του Στράτη Μυριβήλη
Προσφυγικά κάλαντα της Πρωτοχρονιάς του 1915.
Όλοι έχουμε πει τα κάλαντα όταν ήμασταν παιδιά. Βεβαίως, εκτός από τη διατήρηση του εθίμου, περιμέναμε και την οικονομική ενίσχυση από τους αφέντες του κάθε σπιτιού. Μόνο που μερικές φορές οι αφέντες ήταν σφιχτοχέρηδες και μεις τους αποπαίρναμε. Ένα τέτοιο καλάντισμα περιγράφει στο χρονογράφημά του «Αμήν!…» ο Στράτης Μυριβήλης, δημοσιευμένο στις 3 Ιανουαρίου 1915 στην εφημερίδα Σάλπιγξ της Λέσβου. Ο Μυριβήλης είναι, τότε, νεαρός δημοσιογράφος. Μόλις τον προηγούμενο Μάιο έχει αρχίσει να δημοσιογραφεί στην εφημερίδα, και τον Φεβρουάριο του 1915 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Κόκκινες ιστορίες. Την ίδια περίοδο στη Μυτιλήνη έχουν αφιχθεί οι μικρασιάτες πρόσφυγες του Πρώτου Διωγμού και προσπαθούν με κάθε τρόπο να επιβιώσουν. Κάποιοι έφηβοι πρόσφυγες για να ενισχύσουν το ατομικό και οικογενειακό τους εισόδημα ψάλουν τα κάλαντα κάπου κοντά στο σπίτι του Μυριβήλη, στην παλιά γειτονιά της Επάνω Σκάλας. Την απροθυμία της σπιτονοικοκυράς να προσφέρει τον απαραίτητο οβολό παρουσιάζει ο χρονογράφος.
Αριστείδης Καλάργαλης
Από δεξιά: Στράτης Μυριβήλης, Νίκος Πασαλής (λόγιος), Μιχαήλ Φραγκίδης (βιβλιοδέτης Κόκκινων ιστοριών), Μυτιλήνη 1915. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο περ. «Νέα Εστία», τχ. 1033, 15.7.1970, σ. 959.
Μια παρέα εφήβων προσφύγων εσταμάτησε κάτω από ένα πλουσιόσπιτο της γειτονιάς μου και άρχισε να λέει τα κάλαντα, τη συνοδεία μιας θορυβώδους τραμπούκας. Η βροχή έπεφτε ψυχρή και επίμονη, και οι νεαροί ψάλτες είχανε τα μελανιασμένα χέρια χωμένα στις τσέπες, τα κασκέτα χωμένα ως τα αυτιά, και οι μύτες κοκκίνιζαν ως ρεπανάκια.
Αφού εξύμνησαν τα κάλλη της κυράς λιγνής, κυράς ψηλής, κυράς καμαροφρύδας, η οποία εντούτοις εις την πραγματικότητα παρουσίαζε σωματικήν διάπλασιν εντελώς αντίθετην προς την περιγραφήν των ωραίων στίχων, και αφού έκαναν τον ίδιον πανηγυρικόν και για την κόρη, την οποίαν παρέστησαν πεντάμορφην σαν βασιλοπούλαν των παραμυθιών, χωρίς το καημένο το κορίτσι να διαμαρτυρηθεί διά το κατάφωρον ψεύδος το οποίον επέρριπτον επί της ξυλοκοπτοειδούς σιλουέτας την οποίαν ο ειλικρινής καθρέπτης παρουσίαζεν επί τω αντικρύσματί της, ηυχήθησαν χρόνια πολλά και περίμεναν την πληρωμήν των διά τας μουσικάς ευχάς που εσκόρπισαν πλούσια επί του ευπορούντος σπιτιού.
