Αρχείο για "Ιούλιος, 2013"

το μεγάλο ταξίδι

Μετά από το ατέλειωτο ταξίδι της μουσικής, ο J.J.Cale έφυγε χθες από την Καλιφόρνια για το μεγάλο ταξίδι χωρίς επιστροφή.

χωρίς αποσκευές

 

Του Γιώργου Σταματόπουλου

 

Οσο και αν οι ουτοπίες ανήγγελλαν κατά καιρούς την αλλαγή της κοινωνίας, την εξάλειψη του πόνου και της πείνας, της αδικίας, της ανασφάλειας, του φόβου, των ασθενειών και ακόμη του θανάτου, όσο κι αν είχαν ως προτεραιότητα την εκπλήρωση της λαχτάρας και της επιθυμίας ή της αρμονικής συμβίωσης, η πραγματικότητα παρέμενε αγέρωχα αυτεξούσια, μάλλον κινιόταν πάντα όχι από τον απόηχο των ουτοπιών, παρά από τη διαστρέβλωση που προκαλούσε σε αυτήν η ετερογονία των σκοπών, αυτός ο χαοτικός μεν, υπαρκτός δε μηχανισμός.

Εμείς γι” αλλού κινήσαμε κι αλλού η ζωή μάς πάει. Δεν μας ρωτάει καν, αδιαφορεί για τη θέλησή μας. Κι αυτό επειδή η εξουσία έχει κάτι τζιμάνια στη δούλεψή της που εργάζονται πυρετωδώς, με τη βοήθεια του εξουσιαστικού πλέγματος, να της κάνουν όλα τα χατίρια, ήγουν λακέδες της, τα πρωτοπαλίκαρα του δόλου της κολακείας, του ραγιαδισμού, της διαφθοράς. Ξέρω, ξενίζει η λέξη ραγιάς. Θυμίζει υποταγή, δουλεία, απώλεια ελευθερίας – αξιοπρέπειας – ανεξαρτησίας. Προτάσσει τον κατακτητή που μ” έναν βούρδουλα στο χέρι επιβάλλει την εργασία και την τάξη στους υποταγμένους. Δυσάρεστο συναίσθημα για τους τελευταίους τούτη η ζωή, ανυπόφορο. Μόνη λύση φαίνεται η εξέγερση. Αλλά πώς να εξεγερθείς όταν είσαι διάσπαρτος και πένης; Κάνεις μια-δυο ερευνητικές συναντήσεις με τους ομοίους και τελικά συναποφασίζετε ότι δεν είναι καιροί για εξεγέρσεις.

Καλύτερα να ανεχτείτε τη σκλαβιά και να προσπαθήσετε με την κουλτούρα σας και την οικονομία σας να αλώσετε τον πορθητή. Υπάρχουν και μερικοί λοξίες που δεν συμφωνούν μαζί σας· ξεσηκώνονται σε ανώριμες συνθήκες και η στάση τους πνίγεται στο αίμα. Και όχι μόνο αυτό· τα όποια προνόμια είχαν κατακτήσει με τη δουλική τους συμπεριφορά αφαιρούνται από τον κατακτητή, ο οποίος ξανασκληραίνει την πολιτική του. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Αρα, μια τρύπα στο νερό η εξέγερση. Τους τα “λεγαν οι συνετοί αλλά πού να ακούσουν οι λοξίες. Ο θυμός υπερίσχυε της λογικής τους και τους πήρε και το κεφάλι. Φρίκη. Βγαίνουν από τα ρούχα τους οι ορθολογιστές. Ακούς εκεί, να ακολουθούμε τα χνάρια της Μήδειας που θεωρούσε τον θυμό της ανώτερο από τη λογική της και παρότι το γνώριζε πολύ καλά γιατί το διαλαλούσε (θυμός κρείσσων των εμών βουλευμάτων), εντούτοις λειτούργησε υπό την επήρεια του θυμού και διέπραξε το ειδεχθές έγκλημά της. Ξανά φρίκη. Αλλά, για σιγά. Πότε απελευθερώθηκε ένας λαός έχοντας ως πρόταγμα τον ορθό λόγο; Στους αγώνες εθνικής ανεξαρτησίας, ποτέ. Κάποιοι παλαβοί (Παπαφλέσσας, Αρης Βελουχιώτης, λίγοι στο Πολυτεχνείο) ξεκίνησαν κι όπου βγει. Να που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, βγήκε στην ελευθερία, κόντρα στην άρνηση των συνετών. Η σύνεση, βέβαια, δεν οβελίζει τον θυμό από την ανθρώπινη ύπαρξη. Εκείνο που τον οβελίζει είναι η δειλία και ο εθισμός στο να διοικείσαι από άλλους, μέτριους και ξένους, παραδείγματος χάριν, ή κακούς και εθελόδουλους.

Αλλο η ουτοπία και άλλο η εξέγερση· τελείως άλλο η επανάσταση. Να, όμως, που η κοινωνία μπορεί σήμερα να γεννήσει μια ουτοπία-πραγματικότητα, όχι ιδανική, να εκδιώξει, απλώς, από την εξουσία αυτούς που επέβαλαν την πραγματικότητα της εξουσίας, πετάγοντας στον Καιάδα κάθε τι κοινωνικό. Πώς γίνεται η εκδίωξη; Ψηφίζοντας διαφορετικό κόμμα, θα πουν οι εχέφρονες, οι συνετοί. Ναι. Εάν μη έλπηται, ανέλπιστον ουκ εξευρήσει. Καλά ακούγεται πάντως αυτό με την ψήφο. Θα φύγει ο ένας, μαζί κι η πραγματικότητά του, θα “ρθει ο άλλος, με ποια καινούργια πραγματικότητα όμως; Πότε θα προλάβει να τη γεννήσει, να την νταντέψει, να τη μεγαλώσει, να μας την παρουσιάσει; Αποστροφή και θλίψη. Αλλά κι ελπίδα και κουράγιο και σθένος. Κυρίως μετά τις διακοπές.

 

gstamatopoulos@efsyn.gr

 

κλέφτης ποδηλάτων

Μία από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών, που κέρδισε το ειδικό βραβείο Όσκαρ για καλύτερη ξένη ταινία 7 χρόνια πριν καθιερωθεί αυτή η κατηγορία, επανακυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα, στις Κινηματογραφικές Αίθουσες. Του Γιώργου Ρούσσου.

Η ταινία μας ξεκινάει σε μια αλάνα, όπου ένα γεμάτο αγωνία τσούρμο ανέργων περιμένει να ακούσει ένα καλό νέο από τον υπεύθυνο του γραφείου εύρεσης εργασίας. Η τύχη χαμογελά σε κάποιον άνδρα που ονομάζεται Αντόνιο Ρίτσι, ο οποίος επιλέχθηκε από το δήμο της Ρώμης να εργαστεί ως αφισοκολλητής.
Η δουλειά όμως απαιτεί ποδήλατο και ο Ρίτσι δεν έχει πια, το έχει δώσει ενέχυρο. Έτσι, θα πει ψέματα, θα πάρει τη δουλειά και μαζί μία ωραία στολή. Μέχρι αύριο όμως θα πρέπει να βρει ένα ποδήλατο.
Η γυναίκα του φαίνεται να έχει τη λύση. Δίνει ενέχυρο τα σεντόνια της προίκας της και το ποδήλατο επιστρέφει στην οικογένεια. Πριν ξημερώσει οι ποδηλάτες – αφισοκολλητές ξεχύνονται στους δρόμους. Ανάμεσά τους και ο ευτυχισμένος ακόμα Ρίτσι.
Την ώρα όμως που ανεβασμένος στη σκάλα του κολλά μια αφίσα που διαφημίζει την τελευταία ταινία της Ρίτα Χέιγουορθ, κάποιοι του κλέβουν το ποδήλατο. Η Ρίτα Χέιγουορθ κοιτά χαμογελαστή από τον τοίχο τον Ρίτσι να κυνηγά απεγνωσμένα τον κλέφτη…

 

 

Η επιβίωση της οικογένειας όμως εξαρτάται από το ποδήλατο. Έτσι, την επόμενη μέρα αρχίζει η αναζήτηση. Ο θεατής σιγά σιγά αρχίζει να συμπάσχει με τον Ρίτσι και με τον μικρό του γιο, ακολουθώντας τους στις ατέρμονες περιπλανήσεις τους στους δρόμους της Ρώμης. Ταξιδεύουμε2 έτσι στις υπαίθριες αγορές, στα συσσίτια της εκκλησίας και στις φτωχογειτονιές, με οδηγό την ελπίδα.
Ένα κλασσικό αριστούργημα, όχι μόνο του Ιταλικού, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου, για το οποίο ο μεγάλος Όρσον Γουέλς, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Ο Ντε Σίκα κατάφερε κάτι αδιανόητο, εξαφάνισε την κάμερα!».
Στον «Κλέφτη Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves – Ladri di Biciclette), τα κάδρα γεμίζουν από ρόδες, τιμόνια και κάθε είδους εξαρτήματα ποδηλάτου, όλα εντείνοντας το δράμα του ήρωα μας.
Παράλληλα το σχόλιο στη σκηνή με τη Ρίτα Χέιγουορθ για τον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής και για τη σχέση του με την πραγματικότητα, είναι κάτι παραπάνω από σαφές.

 

 

Η εξαιρετική ταινία του Βιτόριο Ντε Σίκα, θεωρείται και δικαίως, ως μία από τις κορυφαίες ταινίες του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Το φιλμ κέρδισε το ειδικό βραβείο Όσκαρ για καλύτερη ξένη ταινία 7 χρόνια πριν καθιερωθεί αυτή η κατηγορία!
Η ιστορία, μας μιλά για τον αγώνα των απλών ανθρώπων. Την προσπάθεια για επιβίωση, την αδικία που βιώνουν, την αγωνία για την επόμενη ημέρα, αλλά και τη στοργή, την αγάπη και την ανθρωπιά, που περικλείει όλους τους καθημερινούς ανθρώπους, που προσπαθούν και ελπίζουν, για ένα καλύτερο αύριο…
Σε μία μνημειώδης σκηνή, πατέρας και γιος κάθονται να φάνε σε ένα εστιατόριο. Εκεί υπό τους ήχους της λαϊκής ορχήστρας και με το στομάχι γεμάτο η αισιοδοξία επιστρέφει. Ο μικρός Μπρούνο πίνει κρασί. Μοιάζει να έχει ενηλικιωθεί μέσα σε μία μόλις ημέρα. Ωστόσο, το όνειρο διακόπτεται, όταν ξαναρχίζει η περιπλάνηση.

 

 

Ξαφνικά έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον κλέφτη. Ο Ρίτσι τον πιάνει και τον πιέζει να του δώσει πίσω το ποδήλατο. Οι φτωχοί γείτονές του, σπεύδουν να τον βοηθήσουν. Ο αστυνομικός που φτάνει κάνει έρευνα στο σπίτι του κλέφτη ­ένα σπίτι πανομοιότυπο σχεδόν με εκείνο της οικογένειας Ρίτσι. Δεν βρίσκει το ποδήλατο, μάρτυρες δεν υπάρχουν, τα πάντα χάνονται. Πατέρας και γιος φεύγουν σχεδόν κυνηγημένοι από τη γειτονιά.
Βαθιά απελπισμένος πια ο ήρωας μας, αποφασίζει να κλέψει ένα από τα εκατοντάδες ποδήλατα που βρίσκονται γύρω του. Το δράμα κορυφώνεται. Αρπάζει πράγματι ένα, όμως καθώς είναι άπειρος, συλλαμβάνεται αμέσως από τους περαστικούς. Στη θέα του τρομοκρατημένου Μπρούνο ο ιδιοκτήτης θα δείξει οίκτο προς τον κλέφτη, θα τον αφήσει ελεύθερο. Τότε ο ήρωας θα ξεσπάσει σε ένα σπαρακτικό κλάμα και αγκαλιά με το γιο του θα γίνει και πάλι ανώνυμος μέσα στο πλήθος των περαστικών…

 

 

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» άλλαξε τη ροή της κινηματογραφικής τέχνης και δεν έχουν άδικο. Ο φτωχός εργάτης Λαμπέρτο Ματζοράνι και οι άλλοι ερασιτέχνες ηθοποιοί της ταινίας ­μεταξύ αυτών και ο δεκαεξάχρονος τότε Σέρτζιο Λεόνε, που υποδυόταν ένα από τα παπαδοπαίδια στη σκηνή της καταιγίδας­, δίδαξαν στους ακριβοπληρωμένους σταρ της εποχής έναν νέον τρόπο προσέγγισης και υποκριτικής.
Η ταινία «Κλέφτης Ποδηλάτων» (Bicycle Thieves – Ladri di Biciclette) αποτελεί ένα υπέροχο όσο και κλασσικό δείγμα του Ιταλικού Νεορεαλισμού. Κατάφερε να κερδίσει την συμπάθεια και την αγάπη χιλιάδων σινεφίλ ανά την υφήλιο, να φτάσει μέχρι και τα Όσκαρ το 1949, όπου υπήρξε υποψήφια για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας ενώ μέχρι και σήμερα συμπεριλαμβάνεται κάθε χρόνο στην λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.
Πάνω απ’ όλα ωστόσο, η ταινία είναι η τρανή απόδειξη για το πώς μπορεί κανείς να φτιάξει μία πραγματικά σπουδαία ταινία χωρίς την βοήθεια ψηφιακών εφέ ή μπάτζετ εκατομμυρίων. Το φιλμ βασίζεται σε ένα απλό σενάριο, από την ομώνυμη νουβέλα του Λουίτζι Μπαρτολίνι, που όμως δεν μπορεί παρά να συγκινήσει τον θεατή.
Οι ερμηνείες αν και προέρχονται από ερασιτέχνες ηθοποιούς είναι βγαλμένες από τη ζωή, όπως επιδιώκει άλλωστε ο νεορεαλισμός. Το σημαντικότερο είναι ότι ο σκηνοθέτης, με την κάμερα του καταγράφει την Ιταλία μετά τα συντρίμμια που άφησε πίσω του ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια Ιταλία γεμάτη ανασφάλειες και σκοτεινούς ανθρώπους που είναι έτοιμοι με μια σπίθα να γίνουν φωτιά και να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον.

 

 

Βλέποντας την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος της παρατηρούμε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες ανάμεσα στην μεταπολεμική Ιταλία και την μετεμφυλιακή Ελλάδα. Τα ίδια προβλήματα, οι ίδιες ανασφάλειες, τα αγωνιώδη βλέμματα και οι ίδιοι καχύποπτοι άνθρωποι. Γι’ αυτό εξάλλου και πολλές ελληνικές μετεμφυλιακές ταινίες δανείστηκαν στοιχεία από τον ιταλικό νεορεαλισμό.
Ο Βιτόριο Ντε Σίκα, με την συγκεκριμένη ταινία του, καταφέρνει να μας συναρπάσει με την απλότητά του και ταυτόχρονα με το συναίσθημα που βγάζει μέσα από την ιστορία που αφηγείται. Η μουσική υπόκρουση είναι χαρακτηριστική και έχει μείνει στην ιστορία ως μία από τις καλύτερες και πλέον συγκινητικές, στην ιστορία του σινεμά.
Βρισκόμαστε στο 1945. Ο καταστρεπτικός και ισοπεδωτικός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει και η κινηματογραφική σχολή εγκαταλείπει σταδιακά το φανταστικό, το εξωπραγματικό, το παραμορφωμένο και ατομικό, για να περάσει σε πιο ρεαλιστικά πλαίσια.
Η Νέα αυτή Κινηματογραφική Σχολή έχει τη ρίζα της γέννησής της στην Ιταλία, όπως αυτή διαμορφώθηκε, μετά το 1945. Ο Κινηματογραφικός φακός πλέον εγκαταλείπει το στούντιο και τις παραμορφώσεις του και εγκαθίσταται μέσα στην πόλη και στο λεγόμενο αστικό περιβάλλον της.
Ο νεορεαλισμός έρχεται να εισαγάγει στον Κινηματογράφο την σκέψη για το κοινωνικό είναι και γίγνεσθαι. Να βάλει τον θεατή στη θέση του πρωταγωνιστή και από εκεί, στην καρδιά της ιστορίας και του προβλήματος.
Η νέα αυτή τάση της εποχής, ήρθε να αντιπαρατεθεί στο κοσμικό μελό, την αισθηματική κωμωδία, την θεαματική υπερπαραγωγή και όλες αυτές τις ταινίες που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο και που καμία νύξη δεν περιείχαν για τα διογκωμένα κοινωνικά προβλήματα και τις αγωνίες του απλού καθημερινού ανθρώπου.
Ο Βιτόριο ντε Σίκα, αλλά και ο Ρομπέρτο Ροσελλίνι υπήρξαν δύο κλασσικοί εκφραστές και μέντορες του Ιταλικού Νεορεαλισμού. Τόσο ο “Κλέφτης Ποδηλάτων” του πρώτου, όσο και το “Ρώμη, Ανοχύρωτη Πόλη” του δεύτερου, αποτελούν δύο αντιπροσωπευτικές ταινίες της σχολής αυτής.
Δεν είναι τυχαίο, ότι και στις δύο αυτές ταινίες, η πόλη παρουσιάζεται με τον ίδιο σχεδόν τρόπο. Η Ιταλία έχει μόλις βγει από τον πόλεμο και τον φασισμό κατεστραμμένη, ενώ για ένα μικρό διάστημα γνωρίζει τη γερμανική και αργότερα την συμμαχική κατοχή.
Η πόλη παρουσιάζεται στις ταινίες αυτές μισοκατεστραμμένη, αποδομημένη, χωρίς τεχνητά φτιασίδια, όπως ακριβώς ήταν στην πραγματικότητα. Παρόλα αυτά υπάρχει και μια αισιόδοξη χροιά.
Ο ουρανός της πόλης είναι πιο ανοιχτός έστω και αν στον ορίζοντα παρεμβάλλονται τα μισογκρεμισμένα κτίρια. Οι δρόμοι της πόλης σφύζουν από ζωή τουλάχιστον όταν επιτρέπεται η κυκλοφορία κι έστω κι αν οι άνθρωποι που κυκλοφορούν στους δρόμους είναι άνεργοι, η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο καθρεφτίζεται μέσα από τα καθαρά βλέμματα τους…
πηγή :tvxs

υπεραστικοί…

η μεγάλη απόδραση

 

Ο Μπαρτζώκας και η μεγάλη απόδραση!

Ο Ανδρέας Μπαρτζώκας, πατέρας του προπονητή του Ολυμπιακού, Γιώργου, μιλάει στο gazzetta.gr για τη θρυλική απόδραση των Βούρλων, στην οποία πρωτοστάτησε πριν από 58 ακριβώς χρόνια!

Η πιο κινηματογραφική απόδραση που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα έλαβε χώρα στις 17 Ιουλίου του 1955, λίγο μετά τη λήξη του εμφύλιου, με 27 Κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους να δραπετεύουν από τις φυλακές υψίστης ασφαλείας των Βούρλων στη Δραπετσώνα, σκάβοντας ένα τούνελ κάτω από το κρεβάτι του Ανδρέα Μπαρτζώκα! Οι περισσότεροι ήταν φυλακισμένοι για παράβαση του νόμου 375 περί κατασκοπίας. Όλοι μέλη του ΚΚΕ, οργάνωσαν το μεγάλο τους εγχείρημα με πενιχρά μέσα, χωρίς να έχουν τη στήριξη του κόμματος και με τα μάτια των φυλάκων στραμμένα πάνω τους! Η απόδραση τους, όπως τονίζει στο gazzetta.gr ο Ανδρέας Μπαρτζώκας, ήταν εκείνη που ενέπνευσε την αμερικανική ταινία «η μεγάλη απόδραση», μιας και η φήμη της ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Παρότι ξεκίνησε με μόλις ένα κοπίδι… 

«Ήταν ένα ιστορικό γεγονός που φυσικά έχει σημαδέψει τη ζωή όλων μας και όσων συμμετείχαν εκεί, αλλά και γενικότερα του ελληνικού λαού. Ήταν ένα μεγάλο γεγονός,για την εποχή εκείνη, που υπήρχαν τα γνωστά προβλήματα στην πατρίδα μας. Εμείς κάναμε αυτό το τόλμημα, βεβαίως το ξεκινήσαμε μόνοι μας στις φυλακές των Βούρλων. Μόνοι μας εννοώ, δηλαδή, δεν είχαμε υποστήριξη, όπως ξέρετε το Kομουνιστικό Κόμμα απαγόρευε τις αποδράσεις και εμείς ήμασταν στελέχη του τότε», θυμάται μιλώντας στο gazzetta.gr ο Ανδρέας Μπαρτζώκας. Νωρίτερα, ως αγωνιστής της Αριστεράς, είχε βρεθεί σε εξορίες και φυλακές. Μάλιστα, ο Γιώργος Μπαρτζώκας είχε πάει στη Λέρο με τη μητέρα του, όπου είχε παρευρεθεί σε επισκεπτήριο. Ήταν μόλις πέντε χρονών…

Τα Βούρλα της Δραπετσώνας βρίσκονται κοντά στο λιμάνι του Πειραιά. Εκεί, στα τέλη του 19ου αιώνα, κατασκευάστηκαν 72 κτίσματα, τα οποία προορίζονταν για οίκους ανοχής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής ο χώρος μετατράπηκε σε φυλακή και στη συνέχεια ο χώρος πέρασε στα χέρια των ελληνικών αρχών. Οι συλληφθέντες, τότε, ήταν μέλη του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, είχαν πολιτική δράση και φυλακίστηκαν το 1954, μαζί με περίπου 100 συντρόφους τους σε όλη την Ελλάδα. Η πολιτική του κόμματος ήταν κατά των αποδράσεων.

Έπειτα από αρκετές διαβουλεύσεις, καταρτίστηκε σχέδιο απόδρασης από τους φυλακισμένους κομουνιστές με μεγάλη προσοχή, χωρίς να μάθουν τίποτα οι συγκρατούμενοι τους. Αρχικά, δεν ήταν ενημερωμένοι ούτε καν όλοι όσοι στο τέλος πήραν μέρος στο μεγαλεπήβολο εγχείρημα! Το σχέδιο θα ξεκινούσε από το κελί 13, στο οποίο βρισκόταν ο Μπαρτζώκας με άλλους τρεις (Σιδέρη, Βαρδινογιάννη, Μυριανθόπουλο και αργότερα Κολοκοτρώνη)  και ήταν εκείνο που βρισκόταν στην δυτική πτέρυγα και πιο κοντά από όλα στον τοίχο των φυλακών και στο εργοστάσιο «Ντεστρέ», στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Μάλιστα, η σήραγγα ξεκίνησε κάτω από το κρεβάτι του πατέρα του προπονητή του Ολυμπιακού! Προτού ξεκινήσουν όλα έγιναν οι απαραίτητες κατασκοπεύσεις από συγγενείς και γυναίκες, οι οποίες έπαιξαν το δικό τους ρόλο.

Ο Μπαρτζώκας θυμάται: «Είχαμε αρχίσει τη δουλειά αυτή γύρω στις 17 Μαρτίου 1955 και τελειώσαμε 17 Ιουλίου. Αν λάβετε υπόψιν  και τις 15 μέρες που δεν δουλέψαμε και είχαμε τη στάση αναμονής, κράτησε αυτή η υπόθεση κάπου τρεισήμισι μήνες. Το 1988 πήγαμε στα Βούρλα, υπήρχαν ακόμα οι φυλακές, είχαν γίνει γενικές αποθήκες του κράτους και μετά έγιναν εκεί τα ψυγεία. Τότε που πήγαμε υπήρχαν ακόμα και γύρισε μια ταινία εκεί η ΕΡΤ.  Και ήμασταν τότε αρκετοί εν ζωή. Μεταδόθηκε σε δύο συνέχειες, ενώ είχε ήδη γράψει ο Τύπος τα πάντα. Μετά γύρισε ο Στέλιος ο Κούλογολου ένα σχετικό ντοκιμαντέρ. Είχε πολύ ενδιαφέρον. Αυτή η ενέργεια ήταν αφορμή το Χόλιγουντ να γυρίσει την ταινία “η μεγάλη απόδραση» που αφορούσε φυλακές στη Γερμανία που ήταν κρατούμενοι αξιωματικοί. Η ταινία ήταν πολύ θεαματική, αλλά αφορμή πήραν από αυτό. Εμείς ξεκινήσαμε με ένα κοπιδάκι. Ένα κοπιδι και ένα σφυρί που επιτρεπόταν να έχει στη φυλακή ο υδραυλικός. Γιατί είχαμε έναν κρατούμενο, τον Γιώργο τον Χατζηπέτρο, που ήταν υδραυλικός και δικαιολογούταν να έχει εργαλεία».

Αυτό χρησιμοποιήσαμε για να σκάψουμε το τσιμέντο. Πήγαμε κάτω 2.5 μέτρα βάθος και πήραμε την οριζόντια για να βγούμε στα αποδυτήρια ενός εργοστασίου που ήταν απέναντι. Και αυτό το καταφέραμε με ένα σχεδιάγραμμα που φτιάξαμε. Υπολογίσαμε ένα ορθογώνιο τρίγωνο. Την οδό Δογάνης την είχαμε μετρήσει. Στείλαμε συγγενείς μας, εγώ τον αδερφό μου, ο Θόδωρος ο Βασιλόπουλος την αρραβωνιαστικιά του και την μέτρησαν. Ήταν περίπου 10 μέτρα. Από το σημείο απέναντι μέχρι εκεί που υποψιαζόμασταν ότι ήταν τα αποδυτήρια των εργαζομένων ήταν άλλα 10 μέτρα. Άρα η υποτείνουσα έβγαινε στα 18 μέτρα. Πραγματικά τόσο έβγαινε αν εξαιρέσουμε μια μικρή παράκαμψη όταν φτάσαμε στα θεμέλια». Κατάφεραν λοιπόν να σκάψουν μία σήραγγα 18 μέτρων χωρίς να τους πάρει κανείς χαμπάρι!Φυσικά, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Υπήρχαν αρκετά ζητήματα, τα οποία έπρεπε να επιλυθούν. Αρχικά, έπρεπε να βρεθεί τρόπος ώστε να εξαφανιστούν τα μπάζα. Τα ανέβαζαν στο κελί τους, χώριζαν το χώμα από τις πέτρες και έψαχναν τρόπο για να το ξεφορτωθούν. Χρησιμοποιούσαν της κάλτσες και τα σεντόνια τους ως… τσάντες μεταφοράς και το άδειαζαν στις τουαλέτες, ρίχνοντας νερό για να πάει κάτω. Στο μέρος που ήταν τα πλυντήρια, είχαν δημιουργήσει έναν επιπρόσθετο βόθρο για το λόγο αυτό.

Όπως ήταν αναμενόμενο, κάποια στιγμή τα σιφόνια βούλωσαν, με τους ίδιους να προθυμοποιούνται να κάνουν τις εργασίες απόφραξης για να μην αποκαλυφθούν! Η πράξη τους κέρδισε τον θαυμασμό της διεύθυνσης.  Παράλληλα, με πρωτοβουλία του Βαρδή Βαρδινογιάννη, θείου του γνωστού Βαρδή και κουμπάρου του Μπαρτζώκα, δημιουργήθηκε στις φυλακές ένα μικρό παρτέρι. Μέσα εκεί έβαζαν πέτρες και χώμα, με ένα λουλούδι από πάνω για να καλύπτονται. Έγινε διάβημα για να τους φέρουν γλάστρες, λέγοντας ότι θέλουν να «σπάσουν» τη μονοτονία του τσιμέντου με λουλούδια. Τελικά, βρέθηκαν με 125 γλάστρες, στις οποίες εξαφανιζόταν χώμα και πέτρες. Υπήρχε συντονισμός, με κάποιον να απασχολεί τον φύλακα, άλλους να παίζουν βόλεϊ για να κάνουν φασαρία και άλλους να κάνουν ψευτοεργασίες, προκειμένου να καλύπτονται οι ήχοι!

Σημαντικό θέμα υπήρχε και με το φωτισμό και τον αέρα στην αυτοσχέδια σήραγγα που είχαν δημιουργήσει, όπως φυσικά και με τα στηρίγματα. Με μικρά λαμπάκια, που είχαν πάρει για τα χειροτεχνήματά τους, κατάφεραν να φέρουν το φως κάτω από τη γη. Προσπάθησαν να κατεβάσουν και ρεύμα με μπαλαντέζα, ωστόσο ήταν πολύ επικίνδυνο. Τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα με τον αέρα. Με βεντάλιες, σαμπρέλες από τις μπάλες και άλλα προσπαθούσαν να παρατείνουν το χρόνο παραμονής στο δρόμο για την ελευθερία τους.  Με σανίδες από τα κρεβάτια τους, σίδερα και τελάρα από παράθυρα που είχαν αντικατασταθεί, έφτιαξαν τα υποστυλώματα. Έπρεπε στο μεταξύ να προσέχουν και τον δρόμο από πάνω τους, καθώς το σκάψιμο γινόταν ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια και υπήρχε φόβος για κατάρρευση εδάφους.

Υπήρξαν, πάντως, περιπτώσεις που η αποτυχία τους πλησίασε σε απόσταση βολής! Ο Μπαρτζώκας θυμάται στο gazzetta.gr μια χαρακτηριστική, που τους έκανε να μείνουν αδρανείς για 15 μέρες: «Σκάβαμε ένα βράδυ μέσα στην σήραγγα και έκανε έφοδο ο μοίραρχος της χωροφυλακής στα φυλάκια και όπως πήγαινε να υπογράψει ο οδηγός του καθόταν στο τιμόνι και άκουσε κάποια χτυπήματα. Του λέει “ακούστε, κάτι γίνεται κάτω”. Κάθισαν κάμποση ώρα, φύγανε και ξαναγύρισαν και πήγαν στην είσοδο της φυλακής, γιατί το βράδυ ήταν κλειστά βέβαια τα κελιά. Εμείς ήμασταν στο κελί 13, στο κρεβάτι μου από κάτω είχαμε ανοίξει αυτή την τρύπα. Είχαμε φτιάξει δυο ομοιώματα, με περούκες και σεντόνια. Εγώ καθόμουν στο παράθυρο τότε και επιτηρούσα όλη την περιοχή, δήθεν ότι διάβαζα. Είχα την εποπτεία. Φτάνουν σε λίγη ώρα, φωνάζουν “κοιτάξτε εκεί κάτι κάνουν οι κρατούμενοι”. Βεβαίως δεν μπορούσαν να μπουν μέσα το βράδυ, απαγορεύεται. Πρέπει να έχουν εντολή εισαγγελέα. Ήταν μέσα και δούλευαν δύο άτομα, τα ομοιώματα τους ήταν στα κρεβάτια. Εγώ ήμουν ο ξύπνιος, στο παράθυρο, που ήταν και το κρεβάτι μου εκεί. Φτάνει ο φύλακας και στην αρχή λέει “ρε παιδιά τι γίνεται, μήπως χτυπάτε τίποτα;”. Και του είπα εγώ ότι δεν είναι ότι χτυπάγαμε, πιθανόν τα τσόκαρα να ακούστηκαν. Αλλά είδε δύο μέσα να κοιμούνται και δύο ξύπνιους, άρα δεν υπήρχε πρόβλημα, όλοι ήταν εκεί. Έφυγαν, αλλά έπρεπε να πάρουμε τα μέτρα μας. Και έτσι κάναμε, το διακόψαμε το έργο αυτό γιατί περιμέναμε να κάνουν έφοδο».

Τελικά, η μεγάλη μέρα ζύγωνε. Στις 15 Ιουλίου έφτασαν στον τοίχο των αποδυτηρίων του εργοστασίου. Το προσωπικό είχε φύγει και με μία τρυπούλα έλεγξαν το χώρο. Όλα ήταν όπως τα περίμεναν. Έκλεισαν την τρύπα και αποφάσισαν να χτυπήσουν την Κυριακή!  «Ήταν Κυριακή, της Αγίας Μαρίνας. Είχαμε φτιάξει έναν κατάλογο, τον είχαμε στο κελί μας και είχαμε τα ονόματα με τη σειρά πως θα φεύγαμε. πρώτα τα μεγάλα στελέχη, ο Τσακίρης ο Τζεφρώνης, ο Βελής, ο Σωτηρόπουλος. Μετά μια άλλη ομάδα και κατά σειρά. Ήταν δεμένοι όλοι με ένα σκοινί, είχαμε βάλει ένα σαν σαρίκι στο κεφάλι και τις πυτζάμες πάνω από τα καλά ρούχα μας να μην τα λερώσουμε. Στα παπούτσια μας βάζαμε πάνω κάλτσες. Τη σήραγγα την είχαμε φωταγωγήσει σε κάθε ένα μέτρο είχε ένα γλομπάκι απάνω σε μια στήλη. Μια υπόγεια στοά φωταγωγημένη και φεύγανε έρποντας. Αποβάλλαμε τα ρούχα τα από πάνω και το σαρίκι. Ψιλοχτενιζόμαστε και φεύγουμε. Η συνέχεια είναι γνωστή…», μας λέει ο Μπαρτζώκας.


Στη συνέχεια προσθέτει: «Ήταν πραγματικά τρομερό το συναίσθημα. Είχε και μια ζέστη φοβερή. Βέβαια ήταν πολύ παρακινδυνευμένο. Όπως φεύγαμε απ΄ έξω στην οδό Κανελλοπούλου ήταν το αστυνομικό τμήμα και περάσαμε μπροστά με γυαλιά ηλίου! Βρήκαμε ταξί και πήγε ο καθένας εκεί που είχε κανονίσει. Φυσικά δεν ήξερε καθένας εκεί που πήγε ο άλλος. Σαν εγχείρημα ήταν πολύ επιτυχημένο. Πολιτικά το κρίνει ο καθένας όπως θέλει. Για την εποχή εκείνη σημάδεψε τη ζωή μας…». Η είδηση της απόδρασής τους αποτέλεσε «βόμβα». Οι αρχές ξεχύθηκαν στο κατόπι τους και από τους 27 μόλις 11 κατάφεραν να διαφύγουν οριστικά. Ένας, μάλιστα, έπεσε νεκρός στα σύνορα. Όσοι πιάστηκαν «έφαγαν» έναν ακόμα χρόνο για την απόδραση, αλλά και έναν για φθορά δημόσιας περιουσίας. Είχαν γράψει ιστορία…

Τα ονόματα των 27 δραπετών: Βαρδής Βαρδινογιάννης, Αν. Βελής, Γκαστόν Βερναρδής, Γ. Γεωργίου, Αριστοτέλης Γεωργούλιας, Β. Δουκάκης, Χαρ. Καλαντζής, Σταύρος Καράς, Β. Κάτρης, Παντελής Κιουρτσής, Ζήσιμος Κόκλας, Μιχ. Κολοκοτρώνης, Κ. Λιναρδάτος, Αλ. Λογαράς, Αν. Μπαρτζώκας, Δ. Μυριανθόπουλος, Δ. Πανουσόπουλος, Αλ. Παπαλεξίου, Αλ. Παπούλιας, Στ. Πάσιος, Περ. Ροδάκης, Στ. Σιδέρης, Σωτ. Σωτηρόπουλος, Λ. Τζεφρώνης, Κυρ. Τσακίρης, Κ. Φίλης, Γ. Χατζηπέτρου. Σήμερα, βρίσκονται εν ζωή οι Μπαρτζώκας, Βαρδινογιάννης, Λιναρδάτος, Βερναρδής και Δουκάκης…

like a rolling stone

Green Day : like a rolling stone (Bob  Dylan)

Yeah, Once upon a time, you dressed so fine,
you threw the bumps a dime in your prime, didn’t you?
Yeah, People’d call, say «Beware doll, you’re bound to fall»,
they thought they were just-a kiddin’ you.
You used to laugh about – everybody that was hangin’ out,
and now you don’t walk so proud, now you don’t talk so loud
about having to be scrounging – a your next meal.

How does it feel? How does it feel, to be on your own with no direction
home, a complete unknown, just like a rolling stone? Comeon!

Hey, You were to the finest schools all right, Miss Lonely,
but you know you only used to get juiced in it.
Nobody taught you how to live out on the street,
but now you’re gonna have to get used to it.
You said you never compromise
with the mistery tramp, but now you realize
that he’s not selling any alibis,
as you stare up into the vacuum of his eyes,
and say «Do you want to make a deal?»

How does it feel? A-How does it feel, to be on your own, with no
direction home, like a complete unknown, just like a rolling stone?

(Harmonica Solo)

How does it feel? How does it feel, to be on your own, with no direction
home, a complete unknown, just like a rolling stone?

Yeah, the princess on the steeple, all the pretty people,
drinkin’, thinkin’ that they got it made.
Exchanging all kinds of precious gifts,
you better take that diamond ring, you better pawn it babe.
You used to be so amused
at Napoleon in rags with the language that he used,
Now, go to him now, he calls you, you can’t refuse,
when you got nothing, you got nothing to lose,
you’re invisible now, you got no secret to conceal.

How does it feel? How does it feel to be on your own, with no direction
home, like a complete unknown, just like a rolling stone? Come on!

το καπάκι

η φλόγα

Η ουτοπία στους δρόμους της Βραζιλίας

του Κριτωνα Ηλιοπουλου

Την αποκάλεσαν και «εξέγερση των βουτυρόπαιδων», έγιναν συγκρίσεις με άλλες εξεγέρσεις, βγήκαν συμπεράσματα για την οικονομία και την πολιτική. Μάλιστα ορισμένα συμπεράσματα βγαίνουν τόσο εύκολα, που μάλλον είναι έτοιμα από πριν και απλώς επιβεβαιώνονται ανεξαρτήτως εάν η πραγματικότητα συμφωνεί. Καθώς η Βραζιλία επί μία δεκαετία έχει ανάπτυξη αντί για οικονομική κρίση, «κλασικές» κοινωνιολογικές προγνώσεις που συνδέουν αυτόματα τις κρίσεις του καπιταλισμού με τις εξεγέρσεις των καταπιεσμένων θα προέβλεπαν το ξέσπασμα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο, κατά τα ειωθότα.

Με αφορμή τις μετακινήσεις

Το κίνημα των εκατομμυρίων που ξεχείλισε στους τεράστιους δρόμους της Βραζιλίας έλειπε εδώ και χρόνια και φαινόταν αδιανόητο ακόμα και δέκα μέρες προτού ξεσπάσει. Οι Βραζιλιάνοι θεωρούνταν «απολίτικοι», παρά τις συχνές δυναμικές κινητοποιήσεις και τις εξεγέρσεις μικρής κλίμακας, διότι πράγματι η μεσαία τάξη ήταν «απολίτικη». Επίσης, με την ίδια αφορμή, δηλαδή το εισιτήριο των λεωφορείων, γίνονταν συνέχεια κινητοποιήσεις, η μεγαλύτερη το 2005. Από τότε το εισιτήριο έχει διπλασιαστεί. Στις αχανείς πόλεις η συγκοινωνία είναι ιδιωτική, οι εταιρείες άκρως κερδοφόρες και ληστρικά κερδοσκοπικές. Οι ιδιώτες εισπράττουν ακέραιο το αντίτιμο του εισιτηρίου που διαμορφώνεται με κριτήριο το μέγιστο κέρδος και επιπλέον επιδοτούνται από το δημόσιο. Επειδή το κόστος μετακίνησης των εργαζομένων φτάνει περίπου στο 20% του μηνιαίου μισθού, το καταβάλει ο εργοδότης και αποτελεί αντικείμενο συνδικαλιστικής (ή ατομικής) διαπραγμάτευσης. Οι αποστάσεις είναι τεράστιες και καθημερινά χάνεις 3-4 ώρες σε μετακινήσεις που δεν είναι διόλου άνετες. Οι φτωχογειτονιές είναι αποκλεισμένες. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο Σάο Πάουλο, εκτός από πολλούς άστεγους, βλέπεις εκατοντάδες να κοιμούνται στο δρόμο επειδή απλώς δεν μπορούν να γυρίσουν σπίτι από τη δουλειά και να ξανάρθουν την επόμενη μέρα.

Το MPL (Κίνημα για Δωρεάν Μετακίνηση) είναι η οργάνωση που κάλεσε σε κινητοποιήσεις κατά της αύξησης του εισιτηρίου. Έχει «μέλη» λίγες δεκάδες νέους με αντικαπιταλιστικές ιδέες –κάποιοι είναι φοιτητές ή επιστήμονες αστικού περιβάλλοντος– και δεν ταυτίζεται με κανένα κόμμα. Ωστόσο στο MPL δεν είναι καθόλου ρεαλιστές, ή μάλλον είναι τόσο ρεαλιστές που «διεκδικούν το αδύνατο». Στόχος τους είναι η δωρεάν μετακίνηση με αληθινά δημόσια μέσα μεταφοράς για όλους τους πολίτες — αρκετοί τους θεωρούσαν γραφικούς ή ρομαντικούς. Στις άφθονες σελίδες των κειμένων τους τεκμηριώνουν τόσο καλά το αίτημα, που πράγματι αποδεικνύεται παραλογισμός το εισιτήριο και όχι η δωρεάν μεταφορά. Τα προηγούμενα χρόνια στις διαδηλώσεις τους συμμετείχαν διακόσια-τριακόσια άτομα και σχεδόν πάντα η αστυνομία χτυπούσε και έκανε συλλήψεις. Όμως δεν το έβαλαν κάτω και τώρα εύλογα πρέπει να θεωρούν δικαίωση όχι μόνο την ακύρωση της αύξησης στο εισιτήριο («το αδύνατο») αλλά και το ότι η πρόεδρος της Βραζιλίας τους κάλεσε να συζητήσουν το «ουτοπικό» τους αίτημα. Τι συνέβη;

Αρχές Ιουνίου αμέτρητοι νέοι βγήκαν στο δρόμο διαμαρτυρόμενοι «για το μηδαμινό ποσό» αύξησης στο εισιτήριο. Τα ΜΜΕ, απόλυτο μονοπώλιο 2-3 οικογενειών, έδωσαν εντολή στην κυβέρνηση της πολιτείας του Σάο Πάουλο να «ανακαταλάβει» τις λεωφόρους από τους «τεμπέληδες» και «τσαμπατζήδες». Στην πολιτεία του Σάο Πάουλο (η Βραζιλία είναι ομοσπονδία) κυβερνάει η δεξιά με επικεφαλής τον ακροδεξιό Αλκμίν. Η Στρατιωτική Αστυνομία, διαμορφωμένη στη δικτατορία για να αντιμετωπίζει τον εχθρό λαό, έδειξε πρωτόγνωρη βία, εφαρμόζοντας μεθόδους ακραίες, συλλήψεις με απομόνωση, «απαγωγές» χωρίς δικαίωμα σε δικηγόρο, τροφή, επικοινωνία κ.λπ. Η καταστολή πυροδότησε την έκρηξη. Σ’ αυτό συνέβαλε το μαζικό πλέον ίντερνετ, αλλά και το MPL, που είναι απαλλαγμένο από τις αγκυλώσεις, τις ταλαντεύσεις, το ρεαλισμό και τους σχεδιασμούς των «επαγγελματιών» του κινήματος, καθώς και από τη λογική των αυτόκλητων πολιτικών καθοδηγητών, οι οποίοι συχνά την κρίσιμη στιγμή αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και αναζητούν το δάσος ανάμεσα στα εκατομμύρια δέντρα.

Η επιχείρηση χειραγώγησης και η ακροδεξιά

Μετά την τέταρτη συγκλονιστική μέρα διαδηλώσεων, οι «από πάνω» αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο και αλλάζουν στρατηγική. «Από το βράδυ ως το πρωί γίναμε εθνικοί ήρωες», λέει το κύριο άρθρο της αντεξουσιαστικής διαδικτυακής εφημερίδας Passa Palavra. Τα αντιδραστικά μέσα ενημέρωσης έπλεξαν εγκώμια και καλούσαν στις διαδηλώσεις. Οι πρωτεργάτες του κινήματος διαπίστωσαν πολύ ανησυχητικά φαινόμενα. Οργανωμένες ομάδες διαδηλωτών έσχιζαν σημαίες αριστερών οργανώσεων, έδιωχναν βιαίως συνδικάτα που συμμετείχαν από την πρώτη στιγμή στον αγώνα. Εμφανίστηκαν εθνικιστικά και καθαρά φασιστικά κείμενα υπέρ της στρατιωτικής κυβέρνησης, υπέρ της ελεύθερης οπλοφορίας, για πιο αυστηρό ποινικό σύστημα, κατά των αμβλώσεων και των ομοφυλόφιλων, «κλασικά» της βραζιλιάνικης ακροδεξιάς. Την έκτη μέρα των διαδηλώσεων «εμείς απλώς κάναμε μπούγιο στη διαδήλωση που ήταν δική τους», λέει ένας από τους πρωτεργάτες. Τώρα η μάχη είναι ιδεολογική. Τα ΜΜΕ επιλεκτικά διαλέγουν και προβάλλουν τα συνθήματα που είναι ανώδυνα ή συμφέρουν την εξουσία και γενικότητες κατά της «διαφθοράς». Επιδιώκουν τη φθορά της προέδρου, Ντίλμα Ρουσέφ, καθώς οι εκλογές είναι του χρόνου και διαφαίνεται ότι τις κερδίζει άνετα και ανανεώνει την πενταετία. Η Ντίλμα και οι συντηρητικοί του κυβερνώντος κόμματος προσπαθούν με ελιγμούς, με διάλογο και επισείοντας το φόβο της ακροδεξιάς να πετύχουν αν όχι συμμαχία με τις μαχητικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις τουλάχιστον την ανοχή τους.

Τι έπεται;

Έγινε μια πρωτόγνωρη σύσκεψη 80 πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων της αριστεράς, από το κυβερνητικό ΡΤ μέχρι τους πιο σκληρούς επικριτές του, καθώς και κινηματικών οργανώσεων όπως το MST (Κίνημα Ακτημόνων Εργατών Γης). Επικράτησε η άποψη να συνεχιστούν οι κινητοποιήσεις, να γίνει προσπάθεια ένταξης των εργατών και των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων στο κίνημα, για να δοθεί στους δρόμους η μάχη για τον αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Επίσης, στόχος είναι να πιεστεί η κυβέρνηση «να συμμαχήσει με το λαό και όχι με τους καπιταλιστές», όπως τόνισε ο Ζ.Π. Στέντιλε, ηγέτης του MST (Kίνημα Ακτημόνων Εργατών Γης). Να φτιάξει σχολεία και νοσοκομεία «με προδιαγραφές FIFA», όπως λέει ένα σύνθημα καυστικό για το όργιο κερδοσκοπίας με το Μουντιάλ.

Όπως αποδείχτηκε, σε ανάλογες περιστάσεις (Αργεντινή, Βολιβία, Βενεζουέλα) εάν η κυβέρνηση θέλει να ανακόψει τη δεξιά επίθεση και να ενισχύσει τον αριστερό προσανατολισμό της έχει δύο εργαλεία: πρώτο, «καταστολή της καταστολής» με απόσυρση της αστυνομίας και κάθε ποινικοποίησης των αγώνων και δεύτερο, υιοθέτηση αιτημάτων που στρέφονται κατά των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και των διασυνδέσεών τους με τα ΜΜΕ.

Το σύνθημα «Ο λαός ξύπνησε» θύμισε σε πολλούς το παλιότερο «Ο γίγαντας ξύπνησε» που ακούγονταν στις πολυπληθέστατες διαδηλώσεις «Για την Οικογένεια, με το Θεό και Ελευθερία» που έφεραν τη στρατιωτική δικτατορία το 1964. Όμως τώρα η μαζική απαίτηση είναι μάλλον για περισσότερη δημοκρατία. Μολονότι «χωρίς πρόγραμμα», το κίνημα αντιτίθεται στον έλεγχο της ζωής των πολλών από ελάχιστους και οι νέοι που βγήκαν να συγκρουστούν με τη φοβερή στρατιωτική αστυνομία νιώθουν την ανάγκη να αποφασίζουν οι ίδιοι για τη ζωή τους. Έπεται συνέχεια.

30-6-2013

 

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων