ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο»

Του Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑ· Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.
Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)
Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.
Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)
Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.
Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).
Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).
Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.
Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).
Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.
Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία. 
Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;
[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα», αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42].

Από τον Νόμο στην Αγάπη. Ακολουθώντας τα εσωτερικά βήματα του αποστόλου Παύλου

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΥΦΑΝΤΗ· Αναπληρωτή Καθηγητή στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ. Ομιλία στην Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων (Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019)

Κάθε μέρα του λειτουργικού έτους είναι μια γιορτή ανάμνησης και πνευματικής υπόμνησης. Η λατρευτική αναδιήγηση των κομβικών γεγονότων της ιεράς ιστορίας και του βίου των αγίων δικαιολογεί τον δοξολογικό, πανηγυρικό και κυριολεκτικά, και μεταφορικά ευχαριστιακό χαρακτήρα κάθε εορτής, επίκεντρο και κορύφωση της οποίας αποτελεί η θεία Λειτουργία. Από την άλλη πλευρά, κάθε γιορτή αποτελεί μία πνευματική υπόμνηση εφόσον προσκαλεί τους πιστούς να θαυμάσουν τους τιμωμένους αγίους και να ακολουθήσουν το δικό τους παράδειγμα. 

Διαβάστε τη συνέχεια της ομιλίας [εδώ]

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΒΗΜΑ· Το περιοδικό του Πειραματικού ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου


Φόρτωση PDF…

Η αγέραστη γλώσσα των νέων στη δεκαετία του ’80 και η γερασμένη των ενηλίκων σήμερα

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΡΟΥΤΣΟΥ

Εφόσον το πεδίο αναφοράς μας ορίζεται από το θαύμα μιας μη άνευρης ζωής, ζωή όταν δεν σήπεται στο άνυδρο έδαφος μονομερούς κοσμοειδώλου, βλαστάνει θαρραλέος ο μίσχος της γλώσσας. Κάθε άλλωστε, κοσμοείδωλο και η ιστορική περίοδός του εκφράζεται με το αντίστοιχο γλωσσικό υπόβαθρο. Η διακύβευση ενός κοσμοειδώλου είναι να μην «μας τη δίνει» αλλά να προσφέρει γόνιμες συνθήκες, αίσθηση ίσων ευκαιριών σε προσωπική και κοινωνική ανέλιξη επιτυγχάνοντας το διάλογο ανάμεσα σε προηγούμενες γενιές και τη νεότερη. Και βασικό μεθοδολογικό εργαλείο για το διάλογο μεταξύ γενεών, ενεργών ή σε διάπλαση πολιτών, σε ετερόκλιτες κατηγορίες είναι η γλώσσα, μάγμα όχι μόνο στο διαπερατό φλοιό της καθημερινότητας αλλά σε βαθύτερες ιστορικές διεργασίες. Ο πυρήνας αντίθεσης αλλά και αυτορρύθμισης ενδεχομένης απόκλισης στα προτάγματα ενός κοσμοειδώλου γλωσσικά, εντοπίζεται στο απροσδιόριστο τοπίο του αυθορμητισμού όπως εκφράζεται κατά κανόνα σε νεότερους, σε αντίθεση με τη γλωσσική νόρμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο Αντίφωνο

Για τον Χρήστο Κατρούτσο διαβάστε εδώ

Το Πνεύμα του Θεού στην Ιστορία

Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ· Καθηγητού Θεολογικής Σχολή ΑΠΘ – Άρχοντος Διδασκάλου του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Η περικοπή Ιωη 3:23 – 4:5 είναι, σύμφωνα με την ανατολική λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, το δεύτερο ανάγνωσμα από την Παλαιά Διαθήκη του Εσπερινού της γιορτής της Πεντηκοστής. Ο λόγος της επιλογής είναι προφανής, καθώς, σύμφωνα με το βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων (2:16-21), ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος, κατά την ημέρα της ιουδαϊκής γιορτής της Πεντηκοστής, εξηγεί στο πλήθος που συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι όπου ήταν μαζεμένοι οι μαθητές του Χριστού, ότι η βοή που ακούστηκε είναι εκπλήρωση της σχετικής προφητείας του Ιωήλ, η οποία αναφέρεται στην εκδήλωση του ελέους του Θεού προς τον λαό του και την πλούσια χορήγηση προς αυτόν του Πνεύματός του.

Για τον προφήτη Ιωήλ, το όνομα του οποίου συνιστά κάτι σαν ομολογία πίστης (Ο Κύριος είναι ο Θεός), ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία είναι γνωστά, καθώς η μοναδική πηγή πληροφοριών γι’ αυτόν είναι το ομώνυμο σύντομο, συγκροτούμενο από τέσσερα μόνον κεφάλαια, βιβλίο της συλλογής “Δωδεκαπρόφητον”. Ο πατέρας του προφήτη ονομαζόταν Βαθουήλ, και το προφητικό του κήρυγμα, που έχει ως θέμα την ημέρα της κρίσης του Κυρίου, σχετίζεται με την Ιερουσαλήμ. Από τη συνάφεια και το περιεχόμενο των προφητειών του Ιωήλ εικάζεται με σχετική βεβαιότητα ότι έδρασε κατά την μετά την επιστροφή των Ιουδαίων (538 π.Χ.) από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία περίοδο.

Διαβάστε τη συνέχεια του ενδιαφέροντος αυτού άρθρου [εδώ

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ… Η μετάδοση της προσφυγικής εμπειρίας στην τρίτη και τέταρτη γενιά. Μαθητές του σχολείου μας απόγονοι Μικρασιατών προσφύγων [2]


Φόρτωση PDF…

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ… Η μετάδοση της προσφυγικής εμπειρίας στην τρίτη και τέταρτη γενιά. Μαθητές του σχολείου μας απόγονοι Μικρασιατών προσφύγων [1]


Φόρτωση PDF…

Με τους θύτες ή με τα θύματα της Ιστορίας; Κριτική προσέγγιση στο βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rock ’n Roll ιστορίες

Του ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΕΡΜΕΤΗ

Το νέο βιβλίο του θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου ήρθε να ταράξει τα θολά νερά του θεολογικού εφησυχασμού, διότι θέτει καίρια ζητήματα του χριστιανισμού που είναι λησμονημένα στον κοινωνικό και πολιτικό χυλό της εποχής. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα θεολογικό σχεδίασμα για τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία, καθώς αποτελεί απόσταγμα πολυετούς εμπειρίας του συγγραφέα στα σχολεία. Έχω την αίσθηση ότι θα πρέπει να δίνεται ως βοήθημα στους θεολόγους καθηγητές για τον τρόπο προσέγγισης των μαθητών και επικοινωνίας μέσα στην τάξη.

Τo πόνημα του Αργυρόπουλου είναι μια προσωπική εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια αυθεντική βιωματική εμπειρία του χριστιανισμού. Το πρώτο ζήτημα που θέτει επιτακτικά είναι η διαλεκτικότητα ως μέθοδος διαλόγου με τους νέους ανθρώπους. Τούτο, όσο απλό και αν ακούγεται στην εφαρμογή του, είναι σχεδόν ακατόρθωτο. Διότι ο διάλογος προϋποθέτει ανοικτότητα, σεμνότητα, ταπεινότητα και φυσικά αγάπη. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας διατείνεται: «στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχει κουλτούρα διαλόγου. Κανένας δεν μπορεί να συνομιλήσει με κανέναν». Αυτή είναι μια απτή πραγματικότητα που τη συναντούμε τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει ένας διάλογος κωφών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπου το μόνο που αφορά είναι η δημιουργία εντυπώσεων για να κερδηθεί η μάχη του εντυπωσιασμού και της εικόνας. Ίσως, τελικά, δεν υφίσταται διάλογος γιατί δεν υπάρχουν ιδέες και σκέψεις και γιατί ο μηδενισμός, εκτός από την έλλειψη αξιών και αρχών, έχει οδηγήσει και σε κενούς περιεχομένου ανθρώπους.

Ο Αργυρόπουλος στο βιβλίο θέτει ένα καίριο ερώτημα και από την απάντηση αυτού του ερωτήματος κρίνεται, εν πολλοίς, η σχέση του καθενός με τον χριστιανισμό. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί παρά να είναι και πολιτικό το ερώτημα και για αυτόν τον λόγο, τελικά, ο συγγραφέας αναπόφευκτα γράφει ένα βιβλίο πολιτικής θεολογίας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αργυρόπουλος είναι από εκείνους τους θεολόγους που, μαζί με τον έτερο θεολόγο τον Θανάση Παπαθανασίου, έκαναν γνωστή τη Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Ελλάδα. Οπότε, άμεσα με την συγγραφική του πορεία απαντά στο μείζον ερώτημα για το αν ο χριστιανισμός είναι με τους θύτες ή με τα θύματα. Είναι γεγονός ότι από τη θέση που παίρνει κανείς στο καίριο αυτό ερώτημα εκδηλώνει αποφασιστικά και τη σχέση του με τον χριστιανισμό. Αν επιλέγει κανείς να βρίσκεται στην πλευρά των θυτών, τότε εκφεύγει του ευαγγελικού μηνύματος, που είναι η συμπόνοια στους έσχατους και στους ταπεινούς. Σε αυτή την περίπτωση ο χριστιανισμός μεταβάλλεται σε ιδεολογία και δεν σχετίζεται με τη μίμηση Χριστού, που συνιστά τη σωτηριολογική πορεία του κάθε χριστιανού. Αν, επίσης, κάποιος επιλέγει τη χλιαρότητα, θεωρώντας ότι ο χριστιανισμός είναι μόνο πνευματικός και άπτεται μόνο του ιερού, σκεπτόμενος ότι το εφήμερο δεν έχει και πολύ σημασία, αλλά η ατομική σωτηρία είναι το επίδικο, τότε ο χριστιανισμός επικαλύπτεται με ψυχολογικό μανδύα και το οντολογικό περιεχόμενο διαφεύγει της οπτικής. Αυτός ο χριστιανισμός είναι ένας φοβικός και ενοχικός χριστιανισμός, που ευνουχίζει τα συναισθήματα και την ψυχή του ανθρώπου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να οδηγείται ο χριστιανός στη μνησικακία. Στην πραγματικότητα και στη δεύτερη περίπτωση, που είναι η ουδετερότητα, ένας χριστιανός βρίσκεται στην πλευρά επίσης των θυτών. Αν οι παραπάνω δύο περιπτώσεις που ανέφερα εντάσσονται στο πλευρό των θυτών, τότε υπάρχει και η τρίτη περίπτωση των χριστιανών εκείνων που βρίσκονται στην πλευρά των θυμάτων, κάνοντας πράξη την πορεία του Χριστού στη γη, όντας και ο ίδιος θύμα της εξουσιαστικότητας και της κυριαρχικότητας.

Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος καταφέρνει να αναδείξει με έναν άμεσο βιωματικό τρόπο στο βιβλίο του έναν αυθεντικό χριστιανισμό. Έναν χριστιανισμό που βιώθηκε τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, έναν χριστιανισμό της αλήθειας, της ελπίδας, της απελευθέρωσης, έναν χριστιανισμό που μεταδίδει την άκαυτη φλόγα της αγάπης. Μονολογεί εσωτερικά, αδιαμεσολάβητα, φωτεινά, για όλα εκείνα που χάνονται μέσα στη χοάνη της κοινωνικής και πολιτικής ανελευθερίας, της αδικίας, της ανισότητας. Είναι ένα βιβλίο κραυγής, υπό την οπτική του βαθιά χριστιανού ανθρώπου, που βλέπει τον μηδενισμό να εξαπλώνεται ταχύτατα και να ροκανίζει σαν αρρώστια το κοινωνικό σώμα. Είναι, εν τέλει, ένα βιβλίο που τα επόμενα χρόνια θα αποτελεί σημείο αναφοράς· και όχι μόνο για τους χριστιανούς.

ΠΗΓΗ

Ο Δρόμος της Αριστεράς

«Ο κινηματογράφος ως μορφή Τέχνης». Project – Ερευνητική Εργασία· ΤΑΞΗ: Β΄ Λυκείου


Φόρτωση PDF…