Απολαυστικό το άρθρο του Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή ανασύρει από το σεντούκι της ιστορίας τα Σκιαδικά, τα επεισόδια του 1859, με αφορμή το σκιάδιον, το ψαθάκι των αντιδυναστικών νεαρών της εποχής. Οι αναλογίες με όσα απίθανα ακούμε στις μέρες μας για τις κουκούλες και τα φούτερ κάτι παραπάνω από εμφανείς.  Άλλο τόσο εμφανείς και οι αναλογίες ανάμεσα στις εκάστοτε «παλαιές γενεές»…

[…]Ας πάμε ωστόσο, με όχημα την προχθεσινή εθνική επέτειο, στις πρώτες μετεπαναστατικές δεκαετίες, όταν η φουστανέλα δεν είχε καταχωνιαστεί ακόμα στα σεντούκια. Στις 10 και 11 Μαΐου 1859, λοιπόν, έμελλε να αρχίσει η επαλήθευση όσων προφήτευε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βλέποντας να χτίζεται το Πανεπιστήμιο: «Το σπίτι ετούτο [το Πανεπιστήμιο δηλαδή] θα φάει το σπίτι εκείνο [το Παλάτι]». Τρία χρόνια μετά την αντιδυναστική εξέγερση της σπουδάζουσας νεολαίας το 1859, σύμβολο της οποίας υπήρξε ένα στοιχείο της ενδυμασίας τους, το σκιάδιο, επιτεύχθηκε η έξωση του Οθωνα. Προσημειώνοντας ότι η ίδια η ιστορία απαγορεύει την εξίσωση εποχών και συμβόλων (το σκιάδιο αποκαλύπτει πανηγυρικά, η κουκούλα ή το μαντίλι, που φοριούνται «εξ ιδεολογίας» ή απλώς για άμυνα, όταν πέφτουν βροχή τα χημικά, καλύπτουν), θυμίζω εν συντομία όσα έλαβαν χώρα το 1859, τα λεγόμενα «Σκιαδικά»: Με αφορμή την ιδέα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, υπουργού Εξωτερικών τότε, να στηριχθεί η εγχώρια παραγωγή, οι νέοι στις κυριακάτικες εξόδους τους στο Πεδίον του Άρεως άρχισαν να εμφανίζονται φορώντας στην κεφαλή τους ένα σιφνιώτικο ψαθάκι, σκιάδιον στην καθαρεύουσα, στολισμένο με γαλανόλευκη κορδελίτσα. Με τούτη την απλή κίνηση, οι «Γαριβαλδινοί» ήθελαν να καταδείξουν την πολιτική τους αντίθεση απέναντι στους ξένους, και βέβαια απέναντι στους εν Ελλάδι ξενόφιλους ή και ξενόδουλους, τους «Αυστριακούς», που φορούσαν άσπρα ψηλά καπέλα. Οι εισαγωγείς ευρωπαϊκών καπέλων, βλέποντας ότι κινδύνευαν να χάσουν την πελατεία τους αν γενικευόταν η αντιξενική μόδα, έστειλαν υπαλλήλους τους στο Πεδίον το Αρεως, με κουρελιασμένα και βρώμικα σκιάδια στην κεφαλή τους, για να διακωμωδήσουν τον αγώνα των μαθητών και φοιτητών. Προκλητικοί οι μπιστικοί των εισαγωγέων εξερέθισαν τους σκιαδιοφόρους και η συμπλοκή δεν άργησε. Δεν άργησε επίσης να καταφτάσει η Χωροφυλακή, η οποία ξυλοφόρτωσε τους σπουδαστές και συνέλαβε τρεις. Με το κεφάλι τους αγύριστο κάτω από το σκιάδιό τους, οι ξυλοκοπηθέντες κινήθηκαν προς τα Εξάρχεια και πολιόρκησαν το αστυνομικό τμήμα της Νεάπολης, απαιτώντας να αποφυλακιστούν οι τρεις σύντροφοί τους της «Χρυσής Νεολαίας».

Κατά το συνήθειό τους, οι δυνάμεις της τάξεως τους προπηλακίζουν εκ νέου και οι εξεγερμένοι υποχωρούν προς το καφενείο «Η Ωραία Ελλάς», Ερμού και Αιόλου, όπoυ ανασυγκροτούνται. Η διαδήλωσή τους, που ανέβηκε την Ερμού και στην οποία συμμετείχαν πια και «εξωφοιτητικά στοιχεία» (έτσι τα λέμε τώρα, τότε τα έλεγαν «ετερογενή»), στρέφεται κατά των Ανακτόρων. Αγριο έπεσε το ξύλο κατά των διαδηλωτών και την επομένη. Αποτέλεσμα, να καταφύγουν οι Σκιαδιστές στο Πανεπιστήμιο και να προχωρήσουν σε κατάληψή του, την πρώτη της ιστορίας του. Εκεί πολιορκούνται από τους χωροφύλακες, που τα ξημερώματα εισβάλλουν πυροβολώντας. Οι καταληψίες αμύνονται πετώντας πέτρες και ξύλα, πλην οι χωροφύλακες καταλαμβάνουν τμήμα του Πανεπιστημίου και τραυματίζουν βαριά δύο φοιτητές. Συλλαμβάνονται και παραπέμπονται περί τους σαράντα «στασιαστές», ο δε υπουργός Παιδείας κλείνει το Πανεπιστήμιο για δύο μέρες και εγκαθιστά στο εσωτερικό του στρατιωτική φρουρά τριάντα ανδρών (κάτι τέτοιο ορέγονται ίσως και τώρα οι φαιότεροι εκ των ασυλομάχων).

«Η νεολαία των Αθηνών, εξαφθείσα τυχαίως εκ της υποθέσεως των διαβοήτων σκιαδίων», έγραφε ο Μεσολογγίτης Επαμεινώδας Δεληγιώργης, φλογερός αντιδυναστικός, ηγέτης της «Χρυσής Νεολαίας» και μετέπειτα πρωθυπουργός, «επέδειξεν χαρακτήρα λαμπρόν. Απέδειξε διά του ενθουσιασμού και των πράξεών της, δύο ιδίως συμπτώματα: πρώτον ότι, καίτοι μη πάσχουσα ως μη διωκομένη, αισθάνεται τα παθήματα των άλλων. Δεύτερον ότι η παλαιά γενεά, ης είναι τέκνον, αν και υπηρέτησεν και υπηρετεί το φθοροποιόν σύστημα, μολαταύτα σώζει την συναίσθησιν του κακού». Δεν θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο για τη σύγχρονή μας «παλαιά γενεά», για την οποία το «κακό» είναι η ίδια η νεολαία, όταν εξεγείρεται χλευάζοντας κομματικές γραμμές και σχήματα… Γι’ αυτό και την καταδικάζει συλλήβδην σαν «κουκουλοφόρο», ακόμα κι αν διαμαρτύρεται και διεκδικεί με φανερό πρόσωπο και καθαρή φωνή.


Αφήστε μια απάντηση

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων