Ηχολόγιο – echologium – ɯnıƃoloɥɔǝ – οιγόλοχΗ

Ηχητικό ιστολόγιο του Δημήτρη Σαρρή, Εκπαιδευτικού (ΠΕ 16), ΒΑ Οικονομίας, ΒΑ, ΜΑ Πολιτισμού

το «λεξικό του αναστοχασμού»

 Τις τελευταίες δεκαετίες η επιστήμη στράφηκε στην μελέτη του ίδιου της του εαυτού! Τόσα χρόνια η επιστήμη μελετούσε τα πράγματα. Ήρθε η ώρα να αναρρωτηθεί, «ποιά είναι αυτή που μελετάει τα πράγματα;» «γιατί τα μελετάει έστι και όχι αλλιώς;». Αυτή η ανάπαυλα που κάνει η επιστήμη στο να προχωράει μπροστά «με κλειστά μάτια», αυτό το άνοιγμα των ματιών της προκειμένου να δει καλύτερα «ποιά είναι και που πάει», είναι ο λεγόμενος «αναστοχασμός» της.

Καθώς ο αναστοχασμός αυτός διαχύθηκε σε διάφορους κλάδους της επιστήμης, με επίκεντρο τις ανθρωπιστικές σπουδές, κάθε έννοια η οποία αναλάμβανε να αναστοχαστεί πάνω στην ίδια της τη φύση, πήρε το πρόθεμα «μετα-» (meta-). Γι΄ αυτό μια γλώσσα που μελετά την ίδια της τη φύση και συζητά για τη γλώσσα, είναι μια «μεταγλώσσα». Η μάθηση που ασχολείται με θέματα μάθησης είναι «μεταμάθηση». Η γνώση που αφορά σε γνώσεις για την ανάπτυξη των γνώσεων ονομάζεται «μεταγνώση» κ.ο.κ.

Ξαφνικά η επιστήμη είχε ανάγκη από ένα μεγάλο σύνολο λέξεων με το πρόθεμα «μετα», προκειμένου να περιγράψει ή και να «ανακαλύψει» τις αναστοχαστικές, αλλά και αυτοαναφορικές έννοιες. Στις μέρες μας συναντούμε λέξεις όπως «μεταεπικοινωνία»,»μεταδεδομένα», «μετααναζήτηση» κ.λπ. Η άλλη εκδοχή του «μετα-» είναι να προσδιορίζει χρονικά την δράση («μεταμοντέρνο», «μετασκευή» κ.λπ.). Πως θα ήταν όμως αν κάθε φορά το «μετα» προσέδιδε στη λέξη αναστοχασμό;

Η «μεταποίηση» θα ήταν ποίηση που αναστοχάζεται πάνω στη φύση της ποίησης, αυτοαναφορική ποίηση. Η λέξη αποκτά άλλη συμβολική διάσταση: «μεταποίησις», «metapoetry». Μια γραφή, αναφερόμενη στη φύση της γραφής θα ήταν η «μεταγραφή», (metawriting) αλλά γνωρίζουμε ότι η λέξη ήδη χρησιμοποιείται με άλλο νόημα.

Το «λεξικό του αναστοχασμού» είναι ένα γνωστικό παιχνίδι, όπου εντοπίζουμε λέξεις με το «πρόθεμα του αναστοχασμού ‘μετα-‘» και επιχειρούμε να αναδείξουμε πως θα ήταν και τι θα σήμαιναν αν το πρόθεμα ήταν αναστοχαστικό και όχι χρονικό. Ιδού λοιπόν μερικά λύματα:

 μεταβαίνω

μεταβάλλω

μεταβατικός

μεταβιβάζω

μεταβιομηχανικός

μεταγλώττιση

μεταγραμματίζω

μεταγραμματισμός

μεταγραφή

μεταγράφω

μεταάγω

μεταγωγέας

μεταγωγή

μεταθεση

μεταμορφικός

μεταμορφισμός

μεταμορφώνω

μεταμορφώνομαι

μεταμόρφωση

μετανοια

μετανοώ

μετανοών

μεταπλασμα

μεταπλάσσω

μεταποίηση

μεταποιητικός

μεταπράτης

μεταπράτηση

μεταρρυθμίζομαι

μεταρρύθμιση

μεταρρυθμιστής

μετασκευή

μεταστοιχείωση

μεταστροφή

μετασχηματισμός

μετατροπή

μετατυπία

μεταφορά

μεταφραση

μεταφυσική

μεταφωνία

μεταχειρισμένο

μεταεγγραφή

μεταεγγράφω

μεταεκπαίδευση

μεταεκπαιδευω

μεταονομασία

ΔΑΙΑΒΣΕΤΟ ΓΗΡΟΓΡΑ! ΜΡΟΠΕΙΣ!

Σνφμύωα με έυρενα στο Πιοηναπιμετο του Κμτρπιαίζ, δεν πεαίζι ρλόο με τι σριεά ενίαι τοθοπεμετενα τα γταμάμρα σε μια λξέη, αεκρί το πώτρο και το ταελείτυο γάμρμα να ενίαι στη στωσή θσέη.Τα υλοπιόπα μροπούν να ενίαι σε τχίυεας θίέεσς και μροπετίε να δαβαιάεστε τις λιεξές χρωίς πλβημόρα.Ατυό γνίταει γαιτί ο απ…ρώνθονις εκέγλφοας δεν δαεβζιάι γάμρμα γάμρμα κθάε λξέη αλλά τη λξέη σαν σνύλοο.

Σώπα δάσκαλε ν’ ακούσουμε το πουλί

Ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σχολείου και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής που
είχε έρθει εφέτος από το χωριό δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο. «Σώπα δάσκαλε», φώναξε, «σώπα δάσκαλε ν’ ακούσουμε το πουλί.»

(Από το «Αναφορά στο Γκρέκο»
του Νίκου Καζαντζάκη).

 

 

«Οι άνθρωποι του ήχου και της μουσικής, πρέπει να εστιάζουν πραγματικά στο άκουσμα, στο ηχοτοπίο, να μην αγνοούν τους ήχους, αφού αυτοί είναι οι «ειδικοί». Στα ζητήματα του ήχου, προέχει να δόσουμε έμφαση στην εκπαίδευση, στα παιδιά, στην αγωγή» μας είπε.


Να εστιάσουμε, λοιπόν, στην «αγωγή του ήχου» – θα συνοψίσω, μετά αυτήν την ελεύθερη απόδοση και από μνήμης αναφορά στα λόγια που μας είπε ο Murrey Schafer, στο 1ο Συνέδριο Ακουστικής Οικολογίας, στην Κέρκυρα.

Ο Schafer μας παρότρυνε, λοιπόν, ανοιχτά να κάνουμε την ουσιαστική στροφή στον ήχο, πρώτα απ’ όλα μέσα στην τάξη.

«Σώπα δάσκαλε ν’ακούσουμε το πουλί», είναι μια σχεδόν εμβληματική φράση, που μου παρέδωσε με πολλή μέριμνα, όταν πρωτοψηλάφιζα το θέμα, ο Γιάννης, εξαιρετικός δάσκαλος (για όλους μας), διδάκτορας της Μουσικής Εκπαίδευσης.

Ο μικρός καζαντζακικός ήρωας, που την άρθρωσε, αξίωσε τότε με ευθύτητα το ηχοτοπίο του. Στον ίδιο χώρο – το σχολείο – τώρα μας προτείνεται να επανέλθουμε «θεσμικά» στον ήχο. Να μην αγνοήσουμε τους ήχους του «χωριού» μας, κυρίως τώρα που διανθίστηκαν καθώς – o McLuhan το είπε από το ’60 – το χωριό μας έγινε «πλανητικό»…

Η αγωγή του ήχου, ο ήχος της αγωγής: εισαγωγικά…

  Η παιδαγωγική της Μουσικής στη σύγχρονη εκπαίδευση,
ακολουθώντας την τέχνη και την επιστήμη του 20ου αιώνα,
έχει στραφεί πλέον στον ήχο.

Η χρήση αυτοσχέδιων οργάνων,
οι «ηχοζωγραφιές»,
τα project για τον θόρυβο,
την ηχορύπανση,
η χρήση παραμυθιών και μύθων για την κατανόηση της μουσικής,
τόσες καινοτόμες δράσεις
και άλλα πολλά δείχνουν ότι μιλάμε πλέον
για μια «αγωγή του ήχου»,
συναρτημένη μάλιστα με τρόπο διεπιστημονικό με πολλά άλλα αντικείμενα.

Η αγωγή υγείας και η περιβαλλοντική αγωγή συνδέουν τον ήχο με τη ζωή μας ως ενέργεια. Η πολιτισμική αγωγή μας θυμίζει τα νοήματα και τις σημασίες του ήχου στον πολιτισμό μας. Ο ήχος συναντάται στη μελέτη του περιβάλλοντος και η μουσικότητα της γλώσσας είναι διάχυτη στην ποίηση και τη λογοτεχνία. Η φυσική αγωγή έχει μέσα της το ρυθμό και την κίνηση και τώρα, περισσότερο από ποτέ, οι φυσικές επιστήμες έχουν κάθε λόγο να συνδέονται διδακτικά με τα φαινόμενα της μουσικής και του ήχου. Το εκπαιδευτικό ηχολόγιο σκοπεύει να είναι χώρος ανάπτυξης σκέψεων, ιδεών και διαλόγου για την σύγχρονη διδακτική του ήχου και τις εκφάνσεις της σε διάφορα αντικείμενα και θεματικές. Σκοπεύει να δώσει ιδέες και ερεθίσματα σε κάθε ενδιαφερόμενο και ελπίζει σε μια γόνιμη συζήτηση για σχετικά θέματα. Καλώς ήρθατε λοιπόν στο εκπαιδευτικό μας ηχολόγιο!

Οι «λαϊκοί» στίχοι της… λαϊκής

Υπάρχει στη λαϊκή αγορά λαϊκή δημιουργία; Δεν υπήρξε φορά που να πέρασα σε μια λαϊκή αγορά και στα διαλαλήματα της πραμάτειας να μην άκουγα, στίχους, δίστιχα, παροιμίες, εκφράσεις και, συχνά, ποίηση. Είναι οι λέξεις και οι φράσεις που ακούγονται στην λαϊκή αγορά πολιτισμικό αγαθό; Κουλτούρα; Για παράδειγμα, στις διαλαλήσεις αλλά και στα μαύρα ταμπελάκια η λέξη «μπανάνα» έχει σχεδόν αντικατασταθεί από τη λέξη «άρωμα». Γιατί άραγε; είναι προφανές ποιο είναι το προϊόν (μπανάνα) οπότε αφιερώνουμε την ταμπέλα για να προβάλλουμε το προσόν του (άρωμα); Μήπως ως ήχημα το «άρωμα» προτιμείται για τους φθόγγους του, τις αναλογίες συλλαβών και φωνηέντων, και είναι τελικά προτιμότερη λέξη, αισθητικά; Απ’ την άλλη υπάρχουν κι άλλα «αρωματικά» φρούτα, χωρίς αυτό να προβάλλεται. Μήπως προκειμένου να αποβληθεί ο «καρναβαλικός» χαρακτήρας του φρούτου (μπανάνα) και οι ξεσαλωτικοί συνειρμοί, χρησιμοποιείται μια λέξη κομψή και φινετσάτη για τις αισθήσεις (άρωμα); Ωστόσο, το «αγγούρι» από τους ίδιους πωλητές αναγράφεται ως «αγγούρι». Εκτός αν γι’ αυτό δεν ισχύουν οι επιφάσεις της καρναβαλικής γλώσσας, όντας εγχώριο και οικείο στη γλώσσα μας.

Απ’ την άλλη είναι χρησιμοποιημένο ήδη καρναβαλικά από την παράδοση και τις παροιμίες. Μήπως οι πωλητές θέλουν να «απαλλάξουν» το αρωματικό φρούτο «μπανάνα» από τον προφανή συνειρμό, τον αναπόφευκτο ωστόσο για το «αγγούρι»; Αν πραγματικά μπορούμε να συζητούμε στην κόψη του «καρναβαλικού» και του σατυρικού με το «καθωσπρέπει» και τον κόσμο του εμπορίου, τότε βρισκόμαστε ενώπιον ενός θαυμαστού στοιχείου, που ενυπάρχει στη ζωντανή φωνή της λαϊκής αγοράς. Οι διαλαλητές επινοούν τις έξυπνες φράσεις τους για να διαλαλήσουν την πραμάτεια τους, άνδρες φωνακλάδες ως επί των πλείστων, που απευθύνονται σε ένα – κυρίως – γυναικείο κοινό. Αναπόφευκτα πειραχτικοί, προσπαθούν να κεντρίσουν, παράλληλα με το πείραγμα, με μια απίστευτη κομψότητα που δεν θα αποτρέψει – αντίθετα θα δελεάσει – την πελάτισσα προς τον πάγκο με την πραμάτεια. Αυτοσχεδιασμός, σύνθεση και δημιουργία με τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου. Ολόκληρη συλλογή φράσεων και παραλλαγών θα μπορούσε να γίνει. Με θεματικές ανά φρούτο, ομάδα φρούτων ή λαχανικών και σπανίως ψαρικών, οικιακών ειδών, αυγών ή άλλων μεμονωμένων προϊόντων. Μόλις όμως γίνει η (κατά)γραφή, θα χαθεί ο πλούτος και η ενέργεια της προφορικότητας.

Έτσι συμβαίνει πάντα με τον ήχο και το νόημά του: χάνεται μόλις ολοκληρωθεί. Ακολουθεί η απόλαυση, η καλή διάθεση, η ενέργεια που μας μεταδίδει, ποτέ όμως ξανά ο ήχος. Και είναι πολλά τα στοιχεία του ζωντανού ήχου που όσο περίτεχνα και δυναμικά εμφανίζονται δίπλα στα αυτιά μας την ώρα που διαλέγουμε φρούτα και λαχανικά, τόσο απαρατήρητα και παρασκηνιακά περνούν από τη ζωή μας (χωρίς βέβαια η αφάνεια αυτή να χρειάζεται να αξιολογηθεί!). Οι διαλαλητές έχουν εξαιρετική τεχνική, ώστε να διαλαλούν με δυνατή φωνή, όλη μέρα, κάθε μέρα και να μην βραχνιάζουν. Φωνές που αναδύονται από τον πάτο του πνεύμονα και δονούν την στοματική κοιλότητα για να διαπεράσουν με την ιδιαίτερη χροιά και την μελωδική τους διακύμανση τις συστοιχίες των πάγκων απ’ άκρη σ’ άκρη. Ρυθμικές επαναλήψεις των τιμών, ποικιλία μοτίβων και παραλλαγών, εκτινάξεις φωνηέντων και στιχομυθίες σε φωνητικά κομμάτια ενός μοναδικού αυτοσχεδιασμού. Και όπως κάθε πολιτισμικό αγαθό, στον χώρο της προφορικότητας και του ήχου, η λαϊκή δημιουργία αυτή, της λαϊκής αγοράς, είναι εύθραυστη, χρειάζεται ενέργεια και συναίσθημα για να υπάρξει, ξεγλιστρά δίπλα μας όπως ο ήχος…

Ετυμολογικά black out…

Έχω ενός είδους δυσλεξία, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς…
Ακούγοντας μια συγκεκριμένη λέξη την καταλαβαίνω με άλλη ετυμολογία και φυσικά άλλη ορθογραφία. Λόγω του αντικειμένου της εργασία μου – υποθέτω – σχεδόν ποτέ δεν ακούω «ο», παρά μόνο «ω» στις λέξεις
«ωδός», «ωδικώς», «ωδεύω», «πάρωδος» κ.λπ. ενώ λες και το κάνει σκόπιμα το μυαλό μου ακούει:
«εποδός», χωροδός», «τραγοδία», «παροδία» κλπ.
Επίσης και το καλώδιο, συχνά μου μοιάζει μια «καλή ωδή»…
Για να μη μιλήσω για την «προφανή» σύγχυση του «ερωτώ, ερωτείς, ερωτεί»…
Στην «Πολίτικη κουζίνα» ο πρωταγωνιστής κληρονομεί από τον παππού του την ιδιότητα να ακούει μέσα στις λέξεις τις «άλλες» λέξεις: τον «αστρονόμο» μέσα στον «γαστρονόμο», την «τροφή» μέσα στη «στροφή». Ένα δυνατό νοητικό παιχνίδι ετυμολογιών και συνθέσεων…

Μια φορά η σκέψη ήταν πιο ακραία, όταν άκουσα:
«Φωνοικώ»
Τιι σημαίνει; μα είναι πολύ προφανές… φωνάζω στο σπίτι που κατοικώ, κάνω φασαρία στο ίδιο μου το σπίτι…
Μια άλλη φορά το άκουσα «Φωνικώ», δηλαδή δια της δυνατής φωνής νικώ, υπερισχύω, ενώ μια άλλη φορά
«Φωνεικώ» κάτι σαν εκφράζω εικασίες δια της φωνής… Ξέρω, τραβηγμένο…
Προχθές ακούγωντας μια διαφήμιση έπιασα τη λέξη:
«επηχηρηματικότητα», που μου φάνηκε κάτι «επί» του να είναι κανείς «ηχηρός»…

Σήμερα όμως που ξεκίνησα να γράφω το παρόν έγινε το πιο παράξενο!
Σκέφτηκα ότι θα γράψω μια «συμμείωση» και μάλιστα το βρήκα πολύ λογικό να γράφεται έτσι…
Συγκεντρωμένες «μειώσεις» αφαιρετικές σκέψεις: συν-μειώσεις.
Τόσο λογικό το βρίσκω ακόμη και τώρα που γράφω το παρόν που goolgαρα τη λέξη με αυτή την ορθογραφία και είδα ότι δεν ήμουν ο πρώτος που το σκέφτηκε έτσι….
Επίσης πολύ συχνά ακούω για τον καιρό «μετωπικές νεφώσεις» και για ότι είναι «οι δυσεις των οκτώ…» ενώ στο (Πάντειο) Πανεπιστήμιο λέμε «παντειοοτρόπως» και στη Θεσσαλονίκη πίνουμε ρακόμελο στο «καφεναι»… Η αναγκαιότητα της ορθογραφίας επανέρχεται με έναν καινούργιο μεταμοντερινό επικοινωνιακά τρόπο, και πάει λέγοντας…

Όλο αυτό μου φαίνεται ένα μαγοικό παιχνείδι με το οποίο απολαμβάνω (υποθέτω) τη γλώσσα μου και θυμάμαι γλυκά και με ευχαριστία την καλή μας φυλόλογο που με είχε βάλει να γράψω 100 φωρές τη λέξη «μήνυμα»! Ή μήπως ήταν… «μύνημα»;

© (ή copywrite?) 2009

«Πως τον λεν τον ποταμό (δεδομένων)»; η πιθανότητα ενός «γλωσσικού λογισμικού»

Πως λένε το downloading; το ποτάμι δεδομένων που χύνεται απ’ τον σέρβερα στο πισί?
«κατέβασμα»; μια φορά είχα προτείνει στην ομάδα «καταβιβαστέα» για τα downloads και κάποιοι mediaσαν, κάποιοι άρχισαν να το σκέφτονται – βέβαια, brainstorming κάναμε ξέρετε πως είναι αυτά…Απ’ το «ό,τι νάναι» βγαίνει το καλό…υπάρχει και παροιμία για το γάμο σχετική…

Συνεχίζω όμως… «Kαταβασίες» είναι καλό, αλλά είναι όρος της βυζαντινής μουσικής…

Η Google είναι λιτή, «λήψη» το λέει.
Αλλά σε μια σελίδα αυτά που «είναι προς κατέβασμα»; πως να τα πεις;

Σε άλλο λογισμικό είδα ένα καλό: «μεταφόρτωση». ¨Ετσι το λέει και η Yahoo!.

Όπως και να το δεις, ότι και να κάνεις μεταφράζουμε μια γλώσσα – την αγγλική – που σε σχέση με την πληροφορική δεν είναι τυχαία: είναι η γλώσσα της πληροφορικής.

Τι εννοώ; ότι οι γλώσσες προγραμματισμού έχουν αγγλικές λέξεις. Όσοι σπούδασαν πληροφορική ή πρόλαβαν το περιβάλλον DOS στους προ-παραθύρων υπολογιστές το ξέρουν καλά…

Με δυό λόγια – γιατί είναι σημείωση του fb, όχι άρθρο – κάνω την υπόθεση εργασίας ότι το οικοδόμημα της πληροφορικής έχει εμφορεθεί σε ένα βαθμό τις σημειολογήσεις της γλώσσας που το θεμελίωσε. Έχω μια αίσθηση, και δεν προφθαίνω να το τεκμηριώσω, ότι αυτό επηρεάζει και τα κείμενα – κουμπιά και εξαρτήματα – της «επιφάνειας» του πληροφορικού οικοδομήματος.

Ότι όχι μόνο η πληροφορική έχει εμφορεθεί βαθύτερες δομές της αγγλικής, όχι μόνο το «από μέσα» του λογισμικού, αλλά και το «απ’ έξω». Η ιστοσελίδα δηλαδή που αυτή τη στιγμή βλέπετε, ακόμη κι αν έχετε την ελληνική γλώσσα, έχει τραφεί πολιτισμικά, έχει δομές, υποδομές, σημειολογήσεις και «υποσημειολογήσεις» της αγγλικής, με μια έννοια όμως «Τσομσκική»…

Που κολλάει ο Τσόμσκι; χρειάζεται για να ξεκαθαριστεί ότι οι πολιτισμικές συμπαραδηλώσεις που υποθέτω ότι η μητρική γλώσσα της πληροφορικής – η αγγλική – εμφόρεσε στην πληροφορική είναι επίκτητες. Στο βάθος, στα γονίδια δεν υπάρχει διαφορά στη γλωσσική προδιάθεση, και ο Τσόμσκι, που υποστήριξε την νευρο-βιολογική ανάδειξη της γλώσσας θα μας καθησύχαζε ότι τίποτα σοβαρό δε συμβαίνει, οποιαδήποτε γλώσσα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να φτιαχτούν «γλώσσες» της πληροφορικής. Άρα τι ζήτημα υπάρχει; περί γλωσσικής ορέξεως κολοκυθόπιτα. Σωστά.

Όμως εκεί είναι το θέμα, στην «κολοκυθόπιτα». Γιατί προχθές, φίλη στο fb μου τόνιζε – καθώς μιλούσαμε στο άκρως προφορικό skype – ότι δεν έχει το fb στα ελληνικά, δεν το αντέχει, το έχει στην μητρική του γλώσσα, την αγγλική…

Γι’ αυτή το ζήτημα είναι λοιπόν αισθητικό… ή μήπως δεν είναι έτσι;
Πάλι, χωρίς βιβλιγραφία, θα ονομάσω τις επίκτητες ιδιαιτερότητες της κάθε γλώσσας, που είναι όμως γραμματικές, συντακτικές, λειτουργικές με κάποιο τρόπο, ως το «λογισμικό» της γλώσσας, ένα γλωσσικό λογισμικό. Γιατί απλά λειτουργούν ως λογισμικό. Ως πληροφορία «εγκατεστημένη» στη γλώσσα σε πλήρη λειτουργία.

Ε λοιπόν η απάντηση στο πρόβλημα της φίλης είναι απλή:
Δεν συμφωνεί το «λογισμικό» της ελληνικής στο «λειτουργικό σύστημα» που είναι το «πολιτισμικό κομμάτι» στις ιστοσελίδες. Ή – αν θέλετε – δεν ταιριάζει πάντα. υπάρχουν «bugs»…
και η φίλη μου τα διαισθάνεται… όπως το «downloads». Αυτή η λέξη έχει ένα γλωσσικό «λογισμικό» που δύσκολα ελληνική απόδοση θα έχει το ίδιο… Έτσι υπάρχει ένα μεταφραστικό «bug»…
Όχι γιατί η μετάφραση δεν έχει «λογισμικό», αλλά γιατί έχει άλλο «λογισμικό»…

Να το χοντρύνω λίγο το θέμα της «ασυμβατότητας»; γιατί κάποιοι από μας δεν μπορούμε να ακούσουμε ελληνικά τραγούδια; γιατί κάποια ξενόγλωσσα τραγούδια δεν «δένουν» με την μετάφραση; προς τι όλες αυτές οι φωνητικές ακροβασίες του στυλ «gonzales – βουβάλες», και «pity- σπίτι»;
συνειδητά ή ασυνείδητα, δημιουργοί και ακροατές παλεύουμε με «γλωσσικά λογισμικά», με «μουσικά λογισμικά» (μεταφορικά πάντα μιλώντας), προς εγκατάστασην στο πελωριο «λειτουργικό σύστημα» του αισθητηρίου μας (μεταφορικά πάντα μιλώντας)… Τι διαφορετικό έχει το «λογισμικό» στην εκφορά των ελληνικών του Αγγελάκα (Τρύπες), όταν παίζει σε ροκ φόρμες, και τί όσοι προσπαθούν να γράψουν μπλούζ στα ελληνικά;

Και καλά το «γλωσσικό λογισμικό» είναι το θέμα της συμμείωσης που θέτω υπό δοκιμή. Εσείς θα μου πείτε…

Για το «μουσικό λογισμικό» (μεταφορικά, αναφερόμενος στα λειτουργικά πολιτισμικά στοιχεία στη μουσική που «κρύβονται» μέσα στους αιώνες…) όμως σας διαβεβαιώ υπάρχει… Το βλέπετε εν μέρει κι εσείς μετουσιωμένο στα (πραγματικά) μουσικά λογισμικά, ακόμη και του κινητού…

Πως λοιπόν να τον πεις τον… ποταμό; αν αγνοήσεις τις κοιλάδες και τα φαράγγια που διασχίζει, όπως και να τον πεις… δεν κοιτάς από τον ουρανό… έστω από την κορυφή του βουνού, με τις πλαγιές και τις ραχούλες μέσα στο βλέμμα σου… ίσως και να κολυμπάς μέσα του…

ίσως και να σου κόβεται η ανάσα…

Υ.Γ. brainstorming συνέχεια: Πηνειός, Πινιός, πινιος, Pinios, Phnios, Phneios, Pineios, Peneios, Niagara, river, stream…

© 00110010001100000011000000111001

παιχνίδια με τις λέξεις και τον ήχο

Είμαι απόλυτα σίγουρος ότι ήχος και εικόνα δεν είναι δύο αντιδιαμετρικά τοποθετημένα πράγματα. Ωστόσο πολλές φορές μιλάμε για τον «πολιτισμό της εικόνας» που διαβιούμε, και τον αντιδιαστέλλουμε με την προφορικότητα του παρελθόντος. Σίγουρα δεν είναι έστι, γιατί ακόμη και ο παραδοσιακός ιστορικός διαχωρισμός της εποχής της γραφής και της προγενέστερής της, παύει να ισχύει. Οι άνθρωποι ανέκαθεν έγραφαν… αλλά αυτό είναι για άλλη σελίδα. Παρακάτω αναπτύσσω ένα «παιχνίδι» μοιράζοντας τις λέξεις αυτές της εικόνας και του ήχου. Διαβάστε και (πιστεύω ότι τα κατάφερα και) θα καταλάβετε:

ΣΑΦΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ
ανεικονικός – ανηχοϊκός (μ.δ.) {άηχο αν το ανεικονικό=αόρατο? Βουβό (βουβός κινηματογράφος)?}
αντανάκλαση – ηχώ
άφαντο – ανήκουστο
βλέπω – ακούω
εικόνα – ήχος
όραση – ακοή
οπτικό – ηχητικό
οφθαλμοφανές – ωτακουστό (μ.δ.)
πρωτοφανές – πρωτάκουστο

ΕΛΛΕΙΠΕΙΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ – εδώ τι γίνεται;
αόρατο – (μη ακουστό)
εικονίζω –
προφανές – -?-προάκουσμα; προακουσθέν; προακουστό;
διαφανές – -?-
φωταψία – – ?-
– ? – αντηχώ

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ – εδώ οι χρήσεις μας πρόλαβαν. Υπάρχουν ήδη κάποιες έννοιες διαμορφωμένες…
εικονογραφία – ηχογραφία
εικονογράφηση – ηχογράφηση
εικονομετρία (μ.δ.) – ηχομετρία
εικονοσκόπιο (camera) – ηχοσκόπιο (μ.δ.)
εικονικό – ηχοϊκό (μ.δ.)

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ – σαφές παιχνίδι με το άκουσμα και την ορθογραφία
αντιστ-ηχίζω
αντιστ-ηχίες

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΟΡΟΥΣ ΣΕ ΜΙΑ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΚΡΟΥΣΗΣ – εδώ οι χρήσεις μας έχουν προλάβει αλλά τι όμορφα θα ήταν να είχαμε άλλες χρήσεις… τις οποίες τις φαντάζεστε…
από-κρουση: η αναπήδηση της μπαγκέτας;
κρουσιακός: αυτός που έχει σχέση με την κρούση;
κρουστικός/η/ο: αυτός που προέρχεται από τα κρουστά;
κρούσμα: άλλη λέξη για το χτύπημα στο κρουστό μουσικό όργανο;
παρά-κρουση: χτύπημα που δημιουργήθηκε παράπλευρα;
συν-κρουση: πολλοί κρουστοί παίζουν μαζί;

Οι νότες μπορούν να ξεκινούν από τη ΡΕ όταν διδάσκουμε λαϊκή μουσική

 Σχετικά με το κείμενο και την εκπαιδευτική του αξιοποίηση
Απευθύνεται στον εκπαιδευτικό και τη μεθοδολογία που θα ακολουθήσει στην τάξη. Προτείνεται το Ρε ως πρώτη νότα κατά την εκμάθηση των νοτών (σολφέζ, μελωδικές ασκήσεις κλπ).Βρείτε το σχετικό group στο facebook…

Υπάρχουν 20+1 τουλάχιστον λόγοι για να διδάσκουμε και να διαδασκόμαστε μουσική με τις νότες
να ξεκινάνε από τη ΡΕ:
ΡΕ-ΜΙ-ΦΑ-ΣΟΛ-ΛΑ-ΣΙ-ΝΤΟ-ΡΕ
και όχι από τη ΝΤΟ,
(δηλαδή ντο-ρε-μι-φα-σολ-λα-σι-ντο)
όταν διδάσκουμε λαϊκά όργανα και λαϊκή μουσική:

1. Γιατί όλα τα λαϊκά έγχορδα έχουν μια ανοιχτή χορδή ΡΕ, ώστε να έχουμε ολόκληρη κλίμακα σε μια μόνο χορδή.

2. Γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των λαϊκών είναι σε τονικότητα ΡΕ ή κάπως σχετικές τονικότητες (ΣΟΛ, ΛΑ, ΦΑ) και όχι σε ΝΤΟ.

3. Γιατί έτσι κι αλλιώς στα έγχορδα οι χορδές είναι σε νότες μάλλον σχετικές της ΡΕ (ΛΑ, ΣΟΛ, ΜΙ) που «σονάρουν» δυνατά και πλούσια όταν είναι ανοιχτές, δίνοντας τονικό χαρακτήρα στο όργανο, που «προακουστώς» (κατά το «προφανώς») δεν έχει σχέση με το ΝΤΟ…

4. Γιατί κατά βάθος ΝΤΟ στη συνείδηση του οργανοπαίχτη είναι η 7η νότα της κύριας ΡΕ. Δεν νοείται η ΡΕ σαν 2η της κύριας ΝΤΟ.

5. Γιατί και οι κεντροευρωπαίοι όταν χρησιμοποίησαν το αλφάβητο, προτιμούσαν να βαφτίσουν τις νότες με τη ΛΑ για πρώτη νότα (A, B, C, D, E, F, G –>> La, Si, Do, Re, Mi, Fa, Sol). H ΛΑ μοιάζει με τη ΡΕ (φτιάχνουν μινόρε κλίμακες και οι δύο) και όχι με τη ΝΤΟ.

6. Γιατί και με το ελληνικό αλφάβητο, όταν βαφτίστηκαν οι φθόγγοι, με το Α αντιστοιχίστηκε η ΡΕ!
(Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η —>> πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω, νΗ)

7. Γιατί σ’ αυτή την παράδοση ο «χαρμόσυνος» ήχος ξεκινά από ΡΕ (πΑ) και όχι από ΝΤΟ (νΗ).

8. Γιατί είναι τόσο έντονη η παρουσία του ΣΙ ύφεση στα λαϊκά ακούσματα γενικά, που αν μη τι άλλο μας παραπέμπει σε κλίμακα ΡΕ (ακόμη και στην τονική μουσική που όταν υπάρχει σι ύφεση έχουμε σκάλα ΡΕ μινόρε ή ΦΑ ματζόρε).

9. Γιατί και σε άλλες λαϊκές παραδόσεις, πιο πολύ χρησιμοποιείται το ΡΕ και οι σχετικές (ΛΑ, ΣΟΛ, ΜΙ) παρά η ΝΤΟ. Υπάρχουν άραγε πολλά ροκ, μπλουζ και δωδεκάμετρα από ΝΤΟ;

10. Ειδικά όπου συμμετέχει η κιθάρα σαν λαϊκό όργανο κυρίως έλκει τονικότητες φιλικές της ΡΕ λόγω χορδών (καθώς χορδίζεται: ΜΙ, ΛΑ, ΡΕ, ΣΟΛ, ΣΙ, ΜΙ). Η ίδια η ΡΕ είναι πολύ «κεντρική» ανοιχτή χορδή στην κιθάρα, (για να μην πούμε για το βιολί, το ούτι, το μαντολίνο…)

11. Γιατί είναι καλύτερο – π.χ. στις φλογέρες – να έχουμε το ΝΤΟ σαν «καβάτζα νότα της κλίμακας προς τα κάτω» όταν δεύτερη βασική νότα και συγχορδία του κομματιού μετά τη ΡΕ είναι η ΝΤΟ. Πολλά κομμάτια βασίζονται σ’ αυτό το «τροπικό» ιδίωμα (βλέπε «σαράντα παλικαριά», «συννεφιασμένη κυριακή», «τη υπερμάχω» – σχέση που παρατήρησε και μεγάλος έλληνας συνθέτης).

12. Γιατί πολλά λαϊκά πνευστά, από μια εύλογη προτίμηση των κατασκευαστών – οργανοπαικτών ξεκινούν από ΡΕ. Εκεί θεωρείται δεδομένο…

13. Γιατί κάνει ευκολότερα μνημοτεχνικό λογοπαίγνιο: Ρε! μη φας σόλα «sido»*!!! (Εντάξει αυτό δεν είναι δυνατό επιχείρημα, αλλά μην ξεχνάμε ότι του έπεσε να είναι στη δέκατη τρίτη θέση!!!) * sido: φανταστική μάρκα για σόλες.

14. Γιατί, ακόμη και από τύχη, στο πεντάγραμμο (με κλειδί του ΣΟΛ) θα βολεύει που δεν θα αναγκαζόμαστε να μαθαίνουμε στα παιδιά τη βοηθητική γραμμή (που χρειάζεται η ΝΤΟ) από το πρώτο μάθημα! Άντε μετά να εξηγήσεις ότι η βοηθητική γραμμή είναι ξεχωριστή γραμμή και δεν είναι για πάντα κολλημένη στις ΝΤΟ!!!

15. Γιατί πριν τη μεταφώνηση (Δημοτικό) τα παιδιά κινούνται ευκολότερα στο τετράχορδο ΡΕ-ΜΙ-ΦΑ-ΣΟΛ, το Ντο τους αποσυντονίζει, ιδίως στις μικτές χορωδίες (που σχεδόν πάντα τέτοιες έχουμε).

16. Γιατί είναι ευκολότερο να ξεκινήσουμε να μαθαίνουμε ένα λαϊκό έγχορδο χωρίς τις δυσκολίες του ΝΤΟ και να το προσθέσουμε αργότερα στις νότες που μαθαίνουμε σε «άλλες» χορδές.

17. Γιατί είναι περιττό από τα πρώτα μαθήματα του εγχόρδου να ψάχνουμε για ξεκίνημα τη ΝΤΟ στην από πάνω χορδή, ειδικά στα μπουζούκια, μπαγλαμάδες, τζουράδες… Δυσκολεύουμε τα παιδιά χωρίς λόγο.

18. Γιατί αν διδάσκουμε πράγματα που κάνουν «κλικ» στον μαθητή σε κάθε τους λεπτομέρεια (αφού συμβούν όλα τα προηγούμενα) κερδίζουμε τη συναρπαστική ατμόσφαιρα της μάθησης. Αν επιμένουμε σε κάτι που φαίνεται ότι δεν έχει νόημα, αλλά προέρχεται από μια αόριστη αυθεντία, χάνουμε το παιχνίδι χωρίς να καταλάβουμε γιατί!

19. Γιατί στον ήχο η πράξη προηγείται της θεωρίας, ιδίως όταν η δεύτερη πασχίζει να βοηθήσει την πρώτη.

20. Γιατί σε ένα περιβάλλον που καταστρέφεται από τις κάθε λογής σπατάλες μας, θα μπορούσε να υπάρχει μια «οικολογία της εκπαίδευσης» σύμφωνα με την οποία (επιλέγοντας το ΡΕ) κάνουμε τεράστια οικονομία σε ενέργεια από λέξεις, εξηγήσεις, παρτιτούρες, ασκήσεις, δακτυλοθεσίες, κακόηχες ασκήσεις τεχνικής, ασκήσεις πέννας, ακατανόητη για τον μαθητή επιμονή του δασκάλου, εκεί που από το πρώτο μάθημα θα μπορούσαμε να μαθαίνουμε τραγούδια!!!

21. Γιατί όλα αυτά τεκμηριώνονται από τις έρευνες, δεν γράφονται πρώτη φορά, είναι δημοσιευμένα κ.λπ. κ.λπ. αλλά εδώ πρόκειται για ένα fb γκρουπ! Άσε που ίσως μου φανούν χρήσιμα στο μάθημά!!!

Η «αγωνία» του προγραμματιστή (και του εκπαιδευτικού…)

Ο προγραμματισμός είναι η πιο αδικημένη μορφή λογοτεχνίας. Γιατί απλούστατα δεν τον διδάσκονται ως τέτοιο ούτε… οι ίδιοι οι προγραμματιστές.

Όποτε μίλησα σε ανθρώπους της πληροφορικής για την ομορφιά που βλέπω στο έργο τους, για την μυστική πληροφορική λογοτεχνία που βρίσκω π.χ. στις κρυφές οδηγίες που δίνει ο ένας στον άλλο σε ειδικές αράδες μέσα στην καρδιά των λογισμικών, σα μια βαθιά όμορφη παράδοση μιας φυλής που διαιωνίζεται σιωπηλά, με κοιτούσαν με εξ ίσου βαθιά… απορία.

Η φιλοσοφική διάσταση του 0 και του 1, το υπαρξιακό νόημα της αφαίρεσης στην οποία προβαίνει ο προγραμματιστής, κατά το τελετουργικό της ψηφιοποίησης, αν και κοινοί τόποι στις κοινωνικές επιστήμες, αποτελούν συχνά «απροσπέλαστα κείμενα» για τους αξιοσέβαστους εργάτες του ψηφιοποιείν.

Μόνο εκεί, εκεί στο MIT βλέπω καμιά φορά κάτι κομψούς παραμυθάδες πληροφορικάριους, αλλά δεν γνωρίζω τι απήχηση έχει αυτή η όψη του πληροφορικού νομίσματος στους συναδέλφους των. Στο παιδαγωγικό όραμα του Papert, τις εκλαϊευτικές αναλύσης του Νεγρεπόντη, τον ουμανισμό – ας τον ονομάσω έτσι – του Δερτούζου και την ευφάνταση φιλοσοφία του Levy (ευρωπαίος αυτός) η πληροφορική μεταμορφώνεται σε πρωταρχική «ανθρωπιστική σπουδή». Βέβαια βρέθηκαν και αγαπημένοι δάσκαλοι να μου τα μάθουν κι εμένα. Αλλοιώς πως…

Αν υπάρχει ένας χώρος που ενσκύπτει με σύνεση πάνω στα προβήματα της ανθρωπότητας, κατανοώντας τα σε βάθος, με την αποστασιοποίηση ενός επιστήμονα αλλά και την υπευθυνότητα ενός ηγέτη, με τη αφάνεια ενός φιλανθρώπου αλλά και την αποτελεσματικότητα ενός διοικητή, αυτός είναι ο χώρος του προγραμματισμού. Και εξηγούμαι:

Σχεδόν όλη μας η πραγματικότητα έχει μεταφραστεί σε αλγορίθμους – τι είναι άραγε το second life – τα βιντεοπαιχνίδια έχουν ενσωματώσσει την (άλλοτε) άρρητη μυθολογία, πλάι στο λαϊκό της μοντέρνας εποχής. Τέτοιες αναλύσεις και συνθέσεις της πραγματικότητας, του συνειδητού και του ασυνειδήτου, ούτε στα ωραιότερα όνειρα των λογοτεχνών του κειμένου, θα μπορούσε να πει κανείς.

 

http://www.eworld.gr

Βέβαια δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε την δυνητική πραγματικότητα της σύγχρονης πληροφορικής, με όποια άλλη «τεχνολογία» του παρελθόντος. Το αποτέλεσμα πάντως δεν παύει να είναι σημαντικό. Η επίδραση των πληροφορικών λογοτεχνημάτων στη ζωή μας είναι άμεση και καταλυτική. Πως να αδιαφορήσει κανείς για την πληροφορική λογοτεχνία, την πληροφορική φιλοσοφία, την πληροφορική ανθρωπολογία, την πληροφορική τέχνη…

Όμως το κυρίως θέμα μου σ’ αυτή τη σημείωση είναι άλλο. Είναι ό,τι όλα αυτά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ο άνθρωπος της πληροφορικής τα δι-αισθάνεται. Σκυμμένος πάνω στον κώδικά του, νοιώθει το βάρος των επιλογών του για κάτι που όλοι γύρω του θεωρούν απλό εργαλείο. Όταν ένας προγραμματιστής φτιάχνει μια «γλώσσα» πιστεύω ότι τον βαραίνει όλη η σημασία που έχει η έννοια της «γλώσσας». Το βάρος να χτίζεις μια κουλτούρα, μια κοινότητα, μια συνέχεια στο χρόνο.

Κι αν υπάρχουν αδικημένοι επιστήμονες που αναφώνησαν ευτυχισμένοι «εύρηκα» στο εργαστήριό τους, χωρίς να μπορούν να μοιραστούν τη χαρά τους με την υπόλοιπη κοινωνία, καταδικασμένοι σε μια παράξενη μοναξιά, σε ένα ενδεχόμενο στίγμα για τον μονομερή τρόπο που έβαζαν τη δουλειά τους στη ζωή τους, αυτοί πρέπει να ήταν επιστήμονες της πληροφορικής… Οι γλώσσες της πληροφορικής είναι σπάνιες διάλεκτοι, λίγοι τις μιλούν και ελάχιστοι είναι οι φιλόλογοί τους, άγνωστα τα ποιήματά τους… Σε μια ποιο λυρική έκφραση, μιλάμε για την… μοναξιά του προγραμματιστή, αλλά επί της ουσίας για μια διαρκή αγωνία για το έργο που δημιουργείται! Την αγωνία του προγραμματιστή.

Και ο εκπαιδευτικός; θα μου πείτε. Που κολλάει αυτή η παρένθεση στον τίτλο; Να, προχθές εν μέσω ενός καφέ σχεδόν… διεθνούς, ήρθε στην κουβέντα το ζήτημα της σύγχρονης εκπαίδευσης. Σεβαστός συνάδελφος ανάφερε ότι η δυνητική πραγματικότητα θα αντικαταστήσει τον εκπαιδευτικό.

Εντάξει, θα μου πείτε ότι την ανάγκη της εκπαίδευσης δεν τη δημιούργησε η γνώση, αλλά η ίδια η ανθρώπινη φύση – ίσως του διέφυγε προς στιγμήν αυτή η διάσταση. Δεν είχα χρόνο να εξηγήσω στο συνάδελφο ότι το «σχολείο γνώσεων» είναι ένα μοντέλο υπό αμφισβήτηση σχεδόν από τις αρχές του 20ου αιώνα, αφού μάλλον σε αυτό αναφερόταν.

Μάλιστα σκεφτόμουν, ότι η δυνητικοποίηση του σχολείου αυτού (των γνώσεων κατά κάποιο τρόπο – άντε και των μεταγνώσεων) όχι απλά δεν παραγκωνίζει τον εκπαιδευτικό, αλλά επιφορτίζει με γεωμετρικούς ρυθμούς το έργο του. Γιατί, αν πριν πενήντα χρόνια ο δάσκαλος είχε στα χέρια του το αριθμητήριο στα χέρια του για να φιλοσοφήσει, να δημιουργήσει, να επικοινωνήσει, να συμπράξει με τον διδασκόμενο στην «μυσταγωγία της αγωγίας», σήμερα έχει στα χέρια του το διαδίκτυο.

Δεν είναι η εξέλιξη αυτή αποκαλυπτική για τον σύγχρονο ρόλο του εκπαιδευτικού; Οι εξελίξεις δεν βαραίνουν πια μόνο τον προγραμματιστή, αλλά και τον εκπαιδευτικό… Γιατί ο πρώτος συναισθάνεται τον εκπαιδευτικό του ρόλο και ο δεύτερος τον προγραμμματιστικό… αυτό πάλι; απίστευτη σύμφυση αρμοδιοτήτων σε σχήμα… χιαστί!!!

Αγωνία! Απίστευτος όγκος έργου, ανάγκη σπουδής, σύνεσης, αναστοχασμού, ώρα λήψεως αποφάσεων, για τους λειτουργούς αυτούς. Μόνο οι εφαρμοστές των δύο κλάδων γλιτώνουν λίγο από αυτό το άχθος…

(c) 2009 ένας εκπαιδευτικός που βιώνει τον προγραμματισμό

το Μωρό, το Μη και ο Μουσικός (το «θεώρημα» των 3Μ;;; πείτε εσείς…)

 

Σχετικά με το κείμενο και την εκπαιδευτική του αξιοποίηση
Απευθύνεται στον εκπαιδευτικό: αναφέρεται στον αναστοχασμό σχετικά με τη σύγχρονη μουσική κουλτούρα (το θεωρητικό σύστημα, τα μουσικά όργανα, την μεθοδολογία εκμάθησης) και τη σχέση της με την ανθρώπινη μουσικότητα. Ένα κείμενο γενικότερου προβληματισμού, που μπορεί να αναγνωστεί στις τάξεις του γυμνασίου και του λυκείου, ως αφορμή για συζήτηση πάνω σε όλα αυτά.

Ήταν ένα μωράκι – μπορεί ενός μπορεί ενάμισι, μπορεί δύο ετών, πείτε εσείς. Στο σπίτι που ζούσε υπήρχε ένα μουσικό όργανο, μπορεί πιάνο, μπορεί κιθάρα, μπορεί κάτι άλλο, ότι σχετικό φανταστείτε. Το μωράκι, ας πούμε, η Ελένη, η Γιολάντα – ίσως να είναι και αγοράκι ας πούμε ο Γιώργος, ο Πέτρος – πλησίαζε και έβγαζε ήχους αγγίζοντας το μουσικό όργανο.

Το χτυπούσε με τα χεράκια του ρυθμικά, άλλοτε ακούγονταν οι χορδές άλλοτε το ξύλο, το υλικό. Το μάγευε η καλή ποιότητα του ήχου που είχε το μουσικό όργανο. Του αρκούσε αυτός ο ξεχωριστός ήχος που βγάζουν τα όργανα, του γέμιζε την ψυχούλα. Και έφτιαχνε έτσι τα «τραγουδάκια» του. Χτυπούσε γρήγορα, αργά, με έμφυτη ρυθμικότητα, άλλοτε τις χοντρές άλλοτε τις ψηλές χορδές. Τα τραγούδια που έφτιαχνε το ευχαριστούσαν τόσο όσο ένας ενήλικας που επιτέλους παίζει τη δική του και αγαπημένη μουσική στην παρέα ή στη συναυλία. Και το μωράκι τραγουδούσε παράλληλα. Έβαζε κραυγούλες, και αυτοσχέδιες μελωδικές συλλαβές, τα-τα-τα, να-να-να . Και η μουσικότητα ξεχείλιζε από μέσα του και η ευφορία του ήταν μεγάλη.

Ας υποθέσουμε ότι με κάθε ευκαιρία, του έλεγαν «Μπράβο», το ενθάρρυναν από γύρω, χτυπώντας του συχνά και παλαμάκια όταν τελείωνε το τραγούδι του. Το μωράκι λαμποκοπούσε, χαμογελούσε κι γινόταν ένα με τον κόσμο!

Ας υποθέσουμε τώρα κάτι άλλο. Ότι από τις πρώτες κιόλας στιγμές που πλησιάζει το ευαίσθητο και – μπορεί – ακριβό όργανο ξαφνικά κάποιος του φωνάζει: «μη»! Το μουσικό όργανο γίνεται με μιας εξ ίσου απαγορευμένο όσο οι πρίζες του ηλεκτρικού και τα γυάλινα ποτήρια.

Ένα παιχνίδι στο σπίτι μοιάζει με μουσικό όργανο, όπως ένα άλλο μοιάζει με τηλέφωνο και ένα άλλο με φορτηγάκι. Το μωράκι μπορεί να κάνει «στα ψέματα» ότι τηλεφωνεί, μπορεί να σύρει το φορτηγάκι στο πάτωμα. Το μουσικό παιχνιδάκι όμως; Πώς να φανταστεί ότι έχει έναν όμορφο ήχο; Αυτό απλά τσιρίζει, μιμείται, τρίζει, συχνά φοβίζει με τα δυνατά ηχεία (αν έχει) το μωράκι.

Σιγά σιγά το παιδί μαθαίνει ότι τα μουσικά όργανα δεν τα αγγίζουμε, εκτός κι αν παίζουμε μουσική. Και δεν παίζουμε μουσική άμα δεν μάθουμε. Και δεν μαθαίνουμε αν δεν ακολουθήσουμε μια μέθοδο.
Μια μέθοδο που έφτιαξε κάποιος που ξέρει. Κάποιος που όταν ήταν παιδί έμαθε ακριβώς τα ίδια: ότι τα μουσικά όργανα δεν τα αγγίζουμε εκτός κι αν ξέρουμε μουσική, και μαθαίνουμε μουσική με μια μέθοδο κλπ κλπ.
Και δεν πρέπει να παίζουμε, ακόμη κι αν μας ευχαριστεί, αν δεν έχουμε την αποδοχή του δασκάλου, του ειδικού, κάποιου τέλος πάντων που είναι κριτής, ειδήμων, όχι – σε καμία περίπτωση – το κοινό, η παρέα, ο φίλος. Μαθαίνει ότι τα μουσικά όργανα είναι από τα αντικείμενα που αν δεν χρησιμοποιηθούν με ένα «συγκεκριμένο» τρόπο παροπλίζονται στο πατάρι.

Το παιδί γίνεται μεγάλος και μαθαίνει ότι δεν είναι μόνο το μουσικό όργανο που δεν πρέπει να αγγίζει. Μπορεί ο μεγάλος να αποφεύγει να χτυπάει παλαμάκια στην διασκέδαση, να μην τραγουδάει στη χαρά και στη λύπη του, γιατί κάπως αόριστα του είπαν ότι «φαλτσάρει», ότι «δεν το’ χει»… ότι… ότι… πείτε εσείς. Φυσικά δεν θα χτυπήσει ποτέ ένα ρυθμό στα πόδια του, ένα χασάπικο, ένα ζεϊμπέκικο, στο ποτήρι με το μαχαίρι στην ταβέρνα, μια καρέκλα σαν να ’τανε τύμπανο σε ένα πάρτυ, δε θα σφυρίξει, ούτε απλά ούτε κλέφτικα… αυτά είναι πλέον σίγουρο ότι δεν είναι μουσική.

Ίσως, πάλι, ο άνθρωπος αυτός μεγαλώνοντας θελήσει να χαρεί μικρά πράγματα που λαχταρούσε παιδί, να σαρκάσει για την σοκολάτα που δε του αγόρασαν, τη βόλτα που δεν το πήγαν, το ταξίδι που δεν έκανε, πείτε εσείς… και να τα κάνει όλα αυτά τώρα. Όχι παλιμπεδίζοντας, αλλά φιλοσοφώντας τον βίο του. Ίσως μεγαλώνοντας να αγγίξει ξανά ένα μουσικό όργανο όπως θέλει και κανείς να μη του πει «μη». Ίσως τώρα, σφυρίξει, χτυπήσει το ποτήρι, παίξει παλαμάκια, χορέψει κλακέτες, μάθει λάτιν χορούς και βραζιλιάνικα κρουστά. Ίσως «ηχήσει» επιτέλους ο εαυτός του χωρίς αναστολές. Και γεμίσει η ψυχή του ευφορία και το πρόσωπό του λάμψει.

Ίσως πάλι μεγαλώνοντας έμαθε με μια μέθοδο, έμαθε πολλά τραγούδια, ένα είδος μουσικής, ίσως κυνήγησε την τελειότητα πεπεισμένος ότι υπάρχει, ίσως νόμισε ότι την κατέκτησε ή ότι δε θα την κατακτήσει ποτέ, ίσως απλά πληρώνεται για να παίζει μουσική, ίσως είναι ευχαριστημένος με αυτό που κάνει ίσως δεν είναι. Ίσως του ανήκει δικαιωματικά ένα μουσικό όργανο αλλά δεν λάμπει το πρόσωπό του σαν να το είχε ανακαλύψει τώρα δα, χτυπώντας άτσαλα τις χορδές του. Ίσως πάλι όχι… πείτε εσείς…

Το ασώματο γέλιο, το νοερό…

«Λιώνω πάνω στο κομπιούτερ, πεθαίνω», μου γράφεις από την άλλη πλευρά, και φαντάζομαι ότι όντως ξεκαρδίζεσαι από τα γέλια γιατί έχει αποσυντονιστεί ο ρυθμός του chat…
Μέσα σ’ όλα αυτά εισπράττω και ένα: «aaaaaaaaxaxaxaxaxaxaxaxaxax»…Υπάρχει η αναγκαιότητα να μεταφερθεί το γέλιο στο chat… είναι στους κώδικές του…

Δεν ξέρω αν το τελευταίο «x»πρέπει να το προφέρω αλλά έχω συνδέσει τα γέλια του chat που τελειώνουν σε «x» ή «χ» με ξέφρενο γέλιο, τόσο που όταν ακούω «αχ» μου φαίνεται γλυκό γελάκι δυσλεξίας και όχι αναστεναγμός…

Το γέλιο είναι μέσο θεραπείας και οι γελιοθεραπευτές συστήνουν γκρουπ θεραπείας γέλιου για να τονοθούν οι μύες, να ισορροπήσει το κυκλοφορικό, να εκκριθούν ντοπαμίνες ευεξίας. Και τώρα που γελάμε μέσα στη σιωπή, νοερά, στο chat και τα comments τι γίνεται; χάνεται η ευεξία;

Τον τελευταίο καιρό – οι φίλοι μου το έχουν προσέξει – διανθίζω τον φεισμπουκικό μου λόγο με γέλια… Έχει άραγε επηρρεάσει την ψυχολυγεία ® «μου» και «μας» αυτό;
Μια γενικότερη ευφορία υπό την επίδραση της γελίας (ε, όχι γελοίας) διάθεσης; Πείραμα….

Στο ασώματο γέλιο του κυβερνοχώρου το γέλιο φέρνει υγεία; Δεν ξέρω, το ψάχνω (εξ’ ού και η πειραματική συμμείωση) αλλά είναι σίγουρα επικοινωνία:
χα: κάτι σαν το «στην έφερα» αλλά με αγαπητική διάθεση…
χαχα: μετρημένο γέλιο, έχουμε ακόμη τον έλεγχο…
χαχαχ: το γέλιο φεύγει λίγο εκτός ορίων…
χαχαχαχ: πολύ γέλιο, με καρδιά…
ααααααααχαχαχαχαχαχα: μου ‘φυγε πλέον η καρδιά, ξεκαρδίζομαι!

Όμως και το φωνήεν matters:
χιχι: είναι άλλο από το
χεχε: και συνηθίζονται αυτά τα δύο, ενώ το
χοχο: ανήκει αποκλειστικά στον κόκκινο Άγιο Βασίλη. Επίσης δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει το
χουχου: ίσως ουχουχουου…

Ένας φίλος φίλου – στο fb πάντα – γελούσε xaxoxaoxoaxoaxoaox και ένας άλλος xa00xa ή κάπως έτσι… πέσαν και μηδενικά δηλαδή… ας με συγχωρέσουν που κάνω copy-paste στα γέλια τους…

Η γενεαλογία του γέλιου έχει παπούδες και γιαγιάδες από την Αγγλία (Humor), την Πλάκα (πλάκα), την Επίδαυρο (κωμικό και τραγικό), και έναν «μεγάλο έλληνα», από αυτούς στο τοπ τεν ενός καναλιού (Ειρωνία). Τώρα το γέλιο έγινε (και) νοερό, άηχο (εκτός αν «λιώνεις στο pc»…), έγινε emoticon
😀
(η Google έχει ολόκληρο εργαστηριακό project για τα καινούργια αυτά ιδεογράμματα:
( http://mail.google.com/support/bin/answer.py?hl=en&answer=34056 ) ).

Και βέβαια διαζώσεται το παραδοσιακό lol που θυμίζει κειμενικό περιβάλλον και αρχαία chat…
lol, lol lol, και με φευγάτη καρδιά looooooool.
Το γέλιο έγινε άηχο (όχι σιωπηλό, χωρίς κίνηση) αλλά μάλλον παραμένει πάντα θεραπευτικό…

© 2009 χιχι…

Τι σημαίνει Do-re-mi-fa-sol-la-si

1. Είναι γνωστό ότι οι νότες του ευρωπαϊκού τονικού συστήματος προέρχονται από τις πρώτες συλλαβές ενός ψαλμού:

Ut queant laxis resonāre fibris
Mira gestorum famuli tuorum,
Solve polluti labii reatum,
Sancte Iohannes.

  Αργότερα το Ut αντικαταστάθηκε με το Do. Όλη την ιστορία μπορείτε να δείτε στη γνωστή διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια: http://en.wikipedia.org/wiki/Solf%C3%A8ge

2. Επίσης υπήρξε η συνήθεια  οι νότες να αντικαθίστανται από γράμματα γι αυτό και στο λατινικό αλφάβητο

A, B, C, D, E, F, G, αντιστοιχούν οι νότες la, si, do, re, mi, fa, sol, είναι δηλαδή:

Α=la, B=si, C=do, D=re, E=mi, F=fa, G=sol.

3. To ίδιο συμβαίνει με το ελληνικό αλφάβητο από το οποίο έχουν δημιουργηθεί οι νότες:

πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω, νΗ.

4. Ένας δάσκαλός μου στα θεωρητικά της μουσικής συνήθιζε να λέει για μια ιστορία όπου

ένας λατίνος στρατιώτης λέει (λατινικά: fa), δίνοντας όρκο στον Βασιλιά του (λατινικά: «re») Do, ότι όσο ο ήλιος (Sol) βρίσκεται ψηλά (άρθρο la) ναι! (si) του είναι πιστός:
Do (όνομα) Re (βασιλιά) Mi (εγώ) Fa (σου λέω) όσο ο ήλιος (Sol) la (εκεί βρίσκεται) si (ναι) θα σου είμαι πιστός!

5. Πρόσφατα επινόησα το.. προφανές… αυτό που ακούει με την πρώτη το αυτί:

Ρε! μη φας σολα «sido»!

Τώρα πως γίνεται να τρώει κανείς σόλα, και τι μάρκα είναι η «Sido» είναι μια άλλη ιστορία…

6. Στο facebook ένας φίλος ο Θανάσης Μ. μας είπε την ιστορία που χρησιμοποιεί η ίδια

«Εγώ ξέρω για μια άλλη ιστορία με δύο αδέλφια, τον Ντορέ και τον Γιαννάκη… Ο Ντορέ έτρωγε όλο το φαί του και μετά έτρωγε και το φαί του Γιαννάκη που ήταν ο κακόμοιρος ασθενικός… Η μαμά τους θύμωγνε και φώναζε στον Ντορέ:
«Ντορέ μη φας όλα συ! Άφησε και λίγα για τον Γιαννάκη!»

7. Στο facebook και πάλι η Μαριέτα Μ. είπε μια άλλη ιστορία:

» Εμεις που παιζουμε κυριως με τα μικρα παιδακια εχουμε παντα κοντα μας για βοηθους και συνεργατες δυο απο τα παιδια της κυριας Μουσικης:τον Ντορεμη και τον Φασολαση.
Αυτοι οι δυο, απο την αρχη της γνωριμιας μας, μας αποκαλυπτουν πως υπαρχει μια μαγικη Πυλη για να μπει κανεις στον Κοσμο της Μουσικης και για να την ξεκλειδωσεις πρεπει οπωσδηποτε να γνωριζεις την μαγικη λεξη-κωδικο! Αυτη προκυπτει (πλησιασε να σου πω στο αυτι) αν ενωσεις τα ονοματα των βοηθων μας : ντορεμι φασολασι! Ωπ! Μπήκες!»

Αυτά τα πολύ όμορφα συνέλλεξα μέσα από τη συζήτησή μας στο προφίλ

http://www.facebook.com/metasound

Έχεις κάποια άλλη ιστορία να μας πείς; σε περιμένουμε!!!!

Music/Sound – Motion/Body: το μυαλό όταν ακούει, βλέπει (σώματα) ;

Τι σχέση έχει ο ήχος με την κινούμενη εικόνα και ειδικά με το ηχογόνο (ανθρώπινο) σώμα;

Κάποια media μας παρέχουν ήχο χωρίς εικόνα, αλλά οι σύγχρονες τεχνολογίες το απαρνηθήκαν τελείως αυτό Όλα τα players έχουν visualization…. και βάση της θεωρίας κάθε κίνηση είναι ήχος ακόμη κι αν δε φτάνει στα αυτιά…

Παραθέτω λοιπόν μερικές περιπτώσεις όπου ο ήχος συναρτάται με το θέαμα που τον παράγει. Δεν μπορεί όλα αυτά να είναι άχρηστα οπτικά εφφε… Το Σώμα, η υποψία του σώματος που παίζει το μουσικό όργανο παίζει και κάποιο ρόλο… Έχει διαφορά να ακούς απ’το να παρακ(ου)ολουθείς….

Παράδειγμα πρώτο: ένα δοκίμιο σε ταμπούρο. Κολπάκια με τις μπαγκέτες… είναι απλά κόλπα; Μήπως το βίωμα της κινούμενης μπαγκέτας είναι αναπόσπαστο κομμάτι;
http://www.youtube.com/watch?v=KkqsXWg9Gao&feature=fvst

Παράδειγμα δεύτερο: τα γνωστά δημιουργήματα της Animusic…. διαλέγω ένα με πολλά «μηχανικά» και αόρατα χέρια. Μήπως αυτό το παιχνίδι με τα «χέρια που δεν είναι χέρια» μαγεύει, αγγίζει κάτι της φύσης μας;
http://www.youtube.com/watch?v=toXNVbvFXyk
Δέστε το στην High Quality…

Γιατί όλος αυτός ο προβληματισμός; φυσικά γιατί τα αυτοσχέδια που παίζω είναι και θέμα παραστατικότητας και γιατί τελικά το μυαλό όταν ακούει βλέπει… Το πιστεύω όλο και πιο πολύ…
Μια συνηθισμένη κουβέντα στις παραστάσεις μας είναι «τι ρόλο παίζει να βλέπει κανείς πως παράγετε τον ήχο;». Στο μέλλον σκέφτομαι να ζητάω από το κοινό να ακούει ένα μέρος της παράστασης με κλειστά μάτια… και μετά να λέμε τις απόψεις μας…

Επίσης, αν το μυαλό κάθε ήχο που ακούει τον μεταφράζει ασυναίσθητα στην εικόνα της πηγής που τον παράγει, οι περιβαλλοντικοί ήχοι στη μουσική δεν φέρνουν σώματα (που παίζουν μουσική) στο μυαλο, αλλά υλικά και τοπία…
Πολύ αρχικές σκέψεις αυτές…

« Προηγούμενα άρθρα