Αρχείο για "Οκτώβριος, 2014"

πλημμύρα 1934

80 χρόνια μετά…

«γιορτές»…β΄

Άλμπουμ: Αρκαδίες VI-VIII (Αρκαδία 8) ~ Έκδοση δίσκου Οκτώβριος 1974.
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση: Μανώλης Αναγνωστάκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας.
Tραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ‘ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα.
Aυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας.
Mερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι.
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Mια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Xάρης»,
«σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο, λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Kανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ‘χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα.
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας.
Mα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Kανείς δεν προφταίνει.
Δεν είμαστε όλοι μαζί, δυο τρεις ξενιτεύτηκαν.
Tράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο. Κι ο Xάρης σκοτώθηκε.
Φύγανε κι άλλοι. Μας ήρθαν καινούριοι. Γεμίσαν οι δρόμοι.
Tο πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες.
Mαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Mες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Aν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπάνε ανελέητα τα τείχη,
ξεχώρισες μια, είν’ η δική του, π’ ανάβει μικρές πυρκαγιές,
χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας.
Eίν΄ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
π΄αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος και σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Aλήθεια και στο αίθριο το φως.

«γιορτές»…α΄

 

https://www.youtube.com/watch?v=14ILsm6nuC0

Tο Ξυπόλητο τάγμα είναι η αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που η δράση τους πήρε διαστάσεις μύθου όταν διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης από τους Ναζί κατακτητές στα χρόνια της κατοχής του Bʼ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα παιδιά μεταβάλλονται σʼ ένα είδος καλόκαρδης ηρωικής συμμορίας, που κλέβει από τους Γερμανούς και του μαυραγορίτες για να συντηρεί τα μέλη της κι όσους μπορεί από τον κόσμο γύρω της. Eπίσης, πέρα από την αρωγή που παρείχαν στο κόσμο, κατάφερναν με την εξυπνάδα και το κουράγιο τους να βοηθούν την Αντίσταση, βρίσκοντας τρόπους να φυγαδεύουν στη Μέση Ανατολή Έλληνες, Αμερικάνους και Εγγλέζους αξιωματικούς, με σκοπό να ενωθούν με τους εκεί συμμαχικούς στρατούς.

Περισσότερα για την ταινία

Το αρνητικό της ταινίας είχε χαθεί και χάρη στις προσπάθειες του διευθυντή της Ταινιοθήκης της Ελλάδας, Θόδωρου Αδαμόπουλου που εντόπισε δύο κόπιες προβολής σε καλή κατάσταση, δημιουργήθηκε, μετά από χρονοβόρες και πολυδάπανες διαδικασίες, ένα καινούργιο αρνητικό της ταινίας. Tο ελληνικό όνομα του Γκρεγκ Τάλλας ήταν Γρηγόρης Θαλασσινός. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1909 πέθανε στην Αθήνα το 1993. Ο Βιτόριο Ντε Σίκα όταν είδε το 1955 το Ξυπόλητο Τάγμα στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου είπε στον Γκρεγκ Τάλλας: «Αν είχες γυρίσει αυτή την ταινία προτού γυρίσω εγώ τον Κλέφτη των Ποδηλάτων τότε σήμερα θα ήσουν εσύ ο Ντε Σίκα!». Tην καταπληκτική μουσική της ταινίας έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης και αυτή ήταν η πρώτη μουσική που συνέθεσε για κινηματογραφική ταινία.

Tο Ξυπόλητο Τάγμα ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που βραβεύθηκε σε διεθνές φεστιβάλ. Τα 63 από τα 66 παιδιά που πήραν μέρος στα γυρίσματα, ο Γκρεγκ Τάλλας τα πήρε από αναμορφωτήρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Η μηχανή λήψης που χρησιμοποιήθηκε για την ταινία ήταν του 1924 και ο οπερατέρ Μιχάλης Γαζιάδης είχε στη διάθεσή του μόνο 6 προβολείς για το φωτισμό. Oι Aμερικανοί δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η ταινία γυρίστηκε με τόσο λίγα τεχνικά μέσα. O φωνολήπτης της Κολούμπια ήταν αδύνατο να δεχθεί πως αυτή η ταινία γυρίστηκε βουβή και πως είχαν επιτευχθεί τόσο άψογοι συγχρονισμοί στο ντουμπλάρισμα της ηχητικής μπάντας στην Ελλάδα!

Πρωταγωνιστούν:
Μαρία Κωστή (Αλεξάνδρα)
Νίκος Φέρμας (Μάρκος)
Βασίλης Φραγκιαδάκης (Ανδρέας)
Αντώνης Βούλγαρης (Νίκος)
Στράτης Κρότος (Δημήτρης)

Σκηνοθεσία: Γκρέγκ Τάλλας (Γρηγόρης Θαλασσινός )
Σενάριο: Νίκος Κατσιώτης

Χρονολογία παραγωγής: 1954

Πηγή: αντίπερα όχθη, tvxs

H μάχη της ηλεκτρικής

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας
Επιμέλεια: Μάνος Αυγερίδης

Στις 12 και 13 Οκτωβρίου 1944, την ώρα που ο λαός πανηγύριζε στους δρόμους την απελευθέρωση της πρωτεύουσας, δυνάμεις του ΕΛΑΣ μαζί με εργάτες, έδιναν την τελευταία μεγαλη μάχη στο λεκανοπέδιο.

Μια μάχη στο πλαίσιο της προστασίας, αυτή τη φορά, των υποδομών της πόλης από τα υποχωρούντα γερμανικά στρατεύματα. Η νικηφόρα ένοπλη σύγκρουση στο εργοστάσιο της Ηλεκτρικής Εταιρείας στο Κερατσίνι εξασφάλισε την συνέχιση της ηλεκτροδότησης της Αθήνας και του Πειραιά και αποτέλεσε σύμβολο τόσο στην ιστορία της ΕΑΜικής Αντίστασης όσο και αυτή της περιοχής: στην ιστορία του Πειραιά και των γειτονιών του.

Στη μάχη, στην οποία συμμετείχε το 1/6 Τάγμα του ΕΛΑΣ, μονάδες υποστήριξης, εργάτες και κάτοικοι της περιοχής, έχασαν τη ζωή τους, σύμφωνα με τα έως τώρα στοιχεία, 11 αντιστασιακοί. Από την πλευρά των Γερμανών οι απώλειες ήταν: 11 νεκροί, 21 τραυματίες και 24 αιχμάλωτοι, οι οποίοι παραδώθηκαν, στη συνέχεια, στους Βρετανούς.

Φέτος, με αφορμή την συμπλήρωση 70 χρόνων από τη μάχη, στη γειτονιά του Παύλου Φύσσα πια, εκτός από την καθιερωμένη κατάθεση στεφάνων στο μνημείο που έχει ανεγερθεί στο χώρο του εργοστασίου προς τιμήν πεσόντων και αγωνιστών, πραγματοποιείται εκδήλωση με πρωτοβουλία των τμημάτων Πολιτισμού-Αθλητισμού και Δημοτικών Βιβλιοθηκών, Αρχείου και Μουσείων του Δήμου Κερατσινίου-Δραπετσώνας σε συνεργασία με το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας (Δευτέρα 13 Οκτωβρίου, 7.00 μ.μ., πολιτιστικό κέντρο Αντώνης Σαμαράκης). Στη συζήτηση με θέμα την εμπειρία της κατοχής και της αντίστασης στις γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά συμμετέχουν οι ιστορικοί Πολυμέρης Βόγλης και Μενέλαος Χαραλαμπίδης.

Από την πλευρά μας, δημοσιεύουμε μια αφήγηση των γεγονότων από τον Σταύρο Γεωργίου, εκ των συμμετεχόντων σε αυτά, που περιέχεται στο βιβλίο του Νίκανδρου Κεπέση, καπετάνιου του 6ου ανεξάρτητου συντάγματος Πειραιά, Ο Πειραιάς στην Εθνική Αντίσταση (Σύνδεσμος Δήμος Περιοχών Πειραιά – Δυτικης Αττικής, Αθήνα 1989). Μια αφήγηση σύντομη και μερική, που ωστόσο λέει μια ιστορία: αυτή της έντασης του αγώνα, της στράτευσης στον κοινό σκοπό και της αυτοθυσίας σε μια στιγμη που θεωρητικά, ο πόλεμος είχε τελειώσει.

Πώς πολέμησε ο ΕΛΑΣ κι οι εργαζόμενοι στο Ηλεκτρικό Εργοστάσιο

Του Σταύρου Γεωργίου, εργάτη «Ηλεκτρικής»

«Κι εγώ οπλοφορούσα. Η οργάνωση μου είχε δόσει ένα περίστροφο. Από τη μάντρα του εργοστασίου “Ελούλ” που έφθασαν πολλοί συναγωνιστές αρχίσαμε και βάλλαμε στη Γέφυρα, που πολλοί Γερμανοί μη μπορώντας να φυλαχτούν έτρεξαν χώθηκαν κάτω απ’ αυτήν.

Μέσα στο εργοστάσιο ήταν οι εννέα ΕΛΑΣίτες, ο Καλαποθάκος, ο Αλιβέρτος, ο Καρακατσάνης, ο Αρμόδιος, ο Τάσος Γεωργίου, ο Μπουμπούνας.

Οι Γερμανοί είχαν έλθει μ’ ένα μικρό αυτοκίνητο και τρία μεγάλα με βαρύ οπλισμό. Στη στροφή του δρόμου βρήκαν ένα γεροντάκι. Τον ρωτήσανε, από πού πρέπει να πάνε για το εργοστάσιο. Το γεροντάκι θέλησε να τους παραπλανήση. Κι όπως μάθαμε αργότερα το εκτέλεσαν.

Οι Γερμανοί δεν περίμεναν πως είχε φρουρά το εργοστάσιο. Κι ούτε σκέφτηκαν να κατέβουν απ’ το αυτοκίνητο και ακολοθούσαν τα άλλα τρία. Οι μαχητές του εργοστασίου είχαν το σχέδιό τους. Οι πιο πολλοί ανέβηκαν στην ταράτσα του εστιατορίου και μερικοί πήραν θέσεις στο παρατηρητήριο.

Από κει κατάλαβαν ότι έχουν αυτό που χρειάζονται: Πεδίο μάχης πλεονεκτικό.
Όταν έφτασαν οι Γερμανοί στο εργοστάσιο (το μικρό απείχε από την είσοδο 6-7 μέτρα και τα άλλα ξοπίσω του) άρχισαν οι μπαταριές από την ταράτσα.

Οι Γερμανοί αιφνιδιάστηκαν γιατί καθώς ήταν αμέριμνοι και ακάλυπτοι, σε ανοιχτό χώρο είχαν με την πρώτη αρκετούς τραυματίες και νεκρούς. Το έδαφος δεν τους ευνοούσε. Διαφορετικά ήταν τα πράγματα για τους δικούς μας μαχητές. Γι’ αυτό οι Γερμανοί μη μπορώντας ν’ αμυνθούν πήραν την αριστερή πλευρά του δρόμου, που τους κάλυπτε περισσότερο και χώθηκαν κάτω από το γεφύρι.

Στο μεταξύ άρχισαν να έρχονται για ενίσχυση ΕΛΑΣίτικες δυνάμεις να βοηθήσουν. Το πόσο γρήγορα μαζεύτηκαν δεν μπορώ να το περιγράψω.

Ήλθε ο ΕΛΑΣ της Κοκκινιάς της Νέας και της Παλιάς, του Κοκκινόβραχου. Γέμισαν τα βουνά. Γιατί βουνά, άχτιστα ήταν τότε οι γύρω γειτονιές… Στο μεταξύ το τουφεκίδι συνέχιζε από μέσα κι απ’ έξω.

Οι Γερμανοί βλέποντας πως δεν υπήρχε διέξοδος, δεν ξέραν τι να κάμουν, τά χασαν. Κι αυτοί που ήταν πάνω στ’ αυτοκίνητα τραυματισμένοι και όχι, πρώτοι σήκωσαν τα χέρια. Κάποια στιγμή ακούστηκε μια φωνή:

–          Παύσατε πυρ!
Έτσι έπαψαν τα πυρά.

Όσοι ήσαν στο γεφύρι, άρχισαν να βγαίνουν σαν τα ποντίκια. Τότε ήλθα κι εγώ σε επαφή με δύο γερμανούς αξιωματικούς. Από τον ένα πήρα το περίστροφο. Όμως κείνη την ώρα ήλθε ένας αξιωματικός του ΕΛΑΣ, μου το ζήτησε και του το εδωσα. Νόμισα πως ήταν ο σ. Κεπέσης.

Προχώρησα προς την πόρτα του εργοστασίου και ανέβηκα στο παρατηρητήριο και ζήτησα τον Καλαποθάκο. Όμως δεν τον βρήκα. Τότε πήδησα τον μαντρότοιχο που είχε πέρασμα και τον είδα ξαπλωμένο. Κοντά μου ήταν κι άλλοι και τι να δω: Ο Αντώνης Καλαποθάκος ήταν νεκρός.

Τον φορτωθήκαμε αμέσως και τον πήγαμε στο καταφύγιο. Εκεί μαζέψαμε όλους τους νεκρούς. Απ’ ότι έμαθα ο Νέστορας Γεωργιάδης (μηχανικός) πήγε να βγει από τη μεριά του “Ελούλ” και σκοτώθηκε από νάρκη. Κι ο Μαργαρώνης από νάρκη πήγε κι αυτός. Όσο για τον Καλαποθάκο, η γνώμη μου είναι ότι πήδησε τον τοίχο για να τρέξει να βρει πολυβόλο και δέχτηκε ριπή από γερμανικό αυτοκίνητο. Έτσι έπεσε το άξιο παλικάρι.

… Στις 9 το πρωί της 13ης Οκτώβρη […] στην είσοδο του εργοστασίου, εμφανίστηκε ο μηχανικός Λάβδας (που είχαμε διώξει απ’ το εργοστάσιο σα συνεργάτη των γερμανών) με τον ταξίαρχο Π. Κατσώτα. Όταν ύστερα από ειδοποίηση πήγα για συνάντησή τους, σαν εκπρόσωπος των εργατών, ο Κατσώτας με ρώτησε:
–          Ποιος έσωσε το Εργοστάσιο;

–          Ο ΕΛΑΣ της περιοχής, οι εργαζόμενοι και άλλοι αγωνιστές που ήλθαν και πήραν μέρος στη μάχη, έξω απ’ το εργοστάσιο, του απάντησα κοφτά.

Ο Π. Κατσώτας κατάπιε το σάλιο του κι ύστερα από κάποια σκέψη μου λέγει:
–          Να φέρω τότε χωροφύλακες να φυλάξουν το εργοστάσιο.

–          Εμείς που το σώσαμε – ΕΛΑΣ και εργαζόμενοι – είμαστε σε θέση να το φυλάξουμε κύριε συνταγματάρχα, του είπα κοφτα και του κοψα την κουβέντα».


 Νίκανδρος Κεπέσης, Ο Πειραιάς στην Εθνική Αντίσταση, Σύνδεσμος Δήμων Περιοχών Πειραιά – Δυτικής Αττικής, Αθήνα 1989, σ. 454-456.

 

– See more at: http://stokokkino.gr/article/12668/Pos-polemise-o-ELAS-ki-oi-ergazomenoi-sto-Ilektriko-Ergostasio#sthash.wIxv4oxd.dpuf

Λογοκρισία

Νέα προσπάθεια φίμωσης του Μουμία Αμπού Τζαμάλ

Έχει υπάρξει ένας από τους ανθρώπους που η φωνή του έχει φτάσει στα πέρατα του κόσμου, αν και έχουν γίνει αξιοσημείωτες προσπάθειες φίμωσης του. Ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομα του με τον αγώνα για την κατάργηση της θανατικής ποινής, ο Μουμία Αμπού Τζαμάλ, βρίσκεται για άλλη μια φορά στο στόχαστρο με την επικείμενη ομιλία του σε ένα μικρό αμερικανικό κολέγιο, να έχει ανοίξει εκ νέου τη συζήτηση γύρω από το πρόσωπο του και τα όσα πρεσβεύει, την ίδια στιγμή που πολλοί είναι αυτοί που δεν αντέχουν να τον ακούνε να μιλάει.

Πλήθος αντιδράσεων έχει ξεσπάσει για την απόφαση των φοιτητών του Κολεγίου Goddard στο Βερμόντ των ΗΠΑ, να φιλοξενήσουν σε εκδήλωση τους για την αποφοίτηση τους από το τμήμα Καλών Τεχνών, ως ομιλητή τον Μουμία Αμπού Τζαμάλ, ο οποίος καταδικάστηκε εις θάνατο για τη δολοφονία ενός αστυνομικού το 1981 και μετά από έναν μακρόχρονο παγκόσμιο αγώνα κατάφερε μόλις το 2011 να πετύχει τη μετατροπή της θανατικής ποινής του σε ισόβια. Ο Μουμία πρόκειται να παρέμβει με ένα μαγνητοσκοπημένο μήνυμα μέσα από τη φυλακή στην εκδήλωση, το οποίο επιμελήθηκε η Νόελ Χάνραχαν, διευθύντρια του δημοφιλούς ραδιοφωνικού προγράμματος «Ραδιόφωνο από τη Φυλακή». Σημειώνεται ότι αυτή είναι η δεύτερη φορά που απευθύνει ομιλία σε φοιτητές του συγκεκριμένου Κολεγίου, ενώ στο παρελθόν έχει μιλήσει σε ανάλογες εκδηλώσεις δύο ακόμα πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

Άμεση ήταν η αντίδραση της συζύγου του δολοφονηθέντος αστυνομικού Ντανιέλ Φόλκνερ, η οποία χαρακτήρισε «ασέβεια προς την μνήμη του άντρα της, το να πρέπει να ακούσει τη φωνή του ανθρώπου εξαιτίας του οποίου, η φωνή του σίγησε για πάντα». Το θέμα πήρε και πολιτικές διαστάσεις, με τον γερουσιαστή Πατ Τούμεϋ να αποστέλλει επιστολή διαμαρτυρίας στο Κολέγιο, με την οποία ζητά να ανακληθεί η πρόσκληση στον διάσημο κρατούμενο.

Σε ανακοίνωση του η διεύθυνση του Κολεγίου ωστόσο, αψήφησε τις αντιδράσεις, υπεραμυνόμενη την απόφαση των φοιτητών του να επιλέξουν τον Μουμία Αμπού Τζαμάλ ως ομιλητή στην τελετή αποφοίτησης τους. Στην ανακοίνωση που εξέδωσε σημαιώνει χαρακτηριστικά:«Η επιλογή του Μουμία ως ομιλητής δείχνει πως αυτή η νεότερη γενιά των αποφοίτων μας εκφράζει την ελευθερία της να παρεμβαίνει και να σκέφτεται ριζοσπαστικά και κριτικά, σε έναν κόσμο που συχνά βάζει εμπόδια σε αυτό».

Η Χάνραχαν, η οποία μαγνητοσκόπησε το μήνυμα του Μουμία, αλλά έχει επιμεληθεί το βιβλίο του «Όλα λογοκρίνεται» και επί χρόνια καταγράφει την πορεία του μέσα στη φυλακή προς το θάνατο, σχολίασε από την πλευρά της πως «τα συστημικά ΜΜΕ καλά θα κάνουν να ακούν τα πάντα διαφωτιστικά και διορατικά σχόλια του Αμπου Τζαμάλ Μουμία. Η δυνατότητα του, να λέει την αλήθεια στους κατέχοντες την εξουσία, αποτελεί μια πρόκληση για την αμερικανική ηγεμονία». «Είναι μάλιστα τέτοιου μεγέθους πρόκληση που τόσο τα ΜΜΕ όσο και ο ίδιος ο πρόεδρος Ομπάμα να έχουν καταστήσει λυδία λίθο τη φωνή και την επιβίωση του», σημείωσε. Καταλήγοντας, η ίδια δανείζεται το ερώτημα που έθεσε ο πανεπιστημιακός, Τζον Γουάντερμαν, ο οποίος εύλογα αναρωτήθηκε: «Αν ο  Μουμία Αμπού Τζαμάλ δεν έχει τίποτα σημαντικό να πει, τότε γιατί τόσο πολλοί ισχυροί άνθρωποι προσπαθούν να τον φιμώσουν και να τον σκοτώσουν;».

Όταν το 1981 συνελήφθη κατηγορούμενος ότι δολοφόνησε έναν αστυνομικό, ο Μουμία ήταν ένας βραβευμένος Αμερικανός δημοσιογράφος, πρόεδρος της Ένωσης Αφροαμερικανών Ρεπόρτερ στην Φιλαδέλφεια. Καταδικάστηκε εξαρχής σε θάνατο αλλά μετά από σειρά προσφυγών και εφέσεων και με τη συμβολή ενός παγκόσμιου κινήματος συμπαράστασης από ομάδες προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,  κατάφερε να καθυστερήσει την εκτέλεση της ποινής. Σε όλο το διάστημα της κράτησής του διακήρυσσε την αθωότητά του και ότι το γεγονός ότι είναι θύμα δικαστικής πλεκτάνης. Με άρθρα και ραδιοφωνικές εκπομπές έκανε γνωστή την υπόθεσή του κι έγινε παγκόσμιο σύμβολο για την κατάργηση της θανατικής ποινής η οποία ισχύει στην πλειοψηφία των πολιτειών των ΗΠΑ.

Η μεγάλη πλεκτάνη

Πρόεδρος του δικαστηρίου που καταδίκασε τον Μουμία ήταν ο δικαστής Άλμπερτ Σειβο, που οι δημοσιογράφοι αποκαλούσαν δήμιο: έχει επιβάλει τις περισσότερες θανατικές καταδίκες στις ΗΠΑ. Στους κύκλους των δικηγόρων ήταν γνωστός ως φίλος των εισαγγελέων. Είχε διατελέσει επί χρόνια βοηθός σερίφη της Φιλαδέλφειας-και τώρα δίκαζε κάποιον που κατηγορείτο για φόνο αστυνομικού.

Πριν αρχίσει η δίκη περισσότεροι από τους μισούς ενόρκους αντικαταστάθηκαν μετά από πρόταση του εισαγγελέα-επειδή δεν πίστευαν στην θανατική ποινή. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν μαύροι. Στη συνέχεια, ο εισαγγελέας πέτυχε την αντικατάσταση ακόμη 11 ενόρκων, επειδή ήταν μαύροι. Τελικά στο σώμα των ενόρκων έμειναν μόνο 2 μαύροι, σε μια πόλη όπου το 40% του πληθυσμού είναι μαύροι.

Η εισαγγελία παρέταξε ως μάρτυρες μια πλειάδα επιστημόνων και ειδικών. Ο Μουμία δεν είχε χρήματα για να πληρώσει δικηγόρο, το δικαστήριο διόρισε κάποιον που δεν είχε πείρα σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας. Σύμφωνα με την έκθεση του ιατροδικαστή, οι σφαίρες που σκότωσαν τον αστυνομικό από 44αρι. Αλλά το όπλο του Μουμία Αμπου Τζαμάλ ήταν 38αρι. Λόγω της απειρίας του συνηγόρου υπεράσπισης, το στοιχείο αυτό δεν παρουσιάσθηκε στη δίκη. Το ανακάλυψαν οι διάσημοι δικηγόροι που ανέλαβαν δωρεάν, πολλά χρόνια αργότερα, να σώσουν την ζωή του.

Η αστυνομία υποστήριξε ακόμη ο Μουμία Αμπου Τζαμάλ ομολόγησε τον φόνο όταν, το βράδυ του επεισοδίου, μεταφέρθηκε τραυματισμένος στο νοσοκομείο. Αλλά ο αστυνομικός Γκάρι Μπελ που ισχυρίστηκε ότι άκουσε την ομολογία ξέχασε να την αναφέρει. Την… θυμήθηκε 2,5 μήνες μετά τον φόνο. Σε καμία από τις αναφορές των 15 αστυνομικών που φρουρούσαν τον τραυματισμένο Μουμία στο νοσοκομείο δεν υπήρξε νύξη για ομολογία.  Αντίθετα, ένας απ’ αυτούς, ο Γκάρι Γουόκοαλ, έχει γράψει στην αναφορά του, επί λέξει: «ο νέγρος δεν έκανε κανένα σχόλιο».

Ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος σχεδίαζε επί χρόνια να σκοτώσει αστυνομικό. Επικαλέστηκε ένα άρθρο του Μουμία, που όταν ήταν 15 ετών έγραψε ήταν οργανωμένος στουςΜαύρους Πάνθηρες, μια ριζοσπαστική οργάνωση της μαύρης νεολαίας. Σε αυτό το άρθρο ο Μουμία χρησιμοποιούσε μια γνωστή φράση του Μάο Τσε Τούνγκ για την κινέζικη επανάσταση: «η πολιτική εξουσία κρέμεται από την κάννη των ντουφεκιών».

Παρόμοια «αποδεικτικά» στοιχεία και η μαρτυρία μιας πόρνης που συνεργαζόταν με την αστυνομία, στάθηκαν αρκετά για να καταδικασθεί ο Μουμία σε θάνατο.

Το Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα είχε ερευνήσει την υπόθεση σε βάθος στο ντοκιμαντέρ του «Υπόθεση Μουμία Αμπού Τζαμάλ», το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε στο tvxs.gr.

 

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων