Αρχείο για "Οκτώβριος, 2013"

τους κανόνες στο παιχνίδι

Μουσική : Γιώργος Θεοδωράκης
Στίχοι : Βασίλης Ανδριόπουλος
Τραγούδι : Γιώργος Θεοδωράκης
Δίσκος : Μαργκώ (1988)

Τους κανόνες, το παιχνίδι
άλλοι για μένα τους ορίζουν
άλλοι για μένα σκέφτονται
κι άλλοι για μένα αποφασίζουν .

Τι να παίξω λοιπόν
τι να πουλήσω για να κερδίσω
ένα κομμάτι ουρανό
και μια παλάμη χώμα
ένα κανάτι νερό
κι ένα φιλί το γιόμα.

Τι να τους παίξω λοιπόν
τι να πουλήσω για να κερδίσω .

φουκώ κι εκπαίδευση

 

 

Ο Φουκώ έγινε διάσημος στη δεκαετία του 1960 και του 1970 ως ένας ανατρεπτικός και εικονοκλαστικός στοχαστής. Είχε ως στόχο να αποδείξει μέσα από προσεκτική έρευνα ότι όλα έχουν μια ιστορία, ακόμα και η ηθική, όπως είχε κάποτε υποστηρίξει ο Νίτσε. Αν όλα έχουν ιστορία, τα πάντα είναι ενδεχόμενα και ως εκ τούτου, τουλάχιστον κατ ‘αρχήν, είναι ανοικτά στην αλλαγή.

Ο Φουκώ πίστευε ότι η αλλαγή είναι δυνατή σε επίπεδα και σε χώρους που εμείς θεωρούμε δεδομένα. Ο Φουκώ είναι δύσκολο να ταξινομηθεί, τόσο όσον αφορά τη πνευματική εργασία του όσο και τις πολιτικές δεσμεύσεις του. Είναι συζητήσιμο το κατά πόσον ή όχι θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως φιλόσοφος, ιστορικός, θεωρητικός ή κριτικός.

Ο Φουκώ τείνει να βρεθεί ανάμεσα σε δύο ή ακόμη και εκτός από τις συμβατικές κατηγορίες, κι αυτός είναι πιθανώς ο λόγος για τον οποίο έχει συνδεθεί με μια σειρά από αντικρουόμενες θέσεις: έχει χαρακτηριστεί ως στρουκτουραλιστής, μεταδομιστής, μεταμοντέρνος, αντι-ανθρωπιστικής ακόμα και, μάλλον συγκεχυμένα, ως στοχαστής της παράδοσης του Διαφωτισμού. Σε πολιτικό επίπεδο υπάρχει διαφωνία για το αν ήταν ένας αριστερός αγωνιστής, ένας ακτιβιστής ή ένα κρυφός συντηρητικός. Ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο ο Φουκώ αποφεύγει την ταξινόμηση αυτή μπορεί κάλλιστα να είναι ένα μέτρο της συνεχιζόμενης επιτυχίας του σε δύσκολες συνθήκες και σε όλο και πιο εύκολες ερμηνείες του παρελθόντος ή του παρόντος.

Δύναμη και γνώση

Στην εκπαιδευτική έρευνα, ο Φουκώ είναι γνωστός για τη δουλειά του από τα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η οποία εξέτασε τη δύναμη και τη σχέση της με τη γνώση. Προσπάθησε να μετασχηματίσει το τρόπο που βλέπουμε τη δύναμη και την παραγωγή της γνώσης. Αυτό οδήγησε σε παρεξηγήσεις. Για παράδειγμα, ο ισχυρισμός ότι η γνώση έχει «γίνει δυσδιάκριτη από την εξουσία» αποδόθηκε λανθασμένα στο έργο του. Στην πραγματικότητα, ο ίδιος φρόντισε να απορρίψει την ιδέα ότι «η γνώση είναι δύναμη» ή ότι «η δύναμη είναι γνώση”. Αν αυτοί οι όροι είναι εναλλάξιμοι, θα υπήρχαν πολύ λίγα για να διερευνήσει κανείς.

Ταυτόχρονα ο Φουκώ θέλησε να ανατρέψει την ιδέα ότι η πραγματική γνώση ή η αλήθεια μπορεί να παραχθεί μόνο σε περίπτωση απουσίας της εξουσίας. Σύμφωνα με τη συμβατική λογική, η δύναμη δεν πρέπει να επιτραπεί να αλλοιώσει την παραγωγή της γνώσης. Η πρόκληση του Φουκώ στη σύμβαση αυτή αναπτύσσει μια ιδέα παρμένη από τον Νίτσε, αυτή είναι η άποψη ότι ένα πράγμα μπορεί να «προκύψει από το αντίθετό του». Η εξουσία δεν μπορεί να αλλοιώσει τη γνώση, γιατί η γνώση είναι ήδη προϊόν της εξουσίας. Αν και η γνώση μερικές φορές φαίνεται να εδρευεί κάπου πάνω από τη σύγχυση της καθημερινής ζωής, είναι στενά συνδεδεμένη με τον «αναλώσιμο, σαγηνευτικό, παραπλανητικό, ταπεινό κόσμο που την παράγει».

Τα τεστ νοημοσύνης, για παράδειγμα, έχουν διαμορφωθεί μέσα στο εννοιολογικό πλαίσιο της εκπαίδευση των αρχών του εικοστού αιώνα. Η ίδια η αντίληψη μας για τη νοημοσύνη ήταν επομένως το ιδιότυπο προϊόν μιας ουσιαστικά αυθαίρετης θεσμικής ρύθμισης. Η ανάλυση αυτή μπορεί να επεκταθεί για να δείξει πώς η εξουσία συνεχίζει να μας επηρεάζει μέσα από την παραγωγή της γνώσης. Η ανάπτυξη των τεστ νοημοσύνης μπορεί να τοποθετηθεί μέσα σε ένα πολύ μεγαλύτερο μετασχηματισμό που βρίσκεται σε εξέλιξη τουλάχιστον από τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Φουκώ υποστήριξε ότι υπήρξε μια γενικότερη «αντιστροφή της ορατότητας» χάρη στην οποία προηγουμένως αγνοημένες, άγνωστες και περιθωριοποιημένες ομάδες ήρθαν στο προσκήνιο.

Ο γενικός πληθυσμός είχε εξεταστεί σχολαστικά, με μια διαδικασία αντικειμενοποίησης κατά την οποία εντοπίστηκαν νέα επίπεδα για τη λειτουργία της εξουσίας. Μέσα από διάφορα δίκτυα παρατήρησης και τήρησης αρχείων, το «κατώφλι της περιγράψιμης ατομικότητας» είχε μειωθεί. Είτε άμεσα ορατά μέσω των μορφών της οπτικής επιτήρησης, είτε έμμεσα ορατά μέσω του μονοπατιού των δεδομένων που αφήνουμε καθώς περνάμε μέσα από διάφορους φορείς και θεσμούς, συλλαμβανόμαστε μέσα σε ένα μεγάλο όγκο εγγράφων που συνωμοτούν για να κάνουν τις πιο μπανάλ πτυχές της ζωής μας προσβάσιμες στην επίδραση της δύναμης.

Στην περίπτωση της σχολικής εκπαίδευσης, τα συστήματα τήρησης αρχείων και επιτήρησης συνοδεύονται από αρχιτεκτονικές της εξουσίας που κυμαίνονται από το σχεδιασμό των σχολικών κτιρίων έως την κατασκευή και την τοποθέτηση των καθισμάτων. Οι ρυθμίσεις αυτές συνδυάζονται με προσεκτικά επινοημένες σχέσεις ηθικού εξαναγκασμού μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών (συχνά με τη πιο καλοπροαίρετη όψη), όπου το «τελικό σημείο είναι η παραγωγή ενός αυτο-πειθαρχούμενου, αυτο-ρυθμιζόμενου πολίτη».

Δεν είναι τυχαίο, υποστήριξε ο Φουκώ, ότι η μαζική εκπαίδευση επεκτάθηκε παράλληλα με την ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών. Τα σχολεία του δέκατου ένατου αιώνα ανέπτυξαν μια ποικιλία από «μικρούς, καθημερινούς, φυσικούς μηχανισμούς» που θα εγγυάται την «υποβολή των δυνάμεων και των σωμάτων» κάτω από ένα σύστημα που ήταν μόνο «επί της αρχής ισότιμο [και δημοκρατικό]». Με άλλα λόγια, ο λόγος (discourse) των δημοκρατικών ελευθεριών ήταν στενά συνδεδεμένος με μια «σημαντική επέκταση των διαδικασιών ελέγχου, περιορισμού και εξαναγκασμού», όπου τα σχολεία ήταν υπεύθυνα για την ενσωμάτωση εκείνων των τεχνικών που αποτέλεσαν τη «σκοτεινή πλευρά» του δημοκρατικού προτάγματος.

Η εξουσία μπορεί και παίρνει τη μορφή της άμεσης καταπίεσης. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές, υποστήριξε ο Φουκώ, λειτουργεί με τη διαμόρφωση των υποκειμενικοτήτων. Αντί να επιβάλει μια ολοκληρωτική χειραγώγηση της καθημερινής συμπεριφοράς μας, η εξουσία δρα επηρεάζοντας τη «συμπεριφορά δεοντολογίας», διαμορφώνει τα άτομα να κάνουν τις σωστές επιλογές από έναν περιορισμένο αριθμό αποδεκτών επιλογών. Η ελευθερία, για τον Φουκώ, είναι μια προσεκτικά κατασκευασμένη οντότητα, και τα σχολεία είναι μόνο ένας από τα πολλούς τόπους που ασχολούνται με αυτό το περίπλοκο έργο.

Διασπορά της εξουσίας

Ακριβώς όπως ο Φουκώ αμφέβαλε για την ύπαρξη της αντικειμενικής αλήθειας, είχε εκφράσει επίσης αμφιβολίες για τη δυνατότητα επίτευξης αληθινής ελευθερίας. Προσπάθησε να αποδείξει ότι μια τέτοια κατάσταση είναι αδύνατη και ότι θα πρέπει να αποφύγουμε τις αποπλανήσεις αυτού του ουτοπικού ονείρου, όταν, για παράδειγμα, μας ενθαρρύνουν να πιστεύουμε ότι ο νόμιμος στόχος της εκπαίδευσης είναι να παράγει αυτόνομα, ορθολογικά και ελεύθερα σκεπτόμενα άτομα. Τέτοιες ελπίδες αντιπροσωπεύουν μια αναστολή της κριτικής συνείδησης, επιτρέποντας σε λειτουργίες της εξουσίας να εισέλθουν λαθραία.

Για να αποφευχθεί αυτή η μορφή της αναλυτικής τύφλωσης, ο Φουκώ υιοθέτησε τη θέση της αέναης κριτικής που υποθέτει ότι «τα πάντα είναι επικίνδυνα». Είδε την εξουσία περισσότερο ως διασπαρμένη παρά ως εντοπισμένη σ’ ένα ιδιαίτερα ισχυρό και καταναγκαστικό θεσμό. Επίσης, αρνήθηκε ότι η εξουσία διέπεται από οποιαδήποτε κεντρική οργανωτική αρχή παρόλο που συχνά είναι δελεαστικό να υποστηρίξει κανείς ότι η εξουσία αντιπροσωπεύει τα ευρύτερα συμφέροντα του κεφαλαίου, την πατριαρχία ή το κράτος. Αυτά είναι «μετατοπίσεις», υποστήριξε ο Φουκώ, με τις οποίες θα αποφεύγουμε το πραγματικό ερώτημα της εξουσίας σε όλες τις πολύπλοκες λεπτομέρειες της.

Η δυσκολία με τη θέση του Φουκώ είναι ότι υπαινίσσεται την αδυνατότητα καταγγελίας της εξουσίας από έξω, απλώς και μόνο επειδή η εξουσία είναι παντού. Πράγματι, η φουκωϊκή κριτική αρνείται γενικά να καθοδηγείται από εξωτερικά πρότυπα ή νόρμες, έναντι των οποίων θα μπορούσαμε να μετρήσουμε και να κρίνουμε συγκεκριμένες περιπτώσεις εξουσίας. Ο Φουκώ δεν αποθαρρύνθηκε, υποστηρίζοντας ότι η κριτική είναι πιο παραγωγική όταν υποθέτει ότι η εξουσία είναι παντού, συγκροτώντας την καθημερινή ζωή, συμπεριλαμβανομένου του ηθικού σύμπαντος μέσα από το οποίο θα θέλαμε να εκδίδουμε τις καταδίκες μας.

Ο Φουκώ υποστήριξε ότι όταν τα άτομα ή οι ομάδες αναπτύσσουν μια κοινωνική κριτική που βασίζεται στην ψευδαίσθηση ότι έχουν διαγνωστεί οριστικά την εξουσία, και όταν προσπαθούν για τη θεσμική, κοινωνική και πολιτική αλλαγή με βάση αυτή τη διάγνωση, τότε σχεδόν «αναπόφευκτα» επανεπενδύουν μερικούς από τους  «ίδιους μηχανισμούς εξουσίας» που επιδιώκουν να απορρίψουν. Ήταν ιδιαίτερα επικριτικός με τις επαναστατικές δραστηριότητες που καθοδηγούνται από μια μαρξιστική ανάλυση της κρατικής εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι τα σοσιαλιστικά κράτη αναπαράγουν, με διαφορετικό μανδύα, τις ωμότητες και τις αδικίες που προσπάθησαν να καταστρέψουν. Αυτό οφείλεται, εν μέρει, στην έλλειψη έρευνας και σε μια τάση να μειώνουν τις πολυπλοκότητες της εξουσίας σε απλοϊκές σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

Ενάντια σε αυτή τη τάση τύφλωσης σχετικά με την εξουσία, ο Φουκώ, υποστήριξε μια αφθονία «σχολαστικών και υπομονετικά τεκμηριωμένων» ερευνών για τις πολλαπλές επιπτώσεις και τους τρόπους λειτουργίας της εξουσίας. Οι ερευνητές, οι οποίοι επιδιώκουν να υιοθετήσουν το θεωρητικό πλαίσιο του Φουκώ καλούνται ως εκ τούτου να αποφύγουν τη διατύπωση απόψεων που βασίζονται σε ένα σιωπηρό ιδανικό σχετικά με το πώς είναι ή πρέπει να είναι η εκπαίδευση. Αυτή η αντι-κανονιστική οπτική θα τους επιτρέψει να εξετάσουν εκπαιδευτικές ανησυχίες με μεγαλύτερη προσοχή και κριτική διορατικότητα.

Χρησιμοποιώντας τον Φουκώ

Ο Φουκώ θα αντιστεκόταν, ίσως, στην ιδέα μιας εισαγωγής ή επισκόπησης του έργου του, αφού έχει υποστηρίξει ότι οι προσπάθειες για να παρέχουμε μια ολοκληρωμένη περιγραφή του έργου ενός συγγραφέα τείνουν να δημιουργήσουν μια υπερβολικά τακτοποιημένη εικόνα που μπορεί να «εξημερώνει» τις ιδέες του συγγραφέα. Κάποτε πρότεινε ότι το έργο του θα πρέπει να γίνεται αντιληπτό ως μια «εργαλειοθήκη» από το οποίο οι άλλοι μπορούν να εξάγουν τα μέρη που τους είναι χρήσιμα. Ήθελε να αποφύγει να θεωρηθεί ότι προσφέρει ένα «γενικό σύστημα», ένα κυρίαρχο θεωρητικό πλαίσιο ή μια κοσμοθεωρία που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε διάφορους τομείς με ένα «ενιαίο τρόπο». Αυτό σημαίνει με τη σειρά του ότι όσοι χρησιμοποιούν τον Φουκώ έχουν μια αποσπασματική προσέγγιση στο έργο του και συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει συνεκτικό φουκωϊκό πλαίσιο βάσει του οποίου η ερμηνεία του έργου του θα μπορούσε να κριθεί για την ορθότητά της.

Ενώ η πρόσκληση να χρησιμοποιήσουμε το έργο του συμβάλλει δημιουργικά στη διευκρίνιση της οπτικής του Φουκώ για τη γνώση, αυτό θα πρέπει να ενταχθεί μέσα στο γενικό πλαίσιο της πολιτικής του Φουκώ. Ο Φουκώ αντιστάθηκε στη ταξινόμηση επειδή ο ρόλος ενός διανοούμενου, κατά την άποψή του, δεν είναι να «καλουπώνει την πολιτική βούληση των άλλων». Αντίθετα, υποστήριξε «τον διανοούμενο ως καταστροφέα της απόδειξης και των καθολικοτήτων, αυτόν που, στις αδράνειες και τους περιορισμούς του παρόντος, εντοπίζει και σημειώνει τα αδύνατα σημεία, τα ανοίγματα, τις γραμμές της εξουσίας,  ο οποίος αδιάκοπα μετατοπίζει τον εαυτό του, δεν γνωρίζει ακριβώς που οδεύει, ούτε τι θα σκεφτεί αύριο, γιατί είναι πάρα πολύ προσεκτικός με το παρόν». Η πρόκληση, όπως το έβλεπε, δεν είναι να υπερασπιστεί μια πολιτική “τοποθέτηση” (η οποία προϋποθέτει ότι οι διαθέσιμες επιλογές έχουν ήδη οριστεί), αλλά να βοηθήσει «να αναδείξει νέα σχήματα πολιτικοποίησης» και ως εκ τούτου να εργαστεί προς την κατεύθυνση ακόμη και αφάνταστων μορφών κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Η συμβολή του Φουκώ στη μελέτη της εκπαίδευσης, ως κοινωνικό και πολιτικό θεσμό, πρέπει να γίνει κατανοητή υπό αυτό το πρίσμα.

Πηγή: Βritish Educationanal Research Association

Mετάφραση: Αντώνης Γαλανόπουλος για το tvxs

 

lou reed

Πάει κι αυτός…

ιστορία στ΄ δημοτικού

Του Δημ. Μαργιόλη

 

Ο Mark Ferro  γράφει κάπου ότι <<η εικόνα που έχουμε για τους άλλους λαούς ή και για εμάς τους ίδιους συνδέεται με την ιστορία που μας έχουν αφηγηθεί όταν ήμασταν παιδιά. Η ιστορία αυτή μας σημαδεύει σε ολόκληρη τη ζωή μας>>.[1]
Οι διαμάχες για τα εγχειρίδια της σχολικής ιστορίας που συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, καταδεικνύουν ανάμεσα στα άλλα, την ηγεμονία μιας εθνικιστικής ιστορικής αφήγησης που αντλεί τα στερεότυπα και τα συστατικά της στοιχεία από τη δεξαμενή εθνικοφροσύνης, ιδεολογημάτων και εθνικών μύθων που διαμορφώθηκε σε ολόκληρη τη διαδρομή του 20ου αιώνα εντός και εκτός των εκπαιδευτικών μηχανισμών. Αν επιθυμούμε να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή την αντιπαράθεση, το βάθος της, το πραγματικό της διακύβευμα, αν – πολύ περισσότερο – απέναντι στη μυθοπλασία του εθνικισμού και το μεταμοντέρνο <<θρυμματισμένο καθρέφτη>> φιλοδοξούμε να αντιπαραθέσουμε την <<πλήρη ιστορία>>, δηλαδή την ιστορία ως <<ένα αδιαίρετο ιστό στον οποίο όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες, υλικές και πολιτισμικές δυνάμεις και σχέσεις παραγωγής είναι αλληλοσυνδεόμενες>>[2] και ερμηνεύουν την ανθρώπινη εξέλιξη, θα πρέπει να ξεκινήσουμε την προσπάθειά μας στρέφοντας το βλέμμα στο παρελθόν της σχολικής ιστορίας.
Η εργασία αυτή φιλοδοξεί να μελετήσει την προσπάθεια του μετεμφυλιακού κράτους να εμπεδώσει και να εγχαράξει μια υπερσυντηρητική εθνική ταυτότητα και ιδεολογία και σύστοιχες πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές ασκώντας εκπαιδευτική πολιτική και αξιοποιώντας την ιδεολογική λειτουργία του σχολικού μηχανισμού. Συγκεκριμένα, θα επιχειρήσουμε να ερευνήσουμε πως αντανακλάται αυτή η προσπάθεια στο περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων ιστορίας της Στ΄ δημοτικού της περιόδου 1950 – 1974.
Η ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, θα μας επιτρέψει να ελέγξουμε εάν και σε ποιο βαθμό τα νέα δεδομένα και οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής περιόδου επηρέασαν τη νοηματοδότηση της εθνικής ταυτότητας και συνακόλουθα τον τρόπο συγγραφής και παρουσίασης της σχολικής ιστορίας.
Πιο συγκεκριμένα θα επιχειρήσουμε να δοκιμάσουμε και να ελέγξουμε τέσσερις βασικές υποθέσεις :
Η πρώτη υπόθεση υποστηρίζει ότι η παραδοχή της αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνικού έθνους και της περιοδολόγησής του σε ελληνική αρχαιότητα- Βυζάντιο – Νέο ελληνισμό, αποτελεί δόγμα απαράβατο, ενώ η εθνική μυθολογία (βλ. κρυφό σχολειό, Αγία Λαύρα) εμπλουτίζεται από την ηρωοποίηση του Μεταξά και των βασιλέων.
Η δεύτερη υπόθεση υποστηρίζει ότι συγκροτείται αυτή την περίοδο μια υπερσυντηρητική εθνική ταυτότητα με βάση τα ιδεολογήματα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, του αντικομμουνισμού και του τρίπτυχου <<πατρίς – θρησκεία – οικογένεια>>. Αυτός ο εθνικός φρονηματισμός αποτελεί και το βασικό εργαλείο διαμόρφωσης μιας αντικομμουνιστικής και ανορθολογικής ανάγνωσης των πρόσφατων γεγονότων του πολέμου, της κατοχής, της αντίστασης και της εμφύλιας σύγκρουσης – ανάγνωσης που επιβλήθηκε στο κοινωνικό σώμα από το σύνολο των μηχανισμών του κράτους.
Η τρίτη υπόθεση υποστηρίζει ότι η ταξική και εθνική <<ανασφάλεια>> που χαρακτηρίζει τον αστισμό στη μετεμφυλιακή περίοδο αντανακλάται στην προσπάθεια εγχάραξης μέσα από τη σχολική ιστορία μιας εθνικόφρονης πολιτικής και πολιτιστικής ομοιογένειας που εξ ορισμού θα αποκλείει ή έστω θα αποσιωπά κάθε ταξική, γλωσσική, πολιτισμική διαφοροποίηση και θα εξιδανικεύει και συσκοτίζει τις ταξικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις του παρελθόντος. Το έθνος εμφανίζεται ως μια οντότητα <<ενιαία>> και <<αδιαίρετη>>, επομένως, οτιδήποτε υπονομεύει αυτή την αντίληψη, ανασκευάζεται ή απλά αποσιωπάται.
Η τέταρτη υπόθεση υποστηρίζει ότι η σχολική ιστορία της περιόδου καλλιεργεί την εικόνα ενός εθνοκεντρισμού σε διαρκή πόλεμο. Το ελληνικό έθνος αποτελεί τη μήτρα και το προπύργιο του ελεύθερου πολιτισμένου κόσμου και από αυτή τη θέση μάχεται ανά τους αιώνες ενάντια σε <<εθνικούς εχθρούς>> που διακρίνονται για τη βαρβαρότητα και την αγριότητά τους. Το δόγμα των προαιώνιων εθνικών εχθρών που αντιστοιχεί στη ρομαντική διάσταση του έθνους, αναδιαμορφώνεται για να συμπεριλάβει και το στρατόπεδο των ηττημένων του εμφυλίου πολέμου.
Επίσης, θα μελετήσουμε τα δυο αντίστοιχα σχολικά εγχειρίδια νεοελληνικής ιστορίας της υπερορίας που αποτελούν την έμπρακτη απάντηση της αριστεράς αλλά και ένα εναλλακτικό δείγμα γραφής και ιστορικής αφήγησης της ίδιας περιόδου που συνδιαμόρφωσε την ιστορική συνείδηση χιλιάδων ελληνοπαίδων της πολιτικής προσφυγιάς.

 

________________________________

[1] Mark Ferro, Πως αφηγούνται την ιστορία στα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο, Μεταίχμιο, 2001, σ. 9.

[2] Eric Hobsbawm, Ιστορία: μια νέα εποχή της λογικής, περ. Διάπλους, τεύχος 7, 2005.

Η πλήρης εργασία όπως δημοσιεύτηκε στο alfavita:

ιστορία στ΄δημοτικού 1950-1974

για τη γλυκιά τη λευτεριά

Σπάνιο video που δοθηκε στη δημοσιότητα από συγγενείς του Παπαδούκα, εικονολήπτη του ΕΛΑΣ.

Το τραγούδι που απαγορεύτηκε σε γυμνάσιο του Πύργου ,ενώ η Εθνική Αντίσταση έχει αναγνωριστεί με νόμο εδώ και 30 χρόνια…

το τραγούδι είναι του Δημήτρη Γκόγκου-Μπαγιαντέρα από το Χατζηκυριάκειο .

όταν μιαν άνοιξη

Ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη

 

…οι ναυαγοί της «Μέδουσας»

Οι διαθέσιμοι ή οι ναυαγοί της «Μέδουσας»

Του Γιώργου Μαργαρίτη*

GdMBob

Στις 2 Ιουλίου του 1816 ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο, η φρεγάτα «Μέδουσα» ναυάγησε στα ανοιχτά των ακτών της Μαυριτανίας. Το πλοίο βρισκόταν σε επίσημη αποστολή και μετέφερε αξιωματούχους και επιβάτες –παλαιούς και νέους έποικους- προς τη Σενεγάλη, η οποία μόλις είχε επιστραφεί από τους Βρετανούς στη Γαλλία μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων. Ο κυβερνήτης του πολεμικού ήταν ένας αριστοκράτης, ένας κόμης, εξόριστος στα ξένα από τον καιρό της Επανάστασης και του Ναπολέοντα, από το 1789. Ηταν άνθρωπος εμπιστοσύνης του νέου μοναρχικού καθεστώτος, της αριστοκρατικής Παλινόρθωσης, αλλά ολότελα άσχετος με την τέχνη της ναυσιπλοΐας. Με τη νεοαποκατασταθείσα αριστοκρατική του αυταρέσκεια ο καταστροφικός αυτός καπετάνιος απέκοψε το πλοίο από τον υπόλοιπο στόλο και το οδήγησε στις ξέρες της αφρικανικής ακτής.

Από τους περίπου 400 επιβαίνοντες στο πλοίο –πλήρωμα και επιβάτες- οι 147, μέλη του πληρώματος και επιβάτες, επιβιβάστηκαν σε μια αυτοσχέδια σχεδία που κατασκεύασαν από τα κομμάτια του ναυαγίου. Μέσα στην ταραχή των στιγμών και την απόλυτη ανικανότητα του άρχοντα-καπετάνιου ανοίχθηκαν στη θάλασσα χωρίς τρόφιμα και χωρίς νερό. Η σχεδία βρέθηκε από ένα άλλο πολεμικό στις 17 Ιουλίου. Μόλις 17 από τους επιβαίνοντες σε αυτήν ήσαν ακόμα ζωντανοί. Και γι’ αυτούς όμως ήταν αργά. Οι περισσότεροι πέθαναν τις επόμενες ημέρες βαριά αφυδατωμένοι και με καταστρεπτικές τις επιπλοκές της ηλίασης. Στο παραλήρημά τους, πριν πεθάνουν, είπαν πράγματα φρικτά για όσα έγιναν στη σχεδία τις 15 ημέρες που περιπλανιόταν στην απέραντη θάλασσα.

Το απολυταρχικό καθεστώς θέλησε να ξεχαστεί ετούτη η δυσάρεστη υπόθεση και εξέδωσε και τα σχετικά διατάγματα και τις σχετικές ερμηνείες για τις πράξεις των αρχόντων. Αντίθετα με τις επιθυμίες του ηγεμόνα και των υποτακτικών του όμως, το ναυάγιο της «Μέδουσας» έγινε η πιο διάσημη ναυτική τραγωδία στα παγκόσμια χρονικά. Καθώς οι πράξεις του καθεστώτος απαγορευόταν να σχολιαστούν στις εφημερίδες ή στους δρόμους, η τέχνη ανέλαβε το δύσκολο μέρος. Ο μεγαλύτερος ίσως των ζωγράφων της εποχής, ο Ζερικό, φιλοτέχνησε έναν αριστουργηματικό πίνακα που από το μέγεθός του μόνο (7 επί 5 μέτρα) έδειχνε την πρόθεσή του να κραυγάσει για τις ανομίες του καθεστώτος. Πρόκειται για τη «Σχεδία της Μέδουσας», που βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου.

Επειτα την υπόθεση ανέλαβε ο λαός. Ολοι μας θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια το παιδικό αθώο τραγουδάκι που μιλά για ένα μικρό καράβι που ήταν αταξίδευτο. Στο οποίο, όπως λέει η ελληνική μετάφραση των γαλλικών στίχων, σε πεντ’-έξι εβδομάδες σωθήκαν «όλες, όλες, όλες οι τροφές». Και η τρομερή επωδός: «Και τότε ρίξανε τον κλήρο… να δούνε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί…» Στα ανέμελα παιχνίδια όποιας ή όποιου ακουγόταν το όνομα -«και ο κλήρος πέφτει στην ή στον…»- περνούσε μια μικρή δοκιμασία ολότελα δυσανάλογη με την ανάλογη περιπέτεια των ναυαγών της σχεδίας, αυτούς όντως τους έτρωγαν οι απελπισμένοι πλησίον τους…

Και έτσι για δύο ολόκληρους αιώνες κραυγάζουν –χωρίς ίσως να το γνωρίζουν- τα παιδιά όλου του κόσμου για τον άδικο χαμό των μακρινών συνανθρώπων τους, για τον πλήρη ευτελισμό της κοινωνικής λειτουργίας και της ανθρώπινης ζωής που ξεπήδησε από τη ματαιοδοξία του τυραννικού καθεστώτος. Στίγμα ανεξίτηλο για τα καθεστώτα που υπηρετούν τον πλούτο και την αυταρέσκεια των ολίγων σε βάρος της αξιοπρέπειας και της ζωής των πολλών.

Μέρες του Οκτωβρίου 2013 που ζούμε, όπως τις ζούμε, στη ναυαγισμένη Ελλάδα. Στα νοσοκομεία, στους δήμους, στα σχολεία, στα Πανεπιστήμια, στους παιδικούς σταθμούς, στην καθαριότητα, στην κοινωνική πρόνοια, οι εργαζόμενοι ρίχνουν τον κλήρο να «δούνε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί». Στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα μαγαζιά, στις επιχειρήσεις ο κλήρος πέφτει καθημερινά, αφήνοντας ολοένα και λιγότερους για τις αυριανές κληρώσεις.

Ποιος ασήμαντος, δουλικός στους ισχυρούς, αγέρωχος στους αδύναμους, κυβερνήτης μάς φόρτωσε όλον τον ελληνικό λαό σε μια σχεδία και μας εγκατέλειψε στον ωκεανό χωρίς τρόφιμα και νερό; Ποιο ασήμαντο βρόμικο καθεστώς, υπερφίαλο χάρη σε ξένες εξουσίες και ξένες τράπεζες, ολότελα αδιάφορο για τα πάθη του λαού του μας γύρισε πίσω σε καιρούς κανιβάλων; Ποια άρχουσα τάξη που ενδιαφέρεται μόνο για τη δική της παρουσία και παραμονή στα σαλόνια του ευρωπαϊκού κεφαλαίου έκανε την τραγική ιστορία της «Μέδουσας» μέρος της δικής μας ζωής; Γιατί ηχεί επίκαιρα, άλλοτε αφιερωμένος στις διακοπές και τη σχόλη, ο στίχος «Και τότε ρίξανε τον κλήρο…/να δούνε ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί…»;

Τι θα έχουμε να πούμε στα παιδιά μας αύριο όσοι επιζήσουμε από ετούτη τη δοκιμασία; Οτι τάχα μου, σε αντίθεση με τους ναυαγούς της «Μέδουσας», εμείς ρίξαμε τον κλήρο με «κριτήρια» και «μόρια» – πολιτισμένα δηλαδή; Οτι δεχτήκαμε τη μοίρα μας σκυφτά όπως θα έκανε ο κάθε ηττημένος; Οτι χωρίς περίσκεψη, χωρίς αιδώ, αποδεχτήκαμε τον ανίδεο καπετάνιο και το βρόμικο καθεστώς που κρυβόταν πίσω από αυτόν;

Ετούτο το καθεστώς που μας έλαχε, ετούτη η άρχουσα τάξη που μας κυβερνά ολοένα και φέρνει πιο κοντά το απόλυτο δίλημμα: ο θάνατός σου, η ζωή μου. Εάν είναι έτσι, ας μη ζήσει λοιπόν. Ετούτο το φθινόπωρο, την άνοιξη που ακολουθεί, ας προετοιμάσουμε, ας ζήσουμε και εμείς το δικό μας 1830. Την εξέγερση η οποία θα σαρώσει τους άθλιους που εμφανίζονται ως ηγέτες της χώρας μας και ταγοί του λαού μας αλλά και όσους βρίσκονται πίσω από αυτούς –κρυμμένοι– και κανοναρχούν από τα ευρωπαϊκά σαλόνια τους τη μοίρα του λαού μας.

Δεν μας αξίζει η τύχη των ναυαγών της «Μέδουσας». 

* Καθηγητής Σύγχρονης Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας ΑΠΘ

τότε και τώρα!

 

Τότε και τώρα!

Στίχοι: B.D Foxmoor, Μιχάλης Μυτακίδης
Μουσική: B.D Foxmoοr, Μιχάλης Μυτακίδης

Σε θυμάμαι να τραγουδάς για όσους σκέφτονται
να γράφεις για όσους αντιστέκονται
να παίζεις μουσική κι εμβατήρια
να φτύνεις αίμα στα κρατητήρια
να φωνάζεις κι από τ’ αδικο να πνίγεσαι
να πεθαίνεις, να αντέχεις, ν’ αγωνίζεσαι
να ονειρεύεσαι, να ονειρεύεσαι.
Και τώρα να σιωπάς, να πουλάς, και να δίνεσαι,
να σαπίζεις, να ξερνάς και ν’ αφήνεσαι,
να κυβερνάς, να χτυπάς, να υποκλίνεσαι,
να ‘κονομάς, να ευλογάς και ν’ αμύνεσαι,
να γράφεις απλώς, να περνάει ο καιρός,
να δικάζεις σα να ‘σαι θεός,
να σιωπάς, να πουλάς και να δίνεσαι,
να σαπίζεις, να ξερνάς και ν’ αφήνεσαι.
Ρε, τσάμπα πήγανε όλα, τραγούδια κι αίμα
ποτίσαν ψέμα
όλα λυγίσανε κι όλα σαπίσανε
σ’ όσα αγαπήσανε, πάνω τους φτύσανε.
Τσάμπα πήγανε όλα και παραδόθηκαν και μαντρώθηκαν,
ήπιανε όλη την εξουσία, φάγαν καλά και στηλώθηκαν.
Tώρα βρωμάει σαπίλα κι εσύ – τι ξεφτίλα –
ράβεις όλα τα στόματα, πατάς επάνω στα ίδια μύρια πτώματα
που εσύ πρώτος θρηνούσες, το δίκιο ζητούσες
στα μάτια των εχθρών κοιτούσες και τους τραγουδούσες.
Πάνε όσα είδες όμορφα τώρα κατάλαβες τυχαία πως βρέθηκες,
στο χρόνο δέθηκες, τα πάντα ανέχτηκες, το βούλωσες, δέχτηκες.
Πάνε όσα ονειρεύτηκες, αν τα ονειρεύτηκες.
Τώρα τα έχασες όλα αφού….
Με τη ντροπή μια νύχτα πέρασες
κι ως το πρωί, κοίτα πως γέρασες.
Μες στη σιωπή κοίτα πως κόλλησες
κι αν κάτι πεις, θα πεις πως ξόφλησες.
Ναι ρε, τα είδα όλα, πασόκους – φασίστες,
σκυμμένους αρτίστες, μπάτσους – καριερίστες.
Ναι ρε, τα είδα όλα κι ο κύκλος γυρίζει,
ψοφίμι μυρίζει κι αυτό που σου αξίζει,
το ζεις, τ’ αγοράζεις, το τρως, το ψηφίζεις,
το ακούς, το ικετεύεις, το πονάς και το βρίζεις,
το αγκαλιάζεις, το φτύνεις, στο παιδί σου το αφηνείς,
το γλεντάς, το δικάζεις, στο κελί σου το κλείνεις.
Ναι ρε, τα είδα όλα και όλα μακριά μου,
βγαίνω στους δρόμους και σκιάχτους μιλιά μου,
η ζωή, η χαρά μου, η φωτιά στη καρδιά μου,
ξαναγίναν δικά μου ενώ εσύ….
όπου κι αν πας, όλα τα έχασες
και ν’ αγαπάς, για πάντα ξέχασες.
Φως στα παλιά τα περασμένα σου,
σκοτάδι αγκαλιά τα γερασμένα σου.
Με τη ντροπή μια νύχτα πέρασες
κι ως το πρωί, κοίτα πως γέρασες.
Μες στη σιωπή κοίτα πως κόλλησες
κι αν κάτι πεις, θα πεις πως ξόφλησες.

υπερασπίσου το παιδί!

Περιστέρι: 01/10/2013 12.00

xx8ZXY Cs7XXY

Pavlos Sidiropoulos – Kapote tha rthoun (Κάποτε θα ‘ρθουν να σου πουν) HQ

 

 

το καλντερίμι

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση