Η εμπειρία μου από την επίσκεψη στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα Χίου
9/12/2025
Η σημερινή επίσκεψη στο Σωφρονιστικό Ίδρυμα της Χίου ήταν για μένα και για όλους μας μια εμπειρία που δύσκολα θα ξεχαστεί. Πέντε εκπαιδευτικοί και όλοι οι μαθητές της Α’ Λυκείου του Μουσικού Σχολείου Χίου, με επικεφαλής την κ. Καλογήρου Πόπη, και εμείς οι συνοδοί, η Καραΐσκου Χρύσα, ο Πλωμαρίτης Πέτρος, η Νικολοπούλου Αναστασία και εγώ, μπήκαμε σε έναν κόσμο που τα παιδιά κι εγώ μαζί, γνωρίζαμε μόνο από ιστορίες. ‘Έναν κόσμο που μέχρι τώρα τον άκουγα μόνο από μακριά, σαν ιστορία κάποιου άλλου. Κι όμως, σήμερα μπήκα μέσα του. Με όλη μου την ψυχή.
Ο διευθυντής και οι φύλακες μας υποδέχτηκαν με μια αξιοσημείωτη ευγένεια, σχεδόν αποστομωτική. Καμία σκληράδα, καμία απόσταση. Μόνο μια ηρεμία που έδινε την αίσθηση ότι όλα είναι υπό έλεγχο. Ο διευθυντής μιλούσε στα παιδιά όμορφα, καθαρά, χωρίς ίχνος έπαρσης. Τα ρωτούσε. Τα καλούσε να μιλήσουν. Κι εκείνα, πρώτα δειλά… μετά πιο θαρρετά, άρχισαν να ανοίγονται:
Πώς είναι η μέρα ενός κρατούμενου;
Πώς φέρονται μεταξύ τους;
Πώς νιώθουν;
Πριν μπούμε μέσα για να πούμε τα κάλαντα, τα παιδιά ήταν σε έξαψη, γεμάτα χαρά, έναν παιδικό ενθουσιασμό, μια αθωότητα που σχεδόν έκανε αντίθεση με τον προορισμό μας. Νομίζω πως λίγοι είχαν συνειδητοποιήσει που ακριβώς πηγαίναμε.
Κι εγώ… δεν θα το κρύψω: ένιωθα έναν παράξενο κόμπο, κάτι σαν φόβο χωρίς πραγματική αιτία. Μια ένταση που δεν ήξερα πώς να τη διαχειριστώ.
Κι ύστερα, ήρθε η στιγμή να μπούμε μέσα.
Όλα ξεκαθάρισαν όταν η πρώτη μεγάλη μεταλλική πόρτα έκλεισε πίσω μας.
Αυτός ο ήχος… δεν μοιάζει με τίποτα. Έχει βάρος. Έχει ιστορία. Έχει ψυχές μέσα του.
Περάσαμε τον διάδρομο, μας μέτρησαν, και μόνο όταν έκλεισε η πίσω πόρτα άνοιξε η επόμενη.
Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν η τάξη, η καθαριότητα, η ηρεμία. Αν εξαιρέσει κανείς μια ελαφριά μυρωδιά από τσιγάρο, ο χώρος δεν θύμιζε καθόλου όσα η φαντασία συνήθως πλάθει.
Από τα κελιά ματιές δειλές, προσεκτικές. Καμία επιθετικότητα. Μόνο άνθρωποι που μας παρατηρούσαν, ίσως από περιέργεια, ίσως από μοναξιά. Ένιωσα μια ανεξήγητη ταραχή, όχι φόβο αλλά μια βαθιά συνειδητοποίηση της πραγματικότητας αυτού του χώρου.
Η εικόνα δεν είχε τίποτα τρομακτικό, όμως είχε κάτι που σε κάνει να σκέφτεσαι.
Η σιωπή τους με χτύπησε πιο πολύ κι από τον ήχο της πόρτας.
Μπήκαμε σε μια μεγάλη αίθουσα. Οι κρατούμενοι κάθισαν σιωπηλοί, παρατηρώντας τα παιδιά μας να στήνουν τα όργανα και να κουρδίζουν. Η πρώτη νότα ήταν σαν μια αναπνοή που έσπασε την αμηχανία. Μετά από κάθε τραγούδι, τα χειροκροτήματα ήταν τόσο ζεστά, τόσο αληθινά, που δυσκολευόσουν να πιστέψεις ότι έρχονται από ανθρώπους που ζουν κλεισμένοι. Κάποιοι χτυπούσαν παλαμάκια στον ρυθμό, άλλοι χαμογελούσαν με εκείνο το χαμόγελο που δεν βγαίνει εύκολα από άνθρωπο που πονάει.
Και τότε κάτι άλλαξε μέσα μου. Από το δεύτερο κιόλας τραγούδι η αρχική μου ταραχή υποχώρησε και τη θέση της πήρε μια βαθιά, απροσδόκητη συγκίνηση, ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν. Προσπαθούσα να συγκρατηθώ. Δεν ήθελα να φανώ αδύναμη. Μα όλη αυτή η εικόνα τα παιδιά να προσφέρουν μουσική, οι κρατούμενοι να λιώνουν σιωπηλά από συγκίνηση με ξεπερνούσε.
Είδα άντρες με μάτια βουρκωμένα.
Είδα πρόσωπα σκληρά που για λίγα λεπτά έγιναν μαλακά.
Είδα ανθρώπους που, έστω και για μια στιγμή, ένιωσαν πως ανήκουν κάπου.
Για λίγα λεπτά, με τη μουσική, τους είχαμε ταξιδέψει έξω από τους τοίχους της φυλακής.
Και τότε το κατάλαβα.
Δεν είχαμε πάει να πούμε κάλαντα.
Είχαμε πάει να θυμίσουμε σε αυτούς τους ανθρώπους ότι δεν είναι ξεχασμένοι.
Δεν ξέρω γιατί βρίσκονταν εκεί ο καθένας. Μα εκείνη τη στιγμή δεν είχε καμία σημασία. Το μόνο που μετρούσε ήταν ότι, με την παρουσία μας, τους δείξαμε κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: πως η κοινωνία έξω δεν τους έχει ξεγράψει. Πως υπάρχουν άνθρωποι και κυρίως νέα παιδιά που τους βλέπουν όχι ως “κρατούμενους”, αλλά ως ανθρώπους.
Και εκείνοι το πήραν. Και μας το έδωσαν πίσω με το πιο δυνατό χειροκρότημα που έχω ακούσει ποτέ μου. Ένα χειροκρότημα που δεν έλεγε «μπράβο». Έλεγε:
Σε ευχαριστώ. Μη με ξεχνάς.
Στο τέλος, ευχηθήκαμε Καλά Χριστούγεννα και Καλή Χρονιά!
Καθώς φύγαμε, όλοι μας χαιρετούσαν ευγενικά.
Βγαίνοντας από την τελευταία πόρτα, ένιωσα σαν να κουβαλούσα μαζί μου πολλούς μικρούς κόμπους στο λαιμό και μια τεράστια συγκίνηση. Σήμερα δεν είδα απλώς έναν χώρο κράτησης. Είδα ανθρώπους. Και κατάλαβα, λίγο πιο βαθιά, τι σημαίνει να δίνεις έστω για λίγα λεπτά φως σε έναν χώρο που δεν το βλέπει συχνά.
Μαρία Λενά, Καθηγήτρια Μουσικού Σχολείου Χίου

