Ένα από τα προβλήματα που δείχνει να αντιμετωπίζει η κοινωνία στις μέρες μας, αλλά και διαχρονικά, είναι το χάσμα που φαίνεται να υπάρχει ανάμεσα στους μεγαλύτερους και τους μικρότερους στην ηλικία.
Με τον όρο “χάσμα γενεών” μπορούμε να ορίσουμε, τη μεγάλη απόσταση που χαρακτηρίζει δύο γενιές σε κάθε εποχή, ως προς τις πεποιθήσεις, ιδέες, αντιλήψεις, τρόπους, σκέψεις και τη στάση ζωής γενικότερα.
Κάθε γενιά έχει την αίσθηση, πως είναι διαφορετική από την άλλη. Η έκφραση αυτή, με απλά λόγια έρχεται για να τονίσει την διαφορετική κατανόηση, στην ουσία ίδιων πραγμάτων. Όταν το φαινόμενο εκδηλώνεται βλέπουμε από τη μια πλευρά, τους νέους να κατηγορούν τους μεγαλύτερους, μεταξύ άλλων, για υποκρισία, τυπικότητα, ψεύτικη ευγένεια, υπερβολική ενασχόληση με το χρήμα και τα υλικά αγαθά. Νιώθουν να δέχονται ασταμάτητα έντονη κριτική για τα πάντα, από τους υπερβολικά αυστηρούς μεγαλύτερους, όσον αφορά τον τρόπο που διαλέγουν να ντύνονται, να μιλάνε, να διασκεδάζουν, να συμπεριφέρονται γενικότερα. Σχεδόν κάθε παιδί, θεωρεί ότι είναι καταπιεσμένο από τους συντηρητικούς, αδιάλλακτους, γεμάτους αντιφάσεις γονείς του.
Από την άλλη πλευρά, οι μεγαλύτεροι καταλογίζουν στους πιο μικρούς, αδιαφορία, ανευθυνότητα, έλλειψη σεβασμού. Κάθε νέος μοιάζει στα μάτια τους ανεύθυνος, επιπόλαιος, άκριτα υποταγμένος στη μόδα και κακός χρήστης της γλώσσας. Η απειρία και η επαναστατική τους διάθεση, συχνά εκλαμβάνονται ως ασυδοσία. Δεν απουσιάζουν βέβαια ούτε αυτοί που νιώθουν ανασφάλεια γιατί νομίζουν πως τα παιδιά τους δεν θα τους συμπαρασταθούν όταν στο μέλλον χρειαστούν τη βοήθειά τους, κατηγορώντας τους νέους για αχαριστία.
Η βασικότερη αιτία, που εξηγεί ως ένα σημείο βέβαια, τις συγκρούσεις ανάμεσα στους εφήβους και τους γονείς τους είναι ο διαφορετικός ρόλος που η κοινωνία αναθέτει στους γονείς. Αυτοί, έχουν εξουσία, υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα απέναντι στα παιδιά τους. Κατ’ επέκταση, το κοινωνικό περιβάλλον απαιτεί από τους εφήβους να σέβονται την εξουσία αυτή. Το αποτέλεσμα είναι, ο έφηβος να βρίσκεται μπροστά σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση γιατί είναι υποχρεωμένος να υπακούει σε τρείς ή τέσσερις διαφορετικές εξουσίες: τους γονείς του, το σχολείο, τους κοινωνικούς νόμους αλλά και τις απαιτήσεις της ομάδας των συνομηλίκων του! Έτσι, συχνά δημιουργούνται συγκρούσεις, γιατί άλλα διατάζει η οικογένειά και άλλα απαιτούν οι φίλοι του έφηβου. Άλλη συμπεριφορά θέλει απ’ αυτόν το σχολείο και η κοινωνία και εντελώς διαφορετικά πρέπει να ενεργήσει προκειμένου να γίνει αποδεκτός από τους συνομηλίκους του. Το πόσο ομαλά ενηλικιώνεται ο έφηβος και το πόσο εύκολά ή δύσκολα θα κοινωνικοποιηθεί, είναι οι κύριοι παράγοντες που καθορίζουν τα όρια του χάσματός του, από αυτούς που ήδη έχουν ενηλικιωθεί.
Επιπλέον, οφείλουμε να είμαστε αρκετά προσεκτικοί ώστε να μη πέφτουμε στην παγίδα να το χρησιμοποιούμε σαν δικαιολογία όταν (ως γονείς) δεν θέλουμε να εξηγήσουμε κάτι στα παιδιά μας, ή (ως παιδιά) δεν θέλουμε να εξηγήσουμε κάτι στους γονείς μας, γιατί ο διάλογος, η ειλικρίνεια και η αμοιβαία εμπιστοσύνη κάνουν τις γενιές να επικοινωνούν, τους εφήβους να κοινωνικοποιούνται ομαλότερα και κατ’ επέκταση τα χάσματα να γεφυρώνονται. Η οξύτατη κριτική των εφήβων μειώνεται σταδιακά καθώς οι ενήλικες συνειδητοποιούν την διαφορετικότητά τους και τους προσεγγίζουν με κατανόηση.