Αρχείο ετικέτας Ιστορία της Λέσβου

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ… Η μετάδοση της προσφυγικής εμπειρίας στην τρίτη και τέταρτη γενιά. Μαθητές του σχολείου μας απόγονοι Μικρασιατών προσφύγων [2]



Λήψη αρχείου

ΣΑΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙ… Η μετάδοση της προσφυγικής εμπειρίας στην τρίτη και τέταρτη γενιά. Μαθητές του σχολείου μας απόγονοι Μικρασιατών προσφύγων [1]



Λήψη αρχείου

ΕΥΕΡΓΕΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, εκλεκτή ομήγυρη.

Σήμερα που για άλλη μια χρονιά γιορτάζουμε την ημέρα των εθνικών ευεργετών[*] και αναρωτιόμαστε για τη σημασία της, αντί για τον υψηλό τόνο πανηγυρικών λόγων, επέλεξα να σας ομιλήσω σε διαφορετικό τόνο, απ’ εκείνο που πριν δύο χρόνια, απ’ αυτή εδώ τη θέση ξανά με είχατε ακούσει. Αν και ο κλήρος για εφέτος έπεσε ξανά σε μένα – γι’ αυτό κι ευχαριστώ τους υπευθύνους οργάνωσης της σημερινής ημέρας – θα προσπαθήσω στα επόμενα επτά με οκτώ λεπτά να σας ξεδιπλώσω τη σκέψη γύρω από τη σχέση του ευεργετισμού με την εκπαίδευση. Κι αυτό διότι στην πόλη μας τα δύο παλαιότερα σχολικά κτήρια που βρίσκονται στο κέντρο της, το Παρθεναγωγείο και το πάλαι ποτέ Γυμνάσιο Μυτιλήνης, οφείλουν την ύπαρξή τους σε ευεργέτες. Υπ’ αυτήν την έννοια η ομιλία μου, πέραν του ότι θα έχει τοπικό χαρακτήρα, θα εξακτινωθεί και σε ζητήματα ολίγων άγνωστα σε πολλούς, όπως η αμεσότατη σχέση του ευεργετισμού με την εκπαίδευση, και πως αυτή η σχέση στο σημερινό εκπαιδευτικό μας σύστημα λείπει παντελώς. Και γι’ αυτό, προκαταβολικά σας πληροφορώ, κατά κύριο λόγο ευθύνεται η ίδια η σημερινή εκπαίδευση και οι δομές πάνω στις οποίες είναι στηριγμένη. Παρακάτω θα σας εκθέσω τους λόγους αυτής της ευθύνης, και πως ζητούμενο πια σήμερα είναι η επανασύνδεση αυτών των δύο μεγεθών.  Άλλωστε, τα περί ευεργετισμού λίγο πολύ σε αρκετούς είναι γνωστά και, βέβαια, κάθε χρόνο ακούγονται σε πανηγυρικούς λόγους.

Ωστόσο, επιτρέψτε μου εν τάχυ να αναφερθώ στο  φαινόμενο του ευεργετισμού, το οποίο στα αυστηρά πλαίσια διερεύνησής του από την ιστορική επιστήμη είναι γνωστό από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, και κυρίως από την περίοδο της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα. Είναι η περίοδος όπου η συντονισμένη, ατομική ή συλλογική προσπάθεια ανθρώπων που αγαπούσαν τα γράμματα και την εκπαίδευση, πέραν από εθνικό συνιστούσε κοινωνικό και θρησκευτικό χρέος, απέναντι σ’ ένα λαό που έβγαινε βαθιά λαβωμένος από την μακρόχρονη Τουρκοκρατία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είχε απολέσει την εθνική του ταυτότητα. Γνωστή, άλλωστε, και στην Ευρώπη αυτή η προσπάθεια πρόνοιας και αγάπης προς τα γράμματα, εντασσόμενη βέβαια, στην όλο και περισσότερο αυξανόμενη τάση συγκρότησης εθνικών κρατών, καλλιεργήθηκε και από τους Έλληνες, ιδιαίτερα της Διασποράς, με στόχο να αναπληρώσει κενά, όταν η εκάστοτε κρατική εξουσία δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε ανάγκες συλλογικές, όπως επί παραδείγματι η ίδρυση σχολείων, βασικών δηλαδή πόλων και θεσμών συντήρησης και διάσωσης της ελληνορθόδοξης κληρονομιάς μας.

«Το ερμάρι της ιστορίας ποτέ δεν άνοιξε με τη χρήση ενός και μόνου κλειδιού», είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή του ο κορυφαίος των νεοελληνικών μας γραμμάτων αείμνηστος Κ. Θ. Δημαράς. Τι, λοιπόν, είναι ο ευεργετισμός και πως μέσα σ’ ένα από τα ερμάρια της Ιστορίας μπορεί κανείς να τον μελετήσει, συνδέοντάς τον με την εκπαίδευση; Μήπως και εμείς σήμερα, όσοι αγαπάμε τα γράμματα και την εκπαίδευση, ταυτίζουμε τους εαυτούς μας με τις προσδοκίες και τα οράματα μεγάλων ευεργετών, όπως λόγου χάριν όλοι εκείνοι που τα ονόματά τους είναι χαραγμένα σε μαρμάρινες πλάκες στην Αίθουσα Τελετών του ιστορικού Γυμνασίου Μυτιλήνης; Όσοι από εσάς έχετε βρεθεί σε κάποια εκδήλωση σ’ αυτήν την αίθουσα κόσμημα θα τα έχετε προσέξει. Το λέγω αυτό διότι δεν είναι καθόλου παράξενο σ’ αυτούς τους ευεργέτες να ανιχνεύσουμε απόηχους της δικής μας πνευματικής κατάστασης, αφού μέσα από την αγάπη μας για τα γράμματα και τη διδασκαλία, ως δάσκαλοι σήμερα, σε ιστορικά εκπαιδευτήρια, καθημερινά τους νιώθουμε να κινούνται ανάμεσά μας. Άλλωστε, εμείς οι νεότεροι τους οφείλουμε χρέος μεγάλο γιατί κληθήκαμε να διδάσκουμε σε εκπαιδευτήρια που με δική τους πρωτοβουλία, οικονομική κυρίως, κτίστηκαν. Σ’ όλους μας είναι γνωστά τα ονόματα και η δράση τους: καπού – Κεχαγιάς άρχοντας Σταυράκης, Σοφοκλής Βουρνάζος, Μητροπολίτες Μυτιλήνης Καλλίνικος Β΄ και Μελέτιος Φωτίου, για να αναφέρω αυτούς που άμεσα συνδέθηκαν με την εκπαίδευση και τα δύο προαναφερόμενα εκπαιδευτήρια της πόλης μας.

Ο ευεργετισμός, λοιπόν, και η άμεση σύνδεσή του με την εκπαίδευση συνέκλινε πάνω σ’ ένα βασικό σκοπό, στην παραχώρηση του προσωπικού πλούτου για σκοπούς που είχαν σχέση με την παιδεία των ελληνοπαίδων. Πρόκειται για εκείνο το φαινόμενο των «χρηματοφόρων υποκειμένων», όπως πολύ σωστά από ειδικούς έχει χαρακτηριστεί, το οποίο υπό συνθήκες, μεταβίβαζε στην πολιτεία ή σε συλλογικότητες, κυρίως θρησκευτικές, μιας και η Εκκλησία τότε διαδραμάτιζε πρωταγωνιστικό ρόλο στα εκπαιδευτικά πράγματα, τον πλούτο τους για να τον διαχειριστούν με συγκεκριμένο σκοπό, όχι μόνο με την ανέγερση σχολείων αλλά και με την λειτουργία τους. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα είναι αρκετό για να κατανοήσουμε την αγάπη αυτών των ανθρώπων για την εκπαίδευση. Ο άρχοντας Σταυράκης, που στα 1742 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στη Μυτιλήνη, το ονομαστό Ελληνομουσείον και μετέπειτα Παρθεναγωγείο, το προίκιζε κάθε χρόνο με 100 γρόσια για να πληρώνονται οι δάσκαλοι που δίδασκαν σ’ αυτό.  Από την νοοτροπία των εθνικών ευεργετών δεν έλειπε, βέβαια, η τάση τους να εμπεδώσουν την ηγεμονία τους όχι μόνο στην αστική τάξη, αλλά και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και ερμηνεύεται ο ρόλος τους στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, ότι δηλαδή, με καθοριστικό τρόπο συνέβαλαν στη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας και του εθνικού κράτους.

Σ’ αυτή τη συγκρότηση βασικό ρόλο έπαιζε η εκπαίδευση και τα ιδρυόμενα σχολεία. Είναι αναγκαίο, εδώ, σήμερα ημέρα εθνικών ευεργετών, να υπογραμμίσουμε και κάτι που ίσως μας διαφεύγει γι’ αυτήν τη σχέση ευεργέτη και δασκάλου. Και μας διαφεύγει γιατί σήμερα το σχολείο είναι κλειστό στη ζωή, ενώ πριν δύο σχεδόν αιώνες ήταν ανοικτό στη ζωή, συμπύκνωνε ισχυρότατους κοινούς τόπους περί εκπαιδεύσεως, ήταν ο κατεξοχήν τόπος, θα έλεγα, αυτός που συναιρούσε μέσα του όλους τους άλλους, θρησκευτικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς. Γι’ αυτό οι ευεργέτες αγαπούσαν την εκπαίδευση. Γι’ αυτό ίδρυαν σχολεία, γιατί τα σχολεία γι’ αυτούς ήταν θεσμοί συντήρησης και μετάδοσης γνώσης, κι όχι όπως σήμερα τα έχουμε καταστήσει, θεσμούς επικοινωνίας και καινοτομίας, όπου καινοτομία εννοήστε καθετί που μόνον παιδεία δεν είναι, παρά πρακτική που μετατρέπει τον μαθητή σε έναν ειδικευμένο σε κάτι μετέπειτα πολίτη. Οι ευεργέτες έβλεπαν το σχολείο ως θεσμό «μετάδοσης της γνώσης που προϋπέθετε την παρουσία μέσα στη σχολική αίθουσα ενός δασκάλου, που βαθιά πίστευε στην παιδευτική αξία του μαθήματός του, το περιεχόμενο του οποίου ήθελε να μεταδώσει στους μαθητές του, μαζί με την αγάπη του γι’ αυτό, ενός δασκάλου που θεωρούσε αδιανόητο έναν κόσμο από τον οποίο θα απουσίαζε ότι εκείνος γνώριζε και δίδασκε». Και να σκεφτούμε ότι στα δύο ιστορικά σχολεία της πόλης μας, το Παρθεναγωγείο και το Γυμνάσιο, επί μακρόν εφαρμόζονταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, η οποία παρότι είχε κάποια προβλήματα στην εφαρμογή της, μόρφωσε δασκάλους και μαθητές που επέδρασαν σημαντικά στη «διαμόρφωση συλλογικών συμπεριφορών και νοοτροπιών».

Μια ακόμη βασική συνιστώσα της σχέσης του ευεργετισμού με την εκπαίδευση ήταν ότι και οι δύο αυτοί θεσμοί διακρίνονταν για την αυθεντία τους. Ευεργέτης και δάσκαλος, αν και σήμερα αυτή η σχέση καθώς φαίνεται έχει κλείσει τον κύκλο της, υπηρετούσαν πιστά κοινούς οραματισμούς του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Παραθέτω ένα παράδειγμα για να γίνω πιο κατανοητός. Γνωστή είναι στις μέρες μας η τεραστία κρίση που περνούν οι κλασικές σπουδές. Το φαινόμενο τη καθίζησης της γλωσσικής αρχαιομάθειας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση είναι ιδιαίτερα λυπηρό. Και οι επιπτώσεις, βέβαια, τραγικές: πολλοί σημερινοί μαθητές χωρίς τη διδασκαλία των αρχαίων συγγραφέων, αποκόπτονται όχι μόνο από το Όμηρο, ή των Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη, αλλά κι από τον Παπαρρηγόπουλο, τον Παπαδιαμάντη και τον Ελύτη. Στα χρόνια, όμως, ίδρυσης, λειτουργίας και ακμής του Γυμνασίου Μυτιλήνης, ήταν αδιανόητο ένα μαθητής να μην γνωρίζει αρχαία ελληνική γλώσσα. Εδώ, η γενναιόδωρη χρηματική δωρεά του Ασημάκη Μουζάλα, στα 1890, έγινε αφορμή να αγοραστούν σειρές κλασικών συγγραφέων, οι γνωστές στερεότυπες εκδόσεις Λειψίας για να διδάσκονται οι μαθητές του Γυμνασίου αρχαίους συγγραφείς. Όπως καταλαβαίνεται, εδώ, σαφέστατα πρόκειται για ευεργέτη που στη μικρή κοινωνία της Μυτιλήνης λειτουργούσε ως αυθεντία, επαληθεύοντας με το καλύτερο δυνατό τρόπο της σχέση του ευεργετισμού με την εκπαίδευση, σχέση που προϋποθέτει την αυθεντία.

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, εκλεκτή ομήγυρη.

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν τον τεράστιο ρόλο που διαδραμάτισαν οι ευεργέτες στην πόλη μας. Άριστα κάμουμε σήμερα και τους μνημονεύομε. Αξίζει, όμως, να λάβουμε υπόψιν ότι η ευεργεσία δεν ήταν υποχρέωση. Ήταν πράξη προσωπικής πραγμάτωσης, «ιστορικής συνειδητότητας και κοινωνικής επίγνωσης». Ήταν, δηλαδή, «υποκειμενική χειρονομία» που λάμβανε υπόψη τις ιστορικές συνθήκες και τις κοινωνικές ανάγκες της εποχής του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα στην πόλη μας.

[*] Ομιλία που έγινε στον Ιερό Ναό Αγίου Θεράποντα Μυτιλήνης την Ημέρα Μνήμης Εθνικών Ευεργετών (30 Σεπτεμβρίου 2017).

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΚΑΙ 20ο ΑΙΩΝΑ. Προσπάθειες συγκρότησης “εθνικοθρησκευτικής συνείδησης” στο χώρο της εκπαίδευσης. Η περίπτωση του Γυμνασίου Μυτιλήνης (1840-1923)

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΚΑΙ 20ο ΑΙΩΝΑ

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19Ο ΚΑΙ 20Ο ΑΙΩΝΑ (ppt)

Έναν αιώνα πριν. Η Λέσβος το 1912

Η ΛΕΣΒΟΣ ΤΟ 1912. Λεπτομερής αποτύπωση της εικόνας του νησιού από την πρώτη ελληνική διοίκηση. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Αντώνης Βογιατζής. ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Βασίλειος Μαρκεζίνης. Εκδόσεις Αιολίδα / Μυτιλήνη 2011

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ας αρχίσω από μια βασική διαπίστωση. Έχω τη γνώμη πως υπάρχουν κάποια πράγματα που ενώ σχετίζονται με την Ιστορία, τα έχουμε χάσει και ίσως, θα έπρεπε, να προσπαθήσουμε να τα επανακτήσουμε, γιατί είμαι σίγουρος πως μέσα στον λαβυρινθώδη κόσμο που σήμερα ζούμε, με το είδος της ιστορικής γνώσης που εντέχνως μας πλασάρεται από λογής – λογής «επιστημονικοφανείς ιστορικές σχολές», μόνο Ιστορία και επιστήμη της Ιστορίας δεν είναι. Έχω την εντύπωση πως όσοι σπουδάζουμε και μελετούμε την Ιστορία του Νεότερου και Σύγχρονου Ελληνισμού – σ’ αυτή εντάσσεται και το γεγονός των εκατοντάχρονων της απελευθέρωσης της Λέσβου από τους Οθωμανούς το 1912 – ότι έχουμε απομακρυνθεί από τις πρωτογενείς πηγές του. Ομιλώ, εδώ, για εκείνον τον τεράστιο όγκο των ιστορικών τεκμηρίων, που ενώ μας δίνονται πλουσιοπάροχα, εμείς πολλές φορές, ως «άριστοι» ερανιστές, επιλέγουμε όσα μας βολεύουν και «κομμένα και ραμμένα» στα μέτρα μας, δεν τα ερμηνεύουμε σωστά, αντικειμενικά, αλλά υποκειμενικά, μέθοδος που η ιστορική επιστήμη δεν ακολουθεί, απορρίπτει. Αποτέλεσμα όλων αυτών, το πραγματικό χάσμα, με τη γνωστή ιστορική στάση που παρακάμπτει τα ιστορικά γεγονότα, που τα παρερμηνεύει, δεν τα αποτιμά όπως πράγματι συνέβησαν, στην πραγματική τους διάσταση, στοχεύοντας έτσι στη γνωστή ιδεολογικοποίησή τους, η οποία συχνότατα φέρνει στο προσκήνιο τη γνωστή διελκυστίνδα, με τους γνωστούς, βέβαια, συνειρμούς: από τη μια ο άκρατος εθνικισμός, ιστορική νοοτροπία που ξεκινά από τον 19ο αιώνα και μετά, κι από την άλλη η αποδόμηση καθετί εθνικού, από την profane ιστοριογραφία, η οποία εναγωνίως προτάσσει το κοινότυπο πια και αφελές θα ‘λεγα ρητό: «είναι καιρός πια να ξαναγράψουμε την Ιστορία μας».

Εν προκειμένω, για να μην μακρηγορώ και να περάσω στη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου, στις εκδηλώσεις για τα Ελευθέρια της Λέσβου από τον οθωμανικό ζυγό (1912-2012), που διάφοροι φορείς του νησιού μας εφέτος κάνουν, πολλά ακούγονται και γράφονται, άλλα είναι σοβαρά κι άλλα ευτράπελα, ιδιαίτερα τα τελευταία, που σχετίζονται με το Συνέδριο Ιστορίας που σε λίγες ημέρες θα διεξαχθεί στο Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης, υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου και τριών επιστημονικών φορέων του νησιού μας, την Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, την Εταιρεία Αιολικών Μελετών και τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου. Πράγματι, είναι να γελά κανείς όταν κάποιοι αυτοαναγορεύονται ιστορικοί. Στην περίπτωσή μας, για την ώρα, εδώ έχω να πω το εξής: η Ιστορία πρωτίστως ανήκει στους ιστορικούς.

Στο βιβλίο μας τώρα: Η Λέσβος το 1912, που κι αυτό εντάσσεται στον εορτασμό των 100 χρόνων από την απελευθέρωση. Πρόκειται για φωτοαναστατική έκδοση παλαιότερου βιβλίου με τίτλο: Διάφοραι μελέται περί των νήσων. Α΄ Λέσβος που εκδόθηκε στη Μυτιλήνη το 1913. Η σημερινή επανέκδοσή του, με πρόλογο του γνωστού νομικού και πανεπιστημιακού καθηγητή Βασίλειου Μαρκεζίνη – παρεμπιπτόντως, εδώ, κάμω μια παρένθεση για να συστήσω ανεπιφύλακτα το διάβασμα ενός βιβλίου του κ. Μαρκεζίνη που εκδόθηκε πέρυσι, πρόκειται για ένα προσωπικό δοκίμιο με άκρως επίκαιρο τίτλο: Η Ελλάδα των κρίσεων – με εισαγωγή και επιμέλεια του Αντώνη Βογιατζή, προέδρου του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών, πέραν του ότι φέρνει εμάς τους νεότερους, πολύ κοντά στα γεγονότα της σταδιακής ολοκλήρωσης και ενσωμάτωσης της Λέσβου με το ελληνικό κράτος, μετά το 1912, στοχεύει να αναδείξει και κάτι που διαφεύγει σε πολλούς. Με άξονα πάντα τον ιστορικό χρόνο, τους αργούς και τους γοργούς ρυθμούς του, που αποτελούν τη διάσταση της ανθρώπινης δράσης, στέκεται και κινείται η φύση, ο τόπος, ως αντικείμενα της γεωγραφίας, της γεωλογίας, της οικονομίας, του εμπορίου, τέλος της παιδείας του. Πρόκειται για τη μικροϊστορία, η οποία κινείται στα όρια του σύντομου χρόνου, στο επίπεδο των γεγονότων που έρχονται σταδιακά και εγγράφονται στο μακρύ χρόνο, στη μακροϊστορία με τις πολυεπίπεδες μεταβολές της, για να αποτελέσουν σε μέλλοντα χρόνο, αντικείμενο ιστορικής σπουδής, μελέτης και ανάλυσης, ιδιαίτερα μάλιστα, όταν μέσα από αυτές μπορεί να δομηθεί καλύτερα το μέλλον ενός λαού.

Η Σύγχρονη Ιστορία της Λέσβου, λοιπόν και κυρίως η μικροϊστορία της, αποτελεί γόνιμο πεδίο για να αποκρυπτογραφηθεί η συνάντηση του νησιού με την Ιστορία του ευρύτερου Ελληνισμού, στη διαχρονία του, όπως αυτή διαγράφεται στη μακρά διάρκεια των αιώνων. Εδώ, ίσως, έρχεται και δένει απόλυτα ο σοφός λόγος του μεγάλου Γάλλου ανθρωπολόγου και ιστορικού, Claude Levi – Strauss, που έλεγε ότι «όλα τα πράγματα είναι ιστορία, εκείνο που ειπώθηκε χτες είναι ιστορία, εκείνο που ειπώθηκε πριν ένα λεπτό είναι ιστορία».

Πάνω σε αυτή λοιπόν τη σκέψη, εμείς σήμερα, που πατάμε πάνω σε αυτό τον τόπο και σε αυτή τη γη, που ποτίστηκε με αίμα, από τη γενιά των παππούδων μας, ερχόμαστε να εορτάζουμε και να μνημονεύουμε ιστορικά γεγονότα που συνθέτουν τη Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία της Λέσβου. Με ακριβή ιστορική ματιά, καλούμαστε να μελετήσουμε και να λάβουμε σοβαρά υπόψη ιστορικά τεκμήρια, όπως αυτά του παρουσιαζόμενου εδώ απόψε βιβλίου. Μακριά από συναισθηματισμούς και ιδεολογικές φορτίσεις, μακριά από εκ του πονηρού σκοπιμότητες, νηφάλια να σκύψουμε στο διαθέσιμο υλικό που πλουσιοπάροχα μας δίνει ένα παλαιό βιβλίο, ένα βιβλίο γραμμένο από τους πρωταγωνιστές, της μετά την απελευθέρωση του νησιού περιόδου. Πάνω απ’ όλα κυρίαρχο παραμένει το αίτημα μιας νηφάλιας θεώρησης της τοπικής ιστορίας μας, του τόπου και των ανθρώπων του, που απαιτεί μια ειδική όραση, στη βάση της ιστορική, η οποία απορρέει από το μεγάλο ιστορικό βάρος της Λέσβου. Όταν η Ιστορία αναπόφευκτα συναντά τη φυσική γεωγραφία, όπου η δεύτερη προσφέρει στην πρώτη τις μαρτυρίες και τα τεκμήρια των φυσικών συνθηκών και του περιβάλλοντος, τότε μιλάμε για ιστορική γεωγραφία και κατ’ επέκταση για τοπική ιστορία, που ως επιστημονικός κλάδος σήμερα, βάσει των προσφερόμενων πηγών επιχειρεί, να ανασυνθέσει το ιστορικό παρελθόν ενός τόπου και να ερμηνεύσει τη σχέση του ανθρώπου με το έδαφος και το κλίμα.

Όλη η περίοδος που για τη Λέσβο συμβατικά αρχίζει το 1912 και φτάνει μέχρι σήμερα, είναι ο μεγάλος άγνωστος, για το ευρύτερο κοινό, και κυρίως για ένα μεγάλο μέρος του εκπαιδευτικού χώρου. Συνεπώς, οι εκθέσεις των πρώτων αξιωματούχων του ελληνικού κράτους, των Χαράλαμπου Βοζίκη, Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων, Δημήτριου Συράκη, «Νομογεωπόνου», Τιμολέοντα Αρχοντόπουλου, Γεωπόνου, Αθανάσιου Σοφιανόπουλου, Διευθυντή της Υπηρεσίας Βιομηχανίας και Μεταλλείων Νήσων Αιγαίου και Νείλου Σακελλάριου, Καθηγητή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που επισκέφθηκαν την Λέσβο και κατέγραψαν λεπτομερώς τη γεωλογία, τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την οικονομία και την εκπαίδευσή της, στο πέρασμα από την οθωμανική στην ελληνική επικράτεια, που με συστηματικό και έγκυρο τρόπο παρατίθενται στις σελίδες του βιβλίου, προβάλλουν ταυτόχρονα και την φτώχεια, που πέρασε το νησί, αλλά και την ελπίδα που δημιούργησε στους κατοίκους του, το γεγονός της απελευθέρωσής του. Ορθότατα στο πρόλογό του ο Βασίλειος Μαρκεζίνης επισημαίνει ότι οι ίδιες εκθέσεις των παραπάνω Ελλήνων αξιωματούχων – συνοπτικά βιογραφικά τους σχεδιάσματα μας δίνει στην εισαγωγή του ο Αντώνης Βογιατζής – μαρτυρούν «τον επαγγελματισμό των πρώτων εκείνων Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων, που με υπομονή, γνώση, κατανόηση και, ακόμα, με συγκινητική ανθρωπιά για τα δεινά του φτωχότερου τμήματος των κατοίκων της νήσου, παρεσκεύασαν τις καταγραφές τους, κατέδειξαν τις αδυναμίες της οικονομίας της και προέβησαν σε υποδείξεις, με πολύ καλή επίγνωση της καταστάσεως και γνώση για τα μέτρα που υπεδείκνυαν».

Κλείνοντας τη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου, θεωρώ απαραίτητη την παρακάτω προσωπική υπόμνηση. Την ανάγκη της Ιστορίας την αισθάνομαι καθημερινά. Αν και μη Λέσβιος στην καταγωγή, η πάνω από δεκαετία παρουσία μου σε αυτόν τον τόπο, συζητώντας, διαβάζοντας και ταξιδεύοντας σε κάθε γωνιά του, νιώθω τη σημασία κάθε μνημείου που συναντώ, νιώθω την κάθε λέξη που δεν γνώριζα στο δικό λεξιλόγιο, και εννοώ τη Λεσβιακή ντοπιολαλιά, νιώθω το κάθε σημείο που βρίσκεται στο πιο απάνεμο σημείο μιας βουνοπλαγιάς, νιώθω το καρδιοχτύπι κάθε μαθητή και κάθε μαθήτριας, που ως εκπαιδευτικός μου χαρίζεται κάθε μέρα.

Και με αυτά γράφεται κάθε στιγμή Ιστορία, για να θυμηθούμε ξανά τα λόγια του Claude Levi – Strauss, που παραπάνω επεσήμανα. Τα έργα και οι ημέρες μιας κοινότητας ανθρώπων, όπως υπήρξαν οι Λέσβιοι μετά το 1912, η αγροτική, βιομηχανική και πολιτιστική τους δημιουργία, αποτελεί πολύτιμη κληρονομιά για την Ιστορία του Ελληνισμού, στην ολότητά του. Ζητούμενο είναι πάντα, η σφυρηλάτηση της συνέχειας και της ενότητας του λαού μας, σε καιρούς ιδιαίτερα δύσκολους, όπως αυτοί που σήμερα ζούμε.

Δημοσιεύθηκε στην εφ. ΕΜΠΡΟΣ, Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012 (Εμπρός).

Προεόρτια απελευθέρωσης της Μυτιλήνης από τον τουρκικό ζυγό (8η Νοεμβρίου 1912)

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

[Απόσπασμα από τον πανηγυρικό λόγο που είχα την τιμή να κάμω στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αθανασίου Μυτιλήνης, στις 8 Νοεμβρίου 2013,  επ’ ευκαιρία της επετείου των 101 χρόνων από την απελευθέρωση της Λέσβου το 1912].

[…] Τι μένει άραγε σ’ έναν εκπαιδευτικό που του ‘λαχε να εκφωνεί έναν πανηγυρικό λόγο, όταν στη μέτρηση του χρόνου προς τα πίσω, άλλοτε με αργούς κι άλλοτε με γρήγορους βηματισμούς, διαισθάνεται την ανατροπή των ιστορικών βεβαιοτήτων, όχι προς την κατεύθυνση – προς Θεού – της επιχειρούμενης στις μέρες μας αποδόμησης του μακρόσυρτου ιστορικού μας παρελθόντος, ούτε βέβαια, της προβολής του άκρατου εθνικισμού – από την πλευρά του εκκλησιαστικού ιστορικού θυμίζω εδώ ότι η συστέγαση εθνικισμού και ιστορίας, όταν ξεφεύγει από επιστημονικά όρια είναι άκρως επικίνδυνη, εγκληματική θα ‘λεγα· άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο στα 1872 σε Σύνοδο καταδίκαζε τον εθνοφυλετισμό ως αίρεση – τι μένει άραγε, επιμένω, στη μέτρηση του χρόνου και στη μνήμη βαρυσήμαντων γεγονότων, όπως αυτό της απελευθέρωσης της Μυτιλήνης του 1912;

Είμαι σίγουρος ότι δεν μπορεί να μείνει η θεώρηση νεόκοπων κηρύκων που εκθειάζουν μια ιστορική σκέψη, «νάιλον», όπως την έλεγε ο μεγάλος Έλλην φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης. Αντιθέτως, μένει η με τρόπο ευκρινή και διαυγή απαίτηση ότι, όταν μνημονεύουμε σημαντικά ιστορικά γεγονότα, η αναζήτησή μας οφείλει να κινείται στον άξονα που δεν υπονομεύει την ιστορική επιστήμη, αλλά την στηρίζει σε τεκμήρια, που διαχρονικά μπορεί να κατευθύνουν την ενότητα και όχι το διχασμό ενός λαού.

Μια λογοτεχνική υπόμνηση, ας μου επιτραπεί, και τελειώνω, δένει απόλυτα με το σημερινό κλίμα του εορτασμού της απελευθέρωσης του 1912. Κατά την ταπεινή μου γνώμη δείχνει να κατευθύνει ακόμη και σήμερα το πολύπτυχο θεώρημα, ιδεολόγημα, πρόταγμα, τεκμήριο, ερμηνεία; (όπως θέλετε πάρτε το). Ότι οι πολιτισμοί είναι συνέχειες, όπως γράφει σ’ ένα περισπούδαστο βιβλίο του, ένας μεγάλος ιστορικός κι ανθρωπολόγος, ο Fernand Braudel.

Ποια είναι αυτή η λογοτεχνική υπόμνηση; Προέρχεται από τη γραφίδα του αξέχαστου λογοτέχνη Νίκου Θέμελη, στο πρώτο του βιβλίο: Η αναζήτηση. Στη δεύτερη επάλληλη αφήγηση του ήρωά του Αρχιμάστορα που άμεσα σχετίζεται με τη Μυτιλήνη, μιας πόλης σε μετάβαση από τον 19ο στον 20ο αιώνα, εκεί στα χρόνια της απελευθέρωσης, εκεί που ετοίμαζε τα σχέδια για το κτίσιμο ενός αρχοντικού, αναζητώντας καινούργιες απαντήσεις, συγκρουόμενος παράλληλα για τις ιδέες του και κυνηγημένος από προσωπικά και συλλογικά οράματα λέγει: «αποκοιμήθηκα κουτσά στραβά πάνω στον καναπέ του γραφείου, οι υπόλοιποι είχανε μείνει στο τσερνίκι και ξύπνησα στο άκουσμα του πρώτου σαλεπιτζή που πέρναγε απ’ έξω. Λίγο μετά κατέφτασε κεφάτος ο νέος νοικοκύρης και φύγαμε αμέσως να επισκεφτούμε τη γη που θα χτιζότανε το νέο αρχοντικό του. Με μια μικρή ολοκαίνουρια καρότσα διασχίσαμε την πόλη που ξύπναγε από το φως της Ανατολής και φώτιζε από το πλάι την ομορφιά της. Μέτραγα κτίσματα, γραφεία, μαγαζιά και άλλα τόσα που χτιζόντουσαν ή που δεν είχανε ακόμη τελειώσει. Όπου κι αν κοίταζες φτιαχνόταν κάτι καινούργιο, ετοιμαζόταν κάτι μεγαλύτερο. Αφήσαμε την πόλη και φτάσαμε λίγο πιο έξω, στ’ Ακλειδιού, κοντά σε άλλα αρχοντικά, δύο απ’ αυτά ακόμα με τις σκαλωσιές. Κοιτάζανε στη θάλασσα και στα βουνά της Μικρασίας. “Κι ο απέναντι γιαλός είναι δικός μας, Μυτιληνιός, κι ό,τι βλέπει το μάτι σου κι ακόμη παραπέρα. Από το Αϊβαλί μέχρι την Πόλη και τη Σμύρνη τα τσιφλίκια και η αγορά μας, από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι το Κάιρο οι δουλειές μας”, παινεύτηκε ο νέος νοικοκύρης φχαριστημένος για όσα υπήρχανε κι ακόμη πιο πολύ για όσα περίμεναν».

Χρόνια Πολλά…

Και ας μην ξεχνάμε αυτό που λέει ο ποιητής μας, ο Ελύτης:

«Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις,

όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε».