Άρθρα για ‘ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Β΄ ΛΥΚΕΙΟΥ’

                                               ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ(1900-1943)                                                                          Μια λύπη Είναι βαριά, πολύ βαριά, σα σύγνεφο η λύπη, σύγνεφο χινοπωρινό που βρίσκει αραξοβόλι, πάνω απ’ το ήσυχο χωριό κι απ΄ την πολύβουη πόλη με μια βροχούλα σιγανή να πει το καρδιοχτύπι. Να ποτιστεί απ΄ το δάκρυ του και το έρμο περιβόλι, τα παραθύρια να χτυπά και από το τζάμι… (συνέχεια…)

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ (1851-1911)                                                Ο πολιτισμός εις το χωρίον (απόσπασμα) Ως προς την δευτέραν Στέργαιναν, δυστυχώς δεν ηλήθευσε το ρητόν, «η πρώτη δούλα, η δεύτερη κυρά». Η Θοδωριά, η πτωχή, υπέφερεν όλας τας αγγαρείας, όσας τής επέβαλλεν ο σύζυγός της…. (συνέχεια…)

Κ.Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (1896-1928) Ηλιοβασίλεμα Ο Φοίβος1 ροδοκόκκινος αργοκυλά στη δύση σέρνοντας σύννεφα χρυσά γι’ ασύγκριτη χλαμύδα σε λίγο πίσ’ απ’ το βουνό κει κάτω θε ν’ αφήσει μισόσβηστη και θαμπερή την υστερινή τ’ αχτίδα. Η θάλασσα π’ απλώνεται βουβή και νεκρωμένη ανατριχιάζει κάποτε στα χάδια του αγέρα κι οι ψαροπούλες2, ροδαλές στου ήλιου που πεθαίνει… (συνέχεια…)

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ (1902-1930)   Ω, μη με βλέπετε που κλαίω… Ω, μη με βλέπετε που κλαίω, δεν έχω θλίψη στην ψυχή μου. Ό,τι είχα στη ζωή μου ωραίο χάθηκε κ᾿ είμαι μοναχή μου. Είναι η ζωή μου χωρίς χάρη, χωρίς χαρά και χωρίς λύπη. Κι᾿ αν τη ματιά δε μου ’χουν πάρει, ο λογισμός μου… (συνέχεια…)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΣ (1867-1911)                                                        Η κερένια κούκλα (απόσπασμα) …Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κι έβγαζε ταχτικά ίσαμε οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε του ᾿δωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κι έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που του ᾿λεγε η καρδιά του, να στεφανωθεί τη… (συνέχεια…)

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (1888-1944) Χειμωνιάτικο τοπίο Έν’ αλλόκοτο φεγγάρι, σαν ένα κομμάτι πάγου, πεθαμένο, και στημένο μέσ’ στη μέση του πελάγου, μια βουβή, μεγάλη ξέρα, πιο γυμνή κι’ από παλάμη, μ’ ένα γέρικο, θλιμμένο, τραγικό μικρό καλάμι, κ’ ένας ίσκιος – ένα κάτι, που δεν ξαίρω τι έχει χάσει, κι’ από τότε φέρνει γύρα, μη μπορώντας… (συνέχεια…)

ΤΟ ΚΑΤΙΝΑΚΙ   Του Άγγελου Τερζάκη   Το βασίλειό της, φυσικά, ήταν η σκάλα της υπηρεσίας. Ένα κλουβί ψηλό-ψηλό, τετράγωνο, αρματωμένο γύρω-γύρω με σίδερα. Όταν σήκωνες ανάσκελα το κεφάλι, μα τόπο πολύ που να σου πονέσει ο σβέρκος, έβλεπες, εκεί, ψηλά, πολύ ψηλά, ένα κομμάτι γαλάζιον ουρανό, κομμένο στις τέσσερες πλευρές σα με το μαχαίρι…. (συνέχεια…)

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ (1905-1973) Δύσκολες νύχτες (απόσπασμα) […] Σήμερα όμως επερίμενα ένα σουβριάλι1. Ήτανε της πρωτοχρονιάς παραμονή και με πήρε μαζί του ο πατέρας στα μαγαζιά για να διαλέξω τα παιχνίδια μου. Δε μ’ άρεσε τίποτα. Οι πουλητάδες απελπισμένοι ξαναβάζουνε πίσω πάλι στη θέση τους τα πράματα που μου έδειξαν. Τι να τα κάνω εγώ …… (συνέχεια…)