Ηχολόγιο – echologium – ɯnıƃoloɥɔǝ – οιγόλοχΗ

Ηχητικό ιστολόγιο του Δημήτρη Σαρρή, Εκπαιδευτικού (ΠΕ 16), ΒΑ Οικονομίας, ΒΑ, ΜΑ Πολιτισμού

Η «αγωνία» του προγραμματιστή

Αρχική

εκπαιδευτική φωτογραφία (educational photogpaphy)

Τι είναι εκπαιδευτική φωτογραφία – μια πρόταση…

Χρησιμοποιώ τον όρο «εκπαιδευτική φωτογραφία» ως μια ανάγκη για να περιγράψω κάθε μορφής φωτογραφία που χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση. Η εκπαιδευτική φωτογραφία διαφέρει από τις άλλες γιατί θέτει ως κύριο προορισμό της την εξυπηρέτηση ποικίλων εκπαιδευτικών αναγκών, όπως, να δείξει ένα θέμα, να περιγράψει μια διαδικασία, να αποτυπώσει μια πληροφορία, ή ακόμη να διεγείρει τη μαθησιακή και δημιουργική φαντασία των μανθανόντων, την δυνατότητα δηλαδή να διευρύνεται κατά τη μάθηση το βιωματικό ερέθισμα δια μέσου της φαντασίας και της νοερής σύλληψης της εικόνας. Την πρώτη συστηματική με την «εκπαιδευτική φωτογραφία» είχα όταν σχεδίασα και φωτογράφησα την «Ανακυκλωμένη Μουσική». Τέσσερα χρόνια σχεδόν μετά, έχουν διαμορφωθεί στη θεωρία και την πράξη μου κάποια στοιχεία αυτού που ονομάζω «εκπαιδευτική φωτογραφία». Σας τα καταθέτω εδώ, αναμένοντας τις όποιες ιδέες και παρατηρήσεις…

Η χρησιμότητα της εκπαιδευτικής φωτογραφίας

Κατανοώντας τα χαρακτηριστικά και τις δυνατότητες της εκπαιδευτικής φωτογραφίας οδηγούμαστε σε πιο εύστοχες φωτογραφίες, είτε τις επιλέγουμε είτε τις δημιουργούμε (φωτογραφική λήψη) ώστε το εκπαιδευτικό μας υλικό να έχει καλύτερα αποτελέσματα. Παράλληλα, μπορούμε με τα κατάλληλα κριτικά εργαλεία να αναλύσουμε και να συνθέσουμε το υλικό μιας εικόνας με βάση τους εκπαιδευτικούς μας στόχους. Σε πιο πρακτικά ζητήματα, μπορούμε π.χ. να ρυθμίσουμε κατάλληλα τη φωτογραφική μηχανή, να ελέγξουμε και να διαμορφώσουμε το κάδρο μας, τις στιγμές φωτογράφησης, την αλληλουχία των λήψεων, το βαθμό εστίασης, το φωτισμό, τη γενικότερη σκηνοθεσία του περιεχομένου κ.λπ.

Η φιλοσοφία της εκπαιδευτικής φωτογραφίας

Οι συνθήκες δημιουργίας της εκπαιδευτικής φωτογραφίας προκύπτουν από τις πρακτικές ανάγκες κατά τη διδασκαλία. Συχνά εστιάζουμε σε ένα σημείο μιας φωτογραφίας. Ίσως αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμασταν ένα κοντινότερο κάδρο σε εκείνο το σημείο, παράλληλα με το γενικό κάδρο. Άλλες φορές παρατηρούμε κάτι που δεν είναι του άμεσου εκπαιδευτικού ενδιαφέροντος. Ίσως αυτό σημαίνει ότι μπορούσε να «σκηνοθετηθεί» καλύτερα η σκηνή, να αφαιρεθούν στοιχεία που αποπροσανατολίζουν τον μανθάνοντα ή να προστεθούν στοιχεία που δίνουν πληρότητα στο περιεχόμενο. Συχνά μια φωτογραφία απλά «εικονογραφεί» το κείμενο ή παρεμβάλλεται απλά, διακόπτωντας την «μονοτονία» των τυπωμένων στοιχείων. Έτσι ο βαθμός που η φωτογραφία υποστηρίζει ή διασπά τη συγκέντρωση της προσοχής μπορεί να ελεγχθεί.
Σε άλλες περιπτώσεις η εκπαιδευτική φωτογραφία δίνει αναντικατάστατες πληροφορίες, καθώς οι «χίλιες λέξεις» που είναι «μια εικόνα» μπορεί στην πραγματικότητα να μην την αντικαθιστούν ως μορφή πληροφόρησης.

Εκπαιδευτική φωτογραφία και άλλα εκπαιδευτικά οπτικά μέσα

Αν ασχοληθεί κανείς με την εκπαιδευτική φωτογραφία, σύντομα θα διαπιστώσει ότι υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία με την «εκπαιδευτική ταινία» (educational film), που συχνά είναι συνώνυμη με την «ταινία τεκμηρίωσης» (ντοκυμαντέρ). Επίσης τα σύγχρονα εκπαιδευτικά μέσα (eduacational media) χρησιμοποιούν πολλούς τύπους εκπαιδευτικής εικόνας, φωτογραφίας, σκίτσων, κόμικ κ.λπ. στα οποία μπορεί κανείς να διακρίνει τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά που τα καθιστούν «εκπαιδευτικά». Για παράδειγμα μπορεί να δίνουν έμφαση σε διατάξεις, ολοκληρωμένες ή αποσπασματικές απεικονίσεις συστημάτων, αλληλουχιών, μέρη ενός συνόλου που περιγράφουν, να είναι αναφορικά, περιγραφικά, αφαιρετικά ή συνθετικά κ.λπ.

Τα τεχνικά χαρακτηριστικά της εκπαιδευτικής φωτογραφίας

Επειδή η εκπαιδευτική φωτογραφια είναι κατά κανόνα μια μορφή τεκμηρίωσης, στηρίζεται στην βασική παραδοχή ότι παρουσιάζει κάτι πραγματικό. Γι’ αυτό ακόμη κι αν μια απεικόνιση είναι κατασκευασμένη για να αποτυπωθεί στη φωτογραφία, ενέχει την ρεαλιστικότητα του πειράματος, που είναι επίσης προκλητό – και όχι αυθόρμητο – αλλά τελείται σε πραγματικές και ελέγξιμες συνθήκες. Συχνά η εκπαιδευτική φωτογραφία περιέχει συνθήκες που σε καμία άλλη περίπτωση δε θα ήταν αποδεκτές, όπως π.χ. το ανθρώπινο σώμα να «κόβεται» ώστε να φαίνονται μόνο χέρια, που όμως τελούν κάποια εκπαιδευτική – πειραματική δραστηριότητα, ή κρατούν κάποιο εύρημα ώστε να τεκμηριωθεί. ‘Αλλες φορές οι συνθήλες λήψεις υποβιβάζουν το αισθητικό αποτέλεσμα, π.χ. υπάρχει κακός φωτισμός, μεγάλη αντίθεση (contrast), ίσως κάποια αστάθεια στη λήψη («κουνημένη» φωτογραφία), η φωτογραφια είναι παλιάς τεχνολογίας, καταπονημένη από τον καιρό και τις συνθήκες κ.λπ., στοιχεία όμως που είναι αποδεκτά λόγω της εκπαιδετικής χρησιμότητας της υπόλοιπης πληροφορίες που περιέχει η εκπαιδευτική φωτογραφία. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι κάθε φωτογραφία με ελλειπή τεχνική αρτιότητα είναι αποδεκτή επειδή προορίζεται για εκπαιδευτική χρήση. Το αντίθετο μάλιστα, η τεχνολογία μας δίνει τη δυνατότητα για άρτιες τεχνικά φωτογραφίες, η δυνατότητα της «σκηνοθεσίας» μας επιτρέπει μεγάλη ελαστικότητα στη διαμόρφωση του κάδρου (π.χ. διαμορφώνουμε το φόντο μας, «στήνουμε» τα στοιχεία για εικονογράφηση κ.λπ.), ώστε τελικά να έχουμε εκπαιδευτικά οπτικά έργα υψηλής αισθητικής, που μνημονεύονται μαζί με όλα τα άλλα δημιουργήματα της φωτογραφίας στις σύγχρονες τέχνες. Ειδικά η ασπρόμαυρη φωτογραφία, εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην εκπαιδευτική φωτογραφία, καθώς μεταφέρει την οπτική πληροφορία χωρίς ουσιαστικές απώλειες όταν δεν υπάρχει χρώμα. Έτσι σχεδόν όλα τα εκτυπούμενα εγχειρίδια των ημερών μας εξακολουθούν να έχουν ασπρόμαυρη φωτογραφία, όχι μόνο για την απλοποίηση της τεχνικής αναπαραγωγής – αφού δεν απαιτούνται περαιτέρω μελάνια πέραν του μαύρου – αλλά και γιατί η μακροχρόνια σύνδεση της ασπρομαυρης εικονογράφησης – γραβούρας – σχεδίου κ.λπ. συνάδει με το μαθησιακό χαρακτήρα του εγχειριδίου και τον υποστηρίζει αδιατάρακτα αιώνες τώρα.
Το χρώμα είναι πολύ πιο χρήσιμο σε οπτικοποιήσεις που απευθύνονται στις μικρές ηλικίες, οπότε οι μικροί μαθητές μπορεί να μαθαίνουν τα πράγματα και σε σχέση με τη χρωματική τους διάσταση, να μαθαίνουν τα χρώματα και να έχουν ανάγκη μεγαλύτερης υποστήριξης στο να μαθαίνουν και να αναγνωρίζουν το ορατό περιβάλλον μας.

Ο «εκπαιδευτικός φωτογράφος» ή ο δημιουργός εκπαιδευτικής φωτογραφίας

Για την σύλληψη της εκπαιδευτικής φωτογραφίας χρειάζεται ετοιμότητα σχεδόν κάθε στιγμή, ώστε το θέμα να φωτογραφηθεί «εν τη δράση», ρεαλιστικά σε όσα στάδια χρειαστεί. Πολλές φορές πρέπει να διακόψουμε μια δυναμική διαδικασία, μια εκπαιδευτική δραστηριότητα, προκειμένου να έχουμε μια σταθερή εικόνα, ξεκάθαρη και περιεκτική. Μπορεί να πρέπει να εισέλθουμε σε ένα πεδίο για να εστιάσουμε σε ένα σημείο δυσπρόσιτο, δύσβατο κ.λπ. Μπορεί να πρέπει να έχουμε υπομονή να καταγράψουμε τα στάδια μιας διαδικασία που εκτυλίσσεται σε βάθος χρόνου. Να χρειάζεται η σταθερή τήρηση κάποιου ωρολόγιου προγράμματος προκειμένου να αποτυπωθούν οι αλληλουχίες με συνέπεια κ.λπ. Ο «εκπαιδευτικός φωτογράφος» βρίσκεται με τη φωτογραφική μηχανή σε ετοιμότητα όταν θέλει να έχει το θέμα του έγκαιρα και ρεαλιστικά. Χρειάζεται να έχει κατά νου το «πρότζεκτ» ή τα «πρότζεκτ» που θέλει να φέρει εις πέρας, ώστε όταν κάτσει στον υπολογιστή για το «μοντάζ» των – στατικών – πλάνων του να μπορεσει από την ακατάστατη αλληλουχία των φωτογραφιών να απομονώσει τις αναγκαίες, να «κροπάρει» αν χρειαστεί, με ακρίβεια στο θέμα του και να συνθέσει τελικά τις φωτογραφίες του εκπαιδευτικού του υλικού. Είναι μια διαδικασία σε διαρκή εξέλιξη, την οποία ίσως κι εσείς ζείτε, ή πρόκειται να ζήσετε. Σας εύχομαι καλές δημιουργίες, με την ελπίδα όσα κατέγραψα να σας φάνηκαν χρήσιμα!

Μουσικά Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας

Είναι γνωστό ότι πολλοί γονείς συνδέουν τα όνειρά τους να μάθουν τα παιδιά τους μουσική, με τη δική τους παιδική ηλικία. Ένας γονιός που δεν κατάφερε να μάθει ένα μουσικό όργανο, ίσως θέλει να μάθει το παιδί του. Ο ίδιος, μητέρα ή πατέρας, θεωρεί ότι γι’ αυτόν η ευκαιρία πια χάθηκε, ότι δεν πρόκειται ποτέ πια να μάθει έστω και ένα τραγούδι. Οπότε οι ελπίδες του πηγαίνουν… στα παιδιά του τα οποία δεν θα πρέπει να συνεχίσουν τη δική του «αποτυχημένη πορεία», απορρίπτοντας την δυνατότητα εκμάθησης. Πόσο μάλιστα όταν έχουν στη διάθεσή τους δασκάλους, όργανα και – γιατί όχι – και χρόνο!

Η κατάσταση αυτή κρύβει πολλά ατοπήματα. Κατ΄ αρχάς, η μουσική πλέον δεν είναι ό,τι ήταν στην εποχή των γονιών. Μουσική φτιάχνεται και με έναν υπολογιστή, ένα «Player», με το σώμα, το στόμα, τα αντικείμενα, τα υλικά, τις λέξεις, τους ήχους, ό,τι τέλος πάντων βάζει ο νους του ανθρώπου. Γνωρίζετε εσείς να μαθαίνει κάποιο παιδί «beatboxing», ή έστω «body percussion»; Κι όμως τα μουσικά αυτά είδη είναι ευρέως διαδεδομένα, δημοφιλή στα παιδία, με διαγωνισμούς, φεστιβάλ, ρεπερτόριο και μεγάλο εύρος τεχνικών. Γιατί λοιπόν το παιδί πρέπει «σώνει και καλά» να μάθει ένα από τα μουσικά όργανα που ήταν διαθέσιμα τον καιρό που οι γονείς του γνώριζαν τη «μουσική»;

Ένα δεύτερο μεγάλο ατόπημα είναι η σύγχυση ανάμεσα στο «ταλέντο» και τη «μεθοδικότητα». Οι μεγάλοι δημιουργοί μελετούν τακτικά, επίμονα και αδιάλειπτα. Αλλιώς το «ταλέντο», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, μπορεί να οδηγήσει το μαθητή στην αδράνεια, το γρήγορο «κάψιμο», είτε γιατί χάρη στο «ταλέντο» του «βαριέται», αδιαφορεί και δεν τον έλκουν απλά καθημερινά ζητήματα μάθησης, είτε γιατί το «ταλέντο», τον απομακρύνει από τη ζωογόνο άσκηση. Η άσκηση και η υπομονετική μελέτη ανοίγει δρόμους και δυνατότητες υπερ-πολλαπλάσια ευχάριστες από τη λίγη δυσφορία που δημιουργείται λόγω της αναγκαστικής (στην αρχή) σπουδής. Το ταλέντο χωρίς την σύνεση της άσκησης αποσυντονίζει, αποπροσανατολίζει, «καίει» το θύμα του, και εσωτερικά, με κακή ψυχολογία και εξωτερικά, με καταπόνηση του σώματος.

Και φτάνουμε τώρα στους αρχικούς μας αποδέκτες, τους ενήλικες που δοκίμασαν μια φορά να «μάθουν» μουσική, και καθώς δεν τα κατάφεραν, παραιτήθηκαν. Ισχύουν όλα τα προηγούμενα και γι’ αυτούς. Αφενός, μουσική έκφραση δεν είναι ό,τι νόμιζαν στα παιδικά τους χρόνια. Είναι πολύ πιθανόν, πολλές – πολλές παραδρομές να τους έδωσαν λάθος εντύπωση για τις μουσικές τους ικανότητες. Αν π.χ. η επιμονή στις «νότες» και την «παρτιτούρα» τους αποθάρρυναν ίσως ξεχνούν ότι στη μεγάλους πλειονότητα οι λαϊκοί μας μουσικοί διέσωσαν την τέχνη τους προφορικά, από στήθους, μέσα από την τριβή με τα ακούσματα και το ζωντανό παίξιμο. Αφετέρου, όλα όσα αναφέρθηκαν περί μεθοδικότητας, που υπερσκελίζει πιθανή έλλειψη «ταλέντου» ισχύουν σε κάθε ηλικία. Δηλαδή κάθε στιγμή και καθένας μπορεί να ασκήσει τη μουσική του έκφραση («να μάθει μουσική» που λέγαμε λοιπόν παλιά). Απλά η ηλικία, η φυσική και πνευματική κατάσταση, διαμορφώνουν κάθε φορά τον τρόπο της άσκησης.

Ας φανταστούμε ένα μουσικό σχολείο, για όσους είτε δεν διάπρεψαν την πρώτη φορά στη μουσική, είτε δεν είχαν ποτέ τη δυνατότητα σαν παιδιά να έρθουν πιο συστηματικά σε επαφή με τρόπους μουσικής έκφρασης. Όποιος περνά το κατώφλι του σχολείου αυτού, θα πρέπει να έχει κατανοήσει ότι βρίσκεται πραγματικά μπροστά στη δυνατότητα να μάθει, και δεν κάνει κάποιας μορφής πείραμα. Σε αυτό το σχολείο:

>>υπάρχει η δυνατότητα να αξιοποιηθούν διάσπαρτες γνώσεις, ακούσματα, δεξιότητες, που ο μαθητής έχει λόγω της ηλικίας του και δε θα είχε αν ήταν παιδί.

>> υπάρχει η ωριμότητα να μοιραστεί δίκαια ο χρόνος που αφορά στην «από στήθους» μάθηση και στην εγγράμματη ανάγνωση. Οι αβλεψίες της παιδαγωγικής μεθόδου στην παιδική ηλικία, που αποθάρρυναν το παιδί και δεν απέδωσαν γενικά τα μέγιστα, τώρα μπορούν να ελεγχθούν για να έχουμε το καταλληλότερο «μίγμα μεθόδων», προκειμένου να διδαχτεί ο ενήλικας.

>> η μουσική έκφραση μέσα από τη διαδικασία της μάθησης θα πρέπει να είναι στο επίκεντρο, ακόμη περισσότερο, γιατί για τον ενήλικα «δεν υπάρχει χρόνος». Φυσικά ο ενήλικας μπορεί καλύτερα να εκτιμήσει την ανάγκη της μεθοδικότητας και της υπομονής. Υπάρχει όμως πάντα και η «εναλλακτική», να είναι οι ασκήσεις άμεσα αποδοτικές σαν «τραγούδια». Είναι απίθανο με τόσο μουσικό πλούτο γύρω μας να μην μπορεί κάθε φορά να επινοηθεί μια «άσκηση» που να μην μοιάζει «άσκηση» για το μαθητή, αλλά και να βελτιώνει κάποια δεξιότητά του. Η δημιουργικότητα κατά το σχεδιασμό του μαθήματος θα μπορούσε να είναι βασικό  χαρακτηριστικό σε αυτό το μουσικό σχολείο δεύτερης ευκαιρίας.

>> ένα μέρος της εκπαίδευσης θα μπορούσε να αφιερωθεί στην αυτοκριτική αυτής της ίδιας της εκπαίδευσης: πως φτάσαμε να διαμορφώνουμε ένα «μουσικό σχολείο»; μια μουσική; ποιος ορίζει τις έννοιες του «οργανοπαίχτη», του μουσικού, του επιτυχημένου, το αποτυχημένου, της δόκιμης και της αδόκιμης μουσικής πρακτικής; Η επίγνωση του μαθητή, τι είναι αυτό που κάνει και γιατί το κάνει, σε μια τέτοια ηλικία ενδυναμώνει κατάλληλα τα εσωτερικά κίνητρα για μάθηση.

Και δύο παρατηρήσεις πριν την ολοκλήρωση της σημερινής καταγραφής στο ηχολόγιο: Το μουσικό σχολείο δεύτερης ευκαιρίας πρεσβεύει όλες εκείνες τις διάσπαρτες αξιώσεις για «αναδιαρθρώσεις» στη μουσική εκπαίδευση, που επισήμαναν μια κρίση σε αυτή, πολλά χρόνια πριν οποιαδήποτε άλλη «κρίση». Τέλος, η λέξη «ταλέντο» έμπαινε διαρκώς σε εισαγωγικά, αφενός, γιατί δεν έχει κανένα πραγματικό νόημα στη συλλογιστική αυτού του κειμένου, αφετέρου γιατί διεθνώς τα τελευταία χρόνια όλο και πιο πολύ απομυθοποιούμε την έννοια αυτή, και επισημαίνουμε πότε την αξία της μεθοδικότητας, πότε τις παθολογικές αποκλίσεις, όπου συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά, κυρίως στον εγκέφαλο, μπορεί να προσδώσουν ακραίες δυνατότητες σε έναν άνθρωπο. Μήπως έχετε ακόμη την απορία αν υπάρχει ή δεν υπάρχει «ταλέντο»; Τι ζήτημα δεν είναι να πούμε ένα «ναι» ή ένα «όχι», για μια έννοια που δεν έχει – όπως προσπάθησα να δείξω – την ίδια έννοια για όλους, και δεν έχει αποδομηθεί (απομυθοποιηθεί αν προτιμάτε) επαρκώς στη μουσική εκπαίδευση.

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

26/8/2011

ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΑΚΟΥΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΗ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

Το Δελτίο Τύπου σε pdf

Η Ακουστική Οικολογία είναι ένας διεπιστημονικός τομέας που ξεκίνησε στον Καναδά στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από το συνθέτη και μουσικοπαιδαγωγό R. Murray Schafer. Εξετάζει τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του (και κατά συνέπεια με τη φύση και τον πολιτισμό) μέσω του ήχου. Η διερεύνηση αυτής της σχέσης γίνεται μέσα από τη συνεργασία διαφόρων επιστημών και τεχνών όπως π.χ. η ακουστική, η βιολογία, η βιοακουστική, η ανθρωπολογία του ήχου, η αρχιτεκτονική, η πολεοδομία, η ψυχολογία, η μουσική και οι τέχνες του ήχου γενικότερα. Βασικός στόχος της Ακουστικής Οικολογίας είναι το βέλτιστο ηχητικό περιβάλλον για τον άνθρωπο της σημερινής εποχής.

Η Ελληνική Εταιρεία Ακουστικής Οικολογίας (μη-κερδοσκοπικό σωματείο) συστάθηκε το 2005 στην Κέρκυρα με έδρα το Εργαστήριο Ηλεκτροακουστικής Μουσικής ‘Ερευνας και Εφαρμογών του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Συνδέεται στενά ως προς την προσέγγιση και τους στόχους της με τις ιδέες του R. Murray Schafer και των συνεργατών του και από το 2007 είναι μέλος του World Forum for Acoustic Ecology (WFAE, Διεθνές Φόρουμ για την Ακουστική Οικολογία). Η ΕΕΑΟ δραστηριοποιείται ισομερώς: α) στην Έρευνα και Σύνθεση Ηχοτοπίων β) στην Εκπαίδευση Ατόμων και Ομάδων για την Ακρόαση του Περιβάλλοντος και γ) στη Δράση για την Προστασία του ηχητικού περιβάλλοντος. Από την ίδρυσή της, έχει υλοποιήσει σεμινάρια για μαθητές και εκπαιδευτικούς της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, έχει αναπτύξει σχετική ιστοσελίδα: www.akouse.gr και για την επικοινωνία του καλλιτεχνικού και επιστημονικού έργου των μελών της και της ευρύτερης κοινότητας έχει διοργανώσει δύο πανελλήνια συνέδρια. Το πρώτο της συνέδριο με θέμα: “Η Ακουστική Οικολογία στην Ελλάδα Σήμερα” πραγματοποιήθηκε το 2007 στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα (http://www.ionio.gr/~esseam/acoueco/) ενώ το δεύτερο, με θέμα: “Η Ποιητική του Ηχοτοπίου” οργανώθηκε από το Τμήμα Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής του Τ.Ε.Ι. Κρήτης και πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο το 2010 (http://www.teicrete.gr/mta/cml/acoueco2010/).

Το προσεχές φθινόπωρο (3-7 Οκτωβρίου 2011) το Ιόνιο Πανεπιστήμιο υπό την αιγίδα του Διεθνούς Φόρουμ για την Ακουστική Οικολογία και της Ελληνικής Εταιρείας Ακουστικής Οικολογίας, με την υποστήριξη του Τ.Ε.Ι. Κρήτης, οργανώνει Διεθνές Συνέδριο Ακουστικής Οικολογίας με θέμα: “Crossing Listening Paths” το οποίο αναφέρεται στο ‘διάλογο’ ανάμεσα στους διαφορετικούς τρόπους ακρόασης και έρευνας του ηχητικού περιβάλλοντος.

Στο συνέδριο θα γίνουν παρουσιάσεις από τους διεθνούς φήμης καλεσμένους: R. Murray Schafer, Hildegard Westerkamp, Katharine Norman, Christopher W. Clark και Allen S. Weiss, αλλά και παρουσιάσεις ερευνητικών και εκπαιδευτικών εργασιών, στρογγυλά τραπέζια, συναυλίες, ηχητικές εγκαταστάσεις, σεμινάρια, κλπ. Όσοι ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν το συνέδριο και τα σχετικά σεμινάρια, μπορούν να βρουν πληροφορίες στον ιστότοπο: http://www.akouse.gr/wfae 2011/ .

Εκ μέρους της Οργανωτικής Επιτροπής,
Ιωάννα Ετμεκτσόγλου
Επίκουρος Καθηγήτρια Μουσικής Ψυχολογίας
Τμήμα Μουσικών Σπουδών, Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Το 4΄ 33΄΄ του John Cage ξανά…

Το 4΄ 33΄΄ είναι ίσως το πιο συζητημένο κομμάτι, αν και είναι το μόνο που καταγράφεται ιστορικά να έχει τον μουσικό σχεδόν σε πλήρη απλαξία. Διαβάστε γι’ αυτό το πασίγνωστο εγχείρημα του John Cage στη wikipedia…

http://en.wikipedia.org/wiki/4%E2%80%B233%E2%80%B3

Το κομμάτι παίχτηκε από την συμφωνική ορχήστρα του BBC ( BBC Symphony Orchestra) το 2004 και αναμεταδόθηκε ζωντανά.

Επιτρέψτε μου να παραθέσω μια αυτοσχέδια ίδια εκδοχή που επιχείρησα πριν χρόνια σε ένα μαγαζί για τσάι. Το χρονόμετρο που χρησιμοποιείται είναι για να ειδοποιεί πότε πρέπει να βγάλουμε το τσάι από την κούπα.

Καλή ακρόαση

Επόμενα άρθρα »