«Είμαι αποφασισμένος να στηρίξω την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δύο μεγάλας βάσεις, την εργασία και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν».
Αυτό έγραψε ο Ι. Καποδίστριας στον Ελβετό τραπεζίτη Eynard, επηρεασμένος από την γνωριμία του με τον Pestalozzi τo 1814, όπου ως απεσταλμένος του τσάρου Αλέξανδρου πήγε στην Ελβετία για να μελετήσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Με το Διάταγμα 1372/5 τον Οκτώβριο του 1830 καθιέρωσε τον θεσμό του επιθεωρητή ως βασικό μηχανισμό αξιολόγησης περισσότερο του ίδιου του εκπαιδευτικού παρά του εκπαιδευτικού έργου. Ο θεσμός του επιθεωρητή λειτούργησε για 150 χρόνια περίπου, πολλές φορές έχοντας σαν στόχο την επιβολή των κατά περιόδους κυβερνητικών πολιτικών και αποφάσεων παρά την αντικειμενική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου.
Με το νόμο 1304/1982 (κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ) καταργήθηκε ο θεσμός του επιθεωρητή και αντικαταστάθηκε από τον σχολικό σύμβουλο, ο οποίος θεσμοθετήθηκε σε ρόλο περισσότερο συμβουλευτικό, παιδαγωγικό, επιστημονικό και καθοδηγητικό για τους εκπαιδευτικούς, παρά σε ρόλο αξιολογητή, ικανοποιώντας ένα χρόνιο αίτημα του εκπαιδευτικού και του συνδικαλιστικού κόσμου. Όμως ούτε ο θεσμός του σχολικού σύμβουλου, στις δεκαετίες που λειτούργησε, δεν πρόσφερε τα αναμενόμενα στο συγκεκριμένο πεδίο της αξιολόγησης γιατί:
- Την καταπίεση των εκπαιδευτικών από τον επιθεωρητισμό, διαδέχθηκε η ανακούφιση μαζί με τον εφησυχασμό αλλά και την αδιαφορία, αφού ο σχολικός σύμβουλος καθιερώθηκε πρωτίστως ως συνάδελφος αυξημένων προσόντων παρά ως δημοκρατικός αξιολογητής έστω ήπιας μορφής.
- Η ύπαρξη του σχολικού συμβούλου ως επιστημονικού-παιδαγωγικού αξιολογητή ήταν αποσπασματική χωρίς να εντάσσεται σε ένα συνολικό πλαίσιο μεταρρύθμισης προς την κατεύθυνση αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. Δεν είχε συγκεκριμένη και σαφή θέση στο διοικητικό οργανόγραμμα λειτουργώντας έτσι αποκομμένα από την υπόλοιπη εκπαιδευτική διοίκηση.
- Το εκπαιδευτικό σύστημα παρέμεινε ισχυρά συγκεντρωτικό, χωρίς να αφήνει περιθώρια χάραξης έστω μικρής κλίμακας εκπαιδευτικής πολιτικής στα σχολεία και στους εκπαιδευτικούς, περιορίζοντας την λειτουργία τους σε ρόλο διεκπεραιωτικό, στερώντας έτσι το πεδίο δράσης που θα μπορούσε να αξιολογηθεί από τους σχολικούς συμβούλους.
Στη πράξη τα τελευταία 40 χρόνια περίπου, δεν υπάρχει αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου στην Ελλάδα. Όμως από τη μια πλευρά η διεθνής πρακτική στο μεγάλο της μέρος και από την άλλη η απαίτηση της κοινωνίας για απόδοση αποτελεσμάτων και λόγου σε συνδυασμό με την γιγάντωση αρνητικών φαινομένων στο χώρο της εκπαίδευσης όπως η παραπαιδεία, κατέστησαν την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου ως θεσμική εκκρεμότητα που αναζητούσε ρύθμιση και οδήγησε την πολιτεία σε μια σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων προς αποκατάστασή της, όπως:
Ο ν. 1566/1985 (ΠΑΣΟΚ επί υπουργίας Απόστολου Κακλαμάνη), όπου για πρώτη φορά γίνεται λόγος για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και όχι του εκπαιδευτικού, ώστε να μην ανασύρει τις νωπές ακόμα μνήμες του επιθεωρητισμού. Όμως τα απαραίτητα προβλεπόμενα Προεδρικά Διατάγματα (ΠΔ) δεν εκδόθηκαν ποτέ και στην πράξη δεν έγινε καμιά εφαρμογή του νόμου.
Ο ν. 2043/1992 (ΝΔ επί υπουργίας Γ. Σουφλιά), ως αποτέλεσμα του εθνικού διαλόγου για την παιδεία, που αποκάλυψε κοινωνική απαίτηση για «λογοδοσία», αναθέτει την αξιολόγηση εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικού έργου σε σχολικούς συμβούλους και διευθυντές σχολικών μονάδων. Αυτή τη φορά εκδίδεται το αντίστοιχο ΠΔ (320/1993) αλλά κάτω από αντιδράσεις ανακαλείται με Υπουργική Απόφαση (ΥΑ Δ/24168/25/11/1993) και συγκροτείται ομάδα εργασίας για μελέτη του θέματος. Η ομάδα δίνει το πόρισμά της τον επόμενο Ιούνιο αλλά το περιεχόμενό του δεν έγινε ποτέ γνωστό.
Ο ν. 2525/1997 (ΠΑΣΟΚ επί υπουργίας Γεράσιμου Αρσένη), ήταν αποτέλεσμα πίεσης του ΟΟΣΑ στο θέμα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών και του εκπαιδευτικού έργου και νομοθέτησε το Σώμα Μονίμων Αξιολογητών (Σ.Μ.Α.) και την Επιτροπή Αξιολόγησης Σχολικής Μονάδας (Ε.Α.Σ.Μ.), η στελέχωση της οποίας, προβλεπόταν με απευθείας ορισμό από τον υπουργό Παιδείας, στον οποίο και λογοδοτούσε. Ακολούθησαν τα απαραίτητα ΠΔ (140/1998) και οι αντίστοιχες ΥΑ (Δ2/1938/26-2-1998), αλλά στην πράξη δεν εφαρμόστηκαν ποτέ κάτω από τις έντονες αντιδράσεις των εκπαιδευτικών που κατά την εκτίμησή τους αναβίωναν εποχές επιθεωρητισμού.
Ο ν. 2986/2002 (ΠΑΣΟΚ επί υπουργίας Πέτρου Ευθυμίου), επαναφέρει το θέμα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, διαχωρίζοντας την διοικητική από την παιδαγωγική αξιολόγηση με την πρώτη να την ασκεί για τους εκπαιδευτικούς ο διευθυντής του σχολείου και τη δεύτερη ο σχολικός σύμβουλος. Κατ΄ επέκταση ο διευθυντής του σχολείου αξιολογείται διοικητικά από τον Προϊστάμενο Γραφείου (έχει καταργηθεί πλέον) και παιδαγωγικά από τον σχολικό σύμβουλο, ο Προϊστάμενος Γραφείου αξιολογείται διοικητικά από τον Διευθυντή εκπαίδευσης και παιδαγωγικά από τον Προϊστάμενο του τμήματος Επιστημονικής και Παιδαγωγικής Καθοδήγησης, ο Διευθυντής Εκπαίδευσης αξιολογείται διοικητικά από τον Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης ενώ παιδαγωγικά αξιολογείται από σχολικό σύμβουλο ή από μόνιμο Πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (αξιολογική ιεραρχία με διάρθρωση πυραμίδας).
Για άλλη μια φορά οι σφοδρές αντιδράσεις των εκπαιδευτικών και ειδικά του συνδικαλιστικού τους κινήματος, ακύρωσαν στη πράξη την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων και αυτού του νόμου.
Ο ν. 3848/2010 (ΠΑΣΟΚ επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου), ήταν και αποτέλεσμα των διεθνών πιέσεων (ΟΟΣΑ, ΕΕ) για εναρμόνιση της Ελλάδας στο θέμα της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου με τη διεθνή πρακτική στο μεγάλο της μέρος. Ο συγκεκριμένος νόμος δίνει για πρώτη φορά μεγάλη βαρύτητα στην Αυτό-αξιολόγηση του Εκπαιδευτικού Έργου (ΑΕΕ) από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Οι Υπουργικές Αποφάσεις που ακολούθησαν έβαλαν σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης της ΑΕΕ με ευθύνη του διευθυντή και του συλλόγου διδασκόντων της κάθε σχολικής μονάδας και ανάρτησης των αποτελεσμάτων της στο διαδικτυακό Παρατηρητήριο της ΑΕΕ.
Ο ν. 4142/2013 (Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – ΝΔ – ΔΗΜΑΡ επί υπουργίας Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου) και το Προεδρικό Διάταγμα 152/2013 καθιερώνει επιπλέον και την ατομική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και πάλι σε δύο άξονες, διοικητικής και παιδαγωγικής αξιολόγησης από αντίστοιχα μονοπρόσωπα όργανα δηλαδή τον διευθυντή του σχολείου και τον σχολικό σύμβουλο αντίστοιχα. Η αξιολόγηση γίνεται πάλι ιεραρχικά με αντίστοιχη διάρθρωση πυραμίδας κατ αντιστοιχία με τα προβλεπόμενα του ν. 2986/2002. Το ΠΔ 152/2013 προβλέπει την ένταξη του κάθε αξιολογούμενου σε κάθε άξονα και πεδίο σε μια από τις τέσσερις βαθμίδες (ελλιπής, επαρκής, πολύ καλός και εξαιρετικός) μιας περιγραφικής κλίμακας, που καθοριζόταν με μια αριθμητική αντιστοίχιση ανά βαθμίδα (βαθμολογική κλίμακα 0 έως 100: ελλιπής 0-30, επαρκής 31-60, πολύ καλός 61-80 και εξαιρετικός 81-100). Ταυτόχρονα νομοθετήθηκαν και μηχανισμοί ελέγχου της αξιολόγησης όπως η Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.Π.Δ.Ε.), η οποία ελέγχει την όλη διαδικασία αξιολόγησης και ορίζει πενταμελείς επιτροπές αξιολόγησης ανά Διεύθυνση Εκπαίδευσης.
Τα αποτελέσματα των τελευταίων νομοθετημάτων:
Η αυτοαξιολόγηση εφαρμόστηκε πιλοτικά αρχικά σε περιορισμένο αριθμό σχολικών μονάδων και σχεδόν καθολικά εν μέσω αντιδράσεων από το συνδικαλιστικό κίνημα μόνο το σχολικό έτος 2013-2014.
Η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών εφαρμόστηκε μόνο μέχρι το επίπεδο των διευθυντών σχολικών μονάδων (Δεκέμβριος 2014). Τα αποτελέσματά της ουδέποτε δημοσιοποιήθηκαν και η αναμενόμενη για τον Απρίλιο 2015 αξιολόγηση των εκπαιδευτικών ουδέποτε υλοποιήθηκε, εξαιτίας αλλαγής πολιτικής κατάστασης με την εκλογή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α τον Ιανουάριο του 2015 .
Η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πάγωσε τις διαδικασίες του ΠΔ 152/2013 και με τους νόμους 4354/2015 αρθ.34 (ΣΥΡΙΖΑ επί υπουργίας Νικόλαου Φίλη), 4369/2016 αρθ.28 (ΣΥΡΙΖΑ επί υπουργίας Νικόλαου Φίλη) και 4547/2018 αρθ.110 (ΣΥΡΙΖΑ επί υπουργίας Κωνσταντίνου Γαβρόγλου) κατήργησε πλήρως τις σχετικές διατάξεις για την αξιολόγηση εκπαιδευτικού έργου και εκπαιδευτικών που ίσχυαν από το ν. 2986/2002 και έπειτα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι με το νόμο 4547/2018, νομοθετήθηκε η αποτίμηση (διαδικασία ελαφριάς αυτό-αξιολόγησης) του εκπαιδευτικού έργου με πρόβλεψη έναρξης το σχολικό έτος 2019-2020 και έχει εκδοθεί η αντίστοιχη Υ.Α. 1816/ΓΔ4/7-1-2019 (Β΄ 16) που καθορίζει τα θεματικά της πεδία. Στον ίδιο νόμο προβλέπεται και η ποσοτική αξιολόγηση των διευθυντών από τους εκπαιδευτικούς (και όχι το αντίστροφο) με χρήση ανώνυμων ερωτηματολογίων στην κλίμακα 0-100 σε συγκεκριμένα κριτήρια, επίσης με πρόβλεψη έναρξης το σχολικό έτος 2019-2020. Για άλλη μια φορά όμως η αλλαγή πολιτικής κατάστασης στις εκλογές του Ιουλίου 2019 με την Νέα Δημοκρατία πλέον στην κυβέρνηση, ακύρωσε στην πράξη ψηφισμένες από το ελληνικό κοινοβούλιο νομοθετικές διαδικασίες. Έτσι ο ν. 4547/2018 σε ότι αφορά τα θέματα αξιολόγησης δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
Δυο χρόνια αργότερα τον Αύγουστο του 2021 η υπουργός της κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας, κα Νίκη Κεραμέως καταθέτει το ν. 4823/2021 ο οποίος ψηφίζεται και προβλέπει μικτή αξιολόγηση των σχολικών μονάδων με διαδικασίες αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας και εξωτερικής αξιολόγησης της από τους Σχολικούς Συμβούλους οι οποίοι επανέρχονται στην εκπαιδευτική πυραμίδα διοίκησης μαζί με ένα νέο θεσμό, τους Επόπτες Ποιότητας της Εκπαίδευσης. Σημαντική τομή είναι η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών σε όλη την ιεραρχία, η ενδυνάμωση του ρόλου του διευθυντή σχολικής μονάδας και η καθιέρωση του ως αξιολογητή των εκπαιδευτικών σε συνεργασία με τους Σχολικούς Συμβούλους, η δημιουργία ηλεκτρονικού φακέλου εκπαιδευτικού και η θεσμοθέτηση νέων θέσεων ευθύνης μέσα στα σχολεία (μέντορες, συντονιστές κλπ). Η πανδημία covid 19 που έπληξε και την Ελλάδα ήταν ο κύριος λόγος που καθυστέρησε την εφαρμογή του νόμου σε θέματα αξιολόγησης. Το σχολικό έτος 2021-2022 εν μέσω συγκρούσεων του συνδικαλιστικού κινήματος και της πολιτείας και δικαστικών διενέξεων εφαρμόστηκε στην επικράτεια η αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων τα αποτελέσματα της οποίας αναρτήθηκαν σε ειδική πλατφόρμα του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ).
Η κατάσταση της αξιολόγησης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος
Με το νόμο 1304/1982 καταργήθηκε ο θεσμός της Σχολικής Επιθεώρησης η οποία είχε την ευθύνη των εξωτερικών αξιολογήσεων και αντικαταστάθηκε από τον σχολικό σύμβουλο, ο οποίος θεσμοθετήθηκε σε ρόλο περισσότερο συμβουλευτικό, παιδαγωγικό, επιστημονικό και καθοδηγητικό για τους εκπαιδευτικούς, παρά σε ρόλο αξιολογητή, ικανοποιώντας ένα χρόνιο αίτημα του εκπαιδευτικού και του συνδικαλιστικού κόσμου.
Στη πράξη τα τελευταία 40 χρόνια περίπου, δεν υπάρχει αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου στην Ελλάδα.
Ο ν.4823/2021 προβλέπει την εφαρμογή αυτοαξιολόγησης – εξωτερικής αξιολόγησης σχολικών μονάδων και ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, αλλά βρίσκεται ακόμα σε φάση αρχικής εφαρμογής.
Με την παραδοχή της πλήρους εφαρμογής του ν.4823/2021, ισχύει ο παρακάτω πίνακας:
| Εξωτερική αξιολόγηση σχολικών μονάδων | Αυτό αξιολόγηση σχολικής μονάδας | Δημοσιοποίηση αποτελεσμάτων | Κατηγοριοποίηση σχολείων | Ατομική αξιολόγηση εκπαιδευτικών |
Αξιολόγηση μαθητών σε εθνικό επίπεδο υποχρεωτικής εκπαίδευσης
|
| ΝΑΙ | ΝΑΙ | Περιγραφική (ποιοτική όχι ποσοτική) | ΟΧΙ | ΝΑΙ | ΝΑΙ
6η Δημοτικού & 3η Γυμνασίου |