Ο ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Βραβευμένα κινούμενα σχέδια εξαιρετικής αισθητικής εμπνευσμένα από ένα σπουδαίο βιβλίο!
Ο Γέρος και η θάλασσα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ
Ο ήρωας του έργου είναι ένας φτωχός γέρος ψαράς, με μια μικρή βαρκούλα. Ο γέρος είχε έναν μοναδικό φίλο, ένα παιδί που τον βοηθούσε στο ψάρεμα αλλά και τον φρόντιζε. Του έφερνε φαγητό, κουβέρτες και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Κάποτε όμως, έπειδή το παιδί με τον γέρο δεν έβγαζαν πολλά ψάρια, οι γονείς του του είπαν να μην δουλεύει πια μαζί του. Έτσι, το παιδί πήγε σε ένα μεγάλο καΐκι που κάθε μέρα έπιανε ψάρια! Μια μέρα, μόνος του ο γέρος πια, ξεμάκρυνε πολύ μέσα στη θάλασσα. Ενώ ψάρευε, ξαφνικά είδε ότι έπιασε έναν ξιφία. Είχε αρχίσει να τραβάει δυνατά η πετονιά. Μετά από δύσκολη και σκληρή μάχη, ο γέρος σκότωσε με το καμάκι του το τεράστιο ψάρι. Μετά από λίγο, από την οσμή του αίματος μαζεύτηκαν αρκετοί καρχαρίες. Ο γέρος αρχικά πάλεψε με όλες του τις δυνάμεις σε μια άνιση μάχη. Τελικά όμως, εξαντλημένος βγήκε για άλλη μια φορά ηττημένος. Στη στεριά ο γέρος έφτασε μόνο με το σκελετό του ξιφία. Το υπόλοιπο σώμα του το είχαν φάει οι καρχαρίες!
Διαβάστε για το συγγραφέα Έρνεστ Χέμινγουεϊ ΕΔΩ .
Ραδιοφωνική διασκευή Δημήτρη Μπουρούνη (1966)
Παίζουν οι ηθοποιοί: Λουκιανός Ροζάν, Σπύρος Καλογήρου, Γιώργος Μετσόλης, Χριστόφορος Χειμάρας, Γιώργος Διαλεγμένος, Αγγελος Αντωνόπουλος, Κώστας Καφάσης, Γιάννης Αργύρης (ο γέρος), Φραγκούλης Φραγκούλης, Σταύρος Χατζπύλης, Κώστας Καζάκος, Ντίνα Γιαννακού, Κώστας Παπαγεωργίου.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
ΑΔΕΣΠΟΤΑ – ΤΑΞΗ Ε2
Υπεύθυνος εκπαιδευτικός : Σουλιώτης Μπάμπης
Η τάξη Ε2 , μελέτησε την ενότητα “Οι φίλοι μας τα Ζώα” από το σχολικό βιβλίο της Γλώσσας Ε’ Δημοτικού και δημιούργησε τις παρακάτω αφίσες.









ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ – ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΑΚΙ – ΤΑΞΗ Β4
Υπεύθυνη Εκπαιδευτικός : Κίτσιου Βίλυ, Θεατρικής Αγωγής ΠΕ32 .
ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ « ΛΑΚΗΣ , ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΑΚΙ» ΑΠΟ ΤΟ ΤΜΗΜΑ Β4 ΤΟΥ 9ΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΑΤΡΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΔΡΑΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ.
«Ο ΛΑΚΗΣ ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΑΚΙ»

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 1
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Α:
-Αχ! ( αναστεναγμός). Ζούσε κάποτε στα παλιά κυματιστά χρόνια μια όμορφη δελφινοοικογένεια , που είχε 4 μικρά δελφινάκια.
ΠΑΙΔΙΑ:
– Σαν κι εμάς;
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Β:
– Ναι, σαν κι εσάς… Περίπου δηλαδή, γιατί εσείς είστε παιδιά, αυτά είναι δελφινάκια!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Γ:
– Όμως το πιο παιχνιδιάρικο απ’ όλα τα δελφινάκια ήταν ο Λάκης.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Α:
– Και το πιο ζωηρό!
ΠΑΙΔΙΑ:
– Δηλαδή;
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Α:
– Όλα τα δελφινάκια έπαιζαν δίπλα στους γονείς τους. Ο Λάκης όμως απομακρύνονταν συνέχεια από τους γονείς του.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Β:
-Οι γονείς του ανησυχούσαν γι’ αυτόν και όλο τον συμβούλευαν να μην ξεμακραίνει.
ΜΗΤΕΡΑ:
-Λάκη να προσέχεις τα τρίφυλλα φύκια!
ΠΑΤΕΡΑΣ:
-Λάκη, να προσέχεις τα μεγάλα ψάρια!
ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 2
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Α:
-Κάποια μέρα όμως που οι γονείς του ήταν απασχολημένοι με το φτέρνισμα της κυρίας Γαρίδας, ο Λάκης ακολούθησε ένα κοπάδι με πολύχρωμα ψάρια του βυθού.
ΛΑΚΗΣ: ( λαχανιασμένος)
-Περιμένετε , θαλασσοφίλοι μου! Έρχομαι! Πωπω! Πως λάμπετε έτσι;
ΜΑΚΗΣ ΧΤΑΠΟΔΑΚΗΣ:
– Ήρεμα μικρούλη! Δεν μπορείς να φτάσεις το κοπάδι αυτό. Φεύγουν για τις θάλασσες του βορρά!
ΛΙΤΣΑ ΜΕΔΟΥΣΙΤΣΑ:
– Μείνε μαζί μας να παίξουμε. Εγώ είμαι η Λίτσα η Μεδουσίτσα. Ο Μάκης ο Χταποδάκης και ο ήσυχος της παρέας μας , Ρούλης ο Αστακούλης.
ΛΑΚΗΣ: ( χαρούμενος)
– Θα παίξουμε δηλαδή , νεροκολοκυθιά, θαλασσοκρυφτό, πελαγοκυνηγητό;
ΟΛΟΙ:
– ΝΑΙ!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Α:
– Κι έτσι έγινε. Παίξανε… παίξανε.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Β: ( Κοιτά το ρολόι)
– Όμως η ώρα πέρασε. Χαιρέτησε τους φίλους του και έκανε να φύγει, όταν… ( σταματά απότομα )
ΛΑΚΗΣ:
– Ωχ! Που πάμε τώρα;
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Γ:
Ο Λάκης άρχισε να κλαίει. Έχασε το δρόμο για το σπίτι του. Τον άκουσε όμως η Γοργόνα του Γαλάζιου βυθού.
ΓΟΡΓΟΝΑ :
– Μικρούλη μου τι έπαθες; Γιατί κλαις;
ΛΑΚΗΣ:
– Έχασα το δρόμο για το σπίτι μου! Οι γονείς μου θα με ψάχνουν.
ΓΟΡΓΟΝΑ:
– Έλα να σε βοηθήσω. Θα ψάξουμε μαζί.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Α:
Κύμα παίρνουν, αφρό αφήνουν και τους γονείς του Λάκη βρίσκουν!
ΠΑΙΔΙΑ:
Μπράβο! ( χειροκρότημα)
ΜΑΜΑ:( Χαρούμενη)
– Λάκη μου , μας βρήκες. Ήμασταν πολύ στενοχωρημένοι.
ΛΑΚΗΣ:( την αγκαλιάζει)
-Και ‘ γω μανούλα!
ΜΠΑΜΠΑΣ: ( σοβαρά)
– Θα πρέπει να μας υποσχεθείς ότι δεν θα συμβεί ξανά κάτι τέτοιο.
ΛΑΚΗΣ:
– Το υπόσχομαι! Από δω και πέρα θα κολυμπάω στα ρηχά.
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Α:
– Μήπως πρέπει να ευχαριστήσουμε όλοι μαζί την καλή μας Γοργόνα , που βοήθησε να βρεις το δρόμο σου;
ΟΛΟΙ:
– Ευχαριστούμε!
ΑΦΗΓΗΤΗΣ Β:
– Και να ευχηθούμε πάντα να υπάρχουν καλές γοργόνες στο δρόμο μας!
ΟΛΟΙ:
– Μακάρι!
( Μουσική)
ΤΕΛΟΣ
****************
To παραπάνω θεατρικό έργο είναι διασκευή ενός διηγήματος που έγραψαν τα παιδιά της Β4 τάξης μαζί με την δασκάλα τους την κ. Μαρία Παπαχρήστου, μετά από μελέτη των δελφινίων ως απειλούμενα είδη, στο μάθημα Αειφόρος Ανάπτυξη.
ΠΕΝΤΕ ΣΤΡΕΜΜΑΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Την Κυριακή 18 Μαρτίου η πρεμιέρα της παράστασης “Πέντε στρέμματα παράδεισος” της Ερασιτεχνικής Σκηνής του Δημοτικού Οργανισμού Αθλητισμού Πολιτισμού και Επιστημών Λάρισας “Ανδρέας Τσατσαρής”, στο αμφιθέατρο του 6ου Λυκείου Λάρισας στην Νεάπολη, σε σκηνοθεσία Παύλου Ζέρβα, σκηνικά Γιάννη Γεωργιάδη, μουσική Θανάση Ζιώζια, τραγούδι Γεωργία Περίσσιου.Η Ερασιτεχνική Σκηνή θέλοντας να τιμήσει την μνήμη του αδικοχαμένου Ανδρέα Τσατσαρή επέλεξε αυτό το έργο, το οποίο είχε ανέβει από την πρώην Ερασιτεχνική Σκηνή του Θεσσαλικού Θεάτρου, τη θεατρική περίοδο 1995-96, στο Γαλαξία Λάρισας σε σκηνοθεσία Παύλου Ζέρβα.Οι παραστάσεις έχουν ως εξής : Κυριακή 18 Μαρτίου, Παρασκευή 23 Μαρτίου, Σάββατο 24 Μαρτίου, Κυριακή 25 Μαρτίου, Πέμπτη 29 Μαρτίου, Παρασκευή 30 Μαρτίου και Σάββατο 31 Μαρτίου.Συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά : Ανδρέου Χριστίνα, Βαλιώτης Γιάννης, Βαναργιώτη Σοφία, Βλάγκα Σταματία, Γιαννακοπούλου Εύη, Γκούρα Πόπη, Γρέκος Μιλτιάδης, Capani Edison, Ζαφειρούλης Βαγγέλης, Ζαφειρούλης Δημήτρης, Ζέρβας Δημήτρης, Μπαχατίρογλου Κίμωνας, Μπόκαρη Ανδρομάχη, Νικολακούλης Κωνσταντίνος, Νταλώσης Γιάννης, Ορκόπουλος Χρήστος, Παπαδήμα Νατάσα, Παπαδόπουλος Γιώργος, Πινκερίδης Άγγελος, Σιδηροπούλου Ειρήνη, Τζιάντζιος Νίκος, Τσιανογιάννη Παναγιώτα, Τσιάρα Σταυρίνα, Τσιάτσιου Στέλλα, Τσιάτσιος Γιάννης, Χασάπης Δημήτρης, Χατζηστεργίου Κωνσταντίνος και Χλόπτσιος Γιάννης.
Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ
[vimeo
PETER & WOLF from TERAB2 on Vimeo.
Είναι ένας άγριος κόσμος όπου οι λύκοι τρώνε τις πάπιες. Αλλά είναι ένας κόσμος όπου τα μικρά αγόρια μπορούν με θαυμαστό θάρρος να πιάσουν το λύκο!
Η ιστορία για τον ζωηρό Πέτρο έχει επηρεάσει βαθιά πολλές γενιές παιδιών που μαγεύτηκαν από την δύναμη και τα αστεία του.
Το συμφωνικό παραμύθι γράφτηκε από το Ρώσο συνθέτη Προκόφιεφ το 1936 με σκοπό να διδάξει τα όργανα της ορχήστρας, το χαρακτήρα και τη χρήση τους. Οι πρωταγωνιστές του (Πέτρος, λύκος, παπάκι, γατί κ.λπ.) δε μιλάνε. Μιλούν στη θέση τους τα όργανα. Κάθε πρόσωπο της ιστορίας αντιπροσωπεύεται από ένα μουσικό όργανο ή από μία ομάδα οργάνων της ορχήστρας.
Η BreakThru Films και το στούντιο Se-ma-for σε συνεργασία με την βραβευμένη με BAFTA (Βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας για τον Κινηματογράφο και την Τηλεόραση) σκηνοθέτιδα Σούζι Τέμπλτον και την ορχήστρα «Φιλαρμόνια» του Λονδίνου, απογειώνουν αυτή τη σαγηνευτική ιστορία και τη φέρνουν στη μεγάλη οθόνη με ζωντάνια και χιούμορ.
Ο ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ
Ο νερόμυλος είναι μια παλιά μηχανή. Χιλιάδες χρόνια εξυπηρέτησε τον άνθρωπο και ίσως σε κάποιες περιπτώσεις (ελάχιστες βέβαια, έως μηδαμινές) τον εξυπηρετεί ακόμη.
Ο νερόμυλος, όπως και ο ανεμόμυλος, είναι από τις πρώτες μηχανές, που κατασκεύασε ο άνθρωπος, χρησιμοποιώντας για την κίνησή τους, όχι τα χέρια του ή τα ζώα, αλλά τις φυσικές δυνάμεις, το νερό και τον άνεμο. Τον 16ο αιώνα π.Χ. εμφανίζεται υποτυπώδης μηχανή μύλου, ο χερόμυλος ή χειρόμυλος ή σορόμυλος (στην Κύπρο). Ο χερόμυλος υπήρξε μακρινός πρόγονος του νερόμυλου.
Χρησιμεύει για το άλεσμα των σιτηρών και χτιζόταν στις άκρες των ποταμών και σε σίγουρο μέρος για να μην τον παρασέρνουν οι πλημμύρες.
Ο λαός πίστευε ότι στο μύλο κατοικούσαν διάβολοι, ξωτικά καλικάντζαροι κι άλλα λογής-λογής δαιμονικά. Είχε πλάσει με τη πρωτόγονη κι αχαλίνωτη φαντασία του πολλές σχετικές ιστορίες.
Η ονομασία των μύλων έχει σχέση με την τοποθεσία που χτίζονταν ή με το όνομα του πρώτου κτήτορα.
ΤΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΜΥΛΟΥ:
Η περιοχή του νερόμυλου αρχίζει από τη δέση, δηλ. από το σημείο εκείνο του ποταμού, απ’ όπου έπαιρναν την κινητήρια δύναμη, το νερό.
Η ΔΕΣΗ: Είναι ένα φράγμα, που φτιαχνόταν πάντοτε λίγο μακριά από τον μύλο και σε μέρος που ήταν σε μεγαλύτερο ύψος από την αλφαδιά (στάθμη) του μύλου.
Έπαιρναν μεγάλους κορμούς πεύκων ή άλλων δέντρων, μάκρος 8-10 μέτρα, μάννες λέγονταν, και τους τοποθετούσαν τον έναν πάνω στον άλλο, για να γίνει ένας φράχτης. Οι κορμοί στηρίζονταν και στις δύο όχθες του ποταμού, πάνω σε μεγάλες πέτρες ή σε χοντρά πλατάνια απ’ τη μια άκρη και σ’ ένα βράχο απ’ την άλλη. Κατόπιν καρφώνουν πάνω στους κορμούς άλλα ξύλα, τα πατήλια, σταυρωτά με μεγάλα καρφιά, που λέγονται τζιαβέτες (Εύβοια).
Πάνω απ’ τα πατήλια τοποθετούσαν μεγάλα κλαδιά δέντρων, τα οποία έπρεπε να έχουν πυκνό φύλλωμα (πουρνάρια, δάφνες…). Τα τοποθετούσαν το ένα κλαδί πάνω στο άλλο, ρίχνοντας και χώμα ή άμμο ποταμίσια, για να σχηματισθεί ένα παχύ στρώμα. Η δουλειά αυτή λεγόταν κλάρωμα.
Όλα τα παραπάνω γίνονταν από το καλοκαίρι. Πάντοτε τέλη Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου. Τότε άρχιζαν να κατεβάζουν νερό τα ρέματα.
Όταν η κατεβασιά ήταν σιγανή, όλα τα ξερόφυλλα, ξερόχορτα, ξερόκλαδα και χαμόκλαδα, που έφερνε και συμπαρέσυρε κολλούσαν πάνω στην κλαρωσιά της δέσης. Κι έτσι θα σχηματισθεί ένα πυκνό και στερεό σώμα, ένας φράχτης, που εμποδίζει να περνάει το νερό προς την κοίτη του ποταμού.
Μ’ αυτό τον τρόπο στερνιάζει το νερό πίσω από τη δέση και σηκώνεται στο ύψος που χρειάζεται για να μπει στο μυλαύλακο. Ακόμη βέβαια η δέση δεν ήταν έτοιμη. Χρειαζόταν κι άλλη πλημμύρα (=κατεβασιά) μεγαλύτερη, για να φέρει άμμο και λάσπη, να κυλήσει πέτρες και κοτρόνια μεγάλα, που θα φράξουν τη δέση, θα κάνουν ένα στρώμα σαν τοίχο. Τότε μπορούσα να πουν πως η δέση τελείωσε και στερεώθηκε. Βέβαια καμιά φορά η κατεβασιά ήταν πολύ μεγάλη και τότε τα κατέστρεφε όλα, οπότε έπρεπε να τα ξαναφτιάξουν απ’ την αρχή.
ΤΟ ΜΥΛΑΥΛΑΚΟ: Είναι το αυλάκι, που αρχίζει από τη δέση και φτάνει ως τη στέρνα του μύλου. Στην αρχή του μυλαύλακου, υπήρχε η παλκωσιά, δηλ. ένας ξύλινος φράχτης, που εμπόδιζε τα χοντρά ξύλα κι άλλες σαβούρες, να μπαίνουν στ’ αυλάκι και να δυσκολεύουν τη ροή του νερού. Χάρη στο φράχτη αυτόν, το νερό φτάνει καθαρό στο βαρέλι. Η παλκωσιά χρησίμευε κι όταν έκανε πλημμύρες. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ρόλος της ήταν ανασχετικός. Τα δέντρα εμπόδιζαν να περάσει πολύ νερό προς το μύλο, που σα συνέπεια θα είχε να προκληθούν ζημιές.
Μετά την παλκωσιά, υπήρχε η κόφτρα. Αυτή ήταν μια τομή του αυλακιού. Στη θέση της, απαραίτητα, τοποθετούσαν μια πόρτα, που την άνοιγαν το χειμώνα, για να φεύγει κάμποσο νερό, γιατί δεν χρειαζόταν όλο. Το μυλαύλακο συνεχιζόταν ως τη στέρνα, που βρισκόταν μπροστά στο βαρέλι, και πάνω από το μύλο.
ΤΟ ΚΑΘΑΡΙΣΜΑ: Το μυλαύλακο εκτός από την καθημερινή συντήρηση, καθαριζόταν 2 φορές το χρόνο. Η πρώτη το μήνα Μάιο, από υδρόβια χόρτα, που φυτρώνουν, άλλα μέσα στο νερό κι άλλα στα τοιχώματα του αυλακιού και αναχαιτίζουν τη ροή του νερού. Το δεύτερο καθάρισμα γινόταν τον Οκτώβριο, από μια γλοιώδη λάσπη, ανακατεμένη με φύλλα δέντρων, μούσκλια αλλά και από καβούρια και φίδια (τις νεροφίδες, όπως τα έλεγαν).
Η ΣΤΕΡΝΑ: Μια μεγάλη και ρηχή δεξαμενή, όπου συγκεντρωνόταν το νερό, που ερχόταν από το μυλαύλακο. Ο κάθε μυλωνάς προσπαθούσε να έχει όσο τη δυνατόν μεγαλύτερη στέρνα μπορούσε:
Α) γιατί δεν θα του έλειπε το νερό και θα άλεθε συνέχεια
Β) η πίεση του νερού, λόγω της μεγάλης ποσότητας αυτού, θα ήταν αυξημένη και κατά συνέπεια η δύναμη της πτώσης πολύ μεγάλη. Ο μύλος έτσι, θα δούλευε με περισσότερες στροφές και θα άλεθε περισσότερο.
ΤΟ ΧΤΙΣΤΟ ΑΥΛΑΚΙ: Από τη στέρνα το νερό έπεφτε στο βαρέλι, περνώντας πάντοτε από ένα χτιστό αυλάκι. Σ’ αυτό τοποθετούσαν 2 παλκωσιές, που χρειάζονταν για εμποδίζουν τα σκουπίδια να πέφτουν μέσα στο βαρέλι. Η πρώτη παλκωσιά ήταν πλατύτερη, σε σύγκριση με τη δεύτερη και ήταν φτιαγμένη με χοντρά ξύλα. Η τελευταία αυτή είναι ψιλή, από συρμάτινη σήτα. Ότι δεν συγκρατούσε η πρώτη, το συγκρατούσε η δεύτερη. Αφού το νερό περνούσε από τις παλκωσιές, καθαρό, έφτανε στο μπούλιο, ένα φράγμα, φτιαγμένο από χοντρό συνηθισμένο σανίδι. Έφραζε τελείως το νερό, για να μην περάσει προς το βαρέλι.
ΤΟ ΒΑΡΕΛΙ: Ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή και από τσίγκο και αποτελείτο, ανάλογα με την κρέμαση που θα είχε ο μύλος, από 2, 3 ως 4 τεμάχια (=κάδες). Η κάθε κάδη είχε μήκος 2-3 μέτρα και δενόταν με χοντρά στεφάνια, για να αντέχει στη μεγάλη πίεση του νερού. Στον πυθμένα, η κάδη ήταν στενή, ώστε να βγαίνει με δύναμη το νερό. Το βαρέλι στηριζόταν στο κολοβούτς και στον δράκο.
Η ΒΑΣΗ ΚΑΙ Η ΣΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΜΥΛΟΥ: Η βάση βρισκόταν στο ζουριό, που ήταν κάτω από τον μύλο. Το ζουριό ή καμάρα, ήταν ένας θολωτός θάλαμος και εκεί βρισκόταν η φτερωτή. Η βάση του μύλου αποτελείτο από τα προσκέφαλα και το ταμπάνι. Η στρώση φτιαχνόταν στο πάτωμα του μύλου και βρισκόταν ακριβώς πάνω απ’ τη βάση, σε ύψος 1-1,5 μ. πάνω απ’ το σημείο που έπεφτε το νερό. Τοποθετούσαν κορμούς δέντρων, όπως τοποθετούνται τα σανίδια στο πάτωμα το ένα πλάι στο άλλο. Άρχιζαν την τοποθέτηση από το πίσω μέρος, όπου βρισκόταν το βαρέλι. Έτσι σκεπαζόταν το μέρος καλά και δεν μπορούσε να πεταχτεί, από το ζουριό ούτε μια σταγόνα νερού, για να περάσει στη στρώση. Στο κέντρο ακριβώς της στρώσης άνοιγαν μια τρύπα, από την οποία θα περνούσε το αδράχτι, ο κεντρικός δηλ. άξονας κίνησης.
Η ΚΑΤΩ ΜΥΛΟΠΕΤΡΑ – Ο ΚΑΒΟΥΡΑΣ: Πάνω στη στρώση κι ακριβώς πάνω απ’ το κέντρο του ταμπανιού, τοποθετούσα την κάτω μυλόπετρα. Στερεωνόταν καλά και κυρίως φρόντιζαν να μη γέρνει προς κανένα μέρος. Αυτή η μυλόπετρα έμενε ακίνητη. Στο κέντρο της έφτιαχναν μια τετράγωνη τρύπα, όπου θα στηριζόταν ο κεντρικός άξονας κίνησης, το αδράχτι.
ΤΟ ΑΔΡΑΧΤΙ: Τετράγωνο ή στρογγυλό ξύλο, που το πλάνιζαν και το ευθυγράμμιζαν με μεγάλη προσοχή. Στην κορυφή του αδραχτιού (σε ατσάλινο στρογγυλό σίδερο), τοποθετούσαν οριζόντια, σε υποδοχή, ένα άλλο πλατύ σίδερο, που είχε δεξιά κι αριστερά από ένα πτερύγιο. Το σίδερο λεγόταν χελιδόνα. Στα πτερύγια της στηριζόταν η επάνω μυλόπετρα και κρατιόταν απ’ αυτά. Αυτή η μυλόπετρα κινιόταν, αφού περιστρεφόταν γύρω απ’ το αδράχτι.
ΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΦΤΕΡΩΤΗ: Την κίνηση τη δίνει η φτερωτή, που πάνω της χτυπούσε με ορμή το νερό. Η φτερωτή αποτελείτο από 2 ξύλινους κύκλους, εσωτερικό και εξωτερικό. Η κατασκευή τους ήταν τέτοια, ώστε το νερό χτυπώντας επάνω τους, να βρίσκει αντίσταση και να αναγκάζει τη φτερωτή να περιστρέφεται μαζί με το αδράχτι. Τα κουτάλια της φτερωτής άλλοτε ήταν ξύλινα και άλλοτε μεταλλικά, στερεωμένες η μια κοντά στην άλλη.
Η ΚΟΦΙΝΑ: Μια ξύλινη κάσα, σχήματος κόλουρου κώνου ή κόλουρης τετραγωνικής πυραμίδας. Την τοποθετούσαν πάνω ακριβώς από την πάνω μυλόπετρα και σ’ αυτήν έριχναν το σιτάρι ή άλλους καρπούς, που ήταν για άλεσμα. Από την κοφίνα ο καρπός έπεφτε στον κούτλα. Ο κούτλας ή καρύδι, ήταν ένα ημισφαιρικό κασάκι, κουφωμένο από μονοκόμματο ξύλο, με στόμιο μπροστά. Με το τρεμούλιασμα του κούτλα, ο καρπός έπεφτε λίγος-λίγος μέσα στις μυλόπετρες. Αν έπεφτε πολύς καρπός, τότε ο μύλος θα μπούκωνε και θα σταματούσε. Το ρολόι ή ραγουλάτορος ήταν ένας στρόφαλος στην μπροστινή πλευρά της κοφίνας και με το σχοινί αυτό ρύθμιζε ο μυλωνάς, πώς να πέφτει ο καρπός, πολύς ή λίγος. Όταν ο μύλος ήταν σηκωμένος, το σχοινί ήταν κατεβασμένο και ο καρπός έπεφτε πολύς. Το αλεύρι γινόταν χοντρό. Και όταν ο μύλος ήταν χαμηλωμένος, το σχοινί ήταν ανεβασμένο και ο καρπός έπεφτε λίγος, το αλεύρι έβγαινε ψιλό.
Ο ΚΟΘΡΟΣ: Τις μυλόπετρες τις έντυναν κυκλικά μ’ ένα ξύλινο (κόντρα-πλακέ) ή τσίγκινο κάλυμμα που λεγόταν κόθρος.
Η ΑΛΕΥΡΟΘΗΚΗ: Ένα είδος κάσας όπου θα έπεφτε το αλεύρι.
Η ΣΗΚΩΤΗΡΑ ΚΑΙ Η ΣΤΑΜΑΤΗΡΑ: Για να βγαίνει ψιλό ή χοντρό αλεύρι, χρησιμοποιούσαν τη σηκωτήρα, που βρισκόταν στα δεξιά της μυλόπετρας. Ήταν ένας σιδερένιος μοχλός που σήκωνε ή χαμήλωνε το ταμπάνι, οπότε και τη μυλόπετρα. Η σταματήρα βρισκόταν στην αριστερή πλευρά της μυλόπετρας, απέναντι από τη σηκωτήρα. Η δουλειά της ήταν να φράζει ή ν’ αφήνει ελεύθερη την τρύπα, από την οποία εκτοξευόταν το νερό και έδινε την κίνηση.
ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΟΥ ΜΥΛΩΝΑ
Τα πιο απαραίτητα εργαλεία του μυλωνά ήταν:
ΤΟ ΦΤΥΑΡΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΣΑΠΙ: Τα χρησιμοποιούσε κάθε μέρα στο αυλάκι.
ΤΑ ΜΥΛΟΚΟΠΙΑ: Τα χρησιμοποιούσε για να χαράζει τις μυλόπετρες.
ΟΙ ΚΟΥΦΟΣΜΙΛΕΣ: Για να κάνει κοίλα κάποια ξύλινα μέρη-εξαρτήματα του μύλου.
ΤΟ ΦΤΥΑΡΙ ΤΗΣ ΑΛΕΥΡΟΘΗΚΗΣ: Ξύλινο, φτιαγμένο από μικρό τετράγωνο σανίδι, με ξύλινη χειρολαβή. Μ’ αυτό ο μυλωνάς μάζευε το αλεύρι και το σάκιαζε στα σακιά.
Ο ΤΡΙΠΟΔΑΣ: Ξύλινο χαμηλό τραπεζάκι, πάνω στο οποίο στήριζαν την πάνω πέτρα όταν επρόκειτο να τη χαράξουν.
Ο ΠΑΠΑΣ: Ξύλο κυλινδρικό, πάνω στο οποίο τοποθετούσαν την πάνω μυλόπετρα και μπορούσαν έτσι κυλώντας το, εύκολα και άκοπα, να τη μετακινούν.
ΤΟ ΣΑΜΠΑΝΙ: Ήταν φτιαγμένο από τριχιά (=χοντρό σχοινί) και 2 ξύλα. Πάνω σ’ αυτό τοποθετούσαν τα τσουβάλια για να τα ζυγίσουν στο καντάρι.
Επίσης χρειαζόταν και πολλά εργαλεία του μαραγκού, όπως σκεπάρνι, πριόνι, ροκάνι, πλάνη, τριβέλι (τρυπάνι) κ.ά.
ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ
Δύο βουβάλια μουγκρίζουνε, να βγάλουν άσπρο χώμα. Τι είναι; (ο αλευρόμυλος)
Χίλιοι πάνε κι έρχονται και συναπαντιούνται. Τα κορμιά τους λιώνανε, το όνομά τους αλλάζανε. (το σιτάρι που αλέθουμε και γίνεται αλεύρι).
Γύρω-γύρω κάγκελα και στη μέση αλέθει ο μύλος. (το στόμα με τα δόντια)
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γλώσσα και Λαογραφία της Εύβοιας – ΣΕΤΤΑΣ Δ
Από http://users.sch.gr/vaxtsavanis/index.html





