Θεοτόκου,
δ)  Καί Δίδυμος ο Τυφλός (+398) ρητώς διδάσκει το «Αειπάρθενον», λέγων «ότιπερ ο εκ του αρρήτου φωτός αχρόνως εκλάμψας, από της Αειπαρθένου εν υστέροις καιροίς δια φιλανθρωπίαν αφράστως ετέχθη» (PG 39, 404C). Την ιδίαν δε διδασκαλίαν εκθέτει και εις άλλα σημεία (αυτόθι, 832C.
ε)  Ο ιερός Χρυσόστομος (+407) καταρρίπτων τα επιχειρήματα των αιρετικών κατά του αφράστου μυστήριου της εκ Παρθένου γεννήσεως του Ιησού, διδάσκει το «Αειπάρθενον» εις πολλά σημεία. (Πρβλ. λ.χ. τα PG 78, 102. 57,58 καί 56, 387-388).
στ)  Επιφάνιος ο Σαλαμίνος (+404) αντεπεξήλθε μετά πολλής θεολογικής εμβριθείας εις τας περί το πρόσωπον της Αειπαρθένου Μαρίας αιρετικάς δοξασίας, τας επιπολαζούσας εν Αραβία και αλλαχού. Πολεμών τάς αιρέσεις ταύτας, εξέφρασε σαφώς τήν πίστιν του εις το «Αειπάρθενον» (PG 42, 737ΑΒ). Συχνότερον δε παντός άλλου ο Επιφάνιος αποδίδει τον όρον Αειπάρθενος εις την Θεοτόκον· «εις την υπέρ της αυτής Αγίας Αειπαρθένου υπόθεσιν… ως εις το όνομα της Αειπαρθένου κολλυρίδα τινά επιτελείν…» (αυτόθι, 736). Εκ του ανωτέρω φαίνεται, ότι ο Επιφάνιος καταφέρεται εναντίον ομάδων γυναικών, των Κολλυριανίδων, διότι «ετέλουν ιερουργίας εις το όνομα της Θεοτόκου ως εiς θεάν» (Ί. Καλογήρου, μν. εργ., σ. 118. Περί της αιρέσεως ταύτης πρβλ. F. J. Dolger, Die eigenartige Marienehrung der Philomarianiten oder Kollyridianer in Arabien, είς Antike und Christentum I, 2, σ. 107-142).
ζ)  Κύριλλος ο Αλεξανδρείας (+444) είναι καί ούτος κατηγορηματικώς εκπεφρασμένος υπέρ του «Αειπαρθένου» καί μάλιστα λέγει· «Σοί γαρ καί ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός επί τού Σταυρού αναλαμβανόμενος την Θεοτόκον καί αειπάρθενον, ώς παρθένω παρέδωκεν… σκεύος αμίαντον» (Ομιλίαι Διάφοροι XI, PG 77, 1632C).
η)  Επειδή είναι αδύνατον διά τόν ολίγον χώρον να αναφέρωμεν εδώ αναλυτικώς όλους τούς Πατέρας και εκκλησιαστικούς Συγγραφείς, πρβλ. διά τήν πίστιν εις το «Αειπάρθενον» και Νείλου (+430) (PG 79, I89CD καί 189C), Πρόκλου Κωνσταντιπουπόλεως (+446) (PG 65, 700C). Πηλουσιώτου Ισιδώρου (+435) (PG 78, Ι93Β), Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως (+740) (PG 98, 304CD),Ιωάννου Δαμασκηνού (+754) (PG 79, 18ICD καί 713BC).
4. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου εις την Υμνολογίαν.
Εις την Υμνολογίαν ευρίσκομεν πλήθος λέξεων ή και φράσεων, δηλουσών τήν βαθείαν πίστιν τών υμνογράφων εις τήν αειπαρθενίαν τής Θεοτόκου. Οι περίφημοι χαρακτηρισμοί τής Θεομήτορος ως «Απειρογάμου» (Ωρολόγιον. εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1952, σ. 488), ως «άνθους τής αφθαρσίας» καί «στέφους της εγκρατείας» (αύτόθι, 496). ως καί η θαυμασία προσφώνησις· «χαίρε, νύμφη ανύμφευτε» δηλώνουν τήν απόλυτον πίστιν της Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον». Αλλά καί ο ίδιος ο όρος συναντάται συχνάκις· «Η περιστερά η τον ελεήμονα αποκυήσασα, χαίρε Αειπάρθενε» (αυτόθι, σ. 507) διακηρύττει το τέταρτον τροπάριον της εννάτης ωδής της ακολουθίας του Ακαθίστου Ύμνου. Εις το τέταρτον τροπάριον της τέταρτης ωδής του κανόνος «είς την Υπεραγίαν Θεοτόκον», ποιηθέντος υπό του Θεοδώρου Στουδίτου, αναγινώσκομεν «ως φιλάνθρωπος βοήθησον, Θεοτόκε μόνη Αειπάρθενε».

Πρβλ. επίσης καί τον Ειρμόν της όγδοης ωδής το Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνος, την Ευχήν μεταλήψεως, αποδιδομένην εις τον Ι. Χρυσόστομον, το τροπάριον της ακολουθίας της Τραπέζης (μετά το μεταλαβείν), το Απόδειπνον το Μέγα κ. ά., όπου υπάρχει ο όρος «Αειπάρθενος». Εκ τής μικράς ταύτης σταχυολογήσεως φαίνεται, ότι οι υμνογράφοι, όπως καί οι Πατέρες, χρησιμοποιούν ευρύτερον το «Παρθένος», εννοούντες πάντοτε το «Αειπάρθενος». Τούτο βεβαίως δεν δεικνύει καθόλου αμφιβολίαν ή δισταγμόν περί τήν αλήθειαν του «Αειπαρθένου», αφού, μάλιστα, ως θα ίδωμεν κατωτέρω, η αλήθεια αύτη διεκηρύχθη και υπό οικουμενικών συνόδων, αλλ’ απλώς ο όρος «Αειπάρθενος» χρησιμοποιείται κυρίως δι’ απολογητικούς σκοπούς και τούτου ένεκεν είναι σπανιώτερος του «Παρθένος».
5. Η Αειπαρθενία της Θεοτόκου κατά τας αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τας ορθοδόξους ομολογίας.
α)  Από της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης είς Κωνσταντινούπολιν το 553, η πίστις εις την Αειπαρθενίαν της Θεοτόκου προσλαμβάνει δογματικόν χαρακτήρα και επικυρούται. Εις τον έκτον αναθεματισμόν της Συνόδου κατα των «Τριών κεφαλαίων» ευρίσκομεν τον όρον «Αειπάρθενος»·
«ει τις καταχρηστικώς, αλλ’ ουκ αληθώς Θεοτόκον λέγει την αγίαν ενδοξον αειπάρθενον Μαρίαν, ή κατά αναφοράν, ως ανθρώπου ψιλού γεννηθέντος, αλλ’ ουχί του Θεού Λόγου σαρκωθέντος εξ αυτής… ο τοιούτος ανάθεμα έστω» (Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Α’, Αθήναι 1952, σ. 175).
β)  Και εις τον Α’ Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, συγκληθείσης υπό Ιουστινιανού του Β’ κατά το 692 εις Κωνσταντινούπολιν, αναφέρεται ο όρος «αειπάρθενος», αποδιδόμενος εις τήν Θεοτόκον. Έχει δε το σχετικόν χωρίον ως εξής:
«Και την αυτόν ασπόρως τεκούσαν άχραντον αειπάρθενον, κυρίως καί κατά αλήθειαν Θεοτόκον δοξάζοντες» (αυτόθι, σ. 191).
γ)  Το «Αειπάρθενον» ευρίσκομεν διδασκόμενον καί εις νεωτέρας σχετικώς ομολογίας ως του Γρηγορίου του Παλαμά «μορφήν την καθ’ ημάς λαβών, και εκ της αειπαρθένου Μαρίας ευδοκία του Πατρός και συνεργία του αγίου Πνεύματος κυηθείς» (αυτόθι, σ. 343) και του Δοσιθέου, πατριάρχου Ιεροσολύμων· «πιστεύομεν τον υιόν του Θεού… εν γαστρί της αειπαρθένου Μαρίας συλληφθέντα» (Μν. έργ., Β’, Άθήναι 1953, σ. 750).
Η προηγηθείσα μικρά αναδρομή εις τα κείμενα τών Γραφών καί των εκκλησιαστικών συγγραφέων δεικνύει σαφώς την πεποίθησιν συμπάσης της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας εις το «Αειπάρθενον» της Θεοτόκου. Δια τους αρνουμένους το μέγα τούτο ιδίωμα της Θεομήτορος, έχομεν να είπωμεν, ότι δια να αποδεχθή κανείς πράγματα υπερβαίνοντα τον φυσικόν νόμον, πρέπει να ασκηθή εις την καθαρώς θρησκευτικήν και υπερφυσικήν υπέρβασιν του ιδίου του εαυτού του, «ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας καί Αειπαρθένου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου».

ΒΙΒΛΙΟΓΡ. Ι. Κ α λ ο γ ή ρ ο υ, Μαρία η Αειπάρθενος Θεοτόκος κατά την Ορθόδοξον Πίστιν, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 10-30 κ. αλλαχού. Μ. Σιώτη, Το πρόβλημα των αδελφών του Ιησού, Αθήναι 1951. Του αυτού, Η εμφάνισις της λατρείας της Θεοτόκου και η επί τής έορτής τής Κοιμήσεως εκκλησιαστική παράδοσις, είς Γρηγόριος Παλαμάς, ΛΓ’ (1950), σ. 177-192. Μ. S c h m a u s. Katholische Dogmatik, V (Mariologie), Miinchen 1955. σ. 106-144. Δ. N. Μ ω ρ αΐ τ ο υ, άρθρον είς ΘΧΕ, Γ’ (1937) 1009-1010. Κ. Δ ρ α τ σ έ λ λ α, Ή Θεοτόκος καί ό Ακάθιστος Ύμνος, Τρίκαλα 1957, σ. 31-42. Ί. Καρμίρη, Τά Δογματικά καί Συμβολικά Μνημεία τής ’Ορθοδόξου Καθολικής ’Εκκλησίας, Α*. Άθήναι 1952 καί Β’, Άθήναι 1953. Ε Dublanchy, άρθρον είς DTC, X (1926). σ. 2369 – 2384. L. Kdstcrs, άρθρον είς LTK, IV (1932), σ. 887-889.
ΣΤΥΛ. Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΘΕΟΤΟΚΟΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Έγραψε ο Μωϋσής τα 5 πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;

Συγγραφέας: kantonopou στις 11 Νοεμβρίου 2018

Έγραψε ο Μωϋσής τα 5 πρώτα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;

(Καλαντζάκη Σταύρου, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη). ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΤΕΥΧΟΥ

1. Η παράδοση της συγγραφής της από το Μωυσή
Η αρχαία ιουδαϊκή παράδοση με κυρίους εκπροσώπους της τους μεγάλους ιουδαίους ιστορικούς Φίλωνα και Ιώσηπο αποδίδει τη συγγραφή της Πεντατεύχου στο Μωυσή. Το Ταλμούδ είναι σαφές επ’ αυτού, όταν αναφέρει ότι «ο νόμος αποτελεί ενιαίο έργο αποκεκαλυμμένο από το Θεό και γραμμένο καθ’ ολοκληρίαν από το Μωυσή εκτός από τους οκτώ τελευταίους στίχους του» (Baba Bathra 14b).

Με την ιουδαϊκή συμφωνεί απόλυτα και η αρχαία χριστιανική παράδοση, όπως προκύπτει από τις σχετικές αναφορές της Κ. Διαθήκης. Ο Χριστός εκφράζει ακράδαντη πίστη στη μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου, όπως φανερώνουν οι λόγοι του˙ «ει γαρ επιστεύετε Μωυσεί, επιστεύετε αν εμοί˙ περί γαρ εμού εκείνος έγραψεν. Ει δε τοις εκείνου γράμμασιν ου πιστεύετε, πώς τοις εμοίς ρήμασιν πιστεύσετε;» (Ιω. 5, 46-47). Το αυτό ισχύει ομοίως με τις χαρακτηριστικές αναφορές του˙ «αρξάμενος από Μωυσέως και από πάντων των προφητών διηρμήνευσεν αυτοίς εν πάσαις ταις γραφαίς τα περί εαυτού» (Λουκ. 24,27) και «ου Μωυσής έδωκεν υμίν τον νόμον;» (Ιω. 7,19), καθώς και άλλες παρεμφερείς (Ματθ. 8,4. 19,8. Μάρκ. 1,44. 7,10. 10,5. 12,26. Λουκ. 5,14. 16,31. 20,37. 24,44. Ιω. 7,23).

Η ίδια πεποίθηση διακατέχει επίσης και τους αποστόλους του (Ιω. 1,45. Πράξ. 3,22. 13,39. 15,5-21. 26,22. 28,23. Ρωμ. 10,5. 19,1. Α’ Κορ. 9,9. Β’ Κορ. 3,15. Αποκ. 15,3). Περαιτέρω στην Κ. Διαθήκη η Πεντάτευχος ονομάζεται νόμος, όπως υποδηλώνουν οι παρακάτω εκφράσεις της, όπου «Μωυσής» και «νόμος» είναι όροι ισοδύναμοι: «βίβλος Μωυσέως» (Μάρκ. 12,26), «το βιβλίον του νόμου» (Γαλ. 3,10), «ο νόμος» (Ματθ. 12,5. Λουκ. 16,16. Ιω. 7,19), «ο νόμος Μωυσέως» (Λουκ. 2,22. Ιω. 7,23), «ο νόμος τον Κυρίου» (Λουκ. 2,23∙ 24).
Η παραδοσιακή αυτή θέση ως προς τη μωσαϊκή προέλευση της Πεντατεύχου στηρίζεται σε μαρτυρίες τόσο του ιδίου του κειμένου της όσο και άλλων βιβλίων της Π. Διαθήκης. Οι μαρτυρίες χωρίων από τα πεντατευχικά βιβλία έχουν ιδιαίτερη αξία, γιατί δείχνουν ότι σπουδαία αποσπάσματά τους είναι γραμμένα από το Μωυσή. Αυτός προβαίνει κατ’ εντολή του Θεού ή με πρωτοβουλία του στην καταγραφή σε βιβλίο διαφόρων διατάξεων (Εξ. 24,4-8. 34,27. Δευτ. 31,9∙ 24εξ.) και γεγονότων (Εξ. 17,14. ΑριΘμ. 33,1-2. Δευτ. 31,22), που αφορούν στο λαό του οποίου ηγείται. Από τα υπόλοιπα βιβλία της Π. Διαθήκης, όσα χρησιμοποιούν εκφράσεις, όπως «βιβλίον Μωυσέως», «βιβλίον νόμου Μωυσέως» ή απλώς «νόμος» και «βιβλίον νόμου του Θεού (Κυρίου)» υπαινίσσονται σαφώς την Πεντάτευχο. Πρόκειται για τα «Ιστορικά» βιβλία του Ιησού του Ναυή (1,7-8. 9,2. 11,15. 22,9. 23,6. 24,25-26), των Κριτών (3,4), των Βασιλειών Γ’ (2,3) και Δ’ (14,6. 22,8), των Παραλειπομένων Α’ (16,40) και Β’ (17,9. 31,3), του Β’ Έσδρα (3,2. 6,18), του Νεεμία (8,1. 23,1) και του Τωβίτ (6,13. 7,13).

Τα «Ποιητικά» βιβλία, πλην της Σοφίας Σειράχ (24,23), και τα «Προφητικά», πλην του Δανιήλ (9,11-13) και του Μαλαχία (3,24), δεν αναφέρονται ονομαστικά στο Μωυσή αλλά στο νόμο του, στον οποίο αναγνωρίζουν ασφαλώς την αυθεντία του νόμου του Θεού, που καταγράφει στην Πεντάτευχο κατ’ εντολή του˙ «είπε δε Κύριος προς Μωυσήν˙ κατάγραψον τούτο εις μνημόσυνον εν βιβλίω» (Ιησ. Ν. 17,14).
Οι εν λόγω εκφράσεις χαρακτηρίζουν την Πεντάτευχο κατά τον πλέον σαφή τρόπο. Διότι δίδουν έμφαση στη νομοθεσία της («νόμος»), βεβαιώνουν για το μόνιμο σχήμα της («βιβλίον») και υποδεικνύουν τον ανθρώπινο συγγραφέα της («Μωυσής») και δι’ αυτού το θείο («Θεός/Κύριος»).
Συνεπώς, η αρχαία θρησκευτική παράδοση ιουδαίων και χριστιανών, επικαλούμενη αυτές τις βιβλικές μαρτυρίες και αναφορές των ιερών Γραφών της, οδηγείται λογικά στην πεποίθηση ότι ο Μωυσής υπήρξε ο βασικός συγγραφέας της Πεντατεύχου, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως ότι αποτελεί καθ’ ολοκληρίαν προϊόν της γραφίδας του, όπως διαφαίνεται στη συνέχεια.

2. Οι επιφυλάξεις ως προς τη μωσαϊκότητά της
Οι πρώτες επιφυλάξεις για τη γνησιότητα εν μέρει ή εν όλω της Πεντατεύχου ανιχνεύονται στους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους εντός και εκτός της Εκκλησίας, σε χριστιανούς αιρετικούς και παγανιστές εθνικούς αντιστοίχως. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων αιώνων δεν αναφέρεται καμμία περίπτωση αμφισβήτησης της μωσαϊκότητάς της και γενικά της θείας προέλευσης της Π. Διαθήκης από μέρους των αποστολικών και γενικά των προ της Οικουμενικής Συνόδου της Νικαίας πατέρων της Εκκλησίας. Εξαίρεση απετέλεσαν μόνον οι διάφορες αιρέσεις, που ανήκαν είτε μέσα στους κόλπους του χριστιανικού Γνωστικισμού είτε εκτός αυτών, ή ακόμη και μεμονωμένα πρόσωπα του εθνικού κόσμου, τα οποία διακρίνονταν για τις εχθρικές διαθέσεις τους προς την Π. Διαθήκη, την αντιχριστιανική πολεμική τους και την αντιπάθειά τους προς τον Ιουδαϊσμό.
Απ’ αυτούς οι Γνωστικοί με τις διάφορες παραφυάδες τους (Σιμών ο Μάγος, Βασιλείδης, Καρποκράτης˙ Οφίτες, Νικολαΐτες, Καϊνίτες κ.ά.), ως φιλοσοφικό σύστημα —που απείλησε μάλιστα σοβαρά την Εκκλησία—, αντιμετώπισε εξαρχής την Π. Διαθήκη συνολικά με φιλοσοφική διάθεση, η οποία προδιέγραφε την αρνητική κριτική εναντίον της. Γι’ αυτό και οι παρατηρήσεις τους σε αμφισβητούμενα, κατ’ αυτούς, ως προς τη μωσαϊκή τους προέλευση πεντατευχικά χωρία, έχοντας ως κίνητρό τους τη φιλοσοφία, οδηγούσαν σε παραποίηση της αλήθειας.

Ειδικά ο Μαρκίων, που είχε επηρεασθεί από τη διδασκαλία τους, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα φιλοσοφικά του ενδιαφέροντα, δεν άσκησε αμερόληπτα ούτε καν επιστημονική κριτική στην Π. Διαθήκη, την οποία απέρριπτε, θεωρώντας το νόμο της αλλοιωμένο. Αντιβιβλική και αντιχριστιανική ήταν επίσης και η συμπεριφορά δύο ανδρών του εθνικού περιβάλλοντος, του Κέλσου και του Πορφυρίου —του δευτέρου ανήκοντος στον 3ο αιώνα. Οι αντιρρήσεις αμφοτέρων έναντι του ιερού κειμένου και ειδικά της μωσαϊκότητας της Πεντατεύχου δεν ήταν προϊόν επιστημονικής έρευνας αλλά καθαρά προκατειλημμένης διάθεσης και εχθρότητας.
Απέναντι στην αρνητική αυτή στάση των ως άνω αιρετικών και παγανιστών, η οποία γενικευόταν ασαφώς και αορίστως όχι μόνο στην Πεντάτευχο αλλά και σ’ ολόκληρη τη Βίβλο, οι αιρετικοί, που δεν ήταν ενταγμένοι σε γνωστικούς κύκλους, αντιμετώπιζαν με πιο υπεύθυνο και μεθοδικό τρόπο το βιβλικό κείμενο κινούμενοι από δογματικούς μάλλον παρά γραμματολογικούς λόγους. Απ’ αυτούς οι Ναζηραίοι και οι Εβιωνίτες απέρριπταν ορισμένους λόγους της Πεντατεύχου, που δε τους θεωρούσαν ως προερχομένους από το χέρι του Μωυσή και κατέληγαν στην άρνηση της μωσαϊκότητάς της, ενώ εξέφραζαν την απέχθειά τους και έναντι των προφητών.

Ο αιρετικός Πτολεμαίος διατύπωσε, στη γνωστή προς Φλώρα επιστολή του, την ακραία άποψη ότι ο νόμος, που ενσωματώθηκε στα πέντε πρώτα βιβλία της Π. Διαθήκης, δε δόθηκε από ένα συγγραφέα, αφού μερίδιο στη συγγραφή του είχαν εκτός από το Θεό, ο Μωυσής ακόμη και οι πρεσβύτεροι του λαού. Εμφανιζόμενος δε ως ατελής σ’ αυτά δεν μπορούσε λογικά να προέρχεται από τον τέλειο Θεό. Ομοίως και ο αιρετικός συγγραφέας των Ψευδοκλημεντείων, εμφορούμενος από ένα πνεύμα φιλοσοφικού ορθολογισμού, διέκρινε γνήσια και μη αποσπάσματα στην Πεντάτευχο. Διότι θεωρούσε ότι ο θειος νόμος δόθηκε μεν από το Μωυσή αλλ’ είναι προϊόν συγγραφής άλλων, από τους οποίους προέρχονται τα σφάλματά του. Μέσα στο ίδιο αρνητικό κλίμα έναντι της Π. Διαθήκης εργάσθηκαν και άλλες μικρότερες αιρετικές ομάδες, οι οποίες απέρριπταν εκτός από το νόμο και τους προφήτες.
Από τον 3ο μέχρι και το 16ο αι. της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, αναπτύσσεται ένας προβληματισμός ως προς τη σύνθεση της Πεντατεύχου, που γίνεται ολοένα και εντονότερος στους κύκλους των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων καθώς και σ’ εκείνους των ιουδαίων εξηγητών, χωρίς βεβαίως να εκλείψουν οι ανταγωνιστές του Χριστιανισμού και οι αρνητές των Γραφών του. Κατ’ αυτή την περίοδο, χρήζει μνείας το γεγονός ότι ορισμένοι εκκλησιαστικοί πατέρες και συγγραφείς υιοθέτησαν την ιουδαϊκή άποψη ότι ο Έσδρας αποκατέστησε τα βιβλία της Π. Διαθήκης, που είχαν χαθεί ή καταστραφεί κατά την πτώση της Ιερουσαλήμ το 586 π.Χ.

Με την υιοθέτηση αυτή ασφαλώς δεν εννοούσαν —αν και αυτή την εντύπωση έδιδαν— ότι ο Έσδρας με θεία έμπνευση έγραψε εκ νέου και καθ’ ολοκληρίαν τα ιερά βιβλία, αλλ’ ότι τα εξέδωσε ή τα αναπαρήγαγε από διάφορες πηγές. Κατά συνέπεια δεν προέκυψε πρόβλημα άρνησης από μέρους των της μωσαϊκής συγγραφής του νόμου. Ωστόσο ορισμένοι συνάδελφοί τους και μάλιστα αξιόλογοι βιβλικοί ερμηνευτές (Ευσέβιος, Ιερώνυμος, Θεόδωρος Μοψουεστίας, Αναστάσιος Σιναΐτης κ.ά.), ενδιατρίβοντας στο κείμενο της Πεντατεύχου και γενικά των Γραφών, είχαν επισημάνει ορισμένα χωρία και φράσεις, που δύσκολα μπορούσαν ν’ αποδοθούν στο Μωυσή, χωρίς όμως ν’ αρνηθούν την αυθεντία του ως συγγραφέα της.

Ανάλογες επισημάνσεις είχαν γίνει και από ραββίνους εξηγητές της Διασποράς κυρίως κατά τους μέσους χρόνους, όπως μεταξύ άλλων από το μετριοπαθή Abraham ibn Ezra και τους ακραίους ορθολογιστές Hiwi al Balkhi, Ibn Hazm και Isaac ben Jasos. Οι τελευταίοι αυτοί διατείνονταν ότι είχαν παρατηρήσει στο βιβλικό κείμενο σωρεία δυσχερειών, εσφαλμένων διηγήσεων και χρονολογιών, αντιθέσεων κ.τ.ό., με αποτέλεσμα ν’ αρνούνται ότι η Βίβλος είναι πράγματι ο λόγος του Θεού.
Καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα οι προσπάθειες των διαφόρων ερευνητών του πεντατευχικού κειμένου είχαν το χαρακτήρα απλών επισημάνσεων, οι οποίες, ανεξάρτητα αν ήταν ορθές ή λανθασμένες, αόριστες ή συγκεκριμένες, αυθαίρετες ή τεκμηριωμένες, εντόπιζαν πάντως την ύπαρξη ενός προβλήματος στη σύνθεση της Πεντατεύχου.

3. Η κριτική του κειμένου της και οι δυσχέρειές του
Μετά τη θρησκευτική μεταρρύθμιση το πρόβλημα της σύνθεσης της Πεντατεύχου εισέρχεται σε μια νέα φάση προσέγγισής του. Αντιμετωπίζεται δηλ. κατά τρόπο συστηματικό από την επιστημονική έρευνα. Η φιλολογική κριτική του βιβλικού κειμένου αναλαμβάνει σταδιακά να διερευνήσει όλες τις πτυχές του, οι οποίες είχαν ακροθιγώς επισημανθεί και στη συνέχεια αναδειχθεί, μετατρέποντας τις απλές επιφυλάξεις των ασχολουμένων με αυτές ερευνητών σε σοβαρές αντιρρήσεις, που προέκυπταν από την αδυναμία τους να συμβιβάσουν ορισμένες δυσχέρειες του πεντατευχικού κειμένου με τη συγγραφή του από το Μωυσή.
Οι κυριότερες απ’ αυτές τις δυσχέρειες εντοπίζονται: 1. Σε διπλές ή παράλληλες διηγήσεις (Γεν. 1,1-2,4α και 2,4β-25. 21,31 και 26,33. Εξ. κεφ. 3 και 6), 2. σε αναχρονισμούς (Γεν. 14,14. 40,15), 3. σε αντιφάσεις (αντινομίες), 4. στην αναφορά του θανάτου και της ταφής του Μωυσή (Δευτ. 34,5εξ.), 5. σε εκφράσεις ενδεικτικές μεταμωσαϊκής εποχής (Γεν. 12,6. 13,7. Δευτ. 3,14. 34,6 κ.ά.), 6. σε περιγραφές εδαφικές-γεωγραφικές, ενδεικτικές ενός συγγραφέα που έζησε στην Παλαιστίνη (Γεν. 50,10Εξ. Αριθμ. 22,1. 32,32. 35,14. Δευτ. 1,1∙ 5. 3,8. 4,46 κ.ά.), 7. στη συστηματική χρήση του γ’ προσ. στην αφήγηση, 8. στην απουσία οποιουδήποτε υπαινιγμού για την ταύτιση του συγγραφέα με το πρόσωπο του Μωυσή και σε άλλες δευτερεύουσες, οι οποίες αποκλείουν ένα και μόνο συγγραφέα.

12. Η σύνδεση των προφορικών παραδόσεων με το πρόσωπο και την εποχή του Μωυσή
Οι περί ων ο λόγος προφορικές παραδόσεις ανάγουν τα ίχνη τους στην εποχή του Μωυσή, αν όχι και παλαιότερα ακόμη. Ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένες με το πρόσωπό του και δι’ αυτού με την θρησκευτική πίστη, τη λατρευτική ζωή και την εθνική κληρονομιά του αρχαίου Ισραήλ, το οποίο εκπροσωπούσε ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης του, και κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα και από γενεά σε γενεά. Ως εκ της θέσεώς του αυτής ήταν ο πλέον αρμόδιος να συλλέξει το υλικό για τη σύνθεση του πεντατευχικού έργου. Και, ως φαίνεται, αυτό έπραξε, καταγράφοντας με τη μορφή προφανώς χρονικών ή απομνημονευμάτων, παράλληλα με το αρχαίο υλικό, που παρέλαβε αυτούσιο ή επεξεργάσθηκε, και εκείνο που απεκόμισε από τις εντυπώσεις του ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας των ιστορικών γεγονότων της εποχής του καθώς και από τη συμμετοχή του σε νομοθετικές και άλλες ρυθμίσεις του λαού του.
Η ζωντανή αυτή μωσαϊκή παράδοση, ιστορική και νομοθετική, που αποτελεί ασφαλώς τον πυρήνα της Πεντατεύχου, δεχόταν αναπόφευκτα τις επιδράσεις της νοοτροπίας και των συνθηκών του εκάστοτε περιβάλλοντος, στο οποίο μεταβιβαζόταν. Έτσι προσελάμβανε διάφορες αποχρώσεις χωρίς όμως ν’ αλλοιώνει το πνεύμα τους, αφού διατηρούσε απαράλλακτες τις εντολές της αυτής θρησκείας, τις αρχές του αυτού δικαίου και τους κανόνες της αυτής λατρείας.

Μ’ αυτό τον τρόπο όμως τα «στρώματα» δεν παρέμειναν στην αρχική γραπτή μορφή διαμόρφωσής τους, αλλά υπέστησαν επεξεργασία και δέχθηκαν προσθήκες κατά τις εκδόσεις του κειμένου τους. Αυτές οι προσθήκες, εν πολλοίς μεταγενέστερες, εμφανίζονται σήμερα ως ερμηνευτικές δυσχέρειες (διπλές διηγήσεις, αναχρονισμοί, αντιφάσεις, επαναλήψεις, ασυμφωνίες κ.ά.), οι οποίες παρά ταύτα δε θίγουν την ουσία του περιεχομένου τους.

Συμπέρασμα
Με βάση τα μέχρι τούδε δεδομένα, δεν έχει προκύψει ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα σύνθεσης της Πεντάτευχου και της μωσαϊκότητάς της. Η φιλολογική κριτική έρευνα, που ασχολείται μ αυτό 250 χρόνια και πλέον, από τότε που ανέκυψε, με την εισήγηση του Jean Astruc περί «γραπτών μνημείων» στο πεντατευχικό κείμενο, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο συγγραφέας της Πεντάτευχου δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται σ’ ένα μόνον πρόσωπο, πολύ δε περισσότερο στο Μωυσή.
Αυτό βεβαίως το συμπέρασμα ως προς το δεύτερο σκέλος του, αμφισβητείται ευρέως σήμερα από συντηρητικούς κυρίως κύκλους βιβλικών θεολόγων. Οι τελευταίοι, μολονότι λαμβάνουν σοβαρά υπόψη και χρησιμοποιούν στην επιστημονική τους έρευνα τα πορίσματα του προβλήματος αυτού, εντούτοις έχουν διαφορετική άποψη ως προς τη μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου. Διότι το ενδιαφέρον τους μετατοπίζεται από τη φιλολογική ενότητα της Πεντατεύχου στην αντίστοιχη θεολογική, η οποία θεωρείται αναμφισβήτητη.

Η θεολογική αυτή ενότητα, στην οποία συνέβαλε επιτυχώς η προσπάθεια του τελευταίου εκδότη της Πεντατεύχου να εναρμονίσει τις ποικίλες ως προς την προέλευση, τη μορφή και το περιεχόμενο παραδόσεις, που είχαν ήδη ενσωματωθεί στα «στρώματα», που την απάρτισαν, στηρίζεται ασφαλώς επί του πεντατευχικού κειμένου. Στηρίζεται δηλ. στη μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου, η οποία περιλαμβάνει παραδόσεις αρχαιότερες, που συνδέονται με τον ίδιο το Μωυσή, αλλά και νεότερες, που ανάγονται διά μέσου των κατά καιρούς αμέσων ή εμμέσων μαθητών-συνεργατών του στη μωσαϊκή εποχή. Άρα η συμμετοχή του υπήρξε σημαντική στη φιλολογική παραγωγή του έργου αυτού.
Εξάλλου, ποιος άλλος, εκτός από το Μωυσή, ήταν αρμοδιότερος και καλύτερα προετοιμασμένος να συντάξει ένα τέτοιο σπουδαίο έργο σχετικό με την αυθεντική ιστορία της εξόδου των ισραηλιτών από την Αίγυπτο και με το νομοθετικό διακανονισμό του τρόπου ζωής τους στην έρημο. Ασφαλώς αυτός, γνωστού όντος ότι υπήρξε αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας όσων διαλαμβάνονται στην Πεντάτευχο. Αυτός κατεξοχήν, εκτός από τη μόρφωση και το κύρος του, διέθετε γνώσεις και εμπειρία και είχε τη δυνατότητα, που του παρείχε η υψηλή θέση του ως ηγέτη, νομοθέτη και προφήτη, να το πραγματοποιήσει. Συνεπώς, η παράδοση, ιουδαϊκή και χριστιανική, που συνδέει το πρόσωπό του με την προέλευση της Πεντατεύχου, υπήρξε ανέκαθεν ισχυρή στη συνείδηση των ιουδαίων και των χριστιανών πιστών, παρά τις όποιες αντιρρήσεις της βιβλικής κριτικής έρευνας.
Συνοψίζοντας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι μαρτυρίες που αντλούμε από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και ιδιαίτερα από την ίδια την Πεντάτευχο, πείθουν ότι το περιεχόμενό της υπήρξε προϊόν συγγραφής του Μωυσή. Αυτό σημαίνει ουσιαστικά ότι αυτός έγραψε το κύριο και σημαντικότερο μέρος των νόμων και των γεγονότων της και όχι βεβαίως αυτολεξεί το υπό τη σημερινή μορφή του σωζόμενο στη Βίβλο. Η δε συγγραφή του σε υποτυπώδη υλικά γραφής και με πενιχρά γραφικά μέσα την εποχή εκείνη, έλαβε χώρα προφανώς κατά το χρονικό διάστημά της οδοιπορίας και παραμονής των ισραηλιτών στην έρημο μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο, δηλ. μεταξύ ca. 1290 και 1250 π.Χ.

Εξυπακούεται ότι κατά τη διάρκεια σύνθεσης της Πεντατεύχου, το κείμενό της δέχθηκε αναπόφευκτα μεταγενέστερες προσθήκες, νομοθετικής και ιστορικής φύσεως, χωρίς ασφαλώς ν’ αλλοιώνουν την ουσία του και να θίγουν το μωσαϊκό χαρακτήρα και την ενότητά του. Την πραγματικότητα αυτή εκφράζουν εύγλωττα οι ακόλουθοι λόγοι ενός σπουδαίου βιβλικού θεολόγου, του R. Wilson: «η Πεντάτευχος με την παρούσα μορφή της είναι ιστορικό έργο, προερχόμενο από τη μωσαϊκή εποχή. Ο Μωυσής υπήρξε ο βασικός συγγραφέας της, οι δε προσθήκες, που δέχθηκε από αναθεωρήσεις ή εκδόσεις μεταγενεστέρων συντακτών ενέχουν την αυτή θεία έμπνευση και εμπεριέχουν την αυτή θεία αλήθεια, όπως και το υπόλοιπο μέρος της».

(Καλαντζάκη Σταύρου, καθηγητού Πανεπιστημίου, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 267-272 και 280-283)

……………………………………………………….

Α)   (Χαστούπη Αθανασίου,Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη). 
IV. Γένεση της Πεντατεύχου
Οποιαδήποτε κι αν είναι η λύση του φιλολογικού προβλήματος της Πεντατεύχου, στην οποία θα καταλήξει κάποιος στο μέλλον, δεν θα θεωρήσει μάταιο το υπέρογκο έργο της κριτικής που επιτεύχθηκε τα τελευταία 200 περίπου χρόνια. Από την αρχή μέχρι το τέλος της Πεντατεύχου συναντά κανείς διπλές διηγήσεις, επαναλήψεις και ασυμφωνίες.

Η Γένεσις αρχίζει με δύο διηγήσεις, από τις οποίες η δεύτερη ακολουθεί αμέσως την πρώτη, περί δημιουργίας (Γεν. 1,1- 2,4α και 2,4β-3,24). Υπάρχουν δύο γενεαλογίες του Κάιν-Κενάν (Γεν. 4,17 κ.εξ. και 5,12-17) και δύο διηγήσεις περί κατακλυσμού (Γεν. 6-8). Στη μία από αυτές ο κατακλυσμός οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες και έχει διαφορετική διάρκεια˙ στην άλλη ο Νώε εισάγει στην Κιβωτό διαφορετικό αριθμό ζώων. Δύο φορές ο Αβραάμ εκθέτει σε κίνδυνο την τιμή της Σάρρας, αφού τη συστήνει ως αδελφή του (Γεν. 12,13 κ.εξ. και 20,1 κ.εξ.). Η ίδια περιπέτεια σε άλλο σημείο αφορά στον Ισαάκ και τη Ρεβέκκα (Γεν. 26,7 κ.εξ.). Υπάρχουν δύο διηγήσεις περί απαγωγής του Ιωσήφ: η πρώτη από τους μαδιανίτες και ακολούθως η επέμβαση του Ρουβήν και η δεύτερη από τους ισμαηλίτες και κατόπιν η επέμβαση του Ιούδα (Γεν. 37,18-35).
Διπλά, επίσης, εκτίθενται οι πρώτες εμφανίσεις του Ιωσήφ στην Αίγυπτο: δίπλα στον Πετεφρή, ο οποίος του εμπιστεύεται τους φυλακισμένους˙ δίπλα σε κάποιον ανώνυμο, ο οποίος τον φυλακίζει (Γεν. 39). Διπλά περιγράφεται και το δεύτερο ταξίδι των γιων του Ιακώβ στην Αίγυπτο: πρώτα ο Ρουβήν και έπειτα ο Ιούδας εγγυάται υπέρ του Βενιαμίν (Γεν. 42,37 και 43,9). Ο πεθερός του Μωυσή ονομάζεται άλλοτε Ραγουήλ (Εξ. 2,18. Αριθμ. 10,29) και άλλοτε Γιθρώ (Εξ. 3,1.18,1).

Υπάρχουν δύο κλήσεις του Μωυσή (Εξ. 3 και 6) με δύο αποκαλύψεις του ονόματος του Γιαχβέ, το οποίο βέβαια το επικαλούνταν πριν από την κατακλυσμιαία εποχή (Γεν. 4,26). Υπάρχουν πολλές και διαφορετικές περιγραφές των πληγών της Αιγύπτου (Εξ. 6-12). Δύο φορές εκτίθεται το ζήτημα για τα ύδατα της Μεριβά, όπου οι ισραηλίτες προκάλεσαν τον Γιαχβέ (Εξ. 17,7 και Αριθμ. 20,13). Παραλείπουμε, βέβαια, και πολλά άλλα παραδείγματα όμοια με τα παραπάνω.
Θα μπορούσε κάποιος να πει, όπως άλλωστε έχει αναφερθεί, ότι δεν είναι πρωτάκουστο πως το ίδιο γεγονός μπορεί να εκτίθεται δύο φορές, διότι οι προφορικές διηγήσεις αρέσκονται στις επαναλήψεις καθώς και η πρωτόγονη νοοτροπία δεν είχε τις δικές μας λογικές ανάγκες. Αλλά οι εξηγήσεις αυτές είναι ασφαλώς ανεπαρκείς, διότι στα κείμενα αυτά, όπου καταγράφονται διπλές διηγήσεις, ως προς την ουσία της διηγήσεως, διαφέρουν κατά το ύφος, το λεξιλόγιο, τον τρόπο κατά τον οποίο εμφανίζουν τον Θεό και τις σχέσεις Του προς τον άνθρωπο. Αναμφίβολα είναι εξόχως μηχανικός ο τρόπος της εμφάνισης της Πεντάτευχου ως συμπιλήματος «κειμένων», τα οποία θα μπορούσε κάποιος να διαμελίσει, να ανακατατάξει και να επαυξήσει με αναθεωρήσεις. Είναι, όμως, ως εκ τούτου φανερό σε ποιες δυσκολίες θα κατέληγε κάποια υπόθεση περί πηγών, η οποία νοείται με αυτό τον τρόπο. Ωστόσο, εκ των πραγμάτων αναγκάζεται κάποιος να δεχθεί τη γνώμη ότι στην Πεντάτευχο συνυπάρχουν πολλές παραδόσεις ή κύκλοι παραδόσεων.
Τα κείμενα διακρίνονται σε ομάδες εξαιτίας της συγγένειας της γλώσσας, του ύφους και των ιδεών. Μέσω των σταθερών αυτών γνωρισμάτων καθορίζονται παράλληλες γραμμές, τις οποίες μπορεί να παρακολουθήσει όποιος εξετάζει το υλικό της Πεντατεύχου. Αυτή η διάκριση σε ομάδες δεν διαφέρει και πολύ από τη φιλολογική κριτική που προτείνεται, διότι χρησιμοποιεί τα ίδια κριτήρια. Είναι, όμως, περισσότερο ελαστική και δεν ισχυρίζεται ότι πετυχαίνει την ανασυγκρότηση των διερευνόμενων πηγών μέχρι την κατανομή όλων των στίχων ή ακόμη και των ημιστιχίων της Πεντατεύχου.

Κατά την θεωρία αυτή περί παραδόσεων είναι φυσικό κάποιος να αντιλαμβάνεται τις κύριες πηγές (J, Ε, D, Ρ) ως βασικές παραδόσεις και, συνεπώς, να ομιλεί περί γιαχβικής, ελωχειμικής και ιερατικής παράδοσης στα τέσσερα πρώτα βιβλία της Πεντατεύχου. Στο Δευτερονόμιο, όμως, προϋποτίθεται ιδιαίτερη παράδοση, η οποία ονομάζεται δευτερονομιστική (αφού έχει καταγραφεί από δευτερονομιστή ή από δευτερονομιστές), και επομένως εγείρεται σ’ αυτό ιδιαίτερο πρόβλημα. Ας δούμε στη συνέχεια καθεμιά από τις πηγές ή τις παραδόσεις τους….

V. Μωσαϊκότητα της Πεντατεύχου
Ο κατά προσέγγιση καθορισμός του χρόνου και του τόπου της προέλευσης των παραδόσεων για τις οποίες έγινε λόγος δεν σημαίνει και προσέγγιση στην πρωταρχική γένεσή τους, διότι είναι γεγονός αναμφισβήτητο το ότι, παρά τα ιδιαίτερα γνωρίσματα καθεμιάς, οι διαφορετικές αυτές παραδόσεις έχουν αισθητή ομοιότητα και αναμφίβολη συγγένεια. Οι γιαχβικές και οι ελωχειμικές διηγήσεις δεν μπορούν πάντοτε να προχωρήσουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις γι’ αυτό και συνήθως προχωρούν παράλληλα η μία προς την άλλη και ουσιαστικά εκθέτουν την ίδια ιστορία˙ άρα, οι δύο παραδόσεις αυτές έχουν κοινή αρχή.

Εξάλλου, προϋποθέτουν πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, όπως και γεωγραφική και ιστορική κονίστρα, που δεν αντιστοιχούν στην εποχή κατά την οποία -όπως υποτίθεται- θεσπίστηκαν, αλλά στην εποχή κατά την οποία συνέβησαν όσα αυτές εκθέτουν και υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν η αρχαιολογία και τα ανατολικά κείμενα. Επομένως, η κοινή αρχή τους ανάγεται στην εποχή, κατά την οποία διαμορφώθηκε ο λαός του Ισραήλ.
Οι ίδιες παρατηρήσεις μπορούν να διατυπωθούν -με κάποιες παραλλαγές- για τα νομοθετικά τμήματα. Αναμφίβολα ο κώδικας της διαθήκης, το Δευτερονόμιο και το Λευιτικό παρουσιάζουν διαφορές στο πνεύμα και στη διατύπωση, οι οποίες εξηγούνται απ’ το διαφορετικό κάθε φορά περιβάλλον, την αλλαγή των συνθηκών και των ιδεών, αλλά βρίσκει κάποιος εκεί τις ίδιες αρχές περί δικαίου, τα παραγγέλματα της ίδιας θρησκείας, τους κανόνες της ίδιας λατρείας. Πρόκειται για το αστικό και θρησκευτικό δίκαιο του ισραηλιτικού λαού. Το δίκαιο αυτό έχει εξελιχθεί παράλληλα με την κοινότητα, την οποία ρυθμίζει, αλλά η αρχή του συνδέεται άρρηκτα με την αρχή του λαού.

Έχει ως επί το πλείστον διασώσει στοιχεία παλαιά˙ ο ιερατικός κώδικας μπορεί να τοποθετηθεί μετά την αιχμαλωσία, αλλά ο νόμος της αγιοσύνης στο Λευιτ. 17-25 ανάγεται στην περίοδο της βασιλείας, οι απαγορευτικές διατάξεις περί τροφών στο Λευιτ. 11 (όπως και αυτές στο Δευτ. 14) και οι διατάξεις περί καθαρότητος στο Λευιτ. 15 έχουν παραδοθεί από παλαιότατη εποχή˙ το τυπικό των εορτών και των θυσιών όλης της Πεντατεύχου στηρίζεται ουσιαστικά στο τυπικό του πρωταρχικού γιαχβισμού και συνεχίζει έτσι ακριβώς προγενέστερες συνήθειες. Ως προς το αστικό δίκαιο, αυτό όπως διασώζεται στον κώδικα της διαθήκης (Εξ. 21-23) έχει καταπληκτική ομοιότητα με τους νόμους της Βαβυλώνας και της Ασσυρίας, απ’ τους οποίους οι μεν βαβυλωνιακοί εκδόθηκαν πολύ πριν την έξοδο των Ισραηλιτών, οι δε ασσυριακοί λίγο μετά απ’ αυτή.
Έτσι η βάση της Πεντατεύχου, η ουσία των παραδόσεων που ενσωματώθηκαν σ’ αυτή και ο πυρήνας της νομοθεσίας ανέρχονται σε χρόνους κατά τους οποίους ο Ισραήλ αποτέλεσε λαό. Στην εποχή αυτή δεσπόζουσα μορφή ήταν βεβαίως ο Μωυσής, ο οποίος υπήρξε ο διοργανωτής, θρησκευτικός εμπνευστής και πρώτος νομοθέτης του λαού. Οι παλαιές παραδόσεις, οι οποίες αναφέρονται σε αυτόν και στα γεγονότα που σχετίζονται με τον ίδιο, απέβη σαν εθνική εποποιία. Η μωσαϊκή θρησκεία άφησε διαπαντός την σφραγίδα της στην πίστη και την λατρεία του λαού και ο μωσαϊκός νόμος παρέμεινε ρυθμιστής του γενικότερου βίου του. Οι προσαρμογές που επέβαλλε η αλλαγή συνθηκών με την πάροδο του χρόνου έγιναν σύμφωνα με το πνεύμα του μεγάλου νομοθέτη και διασφαλίστηκαν μέσω της αυθεντίας του.
Την ιστορικότητα του γεγονότος αυτού εκφράζει η παράδοση μέσω της σύνδεσης της Πεντατεύχου με το όνομα του Μωυσή. Την σύνδεση αυτή διατηρεί η Πεντάτευχος πολύ σταθερά. Εντούτοις, μέχρι την ιουδαϊκή περίοδο είναι πολύ λιγότερο κατηγορηματική ως προς την απόδοση της έκδοσης των βιβλίων στον Μωυσή. Όταν αναφέρει ότι «ο Μωυσής έγραψεν», εκφράζεται γενικόλογα. Ουδέποτε αναφέρεται μέσω της φράσης αυτής στη συλλογή της Πεντατεύχου. Όσες φορές, όμως, η ίδια η Πεντάτευχος χρησιμοποιεί -και αυτό σπάνια- τη φράση αυτή, εννοεί συγκεκριμένο τεμάχιο˙ έτσι το Εξ, 24,4 (πρβλ. στ. 7) εννοεί τον ελωχειμικό κώδικα (Εξ. 21-23) της διαθήκης˙όπως πάλι το Εξ. 34,27 αναφέρεται στον γιαχβικό κώδικα της διαθήκης στο Εξ. 34,10-26. Η ένδειξη στο Εξ. 17,24 αφορά στη διήγηση για τη νίκη κατά των αμαληκιτών, απαντά στους στ. 8-13, και το Αριθμ. 33,2 εισάγει την πορεία στην Αίγυπτο, η οποία εμπεριέχεται στη συνέχεια του κεφαλαίου.
Βέβαια, δεν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει τις μαρτυρίες αυτές που συνηγορούν υπέρ ορισμένης συγγραφικής δράσης του Μωυσή ή των συνεργατών του. Κατά την εποχή του -για να μην αναφέρουμε κάτι για την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία-, υπήρχε στην Χαναάν συγγραφική παραγωγή, την οποία έχουν αποκαλύψει σ’ εμάς τα ουγαριτικά κείμενα και η οποία μεταδιδόταν με διάφορα συστήματα γραφής. Είναι, λοιπόν, ευλογοφανές ότι κάποιες από τις διηγήσεις και κάποιοι από τους νόμους έχουν καταγραφεί αρκετά νωρίς.

Θα ήταν μάταιο να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε την έκταση αυτής της πρώτης καταγραφής. Αντιθέτως, μας ενδιαφέρει περισσότερο να διαπιστώσουμε την πρωταρχική μωσαϊκή προέλευση των παραδόσεων που αποτελούν την Πεντάτευχο. Αυτές παρέμειναν ζωντανές, φέρουν την σφραγίδα της επίδρασης του εκάστοτε περιβάλλοντος -όπου διασώθηκαν εξελισσόμενες- και των εκάστοτε νέων συνθηκών, στις οποίες έπρεπε κάποιος αναπόφευκτα να ανταποκριθεί. Αυτές οι παραδόσεις απέβησαν αναπόσπαστες του βίου και του λαού και, επειδή ήταν ζωντανές, διατήρησαν τον ουσιαστικό χαρακτήρα της μωσαϊκής τους προέλευσης.

(Χαστούπη Αθανασίου,Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ. Έννοια,Αθήνα 2017, σελ.55-57 και 71-73)

Β)   (Παπαδοπούλου Νικολάου, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ.  Έννοια, Αθηνα 2008, σελ. 74)

Συγγραφεύς και χρόνος συγγραφής

Παρά την έλλειψιν αμέσου εσωτερικής μαρτυρίας σχετικής προς τον συγγραφέα, τόσον η Ιουδαϊκή όσον και η χριστιανική παράδοσις αποδίδουν την συγγραφήν της Πεντατεύχου εις τον Μωυσήν.

Ούτος κατά την συγγραφήν του βιβλίου εχρησιμοποίησε δια μεν τα προ αυτού γεγονότα προφορικάς και γραπτάς παραδόσεις, παραθέτων αυτάς είτε αυτουσίως, είτε επεξειργασμένας, δια δε τα κατ’ αυτόν, εις τα οποία αυτός πρωταγωνιστεί, την προσωπικήν πείραν.

Δεχόμενος τις την εκ του καλάμου του Μωυσέως προέλευσιν της Πεντατεύχου δεν αποκλείει την εκ των υστέρων εμφιλοχώρησιν επουσιωδών προσθηκών και ενίων μεταβολών.

Κατά πάσαν πιθανότητα ο Μωυσής επί τη βάσει των προ αυτού προφορικών και γραπτών πηγών και των εν είδει απομνημονευμάτων καταγεγραμμένων προσωπικών αυτού εντυπώσεων, συνέθεσε το βιβλίον περί το τέλος του βίου του, των περί θανάτου και ταφής αυτού διηγήσεων προερχομένων εκ μεταγενεστέρας χειρός.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Κουάκεροι

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου 2018

Οι Προτεστάντες. Οι Κουάκεροι

(Durant Will, Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, τόμος Η, σελ. 223-227).

VI. ΟΙ ΚΟΥΑΚΕΡΟΙ.

     Όλαι αι αρεταί των Πουριτανών έλαμψαν εις την παραφυάδα των, τους Κουάκερους, όσον και αν ημαυρώθησαν επί εν διάστημα από την φαντασίωσιν και τον φανατισμόν. Ο φόβος τόσον του Θεού όσον και του Σατανά ήτο τόσον ισχυρός εις αυτούς, ώστε ενίοτε τους έκαμνε να τρέμουν και από αυτό επήραν και την ονομασίαν των (αγγλ. quake=τρέμω). Εις από αυτούς, ο Ρόμπερτ Μπάργκλεϋ, έλεγε το 1679:

     Η δύναμις του Θεού θα εκσπάση εις μίαν ολοκληρωτικήν αναμέτρησιν και θα σημειωθή μία τόσον ισχυρά εσωτερική μετατόπισις, καθώς ο καθείς θα επιζητή να υπερνικήση το πονηρόν εντός του, ώστε, λόγω της συγκρούσεως των δύο αυτών αντιθέτων δυνάμεων, όπως κατά την σύγκρουσιν δύο αντιθέτων παλιρροϊκών ρευμάτων, κάθε άτομον θα δοκιμασθή δεινώς όπως κατά την διάρκειαν μιας ολοημέρου μάχης και, ως εκ τούτου, τρόμος και φρικίασις του σώματος θα καταλάβη τους περισσοτέρους, αν όχι και όλους όσοι, καθώς η Δύναμις και η Αλήθεια υπερτερούν, θα καταλήξουν, από την οδύνην και τον στεναγμόν, εις μίαν γλυκύφωνον ευχαριστίαν και δοξολογίαν. Εξ αυτού δε και η ονομασία «Κουάκεροι» («Κουέϊκερς»), δηλαδή «Τρέμοντες», μας απεδόθη με περιφρόνησιν αρχικώς.

     Η εξήγησις που δίδει ο ιδρυτής της αιρέσεως των, ο Τζώρτζ Φόξ, διαφέρει ελάχιστα. «Ο δικαστής Μπέννετ του Ντέρμπυ ήτο ο πρώτος που μας απεκάλεσε Κουάκερους, επειδή τους είπαμε ότι έπρεπε να τρέμουν την φωνήν του Κυρίου. Τούτο συνέβη το 1650.» Η ονομασία που έδιδον οι ίδιοι εις την αίρεσίν των ήτο «Φίλοι της Αλήθειας» και, αργότερα, επί το μετριπαθέστερον, «Εταιρεία των Φίλων».
Αρχικώς ήσαν ως φαίνεται Πουριτανοί, με την ισχυράν ειδικώς πεποίθησιν ότι οι δισταγμοί των μεταξύ αρετής και αμαρτίας ήσαν η πάλη, εις την ψυχήν και το σώμα των, μεταξύ δύο πνευματικών δυνάμεων, του καλού και του κακού, διά την κατοχήν των επί της γης και εις την αιωνιότητα. Εδέχοντο τας βασικάς ιδέας των Πουριτανών— την θείαν προέλευση της Αγίας Γραφής, την έκπτωσιν του Αδάμ και της Εύας, το αμαρτωλόν της ανθρωπίνης φύσεως, το λυτρωτικόν νόημα της θυσίας του Χριστού ως Υιού του Θεού και την δυνατότητα του Αγίου Πνεύματος, του εκπορευομένου εξ ουρανών, να φωτίση και εξευγενίση την ψυχήν του ατόμου. Το ν’ άντιληφθή και να αισθανθή κανείς το Εσώτερον Φως, να δεχθή την καθοδήγησίν του, ήτο δια τους Κουάκερους η ουσία της θρησκείας. Αν ο άνθρωπος ακολουθήση αυτό το φως, δεν έχει ανάγκην ιεροκηρύκων ή ιερέων ούτε εκκλησίας. Αυτό το φως ήτο ανώτερον της ανθρωπίνης λογικής, ακόμη και από αυτήν την Αγίαν Γραφήν, διότι ήτο η άμεσος επικοινωνία της φωνής του Θεού με την ψυχήν.
Ο Τζώρτζ Φόξ ήτο άνθρωπος μικράς μορφώσεως, αλλά το « Ημερολόγιόν» του είναι εν κλασσικόν αγγλικόν κείμενον, διότι αποκαλύπτει την λογοτεχνικήν δύναμιν του μη εντέχνου λόγου, αν είναι απλούς, ειλικρινής, σοβαρός. Υιός πτωχού υφαντού, εμαθήτευσε εις υποδηματοποιείον, αλλά το εγκατέλειψε «κατ’ εντολήν του Θεού» και ήρχισε, εις ηλικίαν 23 ετών (1647), να περιοδεύη κηρύττων, μέχρι του θανάτου του (1691). Κατά τα πρώτα εκείνα έτη εβασανίζετο από πειρασμούς και μετέβαινε να συμβουλευθή κληρικούς. Εις από αυτούς του συνέστησε φάρμακα και αφαίμαξιν, άλλος καπνόν και ψαλμούς. Ο Τζώρτζ έπαυσε να εμπιστεύεται τους ιερείς, όταν όμως ήνοιγε την Γραφήν εύρισκε παρηγορίαν.

     Έπαιρνα συχνά την Βίβλον μου και επήγαινα να καθήσω εντός κοιλοτήτων δένδρων ή εις μοναχικούς τόπους έως την νύκτα. Συχνά επίσης, την νύκτα, εβάδιζα μόνος και θλιμμένος, διότι ήμουν γεμάτος οδύνην τότε που έγινε η πρώτη επενέργεια του Κυρίου εντός μου… Κατόπιν ο Κύριος μου έδειξε την οδόν και με έκαμε να ίδω την αγάπην Του, ατελεύτητον και αιωνίαν, που υπερέχει κάθε γνώσεως την οποίαν κατέχουν οι άνθρωποι εκ φύσεως ή λαμβάνουν από την ιστορίαν και τα βιβλία.

     Ολίγον αργότερα ησθάνθη ότι η αγάπη του Θεού τον είχεν εκλέξει να κηρύξη εις όλους περί του « Εσωτέρου Φωτός». Εις μίαν συγκέντρωσιν Βαπτιστών, εις το Λέϊτσεστερσαϊρ, «ο Κύριος ήνοιξε το στόμα μου και η αιωνία αλήθεια εκηρύχθη εις αυτούς και η δύναμις του Κυρίου ήλθεν επ’ αυτών.» Εδημιουργήθη η φήμη ότι ήτο «ισχυρά διάνοια», δι’ αυτό και πολλοί έσπευδον να τον ακούσουν. «Η δύναμις του Κυρίου, εξεδηλώθη και με παρέσυρε και είχον πολλάς αποκαλύψεις και προφητείας.» «Ενώ εβάδιζον εις τους αγρούς, ο Κύριος μου είπε: «Το όνομα σου αναγράφεται εις το βιβλίον του Αμνού που είναι πηγή ζωής και υπήρχε προ της δημιουργίας του κόσμου.» Ο Τζώρτζ δηλαδή είχε παρηγορηθή τώρα με την σκέψιν ότι συγκατελέγετο εις τους ολίγους εκείνους που εξέλεξεν ο Θεός, προ της Δημιουργίας, δια να λάβουν την χάριν Του και την αιωνίαν ευλογίαν. Τώρα ησθάνετο τον εαυτόν του ίσον προς κάθε άνθρωπον και η υπερηφάνεια δια την θείαν αυτήν εκλογήν του απηγόρευε «να βγάλη το καπέλλο του εις οποιονδήποτε, μέγαν ή μικρόν». Και «έγινα χρήσιμος εις Σε και εις όλους Σου τους ανθρώπους, άνδρας ή γυναίκας, πλουσίους ή πτωχούς, μεγάλους και μικρούς».
Πεισθείς ότι η αληθής θρησκεία είχε ως θεμέλιον όχι την εκκλησίαν αλλά την φωτισμένην ψυχήν, εισήλθε εις μίαν εκκλησίαν πλησίον του Νόττιγχαμ και διέκοψε την λειτουργίαν κραυγάζων ότι η αλήθεια ευρίσκετο όχι εις την Αγίαν Γραφήν αλλά εις το Εσώτερον Φως. Συνελήφθη (1649), άλλα ο αστυνόμος τον ηλευθέρωσε, η δε σύζυγος του αστυνόμου έγινε από τους πρώτους οπαδούς του. Επανήρχισε την αποστολικήν του περιπλάνησιν, εισήλθε εις άλλην εκκλησίαν και: «Με συγκίνησιν εκήρυξα την αλήθειαν εις τον ιερέα και το εκκλησίασμα, αλλά ο λαός μου επετέθη με οργήν, με έρριψε κάτω…, και με εκτύπησαν όλοι σκληρά με τα χέρια, τας Βίβλους των και τα μπαστούνια των.» Συνελήφθη και πάλιν. Ο δήμαρχος τον άφησε ελεύθερον, αλλά ο λαός τον εξεδίωξε από την πόλιν με λιθοβολισμούς. Εις το Ντέρμπυ εκήρυξε και πάλιν ότι αι εκκλησίαι και η μετάληψις ήσαν προσβολή κατά του Θεού. Ενεκλείσθη εις επανορθωτικόν άσυλον επί εξάμηνον (1650). Του επροτάθη απόλυσις, αν εδέχετο να ενταχθή εις τον στρατόν. Απήντησε με εν σφοδρόν κήρυγμα κατά του πολέμου. Τον ενέκλεισαν τώρα «εις ένα φθειριώντα, βρωμερόν τόπον, χαμηλά υπό την επιφάνειαν του εδάφους, χωρίς κλίνην, μαζί με τριάκοντα κακούργους, όπου εκρατήθην επί ήμισυ σχεδόν έτος.» Από την φυλακήν του έστειλε επιστολήν προς τους δικαστάς και άρχοντας της πόλεως, υποστηρίζων την κατάργησιν της θανατικής ποινής• αυτή δε η επέμβασις πιθανόν να έσωσε από την αγχόνην μίαν νεαράν γυναίκα που είχε καταδικασθή εις θάνατον διά κλοπήν.
Μετά ενός έτους φυλάκισιν επανήρχισε την «περιπατητικήν» του διδασκαλίαν. Εις το Γουέϊφελντ προσηλύτισε τον Τζαίημς Νέϋλερ. Εις το Μπήβερλυ εισήλθε εις μίαν εκκλησίαν, επερίμενε το τέλος της λειτουργίας και τότε ηρώτησε τον ιεροκήρυκα αν δεν εντρέπετο που «εισπράττει τριακοσίας λίρας το έτος διά να κηρύττη την Γραφήν.» Εις άλλην πόλιν ο ιερεύς τον εκάλεσε να κηρύξη εις την εκκλησίαν του• ο Φόξ ηρνήθη, αλλά ωμίλησε προς εν πλήθος εις το προαύλιον της εκκλησίας.

     Εδήλωσα εις τον λαόν ότι ήλθα όχι διά να στηρίξω τους ειδωλολατρικούς των ναούς ούτε τους ιερείς των ούτε τους μισθούς που εισπράττουν αυτοί ούτε… τας εβραϊκάς και ειδωλολατρικάς λειτουργίας των και παραδόσεις (διότι τα κατεδίκασα όλα αυτά) και τους είπα ότι το γήινον εκείνο κτίσμα δεν ήτο περισσότερον ιερόν από οποιοδήποτε άλλο… Εξώρκισα επομένως τον λαόν να τα εγκατάλειψη όλα αυτά και τους συνεβούλευσα ν’ αναζητήσουν το πνεύμα και την χάριν του Θεού εντός των και το φως του Ιησού εις αυτήν την καρδίαν των.»

     Στο Σουόρθμορ του Γιόρκσαϊρ προσηλύτισε την Μάργκαρετ Φέλλ και κατόπιν τον σύζυγόν της δικαστήν Τόμας Φέλλ. Η οικία των, το Σουάρθμορ Χώλ, έγινε ο πρώτος πραγματικός τόπος συγκεντρώσεως των Κουάκερων και είναι μέχρι σήμερον τόπος προσκυνήματος των οπαδών της Εταιρείας των Φίλων.
Πρέπει να παρακολουθήσωμεν τώρα την συνέχειαν της ιστορίας του Φόξ. Η μέθοδός του ήτο πρωτόγονος, τούτο όμως ισοφαρίζετο από την καρτερίαν με την όποιαν υπέμεινε την ατελείωτον σειράν των συλλήψεων και προπηλακισμών. Πουριτανοί, Πρεσβυτεριανοί και Αγγλικανοί του επετίθεντο από κοινού, διότι απέρριπτε την μετάληψιν, την εκκλησίαν και τους ιερείς. Οι δημοτικοί άρχοντες εφυλάκιζον τους Κουάκερους όχι μόνον επειδή διετάρασσον την δημοσίαν λατρείαν και διέφθειρον τους στρατιώτας με το φιλειρηνικόν των κήρυγμα (πασιφισμόν), αλλά και επειδή ηρνούντο να ορκισθούν υπακοήν εις την κυβέρνησιν. Οι Κουάκεροι διεμαρτύροντο υποστηρίζοντες ότι οι οιουδήποτε είδους όρκοι είναι ανήθικοι. Ένα «ναι» ή ένα «ου» είναι αρκετόν. Ο Κρόμβελ έβλεπε με συμπάθειαν τους Κουάκερους, έδωσε εις τον Φόξ φιλικήν συνέντευξιν (1654) και, αποχωρών, του είπε: «Ελάτε πάλι, εις το σπίτι μου. Αν εσείς κι εγώ εβλεπόμεθα μίαν ώραν την ημέραν θα ήμεθα πλησιέστερα ο ένας εις τον άλλον.» Το 1657 ο προτέκτωρ διέταξε την απόλυσιν των κρατουμένων Κουάκερων και παρήγγειλε εις όλους τους δικαστάς να μεταχειρίζωνται αυτούς τους άνευ εκκλησίας Ιεροκήρυκας «ως θύματα αυταπάτης».
Τον μεγαλύτερον διωγμόν υπέστη ο Τζαίημς Ναίϋλερ, ο οποίος επεξέτεινε το δόγμα του Εσωτέρου Φωτός μέχρι του σημείου να πιστεύη, ή να υποκρίνεται ότι πιστεύει, ότι ήτο ενσαρκωθείς Χριστός. Ο Φόξ τον επετίμησε, αλλά μερικοί φανατικοί οπαδοί του τον ελάτρευσαν ως Χριστόν, μία δε γυναίκα εβεβαίωνε ότι την είχε αναστήσει δύο ημέρας μετά τον θάνατόν της. Όταν ο Ναίϋλερ έφθασε έφιππος εις το Μπρίττολ, αι γυναίκες έρριπτον τας ζώνας των προ του ίππου του και έψαλλον «Άγιος, άγιος, άγιος είναι ο Κύριος και Θεός των Πνευμάτων.» Συνελήφθη με την κατηγορίαν της βλασφημίας.

   Ερωτώμενος διά τους ισχυρισμούς του ιδίου ή άλλων διά τον εαυτόν του, έδιδε την απάντησιν του Χριστού: «Συ είπας.» Το Κοινοβούλιον, πουριτανικόν τότε εις την πλειοψηφίαν του, επελήφθη της υποθέσεως (1656) και επί ένδεκα ημέρας συνεχίζετο η συζήτησις αν έπρεπε να θανατωθή ή όχι. Η καταδίκη του επεκυρώθη με ψήφους 96 κατά 82, αλλά, από μίαν «ανθρωπιστικήν» παραχώρησιν, η ποινή περιωρίσθη εις δίωρον ορθοστασίαν με τον αυχένα υπό τον κύφωνα, 310 μαστιγώσεις, εγχάραξιν του γράμματος Β (Βλάσφημος) διά πυράς επί του μετώπου του και την έγκαυσιν της γλώσσης του διά πυρακτωμένης ράβδου. Υπέμεινε ηρωϊκώς όλας αυτάς τας αγριότητας. Οι οπαδοί του τον ετίμησαν ως μάρτυρα. Εφίλων και ερρόφων το αίμα από τας πληγάς του. Εφυλακίσθη εις αυστηράν απομόνωσιν, χωρίς πένναν, χαρτί, θέρμανσιν και φως. Βαθμιαίως, το ηθικόν του κατέρρευσε. Παρεδέχθη ότι είχε πλανηθή. Απελύθη το 1659 και απέθανε πένης το 1660.
Οι Κουάκεροι διεκρίνοντο μεταξύ όλων των άλλων αιρέσεων από ωρισμένας αλλοκότους ιδιορρυθμίας, όπως τας εχαρακτήριζον μερικοί από τους συγχρόνους των. Δεν επέτρεπον εις τον εαυτόν των κανενός είδους στολισμόν της ενδυμασίας των. Δεν έβγαζαν το καπέλλο προ ουδενός, οιασδήποτε κοινωνικής τάξεως ή αξιώματος ούτε και εντός της εκκλησίας ή της Αυλής. Απηυθύνοντο προς όλους εις τον ενικόν. Απέφευγον τας ειδωλολατρικάς ονομασίας των ημερών της εβδομάδος και των μηνών, λέγοντες επί παραδείγματι, «την πρώτην ημέραν του έκτου μηνός.» Ετέλουν την λατρείαν των τόσον εις κλειστόν όσον και εις ανοικτόν χώρον. Ο κάθε πιστός εκαλείτο να είπη τι του είχεν εμπνεύσει να είπη το Άγιον Πνεύμα. Κατόπιν ετήρουν όλοι κατανυκτικήν σιγήν, πιθανόν ως αντίδρασιν εις τον ενθουσιασμόν των — που αρχικώς εσήμαινε «αίσθησιν του Θεού εν εαυτώ.»

    Αι γυναίκες εγίνοντο δεκταί εις την άσκησιν της λατρείας και εις την προσευχήν ως ισότιμοι προς τους άνδρας. Όπως ήτο φυσικόν, οι Βρεταννοί εμίσουν τους πρώτους Κουάκερους διά την φανατικήν αδιαλλαξίαν των απέναντι των άλλων αιρέσεων και διά την κάποιαν οίησιν των διά την υπεροχήν της αρετής των. Κατά τα άλλα, οι οπαδοί της Εταιρείας των Φίλων ήσαν υποδειγματικοί Χριστιανοί. Δεν ανθίσταντο εις τους πειρασμούς, εδέχοντο με διαμαρτυρίας εις τους λόγους μόνον τας χειρίστας συνθήκας της φυλακής, δεν ανταπέδιδον το κτύπημα εις όσους τους εκτύπων. Έδιδον ότι ηδύναντο περισσότερον εις όσους τους εζήτουν βοήθειαν. Ο έγγαμος βίος των ήτο ανεπίληπτος. Λόγω του αυστηρού όρου που έθετε εις τον εαυτόν του ο καθείς από αυτούς να μη συνάπτη γάμον παρά μόνον με άλλον κουάκερον, η αριθμητική των αύξησις ήτο περιωρισμένη. Μέχρι του 1660 πάντως υπήρχον εις την Αγγλίαν περί τους 60.000 κουάκεροι. Η φήμη των δι’ εντιμότητα, ευγένειαν, φιλοπονίαν και οικονομίαν τους εξύψωσε από τα κατώτερα στρώματα, όπου αρχικώς ενεφανίσθησαν, εις τας μεσαίας τάξεις όπου ανήκουν σήμερα οι περισσότεροι εξ αυτών.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Μεθοδιστές.

Συγγραφέας: kantonopou στις 7 Νοεμβρίου 2018

(Durant Wiil, Παγκόμιος Ιστορία του πολιτισμού, τόμος Θ΄σελ. 161-171 οι παραπομπές δεν παρατίθενται).
ΤΖΩΝ ΟΥΕΣΛΕΫ: 1703-91.
Για να κατανοήσουμε τη θέση του μέσα στην Ιστορία, πρέπει να υπενθυμίσουμε πάλι ότι όταν αυτός και ο αδελφός του Τσαρλς ίδρυσαν τον Μεθοδισμό στην Οξφόρδη (1729), η θρησκεία στην Αγγλία βρισκόταν σε τόσο χαμηλό επίπεδο, όσο δεν παρατηρήθηκε ποτέ κατά τη νεότερη Ιστορία. Μόνο πέντε ή έξι μέλη της Βουλής των Κοινοτήτων παρακολουθούσαν τις Κυριακές τη θεία λειτουργία. (42) Οι Αγγλικανοί κληρικοί είχαν παραδεχθεί σε τέτοιο βαθμό τον ρασιοναλισμό, ώστε όλα σχεδόν τα κείμενά τους βασίζονταν στους λογικούς συλλογισμούς. Οι κληρικοί σπάνια ανέφεραν τον παράδεισο ή την κόλαση και πραγματεύονταν τις κοινωνικές αρετές περισσότερο από την πέρα του τάφου ζωή. Το αγγλικό κήρυγμα, έλεγε ο Βολταίρος, είναι μία «καλώς αρχιτεκτονημένη αλλά ξηρά πραγματεία, την οποία ο ιερέας αναγινώσκει χωρίς καμμία σχεδόν χειρονομία και χωρίς να χρωματίζει καν τη φωνή του». (43)
Η θρησκεία ήταν ενεργή μόνο στις αιρέσεις των αλλοδόξων της μεσαίας τάξης. Ο αγγλικανικός κλήρος έδειχνε πλήρη σχεδόν αδιαφορία για τους εργάτες των πόλεων. «Οι κατώτερες τάξεις παρέμεναν μακριά από τη θρησκεία. Δεν είχαν καμμία θρησκεία και ουδείς τούς δίδαξε ποτέ μία θρησκεία». 44 Είχαν εγκαταλειφθεί στην ανέχεια, την οποία φώτιζε αμυδρά η θρησκευτική ελπίδα. Εν μέσω αυτής της κατάστασης, ο Τζων Ουέσλεϋ και ο Τζωτζ Χουάιτφιλντ πέτυχαν την αναβίωση της Πουριτανικής πίστης και ηθικής, ιδρύοντας την Εκκλησία των Μεθοδιστών.
Οι πρόγονοι του Ουέσλεϋ ήταν θεολόγοι και αποστάτες. Ο προπάππος του, Βαρθολομαίος Ουέσλεϋ, είχε εκδιωχθεί από τις εφημερίες του στο Ντόρσετ διότι συνέχιζε την αλλόδοξη λατρεία, ακόμη και όταν η Αγγλικανική Εκκλησία απέκτησε το θρησκευτικό μονοπώλιο στην Αγγλία.
Ο παππούς του Τζων, ο Τζων Ουέσλεϋ, έγινε εφημέριος στο Ντόρσετ, φυλακίστηκε όμως διότι αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το Βιβλίο της Λειτουργίας. Εξεδιώχθηκε από την εφημερία του και έγινε αλλόδοξος πάστορας στο Πουλ. Ο πατέρας του Τζων, Σάμουελ Ουέσλεϋ, σπούδασε στην Οξφόρδη, εγκατέλειψε την αλλοδοξία, χειροτονήθηκε αγγλικανικός ιερέας, παντρεύτηκε τη Σουζάνα Άννεσλεϋ (κόρη ιεροκήρυκα) και έγινε εφημέριος του Έπγουωρθ στο Λινκοσάιρ. Από τα δεκαεννέα παιδιά του, τα οκτώ πέθαναν σε νηπιακή ηλικία – η περίπτωση είναι χαρακτηριστική της γονιμότητας των γυναικών, της σεξουαλικής πληθωρικότητας των κληρικών και του επιπέδου της ιατρικής στην Αγγλία κατά το δέκατο όγδοο αιώνα. Ο πατέρας ήταν αυστηρός τόσο στην οικία του, όσο και από άμβωνος. Έμαθε τα παιδιά του να φοβούνται την εκδίκηση του Θεού και όταν διαπίστωσε ότι μία γυναίκα του ποιμνίου της ενορίας του ήταν ένοχος μοιχείας, την ανάγκασε να διέλθει από τους δρόμους της συνοικίας, φορώντας το ένδυμα της μεταμέλειας. (45) Η σύζυγός του τον συναγωνίζοταν στην αυστηρότητα και τη θεοσέβεια. Όταν ο πλέον διάσημος από τους γιους της ήταν εικοσιεννέα ετών, του εξήγησε την ηθική της φιλοσοφία:
«Επιμένω στην έγκαιρη καθυπόταξη της θέλησης των παιδιών, διότι μόνο έτσι μπορεί να τεθεί μία σταθερή και λογική βάση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, χωρίς την οποία ούτε οι νουθεσίες, ούτε το καλό παράδειγμα πρόκειται να φέρουν αποτελέσματα. Όταν όμως συντελεσθεί πλήρης η καθυπόταξη, τότε το παιδί μπορεί να οδηγηθεί στο σωστό δρόμο από τη λογική και τη θεοσέβεια των γονέων του, μέχρις ότου ωριμάσει η δική του σκέψη και κρίση… Σε ηλικία ενός έτους, τα παιδιά μου διδάχτηκαν να φοβούνται τη βέργα και να μην ξεφωνίζουν κλαίγοντας, διότι αλλιώς θα υφίσταντο βαρύτερες τιμωρίες». 46
Ο πρεσβύτερος γιος της, ο Σάμουελ Ουέσλεϋ ο 2ος έγινε ποιητής, φιλόλογος και Αγγλικανικός ιερέας. Ο Σάμουελ αποδοκίμασε το Μεθοδισμό των αδελφών του. Το δέκατο όγδοο τέκνο ήταν ο Τσαρλς Ουέσλεϋ, ο οποίος ενισχυσε σημαντικά το κήρυγμα του Τζων με 6.500 ύμνους. Ο Τζων ήταν το δέκατο πέμπτο παιδί και γεννήθηκε στο Έπγουωρθ το 1703. Όταν ήταν έξι ετών, μια πυρκαγιά αποτέφρωσε την εφημερία. Όλοι θεώρησαν το Τζων πεθαμένο μέσα στις φλόγες, αλλά αυτός εμφανίστηκε σε ένα παράθυρο του δεύτερου πατώματος και σώθηκε από ένα γείτονα, ο οποίος πάτησε στους ώμους ενός άλλου άντρα. Αργότερα ο Τζων αποκάλεσε τον εαυτό του «δαυλό αποσπασθέντα εκ του πυρός» και ουδέποτε κατανίκησε τον έντονο φόβο τον οποίο του προκαλεί η κόλαση. Στην οικία του πατέρα του, κάθε απρόβλεπτος θόρυβος ερμηνεύονταν ως μια υπερφυσική παρουσία, διαβολική ή θεία.

    Σε ηλικία έντεκα ετών, ο Τζων έγινε μαθητής του «δημοσίου» σχολείου του Τσαρτερχάουζ και δεκαεπτά ετών έγινε δεκτός στο Κριστ Τσερτς της Οξφόρδης. Ήταν φιλάσθενος, αλλά είχε ισχυρή θέληση και βελτίωσε τη σωματική του υγεία με την πεζοπορία, την ιππασία και την κολύμβηση. Πέθανε ογδοντα οκτώ ετών. Διάβαζε όλα τα βιβλία τα οποία έπεφταν στα χέρια του και κρατούσε προσεκτικές σημειώσεις και περιλήψεις. Περισσότερο από όλα τα βιβλία του άρεσε το Αγία ζωή και άγιος θάνατος του Ιερεμία Τέυλορ και η Μύηση του Χριστού του Θωμά εκ Κέμπης. Σπουδαστής ακόμη της Οξφόρδης, άρχισε να κρατά το Ημερολόγιο – γραμμένο εν μέρει κρυπτογραφικά ή στενογραφικά – το οποίο θωρείται και σήμερα ένα από τα κλασσικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας και της Προτεσταντικής θεοσεβείας. Το 1726 έγινε εταίρος του Κολλεγίου Λίνκολν και το 1728 χειροτονήθηκε Αγγλικανός ιερέας.
Πρώτος ο αδελφός του συνέπηξε στην Οξφόρδη μία μικρή ομάδα δεκαπέντε περίπου σπουδαστών και καθηγητών, αποφασισμένων να εφαρμόσουν το χριστιανισμό με μεθοδική πληρότητα. Οι εχθροί τους τούς ονόμασαν χλευαστικά «Αγία Λέσχη» ή «Μεθοδιστές». Τα μέλη της ομάδας διάβαζαν ομού την Ελληνική Διαθήκη και τους κλασσικούς. Νήστευαν κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Λάμβαναν τη Θεία Κοινωνία κάθε εβδομάδα. Επισκέπτονταν φυλακισμένους και ανάπηρους, για να τους προσφέρουν υλική ανακούφιση και θρησκευτική ελπίδα. Συνόδευαν κατάδικους μέχρι το ικρίωμα.

    Ο Τζων Ουέσλεϋ κατέκτησε την ηγεσία της ομάδας λόγω του ότι ήταν ο πλέον ενθουσιώδης και θεοσεβής. Σηκωνόταν από την κλίνη του κάθε μέρα στις 4 το πρωί – μία συνήθεια που διατήρησε μέχρι βαθύτατου γήρατος. Κατέστρωνε μεθοδικά, κάθε πρωί, το σχέδιο της ημέρας, γνωρίζοντας έτσι εκ των προτέρων με τι θα ασχολούνταν την κάθε ώρα. Ζούσε με 28 λίρες το έτος και μοίραζε τα υπόλοιπα χρήματά του στους φτωχούς. Νήστευε τόσο συχνά, ώστε σε μία περίπτωση φάνηκε να έχει υπονομεύσει ανεπανόρθωτα την υγεία του. Μετάβαινε πεζή, ως προσκυνητής, στο Ουίλλιαμ Λόου, για να ζητήσει τη συμβουλή του. Το βιβλίο του Λόου «Σοβαρή πρόσκληση για μία θεοσεβή και αγία ζωή» έγινε ο πνευματικός του οδηγός.
Όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του το βιβλίο εκείνο «εξέπεμπε τόσο δυνατό φως και φώτιζε τόσο έντονα την ψυχή μου, ώστε όλα τα πράγματα γύρω μου απέκτησαν μία νέα όψη.
Το 1735 ο στρατηγός Όγκλεθορπ κάλεσε το Τζων και τον Τσαρλς να τον συνοδεύσουν ως ιεροκήρυκες στη Γεωργία. Ο πατέρας τους είχε πεθάνει και για αυτό οι δύο αδελφοί συμβουλεύτηκαν τη μητέρα τους. «Και είκοσι γιους αν είχα, τους απάντησε, θα χαιρόμουν βαθύτατα εάν έφευγαν όλοι για μία τόσο θεάρεστη αποστολή, έστω και αν δεν επρόκειτο να τους δω ποτέ;» (48). Πώς να κατανοήσουμε εμείς οι εγωπαθείς μία τέτοια αυτοθυσία; Η Αγία Λέσχη ανέβαλε τις συνεδριάσεις της sine die (επ’ αόριστον) και τη 14η Οκτωβρίου ο Τζων και ο Τσαρλς, μαζί με άλλους δύο «Μεθοδιστές» επιβιβάστηκαν στο Σίμμοντς για τη Σαβάννα. Στο πλοίο, τους έκανε εντύπωση η εύθυμη ευλάβεια ορισμένων Μοραβών Αδελφών, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τη Γερμανία και μετέβαιναν να εγκατασταθούν στην Αμερική. Όταν μία σφοδρή τρικυμία απείλησε το μικρό σκάφος, οι Μοραβοί δεν έδειξαν φόβο. Συναγωνίζονταν τα σφυρίγματα του ανέμου με τους δυνατούς ύμνους τους. Οι Ουέσλεϋ αισθάνθηκαν ότι η πίστη των Μοραβών ήταν ισχυρότερη της δικής τους.
Φτάνοντας στη Γεωργία (5 Φεβρουαρίου 1736), οι αδελφοί κατέλαβαν διάφορες θέσεις: ο Τσαρλς έγινε γραμματέας του Κυβερνήτη Όγκλεθορπ, ο Τζων έγινε ιερέας της νέας κοινότητας. Μετέβαινε επίσης στη γύρω περιοχή και κήρυττε το Λόγο του Θεού στους εκεί Ιουδαίους. Η πρώτη του εντύπωση ήταν ότι οι Ινδιάνοι ήταν έτοιμοι να δεχθούν το Ευαγγέλιο, δύο χρόνια αργότερα όμως τους περιέγραψε ως «λαίμαργους, κλέφτες, ψεύτες, πατροκτόνους, μητροκτόνους και φονιάδες των παιδιών τους». Πληροφορούμαστε από άλλες πηγές, ότι ο Τζων «δε σημείωσε επιτυχία με τους Ινδιάνους». (49) Ο λευκός πληθυσμός, στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν και εκατοντάδες εξοργισμένοι εγκληματίες, διέκειτο εχθρικώς προς τον Τζων Ουέσλεϋ, διότι τον άκουγε να ομιλεί με οξφορδιανή προφορά και διότι έβλεπε ότι είναι αυταρχικός και επέμενε στην ακριβή τήρηση των θρησκευτικών κανόνων. Κατά τη βάπτιση, βύθισε τρεις φορές το μωρό ολοσχερώς εντός του ύδατος και όταν ένας πατέρας διαμαρτυρήθηκε, ο Τζων αρνήθηκε να βαπτίσει το παιδί του.
Εξακολουθώντας ακόμη να έχει «πολύ στενές αντιλήψεις» (50), αρνήθηκε να μεταλάβει ένα καθόλα ευϋπόληπτο άνθρωπο, επειδή αυτός ο τελευταίος είχε ομολογήσει στην εξομολόγησή του ότι ήταν αλλόδοξος. Αρνήθηκε να ψάλλει τη νεκρώσιμη ακολουθία κατά την κηδεία ενός αποίκου ο οποίος δεν είχε αποκηρύξει την αλλόδοξη αίρεσή του. Απαγόρευσε στις κυρίες της ενορίας του να φορούν πλούσια ενδύματα ή χρυσά κοσμήματα και έπεισε τον κυβερνήτη να κηρύξει παράνομη την αλιεία και το κυνήγι την Κυριακή – τη μόνη μέρα κατά την οποία οι ενορίτες του είχαν καιρό να ψαρέψουν ή να κυνηγήσουν.

    Ερωτεύθηκε τη Σοφία Χόπκεϋ, την ηλικίας δεκαεννέα ετών ανηψιά του ειρηνοδίκου της Σαβάννα, αλλά οι Μοραβοί φίλοι του δεν τη θεώρησαν άξια να γίνει σύζυγός του. Η διστακτικότητά του κούρασε τόσο τη Σοφία, ώστε παντρεύτηκε κάποιον κ. Ουίλκινσον. Όταν η Σοφία προσήλθε να μεταλάβει, ο Τζων αρνήθηκε να της παράσχει τη Θεία Κοινωνία, με το αιτιολογικό ότι είχε κοινωνήσει μόνο τρεις φορές κατά τους τελευταίους τρεις μήνες και είχε αμελήσει να ζητήσει από τον πάστορά της να θυροκολλήσει στην είσοδο της εκκλησίας την αγγελία του γάμου της. Ο σύζυγός της τον μήνυσε για δυσφήμηση της συζύγου του. Το δικαστήριο καταδίκασε τη συμπεριφορά του Ουέσλεϋ ως υποψηφίου γαμπρού και την υπερβολική αυστηρότητα ως κληρικού. Ο Τζων δήλωσε ότι θεωρεί το δικαστήριο αναρμόδιο να τον κρίνει. Η λαϊκή δυσαρέσκεια εναντίον του ωγκούτο συνεχώς. Έφυγε κρυφά στο Τσάρλστον και επιβιβάστηκε σε πλοίο για την Αγγλία. (22 Δεκεμβρίου 1737)
Στο Λονδίνο εξακολούθησε να ζει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη λιτότητα, ελπίζοντας ότι έτσι θα επανακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Αλλά ο Πέτρος Μπέλερ, ένας Μοραβός ιεροκήρυκας, ο οποίος βρισκόταν καθ’ οδόν προς Αμερική, τον βεβαίωσε ότι η πίστη του ήταν ακόμη ατελής. Ότι όσο ηθικό βίο και αν διάγει ή όσος και αν είναι ο ζήλος της ευλάβειάς του, θα παραμένει σε κατάσταση θείας καταδίκης, μέχρις ότου δεχθεί τη φώτιση και πεισθεί χωρίς κανένα απολύτως λογικό επιχείρημα ότι ο Χριστός είχε πεθάνει γι’ αυτόν και είχε εξαγοράσει τις δικές του αμαρτίες. Μόνο μετά από ένα τέτοιο προσηλυτισμό μπορούσε κανείς να είναι βέβαιος ότι δε θα υποπέσει σε αμάρτημα και να είναι σίγουρος για τη σωτηρία του. Ο Ουέσλεϋ σημείωσε στο Ημερολόγιό του την Magna Dies (Μεγάλη Ημέρα), κατά την οποία δέχθηκε επιτέλους τη φώτιση. Αυτό συνέβει την 24η Μαΐου του 1738:
«Το βράδυ παρ’ όλο που δεν είχα καθόλου διάθεση, πήγα σε μία συνάθροιση στην οδό Αλντερσγκέιτ, όπου κάποιος ανάγνωσε τον πρόλογο του Λούθηρου στην Επιστολή προς Ρωμαίους. Κατά τις εννέα παρά τέταρτο, τη στιγμή που εξηγούσε την αλλαγή την οποία επεξεργάζεται ο Θεός στην καρδιά του ανθρώπου μέσω της πίστης του στον Χριστό, αισθάνθηκα την καρδιά μου να θερμαίνεται κατά περίεργον τρόπο. Αισθάνθηκα ότι είχα πράγματι εμπιστοσύνη στον Χριστό, μόνο στον Χριστό, για τη σωτηρία. Και μία βεβαιότητα μου είχε δοθεί ως δώρο, η βεβαιότητα ότι Αυτός είχε σβήσει τις δικές μου αμαρτίες, ακόμη και τις πλέον προσωπικές μου και με είχε σώσει από το νόμο της αμαρτίας και του θανάτου. Άρχισα να προσεύχομαι με όλη μου τη δύναμη υπέρ αυτών οι οποίοι μου συμπεριφέρθηκαν κακώς και με κατεδίωξαν. Κατόπιν, δήλωσα στους εκεί παρισταμένους τι ακριβώς αισθάνθηκα για πρώτη φορά στην καρδιά μου.» (51)
Με δυο λόγια, είχε ανακεφαλαιώσει τα διαδοχικά στάδια του χριστιανισμού – της σωτηρίας μέσω της πίστης και των έργων, της σωτηρίας μέσω μόνο της πίστης (Λούθηρος) και της σωτηρίας μέσω της προσωπικής θείας φώτισης (Κουάκεροι). Ευγνωμονώντας τον Μπέλερ ο Ουέσλεϋ μετέβει στη Γερμανία το καλοκαίρι του 1738 και έμεινε πολλές εβδομάδες στο Χέρνχοντ, το Σαξωνικό χωριό όπου μία αποικία Μοραβών Αδελφών είχε εγκατασταθεί στα κτήματα του κόμη φον Τσίντσεντορφ.
Εν τω μεταξύ ο Τσαρλ Ουέσλεϋ, επιστρέφοντας στην Αγγλία, δέχθηκε μία παρόμοια φώτιση. Αυτός, με τον ηπιότερο τρόπο του, είχε αρχίσει να κηρύσσει το Λόγο του Θεού στους φυλακισμένους του Νιουγκέιτ και από κάθε άλλο άμβωνα από τον οποίο του επέτρεπαν να ομιλήσει. Κάτι ακόμη σημαντικότερο, άρχισε να διακρίνεται στο κίνημα των Μεθοδιστών μια ισχυρή προσωπικότητα, η οποία μόνο με τον Τζων Ουέσλεϋ θα μπορούσε να συγκριθεί. Ο Τζωρτζ Χουάιτφιλντ ήταν γιος ενός πανδοχέα του Γκλώτσεστερ. Ο Τζωρτζ, γεννήθηκε το 1714, διατέλεσε για ένα χρόνο και πλέον σερβιτόρος στο πανδοχείο του πατέρα του. Κατώρθωσε να σπουδάσει στο Κολλέγιο Πέμπροκ της Οξφόρδης και υπήρξε ένα από τα πρώτα μέλη της Αγίας Λέσχης. Μετέβη προς συνάντηση των Ουέσλεϋ στη Γεωργία το 1738, αλλά επέστρεψε στην Αγγλία το φθινόπωρο του ίδιου έτους για να χειροτονηθεί Αγγλικανός ιερέας. Τα από άμβωνος κηρύγματα δεν τον ικανοποιούν. Φλέγεται από την επιθυμία να ενσταλάξει την πίστη του στις μεγάλες λαϊκές μάζες.

    Το Φεβρουάριο του 1739 άρχισε να κηρύττει στην ύπαιθρο, κοντά στο Μπρίστολ, απευθυνόμενος στους ανθρακωρύχους οι οποίοι δεν τολμούσαν ή δε σκέφτηκαν να εισέλθουν στην εκκλησία. Η φωνή του ήταν τόσο καθαρή και δυνατή, ώστε μπορούσαν να τον ακούσουν είκοσι χιλιάδες ακροατές και η φλογερή του ρητορία συγκίνησε τόσο πολύ εκείνους τους βασανισμένους και κουρασμένους άντρες, ώστε (όπως μας λέει ο ίδιος) έβλεπε «τα άσπρα αυλάκια των δακρύων στα μαύρα μάγουλά τους». 52 Η φήμη την οποία απέκτησε σύντομα ο νέος ιεροκήρυκας και η αποτελεσματικότητα των υπαίθριων κηρυγμάτων του, συνετάραξαν την κοινή γνώμη της Αγγλίας. Οπουδήποτε μετέβαινε ο Χουάιτφιλντ, τεράστια πλήθη συνέρρεαν να τον ακούσουν.
Το κήρυγμά του παρέμενε αλησμόνητο. Δεν έκανε επίδειξη πολυμάθειας, ισχυριζόταν όμως ότι είχε συνομιλήσει ιδιαίτερα με το Θεό. Η γλώσσα του, είπε ο Ουέσλεϋ ήταν αρκετά «πομπώδης και περιπαθής». Χρησιμοποιεί εντυπωσιακές συγκρίσεις και παρομοιώσεις. Μιλώντας λ.χ. για τον Χριστό είπε ότι «ψήθηκε, σα να λέμε, τόσο πολύ μέσα στην οργή του Πατέρα του, ώστε δίκαια τον είπαν Αμνό του Θεού.» (54) Ο Χουάιτφιλντ, κηρύττωντας στην ύπαιθρο, προσέφυγε στην τέχνη του ηθοποιού, όπως και ο Πιτ, όταν έκανε τους λόγους τους στο Κοινοβούλιο. Μπορούσε ανά πάσα στιγμή να χύσει πύρινα δάκρυα και με όλες τις ενδείξεις η συγκίνησή του ήταν ειλικρινής. Και μπορούσε να κάνει τους απλοϊκούς ακροατές του να αισθανθούν κατά τρόπο άμεσο και έντονο το συναίσθημα της αμαρτίας, τον τρόμο της κόλασης και την αγάπη του Χριστού. Ρήτορες όπως ο Μπόλινγκμπροκ και ο Τσέστερφιλντ, σκεπτικιστές όπως ο Φραγκλίνος και ο Χιουμ, ηθοποιοί όπως ο Γκάρρικ, παραδέχθηκαν τη δύναμή του. Αφού έγινε παντού δεκτός με ενθουσιασμό, μετέβαλε την Αγγλία, την Ουαλία, τη Σκωτία, την Ιρλανδία και την Αμερική σε ενορία του. Δεκατρείς φορές διέσχισε τον Ατλαντικό, δώδεκα φορές διέσχισε τη Σκωτία. Δεν ήταν ασύνηθες γι’ αυτόν να κηρύττει 40 ώρες την εβδομάδα. Σε ηλικία 50 ετών είχε εξαντληθεί. Μείωσε τις παραστάσεις του στις «απολύτως εφικτές» δηλαδή κήρυττε μία φορά μόνο τις καθημερινές και τρεις τις Κυριακές, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Το 1769 επισκέφτηκε για 7η φορά τις αποικίες και πέθανε στο Νιούμπωρυ Πορτ, στη Μασσαχουσέτη, το επόμενο έτος.
Ο Τζων Ουέσλεϋ, επιστρέφοντας από το Χέρνχουτ, δεν ενέκρινε απόλυτα το ρητορικό στυλ του Χουάιτφιλντ και δίσταζε νε μιμηθεί το παράδειγμά του, δηλαδή το κήρυγμα στην ύπαιθρο. «Υπήρξα σε όλη μου τη ζωή (και μέχρι τελευταία ακόμη) τόσο αυστηρός σε ό,τι αφορά στην ευπρέπεια και την τάξη… ώστε είχα την εντύπωση ότι καταντούσε σχεδόν αμαρτία να προσπαθεί κανείς να σώσει τις ψυχές των ανθρώπων εκτός των Οίκων του Θεού.» (55) Υπερνίκησε πάντως την απέχθειά του και άρχισε και αυτός να διαλαλεί το μήνυμά του στους αγρούς και στους δρόμους των πόλεων. «Στην ύπαιθρο άρχισα να χρησιμοποιώ απλούστερη γλώσσα» (Απρίλιος 1739). Η ρητορεία του δεν είχε το πάθος του Χουάιτφιλντ, η γλώσσα του ήταν γλώσσα φιλολόγου και τζέντλεμαν, αλλά και αυτός επίσης γνώριζε να συγκινεί το ακροατήριό του.

    Είχε την ικανότητα να πείθει τους ακροατές του, ότι η καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων ήταν ένα μέρος ενός εκτεταμένου και ευγενούς δράματος όπου οι ψυχές τους ήταν το πεδίο της μάχης μεταξύ Σατανά και Χριστού. Οι ακροατές του μεταφέρονταν μαζί του σε έναν κόσμο οιωνών και θαυμάτων. Και τον πίστευαν όταν τους έλεγε ότι ακούνε από το στόμα του τη φωνή του Θεού.
Ο Ουέσλεϋ οργάνωσε τους οπαδούς του σε «μικρές κοινωνίες». Κάθε πόλη απ’ την οποία περνούσε αποκτούσε τη «μικρή κοινωνία» της. Οι συναθροίσεις των πιστών θύμιζαν τις αγάπες των πρώτων χριστιανών – ήταν γιορτές θρησκευτικής χαράς και συλλογικής αγάπης. Εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους ο ένας στον άλλο, υφίσταντο τον προσεκτικό έλεγχο της ηθικής τους ζωής και προσεύχονταν ομαδικά ή τραγουδούσαν θρησκευτικούς ύμνους. Ο Τζων είχε ήδη συνθέσει ή μεταφράσει αρκετούς συγκινητικούς ύμνους και ο Τσαρλς συνέγραψε τον πλέον φημισμένο από τους πολλούς και ωραίους ύμνους του – το «Ιησού, Εραστή της Ψυχής μου.»
Από αυτές τις ομάδες των ζηλωτών, ο Τζων Ουέσλεϋ διάλεγε και εκπαίδευε τους μη ιερωμένους ιεροκήρυκες, οι οποίοι συνέχιζαν τη διδασκαλία του νέου ευαγγελίου όταν οι ηγέτες μετέβαιναν σε άλλη πόλη. Χωρίς χειροτονία, χωρίς καθορισμένες ενορίες, από άμβωνος ή όχι, αυτοί οι «βοηθοί» ταξίδευαν στην Αγγλία, Σκωτία και Ουαλία, μετέφεραν εκεί τους φόβους και τις ελπίδες της Προτεσταντικής θεολογίας στις εργατικές τάξεις και προετοίμαζαν τις επισκέψεις του Ουέσλεϋ και του Χουάιτφιλντ. Ο Ουέσλεϋ ταξίδευε – έφιππος με ταχυδρομική άμαξα ή πεζή – διανύοντας συχνά 60 μίλια ημερησίως. Διάνυσε έτσι, για 40 χρόνια, 4.000 μίλια κατά μέσο όρο κάθε χρόνο και έφτασε στα πλέον απομακρυσμένα σημεία της Αγγλίας. Κήρυττε σε κάθε ευκαιρία: στις φυλακές, στους κρατούμενους, στις ταχυδρομικές άμαξες, στους συνταξιδιώτες του, στα πανδοχεία, μέχρι και τα πλοία τα οποία μετέβαιναν στην Ιρλανδία ή από λιμάνι σε λιμάνι. Στο Έπγουωρθ, όπου δεν του επέτρεψαν να κηρύξει από άμβωνος κήρυξε στην αυλή της εκκλησίας, μπροστά στον τάφο του πατέρα του.
Τι κήρυττε; Κατ’ ουσία την Πουριτανική πίστη, η οποία φαινόταν ότι είχε δεχθεί θανατηφόρο πλήγμα από την ηθική παραλυσία της Παλινορθώσεως των Στιούαρτ. Ο Ουέσλεϋ απέρριπτε το δόγμα περί απολύτου προορισμού (ο Χουάιτφιλντ το δεχόταν). Ακολουθώντας την αρμινική πτέρυγα της Αγγλικανικής Εκκλησίας, επέμενε ότι ο άνθρωπος έχει αρκετή ελευθερία βούλησης για να εκλέξει αν θα δεχθεί ή όχι τη θεία χάρη. Θεωρούσε απαράδεκτη κάθε προσφυγή στη λογική. Αισθανόταν ότι η θρησκεία προχωρούσε πέρα της ανθρώπινης λογικής και εξαρτώταν από τη θεία έμπνευση και την εκ των ένδον πηγάζουσα βεβαιότητα. Αλλά αποστρεφόταν τον μυστικισμό, με το επιχείρημα ότι άφηνε τα πάντα στο Θεό και δεν παρότρυνε τον άνθρωπο στην άσκηση της έμπρακτης καλωσύνης. Συνεμερίζοταν τις περισσότερες προλήψεις της τάξης του και της εποχής του: πίστευε στα φαντάσματα, στη διαβολική καταγωγή των παράξενων θορύβων, στην πραγματικότητα και την εγκληματικότητα της μαγείας. Όποιος παύει να πιστεύει στην ύπαρξη της μαγείας, έλεγε, παύει να πιστεύει στη Βίβλο. Δεν αμφέβαλλε για τα θαύματα. Νόμιζε ότι εξακολουθούν να συμβαίνουν κάθε μέρα μεταξύ των οπαδών του. Οι πονοκέφαλοι, τα οιδήματα, οι θλάσεις οστών, τα κατάγματα, θεραπεύονταν με τις δικές του προσευχές της κοινωνίας των Μεθοδιστών και ανέφερε ιδιαίτερα την περίπτωση μιας καθολικής νεανίδος, η οποία έχανε την όρασή της κάθε φορά που διάβαζε το Καθολικό Λειτουργικό και την ξανάβρισκε μόλις άνοιγε να διαβάσει την Καινή Διαθήκη. Δεχόταν ως αληθινές τις αφηγήσεις των γυναικών οι οποίες ισχυρίζονταν ότι είχαν δει αγγέλους, τον Χριστό, τον Παράδεισο ή την Κόλαση. Και κατέγραψε στο ημερολόγιό του αρκετές περιπτώσεις κατά τις οποίες αντίπαλοι του Μεθοδισμού τιμωρήθηκαν σκληρά, κατά τρόπο ο οποίος μόνο ως θαύμα μπορεί να χαρακτηριστεί. (56)
Το κήρυγμά του ήταν τόσο ζωντανό, ώστε πολλά άτομα από το ακροατήριο καταλαμβάνονταν από υστερία. Το ημερολόγιο μιλάει περί αμαρτωλών οι οποίοι, ακούγοντας το κήρυγμά του, αισθάνονταν αφόρητους σωματικούς πόνους και έπεφταν στο πάτωμα και συνεστρέφονταν με αγωνία, ενώ οι άλλοι πιστοί γονάτιζαν κοντά τους και προσεύχονταν υπέρ της απαλλαγής τους από την κατοχή του Σατανά. (57) Ο Ουέσλεϋ περιγράφει ως εξής μία συγκέντρωση στην οδό Μπάλντουϊν στο Λονδίνο, το 1739:
«Η φωνή μου μόλις ακούγεται μέσα στους στεναγμούς των μεν και των κραυγών δε… Ένας Κουάκερος ο οποίος στεκόταν κοντά μου, με άκουγε με φανερή δυσαρέσκεια… αλλά σε μία στιγμή έπεσε και αυτός ως κεραυνόπληκτος. Σου προκαλούσε φρίκη να βλέπεις την αγωνία στην οποία βρισκόταν. Ικετεύσαμε τον Θεό να τον ευσπλαγχνισθεί και μετά από λίγο ο Κουάκερος σήκωσε το κεφάλι του και φώναξε δυνατά: «Τώρα το ξέρω πως είσαι προφήτης του Κυρίου.» (58)

Ένας αυτόπτης μάρτυρας, αναφερόμενος από τον Ουέσλεϋ, περιγράφει ως εξής μία συγκέντρωση Μεθοδιστών στο Έβερτον, το 1759:

    «Άλλοι ούρλιαζαν και άλλοι κραύγαζαν δυνατά… Οι περισσότεροι ανάσαιναν με δυσκολία, σαν άνθρωποι μισοπνιγμένοι, που προσπαθούν να κρατηθούν στη ζωή. Γιατί πραγματικά, όλες σχεδόν οι κραυγές θύμιζαν ανθρώπινα πλάσματα που πεθαίνουν μέσα σε φρικτή αγωνία. Πολλοί έκλαιγαν αθόρυβα. Άλλοι είχαν πέσει κάτω και έμεναν ακίνητοι, σαν νεκροί… Απέναντί μου στεκόταν ένας χωρικός, γεροδεμένος και ροδομάγουλος, αλλά σε μια στιγμή, τον είδα να σωριάζεται στο πάτωμα… Σπαρταρούσε σαν ψάρι έξω απ’ το νερό και τα πόδια του χτυπούσαν δυνατά το πάτωμα, εκεί που ήταν πεσμένος, ανάμεσα στις δύο σειρές των καθισμάτων… Σχεδόν όλοι όσους άγγιξε ο Θεός με το χέρι του, γινόντουσαν κατακόκκινοι ή σχεδόν μαύροι… Ένας ξένος, καλοντυμένος, που στεκόταν απέναντί μου έπεσε προς τα πίσω και η πλάτη του χτυπούσε στον τοίχο, ύστερα έπεσε μπροστά, στα γόνατά του, συστρέφοντας τα χέρια του και μουκανίζοντας σαν ταύρος… Σηκώθηκε και έτρεξε προς τον τοίχο μέχρι που ο κ. Κήλινγκ και άλλοι τον σταμάτησαν. Αυτός φώναζε με όλη του τη δύναμη: «Ω, τι πρέπει να κάνω; Τι πρέπει να κάνω; Ω, για μια σταγόνα του αίματος του Χριστού!» Καθώς μιλούσε ο Θεός του πήρε την ψυχή. Είχε δει τις αμαρτίες του και δεν άντεξε το βάρος τους». (59)
Πιθανώς οι ως άνω υστερικές εκδηλώσεις είχαν την αιτία τους σε καταστάσεις οι οποίες βασάνιζαν τα θύματα πριν παραστούν στη συγκέντρωση των Μεθοδιστών και η υπενθύμιση της πυράς της κολάσεως ενέτεινε απλά την ψυχική τους έξαψη πέρα παντός ελέγχου. Ο Ουέσλεϋ ερμήνευσε τις υστερικές αυτές εκδηλώσεις ως δαιμονοπληξίες θεραπευόμενες από την επέμβαση του Θεού. Είχε τη γνώμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η θεραπεία δεν συνεπάγοταν μόνιμη αλλαγή της συμπεριφοράς και του χαρακτήρα προς το καλύτερο. Είχε όμως την αίσθηση ότι συχνά συνετελείτο μία κάθαρση της ψυχής από την αμαρτία και ο πιστός άρχιζε μία νέα ζωή.
Ο Μεθοδισμός σημείωνε τις μεγαλύτερες επιτυχίες του μεταξύ των φτωχών. Οι ιεροκήρυκες ήταν άνθρωποι μέτριας μόρφωσης και τα αισθήματά τους, καθώς και ο τρόπος της ομιλίας τους ήταν απλός, αν όχι απλοϊκός. Δεν υπήρχαν ταξικές ή πολιτιστικές διαφορές μεταξύ αυτών και του ακροατηρίου των. Έφεραν το μήνυμα της αμαρτίας και της μετάνοιας στους χωρικούς, τους ανθρακωρύχους και τους εγκληματίες. Και μολονότι κήρυτταν μία πίστη η οποία βασίζοταν περισσότερο στο φόβο παρά στην αγάπη παρείχαν στους αγράμματους ακροατές τους ένα κώδικα ηθικής, ο οποίος συνετέλεσε στην ηθικοποίηση της Αγγλίας κατά το 2ο μισό του 18ου αιώνα. Ήταν η Πουριτανική ηθική, η εναντίον της οποίας αντίδρασης έχει φτάσει κατά την εποχή μας στα άκρα. Ο Ουέσλεϋ αντιμετώπιζε με εχθρική διάθεση όλες σχεδόν τις διασκεδάσεις. Επέτρεπε την χαρτοπαιξία, θεωρούσε όμως αμαρτία τη μετάβαση στα πανηγύρια, την παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων ή τη συμμετοχή στους χορούς.
Είχε επίσης τη γνώμη ότι αμαρτάνουν όσοι φορούν κοσμήματα με πολύτιμους λίθους ή ακριβά ενδύματα. Στο σχολείο το οποίο ίδρυσε στο Κίνγκσγουντ, απαγορεύονταν στους μαθητές τα παιχνίδια, διότι «όποιος παίζει όταν είναι παιδί, θα παίζει και όταν γίνει άντρας.» 60 Αλλά αυτή η Πουριτανική ηθική βρισκόταν σε αρμονία με τον αγγλικό χαρακτήρα. Ο ηθικός της κώδικας μπορούσε να εφαρμοστεί από ισχυρούς άντρες και υπομονετικές γυναίκες. Και βοήθησε τις εργατικές τάξεις να αντιμετωπίσουν την ανέχειά τους, ενσταλάζουσα στους φτωχούς την υπερήφανη αίσθηση ότι είναι οι εκλεκτοί του Θεού ή την πεποίθηση ότι αυτή ήταν η μοίρα τους, με αποτέλεσμα να προσβλέπουν με εχθρότητα κάθε επανάσταση η οποία θα έθετε σε αμφιβολία τον χριστιανισμό. Οι συντηριτικοί αισθάνθηκαν αργότερα ότι χρωστούν ευγνωμοσύνη στον Ουέσλεϋ, διότι έσωσε τους φτωχούς από τον ντεϊσμό και την ελεύθερη σκέψη και τους δίδαξε να μην ονειρεύονται την κοινωνική εξέγερση αλλά την προσωπική τους σωτηρία. Να μην προσβλέπουν σε μία επίγεια ουτοπία, αλλά σε έναν μετά θάνατον Παράδεισο. (61)
Ο Ουέσλεϋ, στον τομέα της πολιτικής, έκλινε προς τον συντηρητισμό. Προηγείτο της τάξης του, συνηγορώντας υπέρ ορισμένων μακρόπνοων μεταρρυθμίσεων: κατήγγειλε την άνιση αντιπροσώπευση στο Κοινοβούλιο, τη διαφθορά των Άγγλων πολιτικών, την απανθρωπιά της δουλείας, το φρικιαστικό καθεστώς των Βρεττανικών φυλακών. Παραδεχόταν όμως την ταξική διάρθρωση της κοινωνίας ως φυσική και δίκαια. Ήταν αντίθετος προς κάθε επιείκεια έναντι των καθολικών και κατά την επανάσταση των αποικιών της Αμερικής τάχθηκε με το μέρος του Γεωργίου του 3ου.
Παρέμεινε Αγγλικανός στο δόγμα, δε συνεμεριζόταν όμως την Αγγλικανική άποψη ότι μόνο ένας επίσκοπος της Αποστολικής Διαδοχής, μπορούσε να χειροτονήσει έγκυρα έναν ιερέα. Αυτός ο ίδιος χειροτονούσε εφημέριους για τη Σκωτία και την Αμερική. Όταν έλεγε ότι «ενορία μου είναι όλος ο κόσμος», (62) εννοούσε ότι είχε το δικαίωμα να κηρύττει όπου ήθελε, χωρίς επισκοπική άδεια ή εντολή. Στο σημείο αυτό ήταν ένας σχισματικός για την Αγγλικανική Εκκλησία. Εξόρκιζε όμως τους οπαδούς του να παρακολουθούν τις Αγγλικανικές λειτουργίες, να απέχουν από τις συγκεντρώσεις των αλλοδόξων, να μην πιστεύουν στα κηρύγματά τους και να μην κρατούν ανταγωνιστική στάση έναντι του Αγγλικανικού κλήρου. Κατά το πρώτο στάδιο του κινήματος, ορισμένες Αγγλικανικές εκκλησίες επέτρεψαν στους Μεθοδιστές να κηρύξουν από τους άμβωνές τους. Αλλά όταν οι μη ιερωμένοι ιεροκήρυκες του Ουέσλεϋ έλαβαν αυθαίρετα το δικαίωμα να παρέχουν στους πιστούς τη Θεία Μετάληψη και το Μεθοδιστικό δόγμα στράφηκε προς τη μεσαιωνική έμφαση της κόλασης και προς την Πουριτανική ενασχόληση με το πρόβλημα της αμαρτίας, οι Αγγλικανοί ιεράρχες απέσυραν την υποστήριξή τους, όπως είχε αποσύρει ο Έρασμος τη δική του από τον Λούθηρο.
Οι διωγμοί της νέας αίρεσης προήλθαν λιγότερο από την Αγγλικανική Εκκλησία και περισσότερο από τους κοινούς θνητούς, οι οποίοι δε μπορούσαν να ανεχτούν νέους τρόπους στο κήρυγμα παλαιών ιδεών. Στη μία πόλη και ύστερα στην άλλη, οι υπαίθριοι ιεροκήρυκες – όπως αργότερα οι κηρύττοντες το νέο κοινωνικό ευαγγέλιο – άρχισαν να δέχονται τις επιθέσεις του όχλου, ο οποίος άρπαζε την ευκαιρία να βιαιοπραγήσει χωρίς το φόβο να τιμωρηθεί. Στον Μονμάουθ, κάποιος έριξε στο κεφάλι του ιεροκήρυκα μια μεγάλη πέτρα. Ο ιεροκήρυκας πέθανε από το χτύπημα. Στο Γουέντεσμπουρν, ο όχλος εισέβαλε στις οικίες των Μεθοδιστών, βίασε τις γυναίκες, και ξυλοκόπησε τους άντρες. Όταν εμφανίστηκε ο Ουέσλεϋ, το εξαγριωμένο πλήθος κραύγασε «Σκοτώστε τον!» και χειροκρότησε εκείνους οι οποίοι τον χτύπησαν με ρόπαλα. Ο Ουέσλεϋ προσευχήθηκε μεγαλόφωνα και ο όχλος τον άφησε να φύγει. Στο Μπόλτον, αρκετοί οργισμένοι αντίπαλοι όρμησαν στο σπίτι όπου κήρυττε ο Ουέσλεϋ. Οι πέτρες, τα κεραμίδια και τα αυγά έπεφταν βροχή γύρω του, αλλά αυτός συνέχισε απτόητος τη λειτουργία μέχρι τέλους. Στο Νταβάιζες οι αντιμεθοδιστές κατέβρεξαν με μία πυροσβεστική αντλία το σπίτι όπου έμενε ο Τσαρλς Ουέσλεϋ και εξαπέλυσαν πολλά μπουλντόγκ εναντίον των οπαδών του. Στο Έξετερ, ο Χουάιτφιλντ λιθοβολήθηκε και μετά δυσκολίας διέφυγε τον θάνατο. Στο Χόξτον, οι αντίπαλοι έσπρωξαν μία αγελάδα στην αίθουσα συγκέντρωσης των Μεθοδιστών. Στο Πένσφορντ, ένας ταύρος, αφού προηγουμένως είχε ερεθισθεί κατάλληλα, εξαπολύθηκε εναντίον του κηρύττοντος Τζων Ουέσλεϋ. Το θάρρος το οποίο επέδειξαν οι ιεροκήρυκες έκανε καλή εντύπωση στους Βρεττανούς οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να γίνονται ανεκτικότεροι και ορισμένοι μάλιστα να υποστηρίζουν τους Μεθοδιστές.
Ο Ουέσλεϋ ήταν ένας μικρόσωμος άντρας, ύψους 5 ποδιών και 3 ιντσών και βάρους 128 λίτρων. Στα γεράματά του είχε όψη επιβλητική λόγω της λευκής του κόμης, αλλά και νεότερος προσέλκυε την προσοχή με τα ασκητικά χαρακτηριστικά του προσώπου του και το διαπεραστικό του βλέμμα. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι γεννήθηκε για να κυβερνά. Η ενεργητικότητά του και η πνευματική του δύναμη ήταν φυσικό να τον προωθήσουν στην ηγεσία. Η υπερβολική του αυτοπεποίθηση καταντούσε ενίοτε αλαζονεία, την οποία ένας Μεθοδιστής επίσκοπος χαρακτήρισε «ανυπόφορη». (63) Παντρεύτηκε το 1751, ερωτευμένος – όπως συμβαίνει σε όλους μας – τη νοσοκόμα η οποία τον περιποιήθηκε κατά τη διάρκεια μιας ασθένειάς του. Για 2 χρόνια, η σύζυγός του τον συνόδευσε στα γεμάτα επεισόδια ταξίδια του. Αλλά έχασε την υγεία της και τελικά και την υπομονή της και τον εγκατέλειψε. Ο Ουέσλεϋ απέδιδε την καλή του υγεία και τη ζωτικότητά του στα ακατάπαυστα ταξίδια του, τα οποία έκανε έφιππος ή πεζή. Μπορούμε ίσως να προσθέσουμε ότι και η ρητορεία είναι μια υγιεινή άσκηση του αναπνευστικού μας συστήματος. Το 1735 έγινε χορτοφάγος. Ένα έτος αργότερα, αυτός και ένας φίλος του αποφάσισαν να ζήσουν με ψωμί, για «να δοκιμάσουν αν μπορεί κανείς στη ζωή να διατηρηθεί με ένα μόνο είδος τροφής. Ουδέποτε… υπήρξαμε περισσότερο υγιείς και ρωμαλέοι, απ’ ότι κατά την περίοδο κατά την οποία δεν τρώγαμε τίποτα άλλο». (64) Η αλήθεια είναι ότι επανήλθαν πολύ σύντομα στο ποικίλο διαιτολόγιο.
Ποια υπήρξαν τα αποτελέσματα του κηρύγματος των Μεθοδιστών; Εντός χρονικού διαστήματος μιας γενιάς η θρησκεία, η οποία φαινόταν ότι πεθαίνει εν μέσω της Αγγλικανικής αξιοπρέπειας και εν μέσω των ντεϊστικών αμφιβολιών, κατέστη ένα αξιολογώτατο στοιχείο της αγγλικής ζωής υπολειπόμενο σε σημασία μόνο της πολιτικής και του πολέμου. Όταν πέθανε ο Ουέσλεϋ (1791) οι οπαδοί του ανέρχονταν σε 70.000 στην Αγγλία, 40.000 στην Αμερική. Το 1957 υπήρχαν 2.250.000 Μεθοδιστές στη Μεγάλη Βρετανία, 12.000.000 στις Ηνωμένες Πολιτείες, 40.000.000 σε ολόκληρο τον κόσμο. (65) Η επιρροή του Μεθοδισμού δεν περιορίστηκε μόνο στα μέλη του. Έτσι, εντός της Αγγλικανικής Εκκλησίας, η οποία απέρριπτε τον Μεθοδισμό, τα ιδανικά του βρήκαν την έκφρασή τους στο κίνημα των Ευαγγελιστών κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και έπαιξαν ενδεχομένως σημαντικό ρόλο στο κίνημα της Οξφόρδης κατά το 19ο. Πολιτικά, το αποτέλεσμα ήταν οι εργαζόμενες τάξεις να υποταχθούν αγόγγυστα στο συντηρητισμό, μέχρι το 1848. Ηθικά, ο Μεθοδισμός βελτίωσε την ατομική συμπεριφορά και την οικογενειακή ζωή των φτωχών, συνέβαλε στην ελάττωση της εκλογικής και επίσημης διαφθοράς, ανάγκασε πολλά άτομα των ανωτέρων τάξεων να αισθανθούν ντροπή για την επιπολαιότητα και την κακία τους και προετοίμασε την αγγλική αντίδραση εναντίον του δουλεμπορίου.
Πολιτιστικά, το κίνημα υπήρξε αρνητικό. Έδωσε στο λαό θρησκευτικά άσματα, συνέχισε όμως την Πουριτανική παράδοση και κράτησε εχθρική στάση απέναντι στις τέχνες. Από πνευματικής άποψης, ήταν ένα βήμα προς τα πίσω. Βάσιζε την πίστη του πάνω στο φόβο, τις ιερουργίες του πάνω στο αίσθημα και καταδίκαζε τη λογική ως παγίδα. Στη μεγάλη διαμάχη μεταξύ πίστης και λογικής, είχε εναποθέσει όλες τις ελπίδες του στην πίστη. Δεν είχε καμία εμπιστοσύνη στην πρόοδο της γνώσης και της επιστήμης. Αγνοούσε ή χλεύαζε τον Διαφωτισμό, ο οποίος απλωνόταν σαν πυρκαγιά στη Γαλλία. Αισθανόταν ότι ο μοναδικός σκοπός και το μόνο νόημα της ζωής ήταν να αποφύγει κάποιος την αιώνια καταδίκη και ότι το μόνο που χρειαζόταν για να το πετύχει ήταν να πιστέψει στο λυτρωτικό θάνατο του Χριστό.
Τον Ιανουάριο του 1790, σε ηλικία 86 ετών, ο Ουέσλεϋ έγραφε στο ημερολόγιό του:
«Είμαι τώρα ένας γέρος, φθαρμένος από την κορυφή ως τα νύχια. Τα μάτια μου είναι θολά, το δεξί μου χέρι τρέμει, το στόμα μου είναι ζεστό και στεγνό κάθε πρωί, έχω έναν ενοχλητικό πυρετό σχεδόν κάθε μέρα. Ωστόσο, ευλογημένος να ’ναι ο Θεός, εξακολουθώ να εργάζομαι. Μπορώ ακόμα να κηρύττω και να γράφω.» (66). Δύο μήνες αργότερα άρχισε μια περιοδεία η οποία διήρκησε 5 μήνες, στην Αγγλία και τη Σκωτία. Ένα έτος αργότερα πέθανε (2 Μαρτίου 1791). Αν λάβουμε ως μέτρο του μεγαλείου την επιρροή, υπήρξε – αν εξαιρέσουμε τον Πιτ – ο μεγαλύτερος Άγγλος της εποχής του.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί ο Θεός μιλάει σε πληθυντικό δημιουργώντας τον άνθρωπο; (ερμηνεία του Βιβλίου της Γένεσης)

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Σεπτεμβρίου 2018

Γιατί ο Θεός μιλάει σε πληθυντικό δημιουργώντας τον άνθρωπο; (ερμηνεία του Βιβλίου της Γένεσης)

«Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Η παράθεση εν προκειμένω της προσταγής του Θεού σε α΄ πρόσωπο πληθυντικού αριθμού «ποιήσωμεν» αντί του α΄ προσ. ενικού ποιήσω -όπως απαιτεί η συντακτική της εξάρτηση από το ρ. ενικού «είπεν»- ή της προστακτικής ποιησάτω, κατά τα ισχύοντα στις προηγούμενες δημιουργικές πράξεις, απετέλεσε κατά καιρούς αντικείμενο μακράς συζήτησης μεταξύ των βιβλικών ερμηνευτών316. Σύμφωνα με τις ερμηνείες που δόθηκαν και τις οποίες συνοψίζουμε κατωτέρω, η χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» δηλώνει ότι:

α. Ο Θεός προτρέπει τον Εαυτό του να προχωρήσει στη δημιουργία της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως συνηθίζει συχνά να κάνει και ο άνθρωπος στον καθημερινό του λόγο, όταν αυτοπροτρέπεται να προβεί σε μια πράξη χρησιμοποιώντας ομοίως πληθυντικό, όπως λ.χ. «ας αρχίσουμε», «ας περιμένουμε», και εννοεί, «ας αρχίσω», «ας περιμένω». Είναι ο πληθυντικός της προτροπής (plural of exhortation).

β. Ο Θεός συσκέπτεται ή διαλέγεται με τον Εαυτό του, κάνει δηλ. ένα συλλογισμό ή εσωτερικό διάλογο, προκειμένου ν΄αποφασίσει περί του πρακτέου. Είναι ο πληθυντικός της αυτοσύσκεψης ή απλής σύσκεψης317 (plural of self-deliberation ή deliberation).

γ. Ο Θεός απευθύνεται στο ουράνιο συμβούλιό του, δηλ. στις αγγελικές υπάρξεις ή στις δυνάμεις του ουρανού, τις οποίες η Π. Διαθήκη αποκαλεί ενίοτε «υιούς του Θεού», ή γενικά «θεούς» και οι οποίες αποτελούν το αυλικό του περιβάλλον318. Με αυτές επικοινωνεί και συνεννοείται για τη δημιουργία του ανθρώπου. Είναι ο πληθυντικός της συνεννόησης ή επικοινωνίας319 (plural of consultation ή consultation)(Την ερμηνεία αυτή εισηγείται ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς· «κάνει διάλογο ο πατέρας των όλων με τις δυνάμεις του (=αγγέλους)» Περί φυγής και ευρέσεως 69,Περί συγχύσεως των γλωσσών, 169). Η ραββινική εξήγηση320, ότι ο Θεός συμβουλεύεται κάποιον ή κάτι άνευ συγκεκριμένου προσδιορισμού, αντικρούεται, γιατί αντιβαίνει στο πνεύμα της βιβλικής διήγησης, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός μόνος δημιούργησε τον άνθρωπο, και γιατί η έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» δεν συνιστά συμβουλή, αλλά προτροπή.

δ. Ο Θεός συσκέπτεται με άλλους θεούς κατά τα μυθολογικά παγανιστικά πρότυπα, όπου η απόφαση περί της δημιουργίας του ανθρώπου λαμβάνεται στη συνέλευση των θεών.

ε. Ο Θεός χρησιμοποιεί, ως άλλος βασιλιάς, τη γλώσσα των μοναρχών της αρχαίας Εγγύς Ανατολής και ιδίως των Περσών, οι οποίοι συνηθίζουν να προσφωνούν εαυτούς στον πληθυντικό και να διατυπώνουν τα βασιλικά τους θεσπίσματα ομοίως σ΄αυτόν321.

στ. Ο Θεός απευθύνεται προφανώς στη γη, που προσφάτως δημιούργησε, επειδή ο άνθρωπος θα προέλθει απ΄αυτήν κατά την υλική του σύσταση.
Προσέτι στη χρήση του πληθ. «ποιήσωμεν» η βιβλική έρευνα αναγνωρίζει μεταξύ άλλων:

ζ. Έναν πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας (plural of majesty), ο οποίος αποτελεί απλό γραμματικό φαινόμενο, που εναρμονίζεται με το όνομα Elohim του Θεού, το οποίο, ως εκ της παραθέσεώς του σε πληθυντικό στην Π. Διαθήκη, χαρακτηρίζεται επίσης πληθυντικός της μεγαλοπρεπείας.

η. Μια ασαφώς διατυπωμένη λεκτική έκφραση, η οποία διαφοροποιεί το θείο από το ανθρώπινο έργο και αποκλείει κάθε σκέψη ή εντύπωση ομοιότητας του Θεού με τους ανθρώπους, που αναπόφευκτά θα δημιουργούσε η αυστηρά υλιστική για την αρχαία εποχή χρήση του α΄ προσ. ενικού ποιήσω.

θ. Ένα φιλολογικό τέχνασμα, που σχεδιάσθηκε για να δώσει έμφαση στη σπουδαιότητα και επισημότητα του γεγονότος που περιγράφεται322.
Σε αντίθεση με τις ανωτέρω ερμηνείες, η αρχαία χριστιανική Εκκλησία ερμηνεύει το «ποιήσωμεν άνθρωπον» εν αναφορά προς την τριαδικότητα του Θεού. Η ερμηνεία της προκύπτει από το γεγονός ότι ο Θεός ομιλεί εκ μέρους του Εαυτού του και με τον Εαυτό του στον πληθυντικό αριθμό όχι χάριν ευπρεπούς προσηγορίας (reverentiae causa), δηλ. προσφωνώντας τον ευγενικά, αλλά αναφερόμενος στην πληρότητα των θείων δυνάμεων, που αυτός κατέχει. Οι δυνάμεις αυτές, που εμπεριέχονται στην απόλυτη ύπαρξη του Θεού, είναι ασφαλώς κάτι περισσότερο από απλές δυνάμεις. είναι υποστάσεις, οι οποίες νοούνται ως ασυγχύτως ενωμένες κατά την ουσία και αυτοτελώς υφιστάμενες κατά τις ενέργειες εντός της Θεότητας. Πρόκειται άλλως πως περί των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος, τα οποία αμυδρώς διακρινόμενα στην Π. Διαθήκη θα διαφανούν, με την πρόοδο της θείας Αποκαλύψεως, ευκρινώς στην Κ. Διαθήκη. Επομένως στο «ποιήσωμεν» έχουμε έναν πληθυντικό, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως πληθυντικός της πληρότητας (plural of fullness)323. Η ερμηνεία αυτή δεν απέχει αισθητά από την ερμηνεία του πληθυντικού της αυτοσύσκεψης. Απλώς εδώ γίνεται πιο συγκεκριμένη, καθώς ο διάλογος του Θεού με τον Εαυτό του είναι ουσιαστικά διάλογος με τα άλλα δύο πρόσωπα της Αγ. Τριάδος και όχι αποκλειστικά με το πρόσωπό του, δίκην ευγενούς προσφώνησης.
Συνεπώς, κατά τους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, στην έκφραση «ποιήσωμεν άνθρωπον» του στίχου υποφώσκει το δόγμα της Αγίας Τριάδος.

Σ΄αυτή διακρίνουν από κοινού έναν άμεσο υπαινιγμό των θείων προσώπων της. Έτσι με το «ποιήσωμεν» ο Θεός Πατήρ απευθύνεται, κατ΄άλλους μεν, στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα324, οπότε και τα τρία πρόσωπα συνεργούν στη δημιουργία του ανθρώπου, κατ΄άλλους δε, μόνο στον Υιό, ο οποίος ως ο «Εαυτού Λόγος» και η «Εαυτού Σοφία», πραγματοποιεί το θέλημα του Πατρός325.

Πρέπει πάντως να διευκρινισθεί ότι η διδασκαλία του δόγματος αυτού ήταν άγνωστη στην Π. Διαθήκη και ξένη προς τη θεολογική της σκέψη. Μόνο δε ως υπαινιγμός μπορεί να εκληφθεί, ο οποίος υπό το φως της Κ. Διαθήκης κατανοείται πλήρως (Γαλ. 4,4)

(Σταύρου Καλαντζάκη, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός… σελ. 235-240, εκδ. Πουρναρά, οι παραπομπές δεν παρατίθενται)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η δημιουργία της γυναίκας. Ισότιμη με τον άνδρα.

Συγγραφέας: kantonopou στις 15 Σεπτεμβρίου 2018

Η προέλευση της γυναίκας από τη πλευρά του άνδρα και όχι από οποιοσδήποτε άλλο μέρος του ανθρωπινού σώματος είναι σημαντική. Διότι δείχνει ότι δημιουργήθηκε για να δοθεί στο πλευρό του άνδρα της ως βοηθός και συνεργός του. Παράλληλα την αναδεικνύει σε ον ομοούσιο, ισότιμο και ομότιμο μ΄ αυτόν και αποκλείει κάθε δικαίωμα περί πρωτείου έναντι αυτής. Η πατερική άποψη , η όποια στην προέλευση αυτή διακρίνει όχι την υποτίμηση αλλά την αναγνώριση της ισότητας της γυναίκας με τον άνδρα, εκφράζεται εναργώς από τον Βασίλειο Σελευκείας· «ισότιμον διαπλάσωμεν άνθρωπον, ίσην αυτω κατά την δοξαν συζεύξωμεν, μη λειπέσθω κατά την ομοτιμίαν το γύναιον». Περαιτέρω υποδηλώνει την ηθική και κοινωνική σχέση των δυο φύλων, την εξάρτηση της γυναίκας από τον άνδρα και τη στενή και αδιάσπαστη σχέση μεταξύ τους¹⁷⁰.

Υπάρχει ωστόσο και η βαθύτερη θεολογική σημασία της προέλευσης της γυναίκας, η οποία έγκειται όχι τόσο στην ένωση ανδρός και γυναικός και τη γαμική τους κοινωνία όσο στο γεγονός της προέλευσης ολόκληρου του ανθρώπινου γένους από μία και την αυτή ρίζα, από ένα και μόνον άνθρωπο, τον Αδάμ, και όχι από δυο χωριστά πλασμένους ανθρώπους και απ΄ αλλήλων διακρινομένους. Πρόκειται για τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησιάς μας περί της κοινής καταγωγής και της ενότητας του ανθρώπινου γένους –«εποίησεν εξ ενός παν έθνος ανθρώπων» (Πραξ. 17,26) -και της απορρέουσας απ΄ αυτήν ισότητας και αδελφότητας όλων των ανθρώπων, πάνω στις οποίες βασίζονται η μετάδοση και η καθολικότητα της αμαρτίας, που κατέστησαν αναγκαίο το απολυτρωτικό έργο του Χριστου¹⁷¹.
Η αναφορά στη πλευρά του άνδρα, απ όπου διαπλάσσεται η γυναίκα έχει για ορισμένους ερμηνευτές αλληγορική σημασία. Τη σημασία αυτή, κατ΄ αυτούς, αποδίδει εύστοχα ένα ομιλητικό midrash, σημειώνοντας ότι «όπως ακριβώς το πλευρό του άνδρα οργανικό του μέλος βρίσκεται πλάι του και συνάπτεται στο σώμα του, έτσι και η καλή γυναίκα στέκεται στο πλευρό του συζύγου της για να είναι βοηθός -σύντροφός του και η ψυχή της είναι προδεδομένη στη δική του»¹⁷²…..

Οι πατέρες και εκκλησιαστικοί συγγραφείς είδαν στο γεγονός της δημιουργίας της γυναίκας από την πλευρά του άνδρα να προεικονίζεται η ίδρυση της Εκκλησίας από την πλευρά του νέου Αδάμ, του Χριστού . Γι΄ αυτούς, ο τρόπος αυτής της δημιουργίας από το πλευρό του ανδρικού σώματος και όχι από άλλο μέρος του είναι ενδεικτική ισοτιμίας, υποταγής και φιλοστοργίας. Ο πατριάρχης Γεννάδιος αναφέρει σχετικώς· «ούτε εκ τινός μέρους των έμπροσθεν, ίνα μη δόξη προς αντίστασιν αυτω διαπλάττειν αυτήν· ͘ουτ’ αυ πάλιν εκ των όπισθεν, ινα μη ατιμωτέρα λογίζοιτο, αλλά εκ της πλευράς της μεταξύ πως εχούσης… το μέσον ισοτιμίας και υποταγής». Ομοίως ο Θεοδώρητος Κύρου παρατηρεί· «τι δήποτε από της πλευράς του Αδάμ την γυναίκα διέπλασε; ίνα….φυσικήν τίνα φιλοστοργίαν αυτοίς περί αλλήλους εμφυσήση»¹⁷⁶. Αναλόγως εκφράζεται και ο ι. Αυγουστίνος «ούτε εκ των οστών της κεφαλής του ανδρός, ούτε εκ των οστών των ποδών έπλασε την γυναίκα, ίνα ούτε άρχουσα, ούτε δούλη είναι του ανδρός».

Στην Κ. Διαθήκη έξαλλου ο τρόπος δημιουργίας της γυναίκας, πέρα από τον πλούσιο συμβολικό του χαρακτήρα, εκτίθεται και ως γεγονός, που φανερώνει την παντοδυναμία του Θεού, την ενότητα του ανθρωπίνου γένους και τα καθήκοντα της αγάπης και της αμοιβαιότητας των συζύγων μεταξύ τους, τα οποία απορρέουν απ’ αυτή την ενότητα και στηρίζονται στον ηθικό νόμο της ισότητας και της αδελφότητας. Επ’ αυτών είναι σαφής η αναφορά της «πλην ούτε γυνή χωρίς ανδρός, ούτε ανήρ χωρίς γυναικός εν Κυρίω· ͘ώσπερ γαρ η γυνή εκ του ανδρός, ούτως και ο ανήρ δια της γυναικός τα δε πάντα εκ του Θεού» (Α΄Κορ.11,12).

Παραλλάσσοντας ελαφρώς τις πατερικές ερμηνείες εν προκειμένω ο Μ. Henry σημειώνει συναφώς· «Δεν έπλασε ο Θεός τη γυναίκα από το κεφάλι του άνδρα, για να υπερισχύει αυτού, ούτε από τα πόδια του, για να είναι υποδεέστερη του, αλλά από την πλευρά του, για να είναι ίση μ’ αυτόν, κάτω από το βραχίονά του, για να την προστατεύει και κοντά στη καρδιά του για να την αγαπά».¹⁷⁷
(Σταύρου Καλαντζάκη, Εν αρχή εποίησεν ο Θεός… σελ.440-442,444-445 εκδ. Πουρναρά)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Β΄, Αποκάλυψη κεφ. ΙΓ στίχοι 1-10)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 420-437, οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Συντομογραφίες
Ανδρ.Κ = Ανδρέου Καισαρείας,Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν
Άνθιμος = Ανθίμου Πατριάρχου Ιεροσολύμων,Ερμηνεία εις την Ιεράν Αποκάλυψιν
Αρ. = Αρέθα Καισαρείας, Εις την Ιωάννου… Αποκάλυψιν
ΓΒΜ = Γεωργίου Β. Μαυρομάτη,Η Αποκάλυψη του Ιωάννου
ΕΒ = Ιερομ. Ευσεβίου Βίττη, Ομιλίες στην Αποκάλυψη
Η = Matthew Henry’ s Commentary on the whole Bible
ΙΓ = Αρχιμ. Ιηήλ Γιαννακοπούλου,Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
Οικ. = Οικουμενίου Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
ΠΙΜ = Παναγι. Ι. Μπρατσιώτου, Η Αποκάλυψις του Ιωάννου
WGH = William G. Heidt,The book of the Apocalypse

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ & ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ

Αποκ. 13,11    Καὶ εἶδον ἄλλο θηρίον ἀναβαῖνον ἐκ τῆς γῆς, καὶ εἶχε κέρατα δύο ὅμοια ἀρνίῳ, καὶ ἐλάλει ὡς δράκων.
Αποκ. 13,11    Και είδα άλλο θηρίον να ανεβαίνη από την γην• και είχε δύο κέρατα, που εμοιαζαν σαν κέρατα αρνίου• ωμιλούσε όμως σαν δράκων.
Αποκ. 13,12     καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ πρώτου θηρίου πᾶσαν ποιεῖ ἐνώπιον αὐτοῦ. καὶ ποιεῖ τὴν γῆν καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ κατοικοῦντας ἵνα προσκυνήσωσι τὸ θηρίον τὸ πρῶτον, οὗ ἐθεραπεύθη ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ.
Αποκ. 13,12     Υποτάσσεται δε και εκτελεί όλην την εξουσίαν του πρώτου θηρίου, πειθαρχικόν σαν εκτελεστικόν όργανον εμπρός εις αυτό. Παρασύρει δε και κάμνει την γην και εκείνους που κατοικούν εις αυτήν να προσκυνούν το πρώτον θηρίον, του οποίου η θανάσιμος πληγή έχει θεραπευθή.
Αποκ. 13,13   καὶ ποιεῖ σημεῖα μεγάλα, καὶ πῦρ ἵνα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνῃ εἰς τὴν γῆν ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.
Αποκ. 13,13    Και κάμνει, το προβατόσχημον αυτό θηρίον (με την δύναμιν του διαβόλου) μεγάλα και τερατώδη σημεία, ώστε και από τον ουρανόν να κατεβαίνη εις την γην εμπρός εις τα μάτια των ανθρώπων φωτιά (κατά μίμησιν του προφήτου Ηλιού).
Αποκ. 13,14    καὶ πλανᾷ τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς διὰ τὰ σημεῖα ἃ ἐδόθη αὐτῷ ποιῆσαι ἐνώπιον τοῦ θηρίου, λέγων τοῖς κατοικοῦσιν ἐπὶ τῆς γῆς ποιῆσαι εἰκόνα τῷ θηρίῳ, ὃς εἶχε τὴν πληγὴν τῆς μαχαίρας καὶ ἔζησε.
Αποκ. 13,14     Και παρασύρει εις την πλάνην τους κατοίκους της γης με τα αγυρτικά αυτά θαύματα, δια τα οποία του εδόθη άδεια εκ μέρους του Θεού να τα κάμη, λέγων και προτρέπων τους κατοίκους της γης να κάμουν είδωλον και να θεοποιήσουν το θηρίον, τον Αντίχριστον, το οποίον καίτοι είχε λάβει την πληγήν της μαχαίρας, εν τούτοις έζησε.
Αποκ. 13,15    καὶ ἐδόθη αὐτῷ πνεῦμα δοῦναι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα καὶ λαλήσῃ ἡ εἰκὼν τοῦ θηρίου καὶ ποιήσῃ, ὅσοι ἐὰν μὴ προσκυνήσωσι τῇ εἰκόνι τοῦ θηρίου, ἵνα ἀποκτανθῶσι.
Αποκ. 13,15     Και του παρεχωρήθη άδεια να δώση ζωήν στο είδωλον του θηρίου, ώστε να ομιλήση το είδωλον του θηρίου. Ακόμη δε του επετράπη να ενεργήση, ώστε να φονευθούν όσοι δεν θα ήθελαν να προσκυνήσουν το είδωλον του θηρίου.
Αποκ. 13,16     καὶ ποιεῖ πάντας, τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους, καὶ τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πτωχούς, καὶ τοὺς ἐλευθέρους καὶ τοὺς δούλους, ἵνα δώσωσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν,
Αποκ. 13,16      Παρασύρει δε και πείθει όλους, τους μικρούς και τους μεγάλους, τους πλουσίους και τους πτωχούς, τους ελευθέρους και τους δούλους, να προσκυνήσουν το είδωλον και να υποταχθούν στο θηρίον και να τους δώσουν ανεξάλειπτον χαραγμένην σφραγίδα στο δέξι των χέρι και εις τα μέτωπά των, όπως γίνεται με τους δούλους.
Αποκ. 13,17     καὶ ἵνα μή τις δύνηται ἀγοράσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα, τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου ἢ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
Αποκ. 13,17     Και δια να θλίψη και ταλαιπωρήση τους Χριστιανούς, πειθαναγκάζει, κανείς να μη ημπορή να αγοράση η να πωλήση, εκτός εκείνων που έχουν το χάραγμα και την σφραγίδα του θηρίου, η οποία σφραγίς είναι το όνομα του θηρίου η ο αριθμός, που συμβολίζουν τα γράμματα του ονόματός του.
Αποκ. 13,18    Ὧδε ἡ σοφία ἐστίν· ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ χξς.
Αποκ. 13,18     Εδώ είναι η θεία σοφία• εκείνος που έχει φωτισμένον και καθαρόν νουν ας υπολογίση το σύνολον των αριθμών, που συμβολίζουν τα γράμματα του ονόματός του. Διότι είναι αριθμός ονόματος ανθρώπου. Και ο αριθμός αυτός, που βγαίνει, από την άθροισιν των γραμμάτων λαμβανομένων ως αριθμών, κατά το ελληνικόν σύστημα, είναι εξακόσια εξήκοντα εξ η χξστ’. Είναι δε το όνομα του Αντιχρίστου.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (από το βιβλίο του κ. Βασιλειάδη)

  Στους στίχους 11-18 έχουμε την περιγραφή και το έργο του δεύτερου θηρίου, για το οποίο υπάρχει ποικιλία γνωμών. Η ποικιλία αυτή επιτείνεται από το μυστηριώδη αριθμό χξς΄ (στίχ. 18) του ονόματος του πρώτου θηρίου.

   Έτσι άλλοι αναζήτησαν στο θηρίο αυτό διάφορα ιστορικά πρόσωπα, όπως π.χ Σίμωνα το μάγο, τον Απολλώνιο Τυανέα, την ανώτατη ρωμαϊκή επαρχιακή διοίκηση, όλο το ειδωλολατρικό ιερατείο και ιδιαίτερα της Μ. Ασίας, όπου υπήρχε έντονη λατρεία του Καίσαρος [π.χ στην κατείδωλη Πέργαμο] και της θεάς Ρώμης, ή, και ίσως το ορθότερο, όλα τα πνευματικά μέσα των διά μέσου των αιώνων αντιθέων δυνάμεων και αντιχριστιανικών ομολογιών [ΠΙΜ]. Άλλωστε οι ειδωλολάτρες ιερείς ασκούσαν σε ορισμένους ναούς, όπως π.χ στους ναούς του Ασκληπιού, «θεουργική» δράση, σατανική.

   Άλλοι, οι οποίοι θεωρούν ότι το πρώτο θηρίο προτυπώνει το ειδωλολατρικό Ρωμαϊκό κράτος, εκλαμβάνουν το δεύτερο θηρίο ως τον Παπισμό, ο οποίος προάγει τη εκκοσμίκευση και δι’ αυτής την ειδωλολατρία και την καταπίεση, αλλά με απαλότερο τρόπο, υπό το πρόσχημα του άκακου αμνού. Και ενώ το πολιτικό κράτος της Ρώμης χρησιμοποιούσε κοσμική δύναμη, ο Παπισμός χρησιμοποιεί πνευματική και εκκλησιαστική δύναμη και επιρροή στους ανθρώπους με το μανδύα της θρησκείας, της φιλανθρωπίας και της αγαθοεργίας [Η]. Ήδη όμως, από τότε που οργανώθηκε και ως κράτος, ασκεί και κοσμική εξουσία με τους κατά τόπους διπλωματικούς εκπροσώπους του [τους νουντσίους]. Η άποψη αυτή έρχεται να συμφωνήσει με όσους υποστηρίζουν ότι το δεύτερο θηρίο θα είναι κάποιος θρησκευτικός [εκκλησιαστικός] ηγέτης, που θα παρακινήσει τους Χριστιανούς να δεχτούν τον Αντίχριστο ως Χριστόν.

   Ενώ το πρώτο θηρίο αναδύθηκε από τη θάλασσα, το δεύτερο βγήκε από τη γη (στίχ. 11), «υπό την οποίαν νοείται πιθανώτατα η μικρασιατική, ως αποτελούσα την εστίαν της καισαρολατρείας» [ΠΙΜ], της οποίας κυριότερη εστία ήταν η Μ. Ασία. Αναδύθηκε «εκ της γης, δηλαδή της γήινης και χαμερπούς πολιτείας» [Ανδρ.Κ.], από εκεί που βασιλεύει η υλοφροσύνη, το γήινο και σαρκικό φρόνημα, το όλως αντίθετο προς το θέλημα του παναγίου Τριαδικού Θεού. «Εκ της γης» από όπου είναι «η γένεσις» όλων των ανθρώπων. Διότι είναι και αυτός άνθρωπος «κατ’ενέργειαν του Σατανά» (Β΄ Θεσ. β΄ 3, 9) [Αρ.]. Η σοφία του θα είναι γήινη, η φιλοσοφία του υλιστική, το ήθος του ήθος άθεου, η προπαγάνδα του αντιχριστιανική, η συμπεριφορά του συμπεριφορά αγύρτου και απατεώνος. Είναι δηλαδή άριστο όργανο του Αντιχρίστου.

   Ενώ ήταν «θηρίον», ονομαζόμενο έτσι «διά το άγριον, θηρευτικόν, ορμητικόν τε και σπαρακτικόν αυτού» [Άνθιμος], είχε δύο ουσιώδη γνωρίσματα: «Είχε κέρατα δύο όμοια αρνίω», αλλά «ελάλει ως δράκων», η φωνή και η γλώσσα του ήταν φωνή και γλώσσα δράκοντος, θηρίου κακεντρεχούς και αιμοβόρου! Η εμφάνισή του ήταν ό,τι άκακο και αθώο υπάρχει, ενώ η λαλιά του ήταν γεμάτη μίσος και πονηρία. Είχε δύο κέρατα «ουκ αρνίου, αλλ’όμοια αρνίω». Υπό το αρνίον αυτό «δεν νοείται το εν κεφ. ε΄ θείον Αρνίον, το παριστάνον τον Χριστόν, αλλά το άκακον ζώον» [ΠΙΜ].

   Το δεύτερο θηρίο «ελάλει ως δράκων». Δεν είναι δηλαδή ο δράκων, ο ίδιος ο σατανάς, αλλά εξουσιάζεται από αυτόν, «διάδοχος γίνεται της εξουσίας του διαβόλου» [Αρ.] Ο άγιος Ειρηναίος, επίσκοπος Λυώνος, ονομάζει το θηρίο αυτό, «υπασπιστήν» του Αντιχρίστου. [8]

[8]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, επισκόπου Λουγδούνου και μάρτυρος, Έλεγχος και ανατροπή της Ψευδωνύμου γνώσεως [ή Κατά αιρέσεων], Βιβλ.V κεφ. 28 PG 7, 1199D: «Περί του υπασπιστού, ον και ψευδοπροφήτην καλεί. Ελάλει, φησίν, ως δράκων». Τούτω δε έλεγεν εξουσίαν δεδόσθαι σημείων και τεράτων, ίνα ποιή έμπροσθεν του Αντιχρίστου, προοδοποιών αυτώ την της απωλείας οδόν».

   Όσοι υποστηρίζουν ότι το δικέρατο αυτό θηρίο είναι ο Πάπας παρατηρούν ότι τα δύο κέρατα συμβολίζουν την πολιτική και τη θρησκευτική [εκκλησιαστική] εξουσία του Πάπα. Ωστόσο η διδασκαλία του είναι ψευδής και αιρετική και τα κατά καιρούς διατάγματά του τον αποδεικνύουν «θηρίον» και όχι «Αρνίον» [Η]. Πολύ ορθά ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ονομάζει τον Πάπα Ρώμης «Δίκερων Γίγαντα», ο οποίος «κοντά όπου είναι εσωτερικός και κατά πνεύμα Αρχιερεύς, θέλει να είναι εξωτερικός, και κατά σώμα βασιλεύς. Να ευλογή και να θανατοί, να κρατή την πνευματικήν βακτηρίαν και μάχαιραν την φονεύτριαν. Μίξις άμικτος, και τέρας αλλόκοτον». [9]

[9]. ΑΓΑΠΙΟΥ Ιερομονάχου και ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ Μοναχού [Αγιορείτου], Πηδάλιον της νοητής νηός  της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής  των Ορθοδόξων Εκκλησίας, εκδ. «Αστήρ», Αθήναι 1970, σελ. 109.

   Τα δύο θηρία του κεφαλαίου αυτού είναι ο Αντίχριστος και ο Ψευδοπροφήτης.

   Έργο του δεύτερου θηρίου είναι να κάνει το θέλημα του πρώτου θηρίου, δηλαδή του Αντιχρίστου [στίχ.12]. Ο σατανάς δίνει δύναμη στον Αντίχριστο και ο Αντίχριστος δίνει εξουσία για κακοποιό δράση στο δεύτερο θηρίο, τον ψευδοπροφήτη ή τον υπασπιστή του, όπως τον αποκάλεσε ο άγιος Ειρηναίος. Υπενθυμίζουμε ότι η εξουσία του σατανά βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο και την παρακολούθηση του Τρισαγίου Θεού. Ο σατανάς ενεργεί κατά παραχώρηση Θεού. Όλα θα τα κάνει «διά γοητείας ο του αποστάτου ψευδοχρίστου πρόδρομος, προς απάτην ανθρώπων» με σκοπό να νομισθεί θεός ο Αντίχριστος. Με τις γοητείες, τα εντυπωσιακά σημεία και τέρατα λαμβάνει «αναμφισβήτητον την δόξαν κατά μίμησιν του Βαπτιστού» Ιωάννου, ο οποίος με τη διδασκαλία του έπειθε τους ανθρώπους να ακολουθήσουν τον Σωτήρα Χριστό. Διότι το ψέμα μιμείται την αλήθεια με σκοπό την απάτη των ανθρώπων [Ανδρ. Κ.]

   Η φράση «ενώπιον αυτού» εννοεί την υποτέλεια και απόλυτη υπακοή του δεύτερου θηρίου στο πρώτο και την προστασία που δέχεται από το πρώτο, θυμίζει όμως και ανάλογες εκφράσεις και εικόνες από τη ζωή των προφητών της Π. Διαθήκης. Θυμίζει π.χ τον πυρφόρο προφήτη Ηλία, ο οποίος είπε στο βασιλιά Αχαάβ- «Ζη Κύριος ο Θεός των δυνάμεων, ο Θεός Ισραήλ, ω παρέστην ενώπιον αυτού», τον Οποίον υπηρετώ και μαζί με τον Οποίον είναι σε συνεχή επικοινωνία [Γ΄ Βασ. ιζ΄ [17] 1, ιη΄[18] 15]. Όπως οι άγιοι Προφήτες ήταν θεοκίνητοι διάκονοι του λόγου, και απευθύνονταν στο λαό υπηρετούντες τη σωτήρια βουλή του Θεού, έτσι και ο ψευδοπροφήτης είναι σατανοκίνητος υπηρετώντας πιστά τα καταχθόνια, ψυχόλεθρα και εγκληματικά σχέδια του παγκάκου διαβόλου.

   Ο ψευδοπροφήτης κάνει θαύματα αγυρτικά  και, εκτός των άλλων, κατεβάζει φωτιά από τον ουρανό μπροστά στα μάτια των κατάπληκτων ανθρώπων (στίχ.13). Προσπαθεί δηλαδή να μιμηθεί και στο σημείο αυτό τον προφήτη Ηλία (βλ. Γ΄  Βασ. ιη΄[18] 24, Δ΄Βασ. α΄ 10) και τους δύο μάρτυρες του Θεού (βλ. Αποκ. ια΄[11] 5, πρβλ. και Λουκ. θ΄ 54). Ενώ όμως οι Προφήτες θαυματουργούσαν με τη βοήθεια του Θεού, ο ψευδοπροφήτης θαυματουργεί «κατ’ενέργειαν του διαβόλου» [Αρ.]. Άλλωστε το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση του Ιώβ, όταν κατέβηκε φωτιά «εκ του ουρανού και κατέκαυσε τα πρόβατα και τους ποιμένας κατέφαγεν» [Ιώβ α΄ 16]. Αυτό έγινε «κατά θείαν συγχώρησιν και σατανικήν ενέργειαν» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης κάνει τις αγυρτείες του «ενώπιον των ανθρώπων» κλέβοντας τρόπον τινά «τους οφθαλμούς των ορώντων» [Αρ.], αποπροσανατολίζοντάς τους και προσπαθώντας να τους πείσει να θεωρήσουν «τον Αντίχριστον Χριστόν». [Αρ.].

   Όλα αυτά υπενθυμίζουν τους λόγους του Κυρίου «εγερθήσονται ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν,και τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ΄ [24] 24, πρβλ. και Β΄ Θεσ. β΄3-9).

   Τέτοια ψευτοθαύματα και εντυπωσιακές αγυρτείες εργάζονταν και στις ημέρες του ευαγγελιστού Ιωάννου – οι ειδωλολάτρες ιερείς στα Ασκληπιεία, ο Απολλώνιος ο Τυανεύς, ο Σίμων ο Μάγος– αλλά και στους μετέπειτα χρόνους μέχρι των ημερών μας πολυποίκιλοι μάγοι και γενικώς τα όργανα του διαβόλου. Σκοπός δε όλων αυτών είναι ο εντυπωσιασμός και η δημιουργία οπαδών. Ο Κύριος και οι Μαθητές Του, θαυματουργώντας, απέβλεπαν μόνο στην ψυχική ωφέλεια των ανθρώπων και τη δόξα του ονόματος του Θεού. Ενώ ο Αντίχριστος προσπαθεί να αποκτήσει δόξα μεταξύ των ανθρώπων και να θεμελιώσει την τυραννική εξουσία του.

   Στους στίχους 14-15 έχουμε προσπάθεια του ψευδοπροφήτη να αποπλανήσει τους κατοίκους της γης, δηλαδή αυτούς που έχουν φρόνημα «γήινον», αυτούς που η καρδιά τους είναι μόνιμα κολλημένη στη γη [Αρ., Ανδρ. Κ.]. Διότι αυτούς, των οποίων η καρδιά είναι προσκολλημένη στον ουρανό, των οποίων πατρίδα και πολιτεία και τα πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς και με πολύ πόθο περιμένουν τον Σωτήρα μας, τον Κύριον Ιησού Χριστό (βλ. Φιλιπ. γ΄ 20), δεν τους «απατά η αίσθησις» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης ζητεί να θεοποιήσει το θηρίο, τον Αντίχριστο, καλώντας  «τους κατοικούντας επί της γης» να κατασκευάσουν «εικόνα τω θηρίω». Εδώ έχουμε σαφή υπαινιγμό της Καισαρολατρίας, αλλά και μεταγενέστερων θεομάχων, όπως π.χ του Στάλιν στον 20ο αιώνα. Η θεοποίηση του Αντιχρίστου θα κορυφωθεί στους έσχατους καιρούς.

   Αφού στήθηκε η εικόνα, το άγαλμα του θηρίου, επετράπη στον ψευδοπροφήτη να δώσει στο άγαλμα ζωή, «ίνα δήθεν λαλήση η εικών» [Αρ.]. Αυτό βέβαια έγινε με ενέργεια καθαρά διαβολική. Πρόκειται περί πλαστού θαύματος,  «περί φενάκης (απάτης), ήτοι περί ανθρώπου κρυπτομένου εντός του αγάλματος και λαλούντος» [ΠΙΜ].

   Γράφει ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας: Ιστορείται ότι πολλές φορές μίλησαν οι δαίμονες διά μέσου αγαλμάτων και ξοάνων και δένδρων και νερών με ενέργειες του γνωστού στην αρχαιότητα μάγου Απολλωνίου του Τυανέως και άλλων. Νομίζω δε ότι μιλούσαν και διά μέσου νεκρών σωμάτων, όπως έδειξε στους Ρωμαίους και ο Σίμων ο Μάγος, που έκανε νεκρό να κινηθεί μπροστά στον απόστολο Πέτρο. Αν και ο Απόστολος ξεσκέπασε την πλάνη, δείχνοντας πώς ανασταίνονται πραγματικά οι νεκροί με αυτούς που ο ίδιος ανέστησε. Έτσι λοιπόν, σαν τον Σίμωνα, θα κάνει και ο υπασπιστής του Αντιχρίστου, παρουσιάζοντας το άγαλμά του ως ζωντανό. [Τα ίδια περίπου γράφει και ο Αρέθας].  Σημειώνουμε ότι το πλαστό αυτό θαύμα, η φαινομενική αυτή ζωοποίηση είναι γελοία απομίμηση της αληθινής ζωοποιήσεως των δύο προφητών, στους οποίους έδωσε ζωή και δύναμη ο μόνος αληθινός, ο ζων και παντοκράτωρ Θεός [βλέπε Αποκ. ια΄ [11] 7-11].

   Όσοι δεν θα πείθονται να προσκυνήσουν την εικόνα του θηρίου, δηλαδή να θεοποιήσουν τον Αντίχριστο, θα δεχθούν πιέσεις και βία, και αν συνεχίσουν να αντιστέκονται θα θανατωθούν! Έτσι άλλοι μεν φιλόζωοι και αδιάφοροι θα υποκύπτουν, άλλοι δε, οι πιστοί Χριστιανοί, θα οδηγούνται σε μαρτυρικό θάνατο! Θα γίνεται όπως γινόταν στα χρόνια της Καισαρολατρίας ή και σ’ αυτόν τον 20ο αιώνα στις χώρες όπου είχε θεοποιηθεί ο Στάλιν. Αυτά υπενθυμίζουν τα όσα έγιναν κατά τη βασιλεία του Ναβουχοδονόσορος με τους τρεις ευσεβείς νέους Ανανία, Μισαήλ και Αζαρία [Σεδράχ, Μισάχ και Αβδεναγώ], τους οποίους ο βασιλιάς της Βαβυλώνος έριξε στην κάμινο του πυρός την καιομένη, επειδή αρνήθηκαν να προσκυνήσουν την εικόνα του [βλ. Δαν. γ΄].

   Μετά την άμεση απειλή και την απάτη με το ψευτοθαύμα ο ψευδοπροφήτης χρησιμοποιεί ως μέσο καταναγκασμού των ανθρώπων να προσκυνήσουν τον Αντίχριστο, τον οικονομικό αποκλεισμό. Προς το σκοπό αυτό υποχρεώνει όλους μικρούς, μεγάλους, πλούσιους, φτωχούς, ελεύθερους, δούλους να δεχθούν «χάραγμα», σφραγίδα στο δεξί τους χέρι ή στα μέτωπά τους. Θα ενεργήσει δε έτσι, ασφαλώς με νόμο του κράτους, αφού θα έχει απόλυτη κοσμική εξουσία, ώστε να μην μπορεί κανείς να αγοράσει ή να πωλήσει, εκτός εκείνων που θα έχουν «το χάραγμα», τη σφραγίδα αυτή, η οποία είναι το όνομα του θηρίου ή «ο αριθμός του ονόματος αυτού» (στίχ. 16, 17), δηλαδή το άθροισμα της αριθμητικής αξίας του κάθε γράμματος του ονόματος του.

   Όταν ο ευαγγελιστής Ιωάννης έγραφε την Αποκάλυψη «το χάραγμα» ή το σημάδεμα ήταν σε ευρύτατη εφαρμογή. Σημάδευαν με το χάραγμα ή τη σφραγίδα, που την απέθεταν με καμένο σίδερο, με πυρακτωμένο όργανο, στο χέρι ή στο μέτωπο, δούλους, δραπέτες, Ρωμαίους στρατιώτες με το σήμα της μονάδας τους.

   Στην προκειμένη περίπτωση το χάραγμα θα είναι «η εγχάραξις του ολεθρίου ονόματος» [Ανδρ.Κ., Αρ.], «του ονόματος του αποστάτου και πλάνου» [Ανδρ. Κ.]. Θα βάλει τη σφραγίδα στο δεξί τους χέρι, για να τους εμποδίζει από του να πράττουν και καλά και αγαθά έργα [Ανδρ.Κ.]. Θα τη βάζει και στα μέτωπά τους, για να φέρει σ’αυτούς που απατά το σκοτείνιασμα όχι μόνο στα μάτια, αλλά και στο νου, στο λογικό και έτσι να τους διδάξει να κινούνται και να ενεργούν με θάρρος μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας, τη θολούρα και την πλάνη. Έτσι δεν θα ζουν πια μέσα στην ευσέβεια, δε θα πορεύονται με σεμνότητα, κοσμιότητα και σωφροσύνη και επομένως θα παύσουν να είναι υιοί φωτός και ημέρας [Αρ., Ανδρ. Κ.].

   Όμως όσοι έχουν τα πρόσωπά τους σφραγισμένα με το «θείον φως» δεν θα δεχθούν το χάραγμα [Ανδρ.Κ.,Αρ.]. Συνεπώς αυτοί θα στερηθούν τα αναγκαία για την συντήρησή τους, οπότε σ’αυτούς «βίαιος επαχθή θάνατος» [Ανδρ. Κ.]. Ο ψευδοπροφήτης θα σφραγίζει με το χάραγμα «επί το μέτωπον, ίνα πάντες ώσιν εστεφανωμένοι πύρινον και ου ζωής αλλά θανάτου στέφανον μεθ’εαυτών περιφέροντες», ώστε με τον τρόπο αυτό να κουβαλούνε πάνω τους στεφάνι πύρινον, στεφάνι θανάτου, γράφει ο άγιος μάρτυρας Ιππόλυτος (β΄ αι. αρχές γ΄αι.). Αναφέρει δε και το παράδειγμα του ειδωλολάτρη βασιλιά της Συρίας Αντιόχου Δ΄ του Επιφανούς (επιγόνου του Μ.Αλεξάνδρου), ο οποίος διέταξε τους Ιουδαίους να στήσουν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών τους βωμούς και να θυσιάζουν όλοι στους βωμούς αυτούς, στεφανωμένοι δε με κισσούς να κάνουν πομπές στο θεό Διόνυσο. Όσους όμως δεν υποτάσσονταν τους δίκαζαν και τους σκότωναν βασανίζοντάς τους. [10].

[10]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Απόδειξις περί Χριστού και περί Αντιχρίστου, XLIX BEΠΕΣ 6, 214 [15-23].

   Παρόμοια θα συμβαίνουν και στις μέρες του Αντιχρίστου. Γράφει πάλι ο άγιος μάρτυρας Ιππόλυτος: Τότε θα είναι θλίψη μεγάλη, τέτοια που δεν έχει γίνει από την αρχή του κόσμου ως τώρα (βλ. Ματθ. κδ΄ [24] 21) και θα αποστέλλονται σε κάθε πόλη και σε κάθε χώρα, για να φονεύσουν τους πιστούς. Και οι μεν Ιουδαίοι για την απώλεια αυτή των πιστών θα ευφραίνονται και οι ειδωλολάτρες θα επιχαίρουν και στο διωγμό αυτό θα βοηθούν οι άπιστοι. Οι δε Χριστιανοί θα πορεύονται από τη δύση στην ανατολή και άλλοι θα διώκονται από την ανατολή στο νότο, άλλοι δε θα κρύβονται στα όρη και στα σπήλαια. Το «βδέλυγμα», το μισητό και βέβηλο σίχαμα, θα τους πολεμεί παντού «και διά θαλάσσης και διά ξηράς», θα τους φονεύει δε σύμφωνα με το διάταγμα και θα τους καταθλίβει με κάθε τρόπο. Επίσης οι Χριστιανοί δεν θα μπορούν μήτε να πωλήσουν κάτι από τα δικά τους μήτε να αγοράσουν από τους ξένους, εκτός κι αν έχουν χαραγμένο το όνομα του θηρίου στο χέρι ή στο μέτωπο. Διότι τότε οι πιστοί θα εκδιωχθούν από κάθε τόπο και θα απομακρυνθούν συρόμενοι έξω από τα σπίτια τους και θα διωχθούν από τις πόλεις και θα διασυρθούν δημόσια και θα τιμωρηθούν με κάθε είδους τιμωρία και θα διωχθούν και θα εξορισθούν από τον κόσμο. [11].

[11]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Εις τον Δανιήλ, Λόγ. Δ΄ Περί οράσεως του προφήτου Δανιήλ, L, ΒΕΠΕΣ 6, 105 [ 24-39]

          Σήμερα δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι επισημαίνουν όχι ανεπιτυχώς και όχι χωρίς βάση, ότι υπάρχουν και στις μέρες μας άνθρωποι που δέχονται με τη θέλησή τους αντίχριστα χαράγματα από προδρόμους του Αντιχρίστου, όπως ο μασονισμός, ο οικουμενισμός και παρόμοιοι διεθνείς οργανισμοί, προκειμένου να μην εξοντωθούν, όπως λέγουν, κοινωνικά ή να μην απομονωθούν και αποκλεισθούν, και χάσουν ευκαιρίες προβολής ή επιβολής. Όπως υπάρχουν και εκείνοι που αντιστέκονται και δεν δέχονται τέτοια χαράγματα. Άλλωστε ο Αντίχριστος δεν έχει ακόμη κάνει ολοφάνερη την παρουσία του.

   Σημειώνουμε επίσης και τούτο: Σήμερα είναι έντονες οι διαμαρτυρίες για τις σχεδιαζόμενες ηλεκτρονικές κάρτες με τον δυσώνυμο αριθμό 666, που θα διευκολύνουν, όπως υποστηρίζουν οι εισηγητές τους, τις οικονομικές συναλλαγές. Αυτός όμως ο ισχυρισμός  παραπέμπει άμεσα στο λόγο της Αποκαλύψεως «ίνα μη τις δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι» παρά μόνον εκείνος που έχει τη σφραγίδα του θηρίου και το χάραγμά του [στίχ. 17]. Είναι επομένως δικαιολογημένοι οι φόβοι, οι αντιδράσεις και οι διαμαρτυρίες, διότι γίνεται σκόπιμα ευρύτατη, και προκλητική θα έλεγε κανείς, χρήση του 666, ενώ δεν είναι απαραίτητη η χρήση του συγκεκριμένου αριθμού. Από όλη αυτή τη δραστήρια και άνωθεν επιβαλλόμενη νομικώς κίνηση φαίνεται ότι «το μυστήριο ήδη ενεργείται της ανομίας» [Β΄ Θεσ. β΄ 7]. Τώρα είναι σε ενέργεια η δύναμη του κακού και της ανομίας, που σε μεγάλο βαθμό παραμένει κρυμμένη και δεν φανερώθηκε ακόμη ολόκληρο. «Τώρα ενεργεί όσο ποτέ άλλοτε [και] προετοιμάζει την υποδοχή του Αντιχρίστου. Εξοικειώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη με το βδελυρό αριθμό σύμβολό του, ώστε όταν έλθη η ώρα να αποτυπωθεί το σύμβολο αυτό [εμφανώς ή αφανώς, κρυπτογραφημένο ή όχι] πάνω σε ανθρώπινα σώματα, οι αντιστάσεις να έχουν αμβλυνθή και εξουδετερωθή!…» [12].

[12]. Βλ. ΙΕΡΟΝ ΚΕΛΛΙΟΝ αγίου ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΠΟΥΡΑΖΕΡΗ. Η ευθύνη της επιλογής μας, Αγ. Όρος, εκδ. «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», Θεσσαλονίκη 2010, σελ. 165.

   Για το «χάραγμα» υπάρχει και η άποψη ότι αυτό δε θα είναι μάλλον κάποιο εξωτερικό (υλικό) χάραγμα. Κατά την άποψη αυτή οι λέξεις «μέτωπο και χέρι» είναι συμβολικές. Το μέτωπο, λέγουν, συμβολίζει τον νου και άρα το «χάραγμα» θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαστροφή, τη νόθευση ή την άρνηση της ορθής πίστεως. Και το χέρι συμβολίζει τις πράξεις και άρα το χάραγμα θα έχει ως αποτελέσματα την τέλεση αμαρτωλών πράξεων. Οι υποστηρικτές της απόψεως αυτής φέρουν ως ενίσχυση της θέσεως τους τα χωρία του Δευτερονομίου κεφ. ια΄ [11] 18, και κεφ. 18 [13] 1-6.

   Ωστόσο η ερμηνεία των χωρίων αυτών δεν φαίνεται να ευνοεί την άποψή τους.

   Το θεόπνευστο βιβλίο της Αποκαλύψεως μας λέγει ότι το «χάραγμα», η σφραγίδα αυτή, είναι «το όνομα του θηρίου ή ο αριθμός του ονόματος αυτού». Στην προκειμένη περίπτωση ο αριθμός του θηρίου, που είναι αριθμός ονόματος ανθρώπου, δηλαδή αριθμός που βγαίνει από το άθροισμα της αριθμητικής αξίας ενός εκάστου γράμματος του ονόματος είναι χξς΄, δηλαδή 666. Και προσθέτει: Εδώ είναι η θεία σοφία η κρυμμένη από τους μακράν του Θεού ανθρώπους. Όποιος έχει νου φωτισμένο ας αριθμήσει τους αριθμούς, που σημαίνει κάθε γράμμα του ονόματος του Αντιχρίστου, και ας αθροίσει τον αριθμό του θηρίου [στίχ. 17-18].

   Οι αρχαίοι Έλληνες έγραφαν τους αριθμούς με αραβικά ψηφία. Για την αρίθμηση δεν έγραφαν 1,2,3 κ.λ.π. αλλά χρησιμοποιούσαν τα γράμματα του αλφαβήτου με ένα τόνο επάνω δεξιά. Έτσι, αντί 1 έγραφαν α΄, αντί 3 γ΄, αντί 11 ια΄, αντί 12 ιβ΄, αντί 100 ρ΄, αντί 800 ω΄. Όταν ο τόνος έμπαινε κάτω αριστερά από το γράμμα σήμαινε χιλιάδα. Έτσι ,α = 1000,  ,β = 2000 κ.λ.π. Όπως και στο ελληνικό αλφάβητο έτσι και στο εβραϊκό το κάθε γράμμα, εκτός από την άμεσα γραμματική σημασία, είχε και την αντίστοιχη αριθμητική του αξία. Η αριθμητική αξία π.χ του ονόματος Πέτρος μπορούσε να διατυπωθεί ως 755 διότι π΄ =80, ε΄=5, τ΄=300, ρ΄=100, ο΄=70, ς΄ =200, σύνολο 755. Του ονόματος Ελένη μπορούσε να διατυπωθεί αριθμητικά ως 98, διότι ε΄=5, λ΄=30, ε΄=5, ν΄=50, η΄=8, σύνολο 98.

   Αλλά είναι εμφανές ότι μόνο ο αριθμός δεν μπορεί να φανερώσει το όνομα, διότι είναι δυνατόν το σύνολο των γραμμάτων και άλλου ή άλλων ονομάτων να είχε τον ίδιο αριθμό. Χρειαζόμαστε επομένως και άλλο στοιχείο, για να αποκρυπτογραφήσουμε το όνομα του θηρίου. Αλλ’ ο ευαγγελιστής Ιωάννης δεν μας δίνει κανένα άλλο στοιχείο εκτός από τον αριθμό. Έτσι η έννοια του αριθμού του θηρίου παραμένει για τον αναγνώστη μυστηριώδης και απόκρυφη και απαιτεί, όπως γράφει ο άγιος απόστολος Ιωάννης, «σοφίαν» και «νουν» για την κατανόηση του μυστηρίου που κρύβει το χξς΄.

   Απαιτεί «σοφίαν» όχι κοσμική, ανθρώπινη, αλλά θεία. Απαιτεί «νουν», «νουν Χριστού» [Α΄ Κορ. β΄ 16 ], δηλαδή χάρισμα θείο, πνευματικό, με το οποίο και μόνο θα μπορέσει να γνωρίσει κανείς το όνομα του θηρίου. Για τη σοφία αυτή κάνει λόγο στην Επιστολή του ο αδελφόθεος Ιάκωβος [Ιακ. α΄ 5-6 και γ΄ 15] και ο απόστολος Παύλος την πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή του [Α΄ Κορ. β΄ 6-14]. Στα μεγάλα και καίρια ζητήματα της ζωής μας και του αιωνίου μέλλοντός μας έχουμε ανάγκη της θεοειδούς μορφώσεως και της θείας σοφίας.

   Στην ερώτηση γιατί η Αποκάλυψις δε αναφέρει καθαρά το όνομα του Αντιχρίστου, η απάντηση είναι ότι «ίσως διά το μη λυσιτελείν τους ακούοντας την εκείνων γνώσιν»  [Άνθιμος]. Ίσως διότι δεν ωφελεί η γνώση του όσους την πληροφορούνται. Ή ίσως σιωπά για λόγους συνέσεως, ώστε να μην ξεσηκώσει την οργή των Ρωμαίων διωκτών κατά των Χριστιανών. Κατά τον Αρέθα Καισαρείας, δεν το αναφέρει σαφώς, διότι δεν είναι καν «άξιον της εν βιβλίω γραφής». Το βδελυρό όνομα του Αντίχριστου δεν είναι καν άξιο να γράφεται μέσα στην Αγία Γραφή. Αν έπρεπε να γίνει γνωστό τέτοιο όνομα, παρατηρούν οι Ανδρέας και Αρέθας, ο ευαγγελιστής Ιωάννης που έβλεπε τα οράματα, θα το απεκάλυπτε. Αλλά δεν ευδόκησε «η θεία Χάρις εν θείω βίβλω το του λυμεώνος ταγήναι όνομα», να καταγραφεί σε θείο βιβλίο το όνομα του φθορέως και αφανιστού.

   Παρόλα αυτά η ανθρώπινη περιέργεια δεν αναχαιτίστηκε. Έγιναν και γίνονται πολλές προσπάθειες για να εντοπιστεί το διαβόητο όνομα του Αντιχρίστου. Κανένα κείμενο της Αγίας Γραφής δεν προκάλεσε τόσο πολύ την περιέργεια και τη σκέψη των ανθρώπων, όσο ο αριθμός χξς΄. Και τούτο, διότι ο αριθμός αυτός δεν είναι απλός και συνηθισμένος αριθμός στη σειρά των αριθμών, αλλά εκφράζει ή κρύβει κάποιο νόημα, που όχι απλώς μας ενδιαφέρει, αλλά έχει σοβαρότατες συνέπειες στην παρούσα και στη μέλλουσα ζωή μας. Ο αριθμός 666 μόνος του είναι ουδέτερος, λέγει και ό,τι ένας άλλος οποιοσδήποτε αριθμός, π.χ. 555, 482, 338 κ.ά. στη σελίδα ενός βιβλίου ή ως αύξων αριθμός μιας παρτίδας ενός εμπορεύματος ή ενός αυτοκινήτου…όταν όμως αυτός είναι το ψευδώνυμο και το σύμβολο του Αντιχρίστου, τότε μας ενδιαφέρει άμεσα, και μάλιστα όχι μόνο μια ομάδα ανθρώπων, αλλά όλη την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό και η αγωνία όλων να μάθουν τι ακριβώς σημαίνει.

   Ας δούμε με κάθε συντομία τι απέδωσαν και σε ποιες ερμηνείες κατέληξαν οι μέχρι σήμερα προσπάθειες.

1. Το  χξς΄ [ 666] έχει ως ακραία γράμματα το Χ και το ς που είναι σύντμηση του ονόματος Χριστός. Μεταξύ των δύο αυτών γραμμάτων παρεμβάλλεται το γράμμα ξ, ένα γράμμα με μορφή οφιοειδή. Έτσι στο όνομα Χριστός έχουμε κρυμμένο τον όφι, το φίδι. Ώστε, είπαν, στο όνομα Χριστός είναι καμουφλαρισμένος ο «όφις ο αρχαίος», ο Αντίχριστος! Εξωτερικά παρουσιάζεται ως Χριστός, στο βάθος όμως είναι Αντίχριστος! Η ερμηνεία αυτή είναι έξυπνη. Ωστόσο δεν μας λέγει ποιο είναι το όνομα του Αντιχρίστου.

   Ο Παν.Ν. Τρεμπέλας παρατηρεί – «αξιόλογος η εκδοχή» κατά την οποία ο αριθμός αυτός, «γραφόμενος εν τω βατικανώ κώδικι διά των τριών μεγάλων γραμμάτων ΧΞS΄ υπενθυμίζει το αρχικόν και τα τελευταία γράμματα της λέξεως Χριστός διαχωριζόμενα, παραποιούμενα, και ούτως ειπείν διαλυόμενα διά της παρεμβολής του οφιοειδούς γράμματος Ξ», το οποίον υπενθυμίζει «τους συγχρόνους τότε Γνωστικούς οφίτας», οι οποίοι λάτρευαν τον όφι.

2. Ορισμένοι φρονούν ότι ο Ιωάννης, ο αρχηγός της θεολογίας, με τον αριθμό 666 παρουσίασε τον άνθρωπο-θηρίο, που πίσω του κρύβεται ο διάβολος, ως τον κατεξοχήν ανάξιο και τιποτένιο άνθρωπο. Το 666 είναι τριπλή επανάληψη του 6. Ο αριθμός  αυτός αναφέρεται στον άνθρωπο, που δημιουργήθηκε την έκτη ημέρα ακόμα και στα ανθρώπινα. Επειδή δε το 7 όπως ήδη γράψαμε, είναι το σύμβολο της πληρότητος, το 6 είναι το σύμβολο της ατέλειας, της ελλείψεως. Το 7 αναφέρεται συνήθως στο Θεό, ο Οποίος αφού δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες, την έβδομη ημέρα «κατέπαυσεν από πάντων των έργων αυτού, ων ήρξατο ποιήσαι» και μάλιστα «ηυλόγησε την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν» [Γεν. β΄ 3]. Έστι η έβδομη μέρα, και κατά συνέπεια ο αριθμός 7 είναι σύμβολο τελειότητος και αναφέρεται σε κάτι το ιερό και το άγιο. Επομένως το θηρίο – άνθρωπος και πίσω του ο σατανάς που καταβάλλει εναγώνιες προσπάθειες επαναλαμβάνοντας το 6 δύο ή τρεις φορές, κάνοντάς το 66 ή 666, είναι ουσιαστικά ο άνθρωπος τρεις φορές τίποτε! Αλλά και τέσσερις ή πέντε ή έξι ή επτά φορές επαναλαμβάνοντας το 6, κάνοντάς το δηλαδή 6.666 ή 66.666 ή 6.666.666 ή πολλαπλασιάζοντάς το επ’ άπειρον και πάλι θεοί δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ οι άνθρωποι! Ωστόσο και η ερμηνεία αυτή είναι μεν ευφυής, δεν μας βοηθεί όμως στην αποκρυπτογράφηση του ονόματος του Αντιχρίστου.

3.   Για το 666 και τον υπονοούμενο άνθρωπο, άξιες προσοχής  ερμηνείες εκ μέρους εκείνων που εφαρμόζουν το ελληνικό αλφάβητο είναι το όνομα Ευάνθας, ή Τειτάν (με αυτό εννοούν  τον Απόλλωνα) ή Λατείνος [13]. Το Λατείνος [και όχι Λατίνος] διότι λ = 30, α = 1, τ  = 300,  ε = 5, ι = 10, ν = 50, ο = 70, σ΄ =200, Σύνολο 666. Για την ερμηνεία αυτή ο Ιππόλυτος ακολουθεί το διδάσκαλό του άγιο Ειρηναίο, επίσκοπο Λυώνος. Το «Λατείνος» θεωρείται συμβολικό όνομα του Αντιχρίστου, της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Δεν έχουμε βέβαια όνομα συγκεκριμένου ανθρώπου, μόνο σύμβολο και τύπο του Αντιχρίστου και ειδικότερα της Χριστιανομάχου Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που είχε κηρύξει σφοδρούς διωγμούς κατά των Χριστιανών και είχε θεοποιήσει τον αυτοκράτορα – το θηρίο.

   Δεν είναι δε λίγοι εκείνοι που προσθέτουν στην ερμηνεία αυτή ότι ο «Λατείνος» με το νεότερο πρόσωπο του Παπισμού διώκει τους Ορθοδόξους, οι οποίοι μένουν αμετακίνητοι στην «άπαξ παραδοθείσαν [Ορθόδοξη] πίστιν» [Ιούδα 3], στα δόγματα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, των αγίων επτά Οικουμενικών Συνόδων και τη διδασκαλία των Πατέρων.

 [13]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Απόδειξις περί Χριστού και περί Αντιχρίστου, κεφ. 1 ΒΕΠΕΣ 6, 214 [35] – 215 [3]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Έλεγχος και Ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως [ ή Κατά αιρέσεων], βιβλ. V, κεφ. 30, 1 PG 7, 1203 – 1205.

   Όσοι εφαρμόζουν το εβραϊκό αλφάβητο, και αυτοί είναι οι περισσότεροι, χρησιμοποιώντας τα εβραϊκά σύμφωνα της λέξεως Nero Caesar, με την αντίστοιχη παραδοσιακή αρίθμηση, μετρούν N = 50, R = 200, W = 6, N = 50, Q = 100, S = 60, R = 200, Σύνολο 666 [WGH κα ΠΙΜ].

   Όσοι πάλι εφαρμόζουν το λατινικό αλφάβητο θεωρούν ότι το 666 αποδίδει το όνομα «Διοκλητιανός» ή «Τίτος» [ΠΙΜ]. Κατ’ άλλους, οι οποίοι δέχονται τη λανθασμένη γραφή 616 [αντί 666], που υπάρχει σε χειρόγραφα των χρόνων του Ειρηναίου [14], και η οποία γραφή «φαίνεται ως προϊόν μάλλον ερμηνευτικής αμηχανίας και αποδίδει το όνομα Γάιος Καίσαρ», θεωρείται ότι υπό το όνομα αυτό νοείται ο αυτοκράτωρ Καλιγούλας [ΠΙΜ].

[14]. Βλ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο. π., PG 7, 1203 – 1205

4.   Ο Ιππόλυτος, επίσκοπος Ρώμης, γράφει – «Η μιαρή σφραγίδα του Αντιχρίστου στο μέτωπο και στο δεξί χέρι των ανθρώπων θα είναι το 666. Δεν γνωρίζω «ακριβώς» τη σημασία του, αφού πολλά ονόματα μπορούν να βρεθούν πίσω από τον αριθμό αυτό, «αλλά λέγομεν ίσως γράφειν την αυτήν σφραγίδα ΑΡΝΟΥΜΕ»» (με Ε και όχι ΑΙ, διότι δεν ετηρείτο πάντοτε η γραμματική ορθογραφία στον αριθμητικό υπολογισμό των λέξεων). Κατά συνέπεια Α = 1, Ρ = 100, Ν = 50, Ο = 70, Υ = 400, Μ = 40, Ε = 5, Σύνολο 666.  «Λέγομεν ίσως», δηλαδή «το υποθέτουμε αυτό», συνεχίζει, «επειδή και προηγουμένως (στους διωγμούς) «ο αντίδικος εχθρός, διά των υπηρετών αυτού, ήγουν των ειδωλολατρών» απηύθυνε στους Χριστιανούς μάρτυρες την προτροπή, «άρνησαι τον θεόν σου τον εσταυρωμένον». Τέτοιο πράγμα θα είναι και η σφραγίδα του μισόκαλου. Θα σημαίνει «ΑΡΝΟΥΜΑΙ τον ποιητήν ουρανού τε και γης, αρνούμαι το βάπτισμα, αρνούμαι την λατρείαν μου» και γίνομαι οπαδός σου «και σε πιστεύω»» [15].

[15]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Λόγ. Περί της συντελείας του κόσμου και περί του Αντιχρίστου και εις την Β΄ Παρουσίαν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κεφ. XXVIII και XXIX ΒΕΠΕΣ 6, 287 [ 18-27].

5. Μεταγενέστεροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς απέδωσαν τον αριθμό 666 στις φράσεις «ΟΔΗΓΟΣ ΚΑΚΟΣ», «ΠΑΛΑΙ ΒΑΣΚΑΝΟΣ», «ΑΜΝΟΣ ΑΔΙΚΟΣ» κ,α. και στο λατινικό όνομα ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ [benedictus]. Το ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ, του οποίου τα γράμματα δίνουν τον αριθμό 666, σημαίνει «ευλογημένος». Συνεπώς, παρατηρούν, ο Αντίχριστος ενώ είναι καταραμένος, θα παρουσιαστεί ως ευλογημένος, μιμούμενος τον Χριστό, με σκοπό να εξαπατήσει τους Χριστιανούς.

   Εξαφορμής της ανωτέρω ερμηνείας του «Βενεδίκτου» και διότι ο ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρεται σε πρόσωπο των εσχάτων χρόνων κατεξοχήν εχθρικό προς την Εκκλησία του Χριστού, υπέδειξαν ως Αντίχριστο τον πάπα Βενέδικτο Η΄ (1012 – 1024). Ο πάπας αυτός ήταν ο πρώτος που επανέφερε τη δεινή αίρεση του Filioque, δηλαδή την αιρετική προσθήκη «και εκ του Υιού», στο Σύμβολο της Πίστεως, την οποία προσθήκη είχε αποδοκιμάσει ο Λέων Γ΄ [ + 816]. Ο Βενέδικτος  Η΄ όχι μόνο επανέφερε την αιρετική αυτή προσθήκη, αλλά και την υποστήριξε επίσημα με όλη τη δύναμη του και την επέβαλε.

   Ο Λούθηρος και άλλοι Προτεστάντες υποστήριξαν σταθερά ότι ο Αντίχριστος είναι ο Πάπας, αποδίδοντας το όνομα του Αντιχρίστου με το όνομα «Παπίσκος» (παρόλο ότι τα γράμματα της λέξεως αυτής δίνουν άθροισμα 661). Και τούτο, διότι έκριναν ότι το 666 «εκφράζει τον αριθμό των πλανών και των αιρέσεων που περιέχονται στον παπισμό ή κατ’άλλους, τον αριθμό των ετών από την άνοδο μέχρι την πτώση του» [Η].

   Από το άλλο μέρος οι Παπικοί, ανταποδίδοντας τα ίσα στους Προτεστάντες…απέδειξαν ως Αντίχριστο τον Λούθηρο ή τον John Knox, αρχηγό των Σκώτων πρεσβυτεριανών.

6.   Τον περασμένο αιώνα [20ο], κατά τον οποίο παρουσιάστηκαν πολλά θηρία – Αντίχριστοι (Χίτλερ, Στάλιν και συνεργάτες τους) έκανε εντύπωση η ταύτιση του Χίτλερ με τον Αντίχριστο. Έτσι, ο Dr. Kepler, βάσει της λατινικής γραφής του ονόματος HITLER και υπολογίζοντας το Α ως 100, το Β ως 101, το C ως 102, το D ως 103, το Ε ως 104, το F ως 105 κ.ο.κ. ταύτισε το 666 με τον HITLER [H = 107, I = 108, T= 119, L  =111, E = 104, R = 117, Σύνολο 666] [WGH]. Η ερμηνεία αυτή είχε εντυπωσιάσει τότε, δεδομένης της αντιχριστιανικής μανίας του ναζισμού.

7.   Τέλος αναφέρουμε ότι στην προσπάθεια ανευρέσεως του Αντιχρίστου, η προσοχή κάποιων επικεντρώθηκε και στα πρόσωπα του Μωάμεθ, του Μ. Ναπολέοντος, του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄ και του Λένιν. Ο άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος έγραψε ότι το θηρίο που έβγαινε από τη γη είναι ο Μωάμεθ, «ο των διαβόλου και του αντιχρίστου απόστολος και προφήτης, ο διδάξας τους υιούς Άγαρ όσα μισεί ο Θεός και φιλεί  (αγαπά) ο Σατανάς».

   Από τα ανωτέρω γίνεται αντιληπτό ότι όλες αυτές οι προσπάθειες και αρκετές άλλες για την εύρεση του ονόματος του Αντιχρίστου υπήρξαν ουσιαστικά μάταιες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο προφήτης Ιωάννης παίζει ή αερολογεί, όπως θέλουν να κάποιοι ορθολογιστές, αλλά έχει στο νου του «ωρισμένον πρόσωπον, του οποίου την απομάντευσιν θεωρεί ως δυνατήν εις τους πιστούς, τουλάχιστον τους πνευματοφόρους εξ αυτών» [ΠΙΜ].

   Επομένως οι Χριστιανοί δεν πρέπει να επηρεαζόμαστε και να παρασυρόμαστε από τα κατά καιρούς γραφόμενα γύρω από το όνομα του Αντιχρίστου. Έστω και αν αυτοί που τα γράφουν ή τα διακηρύσσουν είναι δήθεν μεγάλα ονόματα, σοφοί κατά κόσμο… ο ευαγγελιστής Ιωάννης για τις περιπτώσεις αυτές μας συμβουλεύει – μη δίνετε εμπιστοσύνη στον καθένα που σας λέγει ότι εμπνέεται από το Πνεύμα του Θεού και ότι έχει πνευματικό χάρισμα. Αλλά να εξετάζετε και να διακρίνετε τους ανθρώπους που παρουσιάζονται ότι εμπνέονται από το Πνεύμα, αν πράγματι αυτοί προέρχονται από το Θεό. Διότι πολλοί ψευδοπροφήτες βγήκαν στον κόσμο [βλ. Α΄ Ιω. δ΄ 1].

   Εφόσον η αρχαιότατη Εκκλησία από την οποία δεν έλειπαν ούτε οι Προφήτες ούτε άλλοι Χριστιανοί με πλούσια πνευματικά χαρίσματα δεν μας διασώζει κάποια ακριβή παράδοση περί του προσώπου του Αντιχρίστου, τουλάχιστον ο Ειρηναίος που είχε ασχοληθεί με το ζήτημα τούτο [16], «νομίζομεν ότι το εν λόγω πρόσωπον θα είναι ο «Αντίχριστος» (Β΄ Ιω. 7), «ο άνθρωπος της ανομίας» [Β΄ Θεσ . β΄ 3], «ο άνομος» [Β΄Θεσ. β΄8], η ανεύρεσις του οποίου, επί τη βάσει του παρόντος ελληνικού αριθμού [666], επαφίεται εις τους πιστούς της εποχής», κατά την οποία «μέλλει ούτος να εμφανισθή προσωπικώς» [ΠΙΜ].

 [16]Βλ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Έλεγχος και Ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως [ ή Κατά αιρέσεων], κεφ. XXIX, PG 7, 1202C – Όλη η εικόνα του Ναβουχοδονόσορος «προτύπωσις ην της του αντιχρίστου παρουσίας».

 Γι’αυτό ο άγιος Ειρηναίος μας συμβουλεύει: Είναι «ασφαλέστερον και ακινδυνότερον» να περιμένουμε «την έκβασιν της προφητείας» από του να στοχαζόμαστε κάνοντας υποθέσεις και να προμαντεύουμε σχετικά με το όνομα, τυχόντα ονόματα. Εμείς λοιπόν, συνεχίζει, δεν ριψοκινδυνεύουμε για το όνομα του Αντιχρίστου αποφαινόμενοι με βεβαιότητα. Διότι, αν έπρεπε στον τωρινό καιρό να κηρυχθεί φανερά το όνομα του, θα ανακοινωνόταν από εκείνον που είδε και τα οράματα της Αποκαλύψεως. Διότι την Αποκάλυψη δεν την είδε «προ πολλού χρόνου, αλλά σχεδόν επί της ημετέρας γενεάς» προς το τέλος της βασιλείας του Δομετιανού [17]. Άλλωστε ο ίδιος εκκλησιαστικός Πατέρας γράφει: Κάθε προφητεία πριν από την έκβαση της είναι αίνιγμα και προκαλεί αντιλογία μεταξύ των ανθρώπων. Όταν όμως έρθει ο καιρός και πραγματοποιηθεί αυτό που έχει προφητευθεί, τότε θα δοθεί η ακριβέστατη εξήγησή της [18]. Οι γνώμες του αγίου Ειρηναίου έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Διότι αυτός εγνώρισε ως νέος τον γέροντα επίσκοπο Πολύκαρπο Σμύρνης, ο οποίος είχε γνωρίσει προσωπικά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, συγγραφέα της Αποκαλύψεως.

[17]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο.π., PG 7, 1205 BC – 1207 AB.

[18]. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, ο.π., PG 7, 1052C- 1053A.

   Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας γράφει: Την μεν ακριβή έννοια του αθροίσματος που συνιστά τον αριθμό [666] «και τα λοιπά περί αυτού γεγραμμένα» θα τα αποκαλύψει ο χρόνος και η πείρα σ’ αυτούς που θα είναι άγρυπνοι, προσεκτικοί. Διότι, αν έπρεπε, όπως λένε κάποιοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας, να γίνει φανερό καθαρά το όνομα αυτό [του Αντιχρίστου], θα το φανέρωνε αυτός που το είδε. Όμως η θεία χάρις δεν θέλησε να καταχωρηθεί το όνομα του φθορέα και αφανιστή (δηλαδή του Αντιχρίστου) στην Αγία Γραφή. Μπορεί κανείς, έτσι για λόγους ασκήσεως, να βρει, όπως λένε ο μακάριος Ιππόλυτος και άλλοι, ονόματα που περιέχουν «τον αριθμό τούτον». Ονόματα «προσηγορικά και κύρια».

   Τέλος, ο ιερομάρτυς Ιππόλυτος (β΄ αι.) διδάσκει: «Αυτά που έχουν σχέση με τον Αντίχριστο τα μεταδίδουμε με φόβο Θεού παρακινούμενοι από την «υπερβάλλουσαν (του) Χριστού αγάπην». Διότι αν οι προγενέστεροι μας μακάριοι άνδρες που αξιώθηκαν προφητικού χαρίσματος και εγνώρισαν αυτά δεν θέλησαν να κηρύξουν ανοιχτά για να μην προξενήσουν ταραχή στις ψυχές των ανθρώπων αλλά τα διηγήθηκαν «μυστικώς διά παραβολών και αινιγμάτων», λέγοντες «ώδε ο νους ο έχων σοφίαν», πόσο μάλλον εμείς θα κινδυνεύσουμε αν τολμήσουμε να φανερώσουμε πλήρως, όσα εκείνοι είπαν με τρόπο απόκρυφο;». Και λίγο παρακάτω προσθέτει: για το όνομα του θηρίου δεν μπορούμε εμείς να μιλήσουμε με ακρίβεια, όσο το κατενόησε και διδάχτηκε γι’ αυτό ο μακάριος Ιωάννης, παρά μόνο να το υποθέσουμε. Όταν θα εμφανιστεί ο καιρός θα δείξει «το ζητούμενον» [ 19].

[ 19]. ΙΠΠΟΛΥΤΟΥ, Περί Χριστού και περί του Αντιχρίστου, XXIX και XLIX ΒΕΠΕΣ 6, 206 [ 23-29] και 214 [ 34-35].

   Είναι άξια και η παρατήρηση που λέγει ότι στα κεφάλαια της Αποκαλύψεως 12 και 13 έχουμε «σατανική τριάδα» κατ’ απομίμηση της Αγίας Τριάδος. Έχουμε α] τον δράκοντα-διάβολο, β] το θηρίο–Αντίχριστο , που ανεβαίνει από τη θάλασσα και γ] το θηρίο–ψευδοπροφήτη, «υπασπιστή» του Αντιχρίστου, που ανεβαίνει από τη γη!

   Σήμερα ορισμένοι θεωρούν ή βλέπουν στην εισαγωγή του 666 στη ζωή μας με διάφορες μορφές και υπό διάφορα προσχήματα, ΕΚΑΜ, ΑΜΚΑ, πιστωτικές κάρτες κ.α΄. Ενώ παράλληλα παρατηρείται μία σύγχυση, αδιαφορία, χαύνωση, έλλειψη πνευματικότητος και ένας αόρατος φόβος. Για όλα αυτά αναφερθήκαμε ήδη πιο πάνω. Όμως είναι πολύ καλύτερα να ζητούμε σοφία και σύνεση από τον Τριαδικό Θεό και «νουν Χριστού» [Α΄ Κορ. β΄16], ώστε να αναστρεφόμαστε και να συμπεριφερόμαστε στην κάθε περίπτωση έτσι, ώστε να δοξάζεται ο Θεός. Παράλληλα να μελετούμε την Αγία Γραφή, να ζούμε εν προσευχή και να συμμετέχουμε συνειδητά και τακτικά στα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, στηρίζοντας τους αδελφούς μας και παρηγορώντας τους με το λόγο και το χριστιανικό παράδειγμα μας [πρβλ. Λουκ. κβ΄ [22]32]. Διότι δεν μπορούμε να ζούμε με χλιαρότητα, πολύ περισσότερο μέσα στην αμαρτία, ακολουθώντας το δρόμο του σατανά, τον οποίο αποκηρύξαμε και απαρνηθήκαμε επίσημα κατά την ώρα του αγίου Βαπτίσματος μας. Ας μη λησμονούμε δε ότι δεν υπάρχει καμία συμφωνία μεταξύ του Χριστού και του σατανά [βλ. Β΄Κορ. στ΄ 14-18]. Οι δε τυχόν ωφέλειες από την εκούσια αποδοχή του χαράγματος – οικονομικές, θέσεις, αξιώματα κ.τ.ο΄ – θα αποβούν προς αιώνια ζημία της ψυχής μας διότι θα προκαλέσουν τη δίκαιη οργή  του Τρισαγίου Θεού [ βλ. Αποκ. ιστ΄ [16] 2].

Οι Χριστιανοί έχοντας απόλυτη βεβαιότητα ότι η δική μας πατρίδα και πολιτεία και τα δικά μας πολιτικά δικαιώματα είναι στους ουρανούς από τους οποίους με πολύ πόθο περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού Χριστό [Φιλιπ. γ΄ 20], και ακόμη ότι, εάν ο Θεός είναι μαζί μας, κανείς δεν μπορεί να είναι εναντίον μας, ας πορευόμαστε με ελπίδα, ειρήνη και χαρά εν Χριστώ. Ο ερμηνευτής των άνω μυστηρίων του Θεού, μας έχει βεβαιώσει: Αυτή είναι η νίκη, που νίκησε οριστικά τον κόσμο, η πίστη μας (Α΄ Ιω. ε΄ 4), η οποία είναι φως που διαλύει την πλάνη, η οποία υπάρχει στον κόσμο. Και ταυτόχρονα δύναμη νέας πνευματικής και αγίας ζωής αντίθετης προς την φαυλότητα του κόσμου που καλλιεργεί ο Αντίχριστος και τα όργανά του.

(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 437-455, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Α΄, Αποκάλυψη κεφ. ΙΓ στίχοι 1-10)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Η Αποκάλυψη, ο Αντίχριστος, το χάραγμα, το 666, οι έσχατοι καιροί. Ερμηνεία των αγίων (μέρος Α΄, Αποκάλυψη κεφ. ΙΓ στίχοι 1-10)

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Αυγούστου 2018

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ

(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 420-437, οι υπογραμμίσεις δικές μας)
Συντομογραφίες
Ανδρ.Κ = Ανδρέου Καισαρείας,Ερμηνεία εις την Αποκάλυψιν
Άνθιμος = Ανθίμου Πατριάρχου Ιεροσολύμων,Ερμηνεία εις την Ιεράν Αποκάλυψιν
Αρ. = Αρέθα Καισαρείας, Εις την Ιωάννου… Αποκάλυψιν
ΓΒΜ = Γεωργίου Β. Μαυρομάτη,Η Αποκάλυψη του Ιωάννου
ΕΒ = Ιερομ. Ευσεβίου Βίττη, Ομιλίες στην Αποκάλυψη
Η = Matthew Henry’ s Commentary on the whole Bible
ΙΓ = Αρχιμ. Ιηήλ Γιαννακοπούλου,Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
Οικ. = Οικουμενίου Ερμηνεία της Αποκαλύψεως
ΠΙΜ = Παναγι. Ι. Μπρατσιώτου, Η Αποκάλυψις του Ιωάννου
WGH = William G. Heidt,The book of the Apocalypse

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ & ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΛΙΤΣΑΡΑ

Αποκ. 13,1 Καὶ ἐστάθην ἐπὶ τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης· καὶ εἶδον ἐκ τῆς θαλάσσης θηρίον ἀναβαῖνον, ἔχον κέρατα δέκα καὶ κεφαλὰς ἑπτά, καὶ ἐπὶ τῶν κεράτων αὐτοῦ δέκα διαδήματα, καὶ ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτοῦ ὀνόματα βλασφημίας.
Αποκ. 13,1 Και εστάθηκα εις την αμμουδιά της θαλάσσης και είδα να ανεβαίνη από την θάλασσαν θηρίον, το οποίον είχε δέκα κέρατα και επτά κεφαλάς και επάνω εις τα κέρατα δέκα διαδήματα, και εις τας κεφαλάς αυτού ήσαν γραμμένα ονόματα βλασφημίας.
Αποκ. 13,2 καὶ τὸ θηρίον ὃ εἶδον ἦν ὅμοιον παρδάλει, καὶ οἱ πόδες αὐτοῦ ὡς ἄρκου, καὶ τὸ στόμα αὐτοῦ ὡς στόμα λέοντος. καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ὁ δράκων τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ τὸν θρόνον αὐτοῦ καὶ ἐξουσίαν μεγάλην· –
Αποκ. 13,2 Και το θηρίον, το οποίον είδα ήτο όμοιον με πάνθηρα και τα πόδια του σαν της αρκούδας και το στόμα του σαν στόμα λέοντος. Και ο δράκων έδωκε εις αυτό το θηρίον, που συμβόλιζε τον θηριώδη αντίχριστον, την δύναμιν του και τον θρόνον του και την μεγάλην εξουσίαν του.
Αποκ. 13,3 καὶ μίαν ἐκ τῶν κεφαλῶν αὐτοῦ ὡς ἐσφαγμένην εἰς θάνατον. καὶ ἡ πληγὴ τοῦ θανάτου αὐτοῦ ἐθεραπεύθη, καὶ ἐθαύμασεν ὅλη ἡ γῆ ὀπίσω τοῦ θηρίου.
Αποκ. 13,3 Και είδα μίαν από τας κεφαλάς του σαν σφαγμένην κατά ένα τρόπον θανατηφόρον. Αλλ’ η θανάσιμος αυτού πληγή εθεραπεύθη και εθαύμασεν όλη η οικουμένη και ηκολούθησεν οπίσω από το θηρίον.
Αποκ. 13,4 καὶ προσεκύνησαν τῷ δράκοντι τῷ δεδωκότι τὴν ἐξουσίαν τῷ θηρίῳ, καὶ προσεκύνησαν τῷ θηρίῳ λέγοντες· τίς ὅμοιος τῷ θηρίῳ; τίς δύναται πολεμῆσαι μετ᾿ αὐτοῦ;
Αποκ. 13,4 Και επροσκύνησαν τον δράκοντα, τον σατανά, ο οποίος έδωκε αυτήν την εξουσίαν στο θηρίον, στον αντίχριστον. Και επροσκύνησαν ακόμη το θηρίον, λέγοντες· “ποιός είναι όμοιος με το θηρίον και ποιός ημπορεί να πολεμήση εναντίον του;”
Αποκ. 13,5 καὶ ἐδόθη αὐτῷ στόμα λαλοῦν μεγάλα καὶ βλασφημίαν· καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία πόλεμον ποιῆσαι μῆνας τεσσαράκοντα δύο.
Αποκ. 13,5 Και εδόθη εις αυτό από τον σατανάν βέβηλον στόμα, το οποίον λαλεί αλαζονικάς καυχησιολογίας και βλασφημίας εναντίον του Θεού. Και εδόθη εις αυτό (κατά παραχώρησιν Θεού) η άδεια και η εξουσία να κάμη πόλεμον επί τρία έτη και μισό.
Αποκ. 13,6 καὶ ἤνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ εἰς βλασφημίαν πρὸς τὸν Θεόν, βλασφημῆσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὴν σκηνὴν αὐτοῦ, τοὺς ἐν τῷ οὐρανῷ σκηνοῦντας.
Αποκ. 13,6 Και ήνοιξε το στόμα του εις βλασφημίας εναντίον του Θεού, δια να βλασφημήση το άγιον όνομα του Θεού και την ουράνιον κατοικίαν του και όλους τους αγγέλους και τους αγίους, που κατοικούν μαζή του στον ουρανόν.
Αποκ. 13,7 καὶ ἐδόθη αὐτῷ πόλεμον ποιῆσαι μετὰ τῶν ἁγίων καὶ νικῆσαι αὐτούς, καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία ἐπὶ πᾶσαν φυλὴν καὶ λαὸν καὶ γλῶσσαν καὶ ἔθνος.
Αποκ. 13,7 Και εδόθη στο θηρίον αυτό, κατά παραχώρησιν Θεού, η άδεια να κάμη πόλεμον εναντίον των Χριστιανών και να τους νικήση· και του εδόθη ακόμη η εξουσία να κυριαρχήση εις κάθε φυλήν και λαόν και γλώσσαν και έθνος .
Αποκ. 13,8 καὶ προσκυνήσουσιν αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς, ὧν οὐ γέγραπται τὸ ὄνομα ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου τοῦ ἐσφαγμένου ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
Αποκ. 13,8 Και θα προσκυνήσουν αυτόν, που αλαζονικώς θα παριστάνη τον ευατόν του Θεόν, όλοι οι κάτοικοι της γης, εκείνοι δηλαδή, των οποίων το όνομα από καταβολής κόσμου δεν έχει γραφή στο βιβλίον της ζωής του σφαγμένου Αρνίου.
Αποκ. 13,9 Εἴ τις ἔχει οὖς, ἀκουσάτω.
Αποκ. 13,9 Οποίος έχει ανοικτά τα αυτιά της ψυχής του, ας ακούση.
Αποκ. 13,10 εἴ τις εἰς αἰχμαλωσίαν ἀπάγει, εἰς αἰχμαλωσίαν ὑπάγει· εἴ τις ἐν μαχαίρᾳ ἀποκτέννει, δεῖ αὐτὸν ἐν μαχαίρᾳ ἀποκτανθῆναι. ὧδέ ἐστιν ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστις τῶν ἁγίων.
Αποκ. 13,10 Οποιος σύρει άλλους εις αιχμαλωσίαν, βαδίζει και ο ίδιος εις αιχμαλωσίαν. Οποιος φονεύσει με μαχαίρι, πρέπει και αυτός σύμφωνα με την δικαιοσύνην του Θεού, με μαχαίρι να φονευθή. Εδώ φαίνεται η υπομονή και η πίστις των Χριστιανών.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (από το βιβλίο του κ. Βασιλειάδη)
Ο θεσπέσιος ευαγγελιστής Ιωάννης είδε συνολικά τρία θηρία. Το πρώτο ήταν «ο δράκων ο πυρρός ο μέγας» ο επτακέφαλος και δεκακέρατος, που έκανε την παρουσία του στον ουρανό, όπως μας τον περιέγραψε στο προηγούμενο κεφάλαιο [ιβ΄[12],3-4]. Στο κεφάλαιο αυτό περιγράφει την εμφάνιση δεύτερου θηρίου, που «αναβαίνει εκ της γης» [στιχ.11]. Για το δεύτερο θηρίο «το αναβαίνον εκ της αβύσσου» έγινε υπαινιγμός και στο κεφ. ια΄ [11] 7.
Το κεφάλαιο αυτό είναι από τα δυσκολότερα τμήματα του ιερού βιβλίου της Αποκαλύψεως. Μας αποκαλύπτει δε τις λυσσαλέες και απέλπιδες προσπάθειες των αντιθέων δυνάμεων κατά των μελών της Εκκλησίας του Χριστού. Οι δυνάμεις αυτές προβάλλουν με τη μορφή των δύο θηρίων, τα οποία περιγράφονται εδώ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένα άλλο τμήμα της Αποκαλύψεως δεν απασχόλησε τη σκέψη και τη φαντασία των χριστιανών όλων των αιώνων τόσο, όσο το μυστηριώδες περιεχόμενο του κεφαλαίου αυτού. Από τις πρώτες ημέρες που είδε το φως της δημοσιότητος το κείμενο αυτό του θεοπνεύστου Ιωάννου μέχρι σήμερα «δεν υπήρξαν κοσμοϊστορικά γεγονότα και προσωπικότητες» που συνετάραξαν «την Εκκλησίαν και την ανθρωπότητα», οι οποίες «δια μέσου των αιώνων να μην ανεζητήθησαν» στο κεφάλαιο αυτό [ΠΙΜ]. Γι’αυτό στην έντονη και αγωνιώδη προσπάθεια όλων αυτών των ερμηνευτών παρουσιάστηκαν παρερμηνείες και έγιναν πολλά και σοβαρά λάθη. Ιδιαίτερα στις προσπάθειες ανευρέσεως του Αντιχρίστου, τον οποίο η Αποκάλυψη ονομάζει μόνο με το μυστηριώδη και γεμάτο αίνιγμα αριθμό χξς΄ [666], χωρίς να μας δίνει κανένα άλλο στοιχείο ταυτότητος!
Άξιο προσοχής είναι ότι ο θεατής των αρρήτων αποκαλύψεων Ιωάννης εκθέτοντας την ολομέτωπη επίθεση των αντιθέων δυνάμεων κατά των μελών της Εκκλησίας χρησιμοποιεί εικόνες, χρώματα, ακόμη και θέματα από το προφητικό βιβλίο του Δανιήλ και συγκεκριμένα από το 7ο κεφάλαιο. Γι’ αυτό παραπέμπουμε όσους θέλουν να έχουν μια πλήρη εικόνα και να βοηθηθούν περισσότερο, στα όσα εκτενή γράφουμε στην ερμηνεία του βιβλίου του Δανιήλ και ιδιαίτερα στην εισαγωγή του ως άνω κεφαλαίου, μάλιστα δε στις σελίδες 213-221 [1]. Η περιγραφή της εκθέσεως του πολέμου των αντιθέων δυνάμεων κατά των μελών της Εκκλησίας με όσα στοιχεία αναφέρει ο Ιωάνννης από τον Δανιήλ και γενικά από την ιστορία «προσαρμόζεται προς την σύγχρονον με την Αποκάλυψιν κατάστασιν της χριστιανοσύνης, η ιστορία όμως αύτη χρησιμεύει εις τον προφήτην [Ιωάννην] ως μέσο διεισδύσεως εις τα βάθη και εις αυτά τα τέλη των αιώνων, διά μέσου των οποίων», μαζί με την ιστορία, «συνεξελίσσεται επαναλαμβανομένη πολλάκις η πάλη», που αποτελεί «το μνημονευθέν θέμα, κατά τρόπον», που καθιστά «πάντοτε επίκαιρον την μελέτην και του κεφαλαίου τούτου» [ΠΙΜ].
[1]. ΝΙΚ.Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ, Η Παλαιά Διαθήκη – Κείμενο, Σύντομος ερμηνεία, εκτενείς σχολιασμοί, πατερικαί γνώμαι, Πρακτικά διδάγματα – Τόμ. Κ΄ [20], Δανιήλ [Παράρτημα Μακκαβαίων Δ΄] εκδ. ‘Ο Σωτήρ’,Αθήναι 2003, σ.212 -233.
Για το θηρίο που αναδύεται από τη θάλασσα [στιχ.1] υπάρχουν οι ακόλουθες ερμηνείες …
α] Κατά τους Ειρηναίο, Ιππόλυτο, Βικτωρίνο, Μεθόδιο, Ανδρέα Καισαρείας κ.ά, που είναι μεν οι αρχαιότερες μαρτυρίες, [ωστόσο η άποψη αυτή επικρατούσε «και μέχρι προ ολίγων ετών»] πρόκειται απλώς για προσωποποίηση του Ρωμαϊκού κράτους, το οποίο καταπολεμεί το Χριστιανισμό και κατά κάποιον τρόπο ενσαρκώνει την αντίθεη δύναμη [ΠΙΜ].
β] Κατ’ άλλους, ξένους ερμηνευτές, όσα λέγονται εδώ δεν έχουν σχέση με το αντίθεο Ρωμαϊκό κράτος. Πρόκειται, παρατηρούν αυτοί, για «ενσάρκωση» κάποιου Δαίμονος στους έσχατους καιρούς, ή για τον Αντίχριστο, όπως τον ονόμασε πρώτος ο ίδιος ο ευαγγελιστής Ιωάννης [βλ. Α΄ Ιω. β΄ 18-22 και δ΄3], και ο οποίος Αντίχριστος θα κάνει την εμφάνιση του στους έσχατους καιρούς. Η κατά τους ξένους ερμηνευτές «ενσάρκωση» [ο όρος αυτός είναι σαφώς αδόκιμος] δεν σημαίνει βεβαίως ότι ο διάβολος θα ενσαρκωθεί όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Δηλαδή ότι ο διάβολος, που είναι πνευματική ύπαρξη, θα αποκτήσει σαρκική υπόσταση. Το θέμα αυτό το ξεκαθαρίζουν άριστα δύο μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Πρώτος ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο οποίος γράφει: «Είναι ανόητο να πιστεύεται ότι οι ασώματοι δαίμονες μπορούν να ενεργούν πράξεις σωματικές και να επιτελούν έργο παρά τη φύση τους, έξω από τη φύση τους. Διότι κανένα από τα όντα δεν μπορεί να πράττει έξω από τη δική του φύση, αλλά καθένα όπως δημιουργήθηκε, έτσι και μένει, στην τάξη που όρισε για το καθένα ο Θεός» [2].
Ο δε άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει: «Δεν γίνεται ο ίδιος ο Διάβολος άνθρωπος, όπως έγινε με την ενανθρώπηση του Κυρίου, μη γένοιτο! Αλλά άνθρωπος γεννιέται από την πορνεία και αυτός [ο νόθος] υποδέχεται όλη την ενέργεια του Σατανά. Δηλαδή ο Θεός, προβλέποντας τη μελλοντική διεστραμμένη προαίρεσή του παραχωρεί να εγκατασταθεί, να κατοικήσει, μέσα σ’ αυτόν ο Διάβολος»[ 3 ].
[2]. ΚΥΡΙΛΛΟΥ Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών κεφ. 17, PG 76, 1108 AB.
[3]. ΙΩ. ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Βιβλ. 4, κεφ. 26 [99] Περί του Αντιχρίστου, PG 94, 1217 AB.
γ] Όμως, κατά τον Παν. Ι. Μπρατσιώτη, πιθανότερη είναι η γνώμη που συνδυάζει τις δύο προηγούμενες. Σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή ο Ιωάννης προσωποποιεί εδώ την αντίθεη δύναμη ή τον Αντίχριστο, η οποία θα εκδηλωθεί με όλη την ενέργειά της στα τέλη των αιώνων. Αλλά για το σκοπό αυτό «χρησιμοποιεί σημεία και χρώματα όχι μόνον από την δανιήλειον προφητείαν [ζ΄ 1 εξ.]» συμπτύσσοντας σε μιά μορφή όσα λέγονται εκεί περί τεσσάρων θηρίων, «αλλά και από την εικόνα του συγχρόνου με αυτόν ρωμαϊκού κράτους», στο οποίο διαβλέπει να συμβολίζεται η αντίχριστη και αντίθεη εκείνη δύναμη. Πάντως, συνεχίζει ο Παν. Ι. Μπρατσιώτης, το «θηρίον» που «αναβαίνει εκ της θαλάσσης» και το οποίο «υπό του ιερού Αυγουστίνου εχαρακτηρίσθη ως «ο πίθηκος του Χριστού», έχει προς τον Σατανάν σχέσιν ανάλογον προς την σχέσιν του Χριστού προς τον Θεόν και κατά την επικρατούσαν εκδοχήν αποτελεί προσωποποίησιν του Αντιχρίστου», ο οποίος και εδώ, όπως επίσης και στα ευαγγέλια [βλ. Ματθ. κδ΄[24] 24 –Μάρκ. ιγ ΄[13] 21-23, Λουκ. ιζ΄[17] 21-23] και στον απ. Παύλο [Β΄Θεσσ. β΄ 3 εξ.] «αναμένεται ως μέλλων να προηγηθεί της Β΄ του Χριστού Παρουσίας» [ΠΙΜ].
Πριν προχωρήσουμε στην προσπάθεια κατανοήσεως του παρόντος κεφαλαίου επισημαίνουμε την σατανικότητα του αναδυομένου από την άβυσσο θηρίου, που είναι όργανο και τυφλό κατευθυνόμενο του σατανά, από τον οποίο αντλεί την τιμή και τη δόξα του. Ως όργανο του μισόθεου, μισάνθρωπου και μισόκαλου διαβόλου πολεμεί με μανία και λύσσα τον Τριαδικό Θεό και όσους αγωνίζονται «τον καλόν αγώνα της πίστεως» [Α΄ Τιμ. στ΄ 12].
Ο σατανάς γεμάτος μίσος κατά του Κυρίου Ιησού και της Εκκλησίας Του, ιδιαίτερα μετά την έξωσή του από τον ουρανό, όπως την είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, φαίνεται να επικρατεί μεταξύ των ανθρώπων. Όμως στο κεφάλαιο αυτό η θεολόγος γλώσσα έρχεται να μας βεβαιώσει ότι η τελική νίκη ανήκει στον παντοδύναμο Θεό. Όσο κι αν ο σατανάς κρύβεται πίσω από τα συστήματα – όχι μόνο τα κοινωνικοπολιτικά, αλλά και τα θρησκευτικοπολιτικά – όσο και αν ο λαός του Θεού πολεμείται ποικιλοτρόπως, όσο κι αν πολλοί παρεξηγούν και παρερμηνεύουν τη σιωπή και την ανοχή του Θεού, όσο και αν φαίνεται ότι ο σατανάς αλωνίζει παντού και παρουσιάζεται ως κοσμοκράτορας, ο Χριστός τον έχει αφοπλίσει, διαπομπεύσει και καταντροπιάσει φανερά μπροστά σε όλο τον πνευματικό κόσμο σέρνοντας τον νικημένο με όλες τις δαιμονικές του δυνάμεις σε θριαμβευτική πομπή. Ο Χριστός πέτυχε τον άθλον αυτό διά του Σταυρού, ο οποίος έγινε για το Χριστό θριαμβευτικό άρμα νικητού [βλ. Κολασ. β΄ 15]. Τέλος, κατά τη Β΄ Παρουσία θα τον εκμηδενίσει ολοκληρωτικά και αμετάκλητα.
Στάθηκα, γράφει ο ερμηνευτής των άνω μυστηρίων του Θεού, «επί την άμμον της θαλάσσης», δηλαδή στην αμμουδερή παραλία και είδα να προβάλει από τη θάλασσα ένα θηρίο [στίχ. 1]. Το θηρίο αυτό είναι ο Αντίχριστος. Εξέρχεται «εκ της πολυταράχου του βίου τούτου θαλάσσης και πολυκύμονος» (πολυκύμαντης) [Ανδρ.Κ.], διότι η θάλασσα σημαίνει «τον άστατον τούτον και ταραχώδη βίον» [Αρ.]. Η θάλασσα συγγενεύει προς την «άβυσσον» [βλ. Αποκ. ια΄ 7, ιζ΄ 8], που είναι τα κατασκότεινα βάθη του άδη και της κολάσεως, όπου κατοικεί και βασιλεύει ο διάβολος [βλ. Λουκ. η΄, Αποκ. θ΄ 11,ια΄ 7,ιζ΄ 8,κ΄ 3]. Η άβυσσος είναι ο αντίποδας του ουρανού, στον οποίο βρίσκεται ο θρόνος του παντοκράτορος Θεού [βλ. Αποκ. δ΄]. Επίσης θεωρείται και ως σύμβολο του ανήσυχου, ταραγμένου και θυελλώδους ειδωλολατρικού κόσμου [πρβλ. Ψαλ. ξδ΄ [64] 8, Ιερ. κζ΄ [27] 42, Αποκ. ιζ΄ [17] 1,15], υπαινίσσεται δε και το χαρακτήρα του ρωμαϊκού κράτους, που είναι θαλάσσιο, ως μεσογειακό. Ακόμη η θάλασσα «σημαίνει και την ασέβειαν διά το αλίπικρον (το αλμυρό και πικρό) και καταποντιστικόν» (το στοιχείο που έχει τη δύναμη και τη συνήθεια να καταποντίζει) [Άνθιμος].
Από τη θάλασσα λοιπόν, που έχει όλες τις πιο πάνω σημασίες και όλους τους πιο πάνω συμβολισμούς, αναδύθηκε το «θηρίον», λέξη που δηλώνει τα θηριώδη ένστικτά του. Η απανθρωπία και η αγριότητά του περιγράφεται λεπτομερώς στο στίχο 2.
Ιδού και τα χαρακτηριστικά του θηρίου, τα οποία ο Ιωάννης περιγράφει, καθώς αυτό αναδύεται από τη θάλασσα. Είναι εικόνα και ομοίωμα του μεγάλου δράκοντος, ο οποίος είχε φανεί προηγουμένως στον ουρανό [Αποκ. ιβ΄ [12] 3]. Όπως εκείνος είχε «κεφαλάς επτά και κέρατα δέκα» έτσι και αυτό [πρβλ. και Αποκ. ιζ΄ [17] 3]. «Τα δέκα κέρατα», που υποδηλώνουν τη μεγάλη πολιτική εξουσία και δύναμή του, μαζί με τα «διαδήματα», και αι «επτά κεφαλαί» σημαίνουν «την του Διαβόλου προς τον Αντίχριστον ένωσιν», διότι τα ίδια προσόντα αναφέρθηκαν ανωτέρω και για το διάβολο [Ανδρ. Κ.]. Επειδή δε ο αριθμός «δέκα» σημαίνει πληρότητα, τα δέκα κέρατα υπανίσσονται την πληρότητα της πολιτικής και κρατικής δυνάμεως που διαθέτει, με την οποία πολεμεί τους ευσεβείς Χριστιανούς. «Το δεκαδικόν του αριθμού αυτών δηλοί» ακόμη «το πλήρες και εντελές της εν αυτοίς κακίας» [Άνθιμος]. Αυτή η τελειότητα στο κακό τού προσπορίζει δόξα μεταξύ των ανθρώπων, «διότι το κέρας την δόξαν έθος σημαίνειν» [Αρ.]. Τα δέκα κέρατα σημαίνουν και ότι η γήινη εξουσία θα διαιρεθεί σε δέκα βασιλείες [Ανδρ. Κ.,Αρ.].
Τα επτά κεφάλια του θηρίου σημαίνουν το εβδομαδικό σύστημα, στο οποίο λειτουργεί ο παρών κόσμος. Γι’ αυτό και ο σατανάς, που ενεργεί στον κόσμο αυτό, ονομάζεται «άρχων του αιώνος τούτου» (πρβλ. Ιω. ιβ΄ [12] 31,ιδ΄[14] 30,ιστ΄[16]11) [Ανδρ.Κ.]. Ταυτόχρονα σημαίνουν ότι το θηρίο έχει την πονηρία και πανουργία στην πληρότητα τους, σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε να μπορεί να δελεάσει και να εξαπατήσει τους ανθρώπους. Εξάλλου το πολυκέφαλο του θηρίου δηλώνει ότι δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, «αλλά περί πολλών διαχειριστών μιάς και της αυτής εξουσίας», δηλαδή της ρωμαϊκής, η οποία συμβολίζει και ενσαρκώνει κατά κάποιον τρόπο, με τη μισοχριστιανική της πολιτική την αντίθεη δύναμη [ΠΙΜ], όπως θα δούμε στη συνέχεια [βλ. ιδιαίτερα το 17ο κεφάλαιο]. Στους έσχατους όμως καιρούς το θηρίο δε θα αποτελεί συλλογική απρόσωπη δύναμη, όπως στα χρόνια του αγίου Ιωάννου η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά θα κάνει την εμφάνιση του ως συγκεκριμένο πρόσωπο, που θα θελήσει να υποταγεί στο διάβολο πλήρως και τελείως και θα γίνει εκούσια τυφλό και πειθήνιο όργανό του.
Τα δέκα διαδήματα δηλώνουν την πολυπρόσωπη βασιλική ειδωλολατρική του εξουσία, με την οποία κατατυραννεί και εξοντώνει τα μέλη της Εκκλησίας του Χριστού. Υπενθυμίζουμε ότι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες εκτός του ότι υπήρξαν άγριοι διώκτες των Χριστιανών, είχαν αυτοανακηρυχθεί και…θεοί! Αυτό υπαινίσσεται και η φράση ότι το θηρίο είχε «επί τας κεφαλάς αυτού ονόματα βλασφημίας». Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες «υπήρξαν βλασφημούντες τον αληθινόν Θεόν, και αρνούμενοι την του Μονογενούς Θεότητα» [Άνθιμος]. Βλ. και Δαν. ζ΄8 και Β΄ Θεσσ. β΄ 4. Τέτοιες θείες προσωνυμίες Ρωμαίων αυτοκρατόρων ήσαν Deus = θεός, Divus= θείος, Augustus = Αύγουστος, δηλ. σεβαστός, Deus ac dominus noster =Θεός και δεσπότης ημέτερος. Επίσης, Dea Roma = θεά Ρώμη. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οι Αντίχριστοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ήταν προτυπώσεις του Αντιχρίστου.
Η ομοιότητα του θηρίου προς τα πλέον άγρια και σαρκοβόρα θηρία, λεοπάρδαλη, αρκούδα και λιοντάρι (στιχ.2) δηλώνει την αγριότητα και τα θηριώδη ένστικτά του κατά των Χριστιανών της ρωμαϊκής εποχής και ιδιαιτέρως των εσχάτων ημερών. Οι ιδιότητες των θηρίων αυτών, η αγριότητα της λεοπάρδαλης, η κτηνωδία της αρκούδας και το μεγαλείο αλλά και θηριώδες του λιονταριού, τα οποία αναφέρει χωριστά ο προφήτης Δανιήλ (κεφ. ζ΄3-6), συγκεντρώνονται εδώ εις ένα και το ίδιο πρόσωπο! Κι ενώ στον προφήτη Δανιήλ υπήρχαν επτά κεφάλια σε τέσσερα θηρία, εδώ υπάρχουν επτά κεφάλια στο ένα και το ίδιο θηρίο!…
Ο άγιος Ανδρέας Καισαρείας διδάσκει ότι «δια της παρδάλεως σημαίνεται η βασιλεία των Ελλήνων» (του Μ. Αλεξάνδρου), «διά της άρκτου η των Περσών, διά δε του Λέοντος η Βαβυλωνίων βασιλεία». Τις βασιλείες αυτές θα τις καθαιρέσει και θα τις κυριεύσει «ο Αντίχριστος», που θα έρθει «ως Ρωμαίων βασιλεύς».
Ο Αρέθας Καισαρείας διδάσκει ότι η «πάρδαλις» σημαίνει «την Ρωμαίων αρχή», που είναι ταχύτατη και δραστήρια κατά των αντιπάλων της, ανένδοτη δε, ανυποχώρητη και υπομονετική μέχρις ότου επιτύχει το σκοπό της. Αυτό δηλώνει και το ότι έχει πόδια αρκούδας. «Αναφέρονται» δε αυτά «και εις την Περσών βασιλείαν». Διά του «στόματος λέοντος» σημαίνεται η βασιλεία των Βαβυλωνίων (την οποία μπορεί κανείς να την εκλάβει χωρίς αμφιβολία ως «την των Σαρακηνών» βασιλεία, καθότι και στη Βαβυλώνα είναι τώρα η αρχή τους) (έτσι ήταν όταν έγραφε ο Αρέθας), των οποίων τη βασιλεία θα καταλύσει και θα κυριεύσει «ο Αντίχριστος ως Ρωμαίων βασιλεύς».
Κατ’ άλλους «η πάρδαλις» συμβολίζει το ορμητικό, το ευκίνητο και ευερέθιστο προκειμένου να επιτεθεί και να βλάψει το θύμα της. Τα πόδια του θηρίου έμοιαζαν με εκείνα της αρκούδας, δηλαδή εύρωστα και υπομονετικά. Το στόμα του ήταν «ως στόμα λέοντος», διότι «ο αντίδικος ημών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίει» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8) [ Οικ.].
Ενώ άλλος παρατηρεί ότι η πάρδαλις συμβολίζει «την ποικίλην δολιότητα και κακοτροπίαν», οι «πόδες ως άρκτου» σημαίνουν «το ταχύδρομον προς τε την πράξιν του κακού, και προς επικράτησιν και άλωσιν πόλεων» , το δε στόμα, που ήταν όπως εκείνο του λιονταριού, «σημαίνει το σπαρακτικόν [την επιτηδειότητα του να σπαράσσει και να καταξεσκίζει] και ανθρωποκτόνον» [Άνθιμος].
Ο δράκων έδωσε στο θηρίο «την δύναμιν αυτού και τον θρόνον αυτού και εξουσίαν μεγάλην».
Ο σατανάς, «ο νοητός δράκων», θα δώσει στον Αντίχριστο κάθε είδους εξουσία με θαύματα και καταπληκτικά έργα, αλλά ψεύτικα «προς εξαπάτην όμως των αστηρίκτων» , «προς την των αστηρίκτων απώλειαν» [Αρ.,Ανδρ. Κ.]. Διότι η δύναμη του αποστάτου δράκοντος βρίσκεται στις απάτες και στους δόλους του [Οικ.]. «Θρόνον» πρέπει να εννοήσουμε «την εξουσίαν του αέρος του σκότους τούτου», την οποία και αυτός κάποτε είχε, τώρα όμως έχει πλέον εκπέσει από την ουράνια δόξα [Αρ.].
Όλη λοιπόν η κακοποιός εξουσία και δύναμη του Αντιχρίστου προέρχεται από την αόρατη πηγή της εξουσίας και της δυνάμεως του νοητού δράκοντος, του σατανά. Από την ίδια πηγή θα προέρχεται και η δύναμη του Αντιχρίστου των εσχάτων ημερών. Ο δράκων – σατανάς είναι ο πρόσκαιρος «άρχων του κόσμου τούτου» [πρβλ. Ματθ. δ΄ 9 εξ. κλπ.]. Η δε παρουσία του Αντιχρίστου θα γίνει με πάσαν δύναμιν και με σημεία και τέρατα αγυρτικά, που θα τα ενεργεί ο σατανάς [Β΄ Θεσσ. β΄ 9]. Βεβαίως μόνο η κακοποιός εξουσία προέρχεται από το σατανά και αυτό πάλι κατά παραχώρηση Θεού.
Ο σατανάς λοιπόν δεν είναι ανεξέλεγκτος και ασύδοτος. Κινείται και δρα εναντίον των αγίων μέσα στα όρια που του επιτρέπει η πανσοφία και η παντοδυναμία του Θεού. Άλλωστε «τη δύναμή του ο Σατανάς την αντλεί από την παρακοή των ανθρώπων στο νόμο του Θεού και μάλιστα από την ενεργό αντίθεση τους στο θέλημα Του» [ΕΒ].
Άξια προσοχής και η παρατήρηση του Άνθιμου, πατριάρχου Ιεροσολύμων: Στον Αντίχριστο και τα όργανά του «την δύναμιν έδωκεν ο αρχέκακος δράκων» κατά παραχώρηση Θεού, για να γίνει ολοφάνερη σε όλους τόσο η διά των θαυμάτων ανίκητη δύναμη του Θεού, όσο «και η θερμότης του ζήλου της πίστεως των εκλεκτών αυτού». Διότι αυτοί, επειδή αγάπησαν το Θεό, υπέφεραν με γενναίο φρόνημα τα βασανιστήρια και κάνοντας καταπληκτικά θαύματα με τη δύναμη του Θεού, έφεραν πολλούς στην αληθινή πίστη αρπάζοντας τους από την ασέβεια.
Ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει ότι είδε μία από τις κεφαλές του επτακέφαλου θηρίου «ως εσφαγμένην εις θάνατον», σαν να ήταν εσφαγμένη θανάσιμα. Ωστόσο η πληγή αυτή θεραπεύτηκε με αποτέλεσμα να γεμίσει από θαυμασμό όλη η οικουμένη και να ακολουθήσει το θηρίο! (στίχ. 3). Βέβαια το «όλη η γη» είναι σχήμα υπερβολής. «Το δε όλη η γη, αντί του πας άνθρωπος», λέγεται κατά τρόπο μετωνυμικό, «από του περιέχοντος το περιεχόμενον» [Αρ.]. Στο στίχο αυτό βρίσκεται το κεντρικό δίδαγμα της διηγήσεως όλου του 13ου κεφαλαίου.
Ας αναλύσουμε όμως πρώτα το στίχο αυτό, ο οποίος υπενθυμίζει το Αποκ. ε΄ 6, όπου παρίσταται το Αρνίον – Χριστός «ως εσφαγμένον». Οι ιεροί ερμηνευτές δίνουν τρεις ερμηνείες στο στίχο αυτό:
α] «Κεφάλαιον του Σατανά», πλούτος και καύχημα του είναι τα έθνη που έχουν πλανηθεί από αυτόν. Η επιστροφή λοιπόν των εθνών αυτών «προς ευσέβειαν» – στην πίστη στον μόνο αληθινό Θεό – «σφαγή εις θάνατον ελογίσθη», λογαριάστηκε, θεωρήθηκε ως σφαγή που φέρνει θάνατο. Ωστόσο το ρητό λέγει «ου κυρίως σφαγήν, άλλ’ ως σφαγήν», κάνει λόγο για «ουκ εσφαγμένην (κεφαλή), άλλ’ ως εσφαγμένην», χρησιμοποιώντας το ομοιωματικό μόριο «ως». Η δε επιστροφή πάλι προς το σατανά, δηλαδή «η προς τον εξ αρχής προς ασέβειαν επαναδρομή, θεραπεία ωνόμασται πληγής» [Αρ.].
β] Με τη φράση «μίαν εκ των κεφαλών αυτού ως εσφαγμένην εις θάνατον» μπορούμε να εννοήσουμε ότι κάποιος από τους άρχοντές του, τα τυφλά όργανά του, έχει θανατωθεί «και υπ’ αυτού του Αντιχρίστου διά γοητείας (με μαγική ενέργεια) απατηλόν ανίστασθαι φαινόμενον φησίν» [Ανδρ. Κ. Αρ.]. Έκανε δηλαδή ότι και ο Σίμων ο μάγος στη Σαμάρεια, ο οποίος και ελέγχθηκε από τον απόστολο Πέτρο (Πραξ΄. η΄ 9 -24) [ Ανδρ.Κ.].
γ] Με τη φράση «μία εκ των κεφαλών» του θηρίου «ως εσφαγμένην εις θάνατον», μπορούμε να θεωρήσουμε τη διαίρεση της βασιλείας των Ρωμαίων, η οποία διαιρέθηκε σε δέκα μέρη και υπέστη «τρόπον τινά σφαγήν», θεωρήθηκε δε ότι θεραπεύτηκε με «την μοναρχίαν», όπως συνέβη επί της εποχής της μοναρχίας του Αυγούστου Καίσαρος [Ανδρ.Κ.].
Άλλοι παρατηρούν, αρκετά εύστοχα, ότι ο σατανάς δέχτηκε θανάσιμη πληγή με τη σταυρική θυσία του Σωτήρος Χριστού. Φάνηκε δε ότι θεραπεύτηκε η πληγή, διότι το όργανο του σατανά, η ειδωλολατρική Ρώμη, κήρυξε εξοντωτικούς διωγμούς κατά της Εκκλησίας. Όμως τόσο ο Μ. Κωνσταντίνος, όσο και οι Πατέρες και οι ομολογητές της πίστεως κατάφεραν θανάσιμα πλήγματα κατά του σατανά και των οργάνων του. Ωστόσο φαίνεται πως η πληγή του θηρίου θεραπεύτηκε πάλι, αφού οι «ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται» (βλ. Ματθ. κδ΄ [24] 24) συνεχίζουν να οργιάζουν με το σατανισμό, τις μεγάλες αιρέσεις του Παπισμού και των Προτεσταντών, το αντίχριστο Ισλάμ, το μασονισμό, το σατανισμό, το νεοπαγανισμό, τις ανατολικές θρησκείες κ.α. Κατά κάποιον τρόπο οι άνθρωποι ακολουθούν – αυτή δε η στάση θα κορυφωθεί στους έσχατους καιρούς – το δόλιο, απατεώνα, ψυχοκτόνο και πάγκακο διάβολο.
Κατόπιν αυτών ας δούμε πού βρίσκεται το κεντρικό δίδαγμα και το σπουδαίο μήνυμα, που μας στέλλει το όργανο της Χάριτος, το θεόπνευστο στόμα, ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Στον πόλεμο που ο σατανάς κήρυξε εναντίον του Θεού και του θεόπλαστου ανθρώπου, ειδικότερα δε κατά της αγίας Εκκλησίας του Χριστού, χρησιμοποιεί, εκτός των άλλων, και την απάτη, την πλάνη και το ψεύδος. Και πρώτον μεν θα έλθει χρησιμοποιώντας επιείκεια και σαν κάποιος λόγιος και συνετός, θα υποκρίνεται σωφροσύνη και φιλανθρωπία, όπως διδάσκει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων [4].
Κατά δε τον όσιο Εφραίμ το Σύρο θα έλθει «ο αχρειότατος με τέτοια μορφή σαν κλέφτης, για να εξαπατήσει όλο τον κόσμο: ταπεινός, ήσυχος, μισώντας, λέει, την αδικία, αποστρεφόμενος τα είδωλα, προτιμώντας την ευσέβεια, αγαθός, φιλόπτωχος, υπερβολικά όμορφος, ατάραχος, χαρούμενος προς όλους [ …]. Θα πραγματοποιεί θαύματα […] δεν θα παίρνει δώρα, δεν θα μιλά με οργή [ …], με το πρόσχημα της καλής του διαγωγής θα εξαπατά τον κόσμο, ωσότου να βασιλεύσει». [ 5]
[4]. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατήχ. Φωτιζομένων 137.ΙΕ΄, 12, ΕΠΕ 2, 137.
[5]. ΕΦΡΑΙΜ του ΣΥΡΟΥ, Λόγ. Εις την παρουσίαν του Κυρίου […] και εις την παρουσίαν του Αντιχρίστου, Έργα, Τόμ., Δ΄, σ. 119-120.
Έτσι στην περίπτωση του επτακέφαλου και δεκακέρατου θηρίου, του Αντιχρίστου, έχουμε μία προσπάθεια σατανικής απομιμήσεως, ένα κακέκτυπο, ένα φαινομενικό πάθος, παράλληλο προς το εκούσιο, άγιο και κοσμοσωτήριο πάθος του Σωτήρος Χριστού! Είναι μία καθαυτό σατανικής εμπνεύσεως απίθανη πλαστογραφία του θανάτου και της Αναστάσεως του Κυρίου. Διότι αυτή θέλει να μιμηθεί η διά σατανικής αγυρτείας θεραπεία. Και η δαιμονική αυτή αγυρτεία παρουσιάζεται ως… καταπληκτικό θαύμα, που εντυπωσιάζει την οικουμένη! Έτσι απέναντι στο Χριστό τολμά να στέκεται ο Αντίχριστος, δηλαδή ο διάβολος, και να προβάλλει αυτός ως… παντοδύναμος!…
Όμως η σπουδαία και ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στο ακόλουθο γεγονός: «Το μεν Αρνίον (Χριστός) θανατωθέν ανεζωογονήθη διά παντός, και δη (μάλιστα) κατόπιν οριστικής νίκης κατά του θανάτου. Μας το βεβαιώνει ο απόστολος Παύλος: ο Χριστός, αφού αναστήθηκε εκ νεκρών δεν πεθαίνει πλέον, ο θάνατος δεν έχει πλέον εξουσία επάνω του και δεν μπορεί να τον κυριεύσει [βλ. Ρωμ. στ΄ 9]. «Ενώ η αναζωογόνησις του Αντιχρίστου είναι παροδική (τούτο υπεμφαίνει [=υπαινίσσεται] και το «εθεραπεύθη») και αποτελεί φενάκην (= απάτη, δόλο) προς εξαπάτησιν των μικροψύχων (= δειλών, ολιγόψυχων), ως βλέπομεν» στο στίχο 3β και 4, και όπως «είχε προαναγγείλει αυτός ο Κύριος [Ματθ. κδ΄[24] 24, πρβλ. Β΄ Θεσσ . β΄ 9]. Άρα η μεταξύ Χριστού και Αντιχρίστου ομοιότης είναι όλως φαινομενική» [ΠΙΜ], είναι καθαρή σατανική απάτη, η δε πληγή του θηρίου θεραπεύτηκε προσωρινά με δαιμονική απάτη, κάτι το οποίο οι λαοί θεώρησαν ως…θαύμα!
Το αγυρτικό θαύμα της προσωρινής αναζωογονήσεως του θηρίου προκάλεσε το θαυμασμό των ανθρώπων των σκοτισμένων κατά τη διάνοια και αποξενωμένων από τη ζωή, που ζει και μεταδίδει στους δικούς του ο Θεός (Εφεσ. δ΄ 18). Όλοι αυτοί προσκύνησαν το δράκοντα – σατανά, που έδωσε την εξουσία στο θηρίο. Προσκύνησαν δε το θηρίο –τον Αντίχριστο λέγοντας: Ποιος είναι όμοιος με αυτό και ποιος μπορεί να πολεμήσει μαζί του; (στίχ.4).
«Το εις τον Αντίχριστον φαινόμενον εν πλάνη θαύμα, εις τον ενεργούντα εν αυτώ Διάβολον», θα έχει την αναφορά. Διότι δι’ εκείνου θα προσκυνηθεί ο δράκων. Και διά του Αντίχριστου ο διάβολος θα φανεί στους τυφλούς κατά τη διάνοια ότι και νεκρούς ανασταίνει και θαύματα επιτελεί [Ανδρ.Κ., Αρ.].
Η αναφώνηση «τις όμοιος τω θηρίω;» αποτελεί θλιβερή παρωδία ανάλογων αναφωνήσεων προς τον μόνον αληθινό Θεό, τις οποίες συναντούμε στην Π.Διαθήκη: «τις όμοιος συ εν θεοίς, Κύριε; τις όμοιος συ, δεδοξασμένος εν αγίοις, θαυμαστός εν δόξαις, ποιών τέρατα» [Εξ. ιε΄[ 15] 11]. «Τις εν νεφέλαις ισωθήσεται τω Κυρίω; Και τις ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υιοίς Θεού;» [Ψαλ. πη΄ [88] 7]. «Τις ως Κύριος ο Θεός ημών;» [Ψαλ. ριβ΄[112] 5]. «Ούτως λέγει ο Θεός ο βασιλεύς του Ισραήλ […]· εγώ πρώτος και εγώ μετά ταύτα -πλην εμού ουκ έστι Θεός» [Ησ . μδ΄ [44] 6]. Βλ. και Ιώβ μα΄ [41] 25.
Τα ίδια περίπου θα συμβούν και κατά την περίοδο του Αντιχρίστου όταν ο Θεός θα παραχωρήσει, ώστε όσοι δε θα θελήσουν να Τον αγαπήσουν και να ζήσουν μέσα στην αγία Του Εκκλησία, να πλανηθούν από το σατανά και να προσκυνήσουν τον Αντίχριστο. Το γράφει ο απόστολος Παύλος: Όταν θα γίνει η παρουσία του Αντιχρίστου με σημεία και τέρατα αγυρτικά, που θα τα ενεργεί ο σατανάς, η απάτη του Αντιχρίστου θα επικρατήσει μόνο μεταξύ εκείνων, που θα απολεσθούν, επειδή δε δέχτηκαν να αγαπήσουν και να εγκολπωθούν την αλήθεια και να σωθούν. Γι’ αυτό θα παραχωρήσει ο Θεός να έρθει σε όλους αυτούς ενέργεια πονηρή, που θα τους σπρώχνει στην πλάνη, ώστε να πιστέψουν στο ψέμα. Και έτσι να κατακριθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια, αλλά ασπάστηκαν με ευχαρίστηση την αδικία (Β΄ Θεσσ. β΄ 9- 11).
Βεβαίως ο γεμάτος έπαρση και οίηση ενθουσιασμός των απατημένων ανθρώπων για το θηρίο θα μεταβληθεί σε κλαυθμούς, οδυρμούς, απαρηγόρητο πένθος και θρήνος, όταν ο Αντίχριστος και τα όργανά του θα κατατροπωθούν και θα καταστραφούν, όπως θα δούμε στο 18ο κεφάλαιο.
Όπως παλαιά, πριν από τη δημιουργία, ο εγωισμός και η αλαζονεία οδήγησαν το σατανά να επαναστατήσει κατά του Παναγίου Θεού, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του θεό, έτσι και τώρα η αλαζονεία και η έπαρση, λόγω των επαίνων των απατημένων ανθρώπων, οδηγούν το όργανό του, τον Αντίχριστο, να βλασφημεί το πανάγιον όνομα του Τριαδικού Θεού. Δόθηκε στο θηρίο –Αντίχριστος στόμα καυχησιολόγο και βλάσφημο. Κατά παραχώρηση Θεού δόθηκε σ’ αυτό άδεια να κάνει πόλεμο προς τα μέλη της στρατευόμενης Εκκλησίας του Χριστού. Ωστόσο του επιτρέπεται να δράσει μόνο μέσα σε περιορισμένο χρόνο, τον οποίο η Αποκάλυψη ορίζει σε σαράντα δύο μήνες (3 ½ έτη) (στίχ. 5-7). Η θεία αυτή παραχώρηση δόθηκε στον Αντίχριστο, για να φανεί η γενναιότητα και να γυμνασθεί η πίστη των μελών της Εκκλησίας του Χριστού, αλλά και για να φανεί η αποδοχή της απάτης, από εκείνους που επαινούν, θαυμάζουν και προσκυνούν το θηρίο – Αντίχριστο.
Για την παραχώρηση αυτή, την αλαζονική καυχησιολογία και τη βλασφημία («λαλούν μεγάλα και βλασφημίαν») βλέπε και Δανιήλ ζ΄ 8, 25 ή 10. Ας προσέξουμε τούτο: Η οποιαδήποτε βλασφημία κατά του Τριαδικού Θεού, της Παναγίας Μητέρας του Σωτήρος Χριστού και των αγίων της Εκκλησίας Του είναι καθαρά έμπνευση και υποβολή του παμπόνηρου, παγκάκου διαβόλου. Η βλασφημία υπονοεί ενέργεια καθαρά σατανική και επομένως δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολογία για τον βλάσφημο άνθρωπο! Είναι αμάρτημα βαρύτατο.
Κατά τον άγιο Ανδρέα Καισαρείας η φράση «την σκηνήν αυτού (του Θεού), τους εν τω ουρανώ σκηνούντας» [στίχ. 6] σημαίνει α] «Την εν σαρκί του Θεού Λόγου σκήνωσιν», δηλαδή την ενανθρώπηση και β] «Την εν τοις αγίοις ανάπαυσιν», το να αναπαυθεί ο Χριστός στους αγίους του, εναντίον των οποίων θα βλασφημήσει ο Αντίχριστος, όπως θα βλασφημήσει και εναντίον των αγίων αγγέλων.
Ο Ευσέβιος Καισαρείας σχολιάζοντας το στίχο 5 γράφει ότι και τα δύο μέρη του στίχου αυτού εφαρμόστηκαν στο πρόσωπο του αυτοκράτορα Ουαλεριανού (Βαλεριανού). Αυτός στην αρχή ήταν «ήπιος και φιλόφρων προς τους ανθρώπους του Θεού», τόσο όσο κανένας από τους προκατόχους του και από αυτούς ακόμη που λέγονταν φανερά ότι ήταν Χριστιανοί. Όλος δε ο οίκος του ήταν γεμάτος θεοσεβείς, και ήταν «Εκκλησία Θεού»! Ωστόσο κάποιος Αιγύπτιος «διδάσκαλος των μάγων αρχισυναγωγός» τον μετέπεισε, και του άλλαξε τη θεοσεβή γνώμη τόσο, ώστε να φονεύσει «τους καθαρούς και οσίους άνδρας», επειδή ήταν «αντίπαλοι και κωλυταί [εμποδιστές] των παμμιάρων και βδελυκτών επαοιδών» [αυτών που χρησιμοποιούσαν μαγικές ωδές]. Ο «αρχισυναγωγός μάγων» -πρόκειται για τον Μαρκιανό- συνεβούλευσε ακόμη να επιτελούν «τελετάς ανάγνους [βέβηλες] και μαγγανείας εξαγίστους [αποτρόπαιες] και ιερουργίας ακαλλιερήτους [ανίερες]» [ 6].
[6]. ΕΥΣΕΒΙΟΥ [Παμφίλου] Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Βιβλ. VII, κεφ. 10 PG 20, 657Β – 660Α.
Ακόμη παραχωρήθηκε στον Αντίχριστο να πολεμήσει εναντίον των μελών της στρατευομένης Εκκλησίας και να εξουσιάσει κάθε φυλή και λαό και γλώσσα και έθνος [στίχ. 7], δηλαδή να γίνει κοσμοκράτορας, τοποτηρητής του σατανά! Ωστόσο θα γίνει κύριος και εξουσιαστής μόνον εκείνων, των οποίων δεν έχει γραφεί «το όνομα εν τω βιβλίω της ζωής» [Ανδρ.Κ.]. Αλλά, μας το επαναλαμβάνει και πάλι ο ουράνιος νους, η τυραννική και εντυπωσιακή αυτή κοσμοκρατορία και καταστρεπτική δράση του παγκάκου διαβόλου, θα είναι περιορισμένη… μόνο σαράντα δύο μήνες [στίχ. 5]. Βλ. και Δαν. ζ΄ 25. Και τούτο, διότι, αν δεν ολιγόστευε ο αριθμός των ημερών εκείνων, δεν θα σωζόταν κανένας άνθρωπος! [Ματθ. κδ΄ [24] 22]. Η τελική νίκη ανήκει στον Κύριον Ιησού στον οποίο έχει δοθεί «πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» [Ματθ. κη΄[28] 18], και ο οποίος μας βεβαίωσε – «Νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω» [Ιω. ιβ΄[12] 31].
Στο στίχο 8 ο θεόπνευστος Απόστολος επαναλαμβάνει ό,τι μας είπε και στο στίχο 4. Ότι δηλαδή ως αποτέλεσμα και κορύφωμα της πρόσκαιρης κοσμοκρατορίας του θηρίου θα είναι η «απονομή εις αυτό θείων τιμών». Προσθέτει όμως και κάτι πολύ σημαντικό. Η απονομή θα είναι εκ μέρους «πάντων των άλλων, πλην των πιστών», οι οποίοι «εμφανίζονται και εδώ ως εκείνοι», των οποίων τα ονόματα έχουν γραφεί σύμφωνα με την προαιώνια πρόγνωση του παντογνώστου Θεού στο βιβλίο της ζωής του σφαγμένου Αρνίου [βλ. ΠΙΜ]. Αυτό το βιβλίο ανέφερε και ο Κύριος όταν είπε: «Χαίρετε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι΄[ 10] 20).
Η αναγραφή όμως αυτή δεν σημαίνει απόλυτο προορισμό! Σημαίνει ότι ο Κύριος ως παντογνώστης και προγνώστης ξέρει για τον καθένα μας τι θα ενεργήσουμε εντελώς ελεύθερα, χωρίς κανένας να μας αναγκάζει να το κάνουμε. Επειδή λοιπόν προγνωρίζει «τί θα κάνουμε, καλό ή κακό, υποταγή στο άγιο θέλημά Του ή ανυπακοή, γι’αυτό γράφει ή δε γράφει το όνομα του καθενός στο βιβλίο της ζωής. Επομένως ο καθένας μας είναι ο δημιουργός της καταστάσεώς του, όταν κριθούμε» [ΕΒ]. Είναι λοιπόν σαφές ότι όσοι πιστοί αντιμετωπίσουν τον Αντίχριστο με σταθερότητα, αφοσίωση και πίστη στον Τριαδικό Θεό και υπομονή στους πειρασμούς και τους διωγμούς του και των οργάνων του, θα προχωρήσουν θριαμβευτές με τις ολόλευκες στολές τους στον πάμφωτο Παράδεισο, όπως μας βεβαίωσε ο θεοδίδακτος θεολόγος Ιωάννης [βλ. Αποκ. γ΄5].
Ο Αρέθας λέγει ότι το «γέγραπται» πρέπει να συνδεθεί με τη φράση «από καταβολής κόσμου» και όχι με τη φράση «το Αρνίον το εσφαγμένον από καταβολής κόσμου», «ότι [διότι] μηδέ από καταβολής κόσμου η του Αρνίου σφαγή». Ωστόσο, παρατηρούν άλλοι πολύ ορθώς, ναι μεν η θυσία του Αρνίου–Χριστού δεν έγινε «από καταβολής κόσμου», αλλά «επί Ποντίου Πιλάτου», δηλαδή σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, όμως η θυσία αυτή του Υιού και Λόγου Του, η θυσία του Αρνίου, ήταν στην προαιώνια βουλή του Θεού. Ήταν στο πάνσοφο και σωτήριο σχέδιο της θείας οικονομίας, το κρυμμένο απ’ αρχής του χρόνου, καθ’ όλους τους αιώνες και τις γενεές [Κολασ. α΄ 26, πρβλ. και Εφ. γ΄9]. Το Αρνίον–Χριστός εσφάγη μεν από καταβολής κόσμου εν τη αποφάσει του Θεού, εν χρόνω δε επί Ποντίου Πιλάτου, εν τη πράξει.
Αυτό διδάσκει και ο απόστολος Πέτρος, όταν γράφει: Εξαγοραστήκατε με το πολύτιμο αίμα του Χριστού, το οποίο προσφέρθηκε θυσία ως αίμα μικρού αρνιού τελείως αμόλυντου και καθαρού από κάθε υλική κηλίδα. Ο Χριστός δε ως λυτρωτής και ως αμνός θυσιαζόμενος υπέρ των ανθρώπων ήταν γνωστός στο Θεό προ πάντων των αιώνων. Και είχε μεν προγνωστεί από τον Θεό από τότε, φανερώθηκε δε διά της ενανθρωπήσεως και αναστάσεως Του κατά τον τελευταίο καιρό για σας, οι οποίοι διά μέσου Αυτού πιστεύετε στο Θεό (Α΄ Πέτρ. α΄19-21).
Σχολιάζει ο Παν. Ν.Τρεμπέλας: «Ο Χριστός ως λυτρωτής ήτο γνωστός τω Θεώ προ πάντων των αιώνων. Δεν κατελήφθη ο Θεός εξ απροόπτου τινός φθείροντος την δημιουργίαν αυτού, ώστε εξ υστέρου να σκεφθή πώς θα επανώρθωνε το απροσδόκητον συμβάν. Ούτε διεψεύσθη ο Θεός εις τα εξ αρχής τεθέντα σχέδια του, ώστε να αναζητήση μέτρα οικονομίας, διά των οποίων θα συνεπλήρωνε τας ελλέιψεις της δημιουργίας του […]. Ο Θεός εξ αρχής είχε προίδει τα πάντα. Και πριν ή [πριν ακόμη] δημιουργηθή ο άνθρωπος, προτού δημιουργηθεί η γη και ολόκληρος ο αόρατος κόσμος, προ της δημιουργίας ακόμη και των αγγέλων, προ πάντων των αιώνων ο Θεός είχε προείδει την αταξίαν, την οποίαν θα επέφερεν ο άνθρωπος εις τον κόσμον και είχεν αποφασίσει την αποστολήν του Υιού του […]. Εντεύθεν εις την Αποκ. γ΄ 8 το Αρνίον παρουσιάζεται «εσφαγμένον από καταβολής κόσμου» [Α΄ Πέτρ. α΄ 20], δηλαδή «προ καταβολής κόσμου εγνωσμένον Θεώ, νυν εφανερώθη ήτοι επετελέσθη, διηνύσθη» (Οικουμένιος). «Εφανερώθη διά της ενανθρωπήσεως, αναστάσεως και αναλήψεως» [7]. Το λατινικό κείμενο της Βουλγάτας συμφωνεί απόλυτα με την ως άνω ερμηνεία – «Et adorabunt eum [ άλλη γραφή – adoraverunt eam] omnes qui inhabitant terram, quorum non sunt scripta nomina in libro vitae Agni qui occisus est ab origine mundi» [Αποκ. γ΄ 8].
[7]. ΠΑΝ.Ν.ΤΡΕΜΠΕΛΑ, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ.Διαθήκης, τόμ. Γ΄, Η προς Εβραίους και οι Επτά Καθολικαί, εκδ. ‘ Ο Σωτήρ’, Αθήναι 1996, σελ.324, σχόλια στο στίχ.20.
Άλλωστε ο Θεός δεν κάνει τίποτα εκ των υστέρων, αλλ’ όλα γίνονται κατά την τέλεια προαιώνια πρόγνωση και πάνσοφη πρόνοια Του. Ο Θεός προλέγει τα προεγνωσμένα σ’ Αυτόν έργα, τα οποία στη συνέχεια γίνονται το καθένα σύμφωνα με την τάξη και το χρόνο του. Ο δε διάβολος και τα όργανά του με το να αντιδρούν στα σχέδια της πάνσοφης και προαιώνιας βουλής του Θεού, ματαιοπονούν. Διότι, όχι μόνο δε ματαιώνουν το σωτήριο έργο του Θεού, αλλά και συντελούν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, στην πραγματοποίησή του!…
Στους στίχους 9-10 ο Ιωάννης γράφοντας «όποιος έχει ενδιαφέρον και αυτί πνευματικό ας ακούσει», επικαλείται την προσοχή των κατά Θεό φρονίμων ανθρώπων, διότι φανερώνει το νόμο της θείας δικαιοσύνης σύμφωνα με τον οποίο το θηρίο–Αντίχριστος θα απολεσθεί. Ο θείος νόμος ορίζει: Όποιος αιχμαλωτίζει άλλους, σύρεται και αυτός στην αιχμαλωσία από άλλους, όποιος φονεύει με μαχαίρι, θα φονευθεί και αυτός με μαχαίρι. Ο πόλεμος είναι η ζωή και η χαρά του Αντιχρίστου. Ο πόλεμος όμως θα φέρει την καταστροφή του! [πρβλ. και Ματθ. κστ΄ [26] 52]. Ο καθένας λοιπόν θα δεχθεί άξια αυτών που έπραξε. Όσοι είναι έτοιμοι να κακοποιούν «τους πλησίον», αυτοί «υπό του διαβόλου αιχμαλωτευθήσονται» και με τη σατανική μάχαιρα θα υποστούν «τον ψυχικόν θάνατον» [Ανδρ. Κ.]. Αυτοί δεν θα βοηθηθούν από τον Θεό, ώστε να μην υποδουλωθούν από το θηρίο–Αντίχριστο [Αρ.]. Στις τραγικές και αντίξοες καταστάσεις, στη θύελλα του χριστιανομάχου διωγμού του διαβόλου, οι πιστοί καλούνται να καλλιεργήσουν και να δείξουν δύο σπουδαίες και άγιες αρετές: Υπομονή και πίστη. Θα υπομένουν με πίστη και απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό την αιχμαλωσία ή και αυτόν τον θάνατο, μέχρις ότου να έρθει ο καιρός που το θηρίο θα υποστεί τα κακά, στα οποία τους υπέβαλε.
Είθε «ο παντελεήμων Θεός» να μας αξιώσει να φανούμε τότε γενναίοι, λογαριάζοντας «ανάξια τα παθήματα του νυν καιρού» προς τη δόξα που μέλει να αποκαλυφθεί στους αγίους [πρβλ. Ρωμ. η΄ 18]. Βαδίζοντες δε «την στενήν οδόν ανδρείως» να απολαύσουμε «την εν τω μέλλοντι δόξαν και ανάπαυσιν και ευρυχωρίαν» και να συμβασιλεύσουμε με τον Χριστό [Ανδρ.Κ.].
(Πηγή: Η Αποκάλυψις του Ιωάννου, Νικολάου Βασιλειάδη, εκδόσεις «ο Σωτήρ» σελ. 420-437, οι υπογραμμίσεις δικές μας)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Άλλο θάνατος για μία ιδεολογία και άλλο θάνατος για το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού!

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουνίου 2018

Άλλο θάνατος για μία ιδεολογία και άλλο θάνατος για το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού!(μέρος Α)

Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που δεν γνωρίζουν, αλλά πιστεύουν ότι είναι αλήθεια. Κανείς δεν πέθανε για κάτι που και γνωρίζει και πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια!
Ως επιχείρημα για την Ανάσταση του Χριστού λέμε οι Χριστιανοί ότι κανείς δεν θα έδινε τη ζωή του για ένα ψέμα. Οι Απόστολοι όμως έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό.

Πολλοί άπιστοι απαντούν ότι και άλλοι έδωσαν και δίνουν τη ζωή τους για μία πίστη, ιδεολογία, ιδανικό κλπ. Οπότε το επιχείρημα της αυτοθυσίας, μας λένε, δεν έχει δύναμη. Μπορούν να το επικαλεστούν οι πάντες!
Υπάρχει όμως μία τεράστια διαφορά. Ένας μουσουλμάνος κλπ, πεθαίνει για το Ισλάμ διότι πιστεύει ότι το Ισλάμ είναι η αλήθεια. Δεν το ξέρει ως αυτόπτης και αυτήκοος με αποδείξεις διότι δεν ήταν εκεί στη σπηλιά που ο Μωάμεθ είδε το πρώτο «όραμα» όπως είπε εκ των υστέρων ο ίδιος. Απλώς το πιστεύει. Του το κήρυξαν και αυτός το πιστεύει. Και για αυτήν την αλήθεια που πιστεύει πεθαίνει.

Αλλά μπορεί κάποιος να αυταπατάται ή να έχει παραπλανηθεί ή εξαπατηθεί κλπ. Άρα η αυτοθυσία του όντως δεν αποδεικνύει τίποτα. Το ίδιο για όλες τις θρησκείες και ιδεολογίες.

Άλλο οι ιδρυτές, άλλο οι οπαδοί! Οι πρώτοι ερευνώνται ιστορικά, όχι οι δεύτεροι!
Οι Απόστολοι όμως είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πέθαναν για κάτι που πίστεψαν ως αλήθεια. Αλλά για κάτι που ήξεραν! Για ένα γεγονός!
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που «πιστεύουν» ότι είναι αλήθεια. Κανείς όμως δεν πεθαίνει για κάτι που «γνωρίζει», όχι πιστεύει, γνωρίζει ότι δεν είναι αλήθεια. 
Πολλοί πεθαίνουν για κάτι που είναι ψέμα αλλά το πιστεύουν ως αλήθεια. Κανείς δεν πεθαίνει για κάτι που είναι ψέμα και το γνωρίζει καλά ότι είναι ψέμα!
Αν η Ανάσταση δεν είχε γίνει τότε οι μαθητές θα πέθαιναν για κάτι που ήξεραν καλά ότι είναι ψέμα. Αυτό είναι η ύψιστη ανοησία και δεν συνέβη ποτέ εκτός αν κάποιος είναι παράφρων ή πλανήθηκε. Αν οι Απόστολοι ήταν παράφρονες ή πλανήθηκαν είναι βεβαίως ένα επόμενο θέμα προς διερεύνηση.
Άρα δεν μας ενδιαφέρει η αυτοθυσία των οπαδών μιας θρησκείας μέσα στους αιώνες, ούτε καν των πρώτων μαθητών της, συμπεριλαμβανομένου και του Χριστιανισμού. Αυτοί μπορεί κάλλιστα να παραπλανήθηκαν και παρασύρθηκαν από τους ιδρυτές μιας θρησκείας και να την πίστεψαν ως αληθινή έστω και αν δεν είναι.
Μας ενδιαφέρει ο θάνατος των πρώτων αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων μιας θρησκείας, των ιδρυτών της! Αυτοί οι πρώτοι πέθαναν για την πίστη τους; Και εννοούμε θάνατο που θα μπορούσαν να αποφύγουν, όχι θάνατο αναγκαστικό! Αν επέλεξαν οι ίδιοι και μάλιστα με χαρά να υποστούν φρικτά βασανιστήρια ενώ είχαν την επιλογή να τα γλιτώσουν, για τέτοιο θάνατο μιλάμε! Πέθαναν για αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα που βεβαίωναν; Διότι μόνο αυτοί γνώριζαν την αλήθεια από πρώτο χέρι. Όχι οι μαθητές τους. Αλλά αυτοί οι δάσκαλοι!
Άρα ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία εκατομμυρίων μαρτύρων Χριστιανών, κατ’ ουσίαν και αντικειμενικά, όντως δεν είναι αποδεικτικό επιχείρημα της Ανάστασης του Χριστού!
Αντιθέτως, ο εκούσιος θάνατος και η αυτοθυσία των αυτοπτών Αποστόλων για το γεγονός της Ανάστασης είναι αποδεικτικό επιχείρημα, διότι μόνο αυτοί ήξεραν ακριβώς αυτό για το οποίο πέθαιναν. Όχι πίστευαν, αλλά ήξεραν από πρώτο χέρι. Δεν θα πέθαιναν, αυτοί και μόνο αυτοί, για κάτι που, αυτοί και μόνο αυτοί, ήξεραν καλά ότι είναι μύθος, ότι είναι ψέμα, ότι δεν έγινε ποτέ!

(παρακάτω ένας διάλογος του π. Επιφανίου Θεοδωροπούλου με άπιστο νέο)
– (π. Επιφάνιος) Μείζων δέ πάντων των γεγονότων τούτων, ή Ανάστασίς Του. Όλο τό οικοδόμημα του Χριστιανισμού στηρίζεται στό γεγονός τής Αναστάσεως. Αυτό δεν τό λέω εγώ. Τό λέγει ό Απόστολος Παύλος: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία ή πίστις ημών». Άν ό Χριστός δέν αναστήθηκε, Όλα καταρρέουν. Ό Χριστός όμως ανέστη, που σημαίνει ότι είναι Κύριος τής Ζωής καί του Θανάτου, άρα Θεός.
– Εσείς τά είδατε όλα αυτά; Πώς τά πιστεύτετε;
– Όχι, εγώ δέν τά είδα. Αλλ’ αυτοί που τά είδαν, δηλ. οι Απόστολοι, τά εβεβαίωσαν καί προσυπέγραψαν αυτήν τήν μαρτυρία τους μέ τό αίμα τους. Ή μαρτυρία της θυσίας της ζωής είναι ή ύψιστη μαρτυρία.
Φέρε μου και σύ κάποιον, πού νά μου πή ότι ό Μαρξ πέθανε και ανέστη και νά πεθάνη γι’ αυτό πού λέει και εγώ θά τόν πιστέψω, ως τίμιος άνθρωπος.
–  Νά σάς πω. Χιλιάδες μαρξιστές βασανίσθηκαν και πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Γιατί δέν ασπάζεσθε και σεις τόν μαρξισμό;
–  Τό είπες και μόνος σου. Οι μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Δέν πέθαναν γιά γεγονότα. Σέ μιά ιδεολογία όμως είναι πολύ εύκολο νά υπεισέλθη πλάνη. Επειδή δέ είναι ίδιον τής ανθρώπινης ψυχής νά θυσιάζεται γιά κάτι πού πιστεύει, εξηγείται γιατί πολλοί μαρξιστές πέθαναν γιά τήν ιδεολογία τους. Αυτό δέν μάς υποχρεώνει νά τήν δεχθούμε σάν σωστή. Άλλο νά πεθαίνης γιά ιδέες και άλλο νά πεθαίνης γιά γεγονότα.
Οι Απόστολοι όμως δέν πέθαναν γιά ιδέες. Ούτε γιά τό «αγαπάτε αλλήλους», ούτε γιά τις άλλες ηθικές διδασκαλίες του Χριστιανισμού. Οι Απόστολοι πέθαναν μαρτυρούντες υπερφυσικά γεγονότα.

Και όταν λέμε γεγονός, εννοούμε ότι υποπίπτει στις αισθήσεις μας και γίνεται αντιληπτό απ’ αυτές. Οι Απόστολοι εμαρτύρησαν «δι’ ά ακηκόασι και εθεάσαντο και αί χείρες αυτών εψηλάφησαν». Και ό Ευαγγελιστής Ιωάννης αυτό ακριβώς λέγει: «ό εωρακώς μεμαρτύρηκε», δηλ. εγώ ό ίδιος πού γράφω αυτά, εγώ ό ίδιος είδα τόν εκατόνταρχο νά λογχίζη τήν πλευράν Του και νά εξέρχεται αίμα και νερό από αυτήν.
Ό Πασκάλ κάμνει έναν πολύ ωραίο συλλογισμό. Λέγει, λοιπόν, ότι μέ τους Αποστόλους συνέβη εν εκ τών τριών: Ή ηπατήθησαν ή μάς εξηπάτησαν ή μάς είπαν τήν αλήθεια….  (βιβλίο: Υποθήκες Ζωής, σελ. 203-206)

Η απαίτηση της Κριτικής για να αναγνωρίσει την εκ νεκρών Ανάσταση του Ιησού ως αναντίρρητο ιστορικό γεγονός είναι, καθώς ήδη είπαμε, η εξής:
«Να θυσίαζαν οι πρώτοι κήρυκες της Ανάστασης κι αυτή τη ζωή τους, υποστηρίζοντας με το αίμα τους τη μαρτυρία τους».
ΑΠΑΝΤΗΣΗ:  ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Εδώ πρέπει τώρα να μελετήσουμε διάφορες περιπτώσεις θανάτου για να ξεχωρίσουμε τη μοναδική κι αξιοθαύμαστη περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού.
1.Θάνατος για ιδεολογία
Μπορεί να θανατωθεί ένας άνθρωπος για τις αρχές και την ιδεολογία του, χωρίς με τούτο να συμβαίνει ώστε, κατ’ ανάγκη, οι αρχές κι ιδέες του να είναι αγαθές κι αληθινές. Η ιστορία μας το διδάσκει αυτό, φέρνοντας αρκετά παραδείγματα μαρτύρων, για πολλαπλές αρχές και ιδέες – πολιτειακές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές, – που δεν ήσαν ούτε αγαθές ούτε και αληθινές.
Στην περίπτωση μάλιστα που η θανάτωση είναι αναγκαστική – κατόπιν δικαστικής απόφασης ανέκκλητης – το να δεχθεί ένας το θάνατο, για τις αρχές και τις ιδέες του, δεν προσθέτει με το θάνατό του αυτόν κανένα κύρος σ’ αυτές· γιατί, εφόσον ο θάνατος είναι υποχρεωτικός και με το να τις αρνιόταν δεν θα ξέφευγε τη θανάτωσή του, είναι φυσικό – καθιερωμένο από τον ανθρώπινο εγωισμό – να τις κρατήσει μέχρι θανάτου.
Διαφορετική όμως είναι η περίπτωση όταν ανοίγεται στον μελλοθάνατο η πόρτα να ξεφύγει τον θάνατο εάν θα αρνιόταν τις αρχές αυτές και τις ιδέες του. Εδώ, με το να προτιμήσει αυτός το θάνατο, αποδείχνει ότι σοβαρά τις πιστεύει και μάλιστα τις εκτιμάει περισσότερο απ’ τη ζωή του: Αλλά, και πάλι, εδώ δεν αποδείχνεται με τούτο ότι οι αρχές κι ιδέες του είναι αντικειμενικά αγαθές κι αληθινές. Έχουμε παραδείγματα ανθρώπων ενθουσιαστών ή φανατικών. Έχει κι η πλάνη τους μάρτυρές της, καθώς τους έχει κι η αλήθεια, μας διδάσκει πάλι η Ιστορία· η Βίβλος, μάλιστα, προχωρεί ακόμα πιο πέρα, και μας λέει ότι κι ο σατάν έχει τα θαυματουργά όργανά του, καθώς τα έχει κι ο Θεός (Έξοδος 7/10-12, 20-22, 8/5-7, 17-18. Δευτερονόμιο 13/1-3. 2 Θεσσαλονικείς 2/9-10).
2.Θάνατος για εξωτερικό γεγονός
Προχωρώντας τώρα πιο πέρα, πρέπει να κάνουμε και μια άλλη ακόμα διάκριση· πρέπει να ξεχωρίσουμε μεταξύ «Ιδέας» (φρονήματος) και «Γεγονότος» (εξωτερικού). Διαφέρει η Ιδέα από το Γεγονός· η Ιδέα γεννιέται μες στη Διάνοια, ενώ το γεγονός γεννιέται έξω απ’ τη Διάνοια, κι έρχεται μέσα από τα αισθητήρια του σώματος. Η πρώτη είναι κυρίως υποκειμενική, το δεύτερο είναι κυρίως αντικειμενικό.
Έτσι, ας θεωρήσουμε την περίπτωση ενός μάρτυρα, που προτιμάει να πεθάνει βεβαιώνοντας ένα Γεγονός (όχι Ιδέα), παρά να ξεφύγει το θάνατο με το να το αρνηθεί. Ο θάνατος αυτός έχει αποδεικτική δύναμη για το μαρτυρούμενο γεγονός, μεγαλύτερη από όση θα είχε με ίσους όρους για υποστήριξη μιας Ιδέας· γιατί, καθώς είπαμε, η Ιδέα έχει μέσα της πολλά υποκειμενικά στοιχεία, που μπορεί να γεννήσουν την προκατάληψη, ενώ το εξωτερικό Γεγονός, – όταν αποκλειστεί η περίπτωση ψευδαίσθησης – είναι αντικειμενικό.
Και, αν πολλοί, περισσότεροι από έναν μάρτυρες, προτιμήσουν ελεύθερα το θάνατο για να βεβαιώσουν το ίδιο Γεγονός – όχι όλοι μαζί, αλλά χωριστά σε διάφορους τόπους και διάφορες χρονικές στιγμές – οι θάνατοι αυτοί στο σύνολό τους έχουν πολύ περισσότερη αποδεικτική δύναμη από όση ένας απ’ αυτούς.
Και, εάν επί πλέον ακόμα βεβαιωθεί ότι, όλοι αυτοί προτού χύσουν το αίμα τους ζούσαν επί χρόνια σταθερά κάτω από την επίδραση του Γεγονότος εκείνου, μια καινούρια ζωή που είχε αλλάξει ριζικά την προηγούμενη ζωή τους, μια ζωή αφιερωμένη εξολοκλήρου στο να σώσουν τους συνανθρώπους τους από την πλάνη και την κακία, ανακοινώνοντας σ’ αυτούς για να πιστέψουν το μέγα και σωτήριο Γεγονός, που αυτοί είδαν, άκουσαν και ψηλάφησαν, και γι’ αυτό δούλεψαν αδιάκοπα με ζήλο κι αυταπάρνηση απόλυτη, με σταθερότητα και θάρρος, με μια γαλήνη ενωμένη με δύναμη που ξετύλιξαν μέσα στους ακατάπαυστους και τρομερούς κινδύνους, μ’ ένα ανώτερο και απόλυτα ισορροπημένο πνεύμα, που διαλάμπει από τις λίγες σελίδες που μας άφησαν, απαλλαγμένοι από μυστική έξαρση και φανατισμό, αφιερώνοντας ακόμα και την τελευταία στιγμή προτού χυθεί το αίμα τους για να βεβαιώσουν το Γεγονός· κατόπι από μια τέτοια μεταβολή ζωής, ο εκούσιος θάνατος των μαρτύρων τούτων έχει, για την αμερόληπτη Κριτική – έστω και μόνος του χωρίς άλλες συνοδευτικές αποδείξεις – ένα άπειρο βάρος που δικιολογεί την πλήρη πίστη στο μαρτυρούμενο γεγονός.
3.Μοναδικότητα της μαρτυρίας των αποστόλων
Λοιπόν, τέτοια περίπτωση εκουσίων θανάτων, ανθρώπων μοναδικής ηθικής τελειότητας, για να βεβαιώσουν ένα Γεγονός παγκόσμιας σημασίας, είναι μοναδική στην Παγκόσμια Ιστορία, κι είναι η περίπτωση των Αποστόλων του Χριστού που βεβαιώνουν την Ανάστασή του από τους νεκρούς.

(βιβλίο: Οι αρνητές του υπερφυσικού, Κ. Μεταλληνός, εκδ. Πέργαμος 1987, σελ.104-107)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι απόψεις του Αϊνστάιν για το Θεό και τη θρησκεία

Συγγραφέας: kantonopou στις 10 Ιουνίου 2018

Οι απόψεις του Αϊνστάιν για το Θεό και τη θρησκεία

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169). 

Για τον Αϊνστάιν, όπως συχνά το είχε διευκρινίσει ο ίδιος, η «θρησκεία» ήταν μάλλον μια στάση δέους και θαυμασμού απέναντι στο σύμπαν, γνήσια ταπεινότητα απέναντι στην αρμονία της φύσης, και όχι πίστη σ’ έναν Θεό προσωπικό που μπορεί να κατευθύνει τις ζωές των ανθρώπων.

Γιατί μου γράφεις «ο Θεός πρέπει να τιμωρήσει τους Άγγλους»; Δεν διατηρώ στενές σχέσεις ούτε με τον έναν ούτε με τους άλλους. Βλέπω απλώς με μεγάλη λύπη ότι ο Θεός τιμωρεί τόσο πολλά παιδιά Του για τις πολυάριθμες ανοησίες τους, για τις οποίες όμως μόνο Αυτός ο Ίδιος μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος. Κατά τη γνώμη μου, μόνο η ανυπαρξία Του μπορεί να τον δικαιολογήσει.
Επιστολή στον ελβετό συνάδελφό του Edgar Meyer, 2 Ιανουάριου 1915. Προσφέρθηκε από τον Robert Schulmann. Αναφέρεται επίσης στο CPAE Τόμ. 8 (υπό έκδοση).

Κάθε αληθινός ερευνητής της φύσης νιώθει κάποιου είδους θρησκευτική ευλάβεια, επειδή είναι αδύνατον να φανταστεί ότι αυτός είναι ο πρώτος που μελέτησε τα λεπτεπίλεπτα νήματα που συνδέουν όσα αντιλαμβάνεται.
1920. Αναφέρεται στο βιβλίο του Moszkowski, Conversations with Einstein, σελ. 46.

Εφόσον οι ψυχικές μας εμπειρίες συνίστανται από αναπαραγωγές και συνδυασμούς των αισθητηριακών εντυπώσεων, θεωρώ κενή και άνευ νοήματος την έννοια μια ψυχής χωρίς σώμα.
Επιστολή σε κάποια Βιεννέζα, 5 Φεβρουάριου 1921. Αρχείο Αϊνστάιν 43-847. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 40.

Δεν μπορώ να συλλάβω την έννοια ενός προσωπικού Θεού που κατευθύνει άμεσα τις πράξεις των ανθρώπων… Η θρησκευτικότητά μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό μπροστά στο άπειρα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται μέσα από το μικρό κομμάτι της πραγματικότητας… το οποίο είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε.
Επιστολή σε τραπεζίτη του Κολοράντο, Αύγουστος 1927. Αρχείο Αϊνστάιν 48-380. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 66.

Όλα είναι καθορισμένα… από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη —όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής.
Στην εφημερίδα The Saturday Evening Post, 26 Οκτωβρίου 1929. Αναφέρεται στο βιβλίο του Clark, Einstein, σελ. 346-347.

Πιστεύω στο Θεό του Σπινόζα που αποκαλύπτεται μέσα στην αρμονία του όλου, και όχι σ’ ένα Θεό που ασχολείται με τη μοίρα και τις πράξεις των ανθρώπων.
Τηλεγράφημα σε εβραϊκή εφημερίδα, 1929. Αρχείο Αϊνστάιν 33-272. (Σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα, Θεός και υλικός κόσμος είναι αδιάσπαστα. Όσο καλύτερα κατανοεί κανείς το σύμπαν τόσο πλησιάζει το Θεό.)

Όποιος έχει πειστεί απόλυτα για την παγκόσμια ισχύ της αρχής της αιτιότητας δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αποδεχθεί την ιδέα ενός όντος που παρεμβαίνει στη ροή των γεγονότων… Δεν δέχεται ούτε τη θρησκεία του φόβου ούτε την κοινωνική και ηθική θρησκεία. Δεν μπορεί να συλλάβει ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί˙ κι αυτό για τον απλό λόγο ότι οι πράξεις του ανθρώπου καθορίζονται από εσωτερική και εξωτερική αναγκαιότητα, ώστε, στα μάτια του Θεού, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι περισσότερο υπεύθυνος απ’ όσο ένα άψυχο αντικείμενο για τις κινήσεις που εκτελεί… Η ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου πρέπει να βασιστεί αποτελεσματικά στη σύμπνοια, τη μόρφωση, τους δεσμούς και τις ανάγκες της κοινωνίας˙ η θρησκευτική βάση δεν είναι απαραίτητη. Η ανθρώπινη κατάσταση θα ήταν αξιολύπητη αν η αυτοσυγκράτηση οφειλόταν στο φόβο της μετά θάνατον τιμωρίας ή στην ελπίδα της μετά θάνατον ανταμοιβής.
Από το «Θρησκεία και Επιστήμη», The New York Times Magazine, 9 Νοεμβρίου 1930, σελ. 1-4. Στα γερμανικά, στην Berliner Tageblatt, 11 Νοεμβρίου 1930.

Κάθε πράξη και σκέψη του ανθρώπινου γένους σχετίζεται με την ικανοποίηση των εσώτατων αναγκών και με την ανακούφιση του πόνου. Αυτό πρέπει να το έχει κανείς συνεχώς κατά νουν, αν θέλει να κατανοήσει τα πνευματιστικά κινήματα και την ανάπτυξή τους. Το συναίσθημα και η επιθυμία είναι οι κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δημιουργίας.
Όπ.π.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς αυτό το [κοσμικό θρησκευτικό] συναίσθημα σε κάποιον που δεν το έχει ποτέ αισθανθεί… Οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες όλων των εποχών διακρίθηκαν από αυτό ακριβώς το είδος του θρησκευτικού συναισθήματος, που δεν γνωρίζει ούτε δόγματα ούτε τη σύλληψη του Θεού κατ’ εικόνα του ανθρώπου˙ γι’ αυτό και δεν υπάρχει εκκλησία η οποία να βασίζει την κεντρική διδασκαλία της στο συναίσθημα αυτό… Κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη αποστολή της τέχνης και της επιστήμης είναι να αφυπνίσει αυτό το συναίσθημα και να το κρατήσει ζωντανό σε όσους είναι δεκτικοί.
Για την «κοσμική θρησκεία», ένας ύμνος στην ομορφιά και την αρμονία της φυσικής που έγινε κοινή πεποίθηση των φυσικών.
‘Οπ.π.

Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας.
‘Οπ.π.

Κατά τη γνώμη μου, οι ωραιότερες υποθέσεις στο βασίλειο της επιστήμης πηγάζουν από ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα… Πιστεύω επίσης ότι αυτό το είδος θρησκευτικότητας… είναι η μόνη δημιουργική θρησκευτική δραστηριότητα της εποχής μας.
Στο Forum 83 (1930), σελ. 373.

Δεν μπορώ να συλλάβω την ιδέα ενός Θεού που ανταμείβει και τιμωρεί τα πλάσματά του, ή διαθέτει θέληση σαν τη δική μας. Δεν μπορώ και ούτε θα ’θελα να διανοηθώ έναν άνθρωπο που επιβιώνει του φυσικού του θανάτου. Ας αφήσουμε τις αδύνατες ψυχές να τρέφουν τέτοιες σκέψεις, από φόβο ή παράλογο εγωισμό.
Από το «Τι πιστεύω», Forum and Century 84 (1930), σελ. 193-194. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 8-11.

Οι πράξεις μας πρέπει να βασίζονται στην —πάντα παρούσα— επίγνωση ότι οι άνθρωποι στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις πράξεις τους δεν είναι ελεύθεροι αλλά κατευθυνόμενοι από την αιτιότητα τόσο όσο η κίνηση των άστρων.
Δήλωση στην Αμερικανική Εταιρεία Σπινόζα, 22 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 33-291.

Η φιλοσοφία είναι σαν μια μητέρα που γέννησε και προίκισε όλες τις άλλες επιστήμες. Δεν πρέπει λοιπόν να γκρινιάζουμε για τη γύμνια και τη φτώχεια της, αλλά μάλλον να ελπίζουμε ότι κάτι από το δικό της δονκιχωτικό ιδανικό θα επιζήσει και μέσα στα παιδιά της, ώστε να μη βυθιστούν στη βαρβαρότητα.
Επιστολή στον Bruno Winawer, 8 Σεπτεμβρίου 1932. Αρχείο Αϊνστάιν 36-532. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 106.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που ανταμείβει και τιμωρεί τα δημιουργήματά του, που οι προθέσεις του μιμούνται τις δικές μας —με λίγα λόγια, ένα Θεό που είναι απλώς η αντανάκλαση των ανθρώπινων αδυναμιών… Μου φτάνει να ατενίζω το μυστήριο της συνειδητής ζωής που διαιωνίζεται, να συλλογίζομαι τη θαυμαστή δομή του σύμπαντος που αντιλαμβανόμαστε αμυδρά, και να προσπαθώ ταπεινά να κατανοήσω έστω και ένα απειροελάχιστο κλάσμα της ευφυΐας που εκδηλώνεται στη φύση.
Από «Το πιστεύω μου» για τη Γερμανική Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 1932. Αναφέρεται στο βιβλίο του Leach, Living Philosophies, σε λ. 3.

Η οργανωμένη θρησκεία ίσως μπορέσει να ξανακερδίσει ένα μέρος του σεβασμού που έχασε στον τελευταίο πόλεμο, αν αφιερωθεί στην ενεργοποίηση της καλής θέλησης και της ενέργειας των οπαδών της ενάντια στο ανερχόμενο ρεύμα της ανελευθερίας.
The New York Times, 30 Απριλίου 1934. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 205.

Δύσκολα θα βρει κανείς ανάμεσα στα πιο βαθυστόχαστα επιστημονικά πνεύματα κάποιον που να μην διαθέτει το δικό του θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα του αφελούς ανθρώπου. Για τον δεύτερο, ο Θεός είναι ένα ον από τη φροντίδα του οποίου ελπίζει να ωφεληθεί και του οποίου φοβάται την τιμωρία˙ η εξιδανίκευση του συναισθήματος που νιώθει το παιδί για τον πατέρα του.
Από «Το θρησκευτικό πνεύμα της επιστήμης». Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 40.

Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας… Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού νόμου, όπου αποκαλύπτεται μια ευφυΐα τόσο ανώτερη ώστε, σε σύγκριση μ’ αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρώπινων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα… Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο μ ε εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών.
Όπ.π.

Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή.
Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Mein Weltbild, 1934. Αναδημοσιεύτηκε στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 11.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου… Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου.
Επιστολή σε κάποιο παιδί που τον είχε ρωτήσει αν οι επιστήμονες προσεύχονται˙ 24 Ιανουαρίου 1936. Αρχείο Αϊνστάιν 42-601.

Οτιδήποτε θεϊκό και καλό υπάρχει στο σύμπαν πρέπει να το αποκρυπτογραφήσουμε και να το εκφράσουμε εμείς. Δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς και να το περιμένουμε από το Θεό.
Συζήτηση καταγεγραμμένη από τον Algernon Black, φθινόπωρο του 1940. Αρχείο Αϊνστάιν 54-834.

Ένας θρησκευόμενος άνθρωπος είναι ευσεβής υπό την έννοια ότι δεν αμφιβάλλει για τη σπουδαιότητα αυτών των υπερπροσωπικών στόχων και σκοπών οι οποίοι δεν απαιτείται ούτε είναι δυνατόν να θεμελιωθούν ορθολογικά.
Nature 146 (1940), σελ. 605.

Η πίστη στο ενδεχόμενο οι κανόνες που ισχύουν στον υπαρκτό κόσμο να είναι ορθολογικοί, δηλαδή κατανοητοί από τη λογική, ανήκει στη σφαίρα [της θρησκείας]. Δεν μπορώ να φανταστώ έναν πραγματικό επιστήμονα χωρίς αυτή τη βαθιά πίστη.
Από το «Επιστήμη και Θρησκεία», γραπτή συμμετοχή σε συμπόσιο που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1941 με θέμα τη συμβολή της επιστήμης, της θρησκείας και της φιλοσοφίας στην υπόθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Αρχείο Αϊνστάιν 28-523. Στο βιβλίο Ideas and Opinions, σελ. 41-49.

Η επιστήμη χωρίς τη θρησκεία είναι χωλή, η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή.
Όπ.π., σελ. 46. (Η ρήση αυτή ίσως αποτελεί λογοπαίγνιο σχετιζόμενο με τη ρήση του Καντ «Η αντίληψη χωρίς την ενόραση είναι κενή, η ενόραση χωρίς την αντίληψη είναι τυφλή».)

Κυρία πηγή των σημερινών συγκρούσεων ανάμεσα στη σφαίρα της θρησκείας και τη σφαίρα της επιστήμης είναι η έννοια του προσωπικού Θεού.
Όπ.π., σελ. 47.

Στον αγώνα τους για το ηθικό καλό οι θρησκευτικοί δάσκαλοι πρέπει να έχουν το ανάστημα να παραιτηθούν από το δόγμα του προσωπικού Θεού, να παραιτηθούν δηλαδή από αυτή την πηγή φόβου και ελπίδας η οποία στο παρελθόν έδωσε τόση δύναμη στα χέρια των ιερέων.
Όπ.π., σελ. 48.

Όσο περισσότερο εξελίσσεται πνευματικά η ανθρωπότητα, τόσο πιο πολύ βεβαιώνομαι ότι ο δρόμος για την αληθινή θρησκευτικότητα δεν περνάει από το φόβο της ζωής, το φόβο του θανάτου και την τυφλή πίστη, αλλά μέσα από την αναζήτηση της ορθολογικής γνώσης.
Όπ.π. σελ. 49.

Είναι αρκετά πιθανό ότι μπορούμε να κάνουμε σπουδαιότερα πράγματα από τον Ιησού, επειδή όσα είναι γραμμένα γι’ αυτόν στη Βίβλο είναι ποιητικά ωραιοποιημένα.
Αναφέρεται στο άρθρο του W. Hermanns, «Μια συζήτηση με τον Αϊνστάιν», Οκτώβριος 1943. Αρχείο Αϊνστάιν 55-285.

Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει καμία ιδέα ανεξάρτητη από τις πέντε μας αισθήσεις [δηλαδή ουδεμία ιδέα οφείλεται σε θεϊκή επιφοίτηση].
Όπ.π.

Δεν πιστεύω ότι η φιλοσοφία και η λογική θα αποτελέσουν οδηγούς του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον. Θα παραμείνουν όμως το ωραιότερο ιερό καταφύγιο των ολίγων εκλεκτών.
Επιστολή στον Benedetto Croce, 7 Ιουνίου 1944. Αρχείο Αϊνστάιν 34-075. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο του Pais, Einstein Lived Here, σελ. 122.

Διαβάζω συχνά τη Βίβλο, ωστόσο το αυθεντικό κείμενο μου είναι απρόσιτο.
Επιστολή στον Η. Friedmann, 2 Σεπτεμβρίου 1945, αναφερόμενος στο γεγονός ότι δεν γνώριζε την εβραϊκή γλώσσα. Αναφέρεται στο βιβλίο του Pais, Subtle Is the Lord, σελ. 38.

Είναι αυτό… το συμβολικό περιεχόμενο των θρησκευτικών παραδόσεων που πιθανότατα έρχεται σε σύγκρουση με την επιστήμη… Έχει επομένως ζωτική σημασία για τη διατήρηση της αληθινής θρησκείας να αποφεύγονται τέτοιες συγκρούσεις, όταν προκύπτουν από ζητήματα που δεν είναι πράγματι καθοριστικά για την επιδίωξη των θρησκευτικών στόχων.
Δήλωση στη Λέσχη Λιμπεραλιστών Ιερέων, Νέα Υόρκη. Δημοσιεύτηκε στο The Christian Register, Ιούνιος 1948.

Η στάση μου απέναντι στο Θεό είναι η στάση ενός αγνωστικιστή. Είμαι πεπεισμένος ότι κάποιος που γνωρίζει την πρωταρχική σημασία των ηθικών αρχών για τη βελτίωση και τον εξευγενισμό της ζωής δεν χρειάζεται την ιδέα ενός νομοθέτη, ειδικά ενός νομοθέτη που βασίζεται στην ανταμοιβή και την τιμωρία.
Επιστολή στον M. Berkowitz, 25 Οκτωβρίου 1950. Αρχείο Αϊνστάιν 59-215.

Μόνο «θρησκευτική» μπορώ να χαρακτηρίσω την εμπιστοσύνη στην ορθολογική φύση της πραγματικότητας —ορθολογική στο μέτρο που είναι προσιτή στην ανθρώπινη λογική. Όταν απουσιάζει το συναίσθημα αυτό, η επιστήμη εκφυλίζεται σε πεζό εμπειρισμό.
Επιστολή στον Maurice Solovine, 1 Ιανουάριου 1951. Αρχείο Αϊνστάιν 21-474,80-871. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Letters to Solovine, σελ. 119.

Η απλή έλλειψη πίστης σ’ έναν προσωπικό Θεό δεν αποτελεί φιλοσοφία.
Επιστολή στον V.T. Aaltonen, 7 Μαΐου 1952, σχετικά με τη γνώμη του ότι η πίστη σ’ έναν προσωπικά Θεό είναι καλύτερη από τον αθεϊσμό. Αρχείο Αϊνστάιν 59-059.

Το συναίσθημά μου είναι θρησκευτικό στο βαθμό που με διαποτίζει η επίγνωση ότι το ανθρώπινο πνεύμα αδυνατεί να κατανοήσει βαθύτερα την αρμονία του σύμπαντος˙ αρμονία που εμείς προσπαθούμε να τη διατυπώσουμε με «νόμους της φύσης».
Επιστολή στην Beatrice Frohlich, 17 Δεκεμβρίου 1952. Αρχείο Αϊνστάιν 59-797.

Η ιδέα ενός προσωπικού Θεού μου είναι εντελώς ξένη και τη θεωρώ ακόμη και αφελή.
Όπ.π.

Η υπόθεση της ύπαρξης ενός αθέατου όντος… δεν διευκολύνει να κατανοήσουμε την ευταξία που συναντάται στον αισθητό κόσμο.
Επιστολή σε φοιτητή από την Αϊόβα, που τον είχε ρωτήσει «Τι είναι Θεός;»˙ Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 59-085.

Δεν πιστεύω στην αθανασία του ατόμου και θεωρώ ότι η ηθική είναι αποκλειστικά ανθρώπινο μέλημα που δεν υποκινείται από κάποια υπεράνθρωπη αρχή.
Ιούλιος 1953. Αρχείο Αϊνστάιν 36-553. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Αν ο Θεός δημιούργησε όντως τον κόσμο, σίγουρα η πρωταρχική του έγνοια δεν ήταν να κάνει το δημιούργημά του εύκολα κατανοητό σε μας.
Επιστολή στον David Bohm, 10 Φεβρουάριον 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 8-041.

Θεωρώ ότι η Κοινωνία των Φίλων είναι η θρησκευτική κοινότητα με τα υψηλότερα ηθικά πρότυπα. Όσο γνωρίζω, δεν έκαναν ποτέ ανήθικους συμβιβασμούς και πάντοτε καθοδηγούνται από τη συνείδησή τους. Νομίζω δε ότι η επιρροή τους, ιδιαίτερα στα διεθνή πράγματα, είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική.
Επιστολή στον A. Chappie. Αυστραλία 23 Φεβρουαρίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 59-405. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Nathan και Norden. Einstein on Peace, σελ. 510.

Δεν πιστεύω σε έναν προσωπικό Θεό˙ ποτέ δεν το αρνήθηκα, πάντοτε το εξέφραζα με σαφήνεια. Αν υπάρχει κάτι μέσα μου που μπορεί να θεωρηθεί θρησκευτικό, αυτό είναι ο απεριόριστος θαυμασμός για τη συγκρότηση του κόσμου όπως αποκαλύπτεται από την επιστήμη.
Επιστολή σε θαυμαστή, 22 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 39-525. Αναφέρεται επίσης στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 43.

Είμαι βαθιά θρησκευόμενος μη πιστός… Τούτο εκφράζει ένα μάλλον νέο είδος θρησκείας.
Επιστολή στον Hans Muesham, 30 Μαρτίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 38-434.

Δεν προσπαθώ να φανταστώ το Θεό. Μου αρκεί να στέκομαι με δέος μπροστά στη συγκρότηση του κόσμου, στο βαθμό που μπορούμε να την εκτιμήσουμε, βασιζόμενοι στις ανεπαρκείς αισθήσεις μας.
Επιστολή στον S. Flesh, 16 Απριλίου 1954. Αρχείο Αϊνστάιν 30-1154.

Ουδέποτε απέδωσα στη φύση πρόθεση, σκοπό ή οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ανθρωπομορφικό. Αυτό που βλέπω στη φύση είναι μια μεγαλόπρεπη κατασκευή που μόνο με πολύ ατελή τρόπο μπορούμε να την κατανοήσουμε και η οποία πρέπει να γεμίζει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο με ένα συναίσθημα ταπεινότητας. Πρόκειται για ένα συναίσθημα γνήσια θρησκευτικό που δεν έχει καμία σχέση με το μυστικισμό.
1954 ή 1955. Αναφέρεται στο βιβλίο των Dukas και Hoffmann, Albert Einstein, the Human Side, σελ. 39.

Η ηθική αξία του ανθρώπου δεν μετριέται από το ποιες είναι οι θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά μάλλον από το ποια συγκινησιακά ερεθίσματα δέχθηκε από τη φύση κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στην Αδελφή Margrit Goehner, Φεβρουάριος 1955. Αρχείο Αϊνστάιν 59-831.

Η επιστημολογία χωρίς επαφή με την επιστήμη καταλήγει να είναι σχήμα κενό. Η επιστήμη χωρίς επιστημολογία είναι —αν μπορεί να διανοηθεί κανείς κάτι τέτοιο— πρωτόγονη και θολή.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Schilpp, Albert Einstein: Philosopher- Scientist, σελ. 5.

Έτσι ανέπτυξα… μια βαθιά θρησκευτικότητα που όμως τελείωσε απότομα στην ηλικία των δώδεκα ετών. Διαβάζοντας εκλαϊκευμένα επιστημονικά βιβλία απέκτησα σύντομα τη βεβαιότητα ότι το μεγαλύτερο μέρος των ιστοριών της Βίβλου δεν μπορεί να είναι αληθινό… Η δυσπιστία μου απέναντι σε κάθε είδους αυθεντία μεγάλωσε μέσα απ’ αυτή την εμπειρία… κι αυτή τη στάση δεν την εγκατέλειψα ποτέ.
Όπ.π., σελ. 9.

Εκεί πάνω βρισκόταν αυτός ο τεράστιος κόσμος που υπάρχει ανεξάρτητα από εμάς, τα ανθρώπινα όντα, και στέκεται μπροστά μας σαν ένας μεγάλος, αιώνιος γρίφος, ο οποίος, μερικώς τουλάχιστον, είναι προσιτός στην παρατήρηση και τη σκέψη μας. Η ενατένιση αυτού του κόσμου μου έγνεψε σαν απελευθέρωση, και σύντομα παρατήρησα ότι πολλοί άνθρωποι που είχα μάθει να τους εκτιμώ και να τους θαυμάζω είχαν βρει εσωτερική ελευθερία και ασφάλεια στην αφοσιωμένη ενασχόλησή τους μ’ αυτόν.
Όπ.π., σελ. 95.

Δεν είναι όλα στη φιλοσοφία τόσο μελιστάλαχτα γραμμένα; Ίσως κάτι στην αρχή φαίνεται σαφές, όταν όμως το ξανακοιτάξεις, έχει εξαφανιστεί. Απομένει μόνο το χαρτί.
Αναφέρεται στο βιβλίο των Rosenthal-Schneider, Reality and Scientific Truth, σελ. 90.

Οι απόψεις μου συγγενεύουν με του Σπινόζα: θαυμασμός για την ομορφιά και πίστη στη λογική απλότητα της τάξης και της αρμονίας που μπορούμε να αντιληφθούμε με τρόπο ταπεινό και ατελή μόνο. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την ατελή μας γνώση και κατανόηση και ότι πρέπει να θεωρούμε τις αξίες και τις ηθικές υποχρεώσεις αποκλειστικά ανθρώπινα προβλήματα.
Αναφέρεται στο βιβλίο του Hoffmann, Albert Einstein: Creator and Rebel, σελ. 95.

Η θρησκεία μου συνίσταται στον ταπεινό θαυμασμό προς το απεριόριστα ανώτερο πνεύμα που αποκαλύπτεται στις μικρότατες λεπτομέρειες τις οποίες είμαστε ικανοί να αντιληφθούμε με την εύθραυστη και αδύναμη νόησή μας. Αυτή η βαθιά συναισθηματική βεβαιότητα για την παρουσία μιας ανώτερης λογικής δύναμης, που αποκαλύπτεται στο ακατανόητο σύμπαν, συνιστά τη δική μου ιδέα του Θεού.
Αναφέρεται στη νεκρολογία της εφημερίδας The New York Times, 19 Απριλίου 1955.

(από το βιβλίο: Εγώ, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1998, σελ. 157-169)

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Οι Μεγάλοι Επιστήμονες μιλούν για το Θεό

Συγγραφέας: kantonopou στις 9 Ιουνίου 2018

Σημείωση: Όλες οι πηγές και οι ακριβείς παραπομπές σε αυτές παρατίθενται στα βιβλία που αναφέρονται στη Βιβλιογραφία στο τέλος.

Πλάτων
«Ο Θεός αεί γεωμετρεί»
«Ο Θεός έπλασε τον κόσμο κατά θεία αρμονία, όπως αυτή εκφράζεται με την μουσική κλίμακα»

Νικόλαος Κοπέρνικος, 1473-1543
(ιερέας, υποστηρικτής του ηλιοκεντρικού συστήματος)

– «Η αστρονομία είναι η κορυφή όλων των πνευματικών τεχνών και πρέπει να θεωρείται η περισσότερο ευγενής ενασχόληση του ελεύθερου ανθρώπου, από όλους τους κλάδους των μαθηματικών. Όπως είναι ίδιον όλων των ευγενών τεχνών να προφυλαχτούν από την κακία, το δε ανθρώπινο πνεύμα να ασχολείται με καλύτερα πράγματα, αυτό η αστρονομία πρέπει να το πραγματοποιήσει σε μεγαλύτερο βαθμό. Και τούτο διότι δίδει μεγάλη απόλαυση στο πνεύμα. Διότι ποιος δεν διαβλέπει την εσωτερική και πληρεστάτη τάξη, που κατευθύνεται από τη θεία σοφία και δεν ωθείται προς τα υψηλά και δεν οφείλει να θαυμάζει τον Αρχιτέκτονα όλων των πραγμάτων, στον οποίο υπάρχει η ύψιστη μακαριότης και κάθε καλό;»

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

– «μικρή μόνον πόσις από το ποτήριο της φιλοσοφίας οδηγεί ίσως στην αθεΐα· ισχυρότερες όμως ροφήσεις επανάγουν στη θρησκεία»

– «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

– «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

– «Ότι υπάρχει Θεός και κυβερνά πάντα, ότι είναι παντοδύναμος και σοφός και αγαθός (πάντων προνοητής, ότι αμείβει τις πράξεις εκάστου και προσήκει να λατρεύεται, όλα αυτά εννοούνται από τον φυσικό νου και αποτελούν το περιεχόμενο της φυσικής θεολογίας»

– «Του όλου βίου πρέπει να δεσπόζει η αγάπη, η μετά προθυμίας αφοσίωση στο κοινό αγαθό, που επιτάσσεται και από το φυσικό νόμο και από το Ευαγγέλιο· αυτή ανυψώνει τον άνθρωπο στο Θεό και πορίζει στην ψυχή την υπέρτατη ευγένεια»

– «Οι ανακαλύψεις είναι κατά κάποιο τρόπο νέες δημιουργίες και απομιμήσεις των θείων έργων»

Κέπλερ Ιωάννης, 1571-1630,
(ονομάστηκε ο «Νομοθέτης του Ουρανού»)

– «Θεωρώ ως διάταξη της θείας Πρόνοιας το ότι ακριβώς κατά την άφιξή μου (πλησίον του Τύχωνος Μπράχε) είχε ερευνηθεί ο Άρης. Δια της κινήσεως του αστέρος τούτου οφείλουμε να φθάσουμε στα απόρρητα της αστρονομίας ή να μείνουμε σε διαρκή άγνοια» (έγραψε το 1609)

– «Θεωρώ ως δικαίωμα, μάλιστα ως καθήκον να ερευνώ κατά τρόπο προσεκτικό τους αριθμούς τις μάζες, τα βάρη και τον κανόνα, κατά τον οποίο ο πάνσοφος Δημιουργός δημιούργησε τα πάντα. Διότι τα μυστικά του σχεδίου του δεν είναι τέτοια, ώστε να είναι απαγορευμένη η έρευνά τους, αλλά πολύ περισσότερο μας παρουσιάζονται ως ένα κάτοπτρο εμπρός στους οφθαλμούς μας, εις τρόπον ώστε, όταν τα εξετάζουμε, να διαβλέπουμε κάπως την καλωσύνη και την σοφία του Δημιουργού».

– «Έχασα πολύ χρόνο σ’ αυτή την αναζήτηση, σ’ αυτό το παιχνίδι με τους αριθμούς, αλλά δεν μπορούσα να βρω μία τάξη ούτε στις αριθμητικές αναλογίες ούτε στις αποκλίσεις αυτών των αναλογιών. Τελικά σε μία τελείως ασήμαντη ευκαιρία πλησίασα στην πραγματικότητα(…). Προσευχόμουν πάντοτε στο Θεό να κάνει να πετύχουν τα σχέδιά μου, αν αυτό που είχε πει ο Κοπέρνικος ήταν αληθινό» (στον Πρόλογο του Mysterium Cosmographicum 1597)

– «Μέγας ο Κύριος ημών και μεγάλη η ισχύς αυτού και της συνέσεως αυτού ουκ έστιν αριθμός. Αινείτε αυτόν οι ουρανοί, αινείτε αυτόν ήλιος, σελήνη και πλανήται, εν πάση αισθήση προς το κατανοείν, εν πάση γλώσση προς το προσφωνείν τον Δημιουργόν σας. Αινείτε αυτόν ουράνιαι αρμονίαι, αινείτε αυτόν οι αυτήκοοι των εξαιρέτων αρμονιών. Αίνει και συ ψυχή μου, Κύριον τον Δημιουργόν σου, έως υπάρχω. Ότι εξ’ Αυτού και δι’ Αυτού και εις Αυτόν τα πάντα, και τα αισθητά και τα νοερά· τόσο εκείνα τα οποία αγνοούμε, όσο και εκείνα τα οποία γνωρίζουμε-ελαχίστη μερίς εκείνων. Διότι μέχρι τώρα τα περισσότερα είναι επέκεινα. Ατώ ο αίνος, η τιμή και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμην» (επίλογος στο έργο του «Αρμονία του Κόσμου»)

– «Οι ουράνιες κινήσεις δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αιώνιο τραγούδι για πολλές φωνές. Δεν πρέπει να απορούμε λοιπόν αν ο άνθρωπος, μιμούμενος τον Δημιουργό του, ανακάλυψε επί τέλους την τέχνη του άσματος, που δεν γνώριζαν οι αρχαίοι» (στο βιβλίο Η αρμονία του Κόσμου 1618)

– «Μέχρις εδώ φθάνει ό,τι μπόρεσα να νοήσω περί του δημιουργικού έργου του Θεού. Τώρα δε έχω καθήκον να απομακρύνω οφθαλμούς και χείρας από το χειρόγραφον, να τα υψώσω εις τον ουρανόν για να ικετεύσω ευλαβώς και ταπεινώς τον Πατέρα των ουρανίων φώτων. Ω Συ, ο οποίος διεγείρεις εις ημάς τον πόθο προς το φυσικό φως της γνώσεως· Συ, ο οποίος στρέφεις ημάς προς το φως των αστέρων, για να μας βοηθήσεις και οδηγήσεις εις το κράτος της δόξης σου. Σε ευχαριστώ, Κύριε Θεέ μου, διότι με αναζωογονείς δια των θαυμασίων έργων σου και διότι αγάλλομαι από τα έργα των χειρών σου»

– «Είμαι Χριστιανός· διδάχτηκα την πίστη από τους γονείς μου. Την ενστερνίστηκα ερευνώντας συνεχώς και με καθημερινά ερωτήματα τα θεμέλιά της και κρατώ σ’ αυτήν. Δεν έμαθα ποτέ να υποκρίνομαι. Παίρνω την πίστη στα σοβαρά και δεν παίζω μαζί της» (επιστολή του 1598)

– «Όλοι είμεθα (και μάλιστα εγώ) εφήμεροι. Εγώ, πράγματι, σπεύδω δια να δημοσιεύονται αυτά όσο το δυνατόν ταχύτερα, προς δόξαν Θεού, δι όποιον θέλει εκ τους βιβλίου της φύσεως να γνωρίζει τον εαυτό του. Όσο περισσότερο μετά ταύτα οι άλλοι ήθελον οικοδομήσει επ’ αυτών, τοσούτω μάλλον θα χαίρω· διόλου δεν θα φθονώ. Αυτά ηυχήθην εις τον Θεόν. Αυτήν την βεβαίων γνώμην έχω. Ήθελον να ήμην θεολόγος. Επί πολύ ελυπούμην δι’ αυτό. Ιδού όμως ότι ο Θεός δοξάζεται πλέον εις την αστονομίαν δι’ εμού. Τέλος δε μετά του Πέτρου αναφωνώ:»Έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί εγώ»» (επιστολή στον Μαίστλιν)

– «(να πετύχω) ώστε η πίστη περί της δημιουργίας των πραγμάτων στερεώνεται με αυτό το εξωτερικό στήριγμα, ώστε να γίνεται γνωστή η φύση του δημιουργικού νου και αποδεικνύεται σε μας καθημερινά μεγαλύτερη η ανεξάντλητη Εκείνου σοφία. Εις τρόπον ώστε ο άνθρωπος να μετρά τις δυνάμεις του νου του και να νοεί με τον ακριβή κανόνα, αφού ο Θεός έχει κτίσει τα πάντα εις όλον τον κόσμο με γνώμονας ποσότητας, και αυτόν ακόμη τον νου, ο οποίος εδόθη εις τον άνθρωπον και ο οποίος τοιαύτα συλλαμβάνει» (επιστολή)

– «Όταν εργάζομαι μέσα στην δημιουργία, είναι σαν να αγγίζω τον Θεό με τα χέρια μου»

– «Οι αστρονόμοι ως ιερείς του Θεού εις το βιβλίον της επιστήμης, πρέπει να έχουν σταθερώς στο νου τους όχι τη δόξα του δικού τους λογικού, αλλά πέρα από κάθε τι άλλο την δόξα του Θεού» (επιστολή στον Herwart)

– «Εάν ο νους γυμνωθεί από τις ιδέες των θείων πραγμάτων, καταλήγει σε απλές αρνήσεις»

– «Η επιθυμία μου είναι να δυνηθώ να διακρίνω το Θεό, τον οποίο ευρίσκω παντού εις τον εξωτερικόν κόσμον, κατά τον ίδιο τρόπο και εντός του εαυτού μου» (στο Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, W.Durant τόμος Ζ σελ. 658-659)

– «Η αστρονομία έχει μία νόθο θυγατέρα, την αστρολογία, αλλά αυτή οφείλει να τρέφει τη μητέρα της!». «(η αστρολογία) είναι το μωρόν (ανόητο) θυγάτριον της ευϋπολήπτου και γνωστικής μητρός αστρονομίας»

– «Όταν ζούσα μετρούσα τα ουράνια, τώρα τα έρημα σκοτάδια.
Από το Θεό ήλθε το πνεύμα, δεν το σκιάζει η μαύρη γη»
(επίγραμμα στον τάφο του, το οποίο συνέταξε ο ίδιος)

Γαλιλαίος 1564-1642

– «Ο θείος αρχιτέκτων εδημιούργησε πρώτον τον Ήλιον και επόρισε σε αυτόν θέση πάγια, έπειτα δεν εσχημάτισε πόρρω εν τω χώρω τους πλανήτες και αφήκεν αυτούς από της θέσεώς τους εκείνης να φέρωνται περί τον έλκοντα Ήλιον… Ούτω πίπτοντας τους πλανήτας απεμάκρυνεν εν τινί στιγμή ο Θεός, έκαστον αυτων, από της τοιαύτης κινήσεως και έδωκε τροχιά κυκλική»

– «Πρέπει να σας πω κάτι, το οποίο άκουσα από έναν διάσημο εκκλησιαστικό άνδρα της εποχής μου, τον Καρδινάλιο Βαρόνιο: «Πρόθεση του Αγίου Πνεύματος είναι να μας διδάξει πώς πηγαίνει ένας προς τον ουρανό, και όχι πώς κινούνται οι ουρανοί»

– «Η φιλοσοφία είναι γραμμένη σε αυτό το μεγάλο βιβλίο, το οποίο βρίσκεται αδιαλείπτως μπροστά στα μάτια μας (εννοώ το Σύμπαν), αλλά δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε, αν δεν μάθουμε πρώτα τη γλώσσα και αν δεν συλλάβουμε τους χαρακτήρες, με τους οποίους είναι γραμμένο. Είναι γραμμένο στη γλώσσα των μαθηματικών και οι χαρακτήρες είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία είναι ανθρωπίνως αδύνατον να κατανοήσουμε έστω και μια λέξη από αυτό και χωρίς αυτά κάποιος περιπλανιέται άσκοπα μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο» (στο έργο του Il Saggiatore 1623)

– «Τείνω να πιστεύω πως η αυθεντία της Αγίας Γραφής έχει στόχο να πείσει τους ανθρώπους για αυτές τις αλήθειες, που είναι απαραίτητες για τη σωτηρία τους και οι οποίες, απέχοντας πολύ από το να κατανοηθούν από τον άνθρωπο, δεν μπορούν να γίνουν αξιόπιστες με κάθε μάθηση ή οποιοδήποτε άλλο μέσο, παρά με την αποκάλυψη από το άγιο Πνεύμα. Όμως το να λένε πως ο Θεός, που μας προίκισε με αισθήσεις, λογική και κατανόηση, δεν μας επιτρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε και επιθυμεί να μας γνωστοποιήσει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τούτη τη γνώση, την οποία είμαστε σε θέση να αποκτήσουμε από μόνοι μας μέσω αυτών των δυνατοτήτων, αυτό μου φαίνεται αδύνατο να το πιστέψω, ιδιαίτερα όσον αφορά εκείνες τις επιστήμες, για τις οποίες η Αγία Γραφή περιέχει ελάχιστα αποσπάσματα και ποικίλα συμπεράσματα. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει με την αστρονομία, για την οποία αναφέρονται τόσο λίγα, που ακόμη και οι πλανήτες δεν απαριθμούνται όλοι» (Επιστολή προς τον Καστέλι)

– «Δεν αισθάνομαι υποχρεωμένος να πιστεύω ότι, ο ίδιος εκείνος Θεός, ο οποίος μας επροίκισε με νόηση, λογική και διάνοια θέλησε να παραιτηθούμε από τη χρήση του» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 666)

– «Η Αγία Γραφή και τα φαινόμενα της φύσης προχωρούν ομοίως από τον ιερό Λόγο, η πρώτη ως υπαγόρευση του Αγίου Πνεύματος και τα δεύτερα ως ο παρατηρητικός εκτελεστής των εντολών του Θεού» (Letter to the Grand Duchess)

– «(μετά την καταστροφή της όρασής του το 1638). Αυτό το σύμπαν, το οποίο έχω διατρέξει χίλιες φορές,… έχει περιοριστεί τώρα στον ελάχιστο χώρο του σώματός μου. Έτσι το θέλησε ο Θεός· για αυτό πρέπει να το αποδεχτώ και εγώ» (Παγκόσμιος Ιστορία Πολιτισμού, Will Durant τόμος Ζ σελ. 671)

Καρτέσιος 1596-1650
(μαθηματικός, φυσικός και φιλόσοφος)

– «Εκ του ότι υπάρχω και έχω την παράστασιν όντος τελειοτάτου, συνάγω εναργέστατα (=ξεκάθαρα) την ύπαρξη του Θεού».

– «Σκέπτομαι, άρα υπάρχω».
«Σκέπτομαι, άρα υπάρχει Θεός»

– «Εάν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, που δεν είναι αρκετά πεπεισμένοι για την ύπαρξη του Θεού και της ψυχής τους, ας μάθουν ότι όλα τα άλλα πράγματα, για τα οποία νομίζουν ίσως ότι είναι βεβαιότεροι, όπως ότι έχουν σώμα και ότι υπάρχει η Γη και οι αστέρες και τα παρόμοια, είναι λιγότερο βέβαια».

– «Ο Θεός όταν με δημιούργησε έθεσε μέσα μου αυτήν την ιδέα, για να είναι αυτή, ωσάν το σήμα του Δημιουργού, χαραγμένη επί του έργου του… Θέλω να εξετάσω, εάν εγώ ο ίδιος που έχω αυτήν την ιδέα του Θεού, θα μπορούσα να υπάρχω, εάν δεν υπήρχε Θεός. Και διερωτώμαι, πόθεν θα είχα την ύπαρξή μου; Είναι φανερό ότι δεν οφείλω την ύπαρξή μου εις τον εαυτόν μου, διότι εάν ήμουν ικανός να δώσω εις τον εαυτόν μου ύπαρξιν, θα έδινα ταυτόχρονα όλες τις τελειότητες που μου λείπουν… Μήπως προέρχομαι από τους γονείς μου; Αλλά δεν είναι αυτοί που με διατηρούν ή με καθιστούν ον σκεπτόμενο. Εάν εξακολουθήσω έτσι σκεπτόμενος, από αιτίας εις αιτίαν, θα βρω την τελευταία αιτία· και η αιτία αυτή είναι ο Θεός»

– «Το γενικό αίτιο της κινήσεως δεν δύναται να είναι κανένα άλλο προφανώς, παρά ο Θεός, ο οποίος εις την αρχή εδημιούργησε ταυτοχρόνως ύλη και κίνηση και ηρεμία αυτής, ώστε να διατηρούνται εις τον κόσμον τόσο πολλές καταστάσεις κινήσεως και ηρεμίας, όπως αρχικώς τις είχε δημιουργήσει».

– «Ο Θεός υπάρχει· και το συμπέρασμα αυτό δεν είναι λιγότερο σαφές και προφανές από το ότι ο αριθμός δύο είναι άρτιος. Αλλά εις την περίπτωσιν αυτήν πρέπει να είμαστε απαλλαγμένοι από κάθε προκατάληψη, να έχουμε τη δύναμη να αποσπάσουμε το πνεύμα μας από τις αισθήσεις μας, και την δύναμη να απαλλαγούμε από την αλαζονεία και από το πνεύμα της αντιφάσεως»

– «Η ύπαρξη δεν μπορεί πλέον να διαχωρίζεται από την έννοια του Θεού, όπως δεν μπορεί να διαχωριστεί από την έννοια του τριγώνου το γεγονός, πως οι γωνίες του τριγώνου ισούνται με δύο ορθές γωνίες»

Σερ Φράνσις Μπέικον 1561-1626

– «Μόνον η ημιμάθεια απομακρύνει από το Θεό, ενώ η αληθής επιστήμη οδηγεί εις Αυτόν»

– «Ο Θεός δεν κάνει θαύματα για να πείσει τους αθέους, γιατί και τα συνηθισμένα έργα του, μπορούν να πείσουν»

Πασκάλ Βλάσιος, Blaise Pascal 1623-1662,
(μέγας μαθηματικός και φιλόσοφος)

– «Όχι μόνο δεν γνωρίζουμε το Θεό παρά μόνο δια του Ιησού Χριστού, αλλά ούτε και τον εαυτό μας γνωρίζουμε χωρίς τον Ιησού. Δεν γνωρίζουμε τη ζωή, τον θάνατο, παρά μόνο δια του Ιησού. Μακράν του Ιησού δεν γνωρίζουμε ούτε τι είναι η ζωή μας, ούτε ο θάνατος, ούτε ο Θεός, ούτε ο εαυτός μας. Χωρίς την Γραφή, η οποία έχει τον Ιησού Χριστό ως αντικείμενο, δεν γνωρίζουμε τίποτα και δεν βλέπουμε παρά σκότος και σύγχυση εις την φύσιν του Θεού και εις την ιδίαν μας φύσιν».

– «Κανείς δεν είναι ευτυχής σαν τον αληθινό Χριστιανό, ούτε λογικός, ούτε ενάρετος, ούτε αγαπητός»

– «Υψώνω τα χέρια προς τον ελευθερωτή μου, ο οποίος αφού προφητεύτηκε επί τέσσερις χιλιάδες χρόνια, ήλθε να πεθάνει και να πεθάνει για μένα στη γη, στο χρόνο και υπό τις συνθήκες που είχαν προφητευτεί· και με την χάρη του περιμένω τον θάνατο με ειρήνη, με την ελπίδα ότι θα ενωθώ μαζί του αιωνίως. Αλλά και ζω παρόλ’ αυτά με χαρά, είτε μέσα στα αγαθά που ευαρεστείται να μου δίνει, είτε μέσα στα δυσάρεστα που μου στέλνει για το καλό μου και που με έμαθε να υποφέρω με το παράδειγμά Του»

– «Η φύση παρουσιάζει τελειότητες, για να δείξει ότι είναι εικόνα Θεού, και ελαττώματα, για να δείξει ότι δεν είναι παρά μονάχα εικόνα του»
(Σκέψεις (416) σελ. 162, εκδ. Καστανιώτη)

Μπόϋλε, R. Boyle, 1627-1691
(ο πατήρ της αναλυτικής χημείας)
– «Το Ευαγγέλιο περιλαμβάνει πράγματι και αναπτύσσει ολόκληρο το μυστήριο της λυτρώσεως του ανθρώπου, τόσο, όσο είναι αναγκαίο να γνωρίσουμε για να σωθούμε».

– «Όλα τα βιβλία του κόσμου, ακόμη και τα άριστα μεταξύ αυτών, συγκρινόμενα με την Αγία Γραφή, δεν είναι παρά πλανήτες, που έχουν όλο το φως και όλη την αίγλη τους από τον Ήλιο».

– «Η γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων γίνεται με το φως της φύσεως και τελειοποιείται από την πληροφορία των Γραφών»

– «Όση θαυμαστή καλλιτεχνία και αν έχει επιδείξει ο Θεός ανά το σύμπαν, δεν μπορούν να την κατανοήσουν τα μάτια που κλείνουν πεισμόνως και την προσβάλλον με το να μην κρίνουν αξίως αυτό που βλέπουν. Τα ζώα κατοικούν εις τον κόσμον και τον απολαμβάνουν· ο άνθρωπος, να θέλει να κάνει κάτι περισσότερο, οφείλει να τον μελετά και να τον αποπνευματώνει»

– «Ο Θεός έχοντας άπειρη γνώση και δημιουργός όντας του λογικού μας είναι αδύνατον να υποθέσουμε ότι μας αναγκάζει να παραδεχτούμε αντιφάσεις».

– «Είναι δύσκολο να δώσουμε μία ικανοποιητική έκθεση των φυσικών φαινομένων, χωρίς να παραδεχτούμε έναν Δημιουργό Νουν»

– «Η θεώρηση του μεγέθους, του κάλλους και των κανονικών κινήσεων των ουρανίων σωμάτων· η εξαιρετική κατασκευή των ζώων και των φυτών· προς τούτοις ένα πλήθος άλλων φαινομένων της φύσεως και η υποταγή των περισσότέρων εξ’ αυτών εις τον άνθρωπον οδηγούν αυτόν ως λογικό πλάσμα να συμπεράνει ότι αυτό το μεγάλο, ωραίο, κανονικό και από πολλών απόψεων θαυμαστόν σύστημα πραγμάτων, το οποίο ονομάζουμε κόσμο, κατασκευάστηκε από έναν Δημιουργό εις ύψιστον βαθμόν ισχυρόν, σοφόν και αγαθόν· αυτό δύσκολα μπορεί να το αρνηθεί ένας νοήμων και απροκατάληπτος μελετητής»

Λάϊμπνιτς 1646-1716
(φυσικομαθηματικός και φιλόσοφος)

– «Ο Θεός ευχαριστείται εις τους περιττούς αριθμούς»

– «Ο Ιησούς Χριστός, ο θείος Ιδρυτής της καθαροτέρας και φωτισμένης θρησκείας… τελειώνων εκείνο το οποίο είχε αρχίσει ο Μωϋσής, θέλησε να μην είναι η θεότης το αντικείμενο μόνο του φόβου και του σεβασμού μας, αλλά ακόμη της αγάπης μας και της στοργής μας. Έτσι έκανε τους ανθρώπους ευτυχείς εκ των προτέρων και τους έδινε εδώ, εις την γη μία πρόγευση της μελλούσης μακαριότητας. Διότι δεν υπάρχει τίποτα τόσο ευχάριστο, όσο το να αγαπά κανείς κάτι που είναι άξιο αγάπης. Αγάπη είναι η ψυχική διάθεση, που μας κάνει να βρίσκουμε ευχαρίστηση στις τελειότητες εκείνου που αγαπάμε. Δεν υπάρχει δε τίποτα τελειότερο από τον Θεόν, τίποτε πλέον αξιαγάπητο. Για να τον αγαπήσεις, αρκεί να ατενίζεις τις τελειότητές του· πράγμα εύκολο, διότι βρίσκουμε μέσα μας τις ιδέες εκείνου. Οι τελειότητες του Θεού είναι εκείνες της ψυχής μας, αλλά εκείνος τις κατέχει χωρίς όρια. Είναι ένας ωκεανός, από τον οποίο δεν έχουμε πάρει παρά σταγόνες. Υπάρχει μέσα μας κάποια δύναμη, κάποια γνώση, κάποια αγαθότης· αλλά υπάρχουν αυτές ολόκληρες στο Θεό. Η τάξις, οι αναλογίες, η αρμονία μάς ενθουσιάζουν· δείγματα αυτών είναι η ζωγραφική και η μουσική· ο Θεός είναι η πάσα τάξις, τηρεί πάντοτε την ακρίβεια των αναλογιών, κάνει την παγκόσμια αρμονία· όλη η ωραιότης είναι μία έκχυσις των ακτίνων του» (Πρόλογος στο Δοκίμιον Θεοδικίας)

– «Λόγος περί συμφωνίας πίστεως και λογικής. …. Την διάκρισιν μεταξύ εκείνου που είναι υ π έ ρ  λ ό γ ο ν (υπέρλογο) και εκείνου που είναι π α ρ ά  λ ό γ ο ν (παράλογο)… Διότι εκείνο που είναι παρά λόγον είναι εναντίον προς τις αλήθειες τις απολύτως βέβαιες και αναγκαίες· και εκείνο που είναι υπέρ λόγον είναι αντίθετο μόνο με τα συνήθη δεδομένα της πείρας ή της αντίληψης. Δια τούτο εκπλήσσομαι ότι υπάρχουν άνθρωποι του πνεύματος, οι οποίοι πολεμούν αυτήν την διάκριση… Είναι ασφαλώς πολύ καλά θεμελειωμένη. Μία αλήθεια είναι υπέρ λόγον, όταν ο νους μας (ή και κάθε νους δημιουργημένος)δεν μπορεί να την κατανοήσει· και τέτοια είναι κατά τη γνώμη μου, η Αγία Τριάς, τέτοια είναι τα θαύματα που είναι έργα μόνου του Θεού, όπως επί παραδείγματι η Δημιουργία… Αλλά μία αλήθεια δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ αντίθετη με τη λογική… Δεν υπάρχουν λόγοι, όσο και αν φαίνονται τέτοιοι, οι οποίοι να αντιτίθενται κατά της πίστεως, δηλαδή κατά της βεβαιότητος ή εναντίον της εμπιστοσύνης εις τον Θεόν, με την οποία μπορούμε και πρέπει να πούμε ότι ο Θεός έπλασε τα πάντα όπως πρέπει. Οι ενστάσεις δεν είναι διόλου άλυτες. Δεν περιέχουν παρά προκαταλήψεις και αληθοφάνειες, οι οποίες αναιρούνται από λόγους ασυγκρίτως ισχυρότερους.. Δεν έχουμε ανάγκη να απαρνηθούμε τη λογική για να ακούσουμε την πίστη, ούτε να βγάλουμε τα μάτια μας για να δούμε καθαρά, όπως έλεγε η βασίλισσα Χριστίνα· αρκεί να απορρίψουμε τις συνήθεις επιπόλαιες και επιφανειακές γνώσεις μας, όταν αυτές είναι αντίθετες προς τα μυστήρια. Μία τέτοια απόρριψη δεν είναι διόλου αντίθετη  στη λογική, εφόσον και εις τα φυσικά κόμη πράγματα βγαίνουμε πολύ συχνά από την απάτη των εξωτερικών δια της εμπειρίας ή δια λόγων ανωτέρων… Η πίστη θριαμβεύει εναντίον των ψευδών λόγων με λόγους ισχυρούς και ανώτερους, οι οποίοι μας κάνουν να την εγκολπωθούμε»

 – «Από την υπέρτατη τελειότητα του Θεού συνάγεται ότι, όταν δημιούργησε το σύμπαν, διάλεξε το καλύτερο δυνατό σχέδιο, που περιλάμβανε την μεγαλύτερη ποικιλία, σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη δυνατή τάξη· την καλύτερη ρύθμιση ως προς την κατάσταση, τον τόπο και τον χρόνο· το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με τα απλούστερα μέσα· την περισσότερη δύναμη, γνώση, ευτυχία και καλοσύνη στα δημιουργήματα, που ήταν δυνατόν να χωρέσει το σύμπαν. Διότι, αφού όλα τα δυνατά πράγματα έχουν δικαίωμα στην κατανόηση του Θεού να υπάρχουν, αναλόγως του βαθμού τελειότητάς τους, αποτέλεσμα όλων αυτών των δικαιωμάτων πρέπει να είναι αυτός ο τελειότερος δυνατός υπάρχων κόσμος» Παγκόσμιος Ιστορία του Πολιτισμού, Will Durant τόμος Η σελ. 753)

– «Αρχίζω πάντοτε ως φιλόσοφος, αλλά τελειώνω πάντοτε ως θεολόγος» (ο.π. σελ. 757)

– «Πιστεύω ότι ακριβώς εκεί πρέπει να αναζητήσουμε την αρχή όλων των υπάρξεων και των νόμων της φύσης· επειδή ο Θεός μας προτείνει πάντα το καλύτερο και το πιο τέλειο. Εκείνος δεν κάνει τίποτα τυχαία και δεν μοιάζει με μας, στους οποίους μερικές φορές διαφεύγει αυτό που είναι το καλύτερο. Όλοι εκείνοι που βλέπουν τη θαυμαστή δομή των ζώων καταλήγουν να γνωρίσουν τη σοφία του δημιουργού των πραγμάτων· και εκείνους που έχουν κάποιο συναίσθημα ελέους και μια κάποια ευαισθησία για την αληθινή φιλοσοφία, εγώ τους συμβουλεύω να μην ακούνε τις θεωρίες κάποιων υποτιθέμενων δυνατών πνευμάτων, σύμφωνα με τα οποία βλέπουμε γιατί έχουμε μάτια, χωρίς τα μάτια να έχουν γίνει για να βλέπουμε» (στο «Μεταφυσικός Διάλογος»)

– «Και ο Θεός είναι ένας τεχνίτης, ο οποίος διαθέτει επαρκείς ικανότητες για να δημιουργήσει μια μηχανή χίλιες φορές πιο ευφυή από εκείνη του σώματός μας, χωρίς να χρησιμοποιήσει τίποτα άλλο παρά κάποιο αρκετά απλό υγρό, το οποίο θα έχει δημιουργηθεί έτσι ώστε να αρκούν οι συνήθεις νόμοι της φύσεως για να το αναπτύξουν όπως πρέπει, με σκοπό να παράγουν ένα αποτέλεσμα τόσο θαυμαστό· αλλά είναι αλήθεια, επίσης, ότι αυτό δεν θα συνέβαινε αν ο δημιουργός της φύσης δεν ήταν Θεός» (ο.π.)

– «Έτσι το σύμπαν είναι με κάποιο τρόπο πολλαπλασιασμένο τόσες φορές όσες είναι και οι ουσίες και η δόξα του Θεού πολλαπλασιάζεται και αυτή με τον ίδιο τρόπο από τις τόσες παραστάσεις –όλες διαφορετικές- του έργου του. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι κάθε ουσία με κάποιο τρόπο φέρει μέσα της τον χαρακτήρα της άπειρης σοφίας και της παντοδυναμίας του Θεού και ότι τον μιμείται όσο μπορεί» (ο.π.)

Νεύτων Ισαάκ 1643-1727
(ο «πατήρ της φυσικής και της ουρανίου μηχανικής»)

– «Είναι τυφλός εκείνος που δεν βλέπει αμέσως στην αρίστη και σοφοτάτη διάταξη των όντων, την άπειρη σοφία και αγαθότητα του παντοδυνάμου Δημιουργού, μωρός δε (=ανόητος) εκείνος που δεν τον ομολογεί»

– «Ο Θεός κυβερνά όλα τα πράγματα και γνωρίζει όλα τα πράγματα, που υπάρχουν και εκείνα που μπορεί να υπάρξουν… Είναι παρών σε όλους τους τόπους, είναι περισσότερο ικανός με τη θέλησή του να κινήσει τα σώματα δια του απεριορίστου και ομοιομόρφου αισθητηρίου του και δια του τρόπου αυτού να διαμορφώσει και αναμορφώσει τα μέρη του σύμπαντος, παρ’ όσον εμείς με τη θέλησή μας μπορούμε να κινούμε τα μέρη του δικού μας σώματος» (στο έργο του Οπτικά)

– «Γιατί εκείνος ήταν [ο Θεός], που τα δημιούργησε [τα άτομα] για να τα θέσει σε τάξη. Και, εφ’ όσον το έκανε αυτό, δεν είναι φιλοσοφικό να αναζητούμε οποιαδήποτε άλλη Προέλευση του Κόσμου ή να παριστάνουμε πως προέκυψε από το Χάος με τους Νόμους της Φύσης μόνο» (στο έργο του Οπτικά)

– «Το εξαιρετικώς ωραίο αυτό σύστημα του Ηλίου, των πλανητών και των κομητών, είναι δυνατόν να προέλθει μόνο από τη σκέψη και την κυριαρχία μίας σκεπτομένης και παντοδυνάμου Yπάρξεως. Και αν τα σταθερά άστρα αποτελούν κέντρα άλλων, παρόμοιων συστημάτων, τότε πρέπει όλα αυτά, αφού δημιουργήθηκαν από έναν σοφό συμβουλάτορα, να υπόκεινται στην κυριαρχία του Ενός…Το Ον αυτό κυβερνά τα πάντα, όχι ως ψυχή του κόσμου, αλλά ως Κύριος επί πάντων… Ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανταχού παρών και δια της υπάρξεώς του παντού και πάντοτε δημιουργεί τον χρόνο και τον χώρο» (στο έργο Principia)

– «Σίγουρα ανήκει στη φυσική φιλοσοφία, το να πραγματευόμαστε το Θεό από τα φαινόμενα της φύσης» (στο έργο Principia)

– «Το Σύμπαν υπάρχει. Δια της υπάρξεως αυτής παρουσιάζεται ως γεγονός θαυμαστόν, το οποίο προϋποθέτει μίαν άπειρον δύναμιν μέσα εις αυτό. Μία ολότητα μεγαλύτερη οποιουδήποτε μέρους. Μία ενότητα διατηρούσα και συνθέτουσα όλους τους κόσμους εις ένα. Το θαύμα δεν συνίσταται εις την έλλειψιν συνδετικών κρίκων από αιτίου εις αίτιον, αλλ’ εις αυτήν ταύτην  την ύπαρξη της αλυσίδας των φαινομένων. Αυτή αποτελεί το απύθμενο μυστήριο, το αδιαμφισβήτητο θαύμα που γνωρίζουμε, το οποίο μας ανάγει στις ιδιότητες του Θεού» (στο έργο του «Principia» Αρχαί)

– «Εις την κανονικήν κίνηση των πλανητών και των δορυφόρων τους, εις την κατεύθυνση αυτών, εις το σχέδιό τους, εις τον βαθμόν της ταχύτητας ενός εκάστου εξ’ αυτών υπάρχει η σφραγίδα κάποιου σκοπού η μαρτυρία της ενεργείας μιας αιτίας, η οποία δεν είναι ούτε τυφλή ούτε τυχαία, αλλά εξόχως επιδέξια στην μηχανική και την γεωμετρία Μη αμφιβάλλετε περί τούτου. Είναι παράλογο να υποθέσει κανείς ότι η τυφλή ανάγκη δεσπόζει εις το σύμπαν, διότι η τυφλή ανάγκη, πάντοτε η ίδια, δεν είναι δυνατόν να παραγάγει την ποικιλία τω πραγμάτων, την οποία βλέπουμε. Είναι βέβαιο ότι οι παρούσαι κινήσεις των πλανητών δεν είναι δυνατόν να προέρχονται εκ μόνης της ενεργείας της έλξεως. Δια να λάβουν κίνησην περιστροφικήν περί τον ήλιον, χρειάζεται θείος βραχίων να ωθήσει αυτούς επί της εφαπτομένης της τροχιάς τους» ( επιστολή στον Bentley)

– «Υπό την άποψιν αυτήν, δύναται κανείς να πει ότι ο Θεός κατά τη δημιουργία του κόσμου ήταν πάντοτε παρών και του έδωσε μία ορισμένη διάταξη. Πράγματι ο Θεός εξέλεξε τον τελειότερον κόσμο, δηλαδή εκείνον ο οποίος συγχρόνως παρουσίαζε την μεγαλυτέρα απλότητα και με τις προϋποθέσεις πλουσιοτέρων εν αυτώ φαινομένων, όπως θα είχε μία γεωμετρική γραμμή, την οποία ευκόλως θα κατασκεύαζε και της οποίας οι ιδιότητες θα ήταν πολλές και αξιοθαύμαστες. Με την παρομοίωση αυτή δεν θέλω να παρουσιάσω μία εικόνα της θείας σοφίας, η οποία δεν μπορεί να περιγραφεί πλήρως και να υποδείξω, τι δύναται να προσφέρει το πνεύμα μας εις την μεγάλη αυτήν αλήθεια».

– «Η αντίληψη ότι ο κόσμος είναι μία γιγάντια μηχανή, που προχωρεί χωρίς την παρέμβαση του Θεού, όπως ένα ρολόι που συνεχίζει να λειτουργεί χωρίς του ωρολογοποιού τη συμβολή, είναι η αντίληψη του υλισμού και της μοιρολατρίας, και τείνει (υπό το πρόσχημα ότι καθιστά το Θεό μια υπερκόσμια διάνοια) να αποκλείσει στην πραγματικότητα τη Θεία Πρόνοια και την κυριαρχία του Θεού στον κόσμο»

– «Δεν γνωρίζω πώς μπορεί να φαίνομαι εις τον κόσμον. Εγώ όμως βλέπω τον εαυτό μου ως ένα παιδί, που παίζει εις την παραλία και διασκεδάζει βρίσκοντας πότε-πότε ένα περισσότερο λείο βότσαλο ή ένα όστρακο ωραιότερο από τα συνηθισμένα, ενώ ο μέγας ωκεανός της αλήθειας εκτείνεται εντελώς ανεξερεύνητος μπροστά μου»

– «Εάν είδα μακρύτερα από άλλους άνδρες, αυτό οφείλεται στο ότι στάθηκα επάνω εις τους ώμους γιγάντων»

– «Φυσική, φυλάξου από την Μεταφυσική»

– «Εδώ κείται ο Ισαάκ Νεύτων,- που με το μέγα πνεύμα του ερεύνησε πλανήτες, – των κομητών τις τροχιές, των θαλασσών πλημμύρες. – Πρώτος αυτός ανέλυσε τις φωτεινές ακτίνες – και των χρωμάτων έδωσε εικόνες εξαίσιες. – Την Φύσιν εμελέτησε και αρχαίες συγγραφές – και επιμελώς εισέδυσε σε Ιερές Γραφές. – Με τη ζωή, τα έργα του μάς έδειξε το δρόμο, – πώς να τιμάμε και εμείς τον θείο πλαστουργό – πιστοί στο Ευαγγέλιο, βιβλίο ιερό. – Χαρά στο γένος των θνητών τέτοια στολίδια να έχει»
(Επιγραφή στον τάφο του Νεύτωνος)

Λινναίος Κάρολος, Linnaeus, 1707-1778
(ο πατήρ της συστηματικής Βοτανικής)

– «Σκοπός της δημιουργίας του κόσμου είναι η θαυμαστή γνώσις του Θεού, όπως αυτός αποκαλύπτεται εις τα έργα της φύσεως γνωριζόμενος μόνον υπό του ανθρώπου».

– «Είδα πάρα πολλά από τα θαυμάσια έργα του Δημιουργού, εις τα οποία ευρήκα την μεγαλυτέραν χαράν μου, όσον κανείς θνητός πριν από εμέ».

 – «Όταν παρατηρούμε το πτέρωμα των πτηνών και την απαράμιλλη κατασκευή τους, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει φτερό που να μην μαρτυρεί ότι κατασκευάστηκε από τον μεγάλο Καλλιτέχνη με εξαιρετική τέχνη. Ολόκληρη η σύντομη ζωή μας δεν φτάνει για να ερευνήσουμε τον μηχανισμό τους και να αποκαλύψουμε τη σοφία που κρύβουν».

– «Η φυσική ιστορία είναι μία θεία επιστήμη. Αποκαλύπτει όχι μόνο την αιτία της δημιουργίας του ανθρώπου, αλλά ακόμη του υποδεικνύει τον ορθό δρόμο προς την γνώση της μεγαλειότητος του Δημιουργού, της πανσοφίας του, της παντοδυναμίας του, της παγγνωσίας και ευσπλαγχνίας του, χωρίς την οποία γνώση δεν θα απολάμβανε ο άνθρωπος τα προνόμια, για τα οποία τον δημιούργησε ο Θεός… Ας μην κλείνουμε λοιπόν τα μάτια της ψυχής εμπρός εις το έργο του Θεού, αλλά ας οδηγούμεθα από αυτά στο να θαυμάζουμε τον Τεχνίτη! Δια τούτο θέλουμε να αναγγέλλουμε τα θαυμάσιά σου, ω Κύριε, και είθε το ανθρώπινο γένος να διηγείται την θαυμαστή δύναμή σου! Η θεώρηση της φύσεως χαρίζει μία πρόγευση της ουρανίου ευδαιμονίας, μία διαρκή χαρά της ψυχής και μία αρχή για το πλήρες ξεδίψασμά της, που θα είναι η υψηλότερη κορυφή της ανθρώπινης ευτυχίας».

– «Ο ήλιος φωτίζει τα σώματα, η σοφία τις ψυχές. Ο κόσμος είναι ένα ανάκτορο της σοφίας του Υψίστου. Ο Θεός άναψε κάθε μία ψυχή με το δικό του πυρ. Έτσι λάμπουν όλοι οι άνθρωποι με την σοφία του εις αυτό το θέατρο, όπως ο Θεός τους έπλασε. Μερικούς τους έκανε μεγάλα φώτα, άλλους μικρά»

– «Τι το ιδιαίτερον έχει ο άνθρωπος; Μάλιστα, έχει κάτι το ιδιαίτερο· δεν είναι εις θέσιν μόνο να ακούει, να βλέπει, να οσφραίνεται, να γεύεται και να αισθάνεται, όπως τα ζώα, αλλά είναι ικανός να συλλαμβάνει την θαυμαστή σχέση όλων των φυσικών πραγμάτων, να παρατηρεί τις ιδιαίτερες ιδιότητές τους και από εκεί να υψώνεται προς τον υψηλό και αξιοθαύμαστο Τεχνίτη τους».

– «Ήλθα εις αυτόν τον κόσμον για να θαυμάζω τον Θεό, τον παντογνώστη και παντοδύναμο εν τη μεγαλειότητί του»

Ούλερ Λεονάρδος- Euler 1707-1783
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός της εποχής του)

– «Η τελειότης της διανοίας έγκειται εις την γνώσιν της αλήθειας… που έχει ως κύριο θέμα τον Θεό. Και όπως η διάνοια δεν θα μπορούσε να είναι εις ευτυχεστέραν κατάσταση παρά μόνο όταν κάνει συνεχείς προόδους εις την γνώσιν του Θεού και των έργων του, κατά παρόμοιο τρόπο και η θέληση δεν θα μπορούσε να βρεθεί εις ευτυχεστέραν διάθεση παρά όταν φτάσει εις απεριόριστη υποταγή εις το θείον θέλημα»

– «Όλη μας η ευτυχία καταλήγει εις τον Θεόν· η παραβίαση του νόμου του αναγκαστικώς θα μας σπρώξει εις το κακόν… Δεν υπάρχει τίποτε, το οποίο να είναι ικανό να κάνει τον άνθρωπο τελείως ευτυχισμένο, παρά μόνον: πρώτον μία επαρκής γνώση του θελήματος του Θεού και δεύτερον μία τελεία υποταγή της θελήσεως του ανθρώπου εις την θείαν θέλησιν».

– «Η ανάσταση του Ιησού Χριστού, είναι ένα αδιαφιλονείκητο γεγονός, και ένα παρόμοιο θαύμα δεν μπορεί να είναι παρά έργο του Θεού και μόνον, έπειτα δεν από αυτό είναι αδύνατον να υπάρχουν αμφιβολίες για την θεότητα της αποστολής του Σωτήρος. Κατ’ ακολουθίαν η διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων του είναι θεία. Και επειδή ο σκοπός της τείνει προς την αληθινή μας ευτυχία, μπορούμε να πιστέψουμε με τη σταθερότερη πεποίθηση όλες τις υποσχέσεις, τις οποίες μας δίνει το Ευαγγέλιο, τόσο για αυτήν τη ζωή, όσο και για τη μέλλουσα και να θεωρήσουμε τη χριστιανική θρησκεία έργο του Θεού που σχετίζεται με τη σωτηρία μας. Δεν είναι ανάγκη να δώσουμε περισσότερη έκταση εις αυτές τις σκέψεις, αφού είναι αδύνατον, εις όποιον έχει άπαξ πεισθεί δια την ανάσταση του Χριστού, να διατηρήσει την παραμικρή αμφιβολία για την θειότητα της Αγίας Γραφής»

Βενιαμίν Φραγκλίνος 1706-1790
(εφευρέτης του αλεξικέραυνου και Αμερικανός πολιτικός)

– «Με τη βοήθεια του Θεού εφέρθην κατά το μακρό διάστημα της ζωής μου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς δεν έχει το διακαίωμα να πει: ο Βενιαμίν Φραγκλίνος με αδίκησε»

– «Χάσαμε έναν γονέα, φίλο ανεκτίμητο και προσφιλή. Αλλά αυτή είναι η θέληση του Θεού· τα σώματά μας να απορρίπτονται, όταν η ψυχή πρόκειται να εισέλθει στην αληθινή ζωή. Η ύπαρξή μας επί της γης μόλις αξίζει το όνομα ζωή… Γιατί λοιπόν να μην χαίρουμε, όταν ένα νέο άτομο καλείται στην αιωνιότητα, να γίνει μέλος της ευτυχισμένης κοινωνίας των αθανάτων;»

– «Ενθάδε κείται το σώμα του Βενιαμίν Φραγκλίνου, τυπογράφου, ως περικάλυμμα παλαιού βιβλίου, με σχισμένα τα φύλλα, με σβησμένα τα γράμματα και το επιχρύσωμά του, βορά των σκωλήκων. Δεν θα χαθεί όμως το κείμενο του βιβλίου, διότι θα αναφανεί, όπως πιστεύει, εις νέαν έκδοση, ωραιότερη, διορθωμένη και αναθεωρημένη από τον Ποιητή» (λόγια στην επιτάφια πλάκα του τα οποια συνέταξε ο ίδιος)

– «Νέε, σε συμβουλεύω να καλλιεργήσεις τη γνωριμία σου με την Αγία Γραφή και να πιστεύεις αδίστακτα στα διδάγματά της. Αυτό αποτελεί το ασφαλές συμφέρον σου»

– «Κύριοι! Ας προσευχόμαστε. Έφθασα σε μια μεγάλη ηλικία, και όσο περισσότερο ζω, τόσο καθαρότερα βλέπω ότι η υπόθεση της ανθρωπότητας διευθύνεται από τον Θεό… Πώς μπορεί μια χώρα να στηριχτεί και να ενισχυθεί χωρίς τη βοήθειά Του; Η Αγία Γραφή μας βεβαιώνει ότι, εάν μη Κύριος οικοδομήσει οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες»

Lavoisier 1743-1794
(ο πατήρ της νεώτερης Χημείας)

«Ερωτούμε τη φύση σε κάθε στιγμή και αυτή μας απαντά μία φορά τον αιώνα και με μία μόνο λέξη»

Έρσελ Β. Herschel William 1738-1822
(αστρονόμος που ανακάλυψε πολλούς δορυφόρους πλανητών)

«Όσο περισσότερο ευρύνεται το πεδίο της επιστήμης, τόσο πολυαριθμότερες γίνονται οι αποδείξεις περί υπάρξεως παντοδύναμης δημιουργικής Πανσοφίας»

Λαεννέκ, Laennec Rene 1781-1826
(ο διασημότερος γιατρός του ΙΘ αιώνος)

– «Οι φιλοδοξίες μου είναι ελάχιστες. Αρκεί να μπορώ να ζήσω, για να γίνω ωφέλιμος εις τους άλλους. Όλα τα άλλα είμαι βέβαιος πως δεν έχουν καμία αξία. Η περιουσία, η δόξα, οι πλέον λαμπρές επιτυχίες δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την καρδιά του ανθρώπου. Επέστρεψα εις Εκείνον, ο οποίος μόνος μπορεί να δώσει την αληθινή ευτυχία. Η δόξα του κόσμου χάνεται, η αλήθεια του Κυρίου μένει εις τον αιώνα».

– «Είθε ο Θεός της ευσπλαγχνίας εμπρός εις τον οποίον θα παρουσιαστώ μετ’ ολίγον, να σας ευλογεί, αγαπητέ μου πατέρα. Ολοένα και περισσότερο προσπαθώ να καθαρίσω την ψυχή μου και με τη χάρη του Κυρίου επιθυμώ να βρεθώ την στιγμή αυτή κοντά του»

Βόλτα Αλέξανδρος, Volta Α. 1745-1827
(μεγάλος εφευρέτης στον τομέα του ηλεκτρισμού).

– «Πάντοτε εκράτησα και κρατώ ως μοναδική, αληθινή και αλάθητη την αγία χριστιανική θρησκεία και ευχαριστώ το Θεό παντοτινά που μου έδωσε αυτήν την υπερφυσική πίστη… Παρόλ’ αυτά, δεν παραμέλησα να χρησιμοποιήσω τα μέσα, έστω τα ανθρώπινα, που θα μου στερέωναν αυτήν την πίστη και να απομακρύνω όλες τις αμφιβολίες που προβάλλουν και θέτουν εις πειρασμόν. Ούτω πως εμελέτησα προσεκτικά τα θεμέλιά της και αναζήτησα εις την μελέτη βιβλίων, τόσο απολογητικών, όσο και αντιθέτων, τα υπέρ και τα κατά. Από όλα αυτά πηγάζουν τα επιχειρήματα τα πλέον ισχυρά, που την καθιστούν πολύ πιστευτή, ακόμη και εις την ανθρώπινη λογική, εις τρόπον ώστε κάθε σώος νους δεν μπορεί παρά να την εγκολπωθεί και να την αγαπήσει. Είθε μία τοιαύτη ομολογία, που επιθυμώ να γνωσθεί από όλους- διότι «ουκ επαισχύνομαι το Ευαγγέλιον»- να παράγει καλούς καρπούς!»

Λαπλάς Π. Laplace P, 1749-1827
(Γάλλος αστρονόμος και μαθηματικός)

– «Αυτό που γνωρίζουμε είναι ένα κάτι το πολύ μικρό, αλλά εκείνο, που αγνοούμε, είναι μέγιστο!» (το έγραψε πάνω από το κρεββάτι του)

– «όσο μεγαλύτερη και ευρύτερη γίνεται η περιοχή των εξερευνήσεων, τόσο περισσότερο μεγαλώνουν τα σύνορα του αγνώστου» (παρατίθεται από τον G. Gamow)

– «Προσεύχομαι εις τον Θεόν, δια να φρουρεί την ζωήν σου. Έχε Τον πάντοτε παρόντα εις τον νου σου, όπως τον πατέρα σου και την μητέρα σου…» (επιστολή στο γιο του 17/7/1809)

– «Η πιθανότης ενός τοιούτου γεγονότος (=δημιουργίας από τύχη) είναι μία στα τρισεκατομμύρια των δυνατών περιπτώσεων. Το ηλιακό σύστημα δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων».

– «Τέτοια φαινόμενα, τόσο έκτακτα, δεν είναι δυνατόν να προέκυψαν κατά τύχη. Υπολογίζοντες μαθηματικώς την πιθανότητα αυτών βρίσκουμε ότι η πιθανότης αυτή είναι μία στις 200 τρισεκατομμύρια δυνατές περιπτώσεις τουλάχιστον. Επομένως αυτά δεν είναι αποτέλεσμα τύχης, πράγμα που αποτελεί πιθανότητα κατά πολύ μεγαλύτερη των περισσοτέρων ιστορικών γεγονότων για τα οποία κανείς δεν αμφιβάλλει. Επομένως οφείλουμε να πιστεύουμε, τουλάχιστον με την ίδια πεποίθηση, ότι κάποια αιτία διηύθυνε τις κινήσεις των πλανητών» (Exposition du systeme du Monde, 1796 σ. 449)

Νταίβυ, Davy Humphry 1778-1829
(μεγάλος Άγγλος χημικός και φυσικός, ο πατήρ της ηλεκτροχημείας).

– «Κατά τη νεότητά μου ήμουν σκεπτικιστής. Νομίζω δ ότι αυτή είναι η περίπτωση των περισσοτέρων νέων που σπούδασαν και συζήτησαν λίγο και συνήθισαν να θέτουν κάποια μαθηματική στρυφνότητα εις τον τρόπο της σκέψεώς τους. Αλλά παρατηρώντας την φύση των νοητικών ιδιοτήτων των ζώων εν συγκρίσει με αυτές του ανθρώπου και εξετάζοντας τα θαυμάσια του ενστίκτου έγινα πιστός. Μου ήλθε μία ημέρα η ιδέα ότι το ένστικτο έχει αντικατασταθεί εις τον άνθρωπον από την ενέργεια του Θεού εις τας ψυχάς μας και με αυτήν την πεποίθηση η πίστη ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο… Ο αληθής χημικός βλέπει την ενέργεια του Θεού σε όλες τις ποικίλες μορφές του εξωτερικού κόσμου».

– «Δεν φθονώ κανέναν δι’ οιονδήποτε δώρο της καρδιάς ή του νου, είτε αυτό ονομάζεται μεγαλοφυΐα, είτε ικανότης και φαντασία. Εάν όμως επρόκειτο να εκλέξω, θα προτιμούσα από όλα τα άλλα δώρα την πίστη ευσεβούς καρδιάς. Αυτή κάνει τον βίο σχολή αγιότητας, πλάττει νέες ελπίδες, και όταν χαθεί κάθε γήινη ελπίς, διαχύνει τις λαμπρές της ακτίνες επάνω εις τον μαρασμό και την καταστροφή της επιγείου ύπαρξης. Η πίστη είναι εκείνη που προκαλεί ζωή από τον θάνατο και ύμνο ανάμεσα από τα ερείπια. Αυτή μπορεί να κάνει τα βασανιστήρια και το σταυρό της αισχύνης ουρανίους οδηγούς προς τον παράδεισο· ακόμη και εκεί όπου ο άνθρωπος των αισθήσεων και ο δειλός βλέπει μόνο σκοτάδι, καταστροφή και απόγνωση, η πίστη μπορεί να γεμίσει το πνεύμα με την πρόγευση ενός κόσμου ειρήνης και αιώνιας χαράς, προς τον οποίο κάτω από φοίνικες και αμαράντους βαδίζει η φάλαγγα των νικητών και των μακάρων»»

Λαμάρκ, J.B Lamarck 1744-1829

– «Ο άνθρωπος, αν θεωρήσουμε μόνο το σώμα του, θα ήταν δυνατόν να κατάγεται από τους ανωτέρους πίθηκους, τους ονομασθέντας δια τούτο ανθρωποειδείς, αλλά το λογικό του τον ανεβάζει πολύ υψηλότερα από τα νοήμονα ζώα, του δίδει μία θέση ξεχωριστή και αποδεικνύει ότι η καταγωγή του είναι διαφορετική από εκείνη των ζώων».

– «Είπαν ότι η φύση είναι ο Θεός. Παράξενο πράγμα! Έκαναν σύγχυση μεταξύ του ωρολογίου και του ωρολογοποιού, του έργου και του τεχνίτου. Ασφαλώς η ιδέα αυτή είναι συνεπής και δεν έχει κανένα βάθος. Η δύναμη που δημιούργησε τη φύση δεν έχει αναμφιβόλως όρια, δεν μπορεί να υποταχτεί στο θέλημά της και είναι ανεξάρτητη από κάθε νόμο. Μόνη αυτή μπορεί να μεταβάλλει την φύση και τους νόμους της· μόνη αυτή μπορεί να τους εκμηδενίσει».

– «Η φύση χωρίς να είναι μία διάνοια, χωρίς να είναι ένα ον, αλλά μία τάξις πραγμάτων που αποτελούν μία δύναμη παντού υποταγμένη εις νόμους, η φύσις, λέγω, δεν είναι Θεός. Είναι το υπέροχο προϊόν της παντοδυνάμου θελήσεώς του… Ο άνθρωπος που μελετά το παιχνίδι των φυσικών δυνάμεων θαυμάζει, ας πω μεν, τις θείες κινήσεις, διότι η θέληση του Θεού εκφράζεται παντού με την εκτέλεση των νόμων της φύσεως, εφ’ όσον αυτοί οι νόμοι προέρχονται από αυτόν»

Cuvier Γεώργιος, 1769-1832
(ο πατήρ της Παλαιοντολογίας)

– «Τα τελειότερα ζώα είναι απείρως κατώτερα του ανθρώπου ως προς τις νοητικές ικανότητες».

– «Ας αφήσουμε την ειδωλολατρική αρχαιότητα και ας ανοίξουμε το Ευαγγέλιο… Ιδού τι διαβάζουμε εις το ιερόν Βιβλίον: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου… και τον πλησίον σου ως σεαυτόν· εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται»

Αμπέρ Ανδρέας, Ampere 1775-1836
(διάσημος Γάλλος φυσικός)

– «Πόσο δυστυχής είμαι!… Εάν όμως διατηρούσα ακέραιες τις χριστιανικές μου πεποιθήσεις, ω! τότε δεν θα είχα πέσει μέσα εις αυτό το βάραθρον» (επιστολή στον J. Bredin)

– «Προσεύχου δι’ εμέ, ζήτησε δι’ εμέ την δύναμη να προσευχηθώ. Προσπάθησε, αγαπητέ μου, να μου δείξεις την αλήθεια. Προσπάθησε να με σηκώσεις από το βάραθρο στο οποίο πίπτω» (επιστολή στον J. Bredin)

– «Μέσα στη φύση, μπορούμε να βλέπουμε τα έργα του Δημιουργού και από αυτά να φτάνουμε στην γνώση Αυτού και στις θείες του ιδιότητες. Ο Θεός κρύπτεται στα «έργα των χειρών του» σαν τις πραγματικές κινήσεις των άστρων, οι οποίες κρύβονται πίσω από τις φαινομενικές»

– «Η πίστη είναι ένα δώρο του Θεού, στηρίζεται όμως και πάνω εις την θέληση του ανθρώπου προς επιστροφήν εις την Εκκλησία του Σωτήρος. Η θύρα είναι πάντοτε ανοικτή εις τους «ταπεινούς τη καρδία»… Και εν τούτοις εκλήθης, όπως και εγώ. Ηρνήθης όμως. Ανέβαλες και ο Κύριος επέρασε. Μα είσαι λοιπόν Χριστιανός ή εχωρίσθης από το σώμα της Εκκλησίας, η οποία είναι ο θεματοφύλαξ της Αληθείας επί της γης… Σε χαιρετώ και είθε ο Κύριος να σε επαναφέρει εις τους ώμους του, όπως το απολωλός πρόβατον» (επιστολή στον Οζανάμ)

– «Να εργάζεσαι εν πνεύματι προσευχής. Να ερευνάς πάντοτε με το ένα μάτι, ώστε το άλλο να καταγοητεύεται διαρκώς από το αιώνιο φως. Να ακούς μόνο με το ένα αυτί, για να είναι το άλλο πάντοτε έτοιμο να υποδέχεται τους γλυκείς και μελωδικούς ήχους του ουρανίου σου Φίλου…»

– «Θεέ μου, όλες οι επιστήμες, όλες οι ανακαλύψεις, όλα αυτά που ο κόσμος θαυμάζει, δεν είναι τίποτα. Η μόνη και αιώνια αλήθεια είναι η αλήθεια του Θεού… Ω, πόσο η ψυχή μου είναι τώρα πλέον ενωμένη με το Θεό και με το Χριστό. Ευλόγησέ με, Θεέ μου!»

– «Αντιλαμβάνομαι τώρα περισσότερο από άλλοτε τον Χριστιανισμό ως θρησκεία αφιερώσεως, θρησκεία αγάπης, θρησκεία εις την οποίαν οφείλουμε να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις» (στο τέλος της ζωής του)

Γκάους, K. Gauss 1777-1855
(κατά κάποιους ο μεγαλύτερος μαθηματικός όλων των αιώνων)
.
– «Υπάρχει εις τον κόσμον αυτόν απόλαυση του νου, ο οποίος ικανοποιείται εις την επιστήμην, και απόλαυση της καρδιάς, η οποία ανακουφίζει τον άνθρωπο από τους μόχθους και τις ταλαιπωρίες. Εάν όμως υποτεθεί ότι το έργο του υπερτάτου Όντος είναι να φέρει εις την ζωήν πλάσματα, δια να καλλιεργούν τις απολαύσεις αυτές και να εξαφανιστούν έπειτα από 80 ή 90 χρόνια, το σχέδιο θα ήταν ελεεινό. Ας υποτεθεί ότι η ψυχή ζούσε 80 ή 90 χιλιάδες χρόνια. Εάν επρόκειτο κάποτε να εξαφανιστεί, το χρονικό αυτό διάστημα είναι απλή στιγμή, αφού επι τέλους θα περάσει. Και όμως η ψυχή μας τείνει προς την αθανασία και το άπειρο. Από αυτό πρέπει να δεχτεί κανείς την γνώμη υπέρ της οποίας, εκτός από την αυστηρή επιστημονική θεμελίωση, τόσο πολλά άλλα συνηγορούν· ότι δηλαδή εκτός από τον υλικό αυτό κόσμο, υπάρχει και καθαρώς πνευματικός κόσμος, προορισμένος να μας παράσχει την ικανοποίηση των ευγενεστάτων και ισχυροτάτων εφέσεών μας. Του κόσμου δε αυτού θα γίνουμε μέτοχοι».

– «Σου εύχομαι να είσαι καλά, αγαπητέ μου. Πρέπει το όνειρο που ονομάζουμε ζωή να σού είναι γλυκύτερο. Να είναι πρόγευση της αληθινής ζωής εις την καθαυτό πατρίδα μας, εις την οποία το ζων πνεύμα δεν θα φέρει την αλυσίδα του σώματος, την σκευοθήκη του χώρου, την μάστιγα των γηίνων πόνων και όπου δεν θα το πιέζουν οι πειρασμοί των μικροτάτων μας αναγκών και επιθυμιών. Ας φέρουμε με θάρρος και χωρίς γογγυσμό το φορτίο μέχρι τέλους, χωρίς να λησμονούμε καθόλου εκείνον τον υψηλότερο σκοπό. Θα είμεθα γεμάτοι χαρά, όταν θα σημαίνουν οι τελευταίες ώρες της ζωής μας, για να αποθέσουμε το φορτίο, και θα βλέπουμε να φεύγει από πάνω μας κάθε τι το φθαρτό»

Κωσύ Αυγουστίνος, A. Cauchy 1789-1857
(ο μεγαλύτερος μαθηματικός 19ου αιώνος και κατηχητής νέων).

– «Είμαι Χριστιανός· δηλαδή πιστεύω εις την θεότητα του Ιησού Χριστού, μαζί με τους Μπραγιέ (T.Brahe), Καρτέσιο, Κοπέρνικο, Νεύτωνα, Φερμά, Λάϊμπνιτς, Πασκάλ, Ούλερ (Euler)…, μαζί με όλους τους μεγάλους γεωμέτρες, φυσικούς και αστρονόμους των περασμένων αιώνων… που τίμησαν περισσότερο από κάθε άλλον την επιστήμη, την φιλοσοφία, την φιλολογία και οι οποίοι ελάμπρυναν τις ακαδημίες μας».

– «Οι πεποιθήσεις μου είναι αποτέλεσμα όχι παιδικών προλήψεων, αλλά μιας βαθύτερης μελέτης»

– «Δεν βλέπω εις τι θα με έβλαπταν οι πεποιθήσεις μου αυτές. Απ’ εναντίας αισθάνομαι ότι, αν έχανα το άγιο δώρο της πίστεως, η ψυχή μου, η οποία δεν θα ήξερε πλέον τι να πιστεύει και τι να φοβάται, θα ήταν ανήσυχη και ταραγμένη από την σκέψη της υπάρξεως μιας μελλούσης ζωής και θα εκυμαίνετο εις μάτην εδώ και εκεί, χωρίς να βρίσκει εις το μέλλον ούτε την ελαχίστη γαλήνη. Και η ανησυχία αυτή της ψυχής και η αβεβαιότης της σκέψεως είναι εκείνη που προκαλεί την αηδία προς την ζωή, που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και εις την αυτοκτονία»

– «Δεν φοβάμαι μήπως θορυβηθώ από τις αναζητήσεις σας. Θα τις προκαλώ αδιακόπως, θα τις ενθαρρύνω με τις προσπάθειές μου και τις προσυχές μου· δεν θα φοβηθώ μήπως η αλήθεια αντιτίθεται προς τον εαυτό της, ούτε ότι τα γεγονότα και τα δεδομένα, που μαζεύετε, μπορούν να είναι αντίθετα προς την Αγία Γραφή (…). Είμαι βυθισμένος στη μελέτη της ανθρώπινης επιστήμης και ιδιαιτέρως εκείνης που λέγεται θετική επιστήμη, και αναγνωρίζω διαρκώς και περισσότερο την αλήθεια των λόγων του Βάκωνος: ότι, αν ολίγη φιλοσοφία μας κάνει απίστους, πολλή φιλοσοφία μας οδηγεί να γίνουμε Χριστιανοί. Είδα ότι όλες οι επιθέσεις εναντίον της αλήθειας που αποκάλυψε  ο Θεός, έδωσαν νέες αποδείξεις υπέρ της αλήθειας»

Φαρανταίυ Μιχαήλ, Faraday,1791-1867
(ένας από τους διασημότερους φυσικούς)

– «Όταν το πνευματικώς και το ηθικώς καλόν υπάρχει συνηνωμένον σε ένα ον, ομολογώ ότι το ον αυτό επλάσθη κατ’ εξοχήν για να εμφανίζει και να δείχνει την δόξα του Θεού εις την δημιουργία»

– «Η έννοια και ο σεβασμός του Θεού φθάνουν εις το πνεύμα μου δια μέσου οδών τόσο ασφαλών, όσο εκείνες που μας οδηγούν σε αλήθειες του φυσικού κόσμου»

Sir James Simpson 1811-1870
(εφεύρεση χλωροφορμίου)

– «Η μεγίστη ανακάλυψη, την οποία επραγματοποίησα ποτέ, ήταν ότι υπήρξα ένας μεγάλος αμαρτωλός και ο Ιησούς Χριστός ένας θαυμάσιος Σωτήρ και λυτρωτής»

Μάγερ Ιούλιος, Mayer 1814-1878,
(μέγας φυσικός του ΙΘ΄αιώνος)

– «Ο Έλλην σοφός Αναξαγόρας εδέχθη ως την τελικήν αιτίαν όλων των φαινομένων της κινήσεως μία ανωτέρα οντότητα, η οποία γνωρίζει τα πάντα, τον Νουν, ο οποίος κατά βάσιν συμπίπτει με τον Λόγον του ευαγγελιστού Ιωάννου… Τον αιώνιον αυτόν Λόγον ουδέποτε θα εμπιστευόμην να υποβληθεί εις μίαν κριτικήν έρευναν, για να κριθεί με ανθρώπινα μέτρα».

– «Το πρώτον και βασικόν αίτιον των πραγμάτων είναι μία ουσία, η οποία θα μένει αιωνίως ανεξερεύνητος από την ανθρωπίνη νόηση- και αυτή είναι η Θεότης».

– «Από τα βάθη της καρδιάς μου αναφωνώ: μία ορθή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά προπαίδεια για τη χριστιανική θρησκεία».

– «Με όλη μου την ψυχή βεβαιώνω ότι η αληθινή φιλοσοφία δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά μόνο προπαρασκευαστική για τη χριστιανική θρησκεία. Οι φυσικές αλήθειες έχουν τέτοια σχέση με τη χριστιανική αλήθεια, οποίαν τα ρυάκια και οι ποταμοί προς τον ωκεανόν».

– «Η αλήθεια είναι καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν αιώνια και το Αιώνιον ούτε να οριστεί δύναται ούτε και να αποδειχτεί… Ο Θεός όμως έχει ως γνωστόν εις το πρόσωπον της ανθρωπότητος ένα πολύ βραδυπορούντα μαθητήν!»

Τζ. Μάξουελ, J. Maxwell 1831-1879
(μεγαλοφυής Σκώτος φυσικός)

– «Θεέ παντοδύναμε, Συ που δημιούργησες τον άνθρωπο κατά την δική σου εικόνα και του έδωσες την ζώσα λογική ψυχή, ώστε να Σε αναζητεί και να στέκεται υπεράνω των δημιουργημάτων σου, δίδαξέ μας να ερευνούμε τα έργα των χειρών σου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υποτάσσουμε τα επίγεια προς ιδικήν μας χρήση και να ενισχύουμε το λογικό μας, δια να το θέτουμε εις την δική σου υπηρεσία. Βοήθησέ μας να δεχώμεθα τους λόγους σου και να πιστεύουμε εις Εκείνον, τον Οποίον έστειλες για να μας δώσει την επιστήμη του ελέους και την άφεση των αμαρτιών μας»

– «Η ανθρωπίνη προσωπικότης και κατά την φύσιν και κατά τον προορισμό της βρίσκεται πολύ πέραν των ορίων της επιστημονικής σφαίρας».

– «Εις τας ημέρας μας τα ηλιακά συστήματα είναι τόσο τέλεια κατά τον αριθμό, τια διαστάσεις και το βάρος, όσο ήταν και κατά τη στιγμή της δημιουργίας. Οι αναλοίωτες ιδιότητές τους μας διδάσκουν ότι η ακρίβεια των υπολογισμών μας, η αλήθεια των κρίσεών μας και η εντιμότης των πράξεών μας, τα οποία θεωρούμε ως τα ευγενέστερα ιδιώματα του ανθρώπου, μας ταιριάζουν, διότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του Όντος, το οποίο εις την αρχή εδημιούργησε όχι μόνο τον ουρανό και τη γη, αλλά και την ύλη, από την οποία έλαβαν αυτά υπόσταση»

Δαρβίνος Κάρολος 1809-1882

– «Το ζήτημα εάν υπάρχει Δημιουργός Κυβερνήτης  του Σύμπαντος είναι εντελώς ξεχωριστό. Και εις το ερώτημα αυτό απαντούν καταφατικώς τα μεγάλα πνεύματα, τα οποία έζησαν ανά τους αιώνας» (στο «Περί της καταγωγής του Ανθρώπου»)

– «Και οι δύο (πράξεις) της γενέσεως, τόσο του είδους, όσον και των ατόμων, είναι, εντελώς κατά τον ίδιο τρόπο, μέρη εκείνης της μεγάλης λογικής σειράς των γεγονότων, τα οποία με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δεχτεί το πνεύμα μας ως αποτέλεσμα τυφλής τύχης» (στο Η Καταγωγή του ανθρώπου)

– «…οι μορφές οι ολοένα πιο ωραίες και πιο θαυμαστές [ως προϊόν] διαφόρων δυνάμεων… που εμφυσήθηκαν αρχικά από τον Δημιουργό σε λίγες μορφές ή μόνον σε μία» (Η Καταγωγή των Ειδών, τόμος 2, σελ. 207)

– «Το περί θρησκευτικών πεποιθήσεών μου ζήτημα σπουδαίο είναι μόνον για μένα τον ίδιο. Επειδή όμως με ερωτάτε, απαντώ, ότι στο ζήτημα αυτό οι γνώμες μου μεταβάλλονται πολλές φορές. Αν κάποιος πρέπει να ονομάζεται θεϊστής, εξαρτάται από τη σημασία που δίνουμε σε αυτήν τη λέξη· αλλά ούτε και κατά την εποχή των πιο μεγάλων μου ταλαντεύσεων υπήρξα άθεος, δηλαδή άνθρωπος που αρνείται την ύπαρξη του Θεού» (γραπτή απάντηση στην Εφημερίδα της Αυγούστης το 1883)

Κρόνεκερ Λέοπολντ 1823-1891
(Γερμανός μαθηματικός)

– «Ο Θεός δημιούργησε τους ακέραιους αριθμούς· όλα τα άλλα είναι έργα του ανθρώπου»

Κούμερ Ε., Kummer, 1810-1893
(μεγάλος Γερμανός μαθηματικός)

– «Δεν μπορώ να φανταστώ άλλον χώρο, παρά εκείνον τον οποίο μας έδωσε ο αγαπητός Θεός»

– «Η φράση του Λάιμπνιτς «ότι ο Θεός αρέσκεται εις τους περιττούς αριθμούς» εκφράζει την συνείδηση του ότι, το κράτος των μαθηματικών με την εντελώς άπειρη πολλαπλότητα του περιεχομένου του, δεν είναι ανθρώπινο έργο, αλλά παρουσιάζεται ενώπιόν μας ως δημιουργία του Θεού τόσο αντικειμενική, όσο και η εξωτερική φύση»

Παστέρ Λουδοβίκος, Pasteur L. 1822-1895
(μέγας χημικός και βιολόγος)

– «Ο Θεός θέλησε, όπως δια των επιμόνων εργασιών μου προσθέσω ένα λιθαράκι εις το οικοδόμημα των γνώσεών μας επί των βαθέων μυστηρίων της ζωής και του θανάτου» (γράμμα στον πατέρα του)

– «Όσο περισσότερο ασχολούμαι με την σπουδή της φύσεως, τόσο περισσότερο εκπλήττομαι με τα έργα του Δημιουργού. Κατά τας εν τω εργαστηρίω μου εργασίας προσεύχομαι»

– «Η επιστήμη οφείλει να περιορίζεται στην παρατήρηση των γεγονότων και να μην υπερπηδά τον κύκλο της πραγματικότητας· αλλά δεν δύναμαι να εννοήσω, για ποιο λόγο οι οπαδοί της θετικής φιλοσοφίας αγωνίζονται να αποκλείσουν από τη μελέτη της ανθρώπινης διάνοιας, το σπουδαιότερο όλων των γεγονότων, την θετικοτέραν όλων των γνώσεων, την ιδέα του Απείρου… Το ύψος των ανθρωπίνων πράξεων εξαρτάται από τις ιδέες, από τις οποίες αυτές εμπνεύστηκαν. Ευτυχής εκείνος, ο οποίος φέρει μέσα του το θείον, την ιδέα του καλού, το ιδεώδες της τέχνης, της επιστήμης, της πατρίδος, το ιδεώδες των αρετών του Ευαγγελίου. Αυταί είναι αι ζώσαι πηγές των μεγάλων έργων, οι οποίες φωτίζονται από τις ακτίνες του Απείρου… Διερωτώμαι εν ονόματι ποίας νέας φιλοσοφικής ή επιστημονικής ανακάλυψης δυνάμεθα να εκριζώσωμεν από την ανθρώπινη ψυχή αυτές τις υψηλές ενασχολήσεις; Τις θεωρώ αιώνιες» ( στις 27-4-1882)

– «Θα έλθει ημέρα που θα γελούν δια την βλακείαν της συγχρόνου φιλοσοφίας»

– «Η αυτόματη γένεση των μικροσκοπικών όντων αποτελεί χίμαιρα. Όχι! Σήμερα δεν υπάρχει καμία γνωστή περίπτωση κατά την οποία μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι μικροσκοπικά όντα ήλθαν στον κόσμο χωρίς σπέρματα και γονείς που να ήταν όμοια με τα όντα αυτά. Αυτοί που διατείνονται την ύπαρξη της αυτομάτου γενέσεως, τούς έχει περιπαίξει η φαντασία τους ή εξαπατήθηκαν από κακώς επιχειρηθέντα πειράματα, στα οποία υπήρχαν σφάλματα που δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν ή τα οποία δεν μπόρεσαν να αποφύγουν». «Παν ζων εκ ζώντος»

– «Η επιστήμη δεν πρέπει να ανησυχεί καθόλου για τις φιλοσοφικές συνέπειες των εργασιών της. Αν με την πρόοδο των πειραματικών ερευνών μου επετύγχανα να αποδείξω ότι η ύλη μπορεί να οργανωθεί μόνη της σε κύτταρο ή σε έμβρυο ον θα το διεκήρυσσα αμέσως με την δικαιολογημένη υπερηφάνεια ενός εφευρέτου, ο οποίος έχει τη συνείδησή του ήσυχη, ότι έκαμε μία σπουδαιοτάτη ανακάλυψη. Και αν με προκαλούσαν θα προσέθετα: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι αρχές, οι θεωρίες και τα συστήματά τους δεν συμφωνούν με την αλήθεια των φυσικών γεγονότων! Με την ίδια αυτή υπερηφάνεια σας είπα και προ ολίγου, απορρίπτοντας τις προσπάθειες που κατέβαλαν οι αντίπαλοί μου στο να καταρρίψουν τα συμπεράσματά μου: Στη σημερινή κατάσταση της επιστήμης η θεωρία της αυτομάτου γενέσεως είναι μία χίμαιρα. Και με την ίδια ανεξαρτησία της γνώμης μου προσθέτω: τόσο το χειρότερο για εκείνους των οποίων οι φιλοσοφικές ή πολιτικές τους αρχές παρεμποδίζονται αό τις μελέτες μου!»

– « «Η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα» επιγραφή για την οποία ο Παστέρ ειπε: «Αν η επιστήμη δεν έχει ούτε θρησκεία ούτε πατρίδα, οι επιστήμονες όμως έχουν και θρησκεία και πατρίδα»

– «Θα έδινα ευχαρίστως όλη μου τη δόξα ως επιστήμονας για ένα ψίχουλο από τη δόξα του Μεγάλου Αντωνίου, ο οποίος δεν ήξερε ούτε να διαβάζει».

Lapparent 1839-1908
(Γάλλος γωολόγος και ακαδημαϊκός)

– «Εάν έπρεπε να συνοψίσω σε σαράντα γραμμές τα πορίσματα της γεωλογίας, θα αντέγραφα το κείμενο της Γενέσεως, δηλαδή την ιστορία της Δημιουργίας όπως την έγραψε ο Μωϋσής»

Λίστερ Ιωσήφ, Lister, 1827-1912
(ο πατήρ της χειρουργικής)

– «Δεν διστάζω διόλου να είπω ότι κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ της θρησκείας του Ιησού Χριστού και οποιουδήποτε γεγονότος επιστημονικώς αποδεδειγμένου»

Πουανκαρέ Ερρίκος, H. Poincare 1854-1912
(μέγας Γάλλος μαθηματικός και φυσικός, χαρακτηρίστηκε ο «ζων εγκέφαλος των θετικών επιστημών»)

– «Δεν γνωρίζω να έχει ποτέ στεγνώσει η επιστήμη ένα δάκρυ από αυτά που έρχονται από την καρδιά… Πώς να κατευνάσει την απέραντη δίψα για ασφάλεια και δικαιοσύνη, που η ανθρωπότης λαχταρά; Η μόνη φωνή που την έχει ειρηνεύσει είναι εκείνη, που κατέβηκε μία ημέρα από το Όρος και ξεχύθηκε σε όλο τον κόσμο λέγοντας: «Μακάριοι οι πενθούντες ότι αυτοί παρακληθήσονται. Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται»

Thomas Edison 1847-1931
(Αμερικανός εφευρέτης και επιχειρηματίας. Από τις γνωστότερες εφευρέσεις του είναι το μικρόφωνο, ο φωνόγραφος και ο ηλεκτρικός λαμπτήρας)

– «Δεν έχουμε καν αρχίσει να καταλαβαίνουμε ούτε το ένα τοις εκατό για το ενενήντα εννέα τοις εκατό από οτιδήποτε»

Ντε Λωναίη Λουδοβίκος, Louis de Launey,1860-1936,
(ένας από τους μεγαλύτερους γεωλόγους του κόσμο)

– «Ο Ιησούς είναι ο Θεός της αγάπης, ο Σωτήρ. Ο Εσταυρωμένος. Πέρασε πια η εποχή που οι έξυπνοι περιγελούσα τη Βίβλο, τον Χριστιανισμό, διότι δεν δεχόταν να ντυθεί την περούκα του ψευδοπολιτισμού. Δεν ζούμε πλέον στους χρόνους που νόμιζαν ότι όλα μπορούν να τα εξηγήσουν με τις αλγεβρικές εξισώσεις… Δεν ζούμε πλέον στην εποχή που επειδή η μεταφυσική δεν ήταν προσιτή στον ορθολογισμό, έπρεπε να ξεχάσουμε τη μεταφυσική… Ο Χριστός δίδει τη νίκη και τη χαρά στους πιστούς, μάλιστα δε σε όσους τον δέχονται με πίστη και ζητούν από αυτόν παρηγοριά… Χαίρονται τη λύτρωση που τους χάρισε ο μεγάλος Ελευθερωτής τους: ο Εσταυρωμένος Ιησούς, ο Σωτήρ τους, ο Αδελφός τους»

– «Η συνετή και ορθοφρονούσα επιστήμη σταματά ευσεβώς εις την σφαίρα της πίστεως»

G. Marconi 1874-1937
(βραβείο Νόμπελ 1909 για την ασύρματη τηλεγραφία)

– «Η επιστήμη μόνη της δεν μπορεί να εξηγήσει πολλά πράγματα, και προ πάντων το μεγαλύτερο από όλα τα μυστήρια, το μυστήριο της υπάρξεώς μας. Ποιοι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Για ποιο σκοπό ερχόμαστε στη ζωή; Από τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος άρχισε να σκέφτεται, επεδόθη εις την έρευνα των προβλημάτων αυτών, και όμως αυτά μέχρι σήμερα μένουν άλυτα. Διακηρύττω με υπερηφάνεια ότι είμαι πιστός. Πιστεύω στη δύναμη της προσευχής. Πιστεύω σε αυτό όχι μόνο ως πιστός Χριστιανός, αλλά συγχρόνως και ως επιστήμων»

– «Κάθε άνθρωπος της επιστήμης γνωρίζει ότι υπάρχουν μυστήρια άλυτα. Μόνο η πίστη σε μία Ανώτερη Ύπαρξη, πίστη η οποία ζητά την υπακοή μας, μας δίνει θάρρος να αναλαμβάνουμε με γενναιότητα την σπουδή των μυστικών της ζωής. Με τη βοήθεια του Θεού, ο οποίος θέτει τόσο τις μυστηριώδεις δυνάμεις της φύσης στη διάθεση της ανθρωπότητας, μπόρεσα να ετοιμάσω αυτό το όργανο, το οποίο δίνει στους πιστούς όλου του κόσμου την ευκαιρία να ακούσουν τους λόγους του Αγίου Πατρός (=του Πάπα)» (κατά την εγκατάσταση Ραδιοφωνικού σταθμού στο Βατικανό στις 12-2-1931)

– «Όταν ο Μαρκόνι εισήγαγε εις την ραδιοφωνία τα βραχέα κύματα, οι πρώτες φράσεις που εξέπεμψεν ήταν: «Γενηθήτω το θέλημά σου-ρύσαι ημας από του πονηρού».

Καρρέλ Αλέξης, Carrel A, 1873-1944,
(Γάλλος βιολόγος και φυσιολόγος παγκοσμίου φήμης, Νόμπελ 1912, συγγραφέας του «Ο άνθρωπος, αυτός ο άγνωστος»)

– «Οι τεχνικές μέθοδοι συλλαμβάνουν μόνο εκείνο που έχει διαστάσεις και βάρος. Δεν καταλαβαίνουν παρά μόνο τα πράγματα που είναι τοποθετημένα μέσα στο χώρο και τον χρόνο. Είναι ανίκανες να καταμετρήσουν την ματαιότητα, το μίσος, τον έρωτα, την ωραιότητα, την ανάταση της θρησκευτικής ψυχής προς τον Θεό, τις ονειροπολήσεις του σοφού και του καλλιτέχνη»

– «Η αληθινή προσευχή, μακράν του να είναι ξερή απαγγελία τυπικών ευχών, εκδηλώνεται με κάποια διάθεση μυστική, όπου η συνείδησή μας, το εγώ μας, συγχωνεύεται με το Θεό. Η κατάσταση αυτή δεν είναι φύσεως διανοητικής. Και για αυτό παραμένει απρόσιτη και ακατάληπτη στους φιλοσόφους και επιστήμονες. Έτσι και το αίσθημα του ωραίου και της αγάπης δεν κατανοούνται με την αναδίφηση των βιβλίων και με μελέτες θεωρητικές. Οι απλοί άνθρωποι αισθάνονται τον Θεό τόσο φυσικά, όσο και τη θερμότητα του ήλιου ή το άρωμα του άνθους. Αλλά ο Θεός, που είναι τόσο προσιτός στον άνθρωπο, που ξέρει να αγαπά, είναι απρόσιτος σε εκείνον, ο οποίος ξέρει μόνο να κατανοεί».

– «Δια της προσευχής ο άνθρωπος συναντά τον Θεό και ο Θεός ενοικεί εις τον άνθρωπο. Η προσευχή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του κρατίστου μέρους της οντότητάς μας. Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούμε την προσευχή σαν μία πράξη, στην οποία επιδίδονται μόνο οι αδύνατοι κατά το πνεύμα, οι πτωχοί και οι άνανδροι. «Είναι ντροπή να προσευχόμαστε», έλεγε ο Νίτσε. Στην πραγματικότητα δεν είναι περισσότερο ντροπή να προσευχόμαστε από το να τρώμε, να πίνουμε, να αναπνέουμε. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη του Θεού, όπως έχει ανάγκη από το νερό και το οξυγόνο»

Sir Arthur Eddington (1882-1944)
(μεγάλος Άγγλος αστροφυσικός)

– «Συμφωνήσαμε να λέμε ότι οι σχέσεις των φυσικών φαινομένων οφείλονται σε ένα άγνωστο σε μας υπόστρωμα. Αλλά γιατί να μην λέμε ότι το σύνολο των αποτελεσμάτων των συναγομένων εκ των μετρήσεων, αναφέρεται σε κάτι που έχει πνευματική φύση και του οποίου εμείς γνωρίζουμε την χαρακτηριστική ιδιότητα του σκέπτεσθαι; Μου φαίνεται ότι κάθε άλλη εξήγηση είναι παράλογη».

– «Απαλλαγείτε από την ιδέα, ότι οι νόμοι της φύσης μπορούν να καταργήσουν τη θρησκεία. Η επιστήμη σήμερα διακηρύττει ότι ο Θεός είναι πραγματικότης. Αλλά με αυτό δεν περιορίζουμε την σημασία της πραγματικότητας στην έννοια, υπό την οποία λέγομεν, ότι τα άτομα της ύλης είναι πραγματικότης. Η περί της πραγματικότητος του Θεού βεβαιότης μας είναι συναίσθηση της αναγκαίας σχέσεως του Θεού προς το σύμπαν».

– «Δεν είναι καθόλου ορθό να υποστηρίξουμε με υποθέσεις την Θρησκεία, απέναντι της Φυσικής, διότι η επιστήμη μπορεί να πλανάται. Τούτο εξηγεί, γιατί εγώ δέχομαι την ουσιώδη αλήθεια της Θρησκείας, επειδή παρέχει εχέγγυα»

– «Εκείνο που μας απομένει πραγματικά να κάνουμε, είναι μία αντίθετη επέκταση προς τα οπίσω, προς το παρελθόν, για να διαισθανθούμε και να φανταστούμε μία αμυδρή εικόνα που μας δίνουν οι τωρινές αντιλήψεις της Φυσικής. Η εξέταση της αρχής του κόσμου μάς παρέχει ανυπέρβλητες δυσκολίες σε περίπτωση που δεν θα συμφωνήσουμε να την θεωρήσουμε ειλικρινά ως υπερφυσική. Και ίσως πρέπει σε αυτό να περιοριστούμε» (The Expanding Universe,1944 p. 126)

J.A Fleming 1849-1945
(διάσημος Άγγλος ηλεκτρολόγος μηχανικός και μεγάλος εφευρέτης)

– «Το να λέμε ότι μόνη της η εξέλιξη παρήγαγε ή κατεύθυνε το σύμπαν προς την σημερινή του κατάσταση, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίσουμε στην ύλη δύναμη αυτορρυθμίσεως, να της αποδώσουμε τις ιδιότητες Διάνοιας και να την κάνουμε δημιουργό θεότητα έξω από αυτό που απλώς είναι, δηλαδή έξω από το όνομα μιας λειτουργίας, που παρακολουθούμε, ή ενός γεγονότος. Η βιβλική ιδέα είναι πολύ περισσότερο ικανοποιητική και επαρκής. Σε αυτήν, η πηγή της δυνάμεως, η οποία διεγείρει και παράγει την σκέψη με την επίδραση και του εξωτερικού κόσμου, τοποθετείται σε μία υπέρτατη και ανεξάρτητη Διάνοια, που δεν ταυτίζεται ούτε με τις δικές μας δυνάμεις ούτε με τον εξωτερικό κόσμο υπό πανθεϊστική έννοια»

– «Η βασική αλήθεια της εξ’ αποκαλύψεως θρησκείας, είναι σαν μία ανακοίνωση που έχει γίνει σε μας και λέγεται στη φιλολογία Βίβλος. Θα ήταν αδύνατον να συλλέξουμε μαζί 66 βιβλία (το σύνολο δηλαδή των βιβλίων της Αγίας Γραφής) από μία άλλη κλασική κοσμική φιλοσοφία, που να έχουν τόσο αξιοσημείωτη σχέση, και αυτό αποδεικνύει ότι ο πραγματικός συγγραφέας τους δεν ήταν απλώς ο επί μέρους συγγραφέας, αλλά κάποια Υπέρτατη Λογική ή Διάνοια που οδηγεί τους συγγραφείς αυτούς προς ένα ορισμένο σκοπό»

– «Εν ολίγοις το φυσικό Σύμπαν είναι μάλλον μία Σκέψη παρά ένα Πράγμα· και η Σκέψη προϋποθέτει και απαιτεί Ένα που Σκέπτεται».

σερ Τζαίιμς Τζηνς J. Jeans 1877-1946
(από τους διασημότερους φυσικομαθηματικούς όλων των εποχών)

– «Από την εσωτερική μαρτυρία της αρμονίας της Δημιουργίας του, ο Δημιουργός του Σύμπαντος φαίνεται ότι είναι τέλειος μαθηματικός»

– «… Ο μαθηματικός Kronecker ήταν νομίζω εκείνος που είπε, ότι στην αριθμητική ο Θεός έκανε τους ακέραιους αριθμούς, ενώ ο άνθρωπος όλα τα άλλα· υπό το ίδιο πνεύμα μπορούμε να προσθέσουμε, ότι στη φυσική ο Θεός δημιούργησε τα μαθηματικά και ο άνθρωπος έκανε όλα τα άλλα»

– «Πρέπει να παραδεχτούμε, ότι η επιστήμη δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα πει τίποτα το οριστικό για τα ζητήματα της ανθρωπίνης υπάρξεως και του ανθρωπίνου προορισμού».

– «Η σύγχρονη επιστήμη μας αναγκάζει να θεωρήσουμε ότι ο Δημιουργός εργάζεται εκτός χρόνου και χώρου, που είναι μέρος της δημιουργίας του, ακριβώς όπως και ο ζωγράφος είναι έξω από τον μουσαμά τον οποίο ζωγραφίζει. Η αντίληψη αυτή είναι σύμφωνη με το συμπέρασμα του Αυγουστίνου. «Όχι εν χρόνω, αλλά μετά του χρόνου (=μαζί με το χρόνο) έπλασε ο Θεός τον κόσμο»

– «Τους φυσικούς Νόμους μπορούμε να τους κατανοήσουμε ως ιδέες ενός παγκοσμίου Πνεύματος. Η ομοιομορφία της Φύσεως αποκαλύπτει την εσωτερική συνέπεια του Πνεύματος τούτου… Το Σύμπαν είναι μία όχι-μηχανική πραγματικότητα. Το Σύμπαν μοιάζει με μια μεγάλη Σκέψη μάλλον παρά με μια μεγάλη μηχανή… Η αισθητή ύλη παρουσιάζεται ως δημιουργία και αποκάλυψη του Πνεύματος. Διαπιστώνουμε, ότι το Σύμπαν εμφανίζει ίχνη μιας σχεδιαζούσης ή ελεγχούσης Δυνάμεως» (In Unerforschtes Gebiet (1986)

Μαξ Πλάνκ, Max Planck, 1858-1947
(«ο θεμελιωτής της συγχρόνου φυσικής» βραβείο Νόμπελ(1918)

– «Οπουδήποτε και οσοδήποτε βαθειά και αν προσηλώσουμε τα βλέμματά μας, πουθενά δεν βρίσκουμε καμία αντίφαση μεταξύ της θρησκείας και των φυσικών επιστημών· αντίθετα μάλιστα, στα κρισιμότερα ακριβώς σημεία βρίσκουμε πλήρη συμφωνία. Θρησκεία και φυσικές επιστήμες δεν αποκλείουν η μία την άλλη, όπως φοβούνται μερικοί, αλλά συμπληρώνουν και καθορίζουν η μία την άλλη. Την πλέον χειροπιαστή απόδειξη δια το ευσυμβίβαστο θρησκείας και φυσικής μάς δίδει, και κριτικώς ακόμη εξεταζόμενον, το ιστορικό γεγονός, ότι οι μεγαλύτεροι φυσιοδίφες όλων των εποχών, άνδρες όπως ο Κέπλερ, ο Νεύτων, ο Λάιμπνιτς, ήταν εμποτισμένοι από βαθειά θρησκευτική πίστη»

– «Μόνο ένα ιδεώδες Πνεύμα είναι σε θέση να επισκοπεί επάνω σε όλους τους φυσικούς παράγοντες και έχει την ικανότητα να γνωρίζει και να μπορεί να προβλέπει όλα τα φυσικά φαινόμενα. Αυτό το Πνεύμα δεν πρέπει να το ταυτίζουμε με τον εαυτό μας, αλλά οφείλουμε να υποτασσόμαστε σε Αυτό και να πιστεύουμε σε Αυτό. Επιστημονικώς η ύπαρξή του ούτε αποδεικνύεται ούτε απορρίπτεται, αλλά από την παραδοχή της υπάρξεώς του πρακτικώς πηγάζει η πραγματοποίηση αυστηράς ετεραρχίας σε όλα τα γεγονότα του φυσικού και πνευματικού κόσμου. Υπό το φως της παγγνωσίας του σκεπτόμαστε και ενεργούμε εμείς οι άνθρωποι κατά ορισμένους νόμους πάντοτε, που είναι σε Αυτό μόνον γνωστοί. Τούτο δε δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνείδηση της δικής μας ελεύθερης βούλησης»

– «Η θρησκεία μαζί με τις φυσικές επιστήμες διεξάγουν από κοινού αγώνα εναντίον του σκεπτικισμού αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου εναντίον του δογματισμού, εναντίον της απιστίας και της δεισιδαιμονίας. Και το σύνθημα εις αυτόν τον αγώνα τους υπήρξε πάντοτε και θα είναι: Προς τον Θεόν».

«Η νεώτερη Φυσική έχει τώρα σε μεγάλη υπόληψη αυτή την παλαιά αλήθεια: Υπάρχουν πραγματικότητες, που είναι ανεξάρτητες από τις αισθήσεις μας και υπάρχουν προβλήματα και επίμαχα ζητήματα για τα οποία οι πραγματικότητες αυτές έχουν για εμάς αξία πολύ μεγαλύτερη από όση έχει ο πλούσιος θησαυρός ολόκληρου του αισθητού σε μας κόσμου (1932)»

Lecomte Du Nouy 1883-1947
(Διακεκριμένος Γάλλος φυσικοχημικός και βιολόγος)

– «Δυστυχώς πολλοί εκπρόσωποι της επιστήμης που κάνουν επάγγελμα το να περιφρονούν την φιλοσοφία και να υποβιβάζουν τη μεταφυσική, νομίζουν ότι μπορούν να καταργήσουν τα αντικείμενα της μεταφυσικής δείχνοντας ότι αυτά τα αντικείμενα –Θεός, ψυχή κλπ.- δεν έχουν θέση μέσα στο μαθηματικό πρότυπο ενός ζητήματος… Ο άνθρωπος έχει μόνο ορέξεις, ένστικτα, πάθη, περιέργεια. Και όμως ούτε τα μεν ούτε τα δε μπορούν να εξηγήσουν τις μεγάλες πράξεις του ανθρώπου, τια αρετές, τις θυσίες, τους μάρτυρες. Υπάρχει στους μεγαλύτερους θεόπνευστους, στους αγίους, στους προφήτες, των οποίων η επίδραση εξακολουθεί από αιώνων να είναι αισθητή, υπάρχει σε όλους αυτούς ένα στοιχείο που διαφεύγει την αντίληψή μας. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από την επιστήμη να υψώσει την ηθική στάθμη της ανθρωπότητας»

– «Πρέπει όμως να ενθυμούμεθα ότι αγνοούμε, και ίσως θα αγνοούμε πάντοτε, κάθετί το οποίο έχει σχέση μεταξύ του μυστηριώδους και υποθετικού σύμπαντος»

Edward Milne 1896-1950
(Άγγλος  θεωρητικός αστροφυσικός και μαθηματικός)

– «Ο κόσμος έχει αρχή, αλλά της στιγμής εκείνης δεν μπορούμε να έχουμε εμπειρία. Εκεί εάν θέλουμε, μπορούμε να εξιχνιάσουμε τον δάκτυλο του Θεού στην θεία πράξη της δημιουργίας»

– «Η δική μας προσπάθεια αν και δίνει απάντηση (υποκειμενική) στις ερωτήσεις «πώς», «πού», «πότε», δεν δίνει καμία απάντηση στο «γιατί». Δεν γνωρίζω εάν έχουμε την άδεια να ρωτήσουμε, «γιατί έγινε το σύμπαν;». Αλλά εκείνος που αισθάνεται ότι επιτρέπεται να τίθεται η ερώτηση αυτή, μπορεί νομίμως να απαντήσει στο «γιατί», θέτοντας το όνομα του Θεού. Ο φυσικός και ο κοσμολόγος χρειάζονται το Θεό, για να τον θέσουν ως δημιουργό του κόσμου, ενώ στον βιολόγο ο κόσμος παρουσιάζεται ότι έγινε επί τη βάσει θείου σχεδίου. Για τον άνθρωπο όμως, που είναι πολύ περισσότερο ή βιολόγος ή κοσμολόγος, τον προικισμένο με νου και αθάνατη ψυχή, ο Θεός είναι εκείνος τον οποίο χρειάζεται πάντοτε σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του»

– «Δεν μπορούμε να κάνουμε προτάσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στην αρχή· στη θεία πράξη της δημιουργίας ο Θεός είναι απαρατήρητος και αμάρτυρος»

A. C Morrison 1888-1951
(ακαδημαϊκός αμερικανός χημικός. Διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας των Θετικών Επιστημών της Νέας Υόρκης)

– «Το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως περιέχει την πραγματική ιστορία της Δημιουργίας και η ουσία του δεν μεταβλήθηκε με τις γνώσεις που απέκτησαν οι άνθρωποι από τότε… Οι διαφορές παρουσιάζονται επάνω σε λεπτομέρειες, οι οποίες δεν είναι άξιες λογομαχίας… Μπορεί η επιστήμη να προσάψει κανένα ψεγάδι στη σύντομη αυτή ιστορία της δημιουργίας (όπως εκτίθεται στη Γένεση); Η ιστορία του κόσμου τυπωμένη σε λίγες γραμμές! Το υπόλοιπο είναι λεπτομέρειες. Αντιμετωπίζοντας την απλότητα της αλήθειας την οποία εκθέσαμε, ας μην ερίζουμε πάνω σε λεπτομέρειες σχετικές με την μετάφραση ή την ανθρώπινη παρεμβολή ή με το ερώτημα πώς ο Θεός έκανε το έργο του ή πώς έλαβε αρχή ο χρόνος. Ποιος γνωρίζει; Τα γεγονότα έγιναν δια μέσου των αιώνων και είναι γεγονότα».

– «Υποθέστε ότι παίρνετε 10 δεκάρες και τις σημειώνετε με τους αριθμούς από το 1 έως το 10. Τις ρίχνετε στην τσέπη σας και τις ανακατεύετε για πολύ ώρα. Τώρα δοκιμάστε να τις ανασύρετε κατά συνέχεια από το 1 έως το 10, επαναφέροντας και πάλι κάθε κέρμα στην τσέπη σας. Η πιθανότητα να βγάλετε τον αριθμό 1, είναι 1 στις 10 περιπτώσεις. Η πιθανότης να βγάλετε το 1 και το 2, κατά σειρά, θα ήταν 1 προς 100. Η πιθανότης να βγάλετε το 1,2 και το 3, κατά συνέχεια, θα ήταν μία στις χίλιες. Η πιθανότης να ανασύρετε 1,2,3 και 4, κατά σειρά, θα ήταν μία στις 10.000 και ούτω καθεξής μέχρις ότου η πιθανότης να ανασύρετε από το 1 έως το 10, κατά σειρά, θα έφτανε τον απίστευτο μαθηματικό τύπο 1 επί 10  δισεκατομμύρια!»

R. Millikan 1868-1953
(Διάσημος Αμερικανός φυσικός, βραβείο Νόμπελ 1923)

 – «Υποθέτω ότι η μέλλουσα πρόοδος του ανθρωπίνου γένους θα παρουσιάσει κάποια στενή αναλογία με τη μέλλουσα κυκλοφορία της Βίβλου»

– «Θρησκεία και επιστήμη είναι (…) οι δύο μεγάλες αδελφές, οι οποίες έχουν σύρει και διαρκώς έλκουν το ανθρώπινο γένος προς τα εμπρός και τα επάνω. Και οι δύο είναι αναγκαίως στενώς συνδεδεμένες (…). Οι δύο λέξεις συνείδηση και γνώση συνδέονται με τις λέξεις θρησκεία και επιστήμη» »

Άλμπερτ Αϊνστάιν 1879-1955
στο βιβλίο Εγώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν,Alice Calaprice, σελ. 158 εκδ. Κάτοπτρο όπου και οι ακριβείς πηγές.
Σημείωση: Ο Αϊνστάιν δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν πιστεύει σε προσωπικό Θεό με την έννοια της χριστιανικής πίστης)

– «Όλα είναι καθορισμένα… από δυνάμεις που δεν τις ελέγχουμε. Είναι καθορισμένα για το έντομο όπως και για το άστρο. Οι άνθρωποι, τα φυτά ή η κοσμική σκόνη- όλα χορεύουν στον μυστηριώδη σκοπό που παίζει από μακριά κάποιος αόρατος αυλητής»

– «Ισχυρίζομαι ότι το κοσμικό θρησκευτικό συναίσθημα είναι το ισχυρότερο και ευγενέστερο κίνητρο της επιστημονικής έρευνας» (οπ.π. σελ. 159)

– «Ο επιστήμονας διακατέχεται από την αίσθηση της παγκόσμιας αιτιότητας… Το θρησκευτικό του συναίσθημα παίρνει τη μορφή εκστατικής έκπληξης μπροστά στην αρμονία του φυσικού κόσμου, όπου αποκαλύπτεται μία ευφυΐα τόσο ανώτερη, ώστε, σε σύγκριση με αυτήν, το σύνολο της συστηματικής σκέψης και οι πράξεις των ανθρωπίνων όντων μοιάζουν εντελώς ασήμαντα… Το συναίσθημα αυτό αναμφισβήτητα είναι ανάλογο με εκείνο που διακατείχε τις θρησκευτικές ιδιοφυΐες όλων των εποχών» (οπ.π. σελ. 161)

– «Ποιο είναι το νόημα της ανθρώπινης ζωής ή και της ζωής κάθε πλάσματος; Η απάντηση στο ερώτημα ανήκει στη θρησκεία. Ίσως αναρωτηθεί κανείς: Έχει άραγε νόημα να τίθεται μια τέτοια ερώτηση; Η απάντησή μου είναι ότι ο άνθρωπος που θεωρεί δίχως νόημα τη ζωή, τη δική του και των συνανθρώπων του, δεν είναι μόνο δυστυχής αλλά και ανάξιος για ζωή» (οπ.π. σελ. 162)

– «Όποιος ασχολείται σοβαρά με την επιστήμη, πείθεται ότι τελικά στους νόμους του σύμπαντος εκδηλώνεται ένας νους πολύ ανώτερος από το νου του ανθρώπου… Έτσι η ενασχόληση με την επιστήμη οδηγεί σε ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό συναίσθημα που είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από τη θρησκευτικότητα κάποιου αφελέστερου ανθρώπου» (οπ.π. σελ. 162)

– «Η σχετικότητα είναι καθαρά επιστημονικό ζήτημα και δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκεία» (οπ.π. σελ. 177)

– «Είναι δύσκολο να κρυφοκοιτάξεις τα τραπουλόχαρτα του Θεού. Μα ούτε για μια στιγμή δεν μπορώ να πιστέψω ότι… θα διάλεγε να παίξει ζάρια με τον κόσμο» (οπ.π. σελ. 182)

– «Ένα πράγμα διδάχτηκα στη μακρόχρονη ζωή μου: ολόκληρη η επιστήμη μας, όταν συγκριθεί με την πραγματικότητα, μοιάζει πρωτόγονη και παιδιάστικη- και όμως, είναι ό,τι πολυτιμότερο έχουμε» (οπ.π. σελ. 187)

– «Οι φυσικές έννοιες είναι ελεύθερες δημιουργίες του πνεύματος και δεν προκύπτουν, όπως συχνά νομίζεται, αναγκαίως από τις σχέσεις μας με τον έξω κόσμο. Στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε την πραγματικότητα μοιάζουμε με κάποιον, που προσπαθεί να καταλάβει τον μηχανισμό ενός κλειστού ρολογιού. Αυτός βλέπει το απέξω: την πλάκα, τους δείχτες που κινούνται, ακούει το τικ-τακ, αλλά στο εσωτερικό του δεν μπορεί να εισέλθει. Εάν έχει κάποια ικανότητα θα επινοήσει, ίσως, κάποιο μηχανισμό, με τον οποίο λειτουργεί το ρολόι, που βλέπει, αλλά ποτέ δεν θα είναι βέβαιος, ότι οι ιδέες του είναι μοναδικές, με τις οποίες εξηγούνται οι παρατηρήσεις του. Διότι ποτέ δεν θα είναι σε θέση να ελέγξει τις ιδέες του με βάση τους πραγματικούς μηχανισμούς» (Αϊνστάιν, L.Infeld,Die Evolution der Physik (1987),40))

– «Ποτέ δεν βρήκα τίποτα στην επιστήμη μου, που να μπορώ να αντιτάξω στη Θρησκεία».

– «Όσο οι νόμοι των Μαθηματικών αναφέρονται στην πραγματικότητα δεν είναι βέβαιοι, και όσο είναι βέβαιοι δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα»

– «Οι σοβαροί διάκονοι της επιστήμης είναι οι μόνοι βαθιά θρησκευόμενοι άνθρωποι» (στο Religion and Science p. 40)

G.G Abbot,
(διάσημος Αμερικανός αστροφυσικός και γεωφυσικός)

– «Ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί ένα ρολόι εφοδιασμένο με μικρούς τροχούς, με ελατήρια, με δείκτες, που σημειώνουν τις ώρες, και με όλα τα άλλα πολύπλοκα μέρη, τα οποία τόσο καλά γνωρίζουμε. Μολονότι στο ρολόι δεν γίνεται πουθενά αισθητή η παρουσία του ανθρώπου, ούτε σε πολλά μίλια μακριά δεν σημειώνεται η ύπαρξη κάποιας κατοικίας, δεν μπορεί παρά να εξαχθεί το συμπέρασμα: Η σαφής μαρτυρία του πολυπλόκου μηχανισμού, που αποβλέπει σε έναν ευφυή και μεγαλειώδη σκοπό, απαιτεί δε την προγενεστέρα ύπαρξη μιας Υπέρτατης Διάνοιας, η οποία σκέφτεται, σχεδιάζει και δημιουργεί τον μηχανισμό αυτόν. Το ρολόι δεν θα μπορούσε με άλλο τρόπο να έλθει εις ύπαρξιν χωρίς αυτή την Διάνοια».

– «Την αιώνια ζωή δεν είναι περισσότερο δύσκολο να την παραδεχτούμε, παρ’ ότι αισθανόμαστε για τα μυστήρια που βλέπουμε σε όλα τα γύρω μας πράγματα. Αλήθεια, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε αυτό, όπως το κάνουμε για τους αστέρες, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη (κανένας λόγος) για να αρνηθεί κανείς αυτό. Έστω και αν ακόμη ένας από τους πεθαμένους θα ερχόταν για να μας πει, ότι δεν υπάρχει μία τέτοια πραγματικότητα – η πέραν του τάφου ζωή»

Carl Jung,1875-1961
(Ελβετός ψυχίατρος)

– «Το πρόβλημα του ψυχικώς πάσχοντος, κατά συγκρίτως ανώτερον λόγον ανήκει εις τον πνευματικόν, παρά εις τον ιατρόν. Αλλά ο άρρωστος επισκέπτεται τις περισσότερες περιπτώσεις πρώτα τον ιατρόν, διότι νομίζει ότι είναι σωματικά ασθενής και επειδή ορισμένα συμπτώματα νευρώσεως μπορούν τουλάχιστον να κατευναστούν με φάρμακα… Από 30 χρόνια τώρα έχω πελατεία από όλες τις πολιτισμένες χώρες της γης… Από όλους τους ασθενείς μου που δεν υπερέβησαν την μέση ηλικία δηλ. το 35ο έτος, δεν υπάρχει ούτε ένας του οποίου το τελικό πρόβλημα δεν ήταν η θρησκευτική του τακτοποίηση. Ναι, καθένας τελικά πάσχει, διότι έχασε εκείνο που όλες οι ζωντανές θρησκείες όλων των εποχών έδωσαν στους πιστούς τους. Και κανείς δεν θεραπεύτηκε πραγματικά, αν δεν πέτυχε πάλι την θρησκευτική του τακτοποίηση… Είναι επείγουσα ανάγκη να δώσουν τα χέρια ο πνευματικός και ο ψυχίατρος, για να υπερνικήσουν το γιγαντιαίο αυτό πνευματικό πρόβλημα»(1937)

Κόντον Αρθούρος, A. Compton 1892-1962
(Αμερικανός φυσικός βραβείο Νόμπελ 1927)

– «Αξίζει περισσότερο ο άνθρωπος από τα αστέρια και τους γαλαξίες; Το σπουδαίο και το σοβαρό οποιουδήποτε πράγματος εξαρτάται από το ενδιαφέρον του ενός, που κρίνει και αποφασίζει για αυτό. Ρωτήστε μία μητέρα, εάν θα ήθελε να ανταλλάξει το νεογέννητο παιδί της με το λαμπρότερο αστέρι του ουρανού. Επίσης, εάν το παιδί αυτό συνέβαινε να είναι ένας Νεύτων (ο Νεύτων είναι ο πατήρ της Ουρανίου Μηχανικής), αυτό θα άξιζε για τους αστρονόμους περισσότερο από πολλούς γαλαξίες αστέρων. Κατόπιν αυτών, ποιός είναι εκείνος ο οποίος θα πει ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα που δεν ελκύει το ενδιαφέρον του Θεού; Δεν είναι λογικό να παραδεχτούμε, ότι ο σκεπτόμενος Δημιουργός πρέπει να έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα σκεπτόμενα δημιουργήματα;»

– «Ο καταπληκτικός κόσμος του ατόμου δείχνει… προς την ιδέα ότι υπάρχει Θεός» (New York Times, 27-3-1931,p. 27)

Lemaitre Georges abbe 1894-1966
(Βέλγος ιερέας κοσμολόγος και αστρονόμος εισηγητής της θεωρίας της μεγάλης έκρηξης)

– «Η θεωρία (της μεγάλης έκρηξης) αφήνει ελεύθερο τον υλιστή να αρνηθεί κάθετί το υπερβατικό… Για τον πιστό αποκλείει αυτή κάθε απόπειρα να την οικειοποιηθεί για τον Θεό, ακριβώς όπως το «κτύπημα δακτύλου» του Laplace ή το «δάκτυλον του Θεού που θέτει εις κίνηση τον αιθέρα» του Jeans. Αυτό συμφωνεί με το του Ησαΐου, ο οποίος λέει ότι « ο Θεός κρύπτεται», κρύπτει τον εαυτό του μέσα εις την έναρξη της δημιουργίας»

Duhamel Georges, Ντυαμέλ Γ. 1884-1966
(Διάσημος Γάλλος γιατρός πρόεδρος της ιατρικής Ακαδημίας 1960)

– «Όλοι οι άνθρωποι ζητούν στα σκοτεινά το Θεό, την αιώνια ζωή, έστω και αν είναι κυνικοί, σκεπτικιστές, ανάγωγοι, αναίσθητοι»

Φοχτ, Vogt H 1890- 1968
(Γερμανός αστροφυσικός καθηγητής)

– «Τα αστρικά συστήματα και ο κόσμος ολόκληρος έχουν την ιστορία τους. Δεν προήλθαν από την αιωνιότητα, αλλά δημιουργήθηκαν και ακολουθούν μία ορισμένη εξέλιξη… Ο κόσμος δεν μπορεί να υπάρχει αφ’ εαυτού. Έχει ανάγκη ενός αιτίου, το οποίο δεν χρειάζεται άλλο αίτιο… Ο σύνδεσμος του ανθρώπου με την υπερφυσική Δύναμη αποτελεί την ουσία της θρησκείας και για αυτό, το χαρακτηριστικότερο διακριτικό σημείο ενός θρησκεύοντος ανθρώπου είναι, ότι πιστεύει εις μία υπερκόσμια Δύναμη, εις έναν παντοδύναμο Θεόν… Φυσική και αληθής Θρησκεία εις ουδεμίαν περίπτωσιν ευρίσκονται εις αντίθεσιν, αλλά συμπληρώνουν η μία την άλλη» »

Gamow G, Γκάμοβ Γεώργιος, 1904-1968
(διάσημος φυσικός-κοσμολόγος)

– «Στο σκοτεινό προγαλαξιακό παρελθόν διαπιστώνουμε μία ανάλαμψη μεταφυσικής προελεύσεως»

Κ. Κιπενχόϋερ, Kiepenheuer 1910-1975
(διάσημος Γερμανός αστρονόμος)

–  «Κάθε αστρονομική εικόνα του κόσμου, όταν αυτή είναι αποτέλεσμα ειλικρινούς πράγματι κόπου και μόχθου, διηγείται υπό μίαν γενική έννοια, τόσο ακριβώς το έργο του Θεού, όπως η ιστορία της Γενέσεως της Αγίας Γραφής, η οποία εγράφη δι ανθρωπίνης χειρός»

Χάϊζενμπεργκ Β, Heisenberg Werner 1901-1975,
(από τους μεγαλύτερους συγχρόνους φυσικούς όλου του κόσμου εισηγητής της «αρχής της αβεβαιότητας». Νόμπελ 1932 για την δημιουργία της Κβαντομηχανικής)

– «Από την εποχή της περίφημης δίκης του Γαλιλαίου διατυπωνόταν συνεχώς η αντίληψη, ότι η επιστημονική αλήθεια που προκύπτει από τις φυσικές επιστήμες, δεν μπορεί να συνδυαστεί με τη θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου. Μολονότι όμως εγώ είμαι πλήρως πεπεισμένος περί του ότι δεν μπορεί να προσβληθεί η αλήθεια, την οποία εις την σφαίρα της διατυπώνει η φυσική επιστήμη, ποτέ εν τούτοις δεν μπόρεσα να απορρίψω την θρησκευτική πίστη, τάχα ως ένα μέρος μιας ξεπερασμένης πεποιθήσεως της ανθρωπότητας, ένα μέρος από το οποίο πρέπει να παραιτηθούμε για το μέλλον. Έτσι, κατά τη διάρκεια της ζωής μου, χρειάστηκε πάντοτε να σκεφτώ περί της σχέσεως των δύο τούτων πνευματικών κόσμων της Πίστεως και της Επιστήμης. Διότι περί της αλήθειας εκείνου, το οποίο οι δύο αυτοί κόσμοι μάς δείχνουν, δεν μπόρεσα ποτέ να αμφιβάλλω…
Ο Θεός, περί του οποίου κάνουμε τώρα λόγο, είναι Θεός της τάξης και δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι μόνο ο Θεός προς τον οποίο απευθυνόμαστε στις θλίψεις μας και στον οποίο στηρίζουμε τη ζωή μας. Ή, ίσως μπορούμε να πούμε, ότι η επιστημονική μέθοδος κατευθύνει την προσοχή μας προς το ένα μέρος της θείας δραστηριότητας και για αυτό υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουμε τη μεγάλη συνοχή του όλου, της εικόνας της ολότητας του Σύμπαντος (σε ομιλία του το 1973)»

– «Η πρώτη γεύση από το ποτήρι της Φυσικής ομοιάζει με αθεΐα, αλλά στο βάθος του ποτηριού περιμένει ο Θεός»

Βέρνερ φον Μπράουν 1912-1977
(ο διάσημος κατασκευαστής πυραύλων)

– «Και ο ωραίος αυτός πλανήτης, η Γη, είναι εξίσου μέρος της βασιλείας του Θεού, όπως και οι κενές εκτάσεις γύρω μας, όπως και όλοι οι άλλοι αστέρες και πλανήτες του σύμπαντος. Αυτός ενεφύσησε εις τις καρδιές μας την περιέργεια περί των γύρω μας κόσμων και Αυτός μάς κατέστησε ικανούς να αποκτήσουμε την επιστημονική γνώση και τεχνική ικανότητα προς ικανοποίησιν αυτής. Εάν ο Θεός ήθελε πραγματικά να παραμείνουμε επί της γης, είμαι βέβαιος, ότι θα είχε θέσει έναν ανυπέρβλητο φραγμό και θα είχε αποθαρρύνει όλες μας τις προσπάθειες να τον υπερβούμε. Αλλά δεν υπάρχει απόδειξη περί φραγμού… Εμπιστεύθηκε στον άνθρωπο ολόκληρη την δημιουργία»

– «Πιστεύω ότι η εξερεύνηση του Διαστήματος θα βελτιώσει την ύπαρξη του ανθρώπου επί της γης, ηθικώς και πνευματικώς. Όσο περισσότερα μαθαίνουμε περί της Δημιουργίας, τόσο περισσότερα θα γνωρίζουμε για τον Δημιουργό. Το πνεύμα του ανθρώπου είναι εμποτισμένο με την δίψα για την τελική αλήθεια και η εξερεύνηση του Διαστήματος αντιπροσωπεύει τον ανθρώπινο νουν, που εργάζεται στο ζενίθ των γνώσεών του. Καθ’ όσον οι γνώσεις μας για τη λειτουργία του απέραντου και μεγαλειώδους Σύμπαντος αυξάνουν, δεν είναι δυνατόν παρά να αυξάνεται και ο σεβασμός μας για τον Δημιουργό του», (συνέντευξη 1967 στην Ελλάδα)

– «Η επιστήμη και η θρησκεία δεν είναι ανταγωνίστριες, αλλά αδελφές. Και οι δύο εμβαθύνουν στην υψίστη αλήθεια. Η επιστήμη βοηθά στο να αποκαλύψει περισσότερα περί του Δημιουργού δια μέσου της Δημιουργίας του… Όσο περισσότερο εμβαθύνουμε στην έρευνα του Διαστήματος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίστη μας…»

«Οσονδήποτε και αν εργάζεται ο άνθρωπος στον επιστημονικό κόσμο, τίποτα δεν μπορεί να πετύχει άνευ της πίστεως. Εάν η πίστη προώθησε και βοήθησε κάποιον στην ζωή, κυττάξετε εμένα». «Βέβαια έρχονται περίοδοι αμφιβολίας αι αμηχανίας και διερωτώμαι εάν βρίσκομαι στο σωστό δρόμο. Στις περιπτώσει αυτές αντλώ δυνάμεις καθώς ζητώ και παίρνω βοήθεια από το Θεό»

– «Γνωρίζω ότι καμμία επιστημονική εφεύρεση δεν θα φέρει αναγκαστικά μία αλλαγή στη σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Ένας επιστήμων βλέπει τη σφραγίδα του Θεού παντού όπου και αν κυττάξει»

– «Ο λόγος για τον οποίο πιστεύω στο Θεό, είναι σαφής. Το κάθε τι στον κόσμο είναι κατασκευασμένο με τάξη και οργάνωση και προϋποθέτει έναν κατασκευαστή, ένα σχεδιαστή. Το Σύμπαν περικλείει τόση τάξη, τόση τελειότητα και ακρίβεια, ώστε δεν μπορεί παρά να ναι αποτέλεσμα θεϊκού σχεδίου. Πρέπει να υπάρχει πίσω του σίγουρα, ένας Δημιουργός. Για μένα δεν υπάρχει άλλος δρόμος» (σε ερώτηση της New York Journal American)

Paul Dirac 1902-1984,
(βραβείο Νόμπελ 1933, διάσημος Άγγλος θεωρητικός φυσικός)

– «Αν οι πιθανότητες για την εμφάνιση της ζωής εκ του μηδενός ήταν ελάχιστες, μηδαμινές, τι άλλο μπορεί να είναι παρά μία απόδειξη του ότι έπρεπε να υπάρχει ένας Δημιουργός, που από το τίποτα κατασκεύασε το Σύμπαν; Αν η πιθανότητα για την εμφάνιση της ζωής επί του πλανήτου μας ήταν 1: 10 εις την εκατοστήν, τότε είναι εντελώς απίθανο το ότι θα μπορούσε ποτέ να προκύψει ζωή, χωρίς να υπάρχει Θεός (ομιλία το 1972)»

A. Kastler 1902-1984
(Γάλλος φυσικός βραβείο Νόμπελ, γράφει το 1976 δεν δηλώνει πιστός)

– «Ας υποθέσουμε ότι ανακαλύπτουμε ένα αυτόματο εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου στην αδιόρατη πλευρά της Σελήνης. Τι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε; Θα ήταν λογικό να σκεφτούμε, ότι η τύχη έχει μαζέψει τα μόρια με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργήσουν ένα τέτοιο αυτόματο εργοστάσιο; Κανένα πνεύμα δεν θα δεχόταν αυτην την ερμηνεία. Λοιπόν μέσα σε ένα ζωντανό οργανισμό βρίσκουμε ένα σύστημα απείρως πιο πολύπλοκο από ένα αυτόματο εργοστάσιο. Το να θέλουμε να δεχτούμε, ότι η τύχη δημιούργησε αυτόν τον οργανισμό μού φαίνεται παράλογο. Εάν υπάρχει ένα πρόγραμμα, δεν καταλαβαίνω πρόγραμμα χωρίς προγραμματιστή…»

Γκρασσέ Πέτρος, P. Crasse, 1895-1985
(Γάλλος βιολόγος)

– «Το ανθρώπινο Σύμπαν περιέχει πραγματικότητες στις οποίες ο επιστήμων δεν έχει, και μάλλον δεν θα έχει ποτέ, σημεία αμέσου προσπελάσεως… Πιστεύω στο μη επιστητό (σε εκείνο που δεν καταλαβαίνω) σημαίνει ότι αναγνωρίζω την ατέλεια του ανθρώπου, σημαίνει ότι αποδέχομαι με ταπεινωσύνη την ύπαρξή μου, σημαίνει δεν αμαρτάνω από περίσσεια εμπιστοσύνης στα δεδομένα των αισθήσεων και της συνειδήσεως. Σημαίνει ίσως ακόμη, ότι ελπίζω σε έναν κόσμο καλύτερο, που δεν είναι ο δικός μας και όπου το πνεύμα υπάρχει και ενεργεί κατά κυρίαρχο τρόπο»

– «Είμαι αισιόδοξος και πιστεύω ότι ο άνθρωπος θα προχωρήσει καλά. Διότι αλλιώς θα κατασκευάσουμε τέρατα… Είναι εντελώς βέβαιο, ότι αύριο θα παραγάγουμε ανθρώπινα τέρατα… Αυτό είναι εντελώς ανήθικο… Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πειραματίζεται με το ενδεχόμενο της δημιουργίας τεράτων… Αποκλείεται να κάνουμε τον πειραματισμό αυτόν (=εξωτερική βιοχημική επίδραση στον ανθρώπινο οργανισμό), δια διαφόρους λόγους. Ο πρώτος εξ’ όλων, που αποκλείει να υποστηρίξω τούτο, είναι ότι είμαι Χριστιανός. Αυτό σημαίνει ότι πιστεύω εις την αξίαν του ανθρώπου και για αυτό δεν πιστεύω στο ανακάτωμα του ανθρώπου» (σε δημόσια συζήτηση στο Παρίσι 1974)

– «Η τύχη είναι το μέτρο της αγνοίας μας!» (διάλεξη στην Αθήνα 1-4-1975)

– «Η ζωή απορρέει από μία οργάνωση, μία ισορροπία… Τάξη σε όλα τα επίπεδα, άτομα, μόρια, μικρομόρια, οργανίδια, όργανα. Αληθινά η ζωή είναι ο θρίαμβος της αρμονίας»

Lecomte Henri
(Γάλλος βοτανολόγος μέλος της Παρισινής Ακαδημίας των Επιστημών)

– «Ο ανταγωνισμός μεταξύ επιστήμης και θρησκείας υπάρχει μόνο στο πνεύμα εκείνων, που επιμόνως το θέλουν. Εις την πραγματικότητα η επιστήμη και η θρησκεία εξελίσσονται με τα ίδιά των μέσα εις εδάφη, τα οποία είναι ουσιωδώς διαφορετικά. Το να θέλει κανείς να αντιτάσσει την μία κατά της άλλης, αποδεικνύει απλώς ότι τις παραγνωρίζει»

Τουρνιέ Παύλος, Paul Tournier 1898-1986
(διάσημος Ελβετός γιατρός)

– «Και εμείς οι γιατροί έχουμε δύο χέρια. Το δυνατό χέρι της τεχνικής, του χειρουργού, του καρδιολόγου, που σώζει τη ζωή δια της τεχνικής. Αλλά έχουμε και ένα χέρι αριστερό για να παρηγορούμε τους ανθρώπους στις δοκιμασίες τους. Πάντοτε τείνουμε να φέρουμε σε αντίθεση το ένα χέρι απέναντι στο άλλο. Υπάρχουν άνθρωποι θρησκευόμενοι, που αρνούνται την επιστήμη εν ονόματι της πίστης. Και υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν την δύναμη της τεχνικής και απορρίπτουν το Θεό εν ονόματι της δυνάμεως. Όλη μου την ζωή την αφιέρωσα στο να ενώσω αυτά που φέρουν σε αντίθεση. Και να δείξω στους πιστούς ότι από τον Θεό έρχεται η τεχνική δύναμη των σοφών ιατρών. Και να δείξω στους ιατρούς, ότι δεν θα ήταν δυνατοί αν ο Θεός δεν τους έδινε τη δύναμη. Έτσι δεν κληθήκαμε να θέσουμε σε αντίθεση το δεξί χέρι απέναντι στο αριστερό, αλλά να τα ενώσουμε. Και όταν ενώσουμε τα δύο χέρια, αυτό είναι το σημείον προσευχής»

– «Γιατί λοιπόν η Βίβλος ομιλεί πάντοτε περί Θεού «ζώντος»; Ακριβώς διότι ο Θεός τον Οποίο μας αποκαλύπτει δεν είναι ο Θεός των φιλοσόφων· είναι έξω χρόνου και τόπου, αρχή όλων των πραγμάτων, η υψίστη έννοια του λογισμού μας. Είναι μία ζώσα προσωπικότης, η οποία επερωτά, η οποία εισέρχεται στον άνθρωπο δια του Αγίου Πνεύματος. Ταυτοχρόνως η Βίβλος μας αποκαλύπτει τι είναι η προσωπικότης, ο άνθρωπος· είναι η ύπαρξη με την οποία ο Θεός ομιλεί, με την οποία ο Θεός με τον τρόπο αυτόν εισέρχεται σε προσωπική σχέση»

Sir Eccles John, Έκλες Ιωάννης,1903-1997
(Νόμπελ νευροψυχοφυσιολογίας)

– «Οι πιθανότητες να έγινε ο κόσμος από μόνος του είναι 400 χιλιάδες τρισεκατομμύρια προς μία».

– «Αγωνίστηκα όλη μου τη ζωή να καταλάβω τη φύση της υπάρξεως, τη φύση του ιδίου του εαυτού μου και αυτό είναι η πρώτη μου πραγματικότητα… Δεν πήρα όμως καμία σαφή απάντηση, αλλά το μυστήριο, ο θαυμασμός αυξήθηκε, εάν οι άνθρωποι ήθελαν να πάρουν μία απάντηση του μυστηρίου του εαυτού τους, αυτή θα είναι η απάντηση της θρησκείας (γράφει το 1979)».

– «Εάν κυττάξετε τα περισσότερα σύγχρονα βιβλία που γράφουν περί εξελίξεως δεν θα βρείτε τίποτα περί της σκέψεως και της συνειδήσεως. Οι συγγραφείς τους υποθέτουν ότι όλα αυτά ήλθαν αυτομάτως με την εξέλιξη του εγκεφάλου. Αλλά αυτό δεν είναι απάντηση (γράφει το 1981)»

– «Εγώ ο ίδιος έχω την ζωντανή και ισχυρή πίστη, ότι είναι ανοικτό εμπρός μας το μέλλον. Αυτός, ο όλος κόσμος δεν είναι ακριβώς το πεδίο, στο οποίο τρέχουμε και δεν τρέχουμε χωρίς σκοπό… Ο καθένας μας μπορεί να εργάζεται με πίστη για μερικά αφαντάστως υπερφυσικά ζητήματα. Οφείλουμε να δώσουμε όλα όσα μπορούμε, για να παίξουμε το μέρος μας στο υπέροχο αυτό δράμα. Έπειτα θα περιμένουμε με γαλήνη και χαρά για τις μελλοντικές αποκαλύψεις όλων εκείνων των πραγμάτων και των αγαθών, που επιφυλάσσονται μετά τον θάνατο (γράφει το 1981)»

Sir Fred Hoyle 1915-2001
(διάσημος Άγγλος αστρονόμος, δεν ήταν θρησκευόμενος)

– «Για να αποφύγουμε το ζήτημα της δημιουργίας θα ήταν απαραίτητο να είναι όλη η ύλη του Σύμπαντος άπειρης ηλικίας, πράγμα που δεν μπορεί να συμβαίνει… Το υδρογόνο μετατρέπεται σταθερά σε ήλιο και σε άλλα στοιχεία… Πώς γίνεται, λοιπόν, να αποτελείται το Σύμπαν σχεδόν εξ’ ολοκλήρου από υδρογόνο; Αν η ύλη ήταν άπειρης ηλικίας, αυτό θα ήταν εντελώς αδύνατον. Συνεπώς διαπιστώνουμε ότι, εφόσον το Σύμπαν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί το ζήτημα της δημιουργίας» (στο «Η Φύση του Σύμπαντος»)

– «Μια ερμηνεία των δεδομένων βάσει κοινής λογικής, υποδηλώνει πως κάποια υπέρ-διάνοια έχει παίξει με την φυσική, καθώς και την χημεία και την βιολογία, και πως δεν υφίστανται τυφλές δυνάμεις στην φύση που να είναι αξιόλογες. Οι αριθμοί που προκύπτουν από τον υπολογισμό των δεδομένων, μου φαίνονται τόσο συγκλονιστικοί, ώστε να τοποθετούν αυτό το ενδεχόμενο σχεδόν εκτός έρευνας.» (Hoyle, F. 1982. The Universe: Past and Present Reflections. Annual Review of Astronomy and Astrophysics: 20:16.)

– «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει επιστήμονας, ο οποίος θα ερευνούσε τις ενδείξεις σχετικά με τις συνέπειες που έχουν οι νόμοι της πυρηνικής φυσικής πάνω στη διαμόρφωση του εσωτερικού του αστέρων, και δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι σχεδιάστηκαν εκ προθέσεως. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε τα φαινομενικά τυχαία τεχνάσματά μου αποτελούν μέρος ενός βαθύτερου σχεδίου. Εάν όχι, τότε έχουμε επιστρέψει και πάλι στην αρχή μιας τερατώδους ακολουθίας τυχαίων γεγονότων» (αναφέρεται στο Barrow and Tipler, Principle, σελ. 22)

Gould Stephen Jay, 1941-2002
(διάσημος παλαιοντολόγος βιολόγος, δήλωνε άθεος)

– «Να το πω για όλους τους συναδέλφους μου για εκατομμυριοστή φορά: Η επιστήμη δεν μπορεί με τις νόμιμες μεθόδους της να κρίνει το θέμα της εποπτείας της φύσης από το Θεό. Δεν μπορούμε ούτε να το επιβεβαιώσουμε ούτε να το αρνηθούμε αυτό. Αν κάποιοι από το σινάφι μας (εννοεί και τον Richard Dawkins, αθεϊστή)  κάνουν δηλώσεις ότι ο Δαρβινισμός καταργεί το Θεό θα βρω την κ. McInerney (δασκάλα του Gould) να τους δώσει με τη βέργα στα δάχτυλα. Η επιστήμη μπορεί να δουλέψει μόνο με νατουραλιστικές εξηγήσεις. Δεν μπορεί ούτε να βεβαιώσει ούτε να αρνηθεί άλλου είδους ενεργούντες (όπως ο Θεός) σε άλλες σφαίρες (το βασίλειο της ηθικής, για παράδειγμα). Ξεχάστε τη φιλοσοφία για ένα λεπτό. Η απλή εμπειρία των τελευταίων 100 ετών θα αρκούσε. Ο Δαρβίνος ο ίδιος ήταν αγνωστικιστής (έχοντας χάσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τον τραγικό θάνατο της αγαπημένης του κόρης), αλλά η μεγάλη Αμερικανίδα Βοτανολόγος Asa Gray, που ευνοούσε τη φυσική επιλογή και έγραφε ένα βιβλίο με τον τίτλο Darwiniana, ήταν μία αφοσιωμένη Χριστιανή. Προχωρήστε 50 χρόνια μπροστά: ο Charles D. Walcott που ανακάλυψε τα απολιθώματα των Burges Shale ήταν ένας πεπεισμένος δαρβινιστής και εξίσου σταθερός Χριστιανός που πίστευε ότι ο Θεός είχε ορίσει τη φυσική επιλογή για να οικοδομήσει την ιστορία της ζωής σύμφωνα με τα σχέδια και τις προθέσεις Του. Προχωρήστε για άλλα 50 χρόνια στους δύο μεγαλύτερους εξελικτικούς της γενιάς μας: ο G.G. Simpson ήταν ένας ανθρωπιστής αγνωστικιστής, ο Theodosius Dobzhansky είναι ένας πιστός Ρώσος Ορθόδοξος. Ή οι μισοί από τους συναδέλφους μου είναι φοβερά βλάκες ή αλλιώς ο δαρβινισμός είναι πλήρως συμβατός με τις παραδοσιακές θρησκευτικές πίστεις- και εξίσου συμβατός με την αθεΐα».
(στο  Η Γλώσσα του Θεού, Francis S. Colins, εκδ. Παπαζήση 2009 σελ. 148 όπου και η παραπομπή)

Francis Crick 1916-2004
(Άγγλος βιολόγος βραβείο Νόμπελ 1962, δήλωνε άθεος)
– «Υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη, που κατευθύνει τη ζωή και τη συμπεριφορά των ζωϊκών συστημάτων και που δεν μπορεί να εξηγηθεί με τις επιστημονικές δοξασίες μας»

Peacock Arthur, Πίκοκ Άρθουρ 1924-2006
(βιοχημικός και αγγλικανός ιερέας)

– «από την ύπαρξη του είδους του σύμπαντος που στην πραγματικότητα έχουμε, στο φως των φυσικών επιστημών, [είναι προσήκον] να συναγάγουμε την ύπαρξη ενός Δημιουργού Θεού ως της πιο καλής εξήγησης για πάντα τα υπάρχοντα» (Theory for a Scientific Age… p. 134)

Rοbert Jastrow, 1925-2008
(Αστρονόμος φυσικός κοσμολόγος)

– «Δεν είναι ζήτημα ενός άλλου έτους, μιας άλλης δεκαετίας εργασίας, μιας άλλης μετρήσεως ή μιας άλλης θεωρίας. Αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι η Επιστήμη δεν θα μπορέσει ποτέ να ανασύρει τον πέπλο του μυστηρίου της δημιουργίας»

– «Για τον επιστήμονα που έχει ζήσει με πίστη στη δύναμη της αιτίας, η ιστορία τελειώνει όπως ένα κακό όνειρο.
Έχει αναρριχηθεί στο όρος της αγνοίας.
Είναι έτοιμος να κατακτήσει την υψηλότερη κορυφή.
Και καθώς σκαρφαλώνει στον τελευταίο βράχο, τον υποδέχεται μια ομάδα θεολόγων, που είναι καθισμένοι εκεί από αιώνες»!
(Robert Jastrow,Cod and the Astronomers, Warner books,April 1980, σ. 105)

Weizsaecker C, Βάϊτσζαίκερ Κάρολος, 1920-2015,
(αστροφυσικός)

– «…Αγωνιζόμεθα, διότι έχουμε όλοι αγωνίες και ανησυχίες. Δεν πρέπει να έχουμε καμία αγωνία. Όταν θα έλθει ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας, θα μας οδηγήσει όλους εις πάσαν την αλήθειαν. Αυτό γίνεται κάθε ημέρα αναμεταξύ μας· μπορεί να γίνεται, αν εμείς ανοίξουμε. Και γίνεται. Στον κόσμο αυτόν θα έχετε αγωνία, αλλά θα παρηγορηθείτε, διότι εγώ νίκησα τον κόσμο. Αυτό είναι γεγονός» (σε ομιλία του σε Ναό το 1974)

– «Η σημερινή επιστήμη, ως επιστήμη, γνωρίζει τι δεν γνωρίζει. Για αυτό η επιστήμη είναι συγκρατημένη και επιφυλακτική ενώπιον γενικών απόψεων αναφερομένων εις την ουσίαν όλων των όντων… Έχουμε ενώπιόν μας μία ύψιστη επιστημονική θέση, κατά την οποία, να το ομολογήσουμε ειλικρινά, επιστήμη σημαίνει επίσης, ό,τι δεν γνωρίζει κανείς. Θέτουμε ερωτήματα, στα οποία πρέπει να παραδεχτούμε, ότι, όπως σήμερα σκεπτόμαστε επιστημονικώς, δεν δυνάμεθα να απαντήσουμε»

– «Για μένα πραγματικά ο Χριστιανισμός δεν είναι μια διδασκαλία περί θεϊσμού, ή κάτι παρόμοιο, αλλά κατά πρώτο και κύριο λόγο είναι η επι του Όρους ομιλία του Κυρίου. Εάν ένας στραφεί προς το κήρυγμα αυτό, ίσως να πει, ότι προσπαθεί να είναι Χριστιανός»

A. Penzias 1933-…
(διάσημος ραδιοαστρονόμος ραδιοφυσικός, Νόμπελ 1978 για την ανακάλυψη της ακτινοβολίας του υποβάθρου, του «απόηχου» της αρχικής «μεγάλης έκρηξης»)

– «Εκείνο που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι αν το σύμπαν είναι πεπερασμένο ή άπειρο, αν συνεχώς διαστέλλεται ή αν αιωνίως θα υφίσταται διαστολές και συστολές, αν με άλλα λόγια το σύμπαν δεν έχει σκοπό, αν έγινε τυχαία, όπως πέφτουν τα ζάρια. Αλλά νομίζω ότι τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας τώρα δείχνουν σαφώς ότι η ύλη του σύμπαντος δεν είναι αρκετή για να υπόκειται αιωνίως σε αναπάλσεις. Το επιχείρημά μου και η θέση μου είναι ότι, από τα ακριβή και καλά δεδομένα που έχουμε, δεν θα ήθελα τίποτα άλλο να πω, παρά ό,τι αναφέρεται στα πέντε βιβλία της Γενέσεως του Μωϋσέως, τους Ψαλμούς και τη Βίβλο στο σύνολό της» (A. Penzias ραδιοαστρονόμος Νόμπελ 1978)

Stephen Hawking

– «Η αρχική κατάσταση του σύμπαντος πρέπει να είχε πράγματι πολύ προσεκτικά επιλεγεί, αν το μοντέλο της θερμής μεγάλης εκρήξεως ήταν σωστό ως την αρχή του χρόνου. Θα ήταν πολύ δύσκολο να εξηγήσει κανείς γιατί το σύμπαν έπρεπε να είχε αρχίσει τη ζωή του μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο, εκτός αν το θεωρήσει σαν έργο ενός Θεού, ο οποίος ήθελε να ημιουργήσει όντα σαν κι εμάς»

– «Η επιστήμη, εφ’ όσον η Γενική Θεωρία της Σχετικότητας είναι ορθή, μπορεί να προβλέψει ότι το Σύμπαν πρέπει να είχε μία αρχή, αλλά δεν μπορεί να προβλέψει πώς το σύμπαν άρχισε. Γι’ αυτό κάποιος θα έπρεπε να επικαλεστεί τον Θεό» (Black Holes… 1994)

– «Πάνω στο ερώτημα· πώς συμβαίνει ώστε εμείς και το σύμπαν να υπάρχουμε; Αν βρούμε την απάντηση στο ερώτημα, αυτό θα είναι ο τελικός θρίαμβος του ανθρωπίνου λογικού. Διότι τότε θα γνωρίσουμε τον νου του Θεού» (A brief History… 1989)

– «Οι φυσικοί νόμοι μπορεί να είχαν θεσπιστεί αρχικά από τον Θεό. Φαίνεται όμως, ότι ο Θεός άφησε το Σύμπαν να αναπτύσσεται σύμφωνα με αυτούς και δεν παρεμβάλλεται πια στην εξέλιξή του. Αλλά πώς επέλεξε την αρχική κατάσταση, το αρχικό σύνολο των χαρακτηριστικών του Σύμπαντος; Ποιες ήταν οι οριακές συνθήκες στην αρχή του χρόνου; Μια πιθανή απάντηση είναι, ότι ο Θεός επέλεξε το αρχικό σύνολο χαρακτηριστικών του Σύμπαντος για κάποιους λόγους, που δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα τους καταλάβουμε ποτέ» (Το χρονικό του χρόνου σελ. 187)

– «Εάν είχε το Σύμπαν κάποια αρχή, θα έπρεπε και να παραδεχτούμε ότι εδημιουργήθη από κάποιον Δημιουργό» (A brief History… 1988)

– «Μία θεωρία υπάρχει μόνο στη σκέψη μας και δεν έχει καμμία άλλη υπόσταση… Συνεπώς, η κάθε θεωρία της Φυσικής είναι προσωρινή, διότι παριστάνει μόνο μία υπόθεση: ουδείς δε μπορεί ποτέ να την αποδείξει»

M. Rees 1942-…
(κοσμολόγος άρθρο του το 1981)

– «Το γεγονός ότι από τις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες της δομής του αρχικού Σύμπαντος μπόρεσε να προκύψει τελικά η ζωή, μόνο σαν τύχη η θεία Πρόνοια μπορεί να χαρακτηριστεί»

Paul Davies, 1946-….
(Άγγλος φυσικός)

– «Οι αριθμητικές συμπτώσεις, θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν απόδειξη ενός σχεδίου. Ο λεπτός και επακριβής καθορισμός των τιμών των φυσικών σταθερών, που είναι αναγκαίος, ώστε οι ποικίλοι και διάφοροι κλάδοι της φυσικής να μπορούν να συνταιριάζονται με τόση επιτυχία, θα μπορούσε να αποδοθεί στο Θεό»

– «Αν οι νόμοι της Φυσικής καταργούνται στη μαθηματική ανωμαλία, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εξήγηση με τους όρους αυτών των νόμων. Για τον λόγο αυτό, αν κάποιος επιμένει να αναζητεί την αιτία της Μεγάλης Εκρήξεως, η αιτία αυτή πρέπει να βρίσκεται πέρα από τη Φυσική» (The Mind of God 1993)

– «Η σύγχρονη φυσική και η σύγχρονη κοσμολογία αντέχουν μία βασανιστική υπόθεση: ότι θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε πώς όλες οι φυσικές δομές μέσα στο σύμπαν έχουν έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως, σαν ένα αποτέλεσμα φυσικών διεργασιών. Δεν έχουμε πλέον ανάγκη για έναν Δημιουργό με την παραδοσιακή έννοια. Όμως, αν και η επιστήμη είναι πιθανόν να εξηγήσει τον κόσμο, σε μας μένει ακόμη να εξηγήσουμε την επιστήμη. Οι νόμοι που δίνουν στο σύμπαν τη δυνατότητα να έλθει στην ύπαρξη αυτομάτως παρουσιάζονται να είναι το προϊόν ενός υπερβολικά ευφυούς σχεδίου» (Superforce 1990)

– «Σημαίνουν αυτές οι απόψεις (=για αυτογένεση του Σύμπαντος) ότι η ύπαρξη του Σύμπαντος μπορεί επιστημονικά να «εξηγηθεί», χωρίς να είναι αναγκαίος ένας Θεός;».

– «Μπορούμε να θεωρήσουμε το Σύμπαν σαν ένα κλειστό σύστημα, που έχει την αιτία της υπάρξεώς του μόνο στον εαυτό του;… Πόθεν προέρχονται, όμως, οι Νόμοι, δια των οποίων το Σύμπαν φροντίζει δι’ εαυτό, αλλά και για τη δική του γένεση;» (Der Plan Gottes, ss. 78-79)

– «Πολλοί επιστήμονες, και αυτοί οι εισηγητές της Θεωρίας της Σταθεράς Καταστάσεως (του σύμπαντος), αισθάνονται ότι καταργώντας τη μεγάλη έκρηξη θα είχαν μια για πάντα απορρίψει την ανάγκη κάθε είδους υπερφυσικής ερμηνείας για το σύμπαν. Σε ένα σύμπαν που δεν έχει καμιά αρχή, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη για ένα γεγονός δημιουργίας ή για έναν δημιουργό» (The Mind of God 1993,Penguin Books, Λονδίνο 1984, σελ. 56 )

– «Το ίδιο το γεγονός ότι το σύμπαν είναι δημιουργικό και ότι οι νόμοι έχουν επιτρέψει να αναδυθούν πολύπλοκες δομές και να αναπτυχθούν μέχρι το σημείο σχηματισμού συνείδησης- με άλλα λόγια, ότι το σύμπαν έχει οργανώσει την ίδια την αυτεπίγνωσή του- αποτελεί για μένα ισχυρή ένδειξη ότι κάτι συμβαίνει πίσω απ’ όλα αυτά… Μοιάζει σαν κάποιος να έχει ρυθμίσει λεπτομερώς τους αριθμούς της φύσης, προκειμένου να συνθέσει το Σύμπαν… Η εντύπωση (ύπαρξης) σχεδιασμού είναι συντριπτική.» (Davies, P. 1988. The Cosmic Blueprint: New Discoveries in Nature’s Creative Ability To Order the Universe. New York: Simon and Schuster, p.203.)

Φρέντκιν Έντουαρντ 1934-…
(ηλεκτρονικός επιστήμων)

– «Το σύμπαν αποτελεί ενσάρκωση προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, που έχει σχεδιαστεί έτσι, ώστε να μπορεί να εξασφαλίσει την απάντηση στο ερώτημα για την ίδια του τη δημιουργία… Τι μπορούμε να πούμε για τον ίδιο τον υπολογιστή; Από τι αποτελείται αυτός; Τι τον ενεργοποιεί; Ποιος, ή τι, τον κινεί; Πώς και γιατί άρχισε να κινείται;… Δεν έχω θρησκευτικές πεποιθήσεις. Δεν ξέρω τι υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει. Μου φαίνεται όμως, πως το συγκεκριμένο σύμπαν, όπου ζούμε, έχει δημιουργηθεί από κάποια διάνοια (1990)»

H. Reeves, Ρήβς 1932-…
(διευθυντής Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών Γαλλίας)

– «Βλέπουμε και διαπιστώνουμε στο Σύμπαν να υπάρχει μία αρμονία. Να εξελίσσονται τα γεγονότα του Σύμπαντος και να παρουσιάζονται σαν ένα κομμάτι κλασσικής μουσικής».

– «Δεν πρέπει να ζητάμε πολλά από την επιστήμη. Όταν περιμένουμε πολλά από αυτήν, συχνά είναι απατηλή. Είναι το πρόβλημα του όλου πολιτισμού της Δύσεως από τον 16ο αιώνα, όταν σκεφτεί κανείς πάνω στα ίχνη του Καρτεσίου και του Γαλιλαίου, ότι η επιστήμη θα φέρει την ευτυχία του ανθρώπου. Αυτό το πίστευαν για πολύ χρονικό διάστημα. Όλος ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την ιδέα της προόδου. Επιστεύετο ότι η πρόοδος ήταν συνυφασμένη με την επιστήμη. Θα είχαμε τότε το τέλος του σκοταδισμού. Επίστευαν επίσης ότι πέρασε η περίοδος της θρησκείας και ήλθαμε στην περίοδο της επιστήμης… Ότι η επιστήμη ξεπέρασε τη θρησκεία. Καταλάβαμε όμως καλά ότι η επιστήμη δεν αντικατέστησε τίποτα· σήμερα η θρησκεία είναι πιο ζωντανή παρά ποτέ άλλοτε. Εξάλλου η επιστήμη παρουσίασε τόσα πολλά προβλήματα που βρίσκονται προς λύση· παράδειγμα η περίπτωση του πυρήνα του ατόμου (σε συνέντευξη στο περιοδικό Construit 25-8-1982)»

Schopper H. Σόπερ,
(καθηγητής Γενικός Διυθυντής στο CERN στη Γενεύη)

– «Ένας τέτοιος διάλογος θρησκείας και επιστήμης είναι δυνατόν να γίνει σήμερα, διότι διαρκώς και περισσότερο παρουσιάζεται ότι η αντικειμενική πραγματικότητα (όπως την παρουσίασαν ο Γαλιλαίος και ο Νεύτων ως βάση των θετικών επιστημών) δεν αποκλείει καθόλου την υπερβατική πραγματικότητα της πίστεως. Ακόμη περισσότερο. Οι ανακαλύψεις οι σχετικές με τα φαινόμενα των σωματίων της πλοκής της ύλης, οι νόμοι της φύσεως και η τάξις που κυβερνά το υλικό σύμπαν αποκαλύπτουν πολύ περισσότερο μία ερμηνεία του ανωτάτου και υπερβατικού Όντος, παρά εκείνη την οποία μας δίνει η καθαρά υλιστική θεώρηση του κόσμου (1982)»

St. Weinberg, 1933-…
(διάσημος Αμερικανός θεωρητικός φυσικός Νόμπελ 1979)

– «Είναι σχεδόν αναγκαστικό για τους ανθρώπους να πιστεύουμε ότι έχουμε κάποια ειδική σχέση με το σύμπαν, ότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ακριβώς ένα λίγο ή πολύ κωμικό αποτέλεσμα μιας αλυσίδας τυχαίων συμβάντων, που φθάνουν πίσω στα πρώτα τρία λεπτά, αλλά ότι έχουμε κατά κάποιο τρόπο δημιουργηθεί από την αρχή»

– «Μερικοί κοσμολόγοι ελκύονται φιλοσοφικά από το πρότυπο του παλλομένου σύμπαντος, ειδικά διότι, όπως και το πρότυπο της σταθεράς καταστάσεως, αποφεύγει με ωραίο τρόπο το πρόβλημα της Γενέσεως» (The first three minutes, σελ. 148, 1984)

Μιχαήλ Παπαγιάννης
(Κοσμήτωρ Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Boston)

– «Πόσο ένδοξο τέλος μιας μακράς για τα ανθρώπινα δεδομένα πορείας, που άρχισε σαν μία εκρηγνυόμενη πύρινη σφαίρα φωτονίων και στοιχειωδών σωματιδίων, επειδή όμως ήταν προικισμένη από τον Δημιουργό με τους κατάλληλους θεμελιώδεις νόμους, οδήγησε στη ζωή και είναι προορισμένη να οδηγήσει τελικά στη θέωση των κατοίκων της!»

J. Polkinghorne 1930-…
(Άγγλος Θεωρητικός φυσικός στοιχειωδών σωματιδίων, μέλος Βασιλικής Εταιρείας, καθηγητής Μαθηματικής Φυσικής του Κέμπριτζ 1968-1979, πρόεδρος του Κολεγίου της Βασίλισσας στο Κέμπριτζ από το 1989, χειροτονήθηκε ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας το 1982)

– «Επομένως, πιστεύω πως με την ακριβή ρύθμιση των φυσικών νόμων, η οποία κατέστησε δυνατή την εξέλιξη συνειδητών όντων, λαμβάνουμε από την επιστήμη έναν πολύτιμο, αν και έμμεσο, υπαινιγμό, πως πίσω από την κοσμική ιστορία υπάρχει κάποιο θεϊκό νόημα και κάποιος θεϊκός σκοπός. Κατά τη γνώμη μου, η επιστήμη είναι δυνατή και η κοσμική ιστορία υπήρξε γόνιμη, επειδή το σύμπαν στο οποίο κατοικούμε είναι αποτέλεσμα δημιουργίας. Επί της ουσίας, περί αυτού πρόκειται (Επιστήμη ή Θεός, εκδ. Τραυλός σελ.126,1997)»

– «Οι δαρβινικές ιδέες παρέχουν μία γενική εποπτεία της εξελισσόμενης ιστορίας ενός γόνιμου κόσμου, αλλά παραμένει βεβαίως άγνωστο το κατά πόσο θα μας πουν ολόκληρη την ιστορία. Αντί να επαναλάβω αυτές τις υποθέσεις άλλη μια φορά, προτιμώ να στραφώ σε άλλες, πιο διαδεδομένες, επιστημονικές απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η σύγχρονη επιστήμη δεν είναι καθόλου απρόθυμη να προβεί σε μια μεταφυσική αναγνώριση της ύπαρξης νοήματος και σκοπού πίσω από την συμπαντική ιστορία» (Επιστήμη ή Θεός σελ.109,1997)

– «Το «λογισμικό» της ζωής δεν μπορεί να «τρέξει» σε κανέναν παλαιού τύπου «υπολογιστή» (πιστεύω πως υπάρχει κάτι το ουσιαστικό στην ιδιαίτερή μας ενσάρκωση και απορρίπτω οποιαδήποτε αυστηρή αναλογία με υπολογιστές), ασφαλώς όμως υπάρχει η δυνατότητα ύπαρξης μιας νέας «ύλης», στην οποία μπορούμε να μετενσαρκωθούμε κατά την ανάστασή μας. Από πού θα προέλθει αυτή η «ύλη»; Νομίζω ότι θα είναι η μετασχηματισμένη ύλη του παρόντος κόσμου, την οποία ο Θεός θα διασώσει από τη μοίρα της αποσύνθεσης. Το σύμπαν θα πεθάνει, αλλά επειδή ο Θεός ενδιαφέρεται για αυτό, θα αναστηθεί ακριβώς όπως και εμείς θα αναστηθούμε εκ νεκρών. Ουσιαστικά, οι δύο μοίρες αποτελούν μία. Αυτή η Χριστιανική ελπίδα, όπως εκφράζεται από τον Απόστολο Παύλο, είναι ότι θα υπάρξει μια νέα δημιουργία μαζί με τη λύτρωση της παλαιάς δημιουργίας από την απογοήτευση και τη ματαιότητα (Ρωμαίους η 18-25,Β Κορινθίους ε 17), στην οποία μετέχουμε όλοι» (ο.π. σελ. 135)

– «Τελικά, όσο περισσότερο κατανοούμε το σύμπαν, τόσο πιο άσκοπο αποδεικνύεται (φράση του Steven Weinberg στο The First three Minutes: όσο πιο κατανοητό φαίνεται το σύμπαν, τόσο περισσότερο μοιάζει να στερείται σκοπού) ή μήπως αποκτά ολοένα και περισσότερο τον χαρακτήρα ενός κόσμου πραγματικού, τόσο γεμάτου σημασία για μας που μέσα του αισθανόμαστε σαν στο «σπίτι μας» και όχι μοναχικά πλάσματα που θλίβονται για τον παραλογισμό του; Το ένστικτό μου ως επιστήμονα μου υπαγορεύει να αναζητήσω μια εύλογη κατανόηση και πιστεύω ότι είναι η θρησκευτική μου πίστη εκείνη η οποία με καθιστά ικανό να τη βρω… Η αλήθεια της ανάστασης του Χριστού αποτελεί, για μένα, ένα πραγματικό έσχατο ζήτημα» (ο.π. σελ. 135-136)

– «Το μυστήριο της πολλαπλώς διαστρωματωμένης πραγματικότητας ενός κόσμου που χαρακτηρίζεται ταυτόχρονα από τάξη, ομορφιά και ηθική, παραμένει. Τι είναι αυτό που συνενώνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά; Μια πιθανή απάντηση, συνεκτική και ικανοποιητική από διανοητική άποψη -και δεν λέω τίποτα περισσότερο απ’ αυτό- μας παρέχεται από την πίστη στο Θεό. Η πραγματικότητα είναι πολλαπλώς διαστρωματωμένη επειδή είναι δημιουργία. Πίσω από την επιστημονική τάξη του σύμπαντος βρίσκεται η Νόηση του Δημιουργού. Πίσω από την ανθρώπινη εμπειρία της ομορφιάς βρίσκεται η χαρά του Δημιουργού στη δημιουργία. Πίσω από τις ηθικές μας ενοράσεις βρίσκεται η κρίση της καλής και τέλειας βούλησης του Δημιουργού.
Ουσιαστικά, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη όλων των Ενοποιημένων Θεωριών, η πραγματική Θεωρία του Παντός, παρέχεται από την πίστη στο Θεό» (ο.π. σελ. 149)

Richard Dawkins,
(βιολόγος αθεϊστής)

– «…Εκείνο που θέλω κυρίως από μια θεωρία της εξέλιξης είναι να εξηγεί το σχηματισμό των πολύπλοκων, καλοσχεδιασμένων μηχανισμών, όπως η καρδιά, τα χέρια, τα μάτια και ο ηχοεντοπισμός. Κανείς, ούτε ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της επιλογής ειδών, δεν πιστεύει ότι αυτή μπορεί να εξυπηρετήσει τον παραπάνω σκοπό» (Ο τυφλός Ωρολογοποιός σελ. 413)

Frank J. Tipler 1947-…
(Φυσικομαθηματικός κοσμολόγος)
– «…Ποτέ δεν φαντάστηκα όταν άρχισα την καριέρα μου ως φυσικός, ότι κάποια μέρα θα έγραφα, ως φυσικός, ότι οι ουρανοί υπάρχουν και ότι ο καθένας από εμάς θα απολάμβανε ζωή μετά το θάνατο. Αλλά εδώ γράφω ό,τι ο νεαρός εαυτός μου θα θεωρούσε ως επιστημονική ανοησία. Εδώ στέκομαι σαν ένας φυσικός, δεν μπορώ να κάμω άλλο». (The Physics of Immorality σελ. 11.)

Gunter Ewald 1929-…
(φυσικομαθηματικός Γερμανός)

– «Η διαπίστωση του Hawking καταλήγει σε μια ταυτολογία: Το Σύμπαν υπάρχει, διότι υπάρχει. Έτσι όμως ελάχιστα βοηθούμαστε. Το ερώτημα, διατί με τη γένεση των Κβάντων του Κόσμου μας γεννήθηκαν και οι Νόμοι της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας, παραμένει αναπάντητο (1998)»

Francis S. Collins, 1950-…
(εξέχων γενετιστής, επικεφαλής του Σχεδίου Ανθρώπινου Γονιδιώματος, στο βιβλίο του «η Γλώσσα του Θεού»)

– «Λοιπόν εδώ είναι το κεντρικό θέμα αυτού του βιβλίου: Σε αυτή τη σύγχρονη ανάπτυξη της κοσμολογίας, της εξέλιξης και του ανθρώπινου γονιδιώματος, υπάρχει ακόμη η δυνατότητα μιας απόλυτα ικανοποιητικής αρμονίας ανάμεσα στην επιστημονική και τη θρησκευτική αντίληψη για τον κόσμο; Απαντώ με ένα ηχηρό ΝΑΙ. Κατά την αντίληψή μου δεν υπάρχει καμία αντίφαση στο να είναι κανείς γνήσιος επιστήμονας και άνθρωπος που πιστεύει σ’ ένα Θεό, ο οποίος ενδιαφέρεται προσωπικά για τον καθένα μας. Η δικαιοδοσία της επιστήμης είναι να ερευνά την φύση. Του Θεού η δικαιοδοσία βρίσκεται στον πνευματικό κόσμο, ένα βασίλειο που δεν μπορεί να εξερευνηθεί με τα εργαλεία και τη διάλεκτο της επιστήμης. Πρέπει να εξεταστεί με την καρδιά, με το νου και την ψυχή. Και ο νους πρέπει να βρει τρόπο να συμπεριλάβει και τα δύο βασίλεια» (σελ. 20-21)

– «… Σε άλλο μέρος του προκλητικού του βιβλίου (=ο Θεός και οι αστρονόμοι), ο Jastrow γράφει: «Τώρα βλέπουμε πως η αστρονομία οδηγεί σε μια βιβλική άποψη της προέλευσης του κόσμου. Οι λεπτομέρειες διαφέρουν, αλλά τα ουσιώδη στοιχεία της αστρονομικής και βιβλικής περιγραφής της Γενέσεως είναι τα ίδια. Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στον άνθρωπο, άρχισαν ξαφνικά και απότομα σε μια ορισμένη στιγμή στο χρόνο, με μια λάμψη φωτός και ενέργειας». Οφείλω να συμφωνήσω. Το Big Bang κραυγάζει για μια θεία εξήγηση. Επιβάλλει το συμπέρασμα ότι η φύση είχε μια ορισμένη αρχή. Δεν μπορώ να δω πώς η φύση θα μπορούσε να δημιουργήσει τον εαυτό της. Μόνο μια υπερφυσική δύναμη που είναι έξω από το χώρο και το χρόνο μπορεί να το έχει κάνει αυτό» (σελ. 68)

– «… Ένας άλλος διακεκριμένος Φυσικός, ο Freeman Dyson, αφού ανασκοπήσει αυτή τη σειρά των «αριθμητικών τυχαίων συμπτώσεων»  συμπεραίνει: «Όσο πιο πολύ εξετάζω το σύμπαν και τις λεπτομέρειες της αρχιτεκτονικής του, τόσο περισσότερες ενδείξεις βρίσκω ότι το σύμπαν κατά κάποιο τρόπο γνώριζε ότι θα έλθουμε» (σελ. 75)

– «Για μένα ως πιστό, η ανακάλυψη της σειράς του ανθρώπινου γονιδιώματος είχε μία πρόσθετη σημασία. Αυτό το βιβλίο ήταν γραμμένο στη γλώσσα του DNA με την οποία ο Θεός μίλησε στη ζωή για να υπάρξει. Αισθάνθηκα μια επιβλητική αίσθηση δέους αναδιφώντας αυτό το σπουδαιότερο από όλα τα βιολογικά κείμενα» (σελ. 112)

– «Η επιστήμη δεν απειλείται από το Θεό, ενθαρρύνεται. Ο Θεός με κάθε βεβαιότητα δεν απειλείται από την επιστήμη. Αυτός την έκανε δυνατή» (σελ. 201)

Άρης Πατρινός,
(βιολόγος που βοήθησε στην αποκρυπτογράφηση του DNA το 2000)

– «Είμαι απλώς ένας από τους πολλούς εργάτες, που κατάφεραν αυτό το εκπληκτικό επίτευγμα. Αισθανθήκαμε όλοι την ώρα εκείνη, ότι βαδίζαμε στα ίχνη του Θεού. Ήταν μια μοναδική στιγμή, γιατί ανοίξαμε το πρώτο αντίτυπο του βιβλίου της ζωής» (στην εφημεριδα Αδέσμευτος Τύπος 29-6-2000 σελ 13)

Gingerich Owen, Όουεν Γκινγκεριχ 1930-…,
(διάσημος αστρονόμος του Χάρβαρντ, συγγραφέας του «Το Σύμπαν του Θεού» 2006)

– «Το Σύμπαν δημιουργήθηκε ηθελημένα και με σκοπό και αυτή η πεποίθηση δεν παρεμβαίνει στις υποθέσεις της επιστήμης»

Άρθουρ Λ. Σάβλοφ
(Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, 1981 Βραβείο Νόμπελ Φυσικής)

– «Μου φαίνεται πως, όταν είμαστε αντιμέτωποι με τα θαύματα της ζωής και του σύμπαντος, πρέπει να αναρωτηθούμε «γιατί» και όχι μόνο «πώς». Οι μόνες δυνατές απαντήσεις είναι θρησκευτικές… Εντοπίζω μια ανάγκη για Θεό μέσα στο σύμπαν και μέσα στην ίδια την ζωή μου…»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Οι θεμελιωταί των επιστημών, αρχιμ. Ηλία Μαστρογιαννοπούλου, εκδ. «Ζωή» 1962
2) Το σύμπαν η ζωή και ο άνθρωπος, Κωτσάκη Δημητρίου, Ομοτίμου Καθηγητού πανεπιστημίου Αθηνών, εκδ. «Ζωή» 1986
3) Η προέλευση της Ζωής και η επιστήμητου ιδίου
4) Οι πρωτοπόροι της Επιστήμης και η Γένεσις του κόσμου, του ιδίου
5) Η κοσμοθεωρία του Υλισμούτου ιδίου
6) Είμαστε μόνοι στο διάστημα; του ιδίου
7) Το μεγάλο πρόβλημα Θεός και κόσμοςτου ιδίου
8) Το αστρονομικό σύμπαν, Δημιουργία ή Τύχητου ιδίου
9) Πώς βλέπει σήμερα η επιστήμη το Σύμπαντου ιδίου
10) Η συγκρότηση του Σύμπαντοςτου ιδίου
11) Η επιστήμη ομιλεί, εκδ. «Ζωή», 1979
12) Ομιλούν οι σοφοί περί Θεού, εκδ. «Ζωή» 1980
13) Ομιλούν οι σοφοί περί Χριστιανισμού, εκδ. «Ζωή» 1979
14) Ομιλούν οι σοφοί περί Ψυχής, εκδ. «Ζωή» 1982
15) Οι μεγάλοι μπροστά στον πόνο, εκδ. Ζωή 1987
16) Γιατί δεν είμαι άθεος, Γεωργίου Μελέτη, εκδ. «Ζωή» 1994
17) Η Χριστιανική Πίστις εις τον αιώνα της ΕπιστήμηςΝ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1982
18) Αρχή και τέλος του Κόσμου, Κοσμολογία και Αγία Γραφή, αρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 2001,
19) Ο άνθρωπος μέσα στο σύμπαναρχιμ. Αστερίου Χατζηνικολάου, εκδ. «ο Σωτήρ» 1996
20) Ο Δαρβίνος και η θεωρία της εξελίξεωςΝ.Π. Βασιλειάδη, εκδ. «ο Σωτήρ» 1995
21) Θεός και Θρησκεία στις Φυσικές ΕπιστήμεςΜέγας Λ. Φαράντος, εκδ. Έννοια,2008
22) Εγώ ο Άλμπερτ Αϊνστάιν… Alice Calaprice, εκδ. Κάτοπτρο 1998
23) Η Γλώσσα του ΘεούFrancis S. Collins, εκδ. Παπαζήση 2009
24) Η αυταπάτη του Dawkins ;, AlisterMc Grath, εκδ. Ουρανός 2008
25) Πασκάλ ΜπλέζΣκέψεις, εκδ. Καστανιώτη
26) Επιστήμη ή ΘεόςJ. Polkinghorne, εκδ. Τραυλός,
27) Ο Γαλιλαίος στη φυλακή, Μύθοι για την επιστήμη και τη θρησκεία, επιμέλεια Ronald L. Numbers, εκδ. Λογείον2011
28) Είναι ο Θεός μαθηματικός; Μάριο Λίβιο, εκδ. Ενάλιος 2014
29) Παγκόσμιος Ιστορία του ΠολιτισμούWill Durant τόμος Ζ σελ.
30) Παγκόσμιος Ιστορία του ΠολιτισμούWill Durant τόμος Η
31) Ανθολογία της ΦιλοσοφίαςUbaldo Nicola, εκδ. Ενάλιος 2007
32) Η Φιλοσοφία της Αναγεννήσεως και η θεμελίωσις της Νεωτέρας ΦυσικήςΛογοθέτου Κ. ΟΕΣΒ, 1955

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 22 Μαΐου 2018

megas kon

Ο Κυβερνήτης που θα έπρεπε να θυμούνται οι σημερινοί πολιτικοί και ή να προσπαθούν να του μοιάσουν ή να κρύβονται

Κι όταν ακούσουν την λέξη Άγιος, αρχίζουν να διαμαρτύρονται οι κράχτες της αθεΐας και της απιστίας.

Είναι Άγιος;

Στρατηγός, ναι είναι, Βασιλιάς και Αυτοκράτορας ναι. Μέγας ναι είναι, αλλά Άγιος; Όχι, δεν είναι Άγιος λένε. Γιατί δεν είναι Άγιος; Διότι, λέ­νε, ότι ο Μ. Κωνσταντίνοςέκανε εγκλήματα, ότι σκότωσε τον γιο του τον Κρίσπο, ότι σκότωσε την δεύτερη γυναίκα του την Φαύστα, και συνεπώς δεν πρέπει να ονομάζεται Άγιος.

***

Τί έχουμε ν’ απαντήσουμε σ’ αυτούς, που πολεμούν τον Μ. Κωνσταντίνο, μόνο και μόνο επειδή υπήρξε Χριστιανός; Αν δεν ήταν Χριστιανός, αλλ’ ήταν ειδωλολάτρης, όπως οΙουλιανός ο παραβά­της, που πρόδωσε την Εκκλησία, τότε θα τον δόξαζαν. Ενώ ο Κωνσταντίνος, που υποστήριξε την πίστη την Ορθόδοξη και έθεσε γερά θεμέλια, μισείται και συκοφαντείται από τους εχθρούς του Χριστού.

Απαντάμε: Λησμονούν ή αγνοούν αυτοί, ότι στην πίστη μας υπάρ­χει ένα μεγάλο πράγμα, που λέγεται: Μετάνοια. Ένα δάκρυ του αμαρτωλού ο,τιδήποτε κι αν έχει διαπράξει, ένα δάκρυ στο μυστήριο της Εξομολόγησης συγχωρεί όλα τα αμαρτήματα. Αν δεν υπήρχε η μετάνοια, άδειος θα ήταν ο Παράδεισος, δεν θα είχαμε εορτολόγιο, δεν θα είχαμε Αγίους, διότι δεν υπάρχει άγιος που δεν έκλαψε και δεν μετανόησε για τα αμαρτήματά του. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για τον Παράδεισο, αγαπητοί, παρά μόνο η θύρα της μετανοίας. Και ο αγ. Κωνσταντίνος δεν γεννήθηκε Άγιος, έγινε Άγιος. Διέπραξε σφάλματα, ναι, αλλά μετανόησε. Μην ξεχνάτε, ότι ανατράφηκε μέσα στο περιβάλλον των απανθρώπων Διοκλητιανού και Γαλέριου, κι όμως διαφωνούσε με όλους αυτούς.

Είναι Άγιος, διότι η παρουσία του μέσα στον κόσμο είναι φως Χριστού. Φως είναι η κλήση του, η οποία μοιάζει καταπληκτικά με την κλήση του απ. Παύλου γι’ αυτό κι αναφέρεται στο Απολυτίκιό του. Όπως ο απ. Παύλος κλήθηκε από τον Χριστό δι’ οράματος όταν βάδιζε την οδό της Δαμασκού και είδε φως υπέρλαμπρο και άκουσε φωνή:Σαούλ-Σαούλ τί με διώκεις;Έτσι και τον άγιο Κωνσταντίνο τον εκάλεσε δι’ οράματος. Οράματος ιστορικού που αναφέρουν οι σύγχρονοί του ιστορικοί1. Ποιό είναι το όραμα; Όταν έφθασε έξω από την Ρώμη την 28ηΟκτωβρίου του έτους 312 και ο στρατός του αντιπάλου του ήταν τριπλάσιος και η ήττα του Μεγάλου Κωνσταντίνου ήταν βεβαία, εκεί όπως καθόταν στενοχωρημένος, είδε μέρα μεση­μέρι σημείο μέγα: Είδε τα άστρα του ουρανού να σχηματίζουν Σταυ­ρό, και κάτω από τον Σταυρό είδε σύνθημα: «Εν Τούτω Νίκα» (In hoc vinca). Και από την ώρα εκείνη πείσθηκε πως το μέλλον της ανθρωπότητας ανήκει στο Χριστό. Τότε θέσπισε το λάβαρο που προηγείτο της στρατειάς του και με το σήμα αυτό, το «Εν Τούτω νί­κα», νίκησε τον Μαξέντιο και εισήλθε στη Ρώμη και διεκήρυξε σε όλη την πόλη, ότι η νίκη αυτή δεν ανήκει στις λεγεώνες του αλλά ανήκει στον Τίμιο Σταυρό.

Φως είναι τα Διατάγματά του. Το πρώτο διάταγμα τον Φεβρουά­ριο του 313 ήταν να σταματήσει τουςδιωγμούς. Για φανταστείτε, 300 χρόνια κράτησε ο διωγμός εναντίον των Χριστιανών. Απαγορευόταν να είναι κάποιος Χριστιανός. Και μόνον η λέξη Χριστιανός ήταν αιτία καταδίκης, δεν εξέταζαν τίποτε άλλο, είσαι Χριστιανός; Τελεί­ωσε, δήμευση περιουσίας, μαρτύρια αφάνταστα, φρικτά βασανιστή­ρια. Πόσοι μάρτυρες; 12 εκατομμύρια μάρτυρες. Για 300 χρόνια παρακαλούσαν οι χριστιανοί: Κύριε, δος μας ειρήνη, και έδωσε, και η ειρήνη ήρθε στον κόσμο μέσω του εκλεκτού οργάνου της θείας Προνοίας2, ο οποίος ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Πώς λοιπόν να μην τον τιμήσουμε;Και μόνο για το διάταγμα αυτό που υπέγραψε με τα άγια του χέρια, έπρεπε να τον τιμήσουμε. Φως ακόμη είναι η ευγένεια της ψυχής του και η αμνησικακία του. Λένε, πως κάποτε εχθροί του ειδωλολάτρες, αποκεφάλισαν ένα άγαλ­μά του. Όταν του το κατήγγειλαν σήκωσε τα χέρια του, έπιασε το κεφάλι του και είπε, εδώ είναι το κεφάλι μου, δεν μου λείπει τίποτα, μη τους τιμωρήσετε. Άλλοτε έλεγε:εάν δω ένα κληρικό να αμαρτάνει, εγώ θα τον σκεπάσω με την χλαμύδα μου για να μη βλέπουν οι άνθρωποι τα αμαρτήματά τουκαι αυτό δείχνει τον πόθο του για την Εκκλησία ώστε να μην υπάρχουν σκάνδαλα.

Κατήργησετην λατρευτικήπροσκύνηση του εκάστοτε Ρωμαίου αυτοκράτορα, ο οποίος εθεωρείτο και ελατρεύετο ως ο επί γης Θεός.

Φως ακόμη είναι η Νομοθεσία του. Για πρώτη φορά παρουσιάσθη­κε νομοθεσία χριστιανική. Το όραμά του ήταν σπάνιο, τί όραμα; Να φτιάξει κράτος χριστιανικό, παγκόσμιο και να το προσφέρει ως προσφορά – ευχαριστία στο Χριστό για να το αγιάσει και να το θεώσει, γι’ αυτό και εικονίζεται κρατώντας στο χέρι του μία σφαίρα, τον κό­σμο δηλαδή. Κι όπως ο πατριάρχης Αβραάμ άκουσε τη φωνή του Θε­ού που του είπε, έξελθε εκ της χώρας σου και να εγκατασταθείς σε χώρα μακριά που θα σου δείξω (Γένεσις 12, 1), έτσι κι ο άγ. Κωνσταντίνος εξήλθε εκ της αρχαίας Ρώμης, της πόλης του εγκλήματος της βαμμένης με τα αίματα των αθώων Χριστιανών και έχτισε νέα Ρώμη στον Βόσπορο, που αργότερα, μετά την αγία Κοίμησή του αξίως και δικαίως ονομάσθηκε Κωνσταντινούπολις. Και από εκεί έλαβε μέτρα που απέβλεπαν στην ανύψωση της πνευματικής στάθμης και τον αγιασμό του λαού.

Ποιά μέτρα;Έκλεισε όλα τα νυχτερινά κέντρα διαφθοράς. Υ­πήρχαν κέντρα που μαζευόντουσαν γυναίκες κάτω από την προστα­σία των αισχρών θεοτήτων,κέντρα της Αφροδίτης, κέντρα του Βάκ­χου, τα έκλεισε όλα. Έκλεισε ταμαντεία, κατήργησε τουςμάγουςπου εκμεταλεύοντο τον λαό και τον απατούσαν.Απαγόρευσε την βλαστήμια. Όλα τα συγχωρώ είπε, ένα όμως δεν το συγχωρώ, την βλαστήμια. Όποιος βλαστημήσει το όνομα του Χριστού, αυτός αμέσως θα συλλαμβάνεται και θα εξορίζεται.

Ετίμησε με διάταγμα την Κυριακή ημέρα. Την ανακήρυξε ημέρα λαμπρή και μεγάλη, απαγόρευσε να υπάρχουν καταστήματα ανοιχτά. Ιπποδρόμια, κέντρα διασκέδασης κλειστά,αργία τα πάντα.

Υποστήριξε τους μικροκτηματίες, τους εργάτες, έλαβε μέτρα κα­τά της τοκογλυφίαςκαι κάθεαδικίας, ήταν ο πρώτος που υποστήριξε τα ανθρώπινα δικαιώματα, προστάτεψε τις χήρεςκαι τα ορφανά, έδειξε ειδικό ενδιαφέρον για την κοινωνική πρόνοια.

Προστάτεψε την Ορθόδοξη Πίστη. Κι όταν παρουσιάσθηκε ο αιρεσιάρχης Άρειος και άνοιξε το βρωμερό του στόμα εναντίον του Κυ­ρίου μας Ιησού Χριστού, για να πει, ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αληθινός ομοούσιος με τον Πατέρα, τότε ο άγ. Κωνσταντίνος έδωσε εντολή να συγκληθεί η Α’ Οικουμενική Σύνοδοςστη Νίκαια της Βιθυνίας για να συντάξουν το Πιστεύω, και παρουσιάσθηκε και ο ίδιος εκεί στην συνέλευση των Ιεραρχών, όχι ως Αυτοκράτωρ – Πλανητάρ­χης Ανατολής και Δύσης, με εγωισμό, αλλά με ταπείνωση και ασπα­ζόταν τα χέρια των Αγίων Αρχιερέωνπολλοί των οποίων είχαν πά­νω στα σώματά τους νωπά τα στίγματα του μαρτυρίου. Ερωτηθείς για το θέμα, μη γνωρίζοντας όμως θεολογία είπε το εξής ωραίο:Σέβο­μαι αυτό που δεν γνωρίζω.

Ενίσχυσε τις ιεραποστολές, επί των ημερών του οι Αρμένιοι έγι­ναν χριστιανοί, οι Ίβηρες επίσης, το φως του Χριστού έφθασε μέχρι την Ινδία.

Με εντολή του βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρόςκαι χτίστηκαν οι πρώτοι Ναοί στα Ιεροσόλυμα.
Υπήρξε ιδρυτής και θεμελιωτής μιας Αυτοκρατορίας Χριστια­νικής που κράτησε χίλια εκατό χρόνια.

Τέλος, αγαπητοί, όταν κατάλαβε πως πλησιάζει το επίγειο τέλος του, ενώπιον μιας ομηγύρεως Επισκόπωνεξομολογήθηκετα αμαρτήματά του και έκλαψε, και μετά βαπτίσθηκεσε ηλικία περίπου 63 ετών και δεν φόρεσε πια την αυτοκρατορική χλαμύδα, τα βασιλικά και λαμπρά ενδύ­ματα, αλλά μόνο την λευκή στολή του βαπτίσματος και ομολόγησε, πως τώρα αισθάνεται όντως Αυτοκράτωρ.Κοινώνησε τα άχραντα Μυστή­ρια, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αγνός και καθαρός, χαίρων και προσευχόμενος επορεύθη στην ουράνια Βασιλεία.

Αγαπητοί, κι αν ακόμη αγνοήσουμε όλα τα παραπάνω, τα κριτή­ρια της Αγιότητός του για την Εκκλησία μας είναι τα εξής δύο: α)Η θεοπτία και η Χάρις που είχε ο Άγιος, όπως προαναφέραμε και β)Η μετά θάνατον θαυματουργία του.

Είναι αλήθεια πως μετά την αγία κοίμησή του, το ιερό λείψανο ενταφιάσθηκε με βασιλικές τιμές στο νάρθηκα του Ναού των Αγίων Αποστόλων, όπου ευωδίασε και μυρόβλυσεκαι πολλά θαύματα ετέλεσε3. Ίσως πουν μερικοί, αυτά τα λέ­νε οι χριστιανοί δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια. Αγαπητοί, έστω και αν κάποιοι δεν πιστεύουν, τα κριτήρια της αγιότητός του είναι αυτά τα δύο και μόνον αυτά. Έτσι με την σφραγίδα του Θεού ο άγιος Κων­σταντίνος είναι Άγιος και Ισαπόστολος.

Η ιστορία τον ανέδειξε Μέγα και η Εκκλησία Άγιο.

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Το πρόβλημα της θεοδικίας

Συγγραφέας: kantonopou στις 19 Φεβρουαρίου 2018

Τὸ πρόβλημα τῆς θεοδικίας συγκλονίζει πολλούς. Γιατί ὑποφέρει ὁ δίκαιος σ’ αὐτὴ τὴ ζωή; Γιατί εὐημερεῖ ὁ ἄδικος; Γιὰ τὸν πιστὸ δὲν μπορεῖ νὰ δοθεῖ ἀπάντηση σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν πραγματικὴ ἐλπίδα τοῦ χριστιανοῦ, ποὺ δὲν ἀναφέρεται ἀσφαλῶς στὴν ἀντιμετώπιση τῶν δυσχεριῶν αὐτῆς τῆς ζωῆς. Τονίζοντας τὴν ἐλπίδα αὐτὴ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὑπογραμμίζει: Ἐὰν μόνον διὰ τὴν ζωὴν αὐτὴν ἔχομεν ἐλπίσει εἰς τὸν Χριστόν, τότε εἴμεθα οἱ πιὸ ἀξιολύπητοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους… ἀλλὰ ὁ Χριστὸς πραγματικὰ ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν καὶ ἔγινε ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων… ὅλοι θὰ ζωοποιηθοῦν ἐν τῷ Χριστῷ, ὁ καθένας εἰς τὴν ἰδίαν τάξιν του.

Ἡ ἀρχὴ εἶναι ὁ Χριστός, ἔπειτα, κατὰ τὴν παρουσίαν του, ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ μετὰ ἔρχεται τὸ τέλος… ὁ τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ εἶναι ὁ θάνατος (Α Κορ. ιε, 19-26).

Οἱ θλίψεις στὴ ζωή μας δὲν εἶναι ἡ τελικὴ ἔκβαση τῶν πραγμάτων, γιατί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι πραγματικότης καὶ ἡ τελικὴ νίκη κατὰ τῶν θλίψεων καὶ τοῦ θανάτου εἶναι γιὰ τὸν πιστὸ βεβαιότητα. Εἴμαστε χριστιανοὶ ὄχι ἀποβλέποντες σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀλλὰ στὴν Ἀνάσταση. Ἑπομένως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ δώσει ἀπάντηση στὸ πρόβλημα τῆς θεοδικίας μὲ βάση τὴ χριστιανικὴ πίστη, ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἐλπίδα. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει πὼς μεταξὺ δύο πονηρῶν ὁ ἕνας τιμωρεῖται σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἐνῶ ὁ ἄλλος ἀντίθετα εὐδαιμονεῖ. Καὶ μεταξὺ δύο εὐσεβῶν ἀνθρώπων συμβαίνει κάτι ἀνάλογο. Ὁ ἕνας ἀπολαμβάνει πλούσια τὰ ἀγαθὰ τῆς ζωῆς, ἐνῶ ὁ ἄλλος δοκιμάζεται. Ὅλα αὐτά, λέγει, εἶναι ἔργο τῆς προνοίας τοῦ Θεοῦ…

Ἐὰν ἀνομίαις παρατηρήσῃς, Κύριε, Κύριε, τὶς ὑποστήσεται;, ἂν λάβεις ὑπ’ ὄψιν σου τὶς ἀνομίες, ποιὸς θὰ ἀντέξει; (Ψαλμ. ρκθ/ρλ 3). Ἂν ὁ Θεὸς τιμωροῦσε ὅλους, γιὰ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, θὰ εἶχε πρὸ πολλοῦ ἐξαφανιστεῖ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν θὰ διατηροῦσε τὴ συνέχειά του, σχολιάζει ὁ ἴδιος πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ἡ ζωὴ περιοριζόταν μόνο στὸν παρόντα κόσμο, δὲν θὰ ἐπέτρεπε ὁ Θεὸς ποτέ, νὰ μὴ λάβουν ἀμοιβὴ ἐκεῖνοι ποὺ ἔπαθαν τόσο μεγάλα καὶ πολλὰ κακὰ καὶ περνοῦν ὁλόκληρον τὴν ζωὴν των μὲ πειρασμοὺς καὶ ἀναριθμήτους κινδύνους. Εἶναι φανερὸν ὅτι καλυτέραν καὶ λαμπροτέραν ἄλλην ζωὴν ἠτοίμασε, κατὰ τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ στεφανώνη καὶ νὰ ἀνακηρύττη νικητὰς τοὺς ἀθλητὰς τῆς εὐσεβείας, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου. Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἔκανε τὴ ζωὴ μας κοπιαστική, γιὰ νὰ ἐπιθυμήσουμε τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ ἐξαιτίας τῶν ἐδῶ θλίψεων, λέγει σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Χρυσόστομος. Ἂν τώρα ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν τόσα δυσάρεστα εἴμαστε τόσο προσκολλημένοι σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, πότε θὰ ἐπιθυμούσαμε τὰ μέλλοντα, ἂν ἡ ζωὴ μας ἦταν χωρὶς καθόλου λύπες;…

Γιὰ ὅσους δυσανασχετοῦν γιὰ τὶς θλίψεις, οἱ πατέρες γνωρίζουν μία συνταγὴ νὰ μὴ θεωροῦν συνεχῶς τὰ λυπηρὰ καὶ νὰ μὴ ἀφοσιώνονται στὰ παροδικὰ πράγματα τῆς ζωῆς αὐτῆς νὰ περιφέρουν τὸ βλέμμα τους στὴ θεωρία τῶν ἀληθινῶν ἀγαθῶν, ὅπως ἀκριβῶς κάνουν ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι στὰ μάτια ἀποφεύγουν νὰ κοιτάζουν λαμπερὰ ἀντικείμενα (Μ. Βασίλειος). Μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο ταξείδι γιὰ τὸν οὐρανό, εἶναι ντροπὴ νὰ ἐνοχλεῖται κανεὶς μὲ τὶς δυσκολίες ποὺ ὑπάρχουν στὸ δρόμο του, λέγει ὁ Χρυσόστομος. Διότι καὶ ἐὰν συνεκεντρώνοντο ὅλα τὰ δεινὰ ποὺ ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι, εἴτε λοιδορίαι, εἴτε ὕβρεις, εἴτε ἀτιμίαι, εἴτε συκοφαντίαι, εἴτε ξίφος, εἴτε πῦρ, εἴτε ἁλυσίδες καὶ θηρία καὶ καταποντισμοὶ καὶ ὅσα ἀπὸ κτίσεως κόσμου ὁ παρὼν βίος ἐδοκίμασε κακά, δὲν θὰ περιγελάσης ὅλα αὐτά, εἰπέ μου, καὶ δὲν θὰ τὰ καταφρονήσης; Θὰ σκεφθῆς λοιπὸν αὐτά;. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀπαριθμοῦν διάφορες αἰτίες, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὶς θλίψεις στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι μέσο δοκιμασίας, πειρατήριον, ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τοῦ Ἰὼβ (ζ, 1)στάδιο ἀθλήσεως γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ θλίψεις καὶ γενικὰ οἱ πειρασμοὶ στὴ ζωὴ εἶναι τὰ ὄργανα αὐτῆς τῆς ἀθλήσεως. Ἀγαθὸν μοι ὅτι ἐπείρασάς με, ὅπως ἂν μάθω τὰ δικαιώματά σου, λέγει ὁ ψαλμωδὸς (Ψαλμ. ριη/ριθ 7). Αὐτὸ εἶναι τὸ γνώρισμα τῶν συνετῶν, λέγει ἕνας πατέρας τῆς Ἐκκλησίας: λέγοντας τὴ φράση αὐτή, διαπαιδαγωγοῦνται ἀπὸ τὶς συμφορὲς καὶ καθαρίζονται ὅπως τὸ χρυσάφι, γιατί ἡ ταλαιπωρία γεννᾶ τὴν γνῶσιν τῶν προσταγμάτων τοῦ Θεοῦ. Τὰ γενναῖα φρονήματα, λέγει σὲ ἄλλο σημεῖο, συνηθίζουν νὰ ἀντιδροῦν ἐναντίον τῆς διὰ τῆς βίας ἐπιβουλῆς, ὅπως ἀντιδρᾶ ἡ φλόγα ὅταν προσβάλλεται ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ ἀνάπτει τόσο περισσότερο, ὅσο δυνατώτερα φυσᾶται.

Οἱ θλίψεις λοιπὸν εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τοὺς ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς προειδοποίησε: Στὸν κόσμο σᾶς περιμένει θλίψι, ἀλλὰ ἔχετε θάρρος, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον (Ἰω. ιστ, 33). Ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ζοῦν μὲ εὐσέβεια ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ θὰ διωχθοῦν (Β Τιμ. γ 12).Οἱ δοκιμασίες στὴ ζωή, λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, συντελοῦν στὸ νὰ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀδυναμία του καὶ νὰ ταπεινωθεῖ προφυλάσσοντας τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ λογισμὸ τῆς ὑψηλοφροσύνης. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔλαβε ἰδιαίτερα χαρίσματα ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ὅμως ἐβασανίζετο ἀπὸ ἕνα ἀγκάθι στὸ σῶμα του, γιὰ τὸ ὁποῖο τρεῖς φορὲς παρακάλεσε τὸν Θεό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση: Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρις μου, διότι ἡ δύναμίς μου φανερώνεται τέλεια ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἀδυναμία· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. Ὁ ἴδιος προσθέτει: Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύομαι διὰ τὰς πολλὰς ἀποκαλύψεις, μοῦ δόθηκε σκόλοψ τὴ σαρκί μου, ἕνας ἄγγελος τοῦ Σατανᾶ, διὰ νὰ μὲ ραπίζη, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύομαι (Β Κορ. ιβ 79)…

Ὁ πιστὸς δὲν θέτει τὸ ἐρώτημα, γιατί αὐτὸς ὑποφέρει καὶ ἐκεῖνος εὐτυχεῖ στὴ ζωή, ἐπειδὴ τὸ ἀξιολογικὸ κριτήριο εἶναι διαφορετικό. Ἡ σκέψη του συγκεντρώνεται στὸ λόγο τῆς Γραφῆς: Παιδί μου μὴ περιφρονήσης τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ Κυρίου καὶ μὴ χάσης τὸ θάρρος σου, ὅταν ἐλέγχεσαι ἀπὸ αὐτόν, διότι ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπᾶ ὁ Κύριος τὸν παιδαγωγεῖ, καὶ μαστιγώνει κάθε παιδί, τὸ ὁποῖον δέχεται. Ὑπομείνατε τὴν διαπαιδαγώγησίν σας. Ὁ Κύριος ἀφήνει τὸν δοῦλο του νὰ παλεύη ἐνῶ τὸν προσέχει ὁ ἴδιος ἀπὸ κοντά, ὅπως πρόσεχε καὶ τὸν Μ. Ἀντώνιο, ὅταν πάλευε μὲ τὰ δαιμόνια. Κατοικοῦσε μέσα σ’ ἕνα μνῆμα κι ἐκεῖ τὸν ἔδειραν οἱ δαίμονες μέχρι ποὺ ἔμεινε ἀναίσθητος. Ὁ φίλος του ποὺ τὸν ὑπηρετοῦσε τὸν μετέφερε στὸ Κυριακό τοῦ χωριοῦ. Τὴν νύχτα, ὅταν ὁ Ἀντώνιος ξαναβρῆκε τὶς αἰσθήσεις του, παρακαλοῦσε τὸ φίλο του νὰ τὸν ξαναπάη πίσω στὸ μνῆμα. Ἄρρωστος βαρειὰ ὁ ὅσιος δὲν μποροῦσε νὰ σταθῆ στὰ πόδια του καὶ προσευχόταν ξαπλωμένος. Τότε δέχτηκε νέα σκληρὴ ἐπίθεση τῶν δαιμόνων καὶ ὑπέφερε πολὺ σὲ μία στιγμὴ ἀνέβλεψε, εἶδε φῶς καὶ τότε κατάλαβε πὼς εἶχε ἔλθει ὁ Κύριος μέσα στὸ φῶς, καὶ τοῦ εἶπε:

Ποῦ ἤσουν; Γιατί δὲν φάνηκες ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιὰ νὰ πάψης τὰ βάσανά μου; Καὶ ὁ Κύριος τοῦ ἀποκρίθηκε:

Ἐδῶ ἤμουν, Ἀντώνιε, ἀλλὰ περίμενα νὰ δῶ τὰ ἀγωνίσματά σου.

Ἔτσι κι ἐμεῖς πρέπει νὰ θυμόμαστε πάντοτε πὼς ὁ Κύριος παρακολουθεῖ τὸν ἀγώνα μας κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ γι’ αὐτὸ νὰ μὴ φοβόμαστε, ἔστω καὶ ἂν μᾶς ἐπιτεθῆ ὅλος ὁ Ἅδης, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε ἀνδρεῖοι (π. Σωφρόνιος).

Ταπεινώσου καὶ θὰ δῆς πὼς ὅλες οἱ δυστυχίες σου θὰ μετατραποῦν σὲ ἀνάπαυση, ἔτσι ποὺ σὺ ὁ ἴδιος ἔκπληκτος θὰ λές: Γιατί βασανιζόμουν καὶ στενοχωριόμουν τόσο πολὺ πιὸ πρίν; Τώρα ὅμως χαίρεσαι, γιατί ἔχεις ταπεινωθῆ καὶ ἦλθε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τώρα, κι ἂν ἀκόμη μείνης μόνον ἐσὺ πτωχὸς στὸν κόσμο, δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψει ἡ χαρά. Γιατί δέχθηκες στὴν ψυχή σου ἐκείνη τὴν εἰρήνη γιὰ τὴν ὁποία λέει ὁ Κύριος εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν, (Ἰω. ιδ 27). Ἔτσι δίνει ὁ Κύριος σὲ κάθε ταπεινὴ ψυχὴ τὴν εἰρήνη Του, ποὺ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τοῦ νοῦ.Εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ποιμὴν γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ἰωάννη τὸν Κολοβό, ὅτι παρακάλεσε τὸν Θεὸ καὶ σηκώθηκαν τὰ πάθη ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἔγινε ἀμέριμνος. Καὶ πῆγε σ’ ἕνα γέροντα καὶ τοῦ εἶπε: Βλέπω τὸν ἑαυτό μου νὰ ἀναπαύεται καὶ νὰ μὴν ἔχη κανένα πόλεμο. Καὶ τοῦ λέγει ὁ γέρων: Πήγαινε παρακάλεσε τὸν Θεὸ νὰ σοῦ ξαναφέρη τὸν πόλεμο, καθὼς καὶ τὴ συντριβὴ καὶ τὴν ταπείνωση ποὺ εἶχες πρῶτα. Γιατί μέσ’ ἀπὸ τοὺς πολέμους προοδεύει ἡ ψυχή. Παρακάλεσε λοιπὸν καὶ σὰν ἦλθε ὁ πόλεμος ποτὲ δὲν ξαναζήτησε πλέον νὰ ἀπαλλαγῆ ἀπ’ αὐτόν. Ἀλλὰ ἔλεγε: Δόσε μου, Κύριε, ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς (Ἀπὸ τὸ Γεροντικό).

Ἡ διδαχὴ αὐτὴ γιὰ τοὺς γενναίους ἀθλητὲς τῶν θλίψεων κηρύττεται ὁμόφωνα ἀπὸ τοὺς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας…

Κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήση ἕνα πιστό. Ὁ μόνος ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ἀδικήσει εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἐαυτός του, τονίζει ὁ Χρυσόστομος. Ἂν ὁ ἴδιος δὲν ἀδικήσει τὸν ἑαυτό του, δὲν θὰ μπορέσει κανεὶς νὰ τὸ κάνει καὶ ἂν ἀκόμη ὁλόκληρος ἡ οἰκουμένη ἐγείρη ἐναντίον του σκληρὸν πόλεμον. Ἂν κάποιος οἰκοδομήσει τὴν οἰκία του ἐπὶ τὴν πέτραν, δὲν ἔχει νὰ φοβηθῆ οὔτε τὴ βροχή, οὔτε τοὺς ποταμούς, οὔτε τοὺς σφοδροὺς ἀνέμους· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. Ἀντίθετα ἡ οἰκοδομὴ τοῦ ἄλλου γκρεμίστηκε, ὄχι ἐξαιτίας τῆς βροχῆς, τῶν ποταμῶν ἢ τῶν ἀνέμων, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος τὴν θεμελίωσε πάνω στὴν ἄμμο (Ματθ. ζ 24-27)…

Διότι τί ἐπροξένησε ἡ ἀσθένεια εἰς τὸν πτωχὸν Λάζαρον; Τί δὲ ἡ ἔλλειψις προστατῶν; Τί ἡ ἔφοδος τῶν σκύλων; Ἡ γειτονία του πρὸς τὸν πλούσιον; Καὶ εἰς τί ἐζημίωσε τὸν ἀθλητὴν τοῦτον ἡ μεγάλη πολυτέλεια καὶ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ ἠθικὴ φαυλότης ἐκείνου; Μήπως τὸν κατέστησεν ἀσθενέστερον διὰ τοὺς ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς ἀγῶνας; Καὶ τί ἔβλαψεν τὴν ψυχικήν του δύναμιν; Πουθενὰ τίποτε. Ἀντίθετα ὅλα αὐτὰ ἦταν πρόσθετος λόγος δόξης, διότι δὲν ἐστεφανώνετο μόνον διὰ τὴν πτωχείαν του, οὔτε διὰ τὴν πεῖναν, οὔτε διὰ τὰς πληγάς, οὔτε διὰ τὰς γλῶσσας τῶν σκύλων ἀλλὰ διὰ τὸ ὅτι ἐνῶ εἶχε τοιοῦτον γείτονα, καὶ ἐνῶ κάθε ἡμέραν ἐβλέπετο ἀπὸ αὐτὸν καὶ περιφρονεῖτο διαρκῶς, μὲ γενναιότητα καὶ μὲ πολλὴν καρτερίαν ὑπέμεινε τὸν πειρασμὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος ὄχι ὀλίγον, ἀλλὰ πάρα πολὺ ἔκαιε τὴν πενίαν καὶ τὴν ἐγκατάλειψίν του. Διότι τί ἠμπορεῖ νὰ κάμη εἰς τὸν γενναῖον ἄνδρα διὰ νὰ τὸν ρίψη εἰς τὴν λύπην; θὰ τοῦ ἀφαιρέση χρήματα; Ὅμως ἔχει πλοῦτον εἰς τὸν οὐρανόν. Θὰ τὸν ἐκδιώξη ἀπὸ τὴν πατρίδα του; Ὅμως θὰ τὸν στείλη εἰς τὴν ἄνω πατρίδα. Θὰ τὸν δέση μὲ δεσμά; Ὅμως ἔχει τὴν συνείδησίν του ἐλευθέραν καὶ δὲν αἰσθάνεται τὰ ἐξωτερικὰ δεσμά. Θὰ τὸν φονεύση; Ὅμως πάλιν θ’ ἀναστηθῆ. Καὶ ὅπως ἐκεῖνος ποὺ κτυπᾶ τὴν σκιὰν καὶ δέρνει ἀέρα κανένα δὲν θὰ ἠμπορέση νὰ κτυπήση, ἔτσι κι ἐκεῖνος ποὺ πολεμάει τὸν δίκαιον ἄνθρωπον ματαιοπονεῖ μόνον καὶ καταναλίσκει τὴν δύναμίν του καὶ εἰς ἐκεῖνον οὐδεμίαν πληγὴν θὰ ἠμπορέση νὰ ἐπιφέρη….

Τὴν ἴδιαν διδαχὴ προβάλλει καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Ἂς μὴ γίνουμε πονηροὶ δοῦλοι, λέγει, οἱ ὁποῖοι δοξολογοῦν τὸν Κύριο ὅταν τοὺς εὐεργετεῖ καὶ δὲν τὸν πλησιάζουν ὅταν τοὺς τιμωρεῖ ἂν καὶ πολλὰς φορὰς ὁ πόνος εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὴν ὑγείαν, ἡ ἐγκαρτέρησις εἰς τὰς θλίψεις ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῶν θλίψεων, ἡ ἐξονυχιστικὴ ἔρευνα ἀπὸ τὴν ἀμέλεια καὶ ἡ μετάνοια ἀπὸ τὴν συγχώρησιν. Θὰ τὸ εἴπω μὲ συντομίαν: Δὲν πρέπει οὔτε νὰ ἀπελπιζόμεθα διὰ τὰς συμφοράς, οὔτε νὰ ὑπερηφανευόμεθα διὰ τὴν ἀφθονίαν. Γιὰ τὸ ἴδιο θέμα μιλοῦν καὶ οἱ Ἀσκητικοὶ πατέρες. Ἔτσι ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἀναφέρει πὼς ἂν ὁ πόθος τοῦ Χριστοῦ δὲν νικᾶ μὲ τέτοιον τρόπο μέσα στὸν πιστό, ὥστε νὰ μένει ἀπαθὴς στὶς θλίψεις του, τότε πρέπει νὰ γνωρίζει πὼς ὁ πόθος τοῦ κόσμου ὑπερτερεῖ τοῦ πόθου τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅταν ἡ ἀρρώστια, ἡ φτώχεια, ὁ ἀφανισμὸς τοῦ σώματος καὶ τὰ ἄλλα κακὰ ταράσσουν τὸ λογισμό του καὶ τοῦ ἀφαιροῦν τὴ χαρὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐλπίδα πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴ φροντίδα κατὰ Θεόν, τότε πρέπει νὰ γνωρίζει πὼς μέσα του ζεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ σώματος καὶ ὄχι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ…

Γίνεσθε μιμηταί μου, καθὼς ἐγὼ εἶμαι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ, λέγει ὁ Ἀπόστολος (Α Κορ. ια 1) καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο προσθέτει: ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω (Γαλ. στ, 17)…

Σ’ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν τὸν πόθο τοῦ Χριστοῦ, λέγει ὁ Χρυσόστομος, τὸ νὰ κακοποιηθοῦν γιὰ χάρη Του θεωρεῖται τὸ πιὸ ἀξιομακάριστον ἀπὸ ὅλα…

Ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος δὲν ἀποδέχεται τὰ φάρμακα τοῦ Θεοῦ καὶ ζητάει ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ ἐπέμβει στὴ ζωή του, ὅπως ὁ ἴδιος θέλει καὶ ὄχι ὅπως κρίνει ὁ μεγάλος ἰατρὸς τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου ὅτι συμφέρει. Γι’ αὐτὸ δείχνει ἀδιαφορία καὶ κυριεύεται ἀπὸ ἀνησυχία καὶ ἄλλοτε πολεμεῖ μὲ πεῖσμα τοὺς ἀνθρώπους, ἄλλοτε δὲ βλασφημεῖ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ μὲ τὸν τρόπο λοιπὸν αὐτὸ καὶ τὴν ἀγνωμοσύνη του δείχνει, καὶ παρηγοριὰ δὲν βρίσκει (Μάξιμος ὁμολογ.). Ὅποιος σκέπτεται πὼς ὁ πειρασμὸς παρουσιάστηκε γιὰ κάτι καλό, γιὰ τὴ διαπαιδαγώγησή του, γιὰ τὴν ἐξάλειψη ἁμαρτιῶν, γιὰ νὰ ἐμποδίσει μελλοντικὰ ἁμαρτήματα, δὲν ἀγανακτεῖ, ἀλλὰ ἀποβλέπει στὸν Θεὸ καὶ τὸν εὐχαριστεῖ γιατί παρεχώρησε τὸν πειρασμό. Δέχεται πρόθυμα τὴν παιδαγωγικὴ τιμωρία, ὅπως ὁ Δαβὶδ (Β Βασιλ./Β Σαμ. ιστ 10) ἢ ὁ Ἰὼβ (Ἰὼβ β, 10).Ἂς μὴ δυσφοροῦμε λοιπὸν διὰ τὰ παρόντα κακὰ διότι ἐὰν ἔχεις ἁμαρτίας, ἐξαφανίζονται καὶ κατακαίονται εὔκολα ἀπὸ τὴν θλίψιν ἐὰν δὲ ἔχης ἀρετὴν γίνεσαι λαμπρὸς καὶ φαιδρὸς ἀπὸ αὐτήν. Διότι ἐὰν διαρκῶς ἀγρυπνῆς καὶ εἶσαι νηφάλιος θὰ εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ κάθε βλάβην. Διότι δὲν εἶναι αἰτία τῶν ἠθικῶν πτώσεων ἡ φύσις τῶν πειρασμῶν, ἀλλὰ ἡ ἀμέλεια αὐτῶν ποὺ πειράζονται (ἱ. Χρυσόστομος).

Συμπερασματικὰ ἀναφέρουμε πὼς οἱ δυσχέρειες σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, οἱ λεγόμενες κακώσεις ἢ τὸ φυσικὸ κακὸ δὲν ἀποτελοῦν τὴν τελικὴ ἔκβαση. Εἶναι ἁπλῶς ἐμπόδια στὸ δρόμο τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν τελικὴ πραγματικότητα, χρήσιμα νὰ τὸν γυμνάσουν καὶ νὰ τὸν ἀναδείξουν ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἂν οἱ κακώσεις ἐπιβληθοῦν στὸν πιστὸ καὶ περνώντας μέσα ἀπὸ αὐτὲς συνεχίσει ἀτάραχος τὸ δρόμο του προσηλώνοντας τὰ μάτια του στὸ σκοπό, χαρακτηρίζονται στίγματα τοῦ Κυρίου ποὺ βαστάζονται ἀπὸ τοὺς πιστοὺς μὲ χαρὰ καὶ λογίζονται ἀπὸ αὐτοὺς καύχημα. Οἱ ταλαιπωρίες στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ἀποτελοῦν δόξα γιὰ τὸν πνευματικὸ ἀθλητὴ καὶ χαρίζουν σ αὐτὸν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ Κύριος εἶναι καὶ μένει πάντοτε στοργικὸς πατέρας, δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ τὰ παιδιά του καὶ δὲν ἐπιτρέπει νὰ δοκιμαστοῦν πάνω ἀπὸ τὴ δύναμή τους, ἀκόμη καὶ ἂν νομίσει κανεὶς πὼς ἐγκαταλείφθηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ… Ὁ Κύριος βρίσκεται κοντά του καὶ ἐπεμβαίνει ὅταν χρειασθεῖ. Τὸ πρόβλημα τῆς θεοδικίας δὲν ὑφίσταται γιὰ ἕνα πιστό, ποὺ βαδίζει συνειδητὰ τὸ δρόμο του, μὲ κατεύθυνση τὴν Ἀνάσταση, τὴν ἀφθαρσία καὶ τὴν ἀθανασία, τὴν ἐπιστροφὴ στὴν κοινωνία μετὰ τοῦ Θεοῦ καὶ στὴ μία φύση, δηλαδὴ στὴ βασιλεία τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἁρμονίας, τῆς Ἀγάπης στὴν ἐπιστροφὴ στὸ κατ’ εἰκόνα καὶ στὴν πραγμάτωση τοῦ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ. Κάθε πιστὸς γνωρίζει πὼς ἡ σημερινὴ κατάσταση, ὅσο ἀπαράδεκτη καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἀποτελεῖ τὴν τελικὴ ἔκβαση τοῦ ἀγῶνος, δὲν εἶναι ἡ αἰώνια πραγματικότης. Γιὰ τοὺς Ἀθλητὲς τοῦ Χριστοῦ οἱ κακώσεις εἶναι πλοῦτος καὶ γιὰ τοὺς ἀμελεῖς βοηθός, ποὺ τοὺς προφυλάσσει ἀπὸ τὰ βλαβερά, ἐνῶ ἐκείνους ποὺ βρίσκονται μακρυὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ τοὺς διευκολύνει νὰ ἐπιστρέψουν. Σὲ κάθε λοιπὸν περίπτωση, στὸ κέντρο βρίσκεται τὸ συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐκδικητής, ἀλλὰ στοργικὸς πατέρας καὶ πνευματικὸς γιατρός. Ποτὲ κανεὶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατηγορήσει τὸ γιατρὸ γιὰ τὶς κακώσεις στὶς ὁποῖες ὑποβάλλει τὸν ἀσθενῆ του δὲν εἶναι ὁ ἀσθενὴς ὁ ἐχθρός του γιατροῦ, ἀλλὰ ἡ ἀσθένεια. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ὄχι ὁ γιατρός. Ὅπως καὶ ὅταν φυσήξει ἄνεμος, πέφτει μόνο τὸ σπίτι ποὺ θεμελιώθηκε στὴν ἄμμο, ὄχι ἐκεῖνο ποὺ κτίσθηκε πάνω στὴν πέτρα καὶ κανεὶς δὲν θὰ πεῖ πὼς φταίει ὁ ἄνεμος ποὺ ἔπεσε τὸ σπίτι. Ἡ κάκωση λοιπὸν δὲν εἶναι ὁ ἐχθρὸς καμμία κάκωση δὲν μπορεῖ νὰ ἀδικήσει τὸν πιστὸ χριστιανό. Μόνο ὁ ἴδιος θὰ μποροῦσε νὰ ἀδικήσει τὸν ἑαυτὸ του ἂν ἐκλάβει τὶς κακώσεις σὰν τὴν τελικὴ κατάσταση καὶ τὰ βάλει ἀκόμη καὶ μὲ τὸ Θεό!

Αγία Ζώνη

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Υπάρχει τύχη;

Συγγραφέας: kantonopou στις 21 Ιουλίου 2017

tixi

Ὑπάρχει «τύχη» ἢ Θεία Πρόνοια; Κατὰ Τὸν Ἱερὸν Χρυσόστομον: Εἶναι κακὸν καὶ ἀπηγορευμένον νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς τὴν τύχην.

Καὶ λέγει: Ἄν ἡ τύχη κάνῃ τὸν καλὸν ἢ τὸν κακὸν (ἄνθρωπον), τότε γιατὶ συμβουλεύεις τὰ παιδιά σου καὶ τὰ νουθετεῖς;
Ὅλα τότε ἄσκοπα καὶ χαμένα. Ἄν ἡ τύχη κάνει τοὺς πλουσίους, καὶ τοὺς πτωχούς, τότε δὲν χρειάζεται μόρφωσις, οὔτε ἀγὼν διὰ ἀπόκτησιν περιουσίας. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐποπτεύει τὰ πάντα, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε τάξις καὶ ἁρμονία, χωρὶς δηλαδὴ τὴν πρόνοιάν Του• Ἄν δὲν ὑπάρχῃ Θεὸς, πῶς ἔγιναν ὅλα αὐτά; Κι’ ἂν ὑπάρχῃ, πῶς τὰ παραβλέπει αὐτά; Ἄν πάλι – ὅπως συμβαίνει – τὰ ἐδημιούργησεν ὅλα, τότε πρόσεχε τὴν ἀσέβειαν καὶ βλασφημίαν!
Ἂν ὑπάρχῃ τύχη, δὲν ὑπάρχει κρίσις.
Ἂν ὑπάρχῃ τύχη, δὲν ὑπάρχει πίστις.
Ἂν ὑπάρχῃ τύχη, δὲν ὑπάρχει Θεός.
Ἄν ὑπάρχῃ τύχη, δὲν ὑπάρχει ἀρετή.
Ἂν ὑπάρχῃ τύχη, δὲν ὑπάρχει κακία.
Ἄν ὑπάρχῃ τύχη, ὅλα ἄδικα τὰ κάνομε καὶ ἀνώφελα τὰ ὑπομένομε.
Εἶναι νὰ θαυμάζῃ κανείς, τὴν Πάνσοφον, Δικαίαν καὶ Στοργικὴν Πρόνοιαν τοῦ Παναγάθου Θεοῦ καὶ Πατρός ἡμῶν. Εἶναι νὰ γεμίζῃ ἡ καρδία μας, ἀπὸ εὐγνωμοσύνην καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν Παντοδύναμον Θεὸν καὶ Παντοκράτορα τοῦ κόσμου.
Εἶναι ἡ πίστις ποὺ πρέπει νὰ μᾶς κάνῃ δυνατοὺς κι ἀποφασιστικοὺς εἰς τὴν ζωὴν, ὥστε νὰ προχωροῦμε εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς. Εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία μᾶς δίδει δύναμιν, νὰ μὴ λυγίσωμεν εἰς τὰς δυσκολίας τῆς ζωῆς, τὰς δοκιμασίας καὶ τὰς θλίψεις.

Εἶναι ἡ Θεία Πρόνοια γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Εμπειρικαί αποδείξεις της Αναστάσεως

Συγγραφέας: kantonopou στις 8 Ιουλίου 2017

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΥΡΙΟΥ

Εμπειρικαί αποδείξεις της Αναστάσεως

– Στέργιου Σάκκου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ

Η Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού είναι το πιο μεγάλο και πιο σπουδαίο γεγονός, που σημάδεψε την παγκόσμια ιστορία. Το φως της καταυγάζει όλη την οικουμένη και η προσφορά της δεν ικανοποιεί μόνο τις προσδοκίες του πιστού, αλλά στοχεύει στην ψυχή του κάθε ανθρώπου. Διότι ο κάθε άνθρωπος, είτε πιστεύει είτε όχι, δεν παύει να πιέζεται από το βραχνά του θανάτου, που περιορίζει τη ζωή και φαρμακώνει το είναι του, δεν παύει να διψά και να πεινά, για μια ζωή ατέλειωτη και όμορφη, απρόσβλητη από τον πόνο, γεμάτη χαρά και ελπίδα. Η ανάσταση του Χριστού δεν είναι μυστήριο, ώστε να το προσεγγίσουμε με την πίστη. Είναι ιστορικό γεγονός. Γι΄ αυτό προσκαλεί και προκαλεί να το ψηλαφήσουμε και να το ερευνήσουμε μέσα από τις πάμπολλες μαρτυρίες και αποδείξεις που το βεβαιώνουν πειστικά και αδιάσειστα. Δεν απευθύνεται στο συναίσθημα και στην ευλάβεια μόνο· πρωτίστως ικανοποιεί και πείθει τη λογική, της δίδει τα εχέγγυα για να αναχθεί από το λογικό στο υπέρλογο, να γίνει πίστη. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η ανάσταση του Χριστού δεν στηρίζεται στην πίστη των χριστιανών, αλλά η πίστη των χριστιανών θεμελιώνεται στο γεγονός της αναστάσεως του Χριστού.

Η Καινή Διαθήκη, όπως άλλοτε έχω γράψει (Βλ. Αληθώς ανέστη ο Κύριος, Θεσσαλονίκη 2 1998) προσφέρει στον κάθε απροκατάληπτο μελετητή ατράνταχτες μαρτυρίες για την Ανάσταση· προφητικές, ιστορικές, δικαστικές. Αλλά και η Εκκλησιαστική ιστορία, με τα τόσα μαρτύρια των χριστιανών, με τα λείψανα και τα θαύματα των αγίων, αποδεικνύει περίτρανα την δύναμη της αναστάσεως του Ιησού Χριστού. Οι δωρεές και οι ευλογίες που απορρέουν στον κόσμο από την ανάσταση του Ιησού Χριστού γίνονται προσωπικό βίωμα και εμπειρία στη ζωή του κάθε χριστιανού. Στηριζόμενος σ΄ αυτές τις εμπειρίες ο απόστολος Παύλος, στο 15ο κεφάλαιο της Α΄ προς Κορινθίους Επιστολής του, αποδεικνύει το αδιαμφισβήτητο της αναστάσεως με μία σειρά επιχειρημάτων, τα οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εμπειρικές- λογικές μαρτυρίες για την Ανάσταση. Αυτές τις μαρτυρίες επιχειρεί να παρουσιάσει το παρόν άρθρο. Επικαλούμενος την ίδια την εμπειρία των χριστιανών της Κορίνθου ο απόστολος τους εξηγεί με κάθε λεπτομέρεια ότι είναι γεγονός αναντίρρητο η ανάσταση του Ιησού Χριστού και συνεπάγεται την ανάσταση όλων των νεκρών σωμάτων. Συγκεκριμένα αναφέρει μία αλυσίδα επιχειρημάτων, τα οποία μάλιστα διατυπώνει σύμφωνα με τη μαθηματική μέθοδο της «εις άτοπον απαγωγής». Όπως γνωρίζουν όσοι διδάχθηκαν μαθηματικά, η επιστημονική αυτή μέθοδος ξεκινά από μία εσφαλμένη υπόθεση, την οποία προσπαθεί να αποδείξει χρησιμοποιώντας ορθές προτάσεις. Επειδή όμως η υπόθεση δεν είναι σωστή, ο συλλογισμός καταλήγει σε συμπεράσματα αντιφατικά και «άτοπα», δηλαδή παράλογα. Αυτά τα άτοπα συμπεράσματα πείθουν ότι δεν είναι σωστή η αρχική βάση και, επομένως, ισχύει το αντίθετο. Στην προκειμένη περίπτωση, η εσφαλμένη πρόταση από την οποία ξεκινά το συλλογισμό ο απόστολος είναι· «Ει δε ανάστασις νεκρών ουκ έστιν, ουδέ Χριστός εγήγερται» (στ. 13). Δηλαδή· «αφού δεν είναι δυνατόν να αναστηθούν νεκροί, ούτε ο Χριστός αναστήθηκε». Αν δεχθούμε ότι ισχύει αυτή η πρόταση, όπως πολλοί και σήμερα ισχυρίζονται, θα πρέπει να δεχθούμε επίσης τις παρακάτω συνέπειες, που στηρίζονται σ΄ αυτήν, και αναπτύσσονται στους στίχους 14- 19·

Πρώτη· Το κήρυγμα των αποστόλων, δηλαδή αυτό το ίδιο το Ευαγγέλιο, είναι κενό, κούφια λόγια χωρίς αντίκρυσμα.

Δεύτερη· Η πίστη των χριστιανών, δηλαδή η Εκκλησία, είναι κενή, κούφια, ανυπόστατη.

Τρίτη· Ως κήρυκες της Αναστάσεως οι απόστολοι αποδεικνύονται ψευδομάρτυρες, συκοφάντες και θεομπαίκτες, διότι κηρύττουν στον κόσμο ένα μεγάλο ψέμα, ότι ο Θεός ανέστησε τον Χριστό, τον οποίο δεν ανέστησε, αφού δεν υπάρχει ανάσταση.

Τέταρτη· Το βίωμα της πίστεως, το οποίο βιώνουν οι χριστιανοί, είναι μάταιο, όχι μόνο ανώφελο αλλά και βλαβερό. Δεν σώζει η πίστη, αφού τα πάντα διαλύονται και χάνονται μέσα στον τάφο.

Πέμπτη· Οι λυτρωμένοι εν Χριστώ, οι πιστοί, παραμένουν αλύτρωτοι στη σκλαβιά της αμαρτίας και των παθών τους. Ποιος να τους λυτρώσει, αφού ο Χριστός δεν αναστήθηκε;

Έκτη· οι κεκοιμημένοι αδελφοί, τα προσφιλή μας πρόσωπα, που πέθαναν με πίστη στον Χριστό, εξαφανίσθηκαν, δεν υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει τίποτε πέραν του τάφου.

Έβδομη· Οι πιστοί, τα μέλη της Εκκλησίας, είναι τα πιο δυστυχισμένα και ελεεινά πλάσματα της γης, αφού δεν μπορούν να ελπίζουν σε άλλη ζωή, μετά τον θάνατο. Αν όντως δεν υπάρχει μεταφυσική πραγματικότητα, οι άνθρωποι είναι πιο τραγικοί από τα ζώα, διότι αυτοί ποθούν το αιώνιο, ενώ τα ζώα δεν έχουν μεταφυσικές ανησυχίες. Επιπλέον, οι πιστοί, οι οποίοι αντιμετωπίζουν στερήσεις και διωγμούς σ΄ αυτή τη ζωή, είναι πολύ πιο δυστυχισμένοι από τους απίστους. Οι τελευταίοι όχι μόνο απολαμβάνουν χωρίς αναστολές και δυσκολίες τα αγαθά της παρούσης ζωής, αλλά είναι και άγευστοι της ουράνιας πραγματικότητας, αδιάφοροι για την ύπαρξή της και ανυποψίαστοι για την γλυκύτητα που σταλάζει στην ψυχή η γνωριμία και ο σύνδεσμός της με το θεανδρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Για τους χριστιανούς που έχουν εμπειρίες στην εν Χριστώ ζωή, είναι εντελώς παράλογες, άτοπες, οι παραπάνω επτά προτάσεις. Άρα είναι παράλογη και απορρίπτεται και η αρχική πρόταση στην οποία στηρίζονται. Είναι λάθος ότι «δεν είναι δυνατόν να αναστηθούν νεκροί και ούτε ο Χριστός αναστήθηκε». Η αλήθεια δηλώνει το ακριβώς αντίθετο· Ο Χριστός αναστήθηκε και οι νεκροί θα αναστηθούν (στ. 21). Από αυτή την πραγματικότητα απορρέουν οι επτά συνέπειες που αναφέρονται στη συνέχεια·

Πρώτη· Το αποστολικό κήρυγμα αποτελεί αναντίρρητη πραγματικότητα και σωτήρια αλήθεια. Στηρίζεται στην ιστορική μαρτυρία, ενισχύεται από την προφητεία και επιβεβαιώνεται από την εμπειρία των πιστών. Όπως ο πεινασμένος, ο οποίος έφαγε και χόρτασε, γνωρίζει πολύ καλά ότι το πιάτο που του έδωσαν περιείχε νόστιμο και θρεπτικό φαγητό· όπως ο διψασμένος, ο οποίος ήπιε και ξεδίψασε, είναι βέβαιος ότι το ποτήρι του δεν ήταν άδειο, έτσι και οι χριστιανοί έχουν βεβαιότητα και γεύση ότι το κήρυγμα των αποστόλων δεν είναι κούφια λόγια. Οι ίδιοι οι Κορίνθιοι έχουν προσωπική εμπειρία της γλυκύτητος και του πνευματικού χορτασμού, που στάλαξε στην καρδιά τους ο λόγος του ευαγγελίου. Δεν είναι κούφια λόγια αυτά. Είναι φως και αλήθεια και ζωή!

Δεύτερη· Η πίστη των χριστιανών, η Εκκλησία του Χριστού, είναι μία ιστορική πραγματικότητα, που συνεχίζει τη ζωή και το έργο του Χριστού. Ελεύθερα οι άνθρωποι τη δέχονται ή την απορρίπτουν. Ανεξάρτητα, όμως, από τη θέση που ο καθένας παίρνει απέναντί της, η Εκκλησία είναι μία αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Μπορεί π.χ. κάποιος να μη εκκλησιάζεται ποτέ, αλλά δεν έχει το δικαίωμα να ισχυρισθεί ότι δεν υπάρχουν καν ναοί!

Τρίτη· Οι απόστολοι – μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο απόστολος Παύλος, γνωστός και οικείος στους Κορινθίους – είναι οι αληθινοί μάρτυρες του ευαγγελίου του Χριστού· δεν είναι ψευδομάρτυρες ούτε θεομπαίκτες, διότι βεβαιώνουν τη μαρτυρία με το μαρτύριό τους. Με τα παθήματά τους για χάρη του αναστημένου Χριστού επισφραγίζουν όσα μαρτυρούν με το κήρυγμά τους. Θα θυσίαζαν τη ζωή τους για την Ανάσταση, αν αυτή ήταν ένα ψέμα; Θα τολμούσαν να συνδέσουν ένα ψέμα με το πρόσωπο του Θεού;

Τέταρτη· Η πίστη των χριστιανών οδηγεί στη σωτηρία. Δεν έχει καμία σχέση με τη ματαιότητα των ειδωλολατρικών θρησκειών, που με τα όργια και τις ασχημίες τους όχι μόνο δεν ωφελούσαν τους λάτρεις τους αλλά και τους έβλαπταν. Η χριστιανική πίστη εμπνέει την αγνότητα και καθαρότητα της ζωής, διδάσκει την αγάπη και συμπαράσταση στους ενδεείς, τη συγχώρηση στους εχθρούς. Οι ωφέλειές της δεν αφορούν μόνο στα μετά το θάνατο. Πλουτίζουν και ομορφαίνουν και την παρούσα ζωή.

Πέμπτη· Οι ίδιοι οι χριστιανοί της Κορίνθου, προς τους οποίους απευθύνεται ο απόστολος Παύλος, με τη νέα εν Χριστώ ζωή τους αποδεικνύουν ότι δεν είναι άκαρπη η πίστη τους. Χάρη σ΄ αυτή μεταφέρθηκαν από το σκοτάδι στο φως, από τα δόντια του λέοντος διαβόλου στην αγκαλιά του Χριστού. Αυτοί που κάποτε υπήρξαν εμπαθείς, γεμάτοι κακίες και ηθικές ατασθαλίες, τώρα έχουν αλλάξει ζωή. Βιώνουν στην ίδια την ύπαρξή τους αυτή την υπέροχη αλλαγή, τη χαίρονται και δοξάζουν τον Θεό. Αλλά η αλλαγή τους είναι φανερή και στο περιβάλλον τους, ομολογείται από την κοινωνία όλης της πόλεως.

Έκτη· η αισθητή παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην εκκλησία κατά την αποστολική εποχή χάριζε στους πιστούς έκτατες χαρισματικές καταστάσεις, όπως γλωσσολαλία, προφητεία, θαυματουργία κ.τ.λ. Μία από αυτές τις έκτατες καταστάσεις ήταν και η άμεση επικοινωνία με τον κόσμο των πνευμάτων· επικοινωνούσε άμεσα η στρατευομένη Εκκλησία με τη θριαμβεύουσα. Όπως κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου οι απόστολοι με το άκτιστο φως είδαν και άκουσαν τους προφήτες Μωυσή και Ηλία να συνομιλούν με τον Κύριο (Ματθ. 17, 3· πρβλ. Μρ 9, 4· Λουκ. 9, 30-32), έτσι, ως μέτοχοι του ιδίου ακτίστου φωτός, οι πρώτοι χριστιανοί είχαν υπερφυσική επικοινωνία με τους κεκοιμημένους, τους έβλεπαν και συνομιλούσαν μαζί τους. Η εμπειρία τους λοιπόν, τους βεβαίωνε ότι δεν έχουν εξαφανισθεί οι προ αυτών άγιοι και πνευματικοί άνθρωποι, προφήτες και μάρτυρες, οι οποίοι για το όνομα του Χριστού βάδισαν «δια της στενής οδού» και έδωσαν τη ζωή τους γι΄ Αυτόν. Σε μεταγενέστερες εποχές και μέχρι σήμερα η επικοινωνία των πιστών με τη θριαμβεύουσα Εκκλησία εκδηλώνεται συνήθως μέσω των ιερών λειψάνων των αγίων. Η ευωδία που αποπνέουν τα άγια λείψανα, αλλά και τα τόσα σημεία που με τη χάρη τους επιτελούνται (ήδη στην Παλαιά Διαθήκη ιστορείται ότι τα οστά του προφήτη Ελισαίου ανέστησαν έναν νεκρό στρατιώτη (Δ΄ Βα. 13, 21), μαρτυρούν ότι οι κεκοιμημένοι άγιοι είναι ζωντανοί και οπωσδήποτε θα αναστηθούν.

Εβδόμη· Οι στερήσεις και οι διωγμοί χάριν της πίστεως δεν μειώνουν τη χαρά και την ευφροσύνη των χριστιανών, αλλά την αυξάνουν. Στις θλίψεις και στις τρικυμίες της ζωής παραμένουν όχι μόνο ειρηνικοί αλλά και χαρούμενοι, καθώς ο αδελφόθεος Ιάκωβος συμβουλεύει· «πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις» (Ια. 1, 2). Και τούτο διότι γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι» (Ρωμ. 8, 18). Μέσα στους ποικίλους πειρασμούς και κινδύνους που τους κυκλώνουν η βεβαιότητα της αναστάσεως του Ιησού Χριστού γίνεται το εχέγγυο της δικής τους αναστάσεως, το όχημα που με ασφάλεια τους μεταφέρει από τώρα στη μέλλουσα δόξα. Η ελπίδα και η χαρά που ήδη γεύονται αποτελούν προκαταβολή και πρόγευση για τη μέλλουσα χαρά και ελπίδα, που αρχίζει από την παρούσα ζωή. Να, λοιπόν, γιατί η μελέτη της αναστάσεως του Κυρίου είναι το εντρύφημα και η αστείρευτη πηγή που αρδεύει και κρατά θαλλερή την πίστη του κάθε χριστιανού. Διότι η ανάσταση του Ιησού Χριστού γίνεται εμπειρία στη ζωή του χριστιανού· δεν τον πείθει απλά και μόνο, αλλά τον εισάγει στη μέλλουσα πραγματικότητα, τον μεταπλάθει σε νέο άνθρωπο. Τον καθιστά κραυγαλέα διαβεβαίωση ότι αληθώς Ανέστη ο Κύριος!

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Utah Mormons, Protestants Finding New Spiritual Home in Ancient Orthodox Church

Συγγραφέας: kantonopou στις 27 Μαΐου 2017

by Bob Mims
Journey to Orthodoxy
 
Utah Mormons and Protestants are rediscovering a reverence for God by converting to Orthodoxy.

It shook the fundamentalist Christian world to its roots: Hank Hanegraaff, the darling of evangelicals as host of the long-running, nationally syndicated “Bible Answer Man” broadcast, had joined the Greek Orthodox Church.
Hanegraaff, for nearly 30 years president of the Christian Research Institute, an evangelical apologetics ministry, also has written 20 books opposing purported cults and heresies and non-Christian faiths. If ever evangelicals had a doctrinal superhero, Hanegraaff was he.
But on Palm Sunday, in a video released via social media, there was the 67-year-old Hanegraaff kneeling for “Holy Chrismation” — a rite of anointing with oil accompanying baptism — inside St. Nektarios Greek Orthodox Church of Charlotte, N.C.
Within days, Bott Radio Network, a 107-station strong, evangelical broadcasting empire, severed its longstanding relationship with him; other critics proclaimed Hanegraaff had somehow betrayed true Christianity.

“Nothing could be further from the truth,” he countered in a broadcast shortly after he, his wife, Kathy, and two of their 12 children became Orthodox. “Nothing has changed in my faith. … I have fallen ever more in love with my Lord and Savior Jesus Christ.”

There are no authoritative statistics available, but anecdotally, at least, it appears Hanegraaff is hardly alone in finding a spiritual home in the world’s oldest — and Orthodox believers insist the first and most faithful — Christian fellowship.
That certainly is the case for Sts. Peter and Paul Orthodox Christian Church in downtown Salt Lake City. The Rev. Justin Havens says the church, located in a former Jewish synagogue at 355 S. 300 East, had fewer than 100 worshippers when he became its priest nine years ago.

“We have almost tripled in size since then,” Havens says. “I would say 60 percent or more of our parish is made up of converts. About half of those are former LDS [Mormons], and the rest are former Protestants and evangelicals, along with a few former Catholics and Episcopalians.”

Havens — himself a convert to Eastern Orthodoxy, having been raised Presbyterian — says the congregational growth has left his tiny church “packed to the gills.”
On Easter Sunday, more than 500 worshippers stood for prayers, liturgical chants, the Eucharist and sermon.
Orthodox Christians traditionally stand throughout worship, but this was different: Parishioners were elbow to elbow, the crowd spilling out of the nave and down the stairs.
While maintaining their current home in Salt Lake City, the congregation hopes to build a larger church nearer to the line between Salt Lake and Utah counties, where many parishioners live.

‘Stagnant in my faith’

Suzanne and Bruce Plympton, who drive in from West Jordan on Sundays, are among the former Mormons who found there way to Sts. Peter and Paul. Other converts have found solace in sister Greek, Russian, Serbian and other Orthodox churches in Utah.

“We were baptized [into Orthodoxy] nine years ago,” Suzanne says, noting her spiritual search first took her from Mormonism to an evangelical Christian church, where she served as a children’s minister and church secretary.
“I was stagnant in my faith. I had always believed in God, but it wasn’t changing my life; I wanted to grow closer to him,” the mother of four adult children recalls. “Ironically, my sister and her family had discovered Orthodoxy while preparing for a [Protestant] mission to Russia.”

Encouraged by her sister, Suzanne began visiting area Orthodox services. It was a cultural shock — in one case, the service was all in Greek, and the traditional liturgical worship was a far cry from the laid-back, contemporary-music-laced, nonliturgical evangelical atmosphere.

“At first, I didn’t understand a thing. But I kept studying it; I had always wanted to know the truth,” she says. “I realized the Orthodox Church had been around for 2,000 years, had carefully guarded their theology and had not allowed popular beliefs to change them.”

For five years, she and her husband visited and studied Orthodoxy before deciding on Sts. Peter and Paul.

“The church that Christ established, that I had been seeking, has always been here,” Suzanne says. “I’m part of the body of Christ, and it’s so deep your feet never hit the bottom; there’s so much to learn and experience.”

For Rick Scouler, baptism by Havens in 2012 came after several decades within the Pentecostal/charismatic movement.

“Over the years, I became less convinced in how [worship] was expressed. So much of it was based on emotion,” the 64-year-old real estate appraiser recalls. “Emotion’s not a bad thing . . . but it seemed Christ had become way too familiar. Instead of awe and reverence, to me, it seemed it was just too easygoing and relaxed.”

Then, during a visit with friends, Scouler and his wife, Marie, met “Father Justin.” They struck up a friendship that led to discussions over coffee and, eventually, a regimen of extensive reading about what the original New Testament church was like in beliefs and worship.
They began attending Sts. Peter and Paul.
Still, some aspects of Orthodox Christian worship can be overwhelming to newcomers. Along with the myriad icons and murals of saints, worshippers can seem constantly on the move amid the sweet smell of incense, singing psalms and praying a voluminous liturgy accompanied by frequent genuflection.
Then, there’s the idea of soliciting the prayers of saints, and Mary, the mother of Jesus. To Protestants and especially evangelicals and Pentecostals, the concept of “Holy Mary, Mother of God” is foreign, if not heretical.

“It seemed so ‘Catholic,’ you know? But then we understood it was not worshipping her, but giving her honor,” Scouler says. “One thing I like about Orthodox worship is [it emphasizes] God’s majesty. There is honor given that is, after all, quite fitting for God.
“It’s like I’m home, like I’ve got my faith back; the awe of it all is back,” he adds. “I’ve got that real desire to serve [God] and please him.”

Quest for truth

Cameron Davis, who now attends South Ogden’s Transfiguration (Greek) Orthodox Church, says studying Christian history was an important factor in his 2014 conversion.
The 30-year-old father of two, who holds philosophy and political science degrees from Utah State University, concedes that he is

“by nature skeptical, second-guessing, and slow to make decisions; so my conversion to Orthodoxy was a pretty sober development.”

While the richness of liturgy and worship in an Orthodox setting is often cited as spiritually fulfilling, Davis — while acknowledging such benefits — characterizes his conversion as more about “what is and isn’t true” about such things as the Trinity, the nature of God and other doctrines he found at odds with Mormonism.
The Church of Jesus Christ of Latter-day Saints, in preaching that the prophet Joseph Smith “restored” the original Christianity, is one of a long, well-populated line of movements seeking to do the same since the Great Schism tore the faith’s Western and Eastern branches asunder in A.D. 1054.
Now, Davis believes that foundational first-century Christianity has never disappeared, and that its home is the

“Orthodox Christian spiritual tradition [he found] more beautiful and compelling in light of my reading of history and theology.”

The Great Schism not only ripped the Roman Catholic Church from Eastern Orthodoxy over such issues as papal authority, creedal changes and the nature of the afterlife, but it also led to further fracturing through the centuries. The 16th century’s Protestant Reformation split the Roman church, and then the reformers further divided into competing denominations. Today, the World Christian Database notes, the “body of Christ” has splintered into no less than 9,000 denominations — each, to varying degrees, purporting to restore the purer, ancient faith founded by the first generation of believers.
Havens understands the hunger for the truth and does not judge believers who continue their search elsewhere along the denominational continuum.
But the former special-education teacher, raising seven children with wife Seraphima, has found his peace — and purpose. It wasn’t always so. After leaving behind his Protestant upbringing, Havens says his search for spiritual truth was at times agonizing.

“I went through hell,” he recalls. “I was never an atheist, but I went through a time of confusion. There were so many denominations, often with diametrically opposed ideas.”

Through prolonged study and reflection, Havens discovered the Orthodox Church and sustaining traditions built by communities of “ancient Christians [who] were serious about their faith,” even to the point of a martyr’s death.

“You can’t do it on your own,” he says. “It’s an everyday thing, touching everything you do; it is living, breathing and alive.”

http://o-nekros.blogspot.gr/2017/05/utah-mormons-protestants-finding-new.html

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΝΕΟ-ΑΘΕΪΑ ΚΑΙ ΝΕΟΙ

Συγγραφέας: kantonopou στις 1 Μαΐου 2017

Πολλοί νέοι γοητεύονται από ένα κύμα νεο-αθεΐας το οποίο κατακλύζει το Ίντερνετ και τα ΜΜΕ.  Οι νεο-άθεοι προβάλλουν  ως βάση του αγνωστικισμού τους, της άρνησής τους να αποδεχθούν ότι υπάρχει Θεός, την επιστήμη, την λογική, τον υποκειμενισμό, τον πλουραλισμό των θρησκειών που δείχνει ότι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το ποιος θεός είναι αληθινός και επομένως η ενασχόληση με την θρησκεία θεωρείται απώλεια χρόνου. Οι νεο-άθεοι πάλι παραπλανούν, διότι αρνούνται την ωφελιμιστική θέαση της Εκκλησίας. Καλό είναι να υπάρχει, για να κάνει φιλανθρωπίες ή να τηρεί έθιμα και παραδόσεις, αλλά η πίστη είναι προσωπική υπόθεση και δεν χρειάζεται να υπεισερχόμαστε σε λεπτομέρειες που δεν μας αφορούν. Οι νεο-άθεοι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει μία αλήθεια και επομένως η απαίτηση της θρησκείας να θεωρεί ότι ο θεός της είναι ο μόνος αληθινός ξεπερνά τις δυνατότητες αποδοχής του ανθρώπινου νου. Άλλοι πάλι ειρωνεύονται όσους πιστεύουν ότι ακολουθούν έναν δρόμο οπισθοδρομικό, που δεν επιτρέπει την χαρά, την ευχαρίστηση, το να ζήσει κάποιος την ζωή του ελεύθερα.

                Η αθεΐα σήμερα δεν είναι ιδεολογική. Ο νεο-άθεος δεν είναι κατ’  ανάγκην οργανωμένος σε κοινότητες με γνώμονα την άρνηση του Θεού.  Δεν είναι απαραίτητα στρατευμένος σε υλιστικές θεωρήσεις. Μπορεί κιόλας να είναι σκεπτόμενος. Να αγαπά τη τέχνη και τον πολιτισμό. Να είναι δηλαδή ένας σχετικά καλλιεργημένος άνθρωπος. Η παρουσία του Θεού όμως στην ζωή του κόσμου παραμένει γι’  αυτόν κόλαφος. Δεν του χρειάζεται ο Θεός και επομένως δεν Τον θέλει να υπάρχει. Η νεο-αθεΐα εμφανίζεται τελικά με την έμπρακτη αδιαφορία για την θρησκευτική χρησιμοθηρία.

                Οι νέοι γοητεύονται από την στάση ζωής που περιλαμβάνει την άρνηση σε κάθε μορφής αυθεντία. Απλώς η αντίσταση δεν γίνεται με μαχητικότητα, προβληματισμό, κατάθεση γνώμης με επιχειρήματα. Ο νέος δεν ασχολείται με υπαρξιακά ερωτήματα, κορυφαίο εκ των οποίων είναι ο Θεός που υπάρχει προσωπικά για τον καθέναν. Το πολιτισμικό σύστημα, με τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο, καθώς και με την χρήση συσκευών που απορροφούν και τον χρόνο και τον νου, έχει καταφέρει τους πολλούς να κλείνονται στο εγώ τους και στους λίγους με τους οποίους μοιράζονται την ζωή τους. Όμως η έν-θεη ζωή περιλαμβάνει τόσο τη εμπιστοσύνη στην ύπαρξη του Θεού, όσο και την επίγνωση Ποιος είναι Αυτός. Ταυτόχρονα, η ένθεη ζωή προϋποθέτει το άνοιγμα του ανθρώπου στην ζωή της Εκκλησίας, δηλαδή στον πλησίον, στην αγάπη, στο μοίρασμα.  Αυτοί οι τρόποι δεν συγκινούν τους πολλούς, οι οποίοι αρκούνται στο να είναι καταναλωτές των όσων ο κόσμος προβάλλει ως προϋποθέσεις ευχαρίστησης. Η έν-θεη ζωή προϋποθέτει κόπο, αγάπη, σκέψη, άποψη, εμπειρία ευχαριστίας σε έναν κόσμο που ολοένα και περισσότερο γίνεται αγνώμων.

                Δεν είναι εύκολη η αντίσταση στην νεο-αθεΐα, η οποία κάποτε κάνει θόρυβο. Δεν είναι καν θέμα επιχειρημάτων από την πλευρά της Εκκλησίας, παρότι υπάρχουν.  Το «ου με πείσεις καν με πείσεις» ισχύει. Δεν ωφελεί όμως και η σιωπή. Η παθητική αποδοχή ότι έτσι είναι ο κόσμος. Η Εκκλησία καλείται να καταθέτει την μαρτυρία της και να γεννά εστίες αντίστασης στο νεοαθεΐστικο κλίμα. Ας προβληματίζει, χωρίς να αδιαφορεί, και ας αγκαλιάζει τους νέους με την μαρτυρία της Αλήθειας που είναι Πρόσωπο και όχι ιδέα. Και ας κάνει και υπομονή, αφού όμως έχει μιλήσει!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 26 Απριλίου 2017

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Συγγραφέας: kantonopou στις 23 Απριλίου 2017

 

  Σε πρόσφατη έρευνα φάνηκε ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών, μολονότι πιστεύει στον Θεό. Μάλιστα, η πιο συνηθισμένη απάντηση που λαμβάνει κάποιος από νέους είναι ότι δεν τους έχει απασχολήσει το ζήτημα, θα τους ενδιέφερε να γνωρίζουν, αλλά είναι δύσκολο να είναι βέβαιοι. Η πίστη στην πιο ξεχωριστή διδασκαλία  της ορθόδοξης παράδοσης, στην διακήρυξη του Αποστόλου Παύλου ότι «αν δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών, τότε ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί και το τότε το κήρυγμά μας είναι χωρίς νόημα, το ίδιο και η πίστη» δεν αγγίζει τους πολλούς. Προτιμούν την συνήθεια, το έθιμο, την επανάληψη, χωρίς να αναζητούν τις μαρτυρίες της Ανάστασης.

        Η ίδια η Εκκλησία είναι μία από αυτές. Παρότι αποτελείται από ανθρώπους οι οποίοι δεν καταφέρνουν να ακολουθήσουν τα λόγια, τις εντολές, την ζωή του Χριστού και των Αποστόλων, δεν εξαλείφεται από τις ιδεολογίες, οι οποίες κατά καιρούς έθεσαν ως κύριο στόχο τους να την περιθωριοποιήσουν και να την διαγράψουν από το προσκήνιο.  Και δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με άλλες θρησκείες. Ο δρόμος του χριστιανισμού δεν είναι τόσο απλός, όπως για παράδειγμα το Ισλάμ. Η αυθεντική χριστιανική παράδοση είναι στηριγμένη στην συγγνώμη που ανέτειλε εκ του τάφου του Κυρίου. Δεν αρκείται στην ελεημοσύνη ως καθήκον, αλλά διδάσκει και εφαρμόζει για τους μοναχούς την ακτημοσύνη και για τους υπόλοιπους την φιλανθρωπία που αγγίζει τον όλο άνθρωπο. Δεν ζητά μία τυπική προσευχή, αλλά αυτή του νου και της καρδιάς που πυρπολεί την ύπαρξη. Δεν οδηγεί στον μηδενισμό ή στην σωτηρία μόνο των εκλεκτών, αλλά παλεύει για την σωτηρία όλων και βιώνει την εμπειρία της αγιότητας, της συνέχειας της ύπαρξης που αποδεικνύεται διά των πολλών θαυμάτων.

        Αναστάσιμη μαρτυρία είναι το ότι η Εκκλησία δεν έγινε ποτέ εξουσία, αλλά παρέμεινε διακονία αγάπης. Αυταπατώνται όσοι θεωρούν ότι η Ορθοδοξία επιβάλλεται με γνώμονα το πολιτικό κόστος της απόρριψής της ή την επίκληση της κόλασης. Χωρίς την πίστη στην Ανάσταση είναι αδύνατον σε ανθρώπους να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν την ζωή τους, όχι για να γίνουν ήρωες κάνοντας κακό σε άλλους, αλλά χάριν της ταπεινής  αγάπης που δεν γνωρίζει διακρίσεις.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην πράξη δεν έγινε ούτε θα γίνει εξουσία, διότι ο Χριστός στήριξε την διδασκαλία Του σε εκείνο το «όστις θέλει». Δέχτηκε ως μοναδική προϋπόθεση μετοχής στην Βασιλεία Του ένα ταπεινό «Μνήσθητί μου Κύριε». Και εμφανίστηκε σε εκείνους και εκείνες που τόλμησαν να νικήσουν την εξουσία του φόβου και της ισχύος, το κράτος του θανάτου.

Αναστάσιμη μαρτυρία  είναι ό,τι συγκροτεί την Εκκλησία σε Σώμα Χριστού, δηλαδή το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Εκεί όπου δεν προκρίνονται οι πλούσιοι έναντι των φτωχών, οι άνδρες έναντι των γυναικών, οι μορφωμένοι έναντι των απλών, οι δίκαιοι έναντι των αμαρτωλών, αλλά όλοι γίνονται ένα με τον Αναστημένο Χριστό, ομολογώντας ότι «είς Άγιος, είς Κύριος Ιησούς Χριστός» και προχωρώντας με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη στην συνάντηση μαζί Του.

Αναστάσιμη μαρτυρία τελικά θα παραμείνει το γεγονός ότι όχι μόνο δεν εξέλειπαν οι επώνυμοι Άγιοι, αλλά και το ότι ο καθένας μας μέσα στην Εκκλησία αγιάζεται και ευλογείται. Νιώθει την χαρά και το Φως της παρουσίας του Χριστού, ανοίγοντας την καρδιά του στην Ελπίδα!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» Στο φύλλο της Τετάρτης 19 Απριλίου 2917

http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »

Γιατί σταυρώθηκε ο Χριστός

Συγγραφέας: kantonopou στις 13 Απριλίου 2017

Σχετική εικόνα

Μητροπολίτης Μελέτιος Νικοπόλεως

α. Το σκάνδαλο του Σταυρού
1. Ο άγιος απόστολος Παύλος λέγει:
« Ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό είναι:
• για τους Ιουδαίους σκάνδαλο, αφού ο Νόμος ορίζει: επικατάρατος πας ο κρεμάμενος επί ξύλου (Γαλ. 3,13, Δευτ. 21,23).
• για τους λογοκράτες έλληνες μωρία. Οι λογοκράτες λένε: Πώς είναι δυνατό εκείνος που δεν μπόρεσε να περιφρούρηση τον Εαυτό Του και να Τον προφυλάξη από τέτοιο θάνατο, να είναι σωτήρας άλλων;
• για μας, τους σωζομένους, είναι Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α’ Κορ. 1,24)…

Μα πώς και γιατί ο θάνατος του Χριστού στον Σταυρό είναι η έκφραση της δύναμης και της σοφίας του Θεού για την σωτηρίας μας;
2. Ο Κύριος μας μίλησε για τον Εαυτό Του πολύ κατηγορηματικά. Μας είπε:
• Εγώ είμαι το φως του κόσμου. Όποιος ακολουθεί ΕΜΕΝΑ δεν διατρέχει τον κίνδυνο να νομίζη πως έχει φως και να περπατάη στο σκοτάδι (Ιω. 8,12), όπως συμβαίνει με εκείνους που ακολουθούν άλλα θρησκεύματα και φιλοσοφίες.
• Πριν από εμένα ήλθαν πολλοί. Και έφτιαξαν θρησκείες. Μα ήσαν κλέφτες και ληστές (Ιω. 10,8)
• Μετά από εμένα θα έλθουν πολλοί ψευδόχριστοι, ψευδοπροφήτες και αντίχριστοι. Θα είναι όλοι, η καταστροφή εκείνων που θα τους ακολουθήσουν (Ματθ. 24,11∙ Μάρκ. 13,22-23).
• Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή (Ιω. 14,6).
3. Και να η απορία – ερώτημα πολλών.
– Γιατί μόνον ο Ιησούς; δεν υπάρχει και άλλος δρόμος; Γιατί όχι και ο Βούδας; Γιατί όχι και ο Μωάμεθ; Γιατί όχι και κάποιος άλλος μύστης της Νέας εποχής;
Πριν από λίγα χρόνια έγινε στο Μπανγκόγκ της Ταϊλάνδης ένα Διαθρησκειακό Συνέδριο, στο οποίο έλαβαν μέρος μεγάλες προσωπικότητες από όλες τις θρησκείες του κόσμου.
Εφημερίδες, περιοδικά, ράδιο, τηλεόραση δεν σταματούσαν να πληροφορούν το «κοινό» για την πορεία των συζητήσεων, που είχαν όλες το ίδιο μοτίβο:
Ο Θεός είναι ένας. Οι διάφορες θρησκείες είναι διαφορετικοί δρόμοι∙ που όλοι οδηγούν στο ίδιο τέρμα: στην επίγνωση του ενός Θεού∙ και εκπληρώνουν τον ίδιο σκοπό: είναι διαφορετικοί τρόποι λατρείας του ίδιου Θεού.
Στο Συνέδριο αυτό δεν έγινε λόγος για τον Ιησού Χριστό. Κανείς δεν θυμήθηκε τα λόγια Του.
Με άλλα λόγια κανείς δεν θυμήθηκε ότι∙
• ο δρόμος, που οδηγεί στην αλήθεια και στη ζωή είναι ένας: ο Χριστός∙
• η θύρα, από την οποία πρέπει να περάση ο άνθρωπος για να εισέλθη στην αιώνια ζωή είναι μία: ο Χριστός∙
• ο Χριστός είναι η άμπελος∙ εμείς είμαστε τα κλήματα. Κάθε κλήμα, που αποκόπτεται από την άμπελο, ξηραίνεται∙ παύει να έχη ζωή∙
• κάθε πορεία έξω και μακριά από τον Χριστό είναι απλά ένα παραστράτημα!
• όποιος πιστεύει, ότι και οι άλλες θρησκείες είναι δρόμοι που οδηγούν στον Θεό και στην αιώνια ζωή, έχει αρνηθή τον Χριστό∙ έχει παύσει να είναι χριστιανός!
4. Όμως πολλοί διερωτώνται:
– Μα γιατί τάχα δεν μπορεί να υπάρχη και άλλος δρόμος προς τον Θεό και την αιώνια ζωή εκτός από τον Ιησού;
– Είναι ποτέ δυνατό ο Θεός να υποχρεώνη τον άνθρωπο να πιστεύη τον Χριστό σαν Σωτήρα του και Θεό, για να μπορέση να αποκτήση την αιώνια ζωή;
– Δεν αρκεί, να ζη ο άνθρωπος με ευλάβεια προς το θείο και με καλωσύνη προς τους ανθρώπους; Αν ο Θεός είναι αγάπη, όπως και είναι, δεν θα απλώση την αγκαλιά Του να δεχθή και εκείνους που δεν γνώρισαν τον Χριστό;
– Είναι ποτέ δυνατό ο Θεός της αγάπης να αφήση να πάνε στην κόλαση τόσοι άνθρωποι, που δεν γνώρισαν τον Χριστό;
5. Τί θα τους απαντήσωμε;
• Είναι δυνατό να πάνε κοντά στο Θεό άνθρωποι, που ποτέ δεν έκαμαν αυτά που φέρνουν τον άνθρωπο ψυχικά κοντά στον Θεό;
• Είναι δυνατό να πάνε κοντά στον Θεό άνθρωποι, που δεν έκαμαν πρόβλημα της ζωής τους να γνωρίσουν τον Θεό; και να μάθουν, τί είναι ο Θεός; Ποιός είναι ο Θεός; και ποιά είναι η οδός προς αυτόν;
• Είναι ποτέ δυνατό να πάνε κοντά στον Θεό άνθρωποι, που ποτέ δεν εφρόντισαν να καταλάβουν, ότι η δική τους λογική δεν είναι ίσης αξίας με την λογική του Θεού;
• Είναι ποτέ δυνατό να πάνε κοντά στον Θεό άνθρωποι, που ποτέ τους δεν ηθέλησαν να καταλάβουν, ότι έχουν χρέος να συμμορφώνουν την λογική τους με την λογική του Θεού;
6. Η λανθασμένη αντίληψη για τον Θεό (σχετικά με το τί είναι και ποιός είναι ο Θεός), συνήθως έχει σαν αιτία την ελλιπή γνώση των θεολογικών προβλημάτων. Και συνεπώς αποτελεί επιπολαιότητα. Και οδηγεί σε προχειρολογίες.
Εγώ ειμί η άμπελος∙
υμείς τα κλήματα.
Το κλήμα ου δύναται
καρπόν φέρειν αφ’ εαυτού
εάν μη μείνη εν τη αμπέλω∙
ούτως ουδέ υμείς,
εάν μη εν εμοί μείνητε.
Εγώ ειμί η άμπελος,
Υμείς τα κλήματα.
Ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ
ούτος φέρει καρπόν πολύν∙
ότι χωρίς εμού, ου δύνασθε ποιείν ουδέν.
Εάν μη τις εν εμοί μείνη,
εβλήθη έξω ως το κλήμα
και εξηράνθη.
Και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι
και καίεται.
(Ιωάν. 15,4-6)
β. Δεν αρκεί η αγάπη
1. Πολλοί έχουν καταλάβει, ότι ο Θεός είναι αγάπη.
Μα δεν πρέπει να σταματάμε σ’ αυτό. Γιατί ο Θεός δεν είναι μόνο αγάπη. Είναι και άγιος∙ και δίκαιος∙ και αληθινός.
Δεν αρκεί να ξέρωμε, τι θα μας κάμη, όταν δεν έχωμε αγάπη. Πρέπει να ξέρωμε, και τι έκαμε και τι κάνει, για να μας μάθη να έχωμε αγάπη, και να μας δείξη ότι μας έχει αγάπη.
2. Ο Θεός είναι «ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος». Αυτό ομολογούμε στην ιερώτερη προσευχή μας: στην θεία Λειτουργία. Είναι αδύνατο να καταλάβωμε και να κατανοήσωμε, τι είναι ο Θεός.
Γι’ αυτό και εκείνοι, που δεν ψάχνουν (να Τον εύρουν ) με ταπείνωση και ειλικρινά, εύκολα καταντούν στο συμπέρασμα, πως ο Θεός δεν υπάρχει.
Μα κάνουν ένα φρικτό λάθος. Θέλουν να γνωρίσουν τον Θεό, όπως γνωρίζουν τους ανθρώπους και τα διάφορα πράγματα του υλικού κόσμου: με τις αισθήσεις τους και με τα μέσα των θετικών επιστημών (βλ. κεφ. Α’ σελ. 24-25). Αυτό όμως είναι αδύνατο. Ο Θεός είναι αόρατος, ακατάληπτος∙ και απερινόητος. Ποτέ δεν θα ιδούμε και δεν θα καταλάβωμε με την ουσία Του.
3. Μα το ότι δεν Τον βλέπομε και δεν Τον καταλαβαίνομε, δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Γιατί ο Θεός ζη, δρα, κινείται ανάμεσά μας. Και τις ενέργειές Του τις αισθανόμαστε. Και τις καταλαβαίνομε.
Ο Θεός σαν «Ο Ων» είναι απρόσιτος. Ο άνθρωπος την ουσία του Θεού δεν μπορεί∙ ούτε να την προσεγγίση∙ ούτε να την κατανοήση∙ με κανένα τρόπο.
Τον Θεό τον καταλαβαίνομε μόνο από τις ενέργειες Του. Όπως ακριβώς και τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό. Οι ενέργειες του Θεού αποτελούν μια ηθελημένη συγκατάβαση του Θεού, που την κάνει ο Θεός για χάρη μας, από στοργή και αγάπη για μας.
Ο Μέγας Βασίλειος λέγει επιγραμματικά:
Ο Θεός είναι ψηλά. Πολύ ψηλά. Η Ουσία Αυτού μας είναι απρόσιτη. Όμως οι ενέργειές Του κατεβαίνουν σε μας. Και μας Τον φέρνουν κοντά μας. Έτσι, από τις ενέργειές Του, καταλαβαίνομε:
• ότι υπάρχει∙
• ότι είναι αγαθός∙
• ότι είναι πατέρας μας∙
• ότι μας παρακολουθεί με το έλεός Του και με την στοργή Του.
4. Τον Θεό Τον γνωρίζομε από τις ενέργειές Του. Όχι από την Ουσία Του. Η ενέργεια του Θεού δεν είναι ένα τμήμα του Θεού. Ο Θεός δεν διαιρείται σε αγάπη, δικαιοσύνη, αλήθεια, δόξα, έλεος, φιλανθρωπία κλπ. Ενέργεια του Θεού είναι απλώς «κάτι», που το κάνει ο Θεός. Είναι φυσικό να σκεφθούμε, ότι αυτά που κάνει και πέφτουν στην δική μας αντίληψη δεν είναι όλα εκείνα που μπορεί να κάμη, όταν το θελήση. Ο Θεός έχει την σοφία, την δύναμη και την δυνατότητα να σκεφθή πιο πολλά και να ενεργήση εντελώς διαφορετικά, από ό,τι εμείς φανταζόμαστε.
γ. Η αγάπη του Θεού
1. Η πιο αισθητή σε μας φυσική ενέργεια του Θεού είναι η αγάπη Του για μας.
Τί σημαίνει, «ο Θεός μας αγαπάει»;
Ας το ιδούμε, όσο πιο σύντομα μπορούμε.
Ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπο.
Γιατί τον εδημιούργησε;
Για να γίνη ένα ον ταλαίπωρο και δυστυχισμένο;
Όχι. Αλλά για να γίνη ευτυχισμένος.
Ποιά είναι η μεγαλύτερη ευτυχία;
Οπωσδήποτε όχι η εξωτερική.
Όχι η χαρά που δίνει ο πλούτος και η ηδονή.
2. Θυμηθήτε τον Αριστοτέλη Ωνάση.
Επέτυχε στη ζωή. Έγινε ένας από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στον κόσμο. Αληθινός Κροίσος. Γράφτηκαν για αυτόν βιβλία, που μιλάνε για αυτόν, σαν να ήταν μυθικός ήρωας. Είχε χρήματα να κάνη ό,τι ήθελε. Και να διασκεδάση όσο ήθελε. Και λοιπόν; Εξωτερικά φαινόταν απόλυτα ευτυχισμένος. Ήταν όμως πράγματι ευτυχισμένος; Κάποια στιγμή πέθανε ο υιός του Αλέξανδρος. Και τότε εζήτησαν από τον πατέρα Αριστοτέλη Ωνάση μια συνέντευξη στην τηλεόραση. Εκείνος εδέχθη. Και την έδωσε. Στο τέλος τον ερώτησαν:
– Πώς αισθάνεστε, κ. Ωνάση, μετά τον θάνατο του παιδιού σας;
Απάντησε:
Αισθάνομαι, πως είμαι ο πιο φτωχός άνθρωπος στον κόσμο.
Τί μας είπε;
Μας είπε: Η ευτυχία δεν είναι στα έξω. Είναι μωρία να θέλη ο άνθρωπος να γίνη ευτυχισμένος με τα έξω. Η ευτυχία είναι «μέσα».
3. Ποιά είναι η βαθύτερη μορφή ευτυχίας;
Η εσωτερική. Η ειρήνη της καρδιάς και της ψυχής.
Αν ευτυχία ήταν η ηδονή το πιο ευτυχισμένο ον θα ήταν ο πετεινός. Και πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι οι πόρνες (Μάρκος Αυρήλιος Στ, 34).
Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με συνείδηση. Και με ηθική κρίση. Για να μπορή να αποκτήση μια ευτυχία όχι εξωτερική, ψεύτικη και παροδική, αλλά εσωτερική, αληθινή, μόνιμη, αναφαίρετη.
Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο με τις τελειότερες και υψηλότερες προδιαγραφές: τον εδημιούργησε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού». Δηλ. τον έφτιαξε να έχη μερικά από τα δικά Του χαρακτηριστικά.
• ελεύθερο, να κρίνη και να αποφασίζη μόνος του, τι θα κάμη∙
• να αγαπάη την αλήθεια και το καλό∙
• να έχη ευσπλαχνία και συμπόνια∙
• και να μπορή – όταν το θελήση – να γίνη όμοιος με τον Θεό, κατά χάριν Θεός (δηλ. γεμάτος καλωσύνη, αγάπη, ευσπλαγχνία, αλήθεια, κ.ο.κ.).
Όλοι ξέρομε ότι, όταν ο άνθρωπος αποκτήση μερικές από αυτές τις αρετές, γίνεται εσωτερικά, βαθιά, μόνιμα ευτυχισμένος.
δ. Η αμαρτία και η διόρθωσή της.
1. Έτσι έπρεπε να είμαστε όλοι μας. Έτσι ήταν το πρόγραμμα του Θεού για μας. Να είμαστε όλοι γεμάτοι αρετές και απόλυτα ευτυχισμένοι.
Όμως ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελευθερίας του. Έκαμε την σκέψη, πως μπορεί να γίνη πιο ευτυχισμένος, αν ζήση χωρίς τον Θεό, αδιαφορώντας για αυτά που του είχε δείξει ο Θεός. Έτσι τους είχε υποδείξει ο Όφις:
– Αφήστε στην άκρη τον Θεό. Πάρτε εσείς την θέση του. Καθορίζετε μόνοι σας, τι είναι για σας καλό και τι κακό. Και τότε «έσεσθε ως Θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν» (Γεν. 3,5).
2. Πού οδηγεί το φρόνημα αυτό;
• Σε σχέση με τον Θεό:
Μας κάνει κατάκριτους και εχθρούς του Θεού. Όταν ένα άθλιο κουνούπι μας ενοχλήσει, χωρίς να αισθανόμαστε ίχνος λύπης, χωρίς ίχνος δισταγμού, το ψεκάζομε με εντομοκτόνο∙ και ησυχάζομε. Επειδή είχε την αναίδεια να έλθη αντίθετο στο θέλημά μας. Τί θα έπρεπε να κάνη ο Θεός σε μας, όταν ερχόμαστε αντίθετοι στο θέλημα Του; Μη ξεχνάμε ότι η διαφορά ανάμεσα στον Θεό και σε μας είναι πολύ πιο μεγάλη, από ό,τι ανάμεσα σε μας και στο κουνούπι. Εμείς είμαστε με το κουνούπι αδέλφια: φτιαγμένοι από την ίδια ύλη∙ εξ ίσου και οι δύο ύλη∙ εξ ίσου κτίσματα! Μα ο Θεός δεν είναι ύλη∙ και είναι ο Δημιουργός της ύλης∙ είναι ο Κτίστης∙ εξ ίσου και για μας∙ και για τα κουνούπια.
Τί σημασία έχει η αμαρτία; Τεράστια. Απέραντη. Ανυπολόγιστη. Γιατί είναι η καταφρόνηση του άπειρου Θεού από ένα άθλιο πλάσμα Του.
• Σε σχέση με τον εαυτό μας.
Μας οδηγεί στην διάλυση της ηδονομανίας (πορνεία, μοιχεία, ομοφυλοφιλία, ναρκωτικά, κ.ά.). Στις αλλεπάλληλες αυτοκτονίες των παραχορτασμένων. Στην πλήρη απογοήτευση, με την οποία γεμίζει τις ψυχές, όταν συναισθανθούν πως επήραν λάθος δρόμο!
• Σε σχέση με τους άλλους.
Σε μια ανειρήνευτη πάλη!
3. Και ο Θεός;
Ου κατά τας ανομίας ημών εποίησεν ημίν∙ ουδέ κατά τας αμαρτίας ημών ανταπέδωκεν ημίν (Ψαλμ. 102,10).
Δεν μας φέρθηκε, όπως φερόμαστε εμείς στα κουνούπια. Παρ’ ότι είναι Θεός. Παρ’ ότι είναι απερίγραπτος, άναρχος και ανέκφραστος. Αλλά ήλθε επί της γης, μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος. Και το έκαμε, γιατί δεν το άντεχε «δια σπλάχνα ελέους» Του, «θεάσθαι (= να βλέπη) υπό του διαβόλου τυραννούμενον το γένος των ανθρώπων. Αλλά ήλθε και μας έσωσε».
Γιατί ήλθε;
• Επειδή δεν το υπέφερε να μας βλέπη σε τόση δυστυχία! Να τυραννούμεθα από τον διάβολο!
• Επειδή ηθέλησε να μας σώση!
• Επειδή έτσι τον ωδήγησε η αγάπη Του για μας.
Ήλθε για να μας ξαναφέρη στο σωστό φρόνημα∙ στον σωστό τρόπο ζωής.
«Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3,16).
Ήλθε να μας σώση.
Πώς να μας σώση;
• Και σωματικά.
• Και ψυχικά.
• Και με συμβουλές.
• Και με την υπόδειξη του κακού που μας απειλεί.
• Και με απειλές.
• Και με παιδαγωγικές τιμωρίες.
• Και με φάρμακα.
Φάρμακα είναι:
• Το βάπτισμα
• Η εξομολόγηση.
• Η θεία Κοινωνία: το Σώμα Του και το Αίμα Του.
Συμβουλές, απειλές, υποδείξεις είναι
• Η διδασκαλία Του
4. Η ταλαιπωρία και η δυστυχία μας είναι το λανθασμένο φρόνημα. Που μας λέει ότι μπορούμε να βρούμε ευτυχία και όταν ζούμε χωρίς Θεό.
• Αυτό είναι το χειρότερο λάθος μας.
• Αυτό είναι η πηγή της δυστυχίας μας.
• Αυτό μας σπρώχνει σε όλες τις αμαρτίες.
Ο Πολυεύσπλαγχνος Θεός κάνει τα πάντα να μας βοηθήση, να μην αφήσωμε αυτό το φοβερό κακό να μείνη μέσα μας αθάνατο (= για πάντα).
5. Πώς όμως διορθώνεται το φρόνημα;
Με την μετάνοια.
Η λέξη μετανοώ σημαίνει: Αλλάζω τρόπο σκέπτεσθαι. Καταλαβαίνω, ότι η μέχρι τώρα νοοτροπία μου ή κοσμοθεωρία μου ήταν λάθος∙ με έβλαπτε∙ με κατέστρεφε!
Όλοι καταλαβαίνομε, ότι το λάθος στον τρόπο γενικής αντιμετωπίσεως της ζωής είναι το χειρότερο από όλα.
Από εκεί πρέπει να αρχίζη η διόρθωση.
Ο Θεός, λοιπόν, μας βοηθεί να διορθώνομε τον τρόπο του σκέπτεσθαι
• με τις διδασκαλίες Του
• με το παράδειγμά Του (κατέβηκε για χάρη μας στην γη και σταυρώθηκε για μας).
• με το να ορίση να είναι για όλους μας άγνωστη η ώρα του θανάτου μας.
• με την απειλή της αιώνιας κόλασης.
Όλα αυτά μας βοηθούν να μην αφήνομε το λάθος-φρόνημα να μένη μέσα μας αθάνατο.
Και αμέσως μόλις διορθωθή το φρόνημά μας, ο πολυεύσπλαγχνος Θεός μας δέχεται!
• Εδέχθη τον ληστή (ένα κακούργο, ένα φονιά)!
• Εδέχθη την πόρνη (ένα μέχρις αηδίας φιλήδονο ον)!
• Εδέχθη τον διώκτη Του (ένα φανατικά κακόψυχο άνθρωπο).6. Και τα τραύματα της αμαρτίας σε σώμα και ψυχή; Τα θεραπεύει με τα φάρμακά Του.
ε. Έπαθε για μας. Αντί για μας.
1. Ο Θεός είναι η Αγία Τριάς: ο Πατήρ, ο Υιός, και το Άγιο Πνεύμα. Τρία πρόσωπα∙ ομοούσια∙ ομόθρονα∙ ομότιμα∙ εξ ίσου παντοδύναμα∙ με μια και τα τρία θέληση, που πάντοτε ταυτίζεται. Δεν υπάρχουν διαφορές και αντιγνωμίες στην Αγία Τριάδα.
Μα κάποτε ο Υιός «σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιω. 1,14), δηλ. έγινε άνθρωπος, χωρίς βέβαια να παύση να είναι Θεός. Όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος, ο Υιός «εν μορφή Θεού υπάρχων» δεν φοβήθηκε, μη χάση και πάψη να είναι ίσος με τον Θεό. Και για αυτό εκένωσεν εαυτόν και επήρε δούλου μορφήν και έγινε όμοιος με τον κάθε άλλο άνθρωπο» (Φιλ. 2,6-7).
Μα γιατί έγινε άνθρωπος;
«Εταπείνωσεν εαυτόν – απαντά ο απ. Παύλος – γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλ. 2,8). Δηλαδή έγινε άνθρωπος από υπακοή στο πανάγαθο θέλημα του Πατρός Του.
2. Γιατί έγινε άνθρωπος;
Δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν. Και πιο συγκεκριμένα: για μένα.
Γιατί;
Για να μας ελευθερώση από τα δεσμά της αμαρτίας.
Πώς;
Με το να τιμωρηθή Αυτός για μας, αντί για μας. Με το να γίνη θυσία και προσφορά στον Θεό για μας. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος. Για να έχη την δυνατότητα να τιμωρηθή για μας, για να άρη τις δικές μας αμαρτίες.
Γράφει ο απ. Παύλος:
Εξ αιτίας των αμαρτιών μας είμαστε όλοι ένοχοι και άξιοι τιμωρίας σε αιώνιο θάνατο. Μα τελικά απαλλαγήκαμε από την τιμωρία που μας έπρεπε. Μας απάλλαξε από την τιμωρία αυτή ο ίδιος ο Θεός, δια της απολυτρώσεως που μας έδωκε δια Ιησού Χριστού. Αυτόν, τον Χριστό, ο Θεός τον έβαλε στην θέση μας. Τιμωρήθηκε για μας. Αντί για μας. Έγινε ιλαστήρια θυσία. Για μας. Και έτσι τώρα, όποιος πιστεύει, ότι το αίμα Του χύθηκε για να μας καθαρίση από τις αμαρτίες μας, σώζεται (Ρωμ. 3,24-25).
Γιατί έγινε αυτό;
Γιατί ο Θεός αγάπησε τόσο πολύ τον κόσμο, δηλ. τους ανθρώπους, ώστε έδωκε τον Υιόν Του να γίνη θυσία για μας∙ να τιμωρηθή Αυτός για μας. Έτσι τώρα, όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν όχι μόνο δεν κινδυνεύει να απωλεσθή, αλλά και έχει σίγουρη την αιώνια ζωή κοντά Του (Ιω. 3,16).
3. Μερικοί, στους οποίους τα έργα του Θεού γίνονται όχι μόνο ακατανόητα (σ’ αυτό συμφωνούμε όλοι) αλλά και … ανόητα (σ’ αυτό ΔΕΝ συμφωνούμε όλοι!), λένε:
Καλά, ο Θεός σαν πολυεύσπλαγχνος δεν μπορούσε να συγχωρέση τον κόσμο, χωρίς τιμωρίες και θυσίες;
Η απάντηση είναι:
Η αμαρτία δεν είναι απλώς μια απρέπεια. Είναι και μια ζημιά, και μια καταστροφή. Η συγχώρηση ΔΕΝ αρκεί. Χρειάζεται και να αποκατασταθή η ζημιά. Και να διορθωθή, ό,τι κατεστράφη.
ΤΙ ΕΚΑΜΕ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ  ΓΙΑ ΜΑΣ
Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους
και δια την ημετέραν σωτηρίαν
• Κατελθόντα εκ των ουρανών∙
• και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου
και Μαρίας της Παρθένου∙
• και ενανθρωπήσαντα∙
• σταυρωθέντα τε υπέρ ημών
επί Ποντίου Πιλάτου∙
• και παθόντα∙
• και ταφέντα∙
• και αναστάντα τη τρίτη ημέρα
κατά τας Γραφάς∙
• και ανελθόντα εις τους ουρανούς∙
• και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός∙
• Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης
κρίναι ζώντας και νεκρούς∙
• «Ου της Βασιλείας
ουκ έσται τέλος.
(Από το Σύμβολο της Πίστεως)
Αυτώ η δόξα και ευχαριστία
Εις τους αιώνας των αιώνων∙ αμήν

στ. Το Αίμα της Διαθήκης.
Ας ιδούμε τώρα, τι μας έλεγε ο απόστολος Παύλος για τον θάνατο του Χριστού στην προς Εβραίου επιστολή του, στην οποία μας μιλάει γι’ αυτόν διεξοδικά.
1. Ο αγιάζων (= ο Χριστός) και οι αγιαζόμενοι (= εμείς οι άνθρωποι), όλοι μας πηγή της υπάρξεώς μας έχομε τον ίδιο επουράνιο Πατέρα∙ γι’ αυτό ο Χριστός δεν το εθεώρησε ποτέ υποτιμητικό για τον Εαυτό Του να μας ονομάζη αδελφούς Του. Και γι’ αυτό από την παλιά εποχή έλεγε η αγία Γραφή:
• λόγια δικά Του: Απαγγελώ το Όνομά Σου τοις αδελφοίς Μου∙ εν μέσω Εκκλησίας υμνήσω Σε (Ψαλμ. 21,23).
• λόγια δικά μας: Εγώ πεποιθώς έσομαι επ’ αυτώ (τω Χριστώ) και σωθήσομαι δι’ Αυτού (Ησ. 12,2).
• Και πάλι λόγια δικά Του: Ιδού εγώ και τα παιδία, α μοι έδωκεν ο Θεός (Ησ. 8,18).
Μα να, αυτά τα «παιδία» είχαν σάρκα και οστά. Ήλθε λοιπόν και αυτός (ο αγιάζων) και επήρε την ίδια σάρκα και τα ίδια οστά, για να μπορέση έτσι να πεθάνη∙ και έτσι με τον θάνατο Του να εξουδετερώση εκείνον που είχε στα χέρια του όπλο εναντίον μας την δύναμη του θανάτου, την αμαρτία, την αιτία που προκάλεσε και προκαλεί τον θάνατο. Και εξουδετερώνοντάς τον να μας κάμη να καταλάβωμε, ότι δεν είναι πια κυρίαρχος∙ και όποτε θέλομε, μπορούμε να απαλλαγούμε και από αυτόν και από το όπλο του, με το οποίο μας καταδυναστεύει (= την αμαρτία)∙ και συνεπώς να μας απαλλάξη από την απελπιστικά δυσάρεστη κατάσταση να τον τρέμωμε σαν δούλοι του και να μη μπορούμε να χαρούμε την ομορφιά της ζωής (Εβρ. 2,11-15).
2. Έγινε άνθρωπος για ένα σκοπό: να πεθάνη για μας (όπως χάριτι Θεού παντός γευσήται θανάτου).
Ο Θεός δεν είχε καμμιά υποχρεώση να κάμη ο Ίδιος θυσία για χάρι μας! Μα η αγάπη Του για μας Τον ωδήγησε να στείλη τον Υιό Του στον κόσμο να γίνη άνθρωπος και να γευθή τον θάνατο για μας∙ να γίνη θυσία για μας. Γιατί δεν μας βλέπει, όπως βλέπομε εμείς τα κουνούπια και τις κατσαρίδες. Δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού. Θέλει την μετάνοιά του∙ την επιστροφή του.
Κάθε μετάνοια και επιστροφή στον Θεό αποτελεί μια νέα διαθήκη, μια ειδική συμφωνία με τον Θεό, ότι στο εξής θα είμαστε νεκροί για την αμαρτία και θα ζούμε γι’ Αυτόν. Και γι’ αυτό την μετάνοια, την απόφαση να είμαστε νεκροί για την αμαρτία, την εικονίζαμε με τον θάνατο ενός ζώου, που συμβολικά το εθυσιάζαμε στη θέση μας∙ αντί για μας. Πέθανε, συμβολίζοντας ότι εμείς έχουμε χρέος να πεθάνωμε για την αμαρτία. Διαθήκη, δηλ. συμφωνητικό μετανοίας, χωρίς θάνατο, εκείνου που κάνει την διαθήκη, δεν γίνεται (Εβρ. 9,15-16).
Μα τον θάνατο των ζώων οι άνθρωποι δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά, γιατί ήταν εύκολο πράγμα η σφαγή ενός ζώου. Και βέβαια μπορεί να συμβολίζη, τον θάνατο του ανθρώπου. Μα δεν ισοδυναμεί με τον θάνατο ανθρώπου. Και γι’ αυτό οι θυσίες αυτές δεν είχαν αντικειμενική αξία! Δεν ίσχυαν να καθαρίζουν τον άνθρωπο και να τον επανασυνδέουν με τον Θεό! Το αίμα των ταύρων και τράγων δεν έχει δύναμη να αφαιρή αμαρτίας (Εβρ. 10,4).
3. Γι’ αυτό ο Θεός θέλοντας να σώση τον άνθρωπο χάριτι, (= από την πολλή Του αγάπη και πατρική ευσπλαγχνία) ώφειλε να φροντίση να υπάρχη.
• ένας τέλειος συμβολαιογράφος (αρχιερέας), που θα φτιάξη το συμφωνητικό της σωτηρίας (δηλαδή μετάνοιας, θανάτου για την αμαρτία εκ μέρους μας – συγχώρησης εκ μέρους του Θεού) και
• ένα τέλειο ον που θα θυσιασθή για μας, για τον καθένα μας, και όλους μαζύ και ο θάνατος του θα έχη μεγαλύτερη αξία από ό,τι η ζωή όλων μας.
Έτσι ο θεαρχικώτατος Πατήρ αιώνιο αρχιερέα προαιωνίως κατέστησε τον Υιό Του με τα λόγια: Συ ει ο ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ.
Και μετά, ότε ήλθε το πλήρωμα των καιρών, κατηρτίσατο Αυτώ σώμα (Εβρ. 10,5) μέσα στην άχραντη κοιλία της υπευρευλογημένης Μαρίας. Έτσι το σώμα του Ιησού, σαν σώμα του απείρου Θεού-Λόγου είχε
• τόσο μεγαλύτερη αξία από ό,τι η ζωή όλων των ανθρώπων, όσο μεγαλύτερη τιμή και αξία έχει ο άκτιστος κτίστης, από τα κτίσματά Του και
• τόσο πολύ περισσότερη χάρη και αγιαστική δύναμη από ό,τι απαιτεί η άφεση όλων των αμαρτιών όλου του κόσμου, ώστε και μια μόνο σταγόνα από το άγιο αίμα Του αρκεί να μας αγιάση και να μας σώση.
4. Έτσι ο Χριστός σαν αρχιερέας και σφάγιο μαζί, σαν θύτης και θύμα μαζί, έκαμε επάνω στον Σταυρό στον Γολγοθά «την εν Σιών μυστικήν ιερουργίαν»: απέθανε, για να γίνη ένα μόνιμο συμφωνητικό μετανοίας και επιστροφής των ανθρώπων στον Θεό, που όταν το δέχονται έχουν πια ζωντανή υποχρέωση να ζουν νεκροί για την αμαρτία και ζωντανοί μόνο για τον Θεό. Γιατί Εκείνος που εθυσιάσθη, έχει άπειρη αξία. Και η Καινή Διαθήκη Του είναι μια για πάντα∙ μια Διαθήκη που δεν μπορεί να καταργηθή, ούτε να αντικατασταθή με άλλη καλλίτερη. Και όποιος καταφρονεί αυτή την διαθήκη κάνει ένα μεγάλο λάθος (= αμάρτημα): θεωρεί το αίμα του Χριστού, με το οποίο υπογράφτηκε αυτή η συμφωνία, κοινό (= ίσης αξίας με το αίμα των τράγων και ταύρων!) και συνεπώς καταπατεί τον Υιό του Θεού (δηλ. δεν προσέχει ότι μέσα σ’ αυτό το Σώμα και σ’ αυτό το Αίμα ευρίσκεται ολόκληρος ο Υιός του Θεού).
Αν αμαρτία είναι η καταφρόνηση του Θεού, υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία από αυτή;
ζ. Γιατί στον Σταυρό;
1. Γιατί ο Αμνός του Θεού και Αρχιερεύς πρόσφερε την θυσία Του στον Σταυρό, και ΄όχι με κάποιο άλλο τρόπο;
2. Το θέλημα του Θεού είναι άγιο. Και ο νόμος του Θεού, που το εκφράζει, είναι και αυτός άγιος και η εντολή αγία (Ρωμ. 7,12). Ο Νόμος του Θεού έχει απέραντη ιερότητα.
• Είναι ποτέ δυνατό να τον καταπατάμε με το αζημίωτο;
• Είναι δυνατό να τον καταφρονούμε με το αζημίωτο;
• Είναι νοητό να μην κάνωμε ό,τι περισσότερο μπορούμε για την τήρησή του, και να είναι «όλα καλά»;
Για να περιφρουρήση την ιερότητα του Νόμου και να μας προφυλάξη από την αμαρτωλή νωχέλειά μας, ο Θεός μας το διασάφησε:
Επικατάρατος, εκείνος που δεν εμμένει σε όλες τις διατάξεις του Νόμου. Επικατάρατος εκείνος, που δεν εκτελεί όλες τις διατάξεις του Νόμου (Δευτ. 2.7,26).
Έτσι εκτός από ελάχιστους δικαίους, όλοι οι άνθρωποι έπεσαν στην κατάρα αυτή του Νόμου!
3. Μα ο Ιησούς ήλθε να σώση τον λαόν Αυτού από κάθε αμαρτία∙ από κάθε συνέπεια της αμαρτίας (Ματθ. 1,21). Ήταν ποτέ δυνατό να αφήση την χειρότερη, την κατάρα του Νόμου;
Ασφαλώς όχι!
Ο Υιός του Θεού υπέστη τα Άχραντα Πάθη, για να θεραπεύση τα δικά μας δυσώδη πάθη.
• Υβρίσθη, επειδή μας αρέσουν οι κολακείες.
• Ενεπτύσθη, επειδή ψοφάμε για τιμές.
• Εποτίσθη χολή, επειδή υποδουλωθήκαμε στην ηδονή του στόματος.
• Εφραγγελώθη, επειδή υποδουλωθήκαμε στην ηδονή του σώματος.
• Και υπετάγη στην πατρική βουλή να πάθη, επειδή εμείς υποκύπτομε στους λογισμούς μας.
• Και έγινε κατάρα (ο ευλογητός των Πατέρων Θεός και υπερένδοξος), για να μας εξαγοράση από την κατάρα του Νόμου.
4. Έλεγε προφητικά ο Νόμος.
Κεκατηραμένος υπό Θεού πας ο κρεμάμενος επί ξύλου (Δευτ. 21,23, Γαλ. 3,13). Δηλαδή. Ο κρεμάμενος επί ξύλου δεν βαστάζει μόνο την τιμωρία και την οργή των ανθρώπων, αλλά και την κατάρα του Θεού. Ο θάνατος στον σταυρό δεν ήταν μόνο σωματικά ο χειρότερος. Ήταν και πνευματικά.
η. Συμπέρασμα
Λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (117 μ.Χ.)
Ο ταύτα μη πιστεύων εναγής
ουχ ήττον των σταυρωσάντων τον Κύριον.
Ο γαρ άρχων του κόσμου τούτου χαίρει,
όταν τις αρνήται τον Σταυρόν.
Όλεθρον γαρ εαυτού γινώσκει
την ομολογίαν του Σταυρού.

http://www.orthodoxfathers.com/

Κατηγορία ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑ, ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ, ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ | Δε βρέθηκαν σχόλια »