Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο.

William Carlos Williams (1883-1963)
was born in Rutherford, New Jersey.

 

This Is Just to Say

I have eaten
the plums
that were in
the icebox

and which
you were probably
saving
for breakfast

Forgive me
they were delicious
so sweet
and so cold

Αυτό είναι απλώς για να πω

Έχω φάει
τα δαμάσκηνα
που ήταν
στο ψυγείο

και τα οποία
εσύ πιθανόν
φύλαγες
για πρωινό

Συγχώρεσέ με
ήταν νόστιμα
τόσο γλυκά
και τόσο κρύα

Trees

I think that I shall never see
A poem lovely as a tree.

A tree whose hungry mouth is prest
Against the earth’s sweet flowing breast;

A tree that looks at God all day,
And lifts her leafy arms to pray;

A tree that may in Summer wear
A nest of robins in her hair;

Upon whose bosom snow has lain;
Who intimately lives with rain.

Poems are made by fools like me,
But only God can make a tree.

Δέντρα

Νομίζω ότι δεν θα δω ποτέ
Ένα ποίημα υπέροχο σαν δέντρο

Ένα δέντρο του οποίου το πεινασμένο στόμα να ακουμπά
Πάνω στο γλυκό αναβλύζον στήθος της μάνας γης

Ένα δέντρο που να κοιτάζει το Θεό όλη μέρα
Και να υψώνει τα φυλλωμένα χέρια του για να προσευχηθεί

Ένα δέντρο που να μπορεί το καλοκαίρι να φορέσει
Μία φωλιά κοκκινολαίμηδων στα μαλλιά του

Που να έχει πέσει χιόνι στον κόρφο του
Που να ζει τρυφερά κι αγαπημένα μαζί με τη βροχή

Τα ποιήματα τα κάνουν ανόητοι σαν εμένα,
Αλλά μόνο ο Θεός μπορεί να φτιάξει ένα δέντρο

Odes, 2nd
To be great, be whole: nothing that’s you
Should you exaggerate or exclude.In each thing, be all. Give all you are
In the least you ever do.The whole moon, because it rides so high,
Is reflected in each pool.
Ωδές, 2η
Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Τίποτε δικό σου
δεν πρέπει να υπερβάλλεις ή να αποκλείεις.
Σε κάθε πράγμα, να είσαι τα πάντα. Να καταθέτεις όλα όσα είσαι

ακόμα και στο ελάχιστο που κάνεις.

Η σελήνη, επειδή πορεύεται τόσο ψηλά,
αντανακλάται ολόκληρη σε κάθε λίμνη.

The World Seems…

The world seems so palpable
And dense: people and things
And the landscapes
They inhabit or move through.

Words, on the other hand,
Are so abstract—they’re
Made of empty air
Or black scratches on a page
That urge us to utter
Certain sounds.

And us:
Poised in the middle, aware
Of the objects out there
Waiting patiently to be named,
As if the right words
Could save them.

And don’t
They deserve it?
So much hidden inside each one,
Such a longing
To become the beloved.

And inside us: the sounds
That could extend
that blessing—
How they crowd our mouths,
How they press up against
Our lips, which are such
A narrow exit for a joy so desperate.

Ο κόσμος φαίνεται…

Ο κόσμος φαίνεται τόσο χειροπιαστός
και πυκνός / κουτός*: οι άνθρωποι και τα πράγματα
και τα συγκεκριμένα τοπία
που κατοικούν ή προσπερνούν.
*dense: σημαίνει και πυκνός και κουτός· είναι λογοπαίγνιο

Οι λέξεις από την άλλη,
είναι τόσο αφηρημένες—
φτιαγμένες από σκέτο αέρα
ή είναι μαύρες γραντζουνιές πάνω σε μια σελίδα
που μας παροτρύνουν να προφέρουμε
κάποιους φθόγγους.

Κι εμείς:
Στητοί, μες στη μέση, έχοντας επίγνωση
των αντικειμένων κει έξω
που περιμένουν υπομονετικά να κατονομαστούν,
λες και τα σωστά λόγια
θα μπορούσαν να τα σώσουν.

Και μήπως
δεν το αξίζουν;
Τόσο πολύ περιεχόμενο κρυμμένο μες στο καθένα,
τόση λαχτάρα
να γίνουν αυτό που θα αγαπηθεί.

Και μέσα μας: οι ήχοι
που θα μπορούσαν να επεκτείνουν
αυτή την ευλογία—
Πώς στριμώχνονται στο στόμα μας,
πώς πιέζονται πάνω
στα χείλη μας, αυτήν την τόσο
στενή έξοδο για μία χαρά απόλυτα απελπισμένη!

France and Greece Project Approval page 0001

European Christmas

TFF

for Maria / για τη Μαρία
[φίλη του ποιητή από τη Βολιβία]


Crossing the Line

Sitting across the table from you
I think back to when our friendship
came down from the mountains.
It was a cold day and the miners
had not left for work.

You break a cookie in half like bread
and this sharing is what we both now need.
That which breaks into crumbs are memories.
Your gray hair cut short and you ask if I notice.

How can I tell you that Bolivia will always be
beautiful and everything I notice is you
and yes is you. Our napkins folded in our hands.
Folded as if our meeting now is prayer.

Did I ever tell you that your eyes are a map
and I would lose myself if you ever turned away

 

Ξεπερνώντας τα όρια

Καθώς κάθομαι απέναντί σου στο τραπέζι,
θυμάμαι τότε που η φιλία μας
κατέβηκε από τα βουνά.
Έκανε κρύο κείνη τη μέρα κι οι ανθρακωρύχοι
δεν είχαν φύγει για τη δουλειά.

Σπας ένα μπισκότο στη μέση σαν ψωμί
κι αυτή η μοιρασιά είναι ό,τι χρειαζόμαστε κι οι δυο μας τώρα.
Αυτό που θρυμματίζεται σε ψίχουλα είναι αναμνήσεις.
Τα γκρίζα μαλλιά σου κομμένα κοντά και ρωτάς αν το παρατηρώ.

Πώς μπορώ να σου πω ότι η Βολιβία θα είναι πάντοτε
όμορφη και ό,τι παρατηρώ είσαι εσύ
και ναι είσαι εσύ. Οι πετσέτες μας διπλωμένες στα χέρια μας.
Διπλωμένες λες κι η συνάντησή μας τώρα είναι μια προσευχή.

Σου είπα ποτέ ότι τα μάτια σου είναι ένας χάρτης;
Κι ότι θα έχανα τον εαυτό μου εάν ποτέ απέστρεφες το βλέμμα σου;

Since Hanna Moved Away

The tires on my bike are flat.
The sky is grouchy gray.
At least it sure feels like that
Since Hanna moved away.

Chocolate ice cream tastes like prunes.
December’s come to stay.
They’ve taken back the Mays and Junes
Since Hanna moved away.

Flowers smell like halibut.
Velvet feels like hay.
Every handsome dog’s a mutt
Since Hanna moved away.

Nothing’s fun to laugh about.
Nothing’s fun to play.
They call me, but I won’t come out
Since Hanna moved away.

 

Από τότε που η έφυγε η Χάνα

Τα λάστιχα στο ποδήλατό μου ξεφούσκωτα.
Ο ουρανός τσαντισμένος, γκρίζος.
Τουλάχιστον έτσι αισθάνομαι
από τότε που η έφυγε η Χάνα.

Το παγωτό σοκολάτα έχει τη γεύση ξερού δαμάσκηνου.
Ο Δεκέμβρης δε λέει να μας αφήσει.
Μας καταργήσανε τους Μάηδες και τους Ιούνηδες
από τότε που η έφυγε η Χάνα.

Τα λουλούδια μυρίζουν ψαρίλα.
Το βελούδο μοιάζει με σανό.
Κάθε ωραίο σκυλάκι
μου φαίνεται αδέσποτο
από τότε που η έφυγε η Χάνα.

Τίποτα δεν είναι διασκεδαστικό για να γελάσω.
Τίποτα δεν είναι διασκεδαστικό για να παίξω.
Με φωνάζουν, αλλά δεν βγαίνω
από τότε που η έφυγε η Χάνα.

Žiť

zachytiť trepot
svojich (dávnych) túžob,
dotknúť sa krídel
(najmä) premlčaných
(premrhaných?) snov…

…paberkujúc v čase
okom sa obrátiť
k polostrateným obrazom
a raz začať žiť naozaj tak,
ako by si chcela

 

To Live

to catch the flutter
of your (long time) desires,
to touch the wings
of (especially) time-barred
(wasted?) dreams…

…gleaning in time
to turn the eye
upon the half-lost images
and once start to live really the way
you want to

Να ζεις

να πιάσεις το πετάρισμα
των (παμπάλαιων) επιθυμιών σου,
να αγγίξεις τις φτερούγες
των (ειδικά) παραγεγραμμένων
(σπαταλημένων;) ονείρων σου…

…σταχυολογώντας στο χρόνο,
να στρέψεις το βλέμμα
στις μισοχαμένες εικόνες
και κάποτε
να ξεκινήσεις να ζεις πραγματικά όπως
θέλεις

Sleepy Birds

All those sleepy birds
Now tired from flight
Hide among the leaves
Good night!

Only the spring whispers
When the wood sleeps silently;
Even flowers in the gardens
Sleep peacefully!

Swans glide to their nest
Sheltering among the reeds
May angels guard your rest,
Sweet dreams!

Above a night of sorcery
Comes the moon’s graceful light,
All is peace and harmony
Good night!

Νυσταγμένα πουλιά

Όλα εκείνα τα νυσταγμένα πουλιά
Τα κουρασμένα τώρα από το πέταγμα
Κρύβονται ανάμεσα στα φύλλα
Καληνύχτα!

Μόνο η άνοιξη ψιθυρίζει
Όταν το δάσος κοιμάται σιωπηλά
Ακόμα και τα λουλούδια στους κήπους
Κοιμούνται γαλήνια!

Κύκνοι γλιστρούν στη φωλιά τους
Βρίσκοντας καταφύγιο ανάμεσα στα καλάμια
Είθε οι άγγελοι να σε φυλάνε στην ανάπαυσή σου
Όνειρα γλυκά!

Πάνω από μια νύχτα μαγείας
Έρχεται το φως του φεγγαριού γεμάτο χάρη
Όλα είναι ειρήνη και αρμονία
Καληνύχτα!

Cancionilla del primer deseo

En la mañana verde,
quería ser corazón.
Corazón.

Y en la tarde madura
quería ser ruiseñor.
Ruiseñor.

(Alma,
ponte color naranja.
Alma,
ponte color de amor.)

En la mañana viva,
yo quería ser yo.
Corazón.

Y en la tarde caída
quería ser mi voz.
Ruiseñor.

¡Alma,
ponte color naranja!
¡Alma,
ponte color de amor!

 

Ditty of First Desire

In the green morning
I wanted to be a heart.
A heart.

And in the ripe evening
I wanted to be a nightingale.
A nightingale.

(Soul,
turn orange-coloured.
Soul,
turn the colour of love.)

In the vivid morning
I wanted to be myself.
A heart.

And at the evening’s end
I wanted to be my voice.
A nightingale.

Soul,
turn orange-coloured!
Soul,
turn the colour of love!

Τραγουδάκι της πρώτης επιθυμίας

Μέσα στο πράσινο πρωί,
ήθελα να ‘μαι μια καρδιά.
Καρδιά.

Και μες στο γινωμένο βραδινό,
ήθελα να ‘μαι αηδόνι.
Αηδόνι.

(Ψυχή, γίνε πορτοκαλί.
Ψυχή, πάρε το χρώμα της αγάπης.)

Στο ζωηρό πρωινό,
ήθελα να ‘μαι ο εαυτός μου.
Καρδιά.

Και στο τέλος της βραδιάς,
ήθελα να ‘μαι η φωνή μου.
Αηδόνι.

Ψυχή, γίνε πορτοκαλί!
Ψυχή, πάρε το χρώμα της αγάπης!

Time Flows By

Time flows by, and has passed like rivers
Since that hallowed moment we first saw each other,
Yet I’ll never forget the love we had together,
You miracle, with large eyes and cold fingers.

Oh, come back! To bring words only you can inspire,
Watch over me so your gaze gently lingers,
Let me marvel at this moment that hungers
For those new words you wring from my lyre.

You’re not even aware that when you’re near
A great peace descends to quell my agony,
Just like the silence at the rising of a star;

If I could only see you like a child, smiling up at me,
All the suffering of my life would disappear,
My eyes rekindle, my soul grow within me.

Ο χρόνος κυλά

Ο χρόνος κυλά και έχει περάσει σαν τα ποτάμια
Από εκείνη την ιερή στιγμή που πρωτοειδωθήκαμε,
Κι όμως, ποτέ δεν θα ξεχάσω την αγάπη μας,
Εσένα θαύμα, με τα μεγάλα μάτια και τα κρύα δάχτυλα.

Ω, γύρισε πίσω! Να φέρεις λόγια που μόνο εσύ μπορείς να εμπνεύσεις,
Προφύλαξέ με ώστε να ακουμπήσει πάνω μου το απαλό σου βλέμμα,
Άσε με να θαυμάσω αυτή τη στιγμή που πεινά
Για κείνα τα καινούρια λόγια που θα αναβλύσουν στη λύρα μου.

Δεν υποπτεύεσαι καν πως όταν είσαι κοντά μου
Μία υπέροχη γαλήνη κατεβαίνει να κατευνάσει την αγωνία μου,
Σαν τη σιωπή που συνοδεύει ένα άστρο όταν αυτό ανατέλλει.

Αχ και να σ’ έβλεπα μπρος μου σαν ένα παιδί να μου χαμογελάς,
Τότε θα εξαφανίζονταν όλα μου τα βάσανα
Τα μάτια μου θα ξαναέπαιρναν φωτιά, η ψυχή μου θα μεγάλωνε μέσα μου.

I, Too

I, too, sing America.

I am the darker brother.
They send me to eat in the kitchen
When company comes,
But I laugh,
And eat well,
And grow strong.

Tomorrow,
I’ll be at the table
When company comes.
Nobody’ll dare
Say to me
“Eat in the kitchen,”
Then.

Besides,
They’ll see how beautiful I am
And be ashamed—

I, too, am America.

 

Κι εγώ

Τραγουδώ κι εγώ την Αμερική.

Από τα δύο αδέλφια, εγώ είμαι ο πιο μελαμψός.
Με στέλνουν να φάω στην κουζίνα
όταν έρθει η παρέα,
αλλά εγώ γελάω
και τρώω καλά
και δυναμώνω.

Αύριο,
θα κάθομαι στο τραπέζι
όταν έρθει η παρέα.
Κανείς δεν θα τολμήσει
να μου πει
«φάε στην κουζίνα»
τότε.

Άλλωστε,
θα δουν πόσο όμορφος είμαι
και θα ντραπούν!

Είμαι κι εγώ Αμερική.

3 1

Η προτομή του ποιητή στη Νέα Ιωνία, κοντά στη γειτονιά μας, τη Ριζούπολη.

 

Πρέπει να φύγεις από εκεί που είσαι
και να γυρέψεις τη θέση σου
—που σου ανήκει άλλωστε—
«εντός», μέσα στην πραγματικότητα.
Βέβαια εγώ δεν ξέρω ποια είναι αυτή η πραγματικότητα,
δεν την είδα ποτέ και πουθενά.
Ωστόσο υπάρχει, όλοι το λένε πως υπάρχει.

Τάκης Σινόπουλος
(1917-1981)

Από τη συλλογή Νυχτολόγιο
σελ. 92
Εκδόσεις Κέδρος

Le chat et le soleil

Le chat ouvrit les yeux,
Le soleil y entra.
Le chat ferma les yeux,
Le soleil y resta.

Voilà pourquoi, le soir
Quand le chat se réveille,
J’aperçois dans le noir
Deux morceaux de soleil.

 

The Cat and the Sun

The cat opened his eyes,
The sun came in.
The cat closed his eyes,
The sun stayed in.

That’s why, at night,
When the cat wakes up,
I can see in the dark
Two pieces of sun.

Ο γάτος και ο ήλιος

Ο γάτος άνοιξε τα μάτια του,
ο ήλιος μπήκε μέσα.
Ο γάτος έκλεισε τα μάτια του,
ο ήλιος έμεινε μέσα.

Γι’ αυτό, το βράδυ,
όταν ο γάτος ξυπνά,
διακρίνω μες στο σκοτάδι
δύο κομμάτια ήλιο.

Βρεγμένες από τη θάλασσα

Βρεγμένες από τη θάλασσα
Φωνές παιδιών
Σε μιαν αυλή που άνοιξε
Για μια στιγμή
Το πορτάκι στην ευτυχία
Κι ύστερα πάλι απέμεινε
Ο φράχτης, το σπίτι παντού
Κλειστό
Αφήνοντας απ’ έξω
Ολοένα και πιο δυνατό
Τον βαθύ παφλασμό της νύχτας.


Wet From the Sea

Wet from the sea:
Children’s voices
In a courtyard that opened
For just one moment
The little door to happiness
And then again what remained was
The fence, the house everywhere
Closed
Leaving outside
More and more powerful
The deep splashing of the night.

Become a Person

The bee died upon entering the water
What happened to his honey no one knew

I left one fig and one kumquat
In each dish for the host

There were the yellow trunks of trees
The memory of Spain

There was the memory of being
The memory of love

Let the water take you in
So your neck is just a stalk, the head blooms

Let everything go away
You are a person

Be a person
Become a person again

The happiest he ever made me
The table in white

Whereupon we list the white seashore
The White Sea, the white seahorses

They said I loved him better than anyone
The white seashore

No I never knew him
The bees

The bees
They know everything

Be a person
Be a person again

 

Γίνε άνθρωπος

Η μέλισσα πέθανε μόλις μπήκε στο νερό
Τι απέγινε το μέλι της κανείς δεν έμαθε

Άφησα ένα σύκο και ένα κουμκουάτ
σε κάθε πιάτο για τον οικοδεσπότη

Εκεί ήταν οι κίτρινοι κορμοί των δέντρων
Η ανάμνηση της Ισπανίας

Εκεί ήταν η ανάμνηση της ύπαρξης
Η ανάμνηση της αγάπης

Άσε το νερό να σε πάρει μέσα του
Έτσι που ο λαιμός σου να είναι απλώς ένας μίσχος, το κεφάλι σου να ανθίσει

Άσε τα πάντα να φύγουν μακριά
Είσαι άνθρωπος

Να είσαι άνθρωπος
Γίνε άνθρωπος πάλι

Ο πιο ευτυχισμένος που με έκανε ποτέ
Το τραπέζι στρωμένο λευκό

Επομένως αναφέρουμε κατά σειρά το λευκό ακρογιάλι,
το Λευκό Πέλαγος, τους λευκούς ιπποκάμπους

Είπαν πως τον αγάπησα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο
Το λευκό ακρογιάλι

Όχι, δεν τον γνώρισα ποτέ
Οι μέλισσες

Οι μέλισσες
γνωρίζουν τα πάντα

Να είσαι άνθρωπος
Να είσαι άνθρωπος πάλι

Ressurgiremos

Ressurgiremos ainda sob os muros de Cnossos
E em Delphos centro do mundo
Ressurgiremos ainda na dura luz de Creta

Ressurgiremos ali onde as palavras
São o nome das coisas
E onde são claros e vivos os contornos
Na aguda luz de Creta

Ressurgiremos ali onde pedra estrela e tempo
São o reino do homem
Ressurgiremos para olhar para a terra de frente
Na luz limpa de Creta

Pois convém tornar claro o coração do homem
E erguer a negra exactidão da cruz
Na luz branca de Creta

 

We Will Rise

We will rise again beneath the walls of Knossos
And in Delphi the centre of the world
We will rise again in the harsh light of Crete

We will rise where words
Are the names of things
Where outlines are clear and vivid
There in the sharp light of Crete

We will rise where stone the stars and time
Are the kingdom of man
We will rise to stare straight at the earth
In the clean light of Crete

For it is good to clarify the heart of man
And to lift the black exactness of the cross
In the white light of Crete

Θα εγερθούμε

Θα εγερθούμε πάλι κάτω από τα τείχη της Κνωσσού
Και στους Δελφούς, το κέντρο του κόσμου
Θα εγερθούμε πάλι στο σκληρό φως της Κρήτης

Θα εγερθούμε εκεί όπου τα λόγια
Είναι τα ονόματα των πραγμάτων
Εκεί όπου τα περιγράμματα είναι σαφή και ζωηρά
Εκεί, στο εκτυφλωτικό φως της Κρήτης

Θα εγερθούμε εκεί όπου η πέτρα, το αστέρι κι ο χρόνος
Είν’ το βασίλειο του ανθρώπου
Θα εγερθούμε να ατενίσουμε κατάματα τη γη
Στο καθάριο φως της Κρήτης

Γιατί είναι καλό η καρδιά του ανθρώπου να φωτίζει
Και να σηκώνει τη μαύρη ορθοτόμηση του σταυρού
Στο πάλλευκο φως της Κρήτης

Vola da me

Amore,
vola da me
con l’aeroplano di carta
della mia fantasia,
con l’ingegno del tuo sentimento.
Vedrai fiorire terre piene di magia
e io sarò la chioma d’albero più alta
per darti frescura e riparo.
Fa’ delle due braccia
due ali d’angelo
e porta anche a me un po’ di pace
e il giocattolo del sogno.
Ma prima di dirmi qualcosa
guarda il genio in fiore
del mio cuore.


Fly to Me

Love,
fly to me
with the paper plane
of my fantasy,
with the ingenuity of your feeling.
You’ll see blossoming lands full of magic
and I’ll be the canopy of the highest tree
to give you shade and shelter.
Make with your arms
two angel’s wings
and bring to me a little peace as well
and the toy of dreams.
But before you say anything to me
look at the flowering genius
of my heart.

Πέτα σ’ εμένα

Αγάπη,
πέτα σ’ εμένα
με τη χάρτινη σαΐτα
της φαντασίας μου,
με την επινοητικότητα του συναισθήματός σου.
Χώρες θα δεις ολάνθιστες, γεμάτες μαγεία
κι εγώ θε να γενώ το φύλλωμα του πιο ψηλού δέντρου
για να σου δώσω σκιά και καταφύγιο.
Σχημάτισε με τα μπράτσα σου
δύο φτερούγες αγγέλου
ώστε να φέρεις και σ’ εμένα λίγη γαλήνη,
μαζί με το παιχνίδι των ονείρων.
Μα πριν μου πεις οτιδήποτε,
κοίτα την ανθηρή ιδιοφυΐα
της καρδιάς μου.