Κτήματα, εκκλησίες και ξωκλήσια της Κερασιάς: 1760 -1900

Λεπτομέρεια εικόνας του εξωκλησιού της Παναγίας Κερασιάς. Η βελανιδιά δεξιά του σημερινού ιερού έχει ενσωματωμένα μέσα στον κορμό της ερείπια του προηγούμενου ξωκλησιού ή του περιβόλου του. Με μια ανασκαφή γύρω από τη βελανιδιά θα φανούν τα παλαιά θεμέλια και ίσως χρονολογηθεί το προηγούμενο εξωκλήσι με ακρίβεια. Φωτό από το έργο του Δημόπουλου (1994:632)

Εκκλησίες και ξωκλήσια

Κολίγοι στα κτήματα των Τούρκων ήταν από την ίδρυση του χωριού τους (1760 περίπου) οι κάτοικοι του χωριού Κερασιά Κοζάνης κι έμεναν σε μονόπατα σπίτια γύρω από το κονάκι του αφεντικού, ακριβώς όπου στέκει σήμερα ο ενοριακός ναός των Ταξιαρχών. Έχει γραφεί ότι ο ναός αυτός υπήρχε «από των ετών της Τουρκοκρατίας» αλλά κατεδαφίστηκε ως ετοιμόρροπος το 1920 και κτίστηκε νέος στη θέση του (Δημόπουλος 1994:632), όμως η άποψη αυτή δεν φαίνεται ακριβής διότι: οι θρησκευόμενοι κάτοικοι της Κερασιάς –και η ίδια η μητρόπολη- δεν θα άφηναν ποτέ να ερειπωθεί ο ενοριακός ναός του χωριού των. Αν παρόλα αυτά τον άφηναν, θα έπρεπε να τον είχαν κατεδαφίσει ήδη την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα και να οικοδομήσουν νέο, χωρίς να περιμένουν την επόμενη δεκαετία. Επιπλέον στο νέο ενοριακό ναό οι παλαιότερες φορητές εικόνες χρονολογούνται από το 1922 και μετέπειτα. Έπειτα ως το 1922 οι κάτοικοι εκκλησιάζονταν, βαπτίζονταν, παντρεύονταν και θάβονταν (θάβονται ακόμα και σήμερα) στο ναό της Αγίας Τριάδας, μια μικρή εκκλησία μερικές δεκάδες μέτρα ΒΔ του οικισμού –επιζούν ακόμα άνθρωποι που έχουν βαπτιστεί πριν από το 1920 στην Αγία Τριάδα.

Για να δοθεί στη νεόχτιστη εκκλησία το όνομα των Ταξιαρχών μπήκε σε κλήρωση μαζί με άλλα και την κέρδισε (Τ.Γ. 1996) -αν υπήρχε παλαιότερος ναός στην ίδια θέση, δεν υπήρχε λόγος κλήρωσης. Ύστερα ποτέ δεν έχουν βρεθεί (παλαιοί) τάφοι γύρω ή μέσα στη σημερινή πλατεία (Κ.Κ. 2003), εύρεση η οποία θα όριζε το ναό των Ταξιαρχών ως (κάποτε) νεκροταφειακό, δηλαδή παλαιότερο όλων. Ακόμα ο ναός της Αγίας Τριάδας χρησίμευε ως σχολείο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (Γνωριμία 1970:358), διότι προφανώς ήταν ο μόνος κατάλληλος χώρος -αν υπήρχε ναός των Ταξιαρχών στο κέντρο του χωριού, δεν υπήρχε λόγος να πηγαίνουν οι μαθητές στην Αγία Τριάδα. Τέλος το 1907 σύμφωνα με μια απογραφή υπήρχε μόνο ένας ναός στο χωριό (Δημόπουλος 1994:630), ο νεκροταφειακός της Αγίας Τριάδας.

Παράλληλα ανηγέρθησαν ξωκλήσια σε όλες τις εξόδους -εισόδους του χωριού, προφανώς άτεχνα κατασκευασμένα, που γρήγορα ερειπώθηκαν, ίσως επειδή κανείς από τους κολίγους δεν διέθετε ικανή γνώση οικοδομικής, ώστε να εξασφαλιστούν στέρεες κατασκευές –τα σπίτια του 20ού αιώνα (πιθανώς και του 19ου) κατασκεύαζαν τεχνίτες φερμένοι από το Κουν΄τσ(ι)κό, τη σημερινή Γαλατινή (Τ.Γ. 1996). Ερείπια θυμάται σήμερα η προφορική μνήμη, μερικά φαίνονται ευκρινώς ακόμα, στα μέρη όπου οι ονομασίες των τοποθεσιών δήλωναν χριστιανικά κτίσματα: προς το Χτένι η Παναγία, προς τη Ροδιανή ο Αϊ Λιάς, προς τη Μηλέα η Αγία Τριάδα, προς την Καισαρειά ο Άγιος Παντελεήμονας, ο Αϊ Νέστορας κι ο Αϊ Ταξιάρχης και προς την Αιανή ο Αϊ Νικόλας (Τ.Γ. 1996 και Κ.Κ. 2003 και Δημόπουλος 1994:632). Για το κτίσιμο των τεσσάρων τελευταίων εκκλησακιών οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν προφανώς υλικό από υπολείμματα (ταφικών) οικοδομημάτων παλαιότερων εποχών (Γνωριμία 1970:357) που υπήρχαν στην ίδια ή σε πολύ κοντινή θέση.

Κτήματα κι αγορές

Στα μέσα του 19ου αιώνα το τουρκικό κράτος έβγαλε σε δημοπρασία ορισμένα κτήματα, ανάμεσα σ΄ αυτά ήταν και τα της Κερασιάς. Σύμφωνα με τις ως τώρα πηγές τα κτήματα αυτά αγοράστηκαν από τον «σκληρό κι αδίστακτο» Κοζανίτη χρυσοχόο Γεώργιο Κοεμτζή (Σιαμπανόπουλος 1974:315) που κατάγονταν από το Σφίλτσ(ι), το σημερινό Χρώμιο (Λιούφης 1923:304-5). Μετά από έντονες αντιδράσεις των κατοίκων, πωλήθηκε στον Αλβανό πασά Ρουστέμ, που κατά μιαν άποψη υπήρξε ανυπόφορος δυνάστης των Κερασιωτών (Σιαμπανόπουλος 1974:313-5) και των κατοίκων της Αιανής προφανώς, αφού είχε αγοράσει και αυτά. Δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα η ακριβής χρονολογία, πιθανόν να συμπίπτει με την αναφερόμενη, αγοράς 300 στρεμμάτων της Κερασιάς από τον Κοζανίτη έμπορο Ιωάννη Γκοβεντάρο ή Κοβεντάρο (Γκουβιντάρου τον αποκαλούσαν οι κάτοικοι), τα οποία διατηρούν οι απόγονοι του ως σήμερα (Μυλωνάς –Καλύβας 1993:51), ούτε έχει ερευνηθεί η σχέση του Κοζανίτη μεγαλοκτηματία με τους κολίγους της Κερασιάς.

Επειδή όμως η ιστορία του Κοεμτζή έχει αντληθεί μόνο μέσα από την προφορική μνήμη των κολίγων χωρίς να ζητηθεί και η άποψη του «μεγαλοτσιφλικά», επειδή αναφέρεται σε ποικίλες καταπιέσεις των Τούρκων, των Αλβανών (και του Έλληνα Κοεμτζή) εναντίον των Κερασιωτών κι επειδή συνδέεται και με την «επανάστασιν του Ζιάκα» το 1854, γίνεται δύσκολα εξ ολοκλήρου αποδεκτή. Κατά μιαν άποψη που στηρίζεται στο έργο του Λιούφη (Παπακωνσταντίνου 1998:149) ο Γεώργιος Κοεμτζής θεωρείται ευεργέτης της Κοζάνης, όμως έγινε (αναγνωστικό) λάθος ως προς το όνομα, διότι ο Λιούφης (1923:306) ομιλεί για τον Δημήτριο Κοεμτζή κι όχι για τον Γεώργιο. Έχει ακόμα γραφεί ότι ο Γεώργιος Κοεμτζής αγόρασε τα κτήματα με προτροπή του Δεσπότη «για να μη πέσουν σε χέρια Τούρκων» και ότι διέθετε 14 Αλβανούς (οπλισμένους προφανώς) σωματοφύλακες (Παπακωνσταντίνου 1998:121). Αν αληθεύουν οι πληροφορίες αυτές οι κάτοικοι της Κερασιάς δεν θα είχαν κανένα λόγο να εναντιωθούν στον χριστιανό αφέντη τους, που είχε μάλιστα και την ευλογία του μητροπολίτη, κι επιπλέον θα ήταν δύσκολο έως ακατόρθωτο να «πτύσουν» και να ξυλοκοπήσουν τον Κοεμτζή οι άοπλοι και νηστικοί κολίγοι του Τσιαρτσιαμπά, όπως δέχεται ο Σιαμπανόπουλος (1974:314), αφού έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους οπλισμένους και αποφασισμένους Αλβανούς του.

Ένα αυτοσχέδιο φράγμα του λάκκου που έρχονταν από τη Ροδιανή, έδωσε το όνομα στην τοποθεσία όπου πλέχτηκε,  «στ΄Δέσ(η) (από το δένω). Από κει το νερό μέσω ενός αυλακιού διαπερνούσε το χωριό και πότιζε ανθρώπους και ζώα. Όταν ο λάκκος τα ξηρά καλοκαίρια (σπανίως) έστυβε, οι κάτοικοι μετέφεραν νερό από το Ούτσινο, μερικές εκατοντάδες μέτρα Α του χωριού. Το νερό του αυλακιού ήταν αρκετό για να ποτίσει τα κηπάρια που διατηρούσαν στα σπίτια τους και στην τοποθεσία Μιτσίκ(ι) οι κάτοικοι, αλλά η κεντρική (απότιστη) καλλιέργεια ήταν το σιτάρι και η κριθή, για την επεξεργασία των οποίων ο καθένας διέθετε έξω από το σπίτι του αλώνι (Κ.Κ. 2003). Το αλεύρι ήταν η βασική τροφή των κατοίκων και είναι προφανές ότι η οικογένεια Κουρκούτα ή Γκουργκούτα έλκει την ετυμολογία του επιθέτου της από το έδεσμα κουρκούτι, ένα μείγμα αλευριού, νερού κι αλατιού (Μπαμπινιώτης 2002:946) που προφανώς άρεσε ή συνήθιζε να τρώει παλαιότερα κάποιο μέλος της.

Εκτός των προϊόντων της γης οι κάτοικοι για την τροφή τους διατηρούσαν οικόσιτα ζώα και αιγοπρόβατα καθώς επίσης βόδια για όργωμα και γαϊδούρια ή μουλάρια (σπανιότερα άλογα) για τις μετακινήσεις τους. Κάθε χρόνο την Αποκριά επισκέπτονταν το μοναστήρι της Ζάμπουρντας για να λάβουν στα σπίτια τους ως ευλογία τα οστά «τ΄ Αϊ Νικάνουρα», παραδίδοντας αργότερα, όταν έρχονταν στο χωριό οι υπάλληλοι του μοναστηριού, ως αντίτιμο όση ποσότητα σίτου ή κριθής επιθυμούσαν να διαθέσουν στη μονή. Ο κρόκος που καλλιεργούνταν στην τοποθεσία Παλιουκρόκια ήταν ένα από τα εξαγώγιμα προϊόντα του χωριού. Γαλακτοκομικά και κτηνοτροφικά προϊόντα παράγονταν από μεγάλα κοπάδια που έβοσκαν το καλοκαίρι στα Πενταλώνια και σε άλλες θέσεις της Αιανής (Β.Α. 2003). Ίσως στις αγοραπωλησίες που λάβαιναν χώραν στην περιοχή είχε διακριθεί ο γενάρχης ή κάποιο μέλος της οικογένειας Τζελαπτσή, αφού το επίθετο αυτό ετυμολογείται  από την τουρκική λέξη celep=εισαγωγέας ζώων (Κουκκίδης 1960:95).

Κάτοικοι και σχολεία

Στα μέσα του 18ου αιώνα κατοικούσαν 28 ηλικιωμένα άτομα στην Κερασιά (Χατζηιωάννου 2000:167), οπότε οι κάτοικοί της, αν λογαριάσουμε και τα παιδιά τους, αριθμούνταν δύο δεκάδες περισσότεροι. Αρκετά αργότερα, το έτος 1872, παραδίδεται ότι 10 (μόνο) οικογένειες κατοικούσαν στην Κερασιά (Δημόπουλος 1994:630). Το 1901 στο χωριό μετρήθηκαν 33 οικογένειες (Δημόπουλος 1994:630) και τρία χρόνια αργότερα καταγράφτηκαν 100 άτομα (Αδάμου 1904:238). Το 1906 αριθμήθηκαν 78 κάτοικοι και τον επόμενο χρόνο 15 οικογένειες (Δημόπουλος 1994:630). Ο αριθμός των 33 οικογενειών που παραδίδεται για το έτος 1901 γράφτηκε ή μεταγράφτηκε προφανώς λανθασμένα (σωστός είναι μάλλον ο αριθμός 13), διότι αν ο αριθμός 33 ήταν αληθινός θα κατοικούσαν στο 1901 στην Κερασιά 200 άνθρωποι, οι μισοί εκ των οποίων έπρεπε να είχαν μεταναστεύσει ή ίσως πεθάνει, όμως δεν υπάρχουν προφορικές ή γραπτές μαρτυρίες για επιδημία ή άλλο γεγονός. Οπότε συνάγεται ότι από την ίδρυσή του χωριού ως τις αρχές του 20ού αιώνα οι κάτοικοι της Κερασιάς δεν ξεπέρασαν ποτέ τη μία εκατοντάδα.

Από την ίδρυση του οικισμού και ολόκληρο τον επόμενο αιώνα δεν υπήρχε σχολείο, εκκλησιαστικό ή κοινοτικό, στην Κερασιά, δεν χρειάζονταν να υπάρχει, αφού όπως έξοχα γράφει ο Καραγιάννης (2001α:5) «ο στενός χώρος στενεύει τη σκέψη». Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο «στενός χώρος» ευρύνθηκε καθώς ορισμένοι Κερασιώτες μετανάστευσαν στην Αμερική (από αυτούς ο Σπύρος Κουρκούτας και ο Κώτιας Καρακούλας δεν επέτρεψαν ποτέ), ενώ μερικοί άλλοι, σαν τον Παναγιώτη Τότσκα κατευθύνθηκαν για εργασία στα μεταλλεία «Μπάλια» (Τ.Γ. 1996) της Μικράς Ασίας, που βρίσκονταν πιθανώς στην ανατολική ακτή της Προποντίδας. Έτσι το πρώτο σχολείο άνοιξε μετά το 1906, αφού τον προηγούμενο χρόνο δεν υπήρχε τίποτα, όταν διενεργήθηκε απογραφή μαθητών και σχολείων (Αδάμου 1904:247). Το έτος 1907 παραδίδεται σχολείο με 10 μαθητές (Δημόπουλος 1994:630). Φυσικά αυτό λειτουργούσε στο μοναδικό ναό της Κερασιάς, στην Αγία Τριάδα, όπως έχει ήδη ειπωθεί και σπάνια οι μαθητές τελείωναν την Δ΄ τάξη (Τ.Γ 1996).

Κανείς δεν ενδιαφέρονταν, λοιπόν, για γράμματα μέχρι το 1907 και οι μόνοι (εξ ανάγκης) γραμματιζούμενοι του χωριού ήταν ο εκάστοτε ιερέας και οι ψάλτες, αν και είναι πιθανόν ότι οι δεύτεροι μάθαιναν τους ψαλμούς εξ ακοής και τους αποστήθιζαν –ίσως και ο ιερέας να έπραττε παρομοίως. Ο πρώτος ψάλτης που παραδίδεται, ο Παρασκευάς Τζελαπτσής (Δημόπουλος 1994:633) είχε γεννηθεί στην Κερασιά το 1893 (ΑΔΑΙ, ΜΑΚΚ) και έμαθε προφανώς την ψαλτική επισκεπτόμενος συχνά από μικρό παιδί το ναό της Αγίας Τριάδας, ίσως έψελνε κιόλας αρκετά καλά, όταν μπήκε στο κατώφλι του 20ού αιώνα.

ΠΗΓΕΣ

αρχεία

ΑΔΑΜΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ (1994)., «Η Κοζάνη μέσα από τα ανέκδοτα αρχεία του ελληνικού προξενείου Ελασσόνος 1882 –1912», Δυτικομακεδονικά Γράμματα, Κοζάνη: ΣΓΚΤΝΚ

Αρχείο Δήμου Αιανής (ΑΔΑΙ), ΜΑΚΚ (Μητρώο Αρρένων κοινότητος Κερασέας) 1869 κ.ε.

ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΙΣΤΙΝΑ –ΜΑΡΙΑ (2000), Η ιστορική εξέλιξη των οικισμών του Αλιάκμονα κατά την Τουρκοκρατία, ο κώδικας αρ. 201 της Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, Αθήνα: ΚΝΕ/ ΕΙΕ (προσφορά του Βασιλείου Καραγιάννη)

βιβλία

ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟΝ ΚΟΖΑΝΗΣ (1970), ιστορικός, τουριστικός, λαογραφικός οδηγός νομού Κοζάνης, Θεσ/νίκη: Νομαρχία Κοζάνης,

ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (1994), Τα παρά τον Αλιάκμονα εκκλησιαστικά, Θεσσαλονίκη (προσφορά του Στέφανου Γκριτζέλη)

ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΝΕΣΤΟΡΑΣ (2001α), «Στη Σοφία», Γραμμή (30.11.01) 5, Κοζάνη

ΚΟΥΚΚΙΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (1960), Λεξιλόγιον ελληνικών λέξεων παραγομένων εκ της τουρκικής, Αθήναι: Εταιρεία Θρακικών Μελετών

ΛΙΟΥΦΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ (1924), Ιστορία της Κοζάνης, Αθήναι: Βάρτσος, φωτογραφική ανατύπωση του 1994 από το Δήμο Κοζάνης

ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (2002) Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων, Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας, β΄ έκδοση

ΜΥΛΩΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ –ΚΑΛΥΒΑΣ ΣΠΥΡΟΣ (1993), Η Επανάσταση στο Μπούρινο κατά το 1878 –Αφιέρωμα στον Ιωακείμ Λιούλια –Δραστηριότητες του Συλλόγου, Κοζάνη: Σύλλογος «ο Αλιάκμων» Τσαρσιαμπάς

ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ (1998), Μια βορειοελληνική πόλη στην Τουρκοκρατία, ιστορία της Κοζάνης 1400 –1912, Αθήνα: Εστία, έκδ. Β΄

ΣΙΑΜΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (1974), Αιανή, ιστορία –τοπογραφία –αρχαιολογία, Θεσσαλονίκη

συνεντεύξεις

Β. Α. (2003), ιδιωτικός υπάλληλος, (γεν. 1936; στην Κερασιά), συνέντευξη στην Κερασιά

Κ. Κ. (2003), αγρότης (γεν. 1930; στην Κερασιά), συνέντευξη στην Κερασιά

Τ. Γ. (1996), αγρότης, (γεν. 1915 στην Κερασιά), συνέντευξη στην Κερασιά

Δημοσιεύθηκε στην ΑΡΘΡΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση