Αρχείο για "Ιανουάριος, 2013"

πρόσφυγες…

…του χθες και του σήμερα.Πάνω από 130.000 κάτοικοι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία και τον Πόντο προστίθενται στο πληθυσμό του Πειραιά στις αρχές της δεκαετίας του 1920 και αποτελούν ,όλοι μαζί, τα φτηνά εργατικά χέρια της βιομηχανικής καπιταλιστικής ανάπτυξης ,με παράλληλη εκτίναξη των πνευμονολογικών και άλλων παθήσεων και που μέχρι σήμερα πληρώνει η ευρύτερη περιοχή λόγω της υπέρμετρης μόλυνσης του αέρα και του εδάφους…Παρατίθεται μία φωτογραφία από την μπροσούρα της Πρωτοβουλίας Αγώνα για Ενιαίο Άλσος στην περιοχή των λιπασμάτων Δραπετσώνας που έχει τίτλο «Αναπλάθοντας τα Λιπάσματα Δραπετσώνας: μια ιστορία κέρδους για το κεφάλαιο ,μια ιστορία ζωής για τους κατοίκους» και εκδόθηκε τον Οκτώβρη του ’07 ,αλλά και ένα τραγούδι του πειραιώτικου μουσικού ιδιώματος που ηχογραφήθηκε το 1935 από τον Κώστα Ρούκουνα…

Γυαλάδες στο εργοστάσιο Λιπασμάτων 1924

dilka…

Dilka σημαίνει «καρδιά»…της Μαριάνθης Παπαγιάννη ,γιατρού.

Αρχές του Χειμώνα στη Λακωνία είναι ακόμη καλοκαίρι. Απόγευμα με λιακάδα. Τα κλαδιά των δέντρων είναι φορτωμένα πορτοκάλια και ελιές. Φοράω το αγαπημένο μου ιατρικό γιλεκάκι. Ελέγχω την τσέπη μου για τα βασικά: θερμόμετρα και φακός. Φορτώνουμε μαζί με το μεταφραστή μου,  τον Ιτζάζ,  τo βαλιτσάκι με τα φάρμακα και το μικρό ψυγείο στο αυτοκίνητο και ξεκινάμε.

Η ελονοσία στη Λακωνία είναι ένας ψίθυρος, μια ρωγμή στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Μια χαραμάδα που άνοιξε ξαφνικά και τους έφερε αντιμέτωπους με κάτι καινούριο. Κάθε μέρα ακούω πολλές συζητήσεις από τους ανθρώπους που προσπαθούν να δώσουν μια ερμηνεία σ’ αυτό που συμβαίνει στην περιοχή τους. Πολλοί πιστεύουν ότι φταίνε οι μετανάστες από το Πακιστάν και γραφούν συνθήματα με γαλάζιο ατσάλι στους τοίχους «έξω οι Πακιστανοί».

Οι ηλικιωμένοι της περιοχής μού λένε: «εμείς, παιδί μου, την ξέρουμε την ελονοσία από παλιά, είχαμε και τότε που ήμασταν φτωχοί, στον πόλεμο». Και υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, λίγοι, που δεν θέλουν να μιλάμε για αυτό, σαν να προσπαθούν με ξόρκια  να διώξουν το κακό.

Η ομάδα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα βρίσκεται στη Σκάλα Λακωνίας από τον Απρίλιο του ‘12. Μας έφερε εδώ η ασθένεια. Κάθε απόγευμα πηγαίνουμε στα καταλύματα των μεταναστών για να κάνουμε ενεργητική αναζήτηση κρούσματος. Προσπαθούμε να θερμομετρήσουμε όσο πιο συχνά γίνεται τους ανθρώπους, ώστε να ανακαλύψουμε εγκαίρως αν κάποιος έχει πυρετό. Αν έχει, κάνουμε το γρήγορο τεστ για την ελονοσία, παίρνουμε αίμα και αν το αποτέλεσμα είναι θετικό, χορηγούμε την κατάλληλη θεραπεία. Κάνουμε όμως και αλλά πράγματα: πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, ενημέρωση του ντόπιου πληθυσμού για την ασθένεια κ.α.

Πάμε πάλι στην αρχή όμως, σε εκείνη τη μέρα στην αρχή του Χειμώνα. Εγώ και ο Ιτζάζ μπαίνουμε στο αυτοκίνητο για να πάμε στα καταλύματα των μεταναστών και να προσφέρουμε στοιχειώδη ιατρική βοήθεια. Τα καταλύματα των μεταναστών βρίσκονται μέσα και έξω από τα χωριά, πολλά από αυτά κρυμμένα σε περιβόλια με πορτοκαλιές και ελιές. Ευτυχώς, η σύγχρονη τεχνολογία και το google earth μάς βοήθησαν να τα χαρτογραφήσουμε και να τα βρίσκουμε εύκολα.

Πρώτος σταθμός «ο περιστερώνας». Έτσι αποκαλεί η ομάδα μας αυτό το σπίτι, όπου περίπου 15 άνθρωποι ζουν στριμωγμένοι σε μια αποθήκη, ανάμεσα σ’ ένα κοτέτσι και έναν περιστερώνα. Μέσα σε ένα περιβόλι με πορτοκαλιές, λίγο έξω από το χωριό. Το τραπέζι που τρώνε απέχει περίπου ένα μέτρο από το κλουβί των περιστεριών. Οι κότες τριγυρνάνε παντού ελεύθερες.

Εκεί πάμε να συναντήσουμε έναν 28χρονο, τον Ααμίρ, o όποιος είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο την προηγούμενη εβδομάδα με πολύ βαριά σιδηροπενική αναιμία και πήρε χθες εξιτήριο. Αυτός ο νεαρός μάλλον έφαγε πολλά πορτοκάλια και καθόλου κρέας, για να στείλει όσο περισσότερα χρήματα μπορούσε πίσω στο Πακιστάν. Και κάπως έτσι, με αυτή τη διατροφή, κατέληξε στο νοσοκομείο. Υποσιτισμός στην Ελλάδα του 2012… Ο υποσιτισμός παίρνει την ελονοσία από το χέρι και πάνε να κρυφτούν πίσω από ένα ζουμερό πορτοκάλι.

Στο ίδιο σπίτι, μόλις τελειώνω τη συζήτηση με τον Ααμίρ, με πλησιάζει ένας νεαρός άνδρας που ονομάζεται Τζαμάλ, γύρω στα 18, και μου λέει ότι έχει πόνο στην καρδιά κάθε βράδυ. Συζητάμε για λίγο για τα συμπτώματά του. Ο νεαρός σφίγγει νευρικά τα δάχτυλά του. Στο πρόσωπό του έχει ακόμη σημάδια ακμής. Βρίσκεται στην Ελλάδα 3 μήνες. Χρωστάει σε αυτόν που τον έφερε εδώ 3.000 €.

Κάθε βράδυ, αν δεν μιλήσει στη μητέρα του, νιώθει έναν πόνο στην καρδιά, ζαλίζεται και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Ανησυχεί για τη μητέρα του που είναι άρρωστη. Τον καθησυχάζω αλλά δεν ξέρω πόσο είμαι πειστική. Βάζουμε σε όλους θερμόμετρο και ευτυχώς κανείς τους δεν έχει πυρετό.

Μετά, κάποιος φέρνει σ’ εμένα και στον Ιτζάζ αναψυκτικά. Μας ευχαριστούν θερμά. Χαμογελάμε ντροπαλά και εγώ προσπαθώ να πω «ευχαριστώ» στα urdu, τη γλώσσα του Πακιστάν. Πίνουμε το αναψυκτικό και φεύγουμε.

Επόμενο σπίτι που θα επισκεφτούμε είναι το σπίτι της κυρίας Καλλιόπης, ελληνίδα, 60 ετών. Δεν έχει ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό, Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λακωνία. Όταν την προηγούμενη εβδομάδα ανέβασε υψηλό πυρετό και ένιωσε ρίγος, νόμισε πως είχε πάθει ουρολοίμωξη, όπως πριν λίγα χρόνια. Πήγε στο κέντρο υγείας της περιοχής όπου εκτός από εξέταση ούρων, υποβλήθηκε και στο γρήγορο τεστ της ελονοσίας (όλοι οι γιατροί του κέντρου υγείας της περιοχής είναι πλέον εκπαιδευμένοι σ ‘ αυτό).

Το τεστ  βγήκε θετικό και μετά αμέσως τηλεφώνησαν  στην ομάδα μας για να αναλάβουμε το περιστατικό.  Όταν πρωτοσυνάντησα την Καλλιόπη  περίμενα να δω μια πολύ φοβισμένη γυναίκα και είχα ένα γεμάτο οπλοστάσιο με καθησυχαστικά λόγια. Σκεφτόμουν πως μάλλον η ελονοσία θα την έχει κατατρομάξει. Εκείνη μας περίμενε χαμογελαστή στην αυλή της με γλυκό του κουταλιού ήδη σερβιρισμένο.

Όχι, δεν την τρόμαζε η ελονοσία. Είχε και η μητέρα της παλιά, τότε που ήταν όλοι φτωχοί,  μας είπε. Είχε και η μεγάλη της αδερφή. Και οι δυο είχαν γίνει καλά. Ούτε όταν της είπαμε ότι εξαιτίας της ελονοσίας έχει πολύ χαμηλά αιμοπετάλια και, αν και δεν χρειάζεται να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο,  πρέπει να της παίρνουμε κάθε μέρα αίμα για έλεγχο, τρόμαξε. Σήμερα είναι μάλλον ο τελευταίος της αιματολογικός έλεγχος. Τα αιμοπετάλια της αυξάνονται. Μας περιμένει στο ίδιο σημείο της αυλής της και σήμερα. Και όταν της λέω πως τέλος οι καθημερινές αιμοληψίες και όλα πήγαν καλά, μου χαμογελάει και μας ευχαριστεί με τον ήρεμο τρόπο της.

Το επόμενο σπίτι το αποκαλούμε «το βόλεϊ» γιατί στην αυλή υπάρχει ένα σκισμένο δίχτυ βόλεϊ. Μοιάζει με μια ανεστραμμένη, επικίνδυνη αυλή των θαυμάτων. Υπάρχει ένα τρακαρισμένο παλιό αυτοκίνητο, πολλά σκασμένα λάστιχα, σωροί με σκουπίδια, μια μεγάλη γούνινη ασπρόμαυρη τίγρη και ένας ζωντανός μαύρος κουτσός σκύλος. Σπασμένες πλαστικές καρέκλες, μονόφθαλμες γάτες, λάστιχα ποτίσματος, προφυλακτήρες αυτοκίνητων και
στάσιμα νερά. Σ’ αυτό το σπίτι ζουν συνωστισμένοι 35 άνθρωποι.

Εδώ μένει ο Ιμάν, που διαγνώσαμε με ελονοσία στην αρχή της εβδομάδας. Κάθε μέρα ερχόμαστε για να του δώσουμε τα φάρμακά του. Εδώ ζει και ο Κασίμ που ήρθα για να δω σήμερα. Ο Κασίμ είναι 19 χρονών, πολύ αδύνατος και βήχει εδώ και 2 μήνες. Μερικές φορές τη νύχτα νιώθει πως έχει πυρετό, ωστόσο κάθε πρωί ξυπνά στις 5 για να μαζέψει πορτοκάλια. Δουλεύει μέχρι τις 6 το απόγευμα και πληρώνεται ανάλογα με τα τελάρα που θα μαζέψει.

Το στηθοσκόπιό μου ακουμπά σε μια λεπτοκαμωμένη πλάτη. Ακούω κάτι που δεν μου αρέσει. Τον εξετάζω λεπτομερώς. Έχει και διογκωμένους λεμφαδένες. Η φυματίωση  κάθεται σταυροπόδι σε μια σπασμένη καρέκλα και ισορροπεί με τις αμφιβολίες μου…Η φυματίωση βήχει και καθαρίζει το λαιμό της περιμένοντας να διαλέξω εγώ το τόνο για να εξηγήσω στον Κασίμ τι του συμβαίνει. Ο Κασίμ θα πάει στο νοσοκομείο της Σπάρτης, στον πνευμονολόγο, για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση. Η φυματίωση πιάνει αγκαζέ την ελονοσία και με κοιτάζουν και οι δυο περιπαικτικά. Φεύγουμε από το «βόλεϊ». Έχει ήδη νυχτώσει.

Χτυπάει το τηλέφωνο του μεταφραστή μου. Απαντά έντονα στα urdu.  Αυτό το τηλέφωνο είναι hot line, η γραμμή δηλαδή στην οποία μπορούν να τηλεφωνήσουν όλοι, Έλληνες και μετανάστες, για να μας ειδοποιήσουν ότι έχουν πυρετό. Όταν δεχόμαστε τέτοιες κλήσεις, δηλαδή, κάθε μέρα, προσπαθούμε να ανταποκριθούμε γρήγορα και να βρεθούμε εκεί που μας κάλεσαν όσο πιο γρήγορα μπορούμε. Έτσι, μετά το τηλεφώνημα, κατευθυνόμαστε στη Γλυκόβρυση, ένα κοντινό χωριό.

Το σπίτι που ψάχνουμε είναι σ’ ένα μικρό δρόμο, χωμένο στις πορτοκαλιές. Τελικά βρίσκουμε τη σωστή στροφή. Ο δρόμος στενεύει. Καλαμιές και κλαδιά δέντρων ακουμπούν στο αυτοκίνητο. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο βρίσκει στο έδαφος και μου σβήνει. Αλλά τώρα πια έχω συνηθίσει σ’ αυτά. Βάζω πάλι μπρος και ξεκινάμε. Σε λίγο φτάνουμε στον προορισμό μας. Μια τσιμεντένια αποθήκη στην οποία ζουν, στο ίδιο δωμάτιο, 3 άτομα.

Ανάβω το φακό μου γιατί αυτό το κατάλυμα δεν έχει ηλεκτρικό ρεύμα και προχωρώ, προσπαθώντας να αποφύγω μια γάτα που μπλέκεται στα πόδια μου και τις λακκούβες του δρόμου. Καθόμαστε στην αυλή, με τους φακούς μας αναμμένους. Εδώ μας περιμένουν δυο ασθενείς. Ο Φιρντός, που  παραπονιέται γιατί από χθες έχει γεμίσει κόκκινα σπυράκια στα χέρια και στα πόδια και ξύνεται συνέχεια.

Με τη βοήθεια του Ιζάζ μου λέει ότι χθες έκοβε χόρτα όλη τη μέρα και μετά έβγαλε τα σπυράκια. «Γάντια φορούσες», τον ρωτάω. Μα τι ρωτάω κι εγώ… «Όχι βέβαια». Γιατί συνήθως αυτά τα χέρια που έρχονται από το Πακιστάν για να κόψουν τα χόρτα μας στη Λακωνία δεν χρειάζονται προστατευτικά γάντια. Εξάλλου, αν πάθουν κάτι, θα έρθουν άλλα χέρια από το Πακιστάν, σκέφτομαι ειρωνικά. «Φιρντός, φίλε μου, να ζητήσεις γάντια από το αφεντικό σου», του λέω, αφού τον διαβεβαιώνω πως δεν έχει κάτι σοβαρό και του δίνωτα κατάλληλα φάρμακα και οδηγίες. Αυτό που θα ήθελα να είχα πει, ζει κρυμμένο στο λαιμό μου: «Φιρντός, φίλε μου, θα μιλήσω στο αφεντικό
σου για να σου δώσει  γάντια». Δεν το λέω, το καταπίνω και το αφήνω να κατέβει στο στομάχι μου.  Ο άλλος ασθενής μας, ο Ζαφάρ, είναι εκείνος που έκανε την κλήση στο hot line και έχει πυρετό, πονόλαιμο και βήχα και πόνο σε όλο του το σώμα.

Στερεώνω το φακό στο κεφάλι μου και ετοιμάζω τα σύνεργα μου. Φέρνω την πτυσσόμενη καρέκλα και το τραπέζι που έχω πάντα στο αυτοκίνητο γιατί σε πολλά από τα σπίτια που πηγαίνουμε δεν υπάρχει κανένα έπιπλο κι εγώ τα χρειάζομαι για την αιμοληψία. Με το φως δύο φακών και ενός κεριού, σε αυτή τη «ρομαντική» ατμόσφαιρα, παίρνω από τον  Ζαφάρ δύο μπουκαλάκια αίμα και κάνω το γρήγορο τεστ για την ελονοσία. Περιμένουμε 15 λεπτά για το αποτέλεσμα. Αρνητικό. Ο Ζαφάρ έχει ένα απλό κρυολόγημα.

Του εξηγώ τι πρέπει να κάνει και τον καθησυχάζω. «Δηλαδή πόσες μέρες όχι πάει δουλειά», με ρωτάει. «Δύο», απαντάω διστακτικά.  Ο Ζαφάρ γνέφει καταφατικά. Μετά, ένα ζεστό πιάτο με ρύζι, dal και  roti προσγειώνεται μπροστά μου. Είναι καυτερό, καθησυχαστικό και νόστιμο.

Μοιράζομαι με τους ασθενείς μου ένα μεγάλο πιάτο με φαγητό, σε μια αυλή, ανάμεσα σε πορτοκαλιές και με το φως δύο φακών και ενός κεριού. Η καρδιά μου («dilka» στα urdu)  χοροπηδά ξέφρενα μέσα μου, και είναι αυτό που με κάνει να ξεχνώ για λίγο τη φυματίωση, τον υποσιτισμό και την ελονοσία που μου φέρνουν δάκρυα στα μάτια. Σε λίγο θα γυρίσουμε σπίτι, θα συναντήσουμε την υπόλοιπη ομάδα, θα καθίσουμε στο μπαλκόνι να ξεκουραστούμε και θα αρχίσουμε άλλη μια από τις ατέλειωτες συζητήσεις μας…

Τι φταίει για την ελονοσία εκτός από το ομολογουμένως «πανέξυπνο» παράσιτο που λέγεται πλασμώδιο; Και για άλλη μια φορά θα καταλήξουμε: φταίει η φτώχεια και η αδιαφορία. Και αυτό δεν είναι η φιλοσοφική μου εξήγηση, ούτε σχήμα λόγου. Είναι μια τεκμηριωμένη, ιατρική απάντηση στην καθημερινή ερώτηση που θέτω στον εαυτό μου.

Μεταξύ Μαρτίου- Οκτωβρίου 2012 οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνεργαστήκαμε με ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ και τις τοπικές αρχές στη Λακωνία για την πρόληψη, την επιδημιολογική επιτήρηση,  την εργαστηριακή διάγνωση, τη θεραπεία και την ενημέρωση του πληθυσμού για την ελονοσία.

Όλα τα ονόματα ασθενών σ’ αυτό το άρθρο έχουν αλλαχθεί

Πηγή: tvxs

διάφανος…

Ο «Διάφανος» είναι εμπνευσμένος σύμφωνα με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου μετά από την ανάγνωση του ποιήματος «Poema para ser leído y cantado» που σημαίνει «Ποίημα για να διαβαστεί & να τραγουδηθεί» του César Abraham Vallejo Mendoza (Σέζαρ Βαλιέχο ).
Ο Σέζαρ Βαλιέχο γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1892 στο χωριό Σαντιάγο Ντε Τσούκο του Περού και πέθανε, ύστερα από έναν περιπετειώδη, στερημένο βίο, σε μια κλινική του Παρισιού τον Απρίλιο του 1938. Ηταν 46 χρόνων.

Στου δειλινού την άκρη αποκοιμήθηκα
σαν ξένος, σαν ξενάκι, σαν πάντα ξένος
κι ήρθε και κατακάθησε πάνω μου σα σεντόνι
όλη της γης η σκόνη,
όλη της γης η σκόνη…
Ωωωω…

Ήρθε με τη σειρά της κι η μαύρη θάλασσα
έφερε ένα καράβι ακυβέρνητο
ανέβηκα σαν άνεμος, ανέβηκα σαν κλέφτης
το ψέμα δεν το βλέπεις,
το ψέμα δεν το βλέπεις…
Ωωωω…

Στην πλώρη ακουμπισμένος, ένας διάφανος
τα κόκκαλα μετράει, μένει άφωνος
τρώει την πέτρα σαν ψωμί, ο Καίσαρας Βαλιέχο
άλλο αδερφό δεν έχω,
άλλο αδερφό δεν έχω…
Ωωωω…

Σπυθίζει το τσιγάρο σε κάθε ρουφηξιά
η Ισπανία γέρνει, κι η μόνη που νικά
η ηδονή που μας γεννά, που παίζει το χαρτί μας,
χωρίς τη θέλησή μας,
χωρίς τη θέλησή μας…
Ωωωω….

Στου δειλινού την άκρη, δε βλέπεις όνειρα
αυτά που γίναν βλέπεις και τα επόμενα
βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ’αλήθεια
τα πόδια του τα ίδια,
τα πόδια του τα ίδια…
Ωωωω…

touristesfilms

τα λουστρίνια

Τα λουστρίνια, της Σοφίας Λαμπίκη

http://left.gr/sites/left.gr/files/21667_1_0.jpg

Στα παιδικά μας  χρόνια, εμείς οι γεννημένοι γύρω απ΄το 1960, δεν είχαμε πολλά.

Μέναμε σε σπίτια παλιά, με αυλές γεμάτες ζώα, με κεραμίδια στη σκεπή που καμιά φορά έμπαζε νερό το χειμώνα. Θέρμανση κεντρική δεν υπήρχε, κάτι μεγάλες κουζίνες -καθιστικά ήταν το κέντρο του σπιτιού με μία κουζίνα-στόφα-σόμπα, εκεί περνούσαμε τη μέρα μας, διαβάζαμε, μαγείρευε η μάνα μας, διάβαζε την εφημερίδα του ο πατέρας μας.

Φάρμακα δεν  είχαμε, όταν παίζαμε κι ανοίγαμε κεφάλια και ποδάρια στους χωματένιους δρόμους μας  ρίχναν στις πληγές γαλάζιο οινόπνευμα και μας λέγανε να μην κλαίμε, «θα γιάνει άμα μεγαλώσουμε».

Ούτε ρούχα και παπούτσια πολλά γεμίζαν τις ντουλάπες μας.Ένα παλτό καλό με ψεύτικο γουνάκι στο γιακά για τα κορίτσια, χωρίς γουνάκι για τα αγόρια, ένα ζακέτο χοντρό καθημερινό, και κάνα δυό ζευγάρια παπούτσια.

Είχαμε όμως, όλοι κορίτσια κι αγόρια, ένα ζευγάρι λουστρίνια μαύρα, καλά παπούτσια για τις γιορτές.Με λουράκι για τα κορίτσια, παντοφλέ  με αγκράφα  συνήθως για τ΄αγόρια, μεγαλύτερο νούμερο μας τα΄παιρνε ο νουνός για «να τα φοράμε και του χρόνου».

Οι επόμενες γενιές παιδιών πλουτίσανε. Είχανε πολλά ρούχα και πολλά ζευγάρια παπούτσια. Αθλητικά, μποτάκια, πέδιλα, τσόκαρα, μπότες ψηλές. Δεν είχανε ποτέ όμως λουστρίνια. Ούτε τη  χαρά του Πάσχα που συνήθως σ΄έπαιρνε ο νουνός απ΄το χέρι να σε πάει για ν΄αγοράσετε αυτό το ένα, το μοναδικό, γυαλιστερό ζευγάρι που θα φορούσες, ζήτημα, 3-4 φορές στη ζωή σου.

Όταν πλουτίνανε οι Έλληνες ήρθανε οι μετανάστες στη χώρα μας. Και ζούσανε όπως ζούσαμε εμείς παιδιά. Φτωχικά, δουλεύανε απ΄το πρωί ως το βράδυ, με σκυμμένο το κεφάλι. Δεν είχαν διασκεδάσεις και πολλά φρου-φρού κι αρώματα μέχρι που έφτιαξε κι η δική τους ζωή κι ήρθανε οι επόμενοι μετανάστες.

Κι αυτοί ακολούθησαν τη μοίρα των φτωχών νοικοκύρηδων. Δούλευαν και δουλεύουν για λίγα λεφτά, ζουν σε φτωχικά σπίτια που θυμίζουν αυτά που μεγαλώσαμε κι εμείς, τρέχουν στα σχολειά με τις φόρμες της δουλειάς για να ρωτήσουν για τα παιδιά τους, τους λένε να σέβονται τους δασκάλους, όπως λέγανε κάποτε κι οι φτωχοί μεροκαματιάρηδες πατεράδες μας μέχρι που πλούτιναν οι Έλληνες και χάσανε το σέβας στο ο,τιδήποτε.

Ρούχα δεν έχουν πολλά κι ανέσεις αλλά ένα ζευγάρι λουστρίνια το παίρνουν στα παιδιά τους για τις γιορτές να το΄χουν. Και τα παιδιά των μεταναστών, είμαι σίγουρη, κάνουν αυτό που κάναμε κι εμείς παιδιά. Τα γυαλίζουν, τα βάφουν, τα φυλάνε σ΄ένα ράφι ψηλά, για τις γιορτές.

Κι όταν θα’ ρθει η μέρα της Γιορτής και της Σχόλης κατεβάζουν απ’ το ράφι τα λουστρίνια τους, τα ξεσκονίζουν, τα γυαλίζουν και τα φορούν με καμάρι αφού η μάνα τους τα ντύσει με το μοναδικό καλό κουστουμάκι και τη γραβάτα που΄χουν κρυμμένη στη ντουλάπα.

Και πριν φύγουν καμαρωτά, καλοντυμένα φτωχικά, καλοχτενισμένα τα παιδάκια τους απ΄το σπίτι για τη γιορτή, άλλη μάνα τα σταυρώνει και τους λέει στην ευχή της Παναγίας, κι άλλη τους λέει στην ευχή του Αλλάχ.

Γιατί οι ευχές μπορεί να αλλάζουν όπως κι οι γλώσσες που ακούγονται αυτές, αλλά οι μάνες μένουν ίδιες.

Και τα λουστρίνια επίσης.-
xiotikisfigga ,tvxs

έτι δέομαι σου…

Το ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα «ΕΤΙ ΔΕΟΜΑΙ ΣΟΥ» με αδημοσίευτη μουσική Θάνου Ανεστόπουλου. Ο ποιητής των τρελών νερών  «έφυγε προς τα εμπρός» στις 21-01-1984.

Κύριε, είμαι ένας άθεος! Και είμαι αδερφός
του χαρτοπαίχτη, του μπεκρή. Και σάρκα έχω και αίμα.
Κι όπως εχώρισες εσύ τα σκότη από το φως
έτσι χωρίζω κι αγαπώ-απ΄ το σωστό-το ψέμα.
Το κρίμα θέλω! Είν’ όμορφη η αμαρτία. Πολύ
εσύ με θέλησες αγνόν-δεν είμαι, οι άλλοι, οι άλλοι,
οι εκπεσμένοι, οι αμαρτωλοί. Οι μούργοι-κι είν’ πολλοί-
τι τάχα λεν; κι είναι αδερφοί. Τι ξέρουν; Κι είν ‘μεγάλοι.
Και είμαι, Κύριε, άθεος. Και το κακό αγαπώ.
Κι εμέ μ’ αρέσει η ζαβολιά, η γυναίκα του κοντά μου,
τόσο, που ακόμα το φονιά-ανάγκη να το πω;-
τον έχεις κάμει όμοιον μου κι οστό απ’ τα οστά μου.
Κι είμ’ άθεος! Καρδίας συ που ετάζεις και νεφρούς,
πρόσεχε: αγαπώ πολύ τα «πλήθη αμαρτιών μου».
Συ που νεφέλας ανιστάς και ξαναζείς νεκρούς,
-στ’ άνθισμα είμαι των παθών-τα αίσχη πλήθυνόν μου!…

Πάνε οι μέρες της αφθονίας

Τρίτη ματιά


Του Γιώργου Σταματόπουλου


Το γράφω από τώρα, ώστε όσοι (πρέπει να!) αποφασίσουν να βρεθούν στα Τρίκαλα Θεσσαλίας την επόμενη Κυριακή να προετοιμαστούν κατάλληλα για να ακούσουν τη συζήτηση-ομιλία, στις 8 το βράδυ, στην Κεντρική Πλατεία (Μουσική Σκηνή), με θέμα το εξής αφοπλιστικό: «Οι μέρες της αφθονίας μας ήταν μετρημένες».


Την εκδήλωση διοργανώνει η Κίνηση Τρικαλινών Πολιτών για την Αποανάπτυξη και την Αμεση Δημοκρατία. Διαβάζουμε στο δελτίο Τύπου: «Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής, της αλλοτρίωσης, είναι μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε… Ο ετερόνομος άνθρωπος που, ως καταναλωτής, υπακούει και εκτελεί νόμους, εντολές και αφηγήσεις άλλων, χωρίς να συμμετέχει ο ίδιος στη λήψη των αποφάσεων, είναι απαραίτητο να αντικατασταθεί από τον αυτόνομο τύπο ανθρώπου, εκείνον που αυτοθεσμίζεται, που διαμορφώνει δηλαδή ο ίδιος τους θεσμούς και τους αναιρεί αν χρειαστεί. Το δικαίωμα τού “συνανήκειν” είναι σύμφυτο με το δικαίωμα τού συναποφασίζειν και είναι ίσως ο μόνος τρόπος προαγωγής της αίσθησης της κοινότητας…».


Η Κίνηση «τοποθετεί την οικονομία στη θέση του μέσου και όχι του σκοπού της ζωής, υιοθετώντας αξίες ξεχασμένες από το καπιταλιστικό φαντασιακό, όπως η αυτενέργεια, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η χαρά του ελεύθερου χρόνου, ο αυτοπεριορισμός, η οικονομία της εγγύτητας, η διατροφική και ενεργειακή αυτάρκεια, ο πολίτης-δημιουργός έναντι του παθητικού καταναλωτή».


Εχουν δίκιο οι συντάκτες. Πολλές δεκαετίες περάσαμε ερευνώντας την πολιτική μέσα από καθεστώς αφθονίας, αρκετά ηδονιστήκαμε από τον μεγάλο κυβισμό των λαμπερών αυτοκινήτων μας, από το μούγκρισμα των μηχανών των σκαφών, από το χρώμα σαν ξύλο των κουφωμάτων των εξοχικών. Μέσα από πολλά περιττά, που όμως ήσαν τα δεσμά της ύπαρξης. Υπερέβημεν τα όρια της ζυγαριάς και ας φώναζε από τα βάθη του χρόνου ο Πυθαγόρας (Ζυγόν μη υπερβαίνεις).


Αρνηθήκαμε τις αξίες της ζωής (Π. Κονδύλης: Το πρόβλημα των αξιών είναι το κατ” εξοχήν πρόβλημα της ζωής, μολονότι οι αξίες δεν έχουν αντικειμενική αξία). Ακολουθήσαμε τις «αξίες» του καπιταλισμού, ακόμη και όσοι δηλώναμε αριστεροί τάχα. Κάποιοι λίγοι που επέμεναν να ζουν φτωχικά, ανθρώπινα, εθεωρούντο λοξοί και οπισθοδρομικοί. Να, όμως, που έφτασε η στιγμή να δικαιωθούν. Να την βράσουν τέτοια δικαίωση όμως, αφού όλη, σχεδόν, η κοινωνία ασφυκτιά και υποφέρει. Αρχίζει, σιγά σιγά, να αλλάζει ο τύπος του ανθρώπου με την παιδεία του καταναλωτισμού και του ωχαδερφισμού (Αντιφών: Πρώτον των εν ανθρώποις εστί παίδευσις, Το πρώτο ανάμεσα στ” ανθρώπινα πράγματα είναι η αγωγή). Αλλάζει και η γνώμη μας για τα πράγματα που μας περιτριγυρίζουν και μας εξουσιάζουν, ταρασσόμαστε απ” αυτά βλέποντάς τα εχθρικά κι επιθετικά απέναντί μας. Καιρός ήταν. Εως τώρα «ταράττει τοις ανθρώποις ου τα πράγματα, αλλά τα περί των πραγμάτων δόγματα», έλεγε ο φτωχός, χωλός Επίκτητος, δεν μας ταράσσουν δηλαδή τα ίδια τα πράγματα, αλλά η άποψή μας γι” αυτά, για όσα συμβαίνουν.


Νομίσαμε ότι αυτοί που κυβερνάνε είναι αντιπρόσωποί μας, ότι κάτι παραπάνω ήξεραν από μας, φάνταζαν «μεγάλοι» στα μάτια μας και ας προειδοποιούσε ο Προυντόν ότι «οι μεγάλοι είναι μεγάλοι μόνο επειδή εμείς είμαστε γονατιστοί». Ούτε αυτό μας πείραξε. Μας άρεσε (;) που ήμασταν γονατιστοί, μάθαμε να εξουσιαζόμαστε, άρα να μη σκεφτόμαστε, να μη συναποφασίζουμε” ιδιωτεύσαμεν και επτωχεύσαμεν χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι.


Αλλά έτσι είναι αυτές οι δουλειές. Δεν μάθαμε ποτέ να ακούμε. Τώρα αντιμετωπίζουμε τα τέρατα της ανεργίας και της κρατικής καταστολής, της αυθαιρεσίας της εξουσίας.


Παλεύουμε μ” αυτά. Παλεύουμε; (Φ. Νίτσε: Οποιος παλεύει με τα τέρατα πρέπει να προσέξει μη γίνει κι ο ίδιος τέρας.)


Παντού κίνδυνοι. Ο τζόγος και το εύκολο κέρδος δεν φεύγουν -ακόμη- από την αντίληψη των πολλών” ελπίζουν να ξεφύγουν από τη μιζέρια και ας χαθεί η κοινωνία. Ομως, όχι. Δεν σκέφτονται οι πολλοί έτσι, αλλά λίγοι, αρκετοί όμως να ταρακουνήσουν το κλίμα της ομόνοιας και της προσπάθειας αλλαγής, προς την αυτονομία, του ανθρωπολογικού τύπου.

εφημερίδα των συντακτών

21/01/2013

ξένος

στον 27-χρονο Σεχζάτ Λουκμάν

στην αυλή της εξαθλίωσης…

Στου Μανδραβέλη τρώγανε μπαρμπούνια, του Νίκου Αραπάκη

17/3/2019 – Κάπου στην Αθήνα:  Σε ένα ακατοίκητο τη βγάζω τώρα.  Φως και νερό βέβαια δεν έχει, αλλά είναι σε καλή κατάσταση: Τα πορτοπαράθυρα κλείνουν και δεν μπαίνει νερό από πουθενά. Αυτοί που έμεναν παλιά άφησαν και ένα κρεβάτι, και μάλιστα με στρώμα. Μεγαλεία. Είχα να κοιμηθώ σε στρώμα ούτε κι εγώ ξέρω πόσο καιρό. Αν είχαν αφήσει και καμιά κουβέρτα…

Μόνο το κρύο δεν αντέχεται. Αν με βρει το καλοκαίρι και δεν έχω πεθάνει από το κρύο, θα ζήσω αιώνια. Τώρα, θα μου πεις, φοβάσαι το κρύο και δεν φοβάσαι την πείνα; Όλα τα φοβάμαι. Το καθένα όμως με τη σειρά του. Όταν κρυώνω, φοβάμαι το κρύο. Όταν πεινάω, φοβάμαι την πείνα.

Καλά έκανες και έφυγες. Γλίτωσες. Έρημη η Αθήνα. Κρανίου τόπος. Συνοικίες ολόκληρες και έχουν ερημώσει. Προπαντός στο κέντρο δεν συναντάς άνθρωπο. Όσοι μπόρεσαν έφυγαν για τα χωριά τους. Όσοι δεν είχαν χωριά, έφυγαν για τον άλλο κόσμο. Έχεις ακούσει για το χειμώνα του ’41, στην Κατοχή; Ένα τέτοιο πράγμα. Τώρα όμως οι θάνατοι από ασιτία έχουν μειωθεί πάρα πολύ. Δεν έμειναν, βλέπεις, και πολλοί υποψήφιοι προς αποδημία.

Πάντως, για να μην κλαίγομαι συνεχώς, η όλη ιστορία έχει και τα καλά της. Είμαι τόσο αδύνατος όσο τα μοντέλα που έδειχνε το χαζοκούτι. Το Νο 38 του παντελονιού μου έχει γίνει 32 και οδεύει ολοταχώς προς το 30.  Επιτέλους αδυνάτησα και η ανδρική μου αυτοπεποίθηση έχει πιάσει ταβάνι. Όχι, μην φοβάσαι, οι πιθανότητες να σε κερατώσω είναι ανύπαρκτες. Μολονότι αριά και πού συναντώ κάποιες γυναίκες, κανείς δεν έχει διάθεση να σπαταλήσει πολύτιμες θερμίδες για εφήμερες σαρκικές απολαύσεις.  Ηδονή, πλέον, αντλούμε αποκλειστικά και μόνο από την επιβίωση.

Τέσσερις μένουμε μαζί. Όλοι μια ηλικία: γύρω στα 50. Τους δυο τους ξέρεις, αλλά δεν θα σου πω τα ονόματά τους, για ευνόητους λόγους. Πάντως, μου είπαν να σου μεταφέρω τα χαιρετίσματά τους. Τώρα, θα μου πεις πάλι, ποια χαιρετίσματα; Αφού αυτό το γράμμα δεν θα φτάσει ποτέ στα χέρια σου. Δεν έχει σημασία. Αυτοί, εφόσον σε γνωρίζουν, έπραξαν ως όφειλαν.

Τα πράγματα γίνονται ολοένα και χειρότερα. Πάνε κοντά τρία χρόνια που κατέρρευσε το σύστημα και τίποτα δεν δείχνει πως θα ξεφύγουμε από το χάος. Ίσα ίσα που αρχίζει να διαμορφώνεται μια πραγματικότητα εντελώς ζοφερή. Αυτοί οι ελάχιστοι που κατάφεραν να επιβιώσουν αλώβητοι από την κρίση, δηλαδή οι πλούσιοι και τα τσιράκια τους, έχουν αρχίσει και δημιουργούν δικές τους κοινότητες. Περιφραγμένες.

Θυμάσαι τι μας έλεγε η ξαδέλφη μου για τη Βενεζουέλα; Εκεί που οι πλούσιοι έμεναν σε περιφραγμένα οικοδομικά τετράγωνα και για να μπεις μέσα χρειαζόσουν ειδική άδεια; Το ίδιο γίνεται τώρα κι εδώ. Αν και σε πιο ακραία μορφή. Θυμάσαι εκείνο το φράχτη που είχαμε στήσει στον Έβρο για να μην μπαίνουν παράνομα οι μετανάστες; Ε, τώρα τον έφεραν εδώ, τον κομματιάζουν και περιφράζουν τα διάφορα προάστια που κατοικούν οι πλούσιοι. Ξέρεις, τα γνωστά βόρεια και ένα-δυο κοντά τη θάλασσα.

Σήμερα φάγαμε μια γάτα. Ξέρω ότι τώρα θα με βρίζεις, αλλά δεν έχεις δίκιο. Εξακολουθώ να είμαι φιλόζωος αλλά, μεταξύ φιλοζωίας και επιβίωσης, όσο κι αν δεν με τιμάει, διάλεξα το δεύτερο. Πάντως, για να μην στεναχωριέσαι που φάγαμε τη γάτα, οφείλω να σε ενημερώσω ότι τα ψωμιά της ήταν μετρημένα. Αν δεν την τρώγαμε εμείς, είτε θα πέθαινε από την ασιτία είτε θα την έτρωγαν κάποιοι άλλοι.

Βλέπεις, αφενός δεν έχει μείνει τίποτα ζωντανό που θα μπορούσε να το φάει και να επιβιώσει, και, αφετέρου, δεν είμαστε οι μόνοι που πεινάμε και τρώμε οτιδήποτε μπορεί να φαγωθεί. Ως κι οι κατσαρίδες, που ο μύθος έλεγε ότι θα αντέξουν ακόμη και σε πυρηνικό πόλεμο, έχουν εξαφανιστεί. Δεν μιλάω για ποντίκια ή πουλιά. Αυτά εξαφανίστηκαν από τον πρώτο χρόνο κιόλας.

Ξέρεις, όταν πεινάω, τι αναπολώ περισσότερο απ’ όλα; Τους λόφους που σχημάτιζαν τα σκουπίδια τις καλές εποχές. Τότε που απεργούσαν οι υπάλληλοι καθαριότητας και εμείς βρίζαμε και διαμαρτυρόμασταν για τη βρόμα και τη δυσωδία. Όχι, δεν έχω αποκτηνωθεί. Προσπαθώ να είμαι ρεαλιστής. Το να ονειρεύομαι σούπες και ψητά στο φούρνο, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να με οδηγήσει στην τρέλα. Όχι ότι οι λόφοι των σκουπιδιών τώρα πια είναι πιο εύκολο να βρεθούν αλλά, ως ευχή, συγκεντρώνει περισσότερες πιθανότητες να πραγματοποιηθεί.

Την ημέρα καθόμαστε στο σπίτι, συγκεντρώνουμε πληροφορίες και, μόλις νυχτώσει, ξαμολιόμαστε για να τις επαληθεύσουμε. Θεωρητικά είμαστε αντιστασιακή οργάνωση που έχει ως στόχο την ανατροπή του κορπορατικού καθεστώτος.

Στην πραγματικότητα όμως, δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από ένα μπουλούκι πεινασμένων που αγωνιά και παλεύει καθημερινά για λίγα γραμμάρια τροφής. Βέβαια, αν το δεις με την ψυχρή λογική, κι αυτό μια πράξη αντίστασης είναι. Όσο υπάρχουμε, ακόμη κι αν δεν κάνουμε κάτι για να τους ενοχλούμε, θα είμαστε ένα καρφί που πάντα θα υπάρχει ο κίνδυνος να μπει στον κώλο τους. Και μην νομίζεις ότι δεν το ξέρουν. Το ξέρουν και το παραξέρουν.

Γι’ αυτό και έχουν φάει τα λυσσακά τους για να μας εξολοθρεύσουν.

Οι μπάτσοι δεν κυκλοφορούν πλέον στους δρόμους. Από την ώρα που κατέρρευσε το κράτος, οι περισσότεροι προσλήφθηκαν αντί πινακίου φακής –αυτό το «αντί πινακίου φακής» είναι κυριολεκτικό και όχι μεταφορικό– από τους πλούσιους για να τους φυλάνε. Ο παλιός, καλός μπάτσος, με τα δακρυγόνα και τα κλομπς, τώρα πια είναι μια ευχάριστη ανάμνηση του παρελθόντος. Οι σημερινοί μπάτσοι σκοτώνουν. Κι όταν λέω σκοτώνουν, εννοώ ότι σε σκοτώνουν για ψύλλου πήδημα.

Μα από τους μπάτσους δεν κινδυνεύουμε ιδιαίτερα. Όπως σου ανέφερα και νωρίτερα, τώρα πια τους συναντάς σπάνια. Πρέπει να πηγαίνεις γυρεύοντας ή να είσαι πολύ άτυχος για να πέσεις επάνω σε κάποιον από δαύτους. Άλλοι είναι αυτή τη στιγμή το μεγάλο πρόβλημα. Οι zouzounistas. Τους θυμάσαι τους zouzounistas; Ναι, αυτούς που μάζευαν τις τσίχλες από τα πεζοδρόμια και φύτευαν λουλουδάκια.

Ε, τώρα, αντί για τσίχλες, μαζεύουν τους νεκρούς από τους δρόμους. Μα αν ήταν μόνο αυτό θα ήταν καλά, για πρώτη φορά θα προσέφεραν πραγματικό κοινωνικό έργο.

Το πρόβλημα είναι πως όταν δεν βρίσκουν νεκρούς για να συλλέξουν, τους δημιουργούν μόνοι τους. Βλέπεις έχουν υπογράψει συμβόλαιο με το κράτος και πληρώνονται με το κομμάτι. Έτσι, επειδή τα έξοδα της επιχείρησης που έχουν στήσει τρέχουν με φρενήρεις ρυθμούς και η χρεοκοπία είναι ένας κίνδυνος σχεδόν καθημερινός, όταν δεν βρίσκουν νεκρούς για να μαζέψουν, τους δημιουργούν μόνοι τους. Είμαι σίγουρος πως τα όσα σου περιγράφω θα σου φαίνονται αποκρουστικά, όπως και σε εμάς άλλωστε, αλλά, για όλους όσοι προτάσσουν την υγιή επιχειρηματικότητα, η πρακτική τους θεωρείται απολύτως επιτυχημένη.

Το ευρώ, πάντως, βρίσκεται στα καλύτερά του. Τείνει να φάει και το δολάριο, αν δεν το έχει φάει ήδη. Τώρα, θα μου πεις, εφόσον κανένας από εμάς δεν το έχει στην τσέπη του, τι μας αφορά;

Δεν θα διαφωνήσω με το σκεπτικό σου, αλλά από την άλλη, έστω κι αν κανείς δεν το ομολογεί, το ισχυρό νόμισμα μας κάνει να αισθανόμαστε ασφαλείς. Και μην με ρωτήσεις γιατί, δεν ξέρω. Ίσως, έτσι όπως το σκέφτομαι τώρα, να βγαίνει στην επιφάνεια η πλύση εγκεφάλου που μας έκαναν όλα τα προηγούμενα χρόνια. Τότε που είχαν ξαμολήσει τους Καψήδες για να μας πείσουν ότι με το ευρώ θα πεινάμε καλύτερα.

Θα σε αφήσω προς το παρόν. Μολονότι θέλω να σου γράψω πολλά ακόμη, τώρα δεν προλαβαίνω. Σε λίγο θα βγούμε για νυχτερινή επιχείρηση και πρέπει να ετοιμαστώ.  Εάν οι πληροφορίες μας είναι σωστές, που μάλλον είναι, σήμερα θα φάμε βασιλικά.

Ένας άνθρωπός μας, που έχει παρεισφρήσει στο μπλοκ C (στο συγκεκριμένο μπλοκ διαμένουν οι συνεργαζόμενοι με το καθεστώς δημοσιογράφοι), μας ειδοποίησε ότι, εχθές, στου Μανδραβέλη τρώγανε μπαρμπούνια. Εάν είμαστε τυχεροί, σε λίγη ώρα θα γλείψουμε τα κόκκαλα και θα φάμε τα κεφάλια.

Σε φιλώ

Από tvxs

…σαν ένα φράγμα

«Φράγμα» με την ερμηνεία του Δήμου Μούτση από τον ομώνυμο δίσκο των Δήμου Μούτση και Κώστα Τριπολίτη, 1981.
http://paixnidigiadyo.blogspot.com/

οι συγκρούσεις καταλήξανε σε αφασία
κι αν σας πω το χρονικό αυτής της συμπλοκής
θα ‘ ναι σαν απάνω σε ξυράφι ακροβασία
στο δημόσιο ετούτο τσίρκο των αισθημάτων και της πολιτικής

γιατί φορώντας τα καλά της η εξουσία
και προβάλοντας ηγέτες super star
θα δοκιμάσει πρώτα να σε μπάσει στη δική της συνωμοσία
ή αλλιώτικα φιλαράκο μου ρεμάλι, σ’ ένα μπαρ

χρεωμένη λοιπόν έτσι της ζωής μας η εταιρεία
η ακρίβεια, η μόδα, να κι ο πληθωρισμός
σαν ένα φράγμα να υπάρχει μεταξύ μας στην επικοινωνία
είναι αόρατος στα χέρια μας ο μοχλός

η βαριά που μας αρρωσταίνει επιδημία
κινητήρας και δικλίδα ασφαλής
οι οργανώσεις πρώτα απ’ όλα, τα πορνό και κάτι σωματεία
κι ένας ήχος με μηνύματα από δίσκο, δήθεν διαυγής

τούτη ‘δω λοιπόν η γενιά χαντακωμένη
κουβαλώντας πλήγματα συντριπτικά
μες στην άσφαλτο που ορμάει φρενιασμένη
και ζητάει να αυτοκτονήσει ομαδικά

μα οι ήρωες της που ήτανε φτιαγμένοι
σε χαρτί και πλαστελίνη μυθική
επιστρέφουν τώρα πάλι λέω, ξαναγεννημένοι
αλλά με νυστέρι και τομή καισαρική…

το γράμμα

Το γράμμα μιας ‘’γνωστής-άγνωστης’’ *

της Νατάσας Κεφαλληνού



«Κοίταξε με καλά, βγάλε μου την κουκούλα που μου φόρεσαν εισαγγελείς, μπάτσοι και τα δελτία των 8. Αν σηκώσεις το κεφάλι θα με δεις. Εγώ είμαι. Με ξέρεις. Πιθανόν  με έχεις δει να κάνω μάθημα στο παιδί σου ή στις ουρές του ΟΑΕΔ ή στα διπλανά ταμεία της ΔΕΗ.
Με λένε Μαρία, Ελένη, Ειρήνη, Γεωργία, Ελευθερία… Ποτέ δεν ρώτησες το όνομα μου, αλλά δεν πειράζει, συνεχίζω να ελπίζω πως θα έρθουν μέρες που δεν θα είμαι πλέον για σένα μια «γνωστή άγνωστη». Συνεχίζω να ελπίζω ότι κάποια μέρα θα νοιώθεις τη θέρμη του σώματος μου, όταν θα με κρατάς γερά στην «αλυσίδα».
Ξέρω, λίγο πριν κλείσεις τα μάτια σου τη νύχτα δεν θα με σκεφτείς, θα κάνεις υπολογισμούς για το νοίκι, το χαράτσι, το γάλα του παιδιού, την επίσκεψη στο γιατρό… Ξέρω, σε σκέβρωσε το κρύο, η μιζέρια και  η ανεργία. Έπαψες πλέον να χαμογελάς, τσιγκουνεύτηκες ακόμη και τις ευχές για το νέο έτος. Τα ξέρω όλα αυτά γιατί τα ζω και εγώ, καθημερινά.
Όταν αποφάσισα να μπω στη βίλα Αμαλίας ήξερα ότι θα με συλλάβουν. Όταν με συνέλαβαν ήξερα ότι το μόνο όπλο μου θα είναι το χαμόγελο στα μάτια μου, η υψωμένη μου γροθιά, το «σ’ αγαπώ» γραμμένο στη σκόνη της κλούβας κι αυτός ο στίχος που χρόνια έχει σφηνώσει στο μυαλό μου: «Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος, το να μην παραδίνεσαι, αυτό είναι».
Όταν με κρατούσαν στην ΓΑΔΑ ήξερα ότι δεν θα ήσουν απ’ έξω, ένας από τους 2.000 που ενώνει τη φωνή του μαζί με τους υπόλοιπους μέσα στο κρύο, για αυτό και σου γράφω από το κρατητήριο τα παρακάτω: «Η καρδιά, η θέληση για αγώνα και η επιθυμία για έναν κόσμο ισότητας και ελευθερίας αποδεικνύονται πιο δυνατά από τους στρατούς τους. Δεν θα καταφέρουν ποτέ να μας νικήσουν, γιατί όσες δυνάμεις καταστολής κι αν επιστρατεύσουν δεν μπορούν να καταπνίξουν την αντίσταση, την αξιοπρέπεια, την αλληλεγγύη».
Στα λέω όλα αυτά, στα απευθύνω μεγαλόφωνα με πράξεις «ακραίες», ίσως «θεαματικές», μόνο και μόνο γιατί συνεχίζω να πιστεύω. Ναι, αν και εκ πεποιθήσεως αποστρέφομαι θεούς και δαίμονες, συνεχίζω να πιστεύω, σε σένα, σε εμένα, σε «εμάς», σε ένα κόσμο καλύτερο. Αυτά είναι τα μόνα μου «εικονίσματα» κι αρνούμαι να τα αποκαθηλώσω.
Μα αυτό δεν αρκεί, πρέπει να πιστέψεις και εσύ, πρώτα από όλα σε εσένα, και μετά στο «εμείς». Και όλοι «εμείς» να θυμηθούμε ή να μάθουμε να συλλαβίζουμε από την αρχή ότι κανένας στρατός δεν είναι ανίκητος, παρά την υπεροπλία του. Οι  φωνές από το Σικάγο, την Κομμούνα, την Ισπανία, την παγωμένη Ρωσία, τα χωριά των Ζαπατίστας αυτό μας υπενθυμίζουν. Ας τις ακούσουμε και ας μην μείνουμε μετεξεταστέοι στο μάθημα της Ιστορίας….
Με φυλακίζουν ακριβώς γιατί με πράξεις και με λόγια σου στέλνω αυτό το μήνυμα, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο «ιός της αντίστασης» είναι μεταδοτικός.
Μην τους αφήσεις να σε λυγίσουν, μην τους αφήσεις να μας νικήσουν …
ΥΓ: Ελπίζω την επόμενη φορά να είσαι εκεί»
*Το κείμενο είναι αποκύημα νοσηρής και άνομης φαντασίας και σε καμία περίπτωση δεν εκφράζει τις σκέψεις της «γνωστής-άγνωστης» στην φωτογραφία, αν και αυτή αποτέλεσε την κύρια πηγή έμπνευσης του.

http://natasakefallinoy.blogspot.gr/2013/01/8.html

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων