Διαβάζω την είδηση στα σημερινά ΝΕΑ και τρομάζω:

«Μέσω Ίντερνετ έκλεισαν ραντεβού για να λύσουν τις διαφορές τους δύο παρέες 16χρονων και 17χρονων αγοριών από γειτονιές της Γλυφάδας. Η συνάντηση έγινε, όπως είχε προγραμματιστεί ηλεκτρονικά, προχθές το βράδυ έξω από Δημοτικό Σχολείο της Γλυφάδας. Τουλάχιστον δεκαπέντε ανήλικοι, χωρισμένοι σε δύο ομάδες συγκρούστηκαν μεταξύ τους, με ξύλα, ρόπαλα, ακόμη κι ένα πτυσσόμενο στιλέτο. Γείτονες που άκουσαν τις φωνές από τη συμπλοκή ειδοποίησαν την Αστυνομία και πρόλαβαν τα χειρότερα…Στις διαδικτυακές συνομιλίες τους, σύμφωνα με όσα είπαν στην Αστυνομία, αντάλλαζαν και βρισιές, μέχρι που τελικά κανονίστηκε η συνάντηση για να επιλύσουν τις διαφορές τους…»

Τρομάζω γιατί βλέπω τη βία να θεριεύει γύρω μας. Δε μας κάνει πια εντύπωση ένα μαχαίρωμα, περνάει στις μέσα σελίδες των εφημερίδων, σαν να είναι ένα ακόμα ζήτημα ρουτίνας, σαν να μην πρόκειται για παιδιά, δικά μας παιδιά, που συγκρούονται μέχρι θανάτου στο όνομα της ομάδας, του σχολείου, της γειτονιάς, της παρέας.

Κι αυτή η είδηση μάλλον δε θα είχε βρει το δρόμο της για τις μέσα σελίδες των ΝΕΩΝ αν το ραντεβού δεν είχε κλειστεί μέσω διαδικτύου, αν δηλαδή η χρήση της τεχνολογίας για το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» δε γινόταν το αλατοπίπερο μιας μάλλον συνηθισμένης είδησης. Για να μας συγκινήσει η είδηση, για να μην περάσει στα ψιλά, πρέπει κάποιος να πέσει νεκρός, να μισερωθεί έστω, για ν’ ανησυχήσουμε για λίγο, για ν’ απασχολήσει το θέμα τα δελτία των οκτώ (τίποτα δεν έχει συμβεί πραγματικά αν δεν το αναφέρει το δελτίο των οκτώ). Και μετά θα το ξεχάσουμε…

Όπως ξεχάσαμε τόσα και τόσα… Όπως ξεχάσαμε, για παράδειγμα, τη σύγκρουση των μηχανοκίνητων στρατιών στη λεωφόρο Λαυρίου πέρυσι που οδήγησε στο θάνατο ενός νέου ανθρώπου. Δηλώσεις επί δηλώσεων τότε, εξαγγελίες μέτρων, ανησυχία «για τα παιδιά μας» και μετά λήθη. Ξεκίνησε προχτές η δίκη 27 νέων ανθρώπων για το μακελειό. Η είδηση στις μέσα σελίδες… Κάνει εντύπωση στην αρθρογράφο του ΒΗΜΑΤΟΣ το κενό βλέμμα των κατηγορουμένων. «…Οι περισσότεροι από αυτούς έδειχναν να είναι έξω από τα νερά τους και να γνωρίζουν πολύ καλύτερα τα συνθήματα των γηπέδων από τα ίδια τους τα ονόματα, σχολίασε παράγοντας της δίκης. Αυτό τουλάχιστον καταμαρτυρούσε το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να αρθρώσουν τη λέξη «παρών», όταν ο πρόεδρος τους καλούσε ονομαστικά…»

Δικά μας παιδιά είναι, παιδιά της διπλανής πόρτας που πέρασαν από τα σχολεία μας και τα χάσαμε. Παιδιά χωρίς αξίες ίσως γιατί οι αξίες που προσπαθήσαμε να τους περάσουμε δεν τους αφορούσαν. Ίσως γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα τα ξέβρασε νωρίς, ίσως γιατί η βία, φυσική και συμβολική, που δέχτηκαν τα ίδια τα οδήγησε στην υιοθέτησή της προσωπικής επιβολής ως μόνης απάντησης στο αξιακό και το υπαρξιακό κενό. Ίσως γιατί όσα βλέπουν γύρω τους πείθουν ότι η βία είναι η φυσική απάντηση. Ίσως γιατί κουβαλούν πολύ θυμό που ζητά διέξοδο να ξεσπάσει…

Δεν ηθικολογώ ούτε αναπολώ άλλες δήθεν αθώες εποχές… Και στη δική μου νεότητα η βία ήταν παρούσα. Στο παιχνίδι στην αλάνα, στον πετροπόλεμο, στο συνοικιακό γήπεδο, παντού. Όμως, δεν ήταν οργανωμένη, δεν ήταν μαζική και, το κυριότερο, είχε όριο. Σήμερα η βία των νέων και οργανωμένη είναι και μαζική και κυρίως χωρίς όριο. Και γι αυτό πρέπει και να μας προβληματίσει και να μας τρομάξει. Όσο υπάρχει καιρός. Αν υπάρχει…

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων