«Δικά μας παιδιά»…

Εδώ γεννήθηκαν, εδώ πήγαν Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο. Εδώ δίνουν εξετάσεις, εδώ θα πάνε Πανεπιστήμιο. Εδώ έκαναν φίλους, εδώ θέλουν να ζήσουν.

Δικά μας παιδιά;

Μου πέφτουν τα μούτρα κάθε φορά που ζητώ ένα ακόμα πιστοποιητικό «με επίσημη μετάφραση» από «αυτά τα παιδιά».

-Εγώ, κύριε, εδώ γεννήθηκα.

-Το ξέρω παιδί μου αλλά για να είμαστε «εν τάξει».

Γιατί ούτε πιστοποιητικό γέννησης έχει. Κι ας γεννήθηκε εδώ. Ούτε υπηκοότητα. Ούτε ταυτότητα ελληνική. Κι ας μην έχει βγει ποτέ από τα ελληνικά σύνορα.

Μια ολόκληρη γενιά παιδιών, δεκάδες χιλιάδες παιδιά, ξένοι στον τόπο που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και ζουν. Αφανείς για την ελληνική πολιτεία, αντιμέτωποι με το Γκουαντάναμο της ελληνικής γραφειοκρατίας από τα γεννοφάσκια τους, ανασφαλείς και φοβισμένοι. Ξένοι και μέσα τους, μοιρασμένοι ανάμεσα σε δυο πατρίδες.

Με άγγιξε το μότο του blog μιας τέτοιας «Ξένης»: «Η πατρίδα μου είναι τα παιδικά μου χρόνια. Εκεί ανήκω και εκεί γυρνάω πάντα». «Ξένη» υπογράφει, «Το Ημερολόγιο μιας ξένης» ο τίτλος του blog της. Και με γέμισε τύψεις για την αδράνειά μας.

«Το επίσημο κράτος μάς έχει τσουβαλιάσει και απλά βάζει το χέρι μέσα στο σακί, τραβάει ό,τι πιάνει το χέρι του και αποφασίζει να του δώσει την ελληνική υπηκοότητα», λέει σε συνέντευξή της στην Αυγή. «Όλοι οι άλλοι, είναι απλά οι ξένοι. Και βέβαια, κατά καιρούς πολύς θόρυβος γίνεται για τους Έλληνες της μειονότητας, αλλά είναι προφανές πως δεν εννοούν εμάς που είμαστε εδώ στην Ελλάδα. Είναι προφανές πως το πολιτικό παιχνίδι που παίζεται στην πλάτη τους ξεπερνά το μέσο νου του ανθρώπου. Εμείς δεν έχουμε καμία ελπίδα να μας κατατάξει η πατρίδα μας στα κιτάπια της. Εμάς μας έχει εφοδιάσει με ένα ροζ χαρτί κι απλά περιμένουμε πότε θα μας δώσει ένα άλλο χαρτί. Και αναγράφεται πάνω στο ροζ χαρτί «Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς». Αλλά δεν είναι ταυτότητα. Η αδελφή μου, που είναι φοιτήτρια τώρα και πήγε να πάρει ένα επίδομα που παίρνουν οι φοιτητές που δεν μένουν σε φοιτητική εστία, δεν μπόρεσε, διότι δεν είναι Ελληνίδα! Είναι μεν Ελληνίδα, αφού το λέει και το ροζ χαρτί που έχουμε όλοι μας στην οικογένεια, αλλά όχι όσο πρέπει για να δικαιούται το επίδομα».

Με άγγιξε και το σημείωμα του Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή:

«Mια χαρά ήταν η πρωτοσέλιδη φωτογραφία της «Καθημερινής» την ημέρα της εθνικής εορτής, με «δύο Ελληνόπουλα καθισμένα δίπλα δίπλα να παρακολουθούν την παρέλαση», λευκό το αγοράκι, μαύρο το κοριτσάκι, με μια πλαστική γαλανόλευκη ακουμπισμένη στα πόδια του· «η ελληνικότητα», επέμενε η λεζάντα, «ήταν πάντα μια έννοια που δεν ορίστηκε από φυλές, ψευδογονίδια και χρώματα. Ελληνες πάντα ήταν οι της κοινής παιδείας μετέχοντες». Μια χαρά ήταν και η επίσης πρωτοσέλιδη φωτογραφία της «Αυγής», την ίδια μέρα, με μια κοπελιά, μαύρη, να σημαιοφορεί στη μαθητική παρέλαση της Αθήνας. Κι εκεί η λεζάντα, από τον Ισοκράτη και τον «Πανηγυρικό» του αντλούσε λέξεις.

Αλλά τον κόσμο, ιδιαίτερα μάλιστα τον βλοσυρό κόσμο της γραφειοκρατίας, δεν είναι εύκολο να τον αλλάξουν οι φωτογραφίες και οι λέξεις, όσο όμορφες και ισχυρές κι αν είναι. Αν τα παιδιά που είδαν πρωτοσέλιδο το πρόσωπό τους κόψουν τη φωτογραφία τους, μαζί με τη λεζάντα, και, μαζί με όλα τα υπόλοιπα χαρτιά του φακέλου τους, την καταθέσουν στις αρμόδιες υπηρεσίες, ζητώντας να τους δοθεί η ελληνική υπηκοότητα, το πιο πιθανό είναι να ακούσουν καγχαστικά γέλια και σχόλια. Διότι η ελληνική πολιτεία, πιστή στο ανιστόρητο δόγμα ότι «Ελληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι» και στο συνεπαγόμενο «δίκαιο του αίματος», αρνείται την υπηκοότητα σε ανθρώπους που γεννήθηκαν εδώ, πήγαν εδώ δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, μπήκαν στο πανεπιστήμιο ή «στην παραγωγή», εδώ έκαναν φιλίες και παρέες, εδώ αγάπησαν κι έφτιαξαν οικογένεια.

Ομως… Ομως όχι, οι μετανάστες αυτοί της δεύτερης γενιάς δεν πολιτογραφούνται Ελληνες, δεν έχουν δικαίωμα υπηκοότητας, όπως θα είχαν αν είχαν γεννηθεί κι είχαν μεγαλώσει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Το ελληνικό κράτος τούς καταδικάζει σε κάποιας μορφής αφάνεια, και βέβαια στην ανασφάλεια και στον φόβο: Ανά πάσα στιγμή αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο να απελαθούν και να σταλούν σε μια πατρίδα που δεν τη γνώρισαν ποτέ, δεν την επισκέφθηκαν ποτέ, μπορεί και να μην ξέρουν καν τη γλώσσα της. Θα τους σταματήσουν κάποια στιγμή για εξακρίβωση στοιχείων, και επειδή ούτε αστυνομική ταυτότητα έχουν (διότι δεν δικαιούνται να έχουν) ούτε καν ένα επίσημο πιστοποιητικό γέννησης (διότι ούτε αυτό το δικαιούνται), θα κινδυνέψουν να απελαθούν προς το άγνωστο, προς το τίποτε μάλλον, αφού τίποτε δεν νιώθουν να τους συνδέει με τη γενέτειρα των γονιών τους.

Δεν είναι λίγοι οι μετανάστες δεύτερης γενιάς που αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Είναι χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, με ποικίλη την καταγωγή των γονιών τους. Ζουν μαζί μας, σπουδάζουν μαζί με τα παιδιά μας, μπαίνουν στη δούλεψή μας. Είναι ίδιοι μ’ εμάς αλλά όχι ίσοι, γιατί ο ρατσισμός, θεσμοθετημένος στη συγκεκριμένη περίπτωση, τους περιλαβαίνει από την κούνια. Και τι να απαντήσουν στον έναν ή τον άλλον αρμόδιο που τους επισείει τον σιδερένιο κώδικα ελληνικής ιθαγένειας; Να του πουν τάχα για τον Ισοκράτη;»


Αφήστε μια απάντηση

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων