Σλάβοι στην επαρχία Κοζάνης: 6ος μ.Χ.

Προλεγόμενα

Αφετηρία για το ιστορικό αυτό προσχέδιο ορίζεται το ερέθισμα από τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του καθηγητή της σλαβικής ιστορίας στο Α.Π.Θ. Φαίδωνα Μαλιγκούδη. Προϋπήρχε βέβαια μια ερασιτεχνική συλλογή κι απόπειρα ετυμολογίας ιδιωματικών λέξεων, τοπωνυμιών και επιθέτων της ευρύτερης περιοχής Αιανής. Μερικά ελέγχθηκαν ως καταφανώς σλαβοφανή -τουλάχιστον στην προφορά τους, διότι τα περισσότερα εκφύονται από την κοινή μας ινδοευρωπαϊκή ρίζα κι ίσως είναι αντιδάνεια- για να βαπτιστούν ως ελληνικά από τους διάφορους «εθνοκεντριστές» τοπικούς ίστορες.

Οι τελευταίοι αποτελούν μια σημαντική και δυσπροσπελάσιμη δυσκολία καθώς, επαρωγούμενοι από την τρικουπική παράδοση της «μεγάλης ιδέας», δυσλοιδωρούν τον συγγραφέα της όποιας διαφορετικής άποψης ως «άμοιρο ιστορικής κρίσεως». Συμπορευόμενοι δε με το χρόνιο πολιτικό καιροσκοπισμό, που αρνείται το ιστορικό παρελθόν φάσκοντας για κανένα «ίχνος σλαβόφωνου πληθυσμού στην περιοχή μας», καταμύουν αφελώς μπροστά στα πορίσματα της ιστορικής έρευνας.

Υπάρχουν όμως διάτορα σλαβικά προφορικά επιβιώματα στην επαρχία Κοζάνης: οι 20 στις 71 κοινότητες, ποσοστό 28%, είχαν ως το 1926 σλαβικό έτυμο, όπως κι ορισμένα επίθετα σαν το Ζάμκος στη Μεταμόρφωση, zamka= παγίδα ή Δίντσικος στη Ροδιανή Dincko= Ντίνος, Κωνσταντίνος. Παράλληλα συναντώνται ιδιωματικές λέξεις όπως τσιουκαλνώ= ευνουχίζω, λούνι= λάσπη ποταμού, μόλτσα= σκώρος, αστρέχα= γείσο στέγης κ.λ.π. αλλά και τοπωνύμια όπως Γκόλνα= ύψωμα βουνού, Ρούλια= μάζωξη, Πουρτσιόβα= τόπος οχείας ζώων κ.α.

Δυστυχώς επειδή -ηθελημένα κι αθέλητα- υπάρχουν σπανιότατες γραπτές ή ανασκαφικές περί του θέματος αποδείξεις, το άρθρο αυτό είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιστορικά επισφαλές εφ’ όσον ερείδεται σχεδόν αποκλειστικά πάνω σε σκορπισμένα φραστικά απομεινάρια του παρελθόντος.

Όμως, επειδή η εκφώνηση μιας γλώσσας δε σημαίνει απαραίτητα και ορισμένη εθνικότητα κι επειδή η επιστήμη της ιστορίας δε μπορεί να άγεται και φέρεται από τους ένθεν κι εκείθεν λογοποιούς υποστηλώνοντας τα μικροπολιτικά τους συμφέροντα, η προσέγγιση αυτή αποκτά ένα επίκαιρο νόημα: δείχνει με έμμεσο τρόπο την ισομοιρία της κατώτερης και μεσαίας βαλκανικής τάξης, την πολύχρονη πολιτισμική συγγένεια και υφή των κοινών μελλοντικών αγώνων της. [1}

Δημογραφική πτώση

Στα μέσα του 6ου μ.Χ. αιώνα ο πληθυσμός της Μακεδονίας αραίωσε υπερβολικά: Τα πιο δυναμικά εντόπια στοιχεία επιστρατεύτηκαν και χάθηκαν στους μεγάλους κατακτητικούς πολέμους (με τους Οστρογότθους διήρκεσαν 20 χρόνια) ενώ πολεμικές ορδές εξανδραπόδισαν τους εναπομείναντες κατοίκους με τις επιδρομές τους. Τη φοβερή δημογραφική ένδεια επέτειναν επιδημίες και σιτοδείες που επιχωρίασαν, κατά αρνητική συγκυρία, στο μέγιστο βαθμό.

Η λειψανθρωπία αυτή δημιούργησε ευρύ κενό στο βυζαντινό αμυντικό και φορολογικό σύστημα, το οποίο επιχειρήθηκε να καλυφτεί με υποχρεωτικούς μετοικισμούς, που έλαβαν χώρα στον καιρό των αυτοκρατόρων Τιβερίου και Μαυρικίου. Η ανεπιτυχής μετοικιστική αυτή προσπάθεια δημιούργησε εν καιρώ διόδους μέσα απ’ τους οποίους άρχισαν να κατεβαίνουν οι πλεονάζοντες Σλάβοι του Δούναβη κι όχι μόνον να επιτίθενται στα οχυρωμένα κέντρα της Μακεδονίας, π.χ. τη Θεσσαλονίκη, αλλά και να εγκαθίστανται μόνιμα με τις οικογένειές τους στον ευρύτερο γειτονικό της χώρο.

Σλαβική εγκατάσταση

Το βασικό κίνητρο της σλαβικής οίκισης ήταν η αναζήτηση χέρσας γης για καλλιέργεια, εφ’ όσον εφαρμόζονταν η «εκτατική» μέθοδος. Συνίστατο στην εκχέρσωση της γης με φωτιά και τη σπορά της με τη borna, τη σβάρνα. Σε μερικά χρόνια οι Σλάβοι αγρότες εγκατέλειπαν προς αγρανάπαυση το βιασμένο χώμα, αναζητώντας καινούριο γόνιμο. Τέτοιας λογής καλλιέργεια φανερώνεται στην τοποθεσία της Λευκοπηγής Ζγκόστι: zegoviste= μέρος ξεχερσωμένο με φωτιά αλλά και στη Λάβα, παλιά Λαβανίτσα, όπου το εκπυρωμένο μέρος συνέχιζε επί μακρόν να καίγεται εξ αιτίας του λιγνιτώδους εδάφους. Υποθέτω δε ότι στη Λευκοπηγή συνέβη η πρώτη εγκατάσταση Σλάβων στην περιοχή μας, οι οποίοι, όταν ενσωματώθηκαν στο βυζαντινό κράτος, κατοίκησαν μόνιμα πια στα ασπροχώματα του διχοτόμου αυτής λάκκου, ονομάζοντας το μέρος Βελίστι: bel= άσπρο, velisna= ασπρίλα, velesnie= όνομα χωριού της Βοσνίας.

Οι νεοφερμένοι έμεναν επίσης κοντά ή μέσα σε δάση, όπως στην Ελάτη, παλιά Λουζιανή: luzani= κάτοικος δάσους, Ζάμπορντα: zabor= πίσω από τα έλατα ή zapor= πίσω από τον πόρο (του ποταμού), καθώς και σε βουνοπλαγιές, όπως στον παλιό οικισμό του Τρανοβάλτου Πάδι: pad= πλαγιά. Ασχολούνταν με την κτηνοτροφία διατηρώντας παράλληλα ιπποειδή για μεταφορικές κι άλλες ανάγκες στον οικισμό της περιοχής Αιανής Κουνιβό: konj= άλογο. Στην τοποθεσία της Αιανής Βέρβερη: berber= κουρέας, κούρευαν τα ζώα ενώ η πληθώρα αιγοπροβάτων οδήγησε στη δημιουργία χώρων κατεργασίας δερμάτων όπως η Κοζάνη, Κόζιαν(η) στην αιανιώτικη διάλεκτο: koza= δέρμα. Στα υπάρχοντα ακόμα βυρσοδεψεία της εργάζονται σήμερα μερικοί παλαιοκομμουνιστές! Γύρω απ’ τη Σκ`ρκα : skrsiti= γκρεμοτσακίζομαι, υπήρχε ήδη εγκατάσταση ασύνδετων ποιμένων σε καλύβες, όπως και λίγο μακρύτερα στη Λευκόβρυση, τον παλιό Νίσβορο: izvor= πηγή. Αξιοσημείωτη είναι δε η αιώνια αντοχή του ονόματος Νίσβορος: Οι Τούρκοι που κατοίκησαν εκεί το 1400 ονόμασαν τον Ίσβορο «Ακ-Μπουνάρ», που σήμαινε πάλι πηγή αλλά η σλαβική πρότερη ονομασία του χωριού αντί να χαθεί κυριάρχησε κι επέζησε αναλλοίωτη ως σήμερα.

Τον καιρό του αυτοκράτορα Ηράκλειου, στα μέσα του 7ου αιώνα, ορισμένες ομάδες Σλάβων μεταφέρθηκαν από τους βυζαντινούς στα οχυρωμένα Σέρβια και στη Σκούλιαρη: kula= κάστρο σαν μισθοφόροι φύλακες του στενού που οδηγεί στη Θεσσαλία. Ορισμένοι απ’ αυτούς ανέλαβαν δεσμοφύλακες στις φυλακές του Ζιδανίου, που οι βυζαντινοί το εκφωνούσαν Στανός: Zdanie= κτίριο. Άλλοι πάλι εγκαταστάθηκαν στα, υπό του κράτους δοσμένα, στρατιωτικά κτήματα της επαρχίας, σύμφωνα με την πάγια τακτική της βυζαντινής διοίκησης να δημιουργεί «στρατοτόπια» σε ευαίσθητες περιοχές. Πάνω στην ίδια φιλοσοφία, «ακολουθώντας τις καλύτερες παραδόσεις του βυζαντινού κράτους» όπως παρατηρεί ο ιστορικός Ostrogorski, εγκαταστάθηκαν στον Κόμανο πολύ αργότερα, γύρω στο 1200, Κουμάνοι πολεμιστές με αντάλλαγμα την προσφορά στρατιωτικής υπηρεσίας στη βυζαντινή εξουσία.

Οργάνωση των Σλάβων

Οι Σλάβοι ορίζονταν ως λαός με ακέφαλη πολιτειακή οργάνωση. Ήταν συγκροτημένοι σε φυλετικές ομάδες με χαλαρή σύνδεση. Η κάθε ομάδα οικογενειών, που έμενε σ’ έναν τόπο, εκπροσωπούνταν από τον αρχηγό της σπουδαιότερης οικογένειας, ο οποίος προσέδιδε μερικές φορές στον οικισμό το όνομά του. Τέτοιας λογής περιπτώσεις ανιχνεύονται στα χωριά Milutin, Μιλοτίνι, σήμερα Μηλέα, Radovitz, Τραντουμπίτστα, σήμερα Ροδιανή και Radovan, Τραβουντάντστα, σήμερα Μεταμόρφωση.[2]

Οι αρχηγοί των ομάδων αυτών συγκεντρώνονταν κάποτε, για να συζητήσουν κι επιλύσουν τα κοινά τους προβλήματα. Τόπος της κοινής συνάρθροισης των αρχηγών, η λεγόμενη vetje, ήταν το χωριό Καρυδίτσα, η παλιά Σπούρτα: zbori= συγκέντρωση, ζμπουρίζου στο ιδίωμα της Αιανής σημαίνει μιλώ, αλλά και η τοποθεσία της Αιανής Ρούλια: rulja= συγκέντρωση όχλου.

Οι επήλυδες αυτοί της Δυτικής Μακεδονίας ανήκαν φυλετικά στους ανατολικούς Σλάβους και προσδιορίζονταν ονοματικά ως Δρουγουβίτες: drjagva= βάλτος στα ρωσικά. Εθισμένοι να ζουν σε βαλτώδεις περιοχές κατοίκησαν και στην περιοχή μας σε υγρά ή κι ανθυγιεινά τέτοια μέρη, όπως στο Λιβαδερό, παλιά Μόκρου: mokru=  υγρός, στην Άνω Κώμη, παλιά Βάντσα: banja= λουτρά, στο δυσθεώρητο σήμερα οικισμό της περιοχής Αιανής Τούχλη: tyhl= βρώμικος αλλά και στην Αιανή, παλιά Κάλιανη: kal= λάσπη.

Η περίπτωση της Κάλλιανης

Στην περίπτωση της ετυμολογίας του χωριού μου Κάλλιανη, τη σημερινή Αιανή μπορούμε να διακρίνουμε με ενάργεια την επιρροή του «ρομαντικού εθνικισμού» στην παλιότερη και σύγχρονη ιστοριογραφία, αλλά και την οκνηρία των ερευνητών, την «αταλαίπωρον ζήτησιν της αληθείας» όπως την αποκαλεί ο Θουκυδίδης.

«Πρωτοπόρος» ο Μ. Δήμιτσας ετυμολόγησε, γύρω στο 1900 εποχή του ώριμου εθνικισμού, το τοπωνύμιο Κάλιανη από τη σύνθεση των λέξεων Καλή Αιανή. Τον ίδιο αβασάνιστο δρόμο ακολούθησαν όλοι οι επόμενοι τοπικοί ιστορικοί Λιούφης, Παπαθανασίου, Ενισλείδης ή ακόμα και νεώτεροι, όπως ο αρχαιολόγος Σαμσάρης ή -έμμεσα- ο προσεκτικότατος Μιχ. Παπακωνσταντίνου. Γύρω από παρόμοια παράδοση περιπέλονται κι άλλες δυο εκδοχές: Ο Κ. Σιαμπανόπουλος αρύει την ετυμολογία της Κάλιανης- ως «κάλλιου Ιανή»- από την προφορική παράδοση-εξήγηση δυο γερόντων της Αιανής: οι περισσότεροι βυζαντινοί κάτοικοι των χαλασμένων φρουρίων Αιανής και Καισαρειάς διάλεξαν, υπό το φάσμα της δίψας, να μετοικήσουν στη σημερινή Αιανή λέγοντας: «κάλλιου Ιανή μι του καθάριου νιρό παρά Κισαργιά» χωρίς νερό. Ο δε Μεγδάνης, ετυμολόγησε, με πρωτόφαντη ιλαρότητα, την Κάλιανη από το πέρασμα ενός Γάλλου σταυροφόρου το 1204 και την πρόφερε Γαλλιανή!

Η ρομαντική αυτή ετυμολογία της Κάλιανης ελέγχεται ως εξαιρετικά απίθανη επειδή υπάρχουν, ανά την Ελλάδα, άλλα εφτά χωριά με την ίδια ονομασία! Κάλιανη στη Βέροια, Καλιανοί και Καλιανός στην Εύβοια, Καλιάνοι στην Κόρινθο, Καλλιάνι στην Αρκαδία, Καλιανέικα στην Καλαμάτα και τη Σπάρτη! Το δε επίθετο Καλιανιώτης συναντάται σήμερα σ’ όλες τις προαναφερόμενες περιοχές, στην Αχαϊα αλλά και στην Αθήνα Οπότε είναι υπερπαρακινδυνευμένη η ακροβασία της ετυμολόγησης από το «καλή Αιανή», διότι, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχαν στην αρχαιότητα οχτώ Αιανές, είναι ουτοπία η όμοια μετωνομασία τους σε Κάλιανες! Παρεπιπτόντως επισκέφτηκα πρόσφατα για έρευνα την Κάλιανη Βεροίας, έναν, εγκαταλειμμένο σήμερα, οικισμό, που βρίσκεται δίπλα στο χωριό Κλειδί. Η άμεση γειτνίαση με το βάλτο έδειξε καθαρά το σλαβικό έτυμο της Κάλιανης, ως «λασπότοπος» αποτέλεσμα της μαργώδους εδαφικής της σύνθεσης.

Διευκρινιστικά όμως προσθέτω ότι, κατά τη γνώμη μου, ο υστερορωμαϊκός και βυζαντινός οικισμός της ράχης Τσέικα, ο οποίος έφερε το όνομα Αιανή, το «άφησε», όταν από το 12ο αιώνα μ.Χ. Άρχισε να μετοικεί στη θέση της Κάλιανης, της σημερινής Αιανής. Ευελπιστούμε όμως ότι ο νεαρός βυζαντινός αρχαιολόγος Πασχάλης Φτάκας πρώτος αυτός θα εξερευνήσει τουλάχιστον τον Άι-Μάρκο κι Άι-Μηνά, σχετικές τοποθεσίες όπου κρύβονται οι ανασκαφικές αποδείξεις των ιστορικών μας πορισμάτων. Θρησκεία

Η θρησκεία των Σλάβων ήταν παγανιστική με τη θεότητα Perun στο υψηλότερο αξίωμα. Ο Perun -περαυνός και κεραυνός στα ελληνικά- ήταν ο θεός, που εξουσίαζε τον κεραυνό και τη βροχή. Στην περιοχή μας το rοmori= βροχή, ρουμπούρι στο τοπικό ιδίωμα, έρχεται πάντα από δυτικά, όπου δεσπόζει το όρος Μπούρινος. Απ’ εκεί ο Perun-Μπούρινος συγκεραυνούσε κι εξαπέλυε τις καταιγίδες του: Burno=  έκρηξη.

Σχέσεις Σλάβων και Βυζαντινών

Οι σχέσεις των Βυζαντινών με τους ανυπάκουους κι «αφορολόγητους» Σλάβους ήταν στην αρχή εχθρικές. Οι πρώτοι εξεστράτευαν εναντίον τους αρκετές φορές ή εφήρμοζαν το σύστημα της «εξοικεσίας» ανταλάσσοντάς τους με Ελληνο-βυζαντινούς της Μικράς Ασίας. Στο ίδιο πλαίσιο η βυζαντινή διπλωματία εύρισκε προσφορότερους τρόπους από τις ωμές επεμβάσεις, παραχωρώντας στους Σλάβους αυτονομία και χρίζοντας τους ηγέτες των «σκλαβηνιών» άρχοντες. Έτσι εξασφαλίζονταν η υπακοή της σλαβικής εξουσίας στον αυτοκράτορα, όπου πλήρωναν απ’ ευθείας και τους αναλογούντες φόρους. Η επαναστατική σφριγηλότητα των κατώτερων, κοινωνικά, Σλάβων αποχυμώνονταν με την κατάταξη των ικανοτέρων ως μισθοφόρων στο βυζαντινό θεματικό στρατό με αποτέλεσμα να περιορίζονται στο ελάχιστο οι τοπικές εξεγέρσεις εναντίον της βυζαντινής εξουσίας.

Η ορθόδοξη εκκλησία ενδιαφέρθηκε από νωρίς για τον εκχριστιανισμό των Σλάβων. Δημιουργήθηκε επισκοπή στην Καισαρειά, η οποία μεταφέρθηκε αργότερα στα Σέρβια κι ιδρύθηκε, στο κέντρο της περιοχής μας στο χωριό Αγία Παρασκευή, ένα μεγάλο και πλούσιο μοναστήρι -σήμερα σώζεται μόνο το καθολικό του μ΄ ένα περίφημο, για τα μέρη μας, ψηφιδωτό δάπεδο, απ’ όπου εξέδραμαν οι ιεραπόστολοι για τον καθημερινό προσηλυτισμό. Στα κτήματα του, που επεκτείνονταν ως την τοποθεσία της Αιανής Ούτσινο: ocin= πατέρας και ότσνο= όσιος, αρτοσιτούσαν εργαζόμενοι οι πολύχειρες Σλάβοι πάροικοι έχοντας την ίδια μοίρα με τους Έλληνες συντρόφους τους.

Παράγοντες εξελληνισμού

Η βυζαντινή εξουσία, για οικονομικούς και πολιτικούς λόγους προσεταιρίστηκε τη σλαβική ηγεσία. Απένειμε στους αρχηγούς των «σκλαβηνιών» τίτλους κι αξιώματα -αργότερα τους ονόμασε «άρχοντες» κι επέτεινε τη συναναστροφή των Σλάβων «αρχόντων» με τη βυζαντινή αριστοκρατία. Παράλληλα η καινοφανής δυνατότητα ανόδου των ηγετών στη βυζαντινή κοινωνία αποτέλεσε ένα σημαντικό στοιχείο αποσλαβισμού κι εξελληνισμού, τουλάχιστον στο επίπεδο της εξουσίας.

Οι Σλάβοι μισθοφόροι βρισκόμενοι για χρόνια μεταξύ των βυζαντινών στρατιωτών πήραν από τους τελευταίους όχι μόνο τις συνήθειές αλλά και τη γλώσσα τους. Η στρατιωτικοπολιτική αυτή αφομοίωση συνδυάστηκε με το εκχριστιανιστικό έργο της εκκλησίας, που ήταν όχι μόνο ευρύ αλλά κι άκρως αποτελεσματικό. Παρεμβάλλοντας χριστιανικά στοιχεία στα παγανιστικά ποιμενικά τους έθιμα, όπως τα Κόλιαντα, koleda ή τα Σόρβα, συντόμευση του surova nova godina= χωριάτικο νέο έτος, βαπτίζοντάς τους με ελληνικά ονόματα -πράγμα που υποθέτουμε ότι έγινε στην τοποθεσία Αιανής Σκούμτζια: kumcad=βαφτισμένα παιδιά- και προσφέροντας μόνιμη εργασία στα μοναστηριακά κτήματα, αφ’ ενός μετέβαλε τους πρώην ειδωλολάτρες σε σεβάσμιους χριστιανούς κι αφ’ ετέρου τους αποσλάβισε με γοργότατο ρυθμό.

Όλη η παραπάνω αφομοίωση οφείλονταν κατά κύριο λόγο στον κατακερματισμό των σλαβικών φυλών και στην ανυπαρξία συγκεντρωτικής διοίκησης. Η σπουδαιότερη όμως πολιτισμική αφομοίωση κι ελληνοποίηση συντελέστηκε στο επίπεδο των καθημερινών σχέσεων με τις επαφές των Σλάβων χωριτών με τους Έλληνες συντοπίτες τους. Ζούσαν στις ίδιες καιρικές συνθήκες έχοντας τα ίδια βιοτικά προβλήματα. Οι κτηνοτρόφοι μετέφεραν το μαλλί για κατεργασία στο Χρώμιο, το παλιό Σφίλτσι: filc= τσόχα, τα δέρματα στην Κοζάνη και τα ζώα τους στο «παζάρι» των Σερβίων. Οι γεωργοί εξέθεταν τα προϊόντα τους, καρύδια από το Πολύρραχο, το παλιό Ράχοβο: orah= καρυδιά και κεράσια από την τοποθεσία της Αιανής Μάρλα: marela= κερασιά, για πούλημα στη σημαντική αγορά της Άνω Κώμης.

Οι επαφές με το εντόπιο ελληνικό στοιχείο καθιέρωσαν μια πηγαία φιλότητα η οποία επιτάθηκε με την υιοθέτηση από τους Σλάβους της ελληνικής γλώσσας, αναγκαστικής κατ’ αρχήν για τις εμπορικές ανάγκες. Συναλλάσσονταν καθημερινά με τους υπεραριθμότερους Έλληνες κι επικοινωνούσαν με τη βυζαντινή διοίκηση αποκλειστικά στα ελληνικά.

Οι παράγοντες αυτοί, συνεπικουρούμενοι από την απομόνωση των σλαβικών θυλάκων της περιοχής μας από τους συμπαγείς ομοφύλους τους που βρίσκονταν βόρεια της Πτολεμαΐδας, συνετέλεσαν στην ταχύτατη διγλωσσία των Σλάβων χωρικών, οι οποίοι σε χρονικό διάστημα 3 μόνο αιώνων, από το 600 έως το 900 μ. Χ. όχι μόνο αποσλαβίστηκαν πλήρως αλλά κι ελληνοποιήθηκαν στο μέγιστο βαθμό χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.

Άφησαν όμως σε μας τους μεταγενέστερους λέξεις, τοπωνύμια κι οικογενειακά επίθετα, αχνά φωνητικά ίχνη τα οποία, όταν συμπληρωθούν με τις ανασκαφικές αποδείξεις κι αφού πάψει η τριτοκοσμική πολιτικάντική τους εκμετάλλευση θα αποβούν άριστα τεκμήρια για την προσέγγιση της φτωχότατης -αν όχι άγραφης ακόμα- μεσαιωνικής ιστορίας της Κοζάνης.

Βιβλιογραφία

  1. Αρβελέρ Ελένη, «Ελληνισμός και Βυζάντιο» στην Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Ζ΄, Εκδοτ. Αθηνών, Αθήνα 1978
  2. Benson Morton, SrpskohrvatskoEngleski Recnik, 2 prep., Prosveta, Beograd 1979
  3. Γνωριμία με τον νομόν Κοζάνης, έκδοση Νομαρχίας Κοζάνης, Θεσσαλονίκη, 1970
  4. Zlatko Bomestar: Συζητήσεις λεξιλογικές με το Σέρβο καλλιτέχνη, Θεσσαλονίκη, Άνοιξη 1996
  5. Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Το βυζαντινό κράτος, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 199
  6. Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Ιστορία βυζαντινού κράτους, Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1993. σ.62-146
  7. Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Η Μακεδονία κατά τους βυζαντινούς χρόνους» στο Μακεδονία, το ιστορικό πρόσωπο του ελληνικού βορρά, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1992
  8. Λιούφης Π. Ιστορία της Κοζάνης, Βάρτσος, Αθήνα 1924
  9. Μαλιγκούδης Φαίδων, Η Θεσσαλονίκη και ο κόσμος των Σλάβων, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992

10.  Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Σλάβοι στη μεσαιωνική Ελλάδα, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991

11.  Μαλούτας Μηνάς, Τα Σέρβια, ιστορική και λαογραφική επισκόπησις, Θεσσαλονίκη 1956

12.  Ντίνας Κωνσταντίνος, Κοζανίτικα επώνυμα, 1759-1916, Ινστιτούτο Βιβλίου και Ανάγνωσης, Κοζάνη 1995

13.  Νυσταζοπούλου Πελαγίδου Μαρία: Πηγές βαλκανικής ιστορίας 6ος-10ος αώνας μ.Χ. (επιλογή κειμένου ) Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1995

14.  Οστρογκόρσκι Γκέοργκ, Ιστορία του βυζαντινού κράτους, τόμος 3, Βασιλόπουλος, Αθήνα χ.χ.

15.  Παπαθανασίου Θωμάς, Το μεσαιωνικόν φρούριον των Σερβίων, Τριανταφύλλου, Θεσσαλονίκη 1939

16.  Παπαϊωάνου Λάζαρος, Ανά τας οδούς και τας ρύμας της Κοζάνης, Δημοτική Βιβλιοθήκη, Κοζάνη 1991

17.  Παπαϊωάνου Λάζαρος, Το μοναστήρι της Παναγίας της ζιδανιώτισσας, Ι.Μ. Ζιδανίου, Θεσσαλονίκη 1985

18.  Παπακωνσταντίνου Μιχ. Ιστορία της Κοζάνη,. 1400-1912, Εστία, Αθήνα 1992

19.  Σιαμπανόπουλος Κ. Αιανή, ιστορία-τοπογραφία-αρχαιολογία, Θεσσαλονίκη 1974

20.  Στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως των δήμων και κοινοτήτων, νομός Κοζάνης, Αθήνα 1961

21.  Ταρνανίδης Ιωάννης, Ιστορία της σερβικής εκκλησίας, Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1985

22.  Τηλεφωνικοί κατάλογοι Ο.Τ.Ε. Αθήνα 1996.

23.  Τσιούλκας Κ. Συμβολαί εις την διγλωσσίαν των Μακεδόνων, τεύχος 1, Πετράκος, Αθήνα, 1907

24.  Χριστοφιλοπούλου Αικ. «Πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές εξελίξεις του βυζαντίου» στο Μακεδονία, 400 χρόνια ελληνικής ιστορίας και πολιτισμού, Εκδοτική Αθηνών 1982

25.  Χριστοφιλοπούλου Αικ. Βυζαντινή ιστορία, Α’ 324-610, Βάνιας, Αθήνα 1993

[Το ανωτέρω κείμενο του γράφοντος ελήφθη από το http://sourdos.gr/content.php?article.311 και παρατίθεται ως είχε με διορθωμένες αβλεψίες τυπογραφικής φύσεως.

Το πρωτότυπο ευρίσκεται στο περιοδικό Παρέμβαση 94 (Καλοκαίρι 1996) 13-14. Εκφράζει τον καιρό της συγγραφής του. Aν γραφόταν σήμερα, θα ήταν διαφορετικό. Η φωτογραφία έχει ληφθεί από το http://th02.deviantart.net/fs51/PRE/f/2009/317/7/b/Perun__the_thunder_god_by_DusanMarkovic.jpg]

Δημοσιεύθηκε στην ΑΡΘΡΑ. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση