O Αρης έχει τεκτονικές πλάκες – Εντυπωσιακή ανακάλυψη στη σκιά της αποστολής του Curiosity

O Αρης έχει τεκτονικές πλάκες
O Αρης διαθέτει τεκτονικές πλάκες, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό για τη μελέτη τους και στη Γη
Νεα Υόρκη 

Ενας επιστήμονας στις ΗΠΑ πραγματοποίησε μια εντυπωσιακή ανακάλυψη σχετικά με τον Αρη η οποία όμως «χάνεται» μέσα στο παγκόσμιο ενδιαφέρον που έχει συγκεντρώσει ο ρομποτικός εξερευνητής Curiosity ο οποίος βρίσκεται εδώ και λίγα 24ωρα στον Κόκκινο Πλανήτη. Σύμφωνα με τον επιστήμονα, ο Αρης διαθέτει τεκτονικές πλάκες ενώ μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι σε ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα τεκτονικές πλάκες υπάρχουν μόνο στη Γη. Η μελέτη της τεκτονικής δραστηριότητας του Αρη θα προσφέρει πολύτιμα στοιχεία και για εκείνη στη Γη.

Η ανακάλυψη

Ο Αν Γιν, καθηγητής Γήινων και Διαστημικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Λος Αντζελες (UCLA), μελέτησε 100 δορυφορικές εικόνες από το σκάφος THEMIS καθώς και από τον δορυφόρο MRO που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Αρη. Υποστηρίζει ότι σε 15 εξ αυτών αποκαλύπτεται η ύπαρξη τεκτονικών πλακών στον Αρη.

«Μελετώντας τις δορυφορικές εικόνες του Αρη διαπίστωσα πολλά γεωμορφολογικά και άλλα χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα στο Θιβέτ, στα Ιμαλάϊα και στην Καλιφόρνια» αναφέρει ο Γιν που έχει πραγματοποιήσει ενδελεχείς γεωλογικές έρευνες στο Θιβέτ και στα Ιμαλάϊα όπου διαχωρίζονται δύο από τις επτά τεκτονικές πλάκες της Γης. «Ο Αρης βρίσκεται σε πρώιμο τεκτονικό στάδιο και έτσι μπορούμε να βρούμε στοιχεία για το πώς δημιουργήθηκαν και εξελίχθηκαν οι τεκτονικές πλάκες στη Γη» συνεχίζει ο επιστήμονας που δημοσιεύει την έρευνα του στην επιθεώρηση «Lithosphere».

Σύμφωνα με τον Γιν το Valles Marineris, το μεγαλύτερο φαράγγι στο ηλιακό μας σύστημα, είναι προϊόν της τεκτονικής δραστηριότητας του Κόκκινου Πλανήτη δίνοντας έτσι και μια λύση στο μυστήριο που υπάρχει γύρω από τη δημιουργία του. Το Valles Marineris έχει μήκος μεγαλύτερο των 3.000 χιλιομέτρων, πλάτος ως και 600 χιλιόμετρα, και βάθος μέχρι και 8 χιλιόμετρα.Συγκριτικά, το Γκραντ Κάνιον στην Αριζόνα έχει μήκος 800 χιλιόμετρα, 30 χιλιόμετρα πλάτος, και 1,8 χιλιόμετρα βάθος.
 
tovima.gr, 10/8/2012

 

Μικρόβια μασουλάνε απόβλητα και παράγουν ηλεκτρισμό

Αθήνα

Τα μικρόβια θα μπορούσαν να παράγουν ηλεκτρισμό αρκετό για να τροφοδοτήσει ένα ολόκληρο εργοστάσιο επεξεργασίας αποβλήτων και βιολογικού καθαρισμού. Aυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν Αμερικανοί επιστήμονες του πανεπιστήμιου της Πενσιλβάνια.

Τα μικρόβια που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την επεξεργασία (διάσπαση) της βιομάζας των αποβλήτων, είναι επίσης δυνατό να παράγουν και ρεύμα.

Η τεχνολογία βασίζεται στη νέα επιστήμη της «ηλεκτρο-μικροβιολογίας» που αξιοποιεί τη δυνατότητα ορισμένων μικροοργανισμών να «γεννούν» ηλεκτρικό ρεύμα έξω από τα κύτταρά τους.

Έτσι, τα μικρόβια θα ήταν εφικτό να καθαρίζουν υγρά απόβλητα, «τρώγοντας» την οργανική ύλη που περιέχεται στα τελευταία και, στη συνέχεια, να χρησιμοποιούν την ενέργεια που δημιουργεί ο μεταβολισμός των ουσιών, για να παράγουν βιο-ηλεκτρισμό που μετά μπορεί να αποθηκευθεί.

Όπως μετέδωσε το Reuters, οι ερευνητές με επικεφαλής τον Μπρους Λόγκαν, οι οποίοι δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο «Science» περιγράφουν μία διαδικασία κατά την οποία ορισμένα μικρόβια συνδέονται με συσκευές παραγωγής και αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας.

Η μικροβιακή ηλεκτρο-χημική τεχνολογία, που βρίσκεται στα αρχικά στάδιά της, έχει ήδη προσελκύσει το ενδιαφέρον διαφόρων μικρών και μεγάλων εταιρειών, μεταξύ των οποίων η Siemens και η General Electric.

Προς το παρόν όμως, υπάρχουν αρκετά εμπόδια, όπως το υψηλό κόστος κατασκευής του αναγκαίου μηχανικού εξοπλισμού, ενώ πρέπει να βελτιωθεί περαιτέρω η ενεργειακή αποδοτικότητα της τεχνικής για να είναι οικονομικά βιώσιμη.

Όπως είπε ο Λόγκαν, πέρα από την ανάγκη να πέσει το κόστος των χρησιμοποιούμενων υλικών, χρειάζεται επίσης πολιτική βούληση και η αναγκαία χρηματοδότηση.

Εκτός από ηλεκτρισμό, η ίδια τεχνολογία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα μικρόβια για τη δημιουργία βιοκαυσίμων, αέριου υδρογόνου, μεθανίου και άλλων χρήσιμων ανόργανων και οργανικών χημικών ουσιών.

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο πλανήτης απορροφά περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα – για τώρα

Τον τελευταίο μισό αιώνα η παραγωγή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα μπορεί να έχει αυξηθεί κατά πολύ, όμως μέχρι στιγμής, η φύση ανταποκρίνεται συνεχίζοντας να απορροφά περίπου τη μισή παραγόμενη ποσότητα. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας ανάλυσης ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο και την αμερικανική Εθνική Υπηρεσία Ωκεανών και Ατμόσφαιρας. Οι επιστήμονες ωστόσο προειδοποιούν ότι αυτό είναι πιθανό να μη συνεχιστεί εσαεί.

Η μελέτη καταδεικνύει ότι οι φυσικές διεργασίες απορρόφησης διοξειδίου του άνθρακα ακολουθούν τα δεδομένα που αλλάζουν, αν και η υπόλοιπη μισή ποσότητα εξακολουθεί να καταλήγει στην ατμόσφαιρα. Συγκεκριμένα, η άντληση και η αποθήκευση CO2 από τους λεγόμενους «απορροφητήρες», δηλαδή τον ωκεανό ή τα δέντρα, έχει υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία 50 χρόνια, από τα 2,4 δισεκατομμύρια τόνους, το 1960, στα 5 δισεκατομμύρια, το 2010. Το ίδιο διάστημα, οι εκπομπές CO2 που παράγονται από την καύση ορυκτών καυσίμων έχουν τετραπλασιαστεί, σύμφωνα με την έκθεση που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Nature.

Παλαιότερες, μικρότερης κλίμακας μελέτες καταδείκνυαν ότι ο πλανήτης βρίσκεται σε σημείο καμπής, πέρα από το οποίο δεν θα μπορεί να απορροφήσει περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα. «Εμείς αποφασίσαμε να πάμε ένα βήμα πίσω και να εξετάσουμε εάν αυτό συμβαίνει σε παγκόσμια κλίμακα», λέει ο ʼσλεϊ Μπάλανταϊν από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, βασικός συντάκτης της έκθεσης. «Η απάντηση είναι όχι.»

Ο Μπάλανταϊν και οι συνεργάτες του βασίστηκαν σε υπολογισμούς των ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα τον τελευταίο μισό αιώνα και αφαίρεσαν την ποσότητα που διοχετεύτηκε και παρέμεινε στην ατμόσφαιρα, υποθέτοντας ότι το υπόλοιπο απορροφήθηκε από τη βλάστηση ή τον ωκεανό. Η μέθοδος φαντάζει ίσως απλοϊκή, όμως «εμείς οι επιστήμονες μπορούμε να επικεντρωθούμε υπερβολικά στις λεπτομέρειες και να χάσουμε τη μεγάλη εικόνα», παραδέχεται ο ερευνητής.

Ο υπολογισμός του CO2 που εκπέμπεται τους δυσκόλεψε, αφού οι εκπομπές δεν μπορούν να μετρηθούν άμεσα, αλλά με γνώμονα την οικονομική δραστηριότητα της εκάστοτε περιοχής. Σε ραγδαία αναπτυσσόμενες χώρες όπως είναι η Κίνα για παράδειγμα, «η ανάπτυξη επιτυγχάνεται πολύ γρήγορα και η μέτρηση των εκπομπών δεν συνάδει απαραίτητα [με τις πραγματικές εκπομπές] οπότε υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο λάθους». Προκειμένου να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα λαθών, η ομάδα συνδύασε εκτιμήσεις από τρεις διαφορετικές πηγές.

Το διοξείδιο του άνθρακα μπορεί να παραμείνει «αποθηκευμένο» στα βάθη των ωκεανών για αιώνες. Τα φυτά και τα δέντρα επίσης το χρησιμοποιούν, όμως αργότερα το διοχετεύουν και πάλι στην ατμόσφαιρα, μέσω της αναπνοής ή με την καύση των δασών.

Ο Μπάλανταϊν και η ομάδα του προειδοποιούν άλλωστε ότι η ικανότητα των «απορροφητήρων» να αντλούν όλο και περισσότερο CO2 δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αλλά είναι πιθανό να περιοριστεί λόγω της ανόδου των θερμοκρασιών. Δεν αποκλείει μάλιστα το ενδεχόμενο οι ίδιοι οι «απορροφητήρες» να μετατραπούν μέσα στον ερχόμενο αιώνα σε πηγές διοξειδίου του άνθρακα.

http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=2219165

Το Mars Science Laboratory (Curiosity) θα προσεδαφιστεί στον Αρη στις 6 Αυγούστου.

Το Mars Science Laboratory (Curiosity) θα προσεδαφιστεί στον Αρη στις 6 Αυγούστου.
Δείτε το interactive graphic: http://www.naftemporiki.gr/infographics/graph.asp?id=54984

Ωκεανοί και οικοσυστήματα συνεχίζουν να απορροφούν το μισό διοξείδιο του άνθρακα

Οι εκλύσεις αερίων έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά το 1960 και σήμερα η Γη έχει φθάσει να απορροφά διπλάσιο διοξείδιο από ό,τι πριν από 50 χρόνια

Αθήνα

Η Φύση ευτυχώς συνεχίζει να «ξελασπώνει» τους ανθρώπους, οι οποίοι συνεχίζουν να τής φορτώνουν όλο και περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα. Όμως, αυτή «ρουφάει», κυρίως στους ωκεανούς, στα δάση, αλλά και σε άλλα οικοσυστήματα, περίπου τη μισή από την ποσότητα του συγκεκριμένου «αερίου του θερμοκηπίου», που εκλύεται στην ατμόσφαιρα από τις διάφορες ανθρώπινες δραστηριότητες.

Μια νέα έρευνα Αμερικανών επιστημόνων του πανεπιστημίου του Κολοράντο και της Εθνικής Υπηρεσίας Ωκεανών και Ατμόσφαιρας (ΝΟΑΑ) των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον βιογεωχημικό Άσλεϊ Μπαλαντάιν, η οποία δημοσιεύτηκε στο Nature και το Science, ανέλυσε στοιχεία 50 ετών σχετικά με το διοξείδιο του άνθρακα διεθνώς.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, παρά τη διαρκή αύξηση των εκπομπών αερίων, τα οικοσυστήματα της θάλασσας και της ξηράς δεν έχουν χάσει -ακόμα τουλάχιστον- την ικανότητά τους να απορροφούν σε μεγάλο μέρος αυτά τα αέρια και έτσι να αποτελούν πάντα μία πολύτιμη «ασπίδα» προστασίας κατά της κλιματικής αλλαγής.

Το συμπέρασμα αυτό είναι σημαντικό και εν μέρει καθησυχαστικό, επειδή ορισμένες άλλες μελέτες είχαν εκτιμήσει ότι ήδη η Φύση εμφανίζει σημάδια κορεσμού και σταδιακής αδυναμίας να παίξει αυτό τον ρόλο αναχώματος κατά της ανθρωπογενούς αλλαγής του κλίματος.

Προς το παρόν πάντως, φαίνεται πως οι ωκεανοί και τα άλλα οικοσυστήματα δεν έχουν μειώσει το ποσοστό διοξειδίου του άνθρακα που αφαιρούν από την ατμόσφαιρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν παραμένει πάντα ο κίνδυνος πως κάποια στιγμή η Φύση θα εμφανιστεί «απρόθυμη» (ή μάλλον ανίκανη) να παρέχει χείρα βοηθείας στους ανθρώπους- και όταν συμβεί αυτό, τότε η άνοδος της θερμοκρασίας αναμένεται να λάβει ανησυχητικά μεγάλες διαστάσεις.

Όπως χαρακτηριστικά είπε ο κλιματολόγος της ΝΟΑΑ Πίτερ Τανς, «δεν περιμένουμε ότι αυτό (η βοήθεια από τη Φύση) θα συνεχιστεί για πάντα».

Το διοξείδιο του άνθρακα εκλύεται στην ατμόσφαιρα κυρίως μέσω της καύσης ορυκτών καυσίμων, αλλά επίσης από τις δασικές πυρκαγιές και από φυσικές διαδικασίες. Το αέριο, στη συνέχεια, απορροφάται σε σημαντικό βαθμό από τα φυτά και από τα νερά των ωκεανών.

Η νέα έρευνα καθησυχάζει ότι προς το παρόν όλα μαζί τα γήινα οικοσυστήματα συνεχίζουν να τα βγάζουν πέρα με τις αυξημένες ποσότητες διοξειδίου που εκλύονται, απορροφώντας σταθερά περίπου τις μισές από αυτές.

Οι εκλύσεις αερίων έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά το 1960 και σήμερα η Γη έχει φθάσει να απορροφά διπλάσιο διοξείδιο από ό,τι πριν από 50 χρόνια. Το υπόλοιπο διοξείδιο συνεχίζει να συσσωρεύεται στην ατμόσφαιρα και να επιδεινώνει το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Σύμφωνα με τη μελέτη, περίπου 350 δισεκατομμύρια τόνοι άνθρακα (ισοδύναμοι με περίπου ένα τρισεκατομμύριο τόνους διοξειδίου) έχουν εκλυθεί μεταξύ των ετών 1959-2010.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι ενώ στη δεκαετία του 1990, η απορρόφηση διοξειδίου από τα οικοσυστήματα φάνηκε να μειώνεται, στην επόμενη δεκαετία μετά το 2000 η απορρόφηση αυξήθηκε και πάλι.

Αυτή η διακύμανση από δεκαετία σε δεκαετία στον λεγόμενο «κύκλο του άνθρακα» της Γης δείχνει ότι οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμα καταλάβει καλά τις διαδικασίες μέσω των οποίων τα διάφορα οικοσυστήματα αφαιρούν το διοξείδιο από την ατμόσφαιρα. Όμως, όπως είπε ο Τανς, «από τη στιγμή που δεν γνωρίζουμε ούτε γιατί, ούτε πού ακριβώς συμβαίνει αυτή η φυσική διαδικασία, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε αυτήν».

Η αδυναμία αυτή, πρόσθεσε, δυσκολεύει, τις προβλέψεις για τα μελλοντικά επίπεδα του διοξειδίου στην ατμόσφαιρα και, κατά συνέπεια, την εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής στο μέλλον.

Οι ερευνητές εκτιμούν, πάντως, ότι «η απορρόφηση του διοξειδίου από τους ωκεανούς και τα οικοσυστήματα βαθμιαία θα επιβραδυνθεί».

Ήδη οι ωκεανοί έχουν γίνει πιο όξινοι, καθώς μόνο αυτοί απορροφούν περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου. Καθώς οι ωκεανοί γίνονται πιο όξινοι, δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να απορροφήσουν πρόσθετο διοξείδιο.

Ακόμα, όπως προειδοποιούν οι επιστήμονες, η απορρόφηση του διοξειδίου από τη Φύση δεν σημαίνει ότι αυτό εξαφανίζεται. Απλώς δεσμεύεται από τα φυτά, τους ωκεανούς και άλλες διαδικασίες, πράγμα που σημαίνει ότι, υπό κάποιες άλλες μελλοντικές συνθήκες, θα μπορούσε να απελευθερωθεί ξανά στην ατμόσφαιρα- και ίσως με μαζικό τρόπο.

Το διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει αυξηθεί από περίπου 280 μέρη ανά εκατομμύριο (ppm) λίγο πριν τη Βιομηχανική Επανάσταση σε περίπου 394 μέρη σήμερα, ενώ ο ρυθμός του είναι σταθερά αυξητικός, με αποτέλεσμα εκτιμάται ότι θα φθάσει τα

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αναλυτικά στην εργασία μουsax

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων