Γιατί οι τάρανδοι του Άι Βασίλη έχουν κόκκινη μύτη

Λονδίνο

Οι ιπτάμενοι τάρανδοι που σέρνουν το έλκηθρο του Άη Βασίλη έχουν κόκκινη μύτη λόγω της αυξημένης κυκλοφορίας αίματος στη ρινική κοιλότητα, ένα χαρακτηριστικό που τα βοηθά να επιβιώνουν στην παγωνιά της Λαπωνίας, καταλήγει μελέτη στην έγκριτη επιθεώρηση British Medical Journal.

Ο «Ρούντολφ ο κοκκινομύτης τάρανδος», ο τάρανδος που φωτίζει το δρόμο του Άι Βασίλη με τη μύτη του, επινοήθηκε το 1939 από τον συγγραφέα παραμυθιών Ρόμπερτ Μέι.

Πάνω στην ώρα για τα Χριστούγεννα, ερευνητές από την Ολλανδία και τη Νορβηγία εξηγούν πού οφείλεται το χρώμα της μύτης του Ρούντολφ.

Η απάντηση είναι ότι τα μικροσκοπικά αγγεία στη μύτη των ταράνδων είναι πιο πυκνά από ό,τι στην ανθρώπινη μύτη. Αυτή η αυξημένη κυκλοφορία αφενός διατηρεί τη μύτη ζεστή στην παγωνιά της Αρκτικής, αφετέρου επιτρέπει στο ζώο να αποβάλλει θερμότητα όταν τρέχει, δεδομένου ότι οι τάρανδοι δεν διαθέτουν ιδρωτοποιούς αδένες.

Η μύτη είναι εξάλλου γνωστό ότι υγραίνει και θερμαίνει τον εισπνεόμενο αέρα ώστε να μην ερεθίζονται οι πνεύμονες, ειδικά όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι χαμηλή.

Δεδομένου ότι ο Ρούντολφ δεν ήταν διαθέσιμος για πειράματα, οι ερευνητές εξέτασαν δύο άλλους εκπρόσωπους του είδους του, το οποίο έχει την επιστημονική ονομασία Rangifer tarandus. Για λόγους σύγκρισης, στις ίδιες εξετάσεις υποβλήθηκαν και πέντε υγιείς εθελοντές.

Χρησιμοποιώντας ένα φορητό μικροσκόπιο που τραβάει βίντεο, οι ερευνητές εξέτασαν τη ρινική κοιλότητα και διαπίστωσαν ότι η ρινική μικροκυκλοφορία των ταράνδων είναι 25% μεγαλύτερη από ό,τι στον άνθρωπο. Αυξημένη ήταν επίσης η πυκνότητα των αδένων που παράγουν ρινική βλέννα, η οποία «βοηθά στη διατήρηση του βέλτιστου ρινικού κλίματος στις μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες».

Ακόμα, οι τάρανδοι αναγκάστηκαν να τρέξουν σε έναν κυλιόμενο διάδρομο και εξετάστηκαν με θερμική κάμερα, η οποία έδειξε ότι η θερμοκρασία της μύτης ανεβαίνει στους 23 βαθμούς Κελσίου, μια υψηλή θερμοκρασία για τα δεδομένα των ταράνδων.

«Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν γιατί ο Ρούντολφ, ο πρώτος τάρανδος στο έλκηθρο του Άι Βασίλη, έχει κόκκινη μύτη, προσαρμοσμένη στην εκτέλεση των καθηκόντων τους σε ακραίες θερμοκρασίες» γράφουν  οι ερευνητές.

http://news.in.gr/science-technology/article/?aid=1231227425

Το μήκος του σπερματοζωαρίου επηρεάζει την γονιμότητα

Η ουρά εξίσου σημαντική με το κεφάλι

Το μήκος του σπερματοζωαρίου επηρεάζει την γονιμότητα

Τελικά στην ποιότητα του σπέρματος παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες
Τελικά στην ποιότητα του σπέρματος παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες
Νέα Υόρκη

Οι μελέτες για την γονιμότητα έχουν εστιάσει μέχρι σήμερα στο μέγεθος του σπερματοζωαρίου και κυρίως το μέγεθος της κεφαλής, αλλά σύμφωνα με νεότερα στοιχεία από αμερικανική μελέτη, η μεταβλητότητα στο μήκος του σπερματοζωαρίου μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική διαδικασία.

Όπως και μια βιομηχανική γραμμή παραγωγής που δημιουργεί διάφορα σχήμα και μεγέθη, η εκσπερμάτιση συνεπάγεται σπερματοζωάρια με διάφορα μήκη, όπως εξηγεί ο Δρ Τζέιμς Μοσμαν από το Πανεπιστήμιο Μπράουν του Ρόουντ Άιλαντ  στη Νέα Υόρκη.

«Χρειάζεται ακόμη περισσότερη μελέτη για τον καθορισμό της σχέσης, ώστε να μπορέσουμε με ασφάλεια να που γιατί οι άνδρες που παράγουν μεγάλες ποσότητες σπερματοζωαρίων, παράγουν επίσης και καλύτερης ποιότητας σπέρμα», σημειώνει. Άρα εκείνοι που χαρακτηρίζονται από μικρότερη μεταβλητότητα, παράγουν και υψηλότερες συγκεντρώσεις καλού σπέρματος.

Ο Δρ Μοσμαν και οι συνεργάτες που παρουσίασαν τη μελέτη τους στο επιστημονικό έντυπο Human Reproduction, μελέτησαν δείγματα σπέρματος 103 ανδρών που είχαν πάρει μέρος σε μελέτη γονιμότητας το 2006. Διαπίστωσαν ότι υπήρχε μεγάλη μεταβλητότητα στο μήκος του σπερματοζωαρίου, ειδικά στην ουρά και χαμηλότερη συγκέντρωση των σπερματοζωαρίων που είχαν καλή κινητικότητα. Οι άνδρες με μικρότερες διακυμάνσεις στο μήκος των τμημάτων του σπεματοζωαρίου παρήγαγαν σπέρμα που ήταν πιο κινητικό.

Επίσης το μήκος της κεφαλής του σπερματοζωαρίου ποίκιλε κατά 20%, ενώ το μεσαίο τμήμα, που εμπεριέχει τα μιτοχόνδρια, είχε μεγαλύτερη μεταβλητότητα και το μήκος της ουράς επίσης ποίκιλε κατά 20%.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν εξέπληξαν τους ερευνητές, αλλά παλαιότερη μελέτη είχε επικεντρώσει κυρίως στο μέγεθος της κεφαλής του σπερματοζωαρίου ή στο μέσο μήκος του, ενώ οι Αμερικανοί διαπίστωσαν ότι τελικά στην ποιότητα του σπέρματος παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες.

Ο Δρ Κρις Φορντ ερευνητής του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ στην Μ.Βρετανία χαρακτηρίζει τη μελέτη υποκειμενική διότι οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν υποκειμενικά μεγέθη μέτρησης της ποιότητας της σπερματικής κινητικότητας. «Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν το μακρύτερο σπερματοζωάριο κινείται καλύτερα ή αν τα σπερματοζωάρια που απελευθερώνονται με την εκσπερμάτιση είναι καλύτερης ποιότητας, άρα κινούνται ταχύτερα, ανεξαρτήτως του μήκους τους», εξηγεί.

Πάντως, η αποσαφήνιση της ποιότητας του σπέρματος μπορεί να βοηθήσει πολλά ζευγάρια να πετύχουν την αναπαραγωγή. Στο 50% των ζευγαριών με προβλήματα τεκνοποίησης, συνήθως το πρόβλημα εντοπίζεται στο σπέρμα.

Όπως επισημαίνει ο Δρ Μοσμαν, οι επιστήμονες μόλις έχουν αρχίσει να κατανοούν ποια γονίδια παίζουν ρόλο στην γονιμότητα (για να δομήσουν μια στοχευμένη γενετική θεραπεία) και ποιοι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τον αριθμό και την ποιότητα των σπερματοζωαρίων. Άρα λοιπόν έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι εκτός από το μέγεθος, σημασία έχει και η συνοχή.

health.in.gr

Ασκηση για το ΓΕΛ Νικήσιανης Φυσική Γ Λυκ Κατ Συμβολή των κυμάτων Σαχινίδης Συμεών Φυσικός

sax3445

Γεωφυσικοί: Διανύουμε την Ανθρωπόκαινο εποχή;

Έχει η Γη εισέλθει σε μία νέα γεωλογική εποχή, την Ανθρωπόκαινο; Το ερώτημα αυτό απασχόλησε επιστήμονες, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ετήσιου συνεδρίου της Αμερικανικής Ένωσης Γεωφυσικών, την περασμένη εβδομάδα, επιχείρησαν να προσδιορίσουν τα χρονικά όριά της.

Μέχρι σήμερα ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιούνταν ανεπίσημα για να προσδιορίσει γεωλογικά την εποχή, κατά την οποία οι ανθρώπινες δραστηριότητες αφήνουν το τεράστιο «αποτύπωμά» τους στον πλανήτη και στα οικοσυστήματά του.

Παρότι κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο άνθρωπος επηρεάζει ποικιλοτρόπως το περιβάλλον του – οι ρύποι βιομηχανιών και αυτοκινήτων, η αποψίλωση, τα απορρίμματα και τα απόβλητά μας είναι μόνο μερικοί τρόποι- ο προσδιορισμός της εποχής που διανύουμε προβληματίζει και διχάζει τους ειδικούς.

«Εάν πρόκειται να μιλήσουμε για μια ξεχωριστή γεωλογική περίοδο, θα πρέπει αυτή να αποτυπώνεται στα γεωλογικά δεδομένα», δήλωσε στο LiveScience ο ʼντονι Μπράουν από το βρετανικό Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον. Καθώς η γεωλογία μελετά το μακρινό παρελθόν, τέτοια θέματα θα έπρεπε να εξετάζονται κάθε 100 χιλιάδες με 1 εκατομμύριο χρόνια, εξήγησε. «Αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα να ταξιδεύουμε στο χρόνο, θα πρέπει να εξετάσουμε εάν έχουμε αρκετά στοιχεία για να προσδιορίσουμε μία νέα γεωλογική περίοδο».

Έτσι, ερευνητές όπως ο Μπράουν έχουν στραφεί σε δείκτες, οι οποίοι θα τους βοηθήσουν να ορίσουν χρονικά την Ανθρωπόκαινο. Τέτοιοι δείκτες είναι για παράδειγμα τα ιζήματα και το πώς αυτά αλλάζουν εξαιτίας της γεωργίας. Το πρόβλημα με αυτήν τη μέθοδο, σύμφωνα με τον Μπράουν, είναι ότι οι εντατικές γεωργικές δραστηριότητες σε κάθε περιοχή του κόσμου άρχισαν σε διαφορετικές περιόδους.

Ένας πιο αξιόπιστος δείκτης είναι πιθανώς τα χημικά ιζήματα, καθώς π.χ. η εκτεταμένη χρήση βενζίνης και μπογιάς θα έχει αφήσει στο έδαφος υψηλά επίπεδα μολύβδου, όπως λέει ο Μάικλ Κρούγκε από το Κρατικό Πανεπιστήμιο Μόντκλερ στο Νιου Τζέρσεϊ.

«Στα μέσα του 20ού αιώνα, βλέπουμε μεγάλη και απότομη αύξηση τέτοιων συστατικών στα ιζήματα», δήλωσε ο ερευνητής. Με αυτό ως δεδομένο, πιστεύει ότι η Ανθρωπόκαινος συμπίπτει χρονικά με τη βιομηχανοποίηση, χιλιάδες χρόνια μετά την έναρξη των γεωργικών δραστηριοτήτων.

Το πρόβλημα με τις διάφορες προτάσεις που ακούστηκαν στο συνέδριο είναι ότι αυτές οι ανθρωπογενείς αλλαγές θα πρέπει να συνδυαστούν με τις φυσικές μεταβολές, που συνήθως σηματοδοτούν την αλλαγή γεωλογικής εποχής.

Για παράδειγμα το ολόκαινο, δηλαδή η εποχή που επισήμως διανύουμε, συνδέεται με το κλίμα μας, την έκταση των παγετώνων κ.λπ. και χαρακτηρίζεται από την τροχιά της Γης, η οποία δεν έχει αλλάξει εξαιτίας του ανθρώπου.

Συνεχίζεται η «διαμάχη» για τη συχνότητα της μαστογραφίας

 

Οι αμερικανικές κατευθυντήριες οδηγίες που εκδόθηκαν το 2009 και καθόριζαν ως αναγκαία τη μαστογραφία ανά διετία και όχι κάθε χρόνο για τις γυναίκες άνω των 50 ετών, μπορεί να συντελέσουν στην υποδιάγνωση του καρκίνου του μαστού, αποφαίνεται νέα αμερικανική μελέτη επί του θέματος.

Η πρόσφατη αυτή έρευνα που καταγράφει την επίδραση των αναθεωρημένων κατευθυντήριων οδηγιών από την Αμερικανική Ομάδα Πρόληψη πριν τρία χρόνια, έρχεται να ενισχύσει τα αποτελέσματα άλλη ανάλυση που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα στο επιστημονικό έντυπο New England Journal of Medicine (NEJM).

Χρησιμοποιώντας ως βάση στοιχεία της αμερικανικής κυβέρνησης για την τελευταία 30ετία, η έρευνα διαπίστωσε ότι μια στις τρεις ασθενείς (1,3 εκατομμύρια γυναίκες) που διαγνώστηκαν με καρκίνο κατά τη διάρκεια μαστογραφίας ρουτίνας, υποβλήθηκε σε θεραπεία για όγκο που δεν ήταν τελικά απειλητικός για τη ζωή της.

Ο έλεγχος ρουτίνας παραδοσιακά συστήνεται από όλες τις επιστημονικές εταιρείες ανά τον κόσμο για όλες τις γυναίκες μετά τα 40 έτη. Η Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία εμμένει σε αυτή τη θέση, αλλά η Ομάδα Πρόληψης εξέδωσε το 2009 νέες οδηγίες που πρότειναν τη διενέργεια μαστογραφίας ανά διετία για τις γυναίκες 50-74 ετών.

Η Δρ Ελίζαμπεθ Αρλεο του Ιατρικού Κολεγίου «Weill» στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης και επικεφαλής ερευνήτρια, μελέτησε την επίδραση των αναθεωρημένων κατευθυντήριων οδηγιών της Ομάδας Πρόληψης σε γυναίκες 40-49 ετών και 65 ετών και άνω.

Η ερευνήτρια ανέλυσε στοιχεία από μαστογραφικούς ελέγχους που είχαν γίνει στο Πρεσβυτεριανό Νοσοκομείο της Νέας Υόρκης το διάστημα 2007-2010. Κατά τη διάρκεια της τετραετίας, έγιναν 43.351 μαστογραφίες, οδηγώντας στον εντοπισμό 205 καρκίνων μαστού. Σχεδόν το 20% των καρκίνων που εντοπίστηκε με μαστογραφία αφορούσε γυναίκες 40 ετών και άνω.

«Από τη μελέτη μας προκύπτει ότι δεν είναι λογικό να χάνουμε το 19% των καρκίνων του μαστού, εκ των οποίων οι μισοί διηθητικοί, δηλαδή πιο επιθετικοί», σημειώνει η Δρ Αρλεο.

«Τα ευρήματά μας συντάσσονται με τις συστάσεις της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας. Οι γυναίκες άνω των 40 ετών θα πρέπει κάθε χρόνο να κάνουν μαστογραφία. Για μένα δεν τίθεται θέμα σύγχυσης. Λέω στις ασθενείς μου και στις φίλες μου να κάνουν κάθε χρόνο μαστογραφία» επισημαίνει η ερευνήτρια.

Παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα της μελέτης της στο ετήσιο συνέδριο της Εταιρείας Ακτινολογίας Βορείου Αμερικής, η Δρ Αρλεο αποκήρυξε τη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο NEJM χαρακτηρίζοντας τα αποτελέσματά της λανθασμένα, κυρίως επειδή κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιοι καρκίνοι θα εξελιχθούν σε πιο επιθετικό στάδιο και ποιοι όχι.

health.in.gr

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων