Η γηραλέα εκπαίδευση

Γράφει ο ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Νεαρόν Έθνος; Ή γηραιόν Έθνος; Αν υπολογίσουμε τα μόλις διακόσια χρόνια της κρατικής μας υπόστασης μάλλον θα πρέπει να αποδεχθούμε το νεαρόν της ηλικίας μας, με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται, ελαφρυντικό ή επιβαρυντικό. Αν όμως θέλουμε να μετρήσουμε την εμβέλεια της αυτοσυνειδησίας μας, τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μάλλον θα κλίνουμε προς τη δεύτερη εκδοχή. Η εκπαίδευση δίνει το στίγμα της πορείας μας μέσα σ’ αυτά τα διακόσια χρόνια. Μια συνεχής αναζήτηση της σύνθεσης ανάμεσα στο νεαρόν της ύπαρξής μας και το γηραιόν της συνείδησής μας. Ανάμεσα στη νεανική ορμή και το βάρος της κόπωσης.

Στα τρία τελευταία κυριακάτικα άρθρα μου επιχείρησα να αναδείξω την κόπωση της ελληνικής εκπαίδευσης. Με στόχο τη Μέση Εκπαίδευση. Αδυναμία κατανόησης κειμένου μέσω της διδασκαλίας της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, απώθηση των κλασικών σπουδών, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίον διδάσκονται τα Λατινικά αλλά και τα Αρχαία Ελληνικά, και φυματική αντίληψη της Ιστορίας, ελληνικής ή ευρωπαϊκής, εξαιτίας του τρόπου που διδάσκεται η Ιστορία. Να θυμίσω απλώς ότι Ιστορία διδάσκουν φιλόλογοι, ή καθηγητές Αγγλικών ή Γαλλικών, που για να σταθούν μέσα στην τάξη είναι υποχρεωμένοι να αποστηθίσουν χωρία του εγχειριδίου. Η αποστήθιση είναι μέθοδος διδασκαλίας. Και δεν περιορίζεται στα λεγόμενα «φιλολογικά» μαθήματα. Καθηγητής Μαθηματικών μου είπε ότι πολλοί από τους αριστούχους ξέρουν να λύνουν τις εξισώσεις, όμως αδυνατούν να εξηγήσουν «με δικά τους λόγια» τη μέθοδο που ακολούθησαν για να τις λύσουν.

Σύμπτωμα γήρανσης; Ας αποφανθούν οι ειδικοί. Εγώ αυτό που θέλω να εντοπίσω είναι η αδυναμία της εκπαίδευσης να παρακολουθήσει την πορεία της ελληνικής κοινωνίας. Μας αρέσει να λέμε ότι η ελληνική κοινωνία κάνει άλματα που ξεπερνούν την πολιτική της εκπροσώπηση. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για την εκπαίδευση, κυρίως τη μέση εκπαίδευση που διαμορφώνει τις μελλοντικές ελίτ.

Γηρασμένη εκπαίδευση; Τα παιδιά μας αισθάνονται ανίσχυρα όταν καλούνται να κατανοήσουν ένα κείμενο. Τα παιδιά μας δεν έχουν τον εξοπλισμό για να διατυπώσουν τον συλλογισμό που τους επέτρεψε να λύσουν την εξίσωση. Τα χλευάζουμε επειδή μπερδεύουν τον Κολοκοτρώνη με τον Λεωνίδα; Μάλλον τον εαυτό μας πρέπει να χλευάσουμε που τα έμαθε ότι η διαφορά του ενός από τον άλλον είναι η απόσταση στις σελίδες του εγχειρίδιου.

Η εκπαίδευση είναι γηρασμένη. Κουράστηκε διακόσια χρόνια τώρα να προσπαθεί να αποδείξει τη θαλερή νεότητά της, πότε με το γλωσσικό, πότε με την υποταγή της στον «προοδευτικό συνδικαλισμό» των λειτουργών της, πότε με τις συντηρητικές αγκυλώσεις των «καθαρών» της. Την κούρασαν, την εξάντλησαν όλ’ αυτά δεκαετίες τώρα. Ναι, πρόκειται για δεκαετίες, και το συσσωρευμένο γήρας δεν σβήνει με νομοθετικά διατάγματα.

Διαβάζω με ενδιαφέρον τα σχέδια του υπουργείου Παιδείας. Πολλαπλό βιβλίο, εκ των ων ουκ άνευ, νέα βιβλία, απαραίτητα. Και μένω με την απορία. Πώς θα τα διδάξουν όσοι θα κληθούν να τα διδάξουν; Όσοι έχουν εθισθεί στο ένα βιβλίο της αποστήθισης και έχουν ταυτίσει την εκπαίδευση με αυτό; Και πώς θα επιλέξουν από το «πολλαπλό» βιβλίο αυτό που θεωρούν καταλληλότερο;

Κλείνω την εορταστική χρονιά σχολιάζοντας την εκπαίδευση, τη μέση εκπαίδευση. Επειδή πιστεύω ότι οι δυσπλασίες της και οι αντιφάσεις της αναδεικνύουν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τις αντιφάσεις της πορείας των διακοσίων ετών. Κυρίως τη σύγκρουση ανάμεσα στο «νεαρόν» του Έθνους και το «πολιτισμικό» του γήρας. Θα είχε ενδιαφέρον αν άλλοι, αρμοδιότεροι εμού, ιστορικοί διάβαζαν τα διακόσια αυτά χρόνια της κρατικής μας ύπαρξης μέσα απ’ αυτήν την προοπτική αντίθεση, το «νεαρόν» του πολιτικού Έθνους και το «γηραλέον» του πολιτισμικού Έθνους. Χωρίς να είμαι ιστορικός θεωρώ ότι αυτή είναι η βασική αντίθεση της σύγχρονης ύπαρξής μας. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να την απωθούμε. Ας σταθούμε απέναντί της. Είναι η εικόνα μας στον καθρέφτη.

Καλή χρονιά και μη φοβόμαστε τις αντιφάσεις μας. Ας τις κοιτάξουμε κατάματα. Έχουμε τόσα να φοβηθούμε που αυτές μοιάζουν με πολυτέλεια. Την πολυτέλεια της μιας εβδομάδας αργίας που δικαιούμαι.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΚΑΙ ΕΔΩ: 

Το πνεύμα του Παύλου

Γράφει ο ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Προσκυνητής στα βήματα του Αποστόλου Παύλου και του Αποστόλου Βαρνάβα ο Πάπας, όπως και ο ίδιος δηλώνει, επισκέπτεται την Κύπρο και την Ελλάδα. Δεν πρόκειται για προσκυνηματικό τουρισμό. Η ουσία του ταξιδιού δεν είναι η γεωγραφία. Είναι η πολιτική. Είναι το πνεύμα του Παύλου, από το οποίο εμφορείται ο Φραγκίσκος. Και άλλοι θρησκευτικοί ηγέτες, όχι μόνο του χριστιανισμού, συνηθίζουν τα κηρύγματα ενός ανθρωπισμού δίχως προαπαιτούμενα και σύνορα. Λίγοι όμως κατορθώνουν τελικά να αποφύγουν την παγίδα της ταύτισης με ένα έθνος ή κράτος.

Ο Ιουδαίος Παύλος συνειδητοποίησε πολύ νωρίτερα από τους άλλους ηγήτορες της νέας θρησκείας, με τους οποίους και συγκρούστηκε, ότι ο χριστιανισμός θα ακμάσει μόνο αν αρνηθεί το δόγμα του περιούσιου εβραϊκού λαού. Μόνο δηλαδή αν απευθυνθεί στο ευρύτατο εθνικό ακροατήριο, σε όλους τους λαούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πρωτίστως δε στους εθνικά υποδουλωμένους και τους δούλους. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλον όρο από την αποϊουδαιοποίηση, ως πολιτική επιλογή που οργανώνει το επίμονα επαναλαμβανόμενο μήνυμά του προς τους αποδέκτες των επιστολών του.

Προς Κορινθίους Α΄: «Και γαρ εν ενί Πνεύματι ημείς πάντες εις εν σώμα εβαπτίσθημεν, είτε Ιουδαίοι είτε Ελληνες, είτε δούλοι είτε ελεύθεροι, και πάντες εις εν Πνεύμα εποτίσθημεν». Προς Γαλάτας: «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού». Και προς Κολοσσαείς: «Ουκ ένι Ελλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Φυσικά και δεν έχουμε εδώ κήρυγμα υπέρ της κοινωνικής ισότητας ή κάποια ενδέκατη εντολή πρώιμου διεθνισμού των αδυνάμων. Η ισότητα των ανθρώπων κατανοείται ενόψει του Χριστού και υπό τον Χριστό. Είναι πνευματική, όχι υλική. Στον καιρό του, όμως, το μήνυμα αυτό ήταν ριζοσπαστικά καινοτόμο.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Το βυζαντινό στοιχείο στον “Μικρό Ναυτίλο” του Ελύτη»

Οδυσσέας Ελύτης: Η έμπνευση για το «Άξιον Εστί» και τα «μαθήματα» που παρέδωσε στην τελετή απονομής του Νόμπελ

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΓΕΝΗ. «Το βυζαντινό στοιχείο στον “Μικρό Ναυτίλο” του Ελύτη». Αιολικά Φύλλα, τχ. 47 (Οκτώβριος 1997).

Κοραής: Βοηθήστε μας, ευτυχείς Αμερικανοί

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Βοηθήστε μας, ευτυχείς Αμερικανοί. Δεν είναι ελεημοσύνη που ζητάμε. Αλλά σας προσφέρουμε κι εμείς ένα τρόπο να αυξήσετε τη δική σας ευτυχία». Eτσι καταλήγει η επιστολή του Αδαμάντιου Κοραή στον Τόμας Τζέφερσον. Την έχει γράψει από το Παρίσι στις 10 Ιουλίου του 1823. Ο Κοραής είναι 75 ετών. Έχει εκδώσει ήδη πολλούς τίτλους στην «Ελληνική Βιβλιοθήκη» του, βιβλιοθήκη κειμένων της κλασικής ελληνικής γραμματείας, από τον Πλούταρχο ώς τον Αριστοτέλη και τον Ιπποκράτη. Σε επόμενη επιστολή του θα παραπονεθεί για τον κάματο της υγείας του. Ο Τζέφερσον είναι 80. Εχει αποσυρθεί από την πολιτική από το 1809. Αφού εξάντλησε τη δεύτερη προεδρική του θητεία ως τρίτος πρόεδρος των ΗΠΑ. Το 1823 τον απασχολεί το πανεπιστήμιο που ο ίδιος έχει ιδρύσει στη Βιρτζίνια. Είναι το πρώτο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην πολιτεία του όπου ισχύει η αρχή της ανεξιθρησκίας. Οι φοιτητές δεν υποχρεούνται να ορκισθούν σε κάποια από τις κυρίαρχες προτεσταντικές σέχτες για να γίνουν δεκτοί. Αρκεί να έχουν «λειτουργική» γνώση των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών. Κοινώς αρκεί να μπορούν να διαβάσουν ένα κείμενο στα λατινικά ή στα αρχαία ελληνικά.

Τις πληροφορίες τις αντλώ από το τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης Athens Review of Books. Σ’ αυτό ο ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας Περικλής Βαλλιάνος παρουσιάζει για πρώτη φορά μεταφρασμένη στα ελληνικά την αλληλογραφία του Αδαμάντιου Κοραή με τον Τόμας Τζέφερσον, συνοδεύοντάς τη με εκτενή σχολιασμό για τον ελληνικό Διαφωτισμό και το πνευματικό κίνημα του «αντι-κοραϊσμού» που τον συνόδευσε. Και βέβαια, αναφερόμενος στον ελληνικό Διαφωτισμό, δεν μπορεί να μην αναφέρει τον πιο έγκυρο μελετητή του, τον Πασχάλη Κιτρομηλίδη: «Πώς άραγε συνέβη η έκλειψη από το ευρωπαϊκό προσκήνιο μιας μορφής στην οποία αναφερόταν διαρκώς ο 19ος αιώνας; Μια απάντηση θα ήταν: ο εξοστρακισμός της από την ίδια της την πατρίδα». Όντως, έχοντας εμπειρία από τις εκδόσεις των αρχαίων στα γαλλικά «Belles Lettres», οι αναφορές των σχολιαστών στον Κοραή είναι στην ημερήσια διάταξη. Ας πούμε όμως ότι όλ’ αυτά ανήκουν στην Ιστορία μας. Δεν το λέω για να υποβαθμίσω τη σημασία τους. Το λέω για να τα βάλω στη θέση τους. Το ζητούμενο δεν είναι ο Κοραής. Το ζητούμενο είναι ο τρόπος που ένας Ελληνας βλέπει τη χώρα του, η οποία, όταν γράφει τις επιστολές του, δεν υπάρχει ακόμη. Η Ελλάδα του Κοραή είναι μια εν δυνάμει πραγματικότητα, σε αντίθεση με την εμπράγματη Ελλάδα του Μακρυγιάννη. Για τον Κοραή η δύναμη που θα οδηγήσει την Ελλάδα στο «εν δυνάμει» της είναι η παιδεία της. Ως παιδεία, δε, αντιλαμβάνεται την κλασική σκέψη, απ’ τα Νικομάχεια Ηθικά του Αριστοτέλη ώς τον Ιπποκράτη.

Όποιος ενδιαφέρεται για την αλληλογραφία Κοραή με τον Τζέφερσον ας ανατρέξει στο τελευταίο τεύχος της επιθεώρησης Athens Review of Books. Έχει ενδιαφέρον από πολλές απόψεις. Φαντασθείτε σήμερα έναν  Έλληνα λόγιο που συναντάει σ’ ένα δείπνο στο Παρίσι έναν πρόεδρο των ΗΠΑ και στη συνέχεια του στέλνει επιστολές για να του ζητήσει να τον βοηθήσει στην οργάνωση του πολιτεύματος της πατρίδας του. Και εκείνος του απαντάει. Αδιανόητο; Μάλλον αδιανόητο.

Δεν ήταν όμως αδιανόητο ούτε για τον Κοραή ούτε για τον Τζέφερσον. Κι όταν ο Τζέφερσον παίρνει τις επιστολές του Κοραή που τον γνώρισε στο Παρίσι μπορεί να τις διαβάσει και να τις καταλάβει, διότι το αίτημά τους έχει κοινή αναφορά με τα δικά του αιτήματα: «Φόρο τιμής προς τα Πνεύματα του Ομήρου σας, του Δημοσθένους σας και προς τον λαμπρό αστερισμό των Σοφών και των Ηρώων των οποίων το αίμα τρέχει ακόμη στις φλέβες σας».

Και πάνω στην κοινή αναφορά στήνει το οικοδόμημα της διαφοράς. Ελευθερία της θρησκείας, ελευθερία του προσώπου, ελευθερία του Τύπου. Στην εκπνοή των άπνοων εορτασμών για τα διακόσια χρόνια, η αλληλογραφία Κοραή και Τζέφερσον αναδεικνύει την πνοή μιας δυναμικής Ελλάδας, της Ελλάδας του Διαφωτισμού.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Τα κεφτεδάκια της αξιολόγησης

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Στέφανος Μάνος, έμπειρος πολιτικός παλαιάς κοπής, σε άρθρο του στην «Κ» της περασμένης Κυριακής, πρότεινε μια ανέξοδη λύση για την αξιολόγηση των λυκείων. Μ’ έναν απλό λογαριασμό, η κάθε σχολική μονάδα να αξιολογείται βάσει των αποτελεσμάτων των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Λύση οικονομική, αφού δεν απαιτεί παρά ελάχιστες εργατοώρες – όσο για να βγει ο λογαριασμός. Λύση χωρίς πολιτικό κόστος αφού οι Πανελλαδικές είναι «αδιάβλητος» θεσμός. Κανείς δεν αμφισβητεί τα αποτελέσματά τους. Γλιτώνουμε απεργίες, ΟΛΜΕ και λοιπά ζαρζαβατικά. Ας αφήσουμε το προφανές, την παράμετρο «φροντιστήριο», θεσμός ο οποίος μπορεί να μην είναι αδιάβλητος, όμως είναι απαραίτητος για όσους επιθυμούν να επιτύχουν στις Πανελλαδικές. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι τα τελευταία δύο χρόνια του λυκείου το απογευματινό φροντιστήριο έχει μεγαλύτερη αξία από το πρωινό λύκειο. Μπορεί να μην αμφισβητούνται τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών, όμως θα μου επιτρέψετε να πω ότι αμφισβητείται η εκπαιδευτική τους αξία. Βάση τους η αριστεία της παπαγαλίας. Οι σχολικές μονάδες θα αξιολογούνται βάσει των επιδόσεών τους στον τομέα της παπαγαλίας. Ό,τι γίνεται ατύπως έως σήμερα, όπου η αξία του σχολείου κρίνεται από το ποσοστό επιτυχίας του στις Πανελλαδικές. Κι ας περνούν παιδιά στη Φιλοσοφική χωρίς να ξέρουν ορθογραφία, ή εκείνος ο εύελπις που ρώτησε τον καθηγητή του τι θα πει η λέξη «απόβαση».

Και ας πούμε ότι μια σχολική μονάδα παίρνει κακό βαθμό διότι παρουσίασε χαμηλό ποσοστό επιτυχίας. Πώς θα βοηθήσει αυτού του τύπου η αξιολόγηση στη βελτίωσή της; Ίσως με περισσότερη προπόνηση στο άθλημα της αποστήθισης και της απομνημόνευσης σελίδων από κακογραμμένα βιβλία. Η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς υποθέτω ότι θα πρέπει να περιλαμβάνει και θέματα εκτός διδακτέας ύλης. Όπως, ας πούμε, το επίπεδο της πειθαρχίας – λέω τώρα. Δίνει επίσης και την εικόνα του πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί το έργο τους. Κι αυτό νομίζω έχει τεράστια σημασία για οποιαδήποτε προσπάθεια βελτίωσης. Πάντως, αν κατάλαβα καλά, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί συμφωνούν με την αξιολόγηση που τους προτείνει το υπουργείο και γυρνούν την πλάτη τους στους αγκυλωμένους συνδικαλιστές.

Το ελληνικό λύκειο πάσχει. Γιατί έχει μετατραπεί σε μια μηχανή παραγωγής υποψηφίων για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Οποιαδήποτε θεραπεία του πρέπει να στοχεύει στην απελευθέρωσή του απ’ αυτή τη δουλεία. Δεν ξέρω αν η αξιολόγηση που προτείνει η κ. Κεραμέως είναι η καλύτερη δυνατή. Εκείνο που ξέρω είναι ότι το να προτείνεις ως κριτήριο αξιολόγησης τις Πανελλαδικές είναι σαν να λες ότι δεν χρειάζεται να γίνει τίποτε. Θα συνεχίσουμε να αξιολογούμε την κρεατομηχανή από την ποιότητα του κιμά για τα κεφτεδάκια μας, απολυτήρια, πτυχία, γενικώς χαρτιά.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

A-νόητη ύπαρξη και συνύπαρξη

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η ευρωπαϊκή Νεωτερικότητα πέτυχε να χωρίσει την κοινωνία από τη θρησκεία. Αιώνες ολόκληρους (τους «μέσους» ή «σκοτεινούς» αιώνες) οι κοινωνικοί θεσμοί, ο πολιτικός βίος, κάθε μορφή οργάνωσης της συλλογικότητας στη Δύση, είχε αυτονόητα υποταχθεί στην κυρίαρχη θρησκευτική ιδεολογία – συχνά και στη θεσμική εκπροσώπηση της θρησκείας. Ήταν για τον δυτικό άνθρωπο μια ιστορική εμπειρία άκρως αρνητική, πρώτη εμπειρία ολοκληρωτισμού (: αστυνόμευσης των ηθών και των πεποιθήσεων).

Από αντίδραση σε αυτή την εμπειρία, η θρησκεία στη δυτική νεωτερικότητα έγινε ιδιωτική υπόθεση. Είναι ατομική επιλογή, αφορά σε ατομικές πεποιθήσεις, ατομική ηθική, ατομικές συναισθηματικές ικανοποιήσεις. Δεν έχει τίποτα να κάνει με την οργάνωση της συλλογικότητας, δεν πρέπει να επηρεάζει, ούτε στο ελάχιστο, τους κοινωνικούς θεσμούς, τον πολιτικό βίο. Βασικό γνώρισμα των δυτικού τύπου κοινωνιών είναι ο χωρισμός θρησκείας και εξουσίας, Εκκλησίας και κράτους, «ιερού» και «κοσμικού».

Αποτέλεσμα του χωρισμού και συνέπεια της ιδιωτικοποίησης είναι η ραγδαία παρακμή των θρησκειών στα πλαίσια των δυτικού τύπου κοινωνιών. Ειδικά ο Χριστιανισμός, που ήταν η κυρίαρχη στη Δύση θρησκεία, εμφανίζει δραματική συρρίκνωση. Δεν πρόκειται για θριαμβευτική νίκη του αθεϊσμού, πρόκειται για πλημμυρίδα αδιαφορίας: για το φαινόμενο «θρησκευτικού αποχρωματισμού των μαζών», όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε.

Οι θρησκευτικοί θεσμοί προσπάθησαν πανικόβλητοι να αντιδράσουν. Δεν διανοήθηκαν, βεβαίως, να αντισταθούν στην ιδιωτικοποίηση της θρησκείας – ο δυτικός Χριστιανισμός, με πρωτοπόρους τον Αυγουστίνο, τον Αλκουίνο, τον Άνσελμο, είχε «εσωτερικεύσει» την πίστη, δηλαδή την είχε μεταβάλει από εκκλησιαστικό (κοινωνούμενων σχέσεων) γεγονός σε ατομοκεντρικών επιτευγμάτων (ορθοφροσύνης και αυτοκυριαρχίας) επίτευγμα. Ήταν αγωνιώδης η προσπάθεια να προσαρμοστεί και ο Χριστιανισμός, ως ατομική θρησκευτική επιλογή, στους όρους της Νεωτερικότητας: Να εξορθολογιστεί, να βάλει στην άκρη τα «μυθολογικά» του στοιχεία (Entmythologisierung), να αποδείξει τη χρηστική του ωφελιμότητα.

Έτσι, ο λόγος του νοήματος της ύπαρξης και της ελευθερίας που γνωρίζεται ως ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, αλλοτριώθηκε σε χρησιμοθηρικό κήρυγμα, σε υστερικά «πρέπει» και «οφείλεις», δηλαδή σε ουτοπική δεοντολογία. Έγινε λόγος ραδιοφωνικός, τηλεοπτικός, καταιγισμός έντυπης προπαγάνδας στην υπηρεσία διόρθωσης των κοινωνικώς εσφαλμένων. Αγνοήθηκε προκλητικά κάθε εμπειρικό έρεισμα της μεταφυσικής ελπίδας.

Φυσικά, ο «εκσυγχρονισμός» του κηρύγματος δεν ανέκοψε τη ραγδαία επέκταση του ορθολογικού μηδενισμού και αμοραλισμού, την περιφρόνηση της θρησκείας. Ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος δέχεται να παρηγορήσει την υπαρξιακή του αγωνία με το γεγονός ότι η «θρησκεία» του έχει θαυμαστή φιλανθρωπική δραστηριότητα και ηθικοπλαστικές πρωτοβουλίες; Ποιος δέχεται να εξαρτήσει την εντιμότητά του και το ήθος του από την «καθοδήγηση» ιδεόληπτων προπαγανδιστών; Ποιο νέο παιδί θα δεχθεί να «ψυχαγωγηθεί» τραγουδώντας γλυκερά θρησκευτικά ασμάτια σε μουσική ροκ;

Στην Ελλάδα, την πραγματικότητα του θρησκευτικού αποχρωματισμού, πραγματικότητα της «εκκοσμίκευσης», τη συσκοτίζει και την αποκρύβει μια εθνικιστική ρητορεία, τελευταίο απομεινάρι του επίσημου κρατικού μας πατριωτισμού. Αποτύχαμε ολοφάνερα στο πρόταγμα, να έχει ο αρχαίος και ο μεσαιωνικός Ελληνισμός οργανική συνέχεια ιστορικής ύπαρξης στη Νεωτερικότητα. Μπήκαμε στη Νεωτερικότητα συναινώντας στη ριζική και ολοκληρωτική αλλαγή της ιστορικής μας υπόστασης και ταυτότητας – αρνηθήκαμε την πόλη-κράτος και τη μεσαιωνική της συνέχεια: τις αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες, δεχθήκαμε να υποκατασταθεί η πολιτική κοινωνία των σχέσεων με τις συμβατικές κατασφαλίσεις των «ατομικών δικαιωμάτων».

Οι «ηγετικές» κοινωνικές ομάδες (πολιτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες) δείχνουν να ξέρουν για την «εκκλησία του δήμου» και την «εκκλησία των πιστών» μόνο αφελείς παιδαριωδίες ή τυποποιημένα ιδεολογήματα, που τους άφησε ως ανάμνηση ένα ανιαρό μάθημα «θρησκευτικών» στο σχολείο. Αλλά, μια σοβαρή μελέτη των φαινομένων τόσο του «θρησκευτικού αποχρωματισμού» της κοινωνίας όσο και της παράλληλης «εκκοσμίκευσης» των εκκλησιαστικών θεσμών, μπορεί να γίνει με βάση το υλικό του «επίσημου» κηρυγματικού και κατηχητικού λόγου. Να μελετηθούν, λ.χ., οι εγκύκλιοι και τα επίσημα περιοδικά της Ιεράς Συνόδου και των επιμέρους επισκοπών και «μητροπόλεων», συνεντεύξεις και αρθρογραφία επισκόπων, προγράμματα εκκλησιαστικών ραδιοφωνικών σταθμών.

Ίσως μια δημοσκόπηση, με προκλητικά ερωτήματα, ειδικά στους επισκόπους, θα μπορούσε να καταδείξει το πραγματικό μέγεθος της αλλοτρίωσης: «Τι ακριβώς σημαίνει για σας η “αιώνια ζωή” που κηρύττετε; Σημαίνει μιαν επ’ άπειρον παράταση κάθε ατομικής ύπαρξης; Δεν νιώθετε πανικό στη σκέψη να υπάρχετε ατελεύτητα, για δισεκατομμύρια χρόνια, έστω πανευτυχής; Γιατί κάποτε η Εκκλησία μιλούσε για “αλλαγή” του “τρόπου της ύπαρξης”; Ποια εμπειρία του χρόνου και ποια του χώρου προεικονίζει η εκκλησιαστική λατρεία και Τέχνη; Ποια η διαφορά του εκκλησιαστικού γεγονότος της “σωτηρίας” από την ατομική σωτηρία της θρησκευτικής φλυαρίας; Τι είδους “σωτηρία” θα απολαμβάνει μια μάνα αν το παιδί της κολάζεται;».

Τα κηρύγματα σήμερα μιλάνε μόνο για κανόνες συμπεριφοράς και όχι για πληρότητα της ύπαρξης;

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αποθηρίωση

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Οι αρχαίοι Αρκάδες φοβούνταν την αποθηρίωση. Από τον Λυκάονα έως την Καλλιστώ, η μυθολογία τους είναι γεμάτη με ιστορίες ανθρώπων που μεταμορφώθηκαν σε θηρία. Ο Πολύβιος γράφει πως η τραχύτητα του τόπου αλλοίωνε τη συμπεριφορά τους. Το αντίδοτο που είχαν επινοήσει ήταν η μουσική. Αυτή καλλιεργούσε την πραότητα του ήθους. Το «αρκαδικό κοινό», ο αρχαιότερος συνασπισμός ελληνικών πόλεων, δεν στηριζόταν σε νόμους, γραπτούς ή προφορικούς. Η κοινή συνθήκη που υπηρετούσαν ήσαν οι μουσικοί αγώνες που οργάνωναν κάθε χρόνο οι πόλεις. Την ιστορία τη θυμήθηκα όταν είδα προχθές ένα μικρό βίντεο στο Διαδίκτυο. Μια ομάδα Ταλιμπάν που παίζουν σαν μικρά παιδιά με τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια σε ένα λούνα παρκ. Κρατάνε τα όπλα στα χέρια τους και οι φυσιογνωμίες τους δεν διαφέρουν από τις φωτογραφίες με τα περιστατικά φρίκης. Το βίντεο είναι η πιο εύγλωττη καταγραφή της ψυχολογίας των θηρίων. Ένα υπόβαθρο παιδικής ανεμελιάς, πρωτογενούς μωρίας, που ο λόγος των μουλάδων το μετατρέπει σε εύφλεκτη ύλη μίσους. Όταν σκοτώνουν ή λιθοβολούν γυναίκες η ανεμελιά δεν τους εγκαταλείπει. Διασκεδάζουν όπως διασκεδάζουν με τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια στο λούνα παρκ. Αποθηρίωση που δεν βγαίνει από τη μυθολογία, αλλά από την πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου.

Μπορούμε να πούμε πολλά για το Αφγανιστάν. Για την αποτυχία των υπερδυνάμεων, ΕΣΣΔ και ΗΠΑ, να τιθασεύσουν τους πληθυσμούς του. Για την ιδεοληπτική ανοησία του Μπους του νεότερου, για τον κυνισμό του Τραμπ, που αποφάσισε να το εγκαταλείψει σαν να ήταν μια επιχείρηση που ξόδευε περισσότερα από όσα έβγαζε, για τη μικρότητα του Μπάιντεν, που υλοποίησε την απόφαση. Αφήστε και εκείνες τις μυστικές υπηρεσίες που τις έχουμε μυθοποιήσει και διαβεβαίωναν πως οι Ταλιμπάν χρειάζονται τρεις μήνες για να μπουν στην Καμπούλ, τον αφγανικό στρατό που έφευγε τρέχοντας μπροστά στους πολεμιστές που προήλαυναν με μηχανάκια ντελιβεράδων, τον πρόεδρο που το έσκασε σαν καταληψίας. Αφήστε και την αιώνια αμηχανία της Ευρώπης. Μπορούμε να κατηγορήσουμε για πολλά τον Δυτικό κόσμο και την πίστη του στη δύναμη της τεχνολογίας του, που τον έκανε να παραμελήσει το κύτταρο της υπεροχής του, την πολιτισμική του ισχύ, τη «μουσική» των αρχαίων Αρκάδων.

Στο Αφγανιστάν ηττήθηκε η Δύση. Γεωπολιτική ήττα, χωρίς αμφιβολία. Πολιτική ήττα, χωρίς αμφιβολία. Όμως, η ήττα θα ήταν στρατηγική αν ήταν και πολιτισμική. Και όσο δεν είναι πολιτισμική, ο Δυτικός κόσμος μπορεί να την αξιοποιήσει ως ευκαιρία αυτοσυνειδησίας και αναδιάταξης. Αρκεί να πετάξει στα σκουπίδια όλες τις σαχλαμάρες των τελευταίων δεκαετιών. Αυτές τον κάνουν να συμπεριφέρεται σαν αποβλακωμένος γέρων που βρίσκει χαριτωμένο ό,τι δεν του μοιάζει, γιατί έχει βαρεθεί τον εαυτό του. Αλλιώς θα απορεί πάντα πώς και την πάτησε έτσι με τους εκάστοτε Ταλιμπάν.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Για τον «γρίφο θάνατο»

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ό,τι ονομάζουμε σήμερα «κοινωνικό» γεγονός, πραγματικότητα και τρόπο συνύπαρξης, συλλογικότητας των ανθρώπων, μοιάζει απήχημα της βιβλικής εικόνας του «Πύργου της Βαβέλ»: Υπάρχει ολοφάνερη μια σύγχυση γλωσσών, οι λέξεις και οι έννοιες δεν παραπέμπουν σε σημαινόμενα της κοινής – κοινωνούμενης εμπειρίας, απηχούν τη νοητική του καθενός ατομική επιλογή, μια εγωτική ή ομαδικών συμφερόντων προτίμηση. Ο καθένας ονομάζει «δημοκρατία» ή «φιλοπατρία» ή «πολιτισμό» ή «έρωτα» ή «Tέχνη» τόσο διαφορετικές πραγματικότητες, ώστε αποκλείεται ο ρεαλισμός της συν-εννόησης, η κοινή παραδοχή σήμανσης του αληθινού – πραγματικού. Οι λέξεις παραπέμπουν σε τόσες ανόμοιες βεβαιότητες όσες και τα άτομα που διεκδικούν την «ορθή» κατανόησή τους.

Παραδείγματα ενδεικτικά σύγχυσης γλωσσών, ασυνεννοησίας τύπου Βαβέλ, προσφέρονται πάμπολλα κάθε μέρα. Η γλώσσα είναι αμπέλι ξέφραγο, κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει τον δολοφόνο που έπνιξε την «αγαπημένη» του να μιλάει για το πόσο «ερωτευμένος» ήταν μαζί της και κανένας δεν μπορεί να εμποδίσει έναν «βιβλιοκριτικό» να λιβελογραφεί για βιβλίο, του οποίου τη γλώσσα (εκφραστική) ολοφάνερα δεν κατανοεί. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο μύθος της Βαβέλ και η «σύγχυση γλωσσών» φωτίζουν εναργέστατα ένα καίριο ανθρωπολογικό πρόβλημα συχνό, δυστυχώς και επίκαιρο.

Σκεφθείτε π.χ. τι θα πει «σύγχυση γλωσσών» στο πεδίο του φιλοσοφικού – ανθρωπολογικού προβληματισμού: Να θέλει κάποιος να ερμηνεύσει – παρουσιάσει βιβλίο του Βιτγκενστάιν με τη γλώσσα (ορολογία και «λογική») του Καντ ή βιβλίο του Λακάν με τη γλώσσα του Χέγκελ. Λάθος που δεν αντιμετωπίζεται ούτε με κριτικές υποδείξεις ούτε με «κανονιστικές αρχές» της εκφραστικής.

Πρόσφατο, ανάμεσα σε πολλά, παράδειγμα, το τεύχος 695 (23.7.2021) του περιοδικού, ελεύθερης διανομής, LIFO. Δημοσίευσε εκτενή κατάκριση του βιβλίου που εξέδωσα, στις αρχές του καλοκαιριού, στις εκδόσεις «Ικαρος», με τίτλο Γρίφος θάνατος. Αυτουργός της βιβλιοκρισίας ο συγγραφέας και κριτικός Δ. Δημητριάδης. Η ανάγνωση του Δ.Δ. συνιστά εγχείρημα παγιδευμένο, από την αρχή ώς το τέλος, κατά τη γνώμη μου (την δίχως εγκυρότητα – ως κρινομένου) σε καταφανή σύγχυση γλωσσών.

Γρίφος θάνατος - BookTown.gr

Τολμώ να σχολιάσω αυτή τη μηδενιστική βιβλιοκρισία (μηδενίζει a priori το κρινόμενο βιβλίο με αφορισμούς, δεν το αντιμάχεται), επειδή με συν-εκίνησε. Όχι συναισθηματικά, προφανώς. Ενεργοποίησε ο Δ.Δ. την ανάγκη μου για διασάφηση του ανοιχτού ερωτήματος της πανανθρώπινης εμπειρίας: Γιατί η ενστικτώδης οργή για τον θάνατο γεννάει νομοτελειακά έναν απερίσκεπτο μηδενισμό; Γιατί ο κηρυγματικός – ιδεολογικός «χριστιανισμός» τρέφει την οργή του ανθρώπου για τον θάνατο παίζοντας χαμένο παιχνίδι στο γήπεδο των «πεποιθήσεων» και της ψυχολογίας, ενώ το «σώμα» της κοινωνίας των σχέσεων, το εκκλησιαστικό γεγονός, παραμένει περιθωριακός «κόκκος σινάπεως» και «ελάχιστη ζύμη»;

Τέτοια ερωτήματα δεν μπορούν να τίθενται σήμερα, δεν μπορούν, γιατί δεν γεννιώνται, και δεν γεννιώνται, επειδή στον παγκοσμιοποιημένο «τρόπο» ή «πολιτισμό» της Νεωτερικότητας, μοιάζει να έχουν εξαλειφθεί οι εμπειρικές προϋποθέσεις τέτοιων ερωτημάτων. Θα έλεγα, με επικίνδυνη σχηματοποίηση, ότι ο σημερινός «πολιτισμός» μας ταυτίζει τη γνώση (οποιαδήποτε) με την ατομική κατανόηση, άλλοι πολιτισμοί άλλων εποχών (ο ελληνικός π.χ. αρχαίος και μεσαιωνικός) λογάριαζαν τη γνώση ως προϊόν της εμπειρίας των σχέσεων. Η κατανόηση είναι ατομικό κεκτημένο, εξουσιαστικό και εμπορεύσιμο, ενώ η σχέση είναι άθλημα που κερδίζεται ή χάνεται – συλλογικό («πολιτικόν») άθλημα, μήτρα που γεννάει την πόλιν και την εκκλησία.

Αυτός ο εγκλωβισμός της γνώσης στη μονοτροπία και στεγανότητα της κατανόησης μεταστοιχειώνει τον σύνολο βίο της συλλογικότητας, την οριστική της ταυτότητα: Δεν μιλάμε πια για «κοινωνία», μιλάμε για societas, δηλαδή «εταιρισμόν επί κοινώ συμφέροντι», όχι για κοινό άθλημα αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς, που θέλει τη ζωή να κοινωνείται, να «μετέχεται υπό πάντων ενικώς». Η κοινωνία γεννάει την πόλιν, την πολιτική, τον πολιτισμό, δηλαδή στόχους «ποιότητας» τού υπάρχειν, η societas παράγει νομικές συμβάσεις, κώδικες Δικαίου, χρησιμοθηρία που θωρακίζει το εγώ και νομιμοποιεί τις απαιτήσεις του, στο πλαίσιο της αγέλης.

Φυσικά και δεν έχει κανένα ρεαλιστικό αποτέλεσμα η νομική κατασφάλιση ατομικών και συλλογικών συμβάσεων – αυτή είναι η τραγωδία της societas. Αλλά ταυτόχρονα μοιάζει πια χαμένη και κάθε «αίσθηση» (εμπειρική γνώση) του κοινού αθλήματος της κοινωνίας των σχέσεων (η γνώση του έρωτα, της πολιτικής, της λειτουργικής, αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας, του σχολείου που παιδαγωγεί στη χαρά της φιλίας και της άμιλλας, όχι στον καταναγκασμό της χρησιμότητας). Έχει χαθεί η εκκλησιαστική ενορία, που μας μαθαίνει τη σχέση, όχι σαν ατομική κατασφάλιση εγωκεντρικής αξιομισθίας, αλλά σαν αιτία και στόχο υπαρκτικής πληρότητας. Όλες αυτές οι απώλειες συνοδεύουν την απάρνηση ή ολοσχερή άγνοια της ελληνικής εμπειρίας και παράδοσης.

Η αλογία του θυμού για τον «χριστιανισμό» που παρήγαγε ο «εξευρωπαϊσμός» μας των Ελλήνων, είναι δικαιολογημένη και φυσιολογική. Για να δούμε «με άλλο μάτι», εμείς που πιθηκίζουμε την ανθελληνική δύση «Νεοέλληνες», τον γρίφο – θάνατο, ίσως χρειαζόμαστε γερή δόση Ντοστογιέφσκι και T. S. Eliot.

ΠΗΓΗ: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διαβάστε την έωλη και «μηδενιστική βιβλιοκρισία» του κ. Δημήτρη Δημητριάδη εδώ.

Ο παράδεισος…

«Ο παράδεισος είναι η τιμωρία των εναρέτων».

 

 

 

 

 

 

 

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ. (1987). Σημειωματάριο. Αθήνα: Κέδρος, σ. 28. [το ίδιο βιβλίο, ως 1η έκδοση κυκλοφόρησε με τον διαφορετικό τίτλο: Συνέντευξη με τον εαυτό μου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1984].