Κάλαντα Πρωτοχρονιάς και Θεοφανείων Τήνου

Τα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων, όπως τα τραγουδούσαν στο Νησί μας πριν χρόνια.

Διασώθηκαν από την Ευσταθία Κουμαριανού, στα Δυό Χωριά Τήνου.

Κάλαντα Πρωτοχρονιάς

Εις αυτό το Νέον Έτος
Βασιλείου Εορτή
Ήρθα να σας χαιρετήσω
Με την πρέπουσα ευχή,

Πρώτον αρχινώ και λέγω και
θερμώς παρακαλώ
να διέλθητε μ’ υγεία
μ’ όλο σας το αρχοντικό.

Άλλα ήρθα να σας φέρω
Την υγεία και χαρά
Ο Θεός να σας φυλάει
Από κάθε συμφορά.

Κι ο Βασίλειος ο Μέγας
Καισαρείας θαυµαστός
να’ ναι µες στ’ αρχοντικό σας
σύντροφος και βοηθός.

Και για τους ξενιτεµένους
έχω να ειπώ πολλά
όπου είναι και βρισκόνται
να ’χουν την καλή καρδιά.

Κι άλλα έτερα σας πρέπουν
να ειπώ δεν ηµπορώ
σας αφήνω καληνύχτα
κι αύριο µε το καλό.
Καλή χρονιά και εις έτη πολλά.

Κάλαντα Θεοφανείων
(Συνήθιζαν να τα τραγουδούν εν χορώ, ανήμερα τα Φώτα. Στά Δυο Χωριά, ακούστηκαν για τελευταία φορά στα τέλη της 10ετίας του 1970 σε καφενείο του χωριού από χορό γερόντων κατοίκων. Έκτοτε δεν έχουν ακουστεί.)

 

Άρχισ’η γλώσσα μ’ άρχισε, τούτο τ’ αλφαβητάρι,
χρόνια πολλά να χαίρεστε με του Χριστού τη χάρη.

Βουλή σου ήταν Κύριε να βαπτιστείς Χριστέ μου,
στον Ιορδάνη ποταμό να έμπεις πλαστουργέ μου.

Γεννήθηκες ως άνθρωπος, στον κόσμο εφανερώθης,
απ’την αιώνια κόλαση να μας ελευθερώσεις.

Διάβολος επατήθηκε κι’ είχε μεγάλη ζάλη,
που ο Χριστός βαπτίζεται κάτω στον Ιορδάνη.

Εφώναζαν κι’ επρόσταζαν κι’ εμείς να βαπτιστούμε,
στον Ιορδάνη ποταμό μέσα όλοι να μπούμε.

Ζητάει ο ίδιος ο Χριστός τον Άγιο Ιωάννη,
να βαπτιστούνε και οι δυό μέσα στον Ιορδάνη.

Ήνοιξαν τα ουράνια, κατέβη το Άγιο Πνεύμα,
εις του Χριστού την κεφαλή ως είδος περιστέρα.

Θαύμασε όλος ο λαός και όλοι απορούσαν,
την παρουσία του Χριστού ‘πέσαν και προσκυνούσαν.

Ίστατο εκεί λαός και βάπτισμα προσμέναν,
μα ήσανε πάρα πολλοί κι’ όλους δεν τους προφταίναν.

Κάμε λοιπόν καλή αρχή κι’έλα καθάρισέ με,
την χείρα σου στην κεφαλή βάλε και ράντισέ με.

Λάβε το θάρρος από ‘μέ, έλα και ράντισέ με,
την χείρα σου στην κεφαλή βάλε και βάπτισέ με.

Με φόβο και με στοχασμό, αρχίζει να βαπτίζει,
ο Ιωάννης τον Χριστό που όλο τον κόσμ’ ορίζει.

Νικήθηκε ο διάβολος με τούτα τα σημεία
κι’ έχασε τα ύψη του κι’ όλα τα μεγαλεία.

Ξάστησε όλος ο λαός κι’ο Άγιος Ιωάννης,
οπίσω όταν είδανε να στρέφει ο Ιορδάνης.

Όλος ο κόσμος σάστισε και όλοι απορούσαν,
την παρουσία του Χριστού ΄πέσαν και προσκυνούσαν.

Πιστέψανε στον Κύριο προτού να βαπτιστούνε,
πως ειν΄ αληθινός Θεός και τον επροσκυνούνε.

Ρωτάει ο Πανάγαθος ο περιδοξασμένος,
ποιός νά ΄ναι από τους δυό πιό καλοβαπτισμένος.

Συ ώ Πανάγαθε Θεέ τι ερωτάς εμένα,
ωσάν εγώ καλύτερος να είμαι από ΄σένα.

Τα λόγια σου είναι χρυσά οσάκις σε ρωτήσω,
χρυσόστομο εις το εξής θα σε ονοματήσω.

Υμνούνε τα ουράνια, Πνεύμ΄Αγιο κατεβαίνει,
εις του Χριστού την κεφαλή πετάει και πηγαίνει.

Φωνή μεγάλη ακούστηκε κάτω στον Ιορδάνη,
πως εβαπτίστηκε ο Υιός από τον Ιωάννη.

Χίλιες χιλιάδες εκατό στεκόταν ένα γύρω,
καί όλοι εβαπτίζοντο μ΄ εκείνο το σημείο.

Ψυχές εκαθαρίζονταν από την αμαρτία,
σ΄ όλο τον κόσμο έλαμψε Χριστού η παρουσία.

Ώ φίλοι μ΄ εσείς π΄ ακούσατε τούτο τ΄ αλφαβητάρι,
χρόνια πολλά να χαίρεστε με του Χριστού τη χάρη.

 

Πηγή: www.isternia.net

«O Βάνκας» του Άντον Τσέχωφ

Στο διήγημα που ακολουθεί ο μεγάλος Pώσος συγγραφέας Άντον Τσέχωφ προβάλλει με ρεαλισμό και ευαισθησία το θέμα της παιδικής βιοπάλης. O Βάνκας είναι ένα εννιάχρονο, ορφανό παιδί που οι συνθήκες της ζωής το αναγκάζουν να στερηθεί το πιο αγαπημένο του πρόσωπο, τον παππού του, και να βιώσει μακριά του τη σκληρότητα των ανθρώπων. Τραγικό και χιουμοριστικό στοιχείο συμπλέκονται στο διήγημα μέσα από την αθώα ματιά του μικρού αφηγητή-ήρωα.

Ο Βάνκας

«Ο Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), όπως αναφέρεται στον υπότιτλο του έργου. Δημοσιεύτηκε σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Άστυ στις 25 και 26 Δεκεμβρίου 1891. Είναι ένα διήγημα της ξενιτιάς, μια μπαλάντα της διασποράς, που τρώει τις καλλίτερες δυνάμεις του τόπου, από τα χρόνια εκείνα.

Ο Αμερικάνος

«Το Χριστόψωμο» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Το Χριστόψωμο   του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

“Το Χριστόψωμο” του Α. Παπαδιαμάντη πρωτοδημοσιεύτηκε στην “Εφημερίδα” το 1887 και έμεινε ξεχασμένο μέχρι τα Χριστούγεννα του 1941, οπότε ο Γιώργος Βαλέτας το συμπεριέλαβε στο τιμητικό για τον Παπαδιαμάντη τεύχος της Νέας Εστίας.