Από τον Νόμο στην Αγάπη. Ακολουθώντας τα εσωτερικά βήματα του αποστόλου Παύλου
Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΥΦΑΝΤΗ· Αναπληρωτή Καθηγητή στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ. Ομιλία στην Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων (Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019)
Κάθε μέρα του λειτουργικού έτους είναι μια γιορτή ανάμνησης και πνευματικής υπόμνησης. Η λατρευτική αναδιήγηση των κομβικών γεγονότων της ιεράς ιστορίας και του βίου των αγίων δικαιολογεί τον δοξολογικό, πανηγυρικό και κυριολεκτικά, και μεταφορικά ευχαριστιακό χαρακτήρα κάθε εορτής, επίκεντρο και κορύφωση της οποίας αποτελεί η θεία Λειτουργία. Από την άλλη πλευρά, κάθε γιορτή αποτελεί μία πνευματική υπόμνηση εφόσον προσκαλεί τους πιστούς να θαυμάσουν τους τιμωμένους αγίους και να ακολουθήσουν το δικό τους παράδειγμα.
Διαβάστε τη συνέχεια της ομιλίας [εδώ]
Μόνο βινύλιο…
ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΒΗΜΑ· Το περιοδικό του Πειραματικού ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου
Η αγέραστη γλώσσα των νέων στη δεκαετία του ’80 και η γερασμένη των ενηλίκων σήμερα
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟΥ
Εφόσον το πεδίο αναφοράς μας ορίζεται από το θαύμα μιας μη άνευρης ζωής, ζωή όταν δεν σήπεται στο άνυδρο έδαφος μονομερούς κοσμοειδώλου, βλαστάνει θαρραλέος ο μίσχος της γλώσσας. Κάθε άλλωστε, κοσμοείδωλο και η ιστορική περίοδός του εκφράζεται με το αντίστοιχο γλωσσικό υπόβαθρο. Η διακύβευση ενός κοσμοειδώλου είναι να μην «μας τη δίνει» αλλά να προσφέρει γόνιμες συνθήκες, αίσθηση ίσων ευκαιριών σε προσωπική και κοινωνική ανέλιξη επιτυγχάνοντας το διάλογο ανάμεσα σε προηγούμενες γενιές και τη νεότερη. Και βασικό μεθοδολογικό εργαλείο για το διάλογο μεταξύ γενεών, ενεργών ή σε διάπλαση πολιτών, σε ετερόκλιτες κατηγορίες είναι η γλώσσα, μάγμα όχι μόνο στο διαπερατό φλοιό της καθημερινότητας αλλά σε βαθύτερες ιστορικές διεργασίες. Ο πυρήνας αντίθεσης αλλά και αυτορρύθμισης ενδεχομένης απόκλισης στα προτάγματα ενός κοσμοειδώλου γλωσσικά, εντοπίζεται στο απροσδιόριστο τοπίο του αυθορμητισμού όπως εκφράζεται κατά κανόνα σε νεότερους, σε αντίθεση με τη γλωσσική νόρμα.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο Αντίφωνο
Για τον Χρήστο Κατρούτσο διαβάστε εδώ
Το Πνεύμα του Θεού στην Ιστορία
Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ· Καθηγητού Θεολογικής Σχολή ΑΠΘ – Άρχοντος Διδασκάλου του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας
Η περικοπή Ιωη 3:23 – 4:5 είναι, σύμφωνα με την ανατολική λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, το δεύτερο ανάγνωσμα από την Παλαιά Διαθήκη του Εσπερινού της γιορτής της Πεντηκοστής. Ο λόγος της επιλογής είναι προφανής, καθώς, σύμφωνα με το βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων (2:16-21), ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος, κατά την ημέρα της ιουδαϊκής γιορτής της Πεντηκοστής, εξηγεί στο πλήθος που συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι όπου ήταν μαζεμένοι οι μαθητές του Χριστού, ότι η βοή που ακούστηκε είναι εκπλήρωση της σχετικής προφητείας του Ιωήλ, η οποία αναφέρεται στην εκδήλωση του ελέους του Θεού προς τον λαό του και την πλούσια χορήγηση προς αυτόν του Πνεύματός του.
Για τον προφήτη Ιωήλ, το όνομα του οποίου συνιστά κάτι σαν ομολογία πίστης (Ο Κύριος είναι ο Θεός), ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία είναι γνωστά, καθώς η μοναδική πηγή πληροφοριών γι’ αυτόν είναι το ομώνυμο σύντομο, συγκροτούμενο από τέσσερα μόνον κεφάλαια, βιβλίο της συλλογής “Δωδεκαπρόφητον”. Ο πατέρας του προφήτη ονομαζόταν Βαθουήλ, και το προφητικό του κήρυγμα, που έχει ως θέμα την ημέρα της κρίσης του Κυρίου, σχετίζεται με την Ιερουσαλήμ. Από τη συνάφεια και το περιεχόμενο των προφητειών του Ιωήλ εικάζεται με σχετική βεβαιότητα ότι έδρασε κατά την μετά την επιστροφή των Ιουδαίων (538 π.Χ.) από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία περίοδο.
Διαβάστε τη συνέχεια του ενδιαφέροντος αυτού άρθρου [εδώ]
ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ… Η μετάδοση της προσφυγικής εμπειρίας στην τρίτη και τέταρτη γενιά. Μαθητές του σχολείου μας απόγονοι Μικρασιατών προσφύγων [2]
ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ… Η μετάδοση της προσφυγικής εμπειρίας στην τρίτη και τέταρτη γενιά. Μαθητές του σχολείου μας απόγονοι Μικρασιατών προσφύγων [1]
Με τους θύτες ή με τα θύματα της Ιστορίας; Κριτική προσέγγιση στο βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rock ’n Roll ιστορίες
Του ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΕΡΜΕΤΗ
Το νέο βιβλίο του θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου ήρθε να ταράξει τα θολά νερά του θεολογικού εφησυχασμού, διότι θέτει καίρια ζητήματα του χριστιανισμού που είναι λησμονημένα στον κοινωνικό και πολιτικό χυλό της εποχής. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα θεολογικό σχεδίασμα για τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία, καθώς αποτελεί απόσταγμα πολυετούς εμπειρίας του συγγραφέα στα σχολεία. Έχω την αίσθηση ότι θα πρέπει να δίνεται ως βοήθημα στους θεολόγους καθηγητές για τον τρόπο προσέγγισης των μαθητών και επικοινωνίας μέσα στην τάξη.

Τo πόνημα του Αργυρόπουλου είναι μια προσωπική εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια αυθεντική βιωματική εμπειρία του χριστιανισμού. Το πρώτο ζήτημα που θέτει επιτακτικά είναι η διαλεκτικότητα ως μέθοδος διαλόγου με τους νέους ανθρώπους. Τούτο, όσο απλό και αν ακούγεται στην εφαρμογή του, είναι σχεδόν ακατόρθωτο. Διότι ο διάλογος προϋποθέτει ανοικτότητα, σεμνότητα, ταπεινότητα και φυσικά αγάπη. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας διατείνεται: «στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχει κουλτούρα διαλόγου. Κανένας δεν μπορεί να συνομιλήσει με κανέναν». Αυτή είναι μια απτή πραγματικότητα που τη συναντούμε τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει ένας διάλογος κωφών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπου το μόνο που αφορά είναι η δημιουργία εντυπώσεων για να κερδηθεί η μάχη του εντυπωσιασμού και της εικόνας. Ίσως, τελικά, δεν υφίσταται διάλογος γιατί δεν υπάρχουν ιδέες και σκέψεις και γιατί ο μηδενισμός, εκτός από την έλλειψη αξιών και αρχών, έχει οδηγήσει και σε κενούς περιεχομένου ανθρώπους.
Ο Αργυρόπουλος στο βιβλίο θέτει ένα καίριο ερώτημα και από την απάντηση αυτού του ερωτήματος κρίνεται, εν πολλοίς, η σχέση του καθενός με τον χριστιανισμό. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί παρά να είναι και πολιτικό το ερώτημα και για αυτόν τον λόγο, τελικά, ο συγγραφέας αναπόφευκτα γράφει ένα βιβλίο πολιτικής θεολογίας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αργυρόπουλος είναι από εκείνους τους θεολόγους που, μαζί με τον έτερο θεολόγο τον Θανάση Παπαθανασίου, έκαναν γνωστή τη Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Ελλάδα. Οπότε, άμεσα με την συγγραφική του πορεία απαντά στο μείζον ερώτημα για το αν ο χριστιανισμός είναι με τους θύτες ή με τα θύματα. Είναι γεγονός ότι από τη θέση που παίρνει κανείς στο καίριο αυτό ερώτημα εκδηλώνει αποφασιστικά και τη σχέση του με τον χριστιανισμό. Αν επιλέγει κανείς να βρίσκεται στην πλευρά των θυτών, τότε εκφεύγει του ευαγγελικού μηνύματος, που είναι η συμπόνοια στους έσχατους και στους ταπεινούς. Σε αυτή την περίπτωση ο χριστιανισμός μεταβάλλεται σε ιδεολογία και δεν σχετίζεται με τη μίμηση Χριστού, που συνιστά τη σωτηριολογική πορεία του κάθε χριστιανού. Αν, επίσης, κάποιος επιλέγει τη χλιαρότητα, θεωρώντας ότι ο χριστιανισμός είναι μόνο πνευματικός και άπτεται μόνο του ιερού, σκεπτόμενος ότι το εφήμερο δεν έχει και πολύ σημασία, αλλά η ατομική σωτηρία είναι το επίδικο, τότε ο χριστιανισμός επικαλύπτεται με ψυχολογικό μανδύα και το οντολογικό περιεχόμενο διαφεύγει της οπτικής. Αυτός ο χριστιανισμός είναι ένας φοβικός και ενοχικός χριστιανισμός, που ευνουχίζει τα συναισθήματα και την ψυχή του ανθρώπου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να οδηγείται ο χριστιανός στη μνησικακία. Στην πραγματικότητα και στη δεύτερη περίπτωση, που είναι η ουδετερότητα, ένας χριστιανός βρίσκεται στην πλευρά επίσης των θυτών. Αν οι παραπάνω δύο περιπτώσεις που ανέφερα εντάσσονται στο πλευρό των θυτών, τότε υπάρχει και η τρίτη περίπτωση των χριστιανών εκείνων που βρίσκονται στην πλευρά των θυμάτων, κάνοντας πράξη την πορεία του Χριστού στη γη, όντας και ο ίδιος θύμα της εξουσιαστικότητας και της κυριαρχικότητας.
Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος καταφέρνει να αναδείξει με έναν άμεσο βιωματικό τρόπο στο βιβλίο του έναν αυθεντικό χριστιανισμό. Έναν χριστιανισμό που βιώθηκε τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, έναν χριστιανισμό της αλήθειας, της ελπίδας, της απελευθέρωσης, έναν χριστιανισμό που μεταδίδει την άκαυτη φλόγα της αγάπης. Μονολογεί εσωτερικά, αδιαμεσολάβητα, φωτεινά, για όλα εκείνα που χάνονται μέσα στη χοάνη της κοινωνικής και πολιτικής ανελευθερίας, της αδικίας, της ανισότητας. Είναι ένα βιβλίο κραυγής, υπό την οπτική του βαθιά χριστιανού ανθρώπου, που βλέπει τον μηδενισμό να εξαπλώνεται ταχύτατα και να ροκανίζει σαν αρρώστια το κοινωνικό σώμα. Είναι, εν τέλει, ένα βιβλίο που τα επόμενα χρόνια θα αποτελεί σημείο αναφοράς· και όχι μόνο για τους χριστιανούς.
ΠΗΓΗ