Η βυζαντινή κι οθωμανική Κερασιά

Καταγραφή

Μαρία Μπρέτσα – Θανάσης Καλλιανιώτης

 

Πρακτικά ημερίδας με τίτλο «Κερασιά Κοζάνης: ιστορία –παιδεία –πολιτισμός», που οργάνωσε στο Δημοτικό Σχολείο Κερασιάς ο τοπικός Αθλητικός -Μορφωτικός Σύλλογος «ΕΛΙΜΕΙΑΚΟΣ» την 15η Σεπτεμβρίου 2013

Το τρίτο και τελειωτικό χτένισμα του κειμένου (30.03.2014) παρατίθεται παρακάτω. Τα παλαιότερα 20.09.2013 εδώ  21.09/2013 εδώ. Η συνοδευτική οπτική παρουσίαση της ανακοίνωσης ανοίγει εδώ.

 

Εισαγωγικά

Ουδεμία εκτενής γραπτή μαρτυρία ήταν διαθέσιμη για το βαθύ παρελθόν του οικισμού Κιρασιά (Κερασιά) Κοζάνης και της περιοχής, αν και εικάζεται πως συν τω χρόνω, ύστερα από εξαντλητική έρευνα, θα ευρεθούν χειρόγραφες αναφορές εντός ή εκτός της χώρας για την ύπαρξη του οικισμού επί Βυζαντίου ή και παλαιότερα με ανασκαφική έρευνα και άριστη μελέτη του χώρου.

Δυστυχώς το αρχαίο παρελθόν της Κερασιάς, η γνώση του οποίου ήταν απαραίτητη για την ιστορική συνέχεια του οικισμού, είναι δυσπρόσιτο στους γράφοντες. Δεν έχουν μελετηθεί από κοντά τα σχετικά ευρήματα που κείτονται σε προθήκες ή αποθήκες μουσείων ούτε αναγνώστηκαν ενδελεχώς οι επί τούτων (σχολιασμένες και μη) δημοσιεύσεις αρχαιολόγων ή άλλων ερευνητών.

Όμως για την επίσκεψη στο αρχαίο τοπίο της Κερασιάς αντλήθηκαν γραπτές και προφορικές πληροφορίες:

α) από την εργασία του δασκάλου Κωνσταντίνου Σιαμπανοπούλου Αιανή


β) το σύνταγμα επιγραφών των Ριζάκη -Τουράτσογλου[1] γ) το ιστορικό -γεωγραφικό πόνημα του Δημητρίου Σαμσάρη[2] δ) από την αρωγή κατοίκων του χωριού όπως οι Γεώργιος Βόμβας, Ευάγγελος Παπακώστας και Παναγιώτης Τότσκας που ξόδεψαν αφειδώλευτα χρόνο για επιτόπιες οδοιπορίες κι ατελείωτες συζητήσεις όχι μόνον για το αρχαίο αλλά και για το νεότερο και σύγχρονο παρελθόν της.

Χωρίς αυτούς το παρόν πόνημα θα ήταν ημιτελές, με άρωμα μόνον γραφείου και χωρίς τον αναζωογονητικό αέρα της εξοχής.

Τρεις τόμοι που γράφτηκαν για την περιοχή Κοζάνης,[3] ιδιαίτερα ο πολυτελής εγκιβωτισμένος τελευταίος, περιέχουν ελάχιστες εκμεταλλεύσιμες από εμάς πληροφορίες, καθώς εκτός της μακρινής των εστίασης τα κείμενά τους είτε στηρίχτηκαν αποκλειστικά σε έρευνα εξ αποστάσεως είτε συνετέθησαν από συγγραφείς διάφορων σπουδών εκτός της Ιστορίας, γεγονός σύνηθες κι αυξανόμενο.

Για τη συγγραφή του παρόντος μελετήθηκε αρχειακό υλικό ευρισκόμενο στον ιερό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Κερασιάς όπως επίσης και στην έδρα της κοινότητας. Ξεφυλλίστηκε παράλληλα σχεδόν ολόκληρη η τοπική βιβλιογραφία, αλλά και διάφορες μελέτες ή άρθρα στο διαδίκτυο. Θεωρήθηκε ωστόσο δαπανηρό να υπομνηματιστούν πονήματα διάφορων ερευνητών και φιλιστόρων, διότι επαναλάμβαναν όσα είχαν γράψει νωρίτερα άλλοι ή επειδή τις πληροφορίες που παρείχαν δεν είχαμε την ικανότητα να εκμεταλλευτούμε.

Οι επιτόπιες επισκέψεις πότε με κατοίκους της Κερασιάς πότε χωρίς αυτούς αποτέλεσαν τον κορμό του ζητήματος. Γυρίζαμε στα μέρη της καθώς η γη και οι συνήθειες των ανθρώπων από τη μια δεν αλλάζουν με τόσο γρήγορο ρυθμό κι από τη άλλη μορφοποιούνται μόνο λεκτικά. Συνήθως δε εν μέρει ή επιφανειακά. Κατά τη διάρκεια των δεκάδων αυτών εξορμήσεων σχηματίστηκαν περισσότερα ερωτήματα, ορισμένα μόνο εκ των οποίων έγινε προσπάθεια να απαντηθούν εδώ.

Τρία δικά μας άρθρα έσκυψαν παλαιότερα στην Ιστορία της Κερασιάς.[4] Ανατάσσονται εν μέρει σήμερα καθώς νέες πηγές ήρθαν στα χέρια μας, προφορικές και γραπτές, εμπλουτίζοντας την οπτική μας γωνία.

Οι κυριότερες προσφορές της νέας προσέγγισης είναι:

α) η διαπίστωση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού, εξ αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερα, αφού αρχαίοι και νέοι οικισμοί συγκατοικούν ή συνορεύουν

β) η τοποθέτηση της πόλης της αρχαίας «Αιανής» στις θέσεις Στου Ούτσινου και Στα Ούτσινα, ενώ στο λόφο Στ’ Ράχ(η) Μιγάλ(η) έστεκε η ακρόπολή της

γ) η ανάλυση της εμπειρίας της οθωμανικής καταπίεσης, εξ αιτίας της οποίας μετοικούσαν οι αγρότες της βυζαντινής εποχής σε πιο απόμακρα μέρη

δ) ο ορισμός της έδρας της επανάστασης του 1878 στις κοιλάδες της θέσης Στου Ζγκόστ(ι) κι όχι στο θερινό κτηνοτροφικό οικισμό Στου Μπούρνου του Χρωμίου

 

Θρησκευτική πύκνωση

Ταφές και προϊστορικά αγγεία εντοπίστηκαν πέριξ του οικισμού στις σχετικά μακρινές θέσεις Στουν Αϊ-Λια ΒΔ και Στ΄ Καρατζιά του Λάκκου -η αποτύπωση του τελευταίου ρέματος ως «Κουρή Λάκκος»,[5] είναι άγνωστη στους σημερινούς κατοίκους της Κερασιάς κι επιπλέον ασύμφωνη με την τοπική ιδιόλεκτο. Οι κατοικήσεις στις θέσεις αυτές λογίζονται ως φυσιολογικές καθώς στα πόδια τους ρέουν ρέματα απαραίτητα για άμεση ύδρευση, αφού παλαιότερα δεν υπήρχε ικανή τεχνολογία μεταφοράς. Ακόμη ήταν ιδανικές προς θήραν πτηνών κι αγριμιών.

Εκτός τούτων ανάγλυφα, αγάλματα, οικοδομήματα, και κεραμίδες στεγών έχουν ευρεθεί στις τοποθεσίες

Αϊ-Λιας, Λάκκις, Άι Νικόλας, Στου Μπαλιαγκούρα, Αϊ-Ταξιάρς, Αϊ-Νέστουρας, Αϊ-Παντιλιήμουνας, Στου Κουλούκ(ι) τ΄ Γκουβιντάρ, Ούτσινου και Ούτσινα ή Ούτσιανα[6]

 –η μονολεκτική αναγραφή των δύο τελευταίων θέσεων ως «Ούτσινα»[7] δεν τεκμηριώνεται. Όλες πάντως οι ειρημένες είναι όμορες μεταξύ τους εκτός του Αϊ-Λια, και κείτονται ανατολικά του οικισμού.[8] Το τοπωνύμιο «Αγ. Νέστορας», που παρατίθεται σε παλαιότερο χάρτη της περιοχής συνολικά αντί των τριών, [9] έχει πιθανή αιτία την αποφυγή του σλαβικού των ετύμου, όχι όμως ορθώς όπως θα φανεί στη συνέχεια.

Επίσης έχουν ευρεθεί στην εδαφική περιοχή της Κερασιάς δύο θολωτοί τάφοι[10] κι ένας πιθανώς ειδωλολατρικός ναός στον Αϊ-Νικόλα.[11] Ακόμη μία μαρμάρινη σαρκοφάγος μετασκευασμένη σε σκάφη ύδατος στον Αϊ-Παντιλιήμουνα, την οποία ο ευρών είχε μεταφέρει σπίτι του, αλλά την επέστρεψε κι απόθεσε στο ίδιο μέρος παρακινημένος από αποτρεπτικό όραμα θρησκευτικού περιεχομένου.[12] Ακόμη βρέθηκε ανάγλυφο:

στου Κουλούκ(ι) τ΄ Γκουβιντάρ βρήκα ένα μάρμαρου, είχι μνια γυναίκα μι βζιά, τα ΄σπασα μι του σκιπάρ(ι) να ισιώσν κι το ‘χτσα.[13]

Οι τέσσερις ερειπωμένοι ναοί ανατολικώς της Κερασιάς εγγράφονται σε κύκλο ακτίνας μικρότερης των 500 μέτρων, μια εντυπωσιακή θρησκευτική πύκνωση. Είναι τέσσερις ναοί, ή έστω ξωκλήσια, ημιθανείς σήμερα μέσα στα αγριόχορτα που από φθινόπωρο σε φθινόπωρο λιγοστεύουν λόγω άροσης των χωραφιών ή συλλογής πετρών προς εξωραϊσμόν νεόπλουτων κατοικιών. Κανείς κάτοικος δεν θυμάται στις αναφερόμενες τοποθεσίες ναούς ορθούς σε ικανό ύψος, αλλά οι ηλικιωμένοι, όντας ξωμάχοι στην παιδική τους ηλικία, γνωρίζουν την ακριβή τους τοποθεσία και ενθυμούνται ιστορίες πρεσβυτέρων για λιθολόγησή τους προς χάριν της σημερινής ενοριακής εκκλησίας του οικισμού.

Ο κατοχικός επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων της επαρχίας Κοζάνης (εφονεύθη από τον ΕΛΑΣ στο Βέρμιο) αναφερόμενος σε «πλάκες που σώθηκαν» εκτιμά πως ο ναός στη θέση Παναϊά (Παναγία) «ιδρύθηκε» το 1834, ενώ ο αντίστοιχός του στη θέση Αϊ-Νικόλας το 1870.[14] Δυστυχώς το πρωτότυπο κείμενο δεν έχει αναγνωστεί από τους γράφοντες. Όμως κανείς κάτοικος σήμερα δεν θυμάται την ύπαρξη αυτών των πλακών. Καθώς όμως ο ίδιος επιθεωρητής, αξιωματούχος δάσκαλος κι όχι αυστηρός ιστορικός, για το ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιανής καταθέτει πως ιδρύθηκε το 1740,[15] ενώ στην πραγματικότητα είχε ανεγερθεί το 1549,[16] η χρονολόγησή του για τους ναούς της Κερασιάς είναι πάσχει. Γι αυτό το λόγο οι γράφοντες θεωρούν πως οι δύο ναοί της Κερασιάς Παναϊά και Αϊ-Νικόλας, στην περίπτωση που αληθεύει η κατάθεση του επιθεωρητού, επισκευάστηκαν τότε και δεν ανηγέρθησαν εκ βάθρων.

Ελάχιστα είναι τα διαθέσιμα στοιχεία για το τι ακριβώς κρύβεται κάτω από τους ερειπιώνες της Κερασιάς. Αν ποτέ πέσει ανασκαφικό φως, μάλλον θα δειχθεί ότι οι τέσσερις εκκλησίες είχαν οικοδομηθεί επάνω σε προϋπάρχοντα ειδωλολατρικά ιερά, διότι η χρήση του χώρου μερικώς μόνον αλλάζει στην ακίνητη επαρχία. Εξάλλου όχι περισσότερο από δύο χιλιόμετρα ΝΑ της θέσης Ούτσινου, στις ΝΔ κλιτύες του λόφου Στα Μπαΐργια, ευρέθη αρχαίας εποχής νεκρόπολη κι ακόμη της ιδίας εποχής ακρόπολη στο λόφο Στ΄ Ράχ(η) Μιγάλ(η), τον οποίο οι αρχαιολόγοι γράφοντάς τον κι ονομάζοντάς τον σύμφωνα με την αθηναϊκή νόρμα «Μεγάλη Ράχη» ταυτίζουν με τον αρχαίο οικισμό Αιανή.

Έτεροι γραφείς, που προφανώς δεν γνωρίζουν τον τόπο, θεωρούν πως η αρχαία Αιανή ήταν «κτισμένη στη θέση του σημερινού χωριού [Αιανή]».[17] Στο λόφο της Ράχης Μεγάλης λοιπόν ή κάτω από τη σημερινή Αιανή κείτεται η αρχαία πόλη; Οι ευγενώς αθλούμενοι στις ιστορικές σπουδές πιστεύουν πως στον απόκρημνο λόφο της θέσης Στ΄ Ράχ(η Μιγάλ(η) κατοικούσε η διοικητική και οικονομική άρχουσα τάξη της αρχαίας εποχής. Στις πλησιέστατες της Ράχης Μεγάλης και σχετικά πεδινές και ζεστότερες λόγω θερμικών ρευμάτων[18] θέσεις Ούτσινου και Ούτσινα ή Ούτσιανα, εν μέσω αγρών και βοσκότοπων, έμενε ο λαός, οι αγρότες και οι ποιμένες. Στο κέντρο τους έρρεε νερό που μέχρι σήμερα ακολουθεί το ίδιο δρομολόγιο βγαίνοντας όμως από κάνουλες τσιμεντένιων πια βρυσών.

Στο Ούτσινου και στα Ούτσινα λοιπόν, περιοχή γεμάτη κεραμικά όλων των εποχών, με δεκάδες κινητά και ακίνητα ευρήματα, ανάμεσά τους λουτρά, τάφοι και οικοδομήματα, κειτόταν η αρχαία Αιανή, αν θεωρήσουμε ότι ήταν πόλη με τα χαρακτηριστικά της σημερινής αντίστοιχης. Μία ολόκληρη πόλη δεν χωρούσε στον απότομο λόφο της Ράχης Μεγάλης και ούτε είχε περιθώρια ανάπτυξης, αφού χρειαζόταν επίπονη καθημερινή μεταφορά νερού από το λάκκο που έρρεε στα νότιά της κράσπεδα. Στην ακρόπολη της Ράχης Μεγάλης έμενε αποκλειστικά η ελίτ και μόνο σε δύσκολες εποχές ήταν τόπος καταφυγής αγροτών και ποιμένων.

Ωστόσο για τα ρωμαϊκής εποχής λουτρά της θέσης Ούτσινου το νερό προερχόταν από το λάκκο που πηγάζει από το ύψωμα Ασπροβούν(ι) ΝΔ της Ροδιανής. Μέσω σκεπασμένου ή όχι αυλακιού και πήλινων σωλήνων (γκιρίζια στην ιδιόλεκτο) διέσχιζε την Κερασιά φθάνοντας ως τη θέση Ούτσινου. Από το ίδιο αυλάκι υδρεύονταν επί Βυζαντίου οι κάτοικοι του Ούτσινου και του Μπαλιαγκούρα όπως επίσης ως τα μέσα του 20ού αιώνα οι χωρικοί και τα ζώα της σημερινής Κερασιάς. Η ροή του αυλακιού δεν είναι δύσκολο να ευρεθεί επακριβώς με ανασκαφή.

Οικιστικός ανήφορος

Αρχαϊκά, κλασσικά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά λοιπόν ευρήματα υπάρχουν ακόμη στις θέσεις ΛιβάδγιαΟύτσινου και Ούτσινα Αιανής. Επίσης και Στς Λάκκις της Κερασιάς. Πύκνωση παλαιών ορθόδοξων ναών, βυζαντινών κατά την άποψη των γραφόντων, στις ίδιες θέσεις κι επίσης Στουν Μπαλιaγκούρα Κερασιάς. Αμέσως στα ΒΔ τους οικοδομήθηκε ο σημερινός οικισμός. Νερό άφθονο, χωράφια ζεστά και γόνιμα, δάσος για καυσόξυλα υπάρχουν στη γειτονική αυτών θέση Στου Μέτσιου. Γιατί εγκαταλείπονται οι θέσεις;

Δεν είναι μοναδική αυτή η αλλαγή. Το ίδιο ακριβώς συνέβη στη γειτονική κτηματική περιοχή της σημερινής Αιανής. Ο ρωμαϊκός και ελληνιστικός οικισμός της θέσης Στ΄ Ράχ(η) Τσέικα, ΝΑ του σημερινού χωριού, διανθισμένος με θολωτούς και κιβωτιόσχημους τάφους και λουτρά συνεχίζει επί Βυζαντίου με χριστιανικούς ναούς στις θέσεις Αϊ-Μηνάς και Αϊ-Μάρκους. Έπειτα ανηφορίζει σε ένα μαλακό γήλοφο ΝΑ της σημερινής Αιανής όπου συναντούμε την ίδια με την Κερασιά πύκνωση ορθόδοξων παλαιών ναών, τεσσάρων κι εδώ στον αριθμό: Αϊ-Ταξιάρς, Άι Νικόλας, Αϊ-Τριάδα κι Αϊ-Θανάης. Εκτός αυτής συναντούμε και συνωνυμία των τριών πρώτων ναών με αντίστοιχους της Κερασιάς. Μάλιστα η Αϊ-Τριάδα ήταν ως πρόσφατα κοιμητηριακός ναός και στα δύο όμορα χωριά!

Το φαινόμενο της ανωφερούς πορείας χριστιανικών χωριών τόσο αμέσως μετά την οθωμανική κατάκτηση όσο κι αργότερα είναι διαδεδομένο, αν στη συζήτησή μας ενθεθούν κι έτεροι οικισμοί της νότιας όχθης του Αλιάκμονος όπως η «Γρατσιάνη»[19] και το «Κραδοχώρι» ή «Κραντοχώρ» ή «Κορακοχώρ»,[20] κώμες που είχαν οικοδομηθεί στις θέσεις Γρατσιάν(η) Παλαιογρατσάνου και Κιραμίδα Βελβεντού. Οι κάτοικοί τους διασκορπίστηκαν, αφού ο Αλιάκμονας ήταν σύνορο που εύκολα δεν υπερέβαινε κανείς, καταφανώς στα ορεινά των Πιερίων.

Άγνωστης προς το παρόν ονομασίας είναι η κώμη που βρισκόταν εξ αρχαιοτάτων χρόνων στο Κολτσάκ,[21] Κολιτσάκι ή Μπαϊρ,[22] παραλίμνιας σήμερα θέσης ΝΑ της σημερινής υψηλής γέφυρας των Σερβίων. Ο οικισμός είχε τη δυνατότητα να ελέγχει το οδοιπορικό πέρασμα από το Βορρά προς το Νότο, από τη Μακεδονία στη Θεσσαλία, ειδικότερα από το οροπέδιο της Κοζάνης προς τη λωρίδα των Σερβίων. Από τον 17ο αιώνα μαρτυρείται στον ίδιο τόπο σχεδία επάνω στην οποία ανέβαιναν ζώα κι άνθρωποι για ασφαλή διάβαση του ποταμού,[23] όταν τα νερά ήταν στις δόξες τους ή το χειμώνα για να μη τους περονιάζει το κρύο νερό τα κόκκαλα. Οι κάτοικοί του διασκορπίστηκαν με την μαζική έλευση των Οθωμανών, για τους ίδιους προδήλως λόγους, προς τα ορεινά των Πιερίων.

Οικιστικός επίσης ανήφορος την ιδία εποχή έλαβε χώραν και στο υψίπεδο των Καραγιαννίων, ΒΒΑ του Μπούρινου. Ο ονοματικώς άγνωστος οικισμός που ευρισκόταν στην πεδινή θέση Ξαμπουρνάρ(ι),[24] ολίγες μόνον εκατοντάδες μέτρα μακριά από την ανατολική έξοδο της στενωπού Κοζάνης –Σιατίστης, μεταφέρθηκε ΝΔ και υψηλότερα,[25] στις ανατολικές απολήξεις της μεγάλης κλιτύος Σν Καθάρα.

Ακριβέστερα δημιουργήθηκε ένθεν κακείθεν των οχθών Τ’ Ψαρά του Λάκκου. Οι Τούρκοι του 1530 τον έγραφαν «Ντραγκάνιτσε»,[26] ενώ τον 17ο αιώνα «Νταραγόνιστα».[27] Πρόκειται για τη σημερινή Μεταμόρφωση του νομού Κοζάνης, την οποίο στην ιδιόλεκτο οι εντόπιοι αποκαλούν Ντραβουντάντστα.

Παρόμοια μετατόπιση από τα πεδινά σε ορεινότερα μέρη έλαβε χώραν και στην κτηματική περιοχή της σημερινής Ελάτης (Λουζιανής) Σερβίων. Ο αρχαίος οικισμός που βρισκόταν στη θέση «Λουγκά» της δεξιάς όχθης του Αλιάκμονος όπου υπήρχε πόρος διάβασης του ποταμού προς το Βορρά εγκαταλείφτηκε, όχι όμως και οι αγροί του που καλλιεργούνταν μέχρι να τον σκεπάσει νέα τεχνητή λίμνη.

Οι μόνοι οικισμοί που κατηφορίζουν κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, πιθανόν λόγω έλλειψης νερού, είναι ορισμένοι στις νότιες υπώρειες του υψώματος Μαυράχ(η) Σερβίων, στις θέσεις Ουβραίικα τα Σπίτχια[28] και Τ΄ Αϊ-Νικουλά τα Δέντρα.[29] Φαίνεται πως συνοικίζουν το χωριό Καλντάδις (σήμερα Προσήλιο). Η άποψη πως οι κάτοικοί των από τα υψώματα μεταφέρθηκαν «εγγύτερα στην πεδιάδα» και «σταδιακά προς τα βόρεια»[30] θεωρείται γεωγραφικώς απίθανη, διότι η πεδιάδα απέχει αρκετά χιλιόμετρα κι από το σημερινό ακόμη οικισμό του Προσηλίου. Εξάλλου η πεδιάδα ανήκει σε κτηματικές περιοχές άλλων οικισμών.

 

Στρατιωτική ασφάλεια κι οθωμανική οικονομική άνεση

Οι χριστιανικοί οικισμοί που εγκαταλείφτηκαν για τους ίδιους ή παρόμοιους λόγους είναι περισσότεροι από τους αναφερθέντες. Γιατί όμως; Η έλλειψη νερού δεν είναι αιτία στην περίπτωση της Κερασιάς, διότι και να στέρευε παροδικά η βρύση στο Ούτσινου, νερό ερχόταν άφθονο από το λάκκο της Ροδιανής. Όσον αφορά στην Αιανή το νερό στη Ράχ(η) Τσέικα έφθανε αρκετό μέσω ρέματος είτε από τη θέση Στ΄ Λάκκα είτε από πλουσιότατες ανάβρες ευρισκόμενες ανατολικά του ναού της Παναγίας. Οι υπόλοιποι αναφερόμενοι οικισμοί της λωρίδας των Σερβίων ήταν παραποτάμιοι οπότε δεν είχαν ποτέ τέτοιου είδους προβλήματα.

Αποκλείοντας το νερό ως αιτία εγκατάλειψης, μένουν η ωμή βία και η έμμεση πίεση. Στις περιπτώσεις των οικισμών ΚολτσάκΓράτσιαν(η), Κιραμίδα, Ξαμπουρνάρ(ι) και  Ράχ(η) Τσέικα θα μπορούσε να ασκηθεί βία ή πίεση από τους Οθωμανούς για στρατηγικούς λόγους καθώς οι τρεις πρώτοι ως κάρφος των οφθαλμών εμπόδιζαν σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής ή γενικής ανησυχίας την ομαλή διέλευση των Οθωμανών από το οροπέδιο Κοζάνης στα Σέρβια (και φυσικά μέσω του Σαρανταπόρου ως τη Λάρισα) ή το αντίθετο. Ο τέταρτος οικισμός, το Ξαμπουρνάρ(ι), ήλεγχε την ομαλή διάβαση από την Καστοριά –Βόιο –Γρεβενά, δηλαδή από την Ήπειρο, προς τα Σέρβια. Η Ράχ(η) Τσέικα, ευρισκόμενη σχεδόν σε παραποτάμια θέση, προσέφερε τη δυνατότητα εποπτείας ενός από τα εφεδρικά περάσματα του ποταμού Αλιάκμονα.

Άλλος λόγος, αν θεωρηθεί υπερβολικός η βία, είναι ο οικονομικός. Οι Οθωμανοί αύξαιναν τη φορολογία: «βοήθεια στρατιωτική», «δάνεια αναγκαστικά», «συνεισφορά δια ίππους», άλλες πρόσθετες επιβαρύνσεις[31] και καταπίεζαν τους κολίγους των («τάση προς βαρύτερη φορολογία στην ύπαιθρο»)[32] με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αφήνουν τη γη τους και να καταφεύγουν σε ορεινά ή ακαλλιέργητα εδάφη (μπαΐργια) όπου μετατρέπονταν σε κτηνοτρόφους κρύβοντας φυσικά τον αληθή αριθμό των ζώων τους από την Εφορία της εποχής, εν αντιθέσει με την ως πρότινος περίοδο όπου δοθέντων των κρατικών ενισχύσεων και της ανυπαρξίας κρατικού ελέγχου οι κτηνοτρόφοι είχαν τη δυνατότητα να αυξάνουν πλασματικά τα κοπάδια τους. Ακόμα οι μέτοικοι αυτού του είδους άνοιγαν νέα χωράφια των οποίων η εγγραφή στο φορολογικό κατάστιχο αργούσε μερικά χρόνια οπότε διέφευγαν των δοσιμάτων προς το κράτος. Επιπλέον διαβιώντας κάπως μακρύτερα από τη ζώνη ενδιαφέροντος των Οθωμανών οι χριστιανοί μέτοικοι απολάμβαναν μεγαλύτερη (οικονομική τουλάχιστον) ελευθερία. Οικονομικά ήταν πρωτίστως τα αίτια του οικιστικού ανήφορου της Κερασιάς, αφού δεν συνόρευαν οι πρώτοι οικισμοί Ούτσινου και Ούτσινα με χωριά Γιουρούκων ή Κονιάρων[33] ώστε να ασκηθεί άμεση βία για στρατηγικούς λόγους.

Το παλαιό λοιπόν σχήμα της μετακίνησης χριστιανών κατοίκων λόγω της οθωμανικής κατάκτησης προς μέρη απόμακρα κι ορεινά, το οποίο θεωρήθηκε διαβλητό από θεωρητικούς κοσμοπολίτες ιστορικούς και ιστορίζοντες, τεκμηριώνεται με την έρευνα στο πεδίο, έστω κι αν στην περίπτωσή μας οι κάτοικοι της Κερασιάς μετακινήθηκαν ολίγα μόνον χιλιόμετρα μακρύτερα, σε θάμνους και σε δάση των θέσεων Στου Κουρί και Στα Κουργιά. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν η καταφυγή στα ορεινά είχε θεμέλια στην υστεροβυζαντινή εποχή όπου από τη βαριά φορολογία κάτοικοι ένιωθαν εχθρικά τα εδάφη της πατρίδας τους και προσανατολίζονταν προς το εξωτερικό.[34] Πρόκειται για σκηνή διόλου παράδοξη σήμερα, εποχή που παραγκωνισμένοι νέοι από την άνετη ζωή καλά αμειβόμενων ομάδων εξουσίας αναζητούν εργασία έξω από τα σύνορα της χώρας, στην Εσπερία.

Αρκετοί κάτοικοι κτυπήθηκαν λοιπόν από την οθωμανική κατάκτηση με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως κι άλλοτε με δυσειδέστερα μέσα όπως παιδομάζωμα, αναγκαστικούς εξισλαμισμούς, επιστρατεύσεις, επιτάξεις, αγγαρείες, ταπεινώσεις και οικονομική εξαθλίωση. Φυσικά και με πιο ήπια, π.χ. με εθελοντικούς εξισλαμισμούς και υιοθέτηση των κανόνων και του τρόπου ζωής του κατακτητή όπως φανερώνουν διάφορες λέξεις που επέζησαν στην ιδιόλεκτο της επαρχίας Κοζάνης ως σήμερα.

Την αλλόθρησκη λαίλαπα, καθώς οι μονές των Σερβίων απορούσαν εν μέσω πληθώρας εξισλαμισμών, προσπάθησε να αντιμετωπίσει η Εκκλησία με τη δημιουργία της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Ζάμπουρντας στην ιδιόλεκτο, το 1534,[35] η οποία απείχε μία ημέρα με τα πόδια από την Κερασιά. Όλη σχεδόν η Ελίμεια κατέφυγε πνευματικώς στο μοναστήρι παρέχοντας εθελοντές μοναχούς και προσφέροντας γέννημα κατά τις ετήσιες ή και συχνότερες ζητείες των καλογήρων. Ωστόσο παρόλη την ακτινοβολία και τον σχεδόν μυθώδη υλικό πλούτο της μονής[36] η μάστιγα των «γυρισμάτων», της αλλαγής δηλαδή της πίστης, δεν είχε τα προσδοκώμενα για τους χριστιανούς αποτελέσματα.

Η κοντινότερη στην Κερασιά παραποτάμια Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος, Στ΄ Λαργιού στην τοπική ιδιόλεκτο, δεν είχε το σθένος της Ζάμπουρντας. Είναι γνωστή στα νεότερα χρόνια ως θέρετρο αναψυχής των αστών της Κοζάνης,[37] θαυμάσια θέση μελισσοτροφίας,[38] εξαιρετικό χειμαδιό αιγοπροβάτων[39] και χοίρων,[40] χώρος απόκρυψης ανταρτικού πολυγράφου το 1944[41] και τόπος προσαγωγής για ανάκριση κι εκτέλεση αντιπάλων του ΕΛΑΣ το ίδιο έτος παρά ως  τόπος σοβαρών πολεμικών συμβάντων. Στους Κερασιώτες είναι γνωστή ως χειμαδιό και τόπος βοσκήσεως χοίρων. Η δε Ιερά Μονή Γενέσεως της Θεοτόκου, Του Ζντιάν) στην ιδιόλεκτο, κείμενη σε ύψωμα της δεξιάς όχθη του Αλιάκμονα, είχε οικονομική επαφή με την Κερασιά. Το 1927 μαρτυρούνται δοσίματα των κατοίκων της προς αυτήν[42] μία ή περισσότερες φορές το χρόνο.[43]

 

Σλάβοι επήλυδες

Τέσσερις λοιπόν ερειπωμένοι σήμερα ναοί ανατολικά της Κερασιάς. Στις αρχές του περασμένου αιώνα ήταν πέντε μαζί με τον ερειπιώνα της Παναϊάς (δίπλα του οικοδομήθηκε πρόσφατα ομώνυμη εκκλησία) στα νότια. Εξαιρείται από την καταμέτρηση ο επίσης ερειπωμένος έως τα μέσα του 20ού αιώνα ναός του Αϊ-Λια στα ΒΔ του σημερινού χωριού, διότι ανήκε στον εξαφανισμένο από νωρίς οικισμό της θέσης Στου Σιάκα, ο οποίος παραδίδεται στις πηγές ως Σάρακα, Σάρμα, Σάρτε,[44] Σάρκε ή Σιάμπρακα.[45] Δεν προσμετρείται επίσης η Αϊ-Τριάδα της Κερασιάς, ενοριακός ναός ως το τέλος της δεκαετίας του 1920, διότι ανέκαθεν επιζούσε στην προφορική μνήμη. Συμβατή με την εποχή όπου εξ αιτίας των αλλόθρησκων Οθωμανών τα κτήρια των εκκλησιών έπρεπε να είναι «χαμηλά κι όχι πολύ εμφανή»[46] η Αϊ-Τριάδα δεν εντυπωσίαζε εξωτερικά ούτε εντυπωσιάζει σήμερα (ο νέος ναός) σχεδόν κανέναν.

Πέντε λοιπόν οι ερειπωμένοι ναοί στην Κερασιά του 20ού αιώνα. Ασφαλώς όλοι μονόχωροι και πιθανώς νεκροταφειακοί. Δήλωναν μάλλον τόπο εκκλησιασμού ανθρώπων ξεχωριστής συγγένειας, σειριές στην τοπική ιδιόλεκτο.

Από πού ακριβώς κατάγονταν το συνολικό ποίμνιο της Κερασιάς είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Το κύριο μέρος τους ήταν ασφαλώς απόγονοι των Ελλήνων από την πόλη της αρχαίας Αιανής και η γυναίκα που σε τοπική αρχαία επιγραφή έφερε το όνομα Δημοκράτεα (Δημοκρατία)[47] βεβαιώνει με ασφάλεια τον αρχικό οικιστικό πυρήνα. Ορισμένοι όπως η οικογένεια Τότσκα προσήλθαν από τη Βόρειο Ήπειρο αν θεωρηθεί καθοριστική η ετυμολογία του επωνύμου. Πόσοι κατάγονται από Σλάβους είναι μάλλον απίθανο να ευρεθεί. Πριν αποκτήσουν φυλετική ή εθνική συνείδηση[48] οι Σλάβοι αφομοιώθηκαν από το ελληνικό διοικητικό και εκκλησιαστικό σύστημα κι από την ελληνική παιδεία αφήνοντας πίσω τους μόνο τοπωνύμια. Τι ζητούσαν οι Σλάβοι στην ελληνόφωνη Κερασιά;

Το αγρόκτημα ανατολικά της Κερασιάς, που οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ονομάζουν Στου Κουλούκ(ι) τ΄ Γκουβιντάρ, εκτείνεται στις θέσεις Ούτσινου και Ούτσινα. Τις προφέρουν μονολεκτικώς ως Λούτσινου συνδέοντάς το προφανώς με τη σλαβικού ετύμου λέξη «λούτσα». Η ονομασία Κουλούκ(ι) δηλώνει την πρότερη ύπαρξη οθωμανικού τσιφλικιού. Πράγματι το τσιφλίκι αυτό είχε αγοράσει στα μέσα του 19ου αιώνα ο «Γεώργης Κουϊμτζής»,[49] γόνος παλαιάς εύπορης οικογένειας της Κοζάνης,[50] ο οποίος άφησε το όνομά του σε επιζώντα μαντρότοιχο ονόματι Τ΄ Κυρ Γιώρ(η) στη θέση Αυλές της Κερασιάς.[51] Εκτός τούτων η ονομασία Κουλούκ(ι) φανέρωνε την οικονομική και κοινωνική σχέση κατόχου κι ακτημόνων: οι τελευταίοι θεωρούνταν κατά την περίοδο της οθωμανικής κατάκτησης δούλοι: στην οθωμανική kul σημαίνει «δούλος»,[52] ενώ η λέξη kuluk μεταφράζεται σήμερα στην τουρκική μαλακότερα ως hizmet, η υπηρεσία δηλαδή, η βοήθεια,[53] το χουσμέτ(ι) της ιδιολέκτου.

Κατά την περίοδο ενδιαίτησης των Σλάβων στην περιοχή το τσιφλίκι της Κερασιάς αποκαλούταν καταφανώς «μπάστινα» (πατρογονική [γη] στη σλαβική).[54] Αν προχωρήσουμε βαθύτερα στο παρελθόν, η μπάστινα λεγόταν από τους βυζαντινούς «επίσκεψις» (αυτοκρατορικό δηλαδή κτήμα) ή «πρόνοια».[55] Για παλαιότερες ακόμα περιόδους δεν διαθέτουμε στοιχεία. Ωστόσο εντυπωσιάζει τόσο η μακρά χρήση του κτήματος όσο και οι μεταφραστικές αλλαγές της ονομασίας του.

Ποιος στρατιωτικός, πολιτικός ή θρησκευτικός αξιωματούχος κατείχε την πρόνοια της Κερασιάς; Είναι βέβαιο πως ορισμένοι από τους καλλιεργητές της, τους προνοιαρίους, ζούσαν από παλαιότερα στην περιοχή. Πόσοι από τους υπόλοιπους συναδέλφους των που επίσης διαβιούσαν εκεί ήταν δούλοι, δηλαδή βάρβαροι αιχμάλωτοι;[56]

Δε γνωρίζουμε επίσης ποιοι ήταν επί Βυζαντίου οι «φορολογούντες», δηλαδή οι εισπράκτορες των φόρων του αγροκτήματος[57] στην Κερασιά. Επί Τουρκοκρατίας υπήρχε ένας συγκεκριμένος με μαθηματικές προφανώς ικανότητες πρόγονος της σημερινής οικογένειας Τζελαπτσή (Τζιλαπτσή στην ιδιόλεκτο) επώνυμο ερμηνευόμενο ως ζωέμπορος[58] προβάτων προκαθορισμένης τιμής για την τροφοδοσία της Πόλης.[59]

Την παρουσία των Σλάβων στο χώρο της Κερασιάς, κάτι φυσικό αφού το 1000 περίπου μ.Χ. η περιοχή ανήκε εκκλησιαστικά στην Αχρίδα, πόλη της νότιας Γιουγκοσλαβίας, κι όχι όπως νωρίτερα στη Θεσσαλονίκη,[60] φανερώνουν λέξεις που επέζησαν στην ιδιόλεκτο και σίγουρα τα τρία τοπωνύμια Μέτσιου, Ούτσινου και Ούτσινα. Κάτω από το Μέτσιου, στην περίπτωση που εξαιρεθεί το αρβανίτικο όνομα «Μέτσιο», υποφώσκει η σλαβική απόδοση της λέξης αρκούδα,[61] κάτι όχι ασύνηθες αφού στην περιοχή αφθονούν το νερό, τα ημιράδγια (χνοώδεις δρύες) και οι κρανιές που παρείχαν τροφή στα ευμεγέθη τετράποδα.

Το Ούτσινου και τα Ούτσινα, αν και το πρώτο συνθετικό, η λέξη «ουτς», ερμηνευόμενη ως τρία στην τουρκική δηλώνει την τρίτη κατηγορία χωραφιών, δηλαδή τα πιο απόμακρα του οικισμού, στο τουρκόφωνο προσφυγικό χωριό Ανατολή, παλαιότερα Κιουτσιούκ Τεκελέρ.[62] Όντως το Ούτσινου και τα Ούτσινα βρίσκονται μακριά από την Αιανή, όχι όμως από την Κερασιά. Ωστόσο η ανωτέρω άποψη αναιρείται, διότι ο σχεδόν συνώνυμος οικισμός Ούτσιανα, σήμερα Κομνηνά Εορδαίας, υπήρχε ήδη με το αυτό όνομα πριν από την οθωμανική κατάκτηση.[63] Δυστυχώς στην περίπτωση των Κομνηνών, εκ παραδρομής μάλλον, Γερμανός γλωσσολόγος δεν κατέγραψε τα Ούτσιανα ως οικωνύμιο,[64] ώστε να διαθέτουμε περισσότερα βέλη στην εξεταστική φαρέτρα μας.

Αποκλείοντας το τουρκικό έτυμο, απομένει το σλαβικό. Κατά μιαν άποψη ο οικισμός «Ούτσανα» Εορδαίας αρύεται «ίσως» από τη σλαβική «ότσιανε», ήτοι «κάτοικοι πηγής» και το ότσιανε με τη σειρά του από τη λέξη οκό που σημαίνει «μάτι, πηγή». Κατά τον ίδιο συγγραφέα το οικωνύμιο «Μάτι» συνδέεται με τη σλαβική λέξη «μάτι» η οποία ερμηνεύεται ως πηγή νερού[65] (π.χ. το ρέμα της Ηπείρου Βοϊδομάτης). Αδυνατώντας οι γράφοντες να καταλάβουν πώς σχετίζεται το μάτι με την πηγή, θεωρούν πως τα Ούτσινα ή Ούτσιανα και το Ούτσινου είναι όντως σλαβικής προέλευσης, αλλά δεν δηλώνει κατοίκους πηγής. Ο πατέρας καλείται στα σλαβικά «ότσιν»[66] και ο χώρος ήταν πράγματι «πατερικός», αφού διέθετε επί Βυζαντίου τέσσερις ναούς, αλλά και παλαιότερα παρόμοιους ειδωλολατρικούς όπως δείχνουν τα ελληνιστικά αναθηματικά ανάγλυφα, ναούς που μετασκευάστηκαν με βεβαιότητα σε εκκλησίες –τα ονόματά τους έχουν ήδη ειπωθεί.

Σε αυτές τις τέσσερις εκκλησιές προσθέτουμε και τον αντίστοιχο της γειτονικής θέσης Αϊ-Νάστασ(η) Αιανής όπου ανευρεθέν αναθηματικό ανάγλυφο προς τον Ύψιστο Δία παραπέμπει σε ναό προτέρων εποχών.[67] Έτσι με τη μεταβλητή της ιερότητας η θέση Στ’ Ράχ(η) τ’ Σκουμέν(η) Αιανής, στις βόρειες υπώρειες της οποίας απλώνεται το Ούτσινου, ερμηνεύεται ως «Ράχη σηκωμένη» –σκουμέν(η) στην ιδιόλεκτο, δηλαδή ράχη με ανάστημα, παρόλο που ούτε απότομη είναι ούτε ψηλή σε σχέση με το σημερινό οικισμό της Αιανής. Η αναγραφή του ιδίου λόφου σε δημοσιευμένο χάρτη ως «Κομμένη»[68] ηχεί παράδοξα, διότι, αν ήταν θηλυκού γένους, θα προφερόταν στην ιδιόλεκτο Στ’ Ράχ(η) ν΄ Γκουμέν(η). Η απόδοση της ιδίας ράχης σε άλλο χάρτη ως «Κομμένοι»[69] είναι ασύμβατη με την ιδιόλεκτο, πρώτον διότι το εδαφωνύμιο είναι αριθμού ενικού και γένους θηλυκού και δεύτερον επειδή οι χωρίτες θα πρόφεραν το λόφο «Κομμένοι», αφού η γενική στην ιδιόλεκτο ήταν ανύπαρκτη, είτε ως Ράχ(η) απ΄ τς΄ Κουμέν(οι) είτε μονολεκτικώς ως Κουμέν(οι). Όμως την προφέρουν Στ’ Ράχ(η) τ’ Σκουμέν(η). Τέλος σλαβικού ετύμου είναι τα όμορα της Κερασιάς χωριά Αιανή (Κάλιανη), Μηλέα (Μιλουτίν(ι)), Ροδιανή (Τραντουμπίτστα) και Κάτω Κώμη (Βάντσα Κατνή).

Πότε αφίχθησαν οι Σλάβοι στην περιοχή, ως γεωργοί, ποιμένες ή δούλοι, δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί. Τα διασωθέντα τοπωνύμια Στου Ουπανό (επάνω) Σιλιό και Στου Κατνό (κάτω) Σιλιό (σλαβικά selo=χωριό) βορείως του Κρόκου, η θέση Στου Σιλιό βόρεια της Ροδιανής και η αντίστοιχη όμοια Στου Σιλιό νοτίως της Αιανής δείχνουν την πρώιμη παρουσία τους. Καθώς οι θέσεις αυτές ευρίσκονται σχετικά μακριά από πηγές και δεν έχει εντοπιστεί εκεί κεραμικό υλικό ή ερειπιώνας, οι Σλάβοι ονοματοθέτες τους θεωρούνται μετακινούμενοι ποιμένες. Αργότερα ήρθαν περισσότεροι, μάλλον αγρότες, οι οποίοι αφομοιώθηκαν γρήγορα από τον ελληνισμό αφήνοντας λέξεις όμως αρκετά εδαφωνύμια και οικωνύμια όπως την Κόζιαν(η) (Κοζάνη), το Βιλίστ(ι) (Λευκοπηγή), τις Βάντσις (Άνω και Κάτω Κώμη) κ.α.

Στο ναό του Αϊ-Παντιλιήμουνα Κερασιάς εκκλησιάζονταν ίσως οι φάρες των Σλάβων, ενώ τους άλλους αντίστοιχους φρόντιζαν Έλληνες, Αρβανίτες ίσως, Βλάχοι ή Αθίγγανοι. Μαρτυρείται στις προφορικές πηγές η ύπαρξη μίας πανέμορφης Αθίγγανης που ήρθε ως νύφη στο χωριό. Έτεροι Αθίγγανοι επισκέπτονταν παροδικά την Κερασιά προς επαιτείαν, γανώματα μαγειρικών σκευών, πεταλώματα τετραπόδων ή μουσικές καλύψεις γάμων και πανηγυριών. Τις τελευταίες αναλάμβαναν Ρόμδις (Αθίγγανοι) από την περιοχή Βεντζίων καθώς η αντίστοιχη πολυπληθής κοινότητα των «γύφτων»[70] της Κοζάνης είχε μάλλον ακριβότερο τιμολόγιο.

Ωστόσο κανένα από τα παλαιότερα ξενόγλωσσα βαπτιστικά ονόματα δεν επέζησε στις διαθέσιμες πηγές για την Κερασιά,[71] εκτός ίσως από το όνομα που αντανακλά η θέση Στουν Πούπου. «Πούπο» ονομάζεται το παιδί στην ιταλική.[72] Έλληνας ερευνητής αναγράφει πως «Πούπω» αποκαλούταν παλαιότερα η Δέσποινα,[73] αλλά δεν εξακριβώθηκε αν το όνομα υπάρχει αυτούσιο στο εκδοθέν χειρόγραφο. Στις περίπου 10.000 εγγραφές ονομάτων στον κώδικα της Ζάμπουρντας μόνο δύο γυναίκες ονόματι «Πούπω» υπάρχουν: μία στις Γούλες κι έτερη στον όμορο της Κερασιάς οικισμό Αιανή,[74] η οποία διαθέτει συνοικία Βλάχων. Μάλλον ήταν βλάχικης καταγωγής η Πούπου, με καταγωγή ίσως από το εφαπτόμενο της Κερασιάς βλαχοχώρι Σιάκα. Έδωσε πιθανόν το όνομά της στη θέση Πούπου από άγνωστη εκεί αντρικής φύσεως δραστηριότητά της.

Βλάχικη επιρροή, προερχομένη μάλλον από τον οικισμό Σιάκα, κρύβεται επίσης  πίσω από το εδαφωνύμιο Στου Σμάρ(ι), το οποίο ευρίσκεται στα σύνορα Ροδιανής, Αγίας Παρασκευής και Κερασιάς. «Σ-μ-α-ρ» ονομάζεται έτερος οικισμός του βιλαετίου Καστοριάς τον 15ο αιώνα όπου έμεναν ιπποκόμοι.[75] Το Σμάρ(ι) που επιζεί σήμερα μόνον ως ανερμήνευτο τοπωνύμιο στην τοπική ιδιόλεκτο, πηγάζει καταφανώς από τη λέξη σαμάρι, της οποίας τα φωνήεντα εκφωνούνται στη βλαχική κλειστότερα από την ελληνική.[76]

Αντίστοιχα γλωσσικής εκφοράς επιβιώματα, σλαβικής και τουρκικής προέλευσης, υπάρχουν σήμερα στα τοπωνύμια Σκ(ού)ρκα της Κοζάνης και Μπάντζιαβα Σ(ου) του Κρόκου.

Η με μολυβδίδα εγγραφή «θημόνο» σε εκκλησιαστικό βιβλίο της Κερασιάς του 18ου αιώνα[77] παραπέμπει σε γυναίκα που οι κάτοικοι εκφωνούσαν Θυμώνου, όνομα σπανιότατο αφού συναντάται μόνον δύο φορές τον 16ο αιώνα σε τοπικές πηγές: ως Θυμιανή στον Έλατο Γρεβενών και σαν Θυμιάνω στο Μικρόβαλτο Καμβουνίων.[78] Στην Ελασσόνα ως Θυμιανή,[79] αλλά καθόλου στη ΒΑ Θεσσαλία.[80] Πρόκειται μάλλον για φωνητική παραφθορά, ίσως από αλλόγλωσσους, του χριστιανικού ονόματος Ευθυμία.

 

Το ελληνικό τόξο

Ποιοι ακριβώς έμεναν στο οροπέδιο Κοζάνης, που οι αρχαίοι αποκαλούσαν Ελίμεια, οι βυζαντινοί Άγιος Νικόλαος και οι Οθωμανοί Τσιαρτσιαμπά, κατά τη βυζαντινή περίοδο δεν έχει διαλευκανθεί. Ο βυζαντινός οικισμός της Κοζάνης ευρίσκεται κάτω από τη σημερινή πλατεία Αλώνια, θέση που παλαιότερα καλείτο Στς Μπίλιους τα νιμόργια λόγω του βυζαντινού της κοιμητηρίου με υπάρχουσα μία μόνο «μονήρη οικία» το έτος 1795.[81]  Η θέση Στς Μπίλιους τα νιμόργια αποτέλεσαν το ενδιάμεσο της προοδευτικής μεταφοράς του αρχαίου οικισμού από τη θέση της οδού Φιλίππου στη σημερινή πλατεία της Κοζάνης. Ωστόσο ο βυζαντινός αυτός οικισμός ήταν αρκετά μικρός για να διαφεντεύει την περιοχή, ζούσε στη σκιά αρχικά της Καισάρειας (Κισαργειάς) κι έπειτα των Σερβίων. Η άποψη πως η Κοζάνη εκμεταλλεύτηκε «παλιές γεωγραφικές διασυνδέσεις» γι αυτό αύξησε τον πληθυσμό της επί Τουρκοκρατίας[82] είναι αμάρτυρη, διότι έως τις αρχές του 19ου αιώνα οι κύριοι οδοί Σιάτιστα προς Βέροια και Φλώρινα για Σέρβια περνούσαν έξωθεν αυτής.

Παρά τα λεγόμενα που θεωρούνται από διαφόρους ιστορίζοντες απαραβίαστα, η Κόζιαν(η) οφείλει την αναβάθμισή της από άσημο χωριό σε έδρα επισκοπής στην οθωμανική κατάκτηση. Ο ξερότοπός της, περίκλειστος από οθωμανικούς οικισμούς άρα απρόσβλητος από λυμεώνες ληστές της ελληνόφωνης επαρχίας αφού δεν μπορούσαν να την πλησιάσουν κατά τη διάρκεια της μίας νύκτας, αποτέλεσε ασφαλέστατο μέρος αποθήκευσης προϊόντων μέχρι να εξαχθούν στο Βορρά και την Εσπερία από εκατοντάδες Βλάχους μεταφορείς κι εμπόρους που έμεναν στο σημερινό κέντρο της πόλης. Τα απαραίτητα πέταλα στα ζώα τους χύτευε ο σεβαστού αριθμού μαχαλάς των Αθίγγανων κατοίκων της. Η επίσημη στατιστική κατάταξη της Κοζάνης το 1904 στους «αμιγείς ελληνόφωνους χριστιανικούς οικισμούς με 350 οικογένειες[83] εκτός άλλων χρήζει αναθεώρησης, αφού λησμονεί τους ειρημένους Αθίγγανους αλλά και τους Βλάχους κι εξάλλου δεν καταγράφει τους Βλάχους της Αιανής ούτε και τους Αθίγγανους της Κοζάνης, των Σερβίων της Ελάτης.

Οι τελευταίοι έμεναν σε πρώην ακαλλιέργητη, δασική ή θαμνώδη περιοχή στο κέντρο της πόλης, στο μαχαλά Βλάθκα (Βλάχικα) και λόγω της εμπορικής δραστηριότητάς των ο κοιμητηριακός ναός τους, ο Άγιος Νικόλαος, έγινε πολιούχος επισκιάζοντας τους τέσσερις υπάρχοντες Άγιο Αθανάσιο, Άγιο Δημήτριο, Αγίους Αναργύρους[84] και Άγιο Γεώργιο.[85]

Η ισχυρή παρουσία του ελληνισμού στην επαρχία Κοζάνης δηλώνεται εκτός από την γλώσσα σε:

α) τοπωνύμια όπως η θέση Ραμνίστ(ι) Δ του οικισμού Αγία Παρασκευή,[86] λέξη προερχόμενη από το ουσιαστικό ράμνος (ο Ραμνούς ήταν δήμος στην αρχαία Αττική),[87] γνωστός σήμερα στην περιοχή αγκαθωτός θάμνος ονόματι παλιούρ(ι) στην ιδιόλεκτο.

β) αρχαία ευρήματα όλων των εποχών

γ) παλαιοχριστιανικούς ναούς στα χωριά Αγία Παρασκευή και Καισαρειά. Στο τελευταίο ο ειρημένος ναός που ευρίσκεται στη θέση Παλιόκαστρου ήταν έδρα επισκοπής[88] και, παρόλο που έχει εντοπιστεί με ακρίβεια και ξακρίζεται από περίεργους, δεν έχει ακόμη ανασκαφεί. Παλαιοχριστιανικός ναός, προδήλως επί αρχαιοελληνικού αντίστοιχου, είναι επίσης ο ναός που κείται σήμερα, βαριά τραυματισμένος από κυνηγούς θησαυρών στη θέση Παλιουκλήσ(ι), 4χμ νοτίως του σημερινού οικισμού Αμυγδαλιά. Ήταν αφιερωμένος μάλλον στον Άγιο Νικόλαο κι ολόκληρος ο οικισμός γύρω του είχε το ίδιο όνομα, Άγιος Νικόλαος.

Το οικωνύμιο Άγιος Νικόλαος, που μετετράπη σε Κιρτούρκι, Κιρετουρλού, Κριτόζιλη ή Κιρτόρνη σύμφωνα με οθωμανικές πηγές του 1500,[89] δηλώνει προδήλως τον ευρισκόμενο εκεί σημαντικό οικισμό του Αγίου Νικολάου, στον οποίο έμενε ο βυζαντινός «κουράτωρ», ο επικεφαλής δηλαδή της περιφέρειας.[90]

Η άποψή μας τεκμηριώνεται, αν ληφθεί υπ΄ όψιν η βατότητα εν μέσω των αιώνων της οδού μεταφοράς της επισκοπής από την Καισάρεια (Κισαργιά) στον Άγιο Νικόλαο και μετά στα Σέρβια. Ακόμη επειδή επί Οθωμανοκρατίας οι Έλληνες αποκαλούσαν τον οικισμό της σημερινής Αμυγδαλιάς, για την ακρίβεια τους τρεις παλαιούς της μαχαλάδες,[91] Μπουιούκ Τικιλέρ, ερμηνευόμενο στην ελληνική όχι ως «μεγάλοι τράγοι»,[92] αλλά σαν  «μεγάλοι τεκέδες» (ναοί της αίρεσης των Μπεκτασήδων), δηλαδή μεγάλες εκκλησίες.[93] Αν ο ναός ανασκαφεί πριν καταστραφεί εντελώς, νέα στοιχεία θα φωτίσουν περαιτέρω το σκοτεινό σκηνικό της βυζαντινών χρόνων.

Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε αν στις περιοχές του ΒΑ Τσιαρσιαμπά όπου κατοικούσαν ως το 1923 Τούρκοι υπήρχαν παλαιότερες οικίσεις Σλάβων. Μελλοντικές πηγές θα διαφωτίσουν το τοπίο και σίγουρα η ενδελεχής κοπιώδης καταγραφή κι ανάλυση των τοπικών τουρκικών τοπωνυμίων, ορισμένων εκ των οποίων το υπόστρωμα είναι καταφανώς σλαβικό ή ελληνικό. Επιπλέον στη έρευνα αυτή μπορεί να παράσχει την αρωγή της η Αρχαιολογία. Χριστιανικό π.χ. ή μουσουλμανικό χωριό κρύβεται κάτω από τον ερειπιώνα  του παλαιού οικισμού Εσκί Κιοϊ (παλαιό χωριό στην ελληνική) βορείως των Λευκάρων; Ποιος χριστιανικός οικισμός[94] λανθάνει κάτω από την ύστερο τουρκικό μαχαλά της θέσης Εκμεξ(ιού)ζ της ιδίας περιοχής;[95] Υπήρχε παλαιός οικισμός γύρω από τον σημερινό ναό της Παναϊάς Κερασιάς, ο οποίος οικοδομήθηκε ολίγα μόνον μέτρα δυτικά των δυσθεώρατων ερειπίων του ομώνυμου παλαιότερου;[96] Αν ναι, ο οικισμός αυτός βρισκόταν δυτικά του ναού, στην όμορη ομαλή τοποθεσία Σν Αλαταργιά, τα οικοδομικά λείψανα του οποίου οι κάτοικοι μετέτρεψαν σε υπαίθριο παχνί άλατος.

Στη θέση Στου Σιάκα,[97] δυτικά της Κερασιάς, ο παλαιός οικισμός, καλύβες αχυροσκεπείς, ήταν ελληνικός, βλάχικος ή σλαβικός; Ως τη δεκαετία του 1930 στο Σιάκα υπήρχε σωρός ερειπίων,[98] τα οποία πάρθηκαν για ανέγερση νέων οικιών του ιδίου χωριού. Στη θέση Μέτσιου ΒΑ της Κερασιάς όπου ως σήμερα υπάρχει βρύση κι ένα θαυμάσιο γκαλντιρίμ(ι) (λιθόστρωτη οδός), υπήρχε επίσης οικισμός;

Αναμένοντας τα πορίσματα της μιας απαιτητικότερης έρευνας, ας αρκεστούμε στο χριστιανικό τομέα της περιοχής. Παλαιά οικωνύμια όπως και πλήθος εδαφωνυμίων χαρτογραφούν με αρκετή ασφάλεια την πρώιμη ελληνοφωνία του οροπεδίου με την Κερασιά να κατέχει δικαιωματικά το κέντρο αυτής. Οι μόνοι αρχαίοι οικισμοί της επαρχίας Κοζάνης που διατήρησαν εν μέσω των αιώνων τα ελληνικά τους έτυμα είναι η Αγία Παρασκευή (Πρασκιβή), το Κτένιον (Χτέν(ι)), η Φτελιά (Φτιλιάς)[99] και η Κερασιά (Κιρασιά) –η τελευταία έχει μάλιστα κοινά σύνορα με τους τρεις. Προστίθεται ακόμη ο σημερινός Κήπος, ονομαζόμενος Μπαξί ως τη δεκαετία το 1930, αλλά Παλιοκερασιά (Παλιουκιρασιά στην ιδιόλεκτο) τον 16ο αιώνα.[100]

Ακόμη στο ίδιο τόξο ανήκουν η Καισάρεια (Κισαργειά) και το μετέπειτα οθωμανικό Πρωτοχώρι (Πουρτουράζ(ι)). Ωστόσο αγνοούμε την πρότερη ονομασία της Καισαρειάς, πριν μετονομαστεί δηλαδή σε Καισάρεια, όπως επίσης και του Πρωτοχωρίου. Κάτω μάλλον από το οικωνύμιο Πουρτουράζ(ι) κρύβεται η βυζαντινή λέξη πρωτόγερος,[101] η οποία επέζησε στα άσματα της περιοχής ως «προυτόγηρους».[102] Οι οικισμοί της ιδίας περιοχής Πύργος και Μαγούλα δεν αναφέρονται στις οθωμανικές πηγές (στη δεύτερη γραφή του κώδικα της Ζάμπουρντας όμως ναι) είναι μάλλον ύστεροι, ιδιαίτερα ο πρώτος που περικλειόταν από Οθωμανούς.

Αγνοούμε φυσικά κι άλλους οικισμούς, π.χ. το όνομα και το φύλο των κατοίκων του βυζαντινού οικισμού που ευρισκόταν ΒΑ της Μηλέας –μόνο το κοιμητήριό του έχει σήμερα εντοπιστεί– ή τον ιδίας εποχής αντίστοιχο που κειτόταν στη βόρεια έξοδο της σημερινής Αιανής, στη θέση Στα Παλιόσπιτα. Κοιμητηριακός ναός του βυζαντινού αυτού οικισμού της πρώιμης Κάλιανης ήταν ο σημερινός της Αϊ-Πρασκιβής (Αγίας Παρασκευής). Μερικές δεκάδες μέτρα στα ΝΔ του έχουν εντοπισθεί λαξευτοί κιβωτιόσχημοι τάφοι, ενώ απλούστερης τεχνικής αντίστοιχοι χάσκουν σήμερα στον περίβολό του με τα οστά τους να επικρέμονται αναζητώντας την ιστορική τους δικαίωση στα μάτια των περαστικών.

Όχι μόνον στην Ελίμεια αλλά και στη λωρίδα των Σερβίων υπήρχαν ελληνόφωνοι οικισμοί. Ιδιαίτερο παράδειγμα αυτών ο οικισμός Αυλές στην περιφέρεια του οποίου βρισκόταν στην αρχαία εποχή, αν γίνει παραδεκτή η εκφωνητική συγγένεια, η Οβλοστίων πολιτεία.[103]

 

Οδική απομόνωση

Ασθενεί η υπόθεση πως διακλάδωση της Εγνατίας οδού περνούσε κατά τη ρωμαϊκή εποχή από τη σημερινή Κοζάνη και μέσω Λευκόβρυσης, Ροδιανής, Κτενίου, Αιανής, Καισαρειάς και στενών Σαρανταπόρου για να καταλήξει στη Θεσσαλία[104] καθώς η σημερινή οδός θεωρήθηκε ως παλαιότερη. Στην πραγματικότητα η αναφερόμενη οδός που υπάρχει και σήμερα ανοίχτηκε προπολεμικά και ήταν «βατή» μόνον από κάρα.[105] Η μαρτυρία αστού Κοζανίτη δικηγόρου πως είχε φθάσει στην Αιανή εκκινώντας από την Κοζάνη το φθινόπωρο του 1927 με επιβατηγό αυτοκίνητο[106] δεν ισχύει όχι τόσο επειδή εμπεριέχεται σε μυθιστόρημά του, αλλά διότι ο ίδιος ένα χρόνο αργότερα έγραψε πως ευχόταν να κατασκευαστεί δρόμος από την Κοζάνη έως τη Λαργιού από τα ριζά του Μπούρινου κι όχι από τον σημερινό που αγγίζει τη βόρεια πλευρά της Κερασιάς.[107]

Το 1933 η «κατεύθυνσις» της οδού Κοζάνης -Αιανής καταγράφεται με τον αριθμό «15»,[108] λέξη που δείχνει πως ο δρόμος είχε χαραχτεί επί χάρτου προς μελλοντική διάνοιξη. Ως αμαξιτή λειτουργούσε το 1935 όταν άνοιξαν τα μεταλλεία χρωμίου κι άρχισαν τα πρώτα φορτηγά να προσεγγίζουν τη Ροδιανή, το Χτένι και το χωριό Χρώμιο.[109] Τελειοποιήθηκε επί γερμανικής κατοχής ως το Χρώμιο.

Δεν υπήρχε η σημερινή οδός Κοζάνης –Αιανής παλαιότερα. Οι κάτοικοι μέχρι τη δεκαετία του 1960 επέλεγαν άλλους συντομότερους δρόμους, με ζώα ή χωρίς, για να επισκεφτούν την Κόζιαν(η) (Κοζάνη). Ο κανόνας ήταν να μην διασχίζουν άλλους οικισμούς για διάφορους λόγους ελάχιστοι εκ των οποίων ήταν ο φόβος των μαντρόσκυλων και η αγριότητα των ξενοφοβικών χωρικών.

Οι Κερασιώτες κατευθύνονταν μέσω μονοπατιού (σήμερα μέχρι ένα σημείο ανοίχτηκε χωματόδρομος) προς το Βορρά, άφηναν στα δεξιά τη θέση Κουργιά,[110] περνούσαν Τ΄ Καρατζιά του Λάκκου, κι από τα δυτικά ριζά του υψώματος Στ’ Μιλουτνιόραχ(η) κατέβαιναν προς τη Μηλέα, την οποία όμως άφηναν δεξιά τους –οι κάτοικοι της Μηλέας αποκαλούσαν μέρος της διαδρομής Σγ΄ Κιρασιόστρατα.[111] Μετά περνώντας αναγκαστικά, λόγω απότομης χαράδρας, μέσα από το χωριό Σπούρτα (Καρυδίτσα) έφταναν σε δύο περίπου ώρες με σύντονο βήμα στην Κοζάνη.

Οι Ροδιανιώτες για να παν στα Σέρβια μέχρι τον 18ο αιώνα που αναπτύχθηκε η Κοζάνη βάδιζαν στα σύνορα Κερασιάς –Κτενίου, μετά Αιανής –Καισαρειάς για να φτάσουν στον πόρο του ποταμού Αλιάκμονα. Έπειτα οδοιπορώντας πάλι παραποτάμια προσέγγιζαν τα Σέρβια.[112] Την ίδια οδό ακολουθούσαν επί Βυζαντίου, όταν κέντρο της Ελίμειας ήταν ο Άγιος Νικόλαος και νωρίτερα η Καισάρεια. Η αυτή πορεία ίσχυε για τους Κερασιώτες και τους Χτενιώτες, αλλά οι δεύτεροι κατέβαιναν προς το ποτάμι από τη χαράδρα Χούχουλου και μετά προσέγγιζαν τα Λιβάδγια Αιανής.

Όταν κέντρο της περιοχής έγινε η Κοζάνη, κανείς πάλι ξένος δεν διαπόρευε την Κερασιά. Οι Αιανιώτες κατευθύνονταν συνεχώς προς βορράν χωρίς να περάσουν μέσα από κανένα χωριό. Οι Χτενιώτες βαδίζοντας από το μονοπάτι της θέσης Τρία Σύνουρα (όρια Ροδιανής –Κερασιάς) και μετά μεταξύ Αγίας Παρασκευής -Μηλέας έφθαναν στην Καρυδίτσα κι έπειτα έμπαιναν στην Κοζάνη. Να γιατί καμία αναφορά δεν υπάρχει για το αν και πόσοι πέθαναν στην Κερασιά από την ισπανική γρίπη του 1918, η οποία κτύπησε σφοδρά τα όμορα χωριά. Στην Αιανή π.χ. ανάμεσα στους δεκάδες που άφησαν τη ζωή τους εξ αιτίας της ασθένειας συμπεριλαμβάνονταν αμφότεροι οι γονείς της γιαγιάς μας.[113] Στην Κερασιά δεν ήρθε ποτέ η γρίπη, διότι το χωριό βρισκόταν μακριά από κάθε πολυσύχναστη οδό.

Κανείς λοιπόν ξένος ηνίοχος ή πεζοπόρος δεν διέσχιζε τον οικισμό της Κερασιάς και μόλις άγγιζε την κτηματική και βοσκήσιμή της περιοχή. Οπότε η προφορική άποψη ότι το χωριό ονομάστηκε Κιρασιά επειδή «κερνούσαν» τους επισκέπτες, χρειάζεται τεκμηρίωση, ιδιαίτερα αν συγκριθεί με την οδοιπορία της παλαιάς εποχής. Στην οδική αυτή απομόνωση του χωριού οφείλεται ο χαρακτηρισμός Τρυπουσάκδις (Τρυποσάκηδες), τον οποίο προσέδιδαν στους Κερασιώτες οι γείτονές τους της Μηλέας. Η ερμηνεία πως Τρυπουσάκς είναι «αυτός που ξετρυπώνει τα πάντα»,[114] είναι αμάρτυρη. Ο χαρακτηρισμός προφανώς οφειλόταν στο μικρόσωμο θαμνόβιο πουλί «τρυποφράχτης» ή «τρυποκάρυδο»,[115] συχνά παρατηρήσιμο στην Κερασιά από ηλικιωμένους και κυνηγούς παλαιάς επί το πλείστον κοπής, το οποίο δεν απομακρύνεται ποτέ από την προστασία θάμνων και ζιγρών.[116]

Στις αρχές του 15ου αιώνα η Κερασιά ανήκε διοικητικά στον καζά (επαρχία) Σερβίων και στην αριστερή πτέρυγα του «λιβά του πασά», μία τεράστια έκταση από την Κομοτηνή έως και την Κορυτσά. Η άποψη σε εκδιδόμενο από το Ινστιτούτο Βιβλίου κι Ανάγνωσης Κοζάνης βιβλίο που μοιράστηκε στα Σχολεία ότι «η Δυτική Μακεδονία ήταν μια ακόμα επαρχία (καζάς) της τεράστιας τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας»[117] ξενίζει καθώς στη Δυτική Μακεδονία υπήρχαν τότε όχι μόνον ένας αλλά τέσσερις καζάδες με πρωτεύουσες τα Σέρβια, το Άργος Ορεστικό, την Καστοριά και τη Φλώρινα.[118]

Τα Σέρβια ήταν από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα το διοικητικό κέντρο της περιοχής. Εκεί πήγαιναν οι χωρικοί της Κερασιάς για να συναντηθούν με το κράτος. Αργότερα αναπτύχθηκε η Κοζάνη, την οποία  επισκέπτονταν συχνά για να πουλήσουν στους αστούς καυσόξυλα ημεραδίων που έκοβαν άφθονα από τις θέσεις Κουρί, Κουργιά και Τζιράδγια[119] -η αναγραφή της τελευταίας θέσης ως «Πετράδια»[120] είναι αμάρτυρη.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αναγκαιότερα προϊόντα για τους Κερασιώτες, τα οποία αδυνατούσαν να παράγουν οι ίδιοι, ήταν το άλας και τα πυροβόλα όπλα. Αργότερα προστέθηκαν το λάδι, ο άργυρος, ο χρυσός, το χαρτί και τα μελάνια. Όλα τα ειρημένα είδη αγόραζαν αρχικά από τα Σέρβια, έπειτα από την Κοζάνη.

Για τα υπόλοιπα φρόντιζε ο τόπος τους: νερό προς πόσιν από το αυλάκι που διχοτομούσε το χωριό, τροφή από καλλιέργειες δημητριακών (σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη(βρίζα), καλαμπόκι, τριφύλλι, βρώμη, ρόβι, ρεβύθια, βίκο, λαθήρια, φασόλια, αμύγδαλα, καρύδια κι αργότερα πατάτες) σύμφωνα με νεότερη καταγραφή των μέσων του 20ού αιώνα.[121] Οι καλλιέργειες δεν άλλαζαν εύκολα. Τα σκεύη του φαγητού ήταν πήλινα, ξύλινα ή παφιλένια. Η αποθήκευση τροφίμων και ρούχων γινόταν σε πίθους και σεντούκια, των υγρών σε στάμνες, διρμάτχια και φτσέλις. Διέθεταν επίσης αιγοπρόβατα, ενώ η ενδυμασία και η υπόδηση προέρχονταν από ζώα και φυτά. Φωτίζονταν με αξούγκ(ι) (λίπος) από γκουτσιούνια (γουρούνια).

Τα ρούχα έπλεναν με κατασταλαή (βρασμένο σταχτόνερο)[122] και το σώμα με πηλό από τη θέση Πηλός. Τα παιδιά κολυμπούσαν στα ρηχά νερά της θέσης Τ΄ Κουτσιάρα του Βιρό (του Κωνσταντίνου το φυσικό υδάτινο κοίλωμα στην αθηναϊκή)[123] –η σλαβικού ετύμου λέξη βιρό (vir =δίνη)[124] απουσιάζει από το ιδίωμα της Κοζάνης,[125] διότι η πόλη δεν είχε ποτέ ικανά για κολύμβηση ρέματα. Ο πηλός χρειαζόταν επίσης στην ορθοπεδική της εποχής, αφού ανακατεμένος με γιδόμαλλο κι αυγό προσέφερε έναν πρώτης τάξεως νάρθηκα.

Οι χρωματισμοί ενδυμάτων γίνονταν με φύλλα καρυάς (καρυδιάς), αρζάρ(ι) (ριζάρι),[126] κρόκο από τη θέση Παλιουκρόκια και βρουμουξυλιά (χρυσόξυλο)[127] από τα πολυβριθή ισιώματα της θέσης Στα Μπαΐργια προς τα ΒΔ του σημερινού οικισμού.

 

Η ζωή στον οικισμό

Υπήρχαν μαίες και πρακτικοί ιατροί και κτηνίατροι. Η φαρμακευτική περίθαλψη εκτελούταν με άγρια βότανα κι αρμένια (χαμομήλια). Ως ηρεμιστικό και καταπραϋντικό χρησιμοποιούταν ο μάκους (μήκων η υπνοφόρος)[128] όχι πάντα με θετικά αποτελέσματα, αφού εν ζωή σήμερα ηλικιωμένος πληροφορητής ανέφερε πως παιδί ων του είχε δοθεί μεγαλύτερη δόση ώστε κοιμόταν αδιαλείπτως για δυο ημέρες. Ήταν τυχερός που δεν θάφτηκε ζωντανός όπως είχε συμβεί στην Αιανή.

Στα δαγκώματα των οχιών που ήταν πάντα έτοιμες να κτυπήσουν οι κάτοικοι ήταν ανυπεράσπιστοι, εκτός αν λάμβαναν προληπτικά ρίζες δηλητηριώδους φυτού για να αποκτήσουν ανοσία. Τον 20ό αιώνα ο μόνος που γνώριζε τη ρίζα αυτή ήταν ο Κύρος Κύρινας από την Αιανή, πλάνητας κι οφιομάχης που ως τσιουκαλτστιάης (ευνουχιστής αρσενικών ζώων), λέξη ανύπαρκτη στην τοπική εκδομένη λεξικογραφία,[129] επισκεπτόταν και την Κερασιά. Σε πόσους μετέδωσε την τέχνη του είναι άγνωστο.

Για την αποφυγή των νόσων οι κάτοικοι εκτός των ποικίλων πρακτικών ιατρών που γνώριζαν μυστικά φυτά και λόγια είχαν τη δυνατότητα να προσφύγουν από τον 16ο αιώνα και μετά στα τεμάχια οστών του Οσίου Νικάνορα, που λάμβαναν κάθε Φεβρουάριο (οι Κερασιώτες) από το μοναστήρι της Ζάμπουρντας για να τα επιστρέψουν τον επόμενο μήνα.[130] Τα γεννήματα που έταζαν ως ανταμοιβή της ευλογίας φόρτωναν καλόγεροι ή λαϊκοί υπηρέτες της μονής επάνω σε δυνατά μουλάρια επισκεπτόμενοι τον καιρό των αλωνίων το χωριό με τα ονόματα των χορηγών ανά χείρας.

Για ζητείες επισκέπτονταν την Κερασιά και οι καλόγεροι από το Ζντιάν(ι) (Μονή Γενέσεως της Θεοτόκου), η οποία διέθετε οικίες, κτήματα και καλλιεργητές (τους Βαβλιαραίους) στην Αιανή[131] όπως και οι μοναχοί της Ιεράς Μονής Λαργιούς. Αμφότερες ωστόσο ζούσαν κάτω από την ακτινοβολία της Ζάμπουρντας, επειδή η τελευταία ήταν παλαιότερη, μεγαλύτερη οικιστικά και προικισμένη με ευρεία κτηματική περιουσία και πλήθος ζωικών κεφαλαίων. Ήταν φυσικό η πνευματική εξουσία και οι χριστιανοί μαζί να προικίζουν τη Ζάμπουρντα περισσότερο, αφού είχε οικοδομηθεί σε προκεχωρημένη θέση για την αντιμετώπιση των εξισλαμισμών στην παραπεταμένη από την βυζαντινή (κι όχι μόνον) εξουσία περιοχή των Βεντζίων.

Όντας η Κερασιά στο κέντρο της ελληνόφωνης ζώνης, με άφθονα νερά και ομαλούς χώρους, ήταν απίθανο να μην φιλοξενούσε πανηγύρεις. Εκεί προφανώς προσέρχονταν από τις γύρω περιοχές για αγοραπωλησίες ζώων, χειροποίητων υφαντών και φρούτων. Τα γκόρτσα (μικρά άγρια αχλάδια) διαιωνίζονται στην προφορική μνήμη λαμβανόμενα από τις θέσεις Στου Μιτσίκ(ι)[132] και Στς Γκουρτσιές νότια και δυτικά του οικισμού αντίστοιχα.[133] Άλλο φρούτο του χωριού ήταν τα κορόμηλα, τη θύμηση της καλλιέργειας των οποίων ενισχύει το υδατωνύμιο «Κουρουμπιά»[134] εκτεινόμενο από τη σημερινή γέφυρα προς το Χτένι έως την αντίστοιχη προς την Αιανή. Εδώ ο γραφίστας του χάρτη λησμόνησε το γράμμα λ, αφού το ορθό τοπωνύμιο είναι «Κουρουμπλιά».

Το πανηγύρι της Κερασιάς λάμβανε χώραν παλαιότερα κατά την εορτή της Αγίας Τριάδος, Ιούνιο δηλαδή,[135] αφού μέχρι το 1919 ο κεντρικός (σωζόμενος) ναός των Κερασιωτών ήταν εκεί αφιερωμένος –σήμερα γίνεται του Προφήτη Ηλία. Ο ομαλός ανοικτός χώρος όπου ευρίσκεται σήμερα η πλατεία του οικισμού ήταν διαθέσιμος και καλά υδρευόμενος από το περαστικό αυλάκι. Συνόρευε άμεσα με το κονάκι των μουσουλμάνων εποπτών, προφανώς για να ελέγχεται καλύτερα η ανταλλαγή των προϊόντων και φυσικά αναλόγως να φορολογείται. Εννοείται πως το κονάκι όπως κι ανάλογα ανά την Ελλάδα[136] ήταν το μεγαλύτερο σε πλάτος και ύψος οίκημα του χωριού. Εκεί έμενε ο επιστάτης. Στα ύστερα έτη της Οθωμανοκρατίας οι επιστάτες των τσιφλικιών ήταν μουσουλμάνοι μεν Αλβανοί, αλλά αιρετικοί μπεκτασήδες.

Είναι θαυμαστό πως ηλικιωμένοι κάτοικοι της Κερασιάς, μικρού σήμερα οικισμού, ανέφεραν συχνά πως «του χουριό μας ήταν πουλύ τρανό παλιά». Γιατί άραγε, αφού το 1908 έμεναν στον οικισμό 21 άνδρες άνω των 25 ετών και 25 νέοι κάτω, δηλαδή 46 άρρενες[137] οπότε συν 46 θήλεις, 23 περίπου οικογένειες; Η κατάθεση Έλληνα ταγματάρχη του Μηχανικού πως στην Κερασιά του 1870 διαβιούσαν 20 χριστιανικές οικογένειες,[138] δεν γίνεται άκριτα δεκτή, αφού ο ειρημένος δεν είχε περάσει ο ίδιος αυτοπροσώπως από τον οικισμό. Παλαιότερες είναι οι καταγραφές[139] πως 10 οικογένειες διαβιούσαν στην Κερασιά στα μέσα του 19ου αιώνα.[140]

Βαδίζοντας προς τα πίσω βλέπουμε πως το 1820 το χωριό διέθετε 12 χριστιανικές οικίες.[141] Σε απογραφές του 17ου αιώνα, χωρίς άριστη προσοχή αντιγραμμένες αφού η «Κιρασία» ή «Κερασία» μπερδεύεται με την «Κεσαρία», συναντούμε στην Κερασιά 28 προσκυνητές.[142] Καταδυόμενοι βαθύτερα βλέπουμε πως το 1530 στην Κερασιά κατοικούσαν 12 οικογενειάρχες και 21 άγαμοι.[143] Ολίγο πιο πίσω, το 1528, το χωριό διέθετε 32 εστίες.[144] Ωστόσο καθώς η Κερασιά αναγράφεται στα οθωμανικά κατάστιχα οικονυμικώς ως «Μεγάλη Κερασιά», μήπως τελικά οι σημερινοί κάτοικοι έχουν δίκιο, δηλαδή πως στο βαθύ παρελθόν το χωριό τους ήταν μεγαλύτερο και συν τω χρόνω ή ξαφνικά άδειασε.[145] Αν ναι, πότε συνέβησαν οι πληθυσμιακές αλλαγές;

Μόνον υποθέσεις δύνανται να κατατεθούν. Αρχική αιτία λειψανδρίας ήταν φυσικά η οθωμανική κατάκτηση με την ωμή βία και το παιδομάζωμα[146] που ανάγκαζε τους χριστιανούς να καταφεύγον σε σχετικά απρόσιτα μέρη. Άλλοι λόγοι ήταν η σωματική και οικονομική καταπίεση των αλλόθρησκων, ιδιαίτερα σε περιόδους πολέμων. Θα ήταν απίθανο να μην επιστρατεύονταν ως μεταγωγοί και να μη δασμολογούνταν ανηλεώς οι χριστιανοί του Τσιαρτσιαμπά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο των σκληρών πολέμων της Υψηλής Πύλης με τους Σέρβους (1521), τους Ούγγρους (1526) και τους Αυστριακούς (1527).[147] Δυστυχώς οι πηγές μας για επιτάξεις ημιόνων και ιδιοκτητών τους από τους μουσουλμάνους επί Αλή πασά[148] και η υψηλότατη τοπική φορολογία στην περιοχή το 1830[149] είναι ύστερες.

Πόσοι από τους ταλαίπωρους χριστιανούς επέστρεφαν σώοι είναι άγνωστο, όμως στον πρόσφατο ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο του 1943 -49 όχι λίγοι επιστρατευθέντες ημιονηγοί έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων όπως π.χ. ο Γεώργιος Κακαβέλης από την Αιανή.[150] Σοβαρή αιτία αποθέρισης του πληθυσμού αποτελούσαν επίσης οι παντοειδείς λοιμοί: ενθύμηση στη Βόρεια Θεσσαλία του 1649 αναφέρεται σε «πανούκλα τρανή».[151] Το 1718 λοιμός στα Σέρβια.[152] Πανώλης και διφθερίτιδα θέρισαν το 1823 και το 1897 αντίστοιχα την Κοζάνη.[153] Το πιο πρόσφατο κτύπημα της ισπανικής γρίπης έλαβε χώραν το 1918.

Κατά την άποψη των ηλικιωμένων το χωριό εκτεινόταν νότια, προς το λάκκο, όπου ευρίσκονται οι θέσεις Αυλές και Μιτσίκ(ι). Ωστόσο η κατωφερής αυτή γη δεν ευνοούσε τις οικίες. Πιστεύουμε πως η Κερασιά εκτεινόταν ΒΑ, επειδή ο έως πρόσφατα ενοριακός ναός της, η Αγία Τριάδα, απέχει αρκετά από τα υφιστάμενα σήμερα σπίτια οπότε το κενό καλυπτόταν με αχυροσκεπείς οικίες. Παρομοίου είδους προφανώς καλύβες έστεκαν γύρω από τους ερειπωμένους σήμερα ναούς του χωριού.

Η αναφορά για τη «Μεγάλη Κερασιά» πιστοποιείται αν ερμηνευθεί η θέση του οθωμανικού κονακιού. Ευρισκόταν όπως και η πενταμερής αποθήκη του για τα γεννήματα[154] και προδήλως το κρασί[155] στην ανατολική άκρη του οικισμού ως τη δεκαετία του 1920 -αμφότερα κατεδαφίστηκαν για να κτιστεί στη θέση τους ο πρόσφατος σχετικά (1919) ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

Προφανώς τα δύο οθωμανικά οικήματα έστεκαν στη μέση του παλαιού χωριού, το οποίο εκτεινόταν προς τα ανατολικά. Την υπόθεση εκτός της λογικής ενισχύει η ύπαρξη κοιμητηρίου βορείως του σημερινού Σχολείου, θέση που δεν ερευνήθηκε ανασκαφικά αφού κανείς κάτοικος δεν ομίλησε σχετικώς γι αυτό. Βέβαια παλαιότερα ο μεγάλος οικισμός συμπεριλάμβανε για ένα διάστημα και τους βυζαντινούς αντίστοιχους των τεσσάρων ερειπωμένων ναών που ήδη έχουν αναφερθεί.

Αμφότερα τα οθωμανικής εποχής οικήματα ήταν οι υψηλότερες, αφού κωδωνοστάσιο δεν υπήρχε, και στερεότερες οικοδομές όχι μόνον επειδή οι κατέχοντες αυτά διέθεταν πλούτο, αλλά και για να ξεχωρίζει ο αφέντης από το δούλο, ο ραγιάς από τον κατακτητή, ο «χρήσιμος» όπως αυτονομάζονταν οι χριστιανοί αστοί άρχοντες της Κοζάνης[156] από τον πένητα. Αν είχαν οικοδομηθεί ήδη από τη βυζαντινή ήδη εποχή και ιδιοποιήθηκαν από τους Τούρκους, δεν είναι γνωστό. Όταν όμως ο μουσουλμάνος επόπτης της Κερασιάς πέθαινε, θαβόταν στη θέση Τουρκουμνήμουρου Αιανής, χωριού όπου λόγω της πληθυσμιακής υπεροχής έμεναν περισσότεροι ομόθρησκοί του.

 

Ασχολίες κι επαγγέλματα

Όλοι οι χριστιανοί κάτοικοι της Κερασιάς έμεναν σε διμερή πατόσπιτα, ένας χώρος για τα ζώα κι έτερος για τους ανθρώπους. Κατά το 1820 μερικές από τις οικίες ήταν πέτρινες με κεραμιδένια στέγη, κατασκευές χωρίς τεράστιο κόπο καθώς λίθοι προς συλλογήν υπήρχαν εν αφθονία στον απέραντο ερειπιώνα του Ούτσινου, ενώ επιπρόσθετοι προς ξέσιν ευρίσκονταν χωρίς δυσκολία στις όχθες Τ΄ Καρατζιά του Λάκκου. Για την ανέγερση κουμασιών για τα γουρούνια και τις κότες στο νουβρό, όπως αποκαλούσαν την αυλή, δεν χρειάζονταν ειδικές γνώσεις στατικής. Το αλώνι κάθε σειριάς (φάρας) ήταν δίπλα στις αυλές, έτσι ώστε μεταξύ των οικιών υπήρχε αρκετός κενός χώρος.

Ο Αλή πασάς είχε οικειοποιηθεί κτηματικώς την Κερασιά κι άλλες όμορές της κοινότητες κατόπιν εκβιασμού και εικονικών τιμημάτων[157] αν γίνουν πιστευτές μαρτυρίες της άρχουσας τάξης Αιανής και Καμβουνίων που εγράφησαν για να φανεί η γη τους ως ελεύθερη εκ προγόνων. Όμως στο απόγειο της εξουσίας του, τέλη του 18ου αιώνα, ο Αλβανός ντερβεντζής υποστηριζόταν θερμώς τόσο από πολιτικούς όσο κι από εκκλησιαστικούς παράγοντες της Κοζάνης, γνωστούς ως «αλήφρονες», αρβανιτοβλάχικης προφανώς καταγωγής κατοίκους. Γιατί να μην διαθέτει ο Αλής και την επαρχιακή συγκατάνευση, την οποία ήταν σε θέση άμεσα να ελέγχει μέσω του ιδιωτικού στρατού του; Δυστυχώς δεν διαθέτουμε επιβεβαιωτικά έγγραφα, που όμως υπάρχουν.

Άργιλος προς όψησιν υπήρχε στην περιοχή Ροδιανής, ενώ έτοιμες κεραμίδες στη σχεδόν συνοριακή με την Κερασιά θέση Κιραμαργιό του χωριού Αγία Παρασκευή. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε αν χρησιμοποιούνταν και στην τοιχοδομία των ναών, καθώς ο τελευταίος παλαιός σωζόμενος, η Αγία Τριάδα, κατεδαφίστηκε για να κτιστεί νέα στον ίδιο χώρο. Ο σημερινός ενοριακός ναός στο κέντρο του χωριού, εις μνήμην των Παμμεγίστων Ταξιαρχών (παλαιότερα Αϊ-Ταξιάρς), πήρε το όνομά του έπειτα από κλήρωση εις ανάμνησιν του παλαιότερου ομώνυμου ναού, και οικοδομήθηκε το 1919[158] στη θέση όπου υπήρχε το κονάκι και οι οθωμανικές σιταποθήκες με τα ίδια οικοδομικά υλικά.

Όλοι οι Κερασιώτες ήταν ζευγηλάτες που δεν θυμούνταν ποτέ δική τους γη. Στην εποχή του Αλή πασά χαρακτηρίζονταν από τους Οθωμανούς yarici (γιαριτζί), ενώ στην επίσημη τοπική επισκοπική αλληλογραφία «γερετζίδες».[159] Στην τοπική ιδιόλεκτο αποκαλούνταν μνισιακάρδις ή μισιακάρδις, ενώ σε υπόλοιπες περιοχές σαν μεσακάρηδες, επειδή η παραγωγή των δημητριακών τους ήταν μισιακή, μοιραζόταν στη μέση[160] όπως και ο σπόρος. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο μνισιακάρς έβαζε το ζευγάρι των βοδιών για το όργωμα δεχόμενος επιπρόσθετη αρωγή του ιδιοκτήτη.[161] Κάθε οικογένεια διέθετε ένα ζευγάρι βοδιών σύμφωνα με ύστερη καταγραφή των ζώων της Κερασιάς.[162] Όταν έχανε το ένα, δανειζόταν του διπλανού του.

Στη θέση Παλιάμπελα υπήρχε το 1820 άμπελος 14 περίπου στρεμμάτων.[163] Είχε προφανώς φυτευτεί επί βυζαντινής εποχής όπου διδόταν ιδιαίτερη προσοχή στο είδος αυτό της καλλιέργειας,[164] αν όχι παλαιότερα. Η άμπελος ήταν σημαντική και επί Οθωμανοκρατίας, αφού οι σταφυλές εκτός από την άμεση βρώση, και τη μεταποίησή τους σε σιουτζιούκια ή ξύδι γεννούσαν το κρασί, απαραίτητο στους νουνεχείς για την τροφική του αξία και την ευθυμία. Οι ιδιότροποι το έπιναν ως ψυχοτρόπο για να καταρρακώνουν περισσότερο το πρόσωπό τους.

Η άποψη πως ο πληθυσμός της Δυτικής Μακεδονίας ασχολείτο «κατά περίπτωση με την οινοποιία (Καστοριά)»[165] παραθλάζει την καλλιεργητική πραγματικότητα της εποχής, αφού –όπως και σήμερα- άμπελοι υπήρχαν τόσο σ τους οικισμούς όσο και στα θρησκευτικά ιδρύματα. Για την καλή απόδοσή των οι μισιακάρδις δεχόταν την αρωγή, τουλάχιστον σε ορισμένες περιόδους, κι άλλων ανθρώπων όπως οι αλιακτσίδες[166] (ακτήμονες και ακοπάδιωτοι, εξαθλιωμένοι προλετάριοι κατά τη σημερινή ορολογία). «Άφθονον οίνον και οινόπνευμα»[167] διέθετε από την ίδρυσή του και για αιώνες μετά το μοναστήρι της Ζάμπουρντας. Φορολογικώς δε ο οίνος κατατάσσονταν στην ίδια θέση με το σιτάρι, αφού το 1530 ένα φουρτχιό (φόρτωμα ημιόνου) κρασί ήταν ισότιμο με ένα άσπρο, ακριβώς όσο και η παρόμοια ποσότητα σιταριού.[168]

Το αμπέλι χρειαζόταν τους χαρακαραίους σύμφωνα με την λόγια ονομασία της εποχής,[169] χαρακιάρδις ίσως ή χαράκδις κατά την τοπική ιδιόλεκτο. Επιδέξιους δηλαδή τεχνίτες ειδικούς στο χαράκωμα,[170] τη χαραγή δηλαδή του φλοιού των αμπέλων για να δέσει καλά η ρόγα.[171] Στο επάγγελμα αυτό διέπρεπε ο Χαράκης (χαράκς στην ιδιόλεκτο) από το Ρύμνιο του 16ου αιώνα, μοναδική εγγραφή σε ολόκληρο τον κώδικα της Ζάμπουρντας και σε έτερα αρχεία, όνομα που θα ήταν απίθανο να μην υπάρχει ανά τους αιώνες και στην Κερασιά. Αν γυναίκες ασχολούνταν με το χάραγμα του φλοιού, δεν είναι γνωστό. Το ρήμα «χαρακιάζω» τις καρυδιές συναντάται στα ιδιώματα της Κάτω Ιταλίας,[172] όχι όμως και στην ιδιόλεκτο της Κερασιάς. Στην περιοχή μας η τεχνική ακούστηκε μόνον άπαξ στο χωριό Προσήλιο ως χαράτσ(ι), ονομασία παλαιού εργαλείου με μεταλλική λεπίδα και ξύλινη λαβή με το οποίο κλάδευαν αμπέλια κι έτερα φυτά.[173] Φαίνεται πως ο τρόπος καλλιέργειας είχε αλλάξει στον Τσιαρτσιαμπά, αλλά όχι στη νότια Ελλάδα.

Απαραίτητος στο χωριό ήταν ο μυλωνάς καθώς η αποθήκευση μεγάλης ποσότητας αλεύρου ήταν δύσκολη υπόθεση, αφού ξίνιζε εύκολα. Τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα κάθε οικογένεια έπρεπε να επισκεφτεί τον υδρόμυλο, ο οποίος υπήρχε παλαιόθεν στην παραλάκκια θέση Παλιόμυλους ­–σήμερα είναι δυσθεώρητος. Φυσικά πέτρινοι φορητοί χειρόμυλοι σε κάθε σπίτι εξασφάλιζαν ταχεία παρασκευή αλευριού για χρήση σε ημέρες με άσχημο καιρό. Προφανώς ο μυλωνάς αρχικά πληρωνόταν σε είδος, αργότερα ήρθαν τα νομίσματα, οθωμανικές λίρες και γαλλικά ναπολεόνια (ναπολιώνια σύμφωνα με παλαιά εκκλησιαστική εγγραφή της Κερασιάς.[174]

Αναγκαίο ήταν και το μαντάν(ι), ξύλινη κατασκευή που με την ενέργεια του νερού κτυπούσε τα μάλλινα υφάσματα για να σφίξει η πλέξη τους.[175] Το μαντάν(ι) της Κερασιάς βρισκόταν στην παραλάκκια θέση Καρούτχια, ΝΔ του οικισμού.[176] Ιδιαίτερη προσοχή δινόταν στις κάπις και τα σκούνια (κάλτσες) για να εξασφαλίζεται η αδιαβροχότητά τους, απαραίτητη για την παραμονή ή οδοιπορία σε βροχερές ή χιονώδεις περιόδους, ιδιαίτερα στους ποιμένες, αφού το δέρμα των γουρουνίσιων τσαρουχιών έπαιρνε εύκολα νερό. Ωστόσο μόνο στα όμορα χωριά Αιανή και Μιλουτίν(ι) διασώζεται ως σήμερα το τοπωνύμιο Μαντάνια.[177]

«Τζέλνικοι» και «πιστικοί»[178] κατά τη λόγια γλώσσα της εποχής, τσιουλιγγαρέοι και πτσκοί σύμφωνα με την ιδιόλεκτο, μεγαλοτσέλιγκες και απλοί ποιμένες στη σημερινή ορολογία, υπήρχαν στα νεότερα χρόνια και στην Κερασιά. Οι Κερασιώτες κάτοχοι μεγάλων κοπαδιών, λόγω της μικρής βοσκοϊκανότητας των λιβαδιών του χωριού, είχαν τα ζώα τους στη θέση Πινταλώνια Αιανής. Ο κινούμενος αυτός πλούτος δεν έφερνε πάντα την ευτυχία όπως διαπίστωσε ο αρχιτσέλιγκας Γεώργιος Τότσκας, γεννηθείς το 1860 περίπου στην Κερασιά. Εδάρη ανηλεώς στα τέλη του 19ου αιώνα από κλέφτες και τα 100 τραιά (τράγοι) που κατείχε διερπάγησαν. Ο ίδιος πέθανε από  εσωτερική αιμορραγία.[179] Την ίδια τύχη είχε αρκετά αργότερα κι ο ομοιόβαθμός του Βλάχος Ζήσης Γκουργκούτας, γεννηθείς στη Βλάστη το 1867, σώγαμπρος στην Κερασιά.

Τα όπλα, που συνήθως έφεραν μαζί τους οι ποιμένες για προστασία από λύκους, κλέφτες ή αγριωπούς συναδέλφους των και γεωργούς ακόμη, δεν προστάτευαν πάντα.[180] Εμπροσθογεμή κι άτεχνα παρείχαν δύσκολη σκόπευση. Με αυτά ούτε τα πολυπληθή αποδημητικά «φασσοπερίστερα»[181] που προσγειώνονταν κάθε χειμώνα στα χωράφια της Κερασιάς προς βοσκήν[182] δεν μπορούσαν να φονεύσουν. Ο κρότος και το μήκος ήταν τα μόνα στοιχεία για τα οποία μπορούσε να υπερηφανευτεί λειτουργικά ο κάτοχός τους.

Πλεόναζαν στην Κερασιά οι μπακατάρδις[183] όπως ονομάζονταν οι ιδιοκτήτες μικρού αριθμού αιγών και προβάτων (κι αργότερα και χωραφιών). Κι αυτοί δεν έπαυαν να ευρίσκονται στο έλεος ληστών μικρότερου όμως βεληνεκούς όπως αποδεικνύει, μάλλον ύστερη, περίπτωση κλοπής κοπαδιού της οικογένειας Βόμβα από Χασιώτες ληστές που τελικά δεν τελεσφόρησε.[184] Καθώς στις αρχές του 20ού αιώνα αναφέρονται στην Κερασιά 200 πρόβατα[185] παλαιότερα σίγουρα δεν διέθεταν περισσότερα λόγω έλλειψης χεριών, βοσκοτόπων, ασθενειών, αδυναμίας διάθεσης των προϊόντων, φορολογίας των Τούρκων με 4% σε ζώα και 5 λεπτά ανά κεφάλι («τζελέπι κον» και «τζιμπουκλήκι»).[186]

Έτερος εχθρός των επίγειων όντων ήταν ο καιρός, κυρίως ο χειμώνας, αλλά και οι άλλες εποχές. Σύμφωνα με ενθύμηση διδασκάλου της Κερασιάς για τους χιονώδεις και κρύους Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1907:

Τα άχυρα επωλήθησαν από 10 παρ[άδες]. την οκά μέ/χρι 20 ακρίβεια μεγάλη, το γέννημα ακριβό/ το σιτάρ γρ[όσια]. 30 το κριθάρ[ι] και βρίζα 23 γρ[όσια]. Αι εργασίαι έμειναν όλαι οπίσω ένεκεν/ των πολλών και ψυχρών βροχών/ Με ένα λόγον στενή και θλιβερά/χρονιά/ Έλεως γενού θεέ μου.!,,.[187]

Τη ραπτική εξασκούσαν περιπλανώμενοι Βλάχοι ραφτάδες. Τέτοιους διέθετε άριστους ο νότιος μαχαλάς της γειτονικής Αιανής. Είχαν την επιδεξιότητα να κατασκευάζουν τσαρούχια από γουρουνίσιο δέρμα, τα οποία άντεχαν περισσότερο χρόνο από τα αντίστοιχα αυτοσχέδια των χωρικών. Μερικοί μάλλον Βλάχοι θα παρέμειναν επιτόπου ως σώγαμπροι.

Αν κάτοικος της Κερασιάς διακρίθηκε στη μελισσοκομία, δεν είναι γνωστό. Πάντως το μέλι ήταν αρεστό προϊόν για τη γλυκύτητά του, αλλά και για το κερί στις λαμπάδες των ναών. Η σλαβική λέξη κουσιόρ(ι)[188] με την οποία ονομάτιζαν οι κάτοικοι τις χειροποίητες κυψέλες[189] μας οδηγεί στην παλαιότητα του εγχειρήματος.

Αλιακτσίδις (αλικτσήδες κατά τη γενική ορολογία) ήταν όσοι άφηναν τον τόπο τους για να εργαστούν στα μεταλλεία της πάλαι ποτέ ελληνικής πόλης Μπάλια (σήμερα Balya) της Μικράς Ασίας. Ταξιδεύοντας με ιστιοφόρο ως εκεί για πρώτη φορά μάλλον στη ζωή τους εξόρυσσαν αργυρούχο μόλυβδο[190] για να παράγουν ασήμι. Από τους εργάτες των αρχών του 20ού αιώνα παραδίδεται ο Ευάγγελος Τότσκας[191] του Γεωργίου, γεννηθείς το 1880. Αναπάντητο είναι προς στιγμήν ερώτημα ποιος μεριμνούσε για την οικονομική μετανάστευση των μεταλλωρύχων «εις Μπάλια μαντέμ»[192] και γιατί την προτιμούσαν οι ενεργοί νέοι κι άνδρες της περιοχής. Με την εργασία στα Μπάλια αποφευγόταν η επιστράτευση των χριστιανών στον τουρκικό στρατό. Αν μετανάστευαν εκεί παλαιότερα, δεν έχει διευκρινιστεί ούτε κι αν αμείβονταν με χρήμα ή με φορολογικές απαλλαγές των ιδίων[193] και των οικογενειών τους.

Άλλη διέξοδος οικονομικής ή στρατιωτικής φύσεως ήταν η μετανάστευση στην Αμερική. Ο εκεί εργαζόμενος Σπύρος Γκουργκούτας, γεννηθείς το 1880 εφονεύθη εκεί ούτε κι ο κατά 4 χρόνια νεότερός του Κώτιας Καρακούλας.[194] Πού χάθηκαν και γιατί ίσως τεκμηριωθεί με λεπτομερέστερη έρευνα. Ο Στέφανος Καρακούλας επέστρεψε[195] κι αγόρασε ζώα.

Για νιρουλάδις κι ντραγάτδις (αγροφύλακες) παλαιών καιρών δεν υπάρχουν πληροφορίες. Προφανώς οι πρώτοι ήταν Αρβανίτες, οι επόμενοι Κερασιώτες. Τον 20ό πάντως αιώνα το νερό από το αυλάκι που έτεμνε το χωριό μοιραζόταν έξι ημέρες στους κατοίκους, μία στο Κουλούκ(ι) τ΄ Γκουβιντάρ.[196]

 

Γράμματα κι αριθμοί

Κεντρικό πνευματικό πρόσωπο ήταν ο νένις όπως ονόμαζαν στην ιδιόλεκτο τον ιερέα, τον οποίο εν μέρει μόνο αντικαθιστούσαν ανεπίσημα ειδικές στην αντιμαγεία ηλικιωμένες πρακτικές ιάτρισσες.[197] Παλαιότερα οι παππάδες ήταν περισσότεροι, αφού κάθε (εύρωστος) μαχαλάς διέθετε τον δικό του. Η παλαιότερη καταγραφή ιερέως ονόματι «Ζήσης» στην Κερασιά είναι του 1829,[198] αλλά δεν γνωρίζουμε αν ήταν συγχωριανός ή ερχόταν από την Αιανή όπου την ιδία περίοδο λειτουργούσε εφημέριος που άκουγε στο όνομα παππα-Ζήσης.[199]

Οι ιερείς πληρώνονταν από τους κατοίκους σε είδος. Η εργασία τους ήταν απαιτητική και οι καθημερινές ασχολίες με τη βιοτή τους (χωράφια και ζώα) επέτρεπαν ελάχιστα περιθώρια σχόλης οπότε δεν υπήρχε σφοδρή επιθυμία ιερατικής ένδυσης. Το 1906 δεν εφημέρευε κανείς στην Κερασιά,[200] αφού ως ολιγάνθρωπη ενορία και με σφοδρό οικονομικό στραγγαλισμό των κολίγων της η ανταμοιβή των ιερέων ήταν μηδαμινή. Τα εκκλησιαστικά έσοδα του χωριού ήταν συχνότατα μειωμένα: «αδυνατούσιν ίνα πληρώσωσι» οι Κερασιώτες πληροφορούσε ο επίσκοπος τον πατριάρχη το 1896.[201]

Στην εξαιρετική φτώχεια οφειλόταν η μη καταγραφή του οικισμού στους χορηγούς της Α΄ γραφής στον κώδικα της Ζάμπουρντας, αν εξαιρεθεί η σοβαρή περίπτωση να λησμονήθηκαν ή να μην ευρέθησαν προς στιγμήν τα παλαιότερα κατάστιχα από τον αντιγραφέα του 1692. Ούτε ο ενοριακός ναός της Κερασιάς με την ιδιοκτησία των 14 στρεμμάτων που διέθετε[202] στις θέσεις «Ταξιάρχης» και Καβάκ(ι)[203] είχε δυνατότητα να γραφεί χορηγός του ειρημένου μοναστηριού. Ελάχιστα πρόσφεραν οι Κερασιώτες κατά τους εράνους του Παναγίου Τάφου των Ιεροσολύμων και προφανώς παρόμοια σε συλλέκτες «προαιρετικών συνδρομών» όπως ο μοναχός Βενιαμίν από την Καισαρειά που επιθυμούσε να επισκευάσει το ναό του χωριού του στα τέλη του 19ου αιώνα.[204]

Το 1855 καθήκοντα εφημερίου εξασκούσε στην Κερασιά ο περίπου 35χρονος παππα-Κώστας Κακάλας του Χαρίση από την Αιανή,[205] κοσμογυρισμένος ιερέας κατά κάποιον τρόπο αφού επτά χρόνια νωρίτερα λειτουργούσε στο Χρώμιο. Ο ίδιος άφησε ενθύμηση για το γάμο του Γιωργάκη, υιού του Γκουντή; (Κωνσταντή), προύχοντα πιθανότατα της Κερασιάς. Η νύφη φυσικά δεν αναφέρεται, αφού υπανδρευόταν.

1855 απριλίου: 17/πατρεφτηκέν ο γιοργακής πεδι το κόντ(.)/ απου κηρασα παπκόστάς χαρίσι/ Καλιανι γραφου ες ενθυμηση[206]

Αν και πρέπει να ευρεθεί η ημερομηνία εκτύπωσης ορισμένων σωζόμενων χωρίς εξώφυλλο ή ημικατεστραμμένων ιερών βιβλίων της Κερασιάς, το παλαιότερο από τα ασφαλώς χρονολογημένα είναι ένα μηναίο του 1771.[207] Τι χρησιμοποιούσαν προηγουμένως προς ανάγνωσιν οι παππάδες και οι ιεροψάλτες της είναι άδηλο. Δύναται όμως να υποτεθεί η χρήση χειρογράφων περγαμηνών. Ο ιερέας δασκάλευε μέσα στο σκότος του ναού τόσο επί Βυζαντίου όσο και κατά την οθωμανική κατοχή, τουλάχιστον για να προετοιμάσει ιερείς ή ψαλτάδες, αν δεν υπήρχαν φιλομαθείς. Η διδασκαλία λάμβανε μέρος στον απόμακρο του οικισμού, στενάχωρο και ημισκότεινο, όπως όλοι οι παλαιοί, ναό της Αϊ-Τριάδας και μόνον στη δεκαετία του 1920 μεταφέρθηκε στο σχολείο που κτίστηκε στη θέση του κονακιού.

Εννοείται πως σε περιόδους κρίσης η ύπαρξη της διδασκαλίας αποκρυβόταν, διότι κάθε είδους σύναξη στα χριστιανικά χωριά που βρίσκονταν απόμακρα των πόλεων θεωρούνταν αντιοθωμανική. Ούτε φυσικά σε έτη ειρήνης διαφημίζονταν τα κρυφά αυτά σχολεία κι ένας απλός αποτρεπτικός λόγος ήταν η πιθανή θεώρηση του οικισμού ή των συμμετεχόντων ταλαιπώρων τσιφλικιωτών[208] στη μάθηση ως ευπόρων οπότε αύξαινε η φορολογική πίεση.

Έπειτα οι μουσουλμάνοι μισούσαν τη μόρφωση των άλλων, αν ως μέτρο ληφθούν πράξεις των τοπικών αξιωματούχων Αλή και «Εμήν», μπέηδων στη Λευκοπηγή και την Αιανή αντίστοιχα: ο πρώτος έδιωξε τους μαθητές από το Σχολείο τους αποθηκεύοντας εκεί γεννήματα, ενώ ο έτερος ανακατευόταν αρνητικά και στο σχολείο του χωριού.[209]

Στα τέλη του 19ου αιώνα βεβαιωμένος αναγνώστς, δηλαδή ψάλτης, ήταν ο πατέρας του Ιωάννη Καραγιάννη (η Καραγιαννίδη) από την Κερασιά, γεννηθείς περίπου το 1850[210] όπως φαίνεται σε ενθύμηση γραμμένη από τον υιό του:

Μέμνησο και το εμό(ν)/ όνομα τό ελαχίστου/ Ιωάννου Αναγνώστο(υ)/ Καραγιαννίδη Ιεροψάλτ(ου) Εν Μηνί τή 1-4 19.[211]

Η παλαιότερη γραπτή αναφορά για ύπαρξη δασκάλου στην Κερασιά είναι αχρονολόγητη. Όμως από τον τρόπο γραφής φαίνεται πως ανήκει στα τέλη του 19ου αιώνα. Σε ενθύμηση αγνώστου, μάλλον ιερέως, διαβάζουμε:

Καμο θημηση στον κηρον φοντας ημαν δηδασκαλος εις την κηρασα εγο ο αγαγον[212]

Όλοι οι επόμενοι δάσκαλοι έρχονται από την πόλη της Κοζάνης. Γνώριζαν ως αστοί να γράφουν πιο ευανάγνωστα. H πρωιμότερη αναφορά για ύπαρξη σχολείου με διδάσκαλο το Γεώργιο Κ. Κατσιαούνη είναι το 1872, αν χρονολογία ευρισκόμενη αρκετά πιο κάτω από ενθύμηση συνδεθεί μαζί της. Και πρέπει να συνδεθεί διότι αργότερα ο ίδιος καλυτέρευσε στην ορθογραφία και την αισθητική, αποτέλεσμα χρόνιας εξάσκησης.[213] Δίδαξε τρία χρόνια στην Κερασιά, αλλά πόσα συνολικά παρέμεινε είναι άγνωστο.

Μνήσθιτε [τ.] το εμόν όνομα/του Γεοργίου Κ. Κατσιηαούνη/Δηδάσκαλος κιρασιά/ [σβησμένη μία πρόταση]/1872.

 Ο ίδιος επανέκαμψε στο χωριό το 1896 χρηματίζοντας παράλληλα ιεροψάλτης στο ναό της Αγίας Τριάδας «Ιεροψάλτης /Μνήθιτε [κ;] το εμόν ονόμα /του γεοργιου Κ. Κατσιανούης /εκ Κοζάνης την 8τομβίου 5 /Δηδάσκαλος 1896 Κιρασιά /Ιεροψάλτης».[214]

Έμεινε στην Κερασιά τουλάχιστον έως το 1897 όπως φαίνεται σε ενθύμησή του: «Μνήσθητε ω φιλόχριτσε/ και το εμόν όνομα του/Γεωργίου Κ. Κατσιαούνη/ εκ Κοζάνη Διδάσκαλος/Εν Κυρασιά τη 6 Αυγούστου/1897».[215] Το 1901 βρισκόταν πάλι στο ίδιο χωριό έχοντας τέσσερις μαθητές. Διαμαρτυρήθηκε γιατί δεν τον πλήρωναν οι μουχταροαζάδες του χωριού, άρνηση καθόλου άγνωστη για την εποχή καθώς και στην Αιανή νωρίτερα είχε συμβεί παρομοίως με άλλο δάσκαλο.[216] Διαμαρτυρόμενος κατέγραψε ο Κατσιαούνης:

Μνήσθητη Κύριε και Μακροθίμησον, και το Εμόν /Όνομα του Ελαχίστου διδασκάλου Γεωργί/ου Κων; Κατσιαούνη Όταν Ήμων Διδάσκαλος[ς] /εις το χωρίον Κυρασέα και Έμαθα τέσσαρα /Παιδιά Γράμματα; Και Έγινα και Συνδρομιτι[ής] /και ηγόρασεν ο Νάτσιος Στέφου Καρακούλα /τρεία Βιβλία Αρ: 3 ένα Πεντηκοστάριον και Ένα /Ορολόγιον και Μία Αρ: 1 Παρακλητική; και Εκά /θισα τρεία Έτει Αρ: 3 και εις το Τρίτον Έτος Εμάλοσα /με τον Λυόλιον Τσιλαπσή Το Πάσχα διότι δεν μο[υ] /Πλίρωναι και τους Έκανα τον Παπά Άργι(.)α! /Εν Κυρασέα τη 6: Απριλίου το Έτος 1904 /Δια χειρός Διδασκάλου.[217]

Το 1894 έρχεται νέος μάλλον δάσκαλος, ο Αργύριος Τσιάμπρας, από την ίδια πόλη πιθανώς κι αυτός σημειώνοντας:

1894 /Αργύρης Τσηαμπρας γράφου του παρον μου εγω αργύρης /Τσιάμπρας θέλης να μαθης το γραμά μου /Ευλογητος ήχος.[218]

Το επόμενο έτος φθάνει ο Ιωάννης Αλευρόπουλος:

Τω 1895 ω έτει. /διέτριψεν ο Ιωάννης Δ./ Αλευροπώλου εν Κοζάνης

κι από κάτω συμπλήρωσε πάλι προφανώς ο ίδιος το «διδάσκαλος ημών/ο Ίδιος»[219] -ωστόσο σε επίσημη καταγραφή το Φεβρουάριο του αυτού έτους η Κερασιά παρουσιάζεται χωρίς «Γραμματοδιδασκαλείον», δηλαδή δημοτικό σχολείο.[220] Προσήλθε ως δάσκαλος ο ειρηθείς χωριό μετά την καταγραφή ή απλώς δεν ασχολήθηκε  αστός συντάξας με τους απομονωμένους Κερασιώτες; Μάλλον το δεύτερο.

Αν ο Ιωάννης Καραμήτσιος που έψαλε στον ναό της Κερασιάς βοηθούσε και το διδάσκαλο στο Σχολείο δεν έχει διασταυρωθεί. Σε ενθύμησή του διαβάζουμε:

Μνήσθητε ω φιλοχριστοι /και το εμόν ονομα του Ιω /αννου Δη[μ;] Καραμητσιου / εκ Κοζάνης Ιεροψάλτης /Εν Κερασέα τη 6 Αυγούστου 1897.[221]

Ο Καραμήτσιος πέντε χρόνια αργότερα δασκάλευε στη γειτονική Αιανή,[222] ενώ το 1907 μαρτυρείται με το ίδιο επάγγελμα και στην Κερασιά.[223] Όντας καλλιγράφος και χωρίς να διαπράττει ορθογραφικά λάθη φαίνεται πως «μετατέθηκε» στην Κερασιά για να βρίσκεται πιο κοντά στην Κοζάνη, παρά για λόγους που πηγάζουν από υποψίες υποδεέστερης διδασκαλίας.

Ελάχιστη ικανότητα ανάγνωσης ήταν αναγκαία στους χωρικούς και οι μόνοι άμεσα ενδιαφερόμενοι ήταν οι ιερείς και οι ψάλτες. Κανείς δεν γνώριζε περισσότερα γράμματα από αυτούς κι ο πρώτος Κερασιώτης που έφυγε για σπουδές ανώτερες του Δημοτικού Σχολείου με υποστήριξη του μετανάστη στην Αμερική παππού του χρονολογείται το 1938.[224] Μετά το 1912 άρχισαν να έρχονται κρατικοί δάσκαλοι φέροντας μαζί τους τις αστικές εκπαιδευτικές αναζητήσεις και τον τρόπο διαβίωσης και σκέψης της πρωτεύουσας Αθήνας.

Η ανάγνωση ήταν πιο επιθυμητή από την αριθμητική, την οποία δεν χρειαζόταν οι κτηνοτρόφοι, αφού γνώριζαν τα ζώα τους ένα κι ένα κατά πρόσωπο. Στα ιερά βιβλία της Κερασιάς συναντά κανείς ανεπιτυχείς προσθαφαιρέσεις εκτός από πολλαπλασιασμούς και διαιρέσεις. Π.χ. στον πολλαπλασιασμό 77 φορές το 43 ο άγνωστος γραφεύς έβγαζε γινόμενο 2.321[225] κι όχι το ορθόν 3.311, ενώ στη διαίρεση 2.700 διά 200 θεωρούσε το «13,20» πηλίκο αντί του σωστού 13,5.[226]

Ήταν προσαρμοσμένη στον τρόπο ζωής της επαρχίας η παιδεία που πρόσφεραν οι ολιγογράμματοι δάσκαλοι της Κερασιάς κι έτσι πρέπει να προσληφθεί από όσους επιχειρήσουν να συγκρίνουν τις διαφορετικές εποχές, ιδιαίτερα οι ευπορούντες αστοί ή αστίζοντες ερευνητές που αγνοούν την τοπική πραγματικότητα. Περισσότερο θαύμαζαν οι χωρικοί την αισθητική των γραμμάτων, παρά τα νοήματα που εξήγαγαν σύμφωνα με την ικανότητα ή το συμφέρον των οι γραμματιζούμενοι εκάστης εποχής.

Αυτό δεικνύει ο χαρακτηρισμός γραμμέν(η) που απευθυνόταν στις όμορφες κόρες, παρόλο που δεν γνώριζαν ούτε το όνομά τους να γράψουν σε περίπτωση που έπιαναν στα χέρια τους χαρτί, πένα και μελάνι, υλικά οικονομικώς απλησίαστα, ιδιαίτερα το πρώτο.

Γι αυτό αντί για μελάνι οι γυναίκες χρησιμοποιούσαν στάχτη ανάκατη με κρόκο αυγού για να χαράξουν στο μέτωπο ή στο χέρι τους το σύμβολο του σταυρού.[227] Ήταν η συνηθέστερη μορφή δερματοστιξίας (τατουάζ) στις μακριές νύχτες του χειμώνα που κάθε κίνηση στην ύπαιθρο έμπαινε σε καταστολή.

 

Η επανάσταση του 1878

Υπόδουλοι ήταν οι Κερασιώτες στο οθωμανικό ντοβλέτι για πέντε αιώνες και ίσως τα ίδια έτη παρόμοιοι μεροκαματιάρηδες στη σλαβική μπάστινα και τη βυζαντινή πρόνοια. Η δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1830 και η επανάσταση του Θεοδώρου Ζιάκα το 1854 στα Γρεβενά επηρέασε και τον απόμερο οικισμό της Κερασιάς. Σίγουρα θα είχε ακουστεί ως εκεί πρόγονός μας από την Αιανή που λαμβάνοντας μέρος είχε θανατωθεί από τους Τούρκους[228] όπως επίσης κι ένιοι κάτοικοι της Κοζάνης. Αν και είχε κατασταλεί, μία πρώτη αχτίδα φωτός είχε σκίσει γοργά το μεσαιωνικό σκότος.

Διαισθανόμενοι οι Τούρκοι την εξάπλωση του ελληνικού κράτους προς Βορράν άρχισαν να πωλούν τη γη, την οποία ποτέ δεν είχαν αγοράσει παρά μόνον κατακτήσει δια των όπλων τους. Κατάλληλοι αγοραστές με χρήμα και γνωριμίες ήταν οι αστοί της Κοζάνης, ιδιαίτερα ο Γεώργιος Κοεμτζής, εγγονός άπορου μετανάστη εκ Χρωμίου που διέπρεψε όμως οικονομικώς στην Κοζάνη.[229] Γόνος ευπορότατης εμπορικής οικογενείας, η οποία σχετιζόταν στενότατα με τον επίσκοπο και παράλληλα διαχειριζόταν μεγάλα ταμεία των εμπόρων της Κοζάνης,[230]ο «κυρ Γιωρς» αγόρασε το 1839 από τους Τούρκους πλήθος χωριών της περιοχής, ανάμεσά τους και πρώην κτήματα του Αλή Πασά όπως το τσιφλίκι της Κερασιάς. Η άποψη πως η αγορά πραγματοποιήθηκε με την προτροπή του επισκόπου «για να μη πέσουν σε χέρια Τούρκων» τα προς πώλησιν κτήματα[231] προσπαθεί να δικαιολογήσει τους Έλληνες μεγαλοϊδιοκτήτες, διαδόχους των Τούρκων.

Η αλλαγή χαροποίησε τους κατοίκους μέχρι να αισθανθούν πως τίποτα δεν είχε αλλάξει γι αυτούς, παρά μόνον η θρησκεία και η γλώσσα του αφεντικού. Δεν είχαν τη δυνατότητα να το πλησιάσουν για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους, διότι συνοδευόταν όχι από έναν, αλλά από 14 Αλβανούς σωματοφύλακες. Απογοητευμένος με τη σειρά του ο κυρ Γιώρς από την αρνητική στάση των χριστιανών κολίγων πώλησε με τη σειρά του τα κτήματα στον Αλβανό Ρουστέμ πασά και η παλαιά τάξη πραγμάτων αποκαταστάθηκε.[232]

Ο Ισμαήλ μπέης που αναφέρθηκε σε προφορική μαρτυρία[233] δεν έχει πιστοποιηθεί εγγράφως αν ήταν αξιωματούχος της Κερασιάς ή απλός επιστάτης. Τριακόσια περίπου στρέμματα πέρασαν την επόμενη περίοδο στον, πάλι Κοζανίτη, αρχηγό ευρείας οικογένειας[234] «Νάνο Γκουβεδάρο»,[235] αργότερα Ιωάννη Γκοβενδάρο[236] και σήμερα Κοβεντάρο (Νάνου τ΄ Γκουβιντάρ στην ιδιόλεκτο). Τα διάσπαρτα χωράφια συγκεντρώθηκαν αργότερα σε μία περιοχή και κληρονομήθηκαν στους απογόνους του. Οι κάτοικοι το αποκαλούν Κουλούκ(ι) τ΄ Γκουβιντάρ. Στο μέσον του κτήματος υπήρχε παλαιότερα κτίσμα, βυζαντινής ίσως ή οθωμανικής εποχής, μάλλον αποθήκη διαφύλαξης γεννημάτων.

Πότε ακριβώς συνέβησαν οι δύο τελευταίες αγοραπωλησίες δεν έχει ευρεθεί ούτε είναι γνωστή η χρονολογία αγοράς μέρους των αγρών (1/4 ή 3%) της Κερασιάς από τον Σερβιώτη Θωμά Νούλια[237] ή Νούλια,[238] άνδρα βλάχικης μάλλον καταγωγής, με τον οποίο είχαν επίσης είχαν έρθει σε διάσταση οι Κερασιώτες.

Νέα αχτίδα απελευθερωτικού φωτός έπεσε στη νότια Μακεδονία, όταν με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας την 19η Φεβρουαρίου 1878 οι σημερινοί νομοί Καστοριάς και Φλώρινας συν την κεντρική και ανατολική Μακεδονία εκχωρούντο στους Βουλγάρους.[239] Σχεδόν αμέσως άρχισαν μάχες εναντίον του τουρκικού στρατού στον Όλυμπο και τα νότια Πιέρια εναντίον ελληνικών σωμάτων που είχαν αποβιβαστεί στην περιοχή. Η χρονολόγηση καθηγήτριας νεότερης ελληνικής ιστορίας για την Επανάσταση [του] Ολύμπου το 1870[240] είναι λανθασμένη.

Η προσπάθεια δημιουργίας παρομοίου ενόπλου σώματος στο τοπικό μας όρος Μπούρνους (Μπούρινος ή Βούρινος κατά αστούς λογίους) έβαινε με βρεφικά βήματα, γι αυτό κι ο αδερφός του παππού μας Γιώργους τ΄ Σουλάκ(η), Γεώργιος Σολάκης στην αθηναϊκή νόρμα, κάτοικος Αιανής, είχε καταταγεί ως αντάρτης στον Όλυμπο.[241] Το πλήθος των ευέξαπτων τουρκικών χωριών της περιοχής, οι έμποροι της πόλης Κοζάνης που παρά την επί χρήμασι τροφοδοσία των ανταρτών σε υπόδηση[242] δεν είχαν αποφασίσει αν έχαναν ή κέρδιζαν από την αναταραχή, η απουσία εμπόλεμης πείρας, η έλλειψη όπλων και πολεμοφοδίων, η δυσκολία ανεφοδιασμού από τη θάλασσα κι ο άσχημος καιρός απέτρεψαν τη φανερή εκδήλωση επαναστατικών ενεργειών στον Τσιαρτσιαμπά. Η αιτιολόγηση καλού γνώστη των πραγμάτων με τη φράση προπαντός δε η έλλειψις αρχής σοβαρώς διευθυνούσης την εργασίαν,[243] προσφέρει μία ακόμη καίρια μεταβλητή. Λογίζεται εν πρώτοις απορίας άξιον γιατί ο καθοδηγητής της επανάστασης του 1878 στον Τσιαρτσιαμπά Αναστάσιος Πηχιών το μόνο που αναφέρει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του για την περίοδο της ζωής του στην Κοζάνη είναι η φράση εδίδασκε θερμαίνων συγχρόνως τον λαόν δια του ακρατήτου αισθήματος της φιλοπατρίας.[244] Συνεπώς οι δύο ευρισκόμενοι στο πεδίο αξιωματικός Δημητριάδης και καπετάνιος Λιάτης ελάχιστη συνεργασία είχαν μαζί του. Επρόκειτο για μιαν επανάσταση χωρίς θεωρητική κι εν τέλει πρακτική κάλυψη.

Ως αρχηγός, «καπιτάνιους» στην ιδιόλεκτο, του κινήματος του Μπούρινου είχε σταλεί από την Αθήνα ο 26χρονος Ιωσήφ Λιάτης, αρβανιτόβλαχος εξ Αυλώνος Αττικής με το ψευδώνυμο Ηλίας.[245] Η άποψη που πως έφερε και το επίθετο Γλιάτης[246] είναι αμάρτυρη. Προσπάθεια ταύτισης του ειρημένου Ιωσήφ Λιάτη με τον Κρητικό οπλαρχηγό Ιωσήφ Λιάπη[247] ούτε ερείδεται σε πρωτότυπα έγγραφα ούτε ο επικήδειος του Κρητικού Λιάπη αναφέρει μία λέξη για δράση του στη Μακεδονία[248] οπότε η ταύτιση θεωρείται προϊόν ανάγκης για εύρεση φωτογραφίας του καπετάνιου Ιωσήφ Λιάτη ώστε να φαίνεται η επανάσταση πιο χειροπιαστή.

Επιτελικός των επαναστατών ανέλαβε ο απόστρατος Σιατιστινός υπολοχαγός Κωνσταντίνος Δημητριάδης[249] έχοντας μαζί του 110 λίρες και 90 οκάδες πυρίτιδα. Έμπρακτη εμφάνιση αντάρτικου σώματος στην περιοχή θα γινόταν αντιληπτή και θα καταστελλόταν άμεσα από τους Τούρκους. Έτσι σύμφωνα με μαρτυρία του καπετάνιου Λιάτη οι στρατολογηθέντες επαναστάτες του Τσιαρτσιαμπά έπειτα από 12ήμερη αναμονή «επί του Βουρίνου» (ας κρατηθεί η πρόθεση «επί») διαλύθηκαν ησύχως ενώ οι εθελοντές πέρασαν στην αφάνεια ή μετακόμισαν σε θερμότερα μέρη ελάχιστα πριν χειροτερέψει ο καιρός και αρχίσει να πέφτει ένα «αφθονώτατον χιόνι» την 5η Μαρτίου 1878,[250] το οποίο συνέχιζε ως την 8η του ιδίου μηνός σύμφωνα με μαρτυρία του εφημερίου Άνω Κώμης:

θήμησης των κηρον της 1878 Που έγηνη ένα μεγάλου κρήου κη χόνη πολή μαρτήου 8ουχτο.[251]

Έτσι η επαναστατική θέρμη του Βλάχου Αναστασίου Πηχιώνος, απολυμένου πρώην δασκάλου στην Καστοριά αλλά διευθυντή την εξεταζόμενη περίοδο του Ημιγυμνασίου Κοζάνης[252] και η παρόμοια του συγγάμβρου του Κοζανίτη ιατρού Ιωάννη Τσιμηνάκη,[253] εξαντλήθηκαν σε απόρρητες επιστολές και μία κρυφή προκήρυξη προς το ελληνικό προξενείο.[254]

Οι εθελοντές χωρικοί, ιδιαίτερα οι αλιακτσίδες, δεν είχαν τίποτα να χάσουν εκτός από την πτώχεια τους αν συμμετείχαν στην επανάσταση, παρόλο που ήταν εντελώς άπειροι περί των πολεμικών. Όμως η διαφορά οπλισμού μεταξύ επαναστατών και Τούρκων ήταν αγεφύρωτη. Οι ολίγοι εραστές των όπλων, ποιμένες συνήθως μεγάλων κοπαδιών, διέθεταν παλαιά πυρόλιθα εμπροσθογεμή όπλα, γαλλικά σαρλεβίλ υποδ. 1777 και 1822,[255] όπλα του κρότου και της τύχης. Σε κανέναν προφανώς εντόπιο δεν δόθηκαν όπλα φερμένα από την Αθήνα, μονόβολα γαλλικά σασεπώ και τυφέκια Μυλωνά. Και να είχαν δοθεί μειονεκτούσαν ακόμη κι αυτά σημαντικά έναντι των 7σφαιρων αμερικάνικων επαναληπτικών καραμπίνων σπένσερ[256] και των μονόσφαιρων μαρτίνι μαρκ I [257] που έφεραν οι Τούρκοι.[258]

Αφού πολιτικός αρχηγός της επανάστασης διορίστηκε ο Ιωάννης Γκοβεδάρος, ιδιοκτήτης μετέπειτα ή ενωρίτερα τσιφλικίου στην Κερασιά, είχαν μιληθεί για το κίνημα και άνδρες της Κερασιάς,[259] πρωταρχικά ο μουχτάρης, ο ιερέας κι ο διδάσκαλος του χωριού. Ποιος ακριβώς από τους δύο τελευταίους άφησε μία θαρραλέα για την εποχή ενθύμηση, η οποία, αν η ανάγνωση των γραφόντων είναι ορθή, αναφέρεται σε γεγονότα του 1878 ή αμέσως ακόλουθά της, δεν έχει εξακριβωθεί.

…να μας μολογης τα/ηα θα σου [πω] το πος περνον η κλεφοντης/Τι να σι μολογισι πρε βρομοσκιλο/ κε σενα πρ τορκοπατεμενο/νια μον η τητρακοσι ανταρδης ημασ/ταν στο λακο το ταπονρον.[260]

Σε ελεύθερη μετάφραση στην αθηναϊκή νόρμα: …να μας ομολογήσεις. Αύριο θα σου [πω] το πώς περνούν οι κλέφτες. Τι να σε ομολογήσει, βρε βρομόσκυλο, και σένα, βρε τουρκοπατημένε, [ήθελα] να ήμουν σαν τους τετρακόσιους αντάρτες που είναι στο λάκκο ταμπουρωμένοι.

Η ίδια ενθύμηση αρχικά αναφέρεται σε στρατιώτες και διαβάτες και σε χοντρό Οθωμανό αρχηγό ενόπλου σώματος (πολουπασος). Επίσης σε ερωτήσεις για περάσματα κλεφτών. Οι χαρακτηρισμοί «βρομόσκυλο» και «τουρκοπατημένο» και οι ειρημένοι 400 αντάρτες πιστοποιούν έναν όγκο επαναστατών, τον οποίο πηγές της εποχής αναβιβάζουν στον υπερβολικό αριθμό των 500 και πάνω.[261] Εννοείται βεβαίως πως οι ειρημένοι αριθμοί ήταν μόνο στα χαρτιά. Αν όλοι τους συγκεντρώνονταν σε ένα μέρος την ίδια στιγμή και για αρκετές ώρες θα δημιουργούνταν τεράστια προβλήματα επιμελητείας.

Η θέση όπου είχε στήσει ή, ορθότερα, θα έστηνε το λημέρι του ο οπλαρχηγός Λιάτης δεν διαφημίστηκε για ευνόητους λόγους. Ούτε οι επαναστατικές ενέργειες της περιοχής είχαν μνημονευθεί έστω και αδρομερώς στη μεσοπολεμική επίσημη βιβλιογραφία των πεπραγμένων του 1878[262] ούτε στη συλλογική προφορική της περιοχής υπήρξε ανάλογη επιβίωση. Πρώτη φορά τα σχετικά γεγονότα είδαν το φως της δημοσιότητας το 1966. Τότε αναφέρθηκε ως έδρα της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης των επαναστατών ο «Βούρινος», τον οποίο ορθά ο επιμελητής των εγγράφων θεώρησε ως βουνό, αλλά, καθώς δεν τον είχε ποτέ αντικρίσει ή θυμηθεί την ανάλογη παράσταση, τον καταχώρισε ημαρτημένως ως κλάδο του «Βερμίου» με κορυφή το «Σινιάτζικο (υψ. 2060)».[263]

Ένα χρόνο αργότερα ανάλογο δημοσίευμα αναφέρθηκε στην «περιοχήν Βουρίνου Κοζάνης»,[264] ενώ σε παρόμοιο του 1969 ανεγράφη «το Βούρινον όρος».[265]

Κανείς ιστορικός ή ιστοριοδίφης από όσους ασχολήθηκαν πρωταρχικά δεν είχε ορίσει την ακριβή έδρα της επανάστασης του 1878. Πρώτος καθόρισε το 1970 ως έδρα της τον διαλυμένο εδώ και δεκαετίες κτηνοτροφικό οικισμό «Βούρινο», ευρισκόμενο ΒΑ του σημερινού Χρωμίου, ο διδάσκαλος Κωνσταντίνος Σιαμπανόπουλος,[266] γεννηθείς στο παρακείμενο χωριό Σφίλτσ(ι), σήμερα Χρώμιο. Με αφορμή τον ακριβή καθορισμό της επαναστατικής έδρας στις επικλινείς πλαγιές του αφανισμένου πρώην οικισμού κατασκευάστηκε πριν από μερικές δεκαετίες υπαίθριο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα.[267] Παρόλη την μηδαμινή τεκμηρίωση, η ταύτιση της έδρας έγινε αγόγγυστα παραδεκτή από ερευνητές ποικίλων γνώσεων και ειδικοτήτων, φιλίστορες, ιστοριοδίφες, ιστοριογράφους κι επαγγελματίες ιστορικούς. Σε κείμενο εκδοθέν από το Σύνδεσμο Γραμμάτων και Τεχνών ν. Κοζάνης ο ειρημένος θερινός κτηνοτροφικός οικισμός παραδίδεται στην ονομαστική ως «το Μπούρινο».[268] Μία κάπως εξευγενισμένη ονομασία είναι αρσενική, «ο Μπούρινος».[269] Τους παλαιούς πάντως ποιμένες του, αν ρωτούσε κανείς πού βοσκούσαν, σίγουρα θα απαντούσαν «Στου Μπούρνου»![270]

«Οι κάτοικοί του [Μπούρνου] μετοίκησαν 4 χμ. νοτιότερα, δημιουργώντας τον οικισμό Χρώμιο»[271] ισχυρίζεται ανώνυμος γραφεύς αγνοώντας την περί του τόπου βιβλιογραφία και πως το Χρώμιο υπήρχε εκεί τουλάχιστον 3 αιώνες πριν από το 1878.[272] Οικοδομημένος ο κτηνοτροφικός Μπούρνους των 45 τότε κατοίκων,[273] σε βαθιά χαράδρα κυκλωνόταν από τον εχθρό αθόρυβα, εκτός αν λαμβάνονταν σοβαρές ημερονύκτιες φροντίδες για διατήρηση αρκετά μακρινών εξωτερικών φυλακίων στα υψώματα που βλέπουν τον Τσιαρτσιαμπά, τα Βέντζια και τη Σιάτιστα. Εκεί κάθε ασφαλής προφύλαξη ήταν χρονοβόρα, αφού τα γύρω υψώματα φθάνουν τα 1400 μ., και στον άσχημο καιρό εξαιρετικά απαιτητική, ιδιαίτερα σε χιονώδη περίοδο όπου το χιόνι λόγω έλλειψης ρευμάτων μαζεύεται σε αρκετό ύψος.

Στον οικισμό του Μπούρινου λοιπόν, μέρος με υψόμετρο 960 μέτρα κανείς σώφρων δεν θα έστηνε λημέρι χειμώνα καιρό, ιδιαίτερα ο πεδινής ανατροφής οπλαρχηγός Λιάτης που αγνοούσε την κίνηση σε παγωμένο τοπίο. Όταν στο οροπέδιο του Τσιαρτσιαμπά έπεφτε βροχή, στις καλύβες του Μπούρινου έριχνε χιόνι κι όταν στην πεδιάδα είχε άσχημο καιρό, στο βουνό ήταν θανατηφόρος. Επιπλέον καθώς κέντρο οδηγιών για την επανάσταση ήταν η Κοζάνη, η διαδρομή πληροφοριών από την πόλη προς στον οικισμό Μπούρνους ήταν αρκετά απαιτητική: ο σύνδεσμος έπρεπε να βαδίζει στον κάμπο 2 ώρες (12 χμ), να ανεβεί μία κορυφογραμμή ύψους 1300 μέτρων και να κατέλθει μετά από 5 χμ στον οικισμό, υπόθεση που χρειαζόταν μία ώρα για το ανάπτυγμα και 2 ώρες για την υψομετρική διαφορά των 1000 μέτρων, δηλαδή 5 συνολικά ώρες με σύντονο βήμα.

Σε βροχερό καιρό ο χρόνος της διαδρομής Κοζάνης –Μπούρινου αύξαινε, σε χιονώδη τριπλασιαζόταν. Τις παλαιές εποχές στα ορεινά και στα πεδινά το χιόνι του ο χειμώνας το κληρονομούσε σταθερά στην άνοιξη. Σύμφωνα με ενθύμηση της Κερασιάς:

τη 1907 Από πρώτην Φεβρουαρίου μέχρι πρώ /την Απριλίου χιόνια πολλά και κρύο πολύ, κι /τας 3 Μαρτίου εκίνησαν δια την Κόζιανην και εγύρισαν πίσω από το ψύχος το πολύ.[274]

Γι αυτό για χειμαδιά οι κτηνοτρόφοι του οικισμού Μπούρνου χρησιμοποιούσαν τις παραποτάμιες θέσεις Μιλίσ(ι) Χρωμίου, Βέρβιρ(η) και Πινταλώνια Αιανής, Καψάλα και Μπαρμπαρούσα της Λαργιούς. Χειμώνα καιρό δεν υπήρχε στο Μπούρνου ούτε άνθρωπος ούτε σκύλος ούτε κοπάδι. Πώς τρέφονταν οι επαναστάτες, πώς έφθαναν οι σύνδεσμοι από την Κοζάνη, πώς κινούνταν στην πιθανή βροχή και το χιόνι οι χωρικοί εθελοντές;

Εκτός τούτων εν αντιθέσει με τα χωριά του ΝΔ Τσιαρτσιαμπά Αιανή, Καισαρειά, Καρυδίτσα, Κερασιά, Λευκοπηγή, Ροδιανή, Χτένι που αναφέρονται στις πηγές, καμία μνεία δεν υπάρχει για το πλησιέστατο στον οικισμό Μπούρνου Χρώμιο.[275] Ελάχιστη έως μηδαμινή σχέση είχαν λοιπόν τόσο ο Μπούρνους όσο και το Χρώμιο με την επανάσταση του 1878, διότι αμφότεροι οι οικισμοί βρισκόταν α) μακριά από τα τεκταινόμενα β) ανήκαν διοικητικά στον καζά Γρεβενών γ) εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Γρεβενών δ) ήταν κτισμένα σε έδαφος απομονωμένο από τον Τσιαρτσιαμπά ε) γειτόνευαν με οπλισμένους ελληνόφωνους μουσουλμάνους (Βαλαάδες) των Βεντζίων. Να γιατί το θεωρούμενο ως λάβαρο της τοπικής επανάστασης του 1878 πάρθηκε από ναό της Ροδιανής κι όχι του Χρωμίου. Άλλως θα είχε διαφυλαχτεί στο ναό του οικισμού Μπούρνου και θα μεταφερόταν μετά στο Χρώμιο.

Δεν ήταν λοιπόν ο οικισμός Μπούρινος του σημερινού Χρωμίου το πρόσκαιρο λημέρι των επαναστατών του 1878 σύμφωνα με τον καιρό, τη λογική, τη γεωγραφία, τη στρατηγική, την ορειβατική εμπειρία και τις πηγές της εποχής. Ο Λιάτης αναφέρει εκφαντικώς: «διαμείνας επί του Βουρίνου δωδεκαήμερον»,[276] δηλαδή στο βουνό, έξω σε καλύβες, όχι σε οικισμό όπου το ορθόν θα ήταν να γράψει «εις τον Βούρινον». Πού τελικά διέμεινε; Θα πρέπει να αναζητήσουμε τον τόπο κοντά στην Κοζάνη από όπου είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει εντολές, πληροφορίες και είδη απαραίτητα για πόλεμο. Σε μέρος με προτερήματα άμυνας, σε τοποθεσία με ήπιο καιρό και σε διασταύρωση που ευκόλυνε την επικοινωνία και τη διαφυγή. Πού ήταν;

Ας ξεκινήσουμε από τις πηγές: «επί του όρους Βουρίνου» κατέφευγαν την ίδια εποχή οι κάτοικοι του Τσιαρτσιαμπά για να γλιτώσουν από την τυραννία των Τούρκων, ιδιαίτερα των πασάδων Σεφκέτ και Χασάν που είχαν αρχίσει τις βιαιότητες κατά των Χριστιανών.[277] Πού ακριβώς; Σύμφωνα με έγγραφα της εποχής οι «ορεσίβειοι αρειμάνιοι», οι πρώην δηλαδή επαναστάτες, διαιτώντο το καλοκαίρι του 1878 στη ΒΑ πλευρά του Μπούρινου «επί του Ζυγοστίου»[278] σε μέρος που γνώριζαν καλά. Επί του Ζυγοστίου προδήλως ήταν ολίγους μήνες ενωρίτερα και ο Λιάτης με τους άνω προσωπικό, αλλά δεν το ανέφερε για να μην καθορίσει επακριβώς την έδρα του για συνωμοτικούς λόγους και για να προσδώσει μία ορεινή επισημότητα στις επαναστατικές ενέργειές του.

Οπλοφόροι όλων των εποχών  προτιμούσαν να ευρίσκονται «επί του Ζυγοστίου», θέση προνομιακή για στρατηγικούς κι άλλους λόγους. Το εφαπτόμενο του Ζυγοστίου ύψωμα Καστρί, όνομα που διέσωσε ανά τους αιώνες την ύπαρξη αρχαίου κάστρου όπως φανερώνουν τα ευρεθέντα εκεί θεμέλια.[279] Ο έγγιστος ναός του Αγίου Νικολάου φανερώνει την οικιστική συνέχεια με χριστιανικό στοιχείο, ενώ από από παλαιότερα υπήρχαν[280] κι ακόμη σήμερα[281] συναντώνται διάσπαρτα ποιμνιοστάσια. Αυτόπτης μάρτυρας γράφει ότι είδε από μακριά τη θέση του ενοριακού του ναού, του Αγίου  Νικολάου αρχάς δεκαετίας του 1950.[282] Προφανώς έβλεπε τα πυρπολημένα ερείπια του, τα οποία αναμόχλευαν στη δεκαετία του 1940 ποιμένες της Μεταμόρφωσης.[283]

Όντως οι κλειστές ημιορεινές μικρές κοιλάδες της τοποθεσίας Ζγκόστ(ι), λογίως Ζυγόστι, αρίστου έως σήμερα βοσκότοπου των οικισμών Ροδιανής, Μεταμόρφωσης, Αγίας Παρασκευής και Λευκοπηγής ήταν ιδανικές. Εκχερσωμένο με φωτιά κάποτε το δασωμένο αυτό μέρος όπως φανερώνει το σλαβικό του έτυμο[284] επιζεί ως οικισμός ονόματι İzğoşit ή Izgovişte με εννέα εστίες το 1530 –η ταύτισή του με το Μεσόλακκο Γρεβενών είναι λανθασμένη επειδή ακριβώς μετά το Ζγκόστ(ι) αναγράφεται η Σιάτιστα[285] αλλά και διότι τα Γρεβενά ανήκαν στη διοίκηση των Ιωαννίνων, ενώ ο ειρημένος İzğoşit ή Izgovişte στην αντίστοιχη της μελετώμενης Φλώρινας. Το Ζγκόστ(ι), διαλύθηκε από τους Τούρκους το καλοκαίρι του 1904 με εκθεμελίωση των οικιών του και κακοποιήσεις των κατοίκων του,[286] λόγω της επικίνδυνης για τους πρώτους θέσης του, αφού επαναστάτες όλων των εποχών εκεί είχαν το ιδανικό τους καταφύγιο. Η χρονολόγηση του ιδίου συμβάντος το 1906 από Κοζανίτη γυμνασιάρχη[287] ή είναι λανθασμένη ή είχε λάβει χώραν τότε και νέα επιδρομή.

Το Ζγκόστ(ι) παρείχε ό,τι επιθυμούσαν οι αρνητές της εξουσίας στην προηλεκτρική εποχή, το 1878 –φυσικά και παλαιότερα- ακόμη και τη δεκαετία του 1940 με τους αντάρτες του ΔΣΕ να διαβιούν προσωρινά στις κοιλάδες του τρεφόμενοι από τα κοπάδια και τα σπαρτά μέχρι να κρυφτούν στα ενδότερα του Μπούρινου ευρισκόμενα καταφύγιά τους.[288] Γι αυτό το λόγο στα μαντριά του, στην καρδιά της έδρας των επαναστατών, επέδραμαν ένοπλοι Οθωμανοί πολιτοφύλακες τον Ιούνιο του 1878 αρπάζοντας ό,τι δεν πρόλαβαν να φυγαδεύσουν οι Έλληνες ποιμένες, ήγουν βούτυρο και τυρί[289] και μη λησμονώντας να πυρπολήσουν τον ενοριακό του ναό, τον Άγιο Νικόλαο. Αργότερα ακολούθησαν κι άλλες παρόμοιες επιδρομές από τους ίδιους εναντίον του προικισμένου αυτού οικισμού.

Το Ζγκόστ(ι) παρείχε όλα τα απαραίτητα για τους επαναστάτες κάθε λογής κι εποχής:

  • οπτική απομόνωση από το οροπέδιο του Τσιαρτσιαμπά λόγω των υψηλών εδαφικών εξαρμάτων που περικλείουν  το μέρος από όλες τις πλευρές του ορίζοντα
  • ευχέρεια ενεδρών λόγω των στενωπών που έκλειναν το μέρος και δυνατότητα σθεναρής άμυνας εντός των κοιλάδων του καθώς ένας κεντρικός λόφος έστεκε στο μέσον του
  • κοντινή απόσταση από το κέντρο της Κοζάνης, έτσι ώστε ένας σύνδεσμος είχε τη δυνατότητα να βρίσκεται εκεί σε λιγότερο από δύο ώρες με ταχύ βήμα χωρίς να πατήσει σε χιονισμένα μονοπάτια
  • τροφή, νερό, καλύβες από τους δεκάδες αγρότες και ποιμένες που διαβιούσαν χειμώνα – καλοκαίρι στον ίδιο τόπο.
  • πυκνή καθημερινή παρουσία ποιμένων ολόγυρα που ειδοποιούσαν, αν ήθελαν να επιζήσουν, τους επαναστάτες για κάθε ανεπιθύμητη εμφάνιση ανδρών της επίσημης εξουσίας
  • διεξόδους επικοινωνίας ή διαφυγής προς κορυφή Μπούρινου ή Σιάτιστα μέσω της θέσης Καστρί (δίοδος τ΄ Μπούρνου του Λάκκου), προς το όρος Σινιάτσικο μέσω Μεταμόρφωσης, προς Καμβούνια μέσω Τσιρνόκουλου -Ροδιανής, προς Σέρβια μέσω τ΄ Θανάσ(η) του Λάκκου -Κερασιάς και σε μεγάλη ανάγκη προς Βέρμιο διαμέσω των υψωμάτων Αγριοκερασιά,[290] Βίγλα, Παϊάμπουρου, Αϊ-Λιας Κοζάνης
  • μαλακό καιρό εν μέσω χειμώνος.[291] Πράγματι στις κοιλάδες του ο καιρός ξαφνιάζει ακόμα και σήμερα με τη γλυκύτητά του χειμερινούς οδοιπόρους και περιπατητές. Όπως φανερώνει άσμα της Λευκοπηγής: «όλη μερούλα θέριζα στις πέτρες στου Ζυγόστι /μου καίει η λάβα του κουρμί /κι ου ήλιος του κιφάλι»[292] Τα υψώματα τριγύρω αποτελούσαν εξαιρετικό θερινό βοσκότοπο και η καρδιά του εξαίσιο χειμαδιό για τους ποιμένες των ειρημένων οικισμών

 

Καμιά μαρτυρία, γραπτή ή προφορική, δεν γνωστοποιήθηκε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 περί πολεμικής σημαίας, μπαϊράκ(ι) στην τοπική ιδιόλεκτο, των επαναστατών του Μπούρινου και πράγματι σε καλογραμμένο έργο περί του νομού Κοζάνης τίποτα σχετικό δεν αναφέρεται.[293] Η θεωρούμενη σήμερα ως σημαία των επαναστατών του 1878[294] είναι ένας φλάμπουρους (φλάμπουρο), δηλαδή μια σημαία γάμων, του ενοριακού ναού της Ροδιανής. Χωρίς φλάμπουρο παλαιότερα δεν γινόταν η τελετή.[295] Ενώ όμως τα εξ ανάγκης πρόχειρα σπιτικά αντίστοιχα ήταν άτεχνα,[296] το ειρημένο φλάμπουρο της Ροδιανής υπερείχε αισθητικά, γι αυτό νοικιαζόταν σε προς στέψιν νεόνυμφους[297] που επιθυμούσαν έναν διαπρεπώς κοσμημένο γάμο.

Τα φλάμπουρα στολίζονταν με σταυρούς. Ο φλάμπουρους της Ροδιανής έχει 4 σταυρούς κεντημένους και δύο επίθετους, 2 κεντημένες τετραδάκτυλες παλάμες[298] ή τετράκτινες φλόγες και δύο επίθετους κύκλους[299] -οι κύκλοι και οι φλόγες του είναι μάλλον παλαιότερα επιβιώματα, παγανιστικού χαρακτήρα. Σε νεότερες έγχρωμες απεικονίσεις οι κεντημένοι σταυροί και οι φλόγες του φλάμπουρου της Ροδιανής δεν διακρίνονται ευκρινώς.[300] Αν ξεθώριασαν από το χρόνο ή πταίει η φωτογράφησις μόνο μια εξέταση του πρωτοτύπου θα δείξει. Τι παριστάνει όμως από την άλλη του πλευρά ο φλάμπουρους; Οι γράφοντες δεν είδαν τον πρωτότυπο εις κοινήν θέαν στο «Ιστορικολαογραφικό Μουσείο Κοζάνης». Η άποψη παλαιού διδασκάλου πως εστάλη σταυρός από το προξενείο Θεσσαλονίκης για να τοποθετηθεί στον κοντό του λαβάρου[301] είναι αμάρτυρη. Εξάλλου στην πρώτη του απεικόνιση υπάρχει ήδη σταυρός στην άκρη του κοντού.

Ήταν τελικά φλάμπουρους χαράς ή επαναστατικό λάβαρο; Άποψη των γραφόντων είναι πως πρόκειται για θρησκευτικό φλάμπουρο. Αν χρησιμοποιήθηκε ως πολεμική σημαία, τότε ελήφθη από το γειτονικότερο στο Ζγκόστ(ι) οικισμό της Ροδιανής κι όχι από το θερινό καταυλισμό της χαράδρας του Μπούρινου που βρισκόταν πολύ μακριά, σε άλλη διοικητική κι εκκλησιαστική επαρχία.

Η τάσις προς επανάστασιν[302] όπως κομψώς περιγράφει άριστος γνώστης των αστικών πραγμάτων το γεγονός ότι δεν έπεσε ούτε μία ελληνική τουφεκιά στον Τσιαρτσιαμπά το 1878 εν αντιθέσει με τις αντίστοιχες του Ολύμπου, δεν συγχωρήθηκε από τους Τούρκους, διότι έθελγε τη φιλότιμη κι εύρωστη νεολαία[303] αλλά και διάφορους επαγγελματίες της πόλης Κοζάνης που κέρδιζαν από τη διάθεση στους επαναστάτες αναγκαίων ειδών όπως τσαρούχια, παπούτσια, καπνό κ.α.[304] Γι αυτό ίσως όταν ολίγον αργότερα ανακαλύφτηκαν οι συμμετοχές των Ιωάννη Γκοβεδάρου και Ιωάννη Τσιμηνάκη στον αγώνα εναντίον των Βουλγάρων,[305] ο πρώτος φυλακίστηκε στο Μοναστήρι (Μπίτολα),[306] ενώ ο έτερος διέφυγε κυνηγημένος προς Νότον.[307] Επίσης διώχτηκε ο Κωνσταντίνος Γκοβεδάρος.[308]

Δεν είναι γνωστό αν μπήκαν στο ερευνητικό στόχαστρο των Τούρκων τα υπόλοιπα μέλη της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Επαρχίας Ελιμείας, δύο λαϊκοί (αταύτιστοι ως σήμερα) και δύο κληρικοί. Αν και θεωρείται ότι ένας από τους τελευταίους που υπέγραφε ως «Παπά Ιωάννης» έχει ταυτιστεί,[309] προξενεί εντύπωση πως καλός γνώστης των εντοπίων πραγμάτων γράφει πως ο ειρημένος ιερωμένος «μετέσχεν της επαναστάσεως του Ολύμπου το 1878»[310] κι όχι του Μπούρινου.

Όπως ήδη ειπώθηκε και ο αδερφός του παππού μας είχε λάβει μέρος στην επανάσταση του 1878, αλλά κι αυτός στον Όλυμπο. Η μαρτυρία πως άνδρας ονόματι Γιάννης Περλέγκης από τη Σπούρτα (Καρυδίτσα) ηγούταν χωρικών του Τσιαρτσιαμπά στην επανάσταση της περιοχής[311] δεν τεκμηριώνεται. Άμεση δίωξη δεν αντιμετώπισε ο επίσκοπος Κοζάνης, αφού δεν υπέγραφε την προκήρυξη κι ούτε είχε εκτεθεί. Έλαβε μόνον υπομνήσεις εκ μέρους των Τούρκων για την υποταγή του εξεγερθέντος ποιμνίου του.[312] Γι αυτό και δεν είχε την τύχη του συναδέλφου του Νικολάου του Κίτρους Πιερίας που κατέφυγε στην Αθήνα,[313] αλλά παρέμεινε ως είχε στην «ταπεινή του παροικία»[314] των Σερβίων και Κοζάνης.

Η παροχή αμνηστίας στους επαναστάτες ήταν μία τολμηρότατη υπόθεση, αφού έπρεπε να δοθεί ατομικώς: ο ζητών παρουσιαζόταν στο μητροπολίτη, ο οποίος μετά μεσίτευε στον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή.[315] Γι αυτό και όσοι επαναστάτες είχαν ανεβεί στο βουνό από φόβο επιστροφής, εκδικητική ή όχι ευχαρίστηση δια των όπλων, απόλαυση της ανεξαρτησίας ή περαιτέρω διάθεση απελευθέρωσης παρέμειναν –ανάμεσά τους κι ο Ιωσήφ Λιάτης– εκτρεπόμενοι σε ληστείες κι απαγωγές Οθωμανών ή Χριστιανών προς συντήρησίν τους και συγκρουόμενοι με τον τουρκικό στρατό κι επιστρατευμένους προς αρωγήν Αλβανούς ατάκτους. Την τεταμένη κατάσταση εκμεταλλευόταν όπως είναι φυσικό τόσο ασυνείδητοι Έλληνες χωρικοί για προσπορισμό λύτρων -από το Χρώμιο π.χ. «Χασιώτες» είχαν αιχμαλωτίσει  τρεις άνδρες- ενώ Τούρκοι και Αλβανοί δήωναν τα χωριά του Τσιαρτσιαμπά.[316]

Με την έλευση του φθινοπώρου και την καταφυγή των κοπαδιών στα πεδινά η αυθεντική επανάσταση ησύχασε. Όταν ο Γεώργιος Σολάκης επέστρεψε από τον Όλυμπο στην Αιανή οι Τούρκοι επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν. Αναγκάστηκε τότε όλη η οικογένεια να καταφύγει στα κελιά των Αγίων Αναργύρων στην Κοζάνη αλλάζοντας το επώνυμό τους σε Καλλιανιώτης -επέστρεψαν το 1913 στην Αιανή.[317] Πόσοι άλλοι επαναστάτες γύρισαν στις εστίες τους δεν είναι γνωστό. Συνέχιζαν να μένουν στην παρανομία του βουνού καταδυναστεύοντας ευκολότερα τους χριστιανούς, αφού στα τουρκικά χωριά δεν μπορούσαν να εισέλθουν.

Στην Αιανή δύο χρόνια αργότερα οι «λησταντάρται» εξουδετέρωσαν τους Αλβανούς φύλακες του κονακίου της κι εγκατέλειψαν αφού έλαβαν δια της βίας από τους χριστιανούς κατοίκους υπέρογκο ποσό,[318] προφανώς για απελευθέρωση των ομήρων τους. Παρόμοια αίσχη, διανθισμένα με τα προσφιλή τους βασανιστήρια, διέπραξαν οι ίδιοι στη Λευκοπηγή και τον οικισμό του Μπούρινου, αλλά αν πέρασαν κι από την Κερασιά δεν είναι γνωστό. Να γιατί η μνήμη, εκτός της απουσίας τυφεκισμών, για την επανάσταση του 1878 μόνον αρνητική και λησμονητέα μπορούσε να είναι για τους αιμάττοντες χωρικούς.

 

Η αυλαία της απελευθέρωσης

Την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα τίποτα δεν συνέβη στην Κερασιά, αφού βρισκόταν μακριά των οδών διακίνησης ανθρώπων, λιρών κι όπλων. Εννοείται πως η ελίτ του χωριού (μουχτάρης, αζάδες και ιερεύς) είχαν μυηθεί κρυφά στην Εθνική Άμυνα, υπόθεση που δεν είχε υψηλά ποσοστά διακινδύνευσης λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης του οικισμού, η οποία συντελούσε στην αποφυγή ενεργούς ανάμιξης. Κανείς εξ άλλου από το ΝΔ Τσιαρτσιαμπά, σύμφωνα με τα στρατιωτικά αρχεία (με την εξαίρεση του οικισμού Σν Ουπανή τ’ Βάντσα (Άνω Κώμη), δεν κατετάγη αντάρτης στα Μακεδονικά Σώματα[319] οπότε οι σχετικές απόψεις τοπικών συνήθως ιστοριοδιφών και συγγραφέων, έστω και γενικώς εκπεφρασμένες, χρειάζονται αυστηρό έλεγχο εγκυρότητας. Λ.χ. η γνώμη πως η Λαργιού «υπήρξε κέντρο συγκέντρωσης όπλων και καταφύγιο των διερχόμενων Μακεδονομάχων».[320] Θα ήταν εν γένει προσβολή στο πρόσωπο των πραγματικών Μακεδονομάχων να συγγαυριούν ως εν όπλοις συνάδελφοί των άκαπνοι πλήρεις ανέξοδων μεγαλαυχιών.

Το 1908 ήταν σημαντικό σταθμός στην μακραίωνη ιστορία της Κερασιάς. Στα πλαίσια της ισοπολιτείας των Νεότουρκων κηρύχτηκε ολίγον αργότερα, κατά μία πηγή αρχάς του 1910,[321] στρατολογία όλων των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανεξαρτήτου θρησκεύματος, οπότε μαζικά οι χριστιανοί άρχισαν να μεταναστεύουν στο εξωτερικό προς αποφυγήν της[322] -ονόματα Κερασιωτών μεταναστών στην Αμερική έχουν ήδη αναφερθεί.

Το καλοκαίρι του ιδίου έτους για πρώτη φορά στη ζωή τους και των προγόνων τους επίσης οι κάτοικοι της Κερασιάς συμμετείχαν σε εκλογές για την ανάδειξη εκλεκτόρων στη μικτή πια θρησκευμάτων Βουλή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εικοσιένα κάτοικοί της άνω των 25 ετών οδοιπόρησαν ως την Αιανή, έδρα ψηφοφορίας των οικισμών «Καισαρειά, Μπαξί (Κήπος), Μιλοτίνη (Μηλέα), Κτένι, Σαλτικλή (Σπάρτο) και Χασιλάρ (Σταυρωτή)». Παρά τα προσκόμματα των Τούρκων[323] οι χριστιανοί του 5ου ναχιγιέ (δήμου), οι οποίοι υπερτερούσαν κατά 70% των μουσουλμάνων (επακριβώς 352 προς 154)[324] προτίμησαν ως εκλέκτορα χριστιανό από τον γειτονικό οικισμό Μπαξί (σήμερα Κήπο).[325] Εν τέλει ως βουλευτής της περιοχής στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη ο Κοζανίτης Κωνσταντίνος Δρίζης.

Πόσα άραγε ήταν τα κοινά στοιχεία των εξαθλιωμένων χωρικών της Κερασιάς με τον βαθύπλουτο αστό τραπεζίτη, πολιτικό τους εκπρόσωπο; Παρά τη χαώδη εκ πρώτης όψεως διαφορά των εποχών παρόμοια χάσματα δεν ήταν καθόλου άγνωστα ως πρότινος, αφού ο πλούτος σχεδόν όλων των ενεργών πολιτικών απέχει παρασάγγας από τον αντίστοιχο των πενήτων ψηφοφόρων τους. Διαφέρουν ωστόσο οι παλαιοί από τους σημερινούς πολιτικούς ως προς την περί των γραμμάτων μόρφωση: αρκετοί ψηφοφόροι διαθέτουν σήμερα ευρύτερη τυπική μόρφωση από τους πολιτικούς τους εκπροσώπους, κάτι που σπάνια συνέβαινε στο παρελθόν.

Από τους Κερασιώτες που κατατάχτηκαν στον τουρκικό στρατό γνωστός είναι ο Παναγιώτης Τότσκας. Έφθανε έτσι ως τις Σαράντα Εκκλησιές[326] της Ανατολικής Θράκης, καταφανώς μακριά για να μην λιποτακτήσει. Πόσοι όμως κάτοικοι της Κερασιάς έλαβαν μέρος ντυμένοι με την τουρκική στρατιωτική στολή σε μάχες εναντίον Ελλήνων (στα μετόπισθεν ή ως ημιονηγοί στην πρώτη γραμμή) είναι άγνωστο.

Μόνον όσοι κάτοικοι της Κερασιάς ευρίσκονταν στα χωράφια και τα βοσκοτόπια του Ούτσινου είχαν τη δυνατότητα να αγγίξουν την απελευθέρωση της περιοχής από τη μακραίωνη σκλαβιά των Τούρκων, όταν η 5η Μεραρχία του Ελληνικού Στρατού στρατοπέδευσε στη θέση Λιβάδγια Αιανής το δειλινό της 13ης Οκτωβρίου 1912.[327] Αν τμήμα των ίππων και ημιόνων της ποτίστηκαν από τη βρύση του Ούτσινου, δεν έγινε γνωστό, όμως ήταν πολύ πιθανό.

Με την επικράτηση των Νεότουρκων ένας άνεμος ελευθερίας φύσηξε στην περιοχή. Οι κολίγοι άρχισαν να διεκδικούν σε πολιτικά και διοικητικά Δικαστήρια τη γη από τους Αλβανούς γαιοκτήμονες.[328] Αρχικά δεν επέτυχαν τίποτα, εν αντιθέσει με δικολάβους και δικηγόρους που απολάμβαναν το αντίτιμο της εμπλοκής των, πολύ μικρό μάλλον ή και καθόλου λόγω της πενίας των κατοίκων. Μόνον το 1912 άνοιξε η αυλαία για μια νέα περίοδο χωρίς τον αλλόφωνο δυνάστη επάνω στο κεφάλι τους, με τις πρότερες όμως οικονομικές και κοινωνικές δομές να παραμένουν, στην αρχή τουλάχιστον, απαράλλακτες: θρησκεία και γλώσσα όμοιες μεν, αλλά τρόποι διοίκησης, δημόσια ασφάλεια και φορολογία όχι σημαντικά διαφορετική.

Αν το αυστριακής κατασκευής[329] οθωμανικό φέσι πετάχτηκε για να αντικατασταθεί με σκούφο, η μαύρη φουστανέλα και οι μακριές πουκαμίσες παρέμειναν ως καθημερινό ρούχο πτωχών, παιδιών και ηλικιωμένων. Οι γυναικείες στολές παρέμεναν ως είχαν τουλάχιστον ως τη δεκαετία του 1940.

Εν αντιθέσει με τη μάζα, στην άρχουσα τάξη της εποχής ανοίγονταν ευκαιρίες με τις αφικνούμενες κρατικές οικονομικές επιχορηγήσεις, τις οποίες αν χειρίζονταν καταλλήλως παρέμεναν περισσότερα έτη στην εξουσία βελτιώνοντας το βίο του περίγυρου τους πρώτα, των ακολούθων τους έπειτα και τέλος των απλών ψηφοφόρων ή πολιτών, όταν περίσσευαν διάθεση και πόροι.

Τη διακίνηση των κεφαλαίων αδυνατούσε να ελέγξει η βάση των χωρικών με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα να προσδώσουν ευθύνες στην εξουσία, η οποία με τη σειρά της μηχανευόταν ποικίλους τρόπους πολιτικής επικοινωνίας ώστε να πείσει για την ορθότητα ή αποτελεσματικότητα της φροντίδας της. Το χωριό αντιδιαστελλόταν πάντα με την πόλη, όπως φαίνεται κι από το παρωνύμιο που προσέδιδαν στους κατοίκους της Κοζάνης οι αγροτοποιμένες της περιοχής ονομάζοντάς τους «σιούρδους» (κουφούς στη βλαχική),[330] παρωνύμιο πίσω από το οποίο κρυβόταν η οικονομική και κοινωνική υπερτέρηση των Βλάχων της Κοζάνης έναντι των άλλων εντοπίων κατοίκων της.

Ήταν φυσικά δύσκολο στο έμπα του 20ου αιώνα στους χωρικούς της Κερασιάς να δουν καθαρά την εικόνα της νέας τάξης των στενά αλληλοϋποστηριζόμενων κρατικών υπαλλήλων και των ακολούθων τους, οι οποίοι ρυθμίζοντας το τρίπτυχο Διοίκηση, Παιδεία και Πνευματική Ζωή επρόκειτο να το κληρονομήσουν με λεκτικές κατά  βάσιν επικαλύψεις στα επόμενα χρόνια.

 

Βιβλιογραφία

 

ΑΡΧΕΙΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΑΙΑΝΗΣ (ΑΔΣΑ)

  • Απαρίθμησις κτηνών κατά την 15ην Νοεμβρίου 1943, Κοινότης Κερασιάς 15.11.1943
  • Βιβλίον εκθέσεων επιθεωρήσεως σχολείων και διδασκάλων, Σχολ. Έτος 1937 -38
  • Μητρώον κτηνών απογραφής έτους 1938, Κοινότης Κερασιάς Κοζάνης
  • Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας [ΔΣ Κερασιάς] 1921 -1930
  • Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας Κοινότητος Κερασιάς 1933,
  • Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας [Κοινότητος Κερασιάς] 1935

 

ΑΡΧΕΙΟ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΑΝΩ ΚΩΜΗΣ (ΑΙΝΑΚΑ)

  • Μηναίον Μαρτίου < 1878 (φωτογραφημένη προσφορά Κώστα Παυλού)

 

ΑΡΧΕΙΟ Ι. Ν. ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΩΝ  ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΚΕΡΑΣΙΑΣ (ΑΙΝΠΤΚ)

  • [Βιβλίο Ακολουθιών], Σαλίβερος, Αθήναι 1912
  • [Βιβλίο εσόδων –εξόδων Εκκλησιαστικού Συμβουλίου Κερασιάς 1930 -1975]
  • [Εκκλησιαστικό Βιβλίο]
  • [Ευαγγέλιο χωρίς εξώφυλλο] του 18ου αιώνα
  • Εκκλησιαστικό Βιβλίο 19ου; Αιώνα
  • Μηναίον του Απριλλίου, Ενετίησιν 1777
  • Μηναίον του Αυγούστου, χ.χ.
  • Μηναίον του Μαρτίου, Ενετίησιν 1779
  • Μηναίον του Σεπτεμβρίου 1775
  • Μηναίον του Σεπτεμβρίου 1808
  • Εκκλησιαστική Επιτροπή κοινότητος Κερασιάς, Βιβλίον Πρωτοκόλλου  αρχόμενον από Μάρτιον 1928

 

ΑΡΧΕΙΟ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Ν. ΚΟΖΑΝΗΣ

  • Γενική Έκθεσις, Γ΄ Εκπαιδευτική Περιφέρεια Κοζάνης, σχολ. έτος 1949 -1950, Χρ. Κούρος 31.08.1950

 

ΓΕΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ/ΑΡΧΕΙΑ ΝΟΜΟΥ ΚΟΖΑΝΗΣ (ΓΑΚ/ΑΝΚ)

  • ΑΒΕ77/ΑΕΕ Συμβ. 1/ΣΑΕ11, Κώδιξ Επισκοπής [Σερβίων και Κοζάνης] 1875 -1889
  • Λυτά Έγραφα, Αίτησις Χαρισίου Γκοβενδάρου προς Κυβερνητικόν Αντιπρόσωπον, Κοζάνη 06.11.1917

 

ΑΡΧΕΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΚΑΛΛΙΑΝΙΩΤΗ (ΑΑΚ)

  • ΓΥΣ, Κοζάνη (Έδεσσα, Βέρροια), επιτελικός χάρτης της Ελλάδος, κλίμαξ 1:100.000, Αθήναι 1934 (φωτοτυπημένη προσφορά Αθανασίου Πουλακάκη)
  • ΓΥΣ, Κοζάνη, επιτελικός χάρτης της Ελλάδος, προσωρινή έκδοσις, κλίμαξ 1:100.000, Αθήναι >1926
  • Τότσκας Παναγιώτης, χειρόγραφος τοπωνυμιακός χάρτης Κερασιάς, Ιούλιος 2013 (προσφορά στους γράφοντες)

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ

  • Φ. Ενορίας Αιανής 1946

 

ΚΟΒΕΝΤΑΡΕΙΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΟΖΑΝΗΣ (ΚΔΒΚ)

  • Αρχείο Κωνστάντιου, Φ7
  • Αλήθεια, Εθνική εφημερίς καθημερινή, διευθ: Ι. Κούσκουρας, αρχισ: Ι Μπήτος, Θεσσαλονίκη 1908
  • ΓΥΣ, Κοζάνη, επιτελικός χάρτης της Ελλάδος, προσωρινή έκδοσις, κλίμαξ 1:100.000, Αθήναι >1926
  • [Έγγραφο για ζήτημα του χωριού Κερασέας με αποδέκτη τον Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης Κωνστάντιο], http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L8544  
  • Εκκλησιαστικός Κώδικας 43
  • Κώδικας 47, [Άτιτλο δεμένο χειρόγραφο με αφιερωτές της Ι.Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (κοινώς μοναστήρι Ζάμπουρντας, επί το λογιότερον Ζάβορδας) από το 1692 κι εντεύθεν]
  • Πληθυσμός του καζά Κοζάνης [1908], http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L9071&lang=&page=55
  • Χωρίον Σπούρτα, [φορολογικός κατάλογος], http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L9071&lang=&page=25
  • Κερασιώτες προς Μητροπολίτη, 18.02.1906, http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L8544

 

Πρωτοδικείο Κοζάνης

  • Πρακτικά Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης 1946

 

ΑΡΧΕΙΑ ΕΚΔΟΘΕΝΤΑ

  • Devlet Arşivleri Genel Müdürlüğü, Osmanlı Arşivi Daire Başkanlığı, 167 Numaralı Muhasebe-i Vilayet-i Rum-ili Defteri (937/1530), Dizin ve Tıpkıbasım, Ankara 2003
  • Κωφός Ευάγγελος, Η επανάστασις της Μακεδονίας κατά το 1878, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1969
  • Νοτάρης Ιωάννης (επιμ.), Ανέκδοτα έγγραφα για την επανάστασι του 1878 στη Μακεδονία, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1966
  • Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, Κτηματογραφικό διάγραμμα αποτύπωσης (1η ανάρτηση) [Κερασιάς], Κοζάνη 04.11.204 (προσφορά Αθανασίου Τζελαπτσή)
  • Ριζάκης Θανάσης –Τουράτσογλου Γ., Επιγραφές Άνω Μακεδονίας: Ελίμεια, Εορδαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς: τόμος Αʼ κατάλογος επιγραφών, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 1985, http://helios-eie.ekt.gr/EIE/bitstream/10442/148/1/A02.001.0.pdf
  • Σεζέρ Χαμιγιέτ, Μια έρευνα σχετικά με τα τσιφλίκια του Τεπελενλή Αλή Πασά, μετάφραση Ειρήνη Καλογεροπούλου, http://www.eie.gr/nhrf/institutes/inr/instr-studiorumbalk/tsiflikia.htm
  • Σκουβαράς Ευάγγελος, Ολυμπιώτισσα: Περιγραφή και ιστορία της Μονής. Η Βιβλιοθήκη και τά χειρόγραφα. Κατάλογος των Χειρογράφων. Αναγραφαί και χρονικά σημειώματα. Ακολουθία Παναγίας της Ολυμπιωτίσσης. Έγγραφα εκ του Αρχείου της Μονής, 1336-1900, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1967
  • Σπανός Κώστας, Οι δυτικομακεδονικοί οικισμοί και τα ονόματα των αφιερωτών τους στην πρόθεση 215 της μονής του Βαρλαάμ των Μετεώρων (17ος  -19ος αι.), http://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_28/ekd_pemk_28_Spanos.pdf
  • Σπανός Κώστας, Οι οικισμοί της περιοχής των Σερβίων και τα ονόματα των αφιερωτών τους στην πρόθεση 421 της Μονής της Μεταμορφώσεως των Μετεώρων (1592/93 – 19ος αι.)http://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_32/ekd_pemk_32_Spanos.pdf
  • Σχινάς Νικόλαος, Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, νέας οροθετικής γραμμής και Θεσσαλίας, συνταχθείσαι τη εντολή του επί των στρατιωτικών υπουργού, φυλλάδιον πρώτον, Messager d` Athenes, Αθήναι 1886
  • Τσότσος Γεώργιος, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας: το οικιστικό δίκτυο 14ος -17ος αιώνας, Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011
  • Χατζηιωάννου Χριστίνα –Μαρία, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία: ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000
  • Δελιαλής Νικόλαος, ερανίσματα ιστορίας Κοζάνης και άλλων περιοχών, πρώτον τεύχος: εκκλησιαστικά, ΔΒΚ, Θεσσαλονίκη 1977
  • Δελιαλής Νικόλαος, Συμβολαί εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Κοζάνης, ανάτυπον, Κοζάνη 1960
  • Καλλινδέρης Μιχαήλ, Γραπτά μνημεία από τη Δυτ. Μακεδονία χρόνων Τουρκοκρατίας, Επαρχιακή Φωνή, Πτολεμαΐς 1940
  • Καλλινδέρης Μιχαήλ, Σημειώματα ιστορικά (εκ της Δυτικής Μακεδονίας), Επαρχιακή Φωνή, Πτολεμαϊς 1939

 

ΒΙΒΛΙΑ

Βαμβακίδου Ιφιγένεια –Γκόλια Παρασκευή, Το Βελβεντό, ο τόπος μου, Μαθήματα Τοπικής Ιστορίας, Πανεπιστήμο Δυτικής Μακεδονίας, Δήμος Βελβντού, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «Κοινωνία των πολιτών του Βελβεντού», Βελβεντό 2010 -2011

Baynes Norman –Moss H, Βυζάντιο, εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, β΄ έκδοση, Παπαδήμας, Αθήναι 1983

  • Inalcik Halil – Quataert Donald  (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ. Β΄, 1600 -1914, Αλεξάνδρεια 2001
  • Kravari Vassiliki, Villes et villages de Macédoine occidentale. (Réalités Byzantines.), P. Lethielleux, Paris 1989
  • Paul Stirling’s Ethnographic Data Archives, 45 years in the Turkish Village 1949-1984, http://lucy.ukc.ac.uk/tvillage/Thesis/StirlingThesis_146.html
  • Selcuk Aksin Somel, Historical Dictionary of the Ottoman Empire: Historical Dictionaries of Ancient Civilizations and Historical Eras, No 7, The Scarecrow Press, Oxford 2003
  • Selcuk Aksin Somel, Historical Dictionary of the Ottoman Empire: Ancient Civilizations and Historical Eras, No. 7, The Scarecrow Press, Oxford 2003, http://bookos.org/dl/1137957/e2d521
  • Uyar Mesut, Erickson Edward, A Military History of the Ottomans: From Osman to Ataturk, Praeger Security International, Οxford 2009, http://bookos.org/dl/1063746/63729e
  • Vasmer Max, Die Slaven in Griechenland, http://www.promacedonia.org/en/mv
  • Yeni Tarama Sozlugu, Turk Dil Kurumu, Ankara 1983, http://archive.org/download/YeniTaramaSozlugu/TaramaSozlugu_text.pdf
  • Βακάλη Άννα –Κασβίκης Κώστας –Νώτας Παναγιώτης –Τραϊανού Ευδοξία, Ένα σεντούκι γεμάτο μυστικά, (επιμ. Ανδρέας Ανδρέου –Σοφία Ηλιάδου -Τάχου), ΙΝΒΑ Κοζάνη 2006
  • Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού αγώνα (1978 -1894), απομνημονεύματα Αναστασίου Πηχεώνα, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1983
  • Βαλιάνου Λεμονιά, Ανάπτυξη και εφαρμογή ενόργανων αναλυτικών μεθόδων προσδιορισμού φυσικών οργανικών χρωστικών σε έργα της πολιτιστικής κληρονομιάς, ΕΜΠ, Αθήνα 2009, διδακτορική διατριβή, http://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/27392
  • Γκαρμπολάς Νικόλαος, Πώς η Μακεδονία παρέμεινεν ελληνική: ιστορικαί σελίδες, τ. Α΄, Ήλιος, Θεσσαλονίκη 1933
  • Δημητριάδης Βασίλης, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, (εισαγωγή – μετάφραση –σχόλια), Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1973
  • Δημόπουλος Ιωάννης, Τα παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικά, Θεσσαλονίκη 1994 (προσφορά Στεφάνου Γκριτζέλη)
  • Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Ιστορία βυζαντινού κράτους, τ. Α΄, ανατύπωση Ε΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1995
  • Καραλέκας Ηρακλής, Αγρίμια και πουλιά του τόπου μας, γ΄ έκδοσις, Φεραίος, Αθήναι 1968
  • Καραμήτρου Αιανή, αρχαιολογικοί χώροι και μουσείο, αρχαιολογικός οδηγός, Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής, 2008
  • Καραμήτρου Γεωργία, Αιανή Κοζάνης, αρχαιολογικός οδηγός, Ε.Κ.Β.Ε., χρηματοδότηση Νομαρχίας Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1989
  • Κατσάνης Νίκος –Προκόβας Κώστας, Τα τοπωνύμια του Λιβαδίου Ολύμπου, Γράμμα, Θεσσαλονίκη 2013
  • Κωστόπουλος Αριστοτέλης, Η συμβολή της Δυτικής Μακεδονίας εις τους απελευθερωτικούς αγώνας του Έθνους, ΣΓΚΤΝΚ, Κοζάνη 1970
  • Λιούφης Παναγιώτης, Ιστορία της Κοζάνης, Βάρτσος, Αθήναι 1924, https://dl.dropboxusercontent.com/u/88741825/Lioyfiist.pdf
  • Μαδίκας Δημήτριος, Η Ιστορία της Μηλέας Κοζάνης (Μυλωτίνης) και λαογραφικά στοιχεία της, Πολιτιστικός και Αθλητικός Σύλλογος Μηλέας, [φωτοτυπημένη έκδοση] Κοζάνη 2005
  • Μπουροζίκας Γιάννης, Η επανάσταση του 1878 στη Μακεδονία, ΣΓΤΝΚ, Θεσσαλονίκη 1978
  • Νάνος Λάζαρος, Το Βελίστι (Λευκοπηγή), Ιστορία –Λαογραφία, Θεσσαλονίκη 1985
  • Νίκου –Γιωλτζόγλου Έφη, Λιβαδερό (Μόκρο): η λαϊκή μας παράδοση, επιμέλεια Σταύρος Γιωλτζόγλου, Θεσσαλονίκη 1999
  • Παπαδημητρίου Απόστολος, Σελίδες ιστορίας των Γρεβενών, τ. Α΄, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Γρεβενών –Αναπτυξιακή Γρεβενών, Γρεβενά 2002
  • Παπαδόπουλος Παναγιώτης, Καισάρεια, ένας ιστορικός οικισμός της Δυτικής Μακεδονίας, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Κοζάνη 2002
  • Παπαδόπουλος Στέφανος, Οι επαναστάσεις του 1854 και 1878 στην Μακεδονία, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1970
  • Παπακωνσταντίνου Μιχάλης, Μια βορειοελληνική πόλη στην Τουρκοκρατία, ιστορία της Κοζάνης 1400 –1912, έκδ. Β΄, Εστία, Αθήνα 1998
  • Πουκεβίλ Φραγκίσκος, Ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία (Άνοιξη του 1806), εισαγωγή –μετάφραση- σχόλια Γιάννης Τσιάρας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1990;
  • Σαββιλωτίδης Κοσμάς, Τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά κάστρα των Σερβίων, όμιλος «Τα Κάστρα», Σέρβια 1999
  • Σαββιλωτίδης Κοσμάς -Τζήρα Χρυσάνθη, Τα Σέρβια του χθες 1823 –1944: εκατόν είκοσι χρόνια ζωής, Μορφωτικός Όμιλος Σερβίων «τα Κάστρα», Σέρβια 2001
  • Σαζανίδης Χρήστος, Τα όπλα των Ελλήνων: μια ιστορική μελέτη του οπλισμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων Ασφαλείας και ανταρτικών σωμάτων (1821 -1992), Θεσσαλονίκη 1995
  • Σαμσάρης Δημήτριος, Από την έρευνα της ιστορικής γεωγραφίας της Δυτικής Μακεδονίας κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, διαπιστώσεις σχετικά με την ιστορική τοπογραφία της Ελιμιώτιδας, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1983
  • Σιαμπανόπουλος Βασίλειος, Εκκλησία και επαναστατικά κινήματα στην Κοζάνη, ΣΓΤΝΚ, Θεσσαλονίκη 1973
  • Σιαμπανόπουλος Κωνσταντίνος, Αιανή, ιστορία –τοπογραφία –αρχαιολογία, Θεσσαλονίκη 1974
  • Σιαμπανόπουλος Κωνσταντίνος, Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο, Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών ν. Κοζάνης, Κοζάνη 1993
  • Τσιτσελίκης Κωνσταντίνος, Αγάπη στον Αλιάκμονα, Παρέμβαση, Κοζάνη 1995

 

ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ (ΑΡΘΡΑ ΚΙ ΑΛΛΑ)

Ο Βούρινος (Μπούρινος), http://www.osbourinos.gr/index.php/bourinos

Οικογένεια Λιάτη, http://el.wikipedia.org

 

ΔΙΑΦΟΡΑ

  • Google Earth, http://www.google.com/earth
  • Grevena, scale 1:100.000, second edition, War Office [London] 1944 (προσφορά Tom Evans)
  • Γκλαβίνας Ιωάννης, Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα (1912-1923): αντιλήψεις και πρακτικές της ελληνικής διοίκησης, σχέσεις με χριστιανούς γηγενείς και πρόσφυγες, διδακτορική διατριβή στο ΑΠΘ 2008, http://invenio.lib.auth.gr/record/112389/files/GRI-2009-2385.pdf
  • Ιγγλέσης Νικόλαος, Οδηγός της Ελλάδος 1925 -1926, Πυρσός, Αθήναι 1926;
  • Καλλιανιώτης Θανάσης, Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912- 1913 (ομιλία στην πλατεία Αιανής την 14η Οκτωβρίου 2012 σε εορταστική εκδήλωση της ΔΚ Αιανής, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=793
  • Μπόντας Γεώργιος, Η προσφορά του Σιατιστινού Παντελή Τζώνου, συνταξιούχου τυπογράφου …, Τζώνος, Κοζάνη 1997, φωτοτυπημένα άρθρα εφημερίδων, ΚΔΒΚ, Κ. 15Α
  • Σκερκέμης Λάμπρος, «Η Δυτική Μακεδονία», Γκαβανάς, Κοζάνη 1951 [προσφορά Λάζαρου Οκουζίδη

 

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥΣ

  • Βόρειος Ελλάς, Μεγάλη εβδομαδιαία Εφημερίς, εθνική πολιτική, κοινωνιολογική, διευθ: Σταύρος Θεοδοσιάδης, Θεσσαλονίκη 1927 – 28, ΚΔΒΚ
  • Ημέρα τση Ζάκυθος (21.07.2012), καθημερινή εφημερίδα της Ζακύνθου, http://imerazante.gr/2012/06/21/49124
  • Καλλιανιώτης Θανάσης, Βέρβερη: ένας μυστηριώδης μεσαιωνικός οικισμός, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=837http://www.kozan.gr/?p=75805#comments, http://kozanimedia.gr/?p=114521 και Θάρρος [Κοζάνης] (11.01.2013) 5
  • Καλλιανιώτης Θανάσης  «Μονοπάτια και δρόμοι στην ιστορία της Αιανής», Πρωινός Λόγος (28.7.99) 5
  • Καλλιανιώτης Θανάσης, «Οι Λαζαρίνες της Αιανής και των περιχώρων: όψεις ενός μεσαιωνικού εθίμου», Θάρρος (19.4.07) 7 και https://blogs.sch.gr/thankall/?p=844
  • Σαββίδης Κοσμάς, «Ο πόνος του αγρότου», Αγροτική [Κοζάνης] (16.06.1929) 4

ΛΕΞΙΚΑ

  • Benson Morton, Srpskohrvatsko-Engleski Recnik, 2 prep., Prosveta, Beograd  1979
  • The translation workplace, http://www.proz.com/?sp=gloss/term&id=4871102&float=y
  • Turkish-english, english-turkish dictionary, λήμμα hizmet, http://www.turkishdictionary.net/?word=Hizmet
  • Λεξικό LiddellScott Κωνσταντινίδου, http://myria.math.aegean.gr/lds/web/view.php
  • Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, Δημητράκος Αθήναι 1958, τ. Θ΄
  • Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, τ. Β΄, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2005, http://www.nured.uowm.gr/dinas/To_glossiko_idioma_tes_Kozanes_files/B.2.a.1.pdf
  • Πορομάνσκα Στόινα (επιμ.), Ελληνοβουλγαρικό λεξικό, Μαλλιάρης, Θεσσαλονίκη χ.χ.
  • Συμεωνίδης Χαράλαμπος, Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων, τ. Α΄-Β΄, Κέντρο Μελετών Ι.Μ. Κύκκου, Αλτιντζής, Θεσσαλονίκη 2010
  • Χριστοδούλου Χριστόδουλος, Τα κουζιανιώτ΄κα (λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Κοζάνη 2003

 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥΣ

  • Γουναρόπουλος Κωνσταντίνος, «Κοζανικά», Πανδώρα 22 (1872) 488-497
  • Καλλιανιώτης Θανάσης, «Παλαιοί και νέοι οικισμοί της Δυτικής Μακεδονίας: παρεμβάσεις και προσθήκες», Ελιμειακά 51 (Ιούνιος 2004) 12-34 και https://blogs.sch.gr/thankall/?p=698
  • Καλλιανιώτης Θανάσης, «Παλαιοί και νέοι οικισμοί της Δυτικής Μακεδονίας: παρεμβάσεις και προσθήκες», Ελιμειακά 51 (Ιούνιος 2004) 12-34, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=698
  • Καλλιανιώτης Θανάσης, «Σλάβοι στην επαρχία Κοζάνης», Παρέμβαση 94 (Καλοκαίρι ΄96) 13 -14, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=835 και   http://sourdos.gr/content.php?article.311
  • Μακεδονική Ζωή 9 (Φεβρ. 1967) 19
  • Ριζάκης Θανάσης –Τουράτσογλου Γ., «Τρεις μελέτες για την Άνω Μακεδονία: μια άλλη άποψη», Αρχαιογνωσία, τ. 3, τεύχη 1-2, Αθήνα 1987, 9-27, http://helios-eie.ekt.gr/EIE/bitstream/10442/8450/1/IGRA_Rizakis_87_02.pdf
  • Τσότσος Γεώργιος, «Οι οικισμοί της περιοχής Κοζάνης –Σερβίων σε κατάστιχο του 1528», Ελιμειακά 64 (Ιούν.  2010) 60 -97

 

ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΙ ΤΟΜΟΙ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥΣ

  • Διάφα Βασιλική, «Το διαζύγιο στην Κοζάνη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1745 -1856)», Η Κοζάνη και η περιοχή της, ιστορία –πολιτισμός, Δήμος Κοζάνης, Κοζάνη 1997, σ. 97-111
  • Δυτική Μακεδονία: ιστορία και πολιτισμός, Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2008
  • Η Κοζάνη και η περιοχή της, ιστορία –πολιτισμός, Δήμος Κοζάνης, Κοζάνη 1997
  • Η Μακεδονία το 1530 με βάση το συνοπτικό οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο ΤΤ 167 του οθωμανικού πρωθυπουργικού αρχείου Κωνσταντινούπολης, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη (υπό έκδοσιν)
  • Ηλιάδου –Τάχου Σοφία, «Η εκπαιδευτική κατάσταση στη Δυτική Μακεδονία την περίοδο 1912 -1941, μέσα από τις εκθέσεις των Επιθεωρητών», Όψεις της Δυτικής Μακεδονίας, Βιβλιολογείον, Φλώρινα 2006, σ. 287 -328
  • Καλλιανιώτης Αθανάσιος -Παπανικολάου Κωνσταντίνος -Σπυριδόπουλος Αριστοτέλης (επιμ.), Το Μεγάλο Συναξάρι: Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι (1903 -1913), University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011 (Πρόλογοι: Ιωάννης Κολιόπουλος –Νικόλαος Μέρτζος. Χορηγία: Νικόλαος Μάνος)
  • Καλογερόπουλος Ν. (επιμ.), Κοζάνη και Γρεβενά, ο χώρος και οι άνθρωποι, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Γρεβενών και Κοζάνης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004
  • Λιαμάδης Ν. –Μακρής Δ. –Μπέλλος Α.-Παπαϊωάννου Λ.. –Σιαμπανόπουλος Κ., Γνωριμία με τον νομόν Κοζάνης, ιστορικός, τουριστικός, λαογραφικός οδηγός νομού Κοζάνης, Μαρκόπουλος, Θεσσαλονίκη 1970. Έκδοση Νομαρχίας Κοζάνης
  • Νεράντζη –Βαρμάζη Βασιλική, «Βυζαντινή περίοδος», Κοζάνη και Γρεβενά, ο χώρος και οι άνθρωποι, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Γρεβενών και Κοζάνης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 158-163
  • Νεράντζη –Βαρμάζη Βασιλική, «ο Δυτικομακεδονικός χώρος τον 11ο, 12ο και 13ο αιώνα», Η Κοζάνη και η περιοχή της, ιστορία –πολιτισμός, Δήμος Κοζάνης, Κοζάνη 1997, σ. 319-330
  • Παναγιωτόπουλος Βασίλης -Δημητρόπουλος Δημήτρης -Μιχαηλάρης Παναγιώτης (επιμ.), Αρχείο Αλή Πασά Γενναδείου Βιβλιοθήκης, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2010, τ. Δ΄
  • Παρχαρίδου –Αναγνώστου Μαγδαληνή, «Οικισμοί της Δυτικής Μακεδονίας κατά τους πρώιμους οθωμανικούς χρόνους», Δυτική Μακεδονία: ιστορία και πολιτισμός, Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2008, σ. 143 -151
  • Σαββοπούλου –Κατσίκη Ξανθή, «Βυζαντινά και μεταβυζαντινά μοναστήρια στη Δυτική Μακεδονία», Δυτική Μακεδονία: ιστορία και πολιτισμός, Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2008, σ. 105-123
  • Σβορώνος Νικόλαος, «Οι εξελίξεις στην Οικονομία και στην Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1980, σ, 66-73
  • Σβορώνος Νικόλαος, «Οικονομία -Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1979, σ. 180-223
  • Σπανός Κώστας, «Η απογραφή του 1904 του Σαντζακίου των Σερβίων», Κοζάνη και Γρεβενά, ο χώρος και οι άνθρωποι, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Γρεβενών και Κοζάνης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 509 -521
  • Χατζηιωάννου Χριστίνα –Μαρία, «Η Κοζάνη και η περιοχή της κατά την Τουρκοκρατία», Κοζάνη και Γρεβενά, ο χώρος και οι άνθρωποι, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Γρεβενών και Κοζάνης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 164-171

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

  • Αργύριος Ζ., γεννηθείς το 1930;, αγρότης, συνέντευξη στην Αιανή το 1996
  • Ασημίνας Αργύριος, γεννηθείς το 1935;, αγροφύλακας, συνέντευξη στην Αιανή το 2012
  • Βόμβας Γεώργιος, γεννηθείς το 1940;, ομότιμος κοινοτάρχης, συνέντευξη στην Κερασιά τον Ιούλιο του 2013
  • Γκαλγκουράνα Πανάιω (Νάτσινα), γεννηθείσα το 1904, αγρότισσα, συνέντευξη στην Αιανή το 1991
  • Γκαλγκουράνας Ζήσης, γεννηθείς το 1940;, ξυλουργός, συνέντευξη στην Αιανή το 2013
  • Γκουργκούτας Θεοφάνης, γεννηθείς το 1926, κτηνοτρόφος, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013
  • Δούκας Νικόλαος, γεννηθείς το 1930, ποιμήν, συνέντευξη στη Μεταμόρφωση το 2013
  • Ζ. Αργύριος, γεννηθείς το 1930;, αγρότης, συνέντευξη στην Αιανή το 1996
  • Κακαβέλης Χαρίσιος, γεννηθείς το 1910;, αγρότης, αδελφός φονευθέντος, συνέντευξη στην Αιανή το 1993
  • Καλλιανιώτης Γρηγόριος, γεννηθείς το 1919, λογιστής -αποθηκάριος Βία Νόβα, συνέντευξη στην Αιανή το 1998
  • Καλλιανιώτης Κωνσταντίνος, έμπορος, ανιψιός Γεωργίου, γεννηθείς στην Κοζάνη το 1905, συνέντευξη το 1990
  • Κάτοικος Αμυγδαλιάς, γεννηθείς το 1950;, συνέντευξη στην Αμυγδαλιά το 2013
  • Καψάλης Παναγιώτης, γεννηθείς το 1930; αγρότης, συνέντευξη στο Προσήλιο το 2013
  • Λεωνίδας Ε, συνέντευξη στο Βαθύλακκο το 2013
  • Μπόντας Γεώργιος, γεννηθείς το 1940;, συγγραφέας, συνέντευξη στη Σιάτιστα το 2002
  • Ν. Κ., Τουρκοκρητικής καταγωγής γνώστης οθωμανικής γραφής, ηλεκτρονική επικοινωνία 09.08.2013
  • Ν. Μαρία, γεννηθείσα το 1970;, φιλολόγισσα, γνώστρια της βλαχικής, συνέντευξη στην Αιανή το 2013
  • Παπακώστας Ευάγγελος, γεννηθείς το 1935;, αγρότης, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013
  • Ποιμένας Ζυγοστίου από Λευκοπηγή, ποιμήν, συνέντευξη στο Ζγκόστ(ι) το 2013
  • Τζελαπτσής Αθανάσιος, γεννηθείς το 1984, μαθηματικός, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013
  • Τότσκας Γεώργιος, γεννηθείς το 1915, αγρότης, συνέντευξη στην Κερασιά στις 17.05.2003
  • Τότσκας Παναγιώτης, γεννηθείς το 1942, γραμματέας κοινότητας, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013
  • Φ. Αργύριος, γεννηθείς το 1975;, ιδιοκτήτης αλόγων, συνέντευξη στην Αιανή το 2013
  • Χ. Γεώργιος, γεννηθείς το 1927, αγρότης, συνέντευξη στην Ανατολή 23.03.2001
  • Χασιώτης Κωνσταντίνος, γεννηθείς το 1940;, ποιμήν, συνέντευξη στη Μεταμόρφωση το 2013

[1] Ριζάκης Θανάσης –Τουράτσογλου Γ., Επιγραφές Άνω Μακεδονίας: Ελίμεια, Εορδαία, Νότια Λυγκηστίς, Ορεστίς: τόμος Α΄, κατάλογος επιγραφών, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα 1985

[2] Σαμσάρης Δημήτριος, Από την έρευνα της ιστορικής γεωγραφίας της Δυτικής Μακεδονίας κατά την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, διαπιστώσεις σχετικά με την ιστορική τοπογραφία της Ελιμιώτιδας, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1983

[3] Η Κοζάνη και η περιοχή της, ιστορία –πολιτισμός, Δήμος Κοζάνης, Κοζάνη 1997. Επίσης Καλογερόπουλος Ν. (επιμ.), Κοζάνη και Γρεβενά, ο χώρος και οι άνθρωποι, Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις Γρεβενών και Κοζάνης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2004. Ακόμη Δυτική Μακεδονία: ιστορία και πολιτισμός, Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας Θεσσαλονίκη 2008

[4] Καλλιανιώτης Θανάσης, Κτήματα, εκκλησίες και ξωκλήσια της Κερασιάς: 1760-1900, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=868 και του ιδίου Οι συγγραφείς, το όνομα και η ίδρυση της Κερασιάς: 1760-1900, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=863. Επίσης του ιδίου Η Κερασιά (Κύρασα) και η σύνθεση των κατοίκων της: 1760-1900, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=865 πρώτες αναρτήσεις 26.05.2003

[5] Καραμήτρου Γεωργία, Αιανή Κοζάνης, αρχαιολογικός οδηγός, Ε.Κ.Β.Ε., χρηματοδότηση Νομαρχίας Κοζάνης, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 30 και της ιδίας Αιανή, αρχαιολογικοί χώροι και μουσείο, αρχαιολογικός οδηγός, Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής, 2008, σ. 76

[6] Ασημίνας Αργύριος, γεννηθείς το 1935;, αγροφύλακας, συνέντευξη στην Αιανή το 2012

[7] Καραμήτρου, Αιανή, ό.π.,  σ. 30

[8] Γκαλγκουράνας Ζήσης, γεννηθείς το 1940;, ξυλουργός, συνέντευξη στην Αιανή το 2013

[9] Σιαμπανόπουλος, Αιανήό.π., σ. 128

[10] Γκουργκούτας Θεοφάνης, γεννηθείς το 1926, κτηνοτρόφος, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013

[11] Σαμσάρης, έρευνα, ό.π., σ. 143-144

[12] Τότσκας Παναγιώτης, γεννηθείς το 1942, γραμματέας κοινότητας, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013

[13] Ζ. Αργύριος, γεννηθείς το 1930;, αγροφύλακας, συνέντευξη στην Αιανή το 1996

[14] Ηλιάδου –Τάχου Σοφία, «Η εκπαιδευτική κατάσταση στη Δυτική Μακεδονία την περίοδο 1912 -1941, μέσα από τις εκθέσεις των Επιθεωρητών», Όψεις της Δυτικής Μακεδονίας, Βιβλιολογείον, Φλώρινα 2006, σ. 321

[15] Ηλιάδου, «εκπαιδευτική», ό.π., σ. 318

[16] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 131

[18] Φ. Αργύριος, γεννηθείς το 1975;, ιδιοκτήτης αλόγων, συνέντευξη στην Αιανή το 2013

[19] Αντωνιάδης Ιωάννης, Το δροσόλουστο Βελβεντό, http://tovelvento.blogspot.gr/2012/09/blog-post_1438.html (επιμ. Παπαγεωργίου Ιπποκράτης)

[20] Τσότσος Γεώργιος, «Οι οικισμοί της περιοχής Κοζάνης –Σερβίων σε κατάστιχο του 1528», Ελιμειακά 64 (Ιούν.  2010) 60 -97, σ. 65 και Η Μακεδονία το 1530 με βάση το συνοπτικό οθωμανικό φορολογικό κατάστιχο ΤΤ 167 του οθωμανικού πρωθυπουργικού αρχείου Κωνσταντινούπολης, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη (υπό έκδοσιν), λήμμα Χωριό Korakohor. Επίσης Devlet Arşivleri, Genel Müdürlüğü, Osmanlı Arşivi Daire Başkanlığı, 167 Numaralı Muhasebe-i Vilayet-i Rum-ili Defteri (937/1530), Dizin ve Tıpkıbasım, Ankara 2003, σ. 74

[21] Αρχείο Αθανασίου Καλλιανιώτη (ΑΑΚ), ΓΥΣ, Κοζάνη (Έδεσσα, Βέρροια), επιτελικός χάρτης της Ελλάδος, κλίμαξ 1:100.000, Αθήναι 1934 (φωτοτυπημένη προσφορά Αθανασίου Πουλακάκη) και Σαββίδης Κοσμάς, «Ο πόνος του αγρότου», Αγροτική [Κοζάνης] (16.06.1929) 4

[22] Χονδρογιάννη Αρετή, Η αρχαιολογική έρευνα στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα (Μέρος Δ΄΄http://www.archaiologia.gr/blog/2012/06/18/%CE%B7-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%AD%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CF%84%CE%BF-4

[23] Πουκεβίλ Φραγκίσκος, Ταξίδι στη Δυτική Μακεδονία (Άνοιξη του 1806), εισαγωγή –μετάφραση- σχόλια Γιάννης Τσιάρας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1990;, σ. 84 και Δημητριάδης Βασίλης, Η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή, (εισαγωγή – μετάφραση –σχόλια), ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 199

[24] Δούκας Νικόλαος, γεννηθείς το 1930, ποιμήν, συνέντευξη στη Μεταμόρφωση το 2013 και Χασιώτης Κωνσταντίνος, γεννηθείς το 1940;, ποιμήν, συνέντευξη στη Μεταμόρφωση το 2013

[25] Λιαμάδης Ν. –Μακρής Δ. –Μπέλλος Α.-Παπαϊωάννου Λ.. –Σιαμπανόπουλος Κ., Γνωριμία με τον νομόν Κοζάνης, ιστορικός, τουριστικός, λαογραφικός οδηγός νομού Κοζάνης, Μαρκόπουλος, Θεσσαλονίκη 1970. Έκδοση Νομαρχίας Κοζάνης, σ. 192

[26] Devlet Arşivleri, ό.π., σ. 62

[27] Δημητριάδης, Μακεδονία, ό.π., σ. 179

[28] Σαββιλωτίδης Κοσμάς, Τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά κάστρα των Σερβίων, όμιλος «Τα Κάστρα», Σέρβια 1999, σ. 208

[29] Καψάλης Παναγιώτης, γεννηθείς το 1930; αγρότης, συνέντευξη στο Προσήλιο το 2013

[30] Παρχαρίδου –Αναγνώστου Μαγδαληνή, «Οικισμοί της Δυτικής Μακεδονίας κατά τους πρώιμους οθωμανικούς χρόνους», Δυτική Μακεδονία: ιστορία και πολιτισμός, σ. 147

[31] Κωφός Ευάγγελος, Ο επίσκοπος Κίτρους και η επανάσταση του 1878, σ. 197, http://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_20/ekd_pemk_20_Kofos.pdf

[32] Inalcik Halil – Quataert Donald  (επιμ.), Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ. Β΄, 1600 -1914, Αλεξάνδρεια 2001, σ. 302

[33] Δελιαλής Νικόλαος, Συμβολαί εις την εκκλησιαστικήν ιστορίαν της Κοζάνης, ανάτυπον, Κοζάνη 1960, σ. 250 όπου η λέξη «κοϊνιάρου». Γκλαβίνας Ιωάννης, Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα (1912-1923): αντιλήψεις και πρακτικές της ελληνικής διοίκησης, σχέσεις με χριστιανούς γηγενείς και πρόσφυγες, διδακτορική διατριβή στο ΑΠΘ 2008, σ. 20

[34] Νεράντζη –Βαρμάζη Βασιλική, «ο Δυτικομακεδονικός χώρος τον 11ο, 12ο και 13ο αιώνα», Η Κοζάνη και η περιοχή της, σ. 324

[35] Καλλινδέρης Μιχαήλ, Γραπτά μνημεία από τη Δυτ. Μακεδονία χρόνων Τουρκοκρατίας, Επαρχιακή Φωνή, Πτολεμαΐς 1940, σ. 56

[36] Δελιαλής Νικόλαος, Ερανίσματα ιστορίας Κοζάνης και άλλων περιοχών, πρώτον τεύχος: εκκλησιαστικά, ΔΒΚ, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 9

[37] Τσαμπούρης Ζήσης, Τα τετράδια της μνήμης: το εργατικό κίνημα στην Κοζάνη (1930 -1943), Παρέμβαση, Κοζάνη 2002 (ευρετήριο, διορθώσεις, επιμέλεια Θανάσης Καλλιανιώτης), σ. 40-41

[38] Μπόντας Γεώργιος, γεννηθείς το 1940;, συγγραφέας, συνέντευξη στη Σιάτιστα το 2002

[39] Αρχείο Δημοτικού Σχολείου Αιανής (ΑΔΣΑ), Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας [Κοινότητος Κερασιάς] 1935, αρ. 245/19.09.1934 και Ιερά Μητρόπολις Σερβίων και Κοζάνης, Φ. Ενορίας Αιανής, ΙΜΣΚ προς ΣΧ Αιανής 91/9/10.12.46

[40] Πρωτοδικείο Κοζάνης, Πρακτικά Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, αρ. 554/30.09.1946

[41] Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης (ΚΔΒΚ), Κ. 15Α, Μπόντας Γεώργιος, Η προσφορά του Σιατιστινού Παντελή Τζώνου, συνταξιούχου τυπογράφου …, Τζώνος, Κοζάνη 1997 (φωτοτυπημένα άρθρα εφημερίδων) και Καλλιανιώτης Θανάσης, Ο Τύπος της Βόρειας Ελλάδας στην Κατοχή, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=932

[42] ΑΔΣΑ, Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας [Δημοτικού Σχολείου Κερασιάς] 1921 -1930, αρ.30/26.09.1927

[43] Μανάδης Νικηφόρος, Πώς διεσώθη η εικόνα της Παναγίας της Ζντιανιώτισσας από την πυρκαγιά των Γερμανών, http://www.kozan.gr/?p=122105#more-122105

[44] Τσότσος, οικισμοί, ό.π., σ. 67. και Μακεδονία ό,.π. λήμμα Χωριό Sarte. Επίσης Devlet Arşivleri, σ. 85

[45] Ανάγνωση του δασκάλου Ν.Κ., Τουρκοκρητικής καταγωγής και γνώστη της οθωμανικής γραφής, ηλεκτρονική επικοινωνία 09.08.2013

[46] Inalcik –Quataert, ιστορία, ό.π., σ. 218

[47] Ριζάκης Θανάσης –Τουράτσογλου Γ., «Τρεις μελέτες για την Άνω Μακεδονία: μια άλλη άποψη», Αρχαιογνωσία, τ. 3, τεύχη 1-2, Αθήνα 1987, 9-27, σ. 11 και των ιδίων επιγραφές, ό.π., σ. 66

[48] Baynes Norman –Moss H, Βυζάντιο, εισαγωγή στο βυζαντινό πολιτισμό, β΄ έκδοση, Παπαδήμας, Αθήναι 1983, σ. 468

[49] Δελιαλής, Συμβολαί, ό.π.,  σ. 236

[50] Καλλιανιώτης, Κτήματα, ό.π,

[51] Βόμβας Γεώργιος, γεννηθείς το 1940;, ομότιμος κοινοτάρχης, συνέντευξη στην Κερασιά τον Ιούλιο του 2013

[52] Selcuk Aksin Somel, Historical Dictionary of the Ottoman Empire: Historical Dictionaries of Ancient Civilizations and Historical Eras, No 7, The Scarecrow Press, Oxford 2003, σ. 159

[53] Yeni Tarama Sozlugu, Turk Dil Kurumu, Ankara 1983, σ. 148, και Turkish-english, english-turkish dictionary, λήμμα hizmet

[54] Πορομάνσκα Στόινα (επιμ.), Ελληνοβουλγαρικό λεξικό, Μάλλιαρης παιδεία, Θεσσαλονίκη χ.χ., σ. 634

[55] Σβορώνος Νικόλαος, «Οι εξελίξεις στην Οικονομία και στην Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Θ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1980, σ. 70-72

[56] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Ιστορία βυζαντινού κράτους, τ. Α΄, ανατύπωση Ε΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1995, σ. 715

[57] Σβορώνος, εξελίξεις, ό.π., σ. 70

[58] Καλλιανιώτης, Κτήματα, ό.π.

[59] Για το τζελέπικο βλ. Παναγιωτόπουλος Βασίλης -Δημητρόπουλος Δημήτρης -Μιχαηλάρης Παναγιώτης (επιμ.), Αρχείο Αλή Πασά Γενναδείου Βιβλιοθήκης, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 2010, τ. Δ΄, σ. 284

[60] Νεράντζη –Βαρμάζη Βασιλική, «Βυζαντινή περίοδος», Κοζάνη και Γρεβενά, ό.π., σ. 159

[62] Χ. Γεώργιος, γεννηθείς το 1927, αγρότης, συνέντευξη στην Ανατολή 23.03.2001

[63] Kravari Vassiliki, Villes et villages de Macédoine occidentale. (Réalités Byzantines.), P. Lethielleux, Paris 1989, σ. 345

[64] Vasmer Max, Die Slaven in Griechenland, http://www.promacedonia.org/en/mv

[65] Συμεωνίδης Χαράλαμπος, Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων, τ. Α΄-Β΄, Κέντρο Μελετών Ι.Μ. Κύκκου, Αλτιντζής, Θεσσαλονίκη 2010, Β/13087 κι Α/10422

[67] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 167-168

[68] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 128

[69] Καραμήτρου, Αιανή, ό.π., σ. 30

[70] Δελιαλής, Συμβολαί, ό.π., σ. 221, 227

[71] ΚΔΒΚ, Κώδικας 47, [Άτιτλο δεμένο χειρόγραφο με αφιερωτές της Ι.Μ. Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (κοινώς μοναστήρι Ζάμπουρντας, επί το λογιότερον Ζάβορδας) από το 1692 κι εντεύθεν]

[73] Σπανός Κώστας, Οι δυτικομακεδονικοί οικισμοί και τα ονόματα των αφιερωτών τους στην πρόθεση 215 της μονής του Βαρλαάμ των Μετεώρων (17ος  -19ος αι.), σ. 148, 152, http://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_28/ekd_pemk_28_Spanos.pdf

[74] Καλλινδέρης, μνημεία, ό.π., σ. 60 -65 και ΚΔΒΚ, Κώδικας 47, ό.π., σ. 88δ, 93β

[75] Τσότσος Γεώργιος, Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας: το οικιστικό δίκτυο 14ος -17ος αιώνας, Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2011, σ. 140

[76] Ν. Μαρία, γεννηθείσα το 1970;, φιλολόγισσα, γνώστρια της βλαχικής, συνέντευξη στην Αιανή το 2013 και Κατσάνης Νίκος –Προκόβας Κώστας, Τα τοπωνύμια του Λιβαδίου Ολύμπου, Γράμμα, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 112

[77] Αρχείο Ι. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Κερασιάς (ΑΙΝΠΤΚ), [Ευαγγέλιο χωρίς εξώφυλλο] του 18ου αιώνα, σημείωση με μολύβι στο οπισθόφυλλο

[78] Χατζηιωάννου Χριστίνα –Μαρία, Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία: ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000, σ. 290

[79] Σκουβαράς Ευάγγελος, Ολυμπιώτισσα: Περιγραφή και ιστορία της Μονής. Η Βιβλιοθήκη και τά χειρόγραφα. Κατάλογος των Χειρογράφων. Αναγραφαί και χρονικά σημειώματα. Ακολουθία Παναγίας της Ολυμπιωτίσσης. Έγγραφα εκ του Αρχείου της Μονής, 1336-1900, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1967, σ. 205

[80] Σπανός Κώστας, Οι οικισμοί της περιοχής των Σερβίων και τα ονόματα των αφιερωτών τους στην πρόθεση 421 της Μονής της Μεταμορφώσεως των Μετεώρων (1592/93 – 19ος αι.)http://media.ems.gr/ekdoseis/makedonika/makedonika_32/ekd_pemk_32_Spanos.pdf και του ιδίου οικισμοί, ό.π.

[81] Γουναρόπουλος Κωνσταντίνος, «Κοζανικά», Πανδώρα 22 (1872) 488-497, σ. 491

[82] Χατζηιωάννου Χριστίνα –Μαρία, «Η Κοζάνη και η περιοχή της κατά την Τουρκοκρατία», Κοζάνη και Γρεβενά, ό.π., σ. 165

[83] Σπανός Κώστας, «Η απογραφή του 1904 του Σαντζακίου των Σερβίων», Κοζάνη και Γρεβενά, ό.π., σ. 520

[84] Παυλός Κώστας, Οι οικισμοί της Κοζάνης κατά την πρώιμη περίοδό της, http://kopavlos.blogspot.gr/2013/02/100-4-2012-1430.html

[85] Δημόπουλος Ιωάννης, Τα παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικά, Θεσσαλονίκη 1994 (προσφορά Στεφάνου Γκριτζέλη), σ. 333

[86] Τα τοπωνύμια του χωριού μας, http://www.agiaparaskevikozanis.gr/toponumia.php

[87] «Ράμνος» και «Ραμνούς», http://myria.math.aegean.gr/lds/data/volD/pdf/pg_0007.pdf

[88] Ριζάκης -Τουράτσογλου, Επιγραφές, ό.π., σ. 72, 83

[89] Τσότσος, οικισμοί, ό.π., σ. 63 και Μακεδονία ό,.π. λήμμα Χωριό Kirturki Και Devlet Arşivleri, σ. 72

[90] Σβορώνος Νικόλαος, «Οικονομία -Κοινωνία», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Η΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1979, σ. 197

[91] Κάτοικος Αμυγδαλιάς, γεννηθείς το 1950;, αγρότης, συνέντευξη στην Αμυγδαλιά το 2013

[92] Ε. Λεωνίδας, αγρότης, συνέντευξη στο Βαθύλακκο το 2013

[93] Για τους προβληματισμούς επ’ αυτού βλ. Τσότσος, Γεωγραφία, ό.π., σ. 360-361

[94] Χονδρογιάννη, έρευνα, ό.π.. όπου όμως η περιοχή καλείται λανθασμένα «Ακμαξίζ»

[95] Καλλιανιώτης Θανάσης, «Παλαιοί και νέοι οικισμοί της Δυτικής Μακεδονίας: παρεμβάσεις και προσθήκες», Ελιμειακά 51 (Ιούνιος 2004) 12-34 και https://blogs.sch.gr/thankall/?p=698

[96] Καλλιανιώτης, Κτήματα, ό.π.

[97]  Παπακώστας Ευάγγελος, γεννηθείς το 1935;, αγρότης, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013

[98] Γκουργκούτας Θεοφάνης, συνέντευξη, ό.π.

[99] Καλλιανιώτης Θανάσης, Φτιλιά: ένας αρχαίος, μεσαιωνικός και νεότερος οικισμός της Αιανής. Μέρος Α΄: οι περιπέτειες του ονόματος, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=851. Του ιδίου Φτιλιά: ένας αρχαίος οικισμός… Μέρος Β΄: τοπωνυμική ιστορία, http://www.kozan.gr/?p=89899,http://kozanimedia.gr/?p=120143καιhttps://blogs.sch.gr/thankall/?p=857

[100] Καλλιανιώτης, Φτιλιά: Μέρος Β΄, ό.π.

[101] Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Αρχείο Δημογεροντίας Ηρακλείου, http://www.ics.forth.gr/isl/bdb/ead/ADH-EAD-gr.xml

[102] Νάνος Λάζαρος, Το Βελίστι (Λευκοπηγή), Ιστορία –Λαογραφία, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 182

[103] Ριζάκης – Τουράτσογλου, Επιγραφές, ό.π., σ. 37 και Σαμσάρης, έρευνα, ό.π., σ. 77

[104] Σαμσάρης, έρευνα, ό.π., σ. 29

[105] Ιγγλέσης Νικόλαος, Οδηγός της Ελλάδος 1925 -1926, Πυρσός, Αθήναι 1926;, σ. 419

[106] Τσιτσελίκης Κωνσταντίνος, Αγάπη στον Αλιάκμονα, Παρέμβαση, Κοζάνη 1995, σ. 28

[107] ΚΔΒΚ, Βόρειος Ελλάς (16.09.1928) 1

[108] ΑΔΣΑ, Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας Κοινότητος Κερασιάς 1933, Νομάρχης προς Κοινότητα Κερασιάς, α.π. 220/07.09.1933

[109] Καλλιανιώτης Γρηγόριος, γεννηθείς το 1919, λογιστής -αποθηκάριος Βία Νόβα, συνέντευξη στην Αιανή το 1998. Ακόμη Καλλιανιώτης Θανάσης  «Μονοπάτια και δρόμοι στην ιστορία της Αιανής», Πρωινός Λόγος (28.7.99) 5

[110] Τότσκας Παναγιώτης, Χειρόγραφος τοπωνυμικός χάρτης Κερασιάς, Ιούλιος 2013 (προσφορά). Ως «ΚΟΥΡΙΑ» εγγράφεται σε χάρτη, βλ. Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, Κτηματογραφικό διάγραμμα αποτύπωσης (1η ανάρτηση) [Κερασιάς], Κοζάνη 04.11.204 (προσφορά Αθανασίου Τζελαπτσή)

[111] Μαδίκας Δημήτριος, Η Ιστορία της Μηλέας Κοζάνης (Μυλωτίνης) και λαογραφικά στοιχεία της, Πολιτιστικός και Αθλητικός Σύλλογος Μηλέας, [φωτοτυπημένη έκδοση] Κοζάνη 2005, σ. 61 όπου η λόγια ονομασία «Κερασιόστρατα»

[112] ΚΔΒΚ, ΓΥΣ, Κοζάνη, επιτελικός χάρτης της Ελλάδος, προσωρινή έκδοσις, κλίμαξ 1:100.000, Αθήναι >1926

[113] Γκαλγκουράνα Πανάιω (Νάτσινα), γεννηθείσα το 1904, αγρότισσα, συνέντευξη στην Αιανή το 1991

[114] Χριστοδούλου Χριστόδουλος, Τα κουζιανιώτ΄κα (λεξικό του Κοζανίτικου Ιδιώματος), Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Κοζάνη 2003, σ. 570

[116] Καραλέκας Ηρακλής, Αγρίμια και πουλιά του τόπου μας, γ΄ έκδοσις, Φεραίος, Αθήναι 1968, σ. 135

[117] Βακάλη Άννα –Κασβίκης Κώστας –Νώτας Παναγιώτης –Τραϊανού Ευδοξία, Ένα σεντούκι γεμάτο μυστικά, (επιμ. Ανδρέας Ανδρέου –Σοφία Ηλιάδου -Τάχου), ΙΝΒΑ Κοζάνη 2006, σ. 24

[118] Devlet Arşivleri, ό.π., εξώφυλλο και σ. 137, 144

[119] Τότσκας Παναγιώτης, χάρτης, ό.π. και Κτηματογραφικό διάγραμμα, ό.π.

[120] Καραμήτρου, Αιανή, ό.π., σ. 30. Ο Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 128 το αναγράφει ως «Τζεράδια»

[121] Γενικά Αρχεία του Κράτους/Αρχεία Νομού Κοζάνης (ΓΑΚ/ΑΝΚ), ΑΒΕ60/ΣΑΕ1324, [Συνημμένες] καταστάσεις καλλιεργηθέντων εκτάσεων και προβλεπομένων παραγωγής γεωργικών προϊόντων, Κοινότης Κερασιά προς Νομαρχίαν, Κερασιά α.π. 150/03.10.1951

[122] Γκαλγκουράνα, συνέντευξη, ό.π.. Επίσης Χριστοδούλου, κουζιανιώτ΄κα, ό.π., σ. 322 και Ντίνας Κώστας, Το γλωσσικό ιδίωμα της Κοζάνης, τ. Β΄, ΙΝΒΑ, Κοζάνη 2005, σ. 513  

[123] Για τα βιρά του ιδίου λάκκου στην περιοχή Αιανής βλ. Καλλιανιώτης Θανάσης, Το φαράγγι «Χάντακας» Αιανής, http://www.oreivatein.com/oreivatein/page/mypaths/aiani/hantakas.htm

[124] Benson Morton, Srpskohrvatsko-Engleski Recnik, 2 prep., Prosveta, Beograd  1979, σ. 317

[125] ς Χριστοδούλου, κουζιανιώτ΄κα, ό.π., και Ντίνας, ιδίωμα, ό.π.

[127] Βαλιάνου Λεμονιά, Ανάπτυξη και εφαρμογή ενόργανων αναλυτικών μεθόδων προσδιορισμού φυσικών οργανικών χρωστικών σε έργα της πολιτιστικής κληρονομιάς, ΕΜΠ, Αθήνα 2009, διδακτορική διατριβή, σ. 157, 170

[128] Καλλιανιώτης Θανάσης, «Οι Λαζαρίνες της Αιανής και των περιχώρων: όψεις ενός μεσαιωνικού εθίμου», Θάρρος (19.4.07) 7 και https://blogs.sch.gr/thankall/?p=844

[129] Χριστοδούλου, κουζιανιώτ΄κα, ό.π., και Ντίνας, ιδίωμα, ό.π.

[130] Τότσκας Παναγιώτης, συνέντευξη, ό.π.

[131] ΚΔΒΚ, Αρχείο Κωνστάντιου, Φ7/Α/5, Συμφωνητικό, Κοζάνη 27.01.1899

[132] Καλλιανιώτης, συγγραφείς, ό.π. και Βόμβας Γεώργιος, συνέντευξη, ό.π.

[133] Τότσκας Παναγιώτης, χάρτης, ό.π.

[134] ΑΑΚ, ΓΥΣ, Κοζάνη, ό.π.

[135] Εορτή της Αγίας Τριάδος, http://www.imilias.gr/latreia/121/173-eorti-agias-triados.html

[136] Μοσχόπουλος Ιωάννης, Κονάκια και πυργόσπιτα του Ρουμλουκιού, http://users.sch.gr/theoarvani/istoria/tourkokratia/tourkokratia6.html

[137] ΚΔΒΚ, Πληθυσμός του καζά Κοζάνης [1908], http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L9071&lang=&page=55

[138] Σχινάς Νικόλαος, Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας, Ηπείρου, νέας οροθετικής γραμμής και Θεσσαλίας, συνταχθείσαι τη εντολή του επί των στρατιωτικών υπουργού, φυλλάδιον πρώτον, Messager d` Athenes, Αθήναι 1886, σ. 150

[139] Λιούφης Παναγιώτης, Ιστορία της Κοζάνης, Βάρτσος, Αθήναι 1924, σ. 222, https://dl.dropboxusercontent.com/u/88741825/Lioyfiist.pdf

[140] Γουναρόπουλος, «Κοζανικά», ό.π., σ. 508

[141] Σεζέρ Χαμιγιέτ, Μια έρευνα σχετικά με τα τσιφλίκια του Τεπελενλή Αλή Πασά, μετάφραση Ειρήνη Καλογεροπούλου, http://www.eie.gr/nhrf/institutes/inr/instr-studiorumbalk/tsiflikia.htm

[142] Καλλινδέρης, μνημεία, ό.π., σ. 61

[143] Devlet Arşivleri, ό.π., σ. 71 και Η Μακεδονία το 1530, ό.π.

[144] Τσότσος, οικισμοί, ό.π., σ. 67

[145] Καλλινδέρης, μνημεία, ό.π., σ. 34, 61

[146] Uyar Mesut, Erickson Edward, A Military History of the Ottomans: From Osman to Ataturk, Praeger Security International, Οxford 2009, σ. 18-20

[147] Selcuk Aksin Somel, Historical Dictionary of the Ottoman Empire: Ancient Civilizations and Historical Eras, No. 7, The Scarecrow Press, Oxford 2003, σ. xxniii,

[148] Παπαδημητρίου Απόστολος, Σελίδες ιστορίας των Γρεβενών, τ. Α΄, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Γρεβενών –Αναπτυξιακή Γρεβενών, Γρεβενά 2002, σ. 335

[149] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 223

[150] ΑΑΚ, Κακαβέλης Χαρίσιος, γεννηθείς το 1910, αγρότης, αδελφός φονευθέντος, συνέντευξη στην Αιανή το 1993

[151] Σκουβαράς, Ολυμπιώτισσα, ό.π., σ. 305

[152] Παπαδημητρίου, Σελίδες, ό.π., σ. 179

[153] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 91, 126, 222

[154] Σεζέρ, έρευνα, ό.π.

[155] Σεζέρ, έρευνα, ό.π.

[156] Διάφα Βασιλική, «Το διαζύγιο στην Κοζάνη κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1745 -1856)», Η Κοζάνη και η περιοχή της, ιστορία –πολιτισμός, ό.π., σ. 102

[157] Καλλινδέρης, μνημεία, ό.π., σ. 71 και ΓΑΚ/ΑΝΚ, Λυτά Έγγραφα, Αίτησις κατοίκων Κάλλιανης προς αρχηγός Επαναστάσεως, Κοζάνη 02.10.1916

[158] ΑΙΝΠΤΚ, [Βιβλίο Ακολουθιών], Σαλίβερος, Αθήναι 1912, σημείωση του ιερέα Γεωργίου Μπαξιώτη 10.12.1922 στο οπισθόφυλλο

[159] ΔΒΚ, ΕΚ 42, ό.π., Κοζάνη 30.01.1895

[160] Ντίνας, ιδίωμα, ό.π., σ. 289

[161] Paul Stirling’s Ethnographic Data Archives, 45 years in the Turkish Village 1949-1984, http://lucy.ukc.ac.uk/tvillage/Thesis/StirlingThesis_146.html

[162] ΑΔΣΑ, Απαρίθμησις κτηνών κατά την 15ην Νοεμβρίου 1943, Κοινότης Κερασιάς 15.11.1943

[163] Σεζέρ, έρευνα, ό.π. Για την αντιστοιχία του οθωμανικού ντονούμ με το στρέμμα βλ. Κολοβός Ηλίας, Πίσω στα τεφτέρια; Οικονομικά μεγέθη και κοινωνική δομή στην Άνδρο του 17ου αιώνα με βάση το οθωμανικό κτηματολόγιο, http://www.academia.edu/2261089/_17_Back_in_the_Defters_Economic_volume_and_social_structure_in_the_island_of_Andros_during_the_17th_c._According_to_the_Ottoman_cadastre_

Νεράντζη, «Βυζαντινή περίοδος», ό.π., σ. 161

[165] Παρχαρίδου –Αναγνώστου, «Οικισμοί…», ό.π., σ. 143

[166] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 356, 415

[167] Δελιαλής, ερανίσματα, ό.π., σ. 9

[168] Κανονισμός αγορανομικών δασμών της πόλεως των Σερβίων στο Η Μακεδονία το 1530, ό.π.

[169] Χατζηιωάννου, εξέλιξη, ό.π., σ. 217

[170] Μέγα Λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσης, Δημητράκος Αθήναι 1958, τ. Θ΄, σ. 7791

[171] «Καλλιεργώντας τα αμπέλια», Ημέρα τση Ζάκυθος (21.07.2012), καθημερινή εφημερίδα της Ζακύνθου, http://imerazante.gr/2012/06/21/49124

[172] Καραναστάσης Αναστάσιος, Ιστορικόν Λεξικόν των ελληνικών ιδιωμάτων της Κάτω Ιταλίας, τ. Ε΄, Ακαδημία Αθηνών, Αθήναι 1992, λήμμα χαρακιάζω 

[173] Καψάλης Παναγιώτης, ό.π.

[174] ΑΙΝΠΤΚ, Εκκλησιαστικό Βιβλίο 19ου; αιώνα, σημείωση με μελάνι στο οπισθόφυλλο

[175] Θεοδωρίδης Δημήτρης, Τα τελευταία Μαντάνια: Η αρμονία ξύλου – νερούhttp://greveniotis.gr/index.php/istoria-laografia/406-ta-teleftaia-mantania-i-armonia-ksylou-neroy

[176] Τότσκας Παναγιώτης, χάρτης, ό.π.

[177] Μαδίκας Ιστορία ό.π., σ. 62

[178] Χατζηιωάννου, εξέλιξη, ό.π., σ. 155, 217

[179] Βόμβας Θωμάς, γεννηθείς το 1936;, μυλωνάς, συνέντευξη στην Κερασιά το 2003

[180] Γκουργκούτας Θεοφάνης, συνέντευξη, ό.π.

[181] Καραλέκας, Αγρίμια, ό.π., σ. 115-116

[182] Καλλιανιώτης Γρηγόριος, συνέντευξη, ό.π.

[183] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 415

[184] Βόμβας Γεώργιος, συνέντευξη, ό.π.

[185] ΑΙΝΠΤΚ, [Εκκλησιαστικό Βιβλίο], σημείωση στο οπισθόφυλλο με μελάνι

[186] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 68

[187] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Απριλλίου, ό.π.

[188] Κατσάνης –Προκόβας, τοπωνύμια, ό.π., σ. 70

[189] Νίκου –Γιωλτζόγλου Έφη, Λιβαδερό (Μόκρο): η λαϊκή μας παράδοση, επιμέλεια Σταύρος Γιωλτζόγλου, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 106-126 όπου τα επαγγέλματα της υπαίθρου

[190] Στυλιανίδου Δέσποινα, Μπάλια, η πρώτη μας ρίζα, http://www.mpalia.gr/

[191] Τότσκας Παναγιώτης, συνέντευξη, ό.π.

[192] ΚΔΒΚ, Χωρίον Σπούρτα, [φορολογικός κατάλογος], http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L9071&lang=&page=25

[193] Inalcik –Quataert, ιστορία, ό.π., σ. 144

[194] ΑΑΚ, Τότσκας Παναγιώτης, συνέντευξη, ό.π.

[195] ΑΑΚ, Γκουργκούτας Θεοφάνης, συνέντευξη, ό.π.

[196] Βόμβας Γεώργιος, συνέντευξη, ό.π.

[197] Μαδίκας, Ιστορία, ό.π., σ. 104

[198] Δημόπουλος, Τα παρά τον Αλιάκμονα, ό.π., σ. 633

[199] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 416

[200] ΚΔΒΚ, Κερασιώτες προς Μητροπολίτη, 18.02.1906, http://www.kozlib.gr/collections/view.php?id=L8544

[201] ΚΔΒΚ, Εκκλησιαστικός Κώδικας (ΕΚ) 43, Κοζάνη 16.05.1896, σ. 24

[202] Δημόπουλος, Τα παρά τον Αλιάκμονα, ό.π., σ. 631

[203] ΑΙΝΠΤΚ, Εκκλησιαστική Επιτροπή κοινότητος Κερασιάς, Βιβλίον Πρωτοκόλλου  αρχόμενον από Μάρτιον 1928, αρ. 5/10.03.1929 και 3/13.04.1933. Η γραφή «Κασάκι» της θέσης είναι εκ παραδρομής ή αντιγραφής ημαρτημένη

[204] ΚΔΒΚ, ΕΚ42, ό.π., σ. 5, Κοζάνη 1895

[205] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 417-418

[206] ΑΙΝΠΤΚ, [Ευαγγέλιο χωρίς εξώφυλλο] του 18ου αιώνα, ένθετη σημείωση με μαύρο μελάνι στη σ. 470

[207] ΑΙΝΠΤΚ, [Βιβλίο εσόδων –εξόδων Εκκλησιαστικού Συμβουλίου Κερασιάς 1930 -1975], σ. 50-51

[208] ΚΔΒΚ, ΕΚ 43, σ. 31

[209] ΚΔΒΚ, ΕΚ 43, Κοζάνη 12.06.1896, σ. 26 και ό.π. 30.01.1895

[210] ΚΔΒΚ, Εκλογικός κατάλογος έτους 1920 επαρχίας Κοζάνης, α.α. 4721

[211] ΑΙΝΠΤΚ, [Βιβλίο Ακολουθιών], Σαλίβερος, Αθήναι 1912, σημείωση του Ιωάννου «Καραγιαννίδη» μετά το 1912 στο οπισθόφυλλο

[212] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Αυγούστου, χ.χ. σημείωση με μελάνι στο οπισθόφυλλο

[213] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Αυγούστου, ό.π., σημείωση με μολύβι στο εσώφυλλο

[214] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Αυγούστου, σημείωση με μολύβι στο οπισθόφυλλο

[215] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Αυγούστου, σημείωση γραμμένη με μολύβι στο εσώφυλλο

[216] ΚΔΒΚ, Αρχείο Κωνστάντιου, Φ7/Α/5, Ι. Διάφας προς Μητροπολίτη, Κάλλιανη 22.10.1892

[217] ΑΙΝΠΤΚ, [Εκκλησιαστικό Βιβλίο], ένθετη σελίδα γραμμένη με μελάνι

[218] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Σεπτεμβρίου 1775, σημείωση με μολύβι στο εσώφυλλο

[219] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Μαρτίου, Ενετίησιν 1779, σημείωση με μολύβι στο εσώφυλλο

[220] ΚΔΚΒ, ΕΚ42, ό.π., σ. 1, Κοζάνη 04.02.1895

[221] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Αυγούστου, σημείωση γραμμένη με μολύβι στο εσώφυλλο

[222] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., έκδοση Β΄ 1995, σ. 429

[223] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Απριλλίου, Ενετίησιν 1777, ενθύμηση με μολύβι στο εσώφυλλο

[224] Γκουργκούτας Θεοφάνης, συνέντευξη, ό.π.

[225] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Αυγούστου, ό.π. σημείωση με μελάνι στο οπισθόφυλλο

[226] ΑΙΝΠΤΚ, Εκκλησιαστικό Βιβλίο 19ου; αιώνα, ό.π., σημείωση με μελάνι στο οπισθόφυλλο

[227] Λιαμάδης, ό.π., σ. 372 και Τζελαπτσής Αθανάσιος, γεννηθείς το 1984, μαθηματικός, συνέντευξη στην Κερασιά το 2013

[228] Καλλιανιώτης Θανάσης, Βέρβερη: ένας μυστηριώδης μεσαιωνικός οικισμός, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=837http://www.kozan.gr/?p=75805#comments, http://kozanimedia.gr/?p=114521 και εφ. Θάρρος [Κοζάνης] (11.01.2013) 5

[229] Καλλινδέρης Μιχαήλ, Σημειώματα ιστορικά (εκ της Δυτικής Μακεδονίας), Επαρχιακή Φωνή, Πτολεμαϊς 1939, σ. 28

[230] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 227, 232, 234, 304-306

[231] Παπακωνσταντίνου Μιχάλης, Μια βορειοελληνική πόλη στην Τουρκοκρατία, ιστορία της Κοζάνης 1400 –1912, έκδ. Β΄, Εστία, Αθήνα 1998, σ. 121

[232] Καλλιανιώτης, Κτήματα, ό.π.

[233] Τότσκας Γεώργιος, συνέντευξη, ό.π.

[234] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 112

[235] ΚΔΒΚ, ΕΚ 42, ό.π., σ. 9, Κοζάνη 27.07.1895

[236] ΓΑΚ/ΑΝΚ, Λυτά Έγραφα, Αίτησις Χαρισίου Γκοβενδάρου προς Κυβερνητικόν Αντιπρόσωπον, Κοζάνη 06.11.1917

[237] Γκουργκούτας Θεοφάνης, συνέντευξη, ό.π., και Τότσκας Γεώργιος, συνέντευξη, ό.π.

[238] ΑΔΣΑ, Πρωτόκολλον Αλληλογραφίας Κοινότ. Κερασιάς 3/5/1940 -43, α.α. 698/05.02.41

[240] Βαμβακίδου Ιφιγένεια –Γκόλια Παρασκευή, Το Βελβεντό, ο τόπος μου, Μαθήματα Τοπικής Ιστορίας, Πανεπιστήμο Δυτικής Μακεδονίας, Δήμος Βελβντού, Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία «Κοινωνία των πολιτών του Βελβεντού», Βελβεντό 2010 -2011, σ. 136

[241] Καλλιανιώτης Θανάσης, Το μεγάλο συναξάρι των αφανών γηγενών Μακεδονομάχων, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=669

[242] Νοτάρης Ιωάννης (επιμ.), Ανέκδοτα έγγραφα για την επανάστασι του 1878 στη Μακεδονία, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1966, σ. 289, 303

[243] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 111

[244] Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, Ο βόρειος ελληνισμός κατά την πρώιμη φάση του Μακεδονικού αγώνα (1978 -1894), απομνημονεύματα Αναστασίου Πηχεώνα, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 396

[245] Οικογένεια Λιάτη, http://el.wikipedia.org

[246] Παπαδόπουλος Στέφανος, Οι επαναστάσεις του 1854 και 1878 στην Μακεδονία, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 110

[247] Σιαμπανόπουλος Βασίλειος, Εκκλησία και επαναστατικά κινήματα στην Κοζάνη, ΣΓΤΝΚ, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 40

[248] Η κηδεία του Λιάπη και ο σεισμός της Αταλάντης και τα κατορθώματα του Τσουλή, http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/a/6/3/metadata-181-0000083.tkl

[249] Κωφός Ευάγγελος, Η επανάστασις της Μακεδονίας κατά το 1878, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1969, σ. 203

[250] Νοτάρης, έγγραφα ό.π., σ. 253, 303, 308

[251] Αρχείο Ιερού Ναού Αγίου Κοσμά του Αιτωλού Άνω Κώμης (ΑΙΝΑΚΑ), Μηναίον Μαρτίου <1878, ενθύμηση στο εσώφυλλο

[252] Βακαλόπουλος, ελληνισμός, ό.π., σ. 396

[253] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 192 και Βακαλόπουλος, ελληνισμός, ό.π., σ. 429

[254] ΓΑΚ/ΑΝΚ, ΑΒΕ77/ΑΕΕ Συμβ. 1/ΣΑΕ11, Κώδιξ Επισκοπής [Σερβίων και Κοζάνης] 1875 -1889, σ. 63. Επίσης Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 99-100 και Νοτάρης, έγγραφα, ό.π., σ. 301

[255] Σαζανίδης Χρήστος, Τα όπλα των Ελλήνων: μια ιστορική μελέτη του οπλισμού των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων Ασφαλείας και ανταρτικών σωμάτων (1821 -1992), Θεσσαλονίκη 1995, σ. 39 και Charleville musket, http://en.wikipedia.org/wiki/Charleville_musket. Για τις πιστόλες της εποχής βλ.. http://media.liveauctiongroup.net/i/15125/15297771_1.jpg?v=8CFBBD0BCAFF890

[258] Σαζανίδης, όπλα, ό.π., σ. 45, 47-49

[259] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 193

[260] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Σεπτεμβρίου 1808, ενθύμηση με μελάνι στο εσώφυλλο

[261] Νοτάρης, έγγραφα, ό.π., σ. 301

[262] Γκαρμπολάς Νικόλαος, Πώς η Μακεδονία παρέμεινεν ελληνική: ιστορικαί σελίδες, τ. Α΄, Ήλιος, Θεσσαλονίκη 1933, σ. 110 κ.ε.

[263] Νοτάρης, έγγραφα, ό.π., σ. 302-303

[264] Μακεδονική Ζωή 9 (Φεβρ. 1967) 19

[265] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 36

[266] Λιαμάδης, Γνωριμία, ό.π., σ. 367 -371

[267] Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, http://www.mouseio-kozanis.gr/content/view/21/67/lang,el/

[268] Μπουροζίκας Γιάννης, Η επανάσταση του 1878 στη Μακεδονία, ΣΓΤΝΚ, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 22

[269] Ο Βούρινος (Μπούρινος), http://www.osbourinos.gr/index.php/bourinos

[270] Καλλιανιώτης Θανάσης, «Παλαιοί και νέοι οικισμοί της Δυτικής Μακεδονίας: παρεμβάσεις και προσθήκες», Ελιμειακά 51 (Ιούνιος 2004) 12-34 και https://blogs.sch.gr/thankall/?p=698

[271] Μακεδονική επανάσταση του 1878, http://el.wikipedia.org

[272] Παπαδημητρίου, Σελίδες, ό.π., σ. 254 όπου οικισμοί του 1593

[273] Καλλιανιώτης, «οικισμοί», ό.π.

[274] ΑΙΝΠΤΚ, Μηναίον του Απριλλίου, ό.π.

[275] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 193

[276] Νοτάρης, έγγραφα, ό.π., σ. 303

[277] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 207

[278] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 321 -322

[279] Λιαμάδης, Γνωριμία, ό.π., σ. 192 και Πουλακάκης Νεκτάριος, Ο Φ. Πέτσας και η νεότερη έρευνα σε οχυρωμένες θέσεις του ανατολικού Βερ,μίου (περιοχή Κουμαριάς), http://www.academia.edu/3351110/_._39_2010-2012_

[280] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 320-321

[281] Δουγαλής Σωκράτης, Ένα λεύκωμα που ξασπρίζει και λευκαίνει μόνο τους «συγγραφείς» του, http://kozani.net/articles.php?p_id=185

[282] Μυλωνάς Γεώργιος, Μια μέρα στο Μπούρινο το καλοκαίρι του 1951 –αναφορά στην επανάσταση του 1878, http://gdmylonas.wordpress.com/2007/04/05/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%BF-%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85-1/

[283] Δούκας Νικόλαος, συνέντευξη, ό.π.

[284] Καλλιανιώτης Θανάσης, «Σλάβοι στην επαρχία Κοζάνης», Παρέμβαση 94 (Καλοκαίρι ΄96) 13 -14, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=835 και  http://sourdos.gr/content.php?article.311

[285] Devlet Arşivleri, 167 Numaralı Muhasebe, σ. 169 και Η Μακεδονία το 1530, ό.π., λήμμα «Χωριό İzğoşit (Izgovişte)»

[286] Νάνος, Βελίστι, ό.π., σ. 33-4

[287] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 139

[288] Δούκας Νικόλαος, συνέντευξη, ό.π.

[289] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 321

[290] Grevena, scale 1:100.000, second edition, War Office [London] 1944 (προσφορά Tom Evans)

[291] Ποιμένας Ζυγοστίου από Λευκοπηγή, γεννηθείς το 1955;, συνέντευξη στο Ζγκόστ(ι) το 2013

[292] Νάνος, Βελίστι, ό.π., σ. 35

[293] Λιαμάδης, Γνωριμία, ό.π., σ. 354-356, 365-371

[294] Σιαμπανόπουλος Κωνσταντίνος, Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο, Σύνδεσμος Γραμμάτων και Τεχνών ν. Κοζάνης, Κοζάνη 1993, σ. 180

[295] Νάνος, Βελίστι, ό.π., σ. 216-217

[296] Σιαμπανόπουλος, Αιανή, ό.π., σ. 453-454

[297] Καλλιανιώτης, Φτιλιά, Μέρος Β΄, ό.π.

[298] Παπαδόπουλος Παναγιώτης, Καισάρεια, ένας ιστορικός οικισμός της Δυτικής Μακεδονίας, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Κοζάνη 2002, σ. 124 όπου αναφέρονται 4 κεντημένοι σταυροί στο ίδιο λάβαρο

[299] Σιαμπανόπουλος, Ο νομός Κοζάνης, ό.π., σ. 180

[300] File:West Macedonia flag 1878.JPG, http://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/4/4d/West_Macedonia_flag_1878.JPG  και Μακεδονική επανάσταση του 1878, http://el.wikipedia.org. Επίσης Δυτική Μακεδονία: ιστορία και πολιτισμός, ό.π., σ. 170

[301] Κωστόπουλος Αριστοτέλης, Η συμβολή της Δυτικής Μακεδονίας εις τους απελευθερωτικούς αγώνας του Έθνους, ΣΓΚΤΝΚ, Κοζάνη 1970, σ. 145

[302] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 111

[303] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 207

[304] Νοτάρης, έγγραφα, ό.π., σ. 288-289

[305] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 192

[306] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 116

[307] Βακαλόπουλος, ελληνισμός, ό.π., σ. 396, 429-430

[308] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 245

[309] Σιαμπανόπουλος, Εκκλησία, ό.π., σ. 42

[310] Δελιαλής, Ερανίσματα, σ. 72

[311] Νάνος, Βελίστι, ό.π., σ. 40

[312] Σιαμπανόπουλος, Εκκλησία, ό.π., σ. 41-46

[313] Κωφός, Ο επίσκοπος Κίτρους, ό.π, σ. 194-195

[314] ΚΔΒΚ, ΕΚ42, σ. 2, Κοζάνη 27.02.1895

[315] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 334

[316] Κωφός, επανάστασις, ό.π., σ. 324 κ.ε.

[317] Καλλιανιώτης Κωνσταντίνος, έμπορος, ανιψιός Γεωργίου γεννηθείς στην Κοζάνη το 1905, συνέντευξη στην Κοζάνη το 1990

[318] Σιαμπανόπουλος, Αιανή ό.π., σ. 329-331

[319] Καλλιανιώτης Αθανάσιος -Παπανικολάου Κωνσταντίνος -Σπυριδόπουλος Αριστοτέλης (επιμ.), Το Μεγάλο Συναξάρι: Αφανείς Γηγενείς Μακεδονομάχοι (1903 -1913), University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2011 (Πρόλογοι: Ιωάννης Κολιόπουλος –Νικόλαος Μέρτζος. Χορηγία: Νικόλαος Μάνος)

[320] Σαββοπούλου –Κατσίκη Ξανθή, «Βυζαντινά και μεταβυζαντινά μοναστήρια στη Δυτική Μακεδονία», Δυτική Μακεδονία: ιστορία, ό.π., σ. 122

[321] Κορκάς Ιωάννης, Κοζανίτικες εικόνες, από τη μνήμη στη νοσταλγία, «ι + δ», Κοζάνη 2001, σ. 234 όπου και φωτογραφία Κοζανιτών στρατιωτών στον στρατό των Νεοτούρκων

[322] Λιούφης, Ιστορία, ό.π., σ. 154

[323] ΚΔΒΚ, Αλήθεια (5.10.08) 3. Εθνική εφημερίς καθημερινή, διευθ: Ι. Κούσκουρας, αρχισυντ: Ι Μπήτος, Θεσσαλονίκη

[324] ΚΔΒΚ, Πληθυσμός του καζά Κοζάνηςό.π.

[325] Καλλιανιώτης Θανάσης, «Η Κάλιανη (Αιανή) στην αυγή του 20ού αιώνα: ο εκλογικός κατάλογος του 1908», Παρέμβαση 144 (Ιούν. –Αύγ. 2008) 76-8, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=913, http://kozanimedia.gr/?p=140235 και http://www.giapraki.com/42255-i-kaliani-eani-stin-avgi-tou-20ou-eona-o-eklogikos-katalogos-tou-1908

[326] Τότσκας Γεώργιος, συνέντευξη, ό.π.

[327] Καλλιανιώτης Θανάσης, Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912- 1913 (ομιλία στην πλατεία Αιανής την 14η Οκτωβρίου 2012 σε εορταστική εκδήλωση της ΔΚ Αιανής, https://blogs.sch.gr/thankall/?p=793

[328]ΓΑΚ/ΑΝΚ, Λυτά Έγγραφα, Αίτησις κατοίκων Κάλλιανης, ό.π.

[329] ΚΔΒΚ, Αλήθεια (02.10.1908) 3

[330] Χριστοδούλου, κουζιανιώτ΄κα, ό.π.,, σ. 523

 

Σύνεδροι, οργανωτές κττ στο ΔΣ Κερασιάς 15.09.2013

Σύνεδροι, οργανωτές κττ στο ΔΣ Κερασιάς 15.09.2013

Δημοσιεύθηκε στην ΑΡΘΡΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση