Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Μεγάλο μέρος του ιατρικού προσωπικού των δημόσιων νοσοκομείων στην Ελλάδα και μεγαλύτερο (ίσως) του νοσηλευτικού προσωπικού αρνούνται να εμβολιαστούν για προστασία από τον εφιάλτη του κορωνοϊού – ο Τύπος και τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ έδωσαν έμφαση στην πληροφορία. Τα ερωτήματα που γεννώνται από αυτή την εντυπωσιακή, αυθόρμητη άρνηση είναι πολύ δύσκολο να βρουν ξεκάθαρη, πειστική απάντηση.

Φοβίζει, ασφαλώς, η διαπλοκή της ιδιοφυούς υπερσύγχρονης εργαστηριακής έρευνας με ένα ιλιγγιώδες οικονομικό κόστος, αλλά και με μια μυθώδη κερδοφορία, που ασφαλώς θα προκύψει από τέτοιας εμβέλειας εμπόρευμα. Φοβούνται οι έμπειροι των «επιστημών υγείας», γιατροί και νοσηλευτές, μήπως ένας τέτοιος εξωφρενικός πλουτισμός ξεστρατίσει την έρευνα (και τις βιομηχανικές εφαρμογές της) σε προτεραιότητες κυρίως ορέξεων πλούτου και δευτερευόντως στόχων δημόσιας υγείας.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, τα πανίσχυρα, μεγάλα στρατόπεδα που περίπου μοιράζονται τον πλανήτη σε επιρροή ισχύος «μοίρασαν» αυτονοήτως και την εκμετάλλευση της επιστημονικής έρευνας και των αποτελεσμάτων της σε τρία προϊόντα του ανταγωνισμού τους: κινέζικο εμβόλιο, ρώσικο, γερμανο-αμερικανικό. Τώρα η κυρία Μέρκελ, με τον απαιτούμενο «ανέμελο» ενθουσιασμό, συνδιαλέγεται, επιδιώκοντας κάτι σαν επανασχεδιασμό της παραγωγής και κατανομής των εμβολίων. Είναι μια κίνηση που μάλλον σχετικοποιεί τον ιατρικό και νοσηλευτικό σχεδιασμό, για χάρη της εξισορρόπησης παγιωμένων φιλοδοξιών ισχύος.

Φυσικά, οι διεθνείς πρωτοβουλίες, από μόνες τους, δεν δικαιολογούν γιατρούς και νοσηλευτές να παραγνωρίζουν τον εξ ορισμού φιλάνθρωπο (ακόμα και με αφελή νοο-τροπία «ανθρωπισμού») χαρακτήρα του εμβολίου. Ισως παραμονεύει η καχύποπτη πάντοτε φοβία όλων μας για τους ραγδαία πλουτίζοντες: Πρέπει να εμβολιαστεί περίπου το 60% του πληθυσμού της γης, για να δημιουργηθεί «ανοσία αγέλης» και ο γήινος πληθυσμός υπερβαίνει τα επτάμισι δισεκατομμύρια ατόμων. Επομένως, η παραγωγή και η διάθεση του εμβολίου σε τέτοιες ποσότητες ιλιγγιώδεις εύκολα θα καταστήσουν κάποιες μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες ισχυρότερες οικονομικά από ένα κράτος –ικανές να εκβιάσουν οργανωμένα κράτη.

Ασφαλώς υπάρχουν ήδη σήμερα ιδιώτες που η περιουσία τους ξεπερνάει το ΑΕΠ κρατών. Αυτή η υπεροχή καθεαυτήν δεν συνιστά οπωσδήποτε απειλή, ακυρώνει ωστόσο προκλητικά την κοινωνική λειτουργία και σκοποθεσία του χρήματος. Κοινωνία συγκροτείται, είχε ορίσει ο Αριστοτέλης, όταν η «χρεία» των ανθρώπων καλύπτεται με αμοιβαία αλληλεξυπηρέτηση των αναγκών τους («το αντιπεπονθός κατ’ αναλογίαν»): Οι ανάγκες μπορούν να κοινωνούνται, όταν συγκρίνονται και η σύγκριση – μέτρηση αποτυπώνεται σε κοινό νόμισμα (το νόμισμα μετράει «πόσα παπούτσια έχουν ίση αξία με ένα σπίτι ή με συγκεκριμένη ποσότητα τροφίμων»). Όταν το συγκεκριμένο νόμισμα-χρήμα αυτονομηθεί από την αμοιβαία αλληλεξυπηρέτηση (από μεγέθη πραγματικών αναγκών – την ανταλλαγή και τη δοσοληψία), αναιρείται το κοινωνικό γεγονός, η κοινωνία της χρείας, οι σχέσεις κοινωνίας της ζωής.

Στον 21ο αιώνα, όπου βρισκόμαστε, είναι πια φανερό ότι η λειτουργία της οικονομίας έχει αυτονομηθεί από τον στόχο της κοινωνίας των αναγκών. Ο κοινός τρόπος του βίου (πολιτισμός μας) καυχάται που είναι ατομοκεντρικός, πολιτισμός του cogito. Σκέπτομαι άρα υπάρχω, και υπάρχω σημαίνει κατέχω, κυριαρχώ, απολαμβάνω. Η χαρά της ζωής αντλείται από την κατοχή, κυριαρχία, ηδονή, όχι από τη σχέση, τη δημιουργική αυτοπροσφορά, τον αυθυπερβατικό έρωτα.

Ασφαλώς και συντηρούμε τη χρηστική ανάγκη να τιθασεύεται η εγωτική απληστία με συμβάσεις, «συντάγματα», νομοθεσίες. Συντηρούμε προσχήματα «δημοκρατίας», δήθεν «ελεύθερων επιλογών», κοινής χρησιμότητας θεσμών, αλλά ταυτόχρονα η ατομική κατασφάλιση θωρακίζεται με την απόλυτη προτεραιότητα του «ατομικού δικαιώματος». Για να υπάρξει και να λειτουργήσει «κοινωνία» σχέσεων, αναγκών, ελπίδας, χρειάζεται άλλη λογική, όχι ο εγωτισμός του ενστίκτου αυτοσυντήρησης. Στον σημερινό πολιτισμό του «δικαιώματος» ο άνθρωπος λογαριάζεται απρόσωπο άτομο, ουδέτερη μονάδα ομοειδούς συνόλου – δεν παράγει μοναδικότητα μέσα από τη δυναμική σχέσεων κοινωνίας, αντλεί χρηστική μοναδικότητα από έναν Αριθμό Δελτίου Ταυτότητας, Αριθμό Φορολογικού Μητρώου, ΑΜΚΑ ή όποια άλλη σύμβαση. Επαρκεί ως ταυτότητα η συμβατικά αριθμημένη διαφορά, η νομική (κρατική) υπηκοότητα. Και «υπήκοος» σημαίνει: υποταγή σε όποιο κράτος (εξουσία) μας αντιπαρέχει ταυτότητα.

Η ίδια χρηστική λογική παρέχει στο άτομο και πολλαπλή υπηκοότητα – η ταυτότητα δεν απηχεί υπαρκτική μοναδικότητα, μόνο επιλογή αυτοκαθορισμού. Η ισχύς του «δικαιώματος» υπερβαίνει το πεδίο επιλογών συμπεριφοράς, διεκδικεί και το πεδίο της ύπαρξης: η εξουσία θεσμοποιεί πολλαπλούς γάμους, επιλογή αλλαγής του φύλου, αλλαγή της επωνυμίας. Τίποτε σήμερα, σε πανανθρώπινη κλίμακα, δεν προϋποθέτει τον άνθρωπο ως «ζώον κοινωνικόν». Ο ατομισμός είναι ο αυτονόητος υποχρεωτικός άξονας της λογικής του βίου. Το άτομο ξέρει μόνο να επιλέγει, όχι να κοινωνεί.

Το ατομοκεντρικό μας, σήμερα, ακοινωνησίας «παράδειγμα» είναι παγιδευμένο στον αυγουστίνειο και προτεσταντικό νομικισμό (ατομική αξιομισθία, ατομική σωτηρία) – αυτόν κηρύττουν (προπαγανδίζουν) σχεδόν η ολότητα επισκόπων και ιεροκηρύκων μας. Το προσδοκώμενο δεν είναι ένας χαρισματικός πρωθυπουργός, αλλά ίσως κάποιοι εκκλησιαστικής αυθεντικότητας επίσκοποι. Ίσως.

ΠΗΓΗ

Χρῆστος Γιανναρᾶς. ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ: Χάρισμα Φίλων

Του Ι. Μ. Κονιδάρη / Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Τώρα που πέρασαν τα Θεοφάνεια και τα δαιμόνια, οι «καλικάντζαροι», κατά τη λαϊκή δοξασία, επέστρεψαν και πάλι στα υποχθόνια κελιά τους, κρίνω πως είναι κατάλληλη η στιγμή να διατυπωθούν ψύχραιμα μερικές σκέψεις σχετικά με την πρόσφατη αιφνίδια κρίση στις σχέσεις της διοικούσας Εκκλησίας της Ελλάδος και της πολιτείας με αφορμή τον εορτασμό των Φώτων.

Την ασυνεννοησία των δύο πλευρών, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της πανδημίας, ακολούθησε δημόσια συζήτηση που μόνον με τον όρο βαττολογίες μπορεί να χαρακτηρισθεί. Άσκοπες φλυαρίες, οι οποίες αναμάσησαν όλο τα φάσμα των απόψων που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί για αλλαγή στο καθεστώς σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, απόψεων που ποτέ δεν πήραν σάρκα και οστά, καθώς μεταξύ της διοικούσας Εκκλησίας και όλων των πολιτικών δυνάμεων ισχύει αυτό που λέει ο λαός μας, «μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε»…

Ιδιαίτερα θλιβερή, βέβαια, υπήρξε η σύγκριση, από συγκεκριμένες πλευρές, της λειτουργίας των Ναών με το άνοιγμα του λιανεμπορίου, πράγμα που έδωσε λαβή σε κάποιους να ισχυρισθούν ότι όλα αυτά γίνονται για «το παγκάρι». Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου…

Εξίσου θλιβερή υπήρξε η προσωπική αναφορά, από προβεβλημένους Μητροπολίτες, σε συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα ως υπαίτια των κυβερνητικών αποφάσεων, οι οποίες προφανώς πρέπει να τηρούνται ανεξαιρέτως από όλους. Θυμίζω, ότι κατά τη «διαβεβαίωσή» τους, ενώπιον του/της Προέδρου της Δημοκρατίας, οι Αρχιερείς δηλώνουν «υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους»…

Γεγονός είναι ότι η πανδημία συνεχίζεται, θεραπεία δεν έχει βρεθεί, οι συνέπειες του συγχρωτισμού λόγω των εορτών δεν έχουν ακόμη οριστικά αποτιμηθεί, τα κρούσματα αυξάνονται, ιδίως στην Αττική, οι θάνατοι έχουν ξεπεράσει τους 5.300, που δεν είναι ένας αριθμός, αλλά ψυχές, άνθρωποι, με συγγενείς και κοινωνικό περίγυρο, ενώ οι εμβολιασμοί, τουλάχιστον προ το παρόν, καρκινοβατούν, οι αρνητές, τόσο του ιού όσο και του εμβολίου, επιπολάζουν και η επίτευξη μιας μερικής έστω ανοσίας του πληθυσμού δεν προβλέπεται πριν από το Πάσχα…

Από την άλλη πλευρά το εκκλησιαστικό εορτολόγιο προχωρά κανονικά, μετά ένα μήνα ανοίγει το Τριώδιο, ακολουθούν οι Απόκριες και η εορτή του Ευαγγελισμού, αναζωπυρώσεις είναι πιθανές και νέες συγκρούσεις δεν πρέπει να αποκλείονται…

Εκτιμώ, λοιπόν, ότι ίσως θα πρέπει να επιχειρηθεί από την πλευρά της διοικούσας Εκκλησίας μια ρηξικέλευθη ανατροπή που δεν θίγει την εκκλησιολογία της. Ενώ δηλ. έως τώρα η Εκκλησία, με το ειδικό βάρος της, επιμένει στη διευκόλυνση της μετάβασης των πιστών στους ναούς, ας έλθει αυτή τη φορά εκείνη προς τους πιστούς, προς τα μέλη της, ασκώντας την ενισχυτική και παρηγορητική αποστολή της.

Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η Εκκλησία εκτός από το ποίμνιό της εν ζωή (στρατευομένη Εκκλησία) διατηρεί τα μέλη της στους κόλπους της και μετά το θάνατό τους (θριαμβεύουσα Εκκλησία), γιαυτό και τελούνται τρισάγια και μνημόσυνα γι αυτούς.

Ας μεταβούν, λοιπόν, όλοι οι Αρχιερείς, Μητροπολίτες και Επίσκοποι, στα νεκροταφεία των περιοχών τους και ας τελέσουν τρισάγια μπροστά στους φρεσκοσκαμμένους τάφους, όπου τα μέλη της τοπικής Εκκλησίας έχουν ενταφιασθεί, συχνά σε ξεχωριστές ζώνες και υπό μακάβριες συνθήκες.

Ας μεταβούν και οι πολλές χιλιάδες κληρικοί μας (Αρχιμανδρίτες, πρεσβύτεροι, διάκονοι) στους ενορίτες τους, σε εκείνους που γνωρίζουν ότι έχασαν δικούς τους ανθρώπους, που δεν μπόρεσαν να τους αποχαιρετήσουν, που δεν τους πένθησαν καν, καθώς τα φέρετρα των νεκρών από κορωνοϊό τυλιγμένα σε διπλούς αδιάβροχους σάκκους ενταφιάζονται, πολλές φορές χωρίς να επιτραπεί η εξόδιος ακολουθία εντός του ναού, αλλά μόνο πάνω στον τάφο, για λόγους υγειονομικούς, για μια δεκαετία.

Ας παρηγορήσουν, λοιπόν, οι κληρικοί τους άτυχους συνανθρώπους μας που έχασαν γονείς και αδέλφια, συντρόφους και παιδιά, ας τους επισκεφθούν στα σπίτια τους, ας τους δείξουν έμπρακτα τη χριστιανική αλληλεγγύη.

Όλα αυτά δεν χρειάζεται να γίνουν εντός των ναών, είναι όμως εξίσου σημαντικά, καθώς ο λόγος και η αποστολή της Εκκλησίας μας δεν είναι μόνον ευχαριστιακός και διδακτικός, αλλά και ενισχυτικός και παρηγορητικός. ‘Αλλωστε αυτή είναι η μεγάλη ανάγκη όσων κτυπήθηκαν οι ίδιοι από τον ιό και όσων έχασαν τους ανθρώπους τους από αυτή τη μάστιγα της ανθρωπότητας, καθώς η ψυχική υγεία τους έχει βαρύτατα επιβαρυνθεί.

Και για να μη θεωρηθούν όλα αυτά ακαδημαϊκές αδολεσχίες, ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης, όλως εξαιρετικώς, την κατάθεση μιας προσωπικής μαρτυρίας.

Από μικρό παιδί έβλεπα στο σπίτι μας τις φωτογραφίες το διάκου – παππού μου και της γιαγιάς μου, από την πατρική πλευρά, και γνώριζα ότι πέθαναν στην Κεφαλονιά στη διάρκεια της πανδημίας της «ισπανικής», όπως αποκλήθηκε, γρίππης του 1918/1919. Μαζί τους πέθαναν και τα τέσσερα από τα οκτώ παιδιά τους. Αυτά που επέζησαν κατέληξαν στο ορφανοτροφείο, που σημάδεψε την υγεία τους. Η οικογένεια ρήμαξε.

Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι εκατό χρόνια μετά θα ζούσα μια παρόμοια πανδημία, είχα συνειδητοποιήσει, όμως, πολύ ενωρίς, πως και οι κληρικοί δεν είναι άτρωτοι.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Του ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΡΑΒΙΔΟΠΟΥΛΟΥ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Η περιθωριοποίηση ορισμένων ανθρώπων για κοινωνικούς λόγους ή για λόγους υγείας αποτελεί σύμπτωμα του εκπεσόντος από την αρχική φυσιολογική κατάσταση της δημιουργίας του «καλού λίαν» ανθρώπου. Βέβαια σήμερα, εποχή πανδημίας, οι λόγοι υγείας δεν οδηγούν σε ταπεινωτική συμπεριφορά εκ μέρους των υπολοίπων. Δεν ήταν το ίδιο όμως την εποχή του Χριστού,  όπως φαίνεται στην περίπτωση των λεπρών (των πασχόντων από τη νόσο του Hansen, κατά τη σημερινή επιστημονική ορολογία). Είναι τρομερό να φανταστούμε για μια στιγμή τον εαυτό μας απομακρυσμένο από όλους τους άλλους ανθρώπους, με απαγόρευση κάθε δυνατότητας επαφής και συναντήσεως, με άρρωστο και συνεχώς φθειρόμενο κορμί από κάποια μεταδοτική αρρώστια και επί πλέον συνοδευμένο με τη μόνιμη καταφρόνια της κοινωνίας ότι η αρρώστια που έχουμε, κατά τις αντιλήψεις ορισμένων κύκλων της τότε εποχής, αποτελεί τιμωρία για την αμαρτωλή ζωή μας. Και ξαφνικά κάποιος μας πλησιάζει αψηφώντας τους κιν­δύνους, καταπατώντας τις επικρατούσες κοινωνικές προ­καταλήψεις, δείχνοντας άφοβα και απεριόριστα την αγά­πη του. Δεν θα αισθανθούμε άπειρη ευγνωμοσύνη γι’ αυ­τόν;

Μια τέτοια περίπτωση δέκα τραγικών ασθενών μας παρουσιάζει η διήγηση του ευαγγελιστή Λουκά, τους οποίους άγγιξε η σωστική χάρη και η θεραπευτική δύναμη του Χριστού. Ας δούμε σε μετάφραση την ευαγγελική διήγηση:

«Εκείνο τον καιρό καθώς έμπαινε ο Ιησούς σ’ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί· στάθηκαν λοιπόν από μακριά  και του φώναζαν δυνατά: ‘Ιησού, Δάσκαλε, ελέησέ μας!’  Βλέποντάς τους εκείνος τους είπε: ‘Πηγαίνετε να σας εξετάσουν οι ιερείς’. Και καθώς πήγαιναν, καθαρίστηκαν από τη λέπρα.  Ένας απ’ αυτούς, όταν είδε ότι θεραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή τον Θεό, έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και τον ευχαριστούσε. Κι αυτός ήταν μάλιστα Σαμαρείτης.  Τότε ο Ιησούς είπε: ‘Δεν θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι; Κανένας τους δεν βρέθηκε να γυρίσει να δοξάσει τον Θεό παρά μόνο τούτος εδώ ο αλλοεθνής;’  Και σ’ αυτόν είπε: ‘Σήκω και πήγαινε στο καλό· η πίστη σου σε έσωσε’» (Λουκ. 17, 12-19).

Η αγάπη του Θεού που σαρκώνει μέσα στον κόσμο και αποκαλύπτει με τη ζωή και τον θά­νατό του ο Χριστός δεν περιορίζεται στους ολίγους, στους εκλεκτούς, στους υγιείς, στους δικούς του. Εκτείνεται σε όλους, ακόμη – ή μάλλον ιδιαίτερα – σε αυτούς που οι «σοβαροί» και «ευσεβείς» άνθρωποι της εποχής του θεωρούν μολυσμένους και αμαρτωλούς. Δεν γνωρίζει ο Χριστός όρια κοινωνικά, πολιτικά ή θρησκευτι­κά. Εκδηλώνεται η αγαθότητά του κατά τη διήγησή μας σε δέκα ανθρώπους που τους ένωσε ο πόνος της μολυσματικής αρρώ­στιας, της λέπρας. Ο Ιησούς τους συναντά και διαλέγεται μαζί τους, ξεπερνώντας τον Μωσαϊκό Νόμο που απαγορεύει τη συνάντηση και επαφή με λεπρό. Σε ανάλογη περίπτωση θεραπείας λεπρού οι ευαγγελιστές χρησιμοποιούν το ρήμα «ήψατο αυτού» (Ματθ. 8,3). Ο ένας μάλιστα από αυτούς ήταν αλλοεθνής, ήταν Σαμαρείτης.

Και όμως, αυτού του τελευταίου η στάση είναι που κάνει εντύπωση και υπογραμμίζεται από τον ευαγγελιστή. Οι εννέα θεραπευμένοι, πλημμυρισμένοι από τη χαρά της υγείας και της συναντήσεως με τους συγγενείς και φίλους, βλέποντας δυνατό και καθαρό το σώμα τους, ξέχασαν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη Χριστό – τυπικό παράδειγμα των ανθρώπων όλων των εποχών που επικαλούνται τον Θεό στη θλίψη και τον πόνο, αλλά τον ξεχνούν στη χαρά. που νομίζουν ότι ο Θεός είναι το τελευταίο κατα­φύγιο στην ασθένεια όταν εξαντληθούν όλες οι άλλες αν­θρώπινες δυνάμεις και όχι ο πρώτος φίλος στην υγεία και στη χαρά. Ασφαλώς οι εναγώνιες κραυγές βοήθειας που απευθύνονται στον Θεό καθημερινά είναι περισσότερες από τις προσευ­χές ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης! Κι ας προτρέπει ο ιερεύς κάποια στιγμή, «μετά το πιστεύω», στη θεία Λειτουργία «Ευχαρστήσωμεν τω Κυρίω», κι ας απαντάει ο λαός δια των Ιεροψαλτών «Άξιον και δίκαιον». Μήπως, αλήθεια, αυτή η προτροπή  περνάει απαρατήρητη;

Πολλά πράγματα τα θεωρούμε αυτονόητα μέσα στη ζωή, χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να ευχαριστήσουμε κανένα για τις καθημερινές δωρεές. Η αυτοτέλεια και η αυτοπεποίθηση δεν αφήνουν περιθώρια ευγνωμοσύ­νης προς τον ευεργέτη Θεό. Τα χείλη μας δύσκολα κι­νούνται για να πουν ένα ευχαριστώ, ενώ πολύ εύκολα, σχεδόν αυθόρμητα, απευθύνουν κραυγές και επικλήσεις βοήθειας στον καιρό της ανάγκης. Και εδώ συμβαίνει το εξής χαρακτηριστικό: Όταν περάσει η ανάγκη, όχι μόνο ξεχνούμε τη στιγμή της αδυναμίας ή ντρεπόμαστε γι’ αυτή, αλλά προσπαθούμε με εκδηλώσεις λεονταρισμού ή αυτοπεποιθήσεως να ισοσταθμίσουμε την επιδειχθείσα αδυναμία.

Η στάση αυτή είναι καθαρά ανθρώπινη και δείχνει την παγίδευσή μας μέσα στα οχυρωματικά έργα του εγωιστικά σκεπτόμενου εαυτού μας. Κι όμως, η λυτρωτική αγάπη του Θεού μας περιβάλλει καθημερινά. Ο σταυρός του Χριστού δεν σημαίνει μόνο το αποκορύφωμα μιας σειράς σωστικών ενεργειών που έκανε ο Θεός για τα πλά­σματά του, αλλ’ είναι η αρχή ατέλειωτων δωρεών που πλημμυρίζουν την ανθρωπότητα. Η σπουδαιότερη δε από αυτές συνίσταται στην κατανίκηση του φόβου του θανά­του και στην άνθηση της ελπίδας της αναστάσεως.

Όταν η οσμή του θανάτου, ιδιαίτερα στην εποχή μας, μας απειλεί συνεχώς, δεν αποτελεί βασικό λόγο ευγνωμοσύνης προς τον Θεό η ανατολή της ελπίδας για μια καινούργια ζωή, χωρίς πόνο, χωρίς θλίψη, χωρίς τρόμο θανάτου; Το κλείσιμο στον εαυτό μας, η φαρισαϊκή αυτάρκεια, η φαινομενικά δυναμική αυτοπεποίθηση, φέ­ρουν τη σφραγίδα της απειλής του θανάτου. Το άνοιγμα της καρδιάς μας στον Θεό είναι η απάντησή μας στις άπει­ρες δωρεές του Θεού, στο δώρο της ζωής που γενναιόδωρα μας προσφέρει, είναι το μεγάλο «ευχαριστώ». Ένα «ευχα­ριστώ» ευγνωμοσύνης που θα συνοδεύεται ασφαλώς από συμπεριφορά αντάξια της θείας δωρεάς. Στη διήγηση που σχολιάζουμε το ευχαριστώ προς τον Ιησού προήλθε από ένα αλλοεθνή, ένα Σαμαρείτη, που περιφρονούσε ο καθαρός Ιουδαίος. Ο πόνος της αρρώστιας ένωσε τους δέκα λεπρούς, η ευγνωμοσύνη του ενός, του Σαμαρείτη, προκαλεί τον έπαινο του Χριστού και την αναγνώριση της πίστης του στο τέλος της διηγήσεως, δίνοντάς μας έτσι ένα υπόδειγμα ευγνώμονος ευχαριστίας.

ΠΗΓΗ

orthodoxia.info

Γράφει ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΑΛΕΞΗΣ· Εντεταλμένος Διδάσκων Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ & Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester.

Στον απόκρημνο κόσμο της μελέτης των σχέσεων εκκλησίας – κράτους, πολλοί Έλληνες μελετητές αρέσκονται στο να λένε πως ειδικά στην Ελλάδα, και στις ορθόδοξες μεταβυζαντινές χώρες εν γένει, υφίσταται μια «συναλληλία εκκλησίας και κράτους», ένα μοντέλο που δεν συναντάται στη Δύση αλλά σχετίζεται με τη βυζαντινή κληρονομιά. Σπανίως διατυπώνεται σαφώς το ότι κάτι τέτοιο δε μοιάζει ισχύει με κανέναν τρόπο: καμία απολύτως ιδιαιτερότητα του ελληνικού μοντέλου εν συγκρίσει με την μεγάλη ποικιλία δυνητικών σχέσεων εκκλησίας και κράτους φαίνεται δεν υφίσταται (άλλωστε, σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά πρότυπα δομήθηκαν οι σχέσεις Ορθόδοξων εκκλησιών και νεωτερικών εθνικών κρατών, με πρώτη την Ελλάδα). Το μύθευμα αναπαράγεται στο πλαίσιο μιας ελπιζόμενης, φαντασιώδους γενεαλογίας. Αυτό όμως που σίγουρα υπάρχει στην Ελλάδα είναι μια σχέση υπαλληλίας, όχι συναλληλίας, της εκκλησίας στο κράτος. Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος πάσχισε για χρόνια να διαγράψει μια εναλλακτική, μια διέξοδο και μια απελευθέρωση από αυτό το μοντέλο για το μέλλον της εκκλησίας στην Ελλάδα, αλλά εις μάτην, πολλές φορές συναντώντας την σθεναρή αντίσταση και μήνη της Συνόδου.

Η συνέχεια του άρθρου εδώ: ORTHODOXIA INFO

Του ΣΤΕΛΙΟΥ ΡΑΜΦΟΥ

Το 2020 ήταν ένας χρόνος ανοίκειος. Μας τρόμαξε κυρίως με την πλανητική πανδημία του κορωνοϊού, μας υποχρέωσε να βάλουμε εντός παρενθέσεως την κοινωνική μας ζωή και να τραβηχτούμε, κάποτε πανικόβλητοι, στη σκιά μιας σκυθρωπής στενότητος. Η απειλή του θανατηφόρου ιού αποσταθεροποιητική καθ’ εαυτήν, αφύπνισε βαθύτερες εσωτερικές εγγραφές, διαλυτικές για τη συναισθηματική μας ισορροπία και ενότητα. 

Ωστόσο και αν παραχώσουμε τη δοκιμασία στις αναμνήσεις μας, όπως υπόσχονται τα εμβόλια, οι φοβίες θα παραμένουν, έτοιμες να επανέλθουν με ανάλογα αίτια. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία εάν, μετά την πανδημία, για κάποιο διάστημα ξεδώσουμε αγχολυτικά επιδιδόμενοι στην κατανάλωση, στα γενετήσια ή στην υπερτίμηση των γηίνων εις βάρος του υπερφυσικού. Τέτοιες συμπεριφορές δεν αλλάζουν τίποτε, καθώς αποτελούν άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Απεναντίας ενδιαφέρει να συγκρατήσουμε τα δεδομένα της περιπέτειας και να πλουτίσουμε από την εμπειρία της κλεισούρας και του φόβου, εκτιμώντας πράγματα τα οποία προηγουμένως υποτιμούσαμε, όπως τη συνυπευθυνότητα. 

Στην ιστορία της πανδημίας, ο φόβος ήταν διπρόσωπος. Φόβος να μη χάσουμε τη ζωή μας, αλλά και άρνηση να φερόμαστε προσεκτικά ώστε να μην κινδυνεύσουν άλλοι, δηλαδή φόβος να μη στερηθούμε την ελευθερία μας. Ο μεγάλος αριθμός των ανθρώπων ακολούθησε τα μέτρα προστασίας, ενώ αισθητά λιγότεροι, αρκετοί όμως για να διευκολύνουν τη διασπορά του ιού, «αντιστάθηκαν», αρνούμενοι τη μασκοφορία είτε συμμετέχοντας σε ιδιωτικές γιορτές και δημόσιες συγκεντρώσεις. Αφήνω όσους θεώρησαν υπερβολικές τις προφυλάξεις. 

Πρόκειται για δύο αντιθετικά φοβικές συμπεριφορές με κοινό χαρακτηριστικό απωθημένες αρχαϊκές επιθυμίες, οι οποίες υπό την πίεση του κινδύνου της λοιμώξεως επανέρχονται με διαφορετικό μήνυμα, καθοριστικό των μορφών και της εντάσεως του φόβου: Tην άμυνα της απομονώσεως και την άμυνα των δημοσίων και ιδιωτικών μουσικοχορευτικών συνάξεων. 

Στον φόβο τους για τις συνέπειες της ασθένειας, πολλοί από την πρώτη κατηγορία προέβαλαν το άγχος μιας εσωτερικής καταστροφής. Οσο για τους θωρακισμένους στο απυρόβλητο, υποτίθεται, της νεότητος και διαφόρων ψευδαισθήσεων, αντιρρησίες της ατομικής και της κοινωνικής ευθύνης, κι αυτοί από φόβο αντέδρασαν – τον ανυπόφορο εκείνο φόβο της ελευθερίας. Αρνήθηκαν την επιλογή του αυτοπεριορισμού, για να εγκλειστούν στις στιγμές του παρόντος και στην ταραχή της προσωρινότητος. 

Και οι δύο στάσεις είναι αμυντικές, είτε για εγκλεισμό πρόκειται είτε για διαμαρτυρομένη διασκέδαση. Η εύλογη, ψυχαναγκαστική όμως απομόνωση, όπως και παρορμητική εξανάσταση της αγνοίας κινδύνου, αφαιρούν εξίσου από τη ζωή τη συνεκτική της δύναμη και πλήττουν τη συνύπαρξη, παροδικά οι πρώτοι, στρατηγικά οι δεύτεροι. Το επιρρωνύουν οδυνηρά τα φαινόμενα ενδοοικογενειακής βίας, όπου ο σύντροφος γίνεται αντίπαλος ή εχθρός, και η άμεση βία των βομβιστικών διαδηλώσεων είτε η συγκεκαλυμμένη των παραβιάσεων. Και τις δύο περιπτώσεις υποκινούν αγχώδεις παλινδρομήσεις απωθημένων ενορμήσεων, ως μονιμότερων ψυχικών δομών τόσο των φοβικά απειλουμένων ατόμων όσο και των ιδεολογικά εγκλείστων ελευθεριακών ή συνωμοσιολογικών κινήσεων. 

Τι παίζεται στην κλεισούρα, όποια κι αν είναι αυτή; Το πάθος για επιβεβαίωση και αναγνώριση φουσκώνει και οι εντάσεις ανέρχονται. Ο φόβος εγκαθίσταται ως συνήθης και ανυποχώρητη διάθεση, εφόσον οι απωθημένες επιθυμίες δεν κατονομάζονται ώστε να βρουν εκπλήρωση. Επανέρχονται όμως φαντασιωσικά στις ψυχικές δομές της ανασφάλειας ή της αμφισβητήσεως. Στην τελευταία μάλιστα περίπτωση, ο φόβος πάει με αδυναμία να νοιάζομαι και να αγαπώ και την ίδια στιγμή να αισθάνομαι αδύνατος και απροστάτευτος. 

Ελλείψει εμβολίου, ο εγκλεισμός ήταν το μόνο δραστικό φάρμακο κατά του κορωνοϊού. Μιλάμε για επιλογή με τις δικές της ενέργειες και παρενέργειες, η οποία όμως θα μπορούσε να γίνει παραγωγική υπό τον όρο να αναρωτιόμαστε στη συνθήκη της για το νόημα της ζωής μας και της ζωής των άλλων. 

Εκείνος που απομονώνεται φοβικά και εκείνος ο οποίος αμφισβητεί αναγνωρίζουν στη στάση τους μια προέκταση του Εγώ τους. Εντούτοις το Εγώ μόνο του, ως έλλογη εσωστρέφεια, μπορεί να καταντήσει καθρέφτης ψευδαισθήσεων για να κοιτάζεσαι ναρκισσιστικά και να χάνεις τον εαυτό σου. Το παθαίνουμε σαν άτομα, το έχουμε πάθει σαν λαός, κατ’ εικόνα του παρελθόντος μας. Η εξωστρέφεια του Εγώ εκδηλώνεται με την ορμή· Στην αναστοχαστική εσωστρέφεια του Εγώ κατοικεί ο εαυτός μας. Εαυτός είναι η υπέρβαση του Εγώ από τον ψυχισμό μας. Λέμε αυτοσεβασμός, 
όχι εγωσεβασμός. 

Ο νάρκισσος στη θέση του εαυτού βάζει ένα Εγώ με διαστάσεις Υπερεγώ και γι’ αυτό μαζί με τη μοναδικότητά του έχει πάντοτε δίκιο. Δεν έχει δρόμο προς τον αυτογνωρισμό. Με δεδομένη την αδυναμία του να αγαπήσει άλλον από το Εγώ του, μένει να ανακαλύψει τον εαυτό του και να τον πάρει θεραπευτικά στα χέρια του. Να αντιτάξει στα παραληρήματα του μεγαλείου την αυτοπεποίθηση. 

Αυτοπεποίθηση δεν δίνει το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» ούτε το Εγώ ως παράμετρος του Εμείς. Στην τελευταία περίπτωση έχουμε αγέλη με την ψυχολογία της, όχι ανοιχτή κοινωνία. Αυτοπεποίθηση δίνει ένα Εγώ με ορίζοντα τον εαυτό του, κάτι που εν προκειμένω ενσαρκώνουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές, δότες ζωής με κίνδυνο της ζωής τους. Υπαγορεύουν με τον τρόπο τους μια πολιτική με κοινό παρονομαστή όλων των επιμέρους στόχων της την αυτοπεποίθηση. Μια στρατηγική με πολιορκητικό κριό των τειχών της κλεισούρας την παιδεία και τον πολιτισμό και αρχή σταθερή να νικήσει η ζωή, σαν αγάπη για όλα, τη φοβία του θανάτου. 

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ ΤΣΟΥΚΑ / Καθηγητή στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick

Ήταν συγκεντρωμένοι στο προαύλιο της εκκλησίας. Όταν τελείωσε η κεκλεισμένων των θυρών Θεία Λειτουργία μπήκαν συνωμοτικά στον ναό να κοινωνήσουν. Ο ιερέας δεν έφερε αντίρρηση. Το δικαιολόγησε, υποθέτω, όπως διάφοροι οψίμως αντιεξουσιαστές μητροπολίτες – ο νόμος του Θεού υπερισχύει του νόμου των ανθρώπων! Αναρωτιέμαι αν η περιφρόνηση της εγκόσμιας, νόμιμης εξουσίας θα εκδηλωθεί και με την αποποίηση του εγκόσμιου, κρατικού μισθού.

Σε καιρό πανδημίας, αρκετοί ιεράρχες συμπεριφέρονται σαν μέλη μιας ακόμη συντεχνίας – υπερασπίζονται τον προκάτ σχηματοποιημένο ρόλο τους. Και αρκετοί πιστοί δίνουν την εντύπωση ότι συμπεριφέρονται σαν καταναλωτές θρησκευτικών υπηρεσιών. Αμφότεροι αντιλαμβάνονται την πίστη ως ιδεολογικοποιημένο κώδικα ηθικής συμπεριφοράς.

Ο πιστός που, σε συνθήκες πανδημίας, δεν συμπεριφέρεται με τον προκάτ σχηματοποιημένο τρόπο κινδυνεύει να εκληφθεί ως ύποπτος ολιγοπιστίας. Αν θεωρήσει ότι η εκκλησία μπορεί να μολυνθεί από τον κορωνοϊό, τότε δείχνει ότι δεν πιστεύει αρκετά στη δύναμη του Θεού. Η ιδεολογικοποιημένη πίστη δημιουργεί συνθήκες ευσεβιστικής πλειοδοσίας: δείχνω ότι είμαι ευσεβής, ιδιαίτερα όταν κινδυνεύω, εκκλησιαζόμενος χωρίς μάσκα ή μεταλαμβάνοντας τη Θεία Κοινωνία. Με βλέπεις ότι το κάνω και, μη θέλοντας να εμφανιστείς ολιγόπιστος, παρακινείσαι να το κάνεις κι εσύ. Κάπως έτσι, η ευσεβιστική μίμηση καταλήγει να συμβάλλει στη μετάδοση του ιού σε χώρους θρησκευτικής λατρείας.

Την ευσεβιστική πλειοδοσία της εποχής του στηλίτευε ο Ιησούς, συχνά με αυστηρή γλώσσα. Ο ευσεβισμός καλλιεργεί την τυπολατρία, ενθαρρύνει την έπαρση και αποκόπτει το άτομο από την ουσιαστική εμπειρία της μετοχής του στον Θεό. Ο Ιησούς είναι σαφής: όταν προσεύχεσαι μη μιμείσαι αυτούς που επιδεικνύουν την προσευχή τους στις συναγωγές και στις πλατείες· προτίμησε το ιδιαίτερο δωμάτιό σου (Ματθ. στ΄, 5).

Η ιδεολογικοποιημένη πίστη υποδηλώνει την κατοχή μιας απάντησης (διατύπωσης, νοητικού σχήματος), η οποία έχει ορισθεί από την ιερατική εξουσία. Παρέχοντάς του βεβαιότητα, η απάντηση θωρακίζει τον ιδεολόγο πιστό. Ο Ιησούς μετατρέπεται σε είδωλο. Η πίστη σε Αυτόν, παρατηρεί ο Εριχ Φρομ, καθίσταται το υποκατάστατο για τη δική μας πράξη αγάπης. Εφόσον ο Χριστός αγαπά για λογαριασμό μας, απαλλασσόμαστε από την υποχρέωση να εντάξουμε τη διδασκαλία του στη ζωή μας· ξεφεύγουμε από την εσωτερική ταραχή που επιφέρει η απομάκρυνση από την εγωκεντρικότητα. Ο Ιησούς γίνεται λάβαρο, δεν συνιστά παράδειγμα υπέρβασης του εγώ. Η πίστη αλλοτριώνεται σε ευσεβιστική επίδειξη.

Η αλλοτριωμένη πίστη οδηγεί σε καταγέλαστη εμμονή. Μετά τη μόλυνσή του από τον κορωνοϊό, ο μητροπολίτης Ιερισσού Θεόκλητος δήλωσε: «Διαβεβαιώνω (…) ότι ο κορωνοϊός δεν με επεσκέφθη στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, ούτε σε οποιονδήποτε άλλο χώρο θρησκευτικής λατρείας». Πώς το γνωρίζει ο Σεβασμιώτατος; Πού εδράζεται η βεβαιότητά του για τη μετάδοση λοιμωδών νοσημάτων; Μήπως ανεπίγνωστα εκφράζει την αγωνία του υπαλλήλου να προστατεύσει τον ρόλο του, εμφανίζοντας αξιωματικά τον ναό ως χώρο απρόσβλητο από τον κορωνοϊό;

Η πίστη ως ενεργός μετοχή στον αγαπητικό τρόπο ύπαρξης –μετοχή, δηλαδή, στην ελευθερία από τον εγωτισμό– είναι ένας εσωτερικός προσανατολισμός της ψυχής. Η πίστη δεν συνιστά προσκόλληση σε δόγμα ή ρόλο αλλά είναι «σχέση» και «διαδικασία» – σχέση αγάπης με τον συνάνθρωπο, διαδικασία αυθυπέρβασης χάριν του Άλλου. Προσανατολισμένοι στον συνάνθρωπό μας, προτάσσουμε τις ανάγκες του, υπερβαίνοντας την ατομοκεντρικότητά μας. Η σχέση αγάπης είναι μια αέναη κίνηση κένωσης του εγώ, δίχως εγγυήσεις επιτυχίας.

Στη διδασκαλία του Ιησού είναι υπέροχη η διαρκής υπέρβαση παραδεδομένων σχημάτων που παγιδεύουν το άτομο στην εγωτική αυτάρκεια· είναι συναρπαστική η αντι-τυπολατρία του –η αντι-σχηματολαγνεία του– χάριν της ουσιαστικής μετοχής στην αγαπητική σχέση. Οι Φαρισαίοι λ.χ. συχνά του θέτουν ερωτήματα προερχόμενα από παραδεδομένα σχήματα πίστης. Ο Ιησούς αμφισβητεί τις προκείμενες των ερωτημάτων και τα αναπλαισιώνει, διότι τον ενδιαφέρει η βαθύτερη –αγαπητική– αλήθεια.

Όταν του λένε τυπολατρικά, π.χ., ότι οι μαθητές του παραβαίνουν την παράδοση, εφόσον τρώνε ψωμί με ακάθαρτα χέρια, ο Ιησούς απαντά επανορίζοντας την «ακαθαρσία»: το σημαντικό δεν είναι να φάει κανείς με ακάθαρτα χέρια, αλλά να μην εξέρχονται από την καρδιά του ακάθαρτες σκέψεις (Ματθ., ιε΄, 17-20 ).

Όλη η συζήτηση για τον μέγιστο αριθμό των εκκλησιαζομένων τις ημέρες των εορτών (πιστοί ανά τ.μ.) είναι μια συζήτηση διαμορφωτών πολιτικής και ευσεβιστών χριστιανών. Καταλαβαίνω τους πρώτους, απογοητεύομαι από τους δεύτερους. Η στάση του μη ευσεβιστή χριστιανού είναι αυτή της μοναχικής μητέρας, η οποία, παρότι λαχταρά απίστευτα να βρεθεί με τα παιδιά της τα Χριστούγεννα, όπως κάθε Χριστούγεννα, τα προτρέπει με οδύνη να μείνουν μακριά της αυτή τη φορά για να μην τα εκθέσει σε κίνδυνο. Τέτοια αγαπητική αυθυπέρβαση δεν είδα από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Δεν τόλμησαν να πουν αυτο-ανατρεπτικά: «Αδελφοί, μην εκκλησιάζεσθε εν μέσω πανδημίας. Προστατεύστε την υγεία σας. Προστατεύστε την υγεία των συνανθρώπων σας. Προσευχηθείτε ταπεινά στα σπίτια σας. Ο Θεός κατανοεί».
Είναι εύκολο να μιλάς για τον Χριστό. Είναι εξόχως άβολο να ζεις χριστιανικά.

ΠΗΓΕΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Οι πολεμικού τόνου τίτλοι, «αντάρτικο μητροπολιτών», «ανταρσία ιερέων» κ.ο.κ., κι από κοντά οι παραλλαγές τού «μολών λαβέ», λ.χ. «εμείς θα λειτουργήσουμε κι ελάτε να μας συλλάβετε», δημιουργούν την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε εποχή απηνούς διωγμού του χριστιανισμού. Σε εποχή που υποχρεώνει τους κληρικούς να υψώσουν λάβαρα επανάστασης, τους δε πιστούς, αν όχι να μαρτυρήσουν άχρι θανάτου, για να επιβεβαιώσουν το φρόνημά τους, τουλάχιστον να θέσουν εν κινδύνω τη ζωή τους και τη ζωή των οικείων τους. Ωστε να αποδείξουν την πίστη τους και να συμπεριληφθούν στη βασιλεία των ουρανών.

Φυσικά και δεν διώκεται η κυρίαρχη Ορθοδοξία στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αφού και στη Μεγαλόνησο ηχούν σάλπιγγες εξέγερσης. Στην Κύπρο πρωτοστατεί ο μητροπολίτης Μόρφου, ο οποίος κατάφερε να εντάξει ακόμα και τον Αστερίξ στους σκοτεινούς συνωμότες που απεργάζονται δεινά για τον χριστιανισμό. Εδώ, εξέχουσα θέση ανάμεσα στους αντάρτες δεσπότες –που εκτός των άλλων αποδεικνύονται επιδέξιοι στα θορυβοποιά επικοινωνιακά τεχνάσματα– έχει ο άγιος Κερκύρας. Αυτός που παρότρυνε το ποίμνιό του να στέλνει ψεύτικα sms, να λέει ότι θα πηγαίνει να αθληθεί και αντ’ αυτού να εκκλησιάζεται. Επαψε φαίνεται το ψεύδος να συναριθμείται στα αμαρτήματα. Ο ισχυρισμός του μητροπολίτη Νεκτάριου, άλλωστε, ότι «δεν υπάρχουν μέτρα ούτε για τα πολυκαταστήματα ούτε για τα σούπερ μάρκετ», δεν βρίσκεται ιδιαίτερα κοντά στην αλήθεια.

Φαίνεται επίσης πως έπαψε να έχει ισχυρό αντίκρισμα στον νου των πλέον φιλόδοξων ιεραρχών, όσων επείγονται να θέσουν ζήτημα διαδοχής του «ενδοτικού» αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, η εντολή σεμνότητας που έδωσε ο Ιησούς στους μαθητές, στον Μυστικό Δείπνο. Ενώ είχαν μόλις ακούσει από τον διδάσκαλό τους ποια είναι η καινή διαθήκη, αλλά και ότι κάποιος εξ αυτών θα τον προδώσει, «εγένετο φιλονεικία εν αυτοίς, το τις αυτών δοκεί είναι μείζων»… Μείζων, τους είπε ο Χριστός, μάλλον απογοητευμένος, είναι όποιος διακονεί, όχι όποιος κάθεται στο τραπέζι και ευωχείται.

Η οικουμενική εμπειρία ενός έτους πανδημίας έδειξε ότι οι τόποι λατρείας, ανεξαρτήτως θρησκείας ή δόγματος, εύκολα μετατρέπονται σε υπερμεταδότες. Η δοξασία μερίδας των ιεραρχών (αλλά και της κίτρινης μερίδας του Τύπου) ότι συνωμότησε το σύμπαν κατά της Ορθοδοξίας είναι αποκύημα αχαλίνωτης φαντασίας. Η δεύτερη δοξασία τους, ότι η δική μας θρησκεία είναι απρόσβλητη στη νόσο, αφήνει αδιάφορη την επιστήμη. Αλλά δυστυχώς και τον κορωνοϊό.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Δεν μπορώ να κάνω ρεπορτάζ, δεν μπορώ δηλαδή να υποκριθώ ουδέτερο βλέμμα. Γράφω ως πιστός, του οποίου η κοινωνική στάση διαμορφώνεται από την πίστη του και όχι παρά την πίστη του. Και γράφω με οδύνη και με δίψα.

Ξεκινώ με την οδύνη. Αφορά την αθλιότητα που μαστίζει το σπιτικό μου – την Εκκλησία. Από τις αρχές Μαρτίου ξεκίνησε μια απίστευτη σύγκρουση στα σπλάχνα του εκκλησιαστικού και θεολογικού χώρου. Ο χώρος αυτός είναι πολύ σύνθετος. Δεν μονοπωλείται από τους επισκόπους, ούτε από τους μισαλλόδοξους που είναι οι αγαπημένοι των ΜΜΕ. Για κάθε προβληματισμένο άνθρωπο λοιπόν αποτελεί ασύγγνωστη ελαφρότητα η παραγνώριση αυτής της συνθετότητας.

Από τη μια, εκκλησιαστικοί άνθρωποι εκφράζουν με εκκωφαντική ένταση μαγικές εννοήσεις της θρησκευτικής ζωής, από τον ισχυρισμό ότι μέσα στο ναό ουδεμία ισχύ έχει ο ιός, μέχρι την απόφανση ότι η μάσκα εμποδίζει τη σχέση πιστού και Θεού. Το ενδιαφέρον (το οδυνηρά ενδιαφέρον) εδώ είναι το γεγονός ότι αυτές οι εννοήσεις διατυπώνονται στο όνομα της ακραιφνούς ευσέβειας, κι όμως αποτελούν βάναυση στρέβλωσή της! Ουδέποτε δίδαξε ο Χριστιανισμός ότι σταματά η αναμέτρηση με τη θνητότητα μέσα στην ιστορία. Αντιθέτως, καυχάται για την παράδοξη νίκη των μαρτύρων (δηλαδή αυτών που βίωσαν εντελώς την ευαλωτότητα μένοντας απροσκύνητοι) και για αγίους που πέθαναν ασθενείς και αθεράπευτοι, δεξιωνόμενοι στο έπακρο το μυστήριο του πανανθρώπινου πόνου. Η προσδοκία της Ανάστασης αφορά –ας το πω έτσι– τη μεταϊστορία.

Διάκριση μεταξύ μυστηρίου και τρόπων τέλεσής του

Από την άλλη, κατατίθενται (πάντα εντός του εκκλησιαστικού και θεολογικού χώρου) ρηξικέλευθες προτάσεις για τη δυνατότητα συνέχισης της εκκλησιαστικής ζωής με αλλαγές στους τρόπους έκφρασής της. Αυτό είναι καίριο σημείο της τρέχουσας τιτανομαχίας, καθόσον για άλλους οι τρόποι είναι κάτι ιερό που δεν επιδέχεται αλλαγή (πράγμα που όμως διαψεύδεται και από την ιστορία και από τη θεολογία), ενώ για άλλους υπάρχει διάκριση μεταξύ του μυστηρίου καθαυτού και των τρόπων τέλεσής του. Σύμφωνα με τη δεύτερη οπτική, οι τρόποι οφείλουν μεν να είναι οι κατάλληλοι ώστε να εκφράζουν (και να μη στρεβλώνουν) το νόημα, αλλά πάντως δεν ταυτίζονται με το νόημα. Όποτε οι τρόποι αναγορεύονται σε ιερούς και αμετάβλητους, έχουμε απλώς ειδωλολατρία στα σπλάχνα του χώρου ο οποίος υποτίθεται ότι οφείλει να είναι κατεξοχήν αντι-ειδωλολατρικός. Η θεολογική συζήτηση έχει πιάσει από την πρώτη στιγμή και το θέμα της θείας Κοινωνίας. Ο πιστός φυσικά εμπιστεύεται το μυστήριο ως αυτοπρόσωπη παρουσία του Θεού του. Όμως αυτό δεν μπορεί να ζητηθεί να γίνει αξίωμα όλης της κοινωνίας. Η συζήτηση συνεπώς αφορά τους τρόπους με τους οποίους δύναται να συνεχιστεί η Κοινωνία, χωρίς να δημιουργεί υπόνοιες για κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Αυτό αποτελεί εκκρεμότητα πρωτίστως για την Εκκλησία. Δεν περιμένουμε από το κράτος να την κατανοεί. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το θέμα εμμέσως, με ολοσχερές κλείσιμο, ουσιαστικά, των ναών. Σύμφωνα με την Κοινή Υπουργική Απόφαση, η λατρεία τελείται αποκλειστικά από τον ιερέα «και το αναγκαίο βοηθητικό προσωπικό χωρίς την παρουσία άλλων φυσικών προσώπων». Τα περί «βοηθητικού προσωπικού» αποτυπώνουν μια ιεροκρατική αντίληψη, πόρρω απέχουσα από τη χριστιανική συνείδηση ότι κανονικά οι πιστοί δεν είναι ούτε θεατές ούτε καταναλωτές, αλλά συλλειτουργοί.

Ενδεικτικά σημειώνω τρεις συλλογικές εκδόσεις που αποτυπώνουν αυτή την τιτανομαχία: 1) Η Εκκλησία σε περίοδο πανδημίας. Μπορεί η παρούσα κρίση να οδηγήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία σε λειτουργική αναγέννηση; (εκδ. CEMES, Θεσσαλονίκη) 2) Καιρός του ποιήσαι. Η Ορθοδοξία ενώπιον της πανδημίας του κορωνοϊού (εκδ. Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου) 3) περιοδικό «Σύναξη», αφιέρωμα Πανδημία (θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο).

Μιλώ ηθελημένα για τιτανομαχία. Οι απόψεις πολύ συχνά διατυπώνονται με σταυροφορική επιθετικότητα, και πολλοί ιερείς που προσπάθησαν να τηρήσουν μια στάση γεμάτη έγνοια για το υγειονομικό πρόβλημα (π.χ. ζητώντας από τους πιστούς να μην τους φιλούν το χέρι ή κοινωνώντας τους πιστούς χωρίς τα χείλη να αγγίζουν το κουταλάκι), στοχοποιήθηκαν από μερίδα θρησκευόμενων και συκοφαντήθηκαν ως μειοδότες της πίστης. Είναι ανοιχτά όλα αυτά τα ζητήματα, μα η Ιερά Σύνοδος είναι ανήμπορη να τα συζητήσει, προφανώς διότι οι φυγόκεντρες τάσεις είναι ισχυρές. Ουσιαστικά η Σύνοδος περιορίζεται στο να διαβιβάζει στις Μητροπόλεις τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις με τα μέτρα της κυβέρνησης, συνοδεύοντάς τες με δικό της μήνυμα για μια σωστή έμφαση στο χρέος της αγάπης και της ευθύνης για τους άλλους. Αυτά όμως, παρόλο που εμφανίζουν την Ιεραρχία να κινείται με ηπιότητα, στερούν τη δυνατότητα για μια πολιτική (όχι κομματική) κριτική των κρατικών χειρισμών (κριτική η οποία κατά τη γνώμη μου ανήκει στη φύση της θεολογίας).

Από κοινού υπεράσπιση του κοινωνικού και του δημόσιου

Περνώ στο δεύτερο άξονά μου, τη δίψα. Είναι μια δίψα τυραννική, γιατί νερό δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Είναι η δίψα για μια συζήτηση της προκοπής όσον αφορά το δημόσιο χώρο και την πολυτιμότητά του. Ζούμε μια τρέλα, όταν όσοι είναι ταγμένοι στη διακονία αξιών πέρα από την ξερή επιβίωση (ταγμένοι δηλαδή στη διακονία οραμάτων τα οποία δίνουν νόημα στη ζωή και την ξεκολλάνε από το βούρκο της κτηνώδους επιβίωσης) δεν μπορούν να κατακτήσουν ένα κοινό γλωσσάρι! Πώς είναι δυνατό η Αριστερά να μην καταλαβαίνει ότι η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά ζήτημα του δημόσιου χώρου; Πώς είναι δυνατό οι θρησκευόμενοι να μην καταλαβαίνουν πόσο πολύτιμες είναι οι πολιτικές δράσεις στο δρόμο; Στη θεωρία τους αμφότερες οι πλευρές επισημαίνουν τον κίνδυνο της περιχαράκωσης στην εγωπάθεια, αμφότερες καταφάσκουν τη σημασία της ενσώματης σχεσιακής ζωής σε αντίθεση με την ψηφιοποίησή της. Και όμως αμφότερες οι πλευρές (μιλώ για την κυρίαρχη πραγματικότητα) έχουν δειχτεί ανίκανες να βγουν από την αυτοαναφορικότητα και το συντεχνιασμό τους. Αμφότερες θεωρούν ζωτικής σημασίας για τον εαυτό τους τη λιτανεία / πορεία, αλλά περιέρχονται σε υστερία όταν δουν την πορεία / λιτανεία του άλλου! Και δεν συνηγορώ υπέρ ναρκισσιστικών περιπτώσεων συναθροίσεων όπου οι συνδαιτυμόνες καμώνονται τους άτρωτους και περιφρονούν τις μάσκες και τις αποστάσεις. Αυτές είναι απερίφραστα καταδικαστέες. Αναζητώ κάτι άλλο: Μια εχέφρονα και από κοινού υπεράσπιση του κοινωνικού και του δημόσιου. Συγχωρέστε με, αλλά η πρώτη πορεία που απαγορεύτηκε ήταν η περιφορά του Επιταφίου, επτά μήνες πριν από την απαγόρευση της πορείας του Πολυτεχνείου. Πόση μοναξιά, πια, πρέπει να νιώσουμε όσοι πιστεύουμε ότι για την πολυτιμότητα του κοινωνικού και του δημόσιου δεν απαιτείται συμφωνία πίστεων, αλλά κοινά κριτήρια και κοινό γλωσσάρι έγνοιας για την ύπαρξη του άλλου;

Έχουμε ακόμη δρόμο. Όχι απλώς για το εμβόλιο. Αλλά για την άσκηση στην αναμέτρηση για τα ουσιώδη της ζωής.

ΠΗΓΗ
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Του ΓΙΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

Σήμερα, το ΚΚΕ εμφανίζεται ως ο πιο ακραιφνής υπερασπιστής της εξέγερσης του Πολυτεχνείου και διεκδικεί, εν μέσω πανδημίας κορωνοϊού, να πραγματοποιήσει διαδηλώσεις σε όλη την Ελλάδα, παρά τους εκατοντάδες θανάτους των τελευταίων ημερών και την προσπάθεια όλων των υπεύθυνων Ελλήνων πολιτών να διασώσουν όχι μόνο τις ζωές και την υγεία των συνανθρώπων τους αλλά και ένα σύστημα υγείας που βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης.

Βεβαίως, δεν διαμαρτυρήθηκαν καθόλου πριν 20 ημέρες, και ενώ ή πανδημία δεν είχε φτάσει στα σημερινά επίπεδα, όταν καταργήθηκαν όλες οι εκδηλώσεις για την 28η Οκτωβρίου ή, παλαιότερα, οι εορτασμοί για την 25η Μαρτίου ή όταν, στη διάρκεια του Πάσχα, αποκλείστηκαν όλες οι θρησκευτικές λειτουργίες. Αλλά το αυτί των «αντικαπιταλιστών», που εσχάτως έχουν αποκαταστήσει τον πατερούλη Στάλιν, δεν ιδρώνει για «εθνικές επετείους»· άλλωστε και την 28η Οκτωβρίου την έχουν ήδη επιμελώς διαστρέψει αποκρύπτοντας τον παλλαϊκό πατριωτικό χαρακτήρα της και βαφτίζοντάς την «αντιφασιστική». Εντούτοις, τα «πατριωτικά» πάντα τους ενοχλούσαν διότι όζουν «ταξική συνεργασία». Αντίθετα, η «17η Νοέμβρη», με την μπαχαλοποίηση που παρουσιάζει τα τελευταία χρόνια, εμφανίζεται ως «ταξικός εορτασμός» – ίσως ενάντια στους καπιταλιστές μικρομαγαζάτορες που κατεβάζουν τα ρολά των μαγαζιών τους για να μη τους τα σπάσουν οι ταξικοί επαναστάτες, όχι βέβαια οι οπαδοί του ΚΚΕ αλλά πάντως συνοδοιπορούντες «αγωνιστές».

Πρόκειται για μια σκανδαλώδη διεκδίκηση του δικαιώματος στην παρανομία, παρά και ενάντια στη δημοκρατική τάξη της χώρας, για μια κυριολεκτική ύβρη απέναντι στους δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, θύματα του κορωνοϊού, και τα εκατομμύρια των οικονομικά πληττόμενων και περιοριζόμενων Ελλήνων.

Όμως αυτή ύβρις γίνεται ακόμα περισσότερο προκλητική στον βαθμό που το ΚΚΕ είναι το τελευταίο που θα δικαιούνταν να διεκδικεί την κληρονομιά της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, μια και τότε το ΚΚΕ και η νεολαία του είχαν κάνει τα πάντα για να την εμποδίσουν!

Και επειδή οι νεότεροι αγνοούν τα σχετικά γεγονότα και οι παλαιότεροι κινδυνεύουν να τα ξεχάσουν, καλό είναι, μέρες που είναι, να θυμίσουμε μερικά από αυτά.

Το ΚΚΕ, μέσω της νεολαίας του, έκανε τότε ό,τι μπορούσε για να καταγγείλει την εξέγερση ως προβοκατόρικη και να την εμποδίσει. Διαβάζουμε στο περιβόητο φύλλο Νο 8 της Πανσπουδαστικής, του οργάνου του κόμματος στη φοιτητική νεολαία, τον Φεβρουάριο του 1974:

«Σαν υπεύθυνη Συντονιστικού Επιτροπής Αγώνα του Πολυτεχνείου» (μια πρώτη παραχάραξη, μια και οι Κνίτες είχαν δική τους Συντονιστική Επιτροπή, διαφορετική από την εκλεγμένη των φοιτητών) «καταγγέλλουμε… τις αφηνιασμένες προσπάθειες της χουντικής ΚΥΠ και των πληρωμένων πραχτόρων της να διαστρέψουν… την πορεία και το περιεχόμενό της». «Καταγγέλλουμε τη προσχεδιασμένη εισβολή στο χώρο του Πολυτεχνείου τη Τετάρτη, 14 του Νοέμβρη, 350 περίπου οργανωμένων πραχτόρων της ΚΥΠ, σύμφωνα με το προβοκατόρικο σχέδιο των Ρουφογάλη – Καραγιαννόπουλου, με βάση τις εντολές του παραμερισμένου τώρα τέως πρωτοδικτάτορα Παπαδόπουλου και της αμερικανικής CIA…»

Και συνεχίζουν στον ίδιο τόνο και ύφος: «Το σχέδιο όμως των Ρουφογάλη, Καραγιαννόπουλου, Παπαδόπουλου, CIA απέτυχε παταγωδώς. Το οργανωμένο φοιτητικό μας κίνημα… απομόνωσε και συνέτριψε τους προβοκάτορες. Η επίθεση του συρφετού των χαφιέδων και των ψευτοεπαναστατών που σαν τα κοράκια πολιορκούν χρόνια τώρα να διαβρώσουν τις αντιδικτατορικές, φοιτητικές ιδιαίτερα, δυνάμεις (όχι χωρίς επιτυχία πρέπει να ομολογήσουμε εκεί όπου η απειρία, ο ανυπόμονος υπερενθουσιασμός και ο κάλπικος υπερεπαναστατισμός τούς ανοίγουν διάπλατα τις πόρτες), βρήκε αντιμέτωπο το σπουδαστικό κόσμο…». Για όσους νεότερους δεν γνωρίζουν τα γεγονότα, η αναφερόμενη «προσχεδιασμένη εισβολή στο χώρο του Πολυτεχνείου την Τετάρτη, 14 του Νοέμβρη, 350 περίπου οργανωμένων πραχτόρων της ΚΥΠ», που καταγγέλλουν οι Κνίτες, αποτέλεσε το έναυσμα της κατάληψης του Πολυτεχνείου από τους φοιτητές που ήλθαν σε πορεία από το Χημείο στο Πολυτεχνείο. Τριακόσιοι πενήντα πράκτορες ξεκίνησαν την εξέγερση! 

Έκτοτε, το ΚΚΕ προσπαθεί με διάφορα επιχειρήματα να αμφισβητήσει και να στρογγυλέψει τις επονείδιστες θέσεις του, κάποτε ακόμα και την ύπαρξη του συγκεκριμένου φύλου της εφημερίδας. Ωστόσο, τρία χρόνια μετά, στις αποφάσεις της 4ης Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, τον Ιούλιο του 1976, στην Έκθεση και συμπεράσματα για τα γεγονότα του Νοέμβρη 1973·(Εκδόσεις Οδηγητής, Αθήνα 1983), διαβάζουμε σχετικά:

«…τονιζόταν, και μάλιστα έντονα (πράγμα που γενικά ήταν σωστό), ότι θα έπρεπε να αποφευχθούν οι περιπτώσεις ξεκομμένων ενεργειών του φοιτητικού κινήματος –και ειδικά με τη μορφή κατάληψης κτιρίων… Τονιζόταν (σωστά): “όχι απρογραμμάτιστες ενέργειες, όχι καταλήψεις….”…η κατάληψη (του Πολυτεχνείου) αποτέλεσε αιφνιδιασμό για τις καθοδηγήσεις του Κόμματος και της ΚΝΕ. (…) μια επικίνδυνη περιπλοκή στην ανάπτυξη της αντιχουντικής πάλης. Η σκέψη τους ήταν κυρίως να πάρουν μέτρα για την άμεση απαγκίστρωση των φοιτητών από το Πολυτεχνείο…»… «Το Γραφείο του Κεντρικού Συμβουλίου της ΚΝΕ έμαθε τα γεγονότα σχεδόν τυχαία την Πέμπτη το πρωί…. Πρώτη του εκτίμηση ήταν ότι τα γεγονότα αποτελούν ανεύθυνη, ως ένα βαθμό, ενέργεια, έξω από τη γραμμή της οργάνωσης…» «.. εκτιμήθηκε ότι πρόκειται για μια ανεύθυνη και βιαστική κίνηση με έντονο το αριστερίστικο στοιχείο, που ήταν, ως ένα βαθμό, έξω από τη γραμμή της οργάνωσης, η οποία εκείνο τον καιρό, γενικά ήταν κατά των καταλήψεων…» κ.λπ. κ.λπ. [Όλα τα σχετικά αποσπάσματα μπορεί κανείς να αναζητήσει στα άρθρα του Γιάννη Χάρη στα ΝΕΑ, «Πολυτεχνείο και “Πανσπουδαστική, νούμερο 8” της 14 Νοεμβρίου 2009», και «Παραχάραξη και οικειοποίηση», 28 Νοεμβρίου 2009]

Είναι γνωστό ότι η Ελλάδα είναι μία χώρα λωτοφάγων, όπου συχνά το άσπρο γίνεται μαύρο και τανάπαλιν και όπως έλεγε ο αείμνηστος Τσαρούχης «είσαι ότι δηλώσεις»… Τόσο λοιπόν «στήριζε» το ΚΚΕ και η νεολαία του την εξέγερση για την οποία σήμερα δεν σηκώνει κορωνοϊό στο σπαθί του, ώστε την χαρακτήριζε προβοκάτσια. Για να εξιλεωθεί προφανώς επιχειρεί σήμερα μια πραγματική προβοκάτσια.

Υ.Γ. Όσο για τον καραφλό επαναστάτη, φίλο του Τζωρτζ Σόρος, που θα προτάξει τα στήθη του είναι μάλλον ανάξιο λόγου να ασχολούμαστε.

ΠΗΓΗ

Άρδην

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Καθολική μέχρι στιγμής η αποτυχία περιορισμού της πανδημίας και των βαρύτατων συνεπειών της στον δημόσιο και τον ιδιωτικό βίο. Αποτυχία που πιστοποιεί ότι ο κορωνοϊός «σκέφτεται» ταχύτερα από τους επιστήμονες, δρα επίσης ταχύτερα από τους πολιτικούς και φέρεται εξυπνότερα από τα μικρά ή και μεγάλα τμήματα των κοινωνιών που παραμένουν καθηλωμένα στον συνωμοσιολογικό ανορθολογισμό. Επιπλέον, ο νέος ιός, όπως όλο του το σόι, είναι περισσότερο δημοκράτης από πολιτειακά συστήματα αυτοπροσδιοριζόμενα σαν δημοκρατικά. 

Μπορεί να έχει κάποιες ηλικιακές προτιμήσεις ή να διεισδύει ευκολότερα σε στρατόπεδα που ευφημίζονται σαν «δομές φιλοξενίας» μεταναστών και προσφύγων, αυτό όμως δεν του στερεί το κύριο γνώρισμά του: πλήττει τους πάντες, ακόμα και τους αρνητές της ίδιας της ύπαρξής του ή της χρήσης μάσκας, όπως αποκαλύφθηκε στο πρόσωπο του μητροπολίτη Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιο Ράντοβιτς. Σφόδρα αντίθετος στη χρήση μάσκας ο κορυφαίος επίσκοπος της σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (δεν ξέρω πάντως αν τα επιχειρήματά του ήταν εφάμιλλα όσων μετέρχονται οι ημέτεροι ταλιμπανόδοξοι), μολύνθηκε από τον (όχι εκδικητικό, απλώς απροσωπόληπτο) κορωνοϊό και πέθανε. Και χιλιάδες πιστοί (του) συνωστίστηκαν στην κηδεία του, στην Ποντγκόριτσα, δίχως μάσκα. Και ασπάστηκαν τη σορό του. Βέβαιοι ότι «η πίστις σώζει», αδιαφόρησαν για τις εκκλήσεις των γιατρών του νοσοκομείου στο οποίο πέθανε ο Αμφιλόχιος. Ισως και να τους χαρακτήρισαν «όργανα του Εωσφόρου», αφού τόλμησαν να αποκαλέσουν «φωλιά της νόσου» το φέρετρο και να αξιώσουν να καλυφθεί.

Αν η φονικότητα του ιού είναι δημοκρατική, ισοκρατική μάλλον, τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι θα είναι δημοκρατική και η διανομή των εμβολίων, όταν με το καλό περάσουν τα στάδια δοκιμασίας. Κάθε άλλο παρά υπερβολικός ή φιλολογικός είναι ο φόβος ότι, όπως συμβαίνει και με τα πολύ ισχυρά και τα πολύ ακριβά φάρμακα, δεν θα φτάσουν σε όλες τις χώρες του κόσμου, ώστε να επωφεληθούν οι πάντες, ανεξαρτήτως εθνικότητας και εισοδήματος.

Αυτή η πικρή εμπειρία έχει ήδη ευαισθητοποιήσει οργανισμούς με την οικουμενικότητα αποτυπωμένη στον τίτλο τους, τον ΟΗΕ και τον ΠΟΥ, και μη κυβερνητικές οργανώσεις. Δεν διαθέτουν φυσικά μηχανισμούς που θα τους επέτρεπαν να επιβάλουν τη θέλησή τους. Eίναι λοιπόν υποχρεωμένοι να μείνουν στις εκκλήσεις και στις προειδοποιήσεις. Απλό το μήνυμα: Ο,τι ακριβώς απαιτείται για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, η οικουμενική ηθική και λογική, μια και το διοξείδιο του άνθρακα δεν εμποδίζεται από σύνορα και τελωνεία, απαιτείται και για την αντιμετώπιση του ιού. Ούτε κι αυτός ανακόπτεται από τα σύνορα.

Στις αρχές Ιουνίου ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωσε ότι ένα μελλοντικό εμβόλιο πρέπει να θεωρείται «παγκόσμιο κοινό αγαθό, προσβάσιμο σε όλους». Στα μέσα του Σεπτέμβρη έκθεση της μη κυβερνητικής οργάνωσης Oxfam γνωστοποιούσε ότι μια ομάδα πλούσιων χωρών, η οποία αντιπροσωπεύει μόλις το 13% του παγκόσμιου πληθυσμού, έχει προαγοράσει τις μισές από τις δόσεις μελλοντικών εμβολίων κατά της COVID-19. Η Oxfam, που επικρίνει σταθερά τη μονοπωλιακή ισχύ της φαρμακοβιομηχανίας, ζητάει να επενδυθεί το δημόσιο χρήμα σε φάρμακα και εμβόλια άνευ δικαιωμάτων, διαθέσιμα σε όλες τις χώρες σε τιμή κόστους. Στις 25 Οκτωβρίου ο διευθυντής του ΠΟΥ απηύθυνε έκκληση για παγκόσμια αλληλεγγύη στη διανομή κάθε εμβολίου που θα παραχθεί στο μέλλον. 

Μιλώντας, μέσω τηλεδιάσκεψης, στην έναρξη των εργασιών μιας Παγκόσμιας Συνόδου για την Υγεία, στο Βερολίνο, ο Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους αποσαφήνισε ότι «το μοναδικό μέσο για να ξεπεραστεί η πανδημία είναι να διασφαλίσουμε ότι οι φτωχότερες χώρες θα έχουν ίση πρόσβαση στο εμβόλιο». Αν τα εμβόλια δεν χαρακτηριστούν δημόσια αγαθά, μη υποκείμενα στους νόμους της αγοράς, προφανώς και θα υπερισχύσει ο νόμος του ισχυρότερου. Οι ισχυρές χώρες, που έχουν φροντίσει να καπαρώσουν μεγάλες ποσότητες με προαγορές ή με χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, θα μοιραστούν, κατά τη δύναμή τους, τη μερίδα του λέοντος. Οι αδύναμοι ας εξασθενήσουν ακόμα περισσότερο. 

Στους ισχυρούς, με κραυγαλέα πάντως τη μεταξύ τους ανισοκατανομή δύναμης, ανήκουν και τα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Στα τέλη Οκτωβρίου, πάντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Reuters, αξιωματούχοι της Ενωσης ομολόγησαν ότι πριν έρθει το 2022 δεν θα είναι εφικτός ο εμβολιασμός και των 450.000.000 πολιτών της – οπότε μπορούμε να φανταστούμε τη μοίρα των λαών της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής, της Ινδίας. Η ανεπάρκεια εμβολίων οδήγησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμβουλεύσει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να καταρτίσουν σχέδια εμβολιασμού με προτεραιότητα στις ευάλωτες ομάδες και στους εργαζόμενους στην Υγεία, οι οποίοι πληρώνουν ήδη βαρύ κόστος, διεθνώς. Παραπλήσια είναι η πρόταση της κυβερνητικής επιτροπής στη Μεγάλη Βρετανία: να εμβολιαστούν πρώτα οι τρόφιμοι οίκων ευγηρίας (άλλος ένας ευφημισμός δυστυχώς, όπως αποδείχθηκε πανευρωπαϊκά), οι άνω των ογδόντα ετών και το νοσηλευτικό προσωπικό. Οι ελληνικοί σχεδιασμοί παραμένουν άγνωστοι. Περίεργο.

Η συναίνεση πάντως ως προς τους δικαιούχους προτεραιότητας στο εμβόλιο εξαντλείται εκεί: νοσηλευτικό προσωπικό και ευπαθείς ομάδες – οπότε κάθε χώρα θα έχει να αντιμετωπίσει, σαν επιπλέον πρόβλημα, τους πονηρούς που θα πλαστογραφήσουν την ηλικία τους ή το επάγγελμά τους, για να βρεθούν ανάμεσα στους τυχερούς. Επειτα, όμως, με ποια κριτήρια θα γίνει η διαλογή; Πώς θα αποφασιστεί ποιοι αξίζει να σωθούν και ποιοι είναι περιττοί, περίπου σαν τους έρμους που «βγαίνουν από την πρίζα» –μα ναι, «το υγειονομικό μας σύστημα είναι θωρακισμένο»–, ώστε να χρησιμοποιηθούν οι κάθε είδους πόροι προς σωτηρίαν άλλων με περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης; 

Οι Γραφές, η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος με μπόλικες «ταινίες καταστροφής» έχουν ήδη κάνει τις προτάσεις τους. Στο θρίλερ «Contagion», του 2011, οι εμβολιαστέοι προκρίνονται από μια λοταρία με βάση την ημερομηνία γέννησης. Στο κατακλυσμιαίο «2012», του 2009, οι τυχεροί που θα επιβιβαστούν στις επί των Ιμαλαΐων κατασκευαζόμενες σωστικές «Κιβωτούς» είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας, που έχουν το προνόμιο να προστατεύονται από τον σκηνοθέτη, οι 400.000 που προκρίθηκαν χάρη στο εξαιρετικό γονιδιακό απόθεμά τους και όσοι είχαν παραπανίσιο ένα δισ. ευρώ για να προαγοράσουν μια θέση στο μέλλον. 

Να τη πάλι η ελεύθερη αγορά. Η οποία ωστόσο «είναι ανίκανη να θεραπεύσει τις πιο δεινές ανάγκες της ανθρωπότητας, όπως απέδειξε η πανδημία». Οχι, δεν είναι απόσπασμα από άγνωστη, προφητική εκδοχή του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» του Καρλ Μαρξ. Ο Πάπας Φραγκίσκος τα λέει αυτά, στην πρόσφατη εγκύκλιό του «Fratelli Tutti». Και κάτι αναρχοκομμουνιστικότερο, επίσης δικό του: «Η χριστιανική παράδοση δεν αναγνώρισε ποτέ ως απόλυτο ή απαραβίαστο το δικαίωμα στην ιδιωτική περιουσία». Μα τι διαβάζει;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ