«Διερωτήσεις για να μην καθόμαστε άνεργοι…»

αρχαία ααρχαία βαρχαία γ

Χρειάζονται τα αρχαία ελληνικά στο σχολείο;  

Ένα θέμα το οποίο κατά επανάληψη έχει συζητηθεί και σχολιαστεί είναι κατά πόσο είναι χρήσιμη και απαραίτητη η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο σχολείο και πιο συγκεκριμένα στο γυμνάσιο. Μάλιστα, η συζήτηση για τα αρχαία ελληνικά ήρθε ξανά στο προσκήνιο με τις δηλώσεις της  Ρεπούση το Σεπτέμβριο του 2013 (βλ. σχετικό βίντεο).

Στην ερώτηση του τίτλου απαντούν τρεις διακεκριμένοι γλωσσολόγοι (κατά σειρά άρθρων: Γιώργος Κοτζόγλου, Νίκος Σαραντάκος, Γιώργος Μπαμπινιώτης) και ένας δημοσιογράφος, συγγραφέας – μυθιστοριογράφος με σπουδές στη συγκριτική φιλολογία (Τάκης Θεοδωρόπουλος).

 

 

Γιώργος Κοτζόγλου: Γλώσσα διαφορετική από τη δική μας

Στη συζήτηση για το αν είναι σκόπιμη ή όχι η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματικής στην εκπαίδευση ρίχνει εδώ και καιρό βαριά τη σκιά της η πεποίθηση ότι η γλώσσα αυτή είναι απαραίτητη είτε ως μέσο άσκησης της σκέψης του μαθητή είτε ως βοήθημα για την κατανόηση και τη σωστή χρήση της νέας ελληνικής. Όπως έχουν κατ’ επανάληψη υποστηρίξει σπουδαίοι μελετητές της γλώσσας τις τελευταίες δεκαετίες, πρόκειται για ιδεολόγημα που μειώνει τόσο τη νέα όσο και την αρχαία γλώσσα.

Η νέα ελληνική είναι μια γλώσσα στιβαρή και αυτάρκης. Αρκετές λέξεις και γραμματικές δομές της ανάγονται σε αντίστοιχους τύπους της αρχαίας, αλλά η τωρινή τους μορφή, η χρήση τους και η εσωτερικευμένη γνώση που έχουμε ως φυσικοί ομιλητές γι’ αυτές δεν καθορίζεται αμφιμονοσήμαντα από την καταγωγή τους. Πρόκειται για γλώσσα τόσο πλούσια όσο και κάθε άλλη γλώσσα στον κόσμο. Μια γλώσσα ικανή να σταθεί στα πόδια της δίχως τη μαγκούρα της ένδοξης προγιαγιάς.

Η αρχαία ελληνική (οι πολλές γλώσσες τις οποίες καταχρηστικά ονομάζουμε “αρχαία ελληνική”) ήταν επίσης ένα αυτόνομο γλωσσικό σύστημα. Γιατί να την υποβιβάζουμε σε μέθοδο βελτίωσης της χρήσης της νέας ελληνικής; Γιατί να την παρουσιάζουμε σαν “τέλεια γλώσσα”, σαν “κανόνα αρμονίας”, σαν εθνικό τοτέμ, αντί γι’ αυτό που όντως ήταν, το γλωσσικό όργανο σκέψης κι έκφρασης ανθρώπων με σάρκα και οστά όπως εμείς; Γιατί να ζητάμε από μη φυσικούς ομιλητές της, από παιδιά της εποχής μας, να συμπεριφέρονται σαν να διαθέτουν ενδιάθετη γνώση των κανόνων της; Με άλλα λόγια, γιατί να ευτελίζουμε την όμορφη αγαπημένη μας (όμορφη στα μάτια μας ακριβώς επειδή είναι αγαπημένη μας) φορτώνοντάς τη με φτηνά ψιμύθια;

Πέρα λοιπόν από το αν θέλουμε ή όχι να διδασκόμαστε κάποια από τις παλαιότερες μορφές της ελληνικής γλώσσας πρέπει να αναρωτηθούμε και το πότε και το πώς ενδεχομένως έχει νόημα να τη διδασκόμαστε. Σίγουρα όχι σε τόσο νεαρή ηλικία ώστε να υποσκελίζει τη διδασκαλία της ζωντανής μητρικής γλώσσας των μαθητών, η οποία πρέπει να διδάσκεται ως αυτόνομο γλωσσικό σύστημα και κατά προτεραιότητα· όχι ως γλώσσα το γραμματικό σύστημα της οποίας καθορίζει, ερμηνεύει ή ταυτίζεται με αυτό της νέας ελληνικής· όχι ως “ανώτερη” γλώσσα, ως ο χρυσός κανόνας από το ανύπαρκτο μουσείο των γλωσσικών μέτρων και σταθμών· όχι, βέβαια, σαν το θαυματουργό καταπότι που θα κάνει να ξεπηδήσει απ’ το κεφάλι του Βασιλάκη του τελευταίου θρανίου η θεά Αθηνά με την ασπίδα, το πνεύμα και τη περισπωμένη της· όχι σαν φάλτσο πρελούδιο εθνικής ανάτασης, με αρχαίες γλωσσικές δομές να κοιμούνται μέσα σε ελληνικά εγκεφαλικά κύτταρα.

Πότε λοιπόν; Σε ηλικία κατά την οποία θα βοηθήσει όσους θέλουν να γνωρίσουν δίχως τη βοήθεια της μετάφρασης τα έργα της αρχαίας γραμματείας. Σε ηλικία κατά την οποία δε θα υφίσταται ο κίνδυνος της σύγχυσης των δύο διακριτών γλωσσικών συστημάτων, εκείνου της αρχαίας κι εκείνου της νέας ελληνικής. Και πώς; Ως γλώσσα διαφορετική από τη μητρική μας. Ως ισότιμο κομμάτι του γλωσσικού μωσαϊκού που αποτελεί πλούτο δικό μας κι όλων των λαών. Κι ως γλώσσα που την αγαπάμε γι’ αυτό που όντως είναι· όχι γι’ αυτό που φαντασιωνόμαστε ότι θα γίνουμε μόλις την παπαγαλίσουμε.

Πηγή: http://xenesglosses.eu/2013/09/diamaxi-xreiazontai-ta-arxaia-ellini/

 

 

Νίκος Σαραντάκος: Οι νεκρές γλώσσες, η κ. Ρεπούση και η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών

Συμπαθής ή αντιπαθής, η κυρία Ρεπούση είχε δίκιο όταν χαρακτήρισε “νεκρές γλώσσες” τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Τα αρχαία ελληνικά καθαυτά είναι νεκρή γλώσσα, επειδή δεν έχει φυσικούς ομιλητές (δηλ. που να την έχουν μητρική γλώσσα). Το ίδιο άλλωστε ισχύει και με τα λατινικά, κι αυτά νεκρή γλώσσα θεωρούνται. “Μα εγώ τα χρησιμοποιώ και σήμερα”, λέει κάποιος.

Όχι όμως σε παραγωγή καινούργιου λόγου, και όχι σε κάτι σοβαρότερο από λεκτικά παιχνίδια, όπως είναι το δελτίο ειδήσεων στα αρχαία ελληνικά, που συντάσσει ένας συμπαθής Ισπανός (αν το συνεχίζει ακόμα). Βέβαια, από την άποψη αυτή τα λατινικά έχουν πολύ σοβαρότερες αξιώσεις, αφού στα λατινικά βγαίνουν κάμποσες κανονικές εφημερίδες, μεταξύ των οποίων η επίσημη εφημερίδα του Βατικανού (Acta Sanctae Sedis).

“Ναι, αλλά τα αρχαία ελληνικά ζουν μέσα από τη νέα ελληνική γλώσσα”, παρατηρεί κάποιος άλλος. Φοβάμαι πως το αν η ελληνική (νέα και αρχαία) είναι “μία και ενιαία” γλώσσα ή όχι, αυτό δεν μπορούμε να το κρίνουμε με αποκλειστικά γλωσσικά κριτήρια, είναι απόφαση πολιτική, όπως πολιτική απόφαση είναι γενικά το αν δυο “διάλεκτοι” ανήκουν στην ίδια γλώσσα ή είναι ξεχωριστές γλώσσες, για παράδειγμα αν η σλαβομακεδονική ειναι χωριστή γλώσσα από τη βουλγαρική.

Αυτό φάνηκε καθαρά στην περίπτωση των σερβοκροατικών, που θεωριόνταν μία γλώσσα και σήμερα υπολογίζονται για δύο: σερβικά και κροατικά. Αφού οι γλώσσες δεν άλλαξαν τα τελευταία 20 χρόνια και τα κριτήρια της γλωσσολογίας επίσης δεν μεταβλήθηκαν, ολοφάνερα τα κριτήρια της ανακήρυξης της κροατικής σε γλώσσα είναι πολιτικά.

“Ναι, αλλά η διδασκαλία αρχαίων κειμένων από το πρωτότυπο είναι πολύ χρήσιμη για την γλωσσική κατάρτιση στα νέα ελληνικά”, λένε πολλοί. Αυτό είναι ένα σοβαρό επιχειρημα, που μπορεί και να ισχύει. Πρέπει πάντως να επισημάνω ότι έγκριτοι γλωσσολόγοι όπως ο σεβαστός Εμμανουήλ Κριαράς ή ο Φαν. Βώρος υποστηρίζουν ότι η διδασκαλία της αρχαίας από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο πιθανόν να αποβαίνει σε βάρος της κατάρτισης στη νέα ελληνική αφού οι μαθητές βρισκονται αντιμέτωποι με δυο πολύ διαφορετικές γραμματικές (το θέμα το είχαμε συζητήσει παλιότερα εδώ). Πρότειναν λοιπόν αρχαία να διδάσκονται μόνο στο Λύκειο, και να υπάρχουν γερά κλασικά γυμνάσια-λύκεια που να βγάζουν γερούς κλασικούς φιλολόγους.

Εκτός αυτού, δείγμα έχουμε. Από το 1977 ως το 1992 δεν διδάχτηκαν αρχαία από το πρωτότυπο στο γυμνάσιο -και δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς σοβαρά να υποστηρίξει ότι η ελληνομάθεια αυτών των παιδιών υστερεί από των νεότερων, όταν επικράτησε η δεξιά αντιμεταρρύθμιση επί κυβέρνησης Μητσοτάκη και ξανάρχισαν να διδάσκονται τα αρχαία από το πρωτότυπο.

Βέβαια, η κυρία Ρεπούση προτείνει να γίνουν προαιρετικά τα αρχαία όχι στο γυμνάσιο αλλά στο λύκειο. Κι αυτό λογικό είναι, αφού τα παιδιά έχουν ήδη διδαχτεί το σύνολο της αρχαίας γραμματικής (της αττικής βέβαια διαλέκτου) στο γυμνάσιο. Και, έτσι κι αλλιώς, στο σημερινό εξετασιοκεντρικό λύκειο όπου όλα υποτάσσονται στο βωμό των πανελλαδικών και τα λύκεια μετατρέπονται σε ιδιότυπα φροντιστήρια, είναι ουτοπικό να ελπίζουμε πως οι μαθητές θα διδαχτούν, δηλ. θα εμπεδώσουν, οποιοδήποτε μάθημα πέρα από τα τέσσερα επιλεγμένα.

Δεν θα πρότεινα σήμερα τον ριζικό περιορισμό της διδασκαλίας των αρχαίων, αν μη τι άλλο επειδή δεν θα έχουμε τι να κάνουμε τους φιλολόγους (και τους θεολόγους για τα θρησκευτικά). Ωστόσο, η μεταρρύθμιση μπορεί να γίνει σε ορίζοντα δεκαετίας, με σταδιακό περιορισμό των εισακτέων στις φιλοσοφικές.

“Μα, με τα αρχαία ελληνικά γνωρίζεις την άφταστη ελληνική παιδεία”. Σύμφωνοι, αλλά ο σκοπός αυτός εξυπηρετείται εξίσου αν διδάσκονται τα κείμενα από μετάφραση.

“Μα, όποιος διδάσκεται τα αρχαία μαθαίνει τις αλλαγές της γλώσσας, την ετυμολογία, τη διαμόρφωση της σημερινής ελληνικής”. Όχι ακριβώς. Όποιος διδάσκεται αρχαία κείμενα της κλασικής περιόδου (ή κειμενα γραμμένα σε αττική γλώσσα), δεν βοηθιέται και πολύ στο να μάθει τα νέα ελληνικά. Μπορεί ο Σοφοκλής κι ο Πλάτων να είναι αξεπέραστοι, αλλά η γλώσσα τους απέχει πάρα πολύ από τη δική μας, λείπουν δυο ή τρεις ενδιάμεσοι κρίκοι. Τα κείμενα τα γραμμένα στην ελληνιστική κοινή υστερούν σε λογοτεχνική αξία (εκτός από τα θεόπνευστα, μη βρούμε κανένα μπελά) αλλά είναι πολύ πιο χρήσιμα για την παρακολούθηση της ιστορίας της γλώσσας, το ίδιο και μεταγενέστερα κείμενα, ιδιωτικοί πάπυροι ας πούμε ή δημώδη βυζαντινά. Αν μείνεις στον Σοφοκλή, ποτέ δεν θα δεις πως “ο πατήρ, τον πατέρα” έγινε “ο πατέρας, του πατέρα”.

Στον Ιωάννη Μαλάλα θα το δεις (νομίζω). Μα, αυτά είναι κείμενα μικρής αξίας, θα πείτε. Ναι, είναι. Αλλά κατά παράδοξο τρόπο όσο λιγότερο λογοτεχνικό είναι ένα κείμενο τόσο πιο πολύ βοηθάει στη μελέτη της ιστορίας της γλώσσας. Το λιγότερο, αυτά τα ταπεινά κείμενα θα μπορούσαν να διδάσκονται σε ένα απάνθισμα στο μάθημα της Ιστορίας της γλώσσας. Κι έτσι θα μας έφευγε και ο κάλος από το συλλογικό μας μυαλό, που τον καλλιεργούν κάμποσοι φιλόλογοι, κάποιοι καλοπροαίρετα, ότι η νέα ελληνική είναι γλώσσα “χαμηλότερης ποιότητας” από την αρχαία.

Ξαναλέω όμως: προς το παρόν, κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων δεν νομίζω ότι τίθεται. Οπότε, ας περάσουμε στο τελευταίο θέμα: μήπως η άποψή μου για τη συνέχεια ή όχι της γλώσσας είναι υπεκφυγή; Πιθανόν να βρίσκομαι μετέωρος ανάμεσα στις δύο θέσεις -”η ελληνική είναι μία και ενιαία” – “τα νέα ελληνικά είναι άλλη γλώσσα από τα αρχαία”. Ότι η ελληνική είναι μία και ενιαία δεν αντέχει αν σκεφτούμε ότι τα αρχαία κείμενα τα διαβάζουμε σε μετάφραση, τα θεατρικά έργα τα βλέπουμε σε μετάφραση κτλ. Ότι είναι άλλη γλώσσα, βάζει άλλου είδους προβλήματα: πόσες γλώσσες είναι;

Οπότε, έχω καταλήξει ότι η ελληνική γλώσσα (πιθανώς και άλλες γλώσσες) είναι το πλοίο του Θησέα. Οι Αθηναίοι είχαν χτίσει, λέει το φιλοσοφικό πρόβλημα, έναν ωραίο νεώσοικο όπου το τιμημένο πλοίο αναπαυόταν με δόξα και τιμή. Κάθε που σάπιζε ένα σανίδι το άλλαζαν. Τελικά άλλαξαν όλα τα σανίδια. Οπότε, ήταν ακόμα το πλοίο του Θησέα ή όχι; Η απόφαση (αν είναι ή όχι το ίδιο πλοίο) είναι πολιτική.

 

Yστερόγραφο: Δεν έχω ακόμα βρει το αρχικό βίντεο της ομιλίας της κ. Ρεπούση, φαίνεται όμως ότι δεν είπε “οι νεκρές γλώσσες” αλλά “οι λεγόμενες νεκρές γλώσσες”. Αν είναι έτσι, προκαλεί μεγάλη εντύπωση το σχόλιο του κ. Μπαμπινιώτη, σε προβληματικά έτσι κι αλλιώς ελληνικά: «δεν πρέπει να γινόμαστε συνομιλητές φληναφημάτων». «Θα σεβόμουν μια κριτική “θέλω λιγότερες ώρες Αρχαία και περισσότερες Ιστορία”. Είναι άλλο όμως να λες τη γλώσσα σου νεκρή».

Ο ίδιος τότε γιατί αποκάλεσε ‘χαρακτηριζόμενες ως νεκρές’ τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, σε ανύποπτο βέβαια χρόνο; Διαβάστε:

«…Ίσως σκεφθεί κανείς ότι το όλο ζήτημα είναι απλώς θεωρητικό πρόβλημα των διανοουμένων, των γλωσσολόγων και των οιονεί οικολόγων τής γλώσσας, ωστόσο εύκολα θα αντιληφθεί ότι είναι πρόβλημα που – στις διάφορες εκφάνσεις του – μάς αφορά όλους. Γιατί δεν είναι μόνο οι εξαφανισθείσες γλώσσες (Χεττιτική, Αρχ. Αιγυπτιακή, ινδιάνικες Αμερικής, αυστραλιανές, αφρικάνικες κ.λπ.) ούτε μόνο οι χαρακτηριζόμενες ως «νεκρές» (Αρχ. Ελληνική και Λατινική) που επιβιώνουν μέσα από τη συνέχειά τους (N. Ελληνική, Ιταλική) ή τις εξελιγμένες μορφές (Γαλλική, Ρουμανική, Ισπανική, Πορτογαλική κ.ά. από τη Λατινική).»

Δηλαδή; Τόσο μεγάλη διαφορά έχει ο όρος “λεγόμενες νεκρές” από τον όρο “χαρακτηριζόμενες ως νεκρές”, ιδίως μάλιστα εφόσον και η κ. Ρεπούση δέχτηκε από το βήμα της Βουλής τη συνέχεια της γλώσσας; Ξέχασε τάχα ο κ. Μπαμπινιώτης τι είχε πει ή έσπευσε να συνταχθεί, για πολλοστή φορά, με το ρεύμα;

πηγήhttp://sarantakos.wordpress.com/

 

 

Γεώργιος Μπαμπινιώτης: Αυτονόητη γλωσσική ανάγκη

Αν υπάρχει ένα χαρακτηριστικό τού ελληνικού μας πολιτισμού εύκολα και αντικειμενικά αναγνωρίσιμο είναι η συνέχεια της γλώσσας μας. Το να λες ουρανός, θάλασσα, άνθρωπος, πέτρα, άνδρας, γυναίκα, παιδί, γη, κόσμος, έρωτας, άγγελος, αγορά, ακούω, βλέπω, παίζω, γελώ, αγαπώ, όψη, αλήθεια, αμπέλι, άναρχος, άξιος και χιλιάδες σημερινών λέξεων που με την ίδια ή παραλλαγμένη μορφή και σημασία χρησιμοποιούνται πάνω από 3.000 χρόνια, είναι αυτό που ξεχωρίζει πολιτισμικά τη γλώσσα μας και που έχουν επισημάνει με απλά και πειστικά λόγια οι δύο νομπελίστες ποιητές μας, ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Επομένως το να διδάξεις την αρχαία γλώσσα στο σχολείο, τα αρχαία μας κείμενα, παράλληλα προς τη νέα Ελληνική, όπου θα πέφτει φυσικά το κύριο βάρος, είναι μια αυτονόητη γλωσσική, παιδευτική και πολιτισμική ανάγκη. Το να αγνοείς αυτή την πραγματικότητα και να επαναλαμβάνεις σε σχέση με την παιδεία τού Ελληνα τις γνωστές παιδιάστικες αντιρρήσεις «τι χρειάζομαι την αρχαία γλώσσα;», «πού θα μου χρησιμεύσει μια νεκρή γλώσσα που είναι τα αρχαία Ελληνικά;» και άλλα τέτοια φληναφήματα ή αναπαράγεις συνειδητά αφελή ιδεολογήματα ή  παροδηγείσαι από άγνοια ή απαιδευσία. Το έχει πει ωραία ο Κοραής: όστις χωρίς την γνώσιν της αρχαίας επιχειρεί να ερμηνεύσει την νέαν ή απατάται ή απατά.

Μεγάλοι ξένοι φιλόλογοι και γλωσσολόγοι έχουν παρατηρήσει ότι αρχαίες κλασικές γλώσσες όπως η Ελληνική που εξακολουθούν και σήμερα να αποτελούν πηγή σύγχρονων επιστημονικών όρων (nano-, mega-, cyberno-, auto-, ergo-, agro-, -archy, bio- κ.λπ.) δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν «νεκρές» γλώσσες όπως η Χεττιτική, η αρχαία Αιγυπτιακή κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για τη Λατινική, που επίσης είναι πηγή πλήθους νέων λέξεων, μολονότι διαφέρει στην παράδοσή της σε σχέση με την Ελληνική. Σωστά στο νέο πρόγραμμα μαθημάτων τού Λυκείου (στου οποίου τη συγκρότηση δεν έχω προσωπική ανάμειξη) γίνεται λόγος για διδασκαλία τής ελληνικής γλώσσας (αρχαίας και νέας) στις δύο πρώτες τάξεις τού Λυκείου και μόνο νέας στην Γ΄ Λυκείου ως μαθημάτων γενικής παιδείας και αρχαίας γλώσσας επιπροσθέτως μόνο στην Ομάδα Προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών  (Φιλολογία, Νομική κ.ά.). Ελπίζω ότι στρεβλές απόψεις, υπολείμματα μιας ξεπερασμένης σήμερα ιδεολογικής νοοτροπίας που έβλαψε την Παιδεία, αποτελούν αμελητέες και συγγνωστές προσωπικές απόψεις και όχι θέσεις προοδευτικών πολιτικών χώρων με φωτισμένους και σκεπτόμενους ανθρώπους.

Πηγή: http://xenesglosses.eu/2013/09/diamaxi-xreiazontai-ta-arxaia-ellini/

 

Τάκης Θεοδωρόπουλος: Για την αγάπη των Ελληνικών

Τον τίτλο τον δανείζομαι από έναν τόμο που κυκλοφόρησε το 2000 στη Γαλλία και τον οποίον επιμελήθηκαν οι δύο κορυφαίοι ελληνιστές που δεν υπάρχουν πια, η Ζακλίν ντε Ρομιγί και ο Ζαν Πιερ Βερνάν. Το ζητούμενο ήταν να εκθέσουν τη σημασία των Ελληνικών στην εκπαίδευση για να σώσουν τη διδασκαλία τους και να τα γλιτώσουν από την εξαφάνιση που τους επεφύλασσε μια από τις πολλές «προοδευτικές» μεταρρυθμίσεις.

Στον τόμο συμμετέχουν συγγραφείς, όπως ο Τουρνιέ, ποιητές, όπως ο Μπονφουά, επιστήμονες όπως ο βιολόγος Φρανσουά Ζακόμπ και ο ιστορικός Ζακ Λε Γκοφφ, αλλά και μαθητές. Ολοι τους αφηγούνται τη σχέση τους με τα Αρχαία Ελληνικά, τις εμπειρίες τους από τα θρανία και τον τρόπο που επηρέασαν τη σκέψη τους και τη ζωή τους. Έχει σημασία, νομίζω, ότι κανείς, εκτός από τους δύο επιμελητές, δεν είναι ειδικός επί του θέματος. Είναι άνθρωποι που έχουν σταδιοδρομήσει σε διάφορους τομείς και προσπαθούν να αποτιμήσουν την αξία που είχαν τα Αρχαία Ελληνικά στην καλλιέργειά τους.

Ας σημειώσω ορισμένα επιχειρήματα που διατυπώνει η Ρομιγί στον πρόλογό της. Το πρώτο είναι ότι η αρχαία Ελλάδα είναι ο πυρήνας του ευρωπαϊκού πολιτισμού – γνωστό και τετριμμένο θα μου πείτε. Το δεύτερο είναι ότι η αρχαία ελληνική λογοτεχνία, επειδή είναι λογοτεχνία των απαρχών, εφευρίσκει μορφές και τρόπους έκφρασης, διαθέτει μια απλότητα και ακρίβεια σκέψης που είναι πολύ δύσκολο να τη βρεις στους επιγόνους της. Είναι σαν η λογοτεχνία έκτοτε να ψάχνει να πετύχει την εκφραστική απλότητα και αμεσότητα των Ελλήνων συγγραφέων. «Να μου δοθεί αυτή η χάρη να μιλήσω απλά», έλεγε ο Σεφέρης. Ακόμη θυμάμαι τον Μπόρχες να λέει σε συνέντευξή του πως αν έχεις διαβάσει Ομηρο και Κάφκα ξέρεις όλη τη λογοτεχνία.

Υπάρχει και ένα τρίτο επιχείρημα που αφορά την ανάγνωση των κειμένων αυτών στο πρωτότυπο. Το οποίο η Ρομιγί το διατυπώνει με βάση την εμπειρία της ως εκπαιδευτικός – ως γνωστόν είχε υπηρετήσει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Κι αυτό είναι η πειθαρχία της αναγνωστικής εμπειρίας που επιβάλλει η λεγόμενη «νεκρή γλώσσα», εν πάση περιπτώσει η γλώσσα την οποία δεν πρόκειται ποτέ να χρησιμοποιήσεις για τις καθημερινές σου συναλλαγές.

Όταν διαβάζεις Πλάτωνα στο πρωτότυπο, μαθαίνεις να διαβάζεις αργά. Παραπέμπω στον Κούντερα για την αξία της αργής ανάγνωσης σε έναν κόσμο που σε σπρώχνει να «σκανάρεις» τα κείμενα, και όπου η λογοτεχνική αξία κρίνεται με όρους ροφήματος. Ένα  μυθιστόρημα είναι «καλό» όταν ο αναγνώστης μπορεί να το ρουφήξει, σαν χλιαρή σοκολάτα, χωρίς να πάρει ανάσα. Άντε μετά να διαβάσεις Τολστόι ή Σταντάλ. Υπάρχουν και οι «Αποχρώσεις του γκρι» θα μου πείτε.

Με δυο λόγια η εκμάθηση των δύο γλωσσών του κλασικού μας πολιτισμού, κατά μείζονα λόγο των Ελληνικών, αλλά και των Λατινικών, είναι ζήτημα που αφορά την ευρωπαϊκή εκπαίδευση. Εμείς βέβαια εδώ έχουμε και τους δικούς μας λόγους, το περίφημο γλωσσικό. Οι κατά καιρούς υποστηρικτές της κατάργησης της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, έχουν υπάρξει και σοβαρότεροι της κ. Ρεπούση, προβάλλουν ως κύριο επιχείρημα πως η Νέα Ελληνική είναι μια ολοκληρωμένη γλώσσα που δεν χρειάζεται τα Αρχαία για να σταθεί. Είναι μια πλήρης και ολοκληρωμένη δομή, που λένε και οι γλωσσολόγοι.

Αν βέβαια τολμήσεις να αναρωτηθείς κατά πόσον αυτό ισχύει και για την καθαρεύουσα, η οποία δεν διδάσκεται από τη δεκαετία του εβδομήντα, εκεί τα πράγματα μπερδεύονται λίγο. Συμμετέχει η καθαρεύουσα σ’ αυτήν την πλήρη δομή; Εχουν γραφτεί σ’ αυτήν ορισμένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά μνημεία των Νέων Ελληνικών; Κι αν ναι, που όντως έχουν γραφτεί, τότε γιατί δεν διδάσκεται;

Ελάτε τώρα, γιατί είναι συντηρητική κι εμείς όλοι έχουμε αποφασίσει να είμαστε αναφανδόν προοδευτικοί. Τόσο προοδευτικοί που, ενώ διαθέτουμε μια γλώσσα με τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορία, έχουμε αποφασίσει να την περιορίσουμε στα τελευταία τριάντα. Τα κλασικά ελληνικά είναι ο ορίζοντας της γλώσσας που μιλάμε, όπως η κλασική ελληνική σκέψη είναι ο ορίζοντας της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης.

Μα και βέβαια τα παιδιά πρέπει να διδάσκονται Αρχαία Ελληνικά. Και πρέπει να διδάσκονται, με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση, σε μια Ελλάδα που θέλει να είναι ευρωπαϊκή χώρα. Διότι είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, στο οποίο το ελληνόπουλο έχει πολύ ευκολότερη πρόσβαση και πολύ μεγαλύτερη οικειότητα από το ιταλάκι ή το γαλλάκι.

Σκεφθείτε μόνον ποια θα ήταν η θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη αν κάποιος σοφός πολιτικός είχε αποφασίσει να ενισχύσει τις κλασικές σπουδές τώρα που υποχωρούν παντού. Αν όντως πρόσφεραν τη δυνατότητα σε φοιτητές από όλον τον κόσμο να διδάσκονται τα κείμενα του Πλάτωνος in situ. Για τα Λατινικά δεν λέω τίποτε. Ούτως ή άλλως δεν διδάσκονται παρά μόνον για ξεκάρφωμα.

πηγή:  kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση