«Το “πίστευε και μη ερεύνα” είναι ένα λάθος»

Ο Ευθύμιος Νικολαΐδης, διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, μιλάει για τη σχέση επιστήμης και Ορθοδοξίας, με αφορμή το τριετές πρόγραμμα που ολοκληρώθηκε πρόσφατα.

Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που η είδηση αφορά φαινομενικά μία ειδική ομάδα ερευνητών και χάνεται από τα ραντάρ, καλώς ή κακώς, της επικαιρότητας. Από μια «λοξή», ωστόσο, διάσταση ένα συνέδριο με τον τίτλο «Η σχέση επιστήμης και Ορθοδοξίας: παρελθόν – παρόν – μέλλον» μοιάζει μάλλον ταιριαστό στην επικαιρότητα κατά την οποία συζητείται ο περίφημος διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους. Με το συνέδριο αυτό, που πραγματοποιήθηκε από τις 29 Νοεμβρίου ως την 1η Δεκεμβρίου στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ολοκληρώθηκε η τριετής έρευνα του προγράμματος «Επιστήμη και Ορθοδοξία ανά τον Κόσμο» (Science and Orthodoxy around the World) του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ, με στόχο να χαρτογραφήσει τη σχέση θετικών και φυσικών επιστημών με τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Με ερευνητές σε 10 χώρες, μια βάση δεδομένων ως υλικό έρευνας, συνεντεύξεις, συνέδρια, εργαστήρια και διαλέξεις, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και ένα σχετικό ντοκιμαντέρ που θα κυκλοφορήσει το 2019, αναδεικνύονται οι πολλαπλές όψεις αυτής της σχέσης – ενίοτε παρεξηγημένης. Στο πλαίσιο αυτό χωρούν η βιοηθική, η οικολογία και το περιβάλλον, η φυσική και η κοσμολογία, αλλά και η ψυχολογία και η ψυχανάλυση. Μιλήσαμε με τον Θύμιο Νικολαΐδη, διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, δίκην απολογισμού.
Ποια, κατά τη γνώμη σας, ήταν τα σημαντικότερα εμπόδια ώστε να ζήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία τη δική της «επιστημονική επανάσταση»;
Οι επιστήμες, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα, γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο από τον 16ο αιώνα και μετά. Η νέα αυτή γνώση προέκυψε από τη μεταμόρφωση της αρχαίας ελληνικής φυσικής φιλοσοφίας και των μαθηματικών επιστημών και επηρεάστηκε από τη δυτική θεολογία και τις απόψεις περί φύσης που απορρέουν από αυτήν. Έχει γίνει πολλή κουβέντα από τους ιστορικούς των επιστημών για τον ρόλο της μεταρρύθμισης και γενικότερα του προτεσταντισμού στην ανάπτυξη της νέας επιστήμης, οφείλουμε όμως να τονίσουμε ότι πολλοί βασικοί συντελεστές, όπως ο Γαλιλαίος, ήταν καθολικοί. Με τη σειρά τους οι νέες αυτές επιστήμες επηρέασαν τη δυτική θεολογική σκέψη και άλλαξαν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, μετατρέποντάς τη σε ένα εργαλειακό αντικείμενο εκμετάλλευσης. Oι ορθόδοξες κοινότητες, είτε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είτε στη Ρωσία, δεν συμμετείχαν σε αυτές τις αλλαγές, οι οποίες, προερχόμενες από τον δυτικό χριστιανισμό, θεωρήθηκαν από μερίδα της Εκκλησίας ως ύποπτες αιρέσεων. Παρότι οι νέες ιδέες περί επιστημών και φύσης εισήχθησαν από ορθόδοξους ιερωμένους, μεγάλο μέρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και η πλειοψηφία του κατώτατου κλήρου αντιστάθηκε στη νέα επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη.
Το «πίστευε και μη ερεύνα», όσο παρεξηγημένο κι αν είναι, έχει περάσει ως κοινός τόπος ότι η Εκκλησία προϋποθέτει την πλήρη υποταγή στο δόγμα αποθαρρύνοντας την έρευνα. Τι απαντάτε;Ο βασικός χρηματοδότης της επιστημονικής έρευνας στη Δυτική Ευρώπη ως την ίδρυση κρατικών θεσμών στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν η Εκκλησία. Έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα, παραμένει κλασικό το βιβλίο του ιστορικού των επιστημών John Heilbron «The Sun in the Church» (HUP, 2001). Τα ιησουιτικά κολέγια τον 17ο αιώνα τα οποία είχαν συνολικά 50.000 μαθητές, ήταν ο βασικός θεσμός διδασκαλίας μαθηματικών και αστρονομίας. Βέβαια, πάντα υπήρχε η μέριμνα συμβιβασμού της επιστήμης με τις βασικές θεολογικές αρχές, αυτό όμως το βλέπουμε και στους μεγάλους μεταρρυθμιστές των επιστημών, όπως ο Νεύτωνας. Στον ορθόδοξο κόσμο, πολλές σχολές των ελληνικών κοινοτήτων ως την ίδρυση του ελληνικού κράτους χρηματοδοτούνταν από την Εκκλησία και η πλειοψηφία των διδασκάλων των νεωτερικών επιστημών έως τον 19ο αιώνα ήταν κληρικοί. Άρα δεν υπάρχει άλλη απάντηση στο ερώτημά σας από το ότι πρόκειται για έναν εσφαλμένο κοινό τόπο.
Υπάρχουν τομείς όπου η Ορθοδοξία και η επιστήμη ήρθαν πιο κοντά, ανεξάρτητα αν αυτό έγινε γνωστό στη δημόσια σφαίρα; Και, αντιστρόφως, ποιοι τομείς χρειάζονται περαιτέρω ενθάρρυνση;
Αν μιλήσουμε ιστορικά, η επιστήμη και η Ορθοδοξία ήρθαν πολύ κοντά την εποχή των Ελλήνων Πατέρων, όταν ορισμένοι από αυτούς προσπάθησαν να συγκεράσουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους με τη διδασκαλία των Γραφών. Πολλές από τις εξαημέρους, τα κείμενα δηλαδή που σχολιάζουν τις έξι ημέρες της Δημιουργίας του βιβλίου της Γένεσης αντανακλούν αυτήν την προσπάθεια. Στη συνέχεια, από τις απαρχές του πρώτου βυζαντινού ουμανισμού (τέλη 9ου αιώνα) και μετά, ο ανώτατος βυζαντινός κλήρος ταυτίστηκε με τον επιστημονικό χώρο. Το πρόβλημα σχετικά με τις επιστήμες (τη θύραθεν γνώση) ανέκυπτε κυρίως στον χώρο του μοναχισμού. Αργότερα, στους νεώτερους χρόνους, ορισμένοι ανώτεροι κληρικοί, όπως π.χ. ο Χρύσανθος Νοταράς ή ο Νικηφόρος Θεοτόκης, βλέπουν στις επιστήμες τη μελέτη της φύσης του Θεού και προσπαθούν να προωθήσουν τη διδασκαλία τους στον ορθόδοξο κόσμο. Από τον 19ο αιώνα και μετά, όταν δηλαδή οι δύο αυτές σφαίρες διαχωρίζονται σαφώς τόσο ιδεολογικά με την επιστήμη να μη χρησιμοποιεί πλέον τον Θεό στις εξισώσεις της όσο και θεσμικά με την ίδρυση κρατικών θεσμών επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας, οι χώροι αυτοί απομακρύνονται. Όμως συγκεκριμένα θέματα, όπως η θεωρία της εξέλιξης, τους αναγκάζουν σε διάλογο και καμιά φορά σε διαμάχη.
Σε σχέση με άλλα «κέντρα» της Ορθοδοξίας ποια είναι η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα ως προς την αξιοποίηση της επιστήμης; Σε ποια σημεία του κόσμου είναι πιο προωθημένη αυτή η σχέση;
Αν εννοείτε την αξιοποίηση από τα κράτη όπου το ορθόδοξο δόγμα κυριαρχεί, στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης επιστήμης και της κυριαρχίας της τεχνολογίας είναι σαφές ότι η επιστήμη, οι θεσμοί της και όσα απορρέουν από αυτήν είναι στις προτεραιότητες όλων αυτών των κρατών. Η κυρίαρχη ιδεολογία, από την οποία απορρέει και το οικονομικό μοντέλο, βασίζεται στην επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία. Οπωσδήποτε υπάρχουν αντιστάσεις στο μοντέλο αυτό από διάφορα κινήματα, ορισμένες εξ αυτών απορρέουν δε από το χριστιανικό ορθόδοξο μοντέλο της ταπεινοφροσύνης και του σεβασμού της φύσης (π.χ. η οικολογική καμπάνια του Οικουμενικού Πατριάρχη), αλλά προς το παρόν αυτές οι απόψεις δεν πλειοψηφούν στην κυρίαρχη ιδεολογία.
Μπορείτε να μας υποδείξετε παραδείγματα – από την καθημερινότητα ή την πανεπιστημιακή εκπαίδευση – όπου η συνεργασία Ορθοδοξίας και επιστήμης αποδίδει ήδη καρπούς;
Θα πω τρία παραδείγματα:
– Οικολογική κρίση και κριτική της νεωτερικότητας. Ο συνδυασμός Ορθοδοξίας και επιστήμης μπορεί να λειτουργήσει ανατρεπτικά, με τη θετική έννοια του όρου, για τον τρόπο που σχετιζόμαστε με το φυσικό περιβάλλον και αναλαμβάνουμε έμπρακτα την ευθύνη μας για αυτό.
– Ο τομέας της βιοηθικής (με κομβικά σημεία την αρχή και το τέλος της ζωής) είναι ένα βασικό πεδίο όπου η συνεργασία τους θα μπορούσε να είναι επίσης σημαντική, στον βαθμό που ανακύπτουν κεντρικά ερωτήματα και διλήμματα για την ίδια της έννοια του ανθρώπου.
– Σύγχρονος προβληματισμός για τις αξίες. Οι θετικές επιστήμες, αν και είναι φορείς σημαντικών αξιών και αποτελούν ένας είδος οικουμενικής γλώσσας, δεν μπορούν να θεμελιώνουν τις αξίες με τρόπο σταθερό και καθολικό. Η πολύπλοκη, και άρα ευάλωτη, δομή των νεωτερικών κοινωνιών χρειάζεται συμπληρωματικές προσεγγίσεις για την κατανόηση των σύγχρονων πολυεπίπεδων προκλήσεων.
Η παρηγοριά – για την απώλεια, το τραύμα, τον θάνατο – είναι μια έννοια για την οποία θα μπορούσαν να έχουν λόγο τόσο η Εκκλησία όσο και η επιστήμη. Βρίσκετε εφικτή αυτή τη «συνεργασία»;
Στο πλαίσιο της χριστιανικής βιοηθικής εμφανίζονται τελευταία νέα πεδία προβληματισμού και πρακτικών στις επιστήμες της υγείας, όπως η διεπιστημονική παρηγορητική φροντίδα (palliative care) και η ιατρική ανθρωπολογία (medical anthropology) επεκτείνοντας τον ορίζοντα της βιοηθικής έρευνας, ώστε να συμπεριλάβει την ορθόδοξη πνευματικότητα ως σημαντικό στοιχείο, φωτίζοντας την πολιτισμική – πνευματική διάσταση της ασθένειας, του πένθους και της θεραπείας. Επίσης, όπως διαπιστώνουμε, στον διάλογο ψυχολογίας και ορθόδοξης θεολογίας και ποιμαντικής θίγονται τέτοια ζητήματα τόσο στην ψυχολογική όσο και στην πνευματική τους διάσταση.
Η Ορθοδοξία υπερασπίζεται έναν λόγο οντολογικό, σε αντίθεση με τη φιλοσοφική αναζήτηση. Θα μπορούσε ποτέ η φιλοσοφία να γίνει γέφυρα μεταξύ Ορθοδοξίας και επιστήμης;
Στο μέτρο που η θεολογία αλλά και οι επιστήμες εμπεριέχουν στην ιστορία και τη δομή τους φιλοσοφικές θεωρήσεις και έννοιες, χωρίς να εξαντλούνται σε αυτές, η διαμεσολάβηση της φιλοσοφίας θα μπορούσε να λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ τους, κυρίως στα πεδία της επιστημολογίας, της ανθρωπολογίας και της ηθικής Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι τα ανανεωτικά ρεύματα στην ορθόδοξη θεολογία του 20ού αιώνα, όπως εκφράστηκαν για παράδειγμα από τη ρωσική Διασπορά, αναδύθηκαν στη δημιουργική συνάντηση της θεολογίας με τη σύγχρονη φιλοσοφία, η οποία επέτρεψε στη θεολογία την ανανοηματοδότηση της ευαγγελικής πρότασης στο πλαίσιο του νεωτερικού κόσμου και των επιστημών. Ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur μάς λέει στον περίφημο διάλογό του με τον νευροεπιστήμονα Jean-Pierre Changeux ότι στα σύνορα των πεδίων γίνονται οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις αρκεί να είμαστε προσεκτικοί με τη σημασία των λέξεων και τη χρήση των εννοιών. Αυτές, όμως, οι ανακαλύψεις δεν είναι δοσμένες. Η φιλοσοφία μπορεί να λειτουργεί ως τρίτος χώρος συνάντησης των δύο πεδίων, χωρίς να τα απορροφά. Κάτι τέτοιο διαπιστώνουμε και στη μέχρι τώρα καταγραφή που κάναμε, στο πλαίσιο του Science and Orthodoxy around the World.

ΠΗΓΗ

ΤΑ ΝΕΑ

Γόνιμη συνάντηση θεολόγων καθηγητών

Γράφει ο Α. Ι. Καλαμάτας

Η υπαρξιακή συνάντηση με συναδέλφους θεολόγους, έχω την ταπεινή γνώμη, πως ένα καλό αποτέλεσμα μπορεί να έχει: το μοίρασμα της αγωνίας και της αγάπης που ο καθένας από εμάς έχει για το μάθημα των Θρησκευτικών. Αυτό σήμερα επετεύχθη στη σημερινή επιμορφωτική ημερίδα που οργάνωσε ο νέος Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Θεολόγων Βορείου Αιγαίου κ. Νίκος Ματθαίου, η οποία φιλοξενήθηκε στην αίθουσα διδασκαλίας των πρώην ΠΕΚ Μυτιλήνης. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημερίδας, όλοι σχεδόν οι θεολόγοι του νησιού μας που παραβρέθηκαν σ’ αυτήν, κατέθεσαν τις απόψεις τους για την πορεία του Νέου Προγράμματος Σπουδών (ΝΠΣ) στα Θρησκευτικά, επισημαίνοντας ό,τι η εφαρμογή του στις σχολικές αίθουσες έχει θετικότατα αποτελέσματα, παρότι υπάρχουν ακόμη αρκετά πρακτικά προβλήματα που, κυρίως, αφορούν τη διδακτική μεθοδολογία.

Εκείνο που κυριάρχησε στη συζήτηση ήταν το γεγονός πως εμείς οι θεολόγοι καθηγητές μπορούμε να δώσουμε εκτίμηση στους μαθητές μας, μόνο όταν εξερχόμαστε από τον εαυτό μας, δίνοντας απλόχερα την αγάπη και τον έπαινό μας προς αυτούς. Μια τέτοια στάση, άλλωστε, μπορεί να τους βοηθήσει να γίνουν καλύτεροι. Και το μάθημα των Θρησκευτικών με το ΝΠΣ, όπως βέβαια, και παλαιότερα με τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ), δείχνει το δρόμο της προσωπικής συνάντησης δασκάλου και μαθητή, αφού πάντοτε ως πρότυπο έχει τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος ήλθε και μας συνάντησε εκεί που ήμασταν εμείς, για να μας πάει εκεί που αυτός Αυτός είναι.

Όλοι σχεδόν οι συνάδελφοι που βρεθήκαμε σήμερα στην παραπάνω επιμορφωτική συνάντηση θέσαμε τον δάκτυλο μας επί τον τύπο των ήλων, προσδοκώντας να τεθεί τέλος στην παρατεταμένη διχόνοια των θεολόγων καθηγητών, διότι πιστεύουμε πως όλοι ανεξαιρέτως αγαπάμε τον Θεό και το μάθημά μας και αγωνιούμε για το μέλλον του. Κατά πως λέγει κι ο Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης στα ερμηνευτικά του σχόλια στο Περί Αγάπης έργο του αγίου Μαξίμου Ομολογητή: «αγαπάς το Θεόν: Τουτέστιν, θέλεις να αγαπάς τον Θεόν; Ό,τι δης μια, δυό, τρεις φορές ότι σε δυσκολεύει στην πνευματική ζωή, καλό, κακό, συμφέρον, μη συμφέρον, πνευματικό, υλικό, ό,τι και αν είναι, δος του μια και πέταξέ το μακριά», [(2015). Περί Αγάπης: Ερμηνεία στον Άγιο Μάξιμο. Πρόλογος π. Νικόλαος Λουδοβίκος. Επιμέλεια κειμένου – Σχολιασμός Ιερόν Κοινόβιον Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ορμύλιας. Αθήνα: Ίνδικτος, σ. 77].

Ευχάριστο, πράγματι, γεγονός ήταν και η παρουσία της Χορωδίας Βυζαντινής Μουσικής της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου, η οποία πριν αρχίζει η επιμορφωτική ημερίδα έψαλε βυζαντινούς ύμνους. Ακόμη πιο ευχάριστο ήταν το γεγονός που η ημερίδα έκλεισε με παραδοσιακή μουσική, με τραγούδια που έπαιξαν και τραγούδησαν ο Συντονιστής Θεολόγων Β. Αιγαίου κ. Νίκος Ματθαίου – αξίζει εδώ να σημειωθεί πως εκτός από θεολόγος είναι και μουσικός – και ο καθηγητής μουσικής κ. Μιχάλης Δήσσος.

Θρησκευτικά Β΄ Λυκείου. Νέο Πρόγραμμα Σπουδών. Θ.Ε.5. ΗΘΙΚΗ. 5.4. Συγχώρεση



Λήψη αρχείου



Λήψη αρχείου



Λήψη αρχείου

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ· Νέα Προγράμματα Σπουδών. Θ.Ε.1. ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ. 1.2. Τεχνολογία

ΟΛΙΓΑ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Το τελευταίο τεύχος της τριμηνιαίας έκδοσης σπουδής στην Ορθοδοξία Σύναξη είναι αφιερωμένο στην κρίσιμη σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την ανθρωπολογία. Όλα σχεδόν τα άρθρα των συνεργατών μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη διδακτική πράξη. Μια απόπειρα εδώ, η οποία, βέβαια, εν ευθέτω χρόνω θα έχει και την ανάλογη αξιολόγησή της, με τα αναμενόμενα αποτελέσματα από τα φύλλα εργασίας που επεξεργάστηκαν οι μαθητές/τριες και των τριών τμημάτων του Πειραματικού ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Για τις παλαιότερες αναρτήσεις για την έννοια 1.2. Τεχνολογία εδώ



Λήψη αρχείου

 

Πίστη – Ετήσιο συνέδριο του Άρτου Ζωής 2018

Το θέμα του φετινού, ένατου κατά σειρά, συνεδρίου του Άρτου Ζωής είναι η πίστη. Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 23 και το Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2018, στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου (Αρσάκειο Μέγαρο, Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου).

AZ

Πρόγραμμα

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

5.00 μ.μ. Xαιρετισμός (Σταύρος Ζουμπουλάκης).

Α΄ συνεδρία (πρόεδρος: Σταύρος Γιαγκάζογλου).

5.10 μ.μ. Χρήστος Καραγιάννης, επίκ. καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ, H πίστη ως ενοποιητικό στοιχείο στον βιβλικό Ισραήλ.

5.30 μ.μ. Μόσχος Γκουτζιούδης, επίκ. καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, Η πίστη στις διηγήσεις θαυμάτων. Από την Πεντάτευχο στα συνοπτικά Ευαγγέλια.

5.50 μ.μ. Αικατερίνη Τσαλαμπούνη, αναπλ. καθηγήτρια στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ, «Πίστις Χριστού»: όρος-κλειδί στην παύλεια σωτηριολογία.

6.10 μ.μ. Συζήτηση.

6.40 μ.μ. Διάλειμμα.

Β΄ συνεδρία (πρόεδρος: Μόσχος Γκουτζιούδης).

6.50 μ.μ. Γιώργος Καραμανώλης, αναπλ. καθηγητής στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Βιέννης, H «πίστις» ως τεχνικός φιλοσοφικός όρος στην ελληνιστική φιλοσοφία και στον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα.

7.10 μ.μ. Σταύρος Γιαγκάζογλου, επίκ. καθηγητής στο Τμήμα Θεολογίας του ΕΚΠΑ, Πίστη και γνώση στην πατερική θεολογία. Η ερμηνευτική των Ελλήνων Πατέρων στη βιβλική θεώρηση της εν Χριστώ πίστης.

7.30 μ.μ. Συζήτηση.

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2018

Γ΄ συνεδρία (πρόεδρος: Στέλιος Βιρβιδάκης).

10.00 π.μ. Κώστας Ανδρουλιδάκης, καθηγητής στο Τμήμα ΦΚΣ του Πανεπιστημίου Κρήτης, Έννοια και λειτουργία της πίστης στη φιλοσοφία του Καντ.

10.20 π.μ. Γιάννης Πίσσης, επίκ. καθηγητής στο Τμήμα ΦΚΣ του Πανεπιστημίου Κρήτης, Δος μοι πα στω. Ο Γιακόμπι για τον Λόγο και την πίστη.

10.40 π.μ. Χαράλαμπος Βέντης, επίκ. καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του ΕΚΠΑ, Ένας χριστιανισμός της καρδιάς: Η απολογητική της καταφυγής στο συναίσθημα στο έργο του Φρήντριχ Σλαϊερμάχερ.

11.00 π.μ. Συζήτηση.

11.30 π.μ. Διάλειμμα.

Δ΄ συνεδρία (πρόεδρος: Κώστας Ανδρουλιδάκης).

11.40 π.μ. Βασιλική Τσακίρη, διδάσκουσα στο ΕΑΠ, Εκφάνσεις της πίστης στο έργο του Σαίρεν Κίρκεγκωρ.

12.00 μ.μ. Μιχάλης Πάγκαλος, διδάσκων στο ΕΚΠΑ. Ο  Άλασνταιρ Μακιντάιρ μεταξύ πίστης και Λόγου.

12.20 μ.μ. Στέλιος Βιρβιδάκης, καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του ΕΚΠΑ, Η ηθική της πίστης.

12.40 μ.μ. Μιχάλης Φιλίππου, διδάσκων στο ΕΚΠΑ, Βούληση και θρησκευτική πίστη.

1.00 μ.μ. Συζήτηση.

Ε΄ συνεδρία (πρόεδρος: Βασιλική Τσακίρη).

5.30 μ.μ. Γιώργος Βλαντής, διευθυντής του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Βαυαρίας, επιστημονικός συνεργάτης. της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, Η πίστη στον Καρλ Μπαρτ.

5.50 μ.μ. Άγγελος Γουνόπουλος, πολιτικός επιστήμονας, Το «πρωτείο της πίστης» στη Θεολογία της απελευθέρωσης.

6.10 μ.μ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, πρόεδρος ΔΣ Άρτου Ζωής, Πίστη και αγάπη.

6.30 μ.μ. Συζήτηση.

Δεσποτοκρατία με αριστερό πρόσημο;

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗ· Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου
Οι μεγάλες αλλαγές και οι μεγάλες τομές με προοδευτικό πρόσημο δεν γίνονται με μυστικοσυμβούλια και διακανονισμούς κεκλεισμένων των θυρών που οδηγούν τελικά σε περισσότερη δεσποτοκρατία και στην εν μιά νυκτί βίαιη αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος 10.000 κληρικών και εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Από τη χθεσινή συμφωνία κερδισμένοι βγαίνουν ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και ο πρωθυπουργός, ενώ χαμένοι η Εκκλησία ως κοινότητα πιστών (λαϊκών και κληρικών) και το δημοκρατικό αίτημα εκκοσμίκευσης των θεσμών και νέας ρύθμισης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας.
Ο πρωθυπουργός μπορεί τώρα να «πουλήσει» στο κοινό του μια αριστερόστροφη πολιτική απόφαση (που την έχει τόσο ανάγκη, μια και στα οικονομικά υπάρχουν δεσμεύσεις έναντι των δανειστών), καθώς «πετάει εκτός Δημοσίου τους παπάδες»! Την ίδια στιγμή ελευθερώνει 10.000 θέσεις στο Δημόσιο, υποσχόμενος διορισμούς (το έκανε ήδη, σήμερα κιόλας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δ. Τζανακόπουλος).
Ο αρχιεπίσκοπος (μέγας τακτικιστής και ισορροπιστής, εξαιρετικά ικανός στο πολιτικό παζάρι) παίρνει μ’ έναν σπάρο πολλά τρυγόνια: λαμβάνει από τον πρωθυπουργό ένα δώρο 200 εκατομμυρίων και ενδυναμώνει θεαματικά τη θέση του και την ισχύ του όχι μόνο έναντι των άλλων μητροπολιτών και της Συνόδου, αλλά και έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου που όχι τυχαία αφέθηκε έξω από αυτή την ιστορία, ενώ δεκάδες επαρχίες του βρίσκονται εντός των ορίων της ελληνικής πολιτείας (το Πατριαρχείο είχε πρόσφατα επίσης αγνοηθεί κατά την τοποθέτηση του Κ. Δήμτσα, στενού συνεργάτη του αρχιεπισκόπου, ως πολιτικού διοικητή του Αγίου Όρους, παρά τη ρητή αντίθεση και διαφωνία του Οικουμενικού Πατριάρχη). Λύνονται επίσης τα χέρια του αρχιεπισκόπου για να κάνει αυτό που γνωρίζει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο, για να προβεί δηλαδή (από κοινού με την πολιτεία) σε αξιοποιήσεις ακινήτων.
Σε ένα άλλο επίπεδο, και οι κατά τόπους μητροπολίτες ενδυναμώνουν τη θέση τους έναντι των απλών κληρικών οι οποίοι θα βρεθούν κυριολεκτικά στο έλεος των δεσποτάτων που θα έχουν επάνω τους δικαίωμα ζωής ή θανάτου, πειθαρχικού ελέγχου ή και απόλυσης (φανταστείτε ποια τύχη περιμένει τους προοδευτικούς εκείνους κληρικούς που θα τολμήσουν να εκφράσουν ανοιχτά την άποψη ή τη διαφωνία τους για τα επίμαχα ζητήματα που κατά καιρούς ανακύπτουν!…).
Ένας θεσμός όπως η Εκκλησία (να μην ξεχνάμε, ο μόνος θεσμός του ελληνικού κράτους που δεν πέρασε μεταπολίτευση), με τεράστια κοινωνική επιρροή, που όμως ούτε για τις επιδόσεις του στην οικονομική διαχείριση φημίζεται ούτε για διαφάνεια, δημοκρατικές διαδικασίες και κοινωνική λογοδοσία διακρίνεται, είναι λάθος στην παρούσα φάση να αποκόπτεται και να αφήνεται εκτός του δημοκρατικού ευρωπαϊκού πλαισίου που εγγυάται η πολιτεία, και μάλιστα έχοντας λάβει ως προίκα 200 εκατομμύρια ευρώ! Αυτό ούτε προοδευτική τομή στη λειτουργία του κράτους σηματοδοτεί ούτε αριστερή πολιτική συνιστά, αλλά μάλλον δεσποτοκρατία με αριστερό πρόσημο!
ΠΗΓΗ
Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων