Ωκεανοί και οικοσυστήματα συνεχίζουν να απορροφούν το μισό διοξείδιο του άνθρακα

Οι εκλύσεις αερίων έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά το 1960 και σήμερα η Γη έχει φθάσει να απορροφά διπλάσιο διοξείδιο από ό,τι πριν από 50 χρόνια

Αθήνα

Η Φύση ευτυχώς συνεχίζει να «ξελασπώνει» τους ανθρώπους, οι οποίοι συνεχίζουν να τής φορτώνουν όλο και περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα. Όμως, αυτή «ρουφάει», κυρίως στους ωκεανούς, στα δάση, αλλά και σε άλλα οικοσυστήματα, περίπου τη μισή από την ποσότητα του συγκεκριμένου «αερίου του θερμοκηπίου», που εκλύεται στην ατμόσφαιρα από τις διάφορες ανθρώπινες δραστηριότητες.

Μια νέα έρευνα Αμερικανών επιστημόνων του πανεπιστημίου του Κολοράντο και της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (ΝΟΑΑ) των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον βιογεωχημικό Άσλεϊ Μπαλαντάιν, η οποία δημοσιεύτηκε στο Nature και το Science, ανέλυσε στοιχεία 50 ετών σχετικά με το διοξείδιο του άνθρακα διεθνώς.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, παρά τη διαρκή αύξηση των εκπομπών αερίων, τα οικοσυστήματα της θάλασσας και της ξηράς δεν έχουν χάσει -ακόμα τουλάχιστον- την ικανότητά τους να απορροφούν σε μεγάλο μέρος αυτά τα αέρια και έτσι να αποτελούν πάντα μία πολύτιμη «ασπίδα» προστασίας κατά της κλιματικής αλλαγής.

Το συμπέρασμα αυτό είναι σημαντικό και εν μέρει καθησυχαστικό, επειδή ορισμένες άλλες μελέτες είχαν εκτιμήσει ότι ήδη η Φύση εμφανίζει σημάδια κορεσμού και σταδιακής αδυναμίας να παίξει αυτό τον ρόλο αναχώματος κατά της ανθρωπογενούς αλλαγής του κλίματος.

Προς το παρόν πάντως, φαίνεται πως οι ωκεανοί και τα άλλα οικοσυστήματα δεν έχουν μειώσει το ποσοστό διοξειδίου του άνθρακα που αφαιρούν από την ατμόσφαιρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν παραμένει πάντα ο κίνδυνος πως κάποια στιγμή η Φύση θα εμφανιστεί «απρόθυμη» (ή μάλλον ανίκανη) να παρέχει χείρα βοηθείας στους ανθρώπους- και όταν συμβεί αυτό, τότε η άνοδος της θερμοκρασίας αναμένεται να λάβει ανησυχητικά μεγάλες διαστάσεις.

Όπως χαρακτηριστικά είπε ο κλιματολόγος της ΝΟΑΑ Πίτερ Τανς, «δεν περιμένουμε ότι αυτό (η βοήθεια από τη Φύση) θα συνεχιστεί για πάντα».

Το διοξείδιο του άνθρακα εκλύεται στην ατμόσφαιρα κυρίως μέσω της καύσης ορυκτών καυσίμων, αλλά επίσης από τις δασικές πυρκαγιές και από φυσικές διαδικασίες. Το αέριο, στη συνέχεια, απορροφάται σε σημαντικό βαθμό από τα φυτά και από τα νερά των ωκεανών.

Η νέα έρευνα καθησυχάζει ότι προς το παρόν όλα μαζί τα γήινα οικοσυστήματα συνεχίζουν να τα βγάζουν πέρα με τις αυξημένες ποσότητες διοξειδίου που εκλύονται, απορροφώντας σταθερά περίπου τις μισές από αυτές.

Οι εκλύσεις αερίων έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά το 1960 και σήμερα η Γη έχει φθάσει να απορροφά διπλάσιο διοξείδιο από ό,τι πριν από 50 χρόνια. Το υπόλοιπο διοξείδιο συνεχίζει να συσσωρεύεται στην ατμόσφαιρα και να επιδεινώνει το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Σύμφωνα με τη μελέτη, περίπου 350 δισεκατομμύρια τόνοι άνθρακα (ισοδύναμοι με περίπου ένα τρισεκατομμύριο τόνους διοξειδίου) έχουν εκλυθεί μεταξύ των ετών 1959-2010.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ενώ στη δεκαετία του 1990, η απορρόφηση διοξειδίου από τα οικοσυστήματα φάνηκε να μειώνεται, στην επόμενη δεκαετία μετά το 2000 η απορρόφηση αυξήθηκε και πάλι.

Αυτή η διακύμανση από δεκαετία σε δεκαετία στον λεγόμενο «κύκλο του άνθρακα» της Γης δείχνει ότι οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμα καταλάβει καλά τις διαδικασίες μέσω των οποίων τα διάφορα οικοσυστήματα αφαιρούν το διοξείδιο από την ατμόσφαιρα. Όμως, όπως είπε ο Τανς, «από τη στιγμή που δεν γνωρίζουμε ούτε γιατί, ούτε πού ακριβώς συμβαίνει αυτή η φυσική διαδικασία, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε αυτήν».

Η αδυναμία αυτή, πρόσθεσε, δυσκολεύει, τις προβλέψεις για τα μελλοντικά επίπεδα του διοξειδίου στην ατμόσφαιρα και, κατά συνέπεια, την εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής στο μέλλον.

Οι ερευνητές εκτιμούν, πάντως, ότι «η απορρόφηση του διοξειδίου από τους ωκεανούς και τα οικοσυστήματα βαθμιαία θα επιβραδυνθεί».

Ήδη οι ωκεανοί έχουν γίνει πιο όξινοι, καθώς μόνο αυτοί απορροφούν περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου. Καθώς οι ωκεανοί γίνονται πιο όξινοι, δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να απορροφήσουν πρόσθετο διοξείδιο.

Ακόμα, όπως προειδοποιούν οι επιστήμονες, η απορρόφηση του διοξειδίου από τη Φύση δεν σημαίνει ότι αυτό εξαφανίζεται. Απλώς δεσμεύεται από τα φυτά, τους ωκεανούς και άλλες διαδικασίες, πράγμα που σημαίνει ότι, υπό κάποιες άλλες μελλοντικές συνθήκες, θα μπορούσε να απελευθερωθεί ξανά στην ατμόσφαιρα- και ίσως με μαζικό τρόπο.

Το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει αυξηθεί από περίπου 280 μέρη ανά εκατομμύριο (ppm) λίγο πριν τη Βιομηχανική Επανάσταση σε περίπου 394 μέρη σήμερα, ενώ ο ρυθμός του είναι σταθερά αυξητικός, με αποτέλεσμα εκτιμάται ότι θα φθάσει τα

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αναλυτικά στην εργασία μουsax

Ανταρκτική: Επιστήμονες είδαν πώς το CO2 αποθηκεύεται στον ωκεανό

Οι επιστήμονες της Βρετανικής Ερευνητικής Ομάδας της Ανταρκτικής και του αυστραλιανού Κέντρου Ερευνών για το Κλίμα και τα Οικοσυστήματα της Ανταρκτικής επικεντρώθηκαν στο Νότιο Ωκεανό, ο οποίος απορροφά το 40% των εκπομπών CO2 που καταλήγουν στη θάλασσα. (Πηγή:British Antarctic Survey)

Απαντήσεις για τη σχέση της υπερθέρμανσης του πλανήτη με την απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα από τον ωκενό επιχειρούν να δώσουν τα αποτελέσματα μιας νέας μελέτης Βρετανών και Αυστραλών επιστημόνων. Μελετώντας πυρήνες πάγου από την Ανταρκτική και τη Γροιλανδία, οι ερευνητές πιστεύουν ότι «ξεκλείδωσαν» το μηχανισμό που, με τη βοήθεια τεράστιων δινών και ρευμάτων, κατευθύνει το CO2 σε μεγάλα βάθη κρατώντας το εκεί για δεκάδες αιώνες.

Οι επιστήμονες της Βρετανικής Ερευνητικής Ομάδας της Ανταρκτικής και του αυστραλιανού Κέντρου Ερευνών για το Κλίμα και τα Οικοσυστήματα της Ανταρκτικής επικεντρώθηκαν στο Νότιο Ωκεανό, ο οποίος απορροφά το 40% των εκπομπών CO2 που καταλήγουν στη θάλασσα (περίπου το 25% επί των συνολικών εκπομπών που παράγονται). Με βάση τους πυρήνες πάγου που συνέλεξαν, εξέτασαν τις αλλαγές στις θερμοκρασίες και στο CO2 κατά την μεγαλύτερη -φυσική- κλιματική αλλαγή στην πρόσφατη ιστορία του πλανήτη: την υπερθέρμανση που σηματοδότησε τη λήξη της τελευταίας εποχής των πάγων.

Είδαν ότι όσο οι θερμοκρασίες της Ανταρκτικής ανέβαιναν, τόσο άλλαζαν τα ωκεάνια ρεύματα, με αποτέλεσμα το διοξείδιο του άνθρακα που βρισκόταν «εγκλωβισμένο» στα βάθη του Νοτίου Ωκεανού, να αρχίσει να εκλύεται στην ατμόσφαιρα. Παλαιότερες μελέτες έδειχναν ότι από την άνοδο των θερμοκρασιών ως την απελευθέρωση του CO2 μπορούν να μεσολαβήσουν έως και 1000 χρόνια. Τα συμπεράσματα της νέας μελέτης καταδεικνύουν ότι το διάστημα που χωρίζει τις διαδικασίες αυτές, τουλάχιστον στην υπό εξέταση περίοδο, ήταν πολύ μικρότερο.

«Οι πυρήνες πάγου αποκαλύπτουν μια σχεδόν ταυτόχρονη αύξηση θερμοκρασιών και διοξειδίου του άνθρακα», λέει ο Τζόελ Πέντρο από την ερευνητική ομάδα του αυστραλιανού ιδρύματος. «Εάν υπήρξε μια μικρή καθυστέρηση, αυτή πιθανότατα δεν ξεπερνούσε τα 400 χρόνια.»

Οι επιστήμονες είδαν επίσης ότι τα ρεύματα που μεταφέρουν το CO2 από την επιφάνεια στο βυθό εκδηλώνονται σε συγκεκριμένα σημεία. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι το διοξείδιο του άνθρακα που προκύπτει π.χ. από την καύση ορυκτών καυσίμων, δεν μπορεί να απορροφηθεί από το ενιαίο σώμα του ωκεανού, όπως είχαν καταδείξει άλλες μελέτες, αλλά μόνο από ορισμένες περιοχές και υπό προϋποθέσεις.

Βρήκαν ότι ένας συνδυασμός ανέμων, δινών και γιγάντιων ρευμάτων πλάτους έως και 1.000 χλμ. ευνοεί την απορρόφηση του CO2 σε πολύ μεγάλα βάθη και την αποθήκευσή του εκεί για δεκαετίες ή και αιώνες. Σε άλλες περιοχές, όπου δεν υπάρχουν οι συνθήκες για τη δημιουργία αυτού του μηχανισμού, το διοξείδιο του άνθρακα «αντανακλάται» πίσω στην ατμόσφαιρα, στο πλαίσιο ενός φυσικού κύκλου.

«Τώρα που έχουμε μια καλύτερη αντίληψη των μηχανισμών απορρόφησης άνθρακα, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις επιπτώσεις του κλίματος που αλλάζει και της μελλοντικής απορρόφησης άνθρακα από τον ωκεανό», λέει ο Ζαν-Μπατίστ Σαλέ από τη Βρετανική Ερευνητική Ομάδα της Ανταρκτικής. Τα αποτελέσματα της μελέτης θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη βελτίωση των μοντέλων, με τα οποία γίνονται προβλέψεις για την κλιματική αλλαγή.

Νέα θεωρία για την προέλευση της Σελήνης

Σύμφωνα με την επικρατέστερη – έως σήμερα – θεωρία για τη δημιουργία της Σελήνης, το φεγγάρι είναι προϊόν μίας σύγκρουσης του πλανήτη μας με έναν άλλο πλανήτη στο μέγεθος του Αρη, πριν από περίπου 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια. (Πηγη: NASA)

Σύμφωνα με την επικρατέστερη – έως σήμερα – θεωρία για τη δημιουργία της Σελήνης, το φεγγάρι είναι προϊόν μίας σύγκρουσης του πλανήτη μας με έναν άλλο πλανήτη στο μέγεθος του Αρη, πριν από περίπου 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, όταν ακόμη το ηλιακό σύστημα σχηματιζόταν και η Γη ήταν μια φλεγόμενη περιστρεφόμενη σφαίρα. Μια ομάδα επιστημόνων από τα πανεπιστήμια της Βέρνης, της Ζυρίχης και του Λουντ, προτείνουν μια νέα θεωρία για αυτό το πολυσυζητημένο ζήτημα σύμφωνα με την οποία η Γη χτυπήθηκε από ένα πολύ μεγαλύτερο και ταχύτερο σώμα από τις υπάρχουσες εικασίες.

Πέρα από θεωρίες που εμπεριέχουν κάποια σύγκρουση, έχει προταθεί και η πιθανότητα η Σελήνη να αποκολλήθηκε από τη Γη εξαιτίας των φυγοκεντρικών δυνάμεων που προκάλεσε η πιο γρήγορη περιστροφή της Γης στο παρελθόν, ή απλά να πρόκειται για κάποιο σώμα του ηλιακού συστήματος που περνώντας από τη Γη, μπήκε σε τροχιά γύρω της. Καθώς όμως υπάρχουν επιχειρήματα εναντίον και των δύο παραπάνω πιθανοτήτων, η θεωρία της βίαιης σύγκρουσης είναι η πιο ευρέως αποδεκτή. Η βίαιη σύγκρουση προκάλεσε την απελευθέρωση μια μεγάλης πύρινης μάζας η οποία αιχμαλωτίστηκε από τη βαρύτητα της Γης και έμεινε σε τροχιά γύρω της, πάγωσε, και είναι αυτό που σήμερα αποκαλούμε Σελήνη.

Ο θεωρητικός πλανήτης που συγκρούστηκε με τη Γη ονομάζεται Θεία, έχοντας πάρει το όνομά του από την ελληνική μυθολογία και την κόρη της Γης και του Ουρανού. Το ακριβές όμως μέγεθος του πρωτοπλανήτη που συγκρούστηκε με τη Γη, η ταχύτητά του και οι συνθήκες της σύγκρουσης παραμένουν θέμα συζήτησης.

Η θεωρία της σύγκρουσης των δύο σωμάτων οδηγεί στο συμπέρασμα πως η Σελήνη αποτελείται από μια μείξη υλικών της Γης και της Θείας, τα οποία ως ένα βαθμό θα έπρεπε να διαφέρουν. Μελετώντας δείγματα από βράχους στο φεγγάρι και συγκρίνοντάς τα με τη σύνθεση των υλικών στη Γη, είναι δυνατόν από την αναλογία των υλικών στη Γη και στη Σελήνη να βγουν συμπεράσματα για το μέγεθος της Θείας και τα χαρακτηριστικά της πρόσκρουσης με τη Γη. Από τη χημική ανάλυση των δειγμάτων φαίνεται πως η σύνθεση της Σελήνης είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό όμοια με αυτή της Γης, από ότι θα περίμενε κανείς από μια προσομοίωση της σύγκρουσης της Γης, με ένα σώμα με μέγεθος παρόμοιο με τον Αρη.

Στηριζόμενοι σε στοιχεία από χημικές αναλύσεις, και σε γεωλογικές έρευνες της επιφάνειας της Σελήνης, στη νέα έρευνα οι ερευνητές πραγματοποίησαν μια προσομοίωση της σύγκρουσης σε υπολογιστή και προτείνουν πως το μέγεθος της Θείας και η ταχύτητά της ήταν πολύ μεγαλύτερα από ότι μέχρι σήμερα πιστεύεται. Οι ερευνητές υποστηρίζουν πως μια σύγκρουση στην οποία η Θεία χτύπησε τη Γη με μεγάλη ταχύτητα ίση με περίπου 1,2 με 1,4 φορές την ταχύτητα διαφυγής από τη βαρύτητα της Γης (11χλμ το δευτερόλεπτο), και υπό γωνία περίπου 30 μοιρών, χάνοντας μόνο ένα μικρό μέρος της μάζας της κι έπειτα συνεχίζοντας εξοστρακισμένη τη φρενήρη πορεία της στο ηλιακό σύστημα, θα μπορούσε να εξηγήσει τη δημιουργία και τη σύνθεση της Σελήνης, σε αντιστοιχία με το γεγονός πως η Σελήνη αποτελείται κατά κύριο λόγο από υλικά που προέρχονται από τη Γη.

Μέχρι πρότινος, η παραδοχή ήταν πως η ταχύτητα της Θείας ήταν της τάξης των 4χλμ το δευτερόλεπτο, υπό μία γωνία 45 μοιρών, κάτι που σημαίνει πως η Γη και η Θεία συνενώθηκαν μετά τη σύγκρουση σε ένα μοναδικό σώμα. Λόγω της σύγκρουσης, τα υλικά της Θείας εισχώρησαν στο εσωτερικό της ρευστής Γης, και σήμερα μένουν παγιδευμένα στο εσωτερικό του μανδύα της. Το νέο μοντέλο προτείνει μια εντελώς διαφορετική πιθανότητα λοιπόν, στην οποία η σύγκρουση ήταν πιο βίαια, αλλά λιγότερο μετωπική.Αν και το θέμα παραμένει ανοικτό, μια λεπτομερέστερη ανάλυση των αναλογιών των υλικών της Σελήνης και της Γης, και ένας νέος γύρος ακριβέστερων προσομοιώσεων θα μπορούσαν να αποτελέσουν απόδειξη υπέρ ή εναντίον αυτής της νέας θεωρίας.

Τάφρος στο μέγεθος του Γκραν Κάνιον κάτω από τους πάγους της Ανταρκτικής

Τάφρος στο μέγεθος του Γκραν Κάνιον κάτω από τους πάγους της Ανταρκτικής

Το ρήγμα βρίσκεται κάτω από το ποτάμι πάγου του Ferrigno, τίποτα όμως δεν διακρίνεται από αέρος
Το ρήγμα βρίσκεται κάτω από το ποτάμι πάγου του Ferrigno, τίποτα όμως δεν διακρίνεται από αέρος   (Φωτογραφία:  BAS )
Η ανακάλυψη

Ερευνητές της Βρετανικής Αποστολής της Ανταρκτικής (BAS) εντόπισαν το ρήγμα με τη βοήθεια ειδικών ραντάρ που μπορούν να «διεισδύουν» κάτω από το παχύ στρώμα πάγων. Το ρήγμα εντοπίστηκε στην περιοχή Ferrigno Ice Stream η οποία είναι πολύ απομονωμένη. Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από την τωρινή έρευνα η συγκεκριμένη περιοχή είχε δεχθεί μόλις άλλη μια επίσκεψη ανθρώπων πριν από δύο έτη και πάλι για ερευνητικούς σκοπούς. Το ρήγμα υπολογίζεται ότι έχει βάθος 1,5 χλμ. Το Γκραν Κάνιον έχει βάθος 1,8 χλμ.


To ρήγμα όπως διακρίνεται στο γεωραντάρ

Οι δορυφορικές παρατηρήσεις έχουν δείξει μεγάλη απώλεια των πάγων στη συγκεκριμένη περιοχή τα τελευταία χρόνια και για αυτόν τον λόγο η επιστημονική κοινότητα θέλησε να την μελετήσει από κοντά. Η πρώτη αποστολή έγινε πριν από δύο έτη και πάλι από ερευνητές της BAS – και στις δύο αποστολές έγινε προσπάθεια χαρτογράφησης του υπεδάφους.

Οι ερευνητές τοποθέτησαν το ειδικό ραντάρ σε έλκηθρο και προχωρούσαν σέρνοντάς το πάνω στους πάγους. Τελικά κατάφεραν να χαρτογραφήσουν το υπέδαφος σε μια έκταση 2,5 χιλιάδων χλμ. Όπως αναφέρουν, το ρήγμα συνδέεται με την τάφρο Belgica που βρίσκεται στον πυθμένα της θάλασσας.

Μέσω της τάφρου διοχετεύεται στο ρήγμα θαλασσινό νερό που έχει σχετικά υψηλή θερμοκρασία και το οποίο τελικά έρχεται σε επαφή με τους πάγους. Η επαφή αυτή επιταχύνει τη μετακίνηση των πάγων προς τη θάλασσα στην οποία τελικά καταλήγουν.

Βήμα ScienceNewsroom ΔΟΛ

Γροιλανδία: Σοκάρει η συρρίκνωση των πάγων τον Ιούλιο

Σύμφωνα με τη NASA, μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες, από τις 8 έως τις 12 του μηνός, η έκταση με πάγο που λιώνει αυξήθηκε από το 40% επί της συνολικής επιφάνειας του παγοκαλύμματος στο 97%!

Εικόνες από δορυφόρους αποκαλύπτουν την πρωτοφανή υποχώρηση των πάγων της Γροιλανδίας κατά το μήνα Ιούλιο. Το θέαμα άφησε με το στόμα ανοιχτό επιστήμονες, οι οποίοι παρακολουθούν στενά την περιοχή εδώ και δεκαετίες. Σύμφωνα με τη NASA, μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες, από τις 8 έως τις 12 του μηνός, η έκταση με πάγο που λιώνει αυξήθηκε από το 40% επί της συνολικής επιφάνειας του παγοκαλύμματος στο 97%!

Οι πάγοι λιώνουν κάθε καλοκαίρι, όμως η τόσο ραγδαία αλλαγή της εικόνας έκανε αρχικά τους επιστήμονες να πιστέψουν ότι κάπου είχε γίνει λάθος. «Ήταν τόσο εξωπραγματικό που αρχικά αμφέβαλα για το αποτέλεσμα: ήταν πραγματικό ή οφειλόταν σε κάποιο λάθος στα δεδομένα;», παραδέχεται ο Σον Γκιεμ από το Εργαστήριο Αεριοπροώθησης της αμερικανικής διαστημικής υπηρεσίας.

Για να γίνει αντιληπτή η βαρύτητα των παρατηρήσεων, κάθε καλοκαίρι λιώνει περίπου το μισό παγοκάλυμμα της Γροιλανδίας και το νερό από την τήξη ξαναπαγώνει επί τόπου σε μεγάλα υψόμετρα. Φέτος όμως, σχεδόν ολόκληρη η επιφάνεια – από τις παράκτιες παρυφές της ως το κέντρο της, όπου ο πάγος ξεπερνά σε πάχος τα τρία χιλιόμετρα- έλιωσε, λιγότερο ή περισσότερο. Κατά τη NASA, η φετινή συρρίκνωση αποτελεί ρεκόρ τριακονταετίας, ένα ρεκόρ που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς οι παρατηρήσεις έγιναν με τη βοήθεια τριών διαφορετικών δορυφόρων.

Ορισμένοι ερευνητές εκτιμούν ότι το φαινόμενο μπορεί να οφείλεται σε ένα «θόλο» θερμού αέρα, ο οποίος καλύπτει τη Γροιλανδία. «Κάθε διαδοχικό κύμα είναι μεγαλύτερο από το προηγούμενο», γράφει σε ανακοίνωση της NASA ο Τόμας Μόουτ από το Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια. Διευκρινίζει ότι το τελευταίο από αυτά τα κύματα άρχισε να «σαρώνει» τη Γροιλανδία στις 8 Ιουλίου. Τρεις ημέρες αργότερα ο «θόλος» κάλυψε την περιοχή πάνω από το – έκτασης 1,7 εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων- παγοκάλυμμα μέχρι τις 16 του μηνός, οπότε και άρχισε να διαλύεται.

Σύμφωνα με τη γνωστή έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή, που δόθηκε στη δημοσιότητα το 2007, εάν το παγοκάλυμμα της Γροιλανδίας λιώσει εντελώς, η στάθμη των υδάτων παγκοσμίως θα μπορούσε να ανεβεί ακόμη και κατά 7 μέτρα. Aγνωστο παραμένει ωστόσο κατά πόσο οι τελευταίες παρατηρήσεις θα επηρεάσουν τη συνολική απώλεια πάγου για το καλοκαίρι του 2012, ανεβάζοντας τη στάθμη της θάλασσας.

http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=2214190

Η πρόληψη σώζει από τον καρκίνο των όρχεων (ειδικά για τους νέους)! Προσέχετε για…

http://www.alfavita.gr/artro.php?id=69487

Λύθηκε, έπειτα από 30 χρόνια, το μυστήριο των αποστολών Pioneer

Τα ιστορικά Pioneer ήταν τα πρώτα σκάφη που έφτασαν και ξεπέρασαν την τροχιά του Δία
Τα ιστορικά Pioneer ήταν τα πρώτα σκάφη που έφτασαν και ξεπέρασαν την τροχιά του Δία   (Φωτογραφία:  NASA )
Πασαντίνα, Καλιφόρνια

Καθώς πλησίαζαν τον Κρόνο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τα δίδυμα σκάφη Pioneer 10 και 11 άρχισαν να επιβραδύνονται ανεπαίσθητα, αρκετά όμως για να προβληματίσουν τους επιστήμονες της NASA. Θα μπορούσε άραγε αυτή η επιβράδυνση να διαψεύσει τη θεωρία της Γενικής Σχετικότητας που περιγράφει τη βαρύτητα;

Τελικά, ο Άινσταϊν τη γλίτωσε για ακόμα μια φορά: Η ομάδα ενός επίμονου φυσικού της NASA ανακοίνωσε ότι η επιβράδυνση οφειλόταν στη θερμότητα που εξέπεμπαν τα σκάφη.

Η ζέστη από τις θερμοηλεκτρικές γεννήτριες πλουτωνίου που τροφοδοτούσαν τα Pioneer χανόταν στο Διάστημα υπό τη μορφή υπέρυθρης ακτινοβολίας, η οποία με τη σειρά της ωθούσε τα σκάφη προς την αντίθετη κατεύθυνση, επιβραδύνοντάς τα.

«Το φαινόμενο μοιάζει με το να οδηγεί κανείς ένα αυτοκίνητο και να επιβραδύνεται από τα φωτόνια που εκπέμπουν οι προβολείς» εξηγεί ο Σλάβα Τουρίσεβ, Ρώσος φυσικός που εργάζεται σήμερα στο Εργαστήριο Αεριώθησης (JPL) της NASA στην Καλιφόρνια.

H θεωρία της «πίεσης της ακτινοβολίας», όπως ονομάζεται το φαινόμενο που περιγράφει ο Τουρίσεβ, είχε προταθεί και με προηγούμενες μελέτες, οι οποίες όμως δεν εξέτασαν έναν τόσο μεγάλο όγκο δεδομένων και δεν θεωρήθηκαν απόλυτα πειστικές.

Τα Pioneer και η σχετικότητα

Τα Pioneer 10 και 11 εκτοξεύτηκαν το 1972 και το 1973 αντίστοιχα με αποστολή να εξερευνήσουν για πρώτη φορά το Ηλιακό Σύστημα πέρα από την τροχιά του Δία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι υπεύθυνοι της διπλής αποστολής αντιλήφθηκαν ότι τα σκάφη επιβραδύνονταν καθώς πλησίαζαν το σύστημα του Κρόνου. Αρχικά, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι η επιβράδυνση προκλήθηκε από ίχνη προωθητικού καυσίμου που είχαν μείνει στους σωλήνες μετά την απενεργοποίηση των κινητήρων.

Το μυστήριο όμως επανήλθε το 1998, όταν τα δύο σκάφη βρίσκονταν σε απόσταση 13 δισεκατομμυρίων χιλιομέτρων, πολύ πέρα από την τροχιά του Πλούτωνα. Οι επιστήμονες κατάλαβαν τότε ότι υπήρχε μια πραγματική επιβράδυνση κατά περίπου 0,9 νανόμετρα ανά δευτερόλεπτο στο τετράγωνο.

Αυτή η μεταβολή της ταχύτητας ήταν βέβαια ανεπαίσθητη, προκάλεσε όμως μεγάλη αναστάτωση μεταξύ των φυσικών. Στο ταξίδι τους προς το εξώτερο Ηλιακό Σύστημα, τα Pioneer επιβραδύνονταν λόγω της βαρυτικής έλξης του Ήλιου. Όλα όμως έδειχναν ότι η επιβράδυνση αυτή ήταν μεγαλύτερη από ό,τι προέβλεπε για τη βαρύτητα η θεωρία της Γενικής Σχετικότητας.

Το φαινόμενο βαφτίστηκε «ανωμαλία των Pioneer» και έκανε τους φυσικούς να αναρωτιούνται αν έπρεπε ξαναγραφτούν οι νόμοι της βαρύτητας;

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ο Δρ Τουρίσεβ και οι συνεργάτες του σκέφτονταν να ζητήσουν από τη NASA να εκτοξεύσει μια νέα αποστολή ειδικά για να διερευνήσει το μυστηριώδες φαινόμενο. Πριν όμως απευθύνουν επίσημο αίτημα, ήθελαν να βεβαιωθούν ότι δεν τους είχε ξεφύγει κάποια απλούστερη εξήγηση για την επιβράδυνση.

Οι ερευνητές δεν μπορούσαν να εξετάσουν νέα δεδομένα από τις αποστολές, αφού το Pioneer 11 σίγησε οριστικά το 1995 και το Pioneer 10 ακολούθησε το 2003.

Ο Τουρίσεβ άρχισε λοιπόν να συλλέγει παλιά δεδομένα από κέντρα της NASA σε διάφορες τοποθεσίες των ΗΠΑ. Βρήκε μάλιστα ένα κουτί γεμάτο μαγνητικές ταινίες κάτω από μια σκάλα του JPL, και κατάφερε να τις διαβάσει σώζοντας ένα μαγνητόφωνο που επρόκειτο να πεταχτεί στα σκουπίδια.

Η ανάλυση των ψηφιοποιημένων δεδομένων τηλεμετρίας και επικοινωνιών επέτρεψε τελικά στον επίμονο Τουρίσεβ να λύσει το μυστήριο των 30 ετών.

Η ομάδα του διαπίστωσε ότι αυτό που συνέβαινε στα Pioneer δεν συνέβαινε σε διαστημικά σκάφη διαφορετικού σχεδιασμού. Για παράδειγμα, η επιβράδυνση ήταν άφαντη στα σκάφη Voyager, στα οποία οι προωθητήρες βρίσκονταν σε διαφορετική θέση.

«Όπως φαίνεται, η καθιερωμένη φυσική δικαιώθηκε» σχολιάζει τώρα ο Τουρίσεβ. «Θα ήταν βέβαια συναρπαστικό να ανακαλύψουμε ένα νέο είδος φυσικής, τουλάχιστον όμως λύσαμε ένα μυστήριο.

Η μελέτη του δημοσιεύτηκε στην έγκριτη επιθεώρηση Physics Review Letters.

Newsroom ΔΟΛ

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων