Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα δάσος μαγικό υπήρχε ένα βασίλειο. Στο βασίλειο αυτό ζούσαν ο βασιλιάς κι η βασίλισσα. Αυτοί δεν είχαν παιδί. Mετά από λίγα χρόνια όμως απέκτησαν ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι, την Αφροδίτη. Όταν γεννήθηκε, το βασίλειο γέμισε από χαρούμενες φωνές νεράιδων. Οι νεράιδες ήταν δώδεκα και ήρθαν για να δώσουν η καθεμιά το δώρο της και την ευχή της στη μικρή Αφροδίτη. Η τελευταία νεράιδα της έδωσε ένα μαγικό κλειδί τυλιγμένο σ’ ένα βασιλικό, μπορντό πανάκι και τοποθετημένο σ’ ένα κουτί. Μετά είπε στον βασιλιά και τη βασίλισσα να το φυλάξουν καλά και όταν η Αφροδίτη γίνει 16 χρόνων, να της το δώσουν και να της πουν να πάει να βρει την καλή νεράιδα.
Τα χρόνια περνούσαν γρήγορα και ευχάριστα. Η γλυκιά Αφροδίτη από ενός έτους που ήταν έγινε κιόλας 16 ετών. Τότε, την ημέρα των γενεθλίων της, οι γονείς της έδωσαν το μαγικό κλειδί και της μετέφεραν όσα τους είπε η καλή νεράιδα. Η μικρή κοπέλα, δηλαδή η Αφροδίτη, ετοιμάστηκε, χαιρέτισε τους γονείς της και πήρε τον δρόμο προς το σπίτι των νεράιδων. Όταν έφτασε εκεί, πήγε κατευθείαν στη νεράιδα που της έδωσε το κλειδί. Η καλή νεράιδα την συμβούλεψε: «Όταν βγεις έξω από το σπίτι, θα δεις κάτι χρυσά βήματα, θα τα ακολουθήσεις. Όταν όμως τα βήματα τελειώσουν, σε όποιο σημείο κι αν είσαι, θα ψάξεις να βρεις 3 μαγικά κλειδιά. Το ένα θα πρέπει να είναι μπλε, το άλλο κόκκινο και το τρίτο πορτοκαλί. Τότε θα ακουμπήσεις το έδαφος, θα πεις τρεις φορές «πολύχρωμα βήματα» και θα σου ξαναεμφανιστούν τα βήματα, πολύχρωμα και όχι χρυσά. Όταν τελειώσουν τα πολύχρωμα βήματα, θα ψάξεις να βρεις ένα κόκκινο, πάνινο σακουλάκι που θα έχει μέσα χρυσόσκονη. Θα ρίξεις τη χρυσόσκονη στο έδαφος και θα πεις τρεις φορές:
Χρυσά ήταν τα βήματα,
πολύχρωμα εγίναν,
χρυσά τα ξαναθέλω,
ξωτικό Μαρτσέλο!.
Τότε, καλή μου Αφροδίτη, τα χρυσά βήματα θα ξαναεμφανιστούν μπροστά σου και θα σε βγάλουν σε ένα κάστρο, στο οποίο όλος ο κόσμος που θα ζει εκεί θα είναι όλοι καλοί, ευγενικοί και θα σε αγαπάνε».
Η Αφροδίτη βγήκε έξω από το σπίτι, ακολούθησε τα χρυσά βήματα, μα πριν τελειώσουν, παραπάτησε κι έπεσε σ’ έναν γκρεμό με τριανταφυλλιές, μαργαρίτες και ό,τι άλλα αγκαθωτά αλλά και όμορφα λουλούδια μπορεί να φανταστεί κανείς.
Εκεί πέρα όμως βρήκε ένα κόκκινο, ένα μπλε και ένα πορτοκαλί κλειδί. Τα έβαλε στον τσαντάκι της και άρχισε να σκαρφαλώνει από βράχο σε βράχο για να ξανανέβει στο δρόμο. Όταν ανέβηκε, πέρασε από μια μεγάλη ξύλινη γέφυρα και όταν ξαναπάτησε στο έδαφος, συγκέντρωσε τα τρία κλειδιά και είπε τρεις φορές «πολύχρωμα βήματα – πολύχρωμα βήματα – πολύχρωμα βήματα». Και έτσι κι έγινε, εμφανίστηκαν μπροστά της τα βήματα, αλλά πολύχρωμα. Μετά από πολλές πολλές ώρες πεζοπορίας, τα βήματα τελείωναν. Η Αφροδίτη έψαχνε από δω κι από κει, πίσω από θάμνους και φυτά να βρει το σακουλάκι με τη χρυσόσκονη. Επιτέλους έπειτα από κάμποσες ώρες βρήκε το κόκκινο, πάνινο σακουλάκι. Έσκυψε στο έδαφος, έριξε τη χρυσόσκονη και είπε τρεις φορές να ξαναγίνουν τα βήματα χρυσά. Όλα αυτά τα βήματα την οδήγησαν σ’ ένα κάστρο και άνοιξε την πόρτα του με το μαγικό κλειδί το οποίο την οδήγησε σε όλη αυτή την περιπέτεια. Έτσι όταν άνοιξε την πόρτα, είδε ό,τι πιο μαγικό υπήρχε εκεί μέσα. Όλοι τη δέχτηκαν με πολλή πολλή αγάπη και την ξενάγησαν σε όλο αυτό το μαγικό τοπίο.
Μετά από πολλές ώρες, η Αφροδίτη γύρισε στο βασίλειο και διηγήθηκε τα πάντα στους γονείς της. Από τότε η Αφροδίτη αλλά και η οικογένειά της επισκέπτονται συχνά το μαγικό κάστρο και δεν χρειάζεται να κάνουν όλα αυτά, παρά μόνο να πουν «Μαγικό κάστρο εμφανίσου». Έτσι ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Συγγραφέας- Εικονογράφος: Χριστίνα Ηλιοπούλου






